Διατάξεις - Κανονισμοί - Πράξεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου — ΦΕΚ A' 96/2022

Type Κανονισμός
Publication 2022-05-18
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 341/2021 Κανονισμός Διοικητικής Διαδικασίας. Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχουσα υπόψη:

1.

τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3, του άρθρου 13 του Συντάγματος,

2.

τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 1, της παρ. 4 του άρθρου 9, του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29, της παρ. 3 του άρθρου 41, του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 42 του ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Α΄ 146), όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν υπό των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 68 του ν. 4235/2014 (Α΄ 32),

3.

την ανάγκη συμπληρώσεως διατάξεων προς αποτύπωση νεώτερων ρυθμίσεων για την διοικητική διαδικασία ενώπιον εκκλησιαστικών αρχών, την εκκλησιαστική διοίκηση και τις έννομες σχέσεις των εκκλησιαστικών αρχών μεταξύ τους και με τρίτους,

4.

την από 26.8.2020 απόφαση της Δ.Ι.Σ.,

5.

την από 6.10.2021 απόφαση της Ι.Σ.Ι., ψηφίζει τον υπ’ αρ. 341/2021 Κανονισμό έχοντα ως εξής: Κανονισμός υπ’ αρ. 341/2021 «Κανονισμός Διοικητικής Διαδικασίας» Πρώτο Κεφάλαιο Γενικές Διατάξεις

Άρθρο 1
1.

Οι διατάξεις του παρόντος Κανονισμού εφαρμόζονται στα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 590/1977 (Α´ 146) και αφορούν στην έκδοση διοικητικών πράξεών τους και τις έννομες σχέσεις τους.

2.

«Εκκλησιαστική διοίκηση», «εκκλησιαστικές αρχές» ή «εκκλησιαστικά όργανα» κατά τον παρόντα Κανονισμό είναι τα μονομελή και τα συλλογικά όργανα με εισηγητική ή αποφασιστική ή εκτελεστική αρμοδιότητα (π.χ. Ιερά Σύνοδος, Μητροπολίτες, Μητροπολιτικά συμβούλια, Εκκλησιαστικά Συμβούλια, Ηγούμενοι, Ηγουμενοσυμβούλια, εκκλησιαστικά δικαστήρια), οι υπηρεσιακές μονάδες όλων των βαθμίδων, καθώς και το προσωπικό με πάσης φύσεως έννομη σχέση (θρησκευτικοί λειτουργοί, μέλη Ηγουμενοσυμβουλίων, εκκλησιαστικοί υπάλληλοι και λοιπό προσωπικό εκ κληρικών και λαϊκών) των εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ. της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 590/1977 (Α΄ 146).

Άρθρο 2

Αυτεπάγγελτη ενέργεια της εκκλησιαστικής διοικήσεως Υπό την επιφύλαξη του επομένου άρθρου, τα εκκλησιαστικά όργανα οφείλουν να προβαίνουν, αυτεπαγγέλτως, στις ενέργειες, που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις εντός των τυχόν οριζομένων προθεσμιών. Σε περίπτωση που δεν προβλέπεται αποκλειστική προθεσμία, η ενέργεια συντελείται εντός του κατά περίπτωση ευλόγου χρόνου.

Άρθρο 3

Αιτήσεις - εισηγήσεις για έκδοση διοικητικής πράξεως

1.

Αίτηση του ενδιαφερομένου προς εκκλησιαστικό όργανο ή εισήγηση από γνωμοδοτικό όργανο προς άλλο εισηγητικό ή αποφασιστικό όργανο με σκοπό την έκδοση διοικητικής πράξεως απαιτείται, όταν το προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις νόμων, ιερών κανόνων ή κανονιστικών πράξεων και εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου.

2.

Πάσης φύσεως και περιεχομένου αιτήσεις (περιλαμβανομένων και των προσφυγών, παραπόνων, δηλώσεων κ.λπ. του παρόντος Κανονισμού ή ετέρων Κανονισμών και του ν. 590/1977) κληρικών ή λαϊκών, καθώς και νομικών προσώπων ή ενώσεων προσώπων απευθυνόμενες προς την Εκκλησία της Ελλάδος κατατίθενται στην Ιερά Μητρόπολη του τόπου κατοικίας, διαμονής ή έδρας του αιτούντος προσώπου ή εκπροσώπου της ενώσεως κατά περίπτωση, εφ’ όσον σχετίζονται με πράξη ή παράλειψη οργάνου της Ιεράς Μητροπόλεως ή εποπτευομένου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου. Στην προηγούμενη περίπτωση η οικεία Ιερά Μητρόπολη διαβιβάζει το έγγραφο προς την Εκκλησία της Ελλάδος μαζί με τις επ’ αυτού απόψεις Της. Εάν η παραλαβούσα Ιερά Μητρόπολη δεν αποστείλει στην Εκκλησία της Ελλάδος το παραληφθέν έγγραφο εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την παραλαβή του, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να υποβάλει στην Εκκλησία της Ελλάδος αντίγραφο του κατατεθέντος στην Ιερά Μητρόπολη εγγράφου ή ταυτοσήμου περιεχομένου έγγραφό του. έκδοση της διοικητικής πράξεως έως την έκδοση της πράξεως από το αποφασίζον όργανο, εκτός αν υπάρχει ειδική αντίθετη ρύθμιση. Ανάκληση της ανακλήσεως επιτρέπεται από λόγους συγγνωστής πλάνης ή μεταβολής των νομικών ή πραγματικών δεδομένων, τους οποίους, σε κάθε περίπτωση, εκτιμά το αρμόδιο εκκλησιαστικό όργανο.

4.

Αν ο αιτών δηλώσει ότι δεν δύναται να γράψει, το αρμόδιο εκκλησιαστικό όργανο, ύστερα από προφορική έκθεση του αιτήματος του ενδιαφερομένου, οφείλει να συντάξει το ίδιο το έγγραφο, παρουσία δευτέρου εκκλησιαστικού οργάνου, το οποίο συνυπογράφει.

5.

Τα στοιχεία της ταυτότητας, που αναφέρονται στο έγγραφο, όταν πρόκειται για Έλληνες πολίτες, αποδεικνύονται από το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας ή την σχετική προσωρινή βεβαίωση της αρμόδιας αρχής ή το διαβατήριο ή την άδεια οδηγήσεως ή άλλο δημόσιο έγγραφο ταυτοπροσωπίας. Η ταυτότητα των αλλοδαπών αποδεικνύεται, στην περίπτωση πολιτών κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, από το δελτίο ταυτότητας ή το διαβατήριο, ενώ, στις άλλες περιπτώσεις, από το διαβατήριο ή άλλο δημόσιο έγγραφο βάσει του οποίου επιτρέπεται η είσοδός τους ή διαμονή τους στην Ελλάδα ή τα έγγραφα, που έχουν εκδώσει οι αρμόδιες ελληνικές αρχές. Η ταυτότητα των νομικών προσώπων αποδεικνύεται κατά τις ισχύουσες διατάξεις του κράτους, όπου εδρεύουν. Όταν το έγγραφο δεν υποβάλλεται αυτοπροσώπως, πρέπει να συνοδεύεται από εξουσιοδότηση και φωτοαντίγραφο του δελτίου ταυτότητας ή των αντίστοιχων εγγράφων του εξουσιοδοτούντος.

6.

Αιτήσεις για έκδοση διοικητικής πράξεως, που υποβάλλονται προς εκκλησιαστική αρχή μέσω άλλης εκκλησιαστικής αρχής, η οποία αναφέρει στο διαβιβαστικό της έγγραφο τα στοιχεία ταυτότητας του αιτούντος, θεωρείται ότι υποβάλλονται αυτοπροσώπως από τον αιτούντα στην αρμόδια για την έκδοση της πράξεως εκκλησιαστική αρχή.

7.

Γεγονότα ή στοιχεία, που δεν αποδεικνύονται από το δελτίο ταυτότητας ή από τα αντίστοιχα έγγραφα, αν ειδικές διατάξεις δεν ορίζουν διαφορετικά, γίνονται δεκτά βάσει υπεύθυνης δηλώσεως του ενδιαφερομένου. Ίδια δήλωση υποβάλλεται και όταν τα αναγραφόμενα στοιχεία του δελτίου ταυτότητας έχουν μεταβληθεί.

8.

Όταν για την διεκπεραίωση υποθέσεως απαιτούνται δικαιολογητικά ή πιστοποιητικά, που εκδίδονται από εκκλησιαστικές αρχές και των οποίων η έκδοση δεν προϋποθέτει την σύμπραξη του ενδιαφερομένου, η αρμόδια εκκλησιαστική αρχή έχει τη διακριτική ευχέρεια να τα αναζητήσει, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, προκειμένου να διευκολυνθεί στην έκδοση της τελικής πράξεως αυτεπαγγέλτως από τις οικείες εκκλησιαστικές αρχές, εφ’ όσον δεν συνυποβάλλονται από τον αιτούντα με την αίτησή του. Για τον σκοπό αυτόν τεκμαίρεται ότι παρέχεται σχετική εξουσιοδότηση προς την εκκλησιαστική αρχή από τον ενδιαφερόμενο με την κατάθεση της αιτήσεώς του.

9.

Οι πάσης φύσεως αιτήσεις, εισηγήσεις και αποφάσεις στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής διοικητικής διαδικασίας είναι υπογεγραμμένες, δηλαδή φέρουν ιδιόχειρη και ολόγραφη αναγραφή του ονόματος του υπογράφοντος ή ηλεκτρονική υπογραφή ή ηλεκτρονική σφραγίδα που πληροί τις απαιτήσεις του Παραρτήματος II του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014. Κατ’ εξαίρεση, η θέση μονογραφής σε κείμενο με δακτυλογραφημένα τα στοιχεία ταυτότητας του υπογράφοντος ή υπογραφής με μορφή σφραγίδας θεωρείται ως ιδιόχειρη υπογραφή του.

10.

Δικηγόροι, που υποβάλλουν έγγραφα ή παρίστανται για τους εντολείς τους τεκμαίρονται ότι είναι πληρεξούσιοι και εντολοδόχοι τους, αλλά και αντίκλητοί τους. Δύναται η εκκλησιαστική αρχή, εφ’ όσον διατηρεί εύλογη αμφιβολία για την ύπαρξη ή χρονική διάρκεια της πληρεξουσιότητας, να ζητήσει την προσκομιδή δηλώσεως παροχής εξουσιοδοτήσεως του εντολέως στο πρόσωπο του δικηγόρου του, ο οποίος δύναται να επικυρώνει την γνησιότητα της υπογραφής του εντολέως του. Έγγραφη εξουσιοδότηση κατά τα ανωτέρω απαιτείται πάντοτε για την εκπροσώπηση από δικηγόρο σε εκκλησιαστικές δίκες.

Άρθρο 4

Διεκπεραίωση υποθέσεων από την εκκλησιαστική διοίκηση

1.

Τα εκκλησιαστικά Ν.Π.Δ.Δ., σε περίπτωση παραλαβής αιτήσεως για έκδοση διοικητικής πράξεως της αρμοδιότητάς τους, οφείλουν να απαντούν στην αίτηση μέσα σε εύλογο χρόνο όχι ανώτερο από ενενήντα (90) ημέρες, εφ’ όσον από ειδικές διατάξεις δεν προβλέπονται διαφορετικές προθεσμίες. Η προθεσμία αρχίζει από την περιέλευση της αιτήσεως στην αρμόδια εκκλησιαστική αρχή και την υποβολή ή συγκέντρωση του συνόλου των απαιτουμένων δικαιολογητικών, πιστοποιητικών ή στοιχείων. Αν η αίτηση υποβληθεί σε αναρμόδια εκκλησιαστική αρχή, η αρχή αυτή οφείλει, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες, να την διαβιβάσει στην αρμόδια εκκλησιαστική αρχή και να κοινοποιήσει τούτο στον ενδιαφερόμενο. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία αρχίζει από τότε που περιήλθε η αίτηση στην αρμόδια εκκλησιαστική αρχή. Για υποθέσεις αρμοδιότητας πλειόνων εκκλησιαστικών αρχών, η προθεσμία του πρώτου εδαφίου παρατείνεται κατά δέκα (10) ακόμη ημέρες.

2.

Οι εκκλησιαστικές αρχές απαλλάσσονται από τις κατά την παρ. 1 υποχρεώσεις αν το κείμενο του αιτήματος είναι παράλογο ή ακατάληπτο, αόριστο, υβριστικό ή το αίτημα επαναλαμβάνεται, αν και έχει ήδη απορριφθεί.

3.

Οι εκκλησιαστικές αρχές οφείλουν, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, να του χορηγούν πιστοποιητικά και βεβαιώσεις, για τα οποία έχει έννομο συμφέρον, τα οποία είτε αποστέλλονται ταχυδρομικώς, στην διεύθυνση που έχει δηλωθεί, είτε παραδίδονται ιδιοχείρως, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών. Εάν απαιτείται έγκριση συλλογικού οργάνου για την χορήγηση, η παραπάνω προθεσμία εκκινεί μετά την πρώτη συνεδρία του συλλογικού οργάνου, που ακολουθεί την υποβολή της αιτήσεως.

4.

Η υπηρεσία, στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, χορηγεί στον ενδιαφερόμενο αντίγραφο του κατατεθειμένου εγγράφου, εφ’ όσον το ζητήσει, όπου αναφέρεται ο οικείος αριθμός πρωτοκόλλου. του ενδιαφερομένου ενώπιον εκκλησιαστικού οργάνου και δεν προσήλθε.

6.

Τα εκκλησιαστικά Ν.Π.Δ.Δ. έχουν υποχρέωση έγγραφης ενημερώσεως των αιτούντων για την πρόοδο υποθέσεων σχετικών με θέματα της υπηρεσιακής τους καταστάσεως, που εκκρεμούν ενώπιόν τους, εφ’ όσον ζητηθεί σχετικώς ενημέρωση και δεν έχει διεκπεραιωθεί η υπόθεσή τους εντός των προθεσμιών των παρ. 1 και 3.

Άρθρο 5

Πρόσβαση σε έγγραφα

1.

Κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων των εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ., εφ’ όσον δικαιολογεί στην αίτησή του προσωπικό και άμεσο έννομο συμφέρον. Ως διοικητικά έγγραφα των εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ. νοούνται όσα συντάσσονται από τις εκκλησιαστικές αρχές, όπως εισηγήσεις, εκθέσεις, μελέτες, στατιστικά στοιχεία, εγκύκλια σημειώματα και εγκύκλιοι, απαντήσεις της εκκλησιαστικής διοικήσεως, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις, προϋπολογισμοί, απολογισμοί. Για την πρόσβαση στα εκκλησιαστικά αρχεία ισχύει ο Κανονισμός υπ’ αρ. 326/2021 (Α΄ 52). Έγγραφα κρατικών Ν.Π.Δ.Δ. που τηρούνται στα εκκλησιαστικά Ν.Π.Δ.Δ. χορηγούνται κατά τις διατάξεις του παρόντος και υπό τις προϋποθέσεις του ν. 2690/1999 (Α΄ 45) και του π.δ. 28/2015 (Α΄ 34).

2.

Όποιος έχει ειδικό έννομο συμφέρον δικαιούται, ύστερα από αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των ιδιωτικών εγγράφων, που τηρούνται στις εκκλησιαστικές αρχές και είναι σχετικά με υπόθεσή του, η οποία εκκρεμεί σε αυτές ή έχει διεκπεραιωθεί από αυτές.

3.

Το κατά τις προηγούμενες παραγράφους δικαίωμα δεν υφίσταται στις περιπτώσεις, που το έγγραφο αφορά στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου, ή αν παραβλάπτεται απόρρητο, το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις ή προσβάλλει κατά παράνομο τρόπο τα προσωπικά δεδομένα τρίτου ή απόλυτα δικαιώματα (π.χ. διανοητικής ιδιοκτησίας).

4.

Πρακτικά συλλογικών οργάνων καθ’ ο μέρος καταγράφουν τις συζητήσεις των μελών της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, της Διοικούσας Επιτροπής της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών, της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, των Συνοδικών Επιτροπών και Ειδικών Συνοδικών Επιτροπών της Εκκλησίας της Ελλάδος των Μητροπολιτικών Συμβουλίων, των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων των Ενοριών, των Ηγουμενοσυμβουλίων, Διοικητικών Συμβουλίων των εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. και πάσης φύσεως Επιτροπών και ομάδων εργασίας των εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ. είναι απόρρητα έναντι παντός τρίτου, δύνανται δε να χορηγούνται μόνο:

στην σχετική Συνεδρία ή

σχετική συζήτηση, ακόμα και αν δεν μετείχε στην συνεδρία ή

οργάνου ή της Δ.Ι.Σ. (για πρακτικά συλλογικών οργάνων της Εκκλησίας της Ελλάδος).

5.

Η αρμόδια εκκλησιαστική αρχή δύναται σε κάθε περίπτωση να αρνηθεί την ικανοποίηση του δικαιώματος προσβάσεως σε έγγραφα:

σε εκκλησιαστική πειθαρχική δίωξη ή σε εκκλησιαστική δίκη, εκτός εάν η αίτηση υποβάλλεται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, τον ασκήσαντα δίωξη Μητροπολίτη ή τον παθόντα,

εκκρεμής δίκη μεταξύ του αιτούντος και του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου,

από το εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο ότι θα δυσχεράνει ουσιωδώς την έρευνα εκκλησιαστικών, δικαστικών, διοικητικών, αστυνομικών ή στρατιωτικών αρχών σχετικώς με την τέλεση εκκλησιαστικού παραπτώματος, εγκλήματος ή διοικητικής ή υπηρεσιακής ή δημοσιονομικής παραβάσεως ή θα επιφέρει βλάβη στις σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος με ομόδοξες Εκκλησίες, Αρχιεπισκοπές, Μητροπόλεις, Πατριαρχεία ή θρησκευτικές ενώσεις ή νομικά πρόσωπα.

6.

Το δικαίωμα προσβάσεως ασκείται με υποβολή αιτήσεως εγγράφως ή με χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας, που ικανοποιούν τις προϋποθέσεις ταυτοποιήσεως και επιβεβαιώσεως της ταυτότητας που ισχύουν για τον Δημόσιο Τομέα, με πλήρη τα στοιχεία ταυτότητας και επικοινωνίας του αιτούντος (π.χ. με ηλεκτρονική υπογραφή ή ηλεκτρονική σφραγίδα ή με υπογραφή ψηφιακώς επικυρωμένη) προς το εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο. Το δικαίωμα ικανοποιείται: α) με μελέτη του εγγράφου στην έδρα της εκκλησιαστικής αρχής ή β) με χορήγηση αντιγράφου, εκτός αν η αναπαραγωγή τούτου μπορεί να βλάψει το πρωτότυπο. Η σχετική δαπάνη αναπαραγωγής βαρύνει τον αιτούντα, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά.

7.

Η χρονική προθεσμία για την χορήγηση δικαιώματος προσβάσεως σε έγγραφα κατά τις παραγράφους 1 και 2 ή την αιτιολογημένη απόρριψη της σχετικής αιτήσεως είναι τριάντα (30) ημέρες. Εάν απαιτείται έγκριση συλλογικού οργάνου (π.χ. Δ.Ι.Σ.) για την πρόσβαση, η παραπάνω προθεσμία εκκινεί από την πρώτη συνεδρία του συλλογικού οργάνου, που ακολουθεί την υποβολή της αιτήσεως.

Άρθρο 6

Προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου

1.

Οι εκκλησιαστικές αρχές, πριν από κάθε δυσμενή ενέργεια ή δυσμενές μέτρο σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων συγκεκριμένου φυσικού ή νομικού προσώπου, οφείλουν να καλούν εγγράφως τον ενδιαφερόμενο να εκφράσει τις απόψεις του, εγγράφως ή λήψη της σχετικής αποφάσεως ή υλοποίηση της ενέργειας και αυτές ερείδονται σε αντικειμενικά δεδομένα.

2.

Η κλήση προς ακρόαση είναι έγγραφη, αναφέρει τον τόπο και την προθεσμία ασκήσεως του δικαιώματος ακροάσεως. Η κλήση κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο τουλάχιστον πέντε (5) πλήρεις ημέρες πριν από την ημέρα της ακροάσεως. Ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να λάβει γνώση των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων και να προβεί σε ανταπόδειξη. Η τήρηση της προαναφερομένης διαδικασίας, καθώς και η λήψη υπ’ όψιν των απόψεων του ενδιαφερομένου, πρέπει να προκύπτουν από την αιτιολογία της διοικητικής πράξεως. Το υιοθετούμενο μέτρο πρέπει να λαμβάνεται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την ακρόαση του ενδιαφερομένου. Κατά την διάρκεια της προθεσμίας ακροάσεως του ενδιαφερομένου η εκκλησιαστική αρχή είναι δυνατόν να λαμβάνει προσωρινά μέτρα προς αποτροπή αμέσου κινδύνου για το εκκλησιαστικό Ν.Π.Δ.Δ. ή την προστασία της εκκλησιαστικής τάξεως και ειρήνης.

3.

Αν η άμεση λήψη του δυσμενούς μέτρου είναι αναγκαία για την αποτροπή κινδύνου ή λόγω επιτακτικού συμφέροντος του εκκλησιαστικού Ν.Π.Δ.Δ., είναι, κατ’ εξαίρεση, δυνατή η λήψη του μέτρου, χωρίς προηγούμενη κλήση σε ακρόαση του ενδιαφερομένου. Αν η κατάσταση που ρυθμίστηκε είναι δυνατόν να μεταβληθεί αργότερα, η εκκλησιαστική αρχή, μέσα σε χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών, καλεί τον ενδιαφερόμενο να εκφράσει τις απόψεις του κατά τις προηγούμενες παραγράφους, οπότε και προβαίνει σε τυχόν νέα ρύθμιση. Αν η προαναφερθείσα προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το μέτρο παύει να ισχύει αυτοδικαίως και χωρίς άλλη ενέργεια.

4.

Οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται και όταν οι σχετικές με την δυσμενή διοικητική πράξη διατάξεις προβλέπουν δυνατότητα ασκήσεως διοικητικής προσφυγής.

Άρθρο 7

Αμεροληψία των εκκλησιαστικών οργάνων

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.