Νόμοι — ΦΕΚ A' 130/2021
Ευθύνη Το Ελεγκτικό Συνέδριο προγραμματίζει και διενεργεί τους ελέγχους του με πνεύμα ευθύνης για τη διασφάλιση των αρχών της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, του κράτους δικαίου, της λογοδοσίας, της υπευθυνότητας και της διαφάνειας προς καλλιέργεια και εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης των πολιτών στη χρηστότητα της δημοσιονομικής διαχείρισης και την αποτελεσματική χρήση των δημόσιων πόρων. Χωρίς να αναμειγνύεται σε ζητήματα σκοπιμότητας των δημόσιων πολιτικών, σέβεται, στους τομείς που ανήκουν στην ελεγκτική του δικαιοδοσία, τη διακριτική ευχέρεια των διοικητικών αρχών. Δεν δεσμεύεται όμως από την απαίτηση αυτοπεριορισμού του, όταν διαπιστώνει μη ορθολογικούς μηχανισμούς διάθεσης των δημόσιων πόρων ή πρόδηλη αντιφατικότητα στους επιδιωκόμενους στόχους.
Άρθρο 64
Συνεκτικότητα Όλοι οι έλεγχοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου εντάσσονται σε μια συνεκτική στρατηγική ελέγχων. Η στρατηγική αυτή απορρέει από τη μελέτη της προοπτικής εξέλιξης του περιβάλλοντος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των συναφών αναγκών που αναμένεται να προκύψουν για το Ελεγκτικό Συνέδριο σε προσωπικό, υλικά ή ψηφιακά μέσα και σε ανάπτυξη νέων ελεγκτικών μεθόδων και τρόπων επίδρασης στη δημοσιονομική διαχείριση. Με τη στρατηγική εναρμονίζονται σε συνεκτικό σύνολο, στη βάση ενός θεματικού χάρτη, οι γενικότεροι στόχοι των ελέγχων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως ορίζονται στο άρθρο 63 και προδιαγράφονται τα μέσα για την επίτευξή τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
Άρθρο 65
Διαχείριση των ελέγχων Στο Ελεγκτικό Συνέδριο εγκαθίσταται και λειτουργεί πληροφοριακό σύστημα διαχείρισης ελέγχων, το οποίο αποβλέπει στην ενσωμάτωση όλων των ελεγκτικών διαδικασιών και ενεργειών του Δικαστηρίου. Μέσω του συστήματος αυτού παρακολουθούνται το σύνολο των στοιχείων στα προγράμματα ελέγχων και τα υπομνήματα προγραμματισμού αυτών, η ροή εργασίας, η τεκμηρίωση και η αλληλογραφία κάθε ελέγχου, τα ευρήματα και κάθε άλλο ενδιαφέρον, από ελεγκτικής άποψης, στοιχείο, και αντλείται πληροφόρηση από τα παραγόμενα αρχεία τεκμηρίωσης, ώστε να είναι εφικτή η επισκόπηση και εποπτεία του ελεγκτικού έργου. Παρακολουθούνται επίσης, το μητρώο των ελεγχόμενων φορέων και υπολόγων και οι οικονομικές καταστάσεις τους.
Άρθρο 66
Όργανα άσκησης των ελέγχων
Οι έλεγχοι διενεργούνται από τις Υπηρεσίες Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου με τον συντονισμό των Γενικών Συντονιστών Επιτρόπων και την εποπτεία του αρμόδιου Τμήματος Ελέγχων.
Αν κριθεί αναγκαίο, μπορεί με απόφαση της Ολομέλειας, ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Τμήματος Ελέγχων, να επιτραπεί να διενεργηθούν έλεγχοι από ειδικό κλιμάκιο που αποτελείται από δικαστικούς λειτουργούς ή ελεγκτές δικαστικούς υπαλλήλους ή δικαστικούς λειτουργούς, επικουρούμενους από ελεγκτές του Δικαστηρίου. Τα μέλη του ειδικού κλιμακίου ορίζονται από το αρμόδιο Τμήμα Ελέγχων. Εφόσον, στο ειδικό κλιμάκιο συμμετέχουν δικαστικοί λειτουργοί, ορίζονται κατά προτεραιότητα μεταξύ των υπηρετούντων στο αρμόδιο Τμήμα Ελέγχων. Όταν οι δικαστικοί λειτουργοί που συμμετέχουν στους ανωτέρω ελέγχους επικουρούνται από ελεγκτές δικαστικούς υπαλλήλους, στο υπόμνημα σχεδιασμού ελέγχου, με βάση το οποίο διεξάγεται ο έλεγχος, οριοθετούνται με ακρίβεια οι ελεγκτικές ενέργειες που ανατίθενται στους δικαστικούς λειτουργούς. Ανάλογα με το θεματικό αντικείμενο και τη δυσχέρεια που ενδέχεται να παρουσιάζουν οι εν λόγω έλεγχοι, η Ολομέλεια μπορεί να αποφασίσει την απαλλαγή των δικαστικών λειτουργών και υπαλλήλων που συμμετέχουν σε αυτούς από κάθε άλλη απασχόληση.
Αν κατά τον έλεγχο που διενεργείται από ειδικό κλιμάκιο στο οποίο συμμετέχουν δικαστικοί λειτουργοί διαπιστωθεί έλλειμμα, αρμόδιο για τον καταλογισμό είναι Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 149.
Άρθρο 67
Γενικές ελεγκτικές εξουσίες
Το Ελεγκτικό Συνέδριο ζητεί από τα Υπουργεία ή από οποιαδήποτε άλλη αρχή κάθε πληροφορία ή στοιχείο χρήσιμο για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του. Κάθε δημόσια υπηρεσία υποχρεούται οίκοθεν να ανακοινώνει χωρίς καθυστέρηση στο Ελεγκτικό Συνέδριο τη σύσταση ή κατάργηση κάθε νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή άλλου φορέα που τελεί υπό την εποπτεία της.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο ασκεί τις ανακριτικές εξουσίες που προβλέπονται στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπου οι ανάγκες του ελέγχου το επιβάλλουν. Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών εκδίδεται ειδική και το περιεχόμενό τους και δίδονται ειδικές κατευθύνσεις για τη σύννομη άσκηση αυτών. Το αρμόδιο Τμήμα Ελέγχων ελέγχει την ορθή άσκηση των ανακριτικών καθηκόντων που επιτρέπεται να ασκηθούν και επιλύει τις σχετικές αμφισβητήσεις.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο παρακολουθεί την εκτέλεση του προϋπολογισμού των φορέων, που υπόκεινται στον έλεγχό του. Ανακοινώνει στους Υπουργούς κάθε παράβαση νόμου ή άλλης διάταξης που διαπιστώθηκε από αυτό κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του. Ενημερώνεται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους για τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, που δεν συμμορφώνονται με τους δημοσιονομικούς κανόνες και αρχές.
Άρθρο 68
Τήρηση δικαιολογητικών διαχείρισης
Τα δικαιολογητικά διαχείρισης φυλάσσονται στην ελεγχόμενη μονάδα που τα παρήγαγε και τίθενται υπόψη του Ελεγκτικού Συνεδρίου αμέσως μόλις ζητηθούν από αυτό. Η αρμόδια Υπηρεσία Επιτρόπου εποπτεύει την ασφαλή τήρηση των δικαιολογητικών αυτών.
Με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ορίζονται ειδικότερες υποχρεώσεις των ελεγχόμενων μονάδων προς διασφάλιση των δικαιολογητικών της παρ. 1 και διευκόλυνση της απρόσκοπτης πρόσβασης των οργάνων του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε αυτά.
Άρθρο 69
Διαλειτουργικότητα συστημάτων Στο Ελεγκτικό Συνέδριο εγκαθίσταται και λειτουργεί πληροφοριακό σύστημα που διαλειτουργεί με τα πληροφοριακά συστήματα των ελεγχόμενων φορέων και με κάθε πληροφοριακό σύστημα που κρίνεται αναγκαίο για την ηλεκτρονική συλλογή ή ανταλλαγή δεδομένων. Αποτελεί την πλατφόρμα για τη συγκέντρωση δεδομένων ελέγχου, όπως ιδίως: (α) την υποδοχή στο Ελεγκτικό Συνέδριο των ελεγκτικών στοιχείων και κάθε άλλου κρίσιμου για τον έλεγχο εγγράφου ή έκθεσης, (β) τη συστηματοποίηση στο Ελεγκτικό Συνέδριο πληροφοριών σχετικά με το περιεχόμενο των ελέγχων που πραγματοποιούνται από κάθε εθνική ή ενωσιακή ελεγκτική αρχή και των πληροφοριών, διαπιστώσεων και ευρημάτων που προκύπτουν από τους ελέγχους αυτούς, (γ) την ενημέρωση του μητρώου ελεγχόμενων φορέων, και (δ) την ενημέρωση του μητρώου υπολόγων.
Άρθρο 70
Πρόσβαση ελεγκτών σε αρχεία των ελεγχόμενων Στους δικαστικούς υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά την άσκηση των ελεγκτικών τους καθηκόντων, δεν επιτρέπεται να προβάλλονται από τους ελεγχόμενους φορείς περιορισμοί πρόσβασης στα αρχεία τους από λόγους προστασίας του επαγγελματικού απορρήτου και απορρήτου των στοιχείων. Οι υπάλληλοι υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης των διατάξεων περί εχεμύθειας του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων και στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, «ΓΚΠΔ», L 119) και τον ν. 4624/2019 (Α’ 137).
Άρθρο 71
Έλεγχοι από άλλους ελεγκτικούς φορείς
Οι Ελεγκτικές Υπηρεσίες, οι Οικονομικές Επιθεωρήσεις ή άλλες υπηρεσίες που σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις ασκούν τακτικό διαχειριστικό έλεγχο, καθώς και κάθε άλλη αρχή που διενεργεί ελέγχους στη δημόσια διαχείριση, ενημερώνουν το Ελεγκτικό Συνέδριο για το πρόγραμμα ελέγχου τους και την έναρξη των ελεγκτικών εργασιών τους και υποβάλλουν σ’ αυτό το πόρισμά τους, εντός δύο (2) μηνών από την έκδοσή του, καθώς και αναλυτικό πίνακα των διαχειριστικών στοιχείων επί των οποίων αυτό βασίστηκε. Η αρμόδια Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ύστερα από αξιολόγηση των εργασιών και των αποτελεσμάτων του ελέγχου, μπορεί, αν κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση, να επαναλάβει από την αρχή τον έλεγχο.
Κάθε υπηρεσία, στην οποία υποβάλλεται έκθεση ελέγχου διαχείρισης δημοσίου υπολόγου ή υπολόγου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, υποχρεούται χωρίς καθυστέρηση να διαβιβάσει αντίγραφο της έκθεσης αυτής στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
Οι εκθέσεις ελέγχου των Υπηρεσιών Εσωτερικού Ελέγχου των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης κοινοποιούνται αμελλητί στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
Άρθρο 72
Πρόσβαση σε πληροφορίες που κατέχουν τρίτοι Οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οι δημόσιοι οργανισμοί, τα πιστωτικά ιδρύματα γενικά και τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν στοιχεία σχετιζόμενα με οποιονδήποτε τρόπο με τα αντικείμενα του ελέγχου ή με λογαριασμούς ή δραστηριότητες φορέα που τελεί υπό έλεγχο οφείλουν, αν τους ζητηθεί, να τα θέτουν στη διάθεση των αρμόδιων οργάνων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Αν τα στοιχεία έχουν χαρακτηρισθεί ως απόρρητα ή εμπιστευτικά, ή αναφέρονται σε προσωπικά δεδομένα ή κάθε είδους ευαίσθητη πληροφορία και ο φορέας αρνείται να τα επιδείξει στους ελεγκτές για έναν από τους λόγους αυτούς, το αρμόδιο Τμήμα Ελέγχων, ύστερα από έρευνα του θέματος, μπορεί να εκδώσει διαταγή προς τον φορέα να επιδείξει στον αρμόδιο ελεγκτή τα κρίσιμα για τον έλεγχο στοιχεία, λαμβάνοντας συγχρόνως και τα αναγκαία μέτρα προς διαφύλαξη της εμπιστευτικότητας αυτών.
Κατά τον έλεγχο που ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο επιτρέπεται η εξέταση των ζητημάτων που αναφύονται παρεμπιπτόντως, με την επιφύλαξη των διατάξεων για το δεδικασμένο.
Τα ελεγκτικά όργανα δεσμεύονται από τις αποφάσεις των δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν έναντι όλων, καθώς και από τις αποφάσεις ή τους τίτλους που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης για τον ελεγχόμενο φορέα. Δεσμεύονται επίσης από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς τις διαπιστώσεις συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται η κρίση επί της ενοχής του κατηγορουμένου, από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα απαλλακτικά βουλεύματα, εκτός αν η αθώωση ή η απαλλαγή στηρίχθηκε σε έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του νόμου κατά τον έλεγχο του
Με την επιφύλαξη των ελέγχων χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης (οικονομικότητας, αποδοτικότητας, αποτελεσματικότητας), ο έλεγχος της σκοπιμότητας των πράξεων των ελεγχόμενων φορέων εκφεύγει της αρμοδιότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κατά τον έλεγχο και τη διατύπωση των ελεγκτικών κρίσεων αναγνωρίζεται στα αρμόδια όργανα των ελεγχόμενων φορέων ένα εύλογο περιθώριο εκτίμησης κατά την ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων, ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, τον βαθμό σαφήνειάς τους και την προηγούμενη ή μη ερμηνεία τους από τα αρμόδια δικαστήρια.
Άρθρο 74
Ακρόαση ελεγχόμενων, δικαιώματα άμυνας Τα ελεγκτικά όργανα παρέχουν την αναγκαία πληροφόρηση για τα ευρήματά τους σε όσους υπέχουν δημοσιονομική ευθύνη και σέβονται τα δικαιώματα άμυνας αυτών πριν από την επιβολή μέτρων και κυρώσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.
Άρθρο 75
Τεκμηρίωση ευρημάτων, αιτιολογία δυσμενών κρίσεων Οι έλεγχοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι πλήρως τεκμηριωμένοι. Οι πράξεις με τις οποίες επιβάλλονται δυσμενή μέτρα σε πρόσωπα πρέπει να είναι ειδικώς και επαρκώς αιτιολογημένες.
Άρθρο 76
Ποινικές διαδικασίες
Οι έλεγχοι, καθώς και τα μέτρα και οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε βάρος όσων υπέχουν δημοσιονομική ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος είναι ανεξάρτητοι από τις ποινικές διαδικασίες και τις ποινές που επιβάλλονται σε βάρος των ίδιων προσώπων.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν διενεργεί ελέγχους αποκλειστικά και μόνο για τον εντοπισμό ποινικώς κολάσιμων πράξεων. Οι πράξεις ή οι εκθέσεις ελέγχου που εκδίδει δεν περιλαμβάνουν διαβεβαίωση σχετικά με την τέλεση ή μη ποινικώς κολάσιμων πράξεων.
Αν κατά τον έλεγχο των λογαριασμών διαπιστωθεί ποινικώς κολάσιμη πράξη, ανακοινώνεται στον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στον αρμόδιο εισαγγελέα, στον Υπουργό ή άλλο αρμόδιο όργανο, στο οποίο υπάγεται ο υπόλογος.
Άρθρο 77
Ανακοίνωση εκθέσεων ελέγχου και πράξεων, κοινοποιήσεις, αντίγραφα
Οι εκθέσεις ελέγχου και οι πράξεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανακοινώνονται στον ελεγχόμενο φορέα και κοινοποιούνται στους αποδέκτες τους.
Αντίγραφα των εκθέσεων και των πράξεων διαβιβάζονται στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και σε κάθε άλλη αρμόδια αρχή.
Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και τα πρόσωπα που υπέχουν δημοσιονομική ευθύνη έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση όλων των στοιχείων του φακέλου.
Τα πρόσωπα, που υπέχουν δημοσιονομική ευθύνη δικαιούνται να λαμβάνουν με δαπάνη τους: (α) απλά ή επικυρωμένα αντίγραφα των εγγράφων που έχουν συνταχθεί επ’ ευκαιρία του ελέγχου και βρίσκονται στον φάκελο και (β) κατόπιν έγκρισης του επικεφαλής του ελέγχου, απλά αντίγραφα των εγγράφων, που έχουν συνταχθεί από όργανα δημόσιου φορέα και βρίσκονται επίσης στον φάκελο. Ανάλογα δικαιώματα έχουν και οι τρίτοι, που έχουν έννομο συμφέρον να λάβουν γνώση των στοιχείων του φακέλου, εφόσον αποδεικνύουν τούτο.
Κατά την άσκηση των δικαιωμάτων των παρ. 3 και 4, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45) και τηρείται η νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Άρθρο 78
Καταγγελίες, αναφορές και αιτήματα ελέγχου
Το Τμήμα Ελέγχων, ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας υπηρεσίας Επιτρόπου, αποφασίζει αν θα διενεργηθεί έλεγχος κατόπιν ανώνυμων ή επώνυμων καταγγελιών ή αιτημάτων ελέγχου με κριτήρια τον αριθμό και τον συστημικό χαρακτήρα των καταγγελιών και αιτημάτων, τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία των στοιχείων που τις συνοδεύουν, καθώς και τον βαθμό δημοσιονομικού κινδύνου ή κοινωνικοοικονομικού αντίκτυπου που εμφανίζει η διαχείριση την οποία αφορούν.
Αν, κατόπιν καταγγελίας ή σχετικού αιτήματος, διενεργηθεί έλεγχος, το Ελεγκτικό Συνέδριο δύναται να ενημερώνει όσους υπέβαλαν την καταγγελία ή το σχετικό αίτημα για τα πορίσματα του ελέγχου του.
Άρθρο 79
Προστασία ελεγκτών Οι ελεγκτές του Ελεγκτικού Συνεδρίου τυγχάνουν κατά την άσκηση των ελεγκτικών τους καθηκόντων της (Α’ 133), που εφαρμόζεται αναλόγως και για το Ελεγκτικό Συνέδριο ως προς την άσκηση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων του προσωπικού του.
Άρθρο 80
Ποιότητα των ελέγχων Στο Ελεγκτικό Συνέδριο εγκαθίσταται και λειτουργεί πληροφοριακό σύστημα διαχείρισης δεδομένων ποιότητας ελέγχων, με σκοπό τη διευκόλυνση και απλοποίηση της διαδικασίας συλλογής των δεδομένων ελέγχου και της αξιολόγησης. Το σύστημα καλύπτει όλες τις πτυχές των ελεγκτικών δραστηριοτήτων του, ενοποιεί όλα τα επιμέρους υποσυστήματα μέσω της εφαρμογής κοινών αρχών και προτύπων και δημιουργεί τις συνθήκες επίτευξης υψηλής ποιότητας εργασιών.
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΕΙΔΗ ΕΛΕΓΧΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΕΛΕΓΧΩΝ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΛΕΓΚΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ
Άρθρο 81
Κριτήρια ελέγχου Οι έλεγχοι που διενεργούνται από το Ελεγκτικό Συνέδριο διακρίνονται, ανάλογα με τα κριτήρια ελέγχου που χρησιμοποιούνται, σε ελέγχους αξιοπιστίας των λογαριασμών, σε ελέγχους συμμόρφωσης και σε ελέγχους επιδόσεων.
Άρθρο 82
Έλεγχοι αξιοπιστίας των λογαριασμών
Με την κρίση περί την αξιοπιστία του λογαριασμού διαπιστώνονται η πληρότητα, η ακρίβεια και η αλήθεια των εγγραφών που περιέχει ο λογαριασμός, καθώς και η συνοχή των εγγραφών του μεταξύ τους και με τους υποκείμενους ή υπερκείμενους αυτού λογαριασμούς ή με αντίστοιχους λογαριασμούς παρελθουσών χρήσεων.
Στο πλαίσιο των ελέγχων αξιοπιστίας λογαριασμού ελέγχεται, επίσης, αν τηρήθηκαν οι λογιστικές αρχές που διέπουν την τήρηση των λογαριασμών, αν ο λογαριασμός είναι επαρκώς κατανοητός και αν παρέχει ικανοποιητική συνολική αντίληψη της εν γένει οικονομικής κατάστασης που αποτυπώνεται σε αυτόν.
Άρθρο 83
Έλεγχοι συμμόρφωσης
Στους ελέγχους συμμόρφωσης ελέγχονται η νομιμότητα και η κανονικότητα των πράξεων δέσμευσης πίστωσης από τον προϋπολογισμό, ανάληψης νομικής υποχρέωσης από τον ελεγχόμενο φορέα, εκκαθάρισης, εντολής πληρωμής, πληρωμής και λογιστικής αποτύπωσης των σχετικών συναλλαγών.
Ως έλεγχος συμμόρφωσης νοείται επίσης και η έρευνα για τη διαπίστωση, αν ο ελεγχόμενος φορέας εφαρμόζει τη νομοθεσία με δημοσιονομικές συνέπειες που διέπει τη λειτουργία του ή που οφείλει να εφαρμόζει λόγω της αποστολής του, όπως προδιαγράφεται στον νόμο.
Άρθρο 84
Έλεγχοι επιδόσεων
Κατά τους ελέγχους επιδόσεων που διεξάγει το Ελεγκτικό Συνέδριο ερευνάται, αν τα συστήματα διαχείρισης, οι λειτουργίες, τα προγράμματα, οι δραστηριότητες ή οι φορείς λειτουργούν σύμφωνα με τις αρχές της οικονομικότητας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας.
Κατά τον έλεγχο αυτόν, χωρίς να ελέγχεται η σκοπιμότητα των ενεργειών του ελεγχόμενου φορέα, διερευνάται, αν οι στόχοι δημοσιονομικής διαχείρισης που έχουν τεθεί από αυτόν εμφανίζουν πρόδηλη αντίφαση, αν τα μέσα που επελέγησαν για την επίτευξη των στόχων είναι αναγκαία και επαρκή και αν η εκτέλεση των ενεργειών προς επίτευξη των στόχων ανταποκρίνεται στον αρχικό σχεδιασμό ή αν αυτός υπέστη εγκαίρως τις δέουσες τροποποιήσεις για την επίτευξη των στόχων. Με τον έλεγχο επιδόσεων εντοπίζονται επίσης συστημικές παθογένειες και αναλύονται τα αίτια αυτών.
Ο έλεγχος επιδόσεων οδηγεί στη διατύπωση τεκμηριωμένων συστάσεων, που στηρίζονται στην επαρκή και κατανοητή επεξήγηση της λογικής σύνδεσης των κριτηρίων ελέγχου και των επιμέρους ευρημάτων με τη συναγωγή συμπερασμάτων ικανών να στηρίξουν τις συστάσεις που διατυπώνονται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΕΛΕΓΧΩΝ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΕΓΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Άρθρο 85
Προσεγγίσεις ελέγχου Οι έλεγχοι που διενεργούνται από το Ελεγκτικό Συνέδριο διακρίνονται, ανάλογα με την προσέγγιση που υιοθετείται για τον έλεγχο, σε ελέγχους αποτελεσματικότητας του συστήματος εσωτερικού ελέγχου ως προς τη δυνατότητά του να ελαχιστοποιήσει τους δημοσιονομικούς κινδύνους και σε ελέγχους ευθείας διαπίστωσης της μη τήρησης από τον ελεγχόμενο φορέα των κανόνων που οφείλει να τηρεί.
Άρθρο 86
Έλεγχος αποτελεσματικότητας των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου
Κατά τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας του συστήματος εσωτερικού ελέγχου του ελεγχόμενου φορέα, το Ελεγκτικό Συνέδριο ελέγχει αν το σύστημα λειτουργεί αποτελεσματικά, προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τους κινδύνους αυθαίρετης υλικής αφαίρεσης ή καταστροφής της περιουσίας του, απεμπόλησης από αυτόν δημόσιων αξιώσεων σε βάρος τρίτων, ανάληψης από αυτόν δημόσιων υποχρεώσεων χωρίς δυνατότητα εκπλήρωσης, μη σύννομης χορήγησης από τον φορέα δικαιωμάτων υπέρ τρίτων, μη σύννομης εκταμίευσης από τον φορέα δημοσίου χρήματος ή διάθεσης δημόσιας περιουσίας χωρίς εγγύηση επίτευξης του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος. τη διάγνωση περιπτώσεων όπου επήλθε είτε του εντοπισμού συγκεκριμένης πλημμέλειας, οπότε διερευνώνται οι αδυναμίες του εσωτερικού ελέγχου που οδήγησαν στην παραγωγή της.
Άρθρο 87
Απευθείας έλεγχος για τη διαπίστωση δημοσιονομικών πλημμελειών
Στον απευθείας έλεγχο για τη διαπίστωση πλημμελειών, το Ελεγκτικό Συνέδριο επιλαμβάνεται του ελέγχου, χωρίς να έχει διερευνήσει προηγουμένως την αποτελεσματικότητα του συστήματος εσωτερικού ελέγχου.
Ο έλεγχος μπορεί να διεξαχθεί πριν ακόμη η ελεγχόμενη πράξη παραγάγει δημοσιονομικές συνέπειες (εκ των προτέρων έλεγχος ή προληπτικός έλεγχος) ή μετά την παραγωγή των συνεπειών αυτών (εκ των υστέρων έλεγχος ή κατασταλτικός έλεγχος).
Αν κατά τον έλεγχο του συστήματος εσωτερικού ελέγχου διαγνωσθεί έντονος κίνδυνος παραγωγής παράνομων πράξεων ή αν ο εσωτερικός έλεγχος βρίσκεται σε κατάσταση εμπλοκής, μη δυνάμενος να χαρακτηρίσει με βεβαιότητα πράξη ή ενέργεια ως νόμιμη και κανονική, επιτρέπεται, εξαιρετικώς, ο απευθείας έλεγχος των πράξεων ή ενεργειών αυτών από το Ελεγκτικό Συνέδριο, πριν από την παραγωγή των δημοσιονομικών συνεπειών που αυτές επιφέρουν, σύμφωνα με τον νόμο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΕΛΕΓΧΩΝ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ
Άρθρο 88
Αντικείμενα των ελέγχων Οι έλεγχοι που διεξάγονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο διακρίνονται ως προς το αντικείμενό τους, σε ελέγχους συνολικής διαχείρισης (ετήσιοι έλεγχοι) και σε ελέγχους θεματικούς ή εξατομικευμένους (ειδικοί έλεγχοι).
Άρθρο 89
Έλεγχοι συνολικής διαχείρισης
Στους ελέγχους συνολικής διαχείρισης το Ελεγκτικό Συνέδριο διερευνά, ανάλογα με τα κριτήρια ελέγχου και την ελεγκτική προσέγγιση που χρησιμοποιεί, την ποιότητα της δημοσιονομικής διαχείρισης του ελεγχόμενου φορέα για τη χρονική περίοδο για την οποία, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που τον διέπουν, οφείλει να λογοδοτήσει. Αν δεν ορίζεται άλλως, η χρονική αυτή περίοδος είναι ετήσια.
Στους ελέγχους αυτούς συνδυάζονται ελεγκτικές προσεγγίσεις και διαδικασίες, ώστε με τις λιγότερες κατά το δυνατόν ελεγκτικές δυνάμεις να επιτευχθεί το ασφαλέστερο κατά το δυνατόν ελεγκτικό αποτέλεσμα. Για τον σκοπό αυτόν συνδυάζεται ο έλεγχος της αποτελεσματικότητας των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου, με τις διαδικασίες ανάλυσης και σύγκρισης δεδομένων, καθώς και επαρκείς δοκιμασίες σε συγκεκριμένες εγγραφές, συναλλαγές, ενέργειες ή δράσεις, προκειμένου να διαπιστωθούν, ανάλογα με το είδος και τα κριτήρια του ελέγχου, η ακρίβεια, η ορθότητα ή η αποτελεσματικότητα αυτών.
Για την ταχύτερη ανάλυση δεδομένων και την επίτευξη καθολικότητας του ελέγχου της διαχείρισης μπορεί να αναπτυχθούν ή να χρησιμοποιηθούν λογισμικά τεχνητής νοημοσύνης.
Άρθρο 90
Θεματικοί έλεγχοι Οι θεματικοί έλεγχοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου διεξάγονται σε ένα από τα ειδικότερα θέματα του Χάρτη Θεματολογίας Ελέγχων του Συνεδρίου. Εκτείνονται σε περισσότερους του ενός φορείς (οριζόντιοι θεματικοί έλεγχοι), εκτός αν εξαιρετικώς αφορούν μόνον έναν φορέα λόγω των ειδικών αρμοδιοτήτων του (κάθετος θεματικός έλεγχος).
Άρθρο 91
Εξατομικευμένοι έλεγχοι Οι εξατομικευμένοι έλεγχοι αφορούν συγκεκριμένους λογαριασμούς ή κατηγορίες εγγραφών σε αυτούς ή συγκεκριμένες πράξεις ή ενέργειες δημοσιονομικής διαχείρισης. Οι έλεγχοι μπορεί να αφορούν, επίσης, την αξιοπιστία συγκεκριμένου συστήματος πληροφορικής ή λογισμικού που χρησιμοποιείται από ελεγχόμενο φορέα. Οι εξατομικευμένοι έλεγχοι μπορεί να αφορούν, ως έκτακτοι διαχειριστικοί έλεγχοι, και έναν μόνο φορέα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα διαχείρισης. ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΕΛΕΓΧΩΝ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥΣ
Άρθρο 92
Έννομες συνέπειες ελέγχων Οι έλεγχοι που διεξάγονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο διακρίνονται, ως προς τις έννομες συνέπειες που επιφέρουν σε: α) ελέγχους που διακωλύουν την ανάπτυξη των συνεπειών της ελεγχόμενης πράξης, β) ελέγχους που μπορεί να καταλήξουν στην απαλλαγή ή τον καταλογισμό των δημοσιονομικώς υπευθύνων, γ) ελέγχους που ολοκληρώνονται με τη διατύπωση ελεγκτικής γνώμης επί ελεγχθείσας διαχείρισης και δ) ελέγχους που ολοκληρώνονται με τη διατύπωση συστάσεων και την ενημέρωση της Βουλής και της εκτελεστικής λειτουργίας για τα οικεία ευρήματα και τις συστάσεις.
Άρθρο 93
Έλεγχοι που διακωλύουν την ανάπτυξη νομικών συνεπειών Οι έλεγχοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου διακωλύουν την ανάπτυξη συνεπειών στις ελεγχόμενες πράξεις μόνον όπου αυτό ρητώς προβλέπεται στον νόμο.
Άρθρο 94
Έλεγχοι απαλλαγής ή καταλογισμού δημοσιονομικώς υπευθύνων Δημοσιονομικώς υπεύθυνοι είναι όσοι εμπλέκονται στη δημοσιονομική διαδικασία για την παραγωγή πράξεων με δημοσιονομικές συνέπειες. Αν από τις πράξεις στα άρθρα 145 έως 150, σε βάρος της περιουσίας τους, άλλως απαλλάσσονται από την ευθύνη.
Άρθρο 95
Έλεγχοι για τη διατύπωση ελεγκτικής γνώμης Οι έλεγχοι για τη διατύπωση ελεγκτικής γνώμης διεξάγονται, σύμφωνα με τις αρχές και τα πρότυπα του Διεθνούς Οργανισμού Ανωτάτων Ελεγκτικών Θεσμών, επί του συνόλου μιας διαχείρισης ή ενός λογαριασμού και καταλήγουν στη διατύπωση συμπεράσματος ως προς την ορθότητα της διαχείρισης ή του λογαριασμού.
Άρθρο 96
Έλεγχοι για τη διατύπωση συστάσεων Στους ελέγχους του Ελεγκτικού Συνεδρίου όπου διαπιστώνονται συστημικές παθογένειες ή προβλήματα αναφορικά με την εκτέλεση προγραμμάτων επιδόσεων ή εν γένει προβλήματα οργανωτικής ή λειτουργικής φύσης, το Ελεγκτικό Συνέδριο διατυπώνει συστάσεις, τις οποίες γνωστοποιεί στη Βουλή και την εκτελεστική λειτουργία, παρακολουθώντας στη συνέχεια τη συμμόρφωση των ενδιαφερόμενων φορέων με τις συστάσεις αυτές.
ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ
Άρθρο 97
Εργαλειοθήκη ελέγχων Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο άρθρο 99, τα διάφορα είδη ελέγχων που αναφέρθηκαν στο Μέρος Τέταρτο χρησιμοποιούνται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, ως εργαλεία για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος στη δημόσια διαχείριση χωρίς να δίδεται εκ προοιμίου προτεραιότητα σε κανέναν από αυτούς.
Άρθρο 98
Συνδυασμός ελέγχων
Οι έλεγχοι ανά κριτήρια ελέγχου, ελεγκτική προσέγγιση, αντικείμενο ελέγχου και συνέπειες των ελεγκτικών ενεργειών μπορεί να συνδυάζονται μεταξύ τους προς επίτευξη του οικονομικότερου και αποδοτικότερου ελεγκτικού αποτελέσματος.
Αν κατά τη διάρκεια των ελέγχων διαπιστωθεί έλλειμμα, αυτό καταλογίζεται σε βάρος όσων υπέχουν δημοσιονομική ευθύνη για την αποκατάστασή του.
Οι έλεγχοι συμμόρφωσης δεν αποκλείουν τη διενέργεια ελέγχων με άλλον σκοπό επί του ίδιου αντικειμένου.
Άρθρο 99
Υποχρεωτικοί έλεγχοι
Ο έλεγχος επί του Απολογισμού και του Ισολογισμού του Κράτους για την προετοιμασία της έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 53 είναι υποχρεωτικός για το Ελεγκτικό Συνέδριο, ετήσιος και καταλήγει στη διατύπωση ελεγκτικής γνώμης. Ο έλεγχος αυτός είναι, ως προς τον Απολογισμό, έλεγχος αξιοπιστίας λογαριασμού και νομιμότητας και κανονικότητας των υποκείμενων στον λογαριασμό πράξεων και, ως προς τον Ισολογισμό, έλεγχος αξιοπιστίας του λογαριασμού. Ο έλεγχος μπορεί να διεξάγεται με συνδυασμό των προσεγγίσεων ελέγχου που αναφέρονται στο άρθρο 85.
Οι προσυμβατικοί έλεγχοι είναι υποχρεωτικοί έ- λεγχοι νομιμότητας εξατομικευμένων πράξεων, όπως ειδικότερα ορίζεται στα άρθρα 324 έως 327 του ν. 4700/2020 (Α’ 127).
Οι έλεγχοι επί του απολογισμού και του ισολογισμού των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου διεξάγονται τουλάχιστον μια φορά ανά τετραετία και δεν καταλήγουν υποχρεωτικώς σε διατύπωση ελεγκτικής γνώμης, όπως επί του ελέγχου του Απολογισμού και του Ισολογισμού του Κράτους. Είναι έλεγχοι αξιοπιστίας λογαριασμών και νομιμότητας ή κανονικότητας υποκείμενων πράξεων, που, ανάλογα με τις ελεγκτικές δυνάμεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί να περιορίζονται σε ορισμένες μόνον εγγραφές των λογαριασμών ή υποκείμενες αυτών πράξεις.
Ο έλεγχος της αποτελεσματικότητας του συστήματος εσωτερικού ελέγχου του ελεγχόμενου φορέα είναι υποχρεωτικός έλεγχος. Διεξάγεται κατά τη διάρκεια του έτους συγχρόνως ως θεματικός έλεγχος στα ιδιαίτερα θέματα ελέγχου που έχουν επιλεγεί στο Ετήσιο Πρόγραμμα Ελέγχων και επί των λογαριασμών, συστημάτων πληροφορικής, συναλλαγών ή πράξεων με δημοσιονομικές συνέπειες, καθώς και στα συστήματα διαχείρισης που επιλέγονται ειδικώς ενόψει εντοπισμένων δημοσιονομικών κινδύνων.
Άρθρο 100
Προτεραιότητα ελέγχων Με την επιφύλαξη του άρθρου 99, οι έλεγχοι επιλέγονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο και συνδυάζονται μεταξύ τους με βάση τις προτεραιότητες που το Συνέδριο έχει θέσει στη στρατηγική των ελέγχων του, το πολυετές πρόγραμμα θεματικών ελέγχων που έχει καταστρώσει και τις επιτακτικές ανάγκες ελέγχου, όπως διαμορφώνονται κάθε έτος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΕΤΗΣΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΛΕΓΧΩΝ
Άρθρο 101
Γενικός χαρακτήρας
Στο Ετήσιο Πρόγραμμα Ελέγχων περιλαμβάνονται όλες οι ελεγκτικές εργασίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Δεν επιτρέπεται η διενέργεια ελεγκτικών εργασιών πέραν από αυτές που έχουν ειδικώς προγραμματισθεί ή που έχουν επιτραπεί από το Πρόγραμμα.
Στο Ετήσιο Πρόγραμμα Ελέγχων οι ειδικώς προγραμματιζόμενοι έλεγχοι και οι λοιπές επιτρεπόμενες ελεγκτικές εργασίες κατανέμονται στις ελεγκτικές δυνάμεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την αναγκαία από τη φύση του ελεγκτικού έργου ευελιξία. προβλεφθεί στο Πρόγραμμα Ελέγχων είτε ύστερα από τροποποίηση του Προγράμματος.
Άρθρο 102
Προτεραιότητες του Ετήσιου Προγράμματος Στο Ετήσιο Πρόγραμμα υπολογίζονται κατά προτεραιότητα ο ελεγκτικός χρόνος και οι ελεγκτικές εργασίες που απαιτούνται: (α) για τη διενέργεια των ελέγχων πάνω στους οποίους στηρίζεται η ελεγκτική γνώμη που διατυπώνεται στις Διαδηλώσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί του Απολογισμού και του Ισολογισμού του Κράτους, (β) για τη διενέργεια των προσυμβατικών ελέγχων από τις Υπηρεσίες Επιτρόπου, (γ) για τον ανά τετραετία έλεγχο του απολογισμού και του ισολογισμού των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, (δ) για τον έλεγχο των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου των ελεγχόμενων φορέων, συμπεριλαμβανομένου και του προληπτικού ελέγχου στις πράξεις δημοσιονομικής διαχείρισης αυτών, όπως προβλέπεται στην παρ. 3 του άρθρου 87, (ε) για τη διενέργεια των ελέγχων, ως προς τους οποίους η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποφάσισε να δοθεί προτεραιότητα ύστερα από τη συζήτηση του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχων στη Βουλή.
Άρθρο 103
Προγραμματισμός θεματικών ελέγχων
Οι θεματικοί έλεγχοι προγραμματίζονται με βάση τα θέματα ελέγχων που έχουν καταγραφεί στον Θεματικό Χάρτη Ελέγχων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Σύμφωνα με το πολυετές πρόγραμμα θεματικών ελέγχων, τα θέματα ελέγχου που επιλέγονται για το Ετήσιο Πρόγραμμα Ελέγχων εκτείνονται σε βάθος τετραετίας σε όλα κατά το δυνατόν τα αντικείμενα του Θεματικού Χάρτη.
Για τη διενέργεια των θεματικών ελέγχων δεν αφιερώνεται, εκτός εξαιρέσεως, από τις Υπηρεσίες Επιτρόπου περισσότερο από το ήμισυ του συνολικού χρόνου που διαθέτουν.
Άρθρο 104
Διάθεση του υπόλοιπου ελεγκτικού χρόνου Οι Υπηρεσίες Επιτρόπου διαθέτουν τον ελεγκτικό χρόνο που απομένει, μετά τη διενέργεια από αυτές των ελέγχων που προβλέπονται στα άρθρα 102 και 103, για τη διενέργεια των αναγκαίων ελεγκτικών εργασιών, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που λαμβάνουν σχετικώς από το αρμόδιο Τμήμα Ελέγχων.
Άρθρο 105
Προετοιμασία του Ετήσιου Προγράμματος Το Ετήσιο Πρόγραμμα Ελέγχων προετοιμάζεται από το αρμόδιο Τμήμα Ελέγχων σε συνεργασία με όλες τις Υπηρεσίες Επιτρόπου που διενεργούν ελέγχους. Παρουσιάζεται σε πρώτη ανάγνωση στην Ολομέλεια έναν (1) μήνα πριν από την έγκρισή του από αυτήν εν όψει της παρουσίασής του στη Βουλή. Μετά την παρουσίαση στη Βουλή μπορεί να επέλθουν στο Πρόγραμμα οι τροποποιήσεις που κρίνεται ότι απαιτούνται για να προσαρμοσθεί το πρόγραμμα στις προτάσεις της Βουλής.
Άρθρο 106
Εκτέλεση του Ετήσιου Προγράμματος Η εκτέλεση του Προγράμματος Ελέγχων διασφαλίζεται μέσω των εργασιών του αρμόδιου Τμήματος Ελέγχων. Τροποποιήσεις στο Πρόγραμμα που κατέστησαν αναγκαίες λόγω μεταβολής των συνθηκών, εν γένει, δεν απαιτείται να εγκρίνονται από την Ολομέλεια αν δεν μεταβάλλεται ουσιωδώς το Πρόγραμμα ως προς τους θεματικούς ελέγχους που περιλαμβάνει.
ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ
ΕΙΔΙΚΩΣ ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΈΛΕΓΧΟΙ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΨΗΦΙΑΚΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ
Άρθρο 107
Έλεγχοι αξιοπιστίας των συστημάτων πληροφορικής Το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί να διενεργεί ελέγχους ασφάλειας, επάρκειας και αποτελεσματικότητας των συστημάτων πληροφορικής των ελεγχόμενων φορέων, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό με άλλα είδη ελέγχων.
Άρθρο 108
Ψηφιακοί έλεγχοι Το Ελεγκτικό Συνέδριο διενεργεί ψηφιακούς ελέγχους στους υπαγόμενους στον έλεγχό του φορείς, οι οποίοι συνίστανται: (α) στην αυτοματοποιημένη ή μη συλλογή και προετοιμασία των δεδομένων που είναι υποκείμενα ή σχετίζονται με το αντικείμενο του ελέγχου και (β) στην εφαρμογή προηγμένων τεχνικών ανάλυσης δεδομένων. Οι έλεγχοι αυτοί διενεργούνται σε ολόκληρο τον πληθυσμό καθορισμένης κατηγορίας συναλλαγών του ελεγχόμενου φορέα.
Άρθρο 109
Έλεγχοι αυτοματοποιημένων διαδικασιών πληρωμής Πληρωμές σταθερών δαπανών που διεξάγονται αυτοματοποιημένα μέσω συστημάτων πληροφορικής ή επιλογές δικαιούχων πληρωμής, που διενεργούνται μέσω λογισμικών συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, ελέγχονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο με ειδικές ελεγκτικές μεθόδους από εξειδικευμένο για τον σκοπό αυτόν προσωπικό του.
Άρθρο 110
Πρόσβαση σε πληροφοριακά συστήματα, βάσεις δεδομένων και ηλεκτρονικά αρχεία
Οι ελεγχόμενοι φορείς και οι τυχόν ανάδοχοι των πληροφοριακών συστημάτων τους οφείλουν να παρέχουν μέσα σε εύλογο χρόνο στους δικαστικούς υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά την άσκηση των (β) ηλεκτρονικά αρχεία με δεδομένα σε επεξεργάσιμη μορφή και (γ) στοιχεία για την τεχνική τεκμηρίωση των πληροφοριακών συστημάτων και των βάσεων δεδομένων τους.
Τρίτοι φορείς δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που διαθέτουν δεδομένα, τα οποία σχετίζονται με το αντικείμενο του ελέγχου, οφείλουν να τα παρέχουν ηλεκτρονικά σε επεξεργάσιμη μορφή στους δικαστικούς υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου που διενεργούν τον έλεγχο, μέσα σε εύλογο χρόνο από τότε που ζητούνται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΟΛΟΓΩΝ
Άρθρο 111
Επιτηρούμενοι δημόσιοι υπόλογοι
Δημόσιοι υπόλογοι που πραγματοποιούν εισπράξεις ή πληρωμές για το Δημόσιο ή για νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου τελούν υπό την επιτήρηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου και λογοδοτούν σ’ αυτό για τα χρήματα που διαχειρίζονται.
Για τους σκοπούς του παρόντος, κάθε δημόσια υπηρεσία υποχρεούται να ανακοινώσει χωρίς καθυστέρηση στο Ελεγκτικό Συνέδριο το ονοματεπώνυμο, την ιδιότητα και το αντικείμενο της διαχείρισης όλων των δημοσίων υπολόγων κατά την έννοια της παρ. 1, που ασκούν καθήκοντα εντός αυτής, καθώς και κάθε εν γένει μεταβολή σχετική με τις αρμοδιότητες των υπολόγων ή το πρόσωπο αυτών.
Οι παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται και για τα πρόσωπα στα οποία το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν εμπιστευθεί τη φύλαξη και διαχείριση αξιών ή υλικού.
Άρθρο 112
Περιεχόμενο της επιτήρησης
Η επιτήρηση που ασκεί το Ελεγκτικό Συνέδριο αφορά στην τήρηση από τους υπολόγους του άρθρου 111 των κανόνων δημοσίου λογιστικού που τους διέπουν και, ιδίως, των υποχρεώσεών τους από το άρθρο 153 και την παρ. 1 του άρθρου 154 του ν. 4270/2014 (Α’ 143).
Οι υπαγόμενοι στην επιτήρηση υπόλογοι υποχρεούνται, οποτεδήποτε τους ζητηθεί, να παρέχουν στο Ελεγκτικό Συνέδριο κάθε πληροφορία και έγγραφο που κρίνονται από αυτό αναγκαία.
Στην επιτήρηση περιλαμβάνεται και η διενέργεια, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 113, επιθεώρησης επί των υπολόγων, όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί, κατά την κρίση του, να παρέχει οδηγίες στους υπολόγους που υπάγονται στην επιτήρησή του.
Άρθρο 113
Αρμόδια όργανα
Η επιτήρηση που προβλέπεται στο άρθρο 112 ασκείται από τις καθ’ ύλην αρμόδιες Υπηρεσίες Επιτρόπου του
Το αρμόδιο Τμήμα Ελέγχων μπορεί να διατάξει την καθ’ ύλην αρμόδια Υπηρεσία Επιτρόπου να διενεργήσει επιθεώρηση επί των υπολόγων που υπάγονται σε επιτήρηση ή να προκαλέσει την επιθεώρησή τους από τους αρμόδιους οικονομικούς επιθεωρητές.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΟΛΟΓΩΝ
Άρθρο 114
Λογοδοσία υπολόγων του Δημοσίου
Εντός δύο (2) μηνών το αργότερο από τη λήξη κάθε οικονομικού έτους ή από τη με οποιονδήποτε τρόπο λήξη της διαχείρισής τους, οι υπόλογοι και οι δευτερεύοντες διατάκτες του Δημοσίου οφείλουν να λογοδοτούν για αυτήν στο Ελεγκτικό Συνέδριο, υποβάλλοντας απευθείας σε αυτό τους λογαριασμούς τους.
Ο Υπόλογος Συμψηφισμών του Δημοσίου, εκτός από ετήσιους, συντάσσει και μηνιαίους λογαριασμούς, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 162 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), τους οποίους υποβάλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι την εικοστή ημέρα του επόμενου μήνα.
Οι προθεσμίες των παρ. 1 και 2 μπορεί, για εξαιρετικούς λόγους, να παρατείνονται κατά την κρίση της αρμόδιας Υπηρεσίας Επιτρόπου για εύλογο χρονικό διάστημα, ύστερα από αίτηση του υπολόγου.
Σε περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας του υπολόγου, οι λογαριασμοί αποδίδονται με επιμέλεια της υπηρεσίας του, παρουσία είτε των κληρονόμων ή των νόμιμων αντιπροσώπων, αντιστοίχως, του υπολόγου είτε των εξουσιοδοτημένων από αυτούς προσώπων.
Με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζονται ο τύπος των λογαριασμών, καθώς και τα έγγραφα και δικαιολογητικά που πρέπει να υποστηρίζουν τις εγγραφές σε αυτούς και να υποβληθούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο, αν αυτό ζητηθεί σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 123. Με όμοια απόφαση, μπορεί να ορίζεται ότι ορισμένες κατηγορίες υπολόγων υποβάλλουν τους λογαριασμούς της διαχείρισής τους σε χρονικά διαστήματα συντομότερα του έτους.
Άρθρο 115
Λογοδοσία υπολόγων υλικού των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας Οι διαχειριστές υλικού των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας υποβάλλουν για έλεγχο τους λογαριασμούς της διαχείρισής τους, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Άρθρο 116
Συνέπειες μη υποβολής ή εκπρόθεσμης υποβολής λογαριασμού
Το Ελεγκτικό Συνέδριο παρακολουθεί την εμπρόθεσμη υποβολή των λογαριασμών των υπολόγων του Δημοσίου που λογοδοτούν σε αυτό και, για τον σκοπό
Αν παρέλθουν άπρακτες οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 114, ο αρμόδιος Επίτροπος μπορεί να επιβάλει στον υπόλογο χρηματική κύρωση μέχρι το ποσό των μηνιαίων αποδοχών του, καλώντας τον συγχρόνως να υποβάλει τους λογαριασμούς μέσα σε προθεσμία που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες από την κοινοποίηση της σχετικής πρόσκλησης.
Αν ο υπόλογος είναι άμισθος, μπορεί να επιβληθεί σε αυτόν χρηματική κύρωση μέχρι του ποσού των οκτακοσίων ογδόντα (880) ευρώ. Το ποσό αυτό μπορεί να αυξάνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Οι χρηματικές κυρώσεις των παρ. 2 και 3 επιβάλλονται αφού προηγουμένως ο Επίτροπος απευθύνει στον υπόλογο πρόσκληση, με την οποία του τάσσει προθεσμία για την παροχή εξηγήσεων που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτόν της πρόσκλησης. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που τάχθηκε με την πρόσκληση, οι κυρώσεις αυτές επιβάλλονται και χωρίς την από μέρους του υπολόγου παροχή εξηγήσεων.
Κατά των πράξεων του Επιτρόπου με τις οποίες επιβάλλονται οι χρηματικές κυρώσεις των παρ. 2 και 3 επιτρέπεται η άσκηση έφεσης σύμφωνα με τα άρθρα 111 έως 117 του ν. 4700/2020 (Α’ 127).
Αν ο υπόλογος εμμένει στη μη υποβολή των λογαριασμών, μπορεί να διαταχθεί από το αρμόδιο Τμήμα Ελέγχων η σύνταξη των λογαριασμών από υπάλληλο της αρμόδιας Υπηρεσίας Επιτρόπου, με δαπάνη του υπολόγου. Στην περίπτωση αυτήν, μπορεί επίσης να ζητηθεί από τον αρμόδιο Επίτροπο η πειθαρχική δίωξη του υπολόγου.
Οι δαπάνες της παρ. 6 εκκαθαρίζονται από την αρμόδια Υπηρεσία Επιτρόπου, προκαταβάλλονται από το Δημόσιο, βεβαιώνονται σε βάρος του υπολόγου και εισπράττονται, σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.
Σε κάθε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής των λογαριασμών, μπορεί επίσης να διενεργηθεί έκτακτος έλεγχος της οικείας διαχείρισης.
Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν εμποδίζουν τη λήψη από την αρμόδια δημόσια υπηρεσία κάθε νόμιμου μέτρου προς εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.
Άρθρο 117
Δυστροπούντες υπόλογοι Οι χρηματικές κυρώσεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 116 μπορεί να επιβληθούν σε βάρος και κάθε λογοδοτούντος στο Ελεγκτικό Συνέδριο υπολόγου, σε περίπτωση σοβαρής παράβασης των υποχρεώσεών του ή μη συμμόρφωσής του με τις εντολές και οδηγίες των αρμόδιων οργάνων του Συνεδρίου. Για τις πράξεις επιβολής των κυρώσεων αυτών εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 116.
Άρθρο 118
Έκτακτη λογοδοσία δημόσιων υπολόγων
Κάθε έκθεση ελέγχου διαχείρισης δημόσιου υπολόγου κοινοποιείται στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Το αρμόδιο Τμήμα Ελέγχων, ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας καθ’ ύλην Υπηρεσίας Επιτρόπου, μπορεί να διατάξει την Υπηρεσία αυτή να επιβεβαιώσει τα ευρήματα που διαλαμβάνονται στην έκθεση ή και να διευρύνει τον έλεγχο.
Το αρμόδιο Τμήμα Ελέγχων αποφαίνεται, ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας για την επεξεργασία των καταγγελιών Υπηρεσίας Επιτρόπου, αν θα δοθεί συνέχεια σε καταγγελία που διατυπώθηκε σε βάρος υπολόγου που υπάγεται στην επιτήρηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Το αρμόδιο Τμήμα Ελέγχων μπορεί, εφόσον συντρέχει σοβαρός κατά την κρίση του λόγος, να διατάξει τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου της διαχείρισης δημόσιου υπολόγου που υπάγεται στην επιτήρησή του. Ο έκτακτος έλεγχος διεξάγεται από τα όργανα που προβλέπονται στο άρθρο 66.
Σε περίπτωση υπόνοιας διαχειριστικών ανωμαλιών, ο υπόλογος μπορεί να υποχρεωθεί από τον αρμόδιο Επίτροπο στην υποβολή λογαριασμών, μέσα σε τακτή προθεσμία και πριν από τη λήξη του οικονομικού έτους ή της διαχείρισης αυτού.
Άρθρο 119
Ενσωμάτωση των λογαριασμών λογοδοσίας των δημόσιων υπολόγων στους ετήσιους λογαριασμούς του φορέα όπου υπηρετούν Οι ετήσιοι λογαριασμοί των υπολόγων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται στον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενσωματώνονται ως υποκείμενοι λογαριασμοί στους ετήσιους συγκεντρωτικούς λογαριασμούς του φορέα όπου υπηρετούν. Οι λογαριασμοί αυτοί μπορεί να ελεγχθούν από το Ελεγκτικό Συνέδριο αυτοτελώς ή ως μέρος του συνολικού ετήσιου λογαριασμού διαχείρισης του φορέα.
Άρθρο 120
Λογαριασμοί οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου
Ως ετήσιοι λογαριασμοί των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου νοούνται οι απολογισμοί, οι ισολογισμοί και οι άλλες οικονομικές καταστάσεις τους, σύμφωνα με τις διατάξεις που τους διέπουν.
Οι λογαριασμοί της παρ. 1, αρμοδίως εγκεκριμένοι και με τις τυχόν εκθέσεις ορκωτών λογιστών - ελεγκτών επ’ αυτών, υποβάλλονται στο Ελεγκτικό Συνέδριο το επόμενο έτος από αυτό της διαχειριστικής περιόδου, όσον αφορά στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αυτών μέχρι το τέλος του μηνός Οκτωβρίου, και όσον αφορά στα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου μέχρι το τέλος του μηνός Δεκεμβρίου.
Κατά τα λοιπά, για τους λογαριασμούς της παρ. 1 εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 114, 116, 117 και 118.
Άρθρο 121
Περιοδικότητα του ελέγχου
Ο έλεγχος των δημόσιων διαχειρίσεων μπορεί να είναι είτε ετήσιος τακτικός και δειγματοληπτικός ή καθολικός, εάν ειδικοί λόγοι επιβάλλουν τη γενίκευσή του και διενεργείται μετά το τέλος κάθε οικονομικής χρήσης, είτε έκτακτος γενικός ή ειδικός ή θεματικός.
Οι έλεγχοι των λογαριασμών των διαχειρίσεων του Δημοσίου προγραμματίζονται ώστε τα αποτελέσματά τους να συμπεριληφθούν στην έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί του Απολογισμού, του Ισολογισμού και των λοιπών χρηματοοικονομικών καταστάσεων του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 53.
Ο έλεγχος των λοιπών, εκτός εκείνων του Δημοσίου, δημόσιων διαχειρίσεων που δεν ελέγχθηκαν εντός της προβλεπόμενης στην παρ. 3 του άρθρου 99 τετραετίας επιτρέπεται, με την επιφύλαξη της συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής σύμφωνα με το άρθρο 152, μόνον αν αυτό προβλεφθεί θεματικά και δειγματοληπτικά σε επόμενο πρόγραμμα ελέγχων ή αν διαταχθεί έκτακτος έλεγχος.
Άρθρο 122
Αντικείμενο και μεθοδολογία του ελέγχου
Κατά τον έλεγχο των δημόσιων διαχειρίσεων ελέγχεται η αξιοπιστία των λογαριασμών, όπου αποτυπώνονται και εξετάζονται η νομιμότητα και κανονικότητα των συναλλαγών, που διενεργήθηκαν κατά την ελεγχόμενη χρήση.
Ο έλεγχος διενεργείται σύμφωνα με τις αρχές και τα πρότυπα του Διεθνούς Οργανισμού Ανωτάτων Ελεγκτικών Θεσμών.
Αν ο Επίτροπος κρίνει ότι το σύστημα εσωτερικού ελέγχου του φορέα που υπάγεται στην ελεγκτική αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου λειτούργησε αποτελεσματικά κατά το κρίσιμο οικονομικό έτος, περιορίζοντας στο ελάχιστο τον δημοσιονομικό κίνδυνο, μπορεί, ύστερα από έγκριση του αρμόδιου Τμήματος Ελέγχων, να μην ασκήσει έλεγχο στις συναλλαγές που διενεργήθηκαν κατά τη διάρκειά του.
Άρθρο 123
Διαχειριστικά στοιχεία
Για τις ανάγκες των ελέγχων, τα διαχειριστικά στοιχεία φυλάσσονται, σύμφωνα με το άρθρο 68, με ευθύνη των υπολόγων, στα καταστήματα των υποκείμενων σε έλεγχο υπηρεσιών ή φορέων.
Αν ζητηθεί από την αρμόδια Υπηρεσία Επιτρόπου, τα ανωτέρω στοιχεία πρέπει, ανάλογα με το αίτημα, είτε να διαβιβασθούν αμελλητί σε αυτήν είτε να παρασχεθεί απρόσκοπτη πρόσβαση σε αυτά στους ελεγκτές που έχουν ορισθεί προς τούτο.
Κατά όσων, παρά την υποχρέωση της παρ. 2, παρακρατούν τα αναγκαία για τη διενέργεια των ελέγχων διαχειριστικά στοιχεία, μπορεί να επιβληθούν οι χρηματικές κυρώσεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 116, εφαρμοζομένου κατά τα λοιπά αναλόγως του ιδίου άρθρου. Μπορεί επίσης να ζητηθεί από τον αρμόδιο Επίτροπο η πειθαρχική δίωξή τους.
Αν οι ανωτέρω εξακολουθούν να μη συμμορφώνονται με την υποχρέωση της παρ. 2, μπορεί, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, να καταλογισθούν από το αρμόδιο κατά το άρθρο 149 όργανο με ποσό μέχρι του συνολικού ύψους της διαχείρισης ή των συναλλαγών για τις οποίες δεν τέθηκαν υπόψη του Ελεγκτικού Συνεδρίου τα διαχειριστικά στοιχεία που είχαν ζητηθεί.
Άρθρο 124
Διαδικασία διενέργειας του ελέγχου
Ο έλεγχος επιτρέπεται να διενεργείται στο κατάστημα της ελεγχόμενης υπηρεσίας ή φορέα και δεν αποκλείεται να περιλαμβάνει και άλλες επιτόπιες επιθεωρήσεις και έρευνες, εφαρμοζομένου κατά τα λοιπά του άρθρου 72.
Για τις ελλείψεις που διαπιστώνονται ή τις αμφιβολίες που δημιουργούνται κατά τον έλεγχο, συντάσσεται φύλλο μεταβολών και ελλείψεων που αποστέλλεται αρμοδίως για την αναπλήρωση των διαπιστούμενων ελλείψεων και την παροχή των απαιτούμενων πληροφοριών εντός προθεσμίας όχι μεγαλύτερης των δεκαπέντε (15) ημερών, η οποία μπορεί να παραταθεί για εύλογο χρόνο.
Άρθρο 125
Έκθεση ελέγχου
Με βάση τις διαπιστώσεις του ελέγχου σε συνδυασμό με τις πληροφορίες που παρέχονται από τα δημοσιονομικώς υπεύθυνα πρόσωπα επί των φύλλων μεταβολών και ελλείψεων της παρ. 2 του άρθρου 124, ο Επίτροπος συντάσσει έκθεση για τα αντικείμενα που ελέγχθηκαν και, αν συντρέχει περίπτωση, διατυπώνει ελεγκτική γνώμη για την ορθότητα και αξιοπιστία των λογαριασμών της διαχείρισης. Η έκθεση υπόκειται σε έλεγχο ποιότητας, όπως προβλέπεται στον κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας των υπηρεσιών διοίκησης και ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Αν από την επαλήθευση του υπολοίπου της διαχείρισης ή τον έλεγχο της νομιμότητας και κανονικότητας των συναλλαγών διαπιστωθεί έλλειμμα κατά την έννοια του άρθρου 141, ο Επίτροπος προβαίνει στις ενέργειες του άρθρου 149.
Με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ορίζεται ότι διαφορές που προκύπτουν από τον έλεγχο των διαχειρίσεων σε πίστωση ή χρέωση των οικείων λογαριασμών και είναι κατώτερες ορισμένου ποσού διαγράφονται και οι λογαριασμοί αυτοί εξισώνονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ίδια απόφαση.
Άρθρο 126
Καταστροφή ή απώλεια υποβληθέντων διαχειριστικών στοιχείων
Ο έλεγχος των διαχειρίσεων των οποίων τα στοιχεία καταστράφηκαν ή απωλέσθηκαν ολικά ή μερικά στο Ελεγκτικό Συνέδριο από ανώτερη βία ή τυχαίο γεγονός και των οποίων η απώλεια ή καταστροφή διαπιστώνεται με πράξη του αρμόδιου Επιτρόπου, ενεργείται κατά τα
Με τις αποφάσεις αυτές ορίζονται τα στοιχεία που θα υποβληθούν σε αναπλήρωση εκείνων που απωλέσθηκαν ή καταστράφηκαν, οι υπόχρεοι και η προθεσμία για την υποβολή τους, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΈΛΕΓΧΟΣ ΕΙΔΙΚΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ
Άρθρο 127
Εφαρμοζόμενες διατάξεις Για τον έλεγχο των λογαριασμών του Ειδικού Λογαριασμού Εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων ισχύει το άρθρο 27 του ν. 992/1979 (Α’ 280).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’
EΛΕΓΧΟΙ ΕΣΟΔΩΝ
Άρθρο 128
Έλεγχος εσόδων Δημοσίου Το Ελεγκτικό Συνέδριο παρακολουθεί την είσπραξη των δημοσίων εσόδων και ελέγχει τους σχετικούς λογαριασμούς των δημόσιων ταμείων για την προετοιμασία της έκθεσης επί του Απολογισμού και του Ισολογισμού του Κράτους.
Άρθρο 129
Έλεγχος είσπραξης εσόδων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών τους προσώπων
Ο αρμόδιος Επίτροπος, κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, μπορεί να παρακολουθεί την κανονική είσπραξη των εσόδων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών τους προσώπων και να ασκεί τον έλεγχο για την είσπραξη των νομίμως βεβαιωθέντων χρεών, οφειλών ή προστίμων σε βάρος τρίτων.
Σε περίπτωση, που διαπιστώσει αδράνεια είσπραξής τους από τα αρμόδια όργανα διοίκησης ή τις οικονομικές υπηρεσίες, καλεί τούτους, με έγγραφό του που κοινοποιείται στον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και στον Επόπτη Ο.Τ.Α., να ενεργήσουν μέσα σε τασσόμενη εύλογη προθεσμία για την είσπραξη τούτων.
Άρθρο 130
Ευθύνη υπαλλήλων Αν από δόλο ή βαρεία αμέλεια των υπαλλήλων των οικονομικών υπηρεσιών η αδράνεια συνεχίζεται, με συνέπεια να προκληθεί ζημία στην περιουσία των ανωτέρω οργανισμών και νομικών προσώπων, οι υπάλληλοι αυτοί παραπέμπονται στο Ελεγκτικό Συνέδριο για τον καταλογισμό τους, σύμφωνα με το άρθρο 118 του ν. 4700/2020 (Α’ 127).
Άρθρο 131
Επέκταση εξόφλησης του ελέγχου εσόδων και στα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση εποπτεύοντος Υπουργού, μπορεί να υπαχθούν στον έλεγχο του παρόντος και άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Άρθρο 132
Έλεγχος χαρακτηρισμού οφειλών προς το Δημόσιο ως ανεπίδεκτων είσπραξης και διαγραφής αυτών
Ο έλεγχος από το Ελεγκτικό Συνέδριο της διαγραφής ή του χαρακτηρισμού ως ανεπίδεκτων είσπραξης των κάθε είδους ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο διενεργείται από την Υπηρεσία Επιτρόπου που είναι αρμόδια για τον έλεγχο των δημόσιων εσόδων.
Αντίστοιχη διαδικασία ελέγχου τηρείται και για τη διαγραφή ή τον χαρακτηρισμό ως ανεπίδεκτων είσπραξης των κάθε είδους ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Η διαδικασία διενεργείται από την αρμόδια για τον έλεγχο του φορέα Υπηρεσία Επιτρόπου.
Αμφισβητήσεις που εγείρονται κατά τον έλεγχο από τον αρμόδιο Επίτροπο ή που ανακύπτουν μεταξύ του Επιτρόπου και των ελεγχομένων επιλύονται από το αρμόδιο Τμήμα Ελέγχων, όπως προβλέπεται στον κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας των υπηρεσιών διοίκησης και ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’
EΛΕΓΧΟΙ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΠΛΗΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΩΝ
Άρθρο 133
Διαδικασία υποβολής στο Ελεγκτικό Συνέδριο Εντός έξι (6) μηνών το αργότερο από τη λήξη του οικονομικού έτους, ο Προϊστάμενος Οικονομικών Υπηρεσιών κάθε φορέα που προέβη στην έκδοση χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής, διαβιβάζει στην αρμόδια Υπηρεσία Επιτρόπου κατάσταση με τα χρηματικά εντάλματα προπληρωμής που εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους αυτού. Η ανωτέρω κατάσταση περιλαμβάνει, για κάθε χρηματικό ένταλμα προπληρωμής, κατ’ ελάχιστο, τον αριθμό, την ημεροχρονολογία έκδοσης, το ποσό, το ονοματεπώνυμο και τα λοιπά στοιχεία ταυτοποίησης του υπολόγου, την προθεσμία απόδοσης λογαριασμού, την ημεροχρονολογία υποβολής από τον υπόλογο των δικαιολογητικών για την τακτοποίηση του εντάλματος και το αποτέλεσμα της εκκαθάρισης από τον φορέα των δαπανών που διενεργήθηκαν από το προϊόν του εντάλματος. Για τις περιπτώσεις αντικειμενικής αδυναμίας απόδοσης λογαριασμού, στην κατάσταση αυτήν επισυνάπτεται επίσης η πορισματική έκθεση της παρ. 3 του άρθρου 103 του ν. 4270/2014 (Α’ 143).
Άρθρο 134
Ενέργειες Επιτρόπου
Ύστερα από την επαλήθευση των στοιχείων της κατάστασης και την αξιολόγηση των πορισματικών εκθέσεων που, σύμφωνα με το άρθρο 133, έχουν επισυναφθεί σε αυτήν, ο Επίτροπος εκδίδει, για όσα χρηματικά εντάλματα προπληρωμής έχουν συμπληρωθεί τρεις (3) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας απόδοσης λογαρια και ελλείψεων, που κοινοποιείται στον υπόλογο και με το οποίο του τάσσεται προθεσμία για την υποβολή των δικαιολογητικών αυτών. Η ανωτέρω προθεσμία μπορεί να παραταθεί, ύστερα από αίτηση του υπολόγου, για εύλογο κατά την κρίση του Επιτρόπου χρόνο, δεν μπορεί όμως να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες από την κοινοποίηση στον υπόλογο του φύλλου μεταβολών και ελλείψεων. Αν η προθεσμία που τάχθηκε παρέλθει άπρακτη, ο Επίτροπος προβαίνει στις ενέργειες του άρθρου 149.
Για όσα χρηματικά εντάλματα προπληρωμής αποδόθηκε λογαριασμός, επιλέγεται από τον Επίτροπο δείγμα των ενταλμάτων και των δικαιολογητικών τακτοποίησής τους που θα ελεγχθούν από αυτόν. Στο ανωτέρω δείγμα περιλαμβάνονται υποχρεωτικά τα χρηματικά εντάλματα προπληρωμής για τα οποία τα δικαιολογητικά τακτοποίησης υποβλήθηκαν μετά τη λήξη της προθεσμίας απόδοσης λογαριασμού, καθώς και εκείνα για τα οποία οι δαπάνες απορρίφθηκαν από τα αρμόδια για την αναγνώριση και εκκαθάρισή τους όργανα του φορέα. Ο έλεγχος του δείγματος περατώνεται με τη σύνταξη έκθεσης εντός έξι (6) μηνών από τη διαβίβαση στην Υπηρεσία Επιτρόπου των αναγκαίων για τη διενέργειά του στοιχείων.
Αν κατά τον έλεγχο διαπιστωθεί έλλειμμα, το αρμόδιο κατά το άρθρο 149 όργανο εκδίδει καταλογιστική πράξη, ύστερα από τήρηση της προδικασίας της παρ. 2 του άρθρου 124.
Κατά των πράξεων των παρ. 1 και 3 επιτρέπεται η άσκηση έφεσης σύμφωνα με τα άρθρα 111 έως 117 του ν. 4700/2020 (Α’ 127).
Με την επιφύλαξη της παρ. 3, η περάτωση του ελέγχου του δείγματος συνεπάγεται την απαλλαγή των υπολόγων όλων των χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής για τα οποία, σύμφωνα με την κατάσταση του άρθρου 133, αποδόθηκε λογαριασμός.
Οι διατάξεις των παρ. 1 έως 5 εφαρμόζονται αναλόγως και για όσους διαχειρίζονται με οποιονδήποτε τρόπο δημόσια χρήματα, που προκαταβάλλονται με την υποχρέωση απόδοσης λογαριασμού, έστω και χωρίς έκδοση χρηματικού εντάλματος προπληρωμής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’
EΛΕΓΧΟΙ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΚΡΑΤΗΣΗΣ
Άρθρο 135
Αρμοδιότητα Επιτρόπων Οι Επίτροποι που ελέγχουν τα καταστήματα κράτησης είναι αρμόδιοι για την παρακολούθηση των συνθηκών διαβίωσης των κρατουμένων, τον εντοπισμό φαινομένων κακοδιαχείρισης, κατάχρησης, σπατάλης ή διαφθοράς και για την εν γένει διασφάλιση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης των καταστημάτων κράτησης.
Άρθρο 136
Τακτικοί και έκτακτοι έλεγχοι
Οι Επίτροποι που ελέγχουν τα καταστήματα κράτησης ασκούν τακτικούς και έκτακτους ελέγχους στη δημοσιονομική διαχείριση και τις πάγιες προκαταβολές κάθε καταστήματος κράτησης και ελέγχουν αν τα ποσά που δαπανώνται χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς για τους οποίους εγκρίθηκαν ή χορηγήθηκαν. Δικαιούνται άμεσης πρόσβασης σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο στην άσκηση του έργου τους.
Κατά τη διενέργεια των ελέγχων εφαρμόζονται αναλόγως οι περί ελέγχου διατάξεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το τυχόν διαπιστωθέν έλλειμμα καταλογίζεται από τα όργανα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 149.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’
EΛΕΓΧΟΙ ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΝ
Άρθρο 137
Υπαγόμενοι στον έλεγχο φορείς Κάθε έτος οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης υποβάλλουν στο Ελεγκτικό Συνέδριο πίνακα των επιχορηγούμενων ή χρηματοδοτούμενων από αυτούς φορέων και του ύψους της επιχορήγησης ή χρηματοδότησής τους.
Άρθρο 138
Τρόπος διενέργειας του ελέγχου Ο έλεγχος των επιχορηγούμενων και χρηματοδοτούμενων φορέων διενεργείται σύμφωνα με όσα ορίζονται με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’
EΛΕΓΧΟΙ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ
Άρθρο 139
Παροχή υπηρεσιών ελέγχου
Το Ελεγκτικό Συνέδριο δύναται να παρέχει υπηρεσίες ελέγχου διαχείρισης διεθνών οργανισμών στους οποίους συμμετέχει η Ελλάδα και να εκτελεί διεθνή εκπαιδευτικά προγράμματα παροχής ελεγκτικής τεχνογνωσίας σε ελεγκτικούς θεσμούς αντίστοιχους προς το Ελεγκτικό Συνέδριο.
Για την ανάληψη της άσκησης των έργων που αναφέρονται στην παρ. 1 εκδίδεται πράξη του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία προσδιορίζονται κάθε φορά το ειδικότερο αντικείμενο του έργου και οι δικαστικοί λειτουργοί ή υπάλληλοι που αναλαμβάνουν καθήκοντα για την άσκησή του. Οι απασχολούμενοι σε προγράμματα της παρ. 1 λαμβάνουν αποζημιώσεις ή αμοιβές, εφόσον τα προγράμματα αυτά περιέχουν σχετικές προβλέψεις.
Άρθρο 140
Αμοιβή από την παροχή υπηρεσιών
Εάν δεν ορίζεται άλλως στα σχετικά προγράμματα, αποζημιώσεις ή αμοιβές που καταβάλλονται από διεθνείς οργανισμούς ή τρίτες χώρες προς την Ελλάδα για την άσκηση των έργων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 139, κατατίθενται σε έντοκο λογαριασμό και περιέρχονται σε κοινό ταμείο που τηρείται από τριμελή Επιτροπή, η οποία συγκροτείται με πράξη του Προέδρου από δικαστές. η καταβολή αποζημιώσεων ή αμοιβών στους ίδιους τους απασχολούμενους δικαστικούς λειτουργούς και υπαλλήλους, αυτοί οφείλουν να καταθέσουν το σαράντα τοις εκατό (40%) των εν λόγω αμοιβών ή αποζημιώσεων στον προαναφερόμενο έντοκο λογαριασμό. Από τον λογαριασμό αυτό μπορεί, με πράξη του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, να πληρώνονται δαπάνες διεθνών σχέσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Τον λογαριασμό διαχειρίζεται η ανωτέρω Επιτροπή. Από τους πόρους του λογαριασμού αυτού ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) περιέρχεται στα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού.
Αν διατίθενται ποσά από τον κρατικό προϋπολογισμό στο Ελεγκτικό Συνέδριο για σχέσεις εθιμοτυπίας και οργάνωση διεθνών συνεδρίων, τα χρήματα αυτά κατατίθενται σε κοινό λογαριασμό. Η Επιτροπή της παρ. 1 διαχειρίζεται τα χρήματα του πρώτου εδαφίου και αποδίδει λογαριασμό κατ’ έτος.
ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ
ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΙ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ
Άρθρο 141
Ορισμός και διακρίσεις ελλειμμάτων
Έλλειμμα στη δημόσια διαχείριση είναι οποιαδήποτε έλλειψη χρημάτων, αξιών και υλικού που διαπιστώνεται με τη νόμιμη διαδικασία, καθώς και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση θεωρείται έλλειμμα από τον νόμο.
Τα ελλείμματα στη δημόσια διαχείριση διακρίνονται: (α) σε υλικά ελλείμματα ταμείου, χαρτοφυλακίου ή αποθήκης, (β) σε ελλείμματα λόγω παράτυπης πληρωμής ή διάθεσης αξιών ή εξόδου υλικού από την αποθήκη, (γ) σε ελλείμματα λόγω μη νόμιμης διαχείρισης που δεν εντάσσονται στις περ. α’ και β’.
Άρθρο 142
Υπεύθυνα πρόσωπα
Για τα υλικά ελλείμματα ταμείου, χαρτοφυλακίου ή αποθήκης ευθύνονται οι υπόλογοι οι οποίοι είχαν αναλάβει τη φύλαξη, αντιστοίχως, των χρημάτων, αξιών ή του υλικού που ελλείπουν.
Για ελλείμματα λόγω παράτυπης πληρωμής χρημάτων ή διάθεσης αξιών ή εξόδου υλικού από την αποθήκη ευθύνονται: (α) ο ταμίας που πραγματοποίησε την παράτυπη πληρωμή, αν όφειλε, λόγω των καθηκόντων του, όπως ορίζεται ειδικώς στον νόμο, να διαπιστώσει το παράτυπο της πληρωμής, (β) ο διαχειριστής χαρτοφυλακίου ή υλικού, υπόλογος για τη φύλαξη αυτών, αν τα διέθεσε χωρίς την τήρηση των ειδικών καθηκόντων του, (γ) ο εκκαθαριστής και ο εντολέας της πληρωμής και οι αντίστοιχοι προς αυτούς επί διαχείρισης αξιών ή υλικού, λόγω σφαλμάτων κατά την εκκαθάριση ή την εντολή που υπάγονταν στη σφαίρα της δικής τους ευθύνης.
Ευθύνη κατά τις παρ. 1 και 2 υπέχει και όποιος διενήργησε τις πράξεις αυτές χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση.
Για τα ελλείμματα λόγω μη νόμιμης διαχείρισης που δεν εντάσσονται στις περιπτώσεις των παρ. 1 και 2, ευθύνονται τα πρόσωπα που έλαβαν μη νόμιμη απόφαση νομικής δέσμευσης η οποία στη συνέχεια οδήγησε σε εκταμίευση δημόσιου χρήματος ή σε διάθεση αξιών ή υλικού.
Άρθρο 143
Συνευθυνόμενοι Συνευθυνόμενοι στην πρόκληση του ελλείμματος θεωρούνται τα πρόσωπα που, λόγω των αρμοδιοτήτων τους ή της ανάμειξής τους με οποιονδήποτε τρόπο στη διαχειριστική διαδικασία, συντέλεσαν αποφασιστικά στην πρόκληση του ελλείμματος.
Άρθρο 144
Μέτρο ευθύνης
Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 4, τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 142 και 143 ευθύνονται, αν προκάλεσαν το έλλειμμα από δόλο, βαρεία ή ελαφρά αμέλεια. Δεν θεωρείται ότι ενήργησε υπαιτίως το πρόσωπο που τήρησε τους κανόνες προστασίας του δημόσιου αγαθού, τους οποίους όφειλε να τηρήσει ή απέκλινε από την τήρησή τους δικαιολογημένα.
Η υπαιτιότητα τεκμαίρεται μαχητά στις περιπτώσεις έλλειψης ή απώλειας χρημάτων, αξιών ή υλικού ή επί εσφαλμένης καταμέτρησης αυτών που οδήγησε σε δημιουργία ελλείμματος.
Οι εκκαθαριστές και οι εντολείς πληρωμής ευθύνονται αν προέβησαν σε εκκαθάριση δαπάνης και σε εντολή πληρωμής που στηρίζεται σε δέσμευση πίστωσης που δεν είναι διαθέσιμη στον προϋπολογισμό του φορέα ή σε νομική δέσμευση προδήλως εκτός των αρμοδιοτήτων του οργάνου που έλαβε την απόφαση. Δεν ευθύνονται αν στήριξαν την εκκαθάριση ή την εντολή πληρωμής σε νομοτύπως εκδοθείσες βεβαιώσεις αρμόδιων κατά τον νόμο οργάνων, στις οποίες διαπιστώνεται η συνδρομή των πραγματικών προϋποθέσεων διενέργειας της δαπάνης.
Τα πρόσωπα που έλαβαν μη νόμιμη απόφαση νομικής δέσμευσης, η οποία εκτελέστηκε, ευθύνονται μόνο αν ενήργησαν με δόλο ή βαρεία αμέλεια. Δεν συντρέχει βαρεία αμέλεια όταν η απόφαση αυτή στηρίζεται: α) σε υποστηρίξιμη ερμηνεία του νόμου ή β)σε πλάνη περί τα πράγματα που δεν είναι πρόδηλη ή γ) σε νομικό χαρακτηρισμό που δεν είναι προφανώς εσφαλμένος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΟΣ
Άρθρο 145
Καταλογιζόμενο ποσό και καταλογιστική πράξη
Το ποσό που καταλογίζεται είναι, με την επιφύλαξη του άρθρου 150, το σύνολο του ελλείμματος που διαπιστώθηκε. Έλλειμμα κάθε είδους υλικού καταλογίζεται σε χρήμα, με βάση την τρέχουσα τιμή κατά τον χρόνο του καταλογισμού. Για την τιμή αυτή γνωμοδοτεί ο οικείος διατάκτης.
Άρθρο 146
Πρόσωπα κατά των οποίων εκδίδεται καταλογιστική πράξη Τα πρόσωπα κατά των οποίων εκδίδεται η καταλογιστική πράξη είναι αυτά που συνδέονται αιτιωδώς και κατά τρόπον άμεσο με την πρόκληση του ελλείμματος. Με τα ως άνω πρόσωπα συγκαταλογίζονται και οι συνευθυνόμενοι κατά την έννοια του άρθρου 143. Αν περισσότεροι συνέβαλαν από κοινού στην πρόκληση του ελλείμματος, ευθύνονται εις ολόκληρον.
Άρθρο 147
Τόκοι
Σε βάρος των προσώπων που ευθύνονται για το έλλειμμα καταλογίζονται οι τόκοι που καθορίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Οι τόκοι υπολογίζονται από την ημέρα κατά την οποία εξακριβώθηκε ότι έλαβε χώρα το έλλειμμα και, εφόσον η εξακρίβωση αυτή καθίσταται αδύνατη, από τότε που ανακαλύφθηκε. Αν η εξακρίβωση του ελλείμματος γίνεται μετά τη λήξη του οικονομικού έτους στη διαχείριση του οποίου αναφέρεται το έλλειμμα και είναι αδύνατος ο προσδιορισμός της ημέρας ή του μήνα που έλαβε χώρα τούτο, οι τόκοι υπολογίζονται από τη λήξη του οικονομικού έτους της διαχείρισης. Εφόσον το έλλειμμα συνίσταται στην παράλειψη εισαγωγής των εισπράξεων, οι τόκοι υπολογίζονται από τότε που ο υπεύθυνος όφειλε να εισαγάγει τα εισπραχθέντα στο ταμείο.
Τα πρόσωπα της παρ. 1 απαλλάσσονται των τόκων, εφόσον αποδείξουν ότι το έλλειμμα δεν οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλειά τους.
Άρθρο 148
Καταλογισμός λαβόντων Μη νόμιμες δαπάνες που πληρώθηκαν με οποιονδήποτε τίτλο πληρωμής καταλογίζονται στον λαβόντα: (α) εφόσον έχει συντελέσει υπαίτια στη μη νόμιμη πληρωμή, και (β) ανεξάρτητα από υπαιτιότητα αυτού σε κάθε περίπτωση αχρεώστητης πληρωμής.
Άρθρο 149
Καταλογίζον όργανο
Η Υπηρεσία Επιτρόπου που διενήργησε τον έλεγχο, εκδίδει την πράξη καταλογισμού ύστερα από τήρηση διαδικασίας, που διασφαλίζει πλήρως τα δικαιώματα άμυνας του καταλογιζομένου.
Για ελλείμματα άνω των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, αρμόδιο για τον καταλογισμό είναι Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στην περίπτωση αυτήν, ο Επίτροπος, αφού τηρήσει τη νόμιμη προδικασία, διαβιβάζει στο Κλιμάκιο αίτηση καταλογισμού, η οποία συνοδεύεται από έκθεση ελέγχου και το σχετικό υποστηρικτικό υλικό. Το Κλιμάκιο, χωρίς να επαναλάβει τον έλεγχο, εφόσον κρίνει ότι η αίτηση θεμελιώνεται επαρκώς στα στοιχεία του φακέλου, καλεί τους υπευθύνους σε ακρόαση και στη συνέχεια αποφαίνεται επί της αίτησης καταλογισμού. Αν το Κλιμάκιο κρίνει ότι η αίτηση δεν θεμελιώνεται επαρκώς, αναπέμπει την υπόθεση στον Επίτροπο για τις δικές του περαιτέρω ενέργειες.
Με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να αναπροσαρμόζεται το χρηματικό όριο της παρ. 2, ύστερα από εκτίμηση της αποτελεσματικότερης κατανομής του ελεγκτικού έργου.
Άρθρο 150
Μείωση του καταλογιζόμενου ποσού
Το καταλογίζον όργανο προβαίνει σε σταθμίσεις που επιβάλλονται από την αρχή της δίκαιης ισορροπίας και, αν συντρέχει λόγος, μειώνει ανάλογα το ποσό του καταλογισμού. Κατά τις σταθμίσεις συνεκτιμώνται ιδίως, η βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης, ο βαθμός υπαιτιότητας, η σαφήνεια του νομικού πλαισίου και το επελθόν δημοσιονομικό αποτέλεσμα.
Το καταλογίζον όργανο, όταν αποφασίζει για τη μείωση του καταλογιζόμενου ποσού, συνεκτιμά υποχρεωτικά τα τυχόν οργανωτικά σφάλματα ή αδυναμίες της υπηρεσίας εντός της οποίας ενήργησε ο καταλογιζόμενος.
Στις περιπτώσεις, όπου το έλλειμμα οφείλεται σε κακή φύλαξη, εσφαλμένη καταμέτρηση, εσφαλμένο αριθμητικό υπολογισμό ή ανακρίβεια στην εγγραφή ή μεταφορά αριθμών από λογαριασμό σε λογαριασμό, το ποσό του καταλογιζόμενου ελλείμματος μπορεί να μειωθεί από το καταλογίζον όργανο, αν αυτό δεχθεί ότι το σφάλμα είναι σύνηθες, λόγω πολυπλοκότητας των ενεργειών εντός των οποίων παρεισέφρησε.
Αν το έλλειμμα οφείλεται σε ενέργειες του δημοσιονομικώς υπευθύνου για τις οποίες καταδικάστηκε αμετάκλητα από την ποινική δικαιοσύνη, δεν διενεργείται καμία μείωση.
Επιτρέπεται σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις εξαιρετικώς η λελογισμένη μείωση του καταλογιζόμενου ποσού και από λόγους επιείκειας, όταν ο καταλογισμός του υπευθύνου θα επιφέρει συνέπειες στον ίδιο ή τους οικείους του που δεν μπορεί να γίνουν ανεκτές σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να καθορίζονται αριθμητικά συντελεστές βαρύτητας και ποσοστώσεις για τη μείωση του καταλογιζόμενου ποσού, βάσει των αρχών και κριτηρίων των παρ. 1 έως 5.
Μείωση του ποσού μπορεί να γίνει και στις περιπτώσεις του άρθρου 148 με ανάλογη εφαρμογή των κριτηρίων της παρ. 1 για τους παρανόμως λαβόντες και με βάση την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την αρχή της χρηστής διοίκησης για τους αχρεωστήτως λαβόντες.
Άρθρο 151
Εκτέλεση πράξεων
Οι πράξεις της Υπηρεσίας Επιτρόπου ή του Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου που εκδίδονται σύμφωνα δικαστήρια και τα ποσά που καταλογίζονται με τις πράξεις αυτές εισπράττονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, όπως ισχύει κάθε φορά.
Η κοινοποίηση των πράξεων της παρ. 1 στους αποδέκτες διενεργείται με μέριμνα της Υπηρεσίας Επιτρόπου ή της Γραμματείας του Κλιμακίου, αντίστοιχα. Αντίγραφα των πράξεων διαβιβάζονται στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τυχόν άσκηση ένδικων μέσων από αυτόν.
Άρθρο 152
Παραγραφή αξίωσης για αναπλήρωση ελλείμματος
Η αξίωση αναπλήρωσης διαχειριστικού ελλείμματος με την έκδοση καταλογιστικής πράξης από κάθε αρμόδιο όργανο παραγράφεται μετά την πάροδο δέκα (10) ετών από τη λήξη του οικονομικού έτους, εντός του οποίου δημιουργήθηκε το έλλειμμα.
Η κοινοποίηση του φύλλου μεταβολών και ελλείψεων δεν διακόπτει την παραγραφή. Αν εντός του τελευταίου εξαμήνου του χρόνου παραγραφής κοινοποιηθεί στον υπόχρεο φύλλο μεταβολών και ελλείψεων, η αξίωση παραγράφεται με την πάροδο έξι (6) μηνών από τη συμπλήρωση της δεκαετίας.
Αν αίτηση καταλογισμού εισαχθεί στο αρμόδιο για τον καταλογισμό Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής των παρ. 1 και 2, η αξίωση σε καμία περίπτωση δεν παραγράφεται πριν από την παρέλευση έτους από την εισαγωγή της αίτησης στο Κλιμάκιο.
Η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από λόγο ανωτέρας βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου παραγραφής της παρ. 1. Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής. Όταν πάψει η αναστολή, η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμία όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι (6) μήνες.
Αν το διαχειριστικό έλλειμμα προήλθε από αξιόποινη πράξη για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης του ποινικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας ποινικής δίωξης.
Άρθρο 153
Ανάκληση πράξεων
Το αρμόδιο, σύμφωνα με το άρθρο 149 όργανο, δύναται αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, να ανακαλεί ή τροποποιεί οποτεδήποτε τις πράξεις του, εφόσον εμφιλοχώρησε πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα ή λογιστικό λάθος ή τέθηκαν υπόψη του νεότερα στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι η έκδοσή τους στηρίχθηκε σε προϋποθέσεις που δεν υπήρχαν.
Εφόσον έχει ασκηθεί έφεση, η ανάκληση ή τροποποίηση της πράξης επιτρέπεται μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο.
Κατά των πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με την παρ. 1, χωρεί έφεση από όποιον έχει έννομο συμφέρον ή τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας.
Οι πράξεις επιβολής χρηματικών κυρώσεων των άρθρων 116, 117 και της παρ. 3 του άρθρου 123, καθώς και οι καταλογιστικές πράξεις του άρθρου 134 μπορεί να ανακληθούν σύμφωνα με τις παρ. 1, 2 και 3.
ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
Άρθρο 154
Προσωποπαγείς θέσεις δόκιμων Εισηγητών Οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, όταν οι κενές οργανικές θέσεις εισηγητών στο Ελεγκτικό Συνέδριο δεν επαρκούν, διορίζονται σε προσωποπαγείς θέσεις. Οι θέσεις αυτές συστήνονται με την απόφαση διορισμού και καταργούνται μόλις κενωθούν αντίστοιχες οργανικές.
Άρθρο 155
Προσωρινή κάλυψη θέσεων Αντεπιτρόπων Αν το σύνολο των κενών θέσεων των Αντεπιτρόπων δεν πληρωθεί με διορισμό, σύμφωνα με το άρθρο 71Α του ν. 1756/1988 (Α’ 35), μπορεί με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, να ανατίθεται προσωρινά και για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη η άσκηση καθηκόντων Αντεπιτρόπου σε Σύμβουλο.
Άρθρο 156
Ειδική άδεια επιμόρφωσης Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί να χορηγείται ειδική άδεια σε δικαστές ή υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μέχρι έξι (6) κατ’ έτος, οι οποίοι γνωρίζουν μία από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να απασχοληθούν για επιμορφωτικούς σκοπούς ή για απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο. Κατά τη διάρκεια της ειδικής αυτής άδειας, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους πέντε (5) μήνες, καταβάλλονται στους δικαστές ή υπαλλήλους αυτούς οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές της οργανικής τους θέσης.
Άρθρο 157
Πλήρωση θέσεων Γενικών Συντονιστών και Επιτρόπων
Οι θέσεις των Γενικών Συντονιστών Επιτρόπων πληρούνται με προαγωγή από τους υπηρετούντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο Επιτρόπους, που έχουν εικοσιπενταετή τουλάχιστον συνολική υπηρεσία σε αυτό, από την οποία τριετή τουλάχιστον στον βαθμό του Επιτρόπου.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)