Νόμοι — ΦΕΚ A' 85/2014

Type Νόμος
Publication 2014-04-07
State In force
Source ΦΕΚ
articles 3
Reform history JSON API
12.

Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης 4 της υποπαραγράφου Ι.1 της παραγράφου Ι του πρώτου άρθρου του ν. 4152/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «Η ισχύς της παρούσας περίπτωσης αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2015.»

13.

Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου Ι.2 της παραγράφου Ι του πρώτου άρθρου του ν. 4152/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «Ειδικά για το έτος 2014 δεν γεννάται υποχρέωση για την καταβολή του τέλους της περίπτωσης 1 για τις άδειες του προηγουμένου εδαφίου.»

14.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 14Α του ν. 3468/2006 (Α΄ 129) αντικαθίσταται ως εξής: «Επιτρέπεται η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σταθμών και σταθμών μικρών ανεμογεννητριών από αυτοπαραγωγούς σε εγκαταστάσεις τους που συνδέονται στο Δίκτυο. Για τις περιοχές που χαρακτηρίζονται από τη ΡΑΕ ως περιοχές με κορεσμένα δίκτυα, σύμφωνα με τη διαδικασία των δύο τελευταίων εδαφίων της περίπτωσης α΄ της παρ. 5 του άρθρου 3 για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, ο Διαχειριστής του Δικτύου μπορεί να θέτει περιορισμούς στην απορροφώμενη ισχύ για λόγους ασφάλειας της λειτουργίας του Δικτύου ή του Διασυνδεδεμένου Συστήματος. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, μετά από εισήγηση του Διαχειριστή και γνώμη της ΡΑΕ καθορίζονται ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται ο συμψηφισμός της παραγόμενης και της καταναλισκόμενης ενέργειας και ειδικότερα οι χρεώσεις που θα περιλαμβάνονται στο συμψηφισμό, το χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα υπολογίζεται ο συμψηφισμός της παραγόμενης ενέργειας με την καταναλισκόμενη ενέργεια στις εγκαταστάσεις του αυτοπαραγωγού που τροφοδοτεί ο σταθμός, ο τύπος, το περιεχόμενο και η διαδικασία κατάρτισης των συμβάσεων συμψηφισμού ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα ή άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας. Το πλεόνασμα ενέργειας που προκύπτει από το συμψηφισμό του προηγούμενου εδαφίου διοχετεύεται στο Δίκτυο χωρίς υποχρέωση για οποιαδήποτε αποζημίωση στον αυτοπαραγωγό. Με την ανωτέρω απόφαση μπορεί να διαφοροποιείται ο τρόπος συμψηφισμού βάσει του μεγέθους των σταθμών, του επιπέδου τάσης σύνδεσης και των ειδικότερων χαρακτηριστικών των τιμολογίων κατανάλωσης. Με την ανωτέρω απόφαση καθορίζεται και η μοναδιαία τιμή με τους Προμηθευτές, υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 (Α΄ 286).»

15.

Στο τέλος του άρθρου 8 του ν. 3468/2006 (Α΄129) προστίθεται παράγραφος 17 ως ακολούθως: «17. Στην κοινή απόφαση που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων της παραγράφου 9 του άρθρου 20 του ν. 3982/2011 (Α΄143) συμπεριλαμβάνονται και τα έργα και δραστηριότητες παραγωγής ενέργειας με χρήση ανανεώσιμων πηγών, για την κατάταξή τους σε κατηγορίες, ανάλογα με τους βαθμούς όχλησης, που αναφέρονται στα πολεοδομικά διατάγματα.»

16.

Το άρθρο 3 «Μεταφορά θέσης εγκατάστασης» του ν. 4203/2013 (Α΄235) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Σε περιπτώσεις όπου, μετά τη χορήγηση της άδειας παραγωγής ή της Προσφοράς Σύνδεσης για σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. ή ΣΗΘΥΑ των άρθρων 3 και 4 του ν. 3468/2006 αντίστοιχα, μεταβάλλεται το νομικό ή κανονιστικό πλαίσιο χωροθέτησης με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εγκατάσταση του σταθμού στη θέση που είχε αρχικά προβλεφθεί, είναι δυνατή η άπαξ μεταβολή του τόπου εγκατάστασης, μετά από αίτημα του ενδιαφερομένου για τροποποίηση της άδειας παραγωγής ή της Προσφοράς Σύνδεσης αντίστοιχα.

2.

H νέα θέση εγκατάστασης πρέπει να είναι εντός των ορίων της οικείας Περιφέρειας, στην οποία βρισκόταν η αρχική θέση εγκατάστασης και στην οποία δεν είναι δυνατή πλέον η εγκατάσταση του σταθμού για τους λόγους που αναφέρονται στην ανωτέρω παράγραφο.

3.

Η μεταφορά της θέσης εγκατάστασης πραγματοποιείται κατόπιν αιτήσεως από τον ενδιαφερόμενο προς την οικεία αποκεντρωμένη Διοίκηση στα όρια της οποίας εγκαθίσταται ο σταθμός και έκδοσης απόφασης για την μεταφορά της θέσης εγκατάστασης. Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από νόμιμο αποδεικτικό στοιχείο αποκλειστικής χρήσης του γηπέδου και κάθε άλλου ακινήτου που συνδέεται με την κατασκευή και τη λειτουργία του σταθμού. Η απόφαση της παρούσας παραγράφου κοινοποιείται στον αρμόδιο Διαχειριστή.

4.

Στις περιπτώσεις του παρόντος άρθρου συνεχίζεται η διαδικασία υλοποίησης της επένδυσης κατόπιν της κατά προτεραιότητα έκδοσης ή τροποποίησης των σχετικών αδειών και εγκρίσεων, καθώς και της Προσφοράς Όρων Σύνδεσης από τον αρμόδιο Διαχειριστή ανεξαρτήτως τεχνολογίας Α.Π.Ε. ή ΣΗΘΥΑ και ανάλογης κατά προτεραιότητα σύναψης ή τροποποίησης των Συμβάσεων Σύνδεσης και Πώλησης. Η έκδοση ή τροποποίηση των αδειών, εγκρίσεων και Προσφορών, καθώς και η σύναψη ή τροποποίηση των Συμβάσεων του προηγούμενου εδαφίου γίνεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία υποβολής του σχετικού αιτήματος.

5.

Η σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος άρθρου συνάπτεται για είκοσι (20) έτη, συνομολογείται με τιμή αναφοράς που αναγράφεται στον πίνακα του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009 και αντιστοιχεί στην τιμή που ισχύει κατά την ημερομηνία έναρξης της δοκιμαστικής λειτουργίας ή, αν δεν προβλέπεται περίοδος δοκιμαστικής λειτουργίας, κατά την ημερομηνία ενεργοποίησης της σύνδεσης του σταθμού, προσαυξημένη κατά 10%.

6.

Στο χρονικό διάστημα των τριάντα (30) μηνών του άρθρου 3 του ν. 3468/2006 δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη μεταβολή του νομικού ή κανονιστικού πλαισίου χωροθέτησης της παραγράφου 1 μέχρι την έκδοση της απόφασης για τη μεταφορά της θέσης εγκατάστασης της παραγράφου 3.»

17.

Στο άρθρο 82 του ν. 4001/2011 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4. Πελάτες που είχαν καταταγεί στην κατηγορία Μεγάλων Πελατών, κατά την έννοια της περίπτωσης ιζ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2, έως την 31η Δεκεμβρίου 2012, παραμένουν στην κατηγορία αυτή έως και την 31η Δεκεμβρίου 2015.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ.9: ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΤΙΜΟΛΟΓΙΩΝ ΕΥΔΑΠ

1.

Η παράγραφος 3 του άρθρου πέμπτου του ν. 4117/ 2013 (Α΄ 29) αντικαθίσταται ως εξής: «3. Α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του ν. 2744/1999 (Α΄ 222), με την οποία αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 19 του ν. 1068/1980 (Α΄ 190), αντικαθίσταται ως εξής: «1. Τα τιμολόγια των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης για τις διάφορες κατηγορίες καταναλωτών και χρηστών καθορίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, στο πλαίσιο εφαρμογής της τιμολογιακής πολιτικής του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του π.δ. 51/2007 (Α΄ 54), κατόπιν σχετικής εισήγησης του Ειδικού Γραμματέα Υδάτων. Οι αποφάσεις αυτές έχουν πενταετή διάρκεια και εκδίδονται στο τέλος κάθε περιόδου για κάθε επόμενη πενταετία.»

2.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 3 του ν. 2744/1999 (Α΄ 222) τροποποιείται ως εξής: «2. Η προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό υπουργική απόφαση εκδίδεται από τους Υπουργούς Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής στο πλαίσιο εφαρμογής της τιμολογιακής πολιτικής του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του π.δ. 51/ 2007 (Α΄ 54) και κατόπιν σχετικής εισήγησης του Ειδικού Γραμματέα Υδάτων.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ.10: ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΤΙΜΟΛΟΓΙΩΝ ΕΥΑΘ Το άρθρο 21 του ν. 2937/2001 (Α΄ 169) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 21 1.Τα τιμολόγια των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης για τις διάφορες κατηγορίες καταναλωτών και χρηστών καθορίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, στο πλαίσιο εφαρμογής της τιμολογιακής πολιτικής του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 8 του π.δ. 51/2007 (Α΄ 54), κατόπιν σχετικής εισήγησης του Ειδικού Γραμματέα Υδάτων. Οι αποφάσεις αυτές έχουν πενταετή διάρκεια και εκδίδονται στο τέλος κάθε περιόδου για κάθε επόμενη πενταετία. κών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Ειδικού Γραμματέα Υδάτων, δύναται να καθορίζεται ειδικό τιμολόγιο υδρεύσεως ή αποχετεύσεως για τους κατοίκους, τις επιχειρήσεις και τους εν γένει χρήστες, οι οποίοι εξυπηρετούνται εξ ιδίου δικτύου είτε υδρεύσεως είτε αποχετεύσεως, ανεξάρτητου του ενιαίου τοιούτου της Εταιρείας.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ.11: ΘΗΤΕΙΑ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΥ ΕΙΔΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΥΔΑΤΩΝ Η παράγραφος 2 του άρθρου 4 του ν. 3199/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1γ του άρθρου πέμπτου του ν. 4117/2013, αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η Ειδική Γραμματεία Υδάτων αποτελεί ενιαίο διοικητικό τομέα του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, του οποίου προΐσταται μετακλητός Ειδικός Γραμματέας με βαθμό Β΄ της κατηγορίας ειδικών θέσεων, με τετραετή θητεία και οργανώνεται σε διευθύνσεις και Τμήματαµμε κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ.12: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥ, ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟΠΟΓΡΑΦΟΥ

1.

Τα άρθρα 1, 2, 3 και 4 του ν. 4663/1930 «Περί εξασκήσεως του επαγγέλματος του Πολιτικού Μηχανικού, Αρχιτέκτονος και Τοπογράφου», αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 1 Η ελεύθερη άσκηση του επαγγέλματος του Πολιτικού Μηχανικού επιτρέπεται μόνον: Α) Στους κατόχους διπλώματος Πολιτικού Μηχανικού των Ιδρυμάτων της Ανώτατης Εκπαίδευσης της ημεδαπής ή ισοτίμων σχολών της αλλοδαπής. Β) Σε όσους έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα ασκήσεως του επαγγέλματος του Πολιτικού Μηχανικού σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 38/2010 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2006/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005» σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων.

Άρθρο 2

Η ελεύθερη άσκηση του επαγγέλματος του Αρχιτέκτονα Μηχανικού επιτρέπεται μόνον: Α) Στους κατόχους διπλώματος Αρχιτέκτονα−Μηχανικού των Ιδρυμάτων της Ανώτατης Εκπαίδευσης της ημεδαπής ή ισοτίμων σχολών της αλλοδαπής. Β) Σε όσους έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα ασκήσεως του επαγγέλματος του Αρχιτέκτονα – Μηχανικού σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 38/2010 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2006/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005» σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων.

Άρθρο 3

Η ελεύθερη άσκηση του επαγγέλματος του Τοπογράφου Μηχανικού/Αγρονόμου−Τοπογράφου Μηχανικού επιτρέπεται μόνον: Α) Στους κατόχους διπλώματος Τοπογράφου Μηχανικού/Αγρονόμου−Τοπογράφου Μηχανικού των Ιδρυμάτων της Ανώτατης Εκπαίδευσης της ημεδαπής ή ισοτίμων σχολών της αλλοδαπής. Β) Σε όσους έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα ασκήσεως του επαγγέλματος του Τοπογράφου Μηχανικού – Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 38/2010 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2006/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005» σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων.

Άρθρο 4

1.

Οι διπλωματούχοι των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της ημεδαπής ή ισότιμων σχολών της αλλοδαπής δικαιούνται να φέρουν τον τίτλο του διπλωματούχου μηχανικού.

2.

Οι διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του παρόντος επεκτείνονται σε όλους τους διπλωματούχους μηχανικούς της προηγουμένης παραγράφου, το γνωστικό αντικείμενο σπουδών των οποίων αντιστοιχεί σε επιμέρους πτυχές των εν λόγω επαγγελματικών δραστηριοτήτων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα προεδρικά διατάγματα της επόμενης παραγράφου.

3.

Με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται μετά από πρόταση των αρμόδιων κατά περίπτωση Υπουργών Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Παιδείας και Θρησκευμάτων, καθορίζονται:

πέραν του βασικού κύκλου σπουδών, που έχουν το δικαίωμα άσκησης επαγγελματικών δραστηριοτήτων των άρθρων 1, 2 και 3.

ικανοτήτων που απαιτούνται για την άσκηση των δραστηριοτήτων του προηγούμενου εδαφίου.

προσδιορίζουν τις απαιτήσεις για την ανάληψη συγκεκριμένων έργων κατά την άσκηση των εν λόγω επαγγελματικών δραστηριοτήτων.

η μελέτη και η κατασκευή και η λειτουργία τους απαιτεί ιδιαίτερη επιστημονική και τεχνική κατάρτιση και γνώση για λόγους δημοσίου συμφέροντος και δημόσιας ασφάλειας.

4.

Τα προεδρικά διατάγματα της προηγούμενης παραγράφου εκδίδονται μετά από σχετική εισήγηση Επιτροπής και σύμφωνη γνώμη του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Η Επιτροπή συνιστάται κατά τα πρότυπα του άρθρου 10 του ν. 3982/2011 και θα συγκροτηθεί εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση του παρόντος νόμου με απόφαση των Υπουργών Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.

5.

Κατά την πρώτη εφαρμογή της νέας ρύθμισης παρέχεται στο ΤΕΕ προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την έκδοση του παρόντος νόμου για την κατάθεση στην κατά τα ανωτέρω Επιτροπή σχετικής γνωμοδότησης. και περαιτέρω προθεσμία δύο (2) μηνών από τη λήψη

6.

Το άρθρο 5 του ν. 4663/1930 «Περί εξασκήσεως του επαγγέλματος του πολιτικού μηχανικού, αρχιτέκτονος και τοπογράφου» καταργείται.»

2.

Η ισχύς των ρυθμίσεων που εισάγονται με την παρούσα υποπαράγραφο με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 4 του του ν. 4663/1930, όπως τροποποιείται και ισχύει σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη περίπτωση της παρούσας, αρχίζει από 1.1.2015. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ.13: ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ Η ισχύς των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις της. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΔ.: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΙΔ.1.: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΚΜΙΣΘΩΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΠΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΟΝΤΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ

1.

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 4179/2013 (Α΄ 175) αντικαθίσταται ως εξής: «2. Ως τουριστικές επιπλωμένες επαύλεις ορίζονται μονοκατοικίες, εμβαδού τουλάχιστον 80 τ.μ., οι οποίες έχουν ανεξάρτητη εξωτερική προσπέλαση, παρουσιάζουν αυτοτέλεια οικοπέδου/γηπέδου και κτίσματος, αποτελούν δε μη κύρια ξενοδοχειακά τουριστικά καταλύματα, κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 2160/1993 (Α΄ 118), χωρίς παροχή υπηρεσιών.»

2.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν. 2160/1993 (Α΄ 118) τροποποιείται ως εξής: «Ακίνητο που εκμισθώνεται για προσωρινή διαμονή του μισθωτή για χρονικό διάστημα μικρότερο των τριάντα (30) ημερών θεωρείται τουριστικό κατάλυμα.» ΙΔ.2: ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΤΟΥ ΕΟΤ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

1.

Μεταφέρονται από τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.) στο Υπουργείο Τουρισμού οι κατωτέρω αρμοδιότητες: α. Οι αρμοδιότητες των εδαφίων γ΄, δ΄, στ΄, ζ΄ και η΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 και του άρθρου 3 του ν. 2160/ 1993 (Α΄ 118). β. Οι αρμοδιότητες του εδαφίου γ΄ και της περίπτωσης ii του εδαφίου δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3270/ 2004 (Α΄187). γ. Οι αρμοδιότητες των άρθρων 4 του ν. 2160/1993 , 2 του ν. 642/1977 (Α΄200) , 11 του ν. 393/1976 (Α΄ 199) και 15 του ν. 711/1977 (Α΄ 284), όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν και αφορούν σε έλεγχο, επιβολή προστίμων και διοικητικών κυρώσεων σε επιχειρήσεις που παραβαίνουν την τουριστική νομοθεσία. Τα προβλεπόμενα στις διατάξεις αυτές πρόστιμα μπορεί να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού. δ. Οι αρμοδιότητες που προβλέπονται στο άρθρο 9 του π.δ. 343/2001 (Α΄ 231) για τη Διεύθυνση Τουριστικών Εγκαταστάσεων (τεχνική υπηρεσία) του Ε.Ο.Τ..

2.

Οι αρμοδιότητες που αφορούν στην κατάταξη των τουριστικών καταλυμάτων σε κατηγορίες αστέρων ή κλειδιών. Έως την πιστοποίηση του Υπουργείου Τουρισμού, ως φορέα κατάταξης, η κατάταξη των νέων τουριστικών καταλυμάτων σε κατηγορίες αστέρων και κλειδιών θα γίνεται , προσωρινά, με κοινή υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη της επιχείρησης και του ιδιώτη μηχανικού που είχε ορισθεί επιβλέπων των εργασιών κατασκευής της τουριστικής εγκατάστασης.

3.

Όπου στις ως άνω διατάξεις προβλέπεται απόφαση Γενικού Γραμματέα, Προέδρου ή Διοικητικού Συμβουλίου ΕΟΤ, νοείται στο εξής απόφαση Υπουργού Τουρισμού.

4.

Τα ευρισκόμενα σε εξέλιξη κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού συγχρηματοδοτούμενα από το ΕΣΠΑ έργα αρμοδιότητας της Διεύθυνσης Τουριστικών Εγκαταστάσεων του Ε.Ο.Τ. μεταφέρονται στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Τουρισμού. Όπου στις σχετικές συμβάσεις αναφέρεται ως συμβαλλόμενο μέρος ο Ε.Ο.Τ, νοείται ο Υπουργός Τουρισμού.

5.

Οι προβλεπόμενες από την κείμενη νομοθεσία, εγγυητικές επιστολές υπέρ ΕΟΤ, για την αδειοδότηση των τουριστικών επιχειρήσεων κατατίθενται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Οι εγγυητικές επιστολές που έχουν κατατεθεί υπέρ ΕΟΤ μετά τη λήξη τους αντικαθίστανται με τους ίδιους όρους υπέρ Ελληνικού Δημοσίου.

6.

Τα πρόστιμα για παραβάσεις της τουριστικής νομοθεσίας επιβάλλονται από τον Υπουργό Τουρισμού ή από τα αρμοδίως εξουσιοδοτημένα από αυτόν όργανα, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και καταβάλλονται στη Δ.Ο.Υ. που υπάγεται η επιχείρηση.

7.

Οι προβλεπόμενες, στην παρ. δ΄ του άρθρου 6 του ν. 3270/2004 (Α΄187 ), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει , προσφυγές, υποβάλλονται στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές Επιτροπή. Για την εκδίκαση και την κύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου δ΄ της παρ. 6 του ν. 3270/2004 ως ισχύει.

8.

Εκκρεμείς δίκες ενώπιον των πολιτικών και ποινικών Δικαστηρίων, των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας που αφορούν αρμοδιότητες του ΕΟΤ που με το νόμο αυτό μεταβιβάζονται στο Υπουργείο Τουρισμού, συνεχίζονται από αυτό μετά την πάροδο δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Εντός δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου η νομική υπηρεσία του ΕΟΤ, με ευθύνη του προϊσταμένου της, παραδίδει, στο Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Τουρισμού, πλήρεις φακέλους εκκρεμών υποθέσεων των οποίων η αρμοδιότητα μεταφέρεται στο Υπουργείο.

9.

Μεταφέρονται από τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.) στο Υπουργείο Τουρισμού οι Περιφερειακές Υπηρεσίες Τουρισμού (Π.Υ.Τ.) συμπεριλαμβανομένων και των Γραφείων Υποστήριξης Τουρισμού που υπάγονται σε αυτές, όπως αυτές συστήθηκαν με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του ν. 3270/ 2004 (Α΄187). Οι μεταφερόμενες Περιφερειακές Υπηρεσίες Τουρισμού υπάγονται στη Γενική Διεύθυνση Επενδύσεων και Ανάπτυξης και ασκούν στο πλαίσιο της χωρικής τους αρμοδιότητας τις αρμοδιότητες των εδαφίων α΄, β΄ και γ΄ της παρ. 1 και της παρ. 2. Με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού δύναται να μεταβιβάζονται στις υπηρεσίες αυτές και άλλες αρμοδιότητες.

10.

Μεταφέρεται από τον Ε.Ο.Τ. στο Υπουργείο Τουρισμού, με το σύνολο των αρμοδιοτήτων της, με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου, η Ειδική Υπηρεσία Προώθησης Αδειοδότησης Τουριστικών Επενδύσεων (Ε.Υ.Π.Α.Τ.Ε.) του άρθρου 12 του ν. 4002/2011 (Α΄ 180) και Επενδύσεων. Το προσωπικό του ΕΟΤ κατηγορίας ΠΕ Μηχανικών και ΤΕ Μηχανικών που κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, υπηρετεί στην Ε.Υ.Π.Α.Τ.Ε. μεταφέρεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Τουρισμού, με την ίδια θέση ευθύνης και σχέση εργασίας στο Υπουργείο Τουρισμού και σε προσωποπαγείς θέσεις ίδιας ειδικότητας και κατηγορίας, που συστήνονται με την απόφαση μεταφοράς τους. Περίληψη της απόφασης αυτής θα δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

11.

Μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας υποπαραγράφου ΙΔ.2, σύμφωνα με το εδάφιο α΄ της περίπτωσης 16 της παρούσας, από τις αρμοδιότητες της Ε.Υ.Π.Α.Τ.Ε. που προβλέπονται στο άρθρο 12 του ν. 4002/2011 (Α΄180) ως ισχύει, η αρμοδιότητα για την αδειοδότηση σε όλα τα στάδια, καθώς και οι απαραίτητες εγκρίσεις και αναθεωρήσεις αδειών υφιστάμενων κύριων ξενοδοχειακών καταλυμάτων τεσσάρων (4) ή πέντε (5) αστέρων δυναμικότητας άνω των 300 κλινών θα ασκείται από τις Περιφερειακές Υπηρεσίες Τουρισμού (Π.Υ.Τ.), του Ε.Ο.Τ. των δε εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής των άνω καταλυμάτων από την αρμόδια Διεύθυνση Τουριστικών εγκαταστάσεων του Ε.Ο.Τ.

12.

Το μόνιμο και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικό που κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, υπηρετεί στις Περιφερειακές Υπηρεσίες Τουρισμού και στα Γραφεία Υποστήριξης Τουρισμού του Ε.Ο.Τ. μεταφέρεται στο Υπουργείο Τουρισμού με την ίδια σχέση εργασίας, σε προσωποπαγείς θέσεις της ίδιας ή συναφούς ειδικότητας της κατηγορίας στην οποία υπηρετούν. Η σύσταση των προσωποπαγών θέσεων και η μεταφορά του προσωπικού γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Τουρισμού. Περίληψη της απόφασης αυτής δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

13.

Το μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό κατηγορίας ΠΕ Μηχανικών και ΤΕ Μηχανικών που κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού υπηρετεί στην κεντρική υπηρεσία του Ε.Ο.Τ. μεταφέρεται στο Υπουργείο Τουρισμού με την ίδια σχέση εργασίας σε προσωποπαγείς θέσεις της ίδιας ή συναφούς ειδικότητας της κατηγορίας στην οποία υπηρετούν. Η σύσταση των προσωποπαγών θέσεων και η μεταφορά του προσωπικού γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Τουρισμού. Περίληψη της απόφασης αυτής δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το προσωπικό που μεταφέρεται κατατάσσεται σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας ή εκπαιδευτικής βαθμίδας, ανάλογα με τα τυπικά του προσόντα και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας και λαμβάνει τις αποδοχές της υπηρεσίας υποδοχής, ενώ τυχόν πρόσθετες αποδοχές ή απολαβές και ειδικά επιδόματα οποιασδήποτε ονομασίας καταργούνται. Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του μεταφερόμενου προσωπικού, που έχει διανυθεί στον ΕΟΤ, καθώς και ο χρόνος που του αναγνωρίσθηκε ως χρόνος υπηρεσίας, θεωρούνται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για τα θέματα βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης και για κάθε άλλη συνέπεια.

14.

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου καταργούνται η Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης Ε.Ο.Τ. και οι Διευθύνσεις Μελετών και Επενδύσεων, Ποιοτικού Ελέγχου και Εποπτείας Αγοράς, Τουριστικών Εγκαταστάσεων, Επιθεώρησης και Συντονισμού Περιφερειακών Υπηρεσιών.

15.

Οι μεταφερόμενες αρμοδιότητες από τον Ε.Ο.Τ. θα κατανεμηθούν και θα ασκούνται από οργανικές μονάδες του Υπουργείου Τουρισμού, που θα ορισθούν με το προεδρικό διάταγμα που θα εκδοθεί βάσει του άρθρου 54 του ν. 4178/2013 (Α΄174) για την αναδιοργάνωσή του.

16.

Η ισχύς των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου ΙΔ.2 αρχίζει με την έναρξη ισχύος του προεδρικού διατάγματος που θα εκδοθεί βάσει του άρθρου 54 του ν. 4178/2013 για την αναδιοργάνωση του Υπουργείου Τουρισμού. Μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας, οι ως άνω μεταφερόμενες αρμοδιότητες στο Υπουργείο Τουρισμού συνεχίζουν να ασκούνται από τον ΕΟΤ. Εξαιρετικά, η ισχύς της περίπτωσης 10 της παρούσας υποπαραγράφου ΙΔ.2 αρχίζει με την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.1: α. Η παράγραφος 5 του άρθρου 46 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) αντικαθίσταται ως εξής: «Κάθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της έμμισθης εντολής, και ιδίως η παρότρυνση από τον εντολέα προς τον Δικηγόρο να δράσει αντίθετα με την καλή πίστη, τον ισχύοντα Κώδικα Δεοντολογίας ή τη συνείδησή του, θεωρείται ως καταγγελία της έμμισθης εντολής εκ μέρους του εντολέα. β. Η περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) αντικαθίσταται ως εξής: «β. είναι κάτοχοι πτυχίου Νομικής Σχολής των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων των ανωτέρω υπό (α) Κρατών.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.2: Η περίπτωση γ΄ του άρθρου 4 του ν. 3898/2010 (Α΄ 211) «Ως διαμεσολαβητής νοείται τρίτο σε σχέση με τα μέρη πρόσωπο, διαπιστευμένο ως διαμεσολαβητής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7, από το οποίο ζητείται να αναλάβει διαμεσολάβηση με κατάλληλο, αποτελεσματικό και αμερόληπτο τρόπο, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο ορίστηκε ή ανέλαβε να τελέσει την εν λόγω διαμεσολάβηση.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.3: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΑΡΘΡΟΥ 8 Π.Κ. Οι περιπτώσεις γ΄ και δ΄ του άρθρου 8 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίστανται ως εξής: «γ) αξιόποινη πράξη που τέλεσαν ως υπάλληλοι του ελληνικού κράτους ή οργάνου ή οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει την έδρα του στην Ελλάδα,

υπάλληλο του ελληνικού κράτους ή έλληνα υπάλληλο οργάνου ή οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.4: ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΡΘΡΟΥ 159 Π.Κ. Το άρθρο 159 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 159 Δωροληψία πολιτικών αξιωματούχων

1.

Ο Πρωθυπουργός, τo μέλoς της κυβέρνησης, ο υφυπουργός, ο περιφερειάρχης, ο αντιπεριφερειάρχης ή ο δήμαρχος, που ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή μέσω τρίτου, για τον εαυτό του ή για άλλον, οποιασδήποτε φύσης ωφέλημα ή αποδέχεται την υπόσχεση παροχής τέτοιου ωφελήματος, ως αντάλλαγμα για ενέργειά του ή παράλειψη, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που ανάγεται στην εκτέλεση των καθηκόντων του, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή από 15.000 έως 150.000 ευρώ.

2.

Με την ίδια ποινή τιμωρείται το μέλος της Βουλής, των συμβουλίων τοπικής αυτοδιοίκησης και των επιτροπών τους που σχετικά με κάποια εκλογή ή ψηφοφορία η οποία διενεργείται από τα ως άνω σώματα ή επιτροπές δέχεται την παροχή ή υπόσχεση οποιασδήποτε φύσης ωφελήματος, για τον εαυτό του ή για άλλον, ή ζητεί τέτοιο ως αντάλλαγμα για να μη λάβει μέρος στην εκλογή ή ψηφοφορία, για να υποστηρίξει ορισμένο θέμα προς ψήφιση ή για να ψηφίσει με ορισμένο τρόπο.

3.

Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και όταν η πράξη τελείται από μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

4.

Οι διατάξεις των άρθρων 238, 263 παρ. 1 και 263Β παράγραφοι 2 έως 5 έχουν εφαρμογή και στα εγκλήματα των προηγούμενων παραγράφων.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.5: ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΑΡΘΡΟΥ 159Α ΣΤΟΝ Π.Κ. Μετά το άρθρο 159 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 159Α ως εξής: «Άρθρο 159Α Δωροδοκία πολιτικών αξιωματούχων

1.

Όποιος υπόσχεται ή παρέχει οποιασδήποτε φύσης ωφέλημα, άμεσα ή μέσω τρίτου, σε αναφερόμενο στο άρθρο 159 πρόσωπο, για τον εαυτό του ή για άλλον, για τους σκοπούς που αναφέρονται αντίστοιχα στο άρθρο αυτό, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή από 15.000 έως 150.000 ευρώ.

2.

Διευθυντής επιχειρήσεως ή πρόσωπο που έχει την εξουσία λήψης αποφάσεων ή ελέγχου σε επιχείρηση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη ποινική διάταξη, αν από αμέλεια δεν απέτρεψε πρόσωπο που τελεί υπό τις εντολές του ή υπόκειται στον έλεγχό του από την τέλεση προς όφελος της επιχείρησης της πράξης της παραγράφου 1.

3.

Οι διατάξεις των άρθρων 238, 263 παρ. 1 και 263Β έχουν εφαρμογή και στο έγκλημα της παραγράφου 1.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.6: ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΡΘΡΟΥ 235 Π.Κ. Το άρθρο 235 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 235 Δωροληψία υπαλλήλου

1.

Υπάλληλος ο οποίος ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή μέσω τρίτου, για τον εαυτό του ή για άλλον, οποιασδήποτε φύσης ωφέλημα, ή αποδέχεται την υπόσχεση παροχής τέτοιου ωφελήματος, για ενέργεια ή παράλειψή του σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 έως 50.000 ευρώ. Αν ο υπαίτιος τελεί την πράξη του προηγούμενου εδαφίου κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή το ωφέλημα είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή 10.000 έως 100.000 ευρώ.

2.

Αν η ως άνω ενέργεια ή παράλειψη του υπαιτίου αντίκειται στα καθήκοντά του, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή 15.000 έως 150.000 ευρώ. Αν ο υπαίτιος τελεί την πράξη του προηγούμενου εδαφίου κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή το ωφέλημα είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δεκαπέντε ετών και χρηματική ποινή 15.000 έως 150.000 ευρώ.

3.

Υπάλληλος ο οποίος ζητεί ή λαμβάνει, για τον εαυτό του ή για άλλον, αθέμιτη παροχή περιουσιακής φύσης, επωφελούμενος από την ιδιότητά του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη ποινική διάταξη.

4.

Προϊστάμενοι υπηρεσιών ή επιθεωρητές ή πρόσωπα που έχουν την εξουσία λήψης αποφάσεων ή ελέγχου σε υπηρεσίες του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων που απαριθμούνται στο άρθρο 263Α τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη ποινική διάταξη, αν από αμέλεια, κατά παράβαση συγκεκριμένου υπηρεσιακού καθήκοντος, δεν απέτρεψαν πρόσωπο που τελεί υπό τις εντολές τους ή υπόκειται στον έλεγχό τους από την τέλεση πράξης των προηγούμενων παραγράφων.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.7: ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΡΘΡΟΥ 236 Π.Κ. Το άρθρο 236 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 236 Δωροδοκία υπαλλήλου

1.

Όποιος προσφέρει, υπόσχεται ή παρέχει σε υπάλληλο, άμεσα ή μέσω τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφέλημα, για τον εαυτό του ή για άλλον, για ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 έως 50.000 ευρώ.

2.

Αν η ως άνω ενέργεια ή παράλειψη αντίκειται στα καθήκοντα του υπαλλήλου, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή 15.000 έως 150.000 ευρώ.

3.

Διευθυντής επιχειρήσεως ή άλλο πρόσωπο που έχει την εξουσία λήψης αποφάσεων ή ελέγχου σε επιχείρηση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύοετών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη ποινική διάταξη, αν από αμέλεια δεν απέτρεψε πρόσωπο που τελεί υπό τις εντολές του ή υπόκειται στον έλεγχό του από την

4.

Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου επί πράξεων που τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό, δεν είναι αναγκαία η πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 6.» ΥΠΟΠΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.8: ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΡΘΡΟΥ 237 Π.Κ. Το άρθρο 237 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 237 Δωροληψία και δωροδοκία δικαστικών λειτουργών

1.

Όποιος καλείται κατά το νόμο να εκτελέσει δικαστικά καθήκοντα ή ο διαιτητής, αν ζητήσει ή λάβει, άμεσα ή μέσω τρίτου, για τον εαυτό του ή για άλλον, οποιασδήποτε φύσης ωφέλημα, ή αποδεχθεί την υπόσχεση παροχής τέτοιου ωφελήματος, για ενέργειά του ή παράλειψη, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που ανάγεται στην εκτέλεση των καθηκόντων του κατά την απονομή της δικαιοσύνης ή την επίλυση διαφοράς, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή 15.000 έως 150.000 ευρώ.

2.

Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται όποιος για τον πιο πάνω σκοπό υπόσχεται ή παρέχει τέτοια ωφελήματα, άμεσα ή μέσω τρίτου, στα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου, για τους εαυτούς τους ή για άλλον.

3.

Διευθυντής επιχειρήσεως ή άλλο πρόσωπο που έχει την εξουσία λήψης αποφάσεων ή ελέγχου σε επιχείρηση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη ποινική διάταξη, αν από αμέλεια δεν απέτρεψε πρόσωπο που τελεί υπό τις εντολές του ή υπόκειται στον έλεγχό του από την τέλεση προς όφελος της επιχείρησης της πράξης της παραγράφου 1.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.9: ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΑΡΘΡΟΥ 237Α ΣΤΟΝ Π.Κ. Μετά το άρθρο 237 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 237Α ως εξής: «Άρθρο 237Α Εμπορία επιρροής – Μεσάζοντες

1.

Όποιος ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή μέσω τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφέλημα, για τον εαυτό του ή για άλλον, ή αποδέχεται την υπόσχεση παροχής τέτοιου ωφελήματος ως αντάλλαγμα για αθέμιτη επιρροή την οποία ισχυρίζεται ή επιβεβαιώνει, ψευδώς ή αληθώς, ότι μπορεί να ασκήσει σε κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 159, 235 παρ. 1 και 237 παρ. 1, ώστε αυτά να προβούν σε πράξη ή παράλειψη που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων τους, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από 5.000 έως 50.000 ευρώ.

2.

Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και όποιος προσφέρει, υπόσχεται ή παρέχει, άμεσα ή μέσω τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφέλημα, για τον εαυτό του ή για άλλον, σε πρόσωπο που ισχυρίζεται ή επιβεβαιώνει, ψευδώς ή αληθώς, ότι μπορεί να ασκήσει αθέμιτη επιρροή σε κάποιο από τα πρόσωπα που απαριθμούνται στα άρθρα 159, 235 παρ. 1 και 237 παρ. 1, ώστε αυτά να προβούν σε πράξη ή παράλειψη που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων τους.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.10: ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΑΡΘΡΟΥ 237Β ΣΤΟΝ Π.Κ. Μετά το άρθρο 237Α του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 237Β ως εξής: «Άρθρο 237Β Δωροληψία και Δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα

1.

Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, τιμωρείται όποιος εργάζεται ή παρέχει υπηρεσίες με οποιαδήποτε ιδιότητα ή σχέση στον ιδιωτικό τομέα και, κατά την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε φύσεως ωφέλημα για τον ίδιο ή για άλλον ή δέχεται υπόσχεση τέτοιου ωφελήματος ως αντάλλαγμα για ενέργεια ή παράλειψή του κατά παράβαση των καθηκόντων του, όπως αυτά διαγράφονται από το νόμο, τη σύμβαση εργασίας, τους εσωτερικούς κανονισμούς, τις εντολές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή προκύπτουν από τη φύση της θέσης ή της υπηρεσίας του.

2.

Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος, κατά την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, υπόσχεται, προσφέρει ή παρέχει, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε φύσεως ωφέλημα σε πρόσωπο που εργάζεται ή παρέχει υπηρεσίες με οποιαδήποτε ιδιότητα στον ιδιωτικό τομέα, για το ίδιο ή για τρίτον, για ενέργεια ή για παράλειψη κατά παράβαση των ως άνω καθηκόντων του.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.11: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 238 Π.Κ. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 238 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «1. Στις περιπτώσεις των άρθρων 235 έως και 237Β η απόφαση διατάσσει να δημευτούν τα δώρα και όποια άλλα περιουσιακά στοιχεία δόθηκαν, καθώς και εκείνα που αποκτήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτά.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.12: ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΡΘΡΟΥ 263Α Π.Κ. Το άρθρο 263Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «1. Για την εφαρμογή των άρθρων 235, 236, 239, 241, 242, 243, 245, 246, 252, 253, 255, 256, 257, 258, 259, 261, 262 και 263 υπάλληλοι θεωρούνται και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα ή σχέση: α) σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που ανήκουν στο Κράτος, σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και που εξυπηρετούν με αποκλειστική ή προνομιακή εκμετάλλευση την προμήθεια ή την παροχή στο κοινό νερού, φωτισμού, θερμότητας, κινητήριας δύναμης ή μέσων συγκοινωνίας ή επικοινωνίας ή μαζικής ενημέρωσης,

νόμο ή το καταστατικό τους, γ) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ιδρύθηκαν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και από νομικά πρόσωπα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια, εφόσον τα ιδρυτικά νομικά πρόσωπα συμμετέχουν στη διοίκησή τους ή, αν πρόκειται για ανώνυμη εταιρία, στο κεφάλαιό της ή τα νομικά αυτά πρόσωπα είναι επιφορτισμένα με εκτέλεση κρατικών προγραμμάτων οικονομικής ανασυγκρότησης ή ανάπτυξης και δ)σε όργανα ή οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των μελών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των μελών του

2.

Για την εφαρμογή των άρθρων 235 παράγραφοι 1 και 2 και 236 ως υπάλληλοι θεωρούνται και:

συμβατική σχέση, κάθε δημόσιου διεθνούς ή υπερεθνικού οργανισμού στον οποίο η Ελλάδα είναι μέλος, καθώς και οποιοδήποτε πρόσωπο είναι εξουσιοδοτημένο από τον εν λόγω οργανισμό να ενεργεί εκ μέρους του.

ή υπερεθνικών οργανισμών, στους οποίους η Ελλάδα είναι μέλος,

αναγνωρίζεται από την Ελλάδα,

ή υπηρεσία για ξένη χώρα, συμπεριλαμβανομένων των δικαστών, ενόρκων και διαιτητών και

αυτοδιοίκησης άλλων κρατών.

3.

Για την εφαρμογή του άρθρου 237 ως δικαστικοί λειτουργοί θεωρούνται και τα μέλη του Δικαστηρίου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.13: ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΡΘΡΟΥ 263Β Π.Κ. Το άρθρο 263Β του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 263Β Μέτρα επιείκειας για όσους συμβάλλουν στην αποκάλυψη πράξεων διαφθοράς

1.

Οι πράξεις των άρθρων 236 παράγραφοι 1, 2 και 3, 237 παράγραφοι 2 και 3 και 237Β παρ. 1 μένουν ατιμώρητες αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν εξετασθεί οπωσδήποτε για την πράξη του, την αναγγείλει στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή σε οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο ή άλλη αρμόδια αρχή, εγχειρίζοντας έγγραφη αναφορά ή προφορικά, οπότε συντάσσεται σχετική έκθεση.

2.

Αν ο υπαίτιος των πράξεων των άρθρων 236 παράγραφοι 1, 2 και 3 και 237 παρ. 2 και 3 ή ο συμμέτοχος στις πράξεις των άρθρων 235 παρ. 1, 2 και 3, 237 παρ. 1 και 239 έως 261, καθώς και του άρθρου 390, όταν τελείται από υπάλληλο, συμβάλλει ουσιωδώς, με αναγγελία στην αρχή, στην αποκάλυψη της συμμετοχής υπαλλήλου στις πράξεις αυτές, τιμωρείται με ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 44 παρ. 2 εδάφιο πρώτο. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 99 και 100. Το συμβούλιο Πλημμελειοδικών με βούλευμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του αρμοδίου Εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ασκηθείσας ποινικής δίωξης κατά του υπαιτίου για ορισμένο χρονικό διάστημα, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η αλήθεια των εισφερόμενων στοιχείων. Την αναστολή της δίωξης μπορεί να διατάξει και το δικαστήριο, εφόσον τα στοιχεία εισφέρονται μέχρι την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό. Με το ίδιο βούλευμα ή απόφαση μπορεί να διαταχθεί και η άρση ή η αντικατάσταση των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού που έχουν επιβληθεί. Αν μετά την αναστολή της ποινικής δίωξης προκύψει ότι τα εισφερθέντα από τον υπαίτιο στοιχεία δεν ήσαν επαρκή για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του υπαλλήλου, το σχετικό βούλευμα ή απόφαση ανακαλείται και συνεχίζεται κατά του υπαιτίου η ανασταλείσα ποινική δίωξη.

3.

Υπάλληλος, υπαίτιος για την τέλεση των πράξεων των άρθρων 235 έως 261, καθώς και του άρθρου 390, ή συμμέτοχος στις πράξεις αυτές, ο οποίος συμβάλλει ουσιωδώς, με αναγγελία στην αρχή, στην αποκάλυψη της συμμετοχής στις πράξεις αυτές άλλων υπαλλήλων, τιμωρείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, εφόσον το πρόσωπο που καταγγέλλεται κατέχει θέση ανώτερη της δικής του και ο ίδιος έχει μεταβιβάσει στο Δημόσιο όλα τα περιουσιακά στοιχεία που έχει αποκτήσει, αμέσως ή εμμέσως, από την τέλεση ή τη συμμετοχή στην τέλεση των παραπάνω εγκλημάτων. Αν κατ΄ εξαίρεση η μεταβίβαση αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί μέχρι το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το δικαστήριο μπορεί να επιφυλαχθεί ως προς την επί ποινής κρίση του, διακόπτοντας προς τούτο τη διαδικασία για ορισμένη ημερομηνία και χωρίς το χρονικό περιορισμό του άρθρου 352 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Στην περίπτωση αυτή ορίζει και τις συγκεκριμένες μεταβιβάσεις ή άλλες ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβεί ο δράστης για να τύχει του σχετικού ευεργετήματος. Με την απόφαση περί διακοπής της δίκης το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και την άρση ή την αντικατάσταση των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού που έχουν επιβληθεί.

4.

α) Αν κάποιος από τους υπαιτίους των εγκλημάτων των άρθρων 235 έως 261 και 390 ή πράξεων νομιμοποίησης εσόδων που προέρχονται άμεσα από τις συγκεκριμένες εγκληματικές δραστηριότητες, εισφέρει αποδεικτικά στοιχεία για τη συμμετοχή στις πράξεις αυτές προσώπων που διατελούν ή διατέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί, το δικαστικό συμβούλιο, με βούλευμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης. Την παραπάνω αναστολή μπορεί να διατάξει το δικαστήριο και όταν τα στοιχεία εισφέρονται μέχρι την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό. Με το ίδιο βούλευμα ή απόφαση μπορεί να διαταχθεί και η άρση ή η αντικατάσταση των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού που έχουν ταχθεί.

παραγράφου 3 του άρθρου 86 του Συντάγματος, ότι τα στοιχεία δεν είναι επαρκή για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος Υπουργού ή Υφυπουργού, το βούλευμα ή η απόφαση ανακαλείται και η ανασταλείσα ποινική δίωξη συνεχίζεται. Αν η Βουλή αποφασίσει την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος Υπουργού ή Υφυπουργού κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος, σε περίπτωση καταδίκης από το Ειδικό Δικαστήριο, ο κατά το προηγούμενο εδάφιο συμμέτοχος που εισέφερε τα αποδεικτικά στοιχεία τιμωρείται με ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 44 παρ. 2 εδάφιο πρώτο. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2.

5.

Αν η κίνηση της ποινικής διαδικασίας δεν είναι δυνατή λόγω εξάλειψης του αξιόποινου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 86 του Συντάγματος, στον κατηγορούμενο επιβάλλεται ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 44 παρ. 2 εδάφιο πρώτο. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και την ανα ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.14: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΑΡΘΡΟΥ 30 ΚΠΔ Η παράγραφος 2 του άρθρου 30 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «2. Στα πολιτικά εγκλήματα, καθώς και στα εγκλήματα από τα οποία μπορούν να διαταραχθούν οι διεθνείς σχέσεις του κράτους, με την εξαίρεση της δωροδοκίας αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών στις διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει το δικαίωμα με προηγούμενη σύμφωνη απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου να αναβάλει την έναρξη της ποινικής δίωξης ή να αναστείλει την ποινική δίωξη. Η αναστολή της ποινικής δίωξης μπορεί να γίνει το αργότερο έως την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.15: ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΑΡΘΡΟΥ 45Β ΣΤΟΝ ΚΠΔ Μετά το άρθρο 45Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται άρθρο 45Β ως εξής: «Άρθρο 45Β Αποχή από ποινική δίωξη μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος

1.

Σε υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237 και 237Α του Ποινικού Κώδικα και τις συναφείς με αυτές πράξεις, είναι δυνατόν, μετά από έγκριση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς, να χαρακτηρίζεται ως μάρτυς δημοσίου συμφέροντος με πράξη του κατά τόπον αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς όποιος, χωρίς να εμπλέκεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στις εν λόγω πράξεις και χωρίς να αποβλέπει σε ίδιον όφελος, συμβάλλει ουσιωδώς, με τις πληροφορίες που παρέχει στις διωκτικές αρχές, στην αποκάλυψη και δίωξή τους. Η κατά το προηγούμενο εδάφιο πράξη του εισαγγελέα μπορεί να ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο και σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής δίκης, αν ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι λόγοι που τον οδήγησαν στην έκδοσή της.

2.

Αν έχει υποβληθεί έγκληση ή μήνυση για τα εγκλήματα της ψευδορκίας, της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης ή της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου του Ποινικού Κώδικα ή για τις πράξεις των παραγράφων 4 ή 8 του άρθρου 22 του ν. 2472/1997 σε υπόθεση σχετική με τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, ο αρμόδιος για την άσκηση της ποινικής δίωξης εισαγγελέας, πριν από κάθε άλλη ενέργεια, ενημερώνει σχετικά τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς.

3.

Αν ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς, κρίνει μετά από την κατά την προηγούμενη παράγραφο ενημέρωσή του, ότι η ποινική δίωξη των εγκλημάτων της ψευδορκίας, της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης ή της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου ή των εγκλημάτων των παραγράφων 4 ή 8 του άρθρου 22 του ν. 2472/1997, δεν είναι απαραίτητη για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, μπορεί να παραγγείλει στον αρμόδιο για την άσκηση της ποινικής δίωξης εισαγγελέα την οριστική αποχή από την ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.16: ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΑΡΘΡΟΥ 253Β ΣΤΟΝ ΚΠΔ Μετά το άρθρο 253Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται άρθρο 253Β ως εξής: «Άρθρο 253Β Ανακριτικές πράξεις επί εγκλημάτων διαφθοράς Ειδικά για τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237 και 237Α του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτές δεν τελούνται στο πλαίσιο εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης, η έρευνα μπορεί να συμπεριλάβει και τη διενέργεια:

το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς. Η εν λόγω παραγγελία δίδεται αν συντρέχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τελείται ήδη ή πρόκειται να επαναληφθεί η τέλεση κάποιας από τις αξιόποινες πράξεις της παραγράφου 1 και η αποκάλυψη αυτής είναι με άλλον τρόπο αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής. Κατά τη συγκαλυμμένη έρευνα ο ανακριτικός υπάλληλος ή ο ιδιώτης που ενεργεί υπό τις οδηγίες του εμφανίζεται ως ωφελούμενος ή ως μεσολαβητής ωφελουμένου προσώπου από την αξιόποινη πράξη της παραγράφου 1 και διευκολύνει στην τέλεσή της τον δράστη που την έχει προαποφασίσει. Η συγκαλυμμένη έρευνα ενεργείται για εύλογο κατά τις περιστάσεις χρονικό διάστημα, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το έτος. Ο ενεργών τη συγκαλυμμένη έρευνα μπορεί να φέρει συγκαλυμμένα στοιχεία ταυτότητας και φορολογικά ή άλλα στοιχεία και να συναλλάσσεται με αυτά για τις ανάγκες της έρευνας που διεξάγει. Οι λεπτομέρειες και η διαδικασία εκδόσεως των εν λόγω στοιχείων συγκάλυψης ορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Για τις ενέργειες του συγκαλυμμένα δρώντος συντάσσεται αναλυτική έκθεση κατά τα άρθρα 148 έως 153. Αποδεικτικά στοιχεία που αποκτήθηκαν με ενέργειες του συγκαλυμμένα δρώντος, οι οποίες δεν μνημονεύονται αναλυτικά στην έκθεση, δεν λαμβάνονται υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου.

δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτές προβλέπονται στα στοιχεία γ΄, δ΄ και ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 253Α. Στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται αναλόγως οι παράγραφοι 2 και 3 του ίδιου άρθρου.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.17.: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΩΝ Ν. 2225/1994, Ν. 2928/2001, Ν. 3691/2008, Κ.Ν. 3528/2007

1.

Το στοιχείο α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 2225/1994 (Α΄ 121) αντικαθίσταται ως εξής: «α) τα άρθρα 134,135 παρ. 1, 2 135Α, 137Α , 137Β, 138, 139, 140, 143, 144, 146,148 παρ. 2, 150, 151, 157 παρ.1, 159, 159Α γ΄, 270, 272, 275 περ. β΄, 291 παρ.1 εδάφια β΄ και γ΄, 299, 322, 323 Α παρ. 1,2,4,5 και 6, 324 παρ.2 και 3, 342 παρ. 1 και 2, 348 Α παρ.4, 351 παρ. 1, 2, 4 και 5, 374, 380, 385 παρ. 1 εδάφια α΄ και β΄ του Ποινικού Κώδικα».

2.

Στο άρθρο 9 του ν. 2928/2001 ( Α΄ 141) προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: «7. Σε υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α και 235 έως 237Α του Ποινικού Κώδικα, ακόμα κι αν δεν τελέσθηκαν στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, είναι δυνατόν να παρέχεται στους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος κατ΄ άρθρο 45Β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στους ιδιώτες κατ΄ άρθρο 253Β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο συμβάλλει ουσιωδώς στην αποκάλυψη των ως άνω αξιοποίνων πράξεων ή, εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο, και στους οικείους των προαναφερθέντων προσώπων, η προβλεπόμενη στις παραγράφους 1 έως 5 προστασία από πιθανολογούμενες πράξεις εκφοβισμού ή αντεκδίκησης.»

3.

Το στοιχείο ε΄ του άρθρου 3 του ν. 3691/2008 ( Α΄ 166), αντικαθίσταται ως εξής: «ε) δωροληψία και δωροδοκία πολιτικών προσώπων και δικαστικών λειτουργών (άρθρα 159, 159Α και 237 ΠΚ),».

4.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 51 του ν. 3691/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αν κάποια από τις αξιόποινες πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή κάποιο από τα βασικά αδικήματα των στοιχείων γ΄, δ΄ και ε΄ του άρθρου 3 τελείται προς όφελος νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο που ενεργεί είτε ατομικά είτε ως μέλος οργάνου του νομικού προσώπου και κατέχει διευθυντική θέση εντός αυτού με βάση εξουσία εκπροσώπησής του ή εξουσιοδότηση για τη λήψη αποφάσεων για λογαριασμό του ή για την άσκηση ελέγχου εντός αυτού, επιβάλλονται στο νομικό πρόσωπο, σωρευτικά ή διαζευκτικά, οι ακόλουθες κυρώσεις:».

5.

Η παράγραφος 5 του άρθρου 51 του ν. 3691/2008 «5. Οι εισαγγελικές αρχές ενημερώνουν αμέσως την κατά περίπτωση αρμόδια αρχή ή, αν πρόκειται για μη υπόχρεο νομικό πρόσωπο, τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για την άσκηση ποινικής δίωξης επί υποθέσεων στις οποίες υπάρχει εμπλοκή νομικού προσώπου υπό την έννοια των παραγράφων 1 και 2, καθώς και για τις εκδιδόμενες σχετικές δικαστικές αποφάσεις. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται η διαδικασία επιβολής των κυρώσεων, οι αρμόδιες υπηρεσίες είσπραξης, ως και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.»

6.

α. Στο άρθρο 26 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (κ.ν. 3528/2007, Α΄ 26) προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4. Ο υπάλληλος που έχει χαρακτηρισθεί ως μάρτυς δημοσίου συμφέροντος κατά το άρθρο 45Β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δεν παραλείπεται σε διαδικασία προαγωγής ούτε υπόκειται σε οποιαδήποτε πειθαρχική διαδικασία ή τιμωρείται, απολύεται ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο υφίσταται άλλη δυσμενή διακριτική μεταχείριση αμέσως ή εμμέσως και ιδίως σε θέματα υπηρεσιακής εξέλιξης, μετακίνησης ή τοποθέτησης, κατά τη διάρκεια του αναγκαίου για τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης χρόνου.» β. Στο άρθρο 110 του ν. 3528/2007 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής: «6. Αν σε υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237 και 237Α του Ποινικού Κώδικα ασκείται πειθαρχική δίωξη εναντίον υπαλλήλου ο οποίος, με τις πληροφορίες που παρέσχε στις διωκτικές αρχές, συνέβαλε ουσιωδώς στην αποκάλυψη και δίωξή τους, για τη συνέχιση της διαδικασίας το πειθαρχικό όργανο οφείλει να αποδείξει ότι η δίωξη που άσκησε δεν οφείλεται στην προαναφερθείσα ουσιώδη συμβολή του υπαλλήλου.» γ. Στο άρθρο 125 του ν. 3528/2007 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4. Κατά την προκαταρκτική εξέταση που ενεργείται για υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237 και 237Α του Ποινικού Κώδικα, προστατεύεται πλήρως η ανωνυμία των υπαλλήλων, οι οποίοι, χωρίς να εμπλέκονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στην τέλεση των ως άνω πράξεων ή να αποβλέπουν σε ίδιον όφελος, συμβάλλουν ουσιωδώς, με τις πληροφορίες που παρέχουν, στην αποκάλυψη και δίωξή τους, ακόμα και αν αυτοί δεν έχουν χαρακτηρισθεί ως μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος κατά το άρθρο 45Β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξετάσεως η ανωνυμία του υπαλλήλου προστατεύεται εφόσον αυτός υπάγεται στο καθεστώς της παραγράφου 7 του άρθρου 9 του ν. 2928/2001.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.18.: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ π.δ. 85/2005 Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ «Τμήμα Δ΄ Ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων και κεφαλαίων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες» της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του π.δ. 85/2005, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Οι αρμοδιότητες του Τμήματος είναι αυτές της παραφράφου 3 περίπτωση α΄ (Τμήμα Κοινοτικών και Εθνικών Επιδοτήσεων και Χρηματοδοτήσεων) ως προς τα θέματα: − Απατών και παρατυπιών κατά των οικονομικών συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου και της εθνικής οικονομίας γενικότερα. − Παράνομων χρηματιστηριακών και τραπεζικών εργασιών και παρανόμων χρηματοπιστωτικών συμβάσεων, συναλλαγών και δραστηριοτήτων γενικά. − Παράνομων προελεύσεων ιδιωτικών κεφαλαίων και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες του ν. 3691/2008 (Α΄ 166). − Δωροδοκιών αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών στις διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές. − Άλλων περιπτώσεων παράνομων δραστηριοτήτων, παραλείψεων και παρατυπιών, ιδιάζουσας φύσης ή ιδιαίτερου οικονομικού ενδιαφέροντος σε βάρος των συμφερόντων της Ελλάδας, που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του Σ.Δ.Ο.Ε., ο έλεγχος των οποίων έχει ανατεθεί στη Διεύθυνση Ειδικών Υποθέσεων με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδονται κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 30 παρ. 9 του ν. 3296/ 2004.» λυψη κάποιας από τις πράξεις που αναφέρονται στα άρθρα 159Α παρ. 1, 236 παράγραφοι 1 και 2, 237 παρ. 2, 237Α παρ. 2 και 237Β παράγραφο 1 του Ποινικού Κώδικα:

προσδιορισμένες σε αυτά,

τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, αν η πράξη του δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.20.: ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1.

Τα άρθρα 11 έως και 13 του ν. 5227/1931 καταργούνται.

2.

Οι περιπτώσεις στ΄, ζ΄ και η΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 2225/1994 καταργούνται.

3.

Τα άρθρα δεύτερο έως και πέμπτο του ν. 2656/1998 (Α΄ 265) καταργούνται.

4.

Τα άρθρα τρίτο έως και έκτο του ν. 2802/2000 (Α΄ 47) καταργούνται.

5.

Τα άρθρα τρίτο και όγδοο του ν. 2803/2000 (Α΄ 48) καταργούνται.

6.

Στο άρθρο έβδομο του ν. 2803/2000 διαγράφεται η λέξη «τρίτο,».

7.

Στο άρθρο δέκατο παράγραφος 1 του ν. 2803/2000 διαγράφεται το δεύτερο εδάφιο.

8.

Στο άρθρο δέκατο παράγραφος 2 του ν. 2803/2000 διαγράφονται η λέξη «τρίτο,» και η φράση «όπως επίσης εκείνες που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο,».

9.

Στο άρθρο ενδέκατο παράγραφος 2 του ν. 2803/ 2000 διαγράφεται η λέξη «τρίτο,».

10.

Τα άρθρα 4 και 5 του ν. 3213/2003 (Α΄ 309) καταργούνται.

11.

Τα άρθρα δεύτερο έως και δωδέκατο και δέκατο τέταρτο του ν. 3560/2007 (Α΄ 103) καταργούνται.

12.

Στο στοιχείο ιδ΄ του άρθρου 3 του ν. 3691/2008 διαγράφεται η λέξη «τρίτο,».

13.

Τα στοιχεία ιε΄ και ιστ΄ του άρθρου 3 του ν. 3691/ 2008 διαγράφονται.

14.

Τα άρθρα τρίτο έως και πέμπτο και έβδομο έως και δέκατο του ν. 3666/2008 (Α΄ 105) καταργούνται.

15.

Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 3 του ν. 3943/2011 (Α΄ 66) καταργείται. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΣΤ.: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΣΤ.1.: ΣΥΣΤΑΣΗ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΛΙΜΕΝΩΝ Το άρθρο 43 του ν. 4150/2013 (Α΄ 102) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 43 Ρυθμιστική Αρχή Λιμένων (Ρ.Α.Λ.)

1.

Συνιστάται στο Υπουργείο Ναυτιλίας και Αιγαίου Ρυθμιστική Αρχή Λιμένων (Ρ.Α.Λ.) ως αυτοτελής δημόσια υπηρεσία με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, εποπτευόμενη από τον Υπουργό Ναυτιλίας και Αιγαίου ως προς τον έλεγχο νομιμότητας των πράξεών της. Η Ρ.Α.Λ. έχει νομική προσωπικότητα και παρίσταται αυτοτελώς σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της ή έννομες σχέσεις που την αφορούν.

2.

Η Ρ.Α.Λ. συγκροτείται από 9 μέλη και επικουρείται στη λειτουργία της από οργανικές μονάδες, οι οποίες εξειδικεύονται με το π.δ. της παρ. 9β του παρόντος. Τα μέλη της Ρ.Α.Λ. ορίζονται για διετή θητεία, η οποία μπορεί να ανανεωθεί για μία μόνο φορά, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου κατόπιν εισήγησης του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου. Εξ αυτών ένα μέλος είναι ο Πρόεδρος, ένα ο Αντιπρόεδρος και δυο Εισηγητές, οι οποίοι είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.

3.

Τα μέλη της Ρ.Α.Λ., τα οποία απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, είναι πρόσωπα αναγνωρισμένου κύρους που διακρίνονται για την επιστημονική τους κατάρτιση και την ειδικότερη γνώση της λειτουργίας των λιμένων και του δικαίου του ανταγωνισμού και διαθέτουν εμπειρία σε ναυτιλιακές και επιχειρηματικές δραστηριότητες.

4.

Οι αποδοχές του Προέδρου, του Αντιπροέδρου και των δύο Εισηγητών της Ρ.Α.Λ. και των υπολοίπων μελών, καθώς και το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης και των δαπανών μετακίνησής τους καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτιλίας και Αιγαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3833/ 2010 (Α΄ 40).

5.

Οι υποθέσεις που άγονται ενώπιον της Ρ.Α.Λ. ανατίθενται με πράξη του Προέδρου σε Εισηγητή και εισάγονται προς συζήτηση και απόφαση ενώπιόν της. Η Ρ.Α.Λ. βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει νόμιμα, εφόσον μετέχουν στη συνεδρίαση ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος, ο Εισηγητής που έχει οριστεί για τη συγκεκριμένη υπόθεση, και δύο τουλάχιστον μέλη, αποφασίζει δε κατά πλειοψηφία των παρόντων. Στις συνεδριάσεις και διασκέψεις συμμετέχει ο Εισηγητής που έχει οριστεί για τη συγκεκριμένη υπόθεση χωρίς δικαίωμα ψήφου. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Οι κανόνες που καθορίζουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων από τη Ρ.Α.Λ., κατά την εξέταση των υποθέσεων που συζητούνται ενώπιόν της ορίζονται με το π.δ. της παρ. 9β.

6.

Οι εκτελεστές πράξεις της Ρ.Α.Λ. κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο και στον Υπουργό Ναυτιλίας και Αιγαίου. Κατ’ αυτών χωρεί αίτηση αναθεώρησης, η οποία ασκείται μέσα σε τριάντα ημέρες από τη γνώση ή την κοινοποίησή της από τον ενδιαφερόμενο ή τον Υπουργό Ναυτιλίας και Αιγαίου. Η εκδιδόμενη επί της αιτήσεως αναθεώρησης απόφαση υπόκειται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.

7.

Με το π.δ. της παραγράφου 9β ρυθμίζονται τα ειδικότερα ζητήματα σχετικά με τις αρμοδιότητες του Προέδρου και Αντιπροέδρου της Ρ.Α.Λ., την προσωπική κατάσταση των μελών της, τις περιπτώσεις έκπτωσης από τη θέση ή την αναστολή της ιδιότητάς τους, τα ασυμβίβαστα και τους περιορισμούς για την άσκηση των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων που συνεπάγεται η ιδιότητα του μέλους της Ρ.Α.Λ., καθώς και κάθε άλλο συναφές ζήτημα. 8.α. Η Ρ.Α.Λ. είναι αρμόδια για: την τήρηση των υποχρεώσεων των λιμένων στο πλαίσιο της σχετικής κείμενης – εθνικής και ευρωπαϊκής – νομοθεσίας, κυρίως σε σχέση με δημόσιες συμβάσεις, συμβάσεις παραχώρησης και τους κανόνες ανταγωνισμού, την υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας στον λιμενικό τομέα, τη διαμεσολάβηση και επίλυση διαφορών μεταξύ χρηστών και φορέων διαχείρισης, τη διαχείριση παραπόνων, και τη λήψη δεσμευτικών αποφάσεων επί αυτών σε εύλογο χρονικό διάστημα, την υποστήριξη προς τις αρμόδιες αρχές για την κατάρτιση προδιαγραφών δημοσίων συμβάσεων (παραχωρήσεις, εκμίσθωση χερσαίας ζώνης) και των σχετικών ανανεώσεων που προτείνονται από τον φορέα διαχείρισης, την παρακολούθηση της εφαρμογής των όρων των δημοσίων συμβάσεων εξασφαλίζοντας ιδίως την τήρηση του συμφωνημένου επιπέδου εξυπηρέτησης, προσδιορίζοντας τα επίπεδα απόδοσης, επενδύσεων, δημιουργίας θέσεων απασχόλησης και τη συμμόρφωση με τους χρηματοοικονομικούς στόχους, την εξασφάλιση − σε συνεργασία με την Επιτροπή Ανταγωνισμού − της πιστής εφαρμογής της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας στον κλάδο, την αποτροπή κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, εναρμονισμένων πρακτικών, εξοντωτικής τιμολόγησης και άλλων πρακτικών που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό, την έκδοση δεσμευτικών οδηγιών για θέματα σχετικά με την απλούστευση, διαφάνεια και εναρμόνιση τελών κοινού ενδιαφέροντος για όλους τους ελληνικούς λιμένες, προωθώντας τον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ εγχώριων λιμένων, την γνωμοδότηση επί της μεθοδολογίας και του καθορισμού των τελών λιμενικών υπηρεσιών και των τελών λιμενικών υποδομών, τη γνωμοδότηση – κατόπιν σχετικού ερωτήματος – στο Υπουργείο Ναυτιλίας και Αιγαίου επί ειδικών θεμάτων λιμένων − περιλαμβανομένων και μέτρων για την ανάπτυξη και εκσυγχρονισμό του εθνικού λιμενικού συστήματος. β. Η Ρ.Α.Λ. συνεργάζεται με την Επιτροπή Ανταγωνισμού και μπορεί να ζητεί τη γνώμη της σε θέματα ανταγωνισμού ή να παραπέμπει σε αυτήν υποθέσεις, οι οποίες ενδέχεται να εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του ν. 3959/ 2011 και στην αρμοδιότητα της Επιτροπής Ανταγωνισμού. 9.α. Στη Ρ.Α.Λ. συνιστάται Γενική Διεύθυνση, της οποίας προΐσταται Γενικός Διευθυντής. Η Γενική Διεύθυνση αποτελείται από μία Διεύθυνση Παρακολούθησης και Ελέγχου Αγοράς, η οποία περιλαμβάνει οπωσδήποτε Τμήματα Νομικής και Οικονομικής Τεκμηρίωσης, και μία Διεύθυνση Διοικητικής και Οικονομικής Υποστήριξης, η οποία με τα αντίστοιχα τμήματα εξασφαλίζει την αυτοτελή διοίκηση του προσωπικού και οικονομική διαχείριση των πόρων της Ρ.Α.Λ.. Για τη νομική υποστήριξη της Ρ.Α.Λ. συνιστάται Γραφείο Νομικής Υποστήριξης, υπαγόμενο απευθείας στον Πρόεδρο αυτής. β. Η οργάνωση και η διάρθρωση των οργανικών μονάδων της Ρ.Α.Λ. σε διευθύνσεις, τμήματα και γραφεία, οι αρμοδιότητες αυτών, ο τρόπος πρόσληψης ή επιλογής και οι αρμοδιότητες του Γενικού Διευθυντή, των διευθυντών και των προϊσταμένων των τμημάτων και γραφείων, τα προσόντα του προσωπικού, η κατανομή αυτού σε κλάδους και ειδικότητες και κάθε άλλο σχετικό θέμα καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Ναυτιλίας και Αιγαίου, Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ύστερα από γνώμη της Ρ.Α.Λ.. γ. Για τη στελέχωση των οργανικών μονάδων της Ρ.Α.Λ. συνιστώνται τριάντα πέντε θέσεις μόνιμου και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού. Ειδικότερα: αα. Ειδικό επιστημονικό Προσωπικό: είκοσι πέντε (25) θέσεις. ββ. Διοικητικό Προσωπικό: δέκα (10) θέσεις. Επιπροσθέτως συνιστώνται τρεις (3) θέσεις δικηγόρων με έμμισθη εντολή, οι οποίοι στελεχώνουν το Γραφείο Νομικής Υποστήριξης, δύο (2) θέσεις ειδικών συνεργατών, ως μετακλητών υπαλλήλων, οι οποίοι επικουρούν τον Πρόεδρο της Ρ.Α.Λ. και έχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 63/2005, και δύο (2) θέσεις δημοσιογράφων. Με το ανωτέρω προεδρικό διάταγμα είναι δυνατή η αύξηση του αριθμού των ανωτέρω θέσεων, οι οποίες όμως σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβούν συνολικά τις πενήντα (50). 10.α. Η πλήρωση των θέσεων γίνεται με: α) διορισμό ή πρόσληψη σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2190/1994,

εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται από το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994. Η μετάταξη και η απόσπαση διενεργούνται με κοινή απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού, χωρίς τη γνώμη υπηρεσιακού συμβουλίου ή άλλου οργάνου, οι δε μετατασσόμενοι και αποσπώμενοι οφείλουν να συγκεντρώνουν τα προσόντα του αντίστοιχου διοριζόμενου ή προσλαμβανόμενου. β. Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου είναι δυνατόν να αποσπάται ή μετατάσσεται στη Ρ.Α.Λ. προσωπικό που υπηρετεί σε νομικά πρόσωπα εποπτευόμενα από τον Υπουργό Ναυτιλίας και Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένων των Οργανισμών Λιμένος Α.Ε., σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

11.

Οι πόροι της Ρ.Α.Λ. προέρχονται από τέλος, το οποίο επιβάλλεται ετησίως με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτιλίας και Αιγαίου επί των Οργανισμών Λιμένων Α.Ε. και των Λιμενικών Ταμείων. Το ύψος του τέλους δεν μπορεί να είναι ανώτερο από 0,2% των ετήσιων εσόδων για τα Λιμενικά Ταμεία και 0,3% για τους Οργανισμούς Λιμένων Α.Ε.. Με απόφαση των ανωτέρω Υπουργών ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τη διαδικασία είσπραξης και απόδοσης του τέλους αυτού. Η Ρ.Α.Λ. είναι δυνατόν να επιχορηγείται από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου σε ποσοστό που δεν μπορεί να υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) του ετήσιου προϋπολογισμού της. 12.α. Με αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ρ.Α.Λ. είναι δυνατή η κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους εγγραφή ή αύξηση πιστώσεων στον προϋπολογισμό της με μείωση άλλων πιστώσεων.

δύναται να διατίθεται ετησίως ποσοστό έως είκοσι τοις εκατό (20%) του αποθεματικού της Ρ.Α.Λ. για τη χρηματοδότηση μελετών και εκτέλεσης δημόσιων λιμενικών καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια.».

13.

Η μετατροπή της Ρ.Α.Λ. σε Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή ρυθμίζεται με διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Ναυτιλίας και Αιγαίου, μετά την πάροδο διετίας από το χρόνο εκδόσεως του διατάγματος της παραγράφου 9β του παρόντος άρθρου.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΣΤ.2.: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ Ν. 2932/ 2001 ΚΑΙ π.δ. 120/1997

1.

Οι παράγραφοι 1 και 4 του άρθρου τέταρτου του ν. 2932/2001 (Α΄ 145), όπως ισχύουν, αντικαθίστανται ως εξής: «1. Ο πλοιοκτήτης, προκειμένου να δρομολογήσει πλοίο ή πλοία, υποβάλλει στο Υπουργείο δήλωση, στην οποία αναγράφει την επωνυμία και την έδρα ή την κατοικία του και προκειμένου περί φυσικού προσώπου το ονοματεπώνυμο και την ιθαγένειά του. Αν έχει έδρα ή κατοικεί σε άλλο κράτος−μέλος, αναγράφει και ότι έχει κατά νόμο διορίσει εκπρόσωπο, διαχειριστή και αντίκλητο εγκατεστημένο στην Ελλάδα, καθώς και τα στοιχεία διορισμού αυτού. Επίσης αναγράφει τα στοιχεία προσδιορισμού του πλοίου, τα δρομολόγια που θα εκτελεί σε συγκεκριμένη γραμμή ή γραμμές του δικτύου, τους λιμένες αφετηρίας, τελικού προορισμού και ενδιάμεσους, κατά σειρά προσέγγισης, τις ημέρες και ώρες απόπλου και κατάπλου του πλοίου από και σε αυτούς, τον προγραμματιζόμενο χρόνο της ετήσιας επιθεώρησης του πλοίου εντός της δρομολογιακής περιόδου και κάθε άλλο στοιχείο, που καθορίζεται με την απόφαση της επόμενης παραγράφου.» «4. Το Υπουργείο μπορεί να τροποποιήσει στο αναγκαίο μέτρο τη δήλωση ως προς τα στοιχεία των δρομολογίων, αν αιτιολογημένα κρίνεται: α) ότι οι συνθήκες σε λιμένα ή λιμένες δεν επιτρέπουν για λόγους ασφάλειας του πλοίου και τάξης στο λιμένα την εκτέλεση των δρομολογίων που ζητήθηκαν, β) ότι το πλοίο δεν μπορεί απρόσκοπτα να καταπλεύσει και να εκτελέσει τη μεταφορά σε συγκεκριμένο χώρο του λιμένα και στο χρόνο που δηλώνει και γ) ότι η συχνότητα των δρομολογίων ή ο προγραμματισμένος χρόνος διακοπής των δρομολογίων δεν ανταποκρίνεται στις πάγιες κατά τη διάρκεια της δρομολογιακής περιόδου ανάγκες τακτικής παροχής υπηρεσιών. Στις περιπτώσεις α΄ και β΄ καλούνται οι πλοιοκτήτες να προσαρμόσουν με συμφωνία τα δρομολόγιά τους στις αναγκαίες χρονικές αποστάσεις για την επίλυση των προβλημάτων αυτών. Αν εντός πέντε (5) ημερών δεν επιτευχθεί συμφωνία, ο Υπουργός αποφασίζει για τις αναγκαίες μεταβολές των δρομολογίων κατόπιν σχετικής γνωμοδότησης του Συμβουλίου Ακτοπλοϊκών Συγκοινωνιών (Σ.Α.Σ.).»

2.

Η παράγραφος 2 του άρθρου τέταρτου α΄ του ν. 2932/2001, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «2. Ο πλοιοκτήτης, προκειμένου να δρομολογήσει πλοίο ή πλοία, υποβάλλει στο Υπουργείο δήλωση, στην οποία αναγράφει την επωνυμία και την έδρα ή την κατοικία του και προκειμένου περί φυσικού προσώπου το ονοματεπώνυμο και την ιθαγένειά του. Αν έχει έδρα ή κατοικεί σε άλλο κράτος−μέλος, αναγράφει και ότι έχει κατά νόμο διορίσει εκπρόσωπο, διαχειριστή και αντίκλητο εγκατεστημένο στην Ελλάδα, καθώς και τα στοιχεία διορισμού αυτού. Επίσης αναγράφει τα στοιχεία προσδιορισμού του πλοίου, τα δρομολόγια που θα εκτελεί σε συγκεκριμένη γραμμή ή γραμμές, τους λιμένες αφετηρίας, τελικού προορισμού και ενδιάμεσους, κατά σειρά προσέγγισης, τις ημέρες και ώρες απόπλου και κατάπλου του πλοίου από και σε αυτούς, και κάθε άλλο στοιχείο, που καθορίζεται με την απόφαση της παραγράφου 2 του άρθρου τέταρτου.»

3.

Η παράγραφος 1 του άρθρου όγδοου του ν. 2932/ 2001, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αν δεν υποβληθούν δηλώσεις για δρομολόγηση πλοίου σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου τέταρτου, όπως ισχύει κάθε φορά ή οι δηλώσεις που έχουν υποβληθεί δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών ή δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της συνέχειας και τακτικότητας του δικτύου ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών και της πλήρους εξυπηρέτησης του μεταφορικού έργου, ο Υπουργός μπορεί να συνάπτει σύμβαση ή συμβάσεις ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας διάρκειας ενός έως πέντε ετών για την αποκλειστική εξυπηρέτηση συγκεκριμένης γραμμής ή γραμμών.»

4.

Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 3 και η παράγραφος 5 του άρθρου έκτου του ν. 2932/2001 (Α΄ 145) όπως ισχύουν, αντικαθίστανται ως εξής: «α) Για χρονικό διάστημα μέχρι 60 ημέρες εντός του οποίου διενεργείται υποχρεωτικά, εφόσον απαιτείται, και η ετήσια επιθεώρηση του πλοίου. Το χρονικό αυτό διάστημα δύναται: i) Να αυξηθεί με απόφαση των αρμόδιων αρχών για λόγους ανωτέρας βίας, όπως γενική ή μερική απεργία, εμπορικός αποκλεισμός εισαγωγής ή μεταφοράς αναγκαίων υλικών, φυσικές καταστροφές, που επηρεάζουν άμεσα την πρόοδο και την αποπεράτωση των εργασιών του πλοίου, για ίσο χρονικό διάστημα διάρκειας των λόγων αυτών, ύστερα από αίτημα του πλοιοκτήτη από το οποίο προκύπτει επαρκώς και τεκμηριωμένα η επέλευση και η διάρκεια των λόγων ανωτέρας βίας. ii) Να κατανεμηθεί ανεξαρτήτως του συνολικού αριθμού ημερών ανά πλοίο ως ακολούθως: Σε περίπτωση διακοπής δρομολογίων λιγότερης των 60 ημερών ανά πλοίο, ο πλοιοκτήτης δύναται να μεταφέρει τις υπολειπόμενες ημέρες, σε πλοίο ή πλοία του που είναι δρομολογημένα στην ίδια γραμμή. Με απόφαση του Υπουργού μετά από γνώμη του ΣΑΣ, ο πλοιοκτήτης μπορεί να κατανείμει τις συνολικές ημέρες διακοπής δρομολογίων που προκύπτουν από τα δρομολογημένα πλοία του, ανεξάρτητα σε ποια γραμμή είναι δρομολογημένα, με την προϋπόθεση προηγούμενης έκδοσης των ανακοινώσεων δρομολόγησης των πλοίων και κάλυψης των συγκοινωνιακών αναγκών των γραμμών. Το δικαίωμα κατανομής των συνολικών ημερών διακοπής δρομολογίων σύμφωνα με τα ανωτέρω, παρέχεται και σε δρομολογημένα πλοία, που ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιριών ή στην ίδια μητρική επιχείρηση ή σε άλλη ναυτική εταιρία υπό κοινή διαχείριση σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παραγράφου 6 του άρθρου τρίτου. Για πλοία που διέκοψαν τα δρομολόγιά τους σύμφωνα με το εδάφιο αυτό, ο πλοιοκτήτης διατηρεί το δικαίωμα «5. Με απόφαση του Υπουργού, ύστερα από αίτηση του πλοιοκτήτη και γνώμη του Σ.Α.Σ., μπορεί να ορίζεται ειδικότερα η διακοπή εκτέλεσης δρομολογίων: α) μέχρι σαράντα πέντε συνεχόμενες ημέρες, εφόσον οι συγκοινωνιακές ανάγκες της γραμμής καλύπτονται από τα ήδη δρομολογημένα πλοία, β) σε γραμμή ή γραμμές μικρών αποστάσεων με εποχιακή μόνο κίνηση. Το αίτημα διακοπής εκτέλεσης δρομολογίων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου αυτής και μέχρι τη σύγκληση του Σ.Α.Σ. μπορεί να γίνεται αποδεκτό από υφιστάμενα όργανα, εξουσιοδοτημένα με απόφαση του Υπουργού.»

5.

Στο τέλος του άρθρου 1 του π.δ. 120/1997 (Α΄ 110) όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής: «3. Για τις ανάγκες του παρόντος, εφοπλιστής ή πλοιοκτήτης είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κοινοπραξία ή ένωση εταιρειών ή όμιλος εταιρειών που παρέχει υπηρεσίες θαλάσσιας μεταφοράς σε δρομολογιακή γραμμή ή γραμμές.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΣΤ.3.: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΩΝ ΣΤΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ Στο άρθρο 1 του α.ν. 3276/1944 (Α΄ 24), όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4.α) Προκειμένου περί Επιβατηγών και ΕπιβατηγώνΟχηματαγωγών πλοίων που εκτελούν δρομολογιακούς πλόες μεταξύ λιμένων στην ημεδαπή, κάθε θέμα από τα οριζόμενα στην παρ.1 του παρόντος άρθρου, που δύναται να καθορίζεται με συλλογική σύμβαση, επιτρέπεται να ρυθμίζεται και με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις. Όσο διαρκεί η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Πολιτικής, τα οριζόμενα στην παρ.1 του άρθρου 5 δεν ισχύουν στην περίπτωση που έχουν συναφθεί επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις.» ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΖ ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΖ.1: Ρυθμίσεις νια την ένταξη ιατρών των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. σε καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης Α) Διαθεσιμότητα

1.

Το σύνολο του ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού που μετατάχθηκε/μεταφέρθηκε με τις διατάξεις του ν. 4172/2013 (Α΄167) από τις πρώην Υπηρεσίες νοσοκομειακής υποστήριξης του ΙΚΑ − ΕΤΑΜ, στα νοσοκομεία του ΕΣΥ, σε προσωποπαγείς θέσεις με σχέση εργασίας μόνιμη και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και το σύνολο του ως άνω προσωπικού που κατέλαβε αντίστοιχες θέσεις κατ’ εφαρμογή του ν. 4172/2013, όπως ισχύει, τίθεται, αυτοδικαίως, από 8 Απριλίου 2014 σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Το ανωτέρω προσωπικό παραμένει σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί ένα (1) μήνα και στη συνέχεια, μετατάσσεται/μεταφέρεται, μετά από αίτηση − δήλωση αποδοχής, με τους όρους και τις προϋποθέσεις των διατάξεων της παραγράφου Β, σε οργανικές θέσεις, κλάδου ΠΕ ιατρών − οδοντιάτρων πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συνιστάται στα νοσοκομεία του ΕΣΥ για το σκοπό αυτόν. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, εξακολουθούν να καταβάλλονται από τον φορέα προέλευσης οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη. Οι εισφορές αυτές, από τη θέση του υπαλλήλου σε διαθεσιμότητα και για το χρονικό διάστημα που αυτή διαρκεί, προσδιορίζονται στο 75% των αποδοχών αυτού.

2.

Κατ’ εξαίρεση των διατάξεων της υποπαραγράφου 1, τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας δεκαπέντε (15) ημερών όσοι εκ των ανωτέρω περιγραφόμενων υπαλλήλων εμπίπτουν στις ακόλουθες κοινωνικές κατηγορίες:

67% και άνω,

έως 3, του άρθρου πρώτου του ν. 1910/1944 (Α΄ 229), όπως στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., όπως αυτός ισχύει σήμερα,

τέκνο τελεί σε αναπηρία, σε ποσοστό 67% και άνω και ανήκει στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών, σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., όπως αυτός ισχύει σήμερα και του οποίου το ετήσιο συνολικό εισόδημα του εξαρτώμενου δεν ξεπερνά τις 12.000 ευρώ,

αποφάσεως, ασκεί, κατ’ αποκλειστικότητα, τη γονική μέριμνα τέκνου, συνοικεί με αυτό και αυτό ανήκει στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών, σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., όπως αυτός ισχύει σήμερα, εφόσον το συνολικό ετήσιο εισόδημα του εξαρτώμενου τέκνου δεν ξεπερνά τις 12.000 ευρώ,

με τον συμπαραστατούμενο και το συνολικό ετήσιο εισόδημα του συμπαραστατούμενου δεν ξεπερνά τις 12.000 ευρώ,

τίθεται, δυνάμει του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας. Στην περίπτωση αυτή, με κοινή αίτηση των της παρούσας παραγράφου υπέρ του ενός εκ των δύο συζύγων,

κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013. Το γεγονός αυτό κοινοποιείται προς την υπηρεσία προέλευσης του υπαλλήλου που πρόκειται να τεθεί, δυνάμει του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας, με ευθύνη του και προκειμένου αυτός να υπαχθεί στις ευνοϊκότερες ρυθμίσεις της παρούσας παραγράφου,

και μέσω της κινητικότητας έχει μεταταχθεί/μεταφερθεί σε Φορέα που με το παρόν εντάσσεται σε μεταρρυθμιστική δράση.

3.

Οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του φορέα προέλευσης. Β) Κινητικότητα

1.

Οι αναφερόμενοι στις υποπαραγράφους 1 και 2 της παραγράφου Α υπάλληλοι, που έχουν τεθεί σε καθε γανικές θέσεις του κλάδου ΠΕ ιατρών − οδοντιάτρων πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συστήνονται για το σκοπό αυτόν στον Φορέα όπου υπηρετούν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υποπαράγραφο 1 της παραγράφου Α, κατόπιν αιτήσεων − δηλώσεών τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψιν και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει. Οι ανωτέρω αιτήσεις − δηλώσεις υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων της ως άνω υποπαραγράφου 3 της παραγράφου Α. Οι εν λόγω αιτήσεις − δηλώσεις υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν.1599/1986 (Α΄75) και υποβάλλονται αυτοπροσώπως ή με νόμιμη εξουσιοδότηση στις αρμόδιες υπηρεσίες του φορέα προέλευσής τους.

2.

Το ανωτέρω προσωπικό που ασκεί, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο έχει υποβάλει αίτηση αποδοχής θέσης του κλάδου ΠΕ ιατρών − οδοντιάτρων πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στον φορέα όπου υπηρετεί, οφείλει, κατά το χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα είναι αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα, από τον υπόχρεο, αμέσως μετά τη λήψη της, το αργότερο εντός μηνός από την ανάληψη υπηρεσίας, επί ποινή απολύσεως.

3.

Οι μετατασσόμενοι/μεταφερόμενοι ως άνω υπάλληλοι οφείλουν να παρουσιαστούν, στην αρμόδια υπηρεσία του Φορέα τους, την επόμενη εργάσιμη ημέρα από τη λήξη της, ανά περίπτωσης, διαθεσιμότητας.

4.

Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης − δήλωσης αποδοχής, ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των υποπαραγράφων 1 και 2, της παραγράφου Α του παρόντος.

5.

Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος/μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, απολύεται αυτοδικαίως.

6.

Οι αποφάσεις μετάταξης/μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του Φορέα υποδοχής και ισχύουν από την επομένη της λήξης του ανά περίπτωση προβλεπόμενου στο παρόν χρόνου διαθεσιμότητας. Γ) Ένταξη και κατάταξη στο Εθνικό Σύστημα Υγείας Εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης / μεταφοράς, το ως άνω προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται, αυτοδικαίως, σε θέσεις κλάδου ιατρών Ε.Σ.Υ., σύμφωνα με τα κατωτέρω οριζόμενα. Δ) Αξιολόγηση και Κατάταξη στον Κλάδο Ιατρών ΕΣΥ

1.

Το ως άνω ιατρικό και οδοντιατρικό προσωπικό που μετατάσσεται/μεταφέρεται ως ανωτέρω, αξιολογείται με την υφιστάμενη για τους ειδικευμένους ιατρούς ΕΣΥ διαδικασία και εντάσσεται στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ κατόπιν αιτήσεως. Η σχετική αίτηση υποβάλλεται σε διάστημα ενός (1) μήνα από την ανάληψη των καθηκόντων του σε θέσεις ΠΕ ιατρών − οδοντιάτρων πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Το εν λόγω προσωπικό δύναται να καταταχθεί στους βαθμούς του Διευθυντή, του Επιμελητή Α΄ ή του Επιμελητή Β΄. Όσοι δεν επιθυμούν να υποβάλουν σχετική αίτηση ή δεν αξιολογηθούν θετικά για ένταξη στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ, παραμένουν στον κλάδο που έχουν μεταταχθεί / μεταφερθεί.

2.

Σε κάθε νοσοκομείο υποδοχής συστήνεται πενταμελές Συμβούλιο Αξιολόγησης Ιατρών το οποίο αποτελείται από τον Διοικητή του νοσοκομείου ως Πρόεδρο αναπληρούμενο από τον νόμιμο αναπληρωτή του και 4 μέλη με τους αναπληρωτές τους, Διευθυντές ή Επιμελητές Α’, έναν από κάθε τομέα ιατρικής υπηρεσίας. Στην περίπτωση που δεν υφίσταται κάποιος από τους τομείς η θέση του μέλους και του αναπληρωτή του καταλαμβάνεται από Διευθυντή ή Επιμελητή Α΄ του παθολογικού τομέα. Το εν λόγω Συμβούλιο συγκροτείται, μετά από εισήγηση του Διοικητή της οικείας ΔΥΠΕ, με απόφαση του Υπουργού Υγείας. Είναι αρμόδιο για τον έλεγχο των ουσιαστικών κριτηρίων των αιτούντων προς ένταξη στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ. Τα προσόντα κάθε υποψήφιου αξιολογούνται επί τη βάσει των τεσσάρων κριτηρίων αξιολόγησης που προβλέπονται στην ΔΥ13α/ οικ.39832/1997 (Β΄ 1088). Η κατάταξη των υποψηφίων σε βαθμό γίνεται σύμφωνα με τα χρόνια προϋπηρεσίας τους. Με συνολική υπηρεσία μέχρι 10 έτη στον εισαγωγικό βαθμό του Επιμελητή Β΄. Με συνολική υπηρεσία άνω των 10 ετών και μέχρι τα 25 στο βαθμό του Επιμελητή Α΄. Με συνολική υπηρεσία άνω των 25 ετών στο βαθμό του Διευθυντή. Ως υπηρεσία νοείται η υπηρεσία σε δομές του Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης από τον οποίο προέρχεται.

3.

Κατά την πρώτη εφαρμογή της παρούσας διαδικασίας τα όρια ηλικίας που τίθενται για τους ειδικευμένους ιατρούς ΕΣΥ δεν ισχύουν, αλλά αρκεί οι υποψήφιοι να μην έχουν υπερβεί το 67° έτος της ηλικίας τους. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΖ.2 Α) Διαθεσιμότητα

1.

Το σύνολο των υπαλλήλων του κλάδου ΥΕ Φυλάκων − Νυκτοφυλάκων, οι οποίοι κατέχουν οργανικές ή προσωποπαγείς θέσεις στα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. με σχέση εργασίας μόνιμη ή Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου (ΙΔΑΧ), καθώς και όλοι οι υπηρετούντες σε αντίστοιχη ειδικότητα του κλάδου ΥΕ Βοηθητικού Προσωπικού (φύλακες ή Νυκτοφύλακες) των νοσοκομείων του ΕΣΥ, τίθεται αυτοδικαίως, από 8 Απριλίου 2014 σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί ένα (1) μήνα και εν συνεχεία μετατάσσονται / μεταφέρονται, μετά από αίτηση − δήλωση αποδοχής, με τους όρους και τις προϋποθέσεις των διατάξεων της παραγράφου Β, είτε σε κενές οργανικές θέσεις είτε σε οργανικές θέσεις του κλάδου ΥΕ Βοηθητικού Υγειονομικού Προσωπικού που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν στο νοσοκομείο προέλευσής τους. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Κατά τη δι ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη. Οι εισφορές αυτές, από τη θέση του υπαλλήλου σε διαθεσιμότητα και για το χρονικό διάστημα που αυτή διαρκεί, προσδιορίζονται στο 75% των αποδοχών αυτού.

2.

Κατ’ εξαίρεση των διατάξεων της υποπαραγράφου 1, τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας δεκαπέντε (15) ημερών όσοι εκ των ανωτέρω περιγραφομένων υπαλλήλων εμπίπτουν στις ακόλουθες κοινωνικές κατηγορίες:

67% και άνω,

έως 3, του άρθρου πρώτου του ν. 1910/1944 (Α΄229), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του ν. 3454/2006 (Α΄75) στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., όπως αυτός ισχύει σήμερα,

τέκνο τελεί σε αναπηρία, σε ποσοστό 67% και άνω και ανήκει στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών, σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., όπως αυτός ισχύει σήμερα, και του οποίου το ετήσιο συνολικό εισόδημα του εξαρτώμενου δεν ξεπερνά τις 12.000 ευρώ,

αποφάσεως, ασκεί, κατ’ αποκλειστικότητα, τη γονική μέριμνα τέκνου, συνοικεί με αυτό και αυτό ανήκει στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών, σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., όπως αυτός ισχύει σήμερα, εφόσον το συνολικό ετήσιο εισόδημα του εξαρτώμενου τέκνου δεν ξεπερνά τις 12.000 ευρώ,

με τον συμπαραστατούμενο και το συνολικό ετήσιο εισόδημα του συμπαραστατούμενου δεν ξεπερνά τις 12.000 ευρώ,

τίθεται, δυνάμει του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας. Στην περίπτωση αυτή, με κοινή αίτηση των της παρούσας παραγράφου υπέρ του ενός εκ των δύο συζύγων.

κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013. Το γεγονός αυτό, κοινοποιείται προς την υπηρεσία προέλευσης του υπαλλήλου που πρόκειται να τεθεί, δυνάμει του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας, με ευθύνη του και προκειμένου αυτός να υπαχθεί στις ευνοϊκότερες ρυθμίσεις της παρούσας παραγράφου,

και μέσω της κινητικότητας έχει μεταταχθεί/μεταφερθεί σε φορέα που με το παρόν εντάσσεται σε μεταρρυθμιστική δράση.

3.

Οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του φορέα προέλευσης. Β) Κινητικότητα

1.

Οι αναφερόμενοι στις υποπαραγράφους 1 και 2, της παραγράφου Α υπάλληλοι, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας μετατάσσονται/μεταφέρονται, με την ίδια εργασιακή σχέση που είχαν (μόνιμη ή Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου (ΙΔΑΧ), είτε σε κενές οργανικές θέσεις του κλάδου ΥΕ Βοηθητικού Υγειονομικού Προσωπικού του φορέα όπου υπηρετούν είτε σε θέσεις του ανωτέρω κλάδου που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, στον ίδιο Φορέα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υποπαράγραφο 1 της παραγράφου Α, κατόπιν αιτήσεων − δηλώσεών τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης. Οι ανωτέρω αιτήσεις − δηλώσεις υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους στις αρμόδιες υπηρεσίες του Φορέα προέλευσης, εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων της ως άνω υποπαραγράφου 3 της παραγράφου Α και υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν.1599/1986 (Α΄ 75).

2.

Οι μετατασσόμενοι/μεταφερόμενοι ως άνω υπάλληλοι οφείλουν να παρουσιαστούν, στην αρμόδια υπηρεσία του Φορέα τους, την επόμενη εργάσιμη ημέρα από τη λήξη της, ανά περίπτωση, διαθεσιμότητας.

3.

Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης − δήλωσης αποδοχής, ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των υποπαραγράφων 1 και 2 της παραγράφου Α του παρόντος.

4.

Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος/μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, απολύεται αυτοδικαίως.

5.

Οι αποφάσεις μετάταξης/μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του Φορέα υποδοχής και ισχύουν από την επόμενη της λήξης του ανά περίπτωση προβλεπόμενου στο παρόν χρόνου διαθεσιμότητας. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΖ.3 ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΔΟΜΕΣ ΤΩΝ ΕΝΙΑΙΩΝ Ν.Π.Δ.Δ. ΤΟΥ ΕΣΥ − ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΩΝ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΩΝ ΤΟΥ ΕΣΥ Α) Τροποποίηση συμπλήρωση των διατάξεων του ν. 4052/2012

1.

Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 2 του ν. 4052/ 2012 (Α΄ 41) αντικαθίσταται ως εξής: «Κάθε ενιαίο Ν.Π.Δ.Δ., αποκαλούμενο εφεξής «Νοσοκομείο του ΕΣΥ» που αποτελείται από: α) την οργανική μονάδα της έδρας του και β) τις αποκεντρωμένες οργανικές του μονάδες, έχει Διοικητή οι αρμοδιότητες του οποίου ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 7 και επ. του ν. 3329/2005 (Α΄81), όπως ισχύει». B) Κατάργηση − Μετατροπή οργανικών μονάδων και ρύθμιση θεμάτων προσωπικού Κατ’ εξαίρεση των διατάξεων των υποπαραγράφων Β1 και Β2 τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας δεκαπέντε (15) ημερών όσοι εκ των ανωτέρω περιγραφόμενων υπαλλήλων εμπίπτουν στις ακόλουθες κοινωνικές κατηγορίες:

67% και άνω,

έως 3, του άρθρου πρώτου του ν. 1910/1944 (Α΄ 229), όπως στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., όπως αυτός ισχύει σήμερα,

τέκνο τελεί σε αναπηρία, σε ποσοστό 67% και άνω και ανήκει στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών, σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., όπως αυτός ισχύει σήμερα και του οποίου το ετήσιο συνολικό εισόδημα του εξαρτώμενου δεν ξεπερνά τις 12.000 ευρώ,

αποφάσεως, ασκεί, κατ’ αποκλειστικότητα, τη γονική μέριμνα τέκνου, συνοικεί με αυτό και αυτό ανήκει στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών, σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., όπως αυτός ισχύει σήμερα, εφόσον το συνολικό ετήσιο εισόδημα του εξαρτώμενου τέκνου δεν ξεπερνά τις 12.000 ευρώ,

με τον συμπαραστατούμενο και το συνολικό ετήσιο εισόδημα του συμπαραστατούμενου δεν ξεπερνά τις 12.000 ευρώ,

τίθεται, δυνάμει του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας. Στην περίπτωση αυτή, με κοινή αίτηση των της παρούσας παραγράφου υπέρ του ενός εκ των δύο συζύγων.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)