Νόμοι — ΦΕΚ A' 84/2018

Type Νόμος
Publication 2018-05-15
Τελευταία ενημέρωση 2018-10-31
State In force
Source ΦΕΚ
articles 141
Reform history JSON API
2.

Τα άρθρα 82 έως 86 εφαρμόζονται και σε πράξεις πληρωμής που δεν αναφέρονται στην παράγραφο 1, εκτός αν υπάρχει διαφορετική συμφωνία μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών. Κατ’ εξαίρεση, το άρθρο 86 εφαρμόζεται ανεξαρτήτως της ύπαρξης διαφορετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών. Αν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του συμφωνούν περίοδο μεγαλύτερη από την οριζόμενη στο άρθρο 83, για πράξεις πληρωμής εντός των κρατών - μελών, η εν λόγω μεγαλύτερη περίοδος δεν υπερβαίνει τις τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες μετά το χρόνο λήψης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 78.

Άρθρο 83

Πράξεις πληρωμής προς λογαριασμό πληρωμών (άρθρο 83 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή διασφαλίζει ότι, μετά τη λήψη της εντολής όπως προβλέπεται στο άρθρο 78, το ποσό της πράξης πληρωμής πιστώνεται στο λογαριασμό του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας. Η εν λόγω προθεσμία μπορεί να παραταθεί κατά μία επιπλέον εργάσιμη ημέρα για τις πράξεις πληρωμής των οποίων η εκκίνηση διενεργείται σε έντυπη μορφή.

2.

Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου καθορίζει ημερομηνία αξίας και καθιστά διαθέσιμο το ποσό της πράξης πληρωμής στο λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου μετά τη λήψη των χρηματικών ποσών από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 86.

3.

Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου διαβιβάζει την εντολή πληρωμής της οποίας η εκκίνηση διενεργήθηκε από τον δικαιούχο ή μέσω αυτού στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή μέσα στην προθεσμία που συμφωνήθηκε μεταξύ του δικαιούχου και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, καθιστώντας δυνατό το διακανονισμό της, όσον αφορά την άμεση χρέωση, κατά τη συμφωνηθείσα καταληκτική ημερομηνία.

Άρθρο 84

Περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δικαιούχος δεν διαθέτει λογαριασμό πληρωμών στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών (άρθρο 84 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ) Όταν ο δικαιούχος δεν διαθέτει λογαριασμό πληρωμών στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, τα χρηματικά ποσά τίθενται στη διάθεση του δικαιούχου από τον πά άρθρου 83.

Άρθρο 85

Μετρητά που τοποθετούνται σε λογαριασμό πληρωμών (άρθρο 85 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ) Όταν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών, ο οποίος είναι καταναλωτής, τοποθετεί μετρητά σε λογαριασμό πληρωμών τηρούμενο από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών στο νόμισμα του εν λόγω λογαριασμού πληρωμών, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών διασφαλίζει ώστε το ποσό να καθίσταται διαθέσιμο αμέσως μετά τη λήψη του ποσού με την αντίστοιχη ημερομηνία αξίας. Αν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι καταναλωτής, το ποσό καθίσταται διαθέσιμο με ημερομηνία αξίας το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήψη του.

Άρθρο 86

Ημερομηνία αξίας και διαθεσιμότητα χρηματικών ποσών (άρθρο 87 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του δικαιούχου είναι το αργότερο η εργάσιμη ημέρα κατά την οποία πιστώνεται ο λογαριασμός του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου με το ποσό της πράξης πληρωμής.

2.

Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου διασφαλίζει ότι το ποσό της πράξης πληρωμής είναι στη διάθεση του δικαιούχου αμέσως μόλις ο λογαριασμός του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου πιστωθεί με το ποσό της πράξης πληρωμής, όταν από την πλευρά του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου:

  • α) δεν υπάρχει μετατροπή συναλλάγματος, ή
  • β) υπάρχει μετατροπή συναλλάγματος μεταξύ του

ευρώ και νομίσματος κράτους - μέλους ή μεταξύ δύο νομισμάτων κρατών - μελών. Η υποχρέωση που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο εφαρμόζεται επίσης στις πληρωμές όπου ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου και του πληρωτή ταυτίζονται.

3.

Η ημερομηνία αξίας για τη χρέωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή, δεν μπορεί να είναι προγενέστερη του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η χρέωση του εν λόγω λογαριασμού πληρωμών με το ποσό της πράξης πληρωμής.

ΤΜΗΜΑ 3

ΕΥΘΥΝΗ

Άρθρο 87

Λανθασμένα αποκλειστικά μέσα ταυτοποίησης (άρθρο 88 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Εάν εντολή πληρωμής εκτελείται σύμφωνα με το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης, τεκμαίρεται ότι έχει εκτελεστεί ορθά, όσον αφορά τον δικαιούχο που προσδιορίζεται στο αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης.

2.

Εάν το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης που παρέχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών είναι εσφαλμένο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν φέρει ευθύνη, σύμφωνα με το άρθρο 88, για τη μη εκτέλεση ή την εσφαλμένη εκτέλεση της πράξης πληρωμής.

3.

Ωστόσο, πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή καταβάλλει εύλογες προσπάθειες για την ανάκτηση των χρηματικών ποσών που αφορούν την πράξη πληρωμής. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου συνεργάζεται σε αυτές τις προσπάθειες παρέχοντας, επιπρόσθετα, στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή όλες τις σχετικές πληροφορίες για την ανάκτηση των χρηματικών ποσών. Αν η ανάκτηση των χρηματικών ποσών σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια δεν είναι εφικτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή προσκομίζει στον πληρωτή, ύστερα από γραπτό αίτημα, όλες τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του και είναι σημαντικές για τον πληρωτή, προκειμένου αυτός να εγείρει αξίωση για ανάκτηση των χρηματικών ποσών.

4.

Εάν υπάρχει σχετικός όρος στη σύμβαση-πλαίσιο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να επιβάλει χρέωση στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών για την ανάκτηση των χρηματικών ποσών.

5.

Εάν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών προσκομίσει πρόσθετες πληροφορίες εκτός από εκείνες που καθορίζονται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 45 ή στην περίπτωση β΄ του στοιχείου 2 του άρθρου 52, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ευθύνεται μόνο για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής σύμφωνα με το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης που έχει παρασχεθεί από τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.

Άρθρο 88

Ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για μη εκτέλεση, εσφαλμένη ή καθυστερημένη εκτέλεση πράξεων πληρωμής (άρθρο 89 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

α) Όταν η εντολή πληρωμής εκκινείται απευθείας από τον πληρωτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, με την επιφύλαξη του άρθρου 71, των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 87 και του άρθρου 92, ευθύνεται έναντι του πληρωτή για την ορθή εκτέλεση της πράξης πληρωμής, εκτός αν αποδείξει στον πληρωτή και, ανάλογα με την περίπτωση, στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου έλαβε το ποσό της πράξης πληρωμής σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου

83.

Στην περίπτωση αυτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ευθύνεται έναντι του δικαιούχου για την ορθή εκτέλεση της πράξης πληρωμής.

  • β) Αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή

ευθύνεται σύμφωνα με την περίπτωση α΄, επιστρέφει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στον πληρωτή τα χρηματικά ποσά της ανεκτέλεστης ή εσφαλμένης πράξης πληρωμής και, ανάλογα με την περίπτωση, επαναφέρει το χρεωθέντα λογαριασμό πληρωμών στην πρότερη κατάσταση.

  • γ) Η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας χρέωσης του χρηματικού

ποσού της πράξης πληρωμής. το ποσό της πράξης πληρωμής στη διάθεση του δικαιούχου και, ανάλογα με την περίπτωση, πιστώνει το αντίστοιχο ποσό στο λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου.

  • ε) Η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του δικαιούχου δεν μπορεί να είναι

μεταγενέστερη της ημερομηνίας αξίας πίστωσης του χρηματικού ποσού στο σχετικό λογαριασμό πληρωμών σε περίπτωση ορθής εκτέλεσης της πράξης πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 86.

  • στ) Αν η πράξη πληρωμής εκτελεστεί με καθυστέρηση,

ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου διασφαλίζει, ύστερα από αίτημα του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή που ενεργεί για λογαριασμό του πληρωτή, ότι η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του δικαιούχου δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας αξίας πίστωσης του χρηματικού ποσού στο σχετικό λογαριασμό πληρωμών σε περίπτωση ορθής εκτέλεσης της πράξης πληρωμής.

  • ζ) Αν η εντολή πληρωμής εκκινείται από τον πληρωτή και η πράξη πληρωμής δεν εκτελεστεί ή εκτελεστεί

εσφαλμένα, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, ύστερα από αίτημα και ανεξάρτητα από ευθύνη στο πλαίσιο της παρούσας παραγράφου, προσπαθεί αμέσως να εντοπίσει την πράξη πληρωμής και ειδοποιεί τον πληρωτή για το αποτέλεσμα. Στην παρούσα περίπτωση δεν επιβάλλεται καμία επιβάρυνση στον πληρωτή.

2.

α) Όταν εντολή πληρωμής εκκινείται από τον δικαιούχο ή μέσω αυτού, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, με την επιφύλαξη του άρθρου 71, των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 87 και του άρθρου 92, ευθύνεται έναντι του δικαιούχου για την ορθή διαβίβαση της εντολής πληρωμής στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 83. Αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ευθύνεται, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, επαναδιαβιβάζει αμέσως την εν λόγω εντολή πληρωμής στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή.

  • β) Αν η εντολή πληρωμής διαβιβαστεί με καθυστέρηση, το χρηματικό ποσό θα έχει ημερομηνία αξίας στο

λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου όχι μεταγενέστερη της ημερομηνίας αξίας πίστωσης του χρηματικού ποσού ως αν η πράξη πληρωμής είχε εκτελεστεί ορθά.

  • γ) Με την επιφύλαξη του άρθρου 71, των παραγράφων

2 και 3 του άρθρου 87 και του άρθρου 92, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ευθύνεται έναντι του δικαιούχου για τη διεκπεραίωση της πράξης πληρωμής, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που έχει σύμφωνα με το άρθρο 86. Αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ευθύνεται, σύμφωνα με την παρούσα περίπτωση, διασφαλίζει ότι το χρηματικό ποσό της πράξης πληρωμής καθίσταται διαθέσιμο στον δικαιούχο αμέσως μόλις αυτό πιστωθεί στο λογαριασμό του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου. Το χρηματικό ποσό έχει ημερομηνία αξίας στο λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου όχι μεταγενέστερη της ημερομηνίας αξίας πίστωσης του χρηματικού ποσού ως αν η πράξη πληρωμής είχε εκτελεστεί ορθά.

  • δ) Σε περίπτωση μη εκτέλεσης ή εσφαλμένης εκτέλεσης πράξης πληρωμής για την οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου δεν ευθύνεται, σύμφωνα με τις περιπτώσεις α΄ και γ΄, ο πάροχος υπηρεσιών

πληρωμών του πληρωτή ευθύνεται έναντι του πληρωτή. Εφόσον ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή ευθύνεται, επιστρέφει, ανάλογα με την περίπτωση και χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον πληρωτή τα χρηματικά ποσά της ανεκτέλεστης ή εσφαλμένης πράξης πληρωμής και επαναφέρει το χρεωθέντα λογαριασμό πληρωμών στην πρότερη κατάσταση. Η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας χρέωσης του χρηματικού ποσού της πράξης πληρωμής.

  • ε) Η υποχρέωση της περίπτωσης δ΄ δεν ισχύει για τον

πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, εφόσον αυτός αποδεικνύει ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου έχει λάβει το ποσό της πράξης πληρωμής, ακόμη και αν η πράξη πληρωμής έχει εκτελεστεί με ελάχιστη καθυστέρηση. Στην περίπτωση αυτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, ορίζει για το ποσό ημερομηνία αξίας στο λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου όχι μεταγενέστερη της ημερομηνίας αξίας πίστωσης του χρηματικού ποσού ως αν η πράξη πληρωμής είχε εκτελεστεί ορθά.

  • στ) Αν η εντολή πληρωμής εκκινείται από τον δικαιούχο ή μέσω αυτού και η πράξη πληρωμής δεν εκτελεστεί

ή εκτελεστεί εσφαλμένα, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, ύστερα από αίτημα και ανεξάρτητα από ευθύνη στο πλαίσιο της παρούσας παραγράφου, προσπαθεί αμέσως να εντοπίσει την πράξη πληρωμής και ειδοποιεί το δικαιούχο για το αποτέλεσμα. Στην παρούσα περίπτωση δεν επιβάλλεται καμία επιβάρυνση στο δικαιούχο.

3.

Επιπλέον, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών ευθύνονται έναντι των οικείων χρηστών υπηρεσιών πληρωμών τους για τυχόν χρεώσεις για τις οποίες φέρουν ευθύνη, καθώς και για τόκους που επιβαρύνουν τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών ως συνέπεια της μη εκτέλεσης ή της εσφαλμένης, συμπεριλαμβανομένης της καθυστερημένης, εκτέλεσης της πράξης πληρωμής.

Άρθρο 89

Ευθύνη στην περίπτωση των υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής για μη εκτέλεση, εσφαλμένη ή καθυστερημένη εκτέλεση πράξεων πληρωμής (άρθρο 90 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Όταν εντολή πληρωμής εκκινείται από τον πληρωτή μέσω παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού, με την επιφύλαξη του άρθρου 71 και των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 87, επιστρέφει στον πληρωτή τα χρηματικά ποσά της ανεκτέλεστης ή εσφαλμένης πράξης πληρωμής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, επαναφέρει το χρεωθέντα λογαριασμό πληρωμών στην πρότερη ληφθεί από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του πληρωτή σύμφωνα με το άρθρο 78, ότι, μέσα στο πεδίο αρμοδιότητάς του, έχει ταυτοποιηθεί η γνησιότητα της πράξης πληρωμής και ότι αυτή έχει καταγραφεί επακριβώς και δεν έχει επηρεαστεί από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία που συνδέεται με μη εκτέλεση, εσφαλμένη ή καθυστερημένη εκτέλεση της συναλλαγής.

2.

Εάν ο πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής ευθύνεται για τη μη εκτέλεση, την εσφαλμένη ή την καθυστερημένη εκτέλεση της πράξης πληρωμής, αποζημιώνει αμέσως, ύστερα από σχετικό αίτημα, τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού για ζημίες που έχει υποστεί ή χρηματικά ποσά που έχει καταβάλει ως αποτέλεσμα της επιστροφής στον πληρωτή.

Άρθρο 90

Πρόσθετη οικονομική αποζημίωση (άρθρο 91 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ) Τυχόν πρόσθετη οικονομική αποζημίωση, πέραν εκείνης που προβλέπεται στα άρθρα 87 έως 92, μπορεί να συμφωνείται μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του οικείου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει τη μεταξύ τους σύμβαση.

Άρθρο 91

Δικαίωμα προσφυγής (άρθρο 92 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Όταν η ευθύνη ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τα άρθρα 73, 88 και 89, αποδίδεται σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή μεσάζοντα, ο άλλος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ή ο μεσάζων αποζημιώνει τον πρώτο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών για κάθε ζημία που έχει υποστεί ή για κάθε χρηματικό ποσό που έχει καταβάλει σύμφωνα με τα άρθρα 73, 88 και 89. Η εν λόγω ευθύνη περιλαμβάνει αποζημίωση αν οποιοσδήποτε πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν προβαίνει σε ισχυρή ταυτοποίηση του πελάτη.

2.

Η υποχρέωση καταβολής περαιτέρω οικονομικής αποζημίωσης μπορεί να συμφωνείται μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και/ή των μεσαζόντων, σύμφωνα και με το δίκαιο που διέπει τη μεταξύ τους συμφωνία.

Άρθρο 92

Απουσία ευθύνης σε μη συνήθεις και μη προβλέψιμες περιστάσεις (άρθρο 93 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ) Δεν υφίσταται η ευθύνη που προβλέπεται από το άρθρο 64 έως το παρόν άρθρο όταν υπάρχουν ασυνήθεις και απρόβλεπτες περιστάσεις, οι οποίες είναι πέρα από τον έλεγχο του μέρους που τις επικαλείται και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρόλες τις προσπάθειες για το αντίθετο, ούτε όταν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεσμεύεται από άλλες νομικές υποχρεώσεις που προβλέπονται στο ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Άρθρο 93

Προστασία δεδομένων (άρθρο 94 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα συστήματα πληρωμών και τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται όταν είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της πρόληψης, της διερεύνησης και του εντοπισμού περιστατικών απάτης σχετικά με τις πληρωμές. Η παροχή πληροφόρησης στα φυσικά πρόσωπα σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και η επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων, καθώς και κάθε άλλη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για τους σκοπούς του παρόντος νόμου πραγματοποιείται σύμφωνα με το ν. 2472/1997 και τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 45/2001 (ΕΕ L 8).

2.

Η ρητή συγκατάθεση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών συνιστά προϋπόθεση για την πρόσβαση, επεξεργασία και διατήρηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που είναι αναγκαία για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ, ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ

Άρθρο 94

Διαχείριση των λειτουργικών κινδύνων και κινδύνων ασφαλείας (άρθρο 95 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών καταρτίζουν πλαίσιο με κατάλληλα μέτρα μείωσης κινδύνων και μηχανισμούς ελέγχου για τη διαχείριση των λειτουργικών κινδύνων και των κινδύνων ασφαλείας, που σχετίζονται με τις υπηρεσίες πληρωμών τις οποίες παρέχουν. Ως μέρος του πλαισίου αυτού, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών θεσπίζουν και διατηρούν αποτελεσματικές διαδικασίες διαχείρισης συμβάντων, μεταξύ άλλων για τον εντοπισμό και την ταξινόμηση των μεγάλης σημασίας συμβάντων που άπτονται της λειτουργίας και της ασφάλειας.

2.

Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών παρέχουν στην Τράπεζα της Ελλάδος, σε ετήσια βάση ή σε βραχύτερα διαστήματα οριζόμενα από αυτήν, επικαιροποιημένη και ολοκληρωμένη αξιολόγηση των λειτουργικών κινδύνων και των κινδύνων ασφαλείας που συνδέονται με τις παρεχόμενες υπηρεσίες πληρωμών, καθώς και της επάρκειας των μέτρων μείωσης κινδύνων και των μηχανισμών ελέγχου που εφαρμόζονται για την αντιμετώπιση των κινδύνων αυτών.

Άρθρο 95

Αναφορά συμβάντων (άρθρο 96 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Σε περίπτωση μεγάλης σημασίας λειτουργικού συμβάντος ή συμβάντος που αφορά την ασφάλεια, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών με έδρα στην Ελλάδα το γνωστοποιούν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στην υπηρεσιών πληρωμών του, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών του για το συμβάν και για όλα τα μέτρα που μπορούν να λάβουν για τη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων του συμβάντος.

2.

Μετά τη λήψη της γνωστοποίησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, η Τράπεζα της Ελλάδος παρέχει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, τις σχετικές λεπτομέρειες του συμβάντος στην ΕΑΤ και στην ΕΚΤ και, αφού αξιολογήσει τη συνάφεια του συμβάντος με τις αρμοδιότητες άλλων αρχών της ημεδαπής, ενημερώνει τις τελευταίες αναλόγως. Επίσης, η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται με την ΕΑΤ και την ΕΚΤ για την αξιολόγηση της συνάφειας του συμβάντος με τις αρμοδιότητες άλλων ενωσιακών και εθνικών αρχών. Αν η Τράπεζα της Ελλάδος καθίσταται αποδέκτης γνωστοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή αντίστοιχης γνωστοποίησης από την ΕΑΤ ή από την ΕΚΤ, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της άμεσης ασφάλειας του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

3.

Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών που λειτουργούν στην Ελλάδα παρέχουν στην Τράπεζα της Ελλάδος, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, στατιστικά στοιχεία σχετικά με την απάτη στα διάφορα μέσα πληρωμών. Η Τράπεζα της Ελλάδος διαβιβάζει στην ΕΑΤ και την ΕΚΤ τα εν λόγω δεδομένα σε συγκεντρωτική μορφή.

Άρθρο 96

Ταυτοποίηση (άρθρο 97 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εφαρμόζουν ισχυρή ταυτοποίηση πελάτη, όταν ο πληρωτής:

  • α) έχει πρόσβαση στο λογαριασμό πληρωμών του σε

απευθείας ηλεκτρονική σύνδεση (online),

  • β) εκκινεί ηλεκτρονική πράξη πληρωμής,
  • γ) εκτελεί οποιαδήποτε ενέργεια μέσω, εξ αποστάσεως

διαύλου, η οποία μπορεί να ενέχει κίνδυνο απάτης στις πληρωμές ή άλλες παραβιάσεις.

2.

Σε σχέση με την εκκίνηση ηλεκτρονικών πράξεων πληρωμής, που αναφέρεται στην περίπτωση β΄της παραγράφου 1, για τις ηλεκτρονικές πράξεις πληρωμής που διενεργούνται εξ αποστάσεως οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εφαρμόζουν ισχυρή ταυτοποίηση πελάτη, η οποία περιλαμβάνει στοιχεία που συνδέουν δυναμικά τη συναλλαγή με συγκεκριμένο ποσό και συγκεκριμένο δικαιούχο.

3.

Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 1, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εφαρμόζουν κατάλληλα μέτρα ασφαλείας με σκοπό την προστασία της εμπιστευτικότητας και της ακεραιότητας των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών.

4.

Οι παράγραφοι 2 και 3 εφαρμόζονται επίσης όταν η εκκίνηση των πληρωμών διενεργείται μέσω παρόχου υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής. Οι παράγραφοι 1 και 3 εφαρμόζονται επίσης όταν οι πληροφορίες ζητούνται μέσω παρόχου υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού.

5.

Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής και στον πάροχο υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού να βασίζεται στις διαδικασίες ταυτοποίησης που παρέχει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού για τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3 και, εφόσον εμπλέκεται ο πάροχος υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής, σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3.

6.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται το περιεχόμενο και οι ειδικότερες προδιαγραφές και απαιτήσεις των μέτρων ασφαλείας, των μέτρων μείωσης κινδύνων και των μηχανισμών ελέγχου, η έννοια του μεγάλης σημασίας λειτουργικού συμβάντος και του συμβάντος που αφορά την ασφάλεια, το διαδικαστικό πλαίσιο, οι προθεσμίες, η συχνότητα και το περιεχόμενο των γνωστοποιήσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 94 και της παραγράφου 3 του άρθρου 95, το περιεχόμενο των γνωστοποιήσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 95, το περιεχόμενο και οι ειδικότερες προδιαγραφές και απαιτήσεις της ισχυρής ταυτοποίησης, τα στοιχεία που συνδέουν δυναμικά τη συναλλαγή με συγκεκριμένο ποσό και συγκεκριμένο δικαιούχο, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με όμοια απόφαση καθορίζεται το διαδικαστικό πλαίσιο, οι προθεσμίες, η συχνότητα και το περιεχόμενο των στατιστικών στοιχείων και αναφορών σχετικά με την απάτη για τα διάφορα μέσα πληρωμών και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ (ΕΕΔ)

ΤΜΗΜΑ 1

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

Άρθρο 97

Καταγγελίες (άρθρο 99 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Οι χρήστες υπηρεσιών πληρωμών και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των ενώσεων καταναλωτών, έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν καταγγελίες στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας του Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης (ΓΓΕΠΚ) σχετικά με ισχυρισμούς για παραβάσεις των άρθρων 38 έως 102, εκτός από τις διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 68 και στα άρθρα 94 έως 96, από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.

2.

Ανάλογα με την περίπτωση και με την επιφύλαξη του δικαιώματος προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, η ΓΓΕΠΚ ενημερώνει με την απάντησή της τον καταγγέλλοντα για τις διαδικασίες ΕΕΔ που προβλέπονται στο άρθρο 100.

Άρθρο 98

Αρμόδια αρχή (παράγραφοι 1 και 4 του άρθρου 100 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 23, αρμόδια αρχή με σκοπό τη διασφάλιση και παρακολούθηση της αποτελεσματικής συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις των Προστασίας του Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης .

2.

Σε περίπτωση παράβασης ή εικαζόμενης παράβασης των διατάξεων των άρθρων 38 έως 102, εκτός από τις διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 68 και στα άρθρα 94 έως 96, η ΓΓΕΠΚ είναι αρμόδια σύμφωνα με την παράγραφο 1 υπό την ιδιότητα αυτής ως αρμόδιας αρχής του κράτους-μέλους προέλευσης για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών με έδρα στην Ελλάδα ως προς τις παρεχόμενες από αυτούς υπηρεσίες πληρωμών στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή με άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Για τους αντιπροσώπους και τα υποκαταστήματα των εν λόγω παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που λειτουργούν σε άλλα κράτη-μέλη αρμόδια είναι η αρχή του κράτουςμέλους υποδοχής.

3.

Σε περίπτωση παράβασης ή εικαζόμενης παράβασης των άρθρων 38 έως 102, εκτός από τις διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 68 και στα άρθρα 94 έως 96, η ΓΓΕΠΚ είναι αρμόδια σύμφωνα με την παρ. 1 υπό την ιδιότητα αυτής ως αρμόδιας αρχής του κράτους-μέλους υποδοχής, για τους αντιπροσώπους και τα υποκαταστήματα παρόχων υπηρεσιών πληρωμών με έδρα σε άλλο κράτος-μέλος που λειτουργούν στην Ελλάδα.

4.

Η ΓΓΕΠΚ μπορεί να διενεργεί ελέγχους, να ζητεί την υποβολή τακτικών εκθέσεων, να ανταλλάσσει πληροφορίες και να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα έναντι των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 1, 2, 4, 5 και 6 του άρθρου 31, εφόσον το αντικείμενο του ελέγχου, των εκθέσεων, των πληροφοριών και των μέτρων αφορά τα άρθρα 38 έως 102, εκτός από τις διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 68 και στα άρθρα 94 έως 96.

5.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 34, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και των άρθρων 97, 99, 100 και 101 εφαρμόζονται και για τους παρόχους υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού.

ΤΜΗΜΑ 2

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΕΔ ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Άρθρο 99

Επίλυση διαφορών (άρθρο 101 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών θεσπίζουν και εφαρμόζουν κατάλληλες και αποτελεσματικές διαδικασίες για τη διευθέτηση των καταγγελιών των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών, όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 38 έως 101 και η ΓΓΕΠΚ παρακολουθεί τις επιδόσεις τους. Οι εν λόγω διαδικασίες εφαρμόζονται σε κάθε κράτος-μέλος όπου ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών προσφέρει τις υπηρεσίες πληρωμών και είναι διαθέσιμες στην ελληνική γλώσσα, εφόσον οι υπηρεσίες πληρωμών παρέχονται στην ημεδαπή ή στην επίσημη γλώσσα του κράτους-μέλους στο οποίο παρέχονται οι υπηρεσίες πληρωμών ή σε άλλη γλώσσα, εφόσον αυτό συμφωνηθεί μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.

2.

Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να απαντούν, σε έντυπη μορφή ή, εφόσον αυτό συμφωνηθεί μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, σε άλλο σταθερό μέσο, στις καταγγελίες των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών. Η εν λόγω απάντηση εξετάζει όλα τα ζητήματα που έχουν τεθεί μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα και το αργότερο μέσα σε δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες από τη λήψη της καταγγελίας. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αν η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί μέσα σε δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες, για λόγους που δεν οφείλονται στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, ο τελευταίος υποχρεούται να αποστέλλει προσωρινή απάντηση, αναφέροντας σαφώς τους λόγους για την καθυστέρηση στην απάντηση της καταγγελίας και προσδιορίζοντας την προθεσμία μέσα στην οποία θα λάβει την τελική απάντηση ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών. Σε κάθε περίπτωση, η προθεσμία για τη λήψη της τελικής απάντησης δεν υπερβαίνει τις τριάντα πέντε (35) εργάσιμες ημέρες από τη λήψη της καταγγελίας.

3.

Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνουν τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τουλάχιστον για έναν φορέα ΕΕΔ της παραγράφου 1του άρθρου 100, που είναι αρμόδιος για την επίλυση των διαφορών σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 38 έως 101.

4.

Οι πληροφορίες της παραγράφου 3 αναφέρονται με σαφή, πλήρη και ευχερώς προσβάσιμο τρόπο στο δικτυακό τόπο, εφόσον υπάρχει, του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, στο υποκατάστημα και στους γενικούς όρους και προϋποθέσεις των συμβάσεων μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών. Επίσης, με τις εν λόγω πληροφορίες προσδιορίζεται ο τρόπος πρόσβασης σε περαιτέρω στοιχεία σχετικά με τον οικείο φορέα ΕΕΔ, καθώς και οι προϋποθέσεις για τη χρήση του.

Άρθρο 100

Διαδικασίες ΕΕΔ (άρθρο 102 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Η επίλυση διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ των χρηστών και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 38 έως 101, πραγματοποιείται βάση των διαδικασιών ΕΕΔ, όπως αυτές ορίζονται με την 70330/3.9.2015 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄1421) για την εναλλακτική επίλυση καταναλωτικών διαφορών και τη λήψη συμπληρωματικών μέτρων εφαρμογής του Κανονισμού αριθ. 524/2013/ΕΚ (E EL165). Οι διαδικασίες ΕΕΔ εφαρμόζονται στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.

2.

Οι φορείς ΕΕΔ όπως αυτοί ορίζονται στην περίπτωση η΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της κοινής υπουργικής απόφασης της παραγράφου 1, συνεργάζονται αποτελεσματικά με τους αντίστοιχους φορείς ΕΕΔ των άλλων

Άρθρο 101

Κυρώσεις (άρθρο 103 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 23, με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης επιβάλλονται κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 13Α του ν. 2251/1994 σε βάρος των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, οι οποίοι δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τα άρθρα 38 έως 102, εκτός από την παράγραφο 6 του άρθρου 68 και τα άρθρα 94 έως 96. Οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και σε βάρος των δικαιούχων υπηρεσιών πληρωμών σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 62.

2.

Ο Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης μπορεί να δημοσιοποιεί οποιαδήποτε διοικητική κύρωση επιβάλλει σύμφωνα με το παρόν άρθρο, εκτός εάν η δημοσιοποίηση αυτή ενδέχεται να διαταράξει σοβαρά τις χρηματοπιστωτικές αγορές ή να προκαλέσει δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη. ΤΙΤΛΟΣ V ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥΣ

Άρθρο 102

Υποχρέωση ενημέρωσης των καταναλωτών για τα δικαιώματά τους (άρθρο 106 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Η ΓΓΕΠΚ μεριμνά ώστε το ηλεκτρονικό φυλλάδιο σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, το οποίο καταρτίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 106 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ, να είναι διαθέσιμο κατά τρόπο που το καθιστά εύκολα προσβάσιμο στον επίσημο διαδικτυακό της τόπο.

2.

Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών μεριμνούν ώστε το φυλλάδιο της παραγράφου 1 να είναι διαθέσιμο κατά τρόπο που το καθιστά εύκολα προσβάσιμο στους επίσημους διαδικτυακούς τους τόπους, εφόσον υπάρχουν, καθώς επίσης και σε έντυπη μορφή στα υποκαταστήματά τους, στους αντιπροσώπους τους και στους τρίτους προς τους οποίους έχουν αναθέσει δραστηριότητες.

3.

Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών δεν επιβάλλουν χρέωση στους πελάτες τους για τη διάθεση πληροφοριών σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

4.

Όσον αφορά τα άτομα με αναπηρίες, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με άλλα κατάλληλα μέσα, ώστε οι πληροφορίες να είναι διαθέσιμες σε προσιτή μορφή. ΤΙΤΛΟΣ VI ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 103

Αναγκαστικό δίκαιο (παρ. 3 του άρθρου 107 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ) Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών απαγορεύεται να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του παρόντος εις βάρος των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών, εκτός αν η δυνατότητα παρέκκλισης προβλέπεται ρητά. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών μπορούν να αποφασίζουν να προσφέρουν ευνοϊκότερους όρους στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών.

Άρθρο 104

Μεταβατικές διατάξεις για τα ιδρύματα πληρωμών αναφορικά με την αδειοδότησή τους (παράγραφοι 1, 2 και 5 του άρθρου 109 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Ιδρύματα πληρωμών με έδρα στην Ελλάδα τα οποία πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ασκούσαν δραστηριότητες σύμφωνα με τον ν. 3862/2010 (Α΄ 113) επιτρέπεται να συνεχίσουν να ασκούν έως τις 13 Ιουλίου 2018 τις δραστηριότητες αυτές στην ημεδαπή ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος σύμφωνα με τις απαιτήσεις του ν. 3862/2010, χωρίς να απαιτείται η χορήγηση άδειας λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με το άρθρο 5 ή η συμμόρφωσή τους με τα άρθρα 5 έως 37.

2.

Τα ιδρύματα πληρωμών της παραγράφου 1 υποβάλλουν τις συναφείς πληροφορίες στην Τράπεζα της Ελλάδος μέσα σε ένα (1) μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και το αργότερο έως τις 13 Απριλίου 2018, για να αξιολογηθεί έως τις 13 Ιουλίου 2018 αν τα εν λόγω ιδρύματα πληρωμών συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις των άρθρων 5 έως 37.

3.

Αν, ύστερα από αξιολόγηση της Τράπεζας της Ελλάδος, διαπιστώνεται ότι τα ιδρύματα πληρωμών της παραγράφου 1 συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις των άρθρων 5 έως 37, λαμβάνουν άδεια λειτουργίας, εγγράφονται στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 14 και ενημερώνεται η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 15. Αν, ύστερα από την ανωτέρω αξιολόγηση, διαπιστώνεται ότι τα εν λόγω ιδρύματα πληρωμών δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις των άρθρων 5 έως 37, έως τις 13 Ιουλίου 2018, απαγορεύεται, σύμφωνα με το άρθρο 37, να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών. Ως προς τα ιδρύματα πληρωμών του προηγούμενου εδαφίου, η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει είτε μέτρα που είναι απαραίτητο να λάβουν για να διασφαλιστεί η συμμόρφωσή τους είτε την ανάκληση της άδειας λειτουργίας τους σύμφωνα με το άρθρο 13.

4.

Κατ’ εξαίρεση και εφόσον έχουν τεθεί στη διάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος στοιχεία ότι τηρούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 5 και 11, τα ιδρύματα πληρωμών της παραγράφου 1 λαμβάνουν αυτομάτως άδεια λειτουργίας, εγγράφονται στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 14 και ενημερώνεται η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών σύμφωνα με το άρθρο 15. Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει σχετικά τα εν λόγω ιδρύματα πληρωμών.

5.

Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, τα ιδρύματα πληρωμών στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας για την παροχή των υπηρεσιών πληρωμών της περίπτωσης ζ΄ του στοιχείου 3 του άρθρου 4 του ν. 3862/2010, διατηρούν την ανωτέρω άδεια λειτουργίας για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών πληρωμών που θεωρούνται ως τεθεί στη διάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ικανοποιούνται οι απαιτήσεις που ορίζονται στην περίπτωση γ΄ του άρθρου 7 και στο άρθρο 9.

6.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με τη διαδικασία και τις προθεσμίες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, η προθεσμία υποβολής και το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων στοιχείων και πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με το κύρος, την εκπαίδευση, τις ποινικές καταδίκες, την περιουσιακή κατάσταση, την εμπειρία και την κατάρτιση των διευθυντικών στελεχών και των υπευθύνων διαχείρισης των εν λόγω ιδρυμάτων πληρωμών, οι ειδικότερες προϋποθέσεις, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Άρθρο 105

Μεταβατικές διατάξεις (παράγραφοι 5 και 6 του άρθρου 115 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Νομικά πρόσωπα τα οποία ήδη ασκούν στην ημεδαπή, πριν από τις 12 Ιανουαρίου 2016, δραστηριότητες παρόχων υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής και παρόχων υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, επιτρέπεται να συνεχίσουν να ασκούν τις εν λόγω δραστηριότητες στην ημεδαπή έως και την έναρξη ισχύος των μέτρων ασφαλείας των άρθρων 65, 66, 67 και 96, όπως ορίζεται στο άρθρο 110, σύμφωνα με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο.

2.

Μέχρι τη συμμόρφωση των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού προς τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 110, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού δεν επικαλούνται τη μη συμμόρφωσή τους για να παρεμποδίζουν τη χρήση υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής και υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού για τους λογαριασμούς πληρωμών που εξυπηρετούν.

Άρθρο 106

Τροποποιήσεις του ν. 2251/1994 (παρ. 5 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2002/65/ΕΚ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 110 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ) Στην παρ. 3 του άρθρου 4θ του ν. 2251/1994, όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Όταν εφαρμόζεται, επίσης, η Οδηγία 2015/2366/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όπως αυτή έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία, οι διατάξεις περί πληροφόρησης που ορίζονται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 3, εκτός των στοιχείων 3 έως 7 της υποπερίπτωσης ββ΄, των στοιχείων 1, 4 και 5 της υποπερίπτωσης γγ΄, και του στοιχείου 2 της υποπερίπτωσης δδ΄ της ανωτέρω περίπτωσης α΄, αντικαθίστανται από τα άρθρα 44, 45, 51 και 52 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ όπως αυτά έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία.».

Άρθρο 107

Τροποποιήσεις του ν. 4021/2011 (άρθρα 3 και 18 της Οδηγίας 2009/110/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 111 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Η παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 4021/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, τα άρθρα 5, 11 έως 17, οι παράγραφοι 5 και 6 του άρθρου 19 και τα άρθρα 20 έως 31 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όπως αυτά έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία, εφαρμόζονται αναλόγως στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος.».

2.

Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 13 του ν. 4021/2011 η φράση «ακολουθεί τις διαδικασίες του άρθρου 24 του ν. 3862/2010» αντικαθίσταται με τη φράση «εφαρμόζονται αναλόγως στα εν λόγω ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος τα άρθρα 27 έως 31, εκτός από τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 29, της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ, όπως αυτά έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία».

3.

Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 13 του ν. 4021/2011 η λέξη «Ανεξαρτήτως» αντικαθίσταται με τις λέξεις «Κατά παρέκκλιση» και στο δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου οι λέξεις «του άρθρου 17 του ν. 3862/2010» αντικαθίστανται με τις λέξεις «του άρθρου 19 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ, όπως αυτό έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία». 4 Η υφιστάμενη διάταξη του άρθρου 28 του ν. 4021/ 2011, τίθεται ως παράγραφος 1 και προστίθενται παράγραφοι 2, 3, 4 και 5, ως εξής: «2. Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος με έδρα στην Ελλάδα, τα οποία ασκούν ήδη δραστηριότητες σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και με το ν. 3862/2010 πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου που ενσωματώνει στην ελληνική νομοθεσία την Οδηγία 2015/2366/ΕΕ, επιτρέπεται να συνεχίσουν να ασκούν τις δραστηριότητες αυτές έως τις 13 Ιουλίου 2018 στην ημεδαπή ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομοθεσία, χωρίς να απαιτείται η χορήγηση άδειας λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 13 ή η συμμόρφωσή τους με τις λοιπές διατάξεις των άρθρων 12 έως 19.

3.

Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος της παραγράφου 2 υποβάλλουν τις συναφείς πληροφορίες στην Τράπεζα της Ελλάδος μέσα σε ένα (1) μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου που ενσωματώνει στην ελληνική νομοθεσία την Οδηγία 2015/2366/ΕΕ και το αργότερο έως τις 13 Απριλίου 2018, για να αξιολογηθεί έως τις 13 Ιουλίου 2018, αν τα εν λόγω ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις των άρθρων 12 έως 19.

4.

Αν ύστερα από αξιολόγηση της Τράπεζας της Ελλάδος διαπιστώνεται ότι τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος της παραγράφου 2 συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις των άρθρων 12 έως 19, λαμβάνουν άδεια λειτουργίας και εγγράφονται στο μητρώο ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος. Αν ύστερα από την ανωτέρω αξιολόγηση, διαπιστώνεται ότι τα εν λόγω ιδρύματα ηλε στην έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος. Ως προς τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος του τελευταίου εδαφίου, η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει είτε μέτρα που είναι απαραίτητο να λάβουν για να διασφαλιστεί η συμμόρφωσή τους, είτε την ανάκληση της άδειας λειτουργίας τους με απόφαση, η οποία λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 13 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ, όπως αυτό έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία.

5.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με τη διαδικασία και τις προθεσμίες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, η προθεσμία υποβολής και το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων στοιχείων και πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με το κύρος, την εκπαίδευση, τις ποινικές καταδίκες, την περιουσιακή κατάσταση, την εμπειρία και τη κατάρτιση των διευθυντικών στελεχών και των υπευθύνων διαχείρισης των εν λόγω ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος, οι ειδικότερες προϋποθέσεις, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.».

Άρθρο 108

Τροποποιήσεις του ν. 4261/2014 (στοιχείο 4 του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 113 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ) Η περίπτωση δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 4261/ 2014 αντικαθίσταται ως εξής: «δ) υπηρεσίες πληρωμών του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ (EE L 337) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όπως αυτό έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία,».

Άρθρο 109

Καταργούμενες διατάξεις (άρθρο 114 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Με την επιφύλαξη των άρθρων 104, 105 και 107, καταργούνται τα άρθρα 1 έως 83 του ν. 3862/2010 και οποιαδήποτε παραπομπή σε αυτόν νοείται ως παραπομπή στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου.

2.

Οι κανονιστικές πράξεις, που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις που καταργούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος, διατηρούνται σε ισχύ.

Άρθρο 110

(παρ. 4 του άρθρου 115 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ) Η ισχύς των διατάξεων του Μέρους Α΄ αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός από τα άρθρα 65, 66, 67 και 96 που αφορούν μέτρα ασφαλείας, η ισχύς των οποίων αρχίζει δεκαοκτώ (18) μήνες μετά την έναρξη εφαρμογής του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 98 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ.

ΜΕΡΟΣ Β΄

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 111

Τροποποίηση της Δ.247/13/1988 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών

1.

Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 14 της Δ.247/13/ 1.3.1988 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 195 με διόρθωση σφαλμάτων στο Β΄307), που κυρώθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 1839/1989 (Α΄ 90), προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Kατ’ εξαίρεση, για τα μεταφορικά μέσα των προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 18 της παρούσας, η προβλεπόμενη διάρκεια παραμονής μπορεί να παρατείνεται, κατόπιν αιτήσεως του δικαιούχου, από την αρμόδια τελωνειακή αρχή για ένα (1) έτος και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, που επικαλείται ο δικαιούχος και συντρέχουν αποδεδειγμένα, μέχρι τέσσερα (4) έτη, από τη λήξη της αποστολής του στη χώρα μας, ανεξαρτήτως αν τα πρόσωπα αυτά παραμένουν προσωρινά ή δεν παραμένουν πλέον στην Ελλάδα.».

2.

Το εδάφιο που προστίθεται με την προηγούμενη παράγραφο στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 14 της Δ.247/13/1.3.1988 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, εφαρμόζεται με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, και σε δικαιούχους, η αποστολή των οποίων στη χώρα μας έχει λήξει κατά τον χρόνο δημοσίευσης του παρόντος, αλλά δεν έχουν παρέλθει τέσσερα (4) έτη από τη λήξη της αποστολής τους.

Άρθρο 112

Φόρος μεταβίβασης ακινήτων επί μεταγραφής πράξεων συνεπεία ενέργειας τρίτου Στην παρ. 4 του άρθρου 13 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245), ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 1587/1950 (Α΄ 294), προστίθεται, μετά το δεύτερο εδάφιο, τρίτο εδάφιο ως εξής: «Αν η μεταγραφή γίνεται συνεπεία ενέργειας τρίτου που έχει έννομο συμφέρον, με μέριμνα του υποθηκοφύλακα ενημερώνεται σχετικά, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τη μεταγραφή, ο προϊστάμενος της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, ο οποίος μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών ενημερώνει τον υπόχρεο σε φόρο, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 5 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170), για την υποβολή της δήλωσης εντός τριάντα (30) ημερών από τη συντέλεση της κοινοποίησης.».

Άρθρο 113

Τροποποίηση του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια

1.

Οι περιπτώσεις α΄ και β΄ της υποπαραγράφου 1 της παρ. Α του άρθρου 25 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58) καταργούνται από την έναρξη ισχύος τους και οι περιπτώσεις ι΄ του άρθρου 7 και ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο ως εξής:

  • α) Στο τέλος της περίπτωσης ι΄ του άρθρου 7 προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Ο υπόχρεος σε φόρο δύναται, με ανέκκλητη δήλωση, που υποβάλλεται στον προϊστάμενο της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) οποτεδήποτε πριν την καταβολή της αποζημίωσης ή την άρση της απαλλοτρίωσης, να ζητήσει την άμεση φορολόγηση του ακινήτου. Στην περίπτωση αυτή, χρόνος φορολογίας είναι ο χρόνος υποβολής της δήλωσης. Αν το αίτημα για την άμεση φορολόγηση του υπό απαλλοτρίωση ακινήτου υποβάλλεται με την εμπρόθεσμη δήλωση, χρόνος γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης είναι ο οριζόμενος στο παρόν άρθρο, καθώς και στα άρθρα 6 και 8.».

  • β) Στο τέλος της περίπτωσης ε΄ της παρ. 1 του άρθρου

40 προστίθενται εδάφια ως εξής: «Θεωρούνται ως αναγκαστικά απαλλοτριούμενα και τα ρυμοτομούμενα ακίνητα από την έκδοση του οικείου διατάγματος. Ο υπόχρεος σε φόρο δύναται, με ανέκκλητη δήλωση, που υποβάλλεται στον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. οποτεδήποτε πριν την καταβολή της αποζημίωσης ή την άρση της απαλλοτρίωσης, να ζητήσει την άμεση φορολόγηση του ακινήτου. Στην περίπτωση αυτή, χρόνος φορολογίας είναι ο χρόνος υποβολής της δήλωσης. Αν το αίτημα για την άμεση φορολόγηση του υπό απαλλοτρίωση ακινήτου υποβάλλεται με την εμπρόθεσμη δήλωση, χρόνος γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης είναι ο οριζόμενος στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 39.».

Άρθρο 114

Τροποποίηση των άρθρων 14 και 72 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

1.

Στην παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 4172/2013 (Α΄167) προστίθεται περίπτωση ι΄, ως εξής: «ι) Οι αμοιβές που καταβάλλει η Παγκόσμια Ένωση Αναπήρων Καλλιτεχνών (V.D.Μ.F.Κ.) στα μέλη της ζωγράφους με το πόδι και το στόμα, οι οποίοι είναι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας, αποκλειστικά για την εργασία της ζωγραφικής που αμείβεται από την ως άνω Ένωση με συνάλλαγμα.».

2.

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 35Α του άρθρου 72 του ν. 4172/2013 η φράση «κατά το φορολογικό έτος 2016» αντικαθίσταται από τη φράση «κατά τα φορολογικά έτη 2016 και 2017».

3.

Η ισχύς της παραγράφου 2 αρχίζει από την κατάθεση του παρόντος.

Άρθρο 115

Τροποποίηση των άρθρων 78 και 109 του ν. 2960/2001

1.

Στην παρ. 6 του άρθρου 78 του ν. 2960/2001 (Α’ 265), όπως ισχύει, μετά το δεύτερο εδάφιο προστίθεται τρίτο εδάφιο, ως εξής: «Με κοινή απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, οι απαιτούμενοι έλεγχοι, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την απαλλαγή από τον Ε.Φ.Κ. του φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.».

2.

Η παρ. 7 του άρθρου 109 του ν. 2960/2001, αντικαθίσταται ως εξής: «7. Ο Ε.Φ.Κ. που αναλογεί στο φυσικό αέριο των περιπτώσεων ιζ΄ και ιη΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 73, βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια αρχή το αργότερο μέχρι την εικοστή (20ή) ημέρα του επόμενου μήνα από την έκδοση των σχετικών παραστατικών πώλησης φυσικού αερίου. Τα στοιχεία για τον υπολογισμό του Ε.Φ.Κ., καθώς και οι λεπτομέρειες εφαρμογής του ανωτέρω εδαφίου καθορίζονται με την απόφαση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 73. Με τον Ε.Φ.Κ. βεβαιώνεται και εισπράττεται κατά την ίδια χρονική στιγμή ο φόρος προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) και κάθε άλλη σχετική επιβάρυνση. Κατ’ εξαίρεση προκειμένου για το φυσικό αέριο ο Φ.Π.Α. υπολογίζεται με τον οικείο φορολογικό συντελεστή επί του ποσού του Ε.Φ.Κ..».

Άρθρο 116

Τροποποίηση του άρθρου 100Γ του ν. 2960/2001

1.

Η παρ. 2 του άρθρου 100Γ του ν. 2960/2001, αντικαθίσταται ως εξής: «2. Οι αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες, οι επιχειρήσεις πρώτης μεταποίησης καπνού, τα αδειοδοτημένα επαγγελματικά εργαστήρια παραγωγής βιομηχανοποιημένων καπνών και οι επιχειρήσεις χονδρικής πώλησης έχουν την υποχρέωση να εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τους πελάτες και τους προμηθευτές τους. Μέτρα δέουσας επιμέλειας έχουν την υποχρέωση να εφαρμόζουν και οι εισαγωγείς από τρίτες χώρες και οι παραλήπτες βιομηχανοποιημένων καπνών από άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. ως προς τους πελάτες τους. Οι καλλιεργητές καπνού εξαιρούνται απολύτως από την εφαρμογή των μέτρων δέουσας επιμέλειας.».

2.

Η παρ. 6 του άρθρου 100Γ του ν. 2960/2001 καταργείται.

Άρθρο 117

Τροποποίηση των άρθρων 4 και 5 του ν.1573/1985 και 121 και 123 του ν. 2960/2001

1.

Η παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1573/1985 (Α΄ 201), αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η φορολογητέα αξία για τα παραγόμενα οχήματα διαμορφώνεται σύμφωνα με τα κατά περίπτωση οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 2960/2001 (Α΄ 265), για κάθε κατηγορία οχήματος. Ειδικά, στις περιπτώσεις παραγόμενων οχημάτων, για τα οποία η φορολογητέα αξία δεν διαμορφώνεται με βάση τη λιανική τιμή πώλησης προ φόρων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω νόμου, για τη διαμόρφωση της φορολογητέας αξίας λαμβάνεται υπόψη η εργοστασιακή τιμή, όπως αυτή εμφανίζεται της εργοστασιακής τιμής οι κάθε είδους φορολογικού χαρακτήρα επιβαρύνσεις που έχουν ενσωματωθεί στο κόστος παραγωγής.».

2.

Η παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 1573/1985, αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η φορολογητέα αξία για τα παραγόμενα οχήματα διαμορφώνεται σύμφωνα με τα κατά περίπτωση οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 2960/2001, για κάθε κατηγορία οχήματος. Στις περιπτώσεις παραγόμενων οχημάτων, για τα οποία η φορολογητέα αξία δεν προσδιορίζεται με βάση τη λιανική τιμή πώλησης προ φόρων, το κόστος διασκευής του οχήματος προστίθεται στα κατά περίπτωση οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 2960/2001.».

3.

Στην περίπτωση γ΄ της παρ. 4 του άρθρου 121 του ν. 2960/2001, όπως ισχύει, προστίθεται δεύτερο εδάφιο, ως εξής: «Οι συντελεστές για οχήματα της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1, τα οποία δεν πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές της Οδηγίας 2002/51/ΕΚ ή μεταγενέστερης, προσαυξάνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).».

4.

Στο τέλος της παρ. 7 του άρθρου 121 του ν. 2960/ 2001, όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο, ως εξής: «Για την εξέταση του οχήματος από την Ειδική Επιτροπή του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 126, απαιτείται αίτηση του ενδιαφερομένου και καταβολή παραβόλου, το ύψος του οποίου είναι ίσο με το ύψος του παράβολου το οποίο καθορίζεται με την απόφαση του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου.».

5.

Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 121 του ν. 2960/2001, αντικαθίσταται ως εξής: «Σε περίπτωση που δεν υπάρχει ταύτιση στοιχείων μεταξύ του πιστοποιητικού συμμόρφωσης του οχήματος και της αντίστοιχης έγκρισης τύπου ή του δελτίου κοινοποίησης έγκρισης τύπου, η υπαγωγή στον αντίστοιχο συντελεστή τέλους ταξινόμησης θα γίνεται με βάση τις αναγραφόμενες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και το αναγραφόμενο πρότυπο εκπομπών ρύπων που πληροί εκ κατασκευής το όχημα στο πιστοποιητικό συμμόρφωσης. Ειδικά ως προς την εκπεμπόμενη μάζα διοξειδίου του άνθρακα, έως 31.8.2019 θα λαμβάνονται υπόψη οι τιμές, σύμφωνα με τον νέο ευρωπαϊκό κύκλο οδήγησης (NEDC), ενώ, από 1.9.2019 και εφεξής, οι τιμές σύμφωνα με την παγκοσμίως εναρμονισμένη διαδικασία δοκιμής ελαφρών οχημάτων (WLTP).».

6.

Στην περίπτωση στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 123 του ν. 2960/2001, όπως ισχύει, προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής: «Οι συντελεστές για οχήματα της περίπτωσης η΄, τα οποία δεν πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές της οδηγίας 92/61/ΕΚ ή μεταγενέστερης προσαυξάνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).».

7.

Το πέμπτο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 123 του ν. 2960/2001, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Για την επιβολή του τέλους ταξινόμησης, ως φορολογητέα αξία για τα φορτηγά οχήματα της δασμολογικής κλάσης 87.04 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που προκύπτουν από διασκευή, κατά τα ανωτέρω, λαμβάνεται υπόψη η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα αξία του αρχικού οχήματος και τα λοιπά στοιχεία της παραγράφου 4, στα οποία προστίθεται και το κόστος της διασκευής, εφόσον το τελικό παραγόμενο φορτηγό αυτοκίνητο έχει μικτό βάρος πάνω από 3,5 τόνους ή η λιανική τιμή πώλησης προ φόρων του τελικού παραγόμενου φορτηγού αυτοκίνητου, εφόσον έχει μικτό βάρος μέχρι και 3,5 τόνους.».

Άρθρο 118

Τροποποίηση της υποπαραγράφου Α.2 της παρ. Α΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 και του άρθρου 43 του ν. 4174/2013

1.

Η ισχύς της περίπτωσης γ΄της παραγράφου 6 της υποπαραγράφου Α.2 της παρ. Α΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄107), αναστέλλεται, ως προς τις προϋποθέσεις πιστοποίησης από ανεξάρτητο εκτιμητή και της παροχής εγγύησης ή διασφάλισης ή εμπράγματης ασφάλειας, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την δημοσίευση του παρόντος. Η αναστολή καταλαμβάνει και τις ήδη χορηγηθείσες ρυθμίσεις. Εγγυήσεις, διασφαλίσεις ή εμπράγματες ασφάλειες που τυχόν έχουν παρασχεθεί κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων εξακολουθούν να ισχύουν.

2.

Η ισχύς της περίπτωσης γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 43 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170), αναστέλλεται για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από τη δημοσίευση του παρόντος. Η αναστολή καταλαμβάνει και τις ήδη χορηγηθείσες ρυθμίσεις. Εγγυήσεις ή εμπράγματα βάρη που τυχόν έχουν παρασχεθεί κατ’ εφαρμογή της υποπερίπτωσης γγ΄ της περίπτωσης γ΄ της ιδίας παραγράφου εξακολουθούν να ισχύουν.

Άρθρο 119

Μέτρα διαχείρισης των πλαστικών σακουλών μεταφοράς

1.

Μετά το τέταρτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 6Α του ν. 2939/2001 (Α΄ 179), που προστέθηκε με το άρθρο 6 του ν. 4496/2017 (Α΄ 170), προστίθενται νέα εδάφια ως εξής: «Αρμόδια για τον έλεγχο της ορθής απόδοσης του περιβαλλοντικού τέλους είναι αποκλειστικά η Φορολογική Διοίκηση. Η δήλωση απόδοσης περιβαλλοντικού τέλους πλαστικής σακούλας υποβάλλεται από τα υπόχρεα πρόσωπα στη Φορολογική Διοίκηση κάθε τρίμηνο, έως την τελευταία ημέρα του μήνα που ακολουθεί την περίοδο στην οποία αφορά. Εξαιρετικά, κατά την πρώτη εφαρμογή, η δήλωση υποβάλλεται το Μάιο του 2018. Σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας που επηρεάζουν τη λειτουργία της Φορολογικής Διοίκησης ή σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών ή άλλων αντίστοιχων εξαιρετικών και δυσμενών συμβάντων που επηρεάζουν φορολογούμενους, με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών μπορεί να ορίζεται διαφορετική προθεσμία για την υποβολή της δήλωσης απόδοσης ή να χορηγείται πα τέλους. Η απόφαση παράτασης εκδίδεται το αργότερο μέχρι τη λήξη της προβλεπόμενης προθεσμίας και ισχύει από το χρόνο έκδοσής της. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημόσιων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης απόδοσης του περιβαλλοντικού τέλους του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την επιβολή, είσπραξη και απόδοση του τέλους αυτού.».

2.

Η υποπερίπτωση ββ΄ της περίπτωσης α΄ του πέμπτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 6Α του ν. 2939/2001 καταργείται.

3.

Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 14 του άρθρου 20Α του ν. 2939/2001 καταργείται.

4.

Στο τέλος του Παραρτήματος του ν.  4174/2013 (Α΄170), όπως ισχύει, προστίθεται η φράση «Περιβαλλοντικό τέλος πλαστικής σακούλας του άρθρου 6Α του ν. 2939/2001 (Α΄ 179)».

Άρθρο 120

Τροποποίηση του άρθρου 3Α του ν. 2963/1922 Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 3Α του ν. 2963/1922 (Α΄ 134), αντικαθίσταται ως εξής: «Η άδεια αυτή χορηγείται με την προϋπόθεση ότι ο μηχανολογικός εξοπλισμός για την παρασκευή του ζύθου θα είναι εγκατεστημένος στο χώρο του καταστήματος και θα περιλαμβάνει έναν ή περισσότερους ζυθοβραστήρες, συνολικής χωρητικότητας τουλάχιστον πέντε (5) εκατόλιτρων.».

Άρθρο 121

Τροποποίηση του άρθρου 7 του ν. 2969/2001 Μετά την υποπαράγραφο 11 της παρ. Ε΄ του άρθρου 7 του ν. 2969/2001 «Αιθυλική αλκοόλη και αλκοολούχα προϊόντα» (Α΄ 281) προστίθεται νέα υποπαράγραφος 11Α ως εξής: «11.Α. α) Επιτρέπεται, κατόπιν ειδικής άδειας του αρμόδιου Τελωνείου, η μεταφορά, η αποσφράγιση και λειτουργία άμβικα μικρού αποσταγματοποιού (διήμερου) για χρονικό διάστημα κατ’ ανώτατο όριο οκτώ (8) ωρών κατά τη διάρκεια ενός 24ωρου, στο πλαίσιο πραγματοποιούμενων πολιτιστικών εκδηλώσεων Ο.Τ.Α., Κοινοτήτων, Πολιτιστικών Συλλόγων ή επαγγελματικών φορέων με σκοπό την αναπαράσταση και προβολή του παραδοσιακού τρόπου απόσταξης. Η απόσταξη για τους σκοπούς αυτούς δύναται να διενεργείται και εκτός του καθοριζομένου από τις διατάξεις της υποπαραγράφου 1 της παρούσας παραγράφου Ε΄ δίμηνου χρονικού διαστήματος με τη χρησιμοποίηση αποκλειστικά των καθοριζομένων από την υποπαράγραφο 2 της παρούσας παραγράφου Ε΄ πρώτων υλών και με την έκδοση σχετικής άδειας απόσταξης. Επί του παραγόμενου προϊόντος, προοριζόμενου αποκλειστικά για δωρεάν επιτόπια κατανάλωση, επιβάλλεται ο προβλεπόμενος Ε.Φ.Κ. κατά τα ειδικότερα οριζόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 82 του ν. 2960/2001 (Α΄ 265). Για τις ως άνω παραδόσεις αγαθών εκδίδονται τα προβλεπόμενα από τη φορολογική νομοθεσία παραστατικά. β. Ομοίως επιτρέπεται, κατόπιν ειδικής άδειας του αρμόδιου Τελωνείου, η μεταφορά σφραγισμένου άμβικα μικρού αποσταγματοποιού (διήμερου), τηρουμένων των προβλεπομένων διατυπώσεων και διαδικασίας, για χρονικό διάστημα, κατ’ ανώτατο όριο, ενός 24ωρου, αποκλειστικά και μόνο προς έκθεση αυτού στο πλαίσιο πραγματοποιούμενων πολιτιστικών εκδηλώσεων.».

Άρθρο 122

Τροποποίηση του άρθρου 15 του ν. 2190/1994 Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 15 του ν. 2190/1994 (Α΄ 28), όπως προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 4210/2013 (Α΄ 254), προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής: «Ειδικότερα, όσον αφορά την κάλυψη θέσεων τακτικού προσωπικού της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) είναι δυνατόν να πραγματοποιείται μετά από σύμφωνη γνώμη του Α.Σ.Ε.Π., χωρίς νέα προκήρυξη, από πίνακα επιλαχόντων: α) προηγούμενου διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π., για την κάλυψη θέσεων της Αρχής υπό την προϋπόθεση ότι οι νέες προς κάλυψη θέσεις αφορούν όμοιους κλάδους-ειδικότητες και πρόσθετα προσόντα και ότι δεν έχουν παρέλθει τρία (3) χρόνια από τη δημοσίευση των αντίστοιχων πινάκων διοριστέων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 3833/2010 (Α΄ 40), όπως εκάστοτε ισχύει, β) από προκηρύξεις των φορέων της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3812/2009 (Α΄234) , εφόσον ταυτίζονται τα προσόντα και τα πρόσθετα προσόντα της κατηγορίας τους, με τις αντίστοιχες, προς πλήρωση, ειδικότητες και δεν έχουν παρέλθει εννέα (9) μήνες από τη δημοσίευση των αντίστοιχων πινάκων διοριστέων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 3833/2010 (Α΄ 40), όπως εκάστοτε ισχύει.».

Άρθρο 123

Τροποποίηση των άρθρων 12 και 24 του ν. 4389/2016

1.

Η παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94) αντικαθίσταται ως εξής: «3. Το Συμβούλιο Διοίκησης συνεδριάζει νόμιμα εφόσον παρίστανται τέσσερα (4) τουλάχιστον μέλη του. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών και, σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου ή του αναπληρωτή του. Ο Πρόεδρος μπορεί να καλεί να παραστούν κατά τη συζήτηση ειδικών θεμάτων και μέλη του προσωπικού της Αρχής ή τρίτοι, εκπρόσωποι του Δημοσίου ή αλλοδαπών αρχών, δημόσιων ή ιδιωτικών φορέων και επαγγελματικών οργανώσεων, καθώς και εμπειρογνώμονες. Τη γραμματειακή και την εν γένει υποστήριξη παρέχει προσωπικό το οποίο προσλαμβάνεται στις θέσεις που συνιστώνται με τις διατάξεις της περίπτωσης αα΄ της υποπαραγράφου β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του παρόντος. Το Συμβούλιο Διοίκησης με απόφαση του καθορίζει τη διαδικασία και κάθε λεπτομέρεια για την επιλογή του ανωτέρω προσωπικού. Η πρόσληψη γίνεται με απόφαση του Διοικητή, κατόπιν σχετικής επιλογής ανανεώνεται ανά εξάμηνο. Η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς αποζημίωση είτε αυτοδίκαια, σε περίπτωση μη ανανέωσης της σύμβασης, ή λήξης της θητείας ή αντικατάστασης, για οποιοδήποτε λόγο, του Προέδρου του Συμβουλίου Διοίκησης, είτε, οποτεδήποτε, πρόωρα. Για την ανανέωση και την αυτοδίκαιη ή πρόωρη λήξη της εργασιακής σχέσης εφαρμόζονται αναλόγως τα ισχύοντα για την πρόσληψη. Το προσλαμβανόμενο προσωπικό υπογράφει σχετική σύμβαση με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Διοίκησης, λογοδοτεί στο Συμβούλιο Διοίκησης και εκτελεί τις εντολές του. Με απόφαση του Προέδρου του Συμβουλίου Διοίκησης, ορίζεται το πρόσωπο, το οποίο ασκεί τα καθήκοντα του τακτικού γραμματέα, ανά συνεδρίαση ή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.».

2.

Η παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 4389/2016 αναριθμείται σε υποπαράγραφο α΄ της παραγράφου αυτής και προστίθεται υποπαράγραφος β΄ σε αυτήν, ως εξής: «β) Συνιστώνται τρεις (3) θέσεις, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι οποίες καλύπτονται κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του π.δ. 63/2005 (Α΄ 98), για τους ειδικούς συνεργάτες των πολιτικών γραφείων των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών, πλην όσων ρητά ορίζονται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ως εξής:

  • αα) Για τη γραμματειακή και εν γένει υποστήριξη του

Συμβουλίου Διοίκησης της Αρχής δύο (2) θέσεις Γραμματέων και

  • ββ) για την υποστήριξη του Διοικητή, για τα θέματα

του Συμβουλίου Διοίκησης, μια (1) θέση. Ειδικότερα, για την πλήρωση των ανωτέρω θέσεων απαιτείται εμπειρία τουλάχιστον δύο (2) ετών εντός της τελευταίας πενταετίας στο αντικείμενο της εταιρικής διακυβέρνησης για τις θέσεις γραμματειακής υποστήριξης του Συμβουλίου Διοίκησης της ως άνω περίπτωσης αα΄ και επιπλέον άριστη γνώση της Αγγλικής γλώσσας για όλες τις ανωτέρω θέσεις. Για τις αποδοχές των ανωτέρω έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), που αφορούν στους μετακλητούς υπαλλήλους που υπηρετούν στα πολιτικά γραφεία των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών, όπως εξειδικεύονται ακολούθως: Οι κάτοχοι πτυχίου ανώτατης εκπαίδευσης κατατάσσονται στο ΜΚ 8 της κατηγορίας ΠΕ, οι κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στο ΜΚ 10 της κατηγορίας ΠΕ και οι κάτοχοι διδακτορικού τίτλου σπουδών στο ΜΚ 12 της κατηγορίας ΠΕ.».

Άρθρο 124

Τροποποίηση των άρθρων 25 και 38 του ν. 4389/2016

1.

Η παρ. 7 του άρθρου 25 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94) αντικαθίσταται ως εξής: «Η απόσπαση ή μετάταξη υπαλλήλων μεταξύ της Αρχής και του Υπουργείου Οικονομικών ή άλλης Ανεξάρτητης Αρχής ή άλλης δημόσιας υπηρεσίας κάθε μορφής ή Ν.Π.Δ.Δ., ή Ο.Τ.Α. Α΄ και Β΄ βαθμού, καθώς και η απόσπαση σε πολιτικά γραφεία της Κυβέρνησης, τη Βουλή, μέλη του Κοινοβουλίου και τα Κόμματα, διενεργείται μετά από γνώμη των οικείων Υπηρεσιακών Συμβουλίων, με κοινή απόφαση του Διοικητή της Αρχής και του αρμόδιου για το διορισμό οργάνου του φορέα προέλευσης ή υποδοχής, κατά παρέκκλιση κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διάταξης. Το προσωπικό της Αρχής, που δύναται να είναι αποσπασμένο, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) του συνόλου των οργανικών θέσεων της Αρχής.».

2.

Στην παρ. 8 του άρθρου 25 του ν. 4389/2016, η φράση «διενεργούνται με κοινή απόφαση του Διοικητή και του Υπουργού Οικονομικών ή του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού» αντικαθίσταται με τη φράση «διενεργούνται με κοινή απόφαση του Διοικητή, του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού».

3.

Μετά την παρ. 9 του άρθρου 25 του ν. 4389/2016, προστίθεται παράγραφος 10, ως εξής: «10. Οι υπάλληλοι που μετατάσσονται ή μεταφέρονται από το Υπουργείο Οικονομικών στην Αρχή και αντιστρόφως, διατηρούν το σύνολο των αποδοχών τους, συμπεριλαμβανομένης της προσωπικής διαφοράς και εξακολουθούν να διέπονται από το ίδιο συνταξιοδοτικό και ασφαλιστικό καθεστώς, κύριας, επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας.».

4.

Στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 38 του ν. 4389/2016, προστίθεται, από τότε που ίσχυσε, εδάφιο, ως εξής: «Οι διατάξεις της παρούσας έχουν εφαρμογή και για το προσωπικό που μετατάσσεται ή μεταφέρεται στην Αρχή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18 του ν. 4440/2016 (Α΄ 224).»

Άρθρο 125

Τροποποίηση του άρθρου 62 του ν. 4389/2016

1.

Οι παρ. 2, 3 και 5 του άρθρου 62 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94) αντικαθίστανται ως εξής: «2. Για διαγραφές χρέους της παραγράφου 1 στο πλαίσιο εξωδικαστικού συμβιβασμού, η παράγραφος 1 εφαρμόζεται αποκλειστικά για οφειλές, που την 31η Δεκεμβρίου 2017 βρίσκονταν σε καθυστέρηση ή ήταν επίδικες ή ρυθμισμένες ή που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4469/2017 (Α΄ 62), και για συμφωνίες εξωδικαστικού συμβιβασμού που συνάπτονται από την 1η Ιανουαρίου 2016 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2018 ή συνάπτονται βάσει του ν. 4469/2017.

3.

Για διαγραφές χρέους της παραγράφου 1 σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης, η παράγραφος 1 εφαρμόζεται αποκλειστικά για οφειλές οι οποίες την 31η Δεκεμβρίου 2017 ήταν επίδικες ή για οφειλές οι οποίες κατά την ίδια ημερομηνία ήταν ρυθμισμένες με δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από την 1η Ιανουαρίου 2016 ή για οφειλές που κατά την 31η Δεκεμβρίου 2017 ήταν σε καθυστέρηση και οι σχετικές αιτήσεις ενώπιον δικαστηρίων υποβάλλονται μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2018.

5.

Η παράγραφος 4 εφαρμόζεται αποκλειστικά για οφειλές που την 31η Δεκεμβρίου 2017 βρίσκονταν σε καθυστέρηση ή ήταν επίδικες ή ρυθμισμένες και για συμφωνίες εξωδικαστικού συμβιβασμού που συνάπτονται μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2018.».

2.

Το παρόν άρθρο ισχύει από 1.1.2018. ν. 3864/2010

1.

Η παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010 (Α΄ 119) αντικαθίσταται ως εξής: «2. Το Γενικό Συμβούλιο αποτελείται από επτά (7) μη εκτελεστικά μέλη. Πέντε (5) εκ των μελών του, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου του, επιλέγονται μεταξύ προσώπων με διεθνή εμπειρία σε τραπεζικά θέματα. Τις θέσεις των υπολοίπων μελών του Γενικού Συμβουλίου συμπληρώνουν ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών και ένα πρόσωπο που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος.».

2.

Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Ο Διοικητής, οι Υποδιοικητές, τα μέλη των συλλογικών οργάνων, οι σύμβουλοι και το προσωπικό της Τράπεζας της Ελλάδος δεν μπορούν να είναι μέλη του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής, εξαιρουμένου του μέλους του Γενικού Συμβουλίου που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος.».

3.

Το έκτο εδάφιο της παρ. 13 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Συνεδριάσεις μπορούν να συγκληθούν και κατόπιν αιτήματος τεσσάρων (4) μελών του Συμβουλίου προς τον Πρόεδρο αυτού.».

4.

Η περίπτωση δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 4Α του ν. 3864/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «δ. Είναι βουλευτές ή μέλη της Κυβέρνησης ή αξιωματούχοι, υπάλληλοι ή σύμβουλοι οποιουδήποτε Υπουργείου ή άλλης δημόσιας αρχής ή της Τράπεζας της Ελλάδος ή είναι εντεταλμένοι σύμβουλοι, στελέχη, υπάλληλοι ή σύμβουλοι οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί στην Ελλάδα ή είναι κάτοχοι μετοχών αξίας ποσού από εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ και άνω σε ένα τέτοιο πιστωτικό ίδρυμα ή έχουν οποιοδήποτε χρηματοοικονομικό συμφέρον άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένο με το μετοχικό κεφάλαιο ενός τέτοιου πιστωτικού ιδρύματος ισόποσης αξίας εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και άνω. Οι ανωτέρω περιορισμοί ισχύουν για κάθε πρόσωπο που υπηρέτησε σε αντίστοιχη θέση ή κατείχε μετοχές εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και άνω κατά τα τελευταία τρία (3) χρόνια πριν την τοποθέτησή του στην Επιτροπή Επιλογής του παρόντος άρθρου. Ομοίως, οι παραπάνω περιορισμοί εφαρμόζονται για κάθε αξιωματούχο, στέλεχος, υπάλληλο ή σύμβουλο καθενός από τα ευρωπαϊκά όργανα και οργανισμούς της παραγράφου 1.».

5.

Οι παράγραφοι 2 και 4 του παρόντος δεν καταλαμβάνουν υφιστάμενα μέλη των Οργάνων Διοίκησης του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και της Επιτροπής Επιλογής του άρθρου 4Α του ν. 3864/2010.

Άρθρο 127

Τροποποίηση του άρθρου 9 του ν. 4465/2017 Το άρθρο 9 του ν. 4465/2017 (Α΄47) αντικαθίσταται ως εξής: «Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών παρέχουν σε οποιονδήποτε καταναλωτή ανοίγει ή τηρεί λογαριασμό πληρωμών σε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που είναι νόμιμα εγκατεστημένος και λειτουργεί στην Ελλάδα υπηρεσία αλλαγής λογαριασμού, όπως περιγράφεται στο άρθρο 10, μεταξύ λογαριασμών πληρωμών που τηρούνται στο ίδιο νόμισμα.».

Άρθρο 128

Τροποποίηση του άρθρου 12 του ν. 4438/2016 Η περίπτωση ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 4438/ 2016 αντικαθίσταται ως εξής: «ε) τα είδη του διαθεσίμου επιτοκίου χορηγήσεων, αναφέροντας αν αυτό είναι σταθερό ή κυμαινόμενο ή και τα δύο, με σύντομη περιγραφή των χαρακτηριστικών του σταθερού και του κυμαινόμενου επιτοκίου, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών επιπτώσεων για τον καταναλωτή. Από την 1η Ιουλίου 2018 και μετά, εφόσον η σύμβαση αναφέρεται σε δείκτη αναφοράς, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παρ. 1 στοιχείο 3 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ.2016/1011 (EE L 171), τα ονόματα των δεικτών αναφοράς και των διαχειριστών τους, καθώς και τις δυνητικές επιπτώσεις τους στους καταναλωτές,».

Άρθρο 129

Αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 1286/2014

1.

Αρμόδια αρχή για την εποπτεία της εφαρμογής των «σχετικά με τα έγγραφα βασικών πληροφοριών που αφορούν συσκευασμένα επενδυτικά προϊόντα για ιδιώτες επενδυτές και επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση (PRIIP)» (ΕΕ L 352/9.12.2014), στους, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 4 του ως άνω Κανονισμού, παραγωγούς PRIIP, ορίζεται κατά περίπτωση:

  • α) Ως προς τα προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 4 του

Κανονισμού (ΕΕ) 1286/2014:

  • αα) η Τράπεζα της Ελλάδος, όταν παραγωγός PRIIP

είναι πιστωτικό ίδρυμα της περίπτωσης 1 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), και

  • αβ) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όταν παραγωγός PRΙIP

είναι ρυθμιζόμενη αγορά της περίπτωσης 21 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α΄14), επιχείρηση επενδύσεων της υποπερίπτωσης α΄ της περίπτωσης 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018, Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΑΕΠΕΥ) της υποπερίπτωσης β΄ της περίπτωσης 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018, Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΑΕΔΟΕΕ) της υποπερίπτωσης ββ΄ της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013 (Α΄ 253), Διαχειριστής Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΔΟΕΕ) του ν. 4209/2013 και της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 174/1.7.2011) ή Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ) της περίπτωσης γ΄ του άρθρου 3 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250) και της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ (ΕΕ L 302/17.11.2009).

  • β) Ως προς τα προϊόντα της παρ. 2 του άρθρου 4 του

Κανονισμού (ΕΕ) 1286/2014, η Τράπεζα της Ελλάδος.

2.

Αρμόδια αρχή για την εποπτεία της εφαρμογής των στους πωλητές PRIIP, ορίζεται:

  • α) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προκειμένου για τα

προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 1286/2014, για τα οποία παραγωγός είναι πιστωτικό ίδρυμα της περίπτωσης 1 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014, ρυθμιζόμενη αγορά της περίπτωσης 2 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018, επιχείρηση επενδύσεων της υποπερίπτωσης α΄της περίπτωσης 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018, ΑΕΠΕΥ της υποπερίπτωσης β΄της περίπτωσης 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018, ΑΕΔΟΕΕ του ν. 4209/2013, ΔΟΕΕ της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ ή ΑΕΔΑΚ του ν. 4099/2012 και της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

  • β) Η Τράπεζα της Ελλάδος προκειμένου για τα προϊόντα της παρ. 2 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ)

1286/2014.

3.

Οι αρμοδιότητες που προβλέπονται στο άρθρο 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 1286/2014 ασκούνται αποκλειστικά από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτεύουσας αρχής της ασφαλιστικής αγοράς.

4.

Οι αρμόδιες αρχές των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να συμμορφώνονται με τις κατευθυντήριες γραμμές, τις συστάσεις και τα πρότυπα που εκδίδονται από τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές μέσω της Μεικτής Επιτροπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010, 1094/2010 και 1095/2010 (ΕΕ L 331/15.12.2012 και δύνανται να εκδίδουν σχετικές αποφάσεις που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, δύνανται να παρέχουν κάθε σχετική διευκρίνιση προς τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές.

Άρθρο 130

Διοικητικές κυρώσεις και άλλα μέτρα για την παράβαση του Κανονισμού (ΕΕ) 1286/2014

1.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων που καθορίζουν την αρμοδιότητα των αρχών του άρθρου 129 του παρόντος να επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις και άλλα μέτρα, ειδικά για τις παραβάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5, των άρθρων 6 και 7, των παραγράφων 1 έως 3 του άρθρου 8, του άρθρου 9, της παρ. 1 του άρθρου 10, των παραγράφων 1, 3 και 4 του άρθρου 13 και των άρθρων 14 και 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1286/2014, συμπεριλαμβανομένων των κατ’ εξουσιοδότησή του εκδοθέντων Κανονισμών και των εκτελεστικών Κανονισμών για τον καθορισμό τεχνικών προτύπων και των κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων, οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 129 μπορούν να επιβάλλουν στα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ως άνω Κανονισμού, καθώς και σε κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παραβιάζει τις εν λόγω διατάξεις, τα ακόλουθα διοικητικά πρόστιμα:

  • α) σε περίπτωση νομικού προσώπου, πρόστιμο έως

πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ ή έως το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου τα ποσά αυτά δύνανται να προσδιοριστούν, και

  • β) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, πρόστιμο έως

επτακόσιες χιλιάδες (700.000) ευρώ ή έως το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου τα ποσά αυτά δύνανται να προσδιοριστούν.

2.

Οι αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με τις οποίες επιβάλλονται τα πρόστιμα της παραγράφου 1, καθώς και οποιοδήποτε μέτρο ή κύρωση στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων της από τον Κανονισμό (ΕΕ) 1286/2014, προσβάλλονται, κατά περίπτωση, με αίτηση ακύρωσης ή προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005 (Α΄ 178), ενώ οι αντίστοιχες αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος προσβάλλονται με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Άρθρο 131

Τροποποίηση του άρθρου 22 του ν. 4002/2011

1.

Στην περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 4002/2011 (Α΄180), όπως ισχύει, η φράση «εντός ορισμένης προθεσμίας» αντικαθίσταται με τη φράση: «εντός προθεσμίας τριάντα ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της πρόσκλησης».

2.

Η παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 4002/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «3.α. Αρμόδια υπηρεσία κατά την έννοια των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 1 είναι η χορηγούσα τις ανακτητέες κρατικές ενισχύσεις, αρχή. Ως χορηγούσα αρχή νοείται ο δημόσιος φορέας ή υπηρεσία που έχει επισπεύσει τη νομική πράξη βάσει της οποίας χορηγήθηκε η κρατική ενίσχυση που κρίθηκε ανακτητέα κατά τα ανωτέρω. Σε περίπτωση που ο ως άνω φορέας/υπηρεσία δεν μπορεί να προσδιοριστεί ευχερώς, ως χορηγούσα αρχή νοείται ο φορέας ή υπηρεσία που εφάρμοσε ή εφαρμόζει το μέτρο με το οποίο χορηγήθηκε η ενίσχυση. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός της χορηγούσας αρχής κατά τα ανωτέρω, η αρμόδια υπηρεσία ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν σχετικής εισήγησης της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων. β. Ειδικά για τις περιπτώσεις όπου χορηγούσα αρχή της ανακτητέας ενίσχυσης είναι, κατά τα ανωτέρω, υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, αρμόδια για την ανάκτηση υπηρεσία κατά την έννοια των περιπτώσεων α΄και β΄της παραγράφου 1, είναι η Αποκεντρωμένη Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων του Υπουργείου αυτού. Η χορηγούσα, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας π, αρχή παρέχει στην εν λόγω υπηρεσία όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και έγγραφα. γ. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν τυγχάνουν εφαρμογής στις περιπτώσεις αποφάσεων ανάκτησης την υλοποίηση των οποίων έχει ήδη, κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, ξεκινήσει η αρμόδια, με βάση το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς, υπηρεσία, ή για τις οποίες έχει ήδη αυτή προβεί σε σχετικές προπαρασκευαστικές ενέργειες. Οι διατάξεις του άρθρου 36 του ν. 4351/2015 (Α΄ 164) εξακολουθούν να ισχύουν.». ν. 4152/2013

1.

Στην υποπαράγραφο Β.4 της παρ. Β΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄ 107) προστίθεται περίπτωση 4 ως εξής: «4. Σε περίπτωση που δεν υφίσταται Αποκεντρωμένη Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων, το έργο της, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων διαφάνειας της υποπαραγράφου Β.11, ασκεί η κατά περίπτωση χορηγούσα αρχή, όπως αυτή προσδιορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 4002/2011.».

2.

Η περίπτωση 4 της υποπαραγράφου Β.10 της παρ. Β΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄107), αντικαθίσταται ως εξής: «4. Αναστέλλεται η καταβολή κάθε συμβιβάσιμης ενίσχυσης σε οποιονδήποτε αποδέκτη οφείλει να επιστρέψει παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση, σύμφωνα με προηγούμενη απόφαση ανάκτησης της Επιτροπής μέχρις ότου ο εν λόγω αποδέκτης επιστρέψει την παλαιά παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση.».

Άρθρο 133

Τροποποίηση του άρθρου 8 του ν. 4270/2014

1.

Τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), αντικαθίσταται ως εξής: «Από τις συνιστώμενες θέσεις ΕΕΠ τρεις (3) είναι θέσεις μονίμων υπαλλήλων και έξι (6) είναι θέσεις υπαλλήλων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Οι θέσεις μονίμων υπαλλήλων μπορούν να πληρωθούν είτε με μετάταξη υπηρετούντων υπαλλήλων που έχουν ήδη αποσπασθεί ή θα αποσπασθούν στο μέλλον, βάσει των κειμένων διατάξεων, στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο, είτε με διορισμό. Στις υπόλοιπες έξι (6) θέσεις ΕΕΠ προσλαμβάνεται προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τα οριζόμενα στο ν. 2190/1994. Το προσωπικό το οποίο κατέχει οργανική θέση ΕΠ δύναται να εξελιχθεί με την ίδια σχέση εργασίας, μονίμου υπαλλήλου ή υπαλλήλου Ι.Δ.Α.Χ., ύστερα από μετάταξη εντός του ιδίου φορέα και να καταλάβει προσωποπαγή θέση ΕΕΠ που συνιστάται για το σκοπό αυτό εφόσον:

  • α) διαθέτει τα προβλεπόμενα τυπικά προσόντα, β) έχει

συμπληρώσει ευδόκιμη υπηρεσία τουλάχιστον δύο (2) ετών στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο και γ) έχει αξιολογηθεί θετικά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας. Η διαδικασία προϋποθέτει αίτηση του ενδιαφερομένου, σύμφωνη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου και έγκριση του Δ.Σ. του Δημοσιονομικού Συμβουλίου. Τα επιμέρους λειτουργικά, διοικητικά και ερευνητικά καθήκοντα του προσωπικού ανατίθενται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Δημοσιονομικού Συμβουλίου.».

2.

Η διάταξη του πέμπτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 4270/2014, το οποίο προστίθεται με την προηγούμενη παράγραφο, ισχύει για το προσωπικό του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, το οποίο κατέχει οργανική θέση ΕΠ ή υπηρετεί σε θέση ΕΠ με απόσπαση κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος.

Άρθρο 134

Τροποποίηση του άρθρου 16Α του ν. 4173/2013 Η παρ. 2 του άρθρου 16Α του ν. 4173/2013 (Α΄ 169), αντικαθίσταται ως εξής: «2. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης και του Υπουργού Οικονομικών, καθώς και του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, κατά περίπτωση, για θέματα αρμοδιότητάς του, ρυθμίζονται τα κάθε είδους ζητήματα που προκύπτουν από την κατά την προηγούμενη παράγραφο αναβίωση συμβάσεων και ιδίως τα θέματα που αφορούν:

  • α) εκκρεμείς οικονομικές απαιτήσεις του προσωπικού

της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. που καταργήθηκε με την αναφερόμενη στην παράγραφο 1 κοινή υπουργική απόφαση,

  • β) συμψηφισμούς των ως άνω απαιτήσεων με τους

κάθε είδους μισθούς, αποδοχές, επιδόματα και αποζημιώσεις που έλαβαν οι εργαζόμενοι οι οποίοι εμπίπτουν στην παράγραφο 1, για την περίοδο από την 11η Ιουνίου 2013 μέχρι την ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων τους, λόγω της αναβίωσης των συμβάσεών τους, καθώς και την εκκαθάριση και απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών που αναλογούν στις μικτές οικονομικές απολαβές που θα προκύψουν μετά τους ανωτέρω συμψηφισμούς, τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά,

  • γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή

της παρούσας παραγράφου.».

Άρθρο 135

Τροποποίηση του άρθρου 384 του ν. 4512/2018 Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 384 του ν. 4512/2018 (Α΄ 5) προστίθενται δύο (2) εδάφια, ως εξής: «Για τη διασφάλιση της άμεσης λειτουργίας της Υπηρεσίας επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, η κατά τα ανωτέρω απόσπαση προϊσταμένων οργανικών μονάδων σε θέσεις ευθύνης, ιδίου επιπέδου. Η ανωτέρω απόσπαση λήγει αυτοδικαίως με την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου.». Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 384 του ν. 4512/2018 (Α΄ 5) προστίθενται δύο (2) εδάφια, ως εξής: «Για τη διασφάλιση της άμεσης λειτουργίας της Υπηρεσίας, επιτρέπεται, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών πλήρωσης των θέσεων ευθύνης, σύμφωνα με τα εδάφια 1 και 2 της παρούσας παραγράφου, η τοποθέτηση σε θέσεις προϊσταμένων των οργανικών της μονάδων, υπαλλήλων οι οποίοι υπηρετούν στην Υπηρεσία. Για την τοποθέτηση των υπαλλήλων συνεκτιμώνται τα ουσιαστικά προσόντα, η ποιότητα της υπηρεσιακής δραστηριότητάς τους, η γνώση του αντικειμένου του φορέα και οι εν γένει διοικητικές τους ικανότητες.». Οικονομικών Αρμοδιότητες διατάκτη του Υπουργείου Οικονομικών που ασκήθηκαν, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, καθ’ υπέρβαση της εξουσιοδότησης υπογραφής του οργάνου που τις μεταβίβασε, θεωρούνται νόμιμες, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων νομιμότητας αυτών.

Άρθρο 137

Ρύθμιση θεμάτων Γενικής Διεύθυνσης Δημοσιονομικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών

1.

Για τις ενέργειες που αφορούν σε εκκρεμείς υποθέσεις διενέργειας ελέγχου των πρώην Διευθύνσεων Δημοσιονομικών Ελέγχων και Εκτάκτων και Ειδικών ελέγχων, εξαιρουμένων των υποθέσεων διενέργειας ελέγχων κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, για τις οποίες έχει εκδοθεί σχετική εντολή ελέγχου από τη Γενική Διεύθυνση Δημοσιονομικών Ελέγχων πριν τη θέση σε ισχύ του π.δ. 142/2017 (Α΄181),διατηρούνται οι αρμοδιότητες των ελεγκτών, σύμφωνα με τη σχετική εντολή ελέγχου και τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ 3 και 4, 16 παρ. 1 και 17 παρ. 3, 4 και 5 του ν. 3492/2006 (Α΄210), ανεξάρτητα από την υπηρεσία στην οποία υπηρετούν.

2.

Για τις ενέργειες που αφορούν σε εκκρεμείς υποθέσεις διενέργειας ελέγχου της τέως Διεύθυνσης Εκτάκτων και Ειδικών ελέγχων κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, για τις οποίες έχει εκδοθεί σχετική εντολή ελέγχου από τη Γενική Διεύθυνση Δημοσιονομικών Ελέγχων πριν τη θέση σε ισχύ του π.δ. 142/2017, διατηρούνται οι αρμοδιότητες των ελεγκτών ως προς: α) τη διενέργεια του ελέγχου σύμφωνα με τη σχετική εντολή, β) τη σύνταξη της έκθεσης και γ) την υποβολή της έκθεσης στον αρμόδιο Εισαγγελέα, ανεξάρτητα από την υπηρεσία στην οποία υπηρετούν. 3.α. Από την έναρξη ισχύος του π.δ. 142/2017 η Διεύθυνση Προγραμματισμού και Συντονισμού Ελέγχων της Γενικής Διεύθυνσης Δημοσιονομικών Ελέγχων είναι η καθ’ ύλην αρμόδια για: αα) την παρακολούθηση των αναφερόμενων στις παραγράφους 1 και 2 ενεργειών

  • ββ) τη θεώρηση της πληρότητας των εκθέσεων της παραγράφου 1 και γγ) την κοινοποίηση των εκθέσεων της

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)