Νόμοι — ΦΕΚ A' 130/2025

Type Νόμος
Publication 2025-07-18
State In force
Source ΦΕΚ
articles 1406
Reform history JSON API
10.

Σε περίπτωση υποβολής τίτλου για μεταγραφή μετά από παρέλευση έτους τουλάχιστον από τη σύνταξή του, τα αναλογικά κατά περίπτωση δικαιώματα που είναι καταβλητέα για τη μεταγραφή, υπολογίζονται με βάση την πραγματική αξία του ακινήτου που μεταβιβάζεται ή του εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου, όπως αυτά περιγράφονται στον τίτλο που μεταγράφεται, κατά τον χρόνο της μεταγραφής. Στις περιπτώσεις αυτές ο προσδιορισμός της αξίας του μεταβιβαζόμενου ακινήτου γίνεται με βάση ειδική έκθεση εκτίμησης της Φορολογικής Διοίκησης που εκδίδεται μετά από αίτηση του προϊσταμένου του κτηματολογικού γραφείου.

11.

Απαγορεύεται η σύνταξη συμβολαίου που αφορά τη μεταβίβαση με επαχθή αιτία κυριότητας ακινήτου ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος επ’ αυτού:

  • α) εάν δεν προσκομιστεί δήλωση φόρου μεταβίβασης,

και

  • β) εάν όλα τα προσδιοριστικά στοιχεία της κυριότητας

του μεταβιβαζόμενου ακινήτου ή άλλου εμπράγματου επί αυτού δικαιώματος δεν ανταποκρίνονται πλήρως στη δήλωση.

Άρθρο 51

Κυρώσεις

1.

Στα πρόσωπα που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις του άρθρου 50 επιβάλλεται αυτοτελές πρόστιμο ύψους εκατό (100) ευρώ για κάθε παράβαση. Δεν επιβάλλεται ευρώ.

2.

Ειδικά στα πρόσωπα που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις της περ. ζ) της παρ. 3 και της παρ. 9 του άρθρου 50, επιβάλλεται αυτοτελές πρόστιμο ίσο με το δέκα τοις εκατό (10%) του τιμήματος που προκύπτει ότι δεν καταβλήθηκε με χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής, το οποίο δεν μπορεί να υπολείπεται των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και να υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ για κάθε παράβαση.

Άρθρο 52

Υποχρεώσεις δημόσιων αρχών Το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα υποχρεούνται να αποστέλλουν στη Φορολογική Διοίκηση:

  • α) οι συμβολαιογράφοι, αντίγραφα των προσυμφώνων

μεταβίβασης ακινήτων του αμέσως προηγούμενου μήνα,

  • β) οι γραμματείς των δικαστηρίων, τις δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες διατάσσεται η μεταβίβαση ακινήτου

λόγω μη εκτέλεσης προσυμφώνου, και

  • γ) οι προξενικές αρχές, αντίγραφα των προσυμφώνων ή τα οριστικά συμβόλαια μεταβίβασης ακινήτων

του αμέσως προηγούμενου μήνα. ΦΟΡΟΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΩΝ, ΔΩΡΕΩΝ, ΓΟΝΙΚΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΚΑΙ ΚΕΡΔΩΝ ΑΠΟ ΤΥΧΕΡΑ ΠΑΙΓΝΙΑ

Άρθρο 53

Γενικό πεδίο εφαρμογής Επιβάλλεται φόρος στην περιουσία που αποκτάται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα αιτία θανάτου, δωρεάς ή γονικής παροχής και στα κέρδη από τυχερά παίγνια, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν Μέρος.

ΤΜΗΜΑ Ι

ΦΟΡΟΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Άρθρο 54

Έννοια και περιεχόμενο της κτήσης αιτία θανάτου

1.

Κτήση περιουσίας αιτία θανάτου για την επιβολή του φόρου, είναι η από:

  • α) κληρονομία, κληροδοσία, τρόπο ή δωρεά αιτία θανάτου ολόκληρης περιουσίας,
  • β) νέμηση,
  • γ) σύμβαση ασφάλισης ζωής του κληρονομουμένου,

εφόσον δεν ορίζονται στο ασφαλιστήριο οι δικαιούχοι,

  • δ) αυτασφάλιση του κληρονομουμένου, εφόσον αυτή

δεν προβλέπεται από νόμο,

  • ε) συνένωση επικαρπίας ακινήτων ή κινητών γενικά

πραγμάτων με την ψιλή κυριότητα, λόγω θανάτου του επικαρπωτή ή διάλυσης του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, αν ο επικαρπωτής είναι νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, όταν η κτήση ή μεταβίβαση με επαχθή αιτία της ψιλής κυριότητας αυτών και η κτήση της επικαρπίας ή η παρακράτησή της έγιναν από τις 2 Απριλίου 1980 και εφεξής. Στις περιπτώσεις αυτές θεωρείται ότι η επικαρπία περιέρχεται στον κατά τον χρόνο της συνένωσης ψιλό κύριο από τον επικαρπωτή αιτία θανάτου και η αξία αυτής προσδιορίζεται στην αξία της πλήρους κυριότητας, μετά την αφαίρεση από αυτή του τμήματος της αξίας που αναλογεί στο ποσοστό για το οποίο ο ψιλός κύριος είχε υπαχθεί σε φόρο κατά την απόκτηση της ψιλής κυριότητας.

2.

Η παράλειψη μεταγραφής της αποδοχής κληρονομίας ή κληροδοσίας, σύμφωνα με το άρθρο 1193 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α’ 164), δεν εμποδίζει την επιβολή του φόρου.

3.

Οι προθεσμίες του Α.Κ. για την αποποίηση της κληρονομίας και την αποδοχή της κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής, δεν επηρεάζουν την εφαρμογή του παρόντος Μέρους.

Άρθρο 55

Περιουσία που υποβάλλεται σε φόρο

1.

Στον φόρο υποβάλλονται:

  • α) Η κείμενη στην Ελλάδα οποιασδήποτε φύσεως

περιουσία, η οποία ανήκει είτε σε ημεδαπούς είτε σε αλλοδαπούς.

  • β) Η κείμενη στην αλλοδαπή ενσώματη ή ασώματη

κινητή περιουσία Έλληνα υπηκόου που έχει την κατοικία του οπουδήποτε, καθώς και αλλοδαπού που έχει την κατοικία του στην Ελλάδα, με την επιφύλαξη της εφαρμογής της περ. γ) της παρ. 2 του άρθρου 75.

2.

Ως κείμενη στην Ελλάδα κινητή περιουσία θεωρούνται ιδίως:

  • α) Τα πλοία που είναι εγγεγραμμένα στα ελληνικά νηολόγια και τα αεροσκάφη που είναι εγγεγραμμένα στα

ελληνικά μητρώα αεροσκαφών.

  • β) Η επωνυμία, ο τίτλος και η φήμη επιχείρησης ή επαγγέλματος που ασκούνται στην Ελλάδα.
  • γ) Τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και τα εμπορικά σήματα που είναι καταχωρημένα στην Ελλάδα.
  • δ) Τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα δικαιώματα για τη χρησιμοποίηση συγγραφικού υλικού,

διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή εμπορικού σήματος, εφόσον δύνανται να ασκηθούν στην Ελλάδα.

  • ε) Οι μετοχές, οι ιδρυτικοί τίτλοι και τα εταιρικά μερίδια

οποιασδήποτε μορφής εταιρείας ή νομικής οντότητας που εδρεύει στην Ελλάδα.

  • στ) Οι οποιεσδήποτε ενοχικές αξιώσεις που:
  • στα) είναι εξασφαλισμένες με υποθήκη σε ακίνητα ή

πλοία ή αεροσκάφη, εφόσον αυτά βρίσκονται σύμφωνα με τους ανωτέρω ορισμούς στην Ελλάδα,

  • στβ) απορρέουν από συμβάσεις για τα ακίνητα ή πλοία

ή αεροσκάφη της υποπερ. στα),

  • στγ) απορρέουν από συμβάσεις, οι οποίες έχουν καταρτισθεί στην Ελλάδα μεταξύ Ελλήνων υπηκόων και
  • στδ) είναι απαιτητές στην Ελλάδα.

Ελλάδα κατά τον χρόνο του θανάτου του.

  • η) Τα τραπεζογραμμάτια και κάθε άλλο είδος χρημάτων, που αποτελούν νόμιμο μέσο πληρωμής στον τόπο

της έκδοσής τους, καθώς και οι επιταγές στον κομιστή, εφόσον αυτά βρίσκονται στην Ελλάδα κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.

  • θ) Τα κάθε φύσεως κινητά, εφόσον αυτά βρίσκονται

στην Ελλάδα κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.

3.

Οι τίτλοι και οι αξίες, τα εισοδήματα των οποίων εισέπραξε ο αποβιώσας ή με τους οποίους πραγματοποίησε οποιεσδήποτε συναλλακτικές πράξεις εντός του προηγούμενου του θανάτου του έτους, καθώς επίσης και το τίμημα από την εκποίηση περιουσιακού στοιχείου που πραγματοποίησε ο κληρονομούμενος εντός της προηγούμενης του θανάτου του τριετίας, προκειμένου για κινητό, και εντός της προηγούμενης πενταετίας, προκειμένου για ακίνητο, θεωρούνται ότι ανήκουν στην κληρονομία. Επιτρέπεται η ανταπόδειξη με κάθε νόμιμο μέσο. Ως τίμημα από την εκποίηση του ακινήτου λαμβάνεται η αντικειμενική αξία αυτού ή, αν πρόκειται για ακίνητο που βρίσκεται σε περιοχή όπου δεν εφαρμόζεται το σύστημα Αντικειμενικού Προσδιορισμού Αξίας Ακινήτων (Α.Π.Α.Α.), η αξία του σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 5, εφόσον η αξία αυτή είναι μεγαλύτερη του τιμήματος που αναγράφεται στο συμβόλαιο. Ως τίμημα από την εκποίηση μετοχών, λοιπών τίτλων κινητών αξιών και συμμετοχών εταιρειών ή άλλων νομικών οντοτήτων μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο ή συμμετοχών σε συνεταιρισμούς, για την εκποίηση των οποίων έχει συνταχθεί συμβόλαιο ή ιδιωτικό έγγραφο από τον κληρονομούμενο, λαμβάνεται η αξία σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 62, εφόσον αυτή είναι μεγαλύτερη του αναγραφόμενου στα ως άνω έγγραφα τιμήματος.

4.

Δεν υποβάλλεται σε φόρο η αποζημίωση από ατύχημα που καταβάλλεται στους νόμιμους δικαιούχους συνεπεία θανάτου του θύματος.

Άρθρο 56

Υποκείμενο του φόρου Υπόχρεος στον φόρο είναι ο δικαιούχος της κτήσης και σε περίπτωση περισσότερων δικαιούχων καθένας ανάλογα με την περιουσία που αποκτά.

Άρθρο 57

Συνυπολογισμός δωρεών και γονικών παροχών

1.

Στην κτήση αιτία θανάτου συνυπολογίζονται οι δωρεές εν ζωή ή αιτία θανάτου και οι γονικές παροχές του κληρονομουμένου προς τον κληρονόμο ή κληροδόχο, εφόσον η φορολογική υποχρέωση για αυτές γεννήθηκε σε χρόνο που το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης δεν έχει παραγραφεί σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 115.

2.

Για τον συνυπολογισμό των κτήσεων της παρ. 1 λαμβάνεται υπόψη η αξία που είχε υπαχθεί σε φόρο κατά τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης αυτών, χωρίς τα απαλλασσόμενα ποσά.

Άρθρο 58

Χρόνος γένεσης φορολογικής υποχρέωσης

1.

Η φορολογική υποχρέωση γεννάται κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.

2.

Σε περίπτωση κήρυξης προσώπου ως άφαντου, η φορολογική υποχρέωση γεννάται κατά τον χρόνο δημοσίευσης στον τύπο της τελεσίδικης απόφασης που κηρύσσει την αφάνεια.

Άρθρο 59

Μετάθεση του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης Κατά παρέκκλιση του άρθρου 58, η φορολογική υποχρέωση γεννάται:

  • α) Κατά τον χρόνο της πλήρωσης της αίρεσης ή λήξης

της προθεσμίας, όταν το δικαίωμα του κληρονόμου ή κληροδόχου ή η κτήση στοιχείων κληρονομίας ή κληροδοσίας εξαρτάται από αναβλητική και όχι καθαρά εξουσιαστική αίρεση ή προθεσμία. Αν τα αντικείμενα περιέλθουν στη νομή του δικαιούχου πριν από την πλήρωση της αίρεσης ή τη λήξη της προθεσμίας, η φορολογική υποχρέωση γεννάται κατά τον χρόνο αυτόν.

  • β) Κατά τον χρόνο της με οποιονδήποτε τρόπο λήξης

της επιδικίας, όταν τα αντικείμενα της κτήσης είναι κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου επίδικα και ο δικαιούχος δεν έχει τη νομή αυτών. Αν αυτά περιέλθουν στη νομή του δικαιούχου πριν από τη λήξη της επιδικίας, η φορολογική υποχρέωση γεννάται κατά τον χρόνο αυτόν.

  • γ) Κατά τον χρόνο της με οποιονδήποτε τρόπο λήξης

της επιδικίας, όταν το δικαίωμα του κληρονόμου ή κληροδόχου κατέστη επίδικο, κατόπιν αμφισβήτησής του από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο και ο κληρονόμος ή κληροδόχος δεν έχει τη νομή των αντικειμένων της κτήσης. Αν τα αντικείμενα περιέλθουν στη νομή του κληρονόμου ή κληροδόχου που αξιώνει το δικαίωμα, η φορολογική υποχρέωση γεννάται κατά τον χρόνο αυτόν.

  • δ) Κατά τον χρόνο του συμβιβασμού, όταν αυτός που

αξιώνει κληρονομικό δικαίωμα έλαβε συμβιβαστικά μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας ή άλλη οποιασδήποτε φύσης αποζημίωση και σε αντάλλαγμα παραιτήθηκε από την αξίωσή του στην κληρονομία.

  • ε) Κατά τον χρόνο της συνένωσης της επικαρπίας με

την ψιλή κυριότητα, όταν αντικείμενο της κτήσης είναι η ψιλή κυριότητα, εκτός από τις περιπτώσεις της παρ. 5 του άρθρου 66.

  • στ) Κατά τον χρόνο καθορισμού του ποσού ή του αντικειμένου των κληροδοτημάτων των άρθρων 1972, 1973

και 1974 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α’ 164).

  • ζ) Κατά τον χρόνο εκπλήρωσης από τον βεβαρημένο

της υποχρέωσης, όταν ο κληρονομούμενος υποχρεώνει τον κληρονόμο ή τον κληροδόχο σε παροχή, χωρίς να προσπορίζει σε άλλον δικαίωμα στην παροχή αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 1715 του Α.Κ..

  • η) Κατά τον χρόνο της αποποίησης της κληρονομίας

ή κληροδοσίας, γι’ αυτόν που έγινε δικαιούχος εξαιτίας της αποποίησης αυτής. από τον θάνατο του κληρονομουμένου.

  • ι) Κατά τον χρόνο καταβολής του τιμήματος για τα ακίνητα που απαλλοτριώνονται αναγκαστικά ή κατά τον

χρόνο άρσης της απαλλοτρίωσης, εφόσον η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε πριν από την κτήση. Θεωρούνται ως αναγκαστικά απαλλοτριούμενα και τα ρυμοτομούμενα ακίνητα από την έκδοση του οικείου διατάγματος. Ο υπόχρεος σε φόρο δύναται, με ανέκκλητη δήλωση που υποβάλλεται στη Φορολογική Διοίκηση οποτεδήποτε πριν από την καταβολή της αποζημίωσης ή την άρση της απαλλοτρίωσης, να ζητήσει την άμεση φορολόγηση του ακινήτου. Στην περίπτωση αυτή, χρόνος φορολογίας είναι ο χρόνος υποβολής της δήλωσης. Αν το αίτημα για την άμεση φορολόγηση του υπό απαλλοτρίωση ακινήτου υποβάλλεται με εμπρόθεσμη δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 85 και 86, χρόνος γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης είναι ο χρόνος που ορίζεται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 58.

  • ια) Κατά τον χρόνο σύνταξης της οριστικής πράξης, η

οποία ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις που απορρέουν από προσύμφωνο του κληρονομουμένου για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και στην παραχώρηση με εργολαβικό προσύμφωνο ακινήτου για ανοικοδόμηση.

  • ιβ) Κατά τον χρόνο απόδοσης από το Eλληνικό Δημόσιο των ακινήτων που έχουν καταληφθεί από αυτό ως

εγκαταλελειμμένα, καθώς και αυτών που τελούν υπό μεσεγγύηση, ως ανήκοντα σε υπηκόους εχθρικών κρατών, εφόσον αυτά πριν από την κτήση είχαν καταληφθεί ως εγκαταλελειμμένα ή είχαν τεθεί υπό μεσεγγύηση.

  • ιγ) Κατά τον χρόνο άρσης της απαγόρευσης, εφόσον

πριν από την κτήση έχει απαγορευθεί με νόμο η εκποίηση των ακινήτων ή η σύσταση εμπράγματων δικαιωμάτων σε αυτά.

  • ιδ) Κατά τον χρόνο που θα γίνει δυνατή η είσπραξη

του υπολοίπου του ποσού των απαιτήσεων της παρ. 2 του άρθρου 61 και οι οποίες δηλώνονται ως εν μέρει εισπράξιμες.

  • ιε) Κατά τον χρόνο της είσπραξης, προκειμένου για

δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, καθώς και δικαιώματα για χρησιμοποίηση συγγραφικού υλικού, δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή εμπορικό σήμα.

  • ιστ) Κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του

δικαστηρίου που εγκρίνει τη λογοδοσία, προκειμένου για την περιουσία της αλλοδαπής, η οποία φορολογείται στην Ελλάδα. Αν τα αντικείμενα περιέλθουν στη νομή του δικαιούχου πριν από τη δημοσίευση της απόφασης, η φορολογική υποχρέωση γεννάται κατά τον χρόνο αυτόν.

  • ιζ) Κατά τον χρόνο λήξης της δικαστικής εκκαθάρισης

της κληρονομίας, σύμφωνα με τα άρθρα 1913 έως και 1922 του Α.Κ..

  • ιη) Κατά τον χρόνο λήξης της πτωχευτικής διαδικασίας,

σε περίπτωση θανάτου του πτωχού. Για τα κληρονομιαία στοιχεία που μεταβιβάζονται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της πτώχευσης υποβάλλεται δήλωση και καταβάλλεται ο φόρος που αναλογεί. Μετά από το τέλος της πτωχευτικής διαδικασίας γίνεται νέος προσδιορισμός του φόρου με υποβολή σχετικής δήλωσης σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α’ 58).

  • ιθ) Κατά τον χρόνο απόδοσης ή παραχώρησης των

ακινήτων ή καταβολής του χρηματικού ανταλλάγματος σε δικαιούχους κληρονόμους πολιτικού πρόσφυγα του ν. 1540/1985 (Α’ 67). Αντικείμενο φορολογίας στην περίπτωση αυτή, είναι το ακίνητο που αποδίδεται ή παραχωρείται ή το χρηματικό αντάλλαγμα, αφαιρουμένου του ποσού της εισφοράς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΞΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

Άρθρο 60

Χρόνος και τρόπος προσδιορισμού αξίας Ως αξία των αντικειμένων της κτήσης, για τον υπολογισμό του φόρου, λαμβάνεται η αξία κατά τον χρόνο της γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, η οποία για τα ακίνητα προσδιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 3, 4 και 5 και για τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία σύμφωνα με τα άρθρα 61 έως 68.

Άρθρο 61

Αξία απαιτήσεων

1.

Για απαιτήσεις που έχουν ως αντικείμενο χρηματικά ποσά λαμβάνονται υπόψη τα ποσά αυτά με τους τόκους που οφείλονται κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.

2.

Οι απαιτήσεις, οι οποίες δηλώνονται από τον δικαιούχο της κτήσης ως εν μέρει εισπράξιμες, υποβάλλονται σε φόρο με βάση τη δηλούμενη αξία τους.

Άρθρο 62

Αξία τίτλων

1.

Για μετοχές εταιρειών εισηγμένων στο χρηματιστήριο, ομολογίες, ιδρυτικούς και λοιπούς γενικά τίτλους των εμπορικών εταιρειών, δημόσια χρεόγραφα ή άλλες τέτοιας φύσης αξίες, ως αξία αυτών λαμβάνεται η αξία της προηγούμενης ημέρας του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης. Αν η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων του πρώτου εδαφίου πραγματοποιείται με ιδιωτικό έγγραφο ή συμβόλαιο ή με εγγραφή στο χρηματιστήριο και η διαφορά μεταξύ της αξίας που δηλώθηκε και της ανωτέρω αξίας υπερβαίνει το ποσοστό του τρία τοις εκατό (3%) της τελευταίας, υποβάλλεται τροποποιητική δήλωση για τη διαφορά της αξίας εντός δέκα (10) ημερών από τον χρόνο κατάρτισης του ιδιωτικού εγγράφου ή του συμβολαίου ή της εγγραφής στο χρηματιστήριο.

2.

Για τον προσδιορισμό της αξίας μετοχών εταιρειών μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται πράξεις μεταβίβασης μετοχών της εταιρείας εντός του τελευταίου πριν από τον θάνατο του κληρονομουμένου εξαμήνου, καθώς και η εσωτερική αξία τους, που βρίσκεται με διαίρεση της καθαρής θέσης της εταιρείας δια του αριθμού των μετοχών. Η εσωτερική αξία μπορεί να αυξομειώνεται από τη Φορολογική Διοίκηση λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τα κέρδη που διανεμήθηκαν εντός της τελευταίας πενταετίας, τη φήμη και πελατεία της εταιρείας και κάθε άλλο πρόσφο τον αριθμό των μετοχών που περιέρχονται σε καθένα κληρονόμο ή κληροδόχο, σε σχέση με το σύνολο των μετοχών της εταιρείας.

3.

Η παρ. 2 εφαρμόζεται και για λοιπούς τίτλους κινητών αξιών εταιρειών ή άλλων νομικών οντοτήτων μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο, συμμετοχές σε εταιρείες ή άλλες νομικές οντότητες μη εισηγμένες στο χρηματιστήριο, καθώς και συμμετοχές σε συνεταιρισμούς.

4.

Η παρ. 3 του άρθρου 4 του παρόντος Κώδικα εφαρμόζεται ανάλογα και κατά τον προσδιορισμό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων των παρ. 2 και 3 του παρόντος άρθρου.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για την εφαρμογή των παρ. 2 και 3 καθορίζεται ο τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας:

  • α) των μετοχών εταιρειών μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο, λαμβάνοντας υπόψη αποτελέσματα από τους

τελευταίους πριν από τη μεταβίβαση ισολογισμούς και την απόδοση των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας και κάθε άλλο στοιχείο που επηρεάζει αυξητικά ή μειωτικά την αξία τους και

  • β) ολόκληρης επιχείρησης, μερίδων ή μεριδίων και

ποσοστών συμμετοχής, λαμβάνοντας υπόψη τα καθαρά κέρδη των τελευταίων πέντε (5) ετών, την αμοιβή του επιχειρηματία, το επιτόκιο των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου ετήσιας διάρκειας και τα έτη λειτουργίας της επιχείρησης καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που επηρεάζει αυξητικά ή μειωτικά την αξία τους.

6.

Ειδικά για μετοχές, μερίδες ή μερίδια, ποσοστά συμμετοχής ή λοιπούς τίτλους εταιρειών ή λοιπών νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων που έχουν υποχρέωση καταβολής του ειδικού φόρου επί των ακινήτων του άρθρου 18, εφόσον η δήλωση υποβάλλεται εκπρόθεσμα, ως φορολογητέα αξία για την επιβολή του αναλογούντος φόρου λαμβάνεται η αξία των ακινήτων επί των οποίων οι ως άνω εταιρείες, νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες έχουν εμπράγματο δικαίωμα πλήρους ή ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας.

Άρθρο 63

Αξία επίπλων και λοιπών κινητών αντικειμένων

1.

Ο προσδιορισμός της αξίας των κινητών της κληρονομίας γίνεται με κάθε αποδεικτικό στοιχείο.

2.

Στην κληρονομία θεωρείται ότι περιλαμβάνονται και τα έπιπλα. Ο υπόχρεος σε φόρο μπορεί να αποδείξει το αντίθετο με κάθε νόμιμο μέσο. Η αξία των επίπλων υπολογίζεται στο ένα τριακοστό (1/30) της αξίας των κτισμάτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία και επιτρέπεται στη Φορολογική Διοίκηση και στον υπόχρεο να αποδείξουν με κάθε νόμιμο μέσο, ότι η αξία είναι μικρότερη ή μεγαλύτερη.

3.

Στα έπιπλα δεν περιλαμβάνονται τα κοσμήματα και τα εν γένει πολύτιμα αντικείμενα, καθώς και κάθε φύσεως συλλογές έργων τέχνης, νομισμάτων, γραμματοσήμων και λοιπών αντικειμένων, ο προσδιορισμός της αξίας των οποίων ενεργείται με ιδιαίτερο τρόπο, σύμφωνα με την παρ. 1. Εάν τα περιουσιακά στοιχεία του προηγούμενου εδαφίου είναι ασφαλισμένα κατά κινδύνων κλοπής, πυρκαγιάς και λοιπών κινδύνων, η αξία τους δεν μπορεί να είναι κατώτερη αυτής που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Άρθρο 64

Αξία παροχών

1.

Η αξία των παροχών υπολογίζεται:

  • α) για τις διηνεκείς, στο εικοσαπλάσιο της ετήσιας παροχής,
  • β) για τις ορισμένου χρόνου, σε πολλαπλάσιο της

ετήσιας παροχής, ανάλογα με τα έτη διάρκειας αυτής, το οποίο δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβεί το δεκαοκταπλάσιο της ετήσιας παροχής,

  • γ) για τις ισόβιες και τις αόριστου χρόνου,
  • γα) στο δεκαοκταπλάσιο της ετήσιας παροχής, αν

εκείνος υπέρ του οποίου συνιστάται η παροχή δεν έχει υπερβεί το εικοστό (20ό) έτος της ηλικίας του,

  • γβ) στο δεκαεξαπλάσιο, αν έχει υπερβεί το εικοστό

(20ό),

  • γγ) στο δεκατετραπλάσιο, αν έχει υπερβεί το τριακοστό (30ό),
  • γδ) στο δωδεκαπλάσιο, αν έχει υπερβεί το τεσσαρακοστό (40ό),
  • γε) στο εννεαπλάσιο, αν έχει υπερβεί το πεντηκοστό

(50ό),

  • γστ) στο εξαπλάσιο, αν έχει υπερβεί το εξηκοστό (60ό),
  • γζ) στο τριπλάσιο, αν έχει υπερβεί το εβδομηκοστό

(70ό) και

  • γη) στο διπλάσιο, αν έχει υπερβεί το ογδοηκοστό (80ό)

έτος της ηλικίας του.

2.

Όταν η ισόβια παροχή ορίζεται αδιαίρετη υπέρ περισσοτέρων και εξαρτάται από τη ζωή τους, για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής λαμβάνεται υπόψη η ηλικία του μεγαλύτερου, όταν η παροχή παύει με τον θάνατο οποιουδήποτε από τους δικαιούχους, και του νεότερου, όταν η παροχή παύει με τον θάνατο και του τελευταίου. Το ποσό αυτό της παροχής, όταν αυτή παύει με τον θάνατο οποιουδήποτε από τους δικαιούχους κατανέμεται εξίσου μεταξύ τους. Όταν η παροχή παύει με τον θάνατο και του τελευταίου, το ποσό επιμερίζεται ανάλογα με τους αριθμούς που αντιστοιχούν στο πολλαπλάσιο της περ. γ) της παρ. 1 σε συνάρτηση με την ηλικία κάθε δικαιούχου. Ο φόρος υπολογίζεται στο ποσό που προκύπτει για κάθε δικαιούχο, ανάλογα με τον βαθμό συγγένειάς του με τον διαθέτη.

3.

Σε ισόβια παροχή που εξαρτάται από τη ζωή τρίτου προσώπου, για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής, λαμβάνεται υπόψη η ηλικία του μεγαλύτερου, μεταξύ αυτού υπέρ του οποίου συνιστάται η παροχή και του τρίτου προσώπου.

4.

Εάν η παροχή συνίσταται σε είδος, γίνεται αποτίμηση του αντικειμένου της σε χρήμα, αφού ληφθεί υπόψη η μέση τιμή χονδρικής πώλησης στον τόπο εκπλήρωσης της παροχής κατά την τελευταία διετία πριν από τον χρόνο της φορολογίας.

5.

Όταν η παροχή, λόγω θανάτου του δικαιούχου αυτής ή για άλλη αιτία που προβλέπεται από τον νόμο και αυτή για τον ορισμένο αυτό χρόνο η αξία της θα ήταν μικρότερη από αυτή που φορολογήθηκε, ως τελικώς φορολογητέα λογίζεται η μικρότερη αυτή αξία. Ο προσδιορισμός του φόρου με βάση το προηγούμενο εδάφιο γίνεται με υποβολή τροποποιητικής δήλωσης σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.

6.

Εάν στην περίπτωση της παρ. 5, από τη μερίδα του βεβαρημένου έχει εκπέσει για την παροχή ποσό ανώτερο αυτού που προκύπτει λόγω της παύσης, ο βεβαρημένος έχει υποχρέωση υποβολής τροποποιητικής δήλωσης και καταβολής του επιπλέον φόρου για τη διαφορά που προκύπτει.

Άρθρο 65

Αξία επικαρπίας

1.

Σε περίπτωση διαχωρισμού της επικαρπίας από την κυριότητα υπόκειται αμέσως σε φόρο η επικαρπία και η ψιλή κυριότητα υπόκειται σε φόρο σύμφωνα με το άρθρο 66. Για την επιβολή του φόρου εξομοιώνονται με την επικαρπία, η χρήση και η οίκηση. Δεν εξομοιώνεται με την επικαρπία η χρήση από κοινού με τον κύριο ή η συνοίκηση με αυτόν.

2.

Σε διαδοχική επικαρπία κάθε δικαιούχος αυτής υπόκειται σε φόρο κατά τον χρόνο που η επικαρπία περιέρχεται σε αυτόν.

3.

Η αξία της επικαρπίας προσδιορίζεται σε ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητας κατά τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης του επικαρπωτή σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

4.

Αν η επικαρπία, λόγω παραίτησης ή με σύμβαση, περιέρχεται στον ψιλό κύριο που έχει υπαχθεί σε φόρο για την ψιλή κυριότητα, επιβάλλεται φόρος στην αξία της πλήρους κυριότητας, μετά την αφαίρεση από αυτήν του τμήματος της αξίας που αναλογεί στο ποσοστό για το οποίο ο ψιλός κύριος είχε υπαχθεί σε φόρο κατά τη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας.

5.

Σε περίπτωση μεταβίβασης για αόριστο χρόνο, με χαριστική αιτία ή αιτία θανάτου, του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας σε άλλο πρόσωπο εκτός του ψιλού κυρίου, η αξία αυτής προσδιορίζεται σε ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητας κατά τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης με βάση την ηλικία του μεγαλύτερου μεταξύ του επικαρπωτή και του προσώπου που αποκτά το δικαίωμα ενάσκησης.

6.

Για τον προσδιορισμό της αξίας της ισόβιας ή αόριστου χρόνου επικαρπίας λαμβάνεται ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητας, ανάλογα με την ηλικία του επικαρπωτή, το οποίο ορίζεται:

  • α) στα οκτώ δέκατα (8/10), αν ο επικαρπωτής δεν έχει

υπερβεί το εικοστό (20ό) έτος της ηλικίας του,

  • β) στα επτά δέκατα (7/10), αν έχει υπερβεί το εικοστό

(20ό),

  • γ) στα έξι δέκατα (6/10), αν έχει υπερβεί το τριακοστό

(30ό),

  • δ) στα πέντε δέκατα (5/10), αν έχει υπερβεί το τεσσαρακοστό (40ό),
  • ε) στα τέσσερα δέκατα (4/10), αν έχει υπερβεί το πεντηκοστό (50ό),
  • στ) στα τρία δέκατα (3/10), αν έχει υπερβεί το εξηκοστό (60ό),
  • ζ) στα δύο δέκατα (2/10), αν έχει υπερβεί το εβδομηκοστό (70ό) και
  • η) στο ένα δέκατο (1/10), αν έχει υπερβεί το ογδοηκοστό (80ό) έτος της ηλικίας του.

Σε διαδοχική ισόβια επικαρπία, το ποσοστό του πρώτου εδαφίου ορίζεται ανάλογα με την ηλικία κάθε επικαρπωτή, κατά τον χρόνο που περιέρχεται σε αυτόν η επικαρπία.

7.

Για τον προσδιορισμό της αξίας της επικαρπίας για ορισμένο χρόνο λαμβάνεται ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητας ίσο με το ένα εικοστό (1/20) της αξίας αυτής για κάθε έτος διάρκειας, η οποία δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα οκτώ δέκατα (8/10) της αξίας της πλήρους κυριότητας. Το μέρος του έτους υπολογίζεται ως ακέραιο έτος.

8.

Για τον προσδιορισμό της αξίας της επικαρπίας που συνιστάται αδιαίρετα υπέρ πολλών προσώπων και εξαρτάται από τη ζωή αυτών, το ποσοστό των παρ. 3, 4 και 5 ορίζεται ανάλογα με την ηλικία του νεότερου, όταν η επικαρπία παύει με τον θάνατο και του τελευταίου των προσώπων, και του μεγαλύτερου, όταν η επικαρπία παύσει με τον θάνατο οποιουδήποτε από αυτούς. Το ποσοστό της πλήρους κυριότητας, όταν η επικαρπία παύει με τον θάνατο οποιουδήποτε από τους δικαιούχους, κατανέμεται εξίσου μεταξύ τους. Όταν η επικαρπία παύει με τον θάνατο και του τελευταίου δικαιούχου, το ποσοστό επιμερίζεται μεταξύ των δικαιούχων ανάλογα με τον αριθμό που εκφράζει τον αριθμητή των κλασμάτων της παρ. 6, ο οποίος αφορά την ηλικία κάθε δικαιούχου. Ο φόρος υπολογίζεται στο ποσό που προκύπτει για κάθε δικαιούχο, ανάλογα με τον βαθμό συγγένειάς του με τον διαθέτη.

9.

Η αξία της επικαρπίας, όταν αυτή εξαρτάται από τη ζωή τρίτου προσώπου, προσδιορίζεται με βάση την ηλικία του μεγαλύτερου μεταξύ του επικαρπωτή και του τρίτου προσώπου.

10.

Εάν η επικαρπία, λόγω θανάτου του επικαρπωτή ή για άλλη αιτία που προβλέπεται από τον νόμο και δεν εξαρτάται από τη βούληση των μερών, παύσει μετά από την πάροδο τόσου χρόνου, ώστε, αν είχε ληφθεί ως επικαρπία για τον ορισμένο αυτό χρόνο, η αξία της θα ήταν μικρότερη από αυτή που φορολογήθηκε, ως τελικώς φορολογητέα λογίζεται η μικρότερη αυτή αξία. Ο προσδιορισμός του φόρου με βάση το προηγούμενο εδάφιο γίνεται με υποβολή τροποποιητικής δήλωσης σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α’ 58).

11.

Εάν ο αιτία θανάτου επικαρπωτής, εντός εννέα (9) μηνών από την επαγωγή σε αυτόν της κληρονομίας, παραιτηθεί από την επικαρπία υπέρ του αιτία θανάτου ψιλού κυρίου, εφόσον αυτός είναι το Ελληνικό Δημόσιο, Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή νομικό πρόσωπο κοινωφελούς χαρακτήρα του Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών (ν. 4182/2013, Α’ 185), η αξία της επικαρπίας δεν λαμβάνεται υπόψη για την επιβολή του φόρου. Η παραίτηση γίνεται με μονομερή δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου και κοινοποιείται

12.

α) Η αξία της πραγματικής δουλείας επί κτίσματος ορίζεται ίση με την αξία που προκύπτει από την εφαρμογή των άρθρων 4 και 5.

  • β) Η αξία της πραγματικής δουλείας επί οικοπέδου ή

αγροτεμαχίου ορίζεται ίση με ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) της κατά τα άρθρα 3, 4 και 5 αξίας της πλήρους κυριότητας ισοδύναμης επιφάνειας οικοπέδου ή αγροτεμαχίου.

  • γ) Η αξία του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης επί

κοινόκτητων κύριων, βοηθητικών ή ειδικών χώρων κτισμάτων ή επί κοινόκτητου οικοπέδου ορίζεται ίση με την αξία που προκύπτει από την εφαρμογή των άρθρων 4 και 5 στις εξής περιπτώσεις:

  • γα) χώρου στάθμευσης σε κοινόχρηστη επιφάνεια

υπογείου, πυλωτής, ασκεπούς ορόφου, δώματος ή ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου,

  • γβ) βοηθητικών ή αποθηκευτικών χώρων κοινόχρηστων κτισμάτων που δεν χρησιμοποιούνται ως χώροι

κύριας χρήσης,

  • γγ) κοινόχρηστων αθλητικών εγκαταστάσεων,
  • γδ) κατοικίας ή επαγγελματικής στέγης ή ειδικών κτηρίων.
  • δ) Η αξία του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης επιφάνειας επί του κοινόκτητου ασκεπούς ορόφου, δώματος ή πυλωτής της οικοδομής ή επί του κοινόκτητου

ακάλυπτου χώρου οικοπέδου ή αγροτεμαχίου ορίζεται ίση με ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) της αξίας της πλήρους κυριότητας ισοδύναμης επιφάνειας οικοπέδου ή αγροτεμαχίου.

Άρθρο 66

Αξία και τρόπος φορολογίας της ψιλής κυριότητας

1.

Η ψιλή κυριότητα ακινήτου υποβάλλεται σε φόρο κατά τον χρόνο της συνένωσής της με την επικαρπία και ο φόρος υπολογίζεται επί της αξίας της πλήρους κυριότητας κατά τον χρόνο αυτόν, με την επιφύλαξη της περ. ε) της παρ. 5. Βελτιώσεις που έγιναν στο ακίνητο για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης από τον ψιλό κύριο, δεν υπολογίζονται κατά τον καθορισμό της αξίας της πλήρους κυριότητας.

2.

Αν η ψιλή κυριότητα ακινήτου μεταβιβασθεί εκ νέου λόγω κληρονομίας, κληροδοσίας, δωρεάς ή γονικής παροχής πριν από την επάνοδο σε αυτήν της επικαρπίας, δεν οφείλεται φόρος για τη μεταβίβαση αυτή. Κατά τη συνένωση της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα, ο κατά τον χρόνο αυτό ψιλός κύριος υπόκειται στον φόρο της κτήσης αιτία θανάτου, ο οποίος υπολογίζεται στην αξία της πλήρους κυριότητας κατά τον ίδιο χρόνο, με βάση τη συγγενική σχέση του με τον αρχικά κληρονομηθέντα κατά τον διαχωρισμό της επικαρπίας από την ψιλή κυριότητα. Εάν με βάση τη συγγενική σχέση αυτού με εκείνον από τον οποίο περιήλθε η ψιλή κυριότητα αναλογεί μεγαλύτερος φόρος, οφείλεται ο μεγαλύτερος αυτός φόρος. Βελτιώσεις που έγιναν στο ακίνητο δεν υπολογίζονται κατά τον καθορισμό της αξίας της πλήρους κυριότητας.

3.

α) Σε περίπτωση διανομής ακινήτων που αποκτήθηκαν αιτία θανάτου, επί των οποίων έχει διαχωριστεί από τον κληρονομούμενο η επικαρπία από την κυριότητα και δεν έχει φορολογηθεί η ψιλή κυριότητα σύμφωνα με την περ. ε) της παρ. 5, εφόσον διατηρούνται στα ακίνητα που προέρχονται από τη διανομή τα ίδια δικαιώματα επικαρπωτή και ψιλού κυρίου, η φορολογία εξακολουθεί να αναβάλλεται μέχρι τη συνένωση της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα, με περαιτέρω εφαρμογή της παρ. 2.

  • β) Η περ. α) εφαρμόζεται και στην περίπτωση ανταλλαγής ακινήτου που αποκτήθηκε αιτία θανάτου, στο οποίο

έχει διαχωρισθεί από τον κληρονομούμενο η επικαρπία από την κυριότητα και δεν έχει φορολογηθεί η ψιλή κυριότητα, εφόσον στο ακίνητο που υπεισέρχεται στη θέση του ανταλλασσόμενου κληρονομιαίου ακινήτου διατηρούνται τα ίδια δικαιώματα επικαρπωτή και ψιλού κυρίου.

4.

Σε περίπτωση παραχώρησης ακινήτου με αντιπαροχή που έχει αποκτηθεί αιτία θανάτου, επί του οποίου έχει διαχωρισθεί από τον κληρονομούμενο η επικαρπία από την κυριότητα χωρίς να έχει φορολογηθεί η ψιλή κυριότητα, και διατηρούνται τα ίδια δικαιώματα επικαρπωτή και ψιλού κυρίου στα κτίσματα που έχουν ανεγερθεί, τα οποία αναλογούν στα ποσοστά οικοπέδου που παρακρατήθηκαν από τους κληρονόμους, η φορολογία εξακολουθεί να αναβάλλεται μέχρι την επάνοδο της επικαρπίας στην κυριότητα, με την επιφύλαξη της περ. ια) του άρθρου 59. Στην περίπτωση αυτή, ο κατά τον χρόνο της συνένωσης κύριος θα υπαχθεί σε φόρο αιτία θανάτου που υπολογίζεται στην κατά τον ίδιο χρόνο αξία της πλήρους κυριότητας των ποσοστών οικοπέδου που παρακρατήθηκαν με τα νέα κτίσματα που τους αναλογούν. Για τις πράξεις συνένωσης του ακινήτου με όμορα οικόπεδα για ανοικοδόμηση, καθώς και τις μεταβιβάσεις των ποσοστών που συμφωνήθηκαν στον εργολάβο ή σε αυτούς που υποδεικνύονται από αυτόν, δεν οφείλεται φόρος κληρονομίας.

5.

Η ψιλή κυριότητα ακινήτου υπόκειται σε φόρο στις εξής περιπτώσεις:

  • α) όταν ο κληρονόμος στον οποίο περιέρχεται η ψιλή

κυριότητα, έχει ήδη την επικαρπία με ιδιαίτερο τίτλο,

  • β) όταν περιέλθει σε άλλον κληρονόμο ή κληροδόχο,

κατόπιν αποποίησης της κληρονομίας ή κληροδοσίας από εκείνον που έχει την επικαρπία με ιδιαίτερο τίτλο,

  • γ) όταν μεταβιβασθεί από τον ψιλό κύριο με αντάλλαγμα. Ως μεταβίβαση με αντάλλαγμα νοείται και η διανομή

της ψιλής κυριότητας, με την επιφύλαξη των παρ. 3 και 4,

  • δ) όταν ο ψιλός κύριος αποκτήσει το δικαίωμα ενάσκησης της επικαρπίας,
  • ε) όταν ο ψιλός κύριος, με δήλωση που υποβάλλει οποτεδήποτε στη Φορολογική Διοίκηση, ζητήσει την άμεση φορολόγηση της ψιλής κυριότητας. Στην περίπτωση

αυτή χρόνος φορολόγησης είναι ο χρόνος υποβολής της δήλωσης. Αν το αίτημα για την άμεση φορολόγηση της ψιλής κυριότητας υποβληθεί με εμπρόθεσμη δήλωση, σύμφωνα με το άρθρα 85 και 86, χρόνος φορολογίας είναι ο οριζόμενος στα άρθρα 58 και 59. Ο φόρος των περ. α) έως ε) υπολογίζεται στην αξία της ψιλής κυριότητας, η

6.

Οι παρ. 1 έως 5 εφαρμόζονται και όταν τα αντικείμενα της αιτία θανάτου κτήσης είναι μετοχές, ομολογίες ή άλλοι τίτλοι κινητών αξιών, χρηματικά ποσά ή απαιτήσεις και κινητά εν γένει με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) προκειμένου για μετοχές, ομολογίες ή τίτλους κινητών αξιών εν γένει και χρηματικά ποσά, αν αυτά είναι

κατατεθειμένα σε χρηματοπιστωτικό ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα, με την επιφύλαξη του δικαιώματος επικαρπίας,

  • β) προκειμένου για απαιτήσεις, αν δοθεί για αυτές

ασφάλεια ίση τουλάχιστον με το ποσό του φόρου που αναλογεί στην αξία της πλήρους κυριότητας αυτών. Ο ψιλός κύριος υποβάλει στη Φορολογική Διοίκηση εμπρόθεσμη δήλωση και εντός της προθεσμίας αυτής καταθέτει τους τίτλους ή τα χρήματα ή χορηγεί ασφάλεια για τις απαιτήσεις. Αν η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου παρέλθει άπρακτη, λογίζεται ως ανατρεπτική της αναβολής της γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης.

7.

Σε περίπτωση παρακράτησης ή μεταβίβασης με χαριστική αιτία ή αιτία θανάτου του δικαιώματος οίκησης, ο κύριος του ακινήτου εξομοιώνεται με ψιλό κύριο.

Άρθρο 67

Αξία και τρόπος φορολογίας του καταπιστεύματος

1.

Σε περίπτωση καταπιστεύματος και κάθε άλλης διάταξης που υποχρεώνει τον κληρονόμο ή κληροδόχο να παραδώσει μετά από ορισμένο χρονικό σημείο ή γεγονός σε άλλον την κληρονομία που απέκτησε ή ποσοστό αυτής, ο υπόχρεος σε αποκατάσταση κληρονόμος ή κληροδόχος εξομοιώνεται, για την επιβολή του φόρου, με επικαρπωτή.

2.

Αν κατά τη διάρκεια του καταπιστεύματος ο βεβαρημένος μεταβιβάσει σε τρίτο με τη συναίνεση του καταπιστευματοδόχου το καταπιστευτέο αντικείμενο, ο βεβαρημένος φορολογείται για την αξία της πλήρους κυριότητας αυτού κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, με συμψηφισμό του φόρου επικαρπίας. Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται και σε περίπτωση μονομερούς ή συμβατικής παραίτησης του καταπιστευματοδόχου από το δικαίωμα προσδοκίας του υπέρ του βεβαρημένου.

3.

Αν κατά τη διάρκεια του καταπιστεύματος ο βεβαρημένος παραιτηθεί συμβατικά από την ενάσκηση του κληρονομικού του δικαιώματος υπέρ του καταπιστευματοδόχου, η παραίτηση λογίζεται ως μεταβίβαση της επικαρπίας προς τον καταπιστευματοδόχο για τον χρόνο διάρκειας του καταπιστεύματος.

4.

Σε περίπτωση οικογενειακού καταπιστεύματος, ο καταπιστευματοδόχος υποχρεούται σε φόρο που υπολογίζεται με βάση τη συγγενική του σχέση:

  • α) με τον αρχικό διαθέτη, εφόσον πρόκειται για καταπιστευματοδόχο που ζούσε κατά τον χρόνο του θανάτου

του διαθέτη, ή

  • β) με τον τελευταίο κάτοχο της περιουσίας, ο οποίος

και τον αποκατέστησε σε αυτήν, εφόσον πρόκειται για καταπιστευματοδόχο που διαδέχθηκε τον αρχικό διαθέτη μετά τον θάνατό του. Αν ο φόρος της περ. β) είναι μεγαλύτερος από εκείνον της περ. α) καταβάλλεται ο μικρότερος φόρος.

5.

Ο κατά το άρθρο 1939 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164) υπόχρεος σε αποκατάσταση του περιλιμπανομένου καταβάλλει τον φόρο για την αξία της πλήρους κυριότητας της περιουσίας που έχει καταληφθεί σε αυτόν. Ο καταπιστευματοδόχος στον οποίο περιέρχεται το περιλιμπανόμενο φορολογείται κατά τον χρόνο επαγωγής του καταπιστεύματος βάσει της κατά τον χρόνο αυτόν αξίας της πλήρους κυριότητας του περιλιμπανομένου και της συγγενικής του σχέσης με τον αρχικό διαθέτη.

6.

Για περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στην αλλοδαπή και αποκτώνται και φορολογούνται στην ημεδαπή, εφόσον με τελευταία διάταξη του κληρονομουμένου έχουν τεθεί υπό διαχείριση εμπιστοσύνης (in trust) του αγγλοσαξονικού δικαίου, οι δικαιούχοι των χρηματικών ποσών που εισπράττονται κάθε φορά φορολογούνται για τα ποσά αυτά αμέσως, εκτός εάν απαλλάσσονται από άλλη αιτία, εκείνοι όμως στους οποίους τελικά περιέρχεται η περιουσία φορολογούνται για την πλήρη κυριότητα της περιουσίας κατά τον χρόνο που θα περιέλθει σε αυτούς.

Άρθρο 68

Αξία και τρόπος φορολογίας των περιουσιακών στοιχείων που έχουν απαλλοτριωθεί ή υποστεί ζημία μετά την κτήση 1.α) Για ακίνητα που έχουν κηρυχθεί αναγκαστικά απαλλοτριωτέα εντός πενταετίας από την κτήση τους και αυτά εξακολουθούν να ανήκουν στον δικαιούχο της κτήσης ή στους κατά κληρονομία ή κληροδοσία διαδόχους αυτού, διενεργείται νέος προσδιορισμός του φόρου, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α’ 58). Κατά τον νέο προσδιορισμό του φόρου, αντί της αξίας του ακινήτου σύμφωνα με τα άρθρα 3, 4 και 5, λαμβάνεται το τίμημα της απαλλοτρίωσης που έχει προσδιορισθεί οριστικά. Στο τίμημα προστίθεται ανάλογη αξία για την κάρπωση του ακινήτου από τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου μέχρι τον χρόνο κατά τον οποίο ο κληρονόμος ή ο κληροδόχος ή οι ως άνω διάδοχοί τους στερήθηκαν τη νομή τους.

  • β) Για τον υπολογισμό της αξίας της κάρπωσης εφαρμόζεται το άρθρο 65 για την επικαρπία ορισμένου χρόνου, με βάση την αξία του ακινήτου κατά τον χρόνο του

θανάτου του κληρονομουμένου. Αν το ακίνητο κατά το χρονικό διάστημα από τον θάνατο του κληρονομουμένου μέχρι τον χρόνο κατά τον οποίο στερήθηκαν τη νομή του οι δικαιούχοι των προηγούμενων εδαφίων ήταν απρόσοδο, δεν προστίθεται αξία κάρπωσης.

  • γ) Ο φόρος που οφείλεται σύμφωνα με τις περ. α) και
  • β) είναι αυτός που προκύπτει από τον νέο προσδιορισμό

του φόρου και δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από τον φόρο που αναλογεί στην αξία του ακινήτου κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Ο επιπλέον φόρος που προσδιορίστηκε εκπίπτει ή επιστρέφεται εφόσον καταβλήθηκε.

2.

Τα οριζόμενα στην παρ. 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για περιουσιακά στοιχεία τα οποία, λόγω φυσικής καταστροφής, ιδίως σεισμού, πλημμύρας, ή λόγω πολε κατά τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, εφόσον μεταξύ του χρόνου αυτού και των κατά περίπτωση ως άνω γεγονότων δεν παρήλθε πενταετία. Στην περίπτωση αυτή λαμβάνεται υπόψη ως φορολογητέα αξία η αξία του περιουσιακού στοιχείου κατά τον χρόνο της γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά το κατά περίπτωση γεγονός του πρώτου εδαφίου, με την προσθήκη της αξίας της κάρπωσης και της αποζημίωσης που οφείλεται λόγω αυτού.

Άρθρο 69

Φορολογία των αδιαίρετων ή ενωμένων λογαριασμών

1.

α) Τα χρηματικά ποσά και γενικά οι αξίες που είναι κατατεθειμένες σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες σε αδιαίρετους ή ενωμένους λογαριασμούς (Comptes indivis ou Collectifs avec solidarite) θεωρούνται για την επιβολή του φόρου ότι ανήκουν κατά ίσα μέρη σε καθέναν από τους καταθέτες.

  • β) Τα χρηματικά ποσά, οι τίτλοι και τα κάθε φύσεως

αντικείμενα που φυλάσσονται μέσα σε χρηματοκιβώτια θεωρούνται, για την επιβολή του φόρου, ότι ανήκουν κατά ίσα μέρη σε καθέναν από τους από κοινού μισθωτές χρηματοκιβωτίων. Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται και για τα κιβωτίδια που παραδίδονται σφραγισμένα ή κλεισμένα για φύλαξη.

2.

Η Φορολογική Διοίκηση και οι υπόχρεοι σε φόρο επιτρέπεται να αμφισβητήσουν τα τεκμήρια της παρ. 1 με κάθε νόμιμο μέσο.

Άρθρο 70

Φορολογία των περιουσιακών στοιχείων που παραχωρούνται στο Eλληνικό Δημόσιο

1.

Ακίνητα που δεν έχουν περιέλθει στην κατοχή του υπόχρεου σε φόρο δεν λαμβάνονται υπόψη για την επιβολή του φόρου, εφόσον μεταβιβασθούν από αυτόν στο Eλληνικό Δημόσιο χωρίς αντάλλαγμα.

2.

Μετοχές, ομολογίες και λοιποί τίτλοι παραστατικοί αξιών δεν λαμβάνονται υπόψη για την επιβολή του φόρου, εφόσον μεταβιβασθούν από τον υπόχρεο σε φόρο στο Eλληνικό Δημόσιο χωρίς αντάλλαγμα.

3.

Απαιτήσεις που χαρακτηρίζονται από τον υπόχρεο σε φόρο ως μη εισπράξιμες καθ’ ολοκληρία, δεν λαμβάνονται υπόψη για την επιβολή του φόρου, εφόσον εκχωρηθούν από τον υπόχρεο σε φόρο στο Eλληνικό Δημόσιο χωρίς αντάλλαγμα.

4.

Τα περιουσιακά στοιχεία των παρ. 1 έως 3 δύνανται να μεταβιβασθούν ή εκχωρηθούν στο Eλληνικό Δημόσιο μέχρι τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής κατά της πράξης προσδιορισμού του φόρου σύμφωνα με το άρθρο 72 του Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α’ 58).

5.

Η κατά περίπτωση μεταβίβαση ή εκχώρηση των περιουσιακών στοιχείων των παρ. 1, 2 και 3 δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε τέλος μεταγραφής, φόρο, τέλος, δικαίωμα ή εισφορά υπέρ του ελληνικού Δημοσίου ή τρίτου. Τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων και κτηματολογικών γραφείων περιορίζονται στο ένα πέμπτο (1/5) αυτών που καθορίζονται κάθε φορά και βαρύνουν αυτόν που μεταβιβάζει ή εκχωρεί.

6.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

ΕΚΠΤΩΣΗ ΧΡΕΩΝ, ΒΑΡΩΝ ΚΑΙ ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑΤΩΝ

Άρθρο 71

Έκπτωση χρεών

1.

Από την αξία της κληρονομιαίας περιουσίας και από κάθε μερίδα κατ’ αναλογία, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον διαθέτη, εκπίπτουν:

  • α) τα βέβαια και εκκαθαρισμένα χρέη του κληρονομουμένου που υφίστανται κατά τον χρόνο του θανάτου

αυτού και αποδεικνύονται:

  • αα) από δημόσιο έγγραφο ή δικαστική απόφαση προγενέστερη του θανάτου του κληρονομουμένου, ακόμη

και αν η απόφαση αυτή τελεσιδίκησε μεταγενέστερα,

  • αβ) από ιδιωτικό έγγραφο το οποίο απέκτησε βέβαιη

χρονολογία πριν από τον θάνατο του κληρονομουμένου,

  • αγ) από τα λογιστικά αρχεία του κληρονομουμένου ή

των δανειστών αυτού, εφόσον αυτά τηρούνται κατά τις διατάξεις των σχετικών νόμων και εφόσον πρόκειται για εμπορικά χρέη του κληρονομουμένου.

  • β) Τα χρέη του κληρονομουμένου από φόρους, τέλη

ή άλλα δικαιώματα προς το Eλληνικό Δημόσιο, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ακόμη και αν ο τίτλος στον οποίο βασίζεται ο προσδιορισμός ή η βεβαίωση αυτών οριστικοποιήθηκε και τελεσιδίκησε μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου.

  • γ) Τα χρέη από νοσήλεια που ανάγονται στους τελευταίους έξι (6) μήνες της ασθένειας του κληρονομουμένου

και υφίστανται κατά τον θάνατό του.

2.

Χρέη του κληρονομουμένου που αναγνωρίζονται μόνο με τη διαθήκη και κάθε άλλο χρέος προς τους κληρονόμους ή κληροδόχους ή προς ανιόντες, κατιόντες, συζύγους, μέρη συμφώνου συμβίωσης και αδελφούς των κληρονόμων ή κληροδόχων δεν εκπίπτουν.

3.

Τα χρέη της παρ. 2 και κάθε άλλο χρέος που δεν περιλαμβάνεται στην παρ. 1, εκπίπτουν με δήλωση του υπόχρεου, ολικά ή μερικά, σύμφωνα με τις παρ. 4 και 5.

4.

Τα χρέη της παρ. 3 εκπίπτουν εφόσον από τα στοιχεία που προσκομίζονται αποδεικνύονται η ύπαρξη και το ύψος τους. Η δήλωση της παρ. 3 μπορεί να υποβληθεί:

  • α) μέχρι την κατά περίπτωση παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για κοινοποίηση πράξης

προσδιορισμού του φόρου, εφόσον δεν έχει εκδοθεί εντολή ελέγχου ή β) εφόσον έχει εκδοθεί εντολή ελέγχου, κατά περίπτωση, μέχρι την έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου ή μέχρι τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής κατά της πράξης προσδιορισμού του φόρου σύμφωνα με το άρθρο 72 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α’ 58). η δήλωση μπορεί να υποβληθεί εντός ενός (1) έτους αφότου το χρέος κατέστη βέβαιο και εκκαθαρισμένο. Σε κάθε περίπτωση, η δήλωση της παρ. 3 δεν μπορεί να υποβληθεί πέραν της δεκαετίας από την υποβολή της αρχικής δήλωσης και, εφόσον δεν έχει υποβληθεί δήλωση, από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή της.

Άρθρο 72

Έκπτωση βαρών Από την αξία της κληρονομιαίας περιουσίας και από κάθε μερίδα κατ’ αναλογία, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον διαθέτη, εκπίπτουν:

  • α) Τα έξοδα δημοσίευσης της διαθήκης, έκδοσης κληρονομητηρίου και απογραφής της κληρονομίας.
  • β) Τα έξοδα της δίκης για την κήρυξη του κληρονομουμένου ως άφαντου που αναγνωρίζονται με δικαστικές

αποφάσεις.

  • γ) Τα έξοδα διαχείρισης και εκκαθάρισης της κτήσης

που γίνονται στην αλλοδαπή, κατά το ποσό που αυτά βαρύνουν τα περιουσιακά στοιχεία της που φορολογούνται στην Ελλάδα και τα οποία αποδεικνύονται με την οικεία απόφαση του αρμόδιου οργάνου της αλλοδαπής που εκκαθαρίζει την κληρονομία.

  • δ) Τα έξοδα κηδείας του κληρονομουμένου. Αν δεν

υπάρχουν δικαιολογητικά, για έξοδα κηδείας εκπίπτει ποσό χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Το ποσό αυτό μπορεί να αυξάνεται με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων.

  • ε) Τα κληροδοτήματα του άρθρου 73.
Άρθρο 73

Έκπτωση κληροδοτημάτων

1.

Τα κληροδοτήματα εκπίπτουν από το ενεργητικό της κληρονομικής μερίδας του βεβαρημένου.

2.

Κληροδοτήματα υπέρ των προσώπων και περιουσιών της παρ. 3 του άρθρου 75 εκπίπτουν όταν εκτελεσθούν. Δεν εκπίπτουν κληροδοτήματα υπέρ κρατικών ή κοινωφελών σκοπών και εν γένει υπέρ σκοπών της παρ. 3 του άρθρου 75, αν δεν επισυναφθεί στην υποβαλλόμενη δήλωση βεβαίωση για την καταβολή του κληροδοτήματος μαζί με τους τόκους υπερημερίας από τους εκτελεστές ή διαχειριστές του κληροδοτήματος ή του τετιμημένου ιδρύματος ή του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, εφόσον καταλείπεται υπέρ του ελληνικού Δημοσίου. Αν το κληροδότημα καταβληθεί μετά την υποβολή της δήλωσης, γίνεται νέος προσδιορισμός του φόρου, σύμφωνα με τη βεβαίωση του προηγούμενου εδαφίου και τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α’ 58).

3.

Κληροδοτήματα των άρθρων 1972, 1973 και 1974 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164), των οποίων το ποσό ή το αντικείμενο δεν είναι καθορισμένο από τον διαθέτη, εκπίπτουν όταν αυτό καθορισθεί. Μέχρι τον καθορισμό του ποσού ή του αντικειμένου των κληροδοτημάτων για την επιβολή του φόρου αυτά θεωρούνται ότι τελούν σε αναβλητική προθεσμία.

4.

Κληροδοτήματα με αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, στα οποία περιλαμβάνονται και τα υπέρ άδηλων προσώπων, καθώς και οι παροχές της περ. ζ) του άρθρου 59, εφόσον τη νομή αυτών έχει ο βεβαρημένος, εκπίπτουν από τη μερίδα του κατά τον χρόνο πλήρωσης της αίρεσης ή της λήξης της προθεσμίας.

5.

Όταν τα κληροδοτήματα των παρ. 2, 3 και 4 εκτελούνται για ποσό διαφορετικό από αυτό που ορίστηκε στη διαθήκη και σε χρόνο κατά τον οποίο επήλθε μεταβολή των νομισματικών συνθηκών, το ποσό του κληροδοτήματος που πρέπει να εκπέσει, αναπροσαρμόζεται με βάση τη σχέση κληρονομικής μερίδας και κληροδοσίας που τη βαρύνει, ως αν αυτό να εκτελείτο κατά τον χρόνο της φορολογίας της κληρονομίας.

6.

Κληροδοτήματα με προθεσμία, για τα οποία, χωρίς να αναβάλλεται η κτήση του δικαιώματος, αναστέλλεται η άσκηση αυτού, εκπίπτουν από τη μερίδα του βεβαρημένου, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 84.

Άρθρο 74

Επιμερισμός χρεών

1.

Χρέη που βαρύνουν ειδικώς ακίνητα που βρίσκονται στην αλλοδαπή δεν εκπίπτουν από την περιουσία που υπόκειται σε φόρο στην Ελλάδα.

2.

Χρέη που βαρύνουν ειδικώς ακίνητα που βρίσκονται στην ημεδαπή εκπίπτουν από την περιουσία που υπόκειται σε φόρο στην Ελλάδα.

3.

Χρέη της ημεδαπής που δεν βαρύνουν ειδικώς ακίνητα στην ημεδαπή ή αλλοδαπή, εκπίπτουν κατ’ αναλογία από την αξία της περιουσίας που υπόκειται και αυτής που δεν υπόκειται σε φόρο στην Ελλάδα.

4.

Χρέη της αλλοδαπής που δεν βαρύνουν ειδικώς ακίνητα ημεδαπής ή αλλοδαπής, επιμερίζονται ανάλογα με την αξία των κινητών και ακινήτων της αλλοδαπής. Το ποσό που αναλογεί στην αξία των κινητών που φορολογούνται στην Ελλάδα δεν αναγνωρίζεται για έκπτωση κατά το μέρος που υπερβαίνει την αξία τους.

5.

Χρέη που βαρύνουν περιουσία που αποκτάται ολικά ή μερικά από κάποιο πρόσωπο κατά ψιλή κυριότητα και από άλλο κατά επικαρπία, επιμερίζονται μεταξύ επικαρπωτή και ψιλού κυρίου ανάλογα με την αξία της επικαρπίας και της ψιλής κυριότητας κατά τον χρόνο της επαγωγής και εκπίπτουν για τον υπολογισμό του φόρου κατά τον χρόνο της φορολογίας καθενός, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον διαθέτη.

6.

Αν στην κληρονομία περιλαμβάνονται περιουσιακά στοιχεία που εξαιρούνται από τον φόρο, τα χρέη που τη βαρύνουν επιμερίζονται ανάλογα με την αξία των στοιχείων που φορολογούνται και αυτών που δεν φορολογούνται και εκπίπτουν μόνο εκείνα που αναλογούν στην αξία των στοιχείων που υπόκεινται σε φόρο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΡΟ

Άρθρο 75

Γενικές απαλλαγές από τον φόρο

1.

Απαλλάσσονται από τον φόρο οι κτήσεις, εφόσον δικαιούχοι είναι:

  • α) το Eλληνικό Δημόσιο και οι λογαριασμοί που δημιουργούνται υπέρ του ελληνικού Δημοσίου, καθώς και

συμβάσεις. Αν στη νομοθεσία του αλλοδαπού κράτους δεν προβλέπεται πλήρης απαλλαγή αλλά υπαγωγή σε ελαφρύτερη φορολογία με τον όρο της αμοιβαιότητας, η φορολογητέα στην Ελλάδα κληρονομική μερίδα ή κληροδοσία φυσικού ή νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας που έχει την ιθαγένεια του ξένου αυτού κράτους, υπόκειται σε ελαφρύτερο φόρο αντίστοιχο προς εκείνο που επιβάλλεται από το ξένο αυτό κράτος.

2.

Επιπλέον απαλλάσσονται από τον φόρο:

  • α) Εξαιρετικά, η κτήση πλοίων, μετοχών ή μεριδίων

ημεδαπών ή αλλοδαπών εταιρειών που έχουν στην ιδιοκτησία τους πλοία υπό ελληνική ή ξένη σημαία άνω των χιλίων πεντακοσίων (1.500) κόρων ολικής χωρητικότητας, καθώς και η κτήση μετοχών ή μεριδίων εταιρειών χαρτοφυλακίου (holding companies) που κατέχουν, άμεσα ή μέσω ενδιάμεσων εταιρειών χαρτοφυλακίου, μετοχές ή μερίδια των ως άνω πλοιοκτητριών εταιρειών.

  • β) Η χρηματική κατάθεση σε πιστωτικό ίδρυμα σε

ευρώ ή σε ξένο νόμισμα στο όνομα δύο (2) ή περισσοτέρων δικαιούχων από κοινού, καθώς και οι κοινοί λογαριασμοί λοιπών χρηματοπιστωτικών προϊόντων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, ανεξάρτητα από την κατοικία των συνδικαιούχων, μετά τον θάνατο οποιουδήποτε εξ αυτών για όλους τους επιζώντες συνδικαιούχους, στους οποίους περιέρχεται αυτοδίκαια, και μέχρι τον τελευταίο από αυτούς. Η απαλλαγή αυτή δεν ισχύει για χρηματικές καταθέσεις και λογαριασμούς που τηρούνται σε μη συνεργάσιμα στον φορολογικό τομέα κράτη και σε κράτη που δεν έχουν συνάψει και δεν εφαρμόζουν με την Ελλάδα σύμβαση διοικητικής συνδρομής στον φορολογικό τομέα ή δεν έχουν υπογράψει και δεν εφαρμόζουν με την Ελλάδα την Πολυμερή Συμφωνία Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών που έχει κυρωθεί με τον ν. 4428/2016 (Α’ 190).

  • γ) Η κινητή περιουσία στην αλλοδαπή Έλληνα υπηκόου που είναι εγκατεστημένος σε αυτή για δέκα (10)

τουλάχιστον συναπτά έτη. Η απαλλαγή αυτή δεν εφαρμόζεται για περιουσίες δημοσίων υπαλλήλων, στρατιωτικών και υπαλλήλων επιχειρήσεων που εδρεύουν στην Ελλάδα, εφόσον τα πρόσωπα αυτά εγκαταστάθηκαν στην αλλοδαπή λόγω της ιδιότητάς τους.

  • δ) Τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν περιέλθει στον

κληρονομούμενο αιτία δωρεάς από τους γονείς του ή γονικής παροχής και κληρονομούνται από αυτούς.

  • ε) Η απόκτηση περιουσιακών στοιχείων για τα οποία

εφαρμόζεται η παρ. 1 του άρθρου 79 μέχρι του ποσού των τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) ευρώ ανά δικαιούχο, εφόσον δικαιούχοι είναι σύζυγος ή μέρος του συμφώνου συμβίωσης και ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου. Εφόσον παρέχεται η απαλλαγή αυτή, κατά τον υπολογισμό του φόρου δεν ισχύει το πρώτο αφορολόγητο κλιμάκιο της κλίμακας της ίδιας παραγράφου και περιορίζονται αντίστοιχα τα επόμενα κλιμάκια. Η απαλλαγή για τον επιζώντα σύζυγο ή μέρος του συμφώνου συμβίωσης παρέχεται, εφόσον η συμβίωση είχε διάρκεια τουλάχιστον πέντε (5) ετών.

  • στ) Η κληρονομία η οποία περιέρχεται σε σύζυγο ή μέρος του συμφώνου συμβίωσης, τέκνα, γονείς ή αδέλφια

στρατιωτικού, κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 2084/1992 (Α’165), που απεβίωσε κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας, σε εκτέλεση υπηρεσίας και εξαιτίας αυτής.

  • ζ) Τα περιουσιακά στοιχεία των κληρονομούμενων,

που απεβίωσαν λόγω του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών της 28ης Φεβρουαρίου 2023.

3.

Υπόκεινται σε αυτοτελή φορολόγηση, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 79, οι κτήσεις, εφόσον δικαιούχοι είναι:

  • α) τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι ιεροί ναοί, οι ιερές μονές, το Ιερό Κοινό του Πανάγιου Τάφου, η Ιερά Μονή του

Θεοβαδίστου Όρους Σινά, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, η Εκκλησία της Κύπρου, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας και

  • β) τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα,

τα οποία υφίστανται ή συνιστώνται νόμιμα στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.), τα λοιπά αντίστοιχα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα με τον όρο της αμοιβαιότητας, καθώς και οι περιουσίες του άρθρου 50 του Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών (ν. 4182/2013, Α’ 185), εφόσον επιδιώκουν αποδεδειγμένα σκοπούς εθνικούς ή θρησκευτικούς ή φιλανθρωπικούς ή εκπαιδευτικούς ή πολιτιστικούς ή γενικά επωφελείς για την κοινωνία εν όλω ή εν μέρει, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών.

Άρθρο 76

Ειδική απαλλαγή από τον φόρο για κτήση πρώτης κατοικίας Ενότητα Α. Πεδίο εφαρμογής

1.

Κατοικία ή οικόπεδο που αποκτάται αιτία θανάτου από σύζυγο ή μέρος του συμφώνου συμβίωσης ή τέκνο του κληρονομουμένου κατά πλήρη κυριότητα, εξ ολοκλήρου ή κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου, απαλλάσσεται από τον φόρο, εφόσον ο κληρονόμος ή κληροδόχος ή ο σύζυγος αυτού ή μέρος του συμφώνου συμβίωσης ή οποιοδήποτε από τα ανήλικα τέκνα αυτού δεν έχουν δικαίωμα πλήρους κυριότητας ή επικαρπίας ή οίκησης σε κατοικία ή ιδανικό μερίδιο κατοικίας που πληροί τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειάς τους ή δικαίωμα πλήρους κυριότητας σε οικόπεδο οικοδομήσιμο ή σε ιδανικό μερίδιο οικοπέδου, στα οποία αντιστοιχεί εμβαδόν κτίσματος που πληροί τις στεγαστικές τους ανάγκες και βρίσκονται σε δημοτική ενότητα ή δημοτική κοινότητα με πληθυσμό άνω των τριών χιλιάδων (3.000) κατοίκων. Οι στεγαστικές ανάγκες θεωρείται ότι καλύπτονται, αν το συνολικό εμβαδόν των ανωτέρω ακινήτων και των λοιπών αντίστοιχων κληρονομιαίων ακινήτων είναι εβδομήντα (70) τ.μ. ή ενενήντα (90) τ.μ. για τον δικαιούχο με αναπηρία τουλάχιστον εξήντα επτά τοις εκατό (67%), προσαυξανόμενα κατά είκοσι πέντε (25) τ.μ. για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα και κατά τριάντα (30) τ.μ. για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα, των οποίων την απαλλαγής με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον εξήντα επτά τοις εκατό (67%), ανεξάρτητα από την ηλικία του.

2.

Το αιτία θανάτου αποκτώμενο οικόπεδο ή το οικόπεδο στο οποίο έχει ανεγερθεί η αιτία θανάτου αποκτώμενη κατοικία, πρέπει να είναι οικοδομήσιμο και αυτό να βεβαιώνεται από την αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης ή με αντίστοιχη βεβαίωση μηχανικού. Για την έννοια του οικοπέδου έχουν εφαρμογή οι σχετικές πολεοδομικές διατάξεις.

3.

Η απαλλαγή χορηγείται με τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου και στην περίπτωση που ο κληρονόμος ή ο κληροδόχος είναι κύριος ποσοστού εξ αδιαιρέτου κατοικίας ή οικοπέδου και κληρονομεί και το υπόλοιπο ποσοστό, ώστε να γίνεται κύριος ολόκληρου του ακινήτου, καθώς και στην περίπτωση συνένωσης ψιλής κυριότητας και επικαρπίας.

4.

Για τη χορήγηση της απαλλαγής, υποβάλλεται εμπρόθεσμη δήλωση κληρονομίας από τον υπόχρεο στην οποία πρέπει να διατυπώνεται ρητά αίτημα για απαλλαγή από τον φόρο για απόκτηση πρώτης κατοικίας και να γίνεται ρητή μνεία ότι η κατοικία ή το οικόπεδο δεν θα μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί με εμπράγματο δικαίωμα, πλην της σύστασης υποθήκης, για μία πενταετία από την απόκτησή του. Η ρητή αυτή μνεία πρέπει να περιλαμβάνεται και στις πράξεις αποδοχής της κληρονομίας ή κληροδοσίας. Ενότητα Β. Ύψος απαλλαγής

1.

Η απαλλαγή παρέχεται για ποσό αξίας:

  • α) κατοικίας μέχρι διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ

για κάθε ανήλικο ή άγαμο κληρονόμο ή κληροδόχο και μέχρι διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ για κάθε έγγαμο ή μέρος του συμφώνου συμβίωσης και διαζευγμένο ή μέρος συμφώνου συμβίωσης που έχει λυθεί ή χήρο ή άγαμο γονέα που έχουν την επιμέλεια των τέκνων τους. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα και κατά τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα τους, εφόσον στον δικαιούχο κληρονόμο ή κληροδόχο περιέρχεται μία μόνο κατοικία εξ ολοκλήρου και κατά πλήρη κυριότητα και όχι ποσοστό εξ αδιαιρέτου. Στο ποσό της απαλλαγής περιλαμβάνεται και η αξία μιας θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου και ενός αποθηκευτικού χώρου, για επιφάνεια εκάστου έως είκοσι (20) τ.μ., εφόσον βρίσκονται στο ίδιο ακίνητο και αποκτώνται ταυτόχρονα.

  • β) Οικοπέδου μέχρι πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ

για κάθε ανήλικο ή άγαμο κληρονόμο ή κληροδόχο και μέχρι εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ για κάθε έγγαμο ή μέρος του συμφώνου συμβίωσης και διαζευγμένο ή μέρος συμφώνου συμβίωσης που έχει λυθεί ή χήρο ή άγαμο γονέα που έχουν την επιμέλεια των τέκνων τους. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα τους και κατά δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα τους, εφόσον στον δικαιούχο κληρονόμο ή κληροδόχο περιέρχεται ένα μόνο οικόπεδο εξ ολοκλήρου και κατά πλήρη κυριότητα και όχι ποσοστό εξ αδιαιρέτου.

2.

Την απαλλαγή του άγαμου δικαιούται και ο σύζυγος που βρίσκεται σε διάσταση και έχει κατατεθεί αίτηση ή αγωγή διαζυγίου τουλάχιστον έξι (6) μήνες πριν από τον χρόνο της αιτία θανάτου κτήσης. Εάν ο σύζυγος έχει την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της οικογένειας, δικαιούται την απαλλαγή του έγγαμου. Αν δεν λυθεί ο γάμος με διαζύγιο εντός πέντε (5) ετών από την αιτία θανάτου κτήση, αίρεται η χορηγηθείσα απαλλαγή και καταβάλλεται ο φόρος σύμφωνα με την παρ. 3 της Ενότητας Ε’ του παρόντος άρθρου. Δικαιούχοι απαλλαγής Δικαιούχοι της απαλλαγής είναι οι Έλληνες και οι πολίτες των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.). Ενότητα Δ. Χορήγηση απαλλαγής για απόκτηση νέου ακινήτου

1.

Η απαλλαγή από τον φόρο της κτήσης αιτία θανάτου παρέχεται για μία φορά. Δεν απαλλάσσεται ο κληρονόμος ή ο κληροδόχος που έτυχε απαλλαγής από τον φόρο μεταβίβασης ή γονικής παροχής ή κληρονομιάς.

2.

Παρέχεται απαλλαγή από τον φόρο για την απόκτηση νέου ακινήτου, με τις λοιπές προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου, εφόσον ο κληρονόμος ή ο κληροδόχος, πριν ή κατά την υποβολή του αιτήματος για νέα απαλλαγή, υποβάλει δήλωση και καταβάλει εφάπαξ το ποσό του φόρου που επιμεριστικά αναλογεί στην αξία του πρώτου ακινήτου κατά τον χρόνο της χορήγησης της νέας απαλλαγής, με τους φορολογικούς συντελεστές του χρόνου χορήγησης της πρώτης απαλλαγής, εκτός εάν ο φόρος που αναλογεί στην αξία του ακινήτου ή στο καταβληθέν τίμημα κατά τον χρόνο χορήγησης της πρώτης απαλλαγής είναι μεγαλύτερος, οπότε καταβάλλεται ο μεγαλύτερος αυτός φόρος.

3.

Με τις προϋποθέσεις της παρ. 2 της παρούσας Ενότητας παρέχεται απαλλαγή και στην περίπτωση που ο σύζυγος ή το μέρος του συμφώνου συμβίωσης ή οποιοδήποτε από τα ανήλικα τέκνα του κληρονόμου ή κληροδόχου έχουν ήδη τύχει της απαλλαγής για άλλο ακίνητο. Ενότητα Ε. Άρση απαλλαγής

1.

Η απαλλαγή παρέχεται με τον όρο ότι η κατοικία ή το οικόπεδο θα παραμείνει στην κυριότητα του κληρονόμου ή κληροδόχου για μία τουλάχιστον πενταετία. Αν πριν από την πάροδο της πενταετίας μεταβιβασθεί η κατοικία ή το οικόπεδο ή συσταθεί σε αυτό οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα, πλην υποθήκης, ο κληρονόμος ή κληροδόχος έχει υποχρέωση, πριν από τη μεταβίβαση ή τη σύσταση του εμπράγματου δικαιώματος, να υποβάλει δήλωση και να καταβάλει εφάπαξ ολόκληρο το ποσό του φόρου που αναλογεί επιμεριστικά στην αξία του ακινήτου του χρόνου μεταβίβασης ή στο δηλούμενο τίμημα της μεταβίβασης, εφόσον αυτό είναι μεγαλύτερο της αξίας του ακινήτου, εκτός αν ο φόρος που αναλογεί στην αξία του ακινήτου κατά τον χρόνο της κτήσης αιτία θανάτου είναι μεγαλύτερος, οπότε καταβάλλεται ο τον κληρονόμο ή κληροδόχο σε εργολάβο των συμφωνηθέντων χιλιοστών οικοπέδου σε εκτέλεση των όρων εργολαβικού προσυμφώνου.

2.

Απαγορεύεται πριν από την πάροδο πενταετίας η σύνταξη συμβολαίου μεταβίβασης κυριότητας ακινήτου ή σύστασης εμπράγματου δικαιώματος επί αυτού, πλην υποθήκης, σε κατοικία ή οικόπεδο, για το οποίο έχει χορηγηθεί απαλλαγή από τον φόρο κληρονομίας κατά τις Ενότητες Α’, Β’ και Γ’, αν δεν προσαρτηθεί από τον συμβολαιογράφο που συντάσσει το συμβόλαιο δήλωση για την άρση της απαλλαγής της αιτία θανάτου κτήσης για το μεταβιβαζόμενο ακίνητο και αποδεικτικό καταβολής ολόκληρου του ποσού του φόρου που επιμεριστικά αναλογεί στην αξία αυτού.

3.

Αν χορηγήθηκε απαλλαγή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου, σε βάρος του κληρονόμου ή κληροδόχου επιβάλλονται ο φόρος που αναλογεί στην αξία του ακινήτου του χρόνου διαπίστωσης της παράβασης καθώς και τα πρόστιμα του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α’ 58). Αν η αξία που απαλλάχθηκε από τον φόρο αποτελεί τμήμα της συνολικής αξίας της κατοικίας ή του οικοπέδου, ο φόρος και τα πρόστιμα επιβάλλονται στο τμήμα της αξίας που προσδιορίζεται με βάση τη σχέση της αξίας που απαλλάχθηκε προς τη συνολική αξία του χρόνου απαλλαγής. Ενότητα ΣΤ. Εξουσιοδοτική διάταξη Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται ο τρόπος διαπίστωσης των προϋποθέσεων της απαλλαγής του παρόντος άρθρου και τα απαραίτητα δικαιολογητικά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

ΒΑΣΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΡΟ

Άρθρο 77

Υπολογισμός του φορολογητέου ποσού

1.

Το υπόλοιπο της κληρονομικής μερίδας, μετά τις εκπτώσεις των άρθρων 71 έως 76, υποβάλλεται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται με βάση το άρθρο 79.

2.

Προκειμένου για κληροδότημα που καταβάλλεται από τον βεβαρημένο ελεύθερο φόρου, ο φόρος υπολογίζεται στο άθροισμα του καταβλητέου κληροδοτήματος και του φόρου που αναλογεί σε αυτό.

Άρθρο 78

Κατάταξη των φορολογουμένων σε κατηγορίες

1.

Οι δικαιούχοι της κτήσης, ανάλογα με τη συγγενική τους σχέση προς τον κληρονομούμενο, κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες. Στην Α’ κατηγορία υπάγονται: α) ο σύζυγος του κληρονομουμένου ή το πρόσωπο που έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης με τον κληρονομούμενο, β) το πρόσωπο το οποίο είχε συνάψει σύμφωνο συμβίωσης με τον κληρονομούμενο κατά τις διατάξεις του ν. 3719/2008 (Α’ 241) και το οποίο λύθηκε με τον θάνατο αυτού, εφόσον η συμβίωση είχε διάρκεια τουλάχιστον δύο (2) ετών, γ) οι κατιόντες πρώτου βαθμού, ήτοι: γα) τέκνα από νόμιμο γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης των περ. α) και β), γβ) τέκνα χωρίς γάμο έναντι της μητέρας, αναγνωρισθέντα εκούσια ή δικαστικά έναντι του πατέρα, γγ) τέκνα αναγνωρισμένα με επιγενόμενο γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης ή δικαστικά έναντι και των δύο γονέων, δ) οι κατιόντες εξ αίματος δεύτερου βαθμού και ε) οι ανιόντες εξ αίματος πρώτου βαθμού. Στη Β’ κατηγορία υπάγονται: α) οι κατιόντες εξ αίματος τρίτου και επόμενων βαθμών, β) οι ανιόντες εξ αίματος δεύτερου και επόμενων βαθμών, γ) τα εκούσια ή δικαστικά αναγνωρισθέντα τέκνα έναντι των ανιόντων του πατέρα που τα αναγνώρισε, δ) οι κατιόντες του αναγνωρισθέντος έναντι του αναγνωρίσαντος και των ανιόντων αυτού, ε) οι αδελφοί, αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς, στ) οι συγγενείς εξ αίματος τρίτου βαθμού εκ πλαγίου, ζ) οι πατριοί και οι μητριές, η) τα τέκνα από προηγούμενο γάμο του συζύγου ή προηγούμενο σύμφωνο συμβίωσης αυτού, θ) τα τέκνα εξ αγχιστείας, γαμπροί ή νύφες και ι) οι ανιόντες εξ αγχιστείας, πεθεροί - πεθερές. Στη Γ’ κατηγορία υπάγεται οποιοσδήποτε άλλος εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενής του κληρονομουμένου ή εξωτικός.

2.

Σε περίπτωση υιοθεσίας, η κατάταξη στην οικεία κατηγορία του υιοθετηθέντος ή των συγγενών αυτού έναντι του υιοθετήσαντος ή των συγγενών αυτού γίνεται με βάση τη συγγενική σχέση που προκύπτει κατά τον Αστικό Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164). Κατ’ εξαίρεση, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί, για τον υπολογισμό του φόρου, να μην λάβει υπόψη τον βαθμό συγγένειας που προκύπτει από την υιοθεσία, εάν διαπιστώσει ότι αυτή έγινε για να καταστρατηγηθούν οι διατάξεις του παρόντος Μέρους.

3.

Σε περίπτωση σχολάζουσας κληρονομίας, ο φόρος υπολογίζεται στο σύνολο της αξίας της με βάση τους συντελεστές της Γ’ κατηγορίας της παρ. 1 του άρθρου 79 με την επιφύλαξη του άρθρου 81 για τον νέο προσδιορισμό του φόρου.

Άρθρο 79

Φορολογικές κλίμακες και ειδικές περιπτώσεις υπολογισμού του φόρου

1.

Η αιτία θανάτου κτήση των κάθε φύσεως περιουσιακών στοιχείων υπόκειται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται με βάση τις εξής ανά κατηγορία φορολογικές κλίμακες: )1L.FBLMN >;N;C65N CGK;1;>K@8N B1L.MBJECNN 36E8N B1L.MBJECN >;N;C65N E6E1E0=K+MN 7;6LEC>JMN >;N;C65N 36E8N7ECN MGM1E0;JN >;N;C65N RQN N N RQN N RQN RN RQN QN RQN QN N RQN QN RQN 7;6-F11EG RN )'%P#" 'NN )1L.FBLMN >;N;C65N CGK;1;>K@8N B1L.MBJECNN 36E8N B1L.MBJECN >;N;C65N E6E1E0=K+MN 7;6LEC>JMN >;N;C65N 36E8N7ECN MGM1E0;JN >;N;C65N QN N N QN N QN N QN RQN QN QN RN QN QN QN 7;6-F11EG N )'%P#" 'N#N )1L.FBLMN >;N;C65N CGK;1;>K@8N B1L.MBJECNN 36E8N B1L.MBJECN >;N;C65N E6E1E0=K+MN 7;6LEC>JMN >;N;C65N 36E8N7ECN MGM1E0;JN >;N;C65N QN N N QN N QN N RQ N QN RQ N RQN N QN QN RQ N 7;6-F11EG N 1 3 @ 1 3 + J F 3 ,@ F 3

(cid:41)(cid:39)(cid:37)(cid:80)(cid:35)(cid:34)(cid:32)(cid:30)(cid:39)(cid:78)(cid:39)(cid:28)(cid:78)
(cid:41)(cid:49)(cid:76)(cid:46)(cid:70)(cid:66)(cid:76)(cid:77)(cid:78) (cid:27)(cid:62)(cid:59)(cid:78)(cid:59)(cid:67)(cid:54)(cid:53)(cid:26)(cid:78) (cid:25)(cid:67)(cid:71)(cid:75)(cid:59)(cid:49)(cid:59)(cid:62)(cid:75)(cid:64)(cid:56)(cid:78) (cid:66)(cid:49)(cid:76)(cid:46)(cid:77)(cid:66)(cid:74)(cid:69)(cid:67)(cid:78)(cid:27)(cid:24)(cid:26)(cid:78) (cid:21)(cid:51)(cid:54)(cid:69)(cid:56)(cid:78) (cid:66)(cid:49)(cid:76)(cid:46)(cid:77)(cid:66)(cid:74)(cid:69)(cid:67)(cid:78) (cid:27)(cid:62)(cid:59)(cid:78)(cid:59)(cid:67)(cid:54)(cid:53)(cid:26)(cid:78) (cid:21)(cid:69)(cid:54)(cid:69)(cid:49)(cid:69)(cid:48)(cid:61)(cid:75)(cid:43)(cid:77)(cid:78) (cid:55)(cid:59)(cid:54)(cid:76)(cid:69)(cid:67)(cid:62)(cid:74)(cid:77)(cid:78) (cid:27)(cid:62)(cid:59)(cid:78)(cid:59)(cid:67)(cid:54)(cid:53)(cid:26)(cid:78) (cid:21)(cid:51)(cid:54)(cid:69)(cid:56)(cid:78)(cid:55)(cid:69)(cid:67)(cid:78) (cid:77)(cid:71)(cid:77)(cid:49)(cid:69)(cid:48)(cid:59)(cid:74)(cid:78) (cid:27)(cid:62)(cid:59)(cid:78)(cid:59)(cid:67)(cid:54)(cid:53)(cid:26)(cid:78)
(cid:82)(cid:20)(cid:19)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:18)(cid:78) (cid:18)(cid:78) (cid:82)(cid:20)(cid:19)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:18)(cid:78)
(cid:82)(cid:20)(cid:19)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:82)(cid:78) (cid:82)(cid:81)(cid:20)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:17)(cid:19)(cid:19)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:82)(cid:81)(cid:20)(cid:19)(cid:19)(cid:78)
(cid:17)(cid:19)(cid:19)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:20)(cid:78) (cid:82)(cid:20)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:16)(cid:19)(cid:19)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:82)(cid:16)(cid:81)(cid:20)(cid:19)(cid:19)(cid:78)
(cid:14)(cid:55)(cid:59)(cid:54)(cid:45)(cid:70)(cid:49)(cid:49)(cid:69)(cid:71)(cid:78) (cid:82)(cid:19)(cid:78)
(cid:41)(cid:39)(cid:37)(cid:80)(cid:35)(cid:34)(cid:32)(cid:30)(cid:39)(cid:78)(cid:12)(cid:28)(cid:78)
(cid:41)(cid:49)(cid:76)(cid:46)(cid:70)(cid:66)(cid:76)(cid:77)(cid:78) (cid:27)(cid:62)(cid:59)(cid:78)(cid:59)(cid:67)(cid:54)(cid:53)(cid:26)(cid:78) (cid:25)(cid:67)(cid:71)(cid:75)(cid:59)(cid:49)(cid:59)(cid:62)(cid:75)(cid:64)(cid:56)(cid:78) (cid:66)(cid:49)(cid:76)(cid:46)(cid:77)(cid:66)(cid:74)(cid:69)(cid:67)(cid:78)(cid:27)(cid:24)(cid:26)(cid:78) (cid:21)(cid:51)(cid:54)(cid:69)(cid:56)(cid:78) (cid:66)(cid:49)(cid:76)(cid:46)(cid:77)(cid:66)(cid:74)(cid:69)(cid:67)(cid:78) (cid:27)(cid:62)(cid:59)(cid:78)(cid:59)(cid:67)(cid:54)(cid:53)(cid:26)(cid:78) (cid:21)(cid:69)(cid:54)(cid:69)(cid:49)(cid:69)(cid:48)(cid:61)(cid:75)(cid:43)(cid:77)(cid:78) (cid:55)(cid:59)(cid:54)(cid:76)(cid:69)(cid:67)(cid:62)(cid:74)(cid:77)(cid:78) (cid:27)(cid:62)(cid:59)(cid:78)(cid:59)(cid:67)(cid:54)(cid:53)(cid:26)(cid:78) (cid:21)(cid:51)(cid:54)(cid:69)(cid:56)(cid:78)(cid:55)(cid:69)(cid:67)(cid:78) (cid:77)(cid:71)(cid:77)(cid:49)(cid:69)(cid:48)(cid:59)(cid:74)(cid:78) (cid:27)(cid:62)(cid:59)(cid:78)(cid:59)(cid:67)(cid:54)(cid:53)(cid:26)(cid:78)
(cid:17)(cid:19)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:18)(cid:78) (cid:18)(cid:78) (cid:17)(cid:19)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:18)(cid:78)
(cid:10)(cid:19)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:20)(cid:78) (cid:17)(cid:81)(cid:20)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:82)(cid:19)(cid:19)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:17)(cid:81)(cid:20)(cid:19)(cid:19)(cid:78)
(cid:9)(cid:19)(cid:19)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:82)(cid:19)(cid:78) (cid:9)(cid:19)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:17)(cid:19)(cid:19)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:9)(cid:17)(cid:81)(cid:20)(cid:19)(cid:19)(cid:78)
(cid:14)(cid:55)(cid:59)(cid:54)(cid:45)(cid:70)(cid:49)(cid:49)(cid:69)(cid:71)(cid:78) (cid:9)(cid:19)(cid:78)
(cid:41)(cid:39)(cid:37)(cid:80)(cid:35)(cid:34)(cid:32)(cid:30)(cid:39)(cid:78)(cid:35)(cid:28)(cid:78)
(cid:41)(cid:49)(cid:76)(cid:46)(cid:70)(cid:66)(cid:76)(cid:77)(cid:78) (cid:27)(cid:62)(cid:59)(cid:78)(cid:59)(cid:67)(cid:54)(cid:53)(cid:26)(cid:78) (cid:25)(cid:67)(cid:71)(cid:75)(cid:59)(cid:49)(cid:59)(cid:62)(cid:75)(cid:64)(cid:56)(cid:78) (cid:66)(cid:49)(cid:76)(cid:46)(cid:77)(cid:66)(cid:74)(cid:69)(cid:67)(cid:78)(cid:27)(cid:24)(cid:26)(cid:78) (cid:21)(cid:51)(cid:54)(cid:69)(cid:56)(cid:78) (cid:66)(cid:49)(cid:76)(cid:46)(cid:77)(cid:66)(cid:74)(cid:69)(cid:67)(cid:78) (cid:27)(cid:62)(cid:59)(cid:78)(cid:59)(cid:67)(cid:54)(cid:53)(cid:26)(cid:78) (cid:21)(cid:69)(cid:54)(cid:69)(cid:49)(cid:69)(cid:48)(cid:61)(cid:75)(cid:43)(cid:77)(cid:78) (cid:55)(cid:59)(cid:54)(cid:76)(cid:69)(cid:67)(cid:62)(cid:74)(cid:77)(cid:78) (cid:27)(cid:62)(cid:59)(cid:78)(cid:59)(cid:67)(cid:54)(cid:53)(cid:26)(cid:78) (cid:21)(cid:51)(cid:54)(cid:69)(cid:56)(cid:78)(cid:55)(cid:69)(cid:67)(cid:78) (cid:77)(cid:71)(cid:77)(cid:49)(cid:69)(cid:48)(cid:59)(cid:74)(cid:78) (cid:27)(cid:62)(cid:59)(cid:78)(cid:59)(cid:67)(cid:54)(cid:53)(cid:26)(cid:78)
(cid:16)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:18)(cid:78) (cid:18)(cid:78) (cid:16)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:18)(cid:78)
(cid:16)(cid:16)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:9)(cid:19)(cid:78) (cid:82)(cid:17)(cid:81)(cid:9)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:10)(cid:9)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:82)(cid:17)(cid:81)(cid:9)(cid:19)(cid:19)(cid:78)
(cid:82)(cid:8)(cid:20)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:17)(cid:19)(cid:78) (cid:20)(cid:7)(cid:81)(cid:20)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:9)(cid:16)(cid:10)(cid:81)(cid:19)(cid:19)(cid:19)(cid:78) (cid:10)(cid:82)(cid:81)(cid:10)(cid:19)(cid:19)(cid:78)
(cid:14)(cid:55)(cid:59)(cid:54)(cid:45)(cid:70)(cid:49)(cid:49)(cid:69)(cid:71)(cid:78) (cid:5)(cid:19)(cid:78)

και την παρ. 1 του παρόντος άρθρου μειώνεται κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).

3.

Αν στο ίδιο πρόσωπο συντρέχουν οι προϋποθέσεις μείωσης του φόρου κατά την παρ. 2 και της απαλλαγής κατά το άρθρο 76, οφείλεται ο μικρότερος φόρος που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

4.

Η αιτία θανάτου κτήση χρηματικών ποσών και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων από τα πρόσωπα της παρ. 3 του άρθρου 75 υπόκειται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται αυτοτελώς με συντελεστή πέντε δέκατα τοις εκατό (0,5%).

5.

Για την απόκτηση δικαιωμάτων μεταλλειοκτησίας και δικαιωμάτων που απορρέουν από άδεια μεταλλευτικών ερευνών, ο φόρος υπολογίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο ή κλάσμα αυτού επί της εκτάσεως του μεταλλείου ή του χώρου της άδειας μεταλλευτικών ερευνών.

6.

Για τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία ο φόρος υπολογίζεται αυτοτελώς, δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 57 και 91.

Άρθρο 80

Υπολογισμός του φόρου σε περίπτωση αποποίησης Σε περίπτωση αποποίησης της κληρονομίας ή κληροδοσίας, αυτός που καθίσταται δικαιούχος της κτήσης από την αιτία αυτή, οφείλει τον φόρο τον οποίο θα κατέβαλε ο αποποιηθείς κατά την επαγωγή προς αυτόν, εφόσον ο φόρος αυτός είναι μεγαλύτερος.

Άρθρο 81

Προσδιορισμός του φόρου σε σχολάζουσα κληρονομία

1.

Σε περίπτωση σχολάζουσας κληρονομίας, εφόσον έχει γίνει οριστικός προσδιορισμός της αξίας των στοιχείων της κτήσης αιτία θανάτου στο όνομα της σχολάζουσας κληρονομίας, η αξία αυτή ισχύει και έναντι των κληρονόμων κατά την υποβολή δήλωσης και τον προσδιορισμό του φόρου στο όνομά τους. Οι κληρονόμοι δικαιούνται να αμφισβητήσουν την πράξη προσδιορισμού του φόρου συμπεριλαμβανομένης της αξίας των στοιχείων της κτήσης αιτία θανάτου σε βάρος της σχολάζουσας κληρονομίας, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α’ 58) και τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97), εκτός εάν έχει εκδοθεί απόφαση διοικητικού δικαστηρίου στο όνομα της σχολάζουσας κληρονομίας που αποφαίνεται επί της ουσίας της διαφοράς. Ο κληρονόμος μπορεί σε κάθε περίπτωση να συνεχίζει εκκρεμείς διαδικασίες και δίκες της σχολάζουσας κληρονομίας.

2.

Σε περίπτωση σχολάζουσας κληρονομίας, εφόσον δεν έχει γίνει ακόμα οριστικός προσδιορισμός της αξίας της στο όνομα αυτής και υποβληθεί δήλωση από τους κληρονόμους, κατά τον νέο προσδιορισμό του φόρου, ως αξία των στοιχείων της κτήσης αιτία θανάτου λαμβάνεται αυτή που αναγράφεται στη δήλωση των κληρονόμων.

3.

Εφόσον ο φόρος που προσδιορίστηκε σε βάρος της σχολάζουσας κληρονομίας είναι ανώτερος από εκείνον που προκύπτει από τον προσδιορισμό που έγινε με βάση τη δήλωση των κληρονόμων, η διαφορά του φόρου εκπίπτει και το υπόλοιπο ποσό αποτελεί τον φόρο που βαρύνει τους κληρονόμους. Στο υπόλοιπο αυτό συμψηφίζεται ο φόρος που καταβλήθηκε από τον κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομίας. Ο επιπλέον φόρος που καταβλήθηκε επιστρέφεται στους κληρονόμους.

Άρθρο 82

Έκπτωση φόρου συνυπολογιζόμενων δωρεών και γονικών παροχών

1.

Σε περίπτωση συνυπολογισμού στην κτήση αιτία θανάτου προγενέστερων δωρεών και γονικών παροχών σύμφωνα με το άρθρο 57, από τον φόρο εκπίπτει ο φόρος που αναλογεί σε αυτές κατά τον χρόνο του συνυπολογισμού.

2.

Σε δωρεές και γονικές παροχές που διέπονται ως προς τη φορολογία από προϊσχύσασες διατάξεις, εάν ο φόρος που προσδιορίστηκε για αυτές είναι μεγαλύτερος από τον φόρο που αναλογεί κατά την παρ. 1, εκπίπτει ο μεγαλύτερος αυτός φόρος.

3.

Ο φόρος που οφείλεται μετά τον συνυπολογισμό και τις εκπτώσεις των παρ. 1 και 2 δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να είναι μικρότερος από αυτόν που αναλογεί στην κτήση αιτία θανάτου χωρίς τον συνυπολογισμό αυτών των δωρεών και γονικών παροχών.

Άρθρο 83

Έκπτωση φόρου αλλοδαπής

1.

Από τον φόρο που προκύπτει για το σύνολο της αξίας της κληρονομιαίας περιουσίας εκπίπτει ο φόρος που αποδεδειγμένα καταβλήθηκε ή αυτός που οριστικά και τελεσίδικα προσδιορίστηκε ή βεβαιώθηκε σε ένα ή περισσότερα αλλοδαπά κράτη για την κινητή περιουσία που βρίσκεται σε αυτά και μέχρι του ποσού του φόρου που αναλογεί για την περιουσία που βρίσκεται σε καθένα αλλοδαπό κράτος. Για την εξεύρεση του ποσού που εκπίπτει, ο φόρος που προκύπτει για το σύνολο της αξίας της κληρονομιαίας περιουσίας, σύμφωνα με το παρόν Μέρος, επιμερίζεται ανάλογα με τα μέρη αυτής που βρίσκονται στην Ελλάδα και σε καθένα αλλοδαπό κράτος. Ο φόρος που οφείλεται μετά τις ανωτέρω εκπτώσεις δεν μπορεί να είναι μικρότερος από τον φόρο που αναλογεί στα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στην Ελλάδα χωρίς τον συνυπολογισμό των στοιχείων της αλλοδαπής που φορολογούνται στην Ελλάδα.

2.

Για την έκπτωση κατά την παρ. 1 ως φόρος που προσδιορίστηκε ή βεβαιώθηκε ή καταβλήθηκε στην αλλοδαπή λογίζεται αυτός που βαρύνει την περιουσία που φορολογείται στην Ελλάδα και προσδιορίστηκε ή βεβαιώθηκε ή καταβλήθηκε υπέρ του αλλοδαπού κράτους ή, προκειμένου για ομοσπονδιακό κράτος, και ο υπέρ των ομόσπονδων κρατών ή πολιτειών φόρος.

3.

Ο φόρος που προσδιορίστηκε ή βεβαιώθηκε ή καταβλήθηκε στην αλλοδαπή μετατρέπεται σε ευρώ με βάση την επίσημη τιμή στην Ελλάδα του ξένου νομίσματος, στο οποίο προσδιορίστηκε ή βεβαιώθηκε ή καταβλήθη

4.

Η αίτηση για την έκπτωση του φόρου που προσδιορίστηκε ή βεβαιώθηκε ή καταβλήθηκε στην αλλοδαπή με βάση βεβαίωση της αλλοδαπής φορολογικής αρχής, υποβάλλεται εντός πενταετίας από τον οριστικό προσδιορισμό του φόρου αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’

ΥΠΟΒΟΛΗ ΔΗΛΩΣΗΣ - ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΦΟΡΟΥ

Άρθρο 84

Υπόχρεοι υποβολής δήλωσης

1.

Ο υπόχρεος σε φόρο, σύμφωνα με το άρθρο 56, και, σε περίπτωση υπόχρεου που είναι ανήλικος ή δικαιοπρακτικά ανίκανος, ο νόμιμος εκπρόσωπος που ενεργεί για λογαριασμό του, υποβάλλει δήλωση για την περιουσία που αποκτάται αιτία θανάτου.

2.

Κληρονόμος βεβαρημένος με κληροδότημα υπό προθεσμία, για το οποίο δεν αναβάλλεται η κτήση του δικαιώματος αλλά αναστέλλεται η άσκηση αυτού, υποβάλλει δήλωση για το κληροδότημα, ενεργώντας για λογαριασμό του κληροδόχου.

3.

Για την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 64 υποβάλλει δήλωση ο βεβαρημένος για τη διαφορά που προκύπτει υπέρ αυτού λόγω διακοπής της παροχής.

4.

Σε περίπτωση σχολάζουσας κληρονομίας, υποβάλλει δήλωση ο κηδεμόνας αυτής. Μετά την αναγνώριση των κληρονόμων, αυτοί υποβάλλουν νέα δήλωση με βάση την οποία γίνεται νέος προσδιορισμός του φόρου, σύμφωνα με το άρθρο 81 του παρόντος και τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α’ 58).

5.

Ο εκτελεστής διαθήκης, πριν από τη σύσταση, μετάθεση ή αλλοίωση δικαιώματος επί αντικειμένου της κτήσης αιτία θανάτου, υποβάλλει δήλωση, εφόσον αυτή δεν έχει υποβληθεί από τους υπόχρεους σε δήλωση.

6.

Εάν ο υπόχρεος σε δήλωση έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης μετά την επαγωγή της κληρονομίας, υποβάλλει δήλωση ο σύνδικος, μετά τη ρητή ή σιωπηρή αποδοχή της κληρονομίας από τον πτωχό, εφόσον αυτή δεν έχει υποβληθεί από τον πτωχό.

7.

Εάν για αντικείμενα της κτήσης αιτία θανάτου κρίθηκε μεταγενέστερα, λόγω πλήρωσης της αίρεσης ή λόγω συμβιβασμού ή μετά από δικαστική απόφαση, ότι ανήκουν σε άλλον από τον αρχικό δικαιούχο, αυτός που από την αιτία αυτή καθίσταται δικαιούχος, υποβάλλει δήλωση, με βάση την οποία γίνεται νέος προσδιορισμός του φόρου, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.

8.

Σε περίπτωση θανάτου του υπόχρεου σε δήλωση, υποβάλλουν δήλωση οι κληρονόμοι του.

9.

Αν συντάσσεται συμβόλαιο, η δήλωση συμπληρώνεται από τον συμβολαιογράφο που θα καταρτίσει τη συμβολαιογραφική πράξη. Οι υπόχρεοι σε δήλωση προσκομίζουν στον συμβολαιογράφο όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την ορθή σύνταξη της δήλωσης από αυτόν και στη Φορολογική Διοίκηση τα νόμιμα δικαιολογητικά.

10.

Δεν υποβάλλουν δήλωση τα πρόσωπα της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 75.

Άρθρο 85

Προθεσμίες υποβολής δήλωσης

1.

Η δήλωση, αρχική ή νέα, υποβάλλεται:

  • α) εντός εννέα (9) μηνών, αν ο κληρονομούμενος απεβίωσε στην ημεδαπή και
  • β) εντός ενός (1) έτους, αν ο κληρονομούμενος απεβίωσε στην αλλοδαπή ή αν ο κληρονόμος ή ο κληροδόχος διέμενε στην αλλοδαπή κατά τον χρόνο θανάτου

του κληρονομουμένου. Στις περιπτώσεις αυτές, αν τα κληρονομιαία αντικείμενα περιέλθουν στην κατοχή του κληρονόμου ή του κληροδόχου εντός των πρώτων εννέα (9) μηνών της ετήσιας προθεσμίας, η προθεσμία του έτους μειώνεται σε εννέα (9) μήνες από την κατάληψη των περιουσιακών αυτών στοιχείων.

2.

Σε μεταβίβαση με αντάλλαγμα της ψιλής κυριότητας που αποκτήθηκε αιτία θανάτου, η δήλωση υποβάλλεται πριν από τη μεταβίβαση αυτή.

Άρθρο 86

Έναρξη προθεσμίας υποβολής δήλωσης

1.

Οι προθεσμίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 241 έως και 246 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164).

2.

Η προθεσμία για την υποβολή δήλωσης αρχίζει:

  • α) από τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, για

τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους,

  • β) από τη δημοσίευση της διαθήκης, για τους εκ διαθήκης κληρονόμους ή κληροδόχους,
  • γ) από τον χρόνο που κατά περίπτωση ορίζεται στο

άρθρο 59,

  • δ) από τη δημοσίευση στον τύπο της τελεσίδικης

απόφασης που κηρύσσει την αφάνεια, σε περίπτωση αφάνειας,

  • ε) από τον χρόνο που έλαβαν γνώση του διορισμού

τους οι νόμιμοι εκπρόσωποι, οι κηδεμόνες κληρονομίας, οι εκτελεστές διαθήκης και οι σύνδικοι πτωχεύσεως,

  • στ) από την αναγνώρισή τους οι κληρονόμοι, σε περίπτωση σχολάζουσας κληρονομίας,
  • ζ) από τον θάνατο του υπόχρεου σε δήλωση, αν αυτός

δεν υπέβαλε δήλωση.

Άρθρο 87

Καταβολή του φόρου

1.

Ο φόρος που προσδιορίζεται κατόπιν δήλωσης του υπόχρεου, καταβάλλεται σε δώδεκα (12) ισόποσες διμηνιαίες δόσεις. Κάθε δόση δεν μπορεί να είναι μικρότερη των πεντακοσίων (500) ευρώ, εκτός της τελευταίας. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μήνα από τον προσδιορισμό του φόρου και οι υπόλοιπες δόσεις μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα των διμήνων που ακολουθούν.

2.

Αν ο υπόχρεος σε φόρο είναι ανήλικος κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης, ο αριθμός των δόσεων διπλασιάζεται.

3.

Αν ο υπόχρεος σε φόρο καταβάλει το σύνολο του φόρου που προσδιορίστηκε κατόπιν δήλωσης, εντός της προθεσμίας καταβολής της πρώτης διμηνιαίας δόσης, ανεξάρτητα από το ύψος αυτού, παρέχεται έκπτωση σε ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%). λοιπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, ο φόρος που αναλογεί επιμεριστικά στην αξία τους καταβάλλεται πριν από την ανάληψή τους και τη χορήγηση του πιστοποιητικού του άρθρου 102.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)