Νόμοι — ΦΕΚ A' 89/2011

Type Νόμος
Publication 2011-04-21
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 89 20 Απριλίου 2011

Ενιαίο Μητρώο Εμπόρων Αγροτικών Προϊόντων, Εφοδίων και Εισροών και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΕΝΙΑΙΟ ΜΗΤΡΩΟ ΕΜΠΟΡΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ, ΕΦΟΔΙΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΡΟΩΝ

Άρθρο 1

Ορισμοί Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος: Α) Ως αγροτικά προϊόντα θεωρούνται τα προϊόντα της πρωτογενούς φυτικής και ζωικής γεωργικής παραγωγής, καθώς και τα προϊόντα που προέρχονται από το πρώτο στάδιο επεξεργασίας και μεταποίησης αυτών, τα οποία παράγονται στην Ελληνική Επικράτεια. Β) Ως αγροτικά εφόδια και εισροές θεωρούνται τα παραγόμενα στην Ελληνική Επικράτεια ή εισαγόμενα προϊόντα κάθε μορφής που χρησιμοποιούνται κατά τη διαδικασία και για τους σκοπούς της παραγωγής των προϊόντων του εδαφίου Α΄. Γ) Ως έμποροι αγροτικών προϊόντων, εφοδίων και εισροών θεωρούνται τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που αγοράζουν ή μεσολαβούν στην αγορά των προϊόντων των εδαφίων Α΄και Β΄του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 2

Ίδρυση Μητρώου Στη Διεύθυνση Αγροτικής Πολιτικής και Τεκμηρίωσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ιδρύεται και λειτουργεί ηλεκτρονική βάση δεδομένων και πληροφοριών με τον τίτλο «Ενιαίο Μητρώο Εμπόρων Αγροτικών Προϊόντων, Εφοδίων και Εισροών», εφεξής καλούμενο «Μητρώο».

Άρθρο 3

Εγγραφή στο Μητρώο

1.

Στο Μητρώο έχουν υποχρέωση εγγραφής όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία δραστηριοποιούνται στην Επικράτεια ως έμποροι αγροτικών προϊόντων, εφοδίων και εισροών, εφόσον λάβουν Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητας (Κ.Α.Δ.) στον Τομέα Α (ΓΕΩΡΓΙΑ, ΔΑΣΟΚΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΛΙΕΙΑ) και στις κατηγορίες 01 (Φυτική και ζωική παραγωγή, θήρα και συναφείς δραστηριότητες) και 02 (Δασοκομία και υλοτομία). Η μη εγγραφή στο Μητρώο επιφέρει αυτοδίκαια, για τους κατά περίπτωση συναλλασσόμενους, τις συνέπειες της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του νόμου αυτού. Οι επαγγελματίες αγρότες, οι οποίοι έχουν εγγραφεί στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3874/2010 (Α΄ 151) δεν υποχρεούνται να εγγραφούν και στο Μητρώο του παρόντος νόμου, ενώ οι διενεργούμενες από αυτούς εμπορικές πράξεις δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος, εφόσον αφορούν αποκλειστικά σε προϊόντα δικής τους παραγωγής.

2.

Με την εγγραφή του στο Μητρώο ο ενδιαφερόμενος έμπορος αποκτά Ειδικό Αριθμό Εγγραφής (Ε.Α.Ε.), ο οποίος είναι μοναδικός για κάθε εγγεγραμμένο και πρέπει να αναγράφεται σε κάθε συναφή με τους σκοπούς του νόμου αυτού συναλλαγή του με το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Ο Ε.Α.Ε. αναφέρεται υποχρεωτικά σε κάθε εμπορική πράξη, συναφή με αγροτικά προϊόντα, εφόδια και εισροές.

3.

Για την εγγραφή στο Μητρώο εκδίδεται, μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου εμπόρου, σχετικό πιστοποιητικό από τη Διεύθυνση Αγροτικής Πολιτικής και Τεκμηρίωσης, το οποίο έχει ετήσια διάρκεια.

4.

Η εμπορία των αγροτικών προϊόντων και αγροτικών εφοδίων και εισροών διενεργείται μόνο ως προς το είδος της δραστηριότητας και τα αγροτικά προϊόντα και εφόδια και εισροές για τα οποία ο έμπορος έχει καταχωριστεί στο Μητρώο. Η καταχώριση στο Μητρώο δεν υποκαθιστά την υποχρέωση εγγραφής στο αρμόδιο Επιμελητήριο, εφόσον επιβάλλεται από τις κατά περίπτωση κείμενες διατάξεις.

Άρθρο 4

Διαδικασία εγγραφής στο Μητρώο

1.

Η εγγραφή στο Μητρώο λαμβάνει χώρα μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στη Διεύθυνση Αγροτικής Πολιτικής και Τεκμηρίωσης. Με την αίτησή του ο ενδιαφερόμενος αναφέρει τους Τομείς Εμπορικής Δραστηριότητας στους οποίους επιθυμεί να εγγραφεί. 2085

επωνυμίας, τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.), την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία, τον Κ.Α.Δ., την έδρα, την ταχυδρομική και ηλεκτρονική διεύθυνση και το τηλέφωνο επικοινωνίας. Με την αίτησή του ο ενδιαφερόμενος έμπορος παρέχει τη ρητή άδεια στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να δημοσιοποιήσει δια του Μητρώου την ταυτότητα, τον Τομέα Εμπορικής Δραστηριότητας, τον Α.Φ.Μ. και τον Κ.Α.Δ..

στοιχεία της ταυτότητας, την ταχυδρομική και ηλεκτρονική διεύθυνση, καθώς και τηλέφωνα επικοινωνίας των νόμιμων εκπροσώπων τους.

Επιμελητήριο της έδρας τους.

κήρυξης σε πτώχευση ή δεν έχουν καταθέσει αίτηση για το άνοιγμα διαδικασίας συνδιαλλαγής των άρθρων 99 επ. του ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας), ββ) ότι δεν τελούν σε αναγκαστική διαχείριση, γγ) ότι οι αιτούντες και επί νομικών προσώπων οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτών δεν έχουν παραπεμφθεί αμετάκλητα για τα αδικήματα της απάτης, της εκβίασης, της πλαστογραφίας, της ψευδορκίας και δόλιας χρεοκοπίας και δδ) ότι, εφόσον πρόκειται για νομικά πρόσωπα, δεν τελούν σε κοινή ή ειδική εκκαθάριση.

να προκύπτει ότι οι αιτούντες και επί νομικών προσώπων οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους δεν έχουν καταδικαστεί για απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, ψευδορκία και δόλια χρεοκοπία, καθώς και για τα αδικήματα του άρθρου 1 του ν.δ. 3424/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1409/1983.

και μεγαλύτερο των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του κάθε εμπόρου και τον όγκο των διενεργούμενων από αυτόν σχετικών εμπορικών πράξεων. Σε περίπτωση που οι ενδιαφερόμενοι έμποροι, στο πλαίσιο της εμπορικής τους δραστηριότητας, διατηρούν συναφείς εγκαταστάσεις, όπως ενδεικτικά ιδιόκτητα ή μισθωμένα τυποποιητήρια, συσκευαστήρια και διαθέτουν τις αναγκαίες ψυκτικές ή αποθηκευτικές εγκαταστάσεις κατά περίπτωση και ανάλογα με το προϊόν, μπορεί, υποβάλλοντας τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία με την αίτησή τους, να απαλλάσσονται από την υποχρέωση υποβολής εγγυητικής επιστολής με απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Αγροτικής Πολιτικής και Τεκμηρίωσης. Στην τελευταία περίπτωση, τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία επανυποβάλλονται σε ετήσια βάση. Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται τα αντικειμενικά κριτήρια, με βάση τα οποία ορίζεται το ύψος της εγγυητικής επιστολής, καθώς και τα κριτήρια με βάση τα οποία κρίνεται η επάρκεια των εγκαταστάσεων των εμπόρων προκειμένου αυτοί να απαλλαγούν από την υποχρέωση υποβολής της. Τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ΄, δ΄ και ε΄ πρέπει να έχουν εκδοθεί μέχρι τρεις μήνες πριν από την υποβολή ή την κατ’ έτος επανυποβολή τους. Μετά την εγγραφή στο Μητρώο, τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ΄, δ΄ ε΄ και στ΄ επανυποβάλλονται σε ετήσια βάση και το αργότερο μέχρι την 30ή Απριλίου εκάστου έτους.

3.

Οι αιτήσεις υποβάλλονται με ηλεκτρονικό ή συμβατικό τρόπο στη Διεύθυνση Αγροτικής Πολιτικής και Τεκμηρίωσης. Η ηλεκτρονική υποβολή λαμβάνει χώρα κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 2 παρ. 2 και 3 παρ. 1 του π.δ. 150/2001 (Α΄ 125 ). Η εγγραφή των εμπόρων στο Μητρώο γίνεται με απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Αγροτικής Πολιτικής και Τεκμηρίωσης. Για την επεξεργασία, την εγγραφή και τη δημοσιοποίηση των στοιχείων του Μητρώου εφαρμόζεται η εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία περί προσωπικών δεδομένων.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα ειδικά θέματα και λεπτομέρειες που αφορούν στην υποβολή των αιτήσεων και των δικαιολογητικών, στην εγγραφή των αιτούντων, στο ακριβές περιεχόμενο του Μητρώου, καθώς και στα δεδομένα που καταγράφονται σε αυτό.

Άρθρο 5

Δημοσιότητα Μητρώου Η πρόσβαση στο Μητρώο είναι ελεύθερη για κάθε ενδιαφερόμενο. Για το σκοπό αυτόν το Μητρώο αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κατά τρόπο εμφανή και ευχερώς προσβάσιμο. Στη Διεύθυνση Αγροτικής Πολιτικής και Τεκμηρίωσης λειτουργεί κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες τηλεφωνική υπηρεσία, η οποία παρέχει σε κάθε ενδιαφερόμενο πληροφορίες για τα στοιχεία που αναγράφονται στο Μητρώο. Το Μητρώο παρέχει στη δημοσιότητα στοιχεία μόνο για την ταυτότητα και τον Τομέα Εμπορικής Δραστηριότητας των εγγεγραμμένων εμπόρων, συμπεριλαμβανομένων του Α.Φ.Μ. και του Κ.Α.Δ.

Άρθρο 6

Διοικητικές και φορολογικές συνέπειες

1.

Με απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Αγροτικής Πολιτικής και Τεκμηρίωσης επιβάλλονται οι κάτωθι διοικητικές κυρώσεις: 1) Η προσωρινή διαγραφή επιβάλλεται όταν: α) ο εγγεγραμμένος έμπορος δεν επανυποβάλλει εμπροθέσμως τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ΄, δ΄, ε΄ και στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του παρόντος και για όσο χρονικό διάστημα υφίσταται η σχετική εκκρεμότητα, β) έχει παραπεμφθεί αμετάκλητα για το αδίκημα της απάτης, της εκβίασης, της πλαστογραφίας, της ψευδορκίας και της δόλιας χρεοκοπίας, καθώς και για τα αδικήματα του άρθρου 1 του ν.δ. 3424/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1409/1983 και μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης και γ) το όνομα του εγγεγραμμένου εμπόρου έχει καταχωρισθεί στη βάση δεδομένων ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ και για το χρονικό διάστημα που ισχύει η συγκεκριμένη καταχώριση. 2) Η οριστική διαγραφή επιβάλλεται, εφόσον ο ήδη εγγεγραμμένος έμπορος καταδικαστεί αμετάκλητα για του ν.δ. 3424/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1409/1983. 3) Η κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής επιβάλλεται εφόσον έμπορος αγροτικών προϊόντων, εφοδίων και εισροών καταστεί υπερήμερος για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών, ως προς εμπορικές πράξεις του νόμου αυτού. Για την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής απαιτείται καταγγελία του ενδιαφερόμενου αγρότη και επιβάλλεται μόνο μετά από προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερόμενου εμπόρου, η οποία λαμβάνει χώρα εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της ανωτέρω καταγγελίας. Η κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής διενεργείται το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της σχετικής καταγγελίας. Σε περίπτωση κατάπτωσης, το ποσό της εγγυητικής επιστολής παραμένει στη διάθεση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και μπορεί να αναζητηθεί από τον ενδιαφερόμενο επαγγελματία αγρότη κατά τις διατάξεις των άρθρων 982 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Ο ενδιαφερόμενος έμπορος απαλλάσσεται από κάθε συνέπεια της κατάπτωσης εάν αποδείξει ότι εξόφλησε τον επαγγελματία αγρότη που υπέβαλε την εις βάρος του σχετική καταγγελία, καθώς και ότι ο τελευταίος δεν έχει εις βάρος του καμία οικονομική απαίτηση από τις αναφερόμενες στη σχετική καταγγελία εμπορικές πράξεις. 4) Η άσκηση από τον έμπορο ή από παρένθετο πρόσωπο ή από συνδεδεμένο με αυτόν έμπορο ή από επιχείρηση συμφερόντων του εμπορίας αγροτικών προϊόντων κατά τη διάρκεια της πρόσκαιρης διαγραφής του συνεπάγεται την οριστική διαγραφή του από το Μητρώο.

2.

Η μη εγγραφή στο Μητρώο και η μη αναγραφή του Ε.Α.Ε. στα σχετικά φορολογικά παραστατικά επιφέρει αυτοδίκαια τη μη αναγνώριση από τις αρμόδιες φορολογικές αρχές και για όλους τους συναλλασσόμενους του δικαιώματος επιστροφής του Φ.Π.Α. και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης Καυσίμων. Η μη εγγραφή στο Μητρώο των ενδιαφερόμενων εμπόρων επιφέρει για τις εμπορικές πράξεις του νόμου αυτού την ακυρότητα των σχετικών φορολογικών παραστατικών, η οποία διαπιστώνεται από τις αρμόδιες φορολογικές αρχές. Εκτός από την ακυρότητα των σχετικών φορολογικών παραστατικών, με απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Αγροτικής Πολιτικής και Τεκμηρίωσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων επιβάλλεται και διοικητικό πρόστιμο, το συνολικό ύψος του οποίου μπορεί να ανέλθει μέχρι το ύψος της σχετικής συναλλαγής. Σε καμία όμως περίπτωση, το συνολικό ποσό του εν λόγω προστίμου δεν μπορεί να είναι μικρότερο από χίλια (1.000) ευρώ.

Άρθρο 7

Σύνδεση του Μητρώου με το Παρατηρητήριο Τιμών Αγροτικών Προϊόντων

1.

Με σκοπό τον καλύτερο εντοπισμό των υπευθύνων για φαινόμενα αισχροκέρδειας στην αγορά αγροτικών προϊόντων, εφοδίων και εισροών, η Διεύθυνση Αγροτικής Πολιτικής και Τεκμηρίωσης μπορεί να συσχετίζει τα στοιχεία του Μητρώου με το Παρατηρητήριο Τιμών Αγροτικών Προϊόντων, το οποίο έχει συσταθεί και λειτουργεί με την υπ’ αριθμ. 334235/10.1.2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Γεωργίας (Β΄97 ).

2.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται θέματα που αφορούν τη διασύνδεση του Μητρώου με άλλα δημόσια Μητρώα και την πρόσβαση σε αυτό δημόσιων υπηρεσιών και φορέων.

3.

Τα τηρούμενα από: α) τη Διεύθυνση Μεταποίησης, Τυποποίησης και Ποιοτικού Ελέγχου, β) τη Διεύθυνση Εισροών Ζωικής Παραγωγής, γ) τη Διεύθυνση Κτηνιατρικής Δημόσιας Υγείας, δ) τη Διεύθυνση Εισροών Φυτικής Παραγωγής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και ε) τον Ε.Φ.Ε.Τ., Μητρώα Εμπόρων Νωπών Οπωροκηπευτικών (κ.υ.α. 257543/2003, Β΄ 1122), Εγκεκριμένων Επιχειρήσεων Ζωοτροφών (κ.υ.α. 34668/2008, Β΄ 2422), Εμπόρων Ζωικών Προϊόντων και Προϊόντων Ζωικής Προέλευσης (κ.υ.α. 278701/2005, Β΄ 726) Εγκεκριμένων Εγκαταστάσεων Κρέατος και Προϊόντων του (κ.υ.α. 15523/2006, Β΄ 1187), Επιχειρήσεων Εμπορίας Λιπασμάτων (κ.υ.α. 394199/5224/1999, Β΄ 1939), Επιχειρήσεων Εμπορίας Σπόρων (υ.α. 404186/1986, Β΄ 683) και Επιχειρήσεων Εμπορίας Πολλαπλασιαστικού Υλικού (υ.α. 303206/1997, Β΄ 461), μεταφέρονται, ενοποιούνται και αποτελούν μέρος του Μητρώου, ως κλαδικά μητρώα. Στο Μητρώο μεταφέρονται και εφεξής τηρούνται όλα τα δεδομένα που περιλαμβάνουν τα ανωτέρω μητρώα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ B΄

ΤΡΟΠΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 8

Ίδρυση κτηνιατρείων σε Ο.Τ.Α. και στον Ο.Δ.Ι.Ε. Α.Ε. Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του ν. 604/1977 (Α΄163), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του ν. 3170/2003 (Α΄ 191) και την παράγραφο 14α του άρθρου 20 του ν. 3399/2005 (Α΄255), αντικαθίσταται ως ακολούθως: «1. Τα κτηνιατρεία και οι κτηνιατρικές κλινικές ιδρύονται μόνο από κτηνιάτρους. Κατ’ εξαίρεση κτηνιατρεία και κτηνιατρικές κλινικές μπορούν να ιδρύουν και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α) πρώτου βαθμού, για αδέσποτα ζώα, καθώς και ο Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος Α.Ε., για τα άλογα του ιπποδρόμου και για αδέσποτα ζώα και με την προϋπόθεση ότι έχουν επιστημονικά υπεύθυνο κτηνίατρο για τη λειτουργία τους. Τα ενδιαιτήματα ιδρύονται και λειτουργούν από φυσικά ή νομικά πρόσωπα.»

Άρθρο 9

Μισθώσεις βοσκήσιμων τόπων από Ο.Τ.Α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 του από 24.9/ 20.10.1958 βασιλικού διατάγματος (Α΄171) αντικαθίσταται ως ακολούθως: «1. Οι βοσκήσιμοι τόποι, που ευρίσκονται στην περιφέρεια οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου βαθμού και των οποίων την κυριότητα, νομή ή κατοχή έχουν οι συγκεκριμένοι Ο.Τ.Α., διατίθενται στους δημότες για τη βοσκή των ζώων αυτών. Το περίσσευμα περιόδους, θερινές ή χειμερινές.»

Άρθρο 10

Δικαιούχοι αδειών πώλησης κτηνιατρικών φαρμακευτικών προϊόντων

1.

Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 2538/1997 (Α΄242) καταργείται.

2.

Η παράγραφος 6 του άρθρου 6 του ν. 2538/1997 αντικαθίσταται ως εξής: «6. Η άδεια λιανικής πώλησης κτηνιατρικών φαρμακευτικών προϊόντων που προβλέπεται στο άρθρο 5 του παρόντος χορηγείται σε φυσικά πρόσωπα, σε προσωπικές εταιρείες (ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες), σε ανώνυμες εταιρείες, σε εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και συνεταιριστικές οργανώσεις, εφόσον διαθέτουν όλες τις ημέρες και ώρες λειτουργίας του καταστήματος υπεύθυνο επιστήμονα, ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και είναι κάτοχος πτυχίου Κτηνιατρικής Σχολής Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής ή πτυχίου ΚΑΤΕΕ του άρθρου 5 του π.δ. 463/1987 (Α΄216) ή πτυχίου Τ.Ε.Ι. του άρθρου 4 του π.δ. 109/1989 (Α΄47 ) ή ισότιμου πτυχίου ή διπλώματος, αντίστοιχων ειδικοτήτων, σχολών της αλλοδαπής και άδειας ασκήσεως επαγγέλματος στην Ελλάδα, εφόσον απαιτείται, ή πτυχίου Φαρμακευτικής Σχολής Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής ή ισότιμου της αλλοδαπής και δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 8 του ίδιου άρθρου.»

3.

Η παράγραφος 10 του άρθρου 7 του ν. 2538/1997, η οποία αναριθμήθηκε σε παράγραφο 9 με την παράγραφο 5 του άρθρου 22 του ν. 2945/2001 (Α΄223), αντικαθίσταται ως εξής: «9. Ο κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 6 υπεύθυνος επιστήμονας του καταστήματος λιανικής πώλησης κτηνιατρικών φαρμακευτικών προϊόντων υποχρεούται να απασχολείται συνεχώς και αυτοπροσώπως στο κατάστημα και είναι υπεύθυνος αυτός ή ο νόμιμος αναπληρωτής του, σε περίπτωση απουσίας του, για την κανονική λειτουργία του. Η αναπλήρωση του υπεύθυνου επιστήμονα γίνεται ύστερα από άδεια αναπλήρωσης που χορηγείται από τον αρμόδιο Περιφερειάρχη. Η άδεια αναπλήρωσης χορηγείται για χρονικό διάστημα μέχρι έξι μήνες σε περίπτωση απουσίας του για λόγους επιμόρφωσης, υγείας ή άλλους εξαιρετικούς λόγους, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου υπεύθυνου επιστήμονα. Σε περίπτωση που ο προτεινόμενος αναπληρωτής του δεν έχει άδεια λιανικής πώλησης κτηνιατρικών φαρμακευτικών προϊόντων και είναι κάτοχος πτυχίου Κτηνιατρικής Σχολής Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής ή πτυχίου ΚΑΤΕΕ του άρθρου 5 του π.δ.463/1987 (Α΄ 216) ή πτυχίου Τ.Ε.Ι. του άρθρου 4 του π.δ.109/1989 (Α΄47) ή ισότιμου πτυχίου ή διπλώματος, αντίστοιχων ειδικοτήτων, σχολών της αλλοδαπής και άδειας ασκήσεως επαγγέλματος στην Ελλάδα, εφόσον απαιτείται, η σχετική αίτηση υπογράφεται και από τον προτεινόμενο αναπληρωτή.»

Άρθρο 11

Μεταφορά αρμοδιοτήτων στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες των Ο.Τ.Α.

1.

Η άσκηση των αρμοδιοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 3 του π.δ. 79/2007 (Α΄ 95) και οι οποίες με την παράγραφο 2 του άρθρου 9 του ν. 3752/2009 (Α΄40) είχαν μεταφερθεί στον Ε.Φ.Ε.Τ. και αφορούν στην υγειονομική ασφάλεια της κτηνοτροφικής παραγωγής, ανατίθεται εφεξής στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης του πρώτου και δεύτερου βαθμού του ν. 3852/2010 (Α΄87).

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.