Νόμοι — ΦΕΚ A' 86/2012

Type Νόμος
Publication 2012-04-11
State In force
Source ΦΕΚ
articles 318
Reform history JSON API

ΝΟΜΙΚΗ ΘΕΣΗ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΟΥ ΕΤΑΙΡΟΥ

Άρθρο 274

Διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων

1.

O ετερόρρυθμος εταίρος δεν συμμετέχει στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, ούτε στη λήψη των αποφάσεων, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση.

2.

Ο ετερόρρυθμος εταίρος δεν έχει δικαίωμα εναντίωσης σε πράξη που ενεργεί άλλος διαχειριστής εταίρος, μην τελέσει την πράξη αυτή.

Άρθρο 275

Δικαίωμα ελέγχου Ο ετερόρρυθμος εταίρος έχει δικαίωμα ελέγχου των εταιρικών λογαριασμών και των βιβλίων της εταιρείας, εκτός αντίθετης πρόβλεψης στην εταιρική σύμβαση.

Άρθρο 276

Πράξεις ανταγωνισμού Ο ετερόρρυθμος εταίρος δεν μπορεί να ενεργεί για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου πράξεις που ανάγονται στο αντικείμενο της εταιρείας, εκτός αντίθετης πρόβλεψης στην εταιρική σύμβαση.

Άρθρο 277

Κέρδη και ζημίες Οι διατάξεις του άρθρου 255 ισχύουν και ως προς τον ετερόρρυθμο εταίρο. Ο ετερόρρυθμος εταίρος συμμετέχει στις ζημίες της εταιρείας έως το ποσό της εισφοράς του, εκτός αν στην εταιρική σύμβαση προβλέπεται η συμμετοχή του για ορισμένο μεγαλύτερο χρηματικό ποσό.

Άρθρο 278

Εξουσία εκπροσώπησης

1.

Ο ετερόρρυθμος εταίρος δεν έχει εξουσία εκπροσώπησης της εταιρείας.

2.

Με την εταιρική σύμβαση μπορεί να ανατίθεται σε ετερόρρυθμο εταίρο η εκπροσώπηση της εταιρείας. Για κάθε πράξη εκπροσώπησης από μέρους ετερόρρυθμου εταίρου ευθύνεται ο ίδιος ως ομόρρυθμος, εκτός αν ο τρίτος που συναλλάχθηκε μαζί του γνώριζε ότι είναι ετερόρρυθμος εταίρος.

Άρθρο 279

Ευθύνη ετερόρρυθμου εταίρου

1.

O ετερόρρυθμος εταίρος, που έχει καταβάλει στην εταιρεία την εισφορά του, δεν ευθύνεται για τα χρέη της εταιρείας. Σε αντίθετη περίπτωση ευθύνεται προσωπικά μέχρι του ποσού της εισφοράς του.

2.

Ο εισερχόμενος μετά τη σύσταση της εταιρείας ετερόρρυθμος εταίρος ευθύνεται και για τα προ της εισόδου του χρέη, σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3.

Αντίθετη συμφωνία όσον αφορά στην ευθύνη του ετερόρρυθμου εταίρου, όπως ορίζεται στο παρόν άρθρο, δεν ισχύει έναντι των τρίτων.

Άρθρο 280

Ευθύνη ετερόρρυθμου εταίρου πριν την καταχώριση της εταιρείας Σε περίπτωση έναρξης λειτουργίας της εταιρείας πριν από την εγγραφή της στο Γ.Ε.ΜΗ., κάθε ετερόρρυθμος εταίρος ευθύνεται για τα χρέη που δημιουργήθηκαν κατά το διάστημα αυτό ως ομόρρυθμος, εκτός αν οι τρίτοι γνώριζαν ότι συμμετείχε στην εταιρεία ως ετερόρρυθμος εταίρος. Το ίδιο ισχύει και αν ο ετερόρρυθμος εταίρος εισήλθε στην εταιρεία μετά την έναρξη λειτουργίας της, αλλά πριν από την εγγραφή της στο Γ.Ε.ΜΗ.

Άρθρο 281

Λύση της εταιρείας

1.

Σε περίπτωση εξόδου, αποκλεισμού ή θανάτου του μοναδικού ομόρρυθμου εταίρου, η ετερόρρυθμη εταιρεία λύνεται, εκτός αν με τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης, που πρέπει να καταχωρισθεί μέσα σε δύο μήνες στο Γ.Ε.ΜΗ., ένας από τους ετερόρρυθμους εταίρους καταστεί ομόρρυθμος εταίρος ή αν εισέλθει στην εταιρεία νέος εταίρος ως ομόρρυθμος. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το άρθρο 259.

2.

Αν μετά τη λύση της ετερόρρυθμης εταιρείας ακολουθήσει εκκαθάριση, καθήκοντα εκκαθαριστή ασκεί και ο ετερόρρυθμος εταίρος, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση.

ΤΜΗΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ

Άρθρο 282

Μετατροπή ετερόρρυθμης σε ομόρρυθμη εταιρεία

1.

Σε περίπτωση εξόδου, αποκλεισμού ή θανάτου του μοναδικού ετερόρρυθμου εταίρου, η ετερόρρυθμη εταιρεία συνεχίζεται ως ομόρρυθμη.

2.

Η ετερόρρυθμη εταιρεία μπορεί να μετατραπεί σε ομόρρυθμη με ομόφωνη απόφαση των εταίρων.

Άρθρο 283

Μετατροπή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία

1.

Η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης μπορεί να μετατραπεί σε ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία με ομόφωνη απόφαση των εταίρων.

2.

Από τη συντέλεση των διατυπώσεων δημοσιότητας, η μετατρεπόμενη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης συνεχίζεται με τη μορφή ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας. Πριν από την ολοκλήρωση των διατυπώσεων δημοσιότητας του προηγούμενου εδαφίου, η μετατροπή δεν παράγει αποτελέσματα. Η μετατροπή δεν επιφέρει τη διακοπή των εκκρεμών δικών.

ΤΜΗΜΑ ΠΕΜΠΤΟ

Άρθρο 284

Ετερόρρυθμη εταιρεία κατά μετοχές

1.

H ετερόρρυθμη εταιρεία κατά μετοχές είναι η ετερόρρυθμη εταιρεία, στην οποία οι εταιρικές μερίδες παρίστανται με μετοχές. Κάθε εταιρική μερίδα αντιστοιχεί σε μία ή περισσότερες μετοχές.

2.

Η επωνυμία της ετερόρρυθμης εταιρείας κατά μετοχές σχηματίζεται είτε από το όνομα ενός ή περισσότερων ομόρρυθμων εταίρων είτε από το αντικείμενο της επιχείρησης είτε από άλλες ενδείξεις με την προσθήκη των λέξεων «ετερόρρυθμη εταιρεία κατά μετοχές», ολογράφως ή με τη σύντμηση «Ε.Ε.Μ.».

3.

Στην ετερόρρυθμη εταιρεία κατά μετοχές εφαρμόζονται το άρθρο 50α του ν. 3190/1955 (Α΄91) για την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, και κατά τα λοιπά οι κανόνες που ισχύουν στην ανώνυμη εταιρεία, στο μέτρο που συμβιβάζονται με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και τη φύση της εταιρείας.

4.

Οι σχέσεις των ομόρρυθμων εταίρων μεταξύ τους και έναντι των ετερόρρυθμων εταίρων ή τρίτων, καθώς και η διαχείριση της εταιρείας καθορίζονται σύμφωνα ως διαχειριστών ρυθμίζονται από τις διατάξεις για την ανώνυμη εταιρεία.

5.

Αν δεν ορίζει κάτι άλλο το καταστατικό, τα δικαιώματα των ομόρρυθμων εταίρων στη γενική συνέλευση είναι ανάλογα προς τον αριθμό των μετοχών που κατέχουν.

6.

Αν δεν ορίζει κάτι άλλο το καταστατικό, τούτο μπορεί να τροποποιηθεί μόνο μετά από συναίνεση των ομόρρυθμων εταίρων. ΑΦΑΝΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

Άρθρο 285

Έννοια αφανούς εταιρείας

1.

Με τη σύμβαση της αφανούς εταιρείας ο ένας από τους εταίρους (εμφανής εταίρος) παραχωρεί σε άλλον ή άλλους εταίρους (αφανείς εταίρους) δικαίωμα συμμετοχής στα αποτελέσματα μιας ή περισσότερων εμπορικών πράξεων ή εμπορικής επιχείρησης, που διενεργεί στο όνομά του, αλλά προς το κοινό συμφέρον των εταίρων.

2.

Η αφανής εταιρεία δεν έχει νομική προσωπικότητα και δεν καταχωρίζεται στο ΓΕ.Μ.Η. Οι όροι της εταιρικής συμφωνίας αποδεικνύονται μόνο με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών. Για τη συμφωνία αυτή εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 393 Κ.Πολ.Δ.

3.

Στην αφανή εταιρεία εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εταιρεία, εκτός από εκείνες που δεν συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρείας.

Άρθρο 286

Εισφορά αφανούς εταίρου Ο αφανής εταίρος καταβάλλει την εισφορά του στον εμφανή εταίρο. Το αντικείμενο της εισφοράς μεταβιβάζεται στον εμφανή εταίρο, εν όλω ή εν μέρει, ή παραχωρείται κατά χρήση.

Άρθρο 287

Σχέσεις με τρίτους Οι τρίτοι αποκτούν δικαιώματα και αναλαμβάνουν υποχρεώσεις μόνον έναντι του εμφανούς εταίρου.

Άρθρο 288

Διαχείριση της αφανούς εταιρείας

1.

Τη διαχείριση της αφανούς εταιρείας ασκεί ο εμφανής εταίρος.

2.

Τα αποκτώμενα από τη διαχείριση της εταιρείας ανήκουν στον εμφανή εταίρο.

Άρθρο 289

Κέρδη και ζημίες

1.

Ο αφανής εταίρος συμμετέχει στα κέρδη της εταιρείας κατά το ποσοστό ή το ποσό που έχει συμφωνηθεί στην εταιρική σύμβαση, άλλως εφαρμόζεται το άρθρο 763 του Αστικού Κώδικα.

2.

Αν δεν ορίζεται διαφορετικά, ο αφανής εταίρος μετέχει στις ζημίες που προκύπτουν κατά το ίδιο ποσοστό με τα κέρδη. Μπορεί να συμφωνηθεί ότι η συμμετοχή του στις ζημίες δεν υπερβαίνει την αξία της εισφοράς του.

3.

Στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους ή στο χρόνο που έχουν συμφωνήσει τα μέρη, καθώς και σε περίπτωση λύσης της εταιρείας, ο εμφανής εταίρος έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει και να καταβάλει τα αναλογούντα κέρδη στον αφανή εταίρο. Δεν αποκλείεται να συμφωνηθεί η καταβολή κερδών στον αφανή εταίρο και κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, ιδίως κατά την ολοκλήρωση κάποιας πράξης ή επιχειρηματικής δράσης.

4.

Ο αφανής εταίρος δεν υποχρεούται να επιστρέψει τα κέρδη που έλαβε σε προγενέστερες χρήσεις λόγω ζημιών μεταγενέστερων χρήσεων.

Άρθρο 290

Δικαιώματα του αφανούς εταίρου για έλεγχο Με την εταιρική σύμβαση ορίζονται τα δικαιώματα ελέγχου του αφανούς εταίρου σε σχέση με τις πράξεις ή την επιχείρηση, που αποτελούν αντικείμενο της αφανούς εταιρείας. Το δικαίωμα που αναφέρεται στο άρθρο 755 του Αστικού Κώδικα αφορά μόνο τα βιβλία και έγγραφα του εμφανούς εταίρου που έχουν σχέση με τις παραπάνω πράξεις ή την επιχείρηση.

Άρθρο 291

Λύση και εκκαθάριση της αφανούς εταιρείας

1.

Η αφανής εταιρεία λύνεται στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα. Τη λύση ακολουθεί η εκκαθάριση.

2.

Η εκκαθάριση της αφανούς εταιρείας διενεργείται από τον εμφανή εταίρο. Συνίσταται στην απόδοση στον αφανή εταίρο της αξίας της συμμετοχής του, μειωμένης κατά τις ζημίες που του αναλογούν. Η κατά χρήση εισφορά του αφανούς εταίρου επιστρέφεται αυτούσια.

3.

Ο εκκαθαριστής έχει υποχρέωση στο τέλος κάθε ημερολογιακού εξαμήνου να παρέχει πληροφορίες στον αφανή εταίρο για την εξέλιξη των εργασιών της εκκαθάρισης, με έκθεση των αιτίων που παρεμπόδισαν την περάτωσή της.

Άρθρο 292

Πτώχευση του εμφανούς εταίρου

1.

Σε περίπτωση πτώχευσης του εμφανούς εταίρου, ο αφανής εταίρος μπορεί να αναγγελθεί ως πτωχευτικός πιστωτής για την καταβληθείσα εισφορά του και το υπόλοιπο των κερδών, που προκύπτουν από τη διαχείριση της αφανούς εταιρείας.

2.

Αν ο αφανής εταίρος δεν κατέβαλε την εισφορά του, οφείλει να την καταβάλει στην πτωχευτική περιουσία, στο μέτρο που απαιτείται για την κάλυψη της ζημίας που του αναλογεί. Καταβολή της εισφοράς που συνίσταται σε εργασία ή σε χρήση πράγματος δεν απαιτείται. ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ

Άρθρο 293

Εφαρμοζόμενες διατάξεις

1.

Η κοινοπραξία είναι εταιρεία χωρίς νομική προσωπικότητα. Εφόσον καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ. ή εμφανίζεται προς τα έξω, αποκτά, ως ένωση προσώπων, ικανότητα δικαίου και πτωχευτική ικανότητα. ζονται αναλόγως οι διατάξεις για την αστική εταιρεία. Η σύμβαση κοινοπραξίας μπορεί να προβλέπει ότι για τις υποχρεώσεις της κοινοπραξίας έναντι τρίτων τα κοινοπρακτούντα μέλη θα ευθύνονται εις ολόκληρον.

3.

Εφόσον η κοινοπραξία ασκεί εμπορική δραστηριότητα, καταχωρίζεται υποχρεωτικά στο Γ.Ε.ΜΗ. και εφαρμόζονται ως προς αυτήν αναλόγως οι διατάξεις για την ομόρρυθμη εταιρεία.

4.

Οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται και στις ειδικά ρυθμιζόμενες κοινοπραξίες, εκτός αν υπάρχει αντίθετη πρόβλεψη στην ειδική ρύθμιση.

Άρθρο 294

Μεταβατικές διατάξεις

1.

Ο παρών νόμος εφαρμόζεται και στις εταιρείες, οι οποίες κατά την έναρξη της ισχύος του δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση.

2.

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 18 – 28, 38, 39, 47 – 50 και 64 του Εμπορικού Νόμου.

3.

Οι ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εμπορικές εταιρείες που λειτουργούν κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου υποχρεούνται εντός εξαμήνου να προβούν σε καταχώριση της σχετικής εταιρικής σύμβασης στο Γ.Ε.ΜΗ., κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 251.

ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΣΠΡΑΞΗ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ

Άρθρο 295

(άρθρο 1 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Το Κεφάλαιο ΙΑ΄ του ν. 1402/1983, όπως έχει τροποποιηθεί από το Κεφάλαιο Δ΄ του ν. 3052/2002 (Α΄ 221) και αντικατασταθεί από το Κεφάλαιο Ε΄ του ν. 3943/ 2011 (Α΄ 66) καταργείται με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2012.

2.

Η Οδηγία 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου για την αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων, η οποία εφαρμόζεται από 1ης Ιανουαρίου 2012, ενσωματώνεται στην εθνική νομοθεσία με τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου.

3.

Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου αφορούν την είσπραξη απαιτήσεων από την Ελλάδα οι οποίες γεννήθηκαν σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφορούν σε οφειλέτη που διαμένει στην Ελλάδα, καθώς και την είσπραξη των απαιτήσεων από τα άλλα κράτη − μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες γεννήθηκαν στην Ελλάδα και αφορούν σε οφειλέτη που διαμένει σε άλλο κράτος − μέλος.

Άρθρο 296

(άρθρο 2 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται για κάθε απαίτηση που αφορά:

  • α) όλους τους φόρους και τους δασμούς, οι οποίοι

επιβάλλονται από τα κράτη − μέλη ή τις εδαφικές ή τις διοικητικές τους υποδιαιρέσεις, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών αρχών, ή για λογαριασμό τους, ή για λογαριασμό της Ένωσης·

  • β) επιστροφές, παρεμβάσεις και άλλα μέτρα στο πλαίσιο του συστήματος ολικής ή μερικής χρηματοδότησης

του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου για την Αγροτική Ανάπτυξη (ΕΓΤΑΑ), συμπεριλαμβανομένων ποσών που πρέπει να συλλεχθούν σε σχέση με τις εν λόγω ενέργειες·

  • γ) τις εισφορές και άλλα τέλη που προβλέπονται στο

πλαίσιο της κοινής οργάνωσης αγοράς για τον τομέα της ζάχαρης.

2.

Το πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κεφαλαίου περιλαμβάνει:

  • α) διοικητικές κυρώσεις, πρόστιμα, τέλη και προσαυξήσεις σχετικά με απαιτήσεις για τις οποίες είναι δυνατόν

να ζητηθεί αμοιβαία συνδρομή σύμφωνα με την παράγραφο 1, που επιβάλλονται από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές για την επιβολή των σχετικών φόρων ή δασμών ή για τη διεξαγωγή σχετικών διοικητικών ερευνών ή επιβεβαιώνονται από διοικητικά ή δικαστικά όργανα κατ’ αίτηση των προαναφερόμενων διοικητικών αρχών·

  • β) τέλη για πιστοποιητικά και συναφή έγγραφα που

εκδίδονται στο πλαίσιο διοικητικών διαδικασιών οι οποίες αφορούν φόρους και δασμούς·

  • γ) τόκους και δαπάνες που συνδέονται με τις απαιτήσεις για τις οποίες είναι δυνατόν να ζητηθεί αμοιβαία

συνδρομή σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή τα στοιχεία α΄ ή β΄ της παρούσας παραγράφου.

3.

Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου δεν ισχύουν για:

  • α) υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης

πληρωτέες προς το κράτος − μέλος ή μια υποδιαίρεση του κράτους − μέλους ή προς τα ιδρύματα κοινωνικών ασφαλίσεων δημοσίου δικαίου·

  • β) τέλη έκδοσης που δεν αναφέρονται στην παράγραφο 2·
  • γ) οφειλές συμβατικής φύσης, όπως για την παροχή

κοινωφελών υπηρεσιών·

  • δ) ποινικές κυρώσεις που επιβάλλονται στο πλαίσιο

ποινικής δίωξης ή άλλες ποινικές κυρώσεις που δεν καλύπτονται από την παράγραφο 2 στοιχείο α΄.

Άρθρο 297

(άρθρο 3 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ) Για την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου νοούνται ως:

  • α) «αιτούσα αρχή»: κεντρικό γραφείο διασύνδεσης,

γραφείο διασύνδεσης ή υπηρεσία διασύνδεσης της Ελλάδας ή άλλου κράτους − μέλους της Ε.Ε., η οποία απευθύνει αίτηση συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων, όπως προβλέπονται στο άρθρο 296 (άρθρο 2 Οδηγίας),

  • β) «αποδέκτρια αρχή»: κεντρικό γραφείο διασύνδεσης, γραφείο διασύνδεσης ή υπηρεσία διασύνδεσης

της Ελλάδας ή άλλου κράτους − μέλους της Ε.Ε., η οποία δέχεται αίτηση συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων,

  • γ) «πρόσωπο»:

(i) φυσικό πρόσωπο, (ii) νομικό πρόσωπο, (iii) εφόσον προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, ένωση προσώπων στην οποία αναγνωρίζεται δικαιοπρα (iv) οποιοδήποτε άλλο νομικό μόρφωμα οποιασδήποτε φύσεως και μορφής, είτε διαθέτει νομική προσωπικότητα είτε όχι, που έχει στην κυριότητά του ή διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία τα οποία, συμπεριλαμβανομένου του εισοδήματος που απορρέει από αυτά, υπόκεινται σε φόρο καλυπτόμενο από το παρόν Κεφάλαιο·

  • δ) «με ηλεκτρονικά μέσα»: η χρήση ηλεκτρονικού

εξοπλισμού επεξεργασίας – συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης – και αποθήκευσης δεδομένων και η χρησιμοποίηση καλωδιακής ή ασύρματης σύνδεσης, οπτικών μέσων ή άλλων ηλεκτρομαγνητικών μέσων,

  • ε) «δίκτυο CCN»: η κοινή πλατφόρμα που βασίζεται

στο κοινό δίκτυο επικοινωνιών (CCN), το οποίο έχει αναπτυχθεί από την Ένωση για την εξασφάλιση όλων των διαβιβάσεων με ηλεκτρονικά μέσα μεταξύ των αρμόδιων τελωνειακών και φορολογικών αρχών.

Άρθρο 298

(άρθρο 5 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Κατόπιν αιτήσεως της αιτούσας αρχής, η αποδέκτρια αρχή παρέχει οποιεσδήποτε πληροφορίες είναι πιθανόν να αφορούν την αιτούσα αρχή για την είσπραξη απαιτήσεών της κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 296 (άρθρο 2 της Οδηγίας). Για το σκοπό της παροχής των εν λόγω πληροφοριών, η αποδέκτρια αρχή μεριμνά για τη διεξαγωγή οποιωνδήποτε διοικητικών ερευνών, οι οποίες απαιτούνται για τη συγκέντρωση των πληροφοριών.

2.

Η αποδέκτρια αρχή δεν υποχρεούται να διαβιβάζει πληροφορίες:

  • α) που δεν θα ήταν σε θέση να αποκτήσει για την

είσπραξη παρόμοιων απαιτήσεων που γεννήθηκαν στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής,

  • β) που θα αποκάλυπταν εμπορικό, βιομηχανικό ή επαγγελματικό απόρρητο,
  • γ) που η γνωστοποίησή τους θα ήταν πιθανό να προσβάλει την ασφάλεια ή να αντιτίθεται προς τη δημόσια

τάξη του κράτους − μέλους της αποδέκτριας αρχής.

3.

Η παράγραφος 2, σε καμία περίπτωση, δεν θεωρείται ότι επιτρέπει στην αποδέκτρια αρχή ενός κράτους − μέλους να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνο επειδή κάτοχος των πληροφοριών αυτών είναι τράπεζα, άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ή πρόσωπο που ενεργεί υπό την ιδιότητα του πράκτορα ή του διαχειριστή ή επειδή η πληροφορία αφορά ιδιοκτησιακά συμφέροντα προσώπου.

4.

Η αποδέκτρια αρχή πληροφορεί την αιτούσα αρχή για τους λόγους της αντίθεσής της στην ικανοποίηση της αίτησης παροχής πληροφοριών.

Άρθρο 299

(άρθρο 6 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ) Όταν μια επιστροφή φόρων ή δασμών, πλην του φόρου προστιθέμενης αξίας, αφορά πρόσωπο το οποίο είναι εγκατεστημένο ή διαμένει σε άλλο κράτος − μέλος, το κράτος − μέλος που επιστρέφει μπορεί να ενημερώνει το κράτος − μέλος εγκατάστασης ή διαμονής για την προσεχή επιστροφή.

Άρθρο 300

(άρθρο 7 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της αιτούσας αρχής και της αποδέκτριας αρχής και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που έχει θεσπίσει η αποδέκτρια αρχή, υπάλληλοι εξουσιοδοτημένοι από την αιτούσα αρχή δύνανται, για τους σκοπούς της προαγωγής της αμοιβαίας συνδρομής που προβλέπουν οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου:

  • α) να είναι παρόντες στα γραφεία στα οποία εκτελούν

τα καθήκοντά τους οι διοικητικές αρχές του κράτους − μέλους της αποδέκτριας αρχής,

  • β) να είναι παρόντες κατά τις διοικητικές έρευνες, οι

οποίες διεξάγονται στο έδαφος του κράτους − μέλους της αποδέκτριας αρχής,

  • γ) να παρέχουν συνδρομή στους αρμόδιους υπαλλήλους του κράτους − μέλους της αποδέκτριας αρχής

κατά τις διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίων στο εν λόγω κράτος − μέλος.

2.

Εφόσον αυτό είναι εφικτό δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας του κράτους − μέλους της αποδέκτριας αρχής, η συμφωνία που αναφέρεται στο στοιχείο β΄ της παραγράφου 1 μπορεί να προβλέπει ότι υπάλληλοι του αιτούντος κράτους − μέλους δύνανται να ανακρίνουν πρόσωπα και να εξετάζουν καταχωρίσεις.

3.

Υπάλληλοι εξουσιοδοτημένοι από την αιτούσα αρχή, οι οποίοι αξιοποιούν τις δυνατότητες που τους παρέχουν οι παράγραφοι 1 και 2, πρέπει, ανά πάσα στιγμή, να είναι σε θέση να επιδείξουν γραπτή εξουσιοδότηση, στην οποία να αναφέρονται η ταυτότητά τους και τα επίσημα καθήκοντά τους.

Άρθρο 301

(άρθρο 8 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Κατόπιν αιτήσεως της αιτούσας αρχής, η αποδέκτρια αρχή κοινοποιεί στον αποδέκτη όλα τα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών, που προέρχονται από το αιτούν κράτος − μέλος και αναφέρονται σε απαίτηση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 296 (άρθρο 2 Οδηγίας) ή στην είσπραξή της. Η αίτηση κοινοποίησης συνοδεύεται από τυποποιημένο έντυπο που περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

  • α) όνομα, διεύθυνση και άλλα δεδομένα σχετικά με τον

προσδιορισμό της ταυτότητας του αποδέκτη,

  • β) το σκοπό της κοινοποίησης και το χρονικό διάστημα εντός του οποίου η κοινοποίηση θα πρέπει να

πραγματοποιηθεί,

  • γ) περιγραφή του συνημμένου εγγράφου, καθώς και

της φύσης και του ποσού της σχετικής απαίτησης,

  • δ) όνομα, διεύθυνση και άλλες λεπτομέρειες επαφής

όσον αφορά: (i) το γραφείο που είναι αρμόδιο για το συνημμένο έγγραφο και εφόσον διαφέρει, (ii) το γραφείο παροχής περαιτέρω πληροφοριών σχετικά με το κοινοποιημένο έγγραφο σχετικά με τις δυνατότητες αμφισβήτησης της υποχρέωσης καταβολής.

2.

Η αιτούσα αρχή υποβάλλει αίτηση κοινοποίησης δυνάμει του παρόντος άρθρου μόνον εφόσον δεν είναι σε θέση να κοινοποιήσει το σχετικό έγγραφο σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την κοινοποίηση αυτή στο αιτούν κράτος − μέλος ή εφόσον η κοινοποίηση αυτή θα δημιουργούσε δυσανάλογες δυσχέρειες. αίτηση κοινοποίησης και ειδικότερα, όσον αφορά την ημερομηνία κατά την οποία το έγγραφο διαβιβάσθηκε στον αποδέκτη.

Άρθρο 302

(άρθρο 9 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Η αποδέκτρια αρχή εξασφαλίζει ότι η κοινοποίηση στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής πραγματοποιείται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και τις διοικητικές πρακτικές που ισχύουν στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής.

2.

Η παράγραφος 1 ισχύει υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε άλλης μορφής κοινοποίησης στην οποία προβαίνει η αρμόδια αρχή του αιτούντος κράτους − μέλους σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες του εν λόγω κράτους − μέλους. Μια αρμόδια αρχή η οποία είναι εγκατεστημένη στο αιτούν κράτος − μέλος μπορεί να κοινοποιεί άμεσα κάθε έγγραφο με συστημένη αλληλογραφία ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε πρόσωπο ευρισκόμενο στο έδαφος άλλου κράτους − μέλους.

Άρθρο 303

(άρθρο 10 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Κατόπιν αιτήσεως της αιτούσας αρχής, η αποδέκτρια αρχή υποχρεούται να εισπράττει απαιτήσεις, οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεση της είσπραξης στο αιτούν κράτος − μέλος.

2.

Η αιτούσα αρχή, μόλις λάβει γνώση, απευθύνει στην αποδέκτρια αρχή όλες τις χρήσιμες πληροφορίες που αναφέρονται στην υπόθεση, η οποία αποτελούσε την αιτία της αίτησης είσπραξης.

Άρθρο 304

(άρθρο 11 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Η αιτούσα αρχή δεν δύναται να υποβάλει αίτηση είσπραξης, εάν και εφόσον η απαίτηση και/ή ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεσή της στο αιτούν κράτος − μέλος αμφισβητείται στο εν λόγω κράτος − μέλος, με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες ισχύει το τρίτο εδάφιο του άρθρου 307 (άρθρου 14 Οδηγίας) παράγραφος 4.

2.

Πριν από την υποβολή αίτησης είσπραξης από την αιτούσα αρχή, πρέπει να κινηθούν οι δέουσες διαδικασίες είσπραξης, οι οποίες ισχύουν στο κράτος − μέλος της, εκτός από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • α) αν είναι πρόδηλο ότι δεν υπάρχουν περιουσιακά

στοιχεία προς είσπραξη στο αιτούν κράτος − μέλος ή ότι οι εν λόγω διαδικασίες δεν θα καταλήξουν στην εξόφληση της απαίτησης και η αιτούσα αρχή έχει συγκεκριμένες πληροφορίες που καταδεικνύουν ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο διαθέτει περιουσιακά στοιχεία στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής,

  • β) εάν η προσφυγή στις διαδικασίες αυτές στο αιτούν κράτος − μέλος θα δημιουργούσε δυσανάλογες

δυσχέρειες.

Άρθρο 305

(άρθρο 12 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Κάθε αίτηση είσπραξης συνοδεύεται από ενιαίο τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής. Ο ενιαίος τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής απηχεί το κύριο περιεχόμενο του αρχικού τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεση και αποτελεί τη μοναδική βάση των μέτρων είσπραξης και των ασφαλιστικών μέτρων που ελήφθησαν στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής. Δεν υπόκειται σε αναγνώριση, συμπλήρωση ή αντικατάσταση στο εν λόγω κράτος − μέλος. Ο ενιαίος τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

  • α) πληροφορίες σχετικά με τον προσδιορισμό του

αρχικού τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεση, περιγραφή της απαίτησης, που περιλαμβάνει τη φύση της, το χρονικό διάστημα που καλύπτεται από την απαίτηση, τυχόν σημαντικές ημερομηνίες της διαδικασίας εκτέλεσης, καθώς και το ποσό της απαίτησης και τις διάφορες συνιστώσες του, όπως το κεφάλαιο και οι δεδουλευμένοι τόκοι κ.λπ.,

  • β) όνομα και άλλα δεδομένα σχετικά με τον προσδιορισμό της ταυτότητας του οφειλέτη,
  • γ) όνομα, διεύθυνση και άλλες λεπτομέρειες επαφής

όσον αφορά: (i) το γραφείο που είναι αρμόδιο για την αποτίμηση της απαίτησης και, εφόσον διαφέρει, (ii) το γραφείο παροχής περαιτέρω πληροφοριών σχετικά με την απαίτηση ή σχετικά με τις δυνατότητες αμφισβήτησης της υποχρέωσης καταβολής.

2.

Η αίτηση είσπραξης μιας απαίτησης μπορεί να συνοδεύεται από άλλα έγγραφα σχετικά με την απαίτηση, τα οποία έχουν εκδοθεί στο αιτούν κράτος − μέλος.

Άρθρο 306

(άρθρο 13 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Για το σκοπό της είσπραξης στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής, κάθε απαίτηση που αποτελεί αντικείμενο αίτησης είσπραξης εξετάζεται ως απαίτηση του κράτους − μέλους της αποδέκτριας αρχής, εκτός εάν οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου ορίζουν άλλως. Η αποδέκτρια αρχή ασκεί τις προβλεπόμενες από τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις εξουσίες και διαδικασίες που ισχύουν στο κράτος − μέλος στο οποίο υπάγεται για απαιτήσεις σχετικά με τον ίδιο ή, απουσία ιδίου, παρόμοιο φόρο ή δασμό, πλην των περιπτώσεων για τις οποίες προβλέπεται άλλως στο παρόν Κεφαλαίο. Εάν η αποδέκτρια αρχή θεωρεί ότι δεν επιβάλλονται στο έδαφός της οι ίδιοι ή παρόμοιοι φόροι ή δασμοί, ασκεί τις εξουσίες και τις διαδικασίες που προβλέπονται από τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που ισχύουν στο κράτος − μέλος της για απαιτήσεις σχετικά με το φόρο προσωπικού εισοδήματος, πλην των περιπτώσεων για τις οποίες προβλέπεται άλλως στο παρόν Κεφάλαιο. Το κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής δεν υποχρεούται να χορηγεί σε απαιτήσεις άλλων κρατών − μελών τις προτιμήσεις που χορηγεί σε παρόμοιες απαιτήσεις στο έδαφός του, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί διαφορετική ρύθμιση μεταξύ των οικείων κρατών − μελών ή προβλέπεται στο δίκαιο του κράτους − μέλους της αποδέκτριας αρχής. Εάν ένα κράτος − μέλος χορηγήσει προτιμήσεις σε απαιτήσεις άλλου κράτους − μέλους, δεν μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση των ίδιων προτιμήσεων σε αυτές ή σε παρόμοιες απαιτήσεις άλλων κρατών − μελών υπό τις αυτές προϋποθέσεις.

2.

Η αποδέκτρια αρχή πληροφορεί την αιτούσα αρχή με τη δέουσα επιμέλεια για τη συνέχεια που δόθηκε στην αίτηση είσπραξης.

3.

Από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης είσπραξης, η αποδέκτρια αρχή επιβάλλει τόκους υπερημερίας σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ισχύουν στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής.

4.

Η αποδέκτρια αρχή δύναται, εφόσον το επιτρέπουν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που ισχύουν στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής, να παρέχει στον οφειλέτη προθεσμία πληρωμής ή να επιτρέπει πληρωμή με δόσεις και μπορεί να επιβάλλει ανάλογα τόκο. Εν συνεχεία, ενημερώνει την αιτούσα αρχή σχετικά με οποιαδήποτε τέτοια απόφαση.

5.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 313 (άρθρου 20 Οδηγίας) παράγραφος 1, η αποδέκτρια αρχή διαβιβάζει στην αιτούσα αρχή τα ποσά που εισέπραξε σε σχέση με την απαίτηση και τους τόκους που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 307

(άρθρο 14 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Οι διαφορές σχετικά με την απαίτηση, τον αρχικό τίτλο, ο οποίος επιτρέπει την εκτέλεση στο αιτούν κράτος − μέλος, ή τον ενιαίο τίτλο, ο οποίος επιτρέπει την εκτέλεση στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής και διαφορές σχετικά με το κύρος της κοινοποίησης από την αρμόδια αρχή του αιτούντος κράτους − μέλους, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των αρμόδιων οργάνων του αιτούντος κράτους − μέλους. Εάν ένα ενδιαφερόμενο μέρος αμφισβητήσει στην πορεία της διαδικασίας είσπραξης την απαίτηση, τον αρχικό τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση στο αιτούν κράτος − μέλος ή τον ενιαίο τίτλο, ο οποίος επιτρέπει την εκτέλεση στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής, η αποδέκτρια αρχή πληροφορεί το μέρος αυτό ότι πρέπει να φέρει την εν λόγω αγωγή ενώπιον του αρμόδιου οργάνου του αιτούντος κράτους − μέλους, σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει σε αυτό.

2.

Διαφορές σχετικά με τα μέτρα εκτέλεσης τα οποία ελήφθησαν στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής ή σχετικά με την εγκυρότητα της κοινοποίησης της αρμόδιας αρχής του κράτους − μέλους της αποδέκτριας αρχής φέρονται ενώπιον του αρμόδιου οργάνου του εν λόγω κράτους − μέλους σύμφωνα με τις δικές του νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις.

3.

Όταν ασκηθεί αγωγή όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 ενώπιον του αρμόδιου οργάνου του αιτούντος κράτους − μέλους, η αιτούσα αρχή πληροφορεί την αποδέκτρια αρχή σχετικά και αναφέρει το βαθμό στον οποίο δεν αμφισβητείται η απαίτηση.

4.

Μόλις η αποδέκτρια αρχή λάβει τις πληροφορίες, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 3, είτε από την αιτούσα αρχή είτε από το ενδιαφερόμενο μέρος, αναστέλλει τη διαδικασία της εκτέλεσης όσον αφορά το αμφισβητούμενο μέρος της απαίτησης, ενώ εκκρεμεί η απόφαση του αρμόδιου στο θέμα αυτό οργάνου, εκτός εάν η αιτούσα αρχή υποβάλει διαφορετικό αίτημα σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Κατ’ αίτηση της αιτούσας αρχής, ή αν άλλως κριθεί αναγκαίο και με την επιφύλαξη του άρθρου 309 (άρθρου 16 Οδηγίας), η αποδέκτρια αρχή δύναται να λαμβάνει ασφαλιστικά μέτρα προκειμένου να εγγυηθεί την είσπραξη, εφόσον οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις που ισχύουν στο κράτος − μέλος στο οποίο έχει την έδρα της επιτρέπουν την ενέργεια αυτή. Η αιτούσα αρχή δύναται, σύμφωνα με τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και τις διοικητικές πρακτικές που ισχύουν στο κράτος − μέλος όπου έχει την έδρα της, να ζητεί από την αποδέκτρια αρχή να εισπράξει αμφισβητούμενη απαίτηση ή το αμφισβητούμενο μέρος της απαίτησης, εφόσον οι συναφείς νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και οι διοικητικές πρακτικές που ισχύουν στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής το επιτρέπουν. Κάθε τέτοια απαίτηση πρέπει να αιτιολογείται. Εάν η έκβαση της αμφισβήτησης αποβεί ευνοϊκή για τον οφειλέτη, η αιτούσα αρχή υποχρεούται να επιστρέψει κάθε εισπραχθέν ποσό, προσαυξημένο κατά την τυχόν οφειλόμενη αποζημίωση, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο του κράτους − μέλους της αποδέκτριας αρχής. Εάν έχει κινηθεί διαδικασία αμοιβαίας συμφωνίας από τις αρμόδιες αρχές του αιτούντος κράτους − μέλους ή του κράτους − μέλους της αποδέκτριας αρχής, και η έκβαση της διαδικασίας ενδέχεται να επηρεάσει την απαίτηση για την οποία ζητήθηκε συνδρομή, τα μέτρα είσπραξης αναστέλλονται ή διακόπτονται έως ότου λήξει η διαδικασία αυτή, εκτός εάν η διαδικασία αφορά υπόθεση με κατεπείγοντα χαρακτήρα, λόγω απάτης ή αφερεγγυότητας. Σε περίπτωση αναστολής ή διακοπής των μέτρων είσπραξης, εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο.

Άρθρο 308

(άρθρο 15 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Η αιτούσα αρχή πληροφορεί αμέσως την αποδέκτρια αρχή για κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση της αίτησης είσπραξης που έχει υποβάλει ή για την απόσυρση της αίτησής της, αναφέροντας τους λόγους της τροποποίησης ή της απόσυρσης.

2.

Εάν η τροποποίηση της αίτησης οφείλεται σε απόφαση του αρμόδιου οργάνου που αναφέρεται στο άρθρο 307 (άρθρο 14 Oδηγίας) παράγραφος 1, η αιτούσα αρχή κοινοποιεί την απόφαση αυτή από κοινού με αναθεωρημένο ενιαίο τίτλο, ο οποίος επιτρέπει την εκτέλεση στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής. Η αποδέκτρια αρχή προβαίνει στη συνέχεια σε λήψη περαιτέρω μέτρων είσπραξης βάσει του αναθεωρημένου τίτλου. Η εφαρμογή των μέτρων είσπραξης ή ασφαλιστικών μέτρων που έχουν ληφθεί ήδη βάσει του αρχικού ενιαίου τίτλου για την εκτέλεση στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής μπορεί να συνεχισθεί βάσει του αναθεωρημένου τίτλου, εκτός εάν η τροποποίηση της αίτησης οφείλεται στην ακυρότητα του αρχικού τίτλου που επέτρεπε την εκτέλεση στο αιτούν κράτος − μέλος ή του αρχικού ενιαίου τίτλου που επέτρεπε την εκτέλεση στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής. Όσον αφορά τον αναθεωρημένο τίτλο, ισχύουν τα άρθρα 305 και 307 (άρθρα 12 και 14 Oδηγίας).

Άρθρο 309

(άρθρο 16 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Κατ’ αίτηση της αιτούσας αρχής, η αποδέκτρια αρχή λαμβάνει ασφαλιστικά μέτρα, εφόσον αυτό προβλέπεται απαίτηση ή ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση στο αιτούν κράτος − μέλος αμφισβητείται κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης ή εάν η απαίτηση δεν αποτελεί ακόμη αντικείμενο τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεση στο αιτούν κράτος − μέλος, εφόσον τα ασφαλιστικά μέτρα είναι επίσης δυνατά, σε παρεμφερείς καταστάσεις, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και τις διοικητικές πρακτικές του αιτούντος κράτους − μέλους. Το έγγραφο το οποίο έχει συνταχθεί για να επιτρέπει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων στο αιτούν κράτος − μέλος και αφορά την απαίτηση για την είσπραξη της οποίας ζητείται αμοιβαία συνδρομή, επισυνάπτεται, εφόσον υπάρχει, στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο κράτος− μέλος της αποδέκτριας αρχής. Το έγγραφο αυτό δεν υπόκειται σε αναγνώριση, συμπλήρωση ή αντικατάσταση στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής.

2.

Η αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να συνοδεύεται από άλλα έγγραφα σχετικά με την απαίτηση, τα οποία έχουν εκδοθεί στο αιτούν κράτος − μέλος.

Άρθρο 310

(άρθρο 17 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ) Για την ενεργοποίηση του άρθρου 309 (άρθρου 16 Oδηγίας), εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, το άρθρο 303 (άρθρο 10 Oδηγίας) παράγραφος 2, το άρθρο 306 (άρθρο 13 Oδηγίας) παράγραφοι 1 και 2 και τα άρθρα και 307 και 308 (άρθρα 14 και 15 Oδηγίας).

Άρθρο 311

(άρθρο 18 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Η αποδέκτρια αρχή δεν υποχρεούται να παρέχει την προβλεπόμενη από τα άρθρα 303 έως 309 (άρθρα 10 έως 16 Oδηγίας) συνδρομή, εάν η είσπραξη της απαίτησης, λόγω της καταστάσεως του οφειλέτη, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές οικονομικές ή κοινωνικές δυσχέρειες στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής, εφόσον οι νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και οι διοικητικές πρακτικές αυτού του κράτους − μέλους επιτρέπουν την εξαίρεση αυτή για εθνικές απαιτήσεις.

2.

Η αποδέκτρια αρχή δεν υποχρεούται να παρέχει την προβλεπόμενη από τα άρθρα 298 και 300 έως 309 (άρθρα 5 και 7 έως 16 Oδηγίας) συνδρομή, εάν η υποβαλλόμενη βάσει των άρθρων 298, 300, 301, 303 ή 309 (άρθρων 5, 7, 8, 10 ή 16 Oδηγίας) αρχική αίτηση συνδρομής αφορά απαιτήσεις παλαιότερες των πέντε ετών, που χρονολογούνται από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη ληξιπρόθεσμη η απαίτηση στο αιτούν κράτος − μέλος έως την ημερομηνία κατά την οποία υπεβλήθη η αρχική αίτηση συνδρομής. Ωστόσο, όταν προσβάλλεται η απαίτηση ή ο αρχικός τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση στο αιτούν κράτος − μέλος, η πενταετής προθεσμία αρχίζει να προσμετράται από τη στιγμή κατά την οποία το αιτούν κράτος − μέλος αποφαίνεται ότι η απαίτηση ή ο τίτλος που επιτρέπει την είσπραξη δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί. Επιπλέον, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αρμόδιες αρχές του αιτούντος κράτους − μέλους αναβάλλουν την πληρωμή ή καταρτίζουν πρόγραμμα πληρωμών σε δόσεις, η πενταετής προθεσμία νοείται ότι άρχεται από τη στιγμή που εκπνέει η συνολική προθεσμία πληρωμής. Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές, η αποδέκτρια αρχή δεν υποχρεούται να παρέχει τη συνδρομή ως προς απαιτήσεις που είναι παλαιότερες των δέκα ετών, χρονολογούμενες από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη ληξιπρόθεσμη η απαίτηση στο αιτούν κράτος − μέλος.

3.

Ένα κράτος − μέλος δεν υποχρεούται να παρέχει συνδρομή εάν το συνολικό ποσό των απαιτήσεων που καλύπτονται από τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, για το οποίο ζητείται συνδρομή, είναι μικρότερο των 1.500 ευρώ.

4.

Η αποδέκτρια αρχή ενημερώνει την αιτούσα αρχή για τους λόγους απόρριψης της αίτησης συνδρομής.

Άρθρο 312

(άρθρο 19 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Θέματα που αφορούν την παραγραφή διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο που ισχύει στο αιτούν κράτος− μέλος.

2.

Όσον αφορά την αναστολή, διακοπή ή παράταση της προθεσμίας παραγραφής, οι πράξεις είσπραξης που πραγματοποιούνται από την αποδέκτρια αρχή ή για λογαριασμό της σύμφωνα με την αίτηση συνδρομής και έχουν ως αποτέλεσμα την αναστολή, διακοπή ή παράταση της προθεσμίας παραγραφής κατά το δίκαιο που ισχύει στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής, θεωρείται ότι έχουν το ίδιο αποτέλεσμα στο αιτούν κράτος − μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι προβλέπεται η αντίστοιχη διάταξη δυνάμει του δικαίου που ισχύει σε αυτό το κράτος − μέλος. Εάν το δίκαιο που ισχύει στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής δεν προβλέπει τη δυνατότητα αναστολής, διακοπής ή παράτασης της προθεσμίας παραγραφής, οι πράξεις είσπραξης που πραγματοποιούνται από την αποδέκτρια αρχή ή για λογαριασμό της σύμφωνα με την αίτηση συνδρομής και οι οποίες, εάν είχαν πραγματοποιηθεί από την αιτούσα αρχή ή για λογαριασμό της στο κράτος − μέλος της, θα είχαν ως αποτέλεσμα την αναστολή, διακοπή ή παράταση της προθεσμίας παραγραφής κατά το δίκαιο που ισχύει στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής, θεωρούνται, όσον αφορά αυτό το αποτέλεσμα, ότι έχουν πραγματοποιηθεί σε αυτό το τελευταίο κράτος − μέλος. Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο δεν επηρεάζουν το δικαίωμα των αρμόδιων αρχών του αιτούντος κράτους − μέλους να λαμβάνουν μέτρα για την αναστολή, διακοπή ή παράταση της προθεσμίας παραγραφής σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει στο εν λόγω κράτος − μέλος.

3.

Η αιτούσα αρχή και η αποδέκτρια αρχή ενημερώνονται εκατέρωθεν ως προς οποιεσδήποτε ενέργειες με τις οποίες διακόπτεται, αναστέλλεται ή παρατείνεται η προθεσμία παραγραφής της απαίτησης για την οποία έχει ζητηθεί η είσπραξη ή η λήψη ασφαλιστικών μέτρων ή ως προς ενέργειες οι οποίες ενδέχεται να έχουν αυτό το αποτέλεσμα.

Άρθρο 313

(άρθρο 20 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Πέραν των ποσών που προβλέπονται στο άρθρο 306 (άρθρο 13 Οδηγίας) παράγραφος 5, η αποδέκτρια αρχή επιδιώκει να εισπράξει από τον οφειλέτη και να και κανονιστικές διατάξεις του κράτους − μέλους της αποδέκτριας αρχής.

2.

Τα κράτη − μέλη παραιτούνται αμοιβαίως από τυχόν απαίτηση για απόδοση των εξόδων που προέκυψαν από την αμοιβαία συνδρομή την οποία παρέχουν το ένα στο άλλο κατ’ εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου. Εν τούτοις, όταν η είσπραξη παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία, χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλο ποσό εξόδων ή συνδέεται με την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, οι αιτούσες αρχές και οι αρχές προς τις οποίες απευθύνονται οι αιτήσεις μπορούν να συμφωνούν ειδικούς διακανονισμούς απόδοσης εξόδων.

3.

Παρά την παράγραφο 2, το αιτούν κράτος − μέλος παραμένει υπεύθυνο έναντι του κράτους − μέλους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση για όλα τα έξοδα και τις ζημίες που, ενδεχομένως, υπέστη κατόπιν αγωγών που κρίθηκαν αβάσιμες, είτε ως προς την ύπαρξη της απαίτησης είτε ως προς το κύρος του εκτελεστού τίτλου που εκδόθηκε από την αιτούσα αρχή και επιτρέπει την εκτέλεση και/ή τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.

Άρθρο 314

(άρθρο 21 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Οι αιτήσεις δυνάμει του άρθρου 298 (άρθρου 5 Οδηγίας), παράγραφος 1 για παροχή πληροφοριών, οι αιτήσεις κοινοποίησης δυνάμει του άρθρου 301 (άρθρου 8 Οδηγίας), παράγραφος 1, οι αιτήσεις είσπραξης δυνάμει του άρθρου 303 (άρθρου 10 Οδηγίας), παράγραφος 1 ή οι αιτήσεις για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων βάσει του άρθρου 309 (άρθρου 16 Οδηγίας), παράγραφος 1, διαβιβάζονται, με ηλεκτρονικά μέσα, χρησιμοποιώντας ένα τυποποιημένο έντυπο, εκτός αν αυτό δεν μπορεί να γίνει για τεχνικούς λόγους. Εφόσον είναι δυνατόν, τα έντυπα αυτά χρησιμοποιούνται για κάθε μεταγενέστερη επικοινωνία σχετικά με την αίτηση. Ο ενιαίος τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής και το έγγραφο που επιτρέπει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων στο αιτούν κράτος − μέλος και τα υπόλοιπα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 305 και 309 (άρθρα 12 και 16 Οδηγίας), διαβιβάζονται επίσης, με ηλεκτρονικά μέσα, εκτός αν αυτό δεν μπορεί να γίνει για τεχνικούς λόγους. Τα τυποποιημένα έντυπα είναι δυνατόν να συνοδεύονται, κατά περίπτωση, από εκθέσεις, δηλώσεις και λοιπά έγγραφα ή πιστοποιημένα αντίγραφα ή αποσπάσματά τους, τα οποία διαβιβάζονται επίσης, με ηλεκτρονικά μέσα, εκτός αν αυτό δεν μπορεί να γίνει για τεχνικούς λόγους. Τα τυποποιημένα έντυπα και η επικοινωνία με ηλεκτρονικά μέσα δύνανται επίσης να χρησιμοποιούνται για την ανταλλαγή πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 299 (άρθρου 6 Οδηγίας).

2.

Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται για πληροφορίες και έγγραφα που συγκεντρώνονται κατά την παρουσία σε διοικητικές υπηρεσίες άλλου κράτους − μέλους ή κατά τη συμμετοχή σε διοικητικές έρευνες που διεξάγονται σε άλλο κράτος − μέλος σύμφωνα με το άρθρο 300 (άρθρο 7 Οδηγίας).

3.

Εάν η επικοινωνία δεν πραγματοποιείται με ηλεκτρονικά μέσα ή με τη χρήση τυποποιημένων εντύπων, το γεγονός αυτό δεν θα επηρεάσει την εγκυρότητα των πληροφοριών που συγκεντρώθηκαν ή των μέτρων που ελήφθησαν κατά την εκτέλεση μιας αίτησης συνδρομής.

Άρθρο 315

(άρθρο 22 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Όλες οι αιτήσεις συνδρομής, τα τυποποιημένα έντυπα κοινοποίησης και οι ενιαίοι τίτλοι που επιτρέπουν την εκτέλεση στο κράτος − μέλος της αποδέκτριας αρχής αποστέλλονται στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους − μέλους της αποδέκτριας αρχής ή συνοδεύονται από μετάφραση στη γλώσσα αυτή. Το γεγονός ότι ορισμένα τμήματα των εγγράφων αυτών έχουν συνταχθεί σε γλώσσα διαφορετική από την επίσημη γλώσσα ή μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους − μέλους της αποδέκτριας αρχής, δεν επηρεάζει το κύρος τους ή το κύρος της διαδικασίας, εφόσον η διαφορετική αυτή γλώσσα έχει συμφωνηθεί μεταξύ των οικείων κρατών − μελών.

2.

Τα έγγραφα τα οποία πρέπει να κοινοποιούνται δυνάμει του άρθρου 301 (άρθρου 8 Οδηγίας) μπορούν να διαβιβάζονται στην αποδέκτρια αρχή σε μια επίσημη γλώσσα του αιτούντος κράτους − μέλους.

3.

Όταν η αίτηση συνοδεύεται από έγγραφα πέραν των αναφερόμενων στις παραγράφους 1 και 2, η αποδέκτρια αρχή δύναται, κατά περίπτωση, να απαιτήσει από την αιτούσα αρχή τη μετάφραση των εν λόγω εγγράφων στην επίσημη γλώσσα, ή σε μία επίσημη γλώσσα του κράτους − μέλους της αποδέκτριας αρχής ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα αποφασίσουν διμερώς τα οικεία κράτη − μέλη.

Άρθρο 316

(άρθρο 23 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Οι πληροφορίες που γνωστοποιούνται, υπό οποιαδήποτε μορφή, σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο, καλύπτονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου και τυγχάνουν της προστασίας που προβλέπεται για τέτοιου είδους πληροφορίες από το εθνικό δίκαιο του κράτους − μέλους στο οποίο περιήλθαν. Οι εν λόγω πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή της εκτέλεσης ή των μέτρων όσον αφορά τις απαιτήσεις που καλύπτονται από το παρόν Κεφάλαιο. Μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για την αποτίμηση και την επιβολή υποχρεωτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.

2.

Τα δεόντως διαπιστευμένα πρόσωπα από την Αρχή Πιστοποίησης της Ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μπορούν να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές μόνο στο βαθμό που απαιτείται για την επιμέλεια, συντήρηση και ανάπτυξη του δικτύου CCN.

3.

Το κράτος − μέλος που παρέχει τις πληροφορίες επιτρέπει τη χρησιμοποίησή τους για σκοπούς άλλους από τους αναφερόμενους στην παράγραφο 1 στο κράτος− μέλος που λαμβάνει τις πληροφορίες, εάν, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους − μέλους που παρέχει τις πληροφορίες, οι πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παρόμοιους σκοπούς.

4.

Όταν η αιτούσα αρχή ή η αποδέκτρια αρχή θεωρεί ότι οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν δυνάμει του παρόντος Κεφαλαίου είναι πιθανόν να φανούν χρήσιμες για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο εφόσον η διαβίβασή τους είναι σύμφωνη με τους κανόνες και τις διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Κεφάλαιο. Ενημερώνει το κράτος − μέλος από το οποίο προήλθαν οι πληροφορίες σχετικά με την πρόθεσή της να μεταβιβάσει τις πληροφορίες σε τρίτο κράτος − μέλος. Το κράτος − μέλος προέλευσης μπορεί να προβάλει αντίρρηση για τη μεταβίβαση των πληροφοριών εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε την κοινοποίηση από το κράτος − μέλος που επιθυμεί να μεταβιβάσει τις πληροφορίες.

5.

Η άδεια χρησιμοποίησης, σύμφωνα με την παράγραφο 3, πληροφοριών που έχουν διαβιβασθεί σύμφωνα με την παράγραφο 4, μπορεί να χορηγηθεί μόνο από το κράτος − μέλος από το οποίο προήλθαν οι πληροφορίες.

6.

Η επίκληση των πληροφοριών που κοινοποιούνται, υπό οποιαδήποτε μορφή, δυνάμει του παρόντος Κεφαλαίου, και η χρησιμοποίησή τους ως αποδεικτικών στοιχείων από όλες τις αρχές εντός του κράτους − μέλους που λαμβάνει τις πληροφορίες, επιτρέπεται υπό τους αυτούς όρους με παρόμοιες πληροφορίες που αποκτώνται εντός του κράτους − μέλους αυτού.

Άρθρο 317

(άρθρο 24 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου δεν προδικάζουν την εκπλήρωση τυχόν υποχρεώσεων παροχής ευρύτερης συνδρομής, οι οποίες απορρέουν δυνάμει διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή διακανονισμών, συμπεριλαμβανομένης της κοινοποίησης δικαστικών ή εξωδικαστικών πράξεων.

2.

Όταν τα κράτη − μέλη συνάπτουν παρόμοιες διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς επί θεμάτων στους τομείς που αποτελούν αντικείμενο του παρόντος Κεφαλαίου, πλην της ρυθμίσεως μεμονωμένων περιπτώσεων, ενημερώνουν αμελλητί την Επιτροπή. Η Επιτροπή ενημερώνει με τη σειρά της τα άλλα κράτη − μέλη.

3.

Κατά την παροχή της ευρύτερης αμοιβαίας συνδρομής δυνάμει διμερούς ή πολυμερούς συμφωνίας ή διακανονισμού, τα κράτη − μέλη δύνανται να κάνουν χρήση του ηλεκτρονικού δικτύου επικοινωνιών και των τυποποιημένων εντύπων που θεσπίζονται για την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου.

Άρθρο 318

(άρθρο 27 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ)

1.

Η Ελλάδα ενημερώνει ετησίως την Επιτροπή έως τις 31 Μαρτίου για τα εξής:

  • α) τον αριθμό των αιτήσεων για παροχή πληροφοριών, κοινοποίηση και είσπραξη ή τη λήψη ασφαλιστικών

μέτρων που αποστέλλει ετησίως προς κάθε κράτος − μέλος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, και λαμβάνει ετησίως από κάθε αιτούν κράτος − μέλος·

  • β) το ύψος των απαιτήσεων για τις οποίες ζητείται

συνδρομή είσπραξης και τα εισπραχθέντα ποσά.

2.

Η Ελλάδα παρέχει επίσης κάθε άλλη πληροφορία η οποία μπορεί να φανεί χρήσιμη για την εκτίμηση της παροχής αμοιβαίας συνδρομής δυνάμει του παρόντος Κεφαλαίου.

Άρθρο 319

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:

  • α) η τελωνειακή ή φορολογική ή άλλη αρμόδια αρχή ή

υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, ανάλογα με το είδος της απαίτησης, που ενεργεί «ως αιτούσα αρχή» και «ως αποδέκτρια αρχή» για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου,

  • β) οι αρμόδιες αρχές για την είσπραξη, διαχείριση και

απόδοση των απαιτήσεων αυτών,

  • γ) ο τρόπος είσπραξης, διαχείρισης και απόδοσης

στους δικαιούχους των απαιτήσεων που προβλέπονται από το παρόν Κεφάλαιο και κάθε άλλο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΛΟΙΠΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Άρθρο 320

Τροποποιήσεις των νόμων 3054/2002, 3784/2009, 2960/2001 και του άρθρου 187 Π.Κ.

1.

Στην αρχή της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του ν. 3054/2002 (Α΄230) προστίθενται τα εξής εδάφια: «γ. Διαθεσιμότητα μεταφορικών μέσων (βυτιοφόρα οχήματα ή πλωτά μέσα), που να μπορούν να εξασφαλίσουν την ομαλή τροφοδοσία της αγοράς και την ομαλή και συνεχή διακίνηση μέρους των προϊόντων που εμπορεύεται ο κάτοχος της Άδειας Εμπορίας, λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις τροφοδοσίας γεωγραφικών περιοχών που μπορεί να έχουν επιβληθεί στον κάτοχο της άδειας, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2 του νόμου αυτού. Τα μεταφορικά μέσα (Φ.Ι.Χ. ή Φ.Δ.Χ.) πρέπει να είναι αποκλειστικής χρήσεως και να φέρουν εμφανώς το εμπορικό σήμα του κατόχου της Άδειας Εμπορίας ο οποίος τα χρησιμοποιεί σύμφωνα με τα στοιχεία της άδειάς του. Τα μεταφορικά μέσα (Φ.Ι.Χ. ή Φ.Δ.Χ.) των εταιρειών Εμπορίας κατηγορίας Β1 και Β2 θα φέρουν επιπλέον ειδικά σήματα. Το εμπορικό σήμα του κατόχου της Άδειας Εμπορίας φέρουν υποχρεωτικά και τα πλωτά εφοδιαστικά μέσα (σλέπια). Όλα τα παραπάνω μεταφορικά μέσα φέρουν υποχρεωτικά ηλεκτρονικό σήμα εντοπισμού (GPS). Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται οι τεχνικές λεπτομέρειες ανά είδος καυσίμου για την εφαρμογή των ανωτέρω εδαφίων. Στα ανωτέρω μεταφορικά μέσα υγρών καυσίμων δύναται να εγκατασταθούν ηλεκτρονικά συστήματα διασφάλισης της ποσοτικής και ποιοτικής ακεραιότητας κατά τη διακίνηση προμετρημένων ποσοτήτων καυσίμου, μέσω σφράγισης των διαμερισμάτων, με δυνατότητα τηλεματικής μεταφοράς δεδομένων, σχετικών με την οποιαδήποτε παρέμβαση κατά τη διακίνηση. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται οι προδιαγραφές, η διαδικασία και οι όροι εγκατάστασης των ανωτέρω συστημάτων, το ακριβές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, οι συγκεκριμένες κατηγορίες βυτιοφόρων (Φ.Ι.Χ. και Φ.Δ.Χ.) και πλωτών εφοδιαστικών μέσων που υπάγο

2.

Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 6 του ν. 3054/2002 τροποποιείται ως εξής: «Οι κάτοχοι Άδειας Λιανικής Εμπορίας «Ανεξάρτητου Πρατηρίου» της παραγράφου 4 του άρθρου 7, με την επιφύλαξη των σχετικών αγορανομικών διατάξεων, ευθύνονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17, για την ποιότητα και την ποσότητα των πετρελαιοειδών προϊόντων που διακινούν ή διαθέτουν στους Τελικούς Καταναλωτές από κοινού με τον ή τους κατόχους Άδειας Εμπορίας που τροφοδοτούν το πρατήριό τους, σύμφωνα με τα παραστατικά πώλησης και διακίνησης ή, κατά περίπτωση, τον κάτοχο Άδειας Διύλισης, εφόσον η τροφοδοσία έγινε απευθείας.»

3.

α. Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του ν. 3054/2002 προστίθενται οι λέξεις «εφαρμοζομένων σε κάθε περίπτωση των διατάξεων της παραγράφου 8α του παρόντος άρθρου σε όλη τη διάρκεια της διακίνησης εντός της Ελληνικής Επικράτειας.» β. Στο τέλος της παραγράφου 8 του άρθρου 15 του ν. 3054/2002 προστίθεται παράγραφος 8α ως εξής: «8.α. Δεν επιτρέπεται η διακίνηση πετρελαιοειδών προϊόντων με μεταφορικό μέσο βυτιοφόρο (Φ.Ι.Χ. ή Φ.Δ.Χ.) ή πλωτό (σλέπια), εφόσον δεν φέρει σε εμφανές σημείο το εμπορικό σήμα του κατόχου της Άδειας Εμπορίας, σύμφωνα με την παράγραφο 5γ του άρθρου 6 ή, κατά περίπτωση, της Άδειας Διύλισης, όταν η διακίνηση γίνεται άμεσα από τα διυλιστήρια. Ομοίως, δεν επιτρέπεται διακίνηση πετρελαιοειδών προϊόντων με μεταφορικό μέσο βυτιοφόρο (Φ.Ι.Χ. ή Φ.Δ.Χ.) ή πλωτό (σλέπια) που δεν έχει σήμα ηλεκτρονικού εντοπισμού (GPS). Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζεται ο χρόνος και οι λεπτομέρειες εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης.» γ. Στο άρθρο 15 του ν. 3054/2002 προστίθεται παράγραφος 11 ως εξής: «11. Τα υγρά καύσιμα που διατίθενται στην κατανάλωση ή διακινούνται ή αποθηκεύονται εντός της Ελληνικής Επικράτειας, ιχνηθετούνται με ραδιοϊσότοπα ή μοριακής τεχνολογίας ιχνηθέτες. Υγρά καύσιμα που καταναλώθηκαν, διακινήθηκαν ή αποθηκεύτηκαν και δεν ανιχνεύεται η σήμανσή τους με ραδιοϊσότοπα ή μοριακής τεχνολογίας ιχνηθέτες, θεωρούνται παράνομα, έστω κι αν διαθέτουν σχετικά παραστατικά. Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ρυθμίζονται τεχνικά ζητήματα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου ανά είδος καυσίμου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.»

4.

Το άρθρο 16 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως «1. Όποιος χωρίς νόμιμη άδεια ή κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 6 παράγραφος 5 περίπτωση γ΄ και του άρθρου 15 παράγραφος 8α του παρόντος νόμου διυλίζει, αποθηκεύει, εμπορεύεται, διακινεί, παραδίδει, προμηθεύει, εφοδιάζει, εμφιαλώνει ή πωλεί αργό πετρέλαιο ή πετρελαιοειδή ή άλλα ενεργειακά προϊόντα υπό την έννοια του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη των περί λαθρεμπορίας διατάξεων του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) μέχρι πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.

2.

Αν ο υπαίτιος διαπράττει την πράξη της προηγούμενης παραγράφου κατ’ εξακολούθηση και η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) μέχρι τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ.

3.

Οι διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται για τις πράξεις των προηγούμενων παραγράφων είναι ανεξάρτητες από τις ποινικές κυρώσεις.»

5.

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 17 του ν. 3054/2002 προστίθεται εδάφιο ε΄ ως εξής: «ε. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων της παραγράφου 8α του άρθρου 15 τα μεταφορικά μέσα κατάσχονται άμεσα. Στους ιδιοκτήτες των ανωτέρω μεταφορικών μέσων που: i) δεν φέρουν το εμπορικό σήμα της εταιρείας Άδειας Εμπορίας ή, κατά περίπτωση, της εταιρείας Άδειας Διύλισης, όταν η τροφοδοσία γίνεται απευθείας από τα διυλιστήρια ή ii) δεν φέρουν το ειδικό ηλεκτρονικό σήμα εντοπισμού (GPS) επιβάλλεται πρόστιμο επτά χιλιάδες (7.000) ευρώ ανά παράβαση και αφαιρείται η άδεια κυκλοφορίας του μεταφορικού μέσου για διάστημα έξι (6) μηνών. Σε κάθε περίπτωση υποτροπής εντός μιας τριετίας για την ίδια παράβαση, όπως αυτή προκύπτει από τις ισχύουσες εγγραφές στο Βιβλίο Κυρώσεων, το πρόστιμο τριπλασιάζεται. Η επιβολή του προστίμου δεν αποκλείει την επιβολή άλλων διοικητικών ή ποινικών κυρώσεων που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις. Επιπλέον, αφαιρείται το ναυτικό φυλλάδιο του πλοιάρχου ή ανακαλείται η άδεια άσκησης επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα αντίστοιχα για διάστημα έξι (6) μηνών. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού καθορίζονται ειδικότερα θέματα και λεπτομέρειες για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου.»

6.

Στο τέλος της παραγράφου 7 του άρθρου 31 του ν. 3784/2009 (Α΄137) προστίθενται παράγραφοι 8 και 9 ως εξής: «8. α. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, επιβάλλεται πρόστιμο από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ για κάθε παράβαση διάταξης που αφορά το σύστημα ελέγχου εισροών−εκροών. Το ύψος του επιβαλλόμενου προστίμου υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη ως κριτήρια, ιδίως, τη βαρύτητα της παράβασης, τις συνέπειες που προκύπτουν από αυτήν, το βαθμό υπαιτιότητας και την τυχόν υποτροπή του παραβάτη. Για την αξιολόγηση της παραβατικής συμπεριφοράς ως υποτροπής, λαμβάνονται υπόψη οι ισχύουσες εγγραφές στα τηρούμενα αρχεία παραβατών. Όποιος μέσα σε τρία χρόνια από την έκδοση της απόφασης, με την οποία επιβάλλεται σε αυτόν πρόστιμο ή άλλη κύρωση για παράβαση διάταξης περί συστήματος εισροών−εκροών, τελεί νέα παράβαση, τεκμαίρεται ότι βρίσκεται σε υποτροπή. Τα ονόματα των παραβατών αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας στο διαδίκτυο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2472/1997 (Α΄ 50). ζονται η διαδικασία επιβολής και τα όρια του προστίμου κάθε κατηγορίας ή και κάθε επί μέρους παράβασης, εντός των ορίων του πρώτου εδαφίου της παρούσας, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση μπορούν να αναπροσαρμόζονται τα όρια αυτά. γ. Για την ίδια παράβαση επιβάλλεται πρόστιμο μόνο από ένα προς τούτο αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας αρμοδιότητας του εν λόγω Υπουργείου. Τυχόν επιβολή δεύτερου προστίμου για την ίδια παράβαση δεν παράγει οποιαδήποτε έννομη συνέπεια. Η επιβολή του προστίμου δεν αποκλείει την επιβολή άλλων διοικητικών ή ποινικών κυρώσεων που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις.

9.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας επεκτείνεται η εφαρμογή των ολοκληρωμένων συστημάτων ηλεκτρονικού ελέγχου εισροών−εκροών σε πλωτά μέσα μεταφοράς πετρελαιοειδών και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τις διαδικασίες και τους όρους εγκατάστασης, το ακριβές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.»

7.

Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 63 του ν. 2960/2001 (Α΄265) προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Ειδικά για τις φορολογικές αποθήκες πετρελαιοειδών προϊόντων στις οποίες κατέχονται ενεργειακά προϊόντα του άρθρου 72 εγκαθίστανται ολοκληρωμένα συστήματα ηλεκτρονικού ελέγχου εισροών−εκροών στα οποία συνδέεται υποχρεωτικά φορολογικός ηλεκτρονικός μηχανισμός. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται οι προδιαγραφές και ρυθμίζονται τα θέματα εγκατάστασης των συστημάτων ελέγχου εισροών−εκροών, των συστημάτων ιχνηθέτησης, καθώς και οι διαδικασίες, οι όροι και οι προϋποθέσεις της εγκατάστασης, για το κάθε είδος καυσίμου, των φορολογικών ηλεκτρονικών μηχανισμών, το ακριβές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.»

8.

α. H παράγραφος 9 του άρθρου 147 του ν. 2960/ 2001 αντικαθίσταται ως εξής: «9. Σε περίπτωση μη καταχώρισης ή εκπρόθεσμης καταχώρισης ή ανακριβούς καταχώρισης των συναλλαγών πετρελαίου θέρμανσης στο Πληροφοριακό Σύστημα Παρακολούθησης Πετρελαίου Θέρμανσης, εντός της κατά το άρθρο 73 παράγραφος 2 περίπτωση α΄ του παρόντος νόμου χρονικής περιόδου, επιφυλασσομένων των περί λαθρεμπορίας διατάξεων, επιβάλλεται ανά φορολογικό στοιχείο πρόστιμο εκατό (100) ευρώ. Δεν συνιστά παράβαση, κατά τα ανωτέρω, ανακριβής δήλωση η οποία επανεισήχθη διορθωμένη στο ως άνω σύστημα από μέλος ΔΙΠΕΘΕ, εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 5 παράγραφος 1 του ν. 3899/2010 προθεσμίας.» β. Οι διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 147 του ν.2960/2001, όπως αντικαθίσταται με την προηγούμενη υποπαράγραφο της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται, επιφυλασσομένων των περί λαθρεμπορίας διατάξεων, και επί εκπρόθεσμης καταχώρησης, ανακριβούς καταχώρησης και μη καταχώρησης φορολογικών παραστατικών συναλλαγής πετρελαίου θέρμανσης στο Πληροφοριακό Σύστημα Παρακολούθησης Πετρελαίου Θέρμανσης, οι οποίες τελέστηκαν από 1.1.2011 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εντός προθεσμίας δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, στις ακόλουθες περιπτώσεις: i) Όταν έχει εκδοθεί καταλογιστική πράξη και δεν έχει ασκηθεί προσφυγή κατά αυτής ή έχει ασκηθεί αλλά δεν έχει εκδοθεί επ’ αυτής τελεσίδικη απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου, με υποχρέωση δήλωσης παραίτησης από το δικαίωμα άσκησης ένδικων μέσων ή από το ήδη ασκηθέν ένδικο μέσο. ii) Όταν έχει ήδη καταβληθεί ολόκληρο το ποσό ή μέρος των καταλογισθέντων προστίμων, με την οποία αιτούνται την επιστροφή της διαφοράς μεταξύ των καταβληθέντων προστίμων και των προβλεπόμενων από τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου προστίμων. Δεν απαιτείται αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου στην περίπτωση που δεν έχει εκδοθεί καταλογιστική πράξη. 9.α. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 187 Π.Κ. προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος της πράξεως του πρώτου εδαφίου, αν η εγκληματική οργάνωση επιδιώκει την τέλεση περισσότερων αξιόποινων πράξεων σχετικά με την αποφυγή καταβολής νόμιμου φόρου, τέλους, δασμού ή άλλης επιβαρύνσεως κατά την αγορά, πώληση, παραλαβή, παράδοση, μεταφορά, διαμετακόμιση, εμπορία, κατοχή, αποθήκευση, εισαγωγή ή εξαγωγή εμπορεύματος ή και προϊόντος απομίμησης, παραποίησης ή πειρατείας». β. Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 187 Π.Κ. προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Με την ίδια ποινή τιμωρείται το μέλος της οργάνωσης αν κατά τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος του δευτέρου εδαφίου της πρώτης παραγράφου ήταν δημόσιος υπάλληλος ή υπάλληλος υπό την έννοια του άρθρου 263α.» γ. Στο τέλος της παραγράφου 6 του άρθρου 187 Π.Κ. προστίθεται εδάφιο, ως εξής: «Επιβαρυντική περίσταση συνιστά επίσης η τέλεση της πράξεως του τελευταίου εδαφίου της πρώτης παραγράφου με υλικό αντικείμενο το αργό πετρέλαιο ή άλλο πετρελαιοειδές ή ενεργειακό προϊόν.»

10.

Οι παραβάσεις που προβλέπονταν ως αυτοτελείς, σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων ιγ΄, ιδ΄ και ιε΄ της παραγράφου 8 του άρθρου 5 του ν.2523/1997 (Α΄179), που καταργήθηκαν από 1.1.2011, με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 5 του ν.3899/2010 (Α΄ 212) και διαπράχθηκαν μέχρι 31.12.2010, για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί από τους προϊσταμένους των Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών οι σχετικές αποφάσεις επιβολής προστίμου ή έχουν εκδοθεί οι αποφάσεις αυτές και κατά το χρόνο έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος, δεν έχουν περαιωθεί οριστικά με διοικητική επίλυση της διαφοράς, ανεξάρτητα από το χρόνο διαπίστωσής τους, λογίζονται ως γενικές παραβάσεις και επιβάλλεται ένα (1) ενιαίο πρόστιμο, ανά διαχειριστική περίοδο, με βάση την κατηγορία βιβλίων που τηρούνταν (Σ.Β.), κατά περίπτωση, ως εξής:

  • α) Για τη μη υποβολή στοιχείων, για τις συναλλαγές

πετρελαίου της παραγράφου 7 του άρθρου 20 του Κ.Β.Σ. (π.δ.186/1992), ο Σ.Β. = τρία (3).

  • β) Για την εκπρόθεσμη υποβολή στοιχείων, για τις

συναλλαγές πετρελαίου της παραγράφου 7 του άρθρου 20 του Κ.Β.Σ., καθώς και την ανακριβή υποβολή αυτών ως προς την ποσότητα, ο Σ.Β. = δύο (2).

  • γ) Για τη μη υποβολή ή την εκπρόθεσμη υποβολή των

αντιτύπων των φορολογικών παραστατικών, για τις συναλλαγές πετρελαίου της παραγράφου 7 του άρθρου 20 του Κ.Β.Σ., ανεξάρτητα αν η παράλειψη αυτή αφορά ένα ή περισσότερα από αυτά, ο Σ.Β. = ένα (1). Τα ως άνω ισχύουν με την προϋπόθεση ότι το ποσό του προστίμου, που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές, δεν είναι μεγαλύτερο από αυτό που θα προέκυπτε, με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις.

11.

Τα αναφερόμενα στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και για τις παραβάσεις που εκκρεμεί η συζήτηση προσφυγής κατ’ αυτών ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και του Σ.τ.Ε., εφόσον προβλέπουν επιεικέστερη μεταχείριση. Για τις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων αυτών, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν με αίτησή τους, που υποβάλλεται στον αρμόδιο προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, να ζητήσουν τη διοικητική επίλυση της διαφοράς με βάση τις υπόψη διατάξεις, ακολουθουμένης της διαδικασίας του ν.δ. 4600/1966 (Α΄ 242).

12.

Κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, ποσά προστίμων που έχουν καταβληθεί δεν επιστρέφονται.

13.

Οι υπηρεσίες του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος έχουν ελεύθερη πρόσβαση στο Σύστημα Ελέγχου Εισαγωγών ICS−1, στο Σύστημα Ελέγχου Εξαγωγών ECS και στο Σύστημα Παρακολούθησης και Ελέγχου Διακίνησης Προϊόντων Ε.Φ.Κ. EMCS, τα οποία εφαρμόζονται στην Ελληνική Επικράτεια δυνάμει των Κανονισμών (αρ) 648/2005 και (ΕΚ) 684/2009. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 321

Τροποποιήσεις των νόμων 1078/1980, 1882/1990, 3842/2010, 2238/1994, 3427/2005, 4002/2011, 4014/2011, 4015/2011 και 4038/2011

1.

Η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 1078/1980 (Α΄ 238), όπως είχε τροποποιηθεί με την παράγραφο 1 του άρθρου 21 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58), αντικαθίσταται ως εξής: «γ) οι πολίτες των κρατών−μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου,». 2.α. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 26 του ν. 1882/ 1990 (Α΄ 43) προστίθεται προτελευταίο εδάφιο ως εξής: «Η πληροφόρηση μέσω ηλεκτρονικής υπηρεσίας για τη φορολογική ενημερότητα φυσικών ή νομικών προσώπων ή ενώσεων προσώπων, όπως ορίζεται στο προηγούμενο εδάφιο, υπέχει θέση αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο από τον φορέα, υπηρεσία ή πρόσωπο που αιτήθηκε για τη λήψη του και μόνο για τη αιτία που αναφέρεται στην αίτησή του.» β. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 23 του ν. 3427/2005 (Α΄ 312), μετά το τρίτο εδάφιο, προστίθενται εδάφια ως εξής: «Από το έτος 2012 και επόμενα η δήλωση στοιχείων ακινήτων υποβάλλεται ατομικά από κάθε φυσικό πρόσωπο, στο έτος που προκύπτει τέτοια υποχρέωση. Για την ακίνητη περιουσία των προστατευομένων, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ανήλικων τέκνων, η δήλωση υποβάλλεται από τον υπόχρεο γονέα στο όνομα του τέκνου.» 3.α. H παράγραφος 3 του άρθρου 34 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58) τροποποιείται ως εξής: «H δήλωση των φυσικών προσώπων συντίθεται μηχανογραφικά από το Υπουργείο Οικονομικών, χωριστά ανά φυσικό πρόσωπο, από τις δηλώσεις στοιχείων ακινήτων των υπόχρεων.» β. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου ισχύουν από 1.1.2010. 4.α. Στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, που κυρώθηκε με το ν. 2238/1994 (Α΄151), προστίθεται νέο εδάφιο που έχει ως εξής: «Επίσης, δεν εκπίπτουν οι ακόλουθοι φόροι, τέλη και εισφορές που βαρύνουν την επιχείρηση: αα) ο φόρος υπεραξίας λόγω αναπροσαρμογής της αξίας των ακινήτων που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 24 του ν. 2065/1992 (Α΄113), ββ) ο φόρος ακίνητης περιουσίας της παραγράφου 2 του άρθρου 50 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58), γγ) το ενιαίο τέλος ακινήτων της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του ν. 3634/2008 (Α΄ 9), δδ) το τέλος επιτηδεύματος του άρθρου 31 του ν. 3986/ 2011 (Α΄152), εε) το έκτακτο ειδικό τέλος ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 (Α΄ 218), ζζ) η έκτακτη εισφορά του πέμπτου άρθρου του ν. 3845/2010 (Α΄ 65), ηη) η έκτακτη εισφορά του άρθρου 2 του ν. 3808/2009 (Α΄ 227) και θθ) η έκτακτη εισφορά ακινήτων του άρθρου 3 του ν. 3808/ 2009.» β. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου έχουν ισχύ από την έναρξη ισχύος των αντίστοιχων αναφερόμενων διατάξεων.

5.

Στο τέλος του άρθρου 59 του ν. 2238/1994 προστίθεται νέα παράγραφος 8 ως εξής: «8. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της προσωρινής δήλωσης ΦΜΥ η οποία εκτός από τα ακαθάριστα ποσά, το φόρο και το ποσό της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 που παρακρατήθηκε από ορισμένες κατηγορίες υποχρέων στον προηγούμενο ημερολογιακό μήνα, δύναται να περιλαμβάνει και τις οφειλόμενες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που αντιστοιχούν στις ανωτέρω ακαθάριστες αποδοχές και γενικά ρυθμίζεται κάθε άλλο σχετικό θέμα που αφορά την υποβολή των δηλώσεων αυτών.» 6.α. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 61 του «Εξαιρείται το φυσικό πρόσωπο, που αποκτά αποκλειστικά ετήσιο εισόδημα με βάση τις διατάξεις του άρθρου 16 μέχρι πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ.» «Ειδικά, προκειμένου για τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία αποκτούν αποκλειστικά εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, αυτά υποχρεούνται να υποβάλουν δήλωση, αν το ετήσιο φορολογούμενο εισόδημά τους υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, εφόσον έχουν την κατοικία τους στην Ελλάδα και δεν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις α΄, ε΄, στ’, η΄ και ι΄ αυτής της παραγράφου.» γ. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου έχουν εφαρμογή για εισοδήματα που αποκτώνται από 1.1.2011 και μετά.

7.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 70Α του ν.2238/1994 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Συνιστάται στη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών πενταμελής Επιτροπή αποτελούμενη από έναν πρώην δικαστικό λειτουργό ή πρώην λειτουργό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ως Πρόεδρο, δύο υπαλλήλους με βαθμό τουλάχιστον Β΄ της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών, έναν υπάλληλο του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, προϊστάμενο οργανικής μονάδας επιπέδου Διεύθυνσης ή Υποδιεύθυνσης και έναν εκπρόσωπο του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β.).»

8.

Οι διατάξεις του άρθρου 77 του ν. 2238/1994 αντικαθίστανται ως εξής: «1. Ιδιωτικά έγγραφα μίσθωσης αστικών ακινήτων ασχέτως ποσού μισθώματος ή γεωργικών ακινήτων, εφόσον το μίσθωμα είναι ανώτερο των εκατό (100) ευρώ κατά μήνα, υποβάλλονται με τη χρήση σύγχρονων ηλεκτρονικών μεθόδων και δικτυακών υποδομών από τον εκμισθωτή ή τον μισθωτή, μέσα στον επόμενο μήνα από τη σύνταξή τους.

2.

Τα έγγραφα της προηγούμενης παραγράφου εφόσον δεν έχουν υποβληθεί, στερούνται κάθε αποδεικτικής δύναμης και δεν εξετάζονται από τα δικαστήρια και τις δημόσιες γενικά αρχές. Επίσης, στερούνται αποδεικτικής δύναμης και τα αντέγγραφα, με τα οποία συμφωνείται μίσθωμα διαφορετικό από το καθοριζόμενο στο έγγραφο της μίσθωσης.

3.

Αν μεταβιβασθεί η κυριότητα ακινήτου, ο νέος κύριος είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο συνυπεύθυνος με τον προκάτοχο για την πληρωμή του φόρου των τριών (3) πριν από τη μεταβίβαση ετών, που αναλογεί επιμεριστικά στο εισόδημα του ακινήτου που μεταβιβάστηκε και προκύπτει από την εγγραφή που υπάρχει κατά την ημέρα της μεταβίβασης. Οι συμβολαιογράφοι έχουν υποχρέωση να υπενθυμίζουν τη διάταξη αυτή στους συμβαλλόμενους και να αναγράφουν τούτο ρητά στο συμβόλαιο της αγοραπωλησίας.

4.

Όσοι δεν υποβάλλουν τα έγγραφα μίσθωσης ακινήτου ή τα υποβάλλουν εκπρόθεσμα, καθώς και οι συμβολαιογράφοι που δεν εφαρμόζουν τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, υπόκεινται σε πρόστιμο που ορίζεται με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 2523/1997. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να καθορίζονται ο τρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία υποβολής τους και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.»

9.

Η υποπαράγραφος 3β΄ του άρθρου 23 του ν. 4002/ 2011 (Α΄ 180) αντικαθίσταται ως εξής: «β) Της Διεύθυνσης και των Τμημάτων Α΄−Σχεδιασμού, Διαχείρισης και Ελέγχου των Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής, Β΄ − Παρακολούθησης της Εφαρμογής των Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής που υλοποιούνται από υπηρεσίες εκτός του Υπουργείου Οικονομικών και Γ΄ − Παρακολούθησης της Εφαρμογής των Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής που υλοποιούνται από υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών προΐστανται υπάλληλοι, κατηγορίας ΠΕ, όλων των κλάδων του Υπουργείου Οικονομικών. Του Τμήματος Δ΄ − Γραμματειακής και Διοικητικής Υποστήριξης προΐσταται υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ. Η τοποθέτηση των προϊσταμένων της Διεύθυνσης και των Τμημάτων διενεργείται με μόνη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Οι υπάλληλοι που τοποθετούνται προϊστάμενοι με την απόφαση του προηγούμενου εδαφίου, πρέπει να διαθέτουν τουλάχιστον το βαθμό Δ΄, μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών και άριστη γνώση μίας (1) τουλάχιστον εκ των γλωσσών εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά).

10.

Οι διοικητικές λύσεις που εκδίδονται από τις φορολογικές διευθύνσεις της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών, είτε με τη μορφή εγκυκλίων είτε ατομικών απαντήσεων, αναρτώνται στο διαδίκτυο, ταυτόχρονα με τη διεκπεραίωσή τους, αφού προηγουμένως απαλειφθούν από τις ατομικές απαντήσεις τα στοιχεία των φορολογουμένων, καθώς και τυχόν αναφερόμενα ποσά φόρων.

11.

α. Η παράγραφος 3 του άρθρου 15 του ν. 4015/ 2011 (Α΄ 210) αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε ως εξής: «3. Αγορές μεταχειρισμένων κινητών μέσων αγροτικής παραγωγής από ΣΑΟ έχουν την ίδια φορολογική μεταχείριση όπως το Δημόσιο». β. Οι παράγραφοι 6 και 11 του άρθρου 15 του ν. 4015/ 2011 καταργούνται από τότε που ίσχυσε.

12.

Αν ελλείπει ο Γενικός Γραμματέας της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων του Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος προεδρεύει της Επιτροπής Διοίκησης Κρατικών Λαχείων (α.ν. 339/1936Α΄512), στη θέση του Προέδρου της ως άνω Επιτροπής προεδρεύει Γενικός Γραμματέας ή Ειδικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών που ορίζεται από τον Υπουργό Οικονομικών, με την απόφαση ορισμού των μελών της Επιτροπής ή Προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος ορίζεται με την ίδια απόφαση.

13.

Η παράγραφος 9 του άρθρου 7 του ν.4038/2012 (Α΄ 14) αντικαθίσταται ως εξής: «9. Επί ανωνύμων εταιρειών, οι μετοχές των οποίων ανήκουν, είτε στην «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε.», είτε στο Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον στη Γενική τους Συνέλευση αυτό εκπροσωπείται από την «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε.», και δεν είναι εισηγμένες σε χρηματιστηριακή αγορά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, κατά παρέκκλιση του ν. 3429/2005 (Α΄ 34), του άρθρου 42 του ν. 3943/2011 (Α΄ 66) και των σχετικών διατάξεων των καταστατικών τους.»

14.

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 65 του ν. 2362/1995 (Α΄ 247) προστίθεται περίπτωση δ΄ που έχει ως εξής: «δ. Εγγυήσεις που παρέχονται σε εταιρικές περιπτώσεις προκειμένου να διασφαλιστεί η παροχή υπηρεσιών δημοσίου ενδιαφέροντος από εταιρείες των οποίων η

Άρθρο 322

Μετασχηματισμοί επιχειρήσεων – Φορολογία μετοχών

1.

Οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν.δ.1297/1972 (Α΄ 217) αντικαθίστανται ως εξής: «Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται επί συγχωνεύσεως ή μετατροπής επιχειρήσεων, οποιασδήποτε μορφής, σε ανώνυμη εταιρεία ή προς το σκοπό ίδρυσης ανώνυμης εταιρείας, καθώς και επί συγχωνεύσεως ή μετατροπής επιχειρήσεων, οποιασδήποτε μορφής, εφόσον σε αυτές δεν περιλαμβάνεται ανώνυμη εταιρεία, σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ή προς το σκοπό ίδρυσης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης.»

2.

Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν από το χρόνο λήξης που προβλεπόταν από τις αντικατασταθείσες διατάξεις.

3.

Το άρθρο 12 του ν.δ. 1297/1972 παύει να ισχύει για συγχωνεύσεις ή μετατροπές επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νομοθετήματος αυτού από τη δημοσίευση του παρόντος και μετά. Επίσης, παύει να ισχύει η παράγραφος 11 του άρθρου 7 του ν. 2386/1996 (Α΄43) για μετασχηματισμούς επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως και 5 του ν. 2166/1993 (Α΄ 137). Το προηγούμενο εδάφιο καταλαμβάνει μετασχηματισμούς για την πραγματοποίηση των οποίων συντάσσονται ισολογισμοί μετασχηματισμού από τη δημοσίευση του παρόντος και μετά.

4.

Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του ν. 2166/1993 (Α΄ 137) προστίθεται εδάφιο που έχει ως «Ειδικά για τη ζημία παρελθουσών χρήσεων της απορροφώσας ανώνυμης εταιρείας ή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του Κ.Φ.Ε.»

5.

Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για απορροφήσεις για την πραγματοποίηση των οποίων συντάσσονται ισολογισμοί μετασχηματισμού από τη δημοσίευση του παρόντος και μετά.

6.

Στο άρθρο 109 του ν. 2238/1994 προστίθεται παράγραφος 6 που έχει ως εξής: «6. Όταν μετατρέπεται ανώνυμη εταιρεία σε προσωπική εταιρεία, στα ήδη φορολογηθέντα κέρδη που υφίστανται κατά το χρόνο της μετατροπής επιβάλλεται σε βάρος του νομικού προσώπου ο οριζόμενος από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 54 του Κ.Φ.Ε. φόρος. Επίσης, όταν η μετατροπή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε προσωπική εταιρεία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επιβάλλεται ο οριζόμενος από τις διατάξεις της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 55 φόρος. Το οφειλόμενο ποσό φόρου αποδίδεται εφάπαξ, μέσα στον επόμενο από την ολοκλήρωση της μετατροπής μήνα, με τα έντυπα απόδοσης του παρακρατούμενου σύμφωνα με τις πάνω διατάξεις φόρου. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή και για τα αφορολόγητα αποθεματικά που έχουν σχηματιστεί λόγω πραγματοποίησης παραγωγικών επενδύσεων με βάση αναπτυξιακό νόμο, καθώς και από αφορολόγητα έσοδα ή αυτοτελώς φορολογηθέντα εισοδήματα. Τα ανωτέρω δεν έχουν εφαρμογή για τα φορολογηθέντα κέρδη παρελθουσών χρήσεων που έχουν σχηματισθεί από εταιρείες περιορισμένης ευθύνης μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2010.»

7.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 16 του ν. 3943/2011 (Α΄ 66) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 2579/1998 (Α΄ 31) και της παραγράφου 2 του άρθρου 27 του ν. 2703/1999 (Α΄ 72) εξακολουθούν να εφαρμόζονται για μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών (Χ.Α.) ή σε αλλοδαπό χρηματιστήριο ή σε άλλο διεθνώς αναγνωρισμένο χρηματιστηριακό θεσμό, κατά περίπτωση, οι οποίες έχουν αποκτηθεί μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2012. Για τις πιο πάνω μετοχές που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 2013 και μετά έχουν εφαρμογή αποκλειστικά οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 38 του Κ.Φ.Ε.»

8.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 38 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Τα κέρδη τα οποία αποκτούν φυσικά πρόσωπα ή επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Β.Σ. από την πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χ.Α. σε τιμή ανώτερη της τιμής απόκτησής τους, φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις, όταν οι μετοχές αυτές αποκτώνται με οποιονδήποτε τρόπο από την 1η Ιανουαρίου 2013 και μετά.»

9.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 38 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως εξής: «4. Τα κέρδη από την πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χ.Α. σε τιμή ανώτερη της τιμής απόκτησής τους, που αποκτούν επιχειρήσεις οποιασδήποτε μορφής με βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κ.Β.Σ. φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις, όταν οι μετοχές αυτές αποκτώνται με οποιονδήποτε τρόπο από την 1η Ιανουαρίου 2013 και μετά.»

10.

Η παράγραφος 5 του άρθρου 16 του ν. 3943/2011 (Α΄ 66) αντικαθίσταται ως εξής: «5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 38 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος εξακολουθούν να εφαρμόζονται για μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών ή σε αλλοδαπό χρηματιστήριο και οι οποίες έχουν αποκτηθεί μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2012.»

Άρθρο 323

Ρυθμίσεις θεμάτων της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.)

1.

Στο άρθρο 1 του ν. 3832/2010 (Α΄ 38) προστίθεται νέα παράγραφος 5, με αντίστοιχη αναρίθμηση των επόμενων παραγράφων, ως εξής: «5. Κατά την ανάπτυξη, παραγωγή και διάδοση των στατιστικών οι φορείς του ΕΛ.Σ.Σ. εφαρμόζουν τον κώδικα ορθής πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές, όπως κάθε φορά ισχύει.»

2.

Μετά το άρθρο 3 του ν. 3832/2010 προστίθεται νέο άρθρο 4, με αντίστοιχη αναρίθμηση των επόμενων άρθρων 4 έως και 12, ως ακολούθως: «Άρθρο 4 Συμβουλευτική Επιτροπή Ορθής Πρακτικής

1.

Συνιστάται ανεξάρτητη συμβουλευτική επιτροπή αποτελούμενη από πέντε μέλη, ως εξής:

  • α) ένα μέλος που υποδεικνύεται από τη Βουλή,
  • β) ένα μέλος που υποδεικνύεται από την Ευρωπαϊκή

Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat), της Στατιστικής (ESGAB),

  • δ) ένα μέλος που υποδεικνύεται από την Επιτροπή του

Ευρωπαϊκού Στατιστικού Συστήματος (ESSC) και

  • ε) έναν εκπρόσωπο της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.
2.

Έργο της επιτροπής είναι αποκλειστικά η κατάρτιση ετήσιας έκθεσης σχετικά με την εφαρμογή των αρχών 1−6 (θεσμικό πλαίσιο) του Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές στο Ελληνικό Στατιστικό Σύστημα. Η επιτροπή υποβάλλει την έκθεσή της στην Βουλή αφού ενημερώσει τον Ευρωπαϊκό Συμβουλευτικό Φορέα για τη Διακυβέρνηση στον τομέα της Στατιστικής. Η έκθεση της επιτροπής έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα. Η επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητες ως προς τη διοίκηση και οργάνωση της ΕΛ.ΣΤΑΤ. και ως προς τη συλλογή, παραγωγή και διάδοση των στατιστικών της ΕΛ.ΣΤΑΤ.

3.

Τα μέλη της επιτροπής επιλέγονται μεταξύ εμπειρογνωμόνων με εξαιρετική ικανότητα και εθνική ή/και διεθνή επαγγελματική πείρα στα πεδία που αναφέρονται στον Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές.

4.

Ο πρόεδρος της επιτροπής ορίζεται με ψηφοφορία μεταξύ των μελών της.

5.

Στις συνεδριάσεις της επιτροπής συμμετέχει ο πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. χωρίς ψήφο.

6.

Τα μέλη της επιτροπής διορίζονται για διετή θητεία με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

7.

Η ετήσια έκθεση της επιτροπής, δημοσιοποιείται, αφού υποβληθεί στη Βουλή.

8.

Οι φορείς του Ελληνικού Στατιστικού Συστήματος παρέχουν στην επιτροπή τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκτέλεση του έργου της μετά από αίτησή της που υποβάλλεται στο ανώτατο όργανο διοίκησης του αντίστοιχου φορέα.

9.

Τα μέλη της επιτροπής υποχρεούνται να μην αποκαλύπτουν πληροφορίες στις οποίες έλαβαν πρόσβαση μέσω διαδικασιών της επιτροπής, εάν ενημερωθούν από τον αρμόδιο φορέα ότι οι εν λόγω πληροφορίες είναι δικαιολογημένα εμπιστευτικού χαρακτήρα.

10.

Τα μέλη της επιτροπής δύνανται να απομακρυνθούν πριν τη λήξη της θητείας τους μόνο για σπουδαίο λόγο που αφορά την εκτέλεση του έργου της επιτροπής.

11.

Στα μέλη της επιτροπής δεν καταβάλλεται αμοιβή.

12.

Η τεχνική και διοικητική υποστήριξη της επιτροπής παρέχονται από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. με τρόπο που να διασφαλίζει την ανεξαρτησία της επιτροπής. Η δαπάνη λειτουργίας της επιτροπής βαρύνει τον προϋπολογισμό της ΕΛ.ΣΤΑΤ.

13.

Η επιτροπή συνιστάται για δύο έτη από την πρώτη συγκρότησή της, οπότε θα επανεξεταστούν ο ρόλος και η αποτελεσματικότητά της.»

3.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 (που πριν την ανωτέρω αρίθμηση έφερε τον αριθμό 4) του ν. 3832/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η ΕΛ.ΣΤΑΤ., ύστερα από γνώμη του ΣΥ.ΕΛ.Σ.Σ., εγκρίνει ανά τριετία το Ελληνικό Στατιστικό Πρόγραμμα (ΕΛ. Σ.Π.). Το ΕΛ.Σ.Π. εγκρίνεται έως το τέλος Μαρτίου του προηγούμενου της εφαρμογής έτους.»

4.

Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 5 (που πριν την ανωτέρω αναρίθμηση έφερε τον αριθμό 4) του ν. 3832/2010, η λέξη «Μαρτίου» αντικαθίσταται από τη λέξη «Μαΐου».

5.

Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 10 (που πριν την ανωτέρω αναρίθμηση έφερε τον αριθμό 9) του ν. 3832/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Η ΕΛ.ΣΤΑΤ. έχει διακεκριμένη νομική προσωπικότητα και παρίσταται αυτοτελώς σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα ή υποχρεώσεις της, καθώς και πράξεις ή παραλείψεις της.»

6.

Η παράγραφος 7 του άρθρου 11 (που πριν την ανωτέρω αναρίθμηση έφερε τον αριθμό 10) του ν. 3832/2010 καταργείται.

7.

Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 12 (που πριν την ανωτέρω αναρίθμηση έφερε τον αριθμό 11) του ν. 3832/2010 καταργείται.

8.

Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 12 (που πριν την ανωτέρω αναρίθμηση έφερε τον αριθμό 11) του ν. 3832/2010, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Ο Κανονισμός μπορεί να προβλέπει ότι η εξειδίκευση διατάξεών του μπορεί να γίνεται με αποφάσεις του Προέδρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. ή με συμφωνίες συνεργασίας με τους φορείς του ΕΛ.Σ.Σ., καθώς και η δημοσίευση των αποφάσεων αυτών στο διαδικτυακό τόπο της ΕΛ.ΣΤΑΤ., χωρίς να απαιτείται δημοσίευσή του.

9.

Το άρθρο 13 (που πριν την ανωτέρω αναρίθμηση έφερε τον αριθμό 12) του ν. 3832/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 13 Πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ.

1.

Ο Πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. επιλέγεται από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, με εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από δημόσια προκήρυξη, με πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων (4/5) των μελών της.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)