Διατάξεις - Κανονισμοί - Πράξεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου — ΦΕΚ A' 97/2020
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 317/2020 Οργανισμός της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (ΕΚΥΟ) της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχουσα υπ’ όψει:
Τας διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 13 του Συντάγματος,
τας διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4, 3, 4 περ. ε, 9, 42, 46 παρ. 2 και 47 παρ. 2 του ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (ΦΕΚ 146/τ.Α΄/31-5-1977), όπως έχουν τροποποιηθή και ισχύουν υπό των διατάξεων του άρθρου 68 παρ. 1 του ν. 4235/2014 (ΦΕΚ 32/τ.Α΄/11-02-2014),
τας διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 2 εδάφ. 4 της από 11-5-1988 «Σύμβασης παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή», η οποία εκυρώθη διά του άρθρου πρώτου του ν. 1811/1988 (ΦΕΚ 231/τ.Α΄/13-10-1988),
τας διατάξεις του άρθρου 68 παρ. 1 υποπαρ. 3 του ν. 4235/2014 (ΦΕΚ 32/τ.Α΄/11-2-2014),
τας διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 του υπ’ αριθμ. 3/1977 Κανονισμού «Περί των αρμοδιοτήτων, συνθέσεως, οργανώσεως και λειτουργίας του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας (Α.Υ.Σ.Ε.)» (Α΄ 273),
την ανάγκην αντικαταστάσεως του υπ’ αριθμ. 267/ 2015 (ΦΕΚ 120/τ.Α΄/29-9-2015) Κανονισμού αναδιοργανώσεως των δομών και οργανικών θέσεων της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών της Εκκλησίας της Ελλάδος,
την υπ’ αριθμ. ΙΒ΄/4-5/18-12-2019 πρότασιν της ΔΕ της ΕΚΥΟ,
τας υπ’ αριθμ. 41-42/2019 γνωμοδοτήσεις του Ειδικού Νομικού Συμβούλου της Νομικής Υπηρεσίας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος,
την από 3-2-2020 απόφασιν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, ψηφίζει τον υπ’ αριθμ. 317/2020 Κανονισμόν έχοντα ούτω: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 317/2020 «Οργανισμός της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (ΕΚΥΟ) της Εκκλησίας της Ελλάδος»
ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟΝ
ΔΙΑΡΘΡΩΣΙΣ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Άρθρον 1 Σύστασις
Η συσταθείσα, διά του υπ’ αριθμ. 100/1998 Κανονισμού (ΦΕΚ 261/τ.Α΄/20-11-1998), Εκκλησιαστική Κεντρική Υπηρεσία Οικονομικών (ΕΚΥΟ) αποτελεί υπηρεσίαν οργανικήν μονάδα επιπέδου Γενικής Διευθύνσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος υποκειμένην εις τον ιεραρχικόν έλεγχον της Ιεράς Συνόδου.
Η λειτουργία αυτής διέπεται υπό των Ιερών Κανόνων, του ν. 590/1977, των νόμων και των Κανονισμών της Ιεράς Συνόδου.
Η υπ’ αυτής άσκησις των αρμοδιοτήτων του άρθρου 2 του παρόντος Κανονισμού συνιστά τον σκοπόν της Υπηρεσίας, επί τω τέλει της προαγωγής του πνευματικού έργου της Εκκλησίας, της διακονίας του λαού της Ελλάδος και της κοινωνικής προσφοράς και αλληλεγγύης. 4.α΄. Άπαντα τα κατά το άρθρον 8 του ν. 4684/1930 (Α΄ 150) και τα εκτελεστικά του διατάγματα προσδιορισθέντα ακίνητα της ρευστοποιητέας μοναστηριακής περιουσίας, τα οποία διοικεί και διαχειρίζεται η Εκκλησία της Ελλάδος διά της ΕΚΥΟ, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του «Οργανισμού Διοικήσεως Μοναστηριακής και Εκκλησιαστικής Περιουσίας» (ΟΔΕΠ), αργότερον μετονομασθέντος ως «Οργανισμού Διοικήσεως και Διαχειρίσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας» (ΟΔΔΕΠ) και ως «Οργανισμού Διοικήσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας» (ΟΔΕΠ), από της ημερομηνίας καταργήσεως του τελευταίου (13-10-1988), εξακολουθούν να αποτελούν ρευστοποιητέαν περιουσίαν των Ιερών Μονών, αι οποίαι έχουν την κυριότητά των, αμέσως τεταγμένην διά την εξυπηρέτησιν αφ’ ενός των δημοσίων σκοπών, οι οποίοι ωρίσθησαν διά του ν. 4684/1930 (Α΄ 150), ως έχει τροποποιηθή και ισχύει, αφ’ ετέρου των σκοπών, περί ων προβλέπεται εις τον παρόντα Κανονισμόν ότι θεραπεύονται υπό των πόρων της Εκκλησίας της Ελλάδος. μορφής (όπως παρακαταθέσεις χρημάτων εις πιστωτικά ιδρύματα, αξιογραφικοί ή παραξιογραφικοί τίτλοι, απαιτήσεις εκ συμβάσεων κ.λπ.), ακόμη και εάν προέρχωνται αιτιωδώς από εννόμους σχέσεις ιδιωτικού δικαίου (π.χ. τραπεζικάς συναλλαγάς, μισθώσεις ακινήτων), τάσσονται προς άμεσον εξυπηρέτησιν ειδικού δημοσίου σκοπού, ήτοι διά: αα) την άμεσον αρωγήν και οικονομικήν υποστήριξιν των υπηρεσιών της Εκκλησίας της Ελλάδος, ββ) την επιχορήγησιν των εποπτευομένων νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος, γγ) την επιχορήγησιν των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 590/1977 και δδ) την προαγωγήν του αγιαστικού, θρησκευτικού, εκκλησιαστικού πνευματικού έργου και φιλανθρωπικών, μορφωτικών και εν γένει φιλοκοινωνικών σκοπών του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου της Εκκλησίας της Ελλάδος. γ΄. Άπασαι αι αρμοδιότητες της Εκκλησίας της Ελλάδος περί την διοίκησιν και διαχείρισιν της ρευστοποιητέας περιουσίας τελούν υπό τους όρους του άρθρου 20 του ν. 4684/1930 περί του ΟΔΕΠ, τον οποίον διεδέχθη από της καταργήσεώς του η Εκκλησία της Ελλάδος. Άρθρον 2 Αρμοδιότητες
Εις την αρμοδιότητα της ΕΚΥΟ, ως Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ανήκει: α΄. Η διοίκησις, διαχείρισις, αξιοποίησις και δικαστική και εξώδικος εκπροσώπησις της προσδιορισθείσης (κατά το άρθρον 8 του ν. 4684/1930 (Α΄ 150) και τα εις εκτέλεσίν του σχετικά προεδρικά ή βασιλικά διατάγματα) ως ρευστοποιητέας (εκποιητέας) μοναστηριακής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθ’ όσον κατά τας διατάξεις του άρθρου πρώτου και τρίτου του ν. 1811/1988 (Α΄ 231), ο ΟΔΕΠ κατηργήθη από της δημοσιεύσεως του ν. 1811/1988 (13-10-1988) και έκτοτε περιήλθεν εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος, ως οιονεί καθολικήν διάδοχόν του, η διοίκησις και διαχείρισις της ρευστοποιητέας μοναστηριακής περιουσίας, β΄. η διοίκησις, διαχείρισις, αξιοποίησις και δικαστική και εξώδικος εκπροσώπησις της κατά τα ως άνω προσδιορισθείσης ρευστοποιητέας μοναστηριακής περιουσίας των Ιερών Μονών, αι οποίαι συνεβλήθησαν με το Δημόσιον εις την από 11-5-1988 Σύμβασιν, η οποία εκυρώθη διά του άρθρου πρώτου του ν. 1811/1988 (Α΄ 231), γ΄. η διοίκησις, διαχείρισις, αξιοποίησις και δικαστική και εξώδικος εκπροσώπησις της ανηκούσης κατά κυριότητα, νομήν και κατοχήν εις τον καταργηθέντα ΟΔΕΠ ακινήτου, κινητής και αΰλου περιουσίας, η οποία περιήλθε κατά κυριότητα, νομήν και κατοχήν εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος κατόπιν της καταργήσεως του ΟΔΕΠ, δ΄. η διοίκησις, διαχείρισις αξιοποίησις και δικαστική και εξώδικος εκπροσώπησις πάσης ετέρας ακινήτου, κινητής και αΰλου περιουσίας, η οποία ανήκει κατά κυριότητα, νομήν και κατοχήν εις το νομικόν πρόσωπον της Εκκλησίας της Ελλάδος, ε΄. η διοίκησις, διαχείρισις αξιοποίησις και δικαστική και εξώδικος εκπροσώπησις της περιουσίας, η οποία παρεχωρήθη εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος, δυνάμει της από 18-9-1952 Συμβάσεως μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΔΕΠ και της Εκκλησίας της Ελλάδος (κυρωθείσης διά του ν.δ. της 26-9-1952, ΦΕΚ 289 Α΄) και των τροποποιητικών της Συμβάσεων, ως και η άσκησις παντός δικαιώματος (της Εκκλησίας της Ελλάδος, των Μονών και του καταργηθέντος ΟΔΕΠ), το οποίον απορρέει ή ερείδεται επί των ανωτέρω Συμβάσεων, περιλαμβανομένης και της αρμοδιότητος εισηγήσεων εις την ΔΙΣ προς άσκησιν, κατόπιν εγκρίσεως ταύτης, των δικαιωμάτων τα οποία αναφέρονται εις το άρθρον 26 του ν.δ. 3096/1954 (Α΄ 253), και προς εκτέλεσιν των σχετικών αποφάσεών Της, στ΄. η αρμοδιότης εισηγήσεως κανονιστικών πράξεων προς την Διαρκή Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος περί της διοικήσεως, ελέγχου, διαφυλάξεως και καταγραφής, λογιστικής διαχειρίσεως, αναθέσεως, εκπονήσεως και διενεργείας έργων, μελετών, προμηθειών και υπηρεσιών, εκποιήσεως και εκμισθώσεως και διά παν εν γένει ζήτημα της διαχειρίσεως και αξιοποιήσεως της ακινήτου, κινητής ή αΰλου περιουσίας, η οποία ανήκει κατά κυριότητα, νομήν και κατοχήν ή κατά διοίκησιν και διαχείρισιν εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος (άρθρον 46 παρ. 2 του ν. 590/1977, ως ισχύει).
Η ΕΚΥΟ σχεδιάζει και επιμελείται, κατόπιν εγκρίσεως της ΔΙΣ, της ιδρύσεως υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος κάθε νομικής μορφής εταιρειών και της συμμετοχής της Εκκλησίας της Ελλάδος εις αυτάς, εισηγείται προς την ΔΙΣ τα μέλη διοικήσεως των εταιρειών και την άσκησιν των εταιρικών δικαιωμάτων της Εκκλησίας της Ελλάδος εις τας οποίας μετέχει αμέσως ή εμμέσως η Εκκλησία της Ελλάδος και εισηγείται προς την ΔΙΣ εν γένει περί της ιδρύσεως εταιρειών, δυνάμει του άρθρου 46 παρ. 3 του ν. 590/1977, 52 παρ. 2 του ν. 2778/1999 και της εν ισχύι εκάστοτε νομοθεσίας.
Κατόπιν ειδικών αποφάσεων της ΔΙΣ δύναται να μετέχη εις προτεινομένας συνεργασίας οικονομικού, επικοινωνιακού και πολιτιστικού περιεχομένου μετ’ εξου σιοδοτημένων φορέων άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών (άρθρον 9 παρ. 1 περ. δ του ν. 590/1977). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ ΔΙΑΡΘΡΩΣΙΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Άρθρον 3 Διάρθρωσις ΕΚΥΟ Η ΕΚΥΟ έχει την ακόλουθον διάρθρωσιν:
Διοικούσα Επιτροπή (ΔΕ). 1.1. Αυτοτελές Γραφείον Γραμματείας ΔΕ.
Γενική Διεύθυνσις. 2.1. Διεύθυνσις Διοικήσεως. 2.2. Διεύθυνσις Περιουσίας. 2.3. Διεύθυνσις Οικονομικών. 2.4. Διεύθυνσις Τεχνικών Υπηρεσιών. 2.5. Τεχνικόν Συμβούλιον. 2.6. Αυτοτελές Γραφείον Νομικού Συμβούλου. 2.7. Αυτοτελές Τμήμα Νομικών Υποθέσεων. 2.8. Αυτοτελές Γραφείον Οργανώσεως και Παρακολουθήσεως Αναπτυξιακών και Επιχειρησιακών Προγραμμάτων και Δράσεων. 2.9. Αυτοτελές Γραφείον Μακεδονίας - Θράκης. ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ - ΔΙΟΙΚΟΥΣΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗ (ΔΕ) Άρθρον 4 Ιεραρχική θέσις και συγκρότησις της ΔΕ
Η Διοικούσα Επιτροπή (ΔΕ) αποτελεί συλλογικόν όργανον διοικήσεως της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών, ελέγχουσα και συντονίζουσα τας δραστηριότητας αυτής.
Συγκροτείται εκ τριών Αρχιερέων, ενός Ηγουμένου Ιεράς Μονής και τριών λαϊκών, επιστημόνων εγνωσμένου κύρους, εχόντων γνώσεις και εμπειρίαν περί τα οικονομικά, τεχνικά και νομικά θέματα.
Πρόεδρος της Επιτροπής είναι ο έχων τα πρεσβεία της Αρχιερωσύνης Αρχιερεύς.
Γενικός εισηγητής της ΔΕ είναι ο Γενικός Διευθυντής της ΕΚΥΟ. Άπαντα τα θέματα των υπηρεσιών της ΕΚΥΟ διά την λήψιν αποφάσεων εισηγείται ο Γενικός Διευθυντής, τηρουμένων των διαδικασιών της ιεραρχικής προωθήσεώς των.
Γραμματεύς ορίζεται υπό της ΔΕ κληρικός ή λαϊκός υπάλληλος της Υπηρεσίας ταύτης. Άρθρον 5 Διορισμός της ΔΕ
Τα μέλη της ΔΕ διορίζονται μετά των αναπληρωτών αυτών, δι’ αποφάσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (ΔΙΣ), επί τριετεί θητεία δυναμένη να ανανεούται.
Η ΔΙΣ δύναται να αντικαταστήση ωρισμένα ή άπαντα τα μέλη της ΔΕ, τακτικά ή αναπληρωματικά, και προ της λήξεως της θητείας των. Άρθρον 6 Λειτουργία της ΔΕ
Η ΔΕ ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον πέντε μελών αυτής εξ ων τρεις κληρικοί.
Αι αποφάσεις αυτής λαμβάνονται κατά πλειονοψηφίαν. Εν ισοψηφία υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Δι’ εκάστην απόφασίν της απαιτείται προηγουμένη γνωμοδότησις του Νομικού Συμβούλου της ΕΚΥΟ.
Ενισχυμένη πλειονοψηφία τουλάχιστον εκ πέντε ψήφων απαιτείται: α΄. Διά τας δικαιοπραξίας της παρ. 2, ως και διά τας δικαστικάς και εξωδίκους ενεργείας της παρ. 3 στοιχ. η΄, του άρθρου 4 του Κεφ. Γ΄ του παρόντος. β΄. Διά την αγοράν ή πώλησιν ή αξιοποίησιν ή μετατροπήν μετοχών και εν γένει κινητών αξιών, ως και διά την συμμετοχήν εις ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια, repos και εν γένει εις τραπεζικά και χρηματοοικονομικά προϊόντα. γ΄. Διά την κατασκευήν κτιρίων και έργων υποδομής, την αγοράν και πώλησιν ακινήτων κ.λπ. δ΄. Διά την μείωσιν ή διατήρησιν σταθερού μισθώματος διά χρονικόν διάστημα άνω των τριών ετών, εφ’ όσον το αρχικόν μίσθωμα υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (1.500,00 €) ή ζητείται περαιτέρω μείωσις ή διατήρησις σταθερού μισθώματος ανεξαρτήτως του ύψους του μισθώματος. ε΄. Διά την παροχήν επιχορηγήσεων άνω των τριάκοντα χιλιάδων ευρώ (30.000,00 €). στ΄. Διά την συμμετοχήν της Εκκλησίας της Ελλάδος εις επιχειρήσεις, την υπ’ Αυτής ίδρυσιν κάθε νομικής μορφής εταιρειών και διά την παραχώρησιν ακινήτων προς διαχείρισιν υπό των οιασδήποτε νομικής μορφής εταιρειών του άρθρου 46 παρ. 3 του ν. 590/1977. ζ΄. Διά τον δανεισμόν υπό πιστωτικών ή επενδυτικών ιδρυμάτων, ως και διά την χορήγησιν εγγυήσεων υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος υπέρ των πάσης νομικής μορφής εταιρειών του άρθρου 46 παρ. 3 του ν. 590/1977. η΄. Διά την χάραξιν των κατευθυντηρίων γραμμών της πολιτικής της ΕΚΥΟ ως και των ιδρυομένων υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος παντός είδους εταιρειών.
Τα πρακτικά εκάστης συνεδριάσεως καταχωρίζονται εις Η/Υ, τηρούνται ως ψηφιακά αρχεία και εκτυπούμενα βιβλιοδετούνται μετά των συνοδευτικών στοιχείων εκάστου θέματος, επικυρούνται δε κατά την έναρξιν της επομένης συνεδριάσεως και εν συνεχεία υπογράφονται δεόντως. Τα πρακτικά τηρούνται εις δύο πρωτότυπα, εξ ων το εν εις το αρχείον της Γραμματείας της ΔΕ, το έτερον εις το κεντρικόν αρχείον της Υπηρεσίας. Ενυπόγραφα αντίγραφα τούτων εκδίδει ο Γραμματεύς της ΔΕ κατόπιν εντολής του Γενικού Διευθυντού. Επί επειγόντων θεμάτων τα πρακτικά συντάσσονται και επικυρούνται αυθημερόν υπό του Προέδρου της ΔΕ, του Γενικού Διευθυντού της Υπηρεσίας και του Γραμματέως.
Επείγοντα θέματα εκτός ημερησίας διατάξεως, συζητούνται εις την ΔΕ κατόπιν προτάσεως του Γενικού Διευθυντού και συμφώνου γνώμης της πλειονοψηφίας των μελών της. Δύνανται κατόπιν προτάσεως του Γενικού Διευθυντού να συζητηθούν μη επείγοντα θέματα, εφ’ όσον είναι παρόντα και συμφωνούν προς τούτο άπαντα τα μέλη της ΔΕ.
Τα μέλη της ΔΕ δύνανται να αιτούνται παρά του Γενικού Διευθυντού ή των αρμοδίων Διευθύνσεων πάντα τα χρήζοντα μελέτης στοιχεία εκ των φακέλων των υπό εξέτασιν θεμάτων της ημερησίας διατάξεως, προκειμένου να διαμορφώσουν γνώμην επ’ αυτών. Άρθρον 7 Αρμοδιότητες της ΔΕ
α΄. Η Διοικούσα Επιτροπή αποφασίζει επί παντός θέματος αναγομένου εις τας εν άρθρω 2 του Κεφ. Α΄ του παρόντος Κανονισμού περιγραφομένας αρμοδιότητας της Υπηρεσίας ταύτης. β΄. Αι αποφάσεις λαμβάνονται κατόπιν ητιολογημένων γραπτών ή προφορικών εισηγήσεων του Γενικού Διευθυντού της ΕΚΥΟ, καταχωριζομένων επακριβώς εις τα πρακτικά. Διά την αιτιολόγησιν των εισηγήσεων ο Γενικός Διευθυντής δύναται να επικαλήται και να συνυποβάλλη προτάσεις των αρμοδίων Διευθύνσεων ή και γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβούλου ή του Αυτοτελούς Τμήματος Νομικών Υποθέσεων ή των ειδικών επιστημονικών Συμβούλων, εμπειρογνωμόνων και τεχνογνωστών.
Αι αποφάσεις της ΔΕ είναι οριστικαί, εκτός εάν αφορούν εις την αγοράν ή αντιπαροχήν ή ανταλλαγήν ακινήτων ή την μακροχρόνιον μίσθωσιν τούτων (αρχικήν μίσθωσιν πέραν της δωδεκαετίας ή ανανέωσιν πέραν της εξαετίας) ή την μίσθωσιν δι’ ανταλλάγματος ή μηνιαίου ευρώ (50.000,00 €) ή την αποποίησιν κληρονομικού δικαιώματος, οπόταν χρήζουν εγκρίσεως της ΔΙΣ διά να καταστούν οριστικαί.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.