Νόμοι — ΦΕΚ A' 92/2020
συστημάτων επεξεργασίας νερού για την υδροδότηση δημοτικών δικτύων, μετά των συνοδών έργων που απαιτούνται, για την πλήρη λειτουργία αυτών. (49) Περίπτερα ενημέρωσης/έργα ερμηνείας περιβάλλοντος (πινακίδες, αποχωρητήρια, περίπτερα, στέγαστρα κ.λπ. και στήριξη εδαφών (53) Έργα που αφορούν την αποκατάσταση και βελτίωση των υδατοαποθεμάτων (54) Πλωτές υποδομές και εγκαταστάσεις θαλάσσιας αναψυχής (55) Φάροι. Οι κατηγορίες (1), (2), (3), (4.3), (6), (7), (10.1), (10.2), (10.3) και (11) επιτρέπονται μόνο για περιοχές εντός σχεδίου ή εντός οικισμού. Άρθρο 14δ Ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων Στις περιοχές που καθορίζονται ως ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων επιτρέπονται οι ειδικές κατηγορίες χρήσεων, οι οποίες επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται από τις ειδικές χρήσεις του άρθρου 1 του παρόντος, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παραγράφου 2 του άρθρου 21 του ν. 1650/1986 (Α’ 160), με το προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 21 του ν. 1650/1986, όπως ισχύει. Δεν μπορούν να επιλεγούν οι παρακάτω ειδικές κατηγορίες χρήσεων: (23) Βιοτεχνικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις υψηλής όχλησης. (43) Πίστες αγώνων αυτοκινήτων και μοτοποδηλάτων. Επίσης, οι παρακάτω ειδικές κατηγορίες χρήσεων μπορούν να περιλαμβάνονται σε ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων μόνον εφόσον βρίσκονται σε περιοχές εντός σχεδίου ή εντός οικισμού: (4.2) Μεγάλες αθλητικές εγκαταστάσεις. (9) Χώροι συνάθροισης κοινού/Συνεδριακά κέντρα (10.5) Εμπορικά κέντρα. (10.6) Εγκαταστάσεις εμπορικών εκθέσεων - εκθεσιακά κέντρα) (26.1) Αεροδρόμια (31) Χώρος επεξεργασίας, αποθήκευσης και διάθεσης στερεών αποβλήτων/Χώρος επεξεργασίας, διάθεσης στερεών τοξικών αποβλήτων. (37) Εγκαταστάσεις οχημάτων τέλους κύκλου ζωής (Ο.Τ.Κ.Ζ.) (42) Ιππόδρομος (44) Καζίνο (45) Χώροι διεξαγωγής τεχνικών - ψυχαγωγικών και τυχερών παιγνίων (ν. 4002/2011, Α’ 180)».
Άρθρο 45
Προστατευόμενες περιοχές και σχέδια διαχείρισης αυτών
Η παράγραφος 3 του άρθρου 18 του ν. 1650/1986 (Α’ 160) αντικαθίσταται ως εξής: «3. Οι περιοχές, τα στοιχεία ή τα σύνολα της παραγράφου 2 (προστατευόμενες περιοχές) μπορούν να χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 19, ως: - Περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας, - Εθνικά πάρκα, - Καταφύγια άγριας ζωής και - Προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί.»
Άρθρο 46
Χαρακτηρισμοί και ζώνες προστασίας περιοχών Το άρθρο 19 του ν. 1650/1986 (Α’ 160), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 19 Κριτήρια χαρακτηρισμού και αρχές προστασίας
α) Περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας χαρακτηρίζονται χερσαίες, υδάτινες, θαλάσσιες ή μικτού χαρακτήρα, φυσικές ή ημιφυσικές περιοχές με καταγεγραμμένη παρουσία τύπων φυσικών οικοτόπων και ειδών διεθνούς, ενωσιακής σημασίας ή/και ελληνικού ενδιαφέροντος που χρήζουν προστασίας και διατήρησης. Οι περιοχές που συμπεριλαμβάνονται στον Εθνικό Κατάλογο Περιοχών του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000 χαρακτηρίζονται δια του παρόντος ως περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας και διακρίνονται σε ειδικές ζώνες διατήρησης, ζώνες ειδικής προστασίας και σε προτεινόμενους τόπους ενωσιακής σημασίας, σύμφωνα με την ειδικότερη κατάταξή τους στο Παράρτημα Ι και τους συνημμένους σ’ αυτόν Πίνακες 1 και 2 της κοινής απόφασης των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων υπ’ αριθμ. 50743/2017 (B’ 4432).
- β) Περισσότερες περιοχές από τις παραπάνω που βρίσκονται σε γεωγραφική εγγύτητα μεταξύ τους μπορούν
να συγκροτούν μία περιοχή προστασίας της βιοποικιλότητας. Δύνανται να ονοματοδοτούνται βάσει ενός ή περισσοτέρων από τα προστατευτέα αντικείμενα που φιλοξενούν ή/και βάσει φυσικογεωγραφικών χαρακτηριστικών τους ή/και βάσει της ιστορικής, χωρικής ή/και διοικητικής τους ταυτότητας.
Ανεξαρτήτως της ένταξης στο δίκτυο Natura 2000, προστατευόμενες περιοχές μπορούν να χαρακτηρίζονται ως εξής: α. Εθνικά πάρκα. Ως εθνικά πάρκα, χερσαία, θαλάσσια ή μικτού χαρακτήρα, χαρακτηρίζονται οι μεγάλες σε έκταση φυσικές ή ημιφυσικές περιοχές στις οποίες λαμβάνουν χώρα οικολογικές λειτουργίες ευρείας κλίμακας με χαρακτηριστικά είδη και τύπους φυσικών οικοτόπων ενωσιακής σημασίας ή/και ελληνικού ενδιαφέροντος, τα οποία χρήζουν προστασίας και διατήρησης. Τα εθνικά πάρκα δύνανται να ονοματοδοτούνται βάσει φυσικογεωγραφικών χαρακτηριστικών τους ή/και βάσει της ιστορικής, χωρικής ή/ και διοικητικής τους ταυτότητας. Τα Εθνικά Πάρκα μπορούν να περιλαμβάνουν δύο ή περισσότερες περιοχές Natura 2000 ή/και Περιοχές Προστασίας της Βιοποικιλότητας, ειδικά όταν αυτές χαρακτηρίζονται από ευρύ φάσμα οικοσυστημικών λειτουργιών με κοινά χωρικά, φυσικογεωγραφικά ή/και αβιοτικά χαρακτηριστικά. β. Καταφύγια άγριας ζωής. Ως καταφύγια άγριας ζωής χαρακτηρίζονται περιοχές (χερσαίες, υγροτοπικές, θαλάσσιες ή μικτού χαρακτήρα) που αξιολογούνται ως κατάλληλες για την ανάπτυξη πληθυσμών της άγριας πανίδας και χλωρίδας ή ως βιότοποι αναπαραγωγής, διατροφής, διαχείμασης ειδών της άγριας πανίδας, ή ως περιοχές αναπαραγωγής ψαριών και συγκέντρωσης γόνου. Δύνανται να ονοματοδοτούνται βάσει της χωρικής ή/και διοικητικής τους ταυτότητας. Ως Καταφύγια Άγριας Ζωής μπορούν να χαρακτηρίζονται και οι οικολογικοί διάδρομοι μεταξύ προστατευόμενων περιοχών. γ. Προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί. Ως προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί χαρακτηρίζονται, αντιστοίχως, λειτουργικά τμήματα της φύσης ή μεμονωμένα δημιουργήματά της (περιοχές ή στοιχεία σημειακού χαρακτήρα), που έχουν ιδιαίτερη οικολογική, γεωλογική ή γεωμορφολογική αξία ή συμβάλλουν στη διατήρηση των φυσικών διεργασιών και στην προστασία φυσικών πόρων, όπως δέντρα, συστάδες δέντρων και θάμνων, θαλάσσια προστατευτική βλάστηση, παρόχθια και παράκτια βλάστηση, φυσικοί φράχτες, καταρράκτες, πηγές, φαράγγια, θίνες, ύφαλοι, σπηλιές, βράχοι, απολιθωμένα δάση, δέντρα ή τμήματά τους, παλαιοντολογικά ευρήματα, κοραλλιογενείς γεωμορφολογικοί σχηματισμοί και γεώτοποι. Προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί που έχουν μνημειακό χαρακτήρα χαρακτηρίζονται ειδικότερα ως διατηρητέα μνημεία της φύσης. Ως Προστατευόμενοι Φυσικοί Σχηματισμοί είναι δυνατό να χαρακτηρίζονται επιμέρους περιοχές εντός Εθνικών Πάρκων, Περιοχών Προστασίας της Βιοποικιλότητας ή/και Καταφυγίων Άγριας Ζωής και να εντάσσονται εντός ζωνών κλιμακούμενης προστασίας των περιοχών αυτών.
Οι περιοχές της παραγράφου 2 μπορούν είτε να συμπίπτουν με περιοχές της παραγράφου 1, είτε να περικλείουν μία ή περισσότερες από αυτές, είτε να τοποθετούνται εντός ή εκτός αυτών.
Στις περιοχές των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος ορίζονται, με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 4 του άρθρου 21, μία ή περισσότερες ζώνες προστασίας και διαχείρισης από τις παρακάτω: α. Ζώνη απόλυτης προστασίας της φύσης: ως ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης ορίζονται εκτάσεις με εξαιρετικά ευαίσθητους τύπους φυσικών οικοτόπων, ή/ και με ενδιαιτήματα εξαιρετικά ευαίσθητων ειδών, των οποίων η παρουσία και αντιπροσωπευτικότητα εκτιμάται ως πολύ υψηλή ή η κατάσταση των οποίων επιτάσσει εξαιρετικά αυστηρή προστασία. Στις ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης επιτρέπονται μόνο ορισμένες ή/ και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14α του π.δ. 59/2018 (Α’ 114). Οι ειδικές αυτές χρήσεις επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παραγράφου 2 του άρθρου 21, με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 4 του άρθρου 21. β. Ζώνη προστασίας της φύσης: ως ζώνες προστασίας της φύσης ορίζονται εκτάσεις με τύπους φυσικών οικοτόπων, ή/και με ενδιαιτήματα ειδών, των οποίων η παρουσία και αντιπροσωπευτικότητα εκτιμάται ως υψηλή ή η κατάσταση των οποίων επιτάσσει αυστηρή προστασία. μεταβάλλουν ουσιωδώς προς το χειρότερο τη φυσική κατάσταση, σύνθεση ή εξέλιξή του. Απαγορεύονται ή περιορίζονται, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της πράξης χαρακτηρισμού της προστατευόμενης περιοχής ή/και του οικείου Σχεδίου Διαχείρισης, δραστηριότητες όταν η άσκησή τους έχει επιπτώσεις που υπονομεύουν τους στόχους διαχείρισης ή την αποτελεσματικότητα των μέτρων διαχείρισης της προστατευόμενης περιοχής. Στις ζώνες προστασίας της φύσης επιτρέπονται μόνο ορισμένες ή/και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14β του π.δ. 59/2018. Οι ειδικές αυτές χρήσεις επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παραγράφου 2 του άρθρου 21, με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 4 του άρθρου 21. γ. Ζώνη διατήρησης οικοτόπων και ειδών: ως ζώνες διατήρησης οικοτόπων και ειδών ορίζονται εκτάσεις που υπόκεινται σε κατάλληλη διαχείριση για τη διασφάλιση ικανοποιητικού βαθμού διατήρησης των προστατευτέων αντικειμένων (τύπων φυσικών οικοτόπων και ειδών ενωσιακής σημασίας ή/και εθνικού ενδιαφέροντος) που αυτές φιλοξενούν. Στις Ζώνες Διαχείρισης Οικοτόπων και Ειδών απαγορεύονται ή περιορίζονται, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της πράξης χαρακτηρισμού της προστατευόμενης περιοχής ή/και του οικείου Σχεδίου Διαχείρισης, δραστηριότητες όταν αυτές είναι σε θέση μεμονωμένα, σωρευτικά με άλλες ή σε συνέργεια με άλλες, να υποβαθμίσουν τον βαθμό διατήρησης προστατευτέου αντικειμένου και ειδικά όταν η υποβάθμιση αυτή δρα αρνητικά στην κατάσταση διατήρησης του προστατευτέου αντικειμένου σε εθνικό επίπεδο. Στις ζώνες διατήρησης οικοτόπων και ειδών επιτρέπονται μόνο ορισμένες ή/και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14γ του π.δ. 59/2018. Οι ειδικές αυτές χρήσεις επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παραγράφου 2 του άρθρου 21, με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 4 του άρθρου 21. δ. Ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων: ως ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων ορίζονται εκτάσεις προστατευόμενων περιοχών, στις οποίες είναι δυνατό να συνυπάρχει το προστατευτέο αντικείμενο μαζί με σχετικές πολιτισμικές αξίες ή/και ανθρωπογενείς δραστηριότητες που προάγουν τη βιώσιμη διαχείριση φυσικών πόρων ή/και τη βιώσιμη ανάπτυξη, αυτή, δηλαδή, που υπηρετεί την προστασία του περιβάλλοντος, την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Ανθρωπογενείς δραστηριότητες εντός της ζώνης αυτής, όταν μπορούν να οδηγήσουν σε υποβάθμιση του βαθμού διατήρησης του προστατευτέου αντικειμένου στην προστατευόμενη περιοχή και ιδιαιτέρως της κατάστασης διατήρησης του προστατευτέου αντικειμένου σε εθνικό επίπεδο, υπόκεινται σε κατάλληλες ρυθμίσεις βάσει των σχετικών προβλέψεων της πράξης χαρακτηρισμού της προστατευόμενης περιοχής και του οικείου Σχεδίου Διαχείρισης. Στις ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων επιτρέπονται ορισμένες ή/και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14δ του π.δ. 59/2018 (Α’ 114). Οι ειδικές αυτές χρήσεις επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παραγράφου 2 του άρθρου 21, με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 4 του άρθρου 21.
Στις ζώνες του παρόντος μπορεί να περιλαμβάνονται και περιοχές που υπάγονται σε ειδικά καθεστώτα (όπως ενδεικτικά: δάση, αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας Α’ και Β’ αρχαιολογικών χώρων, βιότοποι) και απεικονίζονται στα κατά περίπτωση σχέδια χρήσεων γης.
Στις περιοχές της παραγράφου 2, στον βαθμό που δεν συμπίπτουν εδαφικά με περιοχές της παραγράφου 1, όπως και στις εκτάσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 18 του παρόντος, επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται γενικές και ειδικές κατηγορίες χρήσεων γης από το σύνολο του π.δ. 59/2018.»
Άρθρο 47
Ειδικές περιβαλλοντικές μελέτες, σχέδια διαχείρισης και καθορισμός χρήσεων γης στις προστατευόμενες περιοχές
Το άρθρο 21 του ν. 1650/1986 (Α’ 160), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 21 Χαρακτηρισμός περιοχών, στοιχείων ή συνόλων της φύσης και του τοπίου
Για την προστασία και τη διατήρηση των περιοχών προστασίας της βιοποικιλότητας και των Εθνικών Πάρκων καταρτίζονται τα σχέδια διαχείρισης της παραγράφου 3 και εκδίδονται τα προεδρικά διατάγματα της παραγράφου 4, κατόπιν της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παραγράφου 2.
Η Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη αποτελεί την επιστημονική μελέτη τεκμηρίωσης του Προεδρικού Διατάγματος μιας ή περισσότερων προστατευόμενων περιοχών και του Σχεδίου Διαχείρισης κάθε προστατευόμενης περιοχής. Ειδικότερα εστιάζει στον χαρακτηρισμό των προστατευόμενων περιοχών, στις ζώνες που ορίζονται εντός αυτών, στην αναγκαιότητα ή μη θεσμοθέτησης περιφερειακών ζωνών, οικολογικών διαδρόμων, καθώς και στην πρόταση ρύθμισης δραστηριοτήτων και λειτουργιών και πρόβλεψης κατάλληλων μέτρων και δράσεων για τη διατήρηση του προστατευτέου αντικειμένου κάθε προστατευόμενης περιοχής. Η ειδική περιβαλλοντική μελέτη εκπονείται για μία ή περισσότερες προστατευόμενες περιοχές και τίθεται υποχρεωτικά σε δημόσια διαβούλευση. Εξετάζει τις επιπτώσεις που θα έχουν στο περιβάλλον και ειδικότερα στο προστατευτέο αντικείμενο οι όροι και περιορισμοί δραστηριοτήτων που προτείνει, σε συνδυασμό με τις επιτρεπόμενες δραστηριότητες, όπως αυτές θα προκύπτουν από τις προτεινόμενες χρήσεις γης. Επιπλέον, εξετάζει τις συνέπειες εναλλακτικών λύσεων, περιλαμβανομένης και της μηδενικής λύσης. οι προδιαγραφές των ειδικών περιβαλλοντικών μελετών ορίζονται με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
α. Τα σχέδια διαχείρισης περιλαμβάνουν: αα. τους στόχους διατήρησης και την πιθανή ιεράρχηση προτεραιοτήτων διαχείρισης της προστατευόμενης περιοχής, ββ. διαχειριστικές δράσεις, παρεμβάσεις και μέτρα που είναι απαραίτητα για να επιτευχθεί ή να διατηρηθεί η ικανοποιητική διατήρηση του προστατευτέου αντικειμένου. Οι σχετικές δράσεις και τα σχετικά μέτρα δύναται να εξειδικεύονται για επιμέρους στοιχεία του προστατευτέου αντικειμένου ανάλογα με τις οικολογικές τους απαιτήσεις, τον βαθμό διατήρησής τους και τις πιέσεις ή απειλές που αντιμετωπίζουν, γγ. την εξειδίκευση των όρων και περιορισμών άσκησης δραστηριοτήτων και εκτέλεσης έργων που είναι απαραίτητα για την ικανοποιητική διατήρηση του προστατευτέου αντικειμένου καθώς και, όπου είναι αναγκαίο, τις ειδικότερες μελέτες που πρέπει να εκπονηθούν για την εξειδίκευση ή/και οριστικοποίηση του περιεχομένου προτεινόμενων διαχειριστικών δράσεων και μέτρων και δδ. τις κατευθύνσεις και τις προτεραιότητες για την υλοποίηση έργων, δράσεων και μέτρων που απαιτούνται για την αποτελεσματική προστασία, διαχείριση και αποκατάσταση των αντικειμένων που προστατεύονται κατά περίπτωση, καθώς και τα κατάλληλα προγράμματα παρακολούθησης του προστατευτέου αντικειμένου και αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας του Σχεδίου Διαχείρισης. Στα σχέδια διαχείρισης περιλαμβάνονται σχέδια δράσης, στα οποία εξειδικεύονται τα αναγκαία μέτρα, δράσεις, έργα και προγράμματα, οι φάσεις, το κόστος, οι πηγές και οι φορείς χρηματοδότησής τους, καθώς και το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης τους και οι φορείς εφαρμογής τους. β. Τα σχέδια διαχείρισης εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Τα σχέδια διαχείρισης των περιοχών στις οποίες περιλαμβάνονται ρυθμίσεις που αφορούν στη γεωργική, αλιευτική και υδατοκαλλιεργητική δραστηριότητα, εγκρίνονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. γ. Όπου απαιτείται, με τις αποφάσεις αυτές εξειδικεύονται τα γενικά και ειδικά μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 5 και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Τοπίου που κυρώθηκε με το ν. 3827/2010 (Α’ 30).
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και μετά από γνώμη της Επιτροπής Φύση 2000, βάσει της αντίστοιχης ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης και λαμβάνοντας υπόψη το αντίστοιχο σχέδιο διαχείρισης, γίνεται ο χαρακτηρισμός των περιοχών προστασίας της βιοποικιλότητας και των εθνικών πάρκων, η οριοθέτησή τους και ο καθορισμός γειτονικών εκτάσεων της παραγράφου 4 του άρθρου 18, όπου αυτό είναι αναγκαίο, καθώς και ο καθορισμός χρήσεων γης και δραστηριοτήτων μέσα στις ανωτέρω προστατευόμενες περιοχές, ανά ζώνη, και στις γειτονικές εκτάσεις. Με το ως άνω προεδρικό διάταγμα γίνεται ο χαρακτηρισμός περιοχών του Εθνικού Καταλόγου Περιοχών του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000 που περιλαμβάνονται στην προστατευόμενη περιοχή ως ειδικών ζωνών διατήρησης, ζωνών ειδικής προστασίας ή/και τόπων ενωσιακής σημασίας, εφόσον αυτές δεν έχουν ήδη χαρακτηρισθεί με προηγούμενη πράξη. Όταν στην προστατευόμενη περιοχή περιλαμβάνονται και αγροτικές περιοχές (χερσαίες και υδάτινες) υψηλής φυσικής αξίας, το προεδρικό διάταγμα εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα μπορούν να οριοθετούνται οικολογικοί διάδρομοι της περίπτωσης 11 του άρθρου 2 του ν. 3937/2011 (Α’ 60).
Αν η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος αφορά σε περιοχές ενδιαφέροντος του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και των νομικών προσώπων που εποπτεύονται από αυτό, οι οποίες περιλαμβάνουν στρατιωτικές υποδομές και εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για σκοπούς εθνικής άμυνας και ασφάλειας, το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 4 προτείνεται και από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας.
Για περιοχές, στοιχεία ή σύνολα της φύσης και του τοπίου, για τα οποία αρχίζει η διαδικασία χαρακτηρισμού με προεδρικό διάταγμα και έως ότου εκδοθεί η πράξη χαρακτηρισμού, ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να καθορίζει όρους και περιορισμούς για επεμβάσεις και δραστηριότητες που είναι δυνατόν να έχουν βλαπτική επίδραση στις παραπάνω περιοχές, στοιχεία ή σύνολα και να υλοποιεί τα σχέδια δράσης της υποπαραγράφου α’ της παραγράφου 3 και συγκεκριμένες διαχειριστικές δράσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση και διατήρηση της κατάστασης των προστατευτέων αντικειμένων. Η ισχύς της υπουργικής αυτής απόφασης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο (2) έτη. Αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται, με όμοια υπουργική απόφαση, για ένα (1) ακόμη έτος.
Οι χαρακτηρισμοί των καταφυγίων άγριας ζωής και των προστατευομένων τοπίων και φυσικών σχηματισμών, όταν αυτές δεν εμπίπτουν σε περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας και εθνικά πάρκα, γίνεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μετά από γνώμη της οικείας Περιφέρειας. Με την ίδια απόφαση είναι δυνατή η επιβολή όρων και περιορισμών στις δραστηριότητες που ασκούνται εντός των περιοχών αυτών. Οι περιορισμοί αυτοί σε κάθε περίπτωση περιλαμβάνουν την απαγόρευση της θήρας και της αλιείας.
Ειδικά ο χαρακτηρισμός και ο καθορισμός των ορίων και των ζωνών σε προστατευόμενες περιοχές, που περιλαμβάνονται σε ζώνη οικιστικού ελέγχου (ΖΟΕ), γίνεται με την πράξη καθορισμού της ΖΟΕ και με τη διαδικασία του άρθρου 29 του ν. 1337/1983 (Α’ 33), όπως ισχύει.»
Οι εθνικοί δρυμοί του άρθρου 78 του ν. δ. 86/1969 (Α’ 7) και οι υγρότοποι διεθνούς ενδιαφέροντος του άρθρου 2 της Σύμβασης Ραμσάρ, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. δ. 191/1974 (Α’ 350), όπως ισχύει,
Με τα προεδρικά διατάγματα της παραγράφου 4 του άρθρου 21 προβλέπεται ότι εξακολουθούν να λειτουργούν νομίμως έργα ή δραστηριότητες εντός των προστατευόμενων περιοχών, οι οποίες είναι νομίμως αδειοδοτημένες και λειτουργούν σύμφωνα με τους όρους της άδειάς τους, υπό την προϋπόθεση ότι η παραμονή τους δεν διακινδυνεύει την επίτευξη των στόχων διατήρησης της αντίστοιχης περιοχής. Προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή για τα έργα ή τις δραστηριότητες που έχουν περιβαλλοντικούς όρους, ακολουθείται η διαδικασία της παραγράφου 9 του άρθρου 2 του ν. 4014/2011 (Α’ 209). Εάν πρόκειται για δραστηριότητες που δεν ανήκουν στην κατηγορία Α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 4014/2011, εντός ενός (1) έτους από την ισχύ του προεδρικού διατάγματος η διαπίστωση αυτή γίνεται μέσω Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης που εγκρίνεται από την αρμόδια Διεύθυνση της οικείας Περιφέρειας και περιλαμβάνει τα στοιχεία που ορίζονται στη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 11 του ν. 4014/2011. Προεδρικά Διατάγματα χαρακτηρισμού προστατευόμενων περιοχών, των οποίων τα σχέδια υποβάλλονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας μέχρι τις 31.08.2020, εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν πριν τη δημοσίευση του παρόντος.
Πράξεις χαρακτηρισμού προστατευόμενων περιοχών, περιλαμβανομένων των περιφερειακών πάρκων, καθώς και η οριοθέτηση και ο καθορισμός χρήσεων γης και δραστηριοτήτων ή όρων δόμησης εντός αυτών, που έγιναν πριν από την ισχύ του παρόντος διατηρούν την ισχύ τους. Αν οι πράξεις αυτές δεν έχουν γίνει με προεδρικό διάταγμα, μπορούν να ανακληθούν με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Η υποπαράγραφος α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του ν. 3937/2011 (Α’ 60) αντικαθίσταται ως εξής: «2.α) Το περιεχόμενο και οι προδιαγραφές των σχεδίων δράσης των περιπτώσεων α’ έως δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 10 καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετά από γνώμη της Επιτροπής «Φύση 2000» και τα αντίστοιχα σχέδια εγκρίνονται από αυτόν. Το περιεχόμενο και οι προδιαγραφές των σχεδίων δράσης των περιπτώσεων ε’ και στ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 10 καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και τα αντίστοιχα σχέδια εγκρίνονται από αυτόν.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΔΑΣΙΚΟΥΣ ΧΑΡΤΕΣ
Άρθρο 48
Ρυθμίσεις για τη διαδικασία ανάρτησης, κύρωσης και αναμόρφωσης των δασικών χαρτών
α. Στο τέλος της περίπτωσης ζ’ της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (Α’ 289) προστίθεται η φράση: «ή είναι περιοχές βιομηχανικών - βιοτεχνικών εγκαταστάσεων που περιλαμβάνονται σε ζώνες οικιστικού ελέγχου του άρθρου 29 του ν. 1337/1983 (Α’ 33), ως προς τα ακίνητα επί των οποίων έχουν εγκατασταθεί επιχειρήσεις, κατόπιν ισχυουσών αδειών ή άλλων διοικητικών πράξεων που καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας ή βεβαιώσεων ή άλλων εγγράφων πληροφοριακού χαρακτήρα του αρμοδίου Δασάρχη ή του Διευθυντή Δασών ότι δεν εμπίπτουν σε δάσος ή δασική έκταση.» β. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 αντικαθίσταται ως εξής: «7. Εκτάσεις που έχουν απολέσει το δασικό τους χαρακτήρα πριν τις 11.6.1975 λόγω επεμβάσεων που έλαβαν χώρα με βάση σχετική διοικητική πράξη, η οποία καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας, δεν χαρακτηρίζονται ως δάση ή δασικές εκτάσεις ή ως εκτάσεις των παραγράφων 5α ή 5β του άρθρου 3, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 ή κατά τη διαδικασία κατάρτισης δασικού χάρτη ή αναμόρφωσης κυρωμένου δασικού χάρτη και δεν κηρύσσονται αναδασωτέες εφόσον διατηρούν τη χρήση που τους αποδόθηκε. Διοικητικές πράξεις του προηγούμενου εδαφίου είναι ιδίως: α. πράξεις που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αγροτικής νομοθεσίας, όπως: αποφάσεις Επιτροπών Απαλλοτριώσεων για το σύνολο των εκτάσεων των οποίων επελήφθησαν (κληροτεμάχια, εξαιρεθείσες υπέρ ιδιοκτητών εκτάσεις, ιδιοκτησίες, διαθέσιμες και κοινόχρηστες εκτάσεις), διανομές και αναδασμοί για το σύνολο των εκτάσεων που αναφέρονται στα σχετικά κτηματολογικά διαγράμματα, άδειες ή αποφάσεις Υπουργού ή Νομάρχη για κάθε περίπτωση μεταβίβασης αγροτικών ακινήτων που έχουν αποδοθεί για γεωργική ή κτηνοτροφική χρήση, αμπελουργικά και ελαιουργικά κτηματολόγια και β. πράξεις που εκδόθηκαν με σκοπό τη βιομηχανική και τουριστική ανάπτυξη της χώρας, όπως απαλλοτριώσεις με σκοπό την εγκατάσταση βιομηχανικής ή τουριστικής μονάδας ή άδειες εγκατάστασης ή/και λειτουργίας βιομηχανικής ή τουριστικής μονάδας». γ. Το πέμπτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (Α’ 289) αντικαθίσταται ως εξής: «Για τις οικοδομικές άδειες οι οποίες έχουν εκδοθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4030/2011 (Α’ 249), οι οποίες δεν έχουν ανακληθεί ή ακυρωθεί, ακόμη κι εάν δεν έχουν υλοποιηθεί, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου της παρούσας μόνον για ακίνητα ή τμήματα αυτών που πληρούν τους όρους αρτιότητας σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς κατά τον χρόνο έκδοσης της σχετικής άδειας».
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν. 3889/2010 (Α’ 182) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Οι δασικές εν γένει εκτάσεις των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (Α’ 289), που διέπονται από τις προστατευτικές διατάξεις αυτού, απεικονίζονται σε κατάλληλης κλίμακας αεροφωτογραφικό ή χαρτογραφικό υλικό, το οποίο, αφού συμπληρωθεί με τα φωτοερμηνευτικά στοιχεία των πρόσφατων και ιστορικών αεροφωτογραφιών, τις διοικητικές πράξεις της περίπτωσης ζ’ της παραγράφου 6 και της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (Α’ 289) ή άλλες πράξεις που οδηγούν σε νόμιμη μεταβολή του δασικού χαρακτήρα εκτάσεων, καθώς και τα λοιπά διαθέσιμα στοιχεία της δασικής υπηρεσίας, αποτελεί τον δασικό χάρτη.» «4. Με τις αντιρρήσεις προβάλλονται λόγοι που αφορούν αποκλειστικά και μόνο στην αμφισβήτηση του χαρακτήρα ή της μορφής των εμφανιζόμενων στο δασικό χάρτη εκτάσεων, της ορθής απεικόνισης, εφαρμογής και ισχύος των πράξεων της Διοίκησης και της σύννομης αλλαγής χρήσης αυτών.»
Μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του ν. 3889/2010 προστίθενται εδάφια, ως εξής: «Εντός του ίδιου χρονικού διαστήματος κάθε Διεύθυνση Δασών εξετάζει αιτήσεις για διόρθωση προδήλων σφαλμάτων των δασικών χαρτών οι οποίες έχουν υποβληθεί σ’ αυτές. Εάν τα προβαλλόμενα σ’ αυτές σφάλματα δεν εμπίπτουν στην περιοριστική απαρίθμηση της υπ’ αρ. 153394/919/2017 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος (Β’ 1366), η αρμόδια Διεύθυνση Δασών διαβιβάζει τη σχετική αίτηση προς την αρμόδια Επιτροπή Εξέτασης Αντιρρήσεων (ΕΠ.Ε.Α.) προκειμένου να εξετασθεί ως υποβληθείσα αντίρρηση, κοινοποιώντας το σχετικό διαβιβαστικό έγγραφο προς τον ενδιαφερόμενο και παρέχοντας προθεσμία τριάντα (30) ημερών για την καταβολή του σχετικού παραβόλου, στις περιπτώσεις που αυτό προβλέπεται. Εάν καταβληθεί το παράβολο εντός της ως άνω προθεσμίας ή εάν, βάσει της φύσεως του προβαλλομένου σφάλματος, δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, το αίτημα για διόρθωση προδήλου σφάλματος λογίζεται ως υποβληθείσα αντίρρηση και επέρχονται όλες οι σχετικές συνέπειες αναδρομικά από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης».
Μετά την παράγραφο 8 του άρθρου 17 του ν. 3889/2010 προστίθεται παράγραφος 8.α., ως εξής: «8.α. Σε περίπτωση που αίτηση για διόρθωση προδήλου σφάλματος, η οποία είχε υποβληθεί εντός της προθεσμίας της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του παρόντος, απορρίφθηκε για τον λόγο ότι το προβαλλόμενο σφάλμα δεν ενέπιπτε στην περιοριστική απαρίθμηση της υπ’ αρ. 153394/919/2017 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος (Β’ 1366), η αρμόδια Διεύθυνση Δασών διαβιβάζει τη σχετική αίτηση προς την αρμόδια Επιτροπή Εξέτασης Αντιρρήσεων (ΕΠ.Ε.Α.), ώστε αυτή να εξετασθεί ως υποβληθείσα αντίρρηση και επέρχονται όλες οι σχετικές συνέπειες αναδρομικά από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Στην περίπτωση που έχει εκδοθεί η διαπιστωτική πράξη λήξης της θητείας των μελών των ΕΠ.Ε.Α., με πράξη του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης, τα ανωτέρω συγκροτούνται εκ νέου προκειμένου να εξετάσουν τις περιπτώσεις αυτές εντός ενός (1) μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος.»
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του ν. 3889/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Με βάση τις αποφάσεις των ΕΠ.Ε.Α. επί των ασκηθεισών αντιρρήσεων και των λοιπών στοιχείων της παραγράφου 9 του άρθρου 17, ο δασικός χάρτης που κυρώθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 17, συμπληρώνεται και διορθώνεται από την οικεία Διεύθυνση Δασών ή σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 4 του άρθρου 13 από το «Ελληνικό Κτηματολόγιο», το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την ολοκλήρωση της εξέτασης του συνόλου των αντιρρήσεων ανά τοπική ή δημοτική κοινότητα από τις ΕΠ.Ε.Α..»
Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του ν. 3889/2010 αντικαθίστανται ως εξής: «1. Μετά τη μερική ή ολική κύρωση του δασικού χάρτη η αναμόρφωσή του επιτρέπεται μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 8 και 8.α. του άρθρου 17 και της παραγράφου 5 του άρθρου 19 του παρόντος, καθώς και του επομένου εδαφίου. Οι κυρωμένοι δασικοί χάρτες αναμορφώνονται με την προσθήκη ή διαγραφή των εκτάσεων που θα υπαχθούν ή θα πάψουν να υπάγονται στον δασικό νόμο, σύμφωνα με πράξεις των αρμοδίων οργάνων, που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας ή με δικαστικές αποφάσεις που κρίνουν επί των πράξεων αυτών, καθώς και με δικαστικές αποφάσεις επί τού ιδιοκτησιακού ζητήματος των εκτάσεων των περιπτώσεων 5α’ και 5β’ του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (Α’ 289) όπως ισχύει, είτε με διοικητικές πράξεις της περίπτωσης ζ’ της παραγράφου 6 και της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (Α’ 289) που έπρεπε να συμπεριληφθούν στον δασικό χάρτη και δεν απεικονίζονται σε αυτόν ή εσφαλμένα αποτυπώθηκαν κατά την κατάρτισή του».
α. Μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 20 του ν. 3889/2010 παρεμβάλλεται εδάφιο ως εξής: «Ειδικά για εκτάσεις που έχουν περιληφθεί στην ανάρτηση, για τις οποίες έχουν γίνει δεκτές αντιρρήσεις των ενδιαφερομένων, αντί για το ανωτέρω πιστοποιητικό στο σχετικό συμβόλαιο προσαρτάται αντίγραφο της απόφασης αυτής με τον αριθμό διαδικτυακής ανάρτησης (Α.Δ.Α.) και με επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα εξαρτημένων συντεταγμένων Ε.Γ.Σ.Α., επί του οποίου ο συντάκτης βεβαιώνει ότι το ακίνητο είναι αυτό, ως προς το οποίο έχουν γίνει δεκτές οι υποβληθείσες αντιρρήσεις». β. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 20 του ν. 3889/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Για περιοχές που δεν περιλαμβάνονται στον δασικό χάρτη επειδή δεν αποτελούν δασικές εν γένει εκτάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13, το πιστοποιητικό της προηγούμενης παραγράφου αντικαθίσταται από υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (A’ 75) επί του τοπογραφικού διαγράμματος, που συνοδεύει τη σχετική πράξη του συμβολαιογράφου ή, αν δεν υφίσταται υποχρέωση εκπόνησης τοπογραφικού διαγράμματος, επί αποσπάσματος του δασικού χάρτη όπου απεικονίζεται το ακίνητο στο οποίο αφορά η συμβολαιογραφική πράξη και όπου εμφαίνονται οι συντεταγμένες των κορυφών του ακινήτου, με την οποία δηλώνεται υπευθύνως από τον συντάκτη του ότι το συγκεκριμένο ακίνητο δεν εμπίπτει στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας».
Η περίπτωση στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του ν. 3889/2010 αντικαθίσταται ως εξής: της παραγράφου 6 και της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (Α’ 289).»
Μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος αναμορφώνονται υποχρεωτικά οι μερικώς ή ολικώς κυρωθέντες και οι αναρτηθέντες δασικοί χάρτες, όπως και οι δασικοί χάρτες που βρίσκονται σε οποιοδήποτε στάδιο κατάρτισης ή θεώρησης, προκειμένου να συμπεριληφθούν σε αυτούς διοικητικές πράξεις, οι οποίες είχαν παραλειφθεί κατά την αρχική κύρωση, ανάρτηση ή επεξεργασία, αντίστοιχα. Η αποτύπωση στο χαρτογραφικό υπόβαθρο των πράξεων αυτών και των οριογραμμών τους γίνεται με κάθε πρόσφορο μέσο, και λαμβάνονται υποχρεωτικώς υπόψη ιδίως οι ψηφιοποιημένες απεικονίσεις τους που έχουν γίνει από κάθε αρμόδια υπηρεσία ή από φορείς στους οποίους οι αρμόδιες υπηρεσίες ανέθεσαν το σχετικό αντικείμενο, καθώς και το ψηφιακό αρχείο δεδομένων της ΑΓΡΟΓΗ Α.Ε., το οποίο περιήλθε στον Οργανισμό Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.), σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης γγ’ της υποπαραγράφου β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 3895/2010 (Α’ 206), χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια θεώρησης, επεξεργασίας ή συμπλήρωσης αυτού. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία του Κτηματολογίου, ιδίως στις περιοχές όπου έχει γίνει ανάρτηση ή πρώτη εγγραφή δικαιωμάτων, καθώς και οι σχετικές δηλώσεις των ενδιαφερομένων. Μέχρι την ολοκλήρωση της αναμόρφωσης που προβλέπεται στην παρούσα αναστέλλεται αναδρομικά από την κύρωσή τους η αποδεικτική ισχύς των δασικών χαρτών ως προς τα αγροτεμάχια, τα οποία περιλαμβάνονται στο Ολοκληρωμένο Σύστημα (Ο.Σ.) και, σύμφωνα με το ψηφιακό αρχείο δεδομένων που διαθέτει ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., βρίσκονται επί εκτάσεων, για τις οποίες δεν εφαρμόζεται η δασική νομοθεσία, κατόπιν διοικητικών πράξεων που έχουν εκδοθεί σε εφαρμογή της αγροτικής και εποικιστικής νομοθεσίας, όπως ιδίως οι αναφερόμενες στην παράγραφο 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (Α’ 289). Μετά την ανάρτηση των αναμορφωθέντων ή τροποποιηθέντων, κατά τα ανωτέρω, δασικών χαρτών εφαρμόζεται η διαδικασία αντιρρήσεων που προβλέπεται στα άρθρα 15 επ. του ν. 3889/2010 (Α’ 182) και μπορούν να ασκούνται τα σχετικά ένδικα βοηθήματα από τους έχοντες σχετικό έννομο συμφέρον, πλην όσων έχουν υποβάλει αντιρρήσεις, των οποίων η εξέταση εκκρεμεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας δύναται να καθορίζεται κάθε σχετική αναγκαία λεπτομέρεια και ιδίως να απαριθμούνται ενδεικτικά τα πρόσφορα στοιχεία και οι διοικητικές πράξεις της περίπτωσης ζ’ της παραγράφου 6 και της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την αυτεπάγγελτη αναμόρφωση των δασικών χαρτών. Με την ίδια ή όμοια απόφαση δύναται επίσης να παρατείνεται η προθεσμία της παραγράφου 10.
Δεν εξετάζονται αντιρρήσεις κατά αναρτηθέντων δασικών χαρτών, εάν οι εκτάσεις στις οποίες αφορούν οι αντιρρήσεις, δεν συμπεριλαμβάνονται πλέον στους δασικούς χάρτες, μετά την αναμόρφωσή τους κατά την παράγραφο 10.
Αιτήματα εξαγοράς εκτάσεων κατά τα άρθρα 47 και 47Β του ν. 998/1979 θεωρούνται ως μηδέποτε υποβληθέντα και δεν παράγουν υποχρεώσεις εις βάρος των αιτούντων, εάν αφορούν σε εκτάσεις που δεν συμπεριλαμβάνονται πλέον στους δασικούς χάρτες, μετά την αναμόρφωσή τους κατά την παράγραφο 10.
α. Το άρθρο 10 παρ. 1 περίπτωση «κ» του ν. 3208/2003, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 29 του ν. δ. 2185/1952 «περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων» (Α’ 217) σε ό,τι αφορά τις δασικές εκτάσεις της παραγράφου 2, τις εκτάσεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 5 και τις υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως ισχύει, που αναγνωρίστηκαν ως ιδιωτικές με τις αποφάσεις των Επιτροπών Απαλλοτριώσεων.» β. Το α’ εδάφιο του άρθρου 26 του ν. 2040/1992, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Σε κτήματα που έγινε απαλλοτρίωση για την αποκατάσταση ακτημόνων γεωργών και κτηνοτρόφων με βάση τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας, οι βάσει των άρθρων 18 και 29 του ν. δ. 2185/1952 εξαιρεθείσες υπέρ των ιδιοκτητών εκτάσεις και ιδιοκτησίες, που εμπίπτουν στην κατηγορία των εδαφών του άρθρου 3 παρ. 2, καθώς και των εδαφών με την μορφή της περίπτωσης α’ της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως ισχύει, και στην κατηγορία των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπών κορυφών ή αλπικών ζωνών των ορέων της παραγράφου 3 του ανωτέρω άρθρου 3 του ν. 998/1979 θεωρούνται ιδιωτικές.»
Άρθρο 49
Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων
Το τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ν. 3889/2010 (Α’ 182) αντικαθίστανται ως εξής: «Οι Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων αποτελούνται από:
- α) έναν (1) δικηγόρο τουλάχιστον παρ’ εφέταις υποδεικνυόμενο από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο ή έτερο
δικηγορικό σύλλογο της Επικράτειας, με τον αναπληρωτή του, ως πρόεδρο,
- β) έναν (1) δασολόγο, υπάλληλο του Δημοσίου ή
Ν.Π.Δ.Δ. ή φορέα του ευρύτερου δημόσιου τομέα και
- γ) έναν (1) μηχανικό με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία που έχει δικαίωμα υπογραφής τοπογραφικού
διαγράμματος, υποδεικνυόμενο από τον οικείο επιστημονικό σύλλογο, ως μέλη. Με την απόφαση συγκρότησης ορίζεται και ο Γραμματέας της ΕΠ.Ε.Α. με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι μπορεί να είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή φορέα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυ
Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ν. 3889/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καταρτίζεται Μητρώο των ΕΠ.Ε.Α. στο οποίο μετέχουν τριάντα (30) αναπληρωματικά μέλη έκαστης κατηγορίας τα οποία υποδεικνύονται από τους οικείους επιστημονικούς συλλόγους, προκειμένου να αναπληρώνουν τα τακτικά μέλη σε περίπτωση κωλύματός τους. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια για την τήρηση του Μητρώου και τη διαδικασία αναπλήρωσης.».
Στο άρθρο 18 του ν. 3889/2010, όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 7, ως εξής: «7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορεί να καθορίζεται αποζημίωση για τον Πρόεδρο, τα μέλη και τους γραμματείς των ΕΠ.Ε.Α., κατά παρέκκλιση του ν. 4354/2015 (Α’ 176). Με την ίδια απόφαση, καθορίζονται οι προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημίωσης. Η αποζημίωση αυτή βαρύνει το Πράσινο Ταμείο.»
Στο τέλος του άρθρου 18 του ν. 3889/2010 προστίθεται παράγραφος 8, ως εξής: «8. Οι ΕΠ.Ε.Α. με εξαίρεση τον μήνα Αύγουστο εκάστου έτους συνεδριάζουν υποχρεωτικά τέσσερις (4) φορές ανά μήνα και εξετάζουν είκοσι πέντε (25) υποθέσεις ανά συνεδρίαση. Στην περίπτωση που στο τέλος εκάστου μήνα δεν έχει ολοκληρωθεί η εξέταση εκατό (100) υποθέσεων, δεν θα καταβάλλεται αποζημίωση στα μέλη της ΕΠ.Ε.Α..»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’
ΟΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΠΥΚΝΩΣΕΙΣ
Άρθρο 50
Ανάρτηση δασικών χαρτών σε συμμόρφωση με την υπ’ αριθμ. 685/2019 απόφαση του ΣτΕ
Εντός χρονικού διαστήματος δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος αναρτώνται, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3889/2010 (Α’ 182), οι δασικοί χάρτες των περιοχών που είχαν περιληφθεί εντός ιώδους περιγράμματος στα χαρτογραφικά υπόβαθρα και είχαν εξαιρεθεί από την ανάρτηση σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 23 του ν. 3889/2010. Από το χρόνο της κατά τα ανωτέρω ανάρτησης εκκινούν οι προθεσμίες για την άσκηση των αντιρρήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 15 του ν. 3889/2010.
Οι διατάξεις των παραγράφων 4 έως 7 του άρθρου 23 του ν. 3889/2010 καταργούνται.
Άρθρο 51
Πεδίο εφαρμογής - διαδικασία υπαγωγής
Για την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: α. Ως οικιστικές πυκνώσεις ορίζονται οι συγκεντρώσεις κατοικιών, οι οποίες παρουσιάζουν εν τοις πράγμασι λειτουργική ενότητα λόγω του αριθμού τους, της εγγύτητας μεταξύ τους και της εξυπηρέτησής τους από κοινά δίκτυα (όδευση, ενέργεια, ύδρευση κ.λπ.), όπως ειδικότερα προκύπτουν από τις οικονομοτεχνικές μελέτες του άρθρου 53. β. Η έννοια της κατοικίας χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον ορισμό της περίπτωσης 1Α. του άρθρου 3 της απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων υπ’ αρ. 3046/304/30.1.1989 «Κτιριοδομικός Κανονισμός» (Δ’ 59). γ. Ως κατασκευή που συνοδεύει την κατοικία νοείται κάθε μόνιμη κατασκευή πλησίον της κατοικίας, η οποία συνδέεται λειτουργικά με αυτήν και είναι απαραίτητη για την πραγματοποίηση της χρήσης της.
Κατοικίες και κατασκευές που τις συνοδεύουν, οι οποίες βρίσκονται σε οικιστικές πυκνώσεις εντός περιοχών που περιλαμβάνονται σε αναρτημένους ή κυρωμένους δασικούς χάρτες ή βρίσκονται σε δάση και δασικές εκτάσεις, σε περιοχές όπου δεν έχουν αναρτηθεί δασικοί χάρτες, μπορούν να εξαιρεθούν προσωρινά από την κατεδάφιση και τις λοιπές διοικητικές κυρώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 52 έως 55.
Αποκλείεται η υπαγωγή στη διάταξη του άρθρου 55 για:
- α) Κτίρια που δεν έχουν τον χαρακτήρα κατοικίας ή
κατασκευής συνοδεύουσας την κατοικία.
- β) Κτίρια και λοιπές κατασκευές που έχουν ανεγερθεί
μετά την 28η Ιουλίου 2011.
- γ) Κτίρια και λοιπές κατασκευές που βρίσκονται σε
περιοχές του δικτύου Natura 2000, σε υγροτόπους που προστατεύονται σύμφωνα με τη συνθήκη Ramsar και σε άλλες περιοχές για τις οποίες ισχύουν ειδικές προστατευτικές διατάξεις της φύσης ή του τοπίου, εκτός εάν κατασκευάστηκαν πριν τον χαρακτηρισμό των περιοχών αυτών.
- δ) Κτίρια και λοιπές κατασκευές που εμπίπτουν στις
περιπτώσεις δ’, ε’, ζ’, η’, θ’, ι’, ια’, ιγ’, ιδ’, ιε’, ιστ’, ιζ’ και ιη’ της παραγράφου 1 του άρθρου 89 του ν. 4495/2017 (Α’ 167).
- ε) Κτίρια και λοιπές κατασκευές εντός περιοχών που
είναι υποχρεωτικώς αναδασωτέες λόγω πυρκαϊάς, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 38 του ν. 998/1979 (Α’ 289), τα οποία έχουν ανεγερθεί μετά την κήρυξη της αναδάσωσης.
- στ) Κτίρια ή συνοδεύουσες κατασκευές που η διατήρησή τους παρακωλύει την διαφυγή των πολιτών ή την
πρόσβαση πυροσβεστικών οχημάτων σε περίπτωση πυρκαϊάς ή άλλου κινδύνου από φυσικά φαινόμενα.
Άρθρο 52
Υποβολή αιτήσεων
Η διαδικασία υπαγωγής στη διάταξη του άρθρου 55 εκκινεί με αίτηση που υποβάλλει ο κύριος, νομέας ή κάτοχος της κατοικίας σε διαδικτυακή πλατφόρμα που τηρείται από το Ν.Π.Δ.Δ. «Ελληνικό Κτηματολόγιο». Η ίδια πλατφόρμα χρησιμοποιείται και για την ολοκλήρωση της υπαγωγής κατά το άρθρο 55. Οι όροι και προδιαγραφές λειτουργίας τής πλατφόρμας, η διαδικασία υποβολής της αίτησης και τα τυχόν απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, ορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Ψηφιακής Διακυβέρνησης. χάρτη, αντιρρήσεις, αίτηση ακυρώσεως ή οποιοδήποτε άλλο διοικητικό ή ένδικο βοήθημα, με το οποίο αμφισβητούν ότι η ιδιοκτησία τους έχει δασικό χαρακτήρα.
Η αίτηση της παραγράφου 1 θα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα παρακάτω στοιχεία: α. την περιγραφή της κατοικίας, την οποία αφορά το αίτημα, και των κατασκευών που την συνοδεύουν, ως προς την κάλυψη, τη δομημένη επιφάνεια και το ύψος, β. τη χρήση της κατοικίας, γ. τον εντοπισμό της κατοικίας στην ιστοσελίδα του «Ελληνικό Κτηματολόγιο», στον ειδικό διαδικτυακό τόπο ανάρτησης δασικών χαρτών και υποβολής αντιρρήσεων, δ. υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 (Α’ 75), με την οποία ο ενδιαφερόμενος δηλώνει ότι τα υποβαλλόμενα στοιχεία είναι αληθή, ε. παράβολο διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, το οποίο αποτελεί έσοδο του Κρατικού Προϋπολογισμού.
Η υποβολή του αιτήματος έχει ως συνέπεια την άμεση αναστολή των τυχόν επιβληθεισών διοικητικών κυρώσεων και τη μη επιβολή νέων, σε σχέση με την κατοικία και τις συνοδεύουσες αυτήν κατασκευές, συμπεριλαμβανομένης της προσωρινής εξαίρεσης από την κατεδάφιση αυτής, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας του άρθρου 55. Η παραπάνω αναστολή και προσωρινή εξαίρεση από την κατεδάφιση δεν ισχύει για κτίρια και κατασκευές της παραγράφου 4 του άρθρου 51 ή σε περίπτωση που, με αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας αρχής, κρίνεται επιβεβλημένη η άμεση κατεδάφιση της κατοικίας για λόγους αποτροπής άμεσου κινδύνου στη ζωή ή την περιουσία ή το περιβάλλον.
Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν δειγματοληπτικούς ελέγχους ως προς την ακρίβεια των υποβληθέντων στοιχείων. Εάν διαπιστωθεί ότι τα στοιχεία μιας δήλωσης είναι ανακριβή, επιβάλλονται οι κυρώσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986 και το κτίριο που περιλαμβάνεται στη δήλωση αποκλείεται από την υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου 55.
Η αίτηση της παραγράφου 1 υποβάλλεται εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος σε περίπτωση που ο δασικός χάρτης που περιλαμβάνει το ακίνητο του ενδιαφερομένου έχει αναρτηθεί ή εντός έξι (6) μηνών από την ανάρτηση του δασικού χάρτη, εάν αυτός αναρτηθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προθεσμία αυτή δεν αναστέλλεται για ενδιαφερόμενους που έχουν υποβάλει αντιρρήσεις του άρθρου 15 του ν. 3889/2010 (Α’ 182), αίτηση για τη διόρθωση πρόδηλου σφάλματος του αναρτηθέντος δασικού χάρτη, αίτηση ακυρώσεως του κυρωθέντος δασικού χάρτη ή έχουν αμφισβητήσει με οποιαδήποτε άλλη διοικητική ή δικαστική διαδικασία το δασικό χαρακτήρα της έκτασης, στην οποία βρίσκεται η κατοικία τους.
Άρθρο 53
Σύνταξη οικονομοτεχνικών μελετών
Για κάθε Περιφέρεια της Χώρας καταρτίζεται οικονομοτεχνική μελέτη που καταγράφει τη δόμηση εντός των εκτάσεων που περιλαμβάνονται στους αναρτημένους ή κυρωμένους, κατά περίπτωση, δασικούς χάρτες ή σε δασικές περιοχές, εάν δεν έχει γίνει ανάρτηση ή κύρωση δασικού χάρτη γι’ αυτές κατά την ημερομηνία σύνταξης της αντίστοιχης μελέτης. Ειδικά για την Περιφέρεια Αττικής καταρτίζονται τρεις οικονομοτεχνικές μελέτες, που καλύπτουν τα διοικητικά όρια αρμοδιότητας των Διευθύνσεων Δασών Ανατολικής Αττικής, Δυτικής Αττικής και Πειραιά, αντιστοίχως, ενώ καταρτίζονται χωριστές οικονομοτεχνικές μελέτες που καλύπτουν τα διοικητικά όρια των Διευθύνσεων Δασών Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής.
Σε κάθε οικονομοτεχνική μελέτη καταγράφονται ο αριθμός, το εμβαδόν και η κάλυψη των κτιρίων και κατασκευών που βρίσκονται σε εκτάσεις αναρτημένων και κυρωθέντων δασικών χαρτών ή σε δασικές περιοχές, εάν δεν έχει γίνει ανάρτηση ή κύρωση δασικού χάρτη γι’ αυτές κατά την ημερομηνία σύνταξης της αντίστοιχης μελέτης, η ημερομηνία κατασκευής τους, εάν αυτή μπορεί να προσδιορισθεί, η χρήση τους και η ενδεχόμενη χωρική κατανομή τους σε οικιστικές πυκνώσεις. Επιπλέον, περιγράφονται οι συνέπειες της διατήρησης των κατασκευών αυτών και των χρήσεών τους στο βιοτικό και αβιοτικό περιβάλλον, εξετάζεται η αναγκαιότητα άμεσης κατεδάφισής τους και αναλύονται οι οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες τόσο σε περίπτωση κατεδάφισης, όσο και σε περίπτωση προσωρινής διατήρησης των αυθαίρετων κατασκευών. Στην τελευταία περίπτωση περιγράφονται και οι απαραίτητες ενέργειες αντιστάθμισης που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση του δασικού ισοζυγίου ανά περιοχή μελέτης ή Περιφερειακή Ενότητα ή Περιφέρεια, κατά περίπτωση.
Οι οικονομοτεχνικές μελέτες καταρτίζονται βάσει στοιχείων που συλλέγονται με κάθε πρόσφορο μέσο, περιλαμβανομένων αεροφωτογραφιών, δορυφορικών απεικονίσεων, αυτοψιών και των αιτήσεων του άρθρου
Οι Διευθύνσεις Δασών των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, οι υπηρεσίες του «Ελληνικό Κτηματολόγιο», οι Υπηρεσίες Δόμησης και οι τεχνικές υπηρεσίες των Δήμων και κάθε άλλη αρμόδια αρχή οφείλουν να παράσχουν στους μελετητές κάθε αναγκαία συνδρομή για την ολοκλήρωση των μελετών.
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που εκδίδεται το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, καθορίζονται η διαδικασία ανάθεσης σύνταξης, παραλαβής και έγκρισης, οι λοιπές προδιαγραφές των ειδικών οικονομοτεχνικών μελετών και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
Άρθρο 54
Περιεχόμενο του προεδρικού διατάγματος
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το οποίο λαμβάνει υπόψη τις οικονομοτεχνικές μελέτες του άρθρου 53, καθορίζονται:
- α) οι περιοχές στις οποίες παρατηρούνται οικιστικές
πυκνώσεις, για τις οποίες είναι δυνατόν να ισχύσει προσωρινή εξαίρεση από την κατεδάφιση και την προσωρινή αναστολή των λοιπών διοικητικών κυρώσεων βάσει των πορισμάτων των αντίστοιχων οικονομοτεχνικών μελετών, στον οποίον η προσωρινή εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση δεν προκαλεί βλάβη στα δασικά οικοσυστήματα, ιδίως σε συνδυασμό με μέτρα αντιστάθμισης,
- γ) οι συνέπειες υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος
και ιδίως η προσωρινή εξαίρεση από την κατεδάφιση και ο χρόνος αυτής, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τριάντα (30) έτη, η ανάκληση και αναστολή των ήδη ληφθέντων διοικητικών μέτρων, η αναστολή επιβολής νέων διοικητικών κυρώσεων και η αναστολή εκκρεμών ποινικών διώξεων και η μη άσκηση νέων, καθώς και οι προϋποθέσεις για τη διατήρηση της υπαγωγής για όλο το προβλεπόμενο χρόνο αυτής, ιδίως σε σχέση με την καταβολή του ειδικού προστίμου, και οι συνέπειες της ανάκλησης αυτής,
- δ) τα μέσα απόδειξης του χρόνου ανέγερσης και
ολοκλήρωσης των κατοικιών και συνοδευουσών αυτές κατασκευών, όπως αεροφωτογραφίες, έγγραφα, ιδίως έγγραφα της δασικής υπηρεσίας, των πολεοδομικών υπηρεσιών ή άλλης δημόσιας αρχής που αφορούν στο ακίνητο, δικαστικές αποφάσεις, καθώς και τίτλοι ιδιοκτησίας που αφορούν στο κτίριο και η διαδικασία υποβολής τους,
- ε) ο φορέας διαχείρισης και ελέγχου των αποδεικτικών
μέσων του χρόνου ολοκλήρωσης των κτιρίων και των συνοδευουσών αυτά κατασκευών, η διαδικασία δειγματοληπτικού ελέγχου των υποβληθέντων στοιχείων και οι συνέπειες από την υποβολή ανακριβών στοιχείων,
- στ) o τρόπος υπολογισμού ενιαίου προστίμου για την
υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου, το οποίο υπολογίζεται με βάση το κτίριο, τις συνοδεύουσες αυτό κατασκευές και τον καταληφθέντα περιβάλλοντα χώρο, και τα ειδικότερα στοιχεία που θα ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό του ενιαίου δασικού προστίμου, όπως η αξία της δασικής γης, το κόστος αναδάσωσης ανά στρέμμα, η αντικειμενική αξία της πλησιέστερης στην κατασκευή ζώνης, η επιφάνεια του κτιρίου σε τετραγωνικά μέτρα, η παλαιότητα του κτιρίου, μειωτικοί και αυξητικοί συντελεστές και κάθε άλλο στοιχείο που κρίνεται πρόσφορο για τον προσδιορισμό του. Επίσης, καθορίζονται ο τρόπος καταβολής του ενιαίου δασικού προστίμου, εφάπαξ ή σε δόσεις, ο αριθμός των δόσεων, τυχόν εκπτώσεις σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής, οι συνέπειες καθυστέρησης της καταβολής του, η διαδικασία κατάθεσης, απόδοσης και εξόφλησής του, η δημιουργία ειδικού κωδικού στον οποίο αυτό αποδίδεται και κάθε άλλο σχετικό θέμα,
- ζ) οι δράσεις αντιστάθμισης για την επίτευξη του δασικού ισοζυγίου σε σχέση με τις προσωρινώς διατηρούμενες κατοικίες, δηλαδή τα έργα που θα απαιτηθούν για
την εν συνόλω αποκατάσταση του δασικού οικοσυστήματος, την προστασία των κατάντη περιοχών και την παροχή των αναγκαίων πόρων για την υλοποίησή τους, όπως ιδίως δασώσεις, αναδασώσεις, δασοτεχνικά έργα, μελέτες και έργα προστασίας και διαχείρισης δασικών οικοσυστημάτων, κατεδαφίσεις κατασκευών που δεν υπάγονται στις διατάξεις του νόμου και ο χωρικός προσδιορισμός, ανά δημοτική ή περιφερειακή ενότητα, των δράσεων που θα αναληφθούν, καθώς και οι υπόχρεοι σ’ αυτά ή στην κάλυψη των δαπανών τους,
- η) η δημιουργία διαδικτυακής πλατφόρμας μέσω της
οποίας ασκείται εποπτεία και έλεγχος για την υποχρέωση μη ανέγερσης νέων κατασκευών εντός των δασών και των δασικών εκτάσεων και οι συνέπειες από την παράβαση της υποχρέωσης αυτής,
- θ) οι κυρώσεις επί των κτιρίων και κατασκευών που
δεν θα υπαχθούν στη ρύθμιση των άρθρων 5 και 7 και επ’ αυτών που ανεγείρονται μετά την 28η Ιουλίου 2011,
- ι) τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για να διαπιστωθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που το προεδρικό διάταγμα θέτει για την υπαγωγή στις διατάξεις
του παρόντος, προκειμένου να ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία.
Άρθρο 55
Απόφαση περί υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος
Εντός έξι (6) μηνών από την έκδοση του προεδρικού διατάγματος άρθρου 54 οι ενδιαφερόμενοι συμπληρώνουν την αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος με τα δικαιολογητικά που ορίζονται στο προεδρικό διάταγμα. Μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής αίρεται αυτοδικαίως η αναστολή που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 52 για τα ακίνητα, ως προς τα οποία δεν συμπληρώθηκε η αίτηση υπαγωγής.
Εντός δύο (2) μηνών από τη συμπλήρωση των παραπάνω δικαιολογητικών γνωστοποιείται στον ενδιαφερόμενο η αποδοχή ή απόρριψη του αιτήματος. Κατά της απορριπτικής απόφασης είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής ενώπιον του κατά τόπον αρμοδίου Διοικητικού Πρωτοδικείου. Η προσφυγή δεν παρατείνει την αναστολή που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 52, η οποία λήγει αυτοδικαίως με την έκδοση της απορριπτικής απόφασης.
Η γνωστοποίηση αποδοχής του αιτήματος υπαγωγής συνοδεύεται από τον υπολογισμό του καταβλητέου ειδικού προστίμου. Το πρόστιμο αποδίδεται στο Πράσινο Ταμείο.
Σε περίπτωση που προκύπτει, μετά από διόρθωση προδήλου σφάλματος, αποδοχή αντιρρήσεων και κύρωση του δασικού χάρτη κατά τη διαδικασία του άρθρου 19 του ν. 3889/2010 (Α’ 182), ακύρωση του χάρτη με δικαστική απόφαση ή αναμόρφωση του δασικού χάρτη, ότι η υπαχθείσα κατοικία βρίσκεται επί ακινήτου που δεν διέπεται από τη δασική νομοθεσία, η υπαγωγή αυτή αίρεται και επιστρέφονται στον ενδιαφερόμενο τα παράβολα και πρόστιμα που έχει τυχόν καταβάλει. Το ίδιο ισχύει και εάν η παραπάνω διαπίστωση γίνει σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο της υπαγωγής.
Εάν η υπαγωγή του παρόντος αφορά σε ακίνητο, το οποίο είχε ήδη τακτοποιηθεί, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 24 του ν. 4014/2011 (Α’ 209), του άρθρου 8 του ν. 4178/2013 (Α’ 174) και του άρθρου 97 του ν. 4495/2017 (Α’ 167), τυχόν πρόστιμα που είχαν καταβληθεί με βάση τις ανωτέρω διατάξεις συμψηφίζονται με το ειδικό πρόστιμο της παραγράφου 3. ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΣΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2018/844/ΕΕ ΤΗΣ 30ής ΜΑΪΟΥ 2018 (L156/19.06.2018) «ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ OΔΗΓΙΑΣ 2010/31/ΕΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ OΔΗΓΙΑΣ 2012/27/ΕΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ»
Άρθρο 56
Αντικατάσταση των άρθρων 1 και 2 του ν. 4122/2013 (Άρθρο 2 της Οδηγίας 2010/31/ ΕΕ, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2018/844/ΕΕ)
Το άρθρο 1 του ν. 4122/2013 (Α’ 42) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 1 Σκοπός - Αντικείμενο Με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εναρμονίζεται η ελληνική νομοθεσία με την Οδηγία 2010/31/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Μαΐου 2010 «Για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (αναδιατύπωση)» (ΕΕ L153 της 18.6.2010), όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2018/844/ΕΕ (ΕΕ L156 της 19.6.2018).»
Το άρθρο 2 του ν. 4122/2013 (Α’ 42) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 2 Ορισμοί Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου οι ακόλουθοι όροι έχουν την εξής έννοια:
«Κτίριο»: στεγασμένη κατασκευή με τοίχους για την οποία χρησιμοποιείται ενέργεια προς ρύθμιση των κλιματικών συνθηκών εσωτερικού χώρου.
«Κτιριακή μονάδα»: τμήμα, όροφος ή διαμέρισμα εντός κτιρίου, που έχει σχεδιαστεί ή υποστεί μετατροπή ώστε να χρησιμοποιείται χωριστά.
«Συνολική επιφάνεια κτιρίου ή κτιριακής μονάδας»: η συνολική μεικτή επιφάνεια δαπέδων, κλειστών στεγασμένων θερμαινόμενων και μη χώρων, μετρούμενη βάσει εξωτερικών διαστάσεων σύμφωνα με τον Κανονισμό Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων (ΚΕΝΑΚ).
«Ωφέλιμη επιφάνεια κτιρίου ή κτιριακής μονάδας»: η μεικτή επιφάνεια δαπέδων των κλειστών στεγασμένων χώρων του κτιρίου που προορίζονται για την εξυπηρέτηση των αναγκών της κύριας χρήσης του, μετρούμενη βάσει εξωτερικών διαστάσεων σύμφωνα με τον ΚΕΝΑΚ. Στην ωφέλιμη επιφάνεια δεν προσμετρώνται: οι ανεξάρτητοι βοηθητικοί χώροι, όπως χώροι αποθήκευσης, στάθμευσης και εγκατάστασης ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού του κτιρίου, η επιφάνεια των κοινόχρηστων κλιμακοστασίων και του φρεατίου ανελκυστήρα, η επιφάνεια των αιθρίων και όλων των διαμπερών ανοιγμάτων ή οδεύσεων που λειτουργούν ως φωταγωγοί ή ως αγωγοί κυκλοφορίας του αέρα για τον κλιματισμό του κτιρίου.
«Κτίριο με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας»: κτίριο με πολύ υψηλή ενεργειακή απόδοση, προσδιοριζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 3. Η σχεδόν μηδενική ή πολύ χαμηλή ποσότητα ενέργειας που απαιτείται για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών του κτιρίου, πρέπει να καλύπτεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, περιλαμβανομένης της ενέργειας που παράγεται επιτόπου ή πλησίον του κτιρίου.
«Κέλυφος κτιρίου - κτιριακής μονάδας»: το σύνολο των οριζόντιων και κατακόρυφων δομικών στοιχείων που ορίζουν το κτίριο ή την κτιριακή μονάδα.
«Τεχνικό σύστημα κτιρίου - κτιριακής μονάδας»: οι ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις κτιρίου ή κτιριακής μονάδας που χρησιμοποιούνται για θέρμανση και ψύξη χώρου, αερισμό, παραγωγή ζεστού νερού για οικιακή χρήση, φωτισμό, αυτοματισμό και έλεγχο κτιρίου, επιτόπια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ή συνδυασμός των εν λόγω συστημάτων, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων που χρησιμοποιούν ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές. 7 α. «Σύστημα αυτοματισμού και ελέγχου κτιρίου ή κτιριακής μονάδας»: σύστημα που περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα, λογισμικό και τεχνικές υπηρεσίες, που μπορούν να υποστηρίξουν την ενεργειακά αποδοτική, οικονομική και ασφαλή λειτουργία των τεχνικών συστημάτων κτιρίου ή κτιριακής μονάδας μέσω αυτόματων ελέγχων και διευκόλυνσης της χειροκίνητης διαχείρισης των εν λόγω τεχνικών συστημάτων κτιρίου.
«Στοιχείο κτιρίου - κτιριακής μονάδας»: τεχνικό σύστημα ή δομικό στοιχείο του κελύφους του κτιρίου ή της κτιριακής μονάδας.
«Ενεργειακή απόδοση κτιρίου - κτιριακής μονάδας»: η υπολογισθείσα ή μετρούμενη ποσότητα ενέργειας που απαιτείται για να ικανοποιηθεί η ενεργειακή ζήτηση που συνδέεται με την τυπική χρήση του κτιρίου, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την ενέργεια που χρησιμοποιείται για θέρμανση, ψύξη, αερισμό, παραγωγή ζεστού νερού χρήσης (ΖΝΧ) και φωτισμό.
«Πρωτογενής ενέργεια»: η ενέργεια από ανανεώσιμες και μη ανανεώσιμες πηγές που δεν έχει υποστεί μετατροπή ή μετασχηματισμό.
«Ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές»: ενέργεια από ανανεώσιμες μη ορυκτές πηγές, δηλαδή αιολική, ηλιακή, αεροθερμική, γεωθερμική, υδροθερμική ενέργεια και ενέργεια από τη θάλασσα, υδροηλεκτρική, από βιομάζα, από τα εκλυόμενα στους χώρους υγειονομικής ταφής αέρια, από τα αέρια που παράγονται σε μονάδες επεξεργασίας λυμάτων και από τα βιοαέρια.
«Ριζική ανακαίνιση κτιρίου ή κτιριακής μονάδας» (ανακαίνιση μεγάλης κλίμακας): η ανακαίνιση κατά την οποία, η συνολική δαπάνη της ανακαίνισης που αφορά το κέλυφος του κτιρίου ή της κτιριακής μονάδας ή τα τεχνικά συστήματά τους υπερβαίνει το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) της αξίας του κτιρίου ή της κτιριακής μονάδας, εξαιρουμένης της αξίας του οικοπέδου επί του οποίου έχει κατασκευαστεί το κτίριο. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της αξίας του κτιρίου ή της κτιριακής μονάδας για τον χαρακτηρισμό μιας ανακαίνισης
«Ευρωπαϊκό πρότυπο»: πρότυπο που εκδίδεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN), την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποίησης (Cenelec) ή το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τυποποίησης στον τομέα των Τηλεπικοινωνιών (ETSI) και διατίθεται προς δημόσια χρήση.
«Πιστοποιητικό Ενεργειακής Απόδοσης (ΠΕΑ)»: πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή άλλον φορέα που αυτό ορίζει, το οποίο αποτυπώνει την ενεργειακή απόδοση ενός κτιρίου ή κτιριακής μονάδας, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τη μεθοδολογία του άρθρου 3 του παρόντος.
«Ενεργειακή επιθεώρηση κτιρίου ή κτιριακής μονάδας»: η διαδικασία εκτίμησης της κατανάλωσης ενέργειας κτιρίου ή κτιριακής μονάδας, των παραγόντων που την επηρεάζουν, καθώς και διατύπωσης συστάσεων για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσής του.
«Ενεργειακή επιθεώρηση συστήματος θέρμανσης ή κλιματισμού»: η διαδικασία αξιολόγησης του βαθμού απόδοσης του συστήματος, της εκτίμησης του μεγέθους του σε σχέση με τις ανάγκες θέρμανσης, ψύξης και αερισμού του κτιρίου, καθώς και διατύπωσης συστάσεων για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσής του.
«Ενεργειακός επιθεωρητής»: φυσικό πρόσωπο που διενεργεί ενεργειακές επιθεωρήσεις κτιρίων ή/και συστημάτων θέρμανσης ή/και κλιματισμού, εγγεγραμμένο στα αντίστοιχα Μητρώα Ενεργειακών Επιθεωρητών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κατά τις διατάξεις του παρόντος.
«Συμπαραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας (ΣΗΘ)»: η ταυτόχρονη, στο πλαίσιο μιας διεργασίας, παραγωγή θερμικής ενέργειας και ηλεκτρικής ή/και μηχανικής ενέργειας.
«Βέλτιστο από πλευράς κόστους επίπεδο»: το επίπεδο ενεργειακής απόδοσης που επιτυγχάνει το χαμηλότερο κόστος κατά την εκτιμώμενη διάρκεια του οικονομικού κύκλου ζωής, όπου:
- α) το χαμηλότερο κόστος καθορίζεται λαμβάνοντας
υπόψη το κόστος που σχετίζεται με την ενεργειακή απόδοση και περιλαμβάνει:
- αα) το αρχικό κόστος επένδυσης,
- ββ) το κόστος συντήρησης και λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένων των ενεργειακών δαπανών, εξοικονομήσεων και κερδών από την παραχθείσα ενέργεια, και
- γγ) το κόστος διάθεσης, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με τις δαπάνες για την αποδόμηση κτιρίου ή στοιχείου
στο τέλος του κύκλου ζωής του. Στις δαπάνες συμπεριλαμβάνονται η κατεδάφιση, η αφαίρεση των στοιχείων που δεν έχουν ακόμη φτάσει στο τέλος του κύκλου ζωής τους, η αποκομιδή και η περιβαλλοντική διαχείρισή τους,
- β) ο εκτιμώμενος οικονομικός κύκλος ζωής αναφέρεται είτε στο κτίριο, εφόσον οι απαιτήσεις για ενεργειακή
απόδοση έχουν τεθεί για το σύνολο του κτιρίου, είτε στο στοιχείο κτιρίου, εφόσον οι απαιτήσεις για ενεργειακή απόδοση έχουν τεθεί για τα στοιχεία κτιρίου.
«Σύστημα κλιματισμού»: ο συνδυασμός των στοιχείων που απαιτούνται για την επεξεργασία του αέρα εσωτερικού χώρου, μέσω του οποίου η θερμοκρασία ελέγχεται ή μπορεί να μειωθεί. 20α. «Σύστημα θέρμανσης»: ο συνδυασμός των στοιχείων που απαιτούνται για την επεξεργασία του αέρα εσωτερικού χώρου, μέσω της οποίας αυξάνεται η θερμοκρασία. 20 β. «Μονάδα παραγωγής θερμότητας»: το μέρος του συστήματος θέρμανσης που παράγει ωφέλιμη θερμότητα χρησιμοποιώντας μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες διεργασίες:
- α) καύση καυσίμων, όπως σε λέβητα,
- β) αξιοποίηση του φαινομένου Joule, στα θερμαντικά
στοιχεία συστήματος θέρμανσης με ηλεκτρικές αντιστάσεις,
- γ) δέσμευση της θερμότητας από τον ατμοσφαιρικό
αέρα, τον εξαερισμό, ή πηγή νερού ή θερμότητας εδάφους με χρήση αντλίας θερμότητας. 20 γ. «Συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης»: οι συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης όπως ορίζονται στο άρθρο 3 του ν. 4342/2015 (Α’ 143).
«Λέβητας»: η συνδυασμένη μονάδα λέβητα καυστήρα που είναι σχεδιασμένη να μεταδίδει σε ρευστά τη θερμότητα που παράγεται από την καύση.
«Αντλία θερμότητας»: μηχάνημα, συσκευή ή εγκατάσταση που μεταφέρει θερμότητα από το φυσικό περιβάλλον, όπως από τον αέρα, το νερό ή το έδαφος, σε κτίρια ή βιομηχανικές εφαρμογές, με την αναστροφή της φυσικής ροής της θερμότητας, κατά τρόπο ώστε να ρέει από χαμηλότερη σε υψηλότερη θερμοκρασία· για τις αναστρέψιμες αντλίες θερμότητας, μπορεί επίσης να μεταφέρει θερμότητα από το κτίριο στο φυσικό περιβάλλον.
«Ονομαστική ισχύς εξόδου»: η μέγιστη θερμική ή ψυκτική ισχύς εκφραζόμενη σε κιλοβάτ (kW), την οποία αναφέρει και εγγυάται ο κατασκευαστής ως παρεχόμενη κατά τη συνεχή λειτουργία με ταυτόχρονη τήρηση της ωφέλιμης απόδοσης που προσδιορίζεται από τον κατασκευαστή.
«Τηλεθέρμανση» ή «Τηλεψύξη»: η διανομή θερμικής ενέργειας με τη μορφή ατμού, ζεστού νερού ή ψυχρών υγρών, από ένα κεντρικό σημείο παραγωγής μέσω δικτύου σε πλήθος κτιρίων ή θέσεων, για την κάλυψη θερμικών ή ψυκτικών αναγκών χώρων ή διεργασιών.
«Μελέτη Ενεργειακής Απόδοσης (ΜΕΑ)»: η μελέτη που αναλύει και αξιολογεί την απόδοση του ενεργειακού σχεδιασμού του κτιρίου ή της κτιριακής μονάδας, σύμφωνα με τη μεθοδολογία υπολογισμού του άρθρου 3.
«Αρχείο Επιθεωρήσεως Κτιρίων»: η ηλεκτρονική βάση δεδομένων στην οποία υποβάλλονται και καταχωρίζονται σε ξεχωριστές μερίδες:
- α) τα Πιστοποιητικά Ενεργειακής Απόδοσης,
- β) οι Εκθέσεις Επιθεώρησης Συστημάτων Θέρμανσης
και
- γ) οι Εκθέσεις Επιθεώρησης Συστημάτων Κλιματισμού.
«Μητρώο Ενεργειακών Επιθεωρητών»: η ηλεκτρονική βάση δεδομένων, όπου εγγράφονται με αύξοντα αριθμό μητρώου οι Ενεργειακοί Επιθεωρητές Κτιρίων, Συστημάτων Θέρμανσης και Κλιματισμού. Τηρείται ξεχωριστό Μητρώο για τα νομικά πρόσωπα που έχουν ως εταίρο τους Ενεργειακό Επιθεωρητή. όπως ορίζεται στην περίπτωση κγ της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του ν. 4001/2011 (Α’ 179).
«Επιθεωρητής Ενέργειας»: Υπάλληλος των Τμημάτων Επιθεώρησης Ενέργειας Νοτίου και Βορείου Ελλάδος που είναι διπλωματούχος μηχανικός ή πτυχιούχος μηχανικός τεχνολογικής εκπαίδευσης και διενεργεί ελέγχους σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 58, παράγραφος 2, εδάφιο γ του π.δ. 132/2017 (Α’ 160).»
Άρθρο 57
Προσθήκη άρθρου 2Α στον ν. 4122/201 (άρθρο 2Α της Οδηγίας 2010/31/ΕΕ, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2018/844/ΕΕ) Στον ν. 4122/2013 (Α’ 42) προστίθεται άρθρο 2Α ως εξής: «Άρθρο 2Α Μακροπρόθεσμη στρατηγική ανακαίνισης
Η Διεύθυνση Ενεργειακών Πολιτικών και Ενεργειακής Αποδοτικότητας της Γενικής Γραμματείας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας έχει την ευθύνη σύνταξης έκθεσης μακροπρόθεσμης στρατηγικής ανακαίνισης του δημόσιου και ιδιωτικού κτιριακού αποθέματος και μετατροπής του σε κτιριακό δυναμικό απαλλαγμένο από ανθρακούχες εκπομπές και υψηλής ενεργειακής απόδοσης έως το έτος 2050, διευκολύνοντας την οικονομικά αποδοτική μετατροπή υφιστάμενων κτιρίων σε κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας.
Η έκθεση της παραγράφου 1 εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και υποβάλλεται από τη Γενική Γραμματεία Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο του τελικού ενοποιημένου εθνικού σχεδίου για την ενέργεια και το κλίμα. Κάθε μακροπρόθεσμη στρατηγική ανακαίνισης περιλαμβάνει:
- α) ανασκόπηση του κτιριακού αποθέματος που βασίζεται, ανάλογα με την περίπτωση, σε στατιστική δειγματοληψία και το αναμενόμενο ποσοστό ανακαινισμένων
κτιρίων το 2020, 2030, 2040 και 2050.
- β) εξεύρεση οικονομικά αποδοτικών προσεγγίσεων
για τις ανακαινίσεις ανάλογα με το είδος του κτιρίου και την κλιματική ζώνη, λαμβάνοντας υπόψη πιθανά κατάλληλα σημεία ενεργοποίησης της διαδικασίας ανακαίνισης στον κύκλο ζωής του κτιρίου, κατά περίπτωση,
- γ) πολιτικές και δράσεις για την προώθηση οικονομικά αποδοτικών ριζικών ανακαινίσεων κτιρίων, περιλαμβανομένων των ριζικών ανακαινίσεων κατά στάδια,
καθώς και για την υποστήριξη στοχευμένων οικονομικά αποδοτικών ενεργειακά, μέτρων και ανακαινίσεων, όπως με τη θέσπιση προαιρετικού συστήματος διαβατηρίων ανακαίνισης κτιρίων,
- δ) επισκόπηση των πολιτικών και των δράσεων που
αφορούν τα τμήματα του κτιριακού αποθέματος που παρουσιάζουν τις χειρότερες επιδόσεις, τα διλήμματα λόγω αντικρουόμενων κινήτρων και τις αποτυχίες της αγοράς,
- ε) περιγραφή των εθνικών δράσεων που συμβάλλουν
στην άμβλυνση της ενεργειακής πενίας,
- στ) πολιτικές και δράσεις που αφορούν όλα τα δημόσια κτίρια,
- ζ) επισκόπηση των πρωτοβουλιών για την προώθηση
έξυπνων τεχνολογιών και καλά διασυνδεδεμένων κτιρίων και κοινοτήτων, καθώς και τη βελτίωση των δεξιοτήτων και της εκπαίδευσης στον κατασκευαστικό τομέα και τον τομέα της ενεργειακής απόδοσης, και
- η) τεκμηριωμένη εκτίμηση της αναμενόμενης εξοικονόμησης ενέργειας και του γενικότερου οφέλους, τουλάχιστον στους τομείς της υγείας, της ασφάλειας και της
ποιότητας του αέρα.
Η μακροπρόθεσμη στρατηγική ανακαίνισης παρουσιάζει χάρτη πορείας με μέτρα και μετρήσιμους δείκτες προόδου, ενόψει του μακροπρόθεσμου στόχου του έτους 2050 για μείωση των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου στην Ένωση κατά ποσοστό 80 έως 95 % σε σχέση με το 1990, προκειμένου να επιτευχθεί κτιριακό απόθεμα υψηλής ενεργειακής απόδοσης και απαλλαγμένο από ανθρακούχες εκπομπές και προκειμένου να διευκολυνθεί η οικονομικά αποδοτική μετατροπή υφιστάμενων κτιρίων σε κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας. Ο χάρτης πορείας περιλαμβάνει ενδεικτικά ορόσημα για το 2030, το 2040 και το 2050, και προσδιορίζει με ποιον τρόπο τα ορόσημα αυτά συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης σύμφωνα με τον ν. 4342/2015 (Α’ 143).
Προκειμένου να στηριχθεί η κινητοποίηση επενδύσεων για τις ανακαινίσεις που είναι απαραίτητες για την επίτευξη των στόχων της παραγράφου 2, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας θεσπίζει επιπρόσθετα χρηματοδοτικά, θεσμικά, διοικητικά ή/και οικονομικά κίνητρα, τα οποία στοχεύουν:
- α) στην ομαδοποίηση των έργων, όπως μέσω επενδυτικών πλατφορμών ή ομάδων και μέσω κοινοπραξιών
μικρομεσαίων επιχειρήσεων,
- β) στη μείωση των διαφαινόμενων κινδύνων των επενδύσεων σε τομείς της ενεργειακής απόδοσης για τους
επενδυτές και τον ιδιωτικό τομέα,
- γ) στην προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων και την
αντιμετώπιση συγκεκριμένων ανεπαρκειών της αγοράς μέσω της κινητοποίησης δημόσιας χρηματοδότησης,
- δ) στην προσέλκυση επενδύσεων για την επίτευξη
ενεργειακά αποδοτικού δημόσιου κτιριακού αποθέματος, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της Eurostat, και
- ε) στη λειτουργία προσιτών και διαφανών συμβουλευτικών εργαλείων, όπως οι υπηρεσίες μιας στάσης
για τους καταναλωτές και συμβουλευτικές υπηρεσίες για θέματα ενέργειας, όσον αφορά τις ενδεδειγμένες ενεργειακά αποδοτικές ανακαινίσεις και τα κατάλληλα χρηματοδοτικά μέσα.
Στο παράρτημα της έκθεσης μακροπρόθεσμης στρατηγικής ανακαίνισης περιλαμβάνονται η περίλη μακροπρόθεσμης στρατηγικής ανακαίνισης και των σχεδιαζόμενων πολιτικών και δράσεων.»
Άρθρο 58
Αντικατάσταση του άρθρου 3 του ν. 4122/2013 (Άρθρο 3 και Παράρτημα I της Οδηγίας 2010/31/ΕΕ) Το άρθρο 3 του ν. 4122/2013 (Α’ 42) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 3 Θέσπιση μεθοδολογίας υπολογισμού ενεργειακής απόδοσης κτιρίων
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας εγκρίνεται Κανονισμός Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων (ΚΕΝΑΚ), ο οποίος καθορίζει τη σχετική μεθοδολογία υπολογισμού, τις ελάχιστες απαιτήσεις για την ενεργειακή απόδοση κτιρίων, τον τύπο και το περιεχόμενο της Μελέτης Ενεργειακής Απόδοσης (ΜΕΑ) των κτιρίων ή κτιριακών μονάδων, τη διαδικασία και τη συχνότητα διενέργειας ενεργειακών επιθεωρήσεων των κτιρίων και των συστημάτων θέρμανσης και κλιματισμού, τον τύπο και το περιεχόμενο του εκδιδόμενου Πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης (ΠΕΑ), τη διαδικασία έκδοσής του, τον έλεγχο της διαδικασίας ενεργειακής επιθεώρησης, τα προς τούτο αρμόδια όργανα, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια. Με τον ΚΕΝΑΚ καθορίζεται, κάθε θέμα που σχετίζεται με τον δείκτη ευφυούς ετοιμότητας των κτιρίων του άρθρου 8, όπως επίσης οι τιμές των παραμέτρων για τους υπολογισμούς της οικονομικής εφικτότητας των περιπτώσεων των άρθρων 7 και 8 και οι τεχνικές προδιαγραφές και οι ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων σχεδόν μηδενικής κατανάλωσης του άρθρου 9. Η μεθοδολογία που εφαρμόζεται για τον προσδιορισμό της ενεργειακής απόδοσης κτιρίου είναι διαφανής και ανοικτή στην καινοτομία. Η μέθοδος υπολογισμού περιγράφεται σύμφωνα με τα εθνικά Παραρτήματα των γενικών προτύπων, ISO 52000-1, 52003-1, 52010-1, 52016-1, και 52018-1, που έχουν εκπονηθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN) στο πλαίσιο της εντολής M/480, όπως αυτή αναρτάται στο ιστότοπο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Η ενεργειακή απόδοση ενός κτιρίου ή μιας κτιριακής μονάδας, προσδιορίζεται βάσει της υπολογιζόμενης ή της πραγματικής χρήσης ενέργειας και αντικατοπτρίζει τη συνήθη ενέργεια που καταναλώνει το κτίριο για θέρμανση χώρου, ψύξη χώρου, ζεστό νερό για οικιακή χρήση, αερισμό, φωτισμό και άλλα τεχνικά συστήματα του κτιρίου. Η ενεργειακή απόδοση κτιρίου εκφράζεται με αριθμητικό δείκτη χρήσης πρωτογενούς ενέργειας σε kWh/ (m2 y), με σκοπό τόσο την πιστοποίηση της ενεργειακής απόδοσης όσο και τη συμμόρφωση με τις ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης.
Οι ενεργειακές ανάγκες για θέρμανση χώρου, ψύξη χώρου, ζεστό νερό οικιακής χρήσης, φωτισμό, αερισμό και άλλα τεχνικά συστήματα του κτιρίου υπολογίζονται με τρόπο ώστε να διασφαλίζονται τα βέλτιστα επίπεδα υγιεινής, ποιότητας του αέρα εσωτερικού χώρου και άνεσης. Ο υπολογισμός της πρωτογενούς ενέργειας βασίζεται σε συντελεστές πρωτογενούς ενέργειας ή συντελεστές στάθμισης ανά φορέα ενέργειας, οι οποίοι μπορούν να βασίζονται στους εθνικούς, περιφερειακούς ή τοπικούς ετήσιους, και πιθανόν επίσης εποχιακούς ή μηνιαίους, σταθμισμένους μέσους όρους ή σε πιο συγκεκριμένες πληροφορίες που διατίθενται για μεμονωμένα αστικά συστήματα. Οι συντελεστές πρωτογενούς ενέργειας ή συντελεστές στάθμισης ανά φορέα ενέργειας καθορίζονται στον ΚΕΝΑΚ. Κατά την εφαρμογή αυτών των συντελεστών για τον υπολογισμό της ενεργειακής απόδοσης, επιδιώκεται η βέλτιστη ενεργειακή απόδοση του κελύφους του κτιρίου. Στον ΚΕΝΑΚ μπορεί να καθορίζονται πρόσθετοι αριθμητικοί δείκτες συνολικής χρήσης πρωτογενούς ενέργειας και εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που παράγονται σε kg CO2eq/(m2.y). Κατά τον καθορισμό των συντελεστών πρωτογενούς ενέργειας με σκοπό τον υπολογισμό της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, συνυπολογίζεται η ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που παρέχει ο φορέας ενέργειας. Δεν συνυπολογίζεται η ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που παράγεται και χρησιμοποιείται επιτόπου με τη διαδικασία του ενεργειακού συμψηφισμού.
Η μεθοδολογία υπολογισμού της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων βασίζεται στα ευρωπαϊκά πρότυπα και καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη τουλάχιστον τα εξής:
- α) τα πραγματικά θερμικά χαρακτηριστικά του κτιρίου
(συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών χωρισμάτων του):
- αα) θερμοχωρητικότητα,
- ββ) θερμομόνωση,
- γγ) θερμογέφυρες,
- β) την εγκατάσταση θέρμανσης και παροχής ΖΝΧ (Ζεστό Νερό Χρήσης), συμπεριλαμβανομένων των χαρακτηριστικών των θερμομονώσεών τους,
- γ) την εγκατάσταση κλιματισμού, συμπεριλαμβανομένων των χαρακτηριστικών των θερμομονώσεών της,
- δ) το φυσικό και μηχανικό αερισμό, που μπορεί να
περιλαμβάνει και την αεροστεγανότητα,
- ε) την εγκατάσταση γενικού φωτισμού (στα κτίρια του
τριτογενή τομέα),
- στ) τον σχεδιασμό, τη θέση και τον προσανατολισμό
του κτιρίου, περιλαμβανομένων των εξωτερικών κλιματικών συνθηκών,
- ζ) τα παθητικά και υβριδικά ηλιακά συστήματα και την
ηλιακή προστασία,
- η) την παθητική θέρμανση και το δροσισμό,
- θ) τις κλιματικές συνθήκες εσωτερικού χώρου, λαμβάνοντας υπόψη και τις συνθήκες σχεδιασμού εσωτερικού
κλίματος και
- ι) τα εσωτερικά φορτία.
Λαμβάνεται υπόψη η θετική επίδραση των κατωτέρω παραγόντων: ενέργειας βασιζόμενων σε ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές,
- β) της ωφέλιμης θερμικής και ηλεκτρικής ενέργειας
παραγόμενης με συμπαραγωγή,
- γ) των συστημάτων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης σε
κλίμακα περιοχής ή οικοδομικού τετραγώνου,
- δ) του φυσικού φωτισμού.
Για τον σκοπό αυτού του υπολογισμού, τα κτίρια κατατάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες χρήσης, όπως αυτές εξειδικεύονται με τις εκάστοτε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις:
- α) μονοκατοικίες διαφόρων τύπων,
- β) πολυκατοικίες,
- γ) γραφεία,
- δ) εκπαιδευτικά κτίρια,
- ε) νοσοκομεία,
- στ) ξενοδοχεία και εστιατόρια,
- ζ) αθλητικές εγκαταστάσεις,
- η) κτίρια υπηρεσιών χονδρικού και λιανικού εμπορίου,
- θ) άλλες κατηγορίες κτιρίων που καταναλώνουν ενέργεια για τη ρύθμιση των εσωτερικών κλιματικών συνθηκών, προκειμένου να διασφαλιστεί η θερμική άνεση των
χρηστών τους.»
Άρθρο 59
Αντικατάσταση του άρθρου 4 του ν. 4122/2013 (Άρθρο 4 της Οδηγίας 2010/31/ΕΕ) Το άρθρο 4 του ν. 4122/2013 (Α’ 42) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 4 Καθορισμός των ελάχιστων απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης
Οι ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης κτιρίων καθορίζονται με τον ΚΕΝΑΚ και αφορούν, τόσο στο σύνολο του κτιρίου ή της κτιριακής μονάδας όσο και στα επί μέρους στοιχεία του κτιρίου ή της κτιριακής μονάδας, που έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην ενεργειακή απόδοση, με στόχο την επίτευξη βέλτιστων από πλευράς κόστους επιπέδων.
Οι ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης για κτίρια ή κτιριακές μονάδες ορίζονται, λαμβάνοντας υπόψη τα βέλτιστα από πλευράς κόστους επίπεδα, όπως υπολογίζονται με το συγκριτικό μεθοδολογικό πλαίσιο του άρθρου 5.
Θεσπίζονται ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης για τα δομικά στοιχεία του κελύφους και τα τεχνικά συστήματα, που επηρεάζουν σημαντικά την ενεργειακή απόδοση του κτιρίου, λαμβάνοντας υπόψη τα βέλτιστα από πλευράς κόστους επίπεδα.
Κατά τον καθορισμό των ελάχιστων απαιτήσεων δύναται να γίνει διάκριση μεταξύ νέων και υφιστάμενων κτιρίων και μεταξύ διαφόρων κατηγοριών χρήσης κτιρίων.
Στις εν λόγω απαιτήσεις συνεκτιμώνται οι γενικές απαιτήσεις κλιματικών συνθηκών εσωτερικού χώρου για την αποφυγή ενδεχόμενων αρνητικών επιδράσεων, όπως ο ανεπαρκής αερισμός, καθώς επίσης και οι τοπικές συνθήκες, η προβλεπόμενη χρήση και η ηλικία του κτιρίου.
Οι ελάχιστες απαιτήσεις αναθεωρούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα, τα οποία δεν υπερβαίνουν τα πέντε (5) έτη και, εάν χρειαστεί, επικαιροποιούνται προκειμένου να αντικατοπτρίζουν την τεχνική πρόοδο στον κτιριακό τομέα.
Οι ελάχιστες απαιτήσεις δεν εφαρμόζονται στις εξής κατηγορίες κτιρίων:
- α) κτίρια προστατευόμενα ως μέρος συγκεκριμένου
περιβάλλοντος ή λόγω της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής ή ιστορικής τους αξίας, στον βαθμό που η συμμόρφωση προς ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης θα αλλοίωνε κατά τρόπο μη αποδεκτό το χαρακτήρα ή την εμφάνισή τους,
- β) κτίρια χρησιμοποιούμενα ως χώροι λατρείας,
- γ) βιομηχανικές εγκαταστάσεις, βιοτεχνίες, επαγγελματικά εργαστήρια, αποθήκες,
- δ) προσωρινής χρήσης κτίρια που η διάρκεια χρήσης
των οποίων με βάση το σχεδιασμό τους δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, κτίρια αγροτικών χρήσεων - πλην κατοικιών - με χαμηλές ενεργειακές απαιτήσεις και αγροτικά κτίρια - πλην κατοικιών - που χρησιμοποιούνται από τομέα καλυπτόμενο από εθνική συμφωνία που αφορά την ενεργειακή απόδοση κτιρίων,
- ε) μεμονωμένα κτίρια, με συνολική ωφέλιμη επιφάνεια μικρότερη από πενήντα τετραγωνικά μέτρα (50 τ.μ.),
για τα οποία ισχύουν μόνο οι ελάχιστες απαιτήσεις που αφορούν σε δομικά στοιχεία του κτιριακού κελύφους. Εφόσον τα παραπάνω κτίρια των περιπτώσεων β’, γ’ και δ’ περιλαμβάνουν χώρους - τμήματα λειτουργικά ανεξάρτητα και αυτόνομα συνολικής επιφάνειας μεγαλύτερης ή ίσης των πενήντα τετραγωνικών μέτρων (50 τ.μ.), με χρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος (όπως χώροι γραφείων, συνάθροισης κοινού, εμπορίου), για τα τμήματα αυτά ισχύουν οι ελάχιστες απαιτήσεις.»
Άρθρο 60
Αντικατάσταση του άρθρου 5 του ν. 4122/2013 (Άρθρο 5 της Οδηγίας 2010/31/ΕΕ) Το άρθρο 5 του ν. 4122/2013 (Α’ 42) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 5 Υπολογισμός των βέλτιστων από πλευράς κόστους επιπέδων των ελάχιστων απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης
Για τον υπολογισμό των βέλτιστων από πλευράς κόστους επιπέδων των ελάχιστων απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης, εφαρμόζεται η συγκριτική μεθοδολογία υπολογισμού, όπως ορίζεται στον Κανονισμό αριθ. 244/2012 της Επιτροπής της 16ης Ιανουαρίου 2012 «προς συμπλήρωση της Οδηγίας 2010/31/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων με τον καθορισμό συγκριτικού μεθοδολογικού πλαισίου για τον υπολογισμό των επι στοιχείων» (L 81/21.3.2012).
Το βέλτιστο από πλευράς κόστους επίπεδο πρέπει να ευρίσκεται εντός των επιπέδων απόδοσης, όπου η ανάλυση της σχέσης κόστους-οφέλους για ολόκληρο τον εκτιμώμενο οικονομικό κύκλο ζωής είναι θετική και συγκρίνεται με τις ισχύουσες ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας υποβάλλουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκθεση, με την οποία κοινοποιούν όλα τα δεδομένα και τις παραδοχές των υπολογισμών, καθώς και τα αποτελέσματα αυτών. Στην έκθεση, επίσης, περιλαμβάνεται το αποτέλεσμα της σύγκρισης που γίνεται κατά την παράγραφο 1. Σε περίπτωση που σύμφωνα με το αποτέλεσμα αυτό, οι ισχύουσες ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης είναι σημαντικά λιγότερο αποδοτικές από πλευράς ενεργειακής απόδοσης σε σχέση με τα βέλτιστα από πλευράς κόστους επίπεδα ελάχιστων απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης, στην έκθεση περιλαμβάνεται σχετική αιτιολόγηση της διαφοράς ή αναφέρονται τα κατάλληλα μέτρα για τη μείωσή της.
Οι σχετικές εκθέσεις υποβάλλονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα που δεν υπερβαίνουν την πενταετία.»
Άρθρο 61
Αντικατάσταση του άρθρου 6 του ν. 4122/2013 (Άρθρο 6 της Οδηγίας 2010/31/ΕΕ, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2018/844/ΕΕ) Το άρθρο 6 του ν. 4122/2013 (Α’ 42) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 6 Νέα κτίρια
Τα νέα κτίρια ή κτιριακές μονάδες πρέπει να πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης που ορίζονται στον ΚΕΝΑΚ.
Κατά το στάδιο της έκδοσης οικοδομικής άδειας νέων κτιρίων ή κτιριακών μονάδων εκπονείται και υποβάλλεται στην αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης η Μελέτη Ενεργειακής Απόδοσης (ΜΕΑ), η οποία συμπεριλαμβάνει και την τεχνική, περιβαλλοντική και οικονομική σκοπιμότητα εγκατάστασης εναλλακτικών συστημάτων παροχής ενέργειας υψηλής απόδοσης, εφόσον είναι διαθέσιμα.
Στα νέα κτίρια ή κτιριακές μονάδες είναι υποχρεωτική η κάλυψη μέρους των αναγκών σε ΖΝΧ από ηλιοθερμικά συστήματα. Το ελάχιστο ποσοστό του ηλιακού μεριδίου σε ετήσια βάση καθορίζεται σε εξήντα τοις εκατό (60%). Το ελάχιστο ποσοστό δύναται να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Αδυναμία εφαρμογής του ανωτέρω ποσοστού απαιτεί επαρκή τεχνική τεκμηρίωση σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και τις επικρατούσες συνθήκες. Η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει:
- α) για τις περιπτώσεις β’, γ’ και δ’ της παραγράφου 7
του άρθρου 4,
- β) όταν οι ανάγκες σε ΖΝΧ καλύπτονται από άλλα συστήματα παροχής ενέργειας υψηλής απόδοσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, εφόσον αποδεικνύεται ότι είναι ενεργειακά αποδοτικότερα,
- γ) για κτίρια πολύ χαμηλής ζήτησης σε ΖΝΧ, τα οποία
προσδιορίζονται στον ΚΕΝΑΚ.»
Άρθρο 62
Αντικατάσταση του άρθρου 7 του ν. 4122/2013 (Άρθρο 7 της Οδηγίας 2010/31/ΕΕ, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2018/844/ΕΕ) Το άρθρο 7 του ν. 4122/2013 (Α’ 42) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 7 Υφιστάμενα κτίρια
Στα υφιστάμενα κτίρια ή τις κτιριακές μονάδες που ανακαινίζονται ριζικά, η ενεργειακή απόδοσή τους αναβαθμίζεται, στο βαθμό που αυτό είναι τεχνικά, λειτουργικά και οικονομικά εφικτό, ώστε να πληρούνται οι ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης οι οποίες καθορίζονται στον ΚΕΝΑΚ. Οι απαιτήσεις αυτές εφαρμόζονται για το σύνολο του ανακαινιζόμενου κτιρίου ή της κτιριακής μονάδας, καθώς και για τα ανακαινιζόμενα δομικά στοιχεία του κελύφους και των τεχνικών συστημάτων.
Κατά το στάδιο της έκδοσης οικοδομικής άδειας στις περιπτώσεις κτιρίων ή κτιριακών μονάδων που ανακαινίζονται ριζικά, εκπονείται και υποβάλλεται στην αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης η ΜΕΑ η οποία συμπεριλαμβάνει:
- α) την τεχνική, περιβαλλοντική και οικονομική σκοπιμότητα εγκατάστασης, εναλλακτικών συστημάτων
παροχής ενέργειας υψηλής απόδοσης, εφόσον είναι διαθέσιμα,
- β) τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση υγιεινών
κλιματικών συνθηκών εσωτερικού χώρου,
- γ) την εξέταση των συνθηκών παθητικής και ενεργητικής πυροπροστασίας,
- δ) την αξιολόγηση κινδύνων που πιθανά επηρεάζουν
τη στατική επάρκειά του.»
Άρθρο 63
Αντικατάσταση του άρθρου 8 του ν. 4122/2013 (Άρθρο 8 της Οδηγίας 2010/31/ΕΕ, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2018/844/ΕΕ) Το άρθρο 8 του ν. 4122/2013 (Α’ 42) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 8 Τεχνικά συστήματα κτιρίων και δείκτης ευφυούς ετοιμότητας των κτιρίων
Για να βελτιστοποιηθεί η ενεργειακή χρήση των τεχνικών συστημάτων των κτιρίων, καθορίζονται με τον ΚΕΝΑΚ οι απαιτήσεις όσον αφορά τη συνολική ενεργειακή απόδοση, την ορθή εγκατάσταση και τη σωστή διαστασιολόγηση, ρύθμιση και τον έλεγχο των τεχνικών συστημάτων κτιρίων που εγκαθίστανται σε νέα και υφιστάμενα κτίρια. τους, οι οποίες εφαρμόζονται στον βαθμό που αυτό είναι τεχνικά, λειτουργικά και οικονομικά εφικτό. Στα νέα κτίρια εγκαθίσταται εξοπλισμός συσκευών αυτορρύθμισης για την αυτόνομη ρύθμιση της θερμοκρασίας σε κάθε δωμάτιο ή, όπου αυτό δικαιολογείται, σε καθορισμένη θερμαινόμενη ζώνη της κτιριακής μονάδας, εφόσον είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτό. Στα υφιστάμενα κτίρια η εγκατάσταση συσκευών αυτορρύθμισης απαιτείται όταν εγκαθίσταται νέα ή αντικαθίσταται η μονάδα παραγωγής θερμότητας που τα εξυπηρετεί, εφόσον είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτό.
Θεσπίζεται ο δείκτης αξιολόγησης της ευφυούς ετοιμότητας των κτιρίων, που εκφράζει την ικανότητα της προσαρμογής της λειτουργίας του κτιρίου ή της κτιριακής μονάδας στις ανάγκες των ενοίκων και του δικτύου και τη δυνατότητα βελτίωσης της ενεργειακής του απόδοσης αλλά και των συνολικών επιδόσεων. Ο δείκτης ευφυούς ετοιμότητας βασίζεται σε χαρακτηριστικά που αφορούν την εξοικονόμηση ενέργειας, τη συγκριτική αξιολόγηση και την ευελιξία, βελτιωμένες λειτουργίες και δυνατότητες που προκύπτουν από περισσότερο διασυνδεδεμένες και έξυπνες συσκευές.
Κατά τον σχεδιασμό των σχετικών μέτρων και πολιτικών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη θέσπισης συνεκτικών πολιτικών για τα κτίρια, τους τομείς της ήπιας και πράσινης κινητικότητας και του πολεοδομικού σχεδιασμού.»
Άρθρο 64
Αντικατάσταση του άρθρου 10 του ν. 4122/2013 (Άρθρο 10 της Οδηγίας 2010/31/ΕΕ, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2018/844/ΕΕ) Το άρθρο 10 του ν. 4122/2013 (Α’ 42) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 10 Χρηματοδοτικά και άλλα κίνητρα για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης νέων και υφιστάμενων κτιρίων
Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου και ιδίως για να εξασφαλιστεί η σταδιακή μετάβαση σε κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας προωθεί χρηματοδοτικά, θεσμικά, διοικητικά, οικονομικά, ή/και άλλα κίνητρα.
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, εγκρίνονται μέτρα και παρέχονται χρηματοδοτικά και άλλα μέσα για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης νέων και υφιστάμενων κτιρίων. Κατά το σχεδιασμό και την εφαρμογή χρηματοδοτικών μέτρων για βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά την ανακαίνιση κτιρίων λαμβάνονται υπόψη οι στοχευόμενες ή επιτυγχανόμενες εξοικονομήσεις ενέργειας, όπως προσδιορίζονται σύμφωνα με ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω κριτήρια:
- α) η ενεργειακή απόδοση του εξοπλισμού ή του υλικού
που χρησιμοποιείται για την ανακαίνιση, όπου ο εξοπλισμός ή το υλικό που χρησιμοποιείται για την ανακαίνιση πρέπει να εγκαθίσταται από υπεύθυνο εγκατάστασης με κατάλληλο επίπεδο πιστοποίησης ή προσόντων,
- β) πρότυπες τιμές για τον υπολογισμό της εξοικονόμησης ενέργειας σε κτίρια,
- γ) η βελτίωση που επιτεύχθηκε λόγω της ανακαίνισης
με σύγκριση των πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης που έχουν εκδοθεί πριν και μετά από την ανακαίνιση,
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)