Νόμοι — ΦΕΚ A' 91/2007
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 91 30 Απριλίου 2007
Προϋποθέσεις διαφάνειας για την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΣΚΟΠΟΣ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΟΡΙΣΜΟΙ
Άρθρο 1
Σκοπός Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2004/109 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά και για την τροποποίηση της Οδηγίας 2001/34/ΕK (ΕΕΕΚ L 390/38/31.12.2004).
Άρθρο 2
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής
Ο παρών νόμος καθορίζει τις περιοδικές και διαρκείς υποχρεώσεις πληροφόρησης σχετικά με εκδότες, κατά την έννοια της περίπτωσης (β) της παραγράφου 1 του άρθρου 3, για τους οποίους η Ελλάδα είναι το κράτος μέλος καταγωγής.
Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται στα μερίδια που εκδίδουν Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων πλην των οργανισμών κλειστού τύπου. Επιπλέον δεν εφαρμόζονται κατά την απόκτηση ή διάθεση μεριδίων των Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων.
Άρθρο 3
Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: (α) «Ειδικός διαπραγματευτής» νοείται το πρόσωπο το οποίο, έχοντας ως στόχο την ενίσχυση της ρευστότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές, διαβιβάζει σε συνεχή βάση για ίδιο λογαριασμό εντολές αγοράς και πώλησης σε χρηματοπιστωτικά μέσα και σε τιμές που καθορίζει ο ίδιος, χρησιμοποιώντας ίδια κεφάλαια. (β) «Εκδότες» νοούνται τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των κρατών, των οποίων κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά. Σε περίπτωση τίτλων παραστατικών κινητών αξιών εκδότης θεωρείται το νομικό πρόσωπο που εξέδωσε τις αντιπροσωπευόμενες στους τίτλους αυτούς κινητές αξίες. (γ) «Ελεγχόμενη επιχείρηση» νοείται κάθε επιχείρηση: (αα) στην οποία φυσικό ή νομικό πρόσωπο διαθέτει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου, ή (ββ) στην οποία ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει το δικαίωμα διορισμού ή ανάκλησης της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου και είναι συγχρόνως μέτοχος ή εταίρος της εν λόγω επιχείρησης, ή (γγ) στην οποία ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο είναι μέτοχος ή εταίρος και μόνος του ελέγχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή εταίρων αντίστοιχα, δυνάμει συμφωνίας που έχει συναφθεί με άλλους μετόχους ή εταίρους της εν λόγω επιχείρησης, ή (δδ) στην οποία ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει την εξουσία να ασκεί, ή πράγματι ασκεί, κυριαρχική επιρροή ή έλεγχο. Για τους σκοπούς της ανωτέρω περίπτωσης (ββ), στα δικαιώματα ψήφου, διορισμού και ανάκλησης που διαθέτει ο κάτοχος, περιλαμβάνονται τα δικαιώματα κάθε άλλης επιχείρησης που ελέγχεται από τον μέτοχο, καθώς και τα δικαιώματα κάθε άλλου φυσικού προσώπου ή νομικής οντότητας που ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό του μετόχου ή κάθε άλλης επιχείρησης που ελέγχεται από τον μέτοχο. (δ) «Εταιρία διαχείρισης» νοείται η εταιρία όπως ορίζεται στο σημείο 4 του άρθρου 3 του ν. 3283/2004. (ε) «Ηλεκτρονικά μέσα» νοούνται ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός για την επεξεργασία, συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης, αποθήκευση και μετάδοση δεδομένων με καλωδιακή, ραδιοκυματική, οπτική τεχνολογία ή με οποιοδήποτε άλλο ηλεκτρομαγνητικό μέσο. (στ) «Κινητές αξίες» νοούνται οι κινητές αξίες όπως ορίζονται στο σημείο 18 της παραγράφου 1 του άρθρου 2141 τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των Οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕΕΚ L 145/1/ 30.04.2004). Δεν περιλαμβάνονται τα μέσα χρηματαγοράς, όπως ορίζονται στο σημείο 19 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, τα οποία έχουν ημερομηνία λήξης μικρότερη των δώδεκα (12) μηνών. (ζ) «Κινητές αξίες που εκδίδονται σε συνεχή βάση ή κατ’ επανάληψη» νοούνται είτε χρεωστικοί τίτλοι εκδότη των οποίων η έκδοση εμφανίζει διαρκή ροή είτε τουλάχιστον δύο ξεχωριστές εκδόσεις κινητών αξιών παρόμοιου είδους ή κατηγορίας. (η) «Κράτος μέλος καταγωγής» νοείται: (αα) Προκειμένου για εκδότες χρεωστικών τίτλων των οποίων η ονομαστική αξία είναι μικρότερη των χιλίων (1.000) ευρώ ή για εκδότες μετοχών, − όταν ο εκδότης έχει συσταθεί στην Κοινότητα, το κράτος μέλος στο οποίο έχει την καταστατική του έδρα. − όταν ο εκδότης έχει συσταθεί σε τρίτη χώρα, το κράτος μέλος στην αρμόδια αρχή του οποίου ο εν λόγω εκδότης υποχρεούται να υποβάλλει τα ετήσια πληροφοριακά στοιχεία δυνάμει του άρθρου 10 του ν. 3401/2005 (ΦΕΚ 257 Α΄). Ο παραπάνω ορισμός του «κράτους μέλους καταγωγής» εφαρμόζεται σε χρεωστικούς τίτλους σε άλλο νόμισμα εκτός του ευρώ, υπό την προϋπόθεση ότι η αντίστοιχη ανά μονάδα ονομαστική αξία την ημερομηνία της έκδοσης είναι μικρότερη από ή ίση με χίλια (1.000) ευρώ. (ββ) Προκειμένου για εκδότες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω σημείου (αα), το κράτος μέλος που επιλέγει ο εκδότης μεταξύ − του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο εκδότης έχει την καταστατική του έδρα και − των κρατών μελών όπου λειτουργεί η οργανωμένη αγορά στην οποία έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση οι κινητές αξίες του εκδότη. Ο εκδότης μπορεί να επιλέγει, σύμφωνα με τα ανωτέρω υπό (ββ), ένα μόνο κράτος μέλος ως κράτος μέλος καταγωγής του. Η επιλογή αυτή ισχύει για τρία (3) τουλάχιστον έτη, εκτός εάν οι κινητές του αξίες δεν είναι εισηγμένες πλέον προς διαπραγμάτευση σε καμία οργανωμένη αγορά κράτους μέλους. Εάν ο εκδότης δεν επιλέξει κράτος μέλος καταγωγής, ως τέτοιο θα νοείται το κράτος που ορίζεται στο σημείο (αα). (θ) «Κράτος μέλος υποδοχής» νοείται το κράτος μέλος σε οργανωμένη αγορά του οποίου έχουν εισαχθεί οι κινητές αξίες προς διαπραγμάτευση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής. (ι) «Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων πλην των οργανισμών κλειστού τύπου» νοούνται τα αμοιβαία κεφάλαια και οι εταιρίες επενδύσεων: (αα) των οποίων αντικείμενο είναι η συλλογική επένδυση κεφαλαίων που συγκεντρώνονται από το κοινό και των οποίων η λειτουργία βασίζεται στην αρχή της διασποράς του κινδύνου, και (ββ) τα μερίδια των οποίων, κατ’ αίτηση του κατόχου αυτών των μεριδίων, επαναγοράζονται ή εξαργυρώνονται, αμέσως ή εμμέσως, δυνάμει των περιουσιακών στοιχείων των οργανισμών αυτών. (ια) «Μερίδια Οργανισμού Συλλογικών Επενδύσεων» νοούνται οι κινητές αξίες που εκδίδει ο Οργανισμός Συλλογικών Επενδύσεων ως παραστατικά των δικαιωμάτων των συμμετεχόντων επί των περιουσιακών στοιχείων του οργανισμού αυτού. (ιβ) «Μέτοχος» νοείται κάθε πρόσωπο το οποίο κατέχει: (αα) μετοχές του εκδότη, στο όνομά του και για λογαριασμό του, (ββ) μετοχές του εκδότη στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό άλλου προσώπου, (γγ) τίτλους παραστατικών μετοχών, εφόσον ο κομιστής των τίτλων θεωρείται κάτοχος των αντιπροσωπευόμενων στους τίτλους αυτούς μετοχών. (ιγ) «Μητρική Επιχείρηση» νοείται η επιχείρηση όπως ορίζεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920. (ιδ) «Πιστωτικό ίδρυμα» νοείται η επιχείρηση όπως ορίζεται στην περίπτωση (α) του σημείου 1 του άρθρου 2 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α΄). (ιε) «Πρόσωπο» νοείται, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, τόσο φυσικό όσο και νομικό πρόσωπο, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου. Ως «πρόσωπο» νοούνται επίσης οντότητες που υφίστανται σύμφωνα με το ελληνικό ή το δίκαιο άλλου κράτους μέλους στο βαθμό που έχουν ικανότητα δικαίου σύμφωνα με το ελληνικό ή το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους. (ιστ) «Ρυθμιζόμενες πληροφορίες» νοούνται όλες οι πληροφορίες τις οποίες ο εκδότης ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ζήτησε την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά χωρίς τη συναίνεση του εκδότη υποχρεούται να δημοσιοποιεί δυνάμει: (αα) του παρόντος νόμου, ή των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθησομένων αποφάσεων, (ββ) των άρθρων 10 και 13 του ν. 3340/2005 (ΦΕΚ 112 Α΄). Οι πληροφορίες του άρθρου 17 του παρόντος νόμου δεν νοούνται ως ρυθμιζόμενες πληροφορίες εκτός εάν εμπίπτουν στα άρθρα 10 και 13 του ν. 3340/2005. (ιζ) «Οργανωμένη αγορά» νοείται η αγορά που ορίζεται στην παράγραφο 14 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α΄). (ιη) «Χρεωστικοί τίτλοι» νοούνται οι τίτλοι όπως ορίζονται στην παράγραφο 19 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996. Δεν περιλαμβάνονται κινητές αξίες οι οποίες: (αα) είτε ισοδυναμούν με μετοχές εταιριών, (ββ) είτε, εάν μετατραπούν ή εάν ασκηθούν τα δικαιώματα που ενσωματώνουν, δημιουργούν το δικαίωμα απόκτησης μετοχών ή κινητών αξιών ισοδύναμων με μετοχές.
Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τα σχετικά με την Οδηγία 2004/109/ΕΚ εκτελεστικά μέτρα δύναται να: (α) εξειδικεύονται περαιτέρω οι ορισμοί που περιλαμβάνονται στην προηγούμενη παράγραφο, (β) καθορίζονται, στο πλαίσιο εφαρμογής της περίπτωσης (ββ) του σημείου (η) της προηγούμενης παραγράφου, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις βάσει των (γ) προσαρμόζεται, στο πλαίσιο εφαρμογής της περίπτωσης (ββ) του σημείου (η) της προηγούμενης παραγράφου, εφόσον τούτο κρίνεται ενδεδειγμένο, η περίοδος των τριών (3) ετών κατά τη διάρκεια της οποίας οι κινητές αξίες του εκδότη παραμένουν εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, λαμβάνοντας υπόψη και αξιολογώντας οποιαδήποτε νέα υποχρέωση έχει ενδεχομένως επιβληθεί από το Κοινοτικό δίκαιο αναφορικά με την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, (δ) καθορίζεται, στο πλαίσιο εφαρμογής του σημείου (ε) της προηγούμενης παραγράφου, ενδεικτικός κατάλογος των μέσων που δεν πρέπει να θεωρούνται ηλεκτρονικά μέσα, λαμβάνοντας υπόψη και αξιολογώντας το Παράρτημα III του π.δ. 39/2001 (ΦΕΚ 28 Α΄).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΥ ΚΟΙΝΟΥ
Άρθρο 4
Ετήσια οικονομική έκθεση
Ο εκδότης δημοσιοποιεί ετήσια οικονομική έκθεση με το περιεχόμενο που ορίζεται στην επόμενη παράγραφο εντός τριών (3) μηνών από τη λήξη κάθε οικονομικής χρήσης. Ο εκδότης διασφαλίζει ότι η έκθεση αυτή είναι στη διάθεση του επενδυτικού κοινού για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ετών.
Η ετήσια οικονομική έκθεση περιλαμβάνει: (α) τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις, (β) την έκθεση του διοικητικού συμβουλίου, και (γ) δηλώσεις: (αα) του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του εκδότη ή του αναπληρωτή του, (ββ) του διευθύνοντος ή εντεταλμένου συμβούλου και, σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοιος σύμβουλος ή η ιδιότητά του συμπίπτει με εκείνη των ανωτέρω προσώπων, ενός μέλους του διοικητικού συμβουλίου του εκδότη που ορίζεται από αυτό και (γγ) ενός ακόμα μέλους του διοικητικού συμβουλίου του εκδότη που ορίζεται από αυτό, ότι, εξ όσων γνωρίζουν: − οι οικονομικές καταστάσεις, που καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τα ισχύοντα λογιστικά πρότυπα, απεικονίζουν κατά τρόπο αληθή τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού, την καθαρή θέση και τα αποτελέσματα χρήσεως του εκδότη και των επιχειρήσεων που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση εκλαμβανομένων ως σύνολο, και − η έκθεση του διοικητικού συμβουλίου απεικονίζει κατά τρόπο αληθή την εξέλιξη, τις επιδόσεις και τη θέση του εκδότη, καθώς και των επιχειρήσεων που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση εκλαμβανομένων ως σύνολο, συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής των κυριότερων κινδύνων και αβεβαιοτήτων που αντιμετωπίζουν. Το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα των παραπάνω προσώπων καταγράφονται σαφώς στην παραπάνω δήλωση.
Σε περίπτωση που εκδότης υποχρεούται σε κατάρτιση ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με τα άρθρα 90 έως 99 και 134 του κ.ν. 2190/1920 ή, εφόσον ο εκδότης έχει την καταστατική του έδρα σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με την Έβδομη Οδηγία 83/349/ΕΟΚ (ΕΕΕΚ L 193/1/18.7.1983) όπως έχει ενσωματωθεί στο κράτος μέλος αυτό, οι ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις περιλαμβάνουν: (α) τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις που έχουν καταρτισθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό (EΚ) αριθ. 1606/2002 (ΕΕΕΚ L 243/1/11.9.2002), καθώς και (β) τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της μητρικής εταιρίας που έχουν καταρτισθεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο η μητρική εταιρία έχει την καταστατική της έδρα. Προκειμένου για εκδότη που έχει την καταστατική του έδρα στην Ελλάδα, οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις εγκρίνονται από το διοικητικό συμβούλιο του εκδότη.
Σε περίπτωση που εκδότης δεν υποχρεούται σε κατάρτιση ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, οι ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις περιλαμβάνουν τις οικονομικές καταστάσεις που έχουν καταρτισθεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο η εταιρία έχει την καταστατική της έδρα.
Οι οικονομικές καταστάσεις ελέγχονται σύμφωνα με τα άρθρα 36, 37 και 137 του κ.ν. 2190/1920 ή, σε περίπτωση που ο εκδότης έχει την καταστατική του έδρα σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 51 και 51α της Τέταρτης Οδηγίας 78/660/ΕΟΚ (ΕΕΕΚ L 222/11/ 14.8.1978) όπως έχουν ενσωματωθεί στο κράτος μέλος αυτό. Εφόσον απαιτείται από τον εκδότη να καταρτίζει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, οι οικονομικές καταστάσεις ελέγχονται σύμφωνα με τα άρθρα 108 και 137 του κ.ν. 2190/1920 ή, σε περίπτωση που ο εκδότης έχει την καταστατική του έδρα σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 37 της Έβδομης Οδηγίας 83/349/ ΕΟΚ όπως έχει ενσωματωθεί στο κράτος μέλος αυτό. Η έκθεση ελέγχου, υπογεγραμμένη από τους υπεύθυνους για τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων δημοσιοποιείται στο σύνολό της μαζί με την ετήσια οικονομική έκθεση.
Η έκθεση του διοικητικού συμβουλίου καταρτίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 43α του κ.ν. 2190/1920 ή, σε περίπτωση που ο εκδότης έχει την καταστατική του έδρα σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 46 της Τέταρτης Οδηγίας 78/660/ ΕΟΚ όπως έχει ενσωματωθεί στο κράτος μέλος αυτό. Σε περίπτωση που ο εκδότης υποχρεούται σε κατάρτιση ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, η έκθεση του διοικητικού συμβουλίου καταρτίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 107 του κ.ν. 2190/1920 ή, σε περίπτωση που ο εκδότης έχει την καταστατική του έδρα σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 36 της Έβδομης Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ όπως έχει ενσωματωθεί στο κράτος μέλος αυτό.
Η έκθεση του διοικητικού συμβουλίου που καταρτίζεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο περιλαμβάνει και αναλυτικές πληροφορίες αναφορικά με: (α) Τη διάρθρωση του μετοχικού κεφαλαίου του εκδότη, συμπεριλαμβανομένων των μετοχών που δεν είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος μέλος, αναφέροντας για κάθε κατηγορία μετοχών τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνδέονται με αυτήν την κατηγορία και το ποσοστό του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου που αντιπροσωπεύουν οι μετοχές της κατηγορίας αυτής. (β) Τους περιορισμούς στη μεταβίβαση μετοχών του εκδότη, όπως ενδεικτικά τους περιορισμούς στην κα Δημόσια ή Διοικητική Αρχή, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ν. 3371/2005 (ΦΕΚ 178 Α΄). (γ) Τις σημαντικές άμεσες ή έμμεσες συμμετοχές κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 9 έως 11 του παρόντος νόμου. (δ) Τους κατόχους κάθε είδους μετοχών που παρέχουν ειδικά δικαιώματα ελέγχου και περιγραφή των σχετικών δικαιωμάτων. (ε) Τους περιορισμούς στο δικαίωμα ψήφου, όπως ενδεικτικά τους περιορισμούς των δικαιωμάτων ψήφου σε κατόχους ορισμένου ποσοστού του μετοχικού κεφαλαίου ή σε κατόχους ορισμένου αριθμού δικαιωμάτων ψήφων, και τις προθεσμίες άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου. (στ) Τις συμφωνίες μεταξύ μετόχων οι οποίες είναι γνωστές στον εκδότη και συνεπάγονται περιορισμούς στη μεταβίβαση μετοχών ή περιορισμούς στην άσκηση δικαιωμάτων ψήφου. (ζ) Τους κανόνες για το διορισμό και την αντικατάσταση μελών του διοικητικού συμβουλίου, καθώς και για την τροποποίηση του καταστατικού, εφόσον διαφοροποιούνται από τα προβλεπόμενα στον κ.ν. 2190/1920. (η) Την αρμοδιότητα του διοικητικού συμβουλίου ή ορισμένων μελών του διοικητικού συμβουλίου, για την έκδοση νέων μετοχών ή την αγορά ίδιων μετοχών σύμφωνα με το άρθρο 16 του κ.ν. 2190/1920. (θ) Κάθε σημαντική συμφωνία που έχει συνάψει ο εκδότης και η οποία τίθεται σε ισχύ, τροποποιείται ή λήγει σε περίπτωση αλλαγής στον έλεγχο του εκδότη κατόπιν δημόσιας πρότασης και τα αποτελέσματα της συμφωνίας αυτής, εκτός εάν, εξαιτίας της φύσεώς της, η δημοσιοποίηση της συμφωνίας θα προκαλούσε σοβαρή ζημία στον εκδότη. Η εξαίρεση δημοσιοποίησης της συμφωνίας δεν ισχύει όταν η υποχρέωση δημοσιοποίησης προκύπτει από άλλες διατάξεις. (ι) Κάθε συμφωνία που ο εκδότης έχει συνάψει με μέλη του διοικητικού του συμβουλίου ή με το προσωπικό του, η οποία προβλέπει αποζημίωση σε περίπτωση παραίτησης ή απόλυσης χωρίς βάσιμο λόγο ή τερματισμού της θητείας ή της απασχόλησής τους εξαιτίας της δημόσιας πρότασης.
Το διοικητικό συμβούλιο υποβάλλει επεξηγηματική έκθεση στην τακτική γενική συνέλευση, σχετικά με τις πληροφορίες της προηγούμενης παραγράφου. Η επεξηγηματική έκθεση ενσωματώνεται στην έκθεση του διοικητικού συμβουλίου.
Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με τα σχετικά με την Οδηγία 2004/109/ΕΚ εκτελεστικά μέτρα, δύναται να: (α) καθορίζονται, στο πλαίσιο εφαρμογής της παραγράφου 1, οι τεχνικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες η δημοσιοποιημένη ετήσια οικονομική έκθεση, συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης ελέγχου, πρέπει να παραμένει διαθέσιμη στο επενδυτικό κοινό, (β) τροποποιείται το χρονικό διάστημα των πέντε (5) ετών που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
Άρθρο 5
Εξαμηνιαία οικονομική έκθεση
Ο εκδότης μετοχών ή χρεωστικών τίτλων δημοσιοποιεί εξαμηνιαία οικονομική έκθεση που αφορά στο πρώτο εξάμηνο της οικονομικής χρήσης εντός δύο (2) μηνών από τη λήξη της περιόδου αυτής. Ο εκδότης διασφαλίζει ότι η έκθεση αυτή είναι στη διάθεση του επενδυτικού κοινού για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ετών.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.