Νόμοι — ΦΕΚ A' 130/2021

Type Νόμος
Publication 2021-07-24
Τελευταία ενημέρωση 2021-07-23
State In force
Source ΦΕΚ
articles 415
Reform history JSON API
2.

Οι θέσεις των Επιτρόπων πληρούνται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, με μετάταξη, κατόπιν αιτήσεως από τους υπηρετούντες στο Ελεγκτικό άνω των δεκαπέντε (15) ετών υπηρεσία σε αυτό. Οι μεταταχθέντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο υπάλληλοι απαιτείται, για να καταλάβουν θέση Προϊσταμένου Τμήματος, να υπηρετήσουν στο Ελεγκτικό Συνέδριο πέντε (5) έτη και, για να καταλάβουν θέση Επιτρόπου, τρία (3) έτη σε θέση Προϊσταμένου Τμήματος και συνολική δημόσια υπηρεσία τουλάχιστον δεκαοκτώ (18) ετών.

3.

Οι επιλεγόμενοι, κατά την ανωτέρω διαδικασία, Επίτροποι τοποθετούνται εκ περιτροπής, σε κενές θέσεις Υπηρεσιών Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκτός της Περιφέρειας Αττικής και της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, όπου υπηρετούν επί ένα (1) έτος, μη συνυπολογιζομένου του χρόνου αναρρωτικής άδειας. Σε περίπτωση υποβολής αιτήσεως για μετάθεση σε θέσεις Υπηρεσιών Επιτρόπων της Περιφέρειας Αττικής και της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, συνεκτιμάται ο χρόνος υπηρεσίας τους σε παραμεθόριες και νησιωτικές περιοχές της Χώρας.

4.

Οι Επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου που υπηρετούν σε Υπηρεσίες αυτού, εκτός της Περιφέρειας Αττικής και της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, μετατίθενται υποχρεωτικά και χωρίς αίτησή τους από το αρμόδιο Πενταμελές Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ύστερα από τη συμπλήρωση επτά (7) ετών υπηρεσίας από της εμφανίσεώς τους στην Υπηρεσία στην οποία υπηρετούν. Η μετάθεση αυτή γίνεται κατά προτίμηση σε Υπηρεσία Επιτρόπου Περιφερειακής Ενότητας, η οποία υπάγεται στην ίδια διοικητική περιφέρεια στην οποία ανήκει η Περιφερειακή Ενότητα από την οποία μετατίθεται, αν υπάρχει κενή θέση Επιτρόπου, άλλως σε κενή θέση Επιτρόπου Υπηρεσίας Περιφερειακής Ενότητας της πλησιέστερης Διοικητικής Περιφέρειας ή στην Κεντρική Υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Αίτηση προτίμησης του Επιτρόπου, ο οποίος μετατίθεται υποχρεωτικά, συνεκτιμάται από το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που λαμβάνεται μετά από σύμφωνη γνώμη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, το οποίο αποφαίνεται ύστερα από αίτηση σε αυτό του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Επίτροπος μπορεί να απαλλαγεί από την άσκηση των καθηκόντων του για σοβαρό λόγο αναγόμενο σε πλημμελή άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, που διαπιστώνεται με έκθεση του αρμόδιου για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης οργάνου, ή σε αδυναμία ασκήσεως των καθηκόντων του για λόγους υγείας. Στην περίπτωση αυτήν, ο Επίτροπος μετατάσσεται σε θέση Προϊσταμένου Τμήματος ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας, εκτός αν το Υπηρεσιακό Συμβούλιο με αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει διαφορετικά.

Άρθρο 158

Συμμετοχή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου στις δαπάνες λειτουργίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου Με Προεδρικά Διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του αρμόδιου υπουργού και του Υπουργού Δικαιοσύνης, δύναται να καθορίζεται η συμμετοχή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου στις δαπάνες λειτουργίας των υπηρεσιών του Ελεγκτικού Συνεδρίου είτε σε ποσοστό επί των ελεγχόμενων δαπανών είτε με άλλον τρόπο.

Άρθρο 159

Ανάκληση θεωρήσεων

1.

Η ανάκληση θεωρήσεων χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής δαπανών, που έχουν θεωρηθεί από Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο πλαίσιο προληπτικού ελέγχου των δαπανών του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, επιτρέπεται, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 153.

2.

Η ανάκληση των θεωρήσεων της παρ. 1 μπορεί να ζητηθεί και με αίτηση του Υπουργού Οικονομικών ή των κατά νόμον εξουσιοδοτημένων από αυτόν οργάνων. Στην περίπτωση αυτήν ως λόγος ανάκλησης προβάλλεται ο εντοπισμός, κατά τη διενέργεια επιγενόμενων διοικητικών ελέγχων, νέων κρίσιμων στοιχείων που στοιχειοθετούν εξ αντικειμένου την απόρριψη της εντελλόμενης με το θεωρηθέν ένταλμα δαπάνης.

3.

Αρμόδιος για την ανάκληση, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 είναι ο Επίτροπος της Υπηρεσίας Επιτρόπου στην οποία είχε υποβληθεί για έλεγχο το θεωρηθέν χρηματικό ένταλμα. Αν το ένταλμα θεωρήθηκε ύστερα από πράξη Κλιμακίου ή Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία επιλύθηκε διαφωνία υπέρ της θεώρησής του, για την ανάκληση αποφαίνεται το αρμόδιο Τμήμα Ελέγχων.

Άρθρο 160

Καταστροφή δικαιολογητικών και λοιπών εγγράφων

1.

Τα διαχειριστικά στοιχεία φυλάσσονται μέχρι τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 152 και τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 163. Αν έχει εκδοθεί πράξη καταλογισμού, η φύλαξή τους παρατείνεται μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης για τη δημοσιονομική διαφορά.

2.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται, και πριν από την παρέλευση των προθεσμιών της παρ. 1, η καταστροφή των παραπάνω δικαιολογητικών που έχουν ελεγχθεί, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση της Ολομέλειας του

3.

Με αποφάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στον τρόπο χαρακτηρισμού των σχετικών φακέλων ή εγγράφων του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως διατηρητέων στο διηνεκές ή για ορισμένο χρονικό διάστημα ή δυνάμενων να καταστραφούν αμέσως ή ύστερα από ορισμένο χρόνο. Με όμοιες αποφάσεις ρυθμίζονται επίσης θέματα, που αφορούν στον χρόνο διατήρησης των εγγράφων και των δικαιολογητικών και τον καθορισμό του χρόνου λήξης της υπηρεσιακής τους χρησιμότητας, την απολύμανση ορισμένων φακέλων και τη δαπάνη που απαιτείται για τον σκοπό αυτόν, τη σύσταση επιτροπών από υπαλλήλους με σκοπό την παραπάνω εκκαθάριση, καθώς και συνεργείων από υπαλλήλους βοηθητικών των επιτρο της παρ. 3 μη διατηρητέα και δυνάμενα να καταστραφούν, εκποιούνται με δημοπρασία ως άχρηστο χαρτί με σκοπό την πολτοποίησή τους. Οποιαδήποτε άλλη χρήση τους απαγορεύεται. Στην έννοια των εγγράφων του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να περιλαμβάνονται και ηλεκτρονικά, κατά το άρθρο 2 του ν. 4727/2020 (Α’ 184), έγγραφα. Για τον τρόπο εκκαθάρισης και απόσβεσης των ηλεκτρονικών ιχνών αυτών ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 11 του π.δ. 25/2014 (Α’ 44).

5.

Ο τρόπος προκήρυξης και διεξαγωγής της δημοπρασίας της παρ. 4, οι εγγυήσεις που απαιτούνται για τη συμμετοχή σε αυτήν και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια μπορεί να καθορίζονται με Προεδρικό Διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

6.

Μετά τον χαρακτηρισμό των εγγράφων ως δυνάμενων να καταστραφούν και πριν από την εκποίησή τους για πολτοποίηση, καλείται υποχρεωτικά με έγγραφη απόδειξη η Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους, προκειμένου να επιλέξει τα έγγραφα που τυχόν παρουσιάζουν ιστορικό ενδιαφέρον, να εκδώσει τη σχετική άδεια καταστροφής για το υπό εκκαθάριση αρχειακό υλικό και να μεταφέρει τα επιλεγέντα έγγραφα με μέριμνα και δαπάνη της στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.

7.

Η εκποίηση εγγράφων για πολτοποίηση ή η απόσβεση ηλεκτρονικών ιχνών μπορεί να γίνει και χωρίς την τήρηση των οριζομένων στην παρ. 6, αν η Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους που έχει ειδοποιηθεί αρμοδίως, δεν ολοκληρώσει την επιλογή τους μέσα στην προθεσμία που τάσσεται στο άρθρο 2 του π.δ. 87/1981 (Α’ 27).

Άρθρο 161

Έλεγχος των δαπανών της Βουλής Με τον παρόντα δεν μεταβάλλεται το καθεστώς ελέγχου από το Ελεγκτικό Συνέδριο των δαπανών της Βουλής σύμφωνα με τον Κανονισμό της.

Άρθρο 162

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1.

Με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εγκρίνεται ο εσωτερικός κανονισμός του Δικαστηρίου.

2.

Με όμοια απόφαση, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν: (α) την εσωτερική λειτουργία των υπηρεσιών διοίκησης και ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, (β) τη διαδικασία εκπόνησης και εκτέλεσης του ετήσιου προγράμματος ελέγχων, (γ) τις ελεγκτικές διαδικασίες, (δ) τις διαδικασίες διασφάλισης της ποιότητας του ελέγχου, (ε) την υπηρεσιακή επιμόρφωση και ενημέρωση των ελεγκτών, (στ) τον ορισμό συστήματος εσωτερικού ελέγχου εντός του Ελεγκτικού Συνεδρίου, (ζ) τη διαδικασία άσκησης ελέγχου από το Ελεγκτικό Συνέδριο στα συστήματα εσωτερικού ελέγχου των ελεγχόμενων φορέων με την πρόβλεψη του τρόπου άσκησης απευθείας ελέγχου όταν διαπιστώνεται υψηλός δημοσιονομικός κίνδυνος, (η) τον χειρισμό των καταγγελιών, αναφορών και κάθε φύσης αιτημάτων ελέγχου που απευθύνονται στο Ελεγκτικό Συνέδριο, (θ) την προστασία προσωπικών δεδομένων στις διαδικασίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου, (ι) τη διαδικασία λήψης και έκδοσης πράξεων των Κλιμακίων, καθώς και το περιεχόμενο αυτών, (ια) το περιεχόμενο της αίτησης καταλογισμού, που απευθύνεται από Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου προς το αρμόδιο Κλιμάκιο και τη διαδικασία εξέτασης από το Κλιμάκιο της αίτησης, (ιβ) τα θέματα οργάνωσης των υπηρεσιών διοίκησης, τον αριθμό των θέσεων του διοικητικού προσωπικού και την κατανομή του σε κατηγορίες και κλάδους, καθώς και τους κλάδους των υπαλλήλων που δύναται να προΐστανται των διοικητικών υπηρεσιών και (ιγ) την άσκηση ελέγχου στην οικονομική διαχείριση της Βουλής.

3.

Πριν από την έκδοση των αποφάσεων που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 ζητείται η γνώμη της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών και του συλλόγου των υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

4.

Με απόφαση του αρμοδίου οργάνου της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εγκρίνεται ο εσωτερικός κανονισμός της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 163

Εκκρεμείς έλεγχοι λογαριασμών

1.

Το άρθρο 152 καταλαμβάνει και παρελθούσες χρήσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί καταλογιστική πράξη μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος.

2.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 39 του ν. 4509/2017 (Α’ 201), η δεκαετής παραγραφή εκκρεμών στο αρμόδιο Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου αιτήσεων καταλογισμού δεν ολοκληρώνεται σε καμία περίπτωση πριν από τη συμπλήρωση ενός (1) έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

3.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 39 του ν. 4509/2017 και όσων ορίζονται στην παρ. 4, η δεκαετής παραγραφή εκκρεμών στο αρμόδιο Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ελέγχου λογαριασμών και υποκειμένων σε αυτούς πράξεων δεν ολοκληρώνεται πριν από τη συμπλήρωση πέντε (5) ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

4.

Έλεγχοι λογαριασμών ή έκτακτοι διαχειριστικοί έλεγχοι που παραμένουν σε αδράνεια για χρονικό διάστημα πέραν των πέντε (5) ετών, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου για τον έλεγχο οργάνου.

5.

Υπό την επιφύλαξη της παρ. 4, το αρμόδιο Κλιμάκιο ζητεί από τον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας να μεριμνήσει, ώστε να εκτελεστούν τα πρακτικά του, με τα οποία ζητεί στοιχεία από ελεγχόμενες αρχές χωρίς αυτές να έχουν απαντήσει εντός τριών (3) μηνών από την κοινοποίηση σε αυτές των πρακτικών. Ο Διοικητής αναζητεί με τα αρμόδια όργανα της Αρχής τα σχετικά στοιχεία και τα αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή το ενημερώνει για την απώλειά τους.

6.

Ύστερα από αίτημα του Προέδρου του Β’ Κλιμακίου, ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου μπορεί να συγκροτεί ομάδες εργασίας ελεγκτών για τη διευκόλυνση του Κλιμακίου στην ταχεία επεξεργασία των υποθέσεων, που παραμένουν εκκρεμείς σε αυτό. νομιμότητας καταλογιστικών πράξεων

1.

Τα άρθρα 142, 143, 144, 145, 149 και 150 εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς διαδικασίες καταλογισμού για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί καταλογιστική πράξη, μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος.

2.

Τα άρθρα 144 και 150 εφαρμόζονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά την εκδίκαση του ένδικου μέσου της έφεσης ενώπιον των Τμημάτων του σε υποθέσεις από καταλογιστικές πράξεις, που εκδόθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος.

Άρθρο 165

Προσαυξήσεις Για το χρονικό διάστημα μέχρι 31.12.2013, σε βάρος των προσώπων που ευθύνονται για το έλλειμμα καταλογίζονται, αντί των τόκων του άρθρου 147, οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 6 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με την παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 4224/2013 (Α’ 288).

Άρθρο 166

Καταργούμενες διατάξεις Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται: (α) ο ν. 4129/2013 (Α’ 52), (β) τα άρθρα 124 έως και 168 του π.δ. 1225/1981 (Α’ 304), (γ) η παρ. 1 του άρθρου 37 του ν. 3801/2009 (Α’ 163), με εξαίρεση τις εκκρεμείς δίκες, (δ) η παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 3848/2010 (Α’ 71), με εξαίρεση τις εκκρεμείς δίκες. Επίσης καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη η οποία αναφέρεται σε θέμα ρυθμιζόμενο από τον οργανικό νόμο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ

Άρθρο 167

Έναρξη ισχύος Η ισχύς του οργανικού νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την επιφύλαξη των άρθρων 18, 22, 26, 27, 29, 51 παρ. 3, 56 και 57, των οποίων η ισχύς αρχίζει από το επόμενο δικαστικό έτος της έναρξης ισχύος του παρόντος, καθώς και του άρθρου 14, του οποίου η ισχύς αρχίζει από το δικαστικό έτος 2023-2024. ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΛΟΙΠΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Άρθρο 168

Άσκηση κατά προτεραιότητα προσυμβατικού ελέγχου - Αντικατάσταση του άρθρου 338 του ν. 4700/2020

1.

Οι τίτλοι του Τμήματος Τρίτου και του Κεφαλαίου 55 του ν. 4700/2020 (Α’ 127) αντικαθίστανται ως εξής: «ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 55

ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ»

2.

Το άρθρο 338 του ν. 4700/2020 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 338 Σύσταση Κλιμακίων Με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου συστήνονται τα Κλιμάκια προσυμβατικού ελέγχου, που απαιτούνται και κατανέμεται σε αυτά η ελεγκτέα ύλη, ώστε να επιτυγχάνεται η άσκηση κατά προτεραιότητα του προσυμβατικού ελέγχου του Δικαστηρίου σε σχέδια συμβάσεων, που αφορούν στην εθνική άμυνα, τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια υγεία, καθώς και την απορρόφηση πόρων από προγράμματα της Ένωσης.».

Άρθρο 169

Διαδικαστικές ρυθμίσεις για τον προσυμβατικό έλεγχο - Αντικατάσταση του άρθρου 339 του ν. 4700/2020 Το άρθρο 339 του ν. 4700/2020 (Α’ 127) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 339 Διαδικαστικές ρυθμίσεις

1.

Ο προσυμβατικός έλεγχος μπορεί να διενεργείται μέσω του Εθνικού Συστήματος Ηλεκτρονικών Δημοσίων Συμβάσεων, σύμφωνα με όσα ορίζονται με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2.

Επιτρέπεται η διεξαγωγή του ελέγχου με βάση ειδικά ερωτηματολόγια ελέγχου, στα οποία καταγράφονται υποχρεωτικά όλες οι ουσιώδεις πλημμέλειες, τις οποίες οφείλει να ελέγξει το ελεγκτικό όργανο.

3.

Ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου παρακολουθεί την πορεία των εργασιών των Κλιμακίων προσυμβατικού ελέγχου και φροντίζει, όπου επιβάλλεται κατά την κρίση του για την επιτάχυνση των εργασιών, να ενισχύει το Κλιμάκιο αυτό για ορισμένο χρόνο με Παρέδρους ή Εισηγητές που έχουν τοποθετηθεί σε Τμήματα ή άλλα Κλιμάκια του Δικαστηρίου.

4.

Η παρ. 3 εφαρμόζεται ανάλογα και για την ενίσχυση του Τμήματος που δικάζει τις προσφυγές ανάκλησης, μετά από αίτημα του Προέδρου του Τμήματος.».

Άρθρο 170

Επιδόσεις και κοινοποιήσεις με μέσα Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (Τ.Π.Ε.) - Αντικατάσταση του άρθρου 340 του ν. 4700/2020

1.

Ο τίτλος του Κεφαλαίου 56 του ν. 4700/2020 (Α’ 127) αντικαθίσταται ως εξής: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ 56 ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ»

2.

Το άρθρο 340 του ν. 4700/2020 αντικαθίσταται ως εξής: για το Δικαστήριο

1.

Οι δικαστικές αποφάσεις και πράξεις, οι εκθέσεις, οι κλήσεις, οι γνώμες και κάθε άλλο έγγραφο, που εκδίδεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο και τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επιδίδονται ή κοινοποιούνται υποχρεωτικά στην ηλεκτρονική διεύθυνση που έχει ειδικώς δηλωθεί από τον διάδικο ή τον πληρεξούσιό του. Η επίδοση στον αντίκλητο πληρεξούσιο δικηγόρο μπορεί να γίνεται και στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που αναγράφεται στο δικόγραφο. Αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, οι προς αυτόν επιδόσεις διενεργούνται με φυσικό τρόπο.

2.

Οι κοινοποιήσεις και επιδόσεις που διενεργούνται με μέσα Τ.Π.Ε. θεωρούνται ότι ολοκληρώθηκαν, εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα από τον παραλήπτη ηλεκτρονική απόδειξη παραλαβής. Αν η απόδειξη παραλαβής δεν επιστραφεί εντός πέντε (5) ημερών από την ηλεκτρονική αποστολή, η επίδοση ή κοινοποίηση θεωρείται ότι ολοκληρώθηκε με την παρέλευση δέκα (10) ημερών από την ηλεκτρονική αποστολή.».

Άρθρο 171

Ειδικές περιπτώσεις εξαιρέσεων από την επίδοση και κοινοποίηση με ηλεκτρονικά μέσα - Αντικατάσταση του άρθρου 341 του ν. 4700/2020 Το άρθρο 341 του ν. 4700/2020 (Α’ 127) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 341 Εξαιρέσεις από τις ηλεκτρονικές επιδόσεις και κοινοποιήσεις

1.

Αν, λόγω της φύσεως του εγγράφου, η επίδοση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ηλεκτρονικά, αντίγραφο του προς επίδοση εγγράφου επιδίδεται σε αυτόν που απευθύνεται με φυσικό τρόπο επίδοσης. Εάν η χρήση μέσων Τ.Π.Ε. είναι τεχνικά αδύνατη και εφόσον τούτο επιβάλλεται για λόγους επείγοντος, οι επιδόσεις ή κοινοποιήσεις διενεργούνται με φυσικό τρόπο, όπως προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις. Αμέσως μόλις καταστεί εκ νέου τεχνικά δυνατή η χρήση των μέσων Τ.Π.Ε., ακολουθεί και η επίδοση με τα μέσα αυτά.

2.

Από την υποχρέωση κοινοποίησης και επίδοσης με ηλεκτρονικό τρόπο εξαιρούνται οι αποφάσεις, πράξεις και τα λοιπά έγγραφα και οι κλήσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο της διαδικασίας: (α) χορήγησης προσωρινής διαταγής αναστολής εκτέλεσης, που υποβάλλεται αυτοτελώς (άρθρο 99), (β) εκδίκασης αγωγών για καθυστερούμενες συντάξεις, όταν το σύνολο του ποσού που είναι αντικείμενο της διαφοράς δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ (παρ. 2 του άρθρου 34), και (γ) χορήγησης του ευεργετήματος της πενίας (άρθρο 319).».

Άρθρο 172

Καταθέσεις και καταβολές με ηλεκτρονικά μέσα - Αντικατάσταση του άρθρου 342 του ν. 4700/2020 Το άρθρο 342 του ν. 4700/2020 (Α’ 127) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 342 Υποχρεωτικές ηλεκτρονικές δικαστικές ενέργειες των διαδίκων

1.

Σε υποχρεωτική ηλεκτρονική κατάθεση υποβάλλονται και είναι έγκυρα, εφόσον φέρουν εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια της παρ. 20 του άρθρου 2 του ν. 4727/2020 (Α’ 184): (α) τα εισαγωγικά δικόγραφα των ενδίκων μέσων και βοηθημάτων, των προσθέτων λόγων, των παρεμβάσεων, τα υπομνήματα και οι αιτήσεις για δικαστική ενέργεια που απευθύνονται στο Ελεγκτικό Συνέδριο, (β) τα έγγραφα νομιμοποίησης των διαδίκων, τα έγγραφα διορισμού και ανάκλησης πληρεξουσίου και αντικλήτου και τα αποδεικτικά κοινοποίησης του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ή βοηθήματος, (γ) οι αιτήσεις για τη χορήγηση αποφάσεων, γνωμών, πράξεων, πρακτικών, πιστοποιητικών, βεβαιώσεων ή άλλων εγγράφων που η χορήγησή τους προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις.

2.

Με ηλεκτρονικό τρόπο καταβάλλονται παράβολα, δικαστικά ένσημα και οποιαδήποτε τέλη και δαπανήματα υπέρ του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

3.

Τα δικόγραφα, αιτήσεις και λοιπά έγγραφα που έχουν υποβληθεί με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται ότι κατατέθηκαν, εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα τους από το Δικαστήριο ηλεκτρονική απόδειξη που φέρει εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή και περιέχει την έκθεση κατάθεσης, όπου απαιτείται από τις κείμενες διατάξεις. Η πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα του Δικαστηρίου ή του Δικηγορικού Συλλόγου που μεσολαβεί, πραγματοποιείται μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr-ΕΨΠ).

4.

Εάν η κατάθεση δικογράφου, εγγράφου ή αίτησης με μέσα Τ.Π.Ε. είναι τεχνικά αδύνατη για λόγους που αφορούν στο ηλεκτρονικό σύστημα του Δικαστηρίου ή του Δικηγορικού Συλλόγου που μεσολαβεί, ο χρήστης ενημερώνει αμέσως για την αδυναμία αυτήν τη γραμματεία με κάθε πρόσφορο μέσο, σημειώνοντας: (α) το είδος του δικογράφου, εγγράφου ή αίτησης που επιθυμεί να καταθέσει, (β) κατά περίπτωση, την προθεσμία που προβλέπεται ή έχει ταχθεί για την κατάθεσή τους, (γ) τη φύση της διαπιστωθείσας τεχνικής αδυναμίας, προκειμένου οι υπηρεσίες του Δικαστηρίου να εξακριβώσουν, αν αυτή οφείλεται σε μη διαθεσιμότητα του ηλεκτρονικού συστήματος που χρησιμοποιεί το Δικαστήριο. Σε περίπτωση επείγοντος, ο ενδιαφερόμενος καταθέτει αντίγραφο του δικογράφου ή αίτησης ή άλλου διαδικαστικού ή σχετικού εγγράφου στη γραμματεία ή το διαβιβάζει μέσω ταχυδρομείου ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Αμέσως μόλις καταστεί εκ νέου τεχνικά δυνατή η χρήση του ηλεκτρονικού συστήματος που χρησιμοποιεί το Δικαστήριο ή ο Δικηγορικός Σύλλογος που μεσολαβεί στη διαβίβαση αυτήν, ακολουθεί η κατάθεση μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος. Το Δικαστήριο αποφαίνεται επί της αποδοχής του δικογράφου ή εγγράφου, που κατατέθηκε με μέσα Τ.Π.Ε. μετά τη λήξη της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που επικαλείται ο καταθέτων για να αποδείξει, ότι ήταν τεχνικά αδύνατη η εμπρόθεσμη κατάθεση του εγγράφου αυτού καταβολή τελών, ενσήμων και παραβόλων, στο πλαίσιο της διαδικασίας: (α) χορήγησης προσωρινής διαταγής αναστολής εκτέλεσης, που υποβάλλεται αυτοτελώς (άρθρο 99), (β) αγωγών για καθυστερούμενες συντάξεις, όταν το σύνολο του ποσού που είναι αντικείμενο της διαφοράς δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ (παρ. 2 άρθρου 34) και (γ) χορήγησης του ευεργετήματος της πενίας (άρθρο 319). Εξαιρούνται, επίσης, η υποβολή από ιδιώτες διαδίκους των εγγράφων χορήγησης ή ανάκλησης πληρεξουσιότητας, καθώς και οι αιτήσεις ενώπιον του τριμελούς συμβουλίου συμμόρφωσης.».

Άρθρο 173

Δικαίωμα εξ αποστάσεως πρόσβασης και εξαιρέσεις - Αντικατάσταση του άρθρου 343 του ν. 4700/2020 Το άρθρο 343 του ν. 4700/2020 (Α’ 127) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 343 Εξ αποστάσεως πρόσβαση Το Δικαστήριο παρέχει στους διαδίκους, με ασφαλή σύνδεση και χρήση διαπιστευτηρίων πρόσβασης σε ηλεκτρονική εφαρμογή, τη δυνατότητα εξ αποστάσεως πρόσβασης στα δικόγραφα ή έγγραφα που έχουν υποβληθεί ή που έχουν επιδοθεί με μέσα Τ.Π.Ε. ή ψηφιοποιηθεί. Η ανωτέρω ηλεκτρονική εφαρμογή είναι προσβάσιμη μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr-ΕΨΠ). Από την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου εξαιρούνται τα δικόγραφα ή έγγραφα στα οποία έχει κριθεί από τον πρόεδρο του αρμόδιου δικαστικού σχηματισμού, ότι δεν επιτρέπεται η πρόσβαση, διότι παραβλάπτεται απόρρητο, που προβλέπεται από ειδικές διατάξεις. Η πρόσβαση στα δικόγραφα και στα έγγραφα κάθε υπόθεσης τα οποία έχουν υποβληθεί ή επιδοθεί με μέσα Τ.Π.Ε. ή ψηφιοποιηθεί είναι δυνατή μέχρι τη συμπλήρωση πέντε (5) μηνών από την ημερομηνία της απόφασης ή πράξης με την οποία περατώνεται η υπόθεση αυτή ενώπιον του οικείου δικαστικού σχηματισμού.».

Άρθρο 174

Διαδικασίες της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου με ηλεκτρονικά μέσα - Αντικατάσταση του άρθρου 344 του ν. 4700/2020 Το άρθρο 344 του ν. 4700/2020 (Α’ 127) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 344 Ρυθμίσεις για την ψηφιοποίηση διαδικασιών σχετικών με τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου

1.

Αιτήσεις καταλογισμού που ασκούνται από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή, στις ειδικές περιπτώσεις που προβλέπονται στον νόμο, από το αρμόδιο όργανο της διοίκησης, υποβάλλονται με χρήση μέσων Τ.Π.Ε. και είναι έγκυρες εφόσον φέρουν εγκεκριμένη ή προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια της παρ. 20 του άρθρου 2 του ν. 4727/2020 (Α’ 184).

2.

Δυνατότητα εξ αποστάσεως πρόσβασης στα δικόγραφα ή έγγραφα που έχουν υποβληθεί ή που έχουν επιδοθεί με μέσα Τ.Π.Ε. ή ψηφιοποιηθεί παρέχεται και στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.».

Άρθρο 175

Έναρξη ισχύος διατάξεων ηλεκτρονικών διαδικασιών - Αντικατάσταση του άρθρου 345 του ν. 4700/2020 Το άρθρο 345 του ν. 4700/2020 (Α’ 127) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 345 Έναρξη εφαρμογής των ηλεκτρονικών διαδικασιών Τα άρθρα 340 έως 344 αρχίζουν να ισχύουν από το δικαστικό έτος 2022-2023. Κατά το πρώτο δικαστικό έτος ισχύος επιτρέπεται στον Πρόεδρο του οικείου δικαστικού σχηματισμού, ύστερα από αιτιολογημένο αίτημα του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του, να χορηγεί εξαιρέσεις από την υπαγωγή στις ρυθμίσεις του άρθρου 342. Κατά το ίδιο έτος το Δικαστήριο δέχεται τη μη ψηφιακή κατάθεση δικογράφων και λοιπών εγγράφων. Για να εξετασθούν όμως από αυτό πρέπει, εκτός επείγουσας περίπτωσης, να έχει επακολουθήσει ηλεκτρονική κατάθεση.».

Άρθρο 176

Ανάπτυξη λογισμικού - Αντικατάσταση του άρθρου 346 του ν. 4700/2020 Το άρθρο 346 του ν. 4700/2020 (Α’ 127) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 346 Λογισμικό για τη σάρωση δικογράφων

1.

Στο Ελεγκτικό Συνέδριο αναπτύσσεται λογισμικό τεχνητής νοημοσύνης για τη σάρωση των δικογράφων που κατατίθενται σε ηλεκτρονική μορφή. Η σάρωση πρέπει να επιτρέπει τη μηχανική ανάγνωση των δικογράφων, ώστε να καθίσταται δυνατή η θεματική κατηγοριοποίησή τους και ο εντοπισμός της σχετικής με την υπόθεση νομολογίας και νομοθεσίας, καθώς και των αποφάσεων του Δικαστηρίου που αντιμετώπισαν τα ίδια ζητήματα με αυτά που τίθενται στο δικόγραφο που σαρώνεται. Σε επόμενη φάση εξέλιξης του ίδιου λογισμικού, στοχεύεται η μηχανική ανάγνωση του ηλεκτρονικού φακέλου της υπόθεσης, ώστε να εντοπίζονται κρίσιμα δεδομένα για τη συγκρότηση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού.

2.

Με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται ο τρόπος μορφοποίησης των δικογράφων, ώστε να καθίσταται εφικτή η σάρωση.». Αντικατάσταση του άρθρου 347 του ν. 4700/2020

1.

Ο τίτλος του Κεφαλαίου 57 του ν. 4700/2020 (Α’ 127) αντικαθίσταται ως εξής: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ 57 ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ»

2.

Το άρθρο 347 του ν. 4700/2020 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 347 Διεύρυνση αρμοδιοτήτων της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου Δημόσιος φορέας που διέθεσε αμιγώς εθνικές πιστώσεις από τον προϋπολογισμό του σε άλλον δημόσιο φορέα για την εκπλήρωση συγκεκριμένου σκοπού που δεν εκπληρώθηκε, σύμφωνα με ό,τι προέβλεπε η σχετική συμφωνία μεταξύ τους, μπορεί να ζητήσει από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου να ασκήσει αίτηση καταλογισμού κατά του αντισυμβαλλομένου του φορέα για το ποσό της επιχορήγησης.».

Άρθρο 178

Ειδικές δικονομικές ρυθμίσεις

1.

Όμοιες ως προς τη νομική τους επιχειρηματολογία και ως προς το πραγματικό τους υπόβαθρο συνταξιοδοτικές υποθέσεις εισάγονται για εκδίκαση ενώπιον Παρέδρου του Τμήματος στο οποίο εκκρεμούν, αν το νομικό ζήτημα που τίθεται σε αυτές έχει κριθεί απορριπτικά από την Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Οι υποθέσεις παραπέμπονται στον Πάρεδρο με πράξη του Προέδρου του Τμήματος. Ο Πάρεδρος εξετάζει τις υποθέσεις χωρίς ακροαματική διαδικασία και μπορεί να απορρίψει τις αιτήσεις δικαστικής προστασίας για μόνο τον λόγο του αβάσιμου κατά τον νόμο του αιτήματός τους χωρίς να εκφέρει κρίση επί του παραδεκτού αυτών. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 91 και 93 του ν. 4700/2020 (Α’ 127).

2.

Με εξαίρεση όσες υποθέσεις αφορούν σε κανονισμό για πρώτη φορά σύνταξης ή εμφανίζουν αποδεικτική δυσχέρεια απαιτώντας, ιδίως, την προσφυγή σε εξέταση μαρτύρων, οι εφέσεις, οι εφέσεις - αγωγές και οι αγωγές σε συνταξιοδοτικές υποθέσεις που εκκρεμούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο πέραν της τριετίας και οι οποίες δεν δύνανται να εκδικασθούν για οποιονδήποτε λόγο, σύμφωνα με τα άρθρα 91 έως 93 του ν. 4700/2020 (Α’ 127), μπορεί να εισάγονται από τον Πρόεδρο του αρμόδιου Τμήματος για να δικασθούν από πενταμελή σύνθεσή του, που συνεδριάζει σε συμβούλιο. Για την εκδίκαση σε συμβούλιο ενημερώνονται εγγράφως οι διάδικοι, οι οποίοι δύνανται, εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την επίδοση του σχετικού εγγράφου, να ζητήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο Πρόεδρος του Τμήματος απορρίπτει τις αντιρρήσεις των διαδίκων φορέων δημόσιας εξουσίας, αν κρίνει ότι η εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο συνεπάγεται για τον αντίδικο των ανωτέρω φορέων, ιδιώτη διάδικο, καθυστέρηση στην παροχή δικαστικής προστασίας μη συμβατή με την αρχή της δίκαιης δίκης.

3.

Για τις υποθέσεις των παρ. 1 και 2 εφαρμόζεται το άρθρο 92 του ν. 4700/2020.

4.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο, όταν δικάζει αναιρετικά, μπορεί μετά την αναίρεση της απόφασης να διακρατήσει και να δικάσει την υπόθεση ως δικαστήριο της ουσίας, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Άρθρο 179

Δικαίωμα υπαλλήλων σε αποζημίωση και παρακολούθηση ειδικού προγράμματος

1.

Η παρ. 4 του άρθρου 65 του ν. 4646/2019 (Α’ 201) εφαρμόζεται και στους υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά την άσκηση των ελεγκτικών τους καθηκόντων. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, καθορίζονται το ύψος της αποζημίωσης, οι όροι, οι προϋποθέσεις και τα δικαιολογητικά για την καταβολή της.

2.

Υπάλληλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου που συμμετέχουν ιδιωτικώς σε μαθήματα και εξετάσεις και λαμβάνουν διεθνούς εμβέλειας τίτλο επαγγελματικής ικανότητας σε αντικείμενο σχετικό με τον έλεγχο, τη διαχείριση και τον προγραμματισμό πληροφοριακών συστημάτων ή με ψηφιακούς ελέγχους, δικαιούνται να αποζημιωθούν από το Ελεγκτικό Συνέδριο δύο (2) έτη μετά την απόκτηση του τίτλου για τα έξοδα που κατέβαλαν προς απόκτηση του τίτλου, εφόσον ο τίτλος αυτός περιλαμβάνεται σε σχετικό κατάλογο που καταρτίζεται με απόφαση του αρμόδιου Τμήματος Ελέγχων. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, καθορίζονται το ύψος της αποζημίωσης, οι όροι, οι προϋποθέσεις και τα δικαιολογητικά για την καταβολή της.

3.

Οι υπάλληλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου δύνανται να παρακολουθήσουν ειδικό πρόγραμμα ελεγκτικής επάρκειας εξωτερικού ελεγκτή, το οποίο οργανώνεται από το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.Α.) σε συνεργασία με το Ελεγκτικό Συνέδριο, ώστε να λάβουν τη σχετική πιστοποίηση. ΤΡΙΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΛΟΙΠΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΛΟΓΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 180

Επιχορηγήσεις και χρηματοδοτήσεις από δημόσιους πόρους

1.

Κάθε έτος οι φορείς που επιχορηγούνται ή χρηματοδοτούνται από τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης υποχρεούνται να υποβάλουν, με το πέρας διμήνου από τη λήξη του οικονομικού έτους, στους φορείς από τους οποίους εποπτεύονται, καθώς και στους φορείς από τους οποίους επιχορηγήθηκαν ή χρηματοδοτήθηκαν, εφόσον αυτοί δεν ταυτίζονται, απολογισμό της συνολικής οικονομικής τους δραστηριότητας και ξεχωριστό απολογισμό της επιχορήγησης ή χρηματοδότησης που έλαβαν, εφόσον είναι μικρότερη του εκατό τοις εκατό (100%) των συνολικών χρηματικών ποσών που διαχειρίσθηκαν. Με

2.

Χωρίς την υποβολή από τους επιχορηγούμενους ή χρηματοδοτούμενους φορείς των στοιχείων που προβλέπονται στην παρ. 1, οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης δεν επιτρέπεται να προβαίνουν σε καμία απολύτως επιχορήγηση ή χρηματοδότηση των φορέων αυτών. Κάθε επιχορήγηση ή χρηματοδότηση, που δίνεται από τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1 είναι μη νόμιμη και καταλογίζεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, σύμφωνα με τις διατάξεις που το διέπουν.

3.

Από την υποχρέωση της παρ. 1 εξαιρούνται: (α) τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που εποπτεύονται από το Υπουργείο Υγείας, τα οποία υποχρεούνται να υποβάλουν στο Υπουργείο Υγείας, με το πέρας διμήνου από τη λήξη του οικονομικού έτους, απολογισμό της επιχορήγησης ή χρηματοδότησης που έλαβαν και είναι μικρότερη του εκατό τοις εκατό (100%) των συνολικών χρηματικών ποσών που διαχειρίστηκαν, καθώς και τον προϋπολογισμό τους για το επόμενο οικονομικό έτος, (β) οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα νομικά τους πρόσωπα, για τα οποία η ανωτέρω υποχρέωση εξαντλείται με την ενσωμάτωση των οικονομικών τους στοιχείων στις βάσεις δεδομένων του Υπουργείου Εσωτερικών, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, (γ) οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, και ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, για τους οποίους η ανωτέρω υποχρέωση εξαντλείται, όσον αφορά στα οικονομικά απολογιστικά στοιχεία, με την υποβολή όσων προβλέπονται από το άρθρο 157 του ν. 4270/2014 και (δ) οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους.

Άρθρο 181

Λειτουργικές δαπάνες οργανισμών τοπικής

1.

Λειτουργικές για τον οικείο Ο.Τ.Α., είναι οι δαπάνες που χωρίς να προβλέπονται από τον νόμο σχετίζονται με την ανάπτυξη δραστηριοτήτων οι οποίες προάγουν τα κοινωνικά, πολιτικά, πνευματικά και οικονομικά συμφέροντα των δημοτών ή συμβάλλουν στην ενεργό συμμετοχή τους για την προαγωγή των τοπικών υποθέσεων και δραστηριοτήτων του Ο.Τ.Α., εφόσον όμως ανταποκρίνονται στο ανάλογο ή προσήκον μέτρο και δεν υπερβαίνουν τα εύλογα όρια που διαγράφονται με την τήρηση της αρχής της οικονομικότητας, εν όψει των συνθηκών πραγματοποίησής τους.

2.

Λειτουργικές δαπάνες κατά την έννοια της παρ. 1 είναι ιδίως: α) Η περιοδική ενίσχυση άπορων κατοίκων με είδη ένδυσης, παροχή φαρμάκων και διατακτικών προμήθειας αναγκαίων για τη διατροφή τους ειδών κατά τις εορτές Χριστουγέννων, νέου έτους και Πάσχα. β) Η προσωρινή στέγαση άπορων κατοίκων και η προσωρινή λειτουργία ημερήσιων συσσιτίων για άπορους δημότες. Άποροι δημότες για τη λήψη των ως άνω παροχών είναι εκείνοι που περιλαμβάνονται σε κατάσταση την οποία συντάσσει η Οικονομική Επιτροπή του οικείου Ο.Τ.Α. πρώτου βαθμού, η οποία μπορεί να λάβει πληροφορίες για τους άπορους κατοίκους από τους εφημέριους των Ιερών Ναών του οικείου Ο.Τ.Α. πρώτου βαθμού και από κάθε άλλη διαθέσιμη πηγή. γ) Η παροχή βραβείων πάσης φύσεως σε αριστούχους δημότες μαθητές, σπουδαστές και φοιτητές. δ) Η παροχή αναμνηστικών ειδών σε συμμετέχοντες σε πρόγραμμα πολιτιστικών εκδηλώσεων των Ο.Τ.Α..

Άρθρο 182

Ανεξόφλητες οφειλές - Τροποποίηση των παρ. 2, 4 και 5 του άρθρου 82 του ν.δ. 356/1974 Τροποποιούνται οι παρ. 2, 4 και 5 του άρθρου 82 του ν.δ. 356/1974 (Α’ 90) και το άρθρο διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 82 Διάκριση ληξιπρόθεσμων οφειλών σε εισπράξιμες και ανεπίδεκτες είσπραξης

1.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο, καθώς και συμβεβαιωμένες οφειλές προς τρίτους χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κάτωθι προϋποθέσεις: α. Έχουν ολοκληρωθεί οι έρευνες με βάση τα εκάστοτε πρόσφορα διαθέσιμα ηλεκτρονικά μέσα της φορολογικής διοίκησης και δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των συνυπόχρεων ή απαιτήσεων αυτών έναντι τρίτων ή διαπιστώθηκε η καθ’ οποιονδήποτε τρόπο εκποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων που δεν υπόκειται σε ακύρωση ή σε διάρρηξη κατά τα άρθρα 939 επ. Α.Κ. και ειδικότερα διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών, ακινήτων ή απαιτήσεων του οφειλέτη με επίσπευση του Δημοσίου ή τρίτων ή με διαδικασία εκκαθάρισης και η παύση των εργασιών της πτώχευσης, εφόσον πρόκειται για πτωχό. β. Έχει υποβληθεί αίτηση ποινικής δίωξης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α’ 43) ή δεν είναι δυνατή η υποβολή της. γ. Έχει πραγματοποιηθεί έλεγχος από ειδικά οριζόμενο ελεγκτή της αρμόδιας φορολογικής ή τελωνειακής αρχής, ο οποίος πιστοποιεί, με βάση ειδικά αιτιολογημένη έκθεση ελέγχου, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των προηγούμενων περιπτώσεων και ότι είναι αντικειμενικά αδύνατη η είσπραξη των οφειλών. Προκειμένου για εταιρείες που τελούν υπό κρατικό έλεγχο ή στις οποίες ασκείται κρατική εποπτεία και οι οποίες τελούν υπό εκκαθάριση ή πτώχευση, απαιτείται η αναγγελία του Δημοσίου στις ανωτέρω διαδικασίες εκκαθάρισης ή πτώχευσης και η συνδρομή των περ. β’ και γ’. Προκειμένου για οφειλές, που αφορούν κοινότητες ομογενειακών οργανώσεων, που έχουν στην κυριότητα τους ελληνικά σχολεία στην αλλοδαπή απαιτείται η συνδρομή της περ. γ’.

2.

Οι πράξεις του χαρακτηρισμού των επιδεκτικών ή ανεπίδεκτων είσπραξης και της καταχώρισης των απαι διέπουν. Εφόσον πρόκειται για συνολική βασική οφειλή άνω του ενός και ημίσεος εκατομμυρίου (1.500.000) ευρώ, οι πράξεις αυτές κοινοποιούνται στην Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου που είναι αρμόδια για τον έλεγχο των δημόσιων εσόδων, από την οποία και ελέγχονται. Αν κρίνεται αναγκαίο, έλεγχος μπορεί να διενεργηθεί και στις πράξεις της παρούσας που αφορούν συνολική βασική οφειλή κατώτερη του ως άνω ποσού.

3.

Από την καταχώριση της οφειλής στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης και για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο έγινε η καταχώριση: α) αναστέλλεται αυτοδικαίως η παραγραφή της, β) δεν χορηγείται στον οφειλέτη και στα συνυπόχρεα πρόσωπα αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας για οποιαδήποτε αιτία ούτε άλλο νομίμως προβλεπόμενο πιστοποιητικό για μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, εκτός εάν πρόκειται για είσπραξη χρημάτων που θα διατεθούν για την ικανοποίηση του Δημοσίου ή για εκποίηση περιουσιακών στοιχείων, το προϊόν των οποίων θα διατεθεί για τον ίδιο σκοπό, γ) δεσμεύονται στο σύνολο τους οι τραπεζικοί και επενδυτικοί λογαριασμοί και το περιεχόμενο των θυρίδων σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα των παραπάνω προσώπων κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διαδικασίας των παρ. 5 και 6 του άρθρου 46 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει. Το Δημόσιο διατηρεί ακέραιο το δικαίωμά του για την είσπραξη της οφειλής ή συμψηφισμό και μετά την καταχώρισή της στα ειδικά βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης.

4.

Οφειλή που έχει καταχωρισθεί, κατά τα ανωτέρω, ως ανεπίδεκτη είσπραξης επαναχαρακτηρίζεται ως εισπράξιμη, εάν πριν από την παραγραφή της, διαπιστωθεί ότι υπάρχει δυνατότητα μερικής ή ολικής ικανοποίησής της είτε από τον οφειλέτη είτε από συνυπόχρεο πρόσωπο.

5.

Με απόφαση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο Διοικητής της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων μπορεί να εκχωρεί τις αρμοδιότητές του σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 4389/2016 (Α’ 94) και να ρυθμίζει τον ειδικότερο τρόπο και τη διαδικασία καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης, να ορίζει κάθε σχετικό θέμα με τη διαχείριση και την παρακολούθηση αυτών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση, που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη της πλήρους Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τα ζητήματα της παρ. 1 του άρθρου 20, μπορεί να μεταβάλλονται τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία ανεπίδεκτων είσπραξης, καθώς και του επαναχαρακτηρισμού τους ως εισπράξιμων και να ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τις συνέπειες και τα χρονικά όρια ισχύος των συνεπειών της καταχώρισης.».

Άρθρο 183

Διαγραφή οφειλών - Τροποποίηση των παρ. 3 και 5 του άρθρου 82Α του ν.δ. 356/1974 Τροποποιούνται οι παρ. 3 και 5 του άρθρου 82Α του ν.δ. 356/1974 (Α’ 90), καταργείται η παρ. 4 και το άρθρο διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 82Α Διαγραφή των οφειλών προς το Δημόσιο

1.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο, καθώς και συμβεβαιωμένες οφειλές προς τρίτους που έχουν χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτες είσπραξης, σύμφωνα με το άρθρο 82 δύνανται να κριθούν διαγραπτέες και να διαγραφούν και πριν από την παρέλευση της προθεσμίας της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις: α. έχουν ολοκληρωθεί οι προβλεπόμενες στις περ. α’ και γ’ της παρ. 1 του άρθρου 82 ενέργειες για τον χαρακτηρισμό τους ως ανεπίδεκτων είσπραξης, β. έχουν ολοκληρωθεί οι σχετικές ενέργειες για την ανταλλαγή των πληροφοριών και των διαδικασιών αναγκαστικής είσπραξης για τα κράτη με τα οποία υφίστανται αντίστοιχες συμφωνίες και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον με τα κράτη μέλη της Ε.Ε., γ. έχουν ολοκληρωθεί οι έρευνες στην αλλοδαπή κατόπιν αξιοποίησης πληροφοριών και δεν διαπιστώθηκε δ. έχει ολοκληρωθεί η ποινική διαδικασία σε βάρος των οφειλετών κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α’ 43), εφόσον προβλέπεται, με την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης.

2.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο, καθώς και συμβεβαιωμένες οφειλές προς τρίτους που δεν έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτες είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 82 μπορούν να διαγραφούν, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της παρ. 1, εφόσον εμπίπτουν αποκλειστικά και μόνο στις ακόλουθες κατηγορίες οφειλών: α. οφειλές αποβιωσάντων που δεν καταλείπουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και των οποίων οι κληρονόμοι αποποιήθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά, β. οφειλές ανά φορολογούμενο μικρότερες του ποσού του εκάστοτε ελάχιστου ποσού φόρου από την καταβολή του οποίου απαλλάσσεται ο φορολογούμενος.

3.

Η διαγραφή των απαιτήσεων και η καταχώρισή τους σε ειδικά βιβλία διαγραφών γίνονται με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με τις διατάξεις που τη διέπουν. Οι πράξεις αυτές κοινοποιούνται στην Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που είναι αρμόδια για τον έλεγχο των δημόσιων εσόδων από την οποία και ελέγχονται.

4.

(Καταργείται)

5.

Με απόφαση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο Διοικητής της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων μπορεί να ρυθμίζει τον ειδικότερο τρόπο και τη διαδικασία καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία διαγραφών, να ορίζει κάθε σχετικό θέμα με τη βιβλία διαγραφών.».

Άρθρο 184

Ρυθμίσεις ασφαλιστικών οφειλών Τροποποίηση των παρ. 2 και 5 του άρθρου 108 του ν. 4387/2016 Τροποποιούνται η παρ. 2 και η περ. α’ της παρ. 5 του άρθρου 108 του ν. 4387/2016 (Α’ 85) και το άρθρο διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 108 Διάκριση ασφαλιστικών οφειλών σε εισπράξιμες και ανεπίδεκτες είσπραξης

1.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίες έχουν βεβαιωθεί από το αρμόδιο όργανο, χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κάτωθι προϋποθέσεις: α. Έχουν ολοκληρωθεί οι έρευνες και δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή των υπευθύνων της επιχείρησης ή διαπιστώθηκε, η με οποιονδήποτε τρόπο εκποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων, που δεν υπόκειται σε ακύρωση ή σε διάρρηξη κατά τα άρθρα 939 επ. Α.Κ., ο έλεγχος της πτωχευτικής και μεταπτωχευτικής περιουσίας, εφόσον πρόκειται για πτωχό ή ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης, εφόσον πρόκειται για οφειλέτη υπό καθεστώς εκκαθάρισης. β. Έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών, ακινήτων ή απαιτήσεων του οφειλέτη. γ. Έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος των υπεύθυνων φυσικών προσώπων κατά τις ισχύουσες για κάθε φορέα διατάξεις ή δεν είναι δυνατή η άσκησή της.

2.

Οι πράξεις του χαρακτηρισμού των επιδεκτικών ή ανεπίδεκτων είσπραξης και της καταχώρισης των απαιτήσεων σε ειδικά βιβλία ανεπίδεκτων είσπραξης διενεργούνται με απόφαση του Διοικητή του Φορέα κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας υπηρεσίας του ΚΕΑΟ και με τη σύμφωνη γνώμη της Διεύθυνσης Εσόδων του οικείου φορέα. Εφόσον πρόκειται για συνολική βασική κύρια οφειλή άνω του ενός και ημίσεος εκατομμυρίου (1.500.000) ευρώ, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη της Υπηρεσίας Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου που είναι αρμόδια για τον έλεγχο του Φορέα. Αν κρίνεται αναγκαίο από τον Διοικητή του Φορέα, οι πράξεις του πρώτου εδαφίου κοινοποιούνται στην Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου για έλεγχο και πράξεις της παρούσας που αφορούν συνολική βασική οφειλή κατώτερη του ως άνω ποσού.

3.

Από την καταχώριση της οφειλής στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης και για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο έγινε η καταχώριση: α. αναστέλλεται αυτοδικαίως η παραγραφή της, β. δεν χορηγείται στον οφειλέτη και στα συνυπόχρεα πρόσωπα αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας για οποιαδήποτε αιτία, εκτός εάν πρόκειται για είσπραξη χρημάτων που θα διατεθούν για την ικανοποίηση του Ταμείου ή για εκποίηση περιουσιακών στοιχείων, το προϊόν των οποίων θα διατεθεί για τον ίδιο σκοπό, γ. δεσμεύονται στο σύνολό τους οι τραπεζικοί και επενδυτικοί λογαριασμοί των παραπάνω προσώπων κατά τις διατάξεις των άρθρων 30, 30Α και 30Β του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974, Α’ 90). Το ΚΕΑΟ και οι αρμόδιες υπηρεσίες κάθε φορέα διατηρούν ακέραιο το δικαίωμά τους για την είσπραξη ή συμψηφισμό της οφειλής και μετά την καταχώρισή της στα ειδικά βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης.

4.

Οφειλή που έχει καταχωρισθεί, κατά τα ανωτέρω, ως ανεπίδεκτη είσπραξης επαναχαρακτηρίζεται ως εισπράξιμη, εάν πριν από την παραγραφή της, διαπιστωθεί ότι υπάρχει δυνατότητα μερικής ή ολικής ικανοποίησής της είτε από τον οφειλέτη είτε από συνυπόχρεο πρόσωπο.

5.

α. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων μπορεί να ορίζονται άλλα όργανα για την υποβολή της σύμφωνης γνώμης της παρ. 2, να καθορίζονται ο τρόπος και η διαδικαΥσία καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης, κάθε σχετικό θέμα με τη διαχείριση και την παρακολούθηση αυτών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος. β. Με όμοια απόφαση που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Διοικητικής Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί να μεταβάλλονται τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία ανεπίδεκτων είσπραξης, καθώς και του επαναχαρακτηρισμού τους ως εισπράξιμων και να ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τις συνέπειες και τα χρονικά όρια ισχύος των συνεπειών της καταχώρισης.».

Άρθρο 185

Διαγραφή ασφαλιστικών οφειλών Τροποποίηση των παρ. 3 και 5 του άρθρου 109 του ν. 4387/2016 Τροποποιούνται οι παρ. 3 και 5 του άρθρου 109 του ν. 4387/2016 (Α’ 85), καταργείται η παρ. 4 και το άρθρο διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 109 Διαγραφή οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης

1.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, που έχουν χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτες είσπραξης, σύμφωνα με το άρθρο 108 μπορεί να κριθούν διαγραπτέες και να διαγραφούν, με την επιφύλαξη της πλήρους διατήρησης των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των μισθωτών ασφαλισμένων, και πριν από την παρέλευση της προθεσμίας της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις: α. έχουν ολοκληρωθεί οι προβλεπόμενες στις περ. α’, β’ και γ’ της παρ. 1 του άρθρου 108 ενέργειες για τον χαρακτηρισμό τους ως ανεπίδεκτων είσπραξης, β. έχουν ολοκληρωθεί οι έρευνες στην αλλοδαπή κατόπιν αξιοποίησης πληροφοριών και δεν διαπιστώθηκε οφειλετών εφόσον προβλέπεται, με την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης.

2.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, που δεν έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτες είσπραξης, σύμφωνα με το άρθρο 108 μπορεί να διαγραφούν, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, εφόσον εμπίπτουν αποκλειστικά και μόνο στις ακόλουθες κατηγορίες οφειλών: α. οφειλές αποβιωσάντων που δεν καταλείπουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και των οποίων οι κληρονόμοι αποποιήθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά, β. όταν το ποσό της κύριας οφειλής από εισφορές κατά οφειλέτη δεν υπερβαίνει τα πενήντα (50) ευρώ και δεν έχει επιτευχθεί η είσπραξή του μέσα σε δέκα (10) έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε, γ. όταν το ποσό της συνολικής οφειλής από οποιαδήποτε αιτία δεν υπερβαίνει τα εκατό (100) ευρώ και δεν έχει επιτευχθεί η είσπραξή της μέσα σε δέκα (10) έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε.

3.

Η διαγραφή των απαιτήσεων και η καταχώρισή τους σε ειδικά βιβλία διαγραφών γίνονται με απόφαση του Διοικητή του Ταμείου κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας υπηρεσίας του ΚΕΑΟ και με τη σύμφωνη γνώμη της Διεύθυνσης Εσόδων του οικείου Φορέα. Οι αποφάσεις αυτές κοινοποιούνται στην Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου που είναι αρμόδια για τον έλεγχο του Φορέα, από την οποία και ελέγχονται.

4.

(Καταργείται)

5.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων μπορεί να ρυθμίζονται ο τρόπος και η διαδικασία καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία διαγραφών, καθώς και κάθε θέμα σχετικό με τη διαχείρισή τους. Με όμοια απόφαση που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Διοικητικής Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί να μεταβάλλονται τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία διαγραφών.». ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Άρθρο 186

Χορήγηση αποζημίωσης ανωτάτων δικαστικών λειτουργών Η αποζημίωση της παρ.  1 του άρθρου 6 του ν. 2521/1997 (Α’ 174) χορηγείται και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων.

Άρθρο 187

Ευθύνη των εταίρων των δικηγορικών εταιρειών - Τροποποίηση του άρθρου 54 του Κώδικα περί Δικηγόρων H παρ. 5 του άρθρου 54 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α’ 208) αντικαθίσταται ως εξής: «5. Για τις πάσης φύσεως υποχρεώσεις της εταιρείας ευθύνεται μόνο η εταιρεία με την περιουσία της. Τα άρθρα 759, 783 Α.Κ. και η παρ. 1 του άρθρου 270 του ν. 4072/2012 (Α’ 86) δεν έχουν εφαρμογή στις σχέσεις της εταιρείας και των εταίρων της με εντολείς της ή τρίτους. Ειδικά: α) έναντι του Δημοσίου και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης εφαρμόζονται, για χρέη που δημιουργούνται μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας, κατ’ αναλογίαν οι προβλέψεις προσωπικής, αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης των προσώπων του άρθρου 50 του ν. 4174/2013 (Α’ 170) και του άρθρου 31 του ν. 4321/2015 (Α’ 32), τα οποία διατηρούν δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών μελών της εταιρείας κατά την αναλογία συμμετοχής τους στην εταιρεία, σύμφωνα με την παρ. 3, β) έναντι των εντολέων της, η εταιρεία ευθύνεται, κατά τις διατάξεις για την ευθύνη των δικηγόρων (άρθρα 160 του παρόντος και 73 του ΕισΝΚΠολΔ (π.δ. 503/1985, Α’182), για πράξεις ή παραλείψεις των εταίρων ή συνεργατών δικηγόρων, εφόσον αυτές έγιναν κατά τον χειρισμό υπόθεσης εντολέα της εταιρείας και διατηρεί δικαίωμα αναγωγής κατά του υπαιτίου εταίρου, κατά το ποσό που η εταιρεία θα ικανοποιήσει τον τρίτο. Αν η εταιρεία έχει ασφαλιστεί για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, δικαίωμα αναγωγής κατά του υπαιτίου εταίρου έχει η εταιρεία μόνο για το ποσό που δεν καλύφθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία και την ασφαλιστική αποζημίωση.».

Άρθρο 188

Αυτοτέλεια έμμισθου δικηγόρου - Τροποποίηση του άρθρου 42 του ν. 4194/2013 Στο άρθρο 42 του ν. 4194/2013 (Α’ 208) προστίθενται παρ. 2 και 3 και το άρθρο 42 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 42 Έμμισθος δικηγόρος

1.

Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή. Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο.

2.

Ο έμμισθος δικηγόρος ασκεί ελεύθερα τα επιστημονικαά του καθήκοντα, όπως επιβάλλουν ο νόμος και η συνείδησή του, σύμφωνα με το άρθρο 5, χωρίς να υπαάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα και στην υπαλληλική ιεραρχία του εντολέα.

3.

Η έμμισθη εντολή δεν δημιουργεί υποχρέωση του δικηγόρου να εκπροσωπεί δικαστικά ή εξώδικα, ως φυσικά πρόσωπα, τα μέλη της διοίκησης και τους υπαλληήλους του εντολέα, καθώς δεν συνδέεται μαζί τους με σύμβαση έμμισθης εντολής. Ο έμμισθος δικηγόρος δεν υποχρέωση προβλέπεται ρητά στη σύμβαση έμμισθης εντολής.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΕΛΕΓΧΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ ΚΑΙ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Άρθρο 189

Ορισμός Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου ως αρμόδιας για τον έλεγχο του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας Η Επιτροπή Δημοσιονομικού Ελέγχου (Ε.Δ.ΕΛ.) του άρθρου 11 του ν. 4314/2014 (Α’ 265), που υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Δημοσιονομικής Πολιτικής (Γ.Γ.Δ.Π.) του Υπουργείου Οικονομικών, ορίζεται αρμόδια για τον έλεγχο του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (εφεξής: Μηχανισμός), που συστάθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2021/241 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Φεβρουαρίου 2021 για τη θέσπιση του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (L 57). Για τον έλεγχο εφαρμόζονται οι διαδικασίες και η μεθοδολογία που προβλέπονται στα άρθρα 11 και 12 του ν. 4314/2014, κατάλληλα προσαρμοσμένες στις ανάγκες του Μηχανισμού.

Άρθρο 190

Αρχή Ελέγχου - Τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 4314/2014 Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 4314/2014 (Α’ 265) προστίθεται νέα περ. δα’ και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Αρχή Ελέγχου της παρ.  4 του άρθρου 123 του Κανονισμού (ΕΚ) 1303/2013 για όλα τα ΕΠ του ΕΣΠΑ 2014-2020 και του ΕΠ «Αλιεία και Θάλασσα 2014-2020» ορίζεται η Επιτροπή Δημοσιονομικού Ελέγχου (Ε.Δ.ΕΛ.), η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών. Η Ε.Δ.ΕΛ. αποτελείται από τα παρακάτω μέλη:

  • α) τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Ελέγχων

Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων, ως Πρόεδρο,

  • β) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Σχεδιασμού και

Αξιολόγησης Ελέγχων,

  • γ) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Α’ Ελέγχου Διαχείρισης Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων,
  • δ) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Β’ Ελέγχου Διαχείρισης Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων,
  • δα) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ελέγχου Δράσεων του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας,
  • ε) τον Προϊστάμενο του Αυτοτελούς Τμήματος Έκτακτων Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων

και

  • στ) δύο (2) εμπειρογνώμονες από τον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, που διαθέτουν εμπειρία σε θέματα εφαρμογής δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και ελέγχου

συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων ή δημοσίων έργων ή κρατικών ενισχύσεων. Στην Ε.Δ.ΕΛ. δύναται να μετέχει, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο Προϊστάμενος του Αυτοτελούς Τμήματος Νομικής Υποστήριξης της Γενικής Διεύθυνσης Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων. Με την ίδια ή όμοια απόφαση ορίζονται τα αναπληρωματικά μέλη της Ε.Δ.ΕΛ. και η γραμματεία αυτής, η οποία στελεχώνεται από υπαλλήλους της Γενικής Διεύθυνσης. Ανάλογα με το θέμα το οποίο εξετάζεται, εισηγητής της Ε.Δ.ΕΛ. είναι ο εκ των μελών της καθ’ ύλην αρμόδιος Προϊστάμενος, ο οποίος μετέχει στη σύνθεση της Επιτροπής χωρίς δικαίωμα ψήφου. Για τα μέλη και τη γραμματεία της Ε.Δ.ΕΛ., έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α’ 176).».

Άρθρο 191

Στελέχωση της Γενικής Διεύθυνσης Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων

1.

Οι οργανικές θέσεις της Διεύθυνσης Ελέγχου Δράσεων του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που συστήνεται στη Γενική Διεύθυνση Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων (Γ.Δ.Ε.Σ.Π) της Γ.Γ.Δ.Π. του Υπουργείου Οικονομικών με Προεδρικό Διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 4622/2019 (Α’ 133), καθώς και των λοιπών οργανικών μονάδων της Γ.Δ.Ε.Σ.Π. που ασκούν αρμοδιότητες άρρηκτα συνδεδεμένες με τους ελέγχους του Μηχανισμού και ιδίως σύνταξη στρατηγικής, δειγματοληψία, εκπόνηση μεθοδολογίας, νομική και διοικητική υποστήριξη, διερεύνηση καταγγελιών, δύνανται να καλύπτονται και με αποσπάσεις μονίμων υπαλλήλων ή υπαλλήλων Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου του δημοσίου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται στο άρθρο 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), με κοινή απόφαση των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου Οικονομικών και του Φορέα προέλευσης, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, με την ίδια σχέση εργασίας και το ίδιο μισθολογικό καθεστώς. Η διάρκεια των αποσπάσεων ορίζεται για τρία (3) έτη, με δυνατότητα ισόχρονης ανανέωσης για μία φορά, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Προϊσταμένου της Γ.Δ.Ε.Σ.Π.. Για το χρονικό διάστημα της απόσπασης οι υπάλληλοι διατηρούν το σύνολο των αποδοχών της οργανικής τους θέσης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις χορήγησής τους και η μισθοδοσία τους βαρύνει τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Οικονομικών. Ο χρόνος της απόσπασης λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στη θέση στην οποία ο υπάλληλος ανήκει οργανικά. Η απόσπαση υπαλλήλου διακόπτεται πριν από τη λήξη της για υπηρεσιακούς λόγους με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Οικονομικών μετά από εισήγηση του Προϊσταμένου της Γ.Δ.Ε.Σ.Π. ή μετά από αιτιολογημένη αίτηση του υπαλλήλου κατόπιν συνεκτίμησης των υπηρεσιακών αναγκών και έκδοσης σχετικής απόφασης.

2.

Μέρος των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η Γ.Δ.Ε.Σ.Π. στο πλαίσιο ελέγχου του Μηχανισμού, δύναται να ανατεθεί με σύμβαση παροχής υπηρεσιών σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο δεν σχετίζεται με οποιονδήποτε τρόπο με τους φορείς του Συστήματος Διαχείρι που ανατίθενται σε εξωτερικούς συνεργάτες, τελούνται υπό την εποπτεία της αρμόδιας οργανικής μονάδας της Γ.Δ.Ε.Σ.Π..

Άρθρο 192

Προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων της Διεύθυνσης Ελέγχου Δράσεων του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας

1.

Οι Προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων της Διεύθυνσης Ελέγχου Δράσεων του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας επιλέγονται σύμφωνα με τον ν. 3528/2007 (Α’ 26) και το άρθρο 18 του ν. 4492/2017 (Α’ 156).

2.

Ο χρόνος υπηρεσίας σε θέσεις Προϊσταμένων λογίζεται ότι έχει διανυθεί στην υπηρεσία από την οποία προέρχονται και καλύπτει και τον προβλεπόμενο, από τις διατάξεις που διέπουν την υπηρεσία τους, χρόνο άσκησης καθηκόντων Προϊσταμένου, ως προϋπόθεση για επιλογή σε θέση Προϊσταμένου, οπότε λογίζεται ως χρόνος άσκησης καθηκόντων Προϊσταμένου στο επίπεδο της οργανικής μονάδας για την οποία γίνεται η επιλογή, εφόσον είναι αντίστοιχου επιπέδου προς την προκηρυσσόμενη θέση.

Άρθρο 193

Λειτουργικές και άλλες δαπάνες της Γενικής Διεύθυνσης Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων

1.

Ενέργειες τεχνικής βοήθειας, όπως προμήθεια αγαθών, υπηρεσίες, λειτουργικές δαπάνες, η αποζημίωση της παρ. 2 και κάθε άλλη δαπάνη απαραίτητη για την εκτέλεση της νέας αρμοδιότητας της Γ.Δ.Ε.Σ.Π. δύνανται να καλύπτονται από την Τεχνική Βοήθεια του Μηχανισμού, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 6 του Κανονισμού (ΕΕ) 2021/241 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Φεβρουαρίου 2021 για τη θέσπιση του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (L 57). Με τον ίδιο τρόπο δύναται να καλύπτεται και η δαπάνη μετακινήσεων των ελεγκτών στο πλαίσιο της διενέργειας επιτοπίων ελέγχων, για τις οποίες τυγχάνει ανάλογης εφαρμογής η παρ. 10 του άρθρου 12 του ν. 4314/2014 (Α’ 265).

2.

Στους ελεγκτές που διενεργούν ελέγχους στο πλαίσιο του Μηχανισμού καταβάλλεται αποζημίωση, βάσει της παρ. 4 του άρθρου 65 του ν. 4646/2019 (Α’ 201).

3.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικών, η οποία εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Προϊσταμένου της Γ.Δ.Ε.Σ.Π., προσδιορίζονται η μέθοδος και το σύστημα αξιολόγησης της απόδοσης, καθώς και η τυχόν επιπλέον ανταμοιβή του προσωπικού της Γ.Δ.Ε.Σ.Π. που εμπλέκεται στην υλοποίηση της αρμοδιότητας ελέγχου του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας σε περίπτωση επίτευξης στόχων.

4.

Με απόφαση του Υπηρεσιακού Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών μετά από εισήγηση του Προϊσταμένου της Γ.Δ.Ε.Σ.Π. δύναται να συναφθεί σύμβαση μίσθωσης ακινήτου για την κάλυψη τυχόν στεγαστικών της αναγκών, κατόπιν δημοσίευσης πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί μισθώσεων ακινήτων για στέγαση δημοσίων υπηρεσιών.

Άρθρο 194

Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού Ταμείου Ανάκαμψης - Τροποποίηση της παρ. 2 του άρθρου 271 του ν. 4738/2020 Στην παρ. 2 του άρθρου 271 του ν. 4738/2020 (Α’ 207) προστίθεται νέο εδάφιο και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Η Ειδική Υπηρεσία έχει ως σκοπό τον συντονισμό της σύνταξης του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης, το οποίο θα υποβληθεί προς έγκριση στα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την παρακολούθηση και τον συντονισμό της υλοποίησης των προγραμμάτων και έργων τα οποία θα χρηματοδοτηθούν με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης που θα διατεθούν στην Ελλάδα. Στην Ειδική Υπηρεσία του Ταμείου Ανάκαμψης υπάγονται και ο συντονισμός και η παρακολούθηση των συναπτόμενων συμφωνιών χρηματοδοτικής συνεισφοράς και δανείου, κατά περίπτωση, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που υπογράφονται από τον Υπουργό Οικονομικών και τον αρμόδιο για την Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης Υπουργό, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 14, 15 και 23 του Κανονισμού (ΕΕ) 2021/241 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Φεβρουαρίου 2021 για τη θέσπιση του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας.».

Άρθρο 195

Τεχνική βοήθεια στο πλαίσιο υλοποίησης του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας Προσθήκη άρθρου 280Α στον ν. 4738/2020 Προστίθεται άρθρο 280Α στον ν. 4738/2020 (Α’ 207) ως εξής: «Άρθρο 280Α Τεχνική βοήθεια

1.

Στο πλαίσιο και για τον σκοπό της υλοποίησης του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Σ.Α.Α.), η Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού Ταμείου Ανάκαμψης (Ε.Υ.Σ.Τ.Α.) του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και οι φορείς υλοποίησης των έργων του Σ.Α.Α. και τα Υπουργεία που εποπτεύουν την υλοποίηση των ως άνω έργων, δύναται να προβαίνουν σε ενέργειες τεχνικής βοήθειας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Σ.Α.Α..

2.

Κατά την ανάθεση συμβάσεων οι οποίες αφορούν σε ενέργειες τεχνικής βοήθειας της παρ. 1, εφαρμόζονται τα άρθρα 119 και 329 του ν. 4412/2016 (Α’ 147), κατά περίπτωση.

3.

Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παρ. 4 του άρθρου 119 και της παρ.  4 του άρθρου 329 του ν. 4412/2016 για την ανάθεση συμβάσεων ενέργειων τεχνικής βοήθειας της παρ. 1 εφαρμόζεται αναλογικά η υπό στοιχεία 23451/ΕΥΣΣΑ493/24.02.2017 απόφαση

4.

Οι φορείς υλοποίησης των έργων του Σ.Α.Α. και τα Υπουργεία που εποπτεύουν την υλοποίηση των ως άνω έργων δύνανται, για την ανάθεση συμβάσεων που αφορούν σε ενέργειες τεχνικής βοήθειας της παρ. 1, είτε να καταρτίζουν δικό τους κατάλογο προμηθευτών και παρόχων υπηρεσιών, σύμφωνα με την παρ. 2, είτε να χρησιμοποιούν τον κατάλογο που καταρτίζεται και τηρείται από την Ε.Υ.Σ.Τ.Α.. Στην τελευταία περίπτωση, για τη χρήση του καταλόγου αποστέλλεται σχετική επιστολή στην Ε.Υ.Σ.Τ.Α., με την οποία δηλώνεται η πρόθεση για χρήση του καταλόγου της.

5.

Η Ε.Υ.Σ.Τ.Α. και οι λοιποί δικαιούχοι ενεργειών τεχνικής βοήθειας της παρ. 1 δύνανται, για την ανάθεση συμβάσεων ενεργειών τεχνικής βοήθειας της παρ. 1, να χρησιμοποιούν τον κατάλογο που τηρείται από την Ειδική Υπηρεσία Στρατηγικής, Σχεδιασμού και Αξιολόγησης (Ε.Υ.Σ.Σ.Α.) του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων. Στην περίπτωση αυτή για τη χρήση του καταλόγου αποστέλλεται σχετική επιστολή στην Ε.Υ.Σ.Σ.Α., με την οποία δηλώνεται η πρόθεση για χρήση του καταλόγου της.».

Άρθρο 196

Αξιολόγηση Επιλεξιμοτήτων

1.

Με απόφαση του αρμόδιου για την Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης Υπουργού, ορίζονται τα κριτήρια για την αξιολόγηση των επιλεξιμοτήτων των επενδύσεων, όπως ψηφιακός μετασχηματισμός, πράσινη μετάβαση, εξωστρέφεια, ανάπτυξη οικονομιών κλίμακας μέσω συνεργασιών, εξαγορών και συγχωνεύσεων, καθώς και καινοτομία, έρευνα και ανάπτυξη, που δανειοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

2.

Ο αρμόδιος για την Ειδική Υπηρεσία του Ταμείου Ανάκαμψης Υπουργός, κατόπιν εισήγησής της, δύναται, για την αξιολόγηση της επιλεξιμότητας επενδυτικών σχεδίων. να εκδίδει δημόσια πρόσκληση για τη δημιουργία καταλόγου αξιολογητών, οι οποίοι συνεργάζονται με τα πιστωτικά ιδρύματα και τους φορείς των επενδυτικών σχεδίων στο πλαίσιο της αξιολόγησης των επιλεξιμοτήτων των επενδυτικών σχεδίων που εντάσσονται για χρηματοδότηση από τα δανειακά κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης. Στην πρόσκληση ορίζονται οι προϋποθέσεις και οι όροι που πληρούν οι αξιολογητές, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια αναφορικά με την κατάρτιση του καταλόγου και την εκτέλεση του έργου της αξιολόγησης των εν λόγω επενδυτικών σχεδίων.

Άρθρο 197

Χρηματοδότηση επιχειρήσεων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας

1.

Στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης είναι δυνατή η χρηματοδότηση επιχειρήσεων για την προώθηση επενδύσεων με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Για τον σκοπό αυτόν το Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον αρμόδιο για την Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης Υπουργό, δύναται να συνάπτει συμβάσεις με: (α) την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης και (β) με πιστωτικά ιδρύματα που πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται σε δημόσια πρόσκληση, την οποία εκδίδει ο ανωτέρω Υπουργός, ύστερα από εισήγηση της ανωτέρω υπηρεσίας.

2.

Με απόφαση του αρμόδιου για την Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης Υπουργού, που εκδίδεται ύστερα από σχετική εισήγηση της Υπηρεσίας, ορίζονται η διαδικασία διάθεσης των αναγκαίων κεφαλαίων στα πιστωτικά ιδρύματα, οι όροι και προϋποθέσεις της διαδικασίας χορήγησης των δανείων στις επιχειρήσεις, εξειδικεύονται περαιτέρω τα κριτήρια και ο τρόπος ελέγχου της επιλεξιμότητας των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και ορίζονται η διαδικασία, οι όροι ανάθεσης και τα κριτήρια ανάθεσης σε αξιολογητές της παρ. 3 του άρθρου 8, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Με την ίδια ως άνω απόφαση δύνανται να εξαιρούνται από τη διαδικασία της ανάθεσης σε αξιολογητές της παρ. 3 του άρθρου 8, οι ευρωπαϊκοί χρηματοπιστωτικοί θεσμοί, ειδικότερα η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης.

Άρθρο 198

Σώρευση ενισχύσεων Τα επενδυτικά σχέδια που λαμβάνουν κρατική ενίσχυση στο πλαίσιο του καθεστώτος δανειακής στήριξης του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας δύναται να υπαχθούν, πριν ή μετά την έγκρισή τους για δανειοδότηση, και σε άλλο καθεστώς κρατικών ενισχύσεων ή καθεστώς «ήσσονος σημασίας» (de minimis), με τους συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπονται σε αυτά. Το ποσό της ενίσχυσης που αντιστοιχεί στη δανειακή στήριξη, υπολογισμένο σε όρους ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης, αθροιζόμενο με οποιαδήποτε άλλη ενίσχυση χορηγείται για τις ίδιες επιλέξιμες δαπάνες, δεν μπορεί να υπερβαίνει την ανώτατη ένταση ή το ανώτατο ποσό ενίσχυσης που ορίζεται στον Γενικό Απαλλακτικό Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (L 187) (ΓΑΚ) ή στην οικεία απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Άρθρο 199

Στελέχωση υπηρεσιών που έχουν αναλάβει την παρακολούθηση και υλοποίηση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας

1.

Για την αντιμετώπιση των αυξημένων αναγκών των υπηρεσιών της κεντρικής διοίκησης που έχουν επιφορτιστεί με την παρακολούθηση και έγκαιρη υλοποίηση των έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, εξαιρουμένης της Ειδικής Υπηρεσίας Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης, το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να προσλαμβάνει προσωπικό με υπερβαίνει τα εκατό (100) άτομα, κατόπιν έγκρισης της Επιτροπής της παρ. 1 του άρθρου 2 της υπ’ αρ. 33/2006 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (Α’ 280). Οι ως άνω υπηρεσίες της κεντρικής διοίκησης καθορίζονται με διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου για το Ταμείο Ανάκαμψης Υπουργού.

2.

Η διάρκεια των συμβάσεων της παρ. 1 ορίζεται σε δώδεκα (12) μήνες και δύναται να ανανεώνεται ή να παρατείνεται έως το τέλος του προγράμματος ή του έργου ή την εκπλήρωση της υποχρέωσης, αποκλειόμενης σε κάθε περίπτωση της αναγνώρισής τους ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 38 του ν. 4765/2021.

3.

Το αντικείμενο της σύμβασης του προσωπικού της παρ. 1 αφορά στην υλοποίηση και εκτέλεση των έργων που έχουν ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Με απόφαση του αρμόδιου για την Ειδική Υπηρεσία του Ταμείου Ανάκαμψης Υπουργού, το προσωπικό δύναται να τοποθετείται στις υπηρεσίες των Φορέων Κεντρικής Διοίκησης. Με όμοια απόφαση το ως άνω προσωπικό δύναται να μετακινείται σε υπηρεσία διαφορετική από εκείνη στην οποία τοποθετήθηκε αρχικά μεταξύ αυτών που καθορίζονται με τη διαπιστωτική πράξη της παρ. 1, εφόσον υφίσταται σχετική ανάγκη για την εκτέλεση των έργων του Ταμείου. Για το ως άνω προσωπικό εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 48 του ν. 4795/2021 (Α’ 62).

4.

Για την άμεση αντιμετώπιση των επειγουσών αναγκών των υπηρεσιών που έχουν επιφορτιστεί με την υλοποίηση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας δύνανται να αποσπώνται μόνιμοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου του δημοσίου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται στο άρθρο 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143) με κοινή απόφαση των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου Οικονομικών και των Υπουργείων προέλευσης και υποδοχής, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης και χωρίς να απαιτείται απόφαση ή σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων υπηρεσιακών συμβουλίων του φορέα προέλευσης, με την ίδια σχέση εργασίας και το ίδιο μισθολογικό καθεστώς. Η διάρκεια των αποσπάσεων ορίζεται σε δύο (2) έτη, η οποία δύναται να παραταθεί για άλλα τρία (3) έτη. Για το χρονικό διάστημα της απόσπασης οι υπάλληλοι διατηρούν το σύνολο των αποδοχών της οργανικής τους θέσης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις χορήγησής τους και η μισθοδοσία τους βαρύνει τον Φορέα υποδοχής. Ο χρόνος της απόσπασης λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στη θέση στην οποία ο υπάλληλος ανήκει οργανικά. Η απόσπαση υπαλλήλου διακόπτεται πριν από τη λήξη της για υπηρεσιακούς λόγους με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου ή μετά από αιτιολογημένη αίτηση του υπαλλήλου, κατόπιν συνεκτίμησης των υπηρεσιακών αναγκών.

Άρθρο 200

Προσυμβατικός έλεγχος - Παρακολούθηση της διαδικασίας προετοιμασίας και κατάρτισης συμβάσεων

1.

Για την επιτάχυνση του ελέγχου από το Ελεγκτικό Συνέδριο των σχεδίων συμβάσεων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ο Πρόεδρος του αρμόδιου κλιμακίου προσυμβατικού ελέγχου μπορεί, ύστερα από αίτημα της αναθέτουσας αρχής, να ορίζει τον εισηγητή για τον προσυμβατικό έλεγχο σε φάση προγενέστερη της αποστολής του φακέλου της υπόθεσης στο Δικαστήριο για την άσκηση του ελέγχου του. Στην περίπτωση αυτή ο εισηγητής έχει πλήρη πρόσβαση σε κάθε στοιχείο της προδικασίας της κατακύρωσης και μπορεί να ζητεί να ενημερώνεται για ό,τι κρίνει αναγκαίο προς προετοιμασία της εισήγησής του.

2.

Η αναθέτουσα αρχή δικαιούται να ζητεί από το αρμόδιο κλιμάκιο να ασκεί προσυμβατικό έλεγχο μέχρι τρεις (3) φορές όταν ολοκληρώνεται ορισμένη μόνο φάση της προδικασίας, όπως υπογραφή της διακήρυξης, δημοσιεύσεις, προκαταρκτική εξέταση προσφορών και τεχνικές ή οικονομικές αξιολογήσεις των προσφορών, εφόσον κρίνει ότι λόγοι ασφάλειας του δικαίου επιβάλλουν να μην συνεχισθεί η διαγωνιστική διαδικασία χωρίς να έχει προηγουμένως διαγνωσθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο η νομιμότητα των πράξεων που συνθέτουν την ανωτέρω φάση.

3.

Ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου μπορεί, ύστερα από αίτημα του Υπουργού Οικονομικών, να ορίζει μέχρι είκοσι (20) παρέδρους ή εισηγητές του δικαστηρίου για την άσκηση ελεγκτικών καθηκόντων εντός της εκτελεστικής λειτουργίας κατά τη διαδικασία προετοιμασίας συμβάσεων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Οι δικαστικοί αυτοί λειτουργοί ασκούν τα ελεγκτικά τους καθήκοντα στο πλαίσιο πενταμελών επιτροπών, τα μέλη των οποίων ορίζονται από τον αρχαιότερο από τους δικαστικούς λειτουργούς που όρισε ο Πρόεδρος. Τα καθήκοντα των ανωτέρω επιτροπών συνίστανται στη διαρκή παρακολούθηση της διαδικασίας προετοιμασίας και κατάρτισης των συμβάσεων, προκειμένου να προλαμβάνονται νομικά σφάλματα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακύρωση ή ματαίωση της διαγωνιστικής διαδικασίας. Η απασχόληση των δικαστικών λειτουργών για τη διενέργεια των ελέγχων αυτών δεν ασκείται εις βάρος των κυρίων δικαστικών τους καθηκόντων, είναι ενιαύσια, και παρέχει δικαίωμα λήψης επιμισθίου, το ύψος του οποίου καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

Άρθρο 201

Μεταβατικές διατάξεις

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)