Νόμοι — ΦΕΚ A' 99/2008
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 99 28 Μαΐου 2008
Ευρωπαϊκή Μονάδα Δικαστικής Συνεργασίας (EUROJUST), Κοινές Ομάδες Έρευνας και λοιπές διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ (EUROJUST)
Άρθρο 1
Εθνικό Μέλος
Στην Ευρωπαϊκή Μονάδα Δικαστικής Συνεργασίας (EUROJUST), η οποία συγκροτήθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2002/187/ΔΕΥ της 28.2.2002 ΕΕ (ΕΕ L 63/1 της 6.3.2002, εφεξής απόφαση του Συμβουλίου) ως οργανισμός της ΕΕ με νομική προσωπικότητα, ορίζεται, με διάταγμα που εκδίδεται κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εξωτερικών ύστερα από απόφαση του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, εθνικό μέλος και αναπληρωτής αυτού, δικαστικός λειτουργός με το βαθμό του πρωτοδίκη ή του αντεισαγγελέα πρωτοδικών και άνω. Ο ορισμός του εθνικού μέλους και του αναπληρωτή του ανακοινώνεται από τον Υπουργό Εξωτερικών στην EUROJUST και στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με επίσημο ταχυδρομείο.
Η θητεία του εθνικού μέλους, το οποίο αποσπάται στην έδρα της EUROJUST, είναι τριετής, με δυνατότητα ανανέωσης για μία ακόμη τριετία με την ίδια διαδικασία. Ο αναπληρωτής του εθνικού μέλους εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του στο εθνικό έδαφος, εκτός αν παραστεί ανάγκη να αντικατασταθεί το εθνικό μέλος στην έδρα της EUROJUST.
Άρθρο 2
Εθνικός Ανταποκριτής
Εθνικοί ανταποκριτές ορίζονται:
- α) Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας της Κεντρικής Υπηρεσίας του
Υπουργείου Δικαιοσύνης.
- β) Οι Εισαγγελείς Εφετών της χώρας, αρμόδιοι για
θέματα δικαστικής συνδρομής και εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
- γ) Ο Εισαγγελέας ο οποίος έχει ορισθεί Πρόεδρος
του προβλεπομένου από τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 2265/1994, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 18 του ν. 2622/1998 (ΦΕΚ 138 Α΄) και με το άρθρο 12 του ν. 3424/2005 (ΦΕΚ 305 Α΄), Συμβουλίου Συντονισμού Ανάλυσης και Ερευνών, ειδικά για τρομοκρατικές πράξεις (άρθρο 187 Α Π.Κ.).
Οι εθνικοί ανταποκριτές συνεπικουρούν το εθνικό μέλος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
Άρθρο 3
Άσκηση αρμοδιοτήτων της EUROJUST Στο πεδίο αρμοδιότητας του άρθρου 4 της απόφασης του Συμβουλίου και προς επίτευξη των στόχων του άρθρου 3 της ίδιας απόφασης, η EUROJUST ενεργεί είτε μέσω του εθνικού μέλους της είτε ως συλλογικό όργανο.
Άρθρο 4
Αρμοδιότητες του εθνικού μέλους
Το εθνικό μέλος ενεργώντας για λογαριασμό της EUROJUST:
- α) μπορεί να ζητεί από τις ημεδαπές αρμόδιες αρχές να εξετάσουν το ενδεχόμενο: αα) να προβούν
σε έρευνα ή άσκηση ποινικής δίωξης για συγκεκριμένες πράξεις, ββ) ότι είναι προτιμότερο να προβεί σε έρευνα ή να ασκήσει ποινική δίωξη η αρχή ενός άλλου κράτους − μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γγ) να συντονίσουν τη δράση τους με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών − μελών, δδ) να συστήσουν κοινή ομάδα έρευνας και εε) να παρέχουν στην EUROJUST 1439
- β) μεριμνά για την ενημέρωση των ημεδαπών αρμόδιων αρχών σχετικά με τις έρευνες και ποινικές
διώξεις των οποίων έχει γνώση,
- γ) επικουρεί τις αρμόδιες αρχές των κρατών − μελών, κατόπιν αιτήσεώς τους, ώστε να εξασφαλίζεται ο καλύτερος δυνατός συντονισμός των ερευνών
και της άσκησης ποινικών διώξεων και γενικότερα υποστηρίζει τη βελτίωση της μεταξύ τους συνεργασίας,
- δ) συνεργάζεται και διαβουλεύεται με το Ευρωπαϊκό
Δικαστικό Δίκτυο, χρησιμοποιεί τη βάση τεκμηρίωσης του Δικτύου και συμβάλλει στη βελτίωσή της,
- ε) παρέχει υποστήριξη σε έρευνες ή ποινικές διώξεις των ημεδαπών αρμόδιων αρχών ή και των αρχών
τρίτου κράτους, κατόπιν αιτήσεώς τους, όταν αφορούν μόνο σε αυτές και στις αρχές ενός τρίτου κράτους, εφόσον έχει συναφθεί μεταξύ της EUROJUST και του τρίτου κράτους συμφωνία συνεργασίας ή, σε ειδικές περιπτώσεις, αν συντρέχει ουσιώδες συμφέρον το οποίο επιβάλλει την υποστήριξη και υπό την προϋπόθεση ότι συμφωνεί η EUROJUST ως συλλογικό όργανο,
- στ) παρέχει υποστήριξη, κατόπιν αιτήματος ημεδαπής αρχής ή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε έρευνες και διώξεις οι οποίες αφορούν
μόνο την ημεδαπή αρχή και την Κοινότητα,
- ζ) διαβιβάζει αιτήσεις αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής, εφόσον προέρχονται από την αρμόδια αρχή, αφορούν έρευνα ή ποινική δίωξη διενεργούμενη από αυτή
και χρειάζεται η παρέμβασή του για συντονισμό,
- η) συντονίζει την ανταλλαγή πληροφοριών επί νομικών ζητημάτων μεταξύ των αρμόδιων αρχών των
κρατών − μελών.
Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του το εθνικό μέλος μπορεί: α) να ζητά από τις ημεδαπές δικαστικές αρχές, τις δικαστικές αρχές των κρατών − μελών και την Ευρωπόλ να του παρέχουν τις απαραίτητες πληροφορίες, β) να έχει πρόσβαση στα αρχεία ποινικού μητρώου που τηρούνται στις Εισαγγελίες της χώρας, σύμφωνα με τα ισχύοντα για τις ημεδαπές δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, γ) να έχει πρόσβαση στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την εκπλήρωση των καθηκόντων που του ανατίθενται από την EUROJUST και σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση του Συμβουλίου.
Το εθνικό μέλος έχει την υποχρέωση να διαφυλάσσει το απόρρητο των πληροφοριών οι οποίες ανταλλάσσονται μεταξύ της EUROJUST, των ημεδαπών αρχών και των αρχών των άλλων κρατών − μελών και αυτών τρίτου κράτους.
Άρθρο 5
Αρμοδιότητες της EUROJUST ως συλλογικού οργάνου Η EUROJUST, ενεργώντας ως συλλογικό όργανο:
- α) μπορεί να ζητεί αιτιολογημένα από τις ημεδαπές
αρμόδιες αρχές να προβούν στις ενέργειες οι οποίες προβλέπονται στην περίπτωση της παραγράφου 1(α) του άρθρου 4 του παρόντος νόμου,
- β) εξασφαλίζει την αμοιβαία ενημέρωση των αρμόδιων αρχών των κρατών − μελών σχετικά με τις έρευνες και τις ποινικές διώξεις των οποίων έχει γνώση
και οι οποίες έχουν επιπτώσεις στο επίπεδο της Ένωσης ή αφορούν και άλλα κράτη − μέλη πέραν των άμεσα εμπλεκομένων,
- γ) επικουρεί τις αρχές αυτές, κατόπιν αιτήσεώς
τους, προκειμένου να εξασφαλισθεί ο καλύτερος δυνατός συντονισμός στις έρευνες ή στις ποινικές διώξεις και γενικώς παρέχει κάθε υποστήριξη για τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών − μελών, ιδίως βάσει της ανάλυσης την οποία εκπονεί η Ευρωπόλ, την οποία και συνδράμει, παρέχοντας ιδίως γνώμες βασιζόμενες στην ανάλυση αυτή,
- δ) συνεργάζεται και διαβουλεύεται με το Ευρωπαϊκό
Δικαστικό Δίκτυο, χρησιμοποιεί τη βάση τεκμηρίωσης του Δικτύου και συμβάλλει στη βελτίωσή της,
- ε) παρέχει υποστήριξη διοικητικής μέριμνας στις
περιπτώσεις υπό στοιχεία α΄ και γ΄, η οποία περιλαμβάνει ιδίως συνδρομή για τη μετάφραση, τη διερμηνεία και διοργάνωση συντονιστικών συνεδριάσεων.
Άρθρο 6
Ανταπόκριση ημεδαπών αρχών
Η εξέταση των αιτημάτων, όπως προβλέπονται στα άρθρα 4 και 5 του παρόντος, γίνεται από τις κατά περίπτωση αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές.
Αν το εθνικό μέλος ή η EUROJUST, ως συλλογικό όργανο, υποβάλει αίτημα για:
- α) τη διενέργεια έρευνας ή την άσκηση ποινικής
δίωξης για συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις,
- β) την αποδοχή της άποψης ότι είναι προτιμότερο η έρευνα να διενεργηθεί και η ποινική δίωξη να
ασκηθεί από την αρχή ενός άλλου κράτους − μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
- γ) την ανάληψη πρωτοβουλιών με στόχο το συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών
− μελών τα οποία εμπλέκονται,
- δ) τη σύσταση κοινής ομάδας έρευνας,
- ε) την παροχή κάθε πληροφορίας απαραίτητης για
την επίτευξη των σκοπών της και η αρμόδια ημεδαπή αρχή το κρίνει απορριπτέο, αναφέρει υποχρεωτικά στην EUROJUST τους λόγους οι οποίοι δεν επέτρεψαν την ικανοποίηση του αιτήματος. Η αιτιολογία στις παραπάνω περιπτώσεις α΄, β΄ και ε΄ μπορεί να παραλείπεται αν επιβάλλεται για λόγους εθνικής ασφάλειας ή ασφάλειας προσώπων ή υπάρχει κίνδυνος για την ομαλή διεξαγωγή των ερευνών.
Άρθρο 7
Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα
Το εθνικό μέλος και ο αναπληρωτής αυτού έχουν πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία επεξεργάζεται η EUROJUST, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 15, 16, 17 και 18 της απόφασης του Συμβουλίου και υπό την επιφύλαξη της τήρησης
Αρμόδια αρχή για την υποβολή στην ημεδαπή αίτησης από δικαιούμενο πρόσωπο, προκειμένου να έχει πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, ή αίτησης για τη διόρθωση, τη δέσμευση ή τη διαγραφή λανθασμένων ή ελλιπών δεδομένων, σύμφωνα με τα άρθρα 19 και 20 της απόφασης του Συμβουλίου, είναι το Υπουργείο Δικαιο σύνης. Η αίτηση αυτή προωθείται άμεσα στην EUROJUST.
Άρθρο 8
Ορισμός μέλους Κοινού Εποπτικού Οργάνου Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εξωτερικών, που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, ορίζεται δικαστικός λειτουργός με βαθμό εφέτη ή αντεισαγγελέα εφετών και άνω, με διετή θητεία, στο ανεξάρτητο Κοινό Εποπτικό Όργανο, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 23 της απόφασης του Συμβουλίου, το οποίο ασκεί έλεγχο στις δραστηριότητες της EUROJUST σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται από τον Υπουργό Εξωτερικών στην EUROJUST και στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με επίσημο ταχυδρομείο.
Άρθρο 9
Συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)
Το εθνικό μέλος είναι η ημεδαπή αρμόδια αρχή για τη λήψη και διαβίβαση πληροφοριών μεταξύ της EUROJUST και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 και τον Κανονισμό (Euratom) αριθ. 1074/1999 σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) της 25.5.1999 (ΕΕ L 136/1 και 8 της 31.5.1999).
Ο αρμόδιος Εισαγγελέας διαβιβάζει στο εθνικό μέλος ή στον εθνικό ανταποκριτή τις εκάστοτε πληροφορίες όπως του έχουν κοινοποιηθεί από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), σχετικά με έρευνες που διεξάγονται για τη διακρίβωση παρατυπιών και αξιόποινων πράξεων σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
Άρθρο 10
Κατάσταση δικαστικών λειτουργών
Ανάκληση του εθνικού μέλους, του αναπληρωτή του και του μέλους του Κοινού Εποπτικού Οργάνου είναι δυνατή με την ίδια διαδικασία που προβλέπεται για το διορισμό τους.
Η υπηρεσιακή κατάσταση του εθνικού μέλους, του αναπληρωτή του και του μέλους του Κοινού Εποπτικού Οργάνου ρυθμίζεται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988 ΦΕΚ 35 Α΄).
Άρθρο 11
Αποζημίωση διαμονής στην αλλοδαπή Στο εθνικό μέλος το οποίο διορίζεται και αποσπάται στην έδρα της EUROJUST σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου, καταβάλλονται:
- α) οι αποδοχές της οργανικής του θέσης,
- β) επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, που καθορίζεται
με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εξωτερικών και Δικαιοσύνης,
- γ) τα έξοδα μετάβασης, εγκατάστασης και επιστροφής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2685/1999,
όπως ισχύει.
Άρθρο 12
Υποχρεώσεις του εθνικού μέλους
Πριν το εθνικό μέλος παράσχει τη συγκατάθεσή του, σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 2 της απόφασης του Συμβουλίου, για τη διαβίβαση σε διεθνείς οργανισμούς ή φορείς, καθώς και σε αρχές τρίτων χωρών, που είναι αρμόδιες για τις έρευνες και τις διώξεις, πληροφοριών, τις οποίες παρείχαν στην EUROJUST οι ημεδαπές αρμόδιες αρχές, το εθνικό μέλος υποχρεούται να λάβει την έγκριση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Την ίδια υποχρέωση έχει το εθνικό μέλος, όταν διαβιβάζει προσωπικά δεδομένα σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 6 της απόφασης του Συμβουλίου.
Το εθνικό μέλος για τις δραστηριότητές του και ειδικότερα σχετικά με τα προβλήματα της πολιτικής για το έγκλημα στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης αρμοδιότητας της EUROJUST υποβάλλει ετήσια αναφορά στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και προτείνει τα, κατά την κρίση του, απαραίτητα μέτρα για τη βελτίωσή της. Η παραπάνω αναφορά κοινοποιείται στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΚΟΙΝΕΣ ΟΜΑΔΕΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
Άρθρο 13
Κοινή ομάδα έρευνας Κοινή ομάδα έρευνας είναι η ομάδα προσώπων, η οποία συγκροτείται για να διεξάγει έρευνα σε ένα ή περισσότερα κράτη − μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διακρίβωση των εγκλημάτων της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (ν. 3459/2006, ΦΕΚ 103 Α΄), της εμπορίας ανθρώπων (άρθρο 323Α ΠΚ) και των τρομοκρατικών πράξεων (άρθρο 187Α ΠΚ), ιδίως όταν: α) η έρευνα απαιτεί δυσχερείς και περίπλοκες ενέργειες συνδεδεμένες με άλλα κράτη − μέλη, β) η φύση και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης απαιτεί συντονισμένη και εναρμονισμένη δράση στα ενδιαφερόμενα κράτη − μέλη.
Άρθρο 14
Ορισμοί Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, οι ακόλουθοι όροι χρησιμοποιούνται με την εξής έννοια: λών για τη σύσταση κοινής ομάδας έρευνας.
- β) «Έρευνα»: κάθε ενέργεια για τη διερεύνηση και
τη βεβαίωση του εγκλήματος, καθώς και για την αποκάλυψη και τη σύλληψη του δράστη.
- γ) «Επικεφαλής»: ο εκπρόσωπος της αρμόδιας αρχής του κράτους − μέλους όπου λειτουργεί η κοινή
ομάδα έρευνας, ο οποίος αναθέτει στα μέλη της ομάδας τα επί μέρους καθήκοντά τους.
- δ) «Αποσπασμένο μέλος»: το μέλος της κοινής
ομάδας έρευνας, το οποίο δεν προέρχεται από το κράτος − μέλος όπου λειτουργεί η ομάδα.
- ε) «Τρίτο κράτος»: κράτος, το οποίο δεν είναι μέλος
της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 15
Σύσταση κοινής ομάδας έρευνας
Ύστερα από αίτηση της αρμόδιας αρχής της Ελλάδας, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος, ή άλλου κράτους − μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιτρέπεται να καταρτιστεί έγγραφη συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και άλλου ή άλλων κρατών − μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη σύσταση κοινής ομάδας έρευνας. Η ομάδα αυτή διενεργεί έρευνα για τα ποινικά αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 13 του παρόντος νόμου σε ένα ή περισσότερα από τα κράτη − μέλη, τα οποία τη συνιστούν.
Αρμόδια ελληνική Αρχή για την υποβολή ή την παραλαβή της ανωτέρω αίτησης και τη σύναψη της έγγραφης συμφωνίας είναι ο κατά τόπον αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Αν η έρευνα πρόκειται να διεξαχθεί στις περιφέρειες περισσότερων Εφετείων, αρμόδια Αρχή είναι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.
Η αίτηση για σύσταση κοινής ομάδας έρευνας πρέπει να περιλαμβάνει: α) την αρχή από την οποία προέρχεται, β) το αντικείμενο και το λόγο για τον οποίο υποβάλλεται η αίτηση, καθώς και τη φύση των προς έρευνα θεμάτων, γ) την ταυτότητα και τη διεύθυνση της αρμόδιας αρχής του κράτους − μέλους στο οποίο απευθύνεται και δ) πρόταση για τα πρόσωπα, τα οποία θα συγκροτήσουν την ομάδα.
Άρθρο 16
Περιεχόμενο συμφωνίας
Η κατά το άρθρο 15 του παρόντος έγγραφη συμφωνία πρέπει να περιέχει, τουλάχιστον, τα ακόλουθα στοιχεία: α) τα μέρη, τα οποία συμπράττουν στη συμφωνία, β) το σκοπό για τον οποίο συγκροτείται η κοινή ομάδα έρευνας, γ) το χρονικό διάστημα, εντός του οποίου πρόκειται να διεξαχθεί η έρευνα, δ) το κράτος − μέλος ή τα κράτη − μέλη, στην επικράτεια των οποίων πρόκειται να λειτουργήσει η κοινή ομάδα έρευνας, ε) τον επικεφαλής της κοινής ομάδας έρευνας, στ) τα πρόσωπα, τα οποία συγκροτούν την κοινή ομάδα έρευνας, ζ) τους όρους λειτουργίας της κοινής ομάδας έρευνας και η) διάφορες οργανωτικές ρυθμίσεις.
Με κοινή απόφαση των εμπλεκόμενων κρατών − μελών μπορεί να παραταθεί η διάρκεια της κοινής ομάδας έρευνας.
Οι εκπρόσωποι των ελληνικών αρχών που συμμετέχουν στην κοινή ομάδα έρευνας ορίζονται από τον αρμόδιο, κατ’ άρθρο 15 παράγραφος 2 του παρόντος, Εισαγγελέα, ο οποίος ενημερώνει για τη σύσταση της ομάδας και το εθνικό μέλος στην EUROJUST.
Άρθρο 17
Αποδείξεις
Μέλος της κοινής ομάδας έρευνας μπορεί, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο και μέσα στα όρια της αρμοδιότητάς του, να παρέχει στην ομάδα αποδείξεις ή πληροφορίες που είναι ήδη διαθέσιμες στο κράτος − μέλος από το οποίο έχει αποσπασθεί, για τους σκοπούς της έρευνας, την οποία διενεργεί η κοινή ομάδα.
Αποδείξεις ή πληροφορίες που έχουν αποκτηθεί νόμιμα από το μέλος ή το αποσπασμένο μέλος κατά τη θητεία του ως μέλος της κοινής ομάδας έρευνας και οι οποίες, κάτω από άλλες συνθήκες, δεν θα ήταν διαθέσιμες στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών − μελών, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνον για τους ακόλουθους λόγους:
- α) για να εξυπηρετηθεί ο σκοπός, για τον οποίο
έχει συσταθεί η ομάδα,
- β) για την ανίχνευση, τη διερεύνηση και την άσκηση ποινικής δίωξης και άλλων αξιόποινων πράξεων,
κατόπιν συναίνεσης του κράτους − μέλους όπου κατέστησαν διαθέσιμες οι πληροφορίες, εφόσον ένα ανάλογο αίτημα δικαστικής συνδρομής θα ευδοκιμούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Η συναίνεση αυτή είναι δυνατόν να μην δοθεί αν θέτει σε κίνδυνο την έρευνα, η οποία διενεργείται στο ενδιαφερόμενο κράτος − μέλος,
- γ) για να αποτραπεί άμεση και σοβαρή απειλή κατά
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.