Αποφάσεις - Ανακοινώσεις — ΦΕΚ A' 89/2023

Type Απόφαση
Publication 2023-04-12
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ Αριθμ. Πρωτ. 4737 Διεκπ. 3427 Περί δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αποφάσεως της Ολομέλειας της Βουλής «Κανονισμός λειτουργίας της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 25 του ν. 5026/2023».

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1.

Το άρθρο 65 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 97 (πρώην άρθρο 103) του Κανονισμού της Βουλής Μέρος Β’ (Α’ 51/1997).

2.

Το άρθρο 25 και το άρθρο 45 παρ.  4 εδ.  α) του ν. 5026/2023 (Α’ 45).

3.

Τον Κανονισμό Λειτουργίας της Επιτροπής Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης και Δηλώσεων Υπηρεσιακών Συμφερόντων, όπως εκδόθηκε ομόφωνα στη συνεδρίαση της 7ης Απριλίου 2023 από την Επιτροπή του άρθρου 25 του ν. 5026/2023 (Α’ 45).

4.

Την κατά ΡΔ’ συνεδρίαση της 11ης.4.2023 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων, κατά την οποία ψηφίσθηκε ο «Κανονισμός λειτουργίας της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 25 του ν. 5026/2023», παραγγέλλουμε: Τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως αυτής, που έχει ως εξής: ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ

ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Κανονισμός Λειτουργίας της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 25 του ν. 5026/2023. Με την από 25.2.2019 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων (Α’ 33) εγκρίθηκε ο Κανονισμός Λειτουργίας της Επιτροπής Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης και της Ειδικής Υπηρεσίας, όπως εκδόθηκαν στη συνεδρίαση της 1.2.2019 από την Επιτροπή Ελέγχου. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 25 ν.  5026/2023 (Α’  45), ο οποίος κατήργησε τον ν.  3213/2003 (Α’  309), και δυνάμει της υπ’  αρ. 4122/2957/29.03.2023 απόφασης του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων (Υ.Ο.Δ.Δ. 292), συγκροτήθηκε η Επιτροπή Ελέγχου Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ., αποτελούμενη από τον Πρόεδρο της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, ως Πρόεδρο με τον αναπληρωτή του, δύο (2) Συμβούλους της Επικρατείας, με τους αναπληρωτές τους, δύο (2) Αρεοπαγίτες, με τους αναπληρωτές τους, δύο (2) Συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με τους αναπληρωτές τους, έναν (1) Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τον αναπληρωτή του, τον Πρόεδρο της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, με τον αναπληρωτή του, την Αναπληρώτρια Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (Ε.Α.Δ.), με τον αναπληρωτή της, μία (1) Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, με τον αναπληρωτή της, έναν (1) βουλευτή της μεγαλύτερης σε δύναμη κοινοβουλευτικής ομάδας που μετέχει στην Κυβέρνηση, με τον αναπληρωτή του, έναν (1) βουλευτή της μεγαλύτερης σε δύναμη κοινοβουλευτικής ομάδας που δεν μετέχει στην Κυβέρνηση, με τον αναπληρωτή του. Ήδη, σε αντικατάσταση του εγκριθέντος με την από 25.2.2019 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων (Α’ 33) Κανονισμού Λειτουργίας, η Επιτροπή Ελέγχου Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. προβαίνει στην έκδοση του Κανονισμού Λειτουργίας της, όπως συντάχθηκε από την Ειδική Υπηρεσία που την επικουρεί, και ο οποίος υποβάλλεται στην Ολομέλεια της Βουλής, προς έγκριση, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του εδαφίου α’ της παρ. 4 του άρθρου 45 του ν. 5026/2023 (Α’ 45).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ

Άρθρο 1

Ο παρών Κανονισμός Λειτουργίας διέπεται από τις διατάξεις:

με την επιφύλαξη ειδικότερων ρυθμίσεων του παρόντος Κανονισμού.

1.

Ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης (Δ.Π.Κ.) και των δηλώσεων οικονομικών συμφερόντων (Δ.Ο.Σ.) των αναφερομένων, στο Κεφάλαιο Β’ (άρθρα 3 έως 16) του ν. 5026/2023, προσώπων ανατίθεται στην Επιτροπή Ελέγχου, η οποία ενεργεί ως ειδικό όργανο. Η Επιτροπή Ελέγχου είναι ανεξάρτητη, διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και αποτελείται από δεκατρία (13) τακτικά μέλη με ισάριθμους αναπληρωτές. Τα μέλη της Επιτροπής Ελέγχου απολαμβάνουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Η έδρα της καθορίζεται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής.

2.

Η Επιτροπή Ελέγχου συγκροτείται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, κατά τις διακρίσεις που ορίζονται για καθένα των μελών από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 25 του ν. 5026/2023. Ειδικότερα, η Επιτροπή συγκροτείται από:

αναπληρωτή του, που ορίζεται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής,

τους αναπληρωτές τους,

αναπληρωτή του,

με τον αναπληρωτή του,

με τον αναπληρωτή του,

τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με απόφαση του Διοικητή της, μετά από ερώτημα του Προέδρου της Βουλής,

με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με ενυπόγραφη δήλωση του Προέδρου της εν λόγω κοινοβουλευτικής ομάδας,

με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με ενυπόγραφη δήλωση του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Γραμματέας της Επιτροπής Ελέγχου, με τον αναπληρωτή του, ορίζονται υπάλληλοι που υπηρετούν στην Ειδική Υπηρεσία της Επιτροπής Ελέγχου, με απόφαση του Προέδρου της Επιτροπής Ελέγχου, μετά από πρόταση του προϊσταμένου της Ειδικής Υπηρεσίας της Επιτροπής. Η Επιτροπή Ελέγχου επικουρείται κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, που προβλέπονται από τον ν. 3023/2002, το π.δ. 15/2022 και τον ν. 5026/2023, από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της περ. στ’ της παρ. 2 του άρθρου 19 του π.δ. 15/2022 (Α’ 39), από τον επικεφαλής Εισαγγελέα ή τον Διοικητή της Υ.Ε.Υ.Σ.Α. ειδικώς για τις υποθέσεις των σωμάτων ασφαλείας, καθώς και από τον συντονιστή ελέγχων και την Ειδική Υπηρεσία για τα θέματα αρμοδιότητάς τους.

3.

Κατά τον έλεγχο των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών και των εισαγγελικών λειτουργών, καθήκοντα Προέδρου της Επιτροπής Ελέγχου ασκεί ο αρχαιότερος δικαστικός λειτουργός από τα μέλη της. Στην περίπτωση αυτήν, ο Πρόεδρος της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής ή ο αναπληρωτής του, συμμετέχει στην Επιτροπή Ελέγχου, ως μέλος.

4.

Οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη της Επιτροπής Ελέγχου και οι αναπληρωτές τους ορίζονται με απόφαση των αρμοδίων Ανωτάτων Δικαστικών Συμβουλίων των οικείων δικαστηρίων των άρθρων 80 για τη διοικητική δικαιοσύνη, 85 για το Ελεγκτικό Συνέδριο και 91 για την πολιτική και ποινική δικαιοσύνη του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α’109), ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης για θητεία δύο (2) ετών, η οποία δεν ανανεώνεται και ασκούν τα καθήκοντά τους παράλληλα με αυτά της κύριας θέσης τους. Αν προαχθούν, αντικαθίστανται πριν από την έναρξη του νέου δικαστικού έτους. Ο Υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ορίζεται για θητεία τεσσάρων (4) ετών.

5.

Σε περίπτωση γενικών βουλευτικών εκλογών, η Επιτροπή Ελέγχου ανασυγκροτείται ως προς τα κοινοβουλευτικά μέλη εντός ενός (1) μηνός από την εκλογή του Προεδρείου της νέας Βουλής. Μέχρι την ως άνω ανασυγκρότηση, η Επιτροπή Ελέγχου συνεχίζει το ελεγκτικό της έργο με την υφιστάμενη σύνθεσή της. Αν κενωθεί θέση τακτικού μέλους, ο αναπληρωτής ασκεί τα καθήκοντα του τακτικού μέλους έως τον ορισμό νέου τακτικού μέλους.

6.

Την Επιτροπή Ελέγχου επικουρεί, για τον συντονισμό των ελέγχων της και για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των υποχρέων, Ειδική Υπηρεσία, που αποτελεί οργανική μονάδα της Βουλής των Ελλήνων επιπέδου διεύθυνσης και υπάγεται στον Πρόεδρο της Επιτροπής Ελέγχου.

Άρθρο 3

Σύνθεση - Συνεδριάσεις

1.

Η Επιτροπή ως συλλογικό όργανο συνεδριάζει νομίμως, όταν στη σύνθεσή της μετέχουν ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη περισσότερα από τα μισά των διορισμένων τακτικών μελών (απαρτία), δηλαδή επτά (7) μέλη ή και περισσότερα, εφόσον τουλάχιστον πέντε (5) εξ αυτών είναι δικαστικοί λειτουργοί, ανεξαρτήτως της ιδιότητας με την οποία συμμετέχουν στην Επιτροπή. Η απαρτία πρέπει να υπάρχει καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης.

2.

Ο Πρόεδρος καθορίζει την ημέρα, την ώρα και τον τόπο των συνεδριάσεων και καλεί τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη να συμμετάσχουν. Τα αναπληρωματικά μέλη καλούνται προς αναπλήρωση απόντων ή κωλυομένων μελών της ίδιας κατηγορίας. Η πρόσκληση, η οποία περιλαμβάνει την ημερήσια διάταξη, γνωστοποιείται με κάθε πρόσφορο μέσο, από τον γραμματέα στα μέλη της τότε πρέπει να είναι έγγραφη και να βεβαιώνονται σε αυτήν οι λόγοι που κατέστησαν τη σύντμηση αναγκαία. Σε κάθε περίπτωση η προθεσμία δεν είναι δυνατόν να είναι μικρότερη των είκοσι τεσσάρων (24) ωρών. Πρόσκληση των μελών της Επιτροπής δεν απαιτείται, όταν οι συνεδριάσεις γίνονται σε τακτές ημερομηνίες που ορίζονται με απόφαση της Επιτροπής, η οποία γνωστοποιείται στα μέλη κατά τη συνεδρίασή της. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί μη σύννομη πρόσκληση, η συνεδρίαση επαναλαμβάνεται με τους νόμιμους τύπους.

3.

Αν κατά τη συνεδρίαση απουσιάσει τακτικό μέλος, το οποίο δεν είχε προσκληθεί, η συνεδρίαση είναι μη νόμιμη. Το ίδιο ισχύει ακόμη και αν, αντ’ αυτού, είχε μετάσχει το αντίστοιχο αναπληρωματικό μέλος. Αν υπήρξαν πλημμέλειες ως προς την κλήτευση μέλους, το συλλογικό όργανο της Επιτροπής συνεδριάζει νομίμως, αν αυτό είναι παρόν και δεν αντιλέγει στην πραγματοποίηση της συνεδρίασης.

4.

Η νομιμότητα της σύνθεσης του συλλογικού οργάνου της Επιτροπής δεν επηρεάζεται από την τυχόν εναλλαγή των μετεχόντων μελών σε διαδοχικές συνεδριάσεις.

5.

Η σύγκληση του συλλογικού οργάνου της Επιτροπής προς συνεδρίαση είναι υποχρεωτική, αν πέντε (5) τουλάχιστον τακτικά μέλη το ζητήσουν εγγράφως από τον Πρόεδρο, προσδιορίζοντας και τα προς συζήτηση θέματα.

6.

Η ημερήσια διάταξη συντάσσεται από τον Πρόεδρο, ο οποίος λαμβάνει προς τούτο υπόψη του και απόψεις που τυχόν διατυπώνονται από μέλη της Επιτροπής σε προηγούμενη συνεδρίαση. Ο Πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη και τη λήξη των συνεδριάσεων, διευθύνει τις εργασίες και φροντίζει για την εφαρμογή του νόμου και την εύρυθμη λειτουργία του συλλογικού οργάνου της Επιτροπής.

7.

Αντικείμενο της συνεδρίασης είναι μόνο τα θέματα που περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη. Κατ’ εξαίρεση, μπορεί να συζητηθούν και θέματα που δεν περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη, αν είναι παρόντα όλα τα τακτικά μέλη και συμφωνούν για τη συζήτησή τους.

8.

Οι συνεδριάσεις της Επιτροπής είναι μυστικές. Η κατά τη συζήτηση παρουσία άλλων προσώπων, πλην των μελών, του γραμματέα, του συντονιστή, του Εισαγγελέα Πρωτοδικών του άρθρου 19 παρ. 2 περ. στ’ του π.δ. 15/2022 (Α’ 39), του επικεφαλής Εισαγγελέα των σωμάτων ασφαλείας, ειδικώς για τις υποθέσεις που χειρίζεται, και των Προϊσταμένων της Ειδικής Υπηρεσίας, εφόσον απαιτείται, δεν επιτρέπεται. Δικαίωμα ψήφου έχουν μόνο τα μέλη της Επιτροπής. Η Επιτροπή, ενεργώντας ως ειδικό συλλογικό όργανο, χωρίς να αποτελεί προανακριτική αρχή, μπορεί να καλέσει προς παροχή πληροφοριών ή προσαγωγή στοιχείων, υπηρεσιακά ή άλλα πρόσωπα, τα οποία αποχωρούν, πριν από την έναρξη της συζήτησης.

9.

Πριν από τη συνεδρίαση, και μετά τον ορισμό της ημερήσιας διάταξης, ο Πρόεδρος κατανέμει με πράξη του τις υποθέσεις που πρόκειται να συζητηθούν σε ένα ή περισσότερα μέλη, που ορίζονται ως Εισηγητής ή Εισηγητές. Ως Εισηγητής μπορεί να οριστεί και ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών ειδικών αρμοδιοτήτων και αποκλειστικής ενασχόλησης, που επικουρεί το έργο της Επιτροπής, και ο επικεφαλής Εισαγγελέας των σωμάτων ασφαλείας, ειδικώς για τις υποθέσεις που χειρίζεται, καθώς και ο συντονιστής για ζητήματα αρμοδιότητάς του. Ο Εισηγητής, αφού μελετήσει τον φάκελο της υπόθεσης, συντάσσει έγγραφη εισήγηση, την οποία διανέμει στον Πρόεδρο και στα λοιπά μέλη της Επιτροπής, το αργότερο είκοσι τέσσερις (24) ώρες πριν από τη συνεδρίαση της Επιτροπής. Τα μέλη της Επιτροπής έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση του φακέλου της υπόθεσης στην έδρα της ειδικής υπηρεσίας ή κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής. Ορκωτοί ελεγκτές, ο αριθμός των οποίων ορίζεται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, κατόπιν σχετικής εισήγησης της Επιτροπής διά του Προέδρου της, και ανάλογα με τον αριθμό των ελέγχων που της έχει ανατεθεί, επικουρούν το έργο της Επιτροπής. Προς τούτο, δύνανται να μελετούν τον φάκελο, να συντάσσουν αιτιολογημένο πόρισμα ελέγχου και να παρίστανται κατά τις συνεδριάσεις προς ενημέρωση των μελών της Επιτροπής επί των συζητούμενων υποθέσεων, αποχωρούντες δε προ της έναρξης της συζήτησης προς λήψη απόφασης.

10.

Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, για κάθε υπόθεση δίδεται ο λόγος στον Εισηγητή, για να αναπτύξει προφορικά την προαναφερόμενη εισήγησή του. Η προφορική του εισήγηση δύναται να διαφοροποιείται από την έγγραφη. Στην περίπτωση αυτή η προηγούμενη γραπτή εισήγηση αποβάλλει την ισχύ της. Τα ανωτέρω ισχύουν και σε περίπτωση ορισμού περισσοτέρων του ενός Εισηγητών.

Άρθρο 4

Αποφάσεις

1.

Οι αποφάσεις της Επιτροπής ως συλλογικού οργάνου λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών, ύστερα από φανερή ψηφοφορία. Αν δεν καθίσταται δυνατός ο σχηματισμός της πλειοψηφίας αυτής, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ωσότου σχηματισθεί απόλυτη πλειοψηφία, με την υποχρεωτική προσχώρηση κάθε φορά εκείνου ή εκείνων που διατυπώνουν την ασθενέστερη γνώμη σε μία από τις δύο επικρατέστερες. Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρξει ισοψηφία, υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Το μέλος της Επιτροπής που, μετά τη λήξη της συζήτησης και προ της ψηφοφορίας, απέχει από αυτήν ή δίδει λευκή ψήφο, θεωρείται απόν. Σε περίπτωση που, μετά την αποχώρηση, δεν υπάρχει απαρτία, επαναλαμβάνεται η συνεδρίαση.

2.

Αν η συζήτηση της υπόθεσης διαρκεί περισσότερο από μία συνεδριάσεις, η απόφαση λαμβάνεται από τα μέλη που συμμετέχουν στην τελευταία συνεδρίαση, αφού προηγουμένως τα μέλη που δεν μετείχαν στις προηγούμενες συνεδριάσεις ενημερωθούν πλήρως ως προς τα ουσιώδη σημεία των κατ’ αυτές συζητήσεων, όπως προκύπτουν από τα οικεία πρακτικά. Η ενημέρωση πρέπει να προκύπτει από δήλωση των μελών αυτών, η οποία και καταχωρίζεται στα πρακτικά. και η ιδιότητα των παρισταμένων μελών, ο τόπος και ο χρόνος της συνεδριάσεως, τα θέματα που συζητήθηκαν με συνοπτική αλλά περιεκτική αναφορά στο περιεχόμενό τους, η μορφή και τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας και οι αποφάσεις που λήφθηκαν.

4.

Στο πρακτικό καταχωρίζονται οι γνώμες των μελών που πλειοψήφησαν και μειοψήφησαν αντίστοιχα και τα ονόματά τους.

5.

Σε περίπτωση που από την Επιτροπή γίνει δεκτή η γνώμη του διορισθέντος Εισηγητή, όπως διατυπώθηκε στην εγγράφως κατατεθείσα εισήγησή του, κατά τα προαναφερθέντα, τότε η γνώμη αυτή περιλαμβάνεται αυτούσια ως αιτιολογία στα πρακτικά της απόφασης.

6.

Το πρακτικό συντάσσεται από τον γραμματέα και επικυρώνεται από τον Πρόεδρο με την υπογραφή του.

7.

Η Επιτροπή Ελέγχου ασκεί αποφασιστική αρμοδιότητα επί των υπό κρίση ζητημάτων. Οι επιμέρους γνώμες των μελών της, όπως αυτές διατυπώνονται κατά τη διάσκεψη, είναι μυστικές. Η διαδικασία είναι απόλυτα εμπιστευτική, όλοι δε οι παριστάμενοι υποχρεούνται σε τήρηση εχεμύθειας και μετά την αποχώρησή τους από την Επιτροπή. Ο ελεγχόμενος μπορεί να αιτηθεί να λάβει απόσπασμα των πρακτικών της συνεδρίασης που τον αφορά, το οποίο θα περιέχει τα οριζόμενα στο άρθρο 15 παρ. 4 και 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας με τις εξής διακρίσεις:

1.

Τα ονόματα και την ιδιότητα των παρισταμένων μελών.

2.

Τον τόπο και τον χρόνο της συνεδρίασης.

3.

Το θέμα που συζητήθηκε και αφορούσε τον ελεγχόμενο και

4.

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας και την απόφαση που λήφθηκε, με τυχόν μειοψηφία που υπήρξε και τα ονόματα των μειοψηφούντων μελών. Αντίθετα στο χορηγούμενο απόσπασμα δεν θα περιλαμβάνονται όλες οι επί μέρους γνώμες των μελών της Επιτροπής, εισηγητών, ορκωτών ή άλλων προσώπων, που διατυπώθηκαν κατά το στάδιο διασκέψεως. Τρίτο μη ελεγχόμενο πρόσωπο δικαιούται κατ’ εξαίρεση σε λήψη αποσπάσματος των πρακτικών, σε περίπτωση που αποδεικνύει και προσκομίζει στην ειδική υπηρεσία εγγράφως ειδικό έννομο συμφέρον προς τούτο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΕΛΕΓΧΟΣ

Άρθρο 5

Έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.