Νόμοι — ΦΕΚ A' 133/2019

Type Νόμος
Publication 2019-08-08
Τελευταία ενημέρωση 2019-08-07
State In force
Source ΦΕΚ
articles 116
Reform history JSON API
6.

Για την επιλογή των Υπηρεσιακών Γραμματέων των Υπουργείων λαμβάνονται υπόψη τρεις (3) ομάδες κριτηρίων: (α) Μοριοδότηση τυπικών εκπαιδευτικών προσόντων. Τα τυπικά προσόντα μοριοδοτούνται ως εξής: (αα) διδακτορικός τίτλος σπουδών: 350 μόρια, (αβ) αποφοίτηση από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης: 300 μόρια, (αγ) μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας: 250 μόρια, (αδ) 2ος μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας: 100 μόρια, (αε) πτυχίο Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι.: 200 μόρια, (αστ) 2ο πτυχίο Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι.: 150 μόρια, (αζ) άριστη γνώση ξένης γλώσσας της Ε.Ε.: 60 μόρια, (αστ) πολύ καλή γνώση 2ης ξένης γλώσσας: 30 μόρια και (αη) άριστη γνώση 2ης ξένης γλώσσας: 60 μόρια. Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από τα τυπικά εκπαιδευτικά προσόντα δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια. (β) Μοριοδότηση προσόντων εμπειρίας: Τα προσόντα εμπειρίας μοριοδοτούνται με 2 μόρια για κάθε μήνα πραγματικής προϋπηρεσίας στο δημόσιο τομέα, εκτός αυτής που έχει διανυθεί σε θέσεις ευθύνης, η οποία μοριοδοτείται ως εξής:. (βα) 2,5 μόρια για κάθε μήνα προϋπηρεσίας σε θέση προϊσταμένου επιπέδου Τμήματος, (ββ) 3,5 μόρια για κάθε μήνα προϋπηρεσίας σε θέση προϊσταμένου επιπέδου Διεύθυνσης ή Υποδιεύθυνσης (βγ) 6,5 μόρια για κάθε μήνα πραγματικής προϋπηρεσίας σε θέση προϊσταμένου επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης. Η προαναφερθείσα προϋπηρεσία σε θέσεις ευθύνης πρέπει να έχει διανυθεί σε φορείς της Κεντρικής Δημόσιας Διοίκησης και σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Για τη μοριοδότηση εμπειρίας μικρότερης του μηνός, πολλαπλασιάζεται ο αριθμός των ημερών με το 1/30 (ένα τριακοστό) των μορίων ανά μήνα που αναφέρονται παραπάνω. Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από τα προσόντα εμπειρίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια. (γ) Μοριοδότηση κατόπιν δομημένης συνέντευξης. Σκοπός της δομημένης συνέντευξης είναι η Επιτροπή να διαμορφώσει γνώμη για την προσωπικότητα και την καταλληλότητα υποψηφίου για την άσκηση των καθηκόντων της θέσης. Η συνέντευξη μοριοδοτείται, σύμφωνα με πίνακα που καταρτίζει το ΑΣΕΠ. Η συνέντευξη μοριοδοτείται κατ’ ανώτατο όριο με 1.000 μόρια. Η προσωπικότητα λαμβάνει 300 μόρια, η καταλληλότητα για τα καθήκοντα της θέσης 500 μόρια και η επικοινωνιακή ικανότητα 200 μόρια. Η σταθμισμένη μοριοδότηση κάθε ομάδας κριτηρίων προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του συνολικού αριθμού μορίων της ομάδας (α) με συντελεστή 25%, της ομάδας (β) με συντελεστή 35% και της ομάδας (γ) με συντελεστή 40% και εξάγεται με προσέγγιση δύο (2) δεκαδικών ψηφίων.

7.

Για την επιλογή των Υπηρεσιακών Γραμματέων των Υπουργείων, εκδίδεται πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος από το ΑΣΕΠ η οποία δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα opengov.gr, στην ιστοσελίδα του Α.Σ.Ε.Π. και στην ιστοσελίδα του οικείου Υπουργείου τουλάχιστον δύο την ημέρα της τελευταίας εκ των ως άνω δημοσιεύσεων.

8.

Κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να υποβάλει υποψηφιότητα για μέχρι τρεις (3) θέσεις κατ’ ανώτατο όριο. Η αίτηση υποψηφιότητας υπέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης. Η αίτηση συνοδεύεται: (α) από αναλυτικό βιογραφικό σημείωμα, (β) από πιστοποιητικό υπηρεσιακών μεταβολών, στο οποίο, με μέριμνα της υπηρεσίας του αιτούντος, περιλαμβάνεται κάθε απαραίτητη πληροφορία για την εφαρμογή και τον έλεγχο των διατάξεων του παρόντος και (γ) από κάθε άλλο έγγραφο που αναφέρεται στην πρόσκληση. Ο αρμόδιος Υπουργός για θέματα δημόσιας διοίκησης δύναται να καθορίζει με απόφασή του, τον τύπο, τη δομή και το περιεχόμενο των πιστοποιητικών υπηρεσιακών μεταβολών που χορηγούνται με σκοπό την υποβολή αίτησης σε διαδικασία επιλογής Υπηρεσιακού Γραμματέα Υπουργείου. Τα συνοδευτικά έγγραφα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της αίτησης. Στην αίτηση περιλαμβάνεται Πίνακας Καταγραφής Ελάχιστων και Αξιολογούμενων Προσόντων, ο οποίος συμπληρώνεται με ευθύνη του αιτούντος.

9.

Η διαδικασία επιλογής διεξάγεται, ανά θέση, ως εξής: (α) Επιλογή των υποψηφίων που συγκεντρώνουν τα ελάχιστα απαιτούμενα προσόντα. (β) Μοριοδότηση των επιλέξιμων υποψηφίων με βάση τα κριτήρια των περιπτώσεων (α) και (β) της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση μεγάλου αριθμού αιτήσεων, η Επιτροπή δύναται να ελέγξει τα δικαιολογητικά και την εν γένει ακρίβεια των δηλώσεων μόνο των υποψηφίων, που σύμφωνα με τα στοιχεία της αίτησής τους κατατάσσονται στους δώδεκα (12) πρώτους υποψηφίους και στη συνέχεια να προχωρήσει σε έλεγχο περαιτέρω υποψηφιοτήτων, εάν προκύψει τέτοια ανάγκη κατά τον έλεγχο των δώδεκα (12) πρώτων υποψηφιοτήτων. (γ) Σύνταξη και ανάρτηση στην ιστοσελίδα του ΑΣΕΠ Προσωρινών Πινάκων: (αα) αποκλειομένων λόγω έλλειψης των ελάχιστων προσόντων και του αντίστοιχου λόγου ή λόγων αποκλεισμού και (ββ) των επιλέξιμων υποψηφίων και της αντίστοιχης βαθμολογίας τους, με τα ονόματα των αποκλειομένων και των επιλέξιμων υποψηφίων. (δ) Οι υποψήφιοι έχουν αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ημερών προκειμένου να υποβάλουν τυχόν ενστάσεις. (ε) Οι ενστάσεις εκδικάζονται από την Επιτροπή εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών και στη συνέχεια αναρτώνται οι οριστικοί πίνακες αποκλειομένων και επιλέξιμων υποψηφίων με τη βαθμολογία τους. (στ) Στη συνέχεια, η Επιτροπή καλεί σε συνέντευξη τους επτά (7) πρώτους σε βαθμολογία υποψηφίους. Η σχετική ειδοποίηση γίνεται με αποστολή μηνύματος στο κινητό τηλέφωνο που δηλώνει ο υποψήφιος με την αίτησή του, ενώ η Επιτροπή μπορεί επιπρόσθετα να αποφασίσει τη χρήση και άλλων μέσων. Η ειδοποίηση αποστέλλεται τρεις (3) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν την ημέρα της συνέντευξης. Αίτημα υποψηφίου για συνέντευξη σε άλλη ημέρα μπορεί κατ’ εξαίρεση να γίνει δεκτό με αιτιολογημένη απόφαση της Επιτροπής και μόνο εφόσον αφορά σε αποδεικνυόμενο λόγο ανωτέρας βίας. Σε κάθε περίπτωση, αίτημα για δεύτερη αναβολή δεν μπορεί να υποβληθεί. (ζ) Εάν ένας ή περισσότεροι από αυτούς που θα κληθούν σε συνέντευξη παραιτηθούν της υποψηφιότητάς τους ή έχουν επιλεγεί Υπηρεσιακοί Γραμματείς σε άλλο Υπουργείο, η Επιτροπή καλεί σε συνέντευξη επόμενους υποψηφίους. Ο αριθμός των με τον τρόπο αυτό καλούμενων υποψήφιοι δεν μπορεί να υπερβεί τους πέντε (5).

10.

Ο υποψήφιος που κατατάσσεται πρώτος στη βαθμολογία διορίζεται με απόφαση του οικείου Υπουργού η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

11.

Εάν θητεία Υπηρεσιακού Γραμματέα λήξει πρόωρα για οποιονδήποτε λόγο, αναλαμβάνει ο πρώτος επιλαχών για το υπόλοιπο της θητείας. Εάν δε δύναται να αναλάβει ο δεύτερος, αναλαμβάνει ο τρίτος. Εάν πάλι είναι αδύνατη η ανάληψη καθηκόντων από τον τρίτο επιλαχόντα, η θέση καλύπτεται με απόφαση του Υπουργού μεταβατικά, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά προσόντα διορισμού σε αυτήν και εκκινεί η διαδικασία επιλογής εκ νέου.

12.

Κάθε αναγκαία λεπτομέρεια επί της διαδικασίας που δεν ρυθμίζεται με το παρόν, θα καθορίζεται στην πρόσκληση του ΑΣΕΠ.

13.

Για κάθε Υπηρεσιακό Γραμματέα λειτουργεί Γραφείο το οποίο τον επικουρεί στην άσκηση των καθηκόντων του, έχει την επιμέλεια της αλληλογραφίας του και της τήρησης των σχετικών αρχείων και στοιχείων και οργανώνει την επικοινωνία του με τις υπηρεσίες και τους πολίτες. Σε κάθε Γραφείο Υπηρεσιακού Γραμματέα δύνανται να τοποθετούνται με απόφασή του ως και πέντε (5) υπάλληλοι με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου του Υπουργείου στο οποίο ο Υπηρεσιακός Γραμματέας υπηρετεί ή από εποπτευόμενους φορείς του Υπουργείου αυτού, ως άμεσοι συνεργάτες του.

Άρθρο 37

Εξουσία τελικής υπογραφής Υπηρεσιακών Γραμματέων

1.

Στους Υπηρεσιακούς Γραμματείς ανατίθεται, διά του παρόντος, η εξουσία τελικής υπογραφής στις εξής διοικητικές πράξεις αρμοδιότητάς τους: (α) η έγκριση των περιγραμμάτων θέσεων ευθύνης, (β) η έκδοση προκηρύξεων για την κάλυψη θέσεων ευθύνης και η σύμπραξη με τον αρμόδιο για τα θέματα ανθρωπίνου δυναμικού δημόσιας διοίκησης, Γενικό Γραμματέα, στις περιπτώσεις κάλυψης θέσεων επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης, (γ) η συγκρότηση συλλογικών οργάνων και επιτροπών σχετικά με την επιλογή προϊσταμένων διοίκησης και τη διαδικασία κινητικότητας, (δ) η συγκρότηση της Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης του άρθρου 21 του ν. 4369/2016, (ε) οι ατομικές διοικητικές πράξεις που αφορούν σε κάθε ζήτημα μεταβολής της υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων του Υπουργείου ανεξαρτήτως σχέσης εργασίας, (στ) οι ατομικές διοικητικές πράξεις που σχετίζονται με τη διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων οργανικών μονάδων του Υπουργείου, (ζ) οι ατομικές διοικητικές πράξεις που αφορούν στη βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, (η) η συγκρότηση πειθαρχικών και υπηρεσιακών συμβουλίων, (θ) η χορήγηση αδειών στο πάσης φύσης προσωπικό του Υπουργείου, (ι) η έκ απασχόλησή του τις απογευματινές, νυκτερινές ώρες, τις αργίες και τις εξαιρέσιμες ημέρες, (ια) τα έγγραφα που απευθύνονται στα δικαστήρια και αναφέρονται σε ένδικα βοηθήματα και μέσα που έχουν ασκηθεί κατά πράξεων ή παραλείψεων των υπηρεσιών αρμοδιότητάς του, συμπεριλαμβανομένων των απόψεων της Διοίκησης σύμφωνα με το άρθρο 23 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), για τις οργανικές μονάδες που υπάγονται απευθείας σε αυτόν.

2.

Οι Υπηρεσιακοί Γραμματείς αναλαμβάνουν καθήκοντα αποφαινόμενου οργάνου στο πλαίσιο της διενέργειας διαδικασιών ανάθεσης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων του οικείου Υπουργείου, εξαιρουμένων των περιπτώσεων για τις οποίες απόφαση του Υπουργού ορίζει αποφαινόμενο όργανο τον ίδιο ή άλλο όργανο. Σε αυτό το πλαίσιο ανατίθεται, διά του παρόντος, η αρμοδιότητα της τελικής υπογραφής για τις παρακάτω κατηγορίες διοικητικών πράξεων: (α) διακήρυξης διαγωνισμών και πρόσκλησης υποβολής προσφορών, (β) συγκρότησης και ορισμού γνωμοδοτικών οργάνων διενέργειας διαδικασιών ανάθεσης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων, (γ) επικύρωσης των πρακτικών των γνωμοδοτικών οργάνων, (δ) κατακύρωσης, ανάθεσης, σύναψης και τροποποίησης συμβάσεων, (ε) ματαίωσης διαδικασίας, κήρυξης έκπτωτου αναδόχου και μονομερούς λύσης συμβάσεων, και (στ) των λοιπών πράξεων αρμοδιότητας αποφαινόμενου οργάνου.

3.

Οι Υπηρεσιακοί Γραμματείς ορίζονται διατάκτες του προϋπολογισμού των Υπουργείων τους, εξαιρουμένων των δαπανών για τις οποίες απόφαση του Υπουργού ορίζει διατάκτη τον ίδιο. Οι σταθερές, διαρκούς ή περιοδικού χαρακτήρα, δαπάνες του Υπουργείου, δεν δύναται να είναι αντικείμενο αυτής της απόφασης. Η ανακατανομή των πιστώσεων του τακτικού προϋπολογισμού μεταξύ ειδικών φορέων του Υπουργείου και η εν γένει μεταβολή του μεγέθους του προϋπολογισμού του Υπουργείου παραμένουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Υπουργού.

4.

Με διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση των αρμόδιων για τον προϋπολογισμό και τη δημόσια διοίκηση Υπουργών δύνανται να ανατεθούν πρόσθετες αρμοδιότητες τελικής υπογραφής στους Υπηρεσιακούς Γραμματείς. Με απόφαση του Υπηρεσιακού Γραμματέα δύναται να εκχωρηθούν αρμοδιότητες και δικαίωμα τελικής υπογραφής σε διοικητικά όργανα που υπάγονται σε αυτόν.

Άρθρο 38

Υπηρεσίες Συντονισμού Υπουργείων

1.

Σε κάθε Υπουργείο συνιστάται Υπηρεσία Συντονισμού, επιπέδου Διεύθυνσης η οποία υπάγεται απευθείας στον οικείο Υπηρεσιακό Γραμματέα.

2.

Οι Υπηρεσίες Συντονισμού έχουν ως αποστολή τον συντονισμό όλων των υπηρεσιών του οικείου Υπουργείου και των εποπτευόμενων από αυτό φορέων για: (α) τη σύνταξη και παρακολούθηση της εφαρμογής του ετήσιου Σχεδίου Δράσης του Υπουργείου και την επίτευξη των κυβερνητικών στόχων όπως αυτοί τίθενται από το Υπουργικό Συμβούλιο και τα λοιπά συλλογικά κυβερνητικά όργανα, (β) την εφαρμογή των αρχών και εργαλείων της Καλής Νομοθέτησης κατά τη νομοπαρασκευαστική και κανονιστική διαδικασία στα θέματα αρμοδιότητας του Υπουργείου, (γ) την έγκαιρη ανταπόκριση στον κοινοβουλευτικό έλεγχο και την εν γένει καλλιέργεια εποικοδομητικών σχέσεων με τα μέλη και τις υπηρεσίες της Βουλής, (δ) την έγκαιρη ενημέρωση της Προεδρίας της Κυβέρνησης για κάθε ζήτημα που μπορεί να καθυστερήσει την υλοποίηση των κυβερνητικών πολιτικών, (ε) τον σχεδιασμό και την προώθηση καινοτομιών στον σχεδιασμό και την υλοποίηση δημοσίων πολιτικών.

3.

Οι Υπηρεσίες Συντονισμού αποτελούνται από τα παρακάτω Γραφεία, επιπέδου Τμήματος: (α) Γραφείο Συντονισμού Δημοσίων Πολιτικών με τις εξής αρμοδιότητες: (αα) τον συντονισμό όλων των υπηρεσιών του Υπουργείου για τη σύνταξη του ετήσιου Σχεδίου Δράσης και την παρακολούθηση της εφαρμογής του, (ββ) την υποστήριξη της πολιτικής ηγεσίας και των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων του Υπουργείου κατά τη συμμετοχή τους στα αρμόδια κυβερνητικά όργανα ή υπερεθνικούς και διεθνείς οργανισμούς σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου, (γγ) τον ορισμό υπηρεσιακών παραγόντων για τη συμμετοχή σε ομάδες εργασίας ή άλλα συλλογικά όργανα της Προεδρίας της Κυβέρνησης ή άλλων Υπουργείων ή του αυτού Υπουργείου, καθώς και τον ορισμό εκπροσώπων του Υπουργείου σε υπερεθνικούς ή διεθνείς οργανισμούς, συλλογικά όργανα, συνέδρια, φόρουμ, σε συνεργασία με τις κατά περίπτωση αρμόδιες υπηρεσίες, (δδ) τον συντονισμό των υπηρεσιών του Υπουργείου για την έγκαιρη σύνταξη κειμένων με τις προτεραιότητες του φορέα στο πλαίσιο της κατάρτισης της επεξηγηματικής έκθεσης του ΜΠΔΣ και της εισηγητικής έκθεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού, την επικοινωνία αυτών στις αρμόδιες υπηρεσίες του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και την κοινοποίηση στην Προεδρία της Κυβέρνησης, (β) Γραφείο Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων με τις εξής αρμοδιότητες: (αα) τον συντονισμό των υπηρεσιών του Υπουργείου σχετικά με την εφαρμογή των αρχών και εργαλείων της Καλής Νομοθέτησης κατά τη νομοπαρασκευαστική και την κανονιστική διαδικασία, καθώς και την αξιολόγηση των νομοθετικών και κανονιστικών ρυθμίσεων, (ββ) τον συντονισμό των υπηρεσιών για την έγκαιρη και ουσιαστική ανταπόκριση του Υπουργείου στον κοινοβουλευτικό έλεγχο και για τις σχέσεις ευρύτερα του Υπουργείου με τη Βουλή, (γγ) τον συντονισμό όλων των υπηρεσιών του Υπουργείου για τη διενέργεια διαβουλεύσεων επί σχεδίων νόμων ή κανονιστικών διαταγμάτων καθώς και την οργάνωση και υποστήριξη Ομάδων Διαβούλευσης με κοινωνικούς φορείς και εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών για κάθε θέμα αρμοδιότητας του Υπουργείου.

4.

Οι Ομάδες Εργασίας της υποπερίπτωσης (γγ) της περίπτωσης (α) της παραγράφου 3 του παρόντος, ιδίως όταν απαιτούν διϋπηρεσιακό συντονισμό ή κρίνονται ως βαρύνουσας σημασίας, συγκροτούνται με απόφαση του οικείου Υπουργού μετά από εισήγηση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας και τελούν υπό την εποπτεία του τελευ Ομάδες Εργασίας μπορούν να συμμετέχουν, με πλήρη ή μερική απασχόληση, δημόσιοι υπάλληλοι ή και ιδιώτες με σημαντική και αποδεδειγμένη εμπειρία στο ειδικότερο αντικείμενο της Ομάδας Εργασίας. Συντονιστής της Ομάδας Εργασίας μπορεί να ορίζεται Προϊστάμενος Διεύθυνσης ή Τμήματος ή και ιδιώτης, ο οποίος έχει την ευθύνη για τον σχεδιασμό και τις παραδοτέες εργασίες της Ομάδας, τον προγραμματισμό και την οργάνωσή του και την εκτέλεσή του σύμφωνα με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Η αμοιβή των μελών, εφόσον προβλέπεται στην απόφαση συγκρότησης της Ομάδας, καθορίζεται με κοινή απόφαση του αρμόδιου για τον προϋπολογισμό Υπουργού και του οικείου Υπουργού. Για όσο καιρό διαρκούν οι εργασίες της Ομάδας, οι δημόσιοι υπάλληλοι που μετέχουν σε αυτήν δύναται να διατίθενται, με κύρια ή παράλληλα καθήκοντα, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου, στην οικεία Υπηρεσία Συντονισμού. Οι Προϊστάμενοι των υπηρεσιών από τις οποίες διατίθενται οι υπάλληλοι αυτοί, οφείλουν να παρέχουν σε αυτούς κάθε διευκόλυνση για την άσκηση των καθηκόντων τους. Η διάρκεια, τα παραδοτέα και κάθε άλλη λεπτομέρεια που αφορά στη συγκρότηση, οργάνωση και λειτουργία της κάθε Ομάδας Έργου ρυθμίζονται με την απόφαση συγκρότησης της Ομάδας.

5.

Ως Προϊστάμενοι της Υπηρεσίας Συντονισμού και των Γραφείων αυτής, επιλέγονται υπάλληλοι πανεπιστημιακής ή τεχνολογικής εκπαίδευσης σύμφωνα με τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα. Οι Υπηρεσίες Συντονισμού στελεχώνονται κυρίως από υπαλλήλους των κλάδων του άρθρου 104 του παρόντος, καθώς και κατά προτεραιότητα, από αποφοίτους παραγωγικών σχολών του Δημοσίου.

6.

Προς τον σκοπό διασφάλισης της αποτελεσματικότερης λειτουργίας της Υπηρεσίας Συντονισμού, είναι δυνατόν με το προεδρικό διάταγμα του άρθρου 20 να μεταφέρονται σε αυτήν, να συγχωνεύονται ή να καταργούνται υφιστάμενες μονάδες του Υπουργείου. Αρμοδιότητες του άρθρου αυτού οι οποίες μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος ασκούνται από άλλες οργανικές μονάδες, παύουν να ασκούνται πλέον από αυτές και εφεξής ασκούνται από τις οικείες Υπηρεσίες Συντονισμού. Με απόφαση του οικείου Υπουργού που εκδίδεται εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, καθορίζονται οι οργανικές μονάδες του προηγούμενου εδαφίου και ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων αυτών.

Άρθρο 39

Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου

1.

Σε κάθε Υπουργείο συνιστάται Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου, επιπέδου Διεύθυνσης, η οποία υπάγεται απευθείας στον οικείο Υπουργό.

2.

Οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου είναι αρμόδιες για το Υπουργείο και τους εποπτευόμενους από αυτό φορείς, οι οποίοι δεν έχουν δική τους Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου, και έχουν τους ακόλουθους επιχειρησιακούς στόχους: (α) τον έλεγχο των συστημάτων διακυβέρνησης και λειτουργίας και την παροχή διαβεβαίωσης περί της επάρκειας αυτών, με σκοπό την υποστήριξη του Υπουργείου για την επίτευξη των στρατηγικών του στόχων και για τη λήψη μέτρων, όπου απαιτείται, (β) την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών στην ηγεσία του Υπουργείου με στόχο τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου και των διαδικασιών ενδογενούς ελέγχου (internal control), (γ) τη διασφάλιση της ορθής, αποτελεσματικής και ασφαλούς διαχείρισης και χρήσης των πληροφοριακών συστημάτων, (δ) την αξιολόγηση της λειτουργίας, των δραστηριοτήτων και των προγραμμάτων του Υπουργείου βάσει των αρχών της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, (ε) τον εντοπισμό και την άμεση και αποτελεσματική διερεύνηση και εξιχνίαση υποθέσεων παράτυπης συμπεριφοράς, παραβίασης της ακεραιότητας και διαφθοράς, η οποία συντελείται με την εμπλοκή υπαλλήλων του Υπουργείου ή των εποπτευόμενων φορέων, σε ποινικά αδικήματα και πειθαρχικά παραπτώματα.

3.

Οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου διαρθρώνονται σε δύο (2) γραφεία, επιπέδου Τμήματος ως εξής: (α) Γραφείο Σχεδιασμού και Διενέργειας Εσωτερικών Ελέγχων με τις εξής αρμοδιότητες: (αα) την ανάπτυξη και διαρκή βελτίωση της μεθοδολογίας και των εργαλείων του εσωτερικού ελέγχου, σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα, (ββ) τη σύνταξη και αναθεώρηση του Κανονισμού Λειτουργίας του Εσωτερικού Ελέγχου, (γγ) τη σύνταξη και αναθεώρηση Εγχειριδίου Εσωτερικών Ελέγχων, (δδ) την κατάρτιση εξαμηνιαίου, ετήσιου ή μεγαλύτερης διάρκειας προγράμματος εσωτερικών ελέγχων, λαμβανομένων υπόψη των στρατηγικών και επιχειρησιακών προτεραιοτήτων του Υπουργείου, (εε) την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών στο Υπουργείο, για την εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης πολιτικής διαχείρισης των κινδύνων που απειλούν την επίτευξη των στόχων του, (στστ) τη μέριμνα για την εκπαίδευση και την επιμόρφωση των Εσωτερικών Ελεγκτών, (ζζ) τη διενέργεια προγραμματισμένων εσωτερικών ελέγχων στις υπηρεσίες του Υπουργείου και των εποπτευόμενων φορέων αυτού, (ηη) τον έλεγχο επάρκειας του συστήματος εσωτερικού ελέγχου (internal control) του Υπουργείου και την εισήγηση σχετικών βελτιωτικών προτάσεων, (θθ) τον έλεγχο εφαρμογής και συμμόρφωσης με το εξωτερικό και εσωτερικό κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας του Υπουργείου, (ιι) την αξιολόγηση της λειτουργίας του Υπουργείου βάσει της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, (ιαια) την αξιολόγηση των διαδικασιών σχεδιασμού, της εκτέλεσης και της αξιολόγησης των λειτουργιών και των προγραμμάτων του Υπουργείου, (ιβιβ) τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διαδικασιών εκτέλεσης του προϋπολογισμού, διενέργειας των δαπανών και διαχείρισης της περιουσίας του οικείου Υπουργείου, για τον εντοπισμό τυχόν φαινομένων κακοδιοίκησης και κακοδιαχείρισης, κατάχρησης, σπατάλης ή απάτης και την ανάπτυξη δικλίδων για την αποτροπή τους στο μέλλον, (ιγιγ) τον έλεγχο της ορθής, αποτελεσματικής και ασφαλούς διαχείρισης και χρήσης των πληροφοριακών συστημάτων, (ιδιδ) τη διαβεβαίωση περί της ακρίβειας, της αξιοπιστίας και της έγκαιρης προετοιμασίας των χρηματοοικονομικών (και λοιπών) ελέγχων και την παρακολούθηση υλοποίησης του προγράμματος εσωτερικών ελέγχων σύμφωνα με το εγκεκριμένο ελεγκτικό πρόγραμμα του Υπουργείου, (ιζιζ) τη σύνταξη προσωρινών εκθέσεων εσωτερικού ελέγχου και την αποστολή τους στις εμπλεκόμενες υπηρεσίες του Υπουργείου για την επίτευξη συμφωνίας επί των διορθωτικών και βελτιωτικών ενεργειών, (ιηιη) την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών στο Υπουργείο σύμφωνα με τα σχετικά διεθνή πρότυπα και μεθοδολογίες, (ιθιθ) την περιοδική παρακολούθηση, αξιολόγηση και επιβεβαίωση των διορθωτικών ή προληπτικών ενεργειών που πραγματοποιούνται από τις υπηρεσίες του Υπουργείου σε συμμόρφωση με τις προτάσεις του εσωτερικού ελέγχου, μέχρι την οριστική υλοποίησή τους, (κκ) την υποβολή περιοδικής αναφοράς στον Υπουργό, σχετικά με τη συμμόρφωση των υπηρεσιών και την υποβολή σχετικών προτάσεων, (κα) την επεξεργασία των στοιχείων των επί μέρους εκθέσεων εσωτερικού ελέγχου και την κατάρτιση Ετήσιας Έκθεσης, στην οποία καταγράφονται οι δραστηριότητες και τα αποτελέσματα του εσωτερικού ελέγχου, η πρόοδος υλοποίησης των προτάσεων αυτού και οι υπολειμματικοί κίνδυνοι, που εξακολουθούν να απειλούν τις υπηρεσίες του Υπουργείου, λόγω της μη υλοποίησης διορθωτικών ενεργειών, (β) Τμήμα Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών με τις εξής αρμοδιότητες: (αα) τον εντοπισμό και τη διερεύνηση των υποθέσεων παραβίασης της ακεραιότητας και διαφθοράς στις οποίες εμπλέκονται υπάλληλοι του Υπουργείου ή του εποπτευόμενου φορέα, (ββ) τη διενέργεια διοικητικής έρευνας, ένορκης διοικητικής εξέτασης, προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας ή αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν εντολής από το αρμόδιο όργανο ή μετά από αυτόφωρη σύλληψη, είτε βάσει καταγγελιών ή πληροφοριών που έχουν συλλεγεί, επεξεργαστεί και αξιολογηθεί, για τη διερεύνηση ποινικών και πειθαρχικών αδικημάτων, καθώς και την παραπομπή των υπαιτίων στην αρμόδια εισαγγελική αρχή ή τον αρμόδιο πειθαρχικό προϊστάμενο, (γγ) τη διενέργεια των απαιτούμενων διαδικασιών για την πειθαρχική ή/και ποινική δίωξη των υπαλλήλων, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις περί πειθαρχικού δικαίου, του Ποινικού Κώδικα ή άλλων ειδικών ποινικών νόμων, (δδ) τη συλλογή, τη διερεύνηση, την επεξεργασία, τη σύνθεση, την ανάλυση, την αξιολόγηση και την αξιοποίηση των πληροφοριών, καταγγελιών και στοιχείων, που αφορούν στην εμπλοκή υπαλλήλων του Υπουργείου ή του εποπτευόμενου φορέα της Αρχής σε πειθαρχικά και ποινικά αδικήματα, (εε) τη διενέργεια στοχευμένου οικονομικού και διαχειριστικού ελέγχου δημοσίων υπολόγων και δημοσίων διαχειρίσεων, καθώς και τον καταλογισμό των ευθυνομένων, (στστ) την εισήγηση μέτρων για την αντιμετώπιση, την πρόληψη και την καταστολή της διαφθοράς στις υπηρεσίες και τους εποπτευόμενους φορείς του Υπουργείου και (ζζ) την τήρηση αρχείου των υποθέσεων που χειρίζεται το Τμήμα και την εισήγηση στον Προϊστάμενο της Μ.Ε.Ε. για την αρχειοθέτηση των καταγγελιών, που κρίνονται ασαφείς ή ασήμαντες, καθώς και την επανεξέταση παλαιών υποθέσεων για τον εντοπισμό στοιχείων που μπορούν να αξιοποιηθούν προς περαιτέρω έρευνα.

4.

Οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου διενεργούν προγραμματισμένους και έκτακτους εσωτερικούς ελέγχους με εντολή του Υπουργού και βάσει του εγκεκριμένου προγράμματος ελεγκτικών αποστολών.

5.

Τα οριζόμενα στις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 38 ισχύουν αναλόγως και για τις Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου.

Άρθρο 40

Γραφεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας

1.

Σε κάθε Υπουργείο συνιστάται Γραφείο Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, υπαγόμενο απευθείας στον Υπουργό. Στις αρμοδιότητες των Γραφείων αυτών περιλαμβάνονται τα ακόλουθα θέματα: (α) η πληροφόρηση των μέσων ενημέρωσης για τις δραστηριότητες του Υπουργείου και η προβολή του έργου του, (β) η κάλυψη γεγονότων και εκδηλώσεων γενικού ενδιαφέροντος του Υπουργείου, (γ) η παρακολούθηση, επισήμανση και συλλογή ειδήσεων και δημοσιευμάτων, που αφορούν δραστηριότητες του Υπουργείου και η ενημέρωση του Υπουργού, (δ) η παροχή πληροφοριών και διευκολύνσεων στους Έλληνες και ξένους δημοσιογράφους και στους αντιπροσώπους ξένων κρατών σχετικά με το έργο του Υπουργείου και του Υπουργού, (ε) η επιμέλεια οργάνωσης εορταστικών εκδηλώσεων, καθώς και ευαισθητοποίησης και διάχυσης των δημοσίων πολιτικών του Υπουργείου στην κοινωνία, (στ) ο συντονισμός των υπηρεσιών για οποιαδήποτε δημοσίευση του Υπουργείου, (ζ) η εποπτεία του περιεχομένου της ιστοσελίδας και η έγκριση κάθε επικαιροποίησής της, καθώς και η σύνδεση με την κεντρική και με άλλες κυβερνητικές ιστοσελίδες, (η) η οργάνωση εκδηλώσεων του Υπουργείου, η παροχή αιγίδας και η διοικητική οργάνωση συνεντεύξεων της πολιτικής ηγεσίας, (θ) η υποστήριξη για κάθε διαβούλευση του Υπουργείου με κοινωνικούς φορείς και εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, για κάθε θέμα αρμοδιότητας του Υπουργείου, και (ι) η διαχείριση κάθε είδους διαφημιστικής προβολής ή καμπάνιας του Υπουργείου σε συνεργασία με τις αρμόδιες καθ’ ύλην υπηρεσίες.

2.

Τα Γραφεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας στελεχώνονται βάσει των οικείων διατάξεων από υπαλλήλους του Υπουργείου ή των εποπτευόμενων από αυτό δημοσίων φορέων.

3.

Για τη στελέχωση των Γραφείων Επικοινωνίας και Ενημέρωσης συστήνονται σε κάθε Υπουργείο δύο (2) θέσεις δημοσιογράφων, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, στις οποίες προσλαμβάνονται δημοσιογράφοι, είτε μέλη αναγνωρισμένης στην Ελλάδα επαγγελματικής δημοσιογραφικής οργάνωσης είτε οι έχοντες διετή τουλάχιστον προϋπηρεσία σε ημερήσια πολιτική ή οικονομική εφημερίδα ή σε περιοδικό ευρείας κυκλοφορίας ή στη ραδιοφωνία ή στην τηλεόραση, που αποδεικνύεται από την καταβολή των εισφορών τους στον οικείο ασφαλιστικό φορέα με την ιδιότητα του δημοσιογράφου. Στη σύμβαση τίθεται υποχρεωτικά ο όρος ότι αυτή λύεται αυ Στις θέσεις αυτές μπορεί, με κοινή απόφαση του Υπουργού αρμόδιου για θέματα δημόσιας διοίκησης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, να αποσπώνται δημοσιογράφοι της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης. Αναπληρωτές Υπουργοί δύνανται να διορίζουν έναν (1) μετακλητό συνεργάτη ή έναν (1) δημοσιογράφο στα γραφεία του παρόντος άρθρου.

4.

Τα Γραφεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης του Υπουργού συνεργάζονται για κάθε σχετικό θέμα με την Υπηρεσία Συντονισμού του Υπουργείου, καθώς και με τις αρμόδιες καθ’ ύλην υπηρεσίες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΙ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΣ

Άρθρο 41

Γενικοί Γραμματείς

1.

Σε κάθε Γενική Γραμματεία που συνιστάται βάσει του παρόντος νόμου ή βάσει των εξουσιοδοτήσεων του παρόντος νόμου, προΐσταται Γενικός Γραμματέας, ο οποίος είναι μετακλητός υπάλληλος με βαθμό 1ο της κατηγορίας ειδικών θέσεων.

2.

Τα καθήκοντα των Γενικών Γραμματέων είναι τα εξής: (α) επικουρούν τον Πρωθυπουργό, Υπουργό, Αναπληρωτή Υπουργό ή Υφυπουργό κατά τη διαδικασία σχεδιασμού και εφαρμογής των δημόσιων πολιτικών στο πεδίο αρμοδιοτήτων που τους έχει ανατεθεί, (β) προΐστανται αμέσως μετά τον Πρωθυπουργό, Υπουργό, τον Αναπληρωτή Υπουργό και τον Υφυπουργό όλων των υπηρεσιών που αποτελούν τη Γενική Γραμματεία και τις συντονίζουν προς την κατεύθυνση της υλοποίησης των σχεδιαζόμενων κυβερνητικών πολιτικών, της εξυπηρέτησης ή περαιτέρω εξειδίκευσης των στρατηγικών της στόχων και της διαχείρισης ενδεχόμενων κρίσεων ή κινδύνων, (γ) μεριμνούν για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας και προς τον σκοπό αυτό συνεργάζονται με τον Υπηρεσιακό Γραμματέα του Υπουργείου για κάθε θέμα αρμοδιότητας του τελευταίου, (δ) προσυπογράφουν όλα τα έγγραφα που υπογράφονται από τον Πρωθυπουργό, τον Υπουργό, τον Αναπληρωτή Υπουργό ή τον Υφυπουργό, κατά το μέρος της αρμοδιότητάς τους, εφόσον προέρχονται από τις υπαγόμενες σε αυτούς υπηρεσίες, (ε) συμμετέχουν στη διαδικασία σύνταξης του Σχεδίου Δράσης του Υπουργείου καθώς και στην παρακολούθηση της εφαρμογής του κυβερνητικού έργου, κατά το μέρος της αρμοδιότητάς τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των Κεφαλαίων Α΄ και Β΄ του Μέρους Γ΄ του παρόντος, (στ) υλοποιούν τη στοχοθεσία και το πρόγραμμα δράσεων που τους έχει τεθεί βάσει του Συμβολαίου Απόδοσης του άρθρου 43 του παρόντος και (ζ) ασκούν κάθε αρμοδιότητα που μεταβιβάζεται σε αυτούς. Οι Γενικοί Γραμματείς διορίζονται και παύονται με κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ειδικώς οι Γενικοί Γραμματείς της Προεδρίας της Κυβέρνησης διορίζονται και παύονται με απόφαση του Πρωθυπουργού που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 42

Ειδικοί Γραμματείς

1.

Με κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του οικείου Υπουργού, δύναται να συνιστώνται στα Υπουργεία Ειδικές Γραμματείες για τη διαχείριση συγκεκριμένου έργου ιδιαίτερης εθνικής ή κυβερνητικής σημασίας, το οποίο προσδιορίζεται στην απόφαση σύστασής τους. Οι Ειδικές Γραμματείες του προηγούμενου εδαφίου δύνανται να υπάγονται σε μέλος της Κυβέρνησης, Υφυπουργό ή Γενικό Γραμματέα.

2.

Στις Ειδικές Γραμματείες της προηγούμενης παραγράφου προΐστανται Ειδικοί Γραμματείς οι οποίοι είναι μετακλητοί υπάλληλοι με βαθμό 2ο της κατηγορίας ειδικών θέσεων.

3.

Με την απόφαση σύστασης καθορίζονται: (α) η θητεία του Ειδικού Γραμματέα, (β) οι υπηρεσίες που συστήνονται ή μεταφέρονται μαζί με το προσωπικό στην Ειδική Γραμματεία, (γ) η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και εξουσίας τελικής υπογραφής εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο.

4.

Οι Ειδικοί Γραμματείς διορίζονται και παύονται με κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

5.

Ο Ειδικός Γραμματέας: (α) προΐσταται των υπηρεσιών της Ειδικής Γραμματείας, (β) συντονίζει τη λειτουργία της και είναι υπεύθυνος για την ποιότητα του έργου της και την αποδοτικότητά της, (γ) προσυπογράφει όλα τα έγγραφα που προέρχονται από τις υπαγόμενες σε αυτόν υπηρεσίες και υπογράφονται από τον προϊστάμενό του Υπουργό, Αναπληρωτή Υπουργό, Υφυπουργό ή Γενικό Γραμματέα και μπορεί να συμμετέχει χωρίς ψήφο σε οποιοδήποτε Συμβούλιο ή Επιτροπή εκτός από τα Υπηρεσιακά και Πειθαρχικά.

Άρθρο 43

Αξιολόγηση Γενικών και Ειδικών Γραμματέων

1.

Κάθε Γενικός ή Ειδικός Γραμματέας υπογράφει Συμβόλαιο Απόδοσης με τον οικείο Υπουργό το οποίο συμπεριλαμβάνει τους στόχους και τις δράσεις που αναμένονται από αυτόν κατά τη διάρκεια της θητείας του. Το Συμβόλαιο αναρτάται στην ιστοσελίδα της Προεδρίας της Κυβέρνησης και του οικείου Υπουργείου. Ο κάθε Γενικός ή Ειδικός Γραμματέας αξιολογείται σε ετήσια βάση για την επίδοσή του. Σε περίπτωση που ο Γραμματέας δεν επιτύχει ουσιωδώς τη στοχοθεσία με δική του υπαιτιότητα, ο Υπουργός δύναται να εισηγηθεί στον Πρωθυπουργό τη μη συνέχιση της θητείας του και αποφασίζουν από κοινού την άμεση λήξη της θητείας του.

2.

Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Πρωθυπουργού, ρυθμίζεται κάθε θέμα που αφορά στα Συμβόλαια Απόδοσης των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων όπως, ιδίως, ο τύπος, η στοχοθεσία, το χρονοδιάγραμμα ή κάθε άλλο ζήτημα αναγκαίο για την εφαρμογή του άρθρου αυτού. και Ειδικούς Γραμματείς

1.

Ως Γενικοί ή Ειδικοί Γραμματείς τοποθετούνται πρόσωπα τα οποία διαθέτουν κατ’ ελάχιστον: (α) Πτυχίο Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμο αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της αλλοδαπής, (β) πολύ καλή γνώση μιας τουλάχιστον γλώσσας της Ε.Ε., (γ) ισχυρό ιστορικό φορολογικής συμμόρφωσης. Επιτρέπεται η ανάθεση καθηκόντων Γενικών ή Ειδικών Γραμματέων σε δημοσίους υπαλλήλους δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή δημοσίους λειτουργούς, καθώς και σε δικηγόρους με έμμισθη εντολή του δημοσίου τομέα, εφόσον πληρούν τα κριτήρια του προηγούμενου εδαφίου.

2.

Στην περίπτωση διορισμού ή ανάθεσης καθηκόντων της παραγράφου 1, ο χρόνος υπηρεσίας που διανύεται σε θέση μετακλητού Γενικού ή Ειδικού Γραμματέα λογίζεται για όλες τις συνέπειες ως πραγματική δημόσια υπηρεσία. Σε περίπτωση αποχώρησης των ως άνω προσώπων από τις θέσεις τους, επανέρχονται αυτοδίκαια στη θέση που κατείχαν.

3.

Οι Γενικοί Γραμματείς, με απόφασή τους που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύνανται να: (α) μεταβιβάζουν αρμοδιότητες και το δικαίωμα υπογραφής στους προϊσταμένους των υπηρεσιακών μονάδων των οποίων προΐστανται, (β) μπορούν να συστήνουν με απόφασή τους επιτροπές ή ομάδες εργασίας από δημόσιους λειτουργούς και υπαλλήλους, καθώς και ιδιώτες εμπειρογνώμονες για τη μελέτη, συλλογή και επεξεργασία στοιχείων ή εκτέλεση έργου συναφούς με τις αρμοδιότητες των υπηρεσιών των οποίων προΐστανται. Με την απόφαση αυτή μπορεί να καθορίζεται ο χρόνος ολοκλήρωσης της εργασίας ή του έργου. Κατ’ εξαίρεση των προβλεπομένων στο άρθρο 21 του ν. 4354/2015 δύναται να καθορίζεται αμοιβή ή αποζημίωση των επιτροπών ή ομάδων αυτών με κοινή απόφαση του οικείου Γενικού Γραμματέα και του Γενικού Γραμματέα που έχει την αρμοδιότητα της δημοσιονομικής πολιτικής, (γ) αναθέτουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, σε ερευνητικά κέντρα ή επιστημονικά ινστιτούτα τη διενέργεια ερευνών και τη σύνταξη μελετών ή άλλων επιστημονικών εργασιών, που σχετίζονται με το σκοπό και τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας.

4.

Η θητεία των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων λήγει υποχρεωτικώς στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) σε περίπτωση παραίτησης, (β) εάν τεθεί σε διαθεσιμότητα ή αργία ή σε αναστολή άσκησης καθηκόντων ή εάν του επιβληθεί τελεσίδικα οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, μέχρι τη διαγραφή της κατά το άρθρο 145 του ν. 3528/2007 (Α΄26), (γ) εάν καταδικαστεί τελεσίδικα για τα αναφερόμενα στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 3528/ 2007 (Α΄26), όπως ισχύει, αδικήματα, (δ) εάν στερηθεί λόγω καταδίκης τα πολιτικά δικαιώματα και για όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή, (ε) εάν τεθεί υπό στερητική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) ή υπό επικουρική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική), (στ) σε περίπτωση αδυναμίας εκτέλεσης των καθηκόντων του για λόγους υγείας ή αναπηρίας, σωματικής ή πνευματικής, (η) σε περιπτώσεις παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 70 έως 72 του παρόντος νόμου ή (θ) στις περιπτώσεις κατάργησης, συγχώνευσης ή διάσπασης της Γενικής Γραμματείας στην οποία προΐσταται.

5.

Οι διατάξεις των άρθρων 41 έως 44 ισχύουν και για τους Γενικούς ή Ειδικούς Γραμματείς της Προεδρίας της Κυβέρνησης.

6.

Ελλείποντος, απόντος ή κωλυόμενου Γενικού ή Ειδικού Γραμματέα Υπουργείου δύναται, με κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του οικείου Υπουργού, για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες και χωρίς καμία πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση, να ανατίθεται σε Γενικό ή Ειδικό Γραμματέα του ιδίου Υπουργείου η παράλληλη άσκηση των καθηκόντων του Γενικού ή Ειδικού Γραμματέα που ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται. Αναφορικά με τους Γενικούς ή Ειδικούς Γραμματείς της Προεδρίας της Κυβέρνησης, η ανάθεση παράλληλης άσκησης καθηκόντων διενεργείται υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, με απόφαση του Πρωθυπουργού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ, ΥΦΥΠΟΥΡΓΩΝ, ΓΕΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΕΩΝ

Άρθρο 45

Οργάνωση και λειτουργία ιδιαίτερων γραφείων

1.

Για κάθε μέλος της Κυβέρνησης, πλην του Πρωθυπουργού, για κάθε Υφυπουργό, για κάθε Γενικό και Ειδικό Γραμματέα, λειτουργεί ιδιαίτερο γραφείο το οποίο τους επικουρεί στο έργο τους. Τα ιδιαίτερα γραφεία αποτελούν δημόσιες υπηρεσίες που υπάγονται απευθείας σε εκείνον, για την επικουρία του οποίου λειτουργούν.

2.

Η πράξη διορισμού των προσώπων της παραγράφου 1 του παρόντος συνιστά αυτοδικαίως πράξη σύστασης ιδιαίτερου γραφείου και των θέσεων εργασίας, σύμφωνα με τα άρθρα του παρόντος Κεφαλαίου. Τα ιδιαίτερα γραφεία καταργούνται αυτοδικαίως με την παύση των προσώπων τα οποία επικουρούν. Η υπηρεσία του προσωπικού των ιδιαίτερων γραφείων λήγει αυτοδικαίως με την κατά οποιοδήποτε τρόπο λήξη της θητείας του προϊσταμένου μέλους της Κυβέρνησης, Υφυπουργού, Γενικού ή Ειδικού Γραμματέα.

3.

Στις αρμοδιότητες των ιδιαίτερων γραφείων του παρόντος άρθρου ανήκουν μεταξύ άλλων: (α) η μελέτη θεμάτων και η συγκέντρωση των αναγκαίων στοιχείων για την παροχή κατάλληλης ενημέρωσης, (β) η επιμέλεια της αλληλογραφίας, (γ) η τήρηση του προσωπικού πρωτοκόλλου, (δ) η φροντίδα για ό,τι αφορά την επικοινωνία με βουλευτές, πολίτες, εκπροσώπους των κοινωνικών φορέων και δημόσιους γενικά λειτουργούς, καθώς και (ε) η μέριμνα για τη σωστή εκπλήρωση των εθιμοτυπικών υποχρεώσεων.

4.

Σε κάθε ιδιαίτερο γραφείο, πλην των ιδιαίτερων γραφείων Ειδικών Γραμματέων, προΐσταται διευθυντής. Ο διευθυντής του ιδιαίτερου γραφείου κατευθύνει και συ μέριμνας που αφορούν το προσωπικό του ιδιαίτερου γραφείου σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες.

5.

Οι διευθυντές των ιδιαίτερων γραφείων και οι εργαζόμενοι σε αυτά με οποιαδήποτε σχέση εργασίας δεν επιτρέπεται να ασκούν διοίκηση ή διαχείριση των υποθέσεων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες των υπηρεσιών του Υπουργείου ούτε έχουν το χαρακτήρα προϊσταμένης αρχής των υπηρεσιών αυτών.

6.

Οι δαπάνες λειτουργίας των ιδιαίτερων γραφείων βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Υπουργείου, όπου ασκεί τα καθήκοντά του εκείνος τον οποίο επικουρούν ή τον προϋπολογισμό της Προεδρίας της Κυβέρνησης όταν πρόκειται για τα ιδιαίτερα γραφεία των Αντιπροέδρων της Κυβέρνησης, των Υπουργών Επικρατείας, των Υφυπουργών στον Πρωθυπουργό και των Γενικών ή Ειδικών Γραμματέων που υπάγονται σε αυτούς.

Άρθρο 46

Στελέχωση των ιδιαίτερων γραφείων

1.

Τα ιδιαίτερα γραφεία των μελών της Κυβέρνησης, των Υφυπουργών, των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων στελεχώνονται από συνεργάτες.

2.

Ανά ιδιαίτερο γραφείο μέλους της Κυβέρνησης, Υφυπουργού, Γενικού και Ειδικού Γραμματέα προβλέπονται οι εξής θέσεις συνεργατών: (α) έως δεκαοκτώ (18) θέσεις στα γραφεία μελών της Κυβέρνησης, εκ των οποίων έως οκτώ (8) δύνανται να είναι μετακλητοί, (β) έως δώδεκα (12) θέσεις στα γραφεία των Υφυπουργών, εκ των οποίων έως έξι (6) δύνανται να είναι μετακλητοί, (γ) έως οκτώ (8) θέσεις στα γραφεία των Γενικών Γραμματέων, εκ των οποίων τρείς (3) δύνανται να είναι μετακλητοί και (δ) έως τέσσερις (4) θέσεις στα γραφεία των Ειδικών Γραμματέων, εκ των οποίων δύο (2) δύνανται να είναι μετακλητοί. Στα γραφεία των Υπουργών οι θέσεις των μετακλητών της προηγούμενης παραγράφου προσαυξάνονται κατά τον αριθμό των Γενικών Γραμματειών που υφίστανται στο Υπουργείο. Στα γραφεία Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών, ένας εκ των συνεργατών που καλύπτει θέση μετακλητού υπαλλήλου δύναται να είναι δημοσιογράφος.

3.

Οι θέσεις των συνεργατών δύνανται να καλύπτονται από: (α) ιδιώτες μέσω πρόσληψης, οι οποίοι καταλαμβάνουν αποκλειστικά θέσεις μετακλητών, (β) δημοσίους υπαλλήλους ή λειτουργούς με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε φορείς του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101) μέσω απόσπασης ή ανάθεσης καθηκόντων με παράλληλη άσκηση, πλήρη ή μερική, των κύριων καθηκόντων τους, (γ) δικηγόρους με έμμισθη εντολή του Δημοσίου που υπηρετούν στους φορείς της προηγούμενης περίπτωσης μέσω απόσπασης ή ανάθεσης καθηκόντων με παράλληλη άσκηση, πλήρη ή μερική, των κύριων καθηκόντων τους.

4.

Μια εκ των προβλεπόμενων θέσεων συνεργατών των μελών της Κυβέρνησης, Υφυπουργών και Γενικών Γραμματέων είναι θέση του Διευθυντή του ιδιαίτερου γραφείου.

5.

Εάν ο Πρωθυπουργός προΐσταται Υπουργείου διατηρεί το ιδιαίτερο γραφείο που προβλέπεται για τον οικείο Υπουργό.

6.

Ο αριθμός των θέσεων συνεργατών που προβλέπονται στην παράγραφο 2 μπορεί να αυξάνει κατά κατηγορία και γραφείο ανάλογα με τις ανάγκες του κατά περίπτωση μέλους της Κυβέρνησης ή Υφυπουργού, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που εκδίδεται ύστερα από ειδικά αιτιολογημένη πρόταση του αρμόδιου κατά περίπτωση μέλους της Κυβέρνησης ή Υφυπουργού και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την αποχώρηση του μέλους της Κυβέρνησης ή Υφυπουργού, θέσεις του ιδιαίτερου γραφείου του οποίου αυξήθηκαν σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, οι θέσεις αυτές καταργούνται αυτοδικαίως.

7.

Στα ιδιαίτερα γραφεία μελών της Κυβέρνησης επιτρέπεται η ανάθεση καθηκόντων ειδικών συμβούλων για ορισμένο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα αντικείμενα, καθ’ υπέρβαση του οριζόμενου ανώτατου αριθμού συνεργατών οι οποίοι υπηρετούν εθελοντικά και δεν λαμβάνουν μισθό, αποζημίωση ή άλλη οικονομική απολαβή εκτός των οδοιπορικών τους. Οι ειδικοί σύμβουλοι του προηγούμενου εδαφίου είναι διακεκριμένοι επιστήμονες ή εμπειρογνώμονες ειδικού αντικειμένου, υποστηρίζουν στο αντικείμενό τους τα διοικητικά όργανα, τις επιτροπές και τις αρμόδιες υπηρεσίες και προσλαμβάνονται με αντίστοιχες αποφάσεις του οικείου μέλους της Κυβέρνησης που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο αριθμός των υπηρετούντων μετακλητών ειδικών συμβούλων της παρούσας παραγράφου δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους δύο (2) ανά ιδιαίτερο γραφείο.

Άρθρο 47

Διαδικασία στελέχωσης ιδιαίτερων γραφείων

1.

Η πλήρωση των θέσεων των συνεργατών γίνεται, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης: (α) με πράξη πρόσληψης την οποία υπογράφει το αρμόδιο για το διορισμό όργανο και η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, (β) στις περιπτώσεις απόσπασης ή ανάθεσης καθηκόντων, με κοινή απόφαση του Υπουργού υποδοχής και του αρμόδιου Υπουργού προέλευσης.

2.

Με τις ως άνω πράξεις ή αποφάσεις καθορίζονται οι θέσεις που καλύπτουν οι υπάλληλοι, καθώς και το μισθολογικό κλιμάκιο στο οποίο εντάσσονται μαζί με τυχόν επιδόματα θέσης ευθύνης και άλλες παροχές. Προκειμένου για μέλη διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού (Δ.Ε.Π.) Α.Ε.Ι. απαιτείται πάντοτε άδεια της οικείας Συγκλήτου.

3.

Οι αποσπάσεις ή οι αναθέσεις καθηκόντων συνεργατών στα ιδιαίτερα γραφεία γίνεται κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων και χωρίς χρονικό περιορισμό. Η απόσπαση γίνεται σε προσωρινές ομοιόβαθμες θέσεις για όσο χρόνο ο συνεργάτης που αποσπάται προσφέρει τις υπηρεσίες του στο αντίστοιχο ιδιαίτερο γραφείο. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται για κάθε συνέπεια, ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στη θέση που ο αποσπώμενος συνεργάτης κατέχει οργανικά.

4.

Η λήξη της πρόσληψης, της απόσπασης ή και της ιδιαίτερο γραφείο τερματίστηκε.

Άρθρο 48

Ελάχιστα προσόντα και αποδοχές μετακλητών υπαλλήλων

1.

Όσοι καλύπτουν θέσεις συνεργατών των ιδιαίτερων γραφείων του άρθρου 46 του παρόντος με πρόσληψη σε θέσεις μετακλητών πρέπει να πληρούν τα εξής ελάχιστα προσόντα: (α) απολυτήριο Γενικού ή Επαγγελματικού Λυκείου, καθώς και κάθε τίτλου που προβλέπεται ως προσόν διορισμού για υπαλλήλους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο π.δ. 50/2001 (Α΄ 39), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει και (β) καλή γνώση γλώσσας χώρας της Ε.Ε..

2.

Σε κάθε περίπτωση πλήρωσης θέσης συνεργάτη με πρόσληψη σε ιδιαίτερα γραφεία απαιτούνται τα γενικά προσόντα διορισμού που προβλέπονται κάθε φορά για τους δημοσίους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους, εκτός από το ανώτερο όριο ηλικίας για διορισμό. Πρόσληψη, απόσπαση ή ανάθεση καθηκόντων δεν μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω θέσεις, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 6 του άρθρου 46, εφόσον συντρέχουν τα κωλύματα του άρθρου 76 του παρόντος.

3.

Η ύπαρξη των προσόντων και η μη ύπαρξη κωλύματος διορισμού ή απαγόρευσης διορισμού της προηγούμενης παραγράφου στο πρόσωπο του υποψηφίου για το διορισμό βεβαιώνεται με υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986.

4.

Οι αρμόδιες υπηρεσίες για την πρόσληψη των συνεργατών των ως άνω γραφείων έχουν υποχρέωση για τη διενέργεια ελέγχου νομιμότητας όλων των πτυχίων, πιστοποιητικών και λοιπών στοιχείων του προσλαμβανόμενου προσωπικού σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

5.

Οι κάθε είδους αποδοχές και αποζημιώσεις των διευθυντών των ιδιαίτερων γραφείων και των συνεργατών σε αυτά, καθώς και ο τρόπος καταβολής αυτών, καθορίζονται από τις κείμενες περί μισθολογίου διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως ισχύει.

ΜΕΡΟΣ Γ΄

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΕΠΙΤΕΛΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ

Άρθρο 49

Ενοποιημένο Σχέδιο Κυβερνητικής Πολιτικής - Σχέδια Δράσης Υπουργείων

1.

Ο ετήσιος κυβερνητικός προγραμματισμός αποτυπώνεται στο Ενοποιημένο Σχέδιο Κυβερνητικής Πολιτικής (Ε.Σ.Κυ.Π.), το οποίο συντάσσεται από τις Γενικές Γραμματείες Συντονισμού της Προεδρίας της Κυβέρνησης και εγκρίνεται από το τακτικό Υπουργικό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου κάθε έτους.

2.

Το Ε.Σ.Κυ.Π. περιλαμβάνει ως διακριτά παραρτήματα: (α) τον ετήσιο ρυθμιστικό προγραμματισμό της Κυβέρνησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50 του παρόντος, (β) τον ετήσιο προγραμματισμό προσλήψεων στη δημόσια διοίκηση και στην τοπική αυτοδιοίκηση, σύμφωνα με το άρθρο 51 του παρόντος και (γ) βεβαίωση του αρμοδίου Υπουργού για τον προϋπολογισμό σχετικά με τη συμφωνία του Ε.Σ.Κυ.Π με τους στόχους και τις προτεραιότητες του Προϋπολογισμού Γενικής Κυβέρνησης και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής. Το Ε.Σ.Κυ.Π. αποτελεί σύνθεση των επιμέρους Σχεδίων Δράσης των Υπουργείων, τα οποία προετοιμάζονται υπό τον συντονισμό και την επίβλεψη των Υπηρεσιών Συντονισμού των οικείων Υπουργείων.

3.

Τα Σχέδια Δράσης των Υπουργείων αποστέλλονται στις οικείες Γενικές Γραμματείες Συντονισμού της Προεδρίας της Κυβέρνησης και συνοδεύονται υποχρεωτικά από βεβαίωση του αρμοδίου Υπηρεσιακού Γραμματέα Διοίκησης του οικείου Υπουργείου, για τη συμφωνία του Σχεδίου με τον Προϋπολογισμό και το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής του Υπουργείου, καθώς και με το Μνημόνιο Συνεργασίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 70 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παράγραφος 1 του ν. 4484/2017 (Α΄110).

4.

Μετά την έγκρισή τους από το Υπουργικό Συμβούλιο τον Δεκέμβριο κάθε έτους, το Ε.Σ.Κυ.Π. και τα Σχέδια Δράσης των Υπουργείων, αναρτώνται στην κεντρική ιστοσελίδα της Προεδρίας της Κυβέρνησης, καθώς και στις ιστοσελίδες όλων των Υπουργείων και είναι πλήρως προσβάσιμα από όλους τους πολίτες.

5.

Εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου η Προεδρία της Κυβέρνησης συντάσσει και εκδίδει πρότυπο σχέδιο δράσης Υπουργείου και πρότυπο Ε.Σ.Κυ.Π., καθώς και λοιπά απαραίτητα έγγραφα για την ορθή συμπλήρωσή τους.

Άρθρο 50

Ετήσιος ρυθμιστικός προγραμματισμός της Κυβέρνησης

1.

Τα Σχέδια Δράσης των Υπουργείων συμπεριλαμβάνουν τον αριθμό και το αντικείμενο των νομοσχεδίων, προεδρικών διαταγμάτων και κανονιστικών πράξεων που προτίθενται να υποβάλουν στην Προεδρία της Κυβέρνησης, ώστε να εισαχθούν για ψήφιση στη Βουλή ή να υποβληθούν στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή να εκδοθούν κατά το επόμενο έτος.

2.

Η Προεδρία της Κυβέρνησης μπορεί να θέτει ετήσιους στόχους μείωσης ή εξορθολογισμού του ρυθμιστικού όγκου, βάσει των οποίων συντάσσεται ο τελικός ρυθμιστικός προγραμματισμός της Κυβέρνησης.

3.

Επιτρέπεται η υπέρβαση του προγραμματισμένου αριθμού των ως άνω νομοσχεδίων και κανονιστικών πράξεων, εφόσον, σύμφωνα με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, αυτό δικαιολογείται επαρκώς από τις επικρατούσες συνθήκες ή αν πρόκειται για νομοσχέδια με τα οποία γίνεται εναρμόνιση του εθνικού δικαίου με τις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για νομοσχέδια που κυρώνουν πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και διεθνείς συνθήκες ή συμβάσεις, καθώς και για νομοσχέδια που χαρακτηρίζονται από την Κυβέρνηση ως κατεπείγοντα ή που έχουν επείγοντα χαρακτήρα και συζητούνται

4.

Η Προεδρία της Κυβέρνησης συντάσσει ετήσια Έκθεση Ρυθμιστικής Παραγωγής και Αξιολόγησης, την οποία δημοσιεύει τον Δεκέμβριο κάθε έτους και η οποία περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον: (α) τους νόμους, τα προεδρικά διατάγματα και τις κανονιστικές αποφάσεις που η Κυβέρνηση προγραμματίζει να θέσει σε ισχύ εντός του επόμενου εξαμήνου, (β) τις τροποποιήσεις που αυτές οι ρυθμίσεις θα επιφέρουν, (γ) την αξιολόγηση της εφαρμογής νόμων, προεδρικών διαταγμάτων και κανονιστικών πράξεων του προηγούμενου έτους και τις ενέργειες στις οποίες θα προβεί μετά από την αξιολόγηση και (δ) τους κώδικες που θα τεθούν σε ισχύ και τη νομοθεσία που κωδικοποιούν.

Άρθρο 51

Ετήσιος προγραμματισμός ανθρώπινου δυναμικού της δημόσιας διοίκησης

1.

Προσλήψεις του πάσης φύσεως τακτικού και εποχικού προσωπικού φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, όπως εκάστοτε οριοθετείται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, διενεργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος βάσει ετήσιου στρατηγικού προγραμματισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

2.

Φορείς εκτός Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτή εκάστοτε οριοθετείται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, οι οποίοι υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 της ΠΥΣ 33/2006, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων του παρόντος Κεφαλαίου.

3.

Με κοινή απόφαση των αρμόδιων Υπουργών για θέματα δημόσιας διοίκησης και προϋπολογισμού και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, επιτρέπεται η υπαγωγή φορέων της παραγράφου 2, στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου. Σε κάθε περίπτωση, στους φορείς της παραγράφου 2 δεν περιλαμβάνεται η Βουλή των Ελλήνων.

4.

Από 1.1.2020, για την έγκριση οποιουδήποτε αιτήματος πρόσληψης τακτικού προσωπικού από φορείς της Γενικής Κυβέρνησης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16 του ν. 4440/2016, απαιτείται η προηγούμενη ανάρτηση της οικείας κενής θέσης στο Ψηφιακό Οργανόγραμμα του άρθρου αυτού.

5.

Κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση που είναι αντικειμενικά αδύνατον να πληρωθούν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4, είναι δυνατή η έγκριση του αιτήματος από την Επιτροπή της Π.Υ.Σ. 33/2006, όπως ισχύει, μετά από αιτιολογημένη εισήγηση του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού.

6.

Μέχρι το τέλος του μηνός Μαΐου κάθε έτους, τα αρμόδια Υπουργεία καταρτίζουν, με βάση τον πολυετή προγραμματισμό του άρθρου 3 του ν. 4590/2019, καταστάσεις με το τακτικό και εποχικό προσωπικό που αιτούνται να εγκριθεί προς πρόσληψη για το επόμενο έτος, ανά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα, στο πλαίσιο των προσχεδίων δράσης τους. Στις καταστάσεις του προηγούμενου εδαφίου συμπεριλαμβάνεται και το προσωπικό για τους εποπτευόμενους από αυτά φορείς, καθώς και τις οικείες ανεξάρτητες αρχές. Για τους Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού και τους εποπτευόμενους φορείς αυτών (Υποτομέας S1313 του Μητρώου Φορέων Γενικής Κυβέρνησης της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής) συντάσσεται χωριστό ετήσιο αίτημα, το οποίο υποβάλλεται από το αρμόδιο για τους Ο.Τ.Α. Υπουργείο, στο Υπουργείο που είναι αρμόδιο για τα θέματα διαχείρισης ανθρωπίνου δυναμικού του δημοσίου. Τα αιτήματα κάθε Υπουργείου συνοδεύονται από συνοπτική έκθεση που περιλαμβάνει: (α) Τεκμηρίωση αναγκαιότητας, για την πρόσληψη του προσωπικού, βάσει των στρατηγικών προτεραιοτήτων και αναγκών του, βάσει των αναγκών του εκάστοτε πολυετούς σχεδιασμού, (β) τον αριθμό των κενών θέσεων του φορέα, (γ) τον αναγκαίο χρόνο ολοκλήρωσης των προσλήψεων και, επιπλέον, εφόσον πρόκειται για εποχικό προσωπικό, τη χρονική διάρκεια της απασχόλησης, (δ) το ύψος της προκαλούμενης δαπάνης για το έτος πρόσληψης, τον τρόπο κάλυψης αυτής, και, επιπλέον, εφόσον πρόκειται για τακτικό προσωπικό, τη συνολική προκαλούμενη επιβάρυνση για κάθε επόμενο έτος και (ε) τις ανάγκες που καλύπτονται από τη διαδικασία της κινητικότητας.

7.

Το αρμόδιο για θέματα δημόσιας διοίκησης, Υπουργείο σε συνεργασία με το αρμόδιο για θέματα προϋπολογισμού Υπουργείο, λαμβάνοντας υπόψη τα αιτήματα των φορέων, σε συνδυασμό με τις στρατηγικές προτεραιότητες για τη διαχείριση του ανθρωπίνου δυναμικού, διαμορφώνουν τον ετήσιο προγραμματισμό για τις προσλήψεις του επόμενου έτους.

8.

Κατόπιν, το σχέδιο αυτό αποστέλλεται μέχρι το τέλος Ιουλίου στην Προεδρία της Κυβέρνησης ως μέρος του Προσχεδίου Δράσης του Υπουργείου που είναι αρμόδιο για τα θέματα ανθρωπίνου δυναμικού του δημοσίου τομέα και εγκρίνεται από το τακτικό Υπουργικό Συμβούλιο Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο έγκρισης του ενοποιημένου προγράμματος κυβερνητικής πολιτικής.

9.

Κατ’ εξαίρεση, προσλήψεις τακτικού και εποχικού προσωπικού, που δεν έχουν ενταχθεί στον ετήσιο προγραμματισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, εγκρίνονται από την Επιτροπή της Π.Υ.Σ. 33/2006, όπως ισχύει, εφόσον έχουν όλως έκτακτο και κατεπείγοντα χαρακτήρα, υπάρχουν οι διαθέσιμες πιστώσεις και συνοδεύονται από ειδικά αιτιολογημένο αίτημα του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού.

10.

Πρόσληψη έκτακτου προσωπικού για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών, πραγματοποιείται με έγκριση της Επιτροπής της Π.Υ.Σ. 33/2006, όπως ισχύει, έπειτα από ειδικά αιτιολογημένο αίτημα του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού.

Άρθρο 52

Διαδικασία προγραμματισμού κυβερνητικού έργου

1.

Εντός του Μαΐου κάθε έτους αποστέλλονται στις Υπηρεσίες Συντονισμού κάθε Υπουργείου οι βασικές κυβερνητικές προτεραιότητες και στόχοι ανά τομέα πολιτικής και ανά Υπουργείο, όπως αυτοί καθορίζονται στο Υπουργικό Συμβούλιο Προγραμματισμού και Αξιολόγησης Κυβερνητικού Έργου του Απριλίου, καθώς και

2.

Τα Υπουργεία, βάσει των κατευθυντήριων αρχών ξεκινούν τη σύνταξη των Προσχεδίων Δράσης σε παράλληλη διεργασία και συντονισμό με τη σύνταξη άλλων προγραμματικών κειμένων όπως η σύνταξη του προϋπολογισμού και του Μεσοπρόθεσμου Σχεδίου Δημοσιονομικής Πολιτικής.

3.

Τα Προσχέδια Δράσης περιλαμβάνουν: (α) τις στρατηγικές επιλογές, τους άξονες πολιτικής και τις βασικές δράσεις που θα εφαρμόσει το Υπουργείο, στο πλαίσιο των κυβερνητικών προτεραιοτήτων. Οι στόχοι πρέπει να βασίζονται σε δείκτες και να είναι όσο το δυνατόν ποσοτικοποιημένοι, (β) τις συναρμοδιότητες με άλλα Υπουργεία ή φορείς του Δημοσίου και τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να επιτευχθεί ο βέλτιστος συντονισμός και συνεργασία για την επίτευξη των κυβερνητικών στόχων, (γ) τις απαραίτητες νομοθετικές ή κανονιστικές ρυθμίσεις που θα εισαχθούν στο Ελληνικό Κοινοβούλιο προς υλοποίηση των δράσεων και πάντως στο πλαίσιο του ρυθμιστικού προγραμματισμού της Κυβέρνησης. Για κάθε πρόταση πρέπει να υπάρχει πλήρης τεκμηρίωση για την αναγκαιότητα της ρυθμιστικής παρέμβασης σε σχέση με άλλες δράσεις που μπορούν να εφαρμοστούν για την επίτευξη των ίδιων σκοπών.

4.

Τα Προσχέδια Δράσης αποστέλλονται στην Προεδρία της Κυβέρνησης, για την απαραίτητη επεξεργασία, μέχρι τα μέσα Ιουλίου. Κατά την επεξεργασία τους οι υπηρεσίες της Προεδρίας της Κυβέρνησης συνεργάζονται με τις αρμόδιες υπηρεσίες και εξετάζουν τα Προσχέδια Δράσης ως προς τη συμβατότητά τους με το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, καθώς και ως προς τις επικαλύψεις που ενδεχομένως παρουσιάζονται. Επιπλέον, εξετάζονται η συμβατότητα με τις κυβερνητικές κατευθυντήριες γραμμές, καθώς και ζητήματα στοχοθεσίας. Παράλληλα, η Προεδρία της Κυβέρνησης προετοιμάζει το Ενοποιημένο Προσχέδιο Κυβερνητικής Πολιτικής το οποίο θα εισαχθεί προς έγκριση στο Υπουργικό Συμβούλιο Προγραμματισμού και Αξιολόγησης Κυβερνητικού Έργου του Σεπτεμβρίου.

5.

Τυχόν, διαφωνίες επί της σύνταξης των Προσχεδίων Δράσης και του Ενοποιημένου Προσχεδίου Κυβερνητικής Πολιτικής, εισάγονται προς επίλυση στο Υπουργικό Συμβούλιο Προγραμματισμού και Αξιολόγησης Κυβερνητικού Έργου, το οποίο και αποφασίζει.

6.

Τα Προσχέδια Δράσης των Υπουργείων και το Ενοποιημένο Προσχέδιο Κυβερνητικής Πολιτικής εγκρίνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο Προγραμματισμού και Αξιολόγησης Κυβερνητικού Έργου του Σεπτεμβρίου εκάστου έτους.

7.

Με την έγκριση των ως άνω κειμένων και μέχρι τις 15 Οκτωβρίου, η Προεδρία της Κυβέρνησης αποστέλλει τα Προσχέδια Δράσεις στις Υπηρεσίες Συντονισμού των Υπουργείων. Τα Υπουργεία ενσωματώνουν τα σχόλια και τις παρατηρήσεις και αποστέλλουν τα Σχέδια για τη δεύτερη ανάγνωση, η οποία ολοκληρώνεται τη 15η Νοεμβρίου οπότε και τα Σχέδια Δράσης επιστρέφουν για τις τελικές υπογραφές και την υποβολή τους στην Προεδρία της Κυβέρνησης. Η Προεδρία της Κυβέρνησης συντάσσει το Ενοποιημένο Σχέδιο της Κυβερνητικής Πολιτικής το οποίο και εγκρίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο μαζί με τα Σχέδια Δράσης μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου, οπότε και δημοσιοποιούνται.

8.

Εντός του έτους υλοποίησης των Σχεδίων Δράσης των Υπουργείων και του Ενοποιημένου Σχεδίου Κυβερνητικής Πολιτικής είναι δυνατή η έγκριση νέων πολιτικών ή δράσεων, η τροποποίηση ή διόρθωση των υφιστάμενων και η διαγραφή εγκεκριμένων πολιτικών ή δράσεων, εφόσον αυτές εγκριθούν από το Υπουργικό Συμβούλιο ή από τα αρμόδια συλλογικά κυβερνητικά όργανα. Στην περίπτωση αυτή, η Προεδρία της Κυβέρνησης συντάσσει Συμπληρωματικό Έγγραφο Τροποποίησης του Ε.Σ.Κυ.Π. το οποίο επεξηγεί τους λόγους των τροποποιήσεων του προηγούμενου εδαφίου και το οποίο αναρτά στην ιστοσελίδα της Προεδρίας της Κυβέρνησης. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται αναλόγως και για τα Σχέδια Δράσης των Υπουργείων, από τις αρμόδιες Υπηρεσίες Συντονισμού, σε συνεργασία με την Προεδρία της Κυβέρνησης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ

Άρθρο 53

Επίπεδα παρακολούθησης εφαρμογής του κυβερνητικού έργου

1.

Η παρακολούθηση του κυβερνητικού έργου συνίσταται στην κατά μήνα αξιολόγηση σε κεντρικό επίπεδο της υλοποίησης των Σχεδίων Δράσης των Υπουργείων, καθώς και του Ενοποιημένου Σχεδίου Κυβερνητικής Πολιτικής, προκειμένου να επιτευχθούν οι τεθέντες στόχοι.

2.

Η παρακολούθηση πραγματοποιείται σε πολιτικό επίπεδο (α) από το Υπουργικό Συμβούλιο κατά τις τακτικές, μηνιαίες συναντήσεις του, (β) από τα συλλογικά κυβερνητικά όργανα κατά το μέρος των αρμοδιοτήτων που τους έχουν ανατεθεί, καθώς και (γ) από τις Πολιτικές Επιτροπές Παρακολούθησης Δημοσίων Πολιτικών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 55.

3.

Σε διοικητικό επίπεδο τα όργανα της παραγράφου 2 επικουρούνται στο έργο τους από Διυπουργικές Ομάδες Εργασίας τις οποίες συστήνει η Προεδρία της Κυβέρνησης και στις οποίες συμμετέχουν υπηρεσιακοί παράγοντες από τα αρμόδια Υπουργεία, καθώς και στελέχη της Προεδρίας της Κυβέρνησης.

4.

Η διαδικασία παρακολούθησης του κυβερνητικού έργου ξεκινά με τη σύγκληση της Ετήσιας Συνάντησης Γενικών Διευθυντών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54.

Άρθρο 54

Ετήσια Συνάντηση Γενικών Διευθυντών Κεντρικής Δημόσιας Διοίκησης

1.

Τον Ιανουάριο κάθε έτους και αφού έχει εγκριθεί ο ετήσιος προϋπολογισμός και το Ενοποιημένο Σχέδιο Κυβερνητικής Πολιτικής, πραγματοποιείται, με μέριμνα της Προεδρίας της Κυβέρνησης, η ετήσια συνάντηση των Γενικών Διευθυντών της Κεντρικής Δημόσιας Διοίκησης. τα μέλη της Κυβέρνησης, τους Υφυπουργούς και τους Γενικούς και Ειδικούς Γραμματείς. Στην ετήσια συνάντηση παρευρίσκονται και οι Υπηρεσιακοί Γραμματείς των Υπουργείων.

3.

Σκοπός της συνάντησης είναι ο απολογισμός του κυβερνητικού έργου κατά το προηγούμενο έτος και η παρουσίαση των βασικών κατευθυντήριων γραμμών του κυβερνητικού προγραμματισμού του επόμενου έτους, καθώς και του προϋπολογισμού, όπως αυτός ψηφίστηκε από τη Βουλή.

4.

Τα αρμόδια στελέχη της Προεδρίας της Κυβέρνησης παρουσιάζουν τη βασική στοχοθεσία για κάθε Υπουργείο και για κάθε τομέα πολιτικής και αποσαφηνίζουν τις παραμέτρους υλοποίησης του προγράμματος. Ο Υπηρεσιακός Γραμματέας ή ο Γενικός Διευθυντής Οικονομικών Υπηρεσιών του κάθε Υπουργείου παρουσιάζει τις βασικές κατευθύνσεις της εκτέλεσης του προϋπολογισμού του ερχόμενου έτους.

5.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης κάθε Υπηρεσιακός Γραμματέας ή Γενικός Διευθυντής μπορεί να παρουσιάσει λεπτομέρειες του σχεδίου δράσης του Υπουργείου και της στοχοθεσίας του, εφόσον έχει εγγραφεί στην ημερήσια διάταξη της συνάντησης, με μέριμνα της Προεδρίας της Κυβέρνησης.

6.

Με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 55

Πολιτική Επιτροπή Παρακολούθησης Δημοσίων Πολιτικών

1.

Η Πολιτική Επιτροπή Παρακολούθησης Δημοσίων Πολιτικών αποτελεί συλλογικό όργανο στο οποίο συμμετέχουν οι αρμόδιοι Γενικοί και Ειδικοί Γραμματείς και έχει ως βασικές αρμοδιότητες την παρακολούθηση της υλοποίησης του Κυβερνητικού Έργου, την άρση διυπουργικών διαφορών και την προετοιμασία και υποστήριξη των τακτικών συνεδριάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου και των λοιπών συλλογικών κυβερνητικών οργάνων.

2.

Η Πολιτική Επιτροπή Παρακολούθησης Δημοσίων Πολιτικών συγκαλείται τακτικώς μια εβδομάδα πριν τη σύγκληση του Υπουργικού Συμβουλίου σε τακτική συνεδρίαση, μετά από πρόσκληση του αρμόδιου Γενικού Γραμματέα Συντονισμού της Προεδρίας της Κυβέρνησης. Στέλεχος της Προεδρίας της Κυβέρνησης προεδρεύει των συνεδριάσεων και ενημερώνει αρμοδίως τον Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου για κάθε θέμα που πρέπει να γίνει αντικείμενο συζήτησης στο Υπουργικό Συμβούλιο.

3.

Η σύνθεση της Πολιτικής Επιτροπής κατά τις τακτικές της συνεδριάσεις καθορίζεται από το αρμόδιο στέλεχος της Προεδρίας της Κυβέρνησης βάσει της σχεδιαζόμενης ημερήσιας διάταξης του Υπουργικού Συμβουλίου, αλλά και λοιπών θεμάτων για τα οποία πρέπει να επιληφθεί η Πολιτική Επιτροπή κατά την κρίση του. Στις τακτικές συνεδριάσεις μπορούν να συμμετέχουν χωρίς δικαίωμα ψήφου οι επικεφαλής των Υπηρεσιών Συντονισμού, στελέχη της Προεδρίας της Κυβέρνησης που χειρίζονται τα συγκεκριμένα θέματα, καθώς και οι μετακλητοί υπάλληλοι της Προεδρίας της Κυβέρνησης.

4.

Η Πολιτική Επιτροπή μπορεί να συγκληθεί και εκτάκτως μετά από πρόσκληση του αρμοδίου στελέχους της Προεδρίας της Κυβέρνησης, οποιαδήποτε στιγμή αυτό κριθεί απαραίτητο. Η σύνθεση και η ημερήσια διάταξη των έκτακτων συνεδριάσεων καθορίζεται από το αρμόδιο στέλεχος της Προεδρίας της Κυβέρνησης στην πρόσκληση που αποστέλλει.

5.

Στις έκτακτες συνεδριάσεις προεδρεύει στέλεχος που ορίζεται από τον Πρωθυπουργό ή από όποιον ασκεί την αρμοδιότητα αυτή με απόφαση του Πρωθυπουργού και μπορούν να συμμετέχουν χωρίς δικαίωμα ψήφου οι επικεφαλής των Υπηρεσιών Συντονισμού, στελέχη της Προεδρίας της Κυβέρνησης που χειρίζονται τα συγκεκριμένα θέματα, καθώς και σύμβουλοι ή συνεργάτες του Πρωθυπουργού.

6.

Διυπουργικές διαφωνίες σε ζητήματα συναρμοδιότητας επιλύονται στην Πολιτική Επιτροπή. Εάν η διαφωνία είναι εξαιρετικά σοβαρή και δεν μπορεί να επιλυθεί στο επίπεδο αυτό, ο Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου την εισάγει στο Υπουργικό Συμβούλιο για οριστική επίλυση, μετά από σχετική εισήγηση του στελέχους που προεδρεύει της Επιτροπής.

7.

Γραμματειακή υποστήριξη και τήρηση πρακτικών στις συνεδριάσεις της Πολιτικής Επιτροπής, ασκεί η Προεδρία της Κυβέρνησης.

8.

Στις συνεδριάσεις της Πολιτικής Επιτροπής μπορούν να προσκαλούνται χωρίς δικαίωμα ψήφου, στελέχη της δημόσιας διοίκησης, εμπειρογνώμονες και όποιος άλλος κρίνεται απαραίτητος για την αποτελεσματική λειτουργία των συγκεκριμένων οργάνων.

Άρθρο 56

Αξιολόγηση αποτελεσμάτων εφαρμογής ρυθμίσεων

1.

Μετά την πάροδο τριών (3) ετών και πάντως πριν από την παρέλευση πενταετίας από τη θέση του νόμου σε ισχύ, αξιολογείται η ρύθμιση με βάση τα δεδομένα που ανακύπτουν από την εφαρμογή της. Κατά την αξιολόγηση αποτιμώνται το κόστος που απαίτησε η εφαρμογή της ρύθμισης, οι επιπτώσεις ή παρεπόμενες συνέπειες που προέκυψαν από αυτήν, το όφελος και τα εν γένει θετικά αποτελέσματα που προήλθαν από την εφαρμογή της, καθώς και τα πορίσματα της νομολογίας.

2.

Η διαδικασία αξιολόγησης εκκινεί από την Προεδρία της Κυβέρνησης, η οποία για τον λόγο αυτόν στέλνει σχετικό έγγραφο στην Υπηρεσία Συντονισμού του οικείου Υπουργείου.

3.

Η Υπηρεσία Συντονισμού, διαβιβάζει το σχετικό έγγραφο στις καθ’ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες προκειμένου οι τελευταίες να προβούν στην αξιολόγηση της ρύθμισης και να διατυπώσουν προτάσεις βελτίωσης, τροποποίησης ή αναθεώρησης των διατάξεων που κρίνονται αναγκαίες αφού προηγουμένως απευθυνθούν, εφόσον κριθεί απαραίτητο, στους καθ’ ύλην αρμόδιους κοινωνικούς εταίρους, σε πανεπιστημιακά ή ερευνητικά ιδρύματα, επιστημονικούς φορείς, καθώς και στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Αξιολόγηση μπορεί να

4.

Η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων εφαρμογής της ρύθμισης, η πρόταση νέας ρύθμισης με την ένταξη σε αυτήν των τροποποιούμενων διατάξεων και η ανάλυση συνεπειών των νέων διατάξεων υποβάλλονται προς εκτίμηση και διατύπωση παρατηρήσεων στην Προεδρία της Κυβέρνησης. Στο Ενοποιημένο Σχέδιο Κυβερνητικής Πολιτικής κάθε έτους περιλαμβάνεται κατάλογος των ρυθμίσεων, οι οποίες αξιολογούνται κατά το επόμενο έτος, καθώς και χρονοδιάγραμμα της αξιολόγησής τους.

5.

Κάθε σχέδιο νόμου, κανονιστικό διάταγμα ή υπουργική απόφαση βαρύνουσας σημασίας δύναται να ενσωματώνει ρήτρα αυτοδίκαιης κατάργησης μετά από ορισμένο χρόνο από τη θέση σε ισχύ των διατάξεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΝΟΜΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΝΟΜΟΘΕΤΗΣΗ

Άρθρο 57

Ορισμοί

1.

Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου: (α) Ρύθμιση είναι κάθε νομοσχέδιο, προσθήκη ή τροπολογία και κάθε πράξη ή απόφαση, η οποία περιέχει γενικούς και απρόσωπους κανόνες δικαίου. (β) Καλή Νομοθέτηση είναι η πολιτική διαμόρφωσης αρχών και μέσων για τη βελτίωση της ποιότητας των ρυθμίσεων και των διαδικασιών παραγωγής τους. (γ) Ρυθμιστική διακυβέρνηση είναι ο ρυθμιστικός προγραμματισμός και η τήρηση των αρχών Καλής Νομοθέτησης κατά τη σύνταξη, θέσπιση και εφαρμογή των ρυθμίσεων, καθώς και η λήψη μέτρων πολιτικής για την προώθησή τους. (δ) Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης είναι το έγγραφο στο οποίο αποτυπώνεται η αναγκαιότητα της ρύθμισης, καθώς και το σύνολο των οικονομικών, κοινωνικών και άλλων συνεπειών.

2.

Αρμόδια υπηρεσία για τον αποτελεσματικό συντονισμό και εφαρμογή της ρυθμιστικής διακυβέρνησης είναι η Γενική Γραμματεία Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων με την επιφύλαξη ειδικής διάταξης.

Άρθρο 58

Αρχές Καλής Νομοθέτησης

1.

Η ποιότητα των ρυθμίσεων διασφαλίζεται με την τήρηση των αρχών καλής νομοθέτησης, όπως είναι ιδίως: (α) η αναλογικότητα (καταλληλότητα, αναγκαιότητα, εύλογη σχέση μέσου και σκοπού), (β) η απλότητα και η σαφήνεια του περιεχομένου των ρυθμίσεων, (γ) η αποφυγή αντιφατικών ρυθμίσεων ή ρυθμίσεων που αποκλίνουν από τη γενική πολιτική, (δ) η αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα της ρύθμισης, (ε) η διαφάνεια μέσω της προσβασιμότητας στις ρυθμίσεις και της δυνατότητας υποβολής προτάσεων σχετικών με αυτές, κατά το στάδιο της κατάρτισης και της αξιολόγησης της εφαρμογής τους (ανοιχτή διαδικασία), (στ) η επικουρικότητα και λογοδοσία μέσω του σαφούς προσδιορισμού των αρμόδιων οργάνων εφαρμογής των ρυθμίσεων, (ζ) η ασφάλεια δικαίου, (η) η ισότητα των φύλων, (θ) η δημοκρατική νομιμοποίηση.

2.

Οι αρχές της καλής νομοθέτησης εφαρμόζονται: (α) κατά την κατάρτιση σχεδίων και προτάσεων νόμων, καθώς και κανονιστικών πράξεων, (β) κατά την αξιολόγηση των νόμων και των κανονιστικών πράξεων, (γ) κατά την απλούστευση, την αναμόρφωση και την κωδικοποίηση των ρυθμίσεων.

3.

Κατά την ενσαμάτωση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ελληνική έννομη τάξη, τα όργανα ενσωμάτωσης μεριμνούν για: (α) την έγκαιρη εναρμόνιση, (β) την τήρηση των αρχών καλής νομοθέτησης και των ειδικών κανόνων σύνταξης του άρθρου 59.

Άρθρο 59

Ειδικοί κανόνες σύνταξης νομοσχεδίων

1.

Εξουσιοδοτικές διατάξεις, κατά το μέρος και με τον τρόπο που επιτρέπονται από το ισχύον Σύνταγμα, θεσπίζονται μόνο εάν ο σκοπός της εξουσιοδότησης δεν μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση υφιστάμενων εξουσιοδοτήσεων. Εφόσον το νομοσχέδιο προβλέπει την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων ή άλλων κανονιστικών πράξεων μέσα σε αποκλειστική προθεσμία και η Προεδρία της Κυβέρνησης το κρίνει αναγκαίο, δεν εισάγεται στο Υπουργικό Συμβούλιο για συζήτηση, αν δεν συνοδεύεται από τα προσχέδια αυτών των πράξεων και από χρονοδιάγραμμα εφαρμογής.

2.

Οι διατάξεις που ρυθμίζουν θέματα που προκύπτουν από τη μεταβολή της νομοθεσίας (μεταβατικές διατάξεις) τίθενται σε αυτοτελές άρθρο. Οι μεταβατικές διατάξεις δεν επιτρέπεται να τίθενται στο ίδιο άρθρο με τις διατάξεις του νομοσχεδίου που έχουν πάγιο χαρακτήρα.

3.

Σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής, κατά την οποία αντικαθίστανται, τροποποιούνται, προστίθενται ή παρεμβάλλονται άρθρα, παράγραφοι, λέξεις ή καταργούνται ισχύουσες διατάξεις, αναφέρεται ολόκληρο το άρθρο ή Κεφάλαιο, όπως διαμορφώνεται τελικά. Επίσης, δεν επιτρέπονται: (α) η αόριστη παραπομπή σε άλλες διατάξεις, οι οποίες πρέπει να αναφέρονται ρητά και συγκεκριμένα και (β) οι παρεκκλίσεις από πάγιες ή πρόσφατες διατάξεις χωρίς αποχρώντα λόγο.

4.

Σε περίπτωση συνολικής ρύθμισης ενός θέματος, διατυπώνεται το σύνολο των σχετικών διατάξεων και οι καταργούμενες διατάξεις αναφέρονται ρητά σε αυτοτελές άρθρο, στο τέλος του νομοσχεδίου.

5.

Εντός πέντε (5) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου η Γενική Γραμματεία Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων συντάσσει Εγχειρίδιο Νομοπαρασκευαστικής Μεθοδολογίας, το οποίο εγκρίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της και στο οποίο περιλαμβάνονται όλες οι αναγκαίες διαδικασίες για την τήρηση των αρχών του παρόντος Κεφαλαίου. Κανένα σχέδιο νόμου, προεδρικό διάταγμα ή άλλη κανονιστική πράξη δεν υποβάλλεται στην Προεδρία της Κυβέρνησης εάν δεν ικανοποιεί τα κριτήρια του Εγχειριδίου.

Άρθρο 60

Έναρξη ισχύος ρυθμίσεων

1.

Η έναρξη ισχύος των ρυθμίσεων πρέπει να καταχωρίζεται πάντοτε σε ιδιαίτερο άρθρο. Αν για ορισμένες διατάξεις ορίζεται διαφορετικά σε σχέση με τις λοιπές διατάξεις χρόνος έναρξης της ισχύος τους, αυτό πρέπει

2.

Σε κάθε περίπτωση, κάθε ρύθμιση που επιβαρύνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την επιχειρηματική δραστηριότητα τίθεται σε ισχύ είτε την πρώτη Ιανουαρίου είτε την πρώτη Ιουλίου εκάστου έτους. Ο καθορισμός της έναρξης ισχύος κάθε ρύθμισης του προηγούμενου εδαφίου πρέπει πάντως να διασφαλίζει τον απαραίτητο χρόνο προσαρμογής στις νέες ρυθμίσεις, ο οποίος δεν μπορεί να είναι λιγότερος από δύο (2) μήνες.

3.

Από τις ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου επιτρέπεται εξαίρεση κατά την κρίση της Γενικής Γραμματείας Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων, στις περιπτώσεις: (α) ρυθμίσεων, η άμεση ισχύς των οποίων επιβάλλεται για την αντιμετώπιση εξαιρετικά επειγουσών αναγκών, (β) ρυθμίσεων οι οποίες ενσωματώνουν στην ελληνική έννομη τάξη ευρωπαϊκές ή διεθνείς υποχρεώσεις. Η συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω εξαιρετικών περιπτώσεων πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς.

Άρθρο 61

Διαβούλευση

1.

Η διαβούλευση επιτυγχάνεται με τη δημοσιοποίηση, με πρόσφορα μέσα, της σχεδιαζόμενης ρύθμισης, με σκοπό την έγκαιρη ενημέρωση και συμμετοχή σε αυτήν κάθε ενδιαφερομένου. Υπόχρεη για την κίνηση της διαδικασίας διαβούλευσης είναι η Προεδρία της Κυβέρνησης, σε συνεργασία με την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου που έχει τη νομοθετική πρωτοβουλία.

2.

Η διαβούλευση επί των νομοσχεδίων γίνεται και μέσω του δικτυακού τόπου www.opengov.gr και διαρκεί δύο (2) εβδομάδες. Κατά τη φάση της διαβούλευσης αναρτάται στον δικτυακό τόπο προσχέδιο των διατάξεων του νομοσχεδίου καθώς και μία προκαταρκτική Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης και παρέχεται η δυνατότητα κατ’ άρθρον σχολιασμού.

3.

Η διαβούλευση μπορεί να συντμηθεί μέχρι μία (1) εβδομάδα ή να επιμηκυνθεί για μία (1) ακόμη εβδομάδα, με εισήγηση του οικείου Υπουργού και έγκριση της Προεδρίας της Κυβέρνησης, για επαρκώς τεκμηριωμένους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στην έκθεση επί της δημόσιας διαβούλευσης που συνοδεύει τη ρύθμιση.

4.

Η Υπηρεσία Συντονισμού του οικείου Υπουργείου συντάσσει έκθεση επί της δημόσιας διαβούλευσης, στην οποία παρουσιάζονται ομαδοποιημένα τα σχόλια και οι προτάσεις όσων έλαβαν μέρος στη διαβούλευση και τεκμηριώνεται η ενσωμάτωσή τους ή μη στις τελικές διατάξεις. Η έκθεση εντάσσεται στην τελική Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης του άρθρου 62 του παρόντος και συνοδεύει τη ρύθμιση κατά την κατάθεσή της στη Βουλή, αναρτάται στον δικτυακό τόπο στον οποίον έλαβε χώρα η διαβούλευση και αποστέλλεται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις από τις οποίες προήλθαν τα σχόλια.

Άρθρο 62

Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης

1.

Κάθε σχέδιο νόμου, προσθήκη ή τροπολογία, καθώς και κανονιστική απόφαση μείζονος οικονομικής ή κοινωνικής σημασίας, συνοδεύεται από Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης (εφεξής Ανάλυση).

2.

Η Ανάλυση συμπεριλαμβάνει τις εξής ενότητες: (α) την αιτιολογική έκθεση του άρθρου 74 παράγραφος 1 του Συντάγματος, η οποία πρέπει ιδιαιτέρως να συμπεριλαμβάνει τον εντοπισμό και οριοθέτηση του προβλήματος που η ρύθμιση επιδιώκει να επιλύσει, τη διατύπωση συγκεκριμένων σαφών και χρονικά οριοθετημένων και κατά το δυνατόν μετρήσιμων, στόχων που επιδιώκονται με τη ρύθμιση και τους λόγους για τους οποίους δεν είναι δυνατή η επίτευξή τους χωρίς την ύπαρξη αυτής, (β) την έκθεση του άρθρου 75 παράγραφοι 1 και 2 του Συντάγματος από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, η οποία προσδιορίζει τη δημοσιονομική επίπτωση επί του Προϋπολογισμού Γενικής Κυβέρνησης από τις διατάξεις της ρύθμισης, κατόπιν αξιολόγησης της εισήγησης του οικείου Προϊσταμένου Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου, με βάση το άρθρο 24 παράγραφος 5 του ν. 4270/2014 όπως ισχύει, (γ) την ειδική έκθεση του άρθρου 75 παράγραφος 3 του Συντάγματος στην περίπτωση νομοσχεδίων που συνεπάγονται δαπάνη ή ελάττωση εσόδων, (δ) την έκθεση γενικών συνεπειών στην οποία αναλύονται οι συνέπειες της ρύθμισης, δηλαδή οφέλη, κόστος και κίνδυνοι, στις εξής θεματικές: (αα) θεσμοί, δημόσια διοίκηση και διαφάνεια, (ββ) αγορά, οικονομία και ανταγωνισμός, (γγ) κοινωνία και κοινωνικές ομάδες, (δδ) φυσικό, αστικό και πολιτιστικό περιβάλλον, (εε) νησιωτικότητα, (ε) την έκθεση διαβούλευσης, η οποία παρουσιάζει τη διαδικασία και τα αποτελέσματα της διαβούλευσης κατά τον σχεδιασμό της ρύθμισης, (στ) την έκθεση νομιμότητας, η οποία εστιάζει στη συνταγματικότητα των διατάξεων και τη συμφωνία τους με το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο και με τις ευρωπαϊκές και διεθνείς συνθήκες, (ζ) τον πίνακα τροποποιούμενων ή καταργούμενων διατάξεων και (η) την έκθεση εφαρμογής της ρύθμισης, η οποία συμπεριλαμβάνει τον σαφή προσδιορισμό των οργάνων της διοίκησης που είναι αρμόδια για την εφαρμογή της ρύθμισης, καθώς και το χρονοδιάγραμμα έκδοσης των προβλεπόμενων κανονιστικών πράξεων.

3.

Όλα τα απαραίτητα δεδομένα που αφορούν και τεκμηριώνουν την προτεινόμενη ρύθμιση, ιδίως στατιστικά, οικονομικά, περιβαλλοντικά και χωρικά πρέπει να παρέχονται σε ανοιχτή και επεξεργάσιμη μορφή.

4.

Η Ανάλυση ενσωματώνει όλες τις γνώμες και τα πορίσματα των αρμοδίων υπηρεσιών και ανεξάρτητων αρχών στην έκθεση γενικών συνεπειών της περίπτωσης (δ) της παραγράφου 2, οι οποίες έχουν ζητηθεί, είτε από το επισπεύδον Υπουργείο είτε από την Προεδρία της Κυβέρνησης.

5.

Εντός πέντε (5) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος η Γενική Γραμματεία Νομικών και Κοινοβουλευτικών θεμάτων συντάσσει και δημοσιεύει υπόδειγμα Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης, καθώς και εγχειρίδιο για την ορθή συμπλήρωσή της, τα οποία διανέμει σε όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Άρθρο 63

Νομοπαρασκευαστική διαδικασία Σχεδίων Νόμων και Κανονιστικών Πράξεων

1.

Η νομοπαρασκευαστική διαδικασία ξεκινά με πρω νόμου και προκαταρκτική ανάλυση συνεπειών ρύθμισης η οποία συμπεριλαμβάνει τα στοιχεία του άρθρου 62 που κρίνει αναγκαία ή (β) τις κατευθυντήριες γραμμές του σχεδίου νόμου μαζί με όποιο στοιχείο θεωρεί αναγκαίο να συμπεριληφθεί στην Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης.

2.

Κάθε σχέδιο νόμου ή κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο υποβάλλονται στην Υπηρεσία Συντονισμού του οικείου Υπουργείου προκειμένου να τα αποστείλει στη Γενική Γραμματεία Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων, για να εκκινήσει η νομοπαρασκευαστική διαδικασία. Στην ως άνω Υπηρεσία υποβάλλεται και κάθε κανονιστική πράξη προκειμένου όσες από αυτές έχουν μείζονα οικονομική ή κοινωνική σημασία, σύμφωνα με την κρίση της Υπηρεσίας Συντονισμού, να υποβληθούν στην ως άνω Γενική Γραμματεία.

3.

Η Προεδρία της Κυβέρνησης, συστήνει νομοπαρασκευαστική Επιτροπή, στην οποία συμμετέχουν στελέχη του αρμόδιου Υπουργείου και στελέχη της Προεδρίας της Κυβέρνησης. Στη νομοπαρασκευαστική Επιτροπή μπορούν να συμμετέχουν και σύμβουλοι ή συνεργάτες του αρμόδιου Υπουργού ή Υπουργών με συναρμοδιότητα, ιδιώτες – εμπειρογνώμονες, καθώς και μέλη Δ.Ε.Π. ή μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) με εξειδίκευση πάνω στο αντικείμενο της ρύθμισης.

4.

Η νομοπαρασκευαστική Επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: (α) συντάσσει το τελικό σχέδιο νόμου, σύμφωνα με τις αρχές της Καλής Νομοθέτησης και τις κατευθυντήριες οδηγίες του αρμόδιου Υπουργείου, (β) διενεργεί αξιολόγηση του προσχεδίου νόμου και της προκαταρκτικής Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης, ιδιαιτέρως σε ό,τι αφορά τη συμφωνία τους με την ευρύτερη κυβερνητική πολιτική και τους τιθέμενους από την Κυβέρνηση στόχους, την τήρηση της συνταγματικότητας, νομιμότητας και την τήρηση των νομοτεχνικών κανόνων, καθώς και την ορθή και πλήρη συμπλήρωση της προκαταρκτικής ανάλυσης.

5.

Σε περίπτωση που η νομοπαρασκευαστική Επιτροπή θεωρήσει χρήσιμη ή απαραίτητη τη συμμετοχή ή τη γνωμοδότηση αρμοδίων υπηρεσιών του Δημοσίου για θέματα που σχετίζονται με τα αντικείμενα των ρυθμίσεων δύναται να καλέσει στελέχη από τις υπηρεσίες αυτές σε ακρόαση ή να αποστείλει το κείμενο του σχεδίου νόμου σε αυτές, προκειμένου να διατυπώσουν τις απόψεις τους. Οι απόψεις των υπηρεσιών αυτών οφείλουν να αποτυπώνονται στην Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης.

6.

Όταν ολοκληρωθούν η σύνταξη του σχεδίου νόμου και η Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης, αναρτώνται στον ιστότοπο opengov.gr για να πραγματοποιηθεί η τελική διαβούλευση σύμφωνα με το άρθρο 61 του παρόντος.

7.

Εντός μίας (1) εβδομάδας από το πέρας της διαβούλευσης της παραγράφου 6, η αρμόδια νομοπαρασκευαστική επιτροπή ετοιμάζει το τελικό σχέδιο νόμου και την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης με ενσωματωμένα τα συμπεράσματα της διαβούλευσης και τα παραδίδει στον Γενικό Γραμματέα Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων.

8.

Ο Γενικός Γραμματέας Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων υποβάλλει στην Επιτροπή Αξιολόγησης Ποιότητας της Νομοπαρασκευαστικής Διαδικασίας τα κείμενα, για αξιολόγηση. Εφόσον, το σχέδιο νόμου και η Ανάλυση πληρούν όλα τα κριτήρια του παρόντος, η Επιτροπή Αξιολόγησης Ποιότητας της Νομοπαρασκευαστικής Διαδικασίας γνωμοδοτεί θετικά. Στην περίπτωση αυτή και μετά από την υπογραφή των συναρμόδιων Υπουργών, το σχέδιο νόμου και η Ανάλυση κατατίθενται στη Βουλή, με μέριμνα του Γενικού Γραμματέα Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων. Σε αντίθετη περίπτωση, η Επιτροπή επιστρέφει το σχέδιο νόμου και την Ανάλυση στη Γενική Γραμματεία Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων, η οποία οφείλει να ενσωματώσει τις παρατηρήσεις του πρακτικού της Επιτροπής εντός τριών (3) ημερών, προκειμένου να υπογραφεί από τους συναρμόδιους Υπουργούς και να κατατεθεί στη Βουλή. Το πρακτικό υπογράφεται από όλα τα μέλη της Επιτροπής τα οποία πλειοψήφησαν, ενώ σημειώνονται και οι διαφωνίες της μειοψηφίας.

9.

Η διαδικασία των παραγράφων 1 έως 8 δεν εφαρμόζεται, όταν πρόκειται για επείγοντα ή κατεπείγοντα νομοσχέδια, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 109 και 110 του Κανονισμού της Βουλής, καθώς και για τις περιπτώσεις των νομοσχεδίων που ψηφίζονται χωρίς ή με περιορισμένη συζήτηση κατά το άρθρο 108 του

Άρθρο 64

Επιτροπή Αξιολόγησης Ποιότητας της Νομοπαρασκευαστικής Διαδικασίας

1.

Συστήνεται Επιτροπή Αξιολόγησης Ποιότητας της Νομοπαρασκευαστικής Διαδικασίας, ως ανεξάρτητο, διεπιστημονικό, γνωμοδοτικό όργανο.

2.

Η Επιτροπή αξιολογεί και γνωμοδοτεί προς τον Γενικό Γραμματέα Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων, σχετικά με την εφαρμογή και τήρηση των αρχών της Καλής Νομοθέτησης στα σχέδια νόμων, υπουργικών τροπολογιών, πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, κανονιστικών διαταγμάτων, πριν από την αποστολή τους στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κανονιστικών υπουργικών αποφάσεων καθώς και των Αναλύσεων Συνεπειών Ρύθμισης, που παραπέμπονται σε αυτήν από τον Γενικό Γραμματέα Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων.

3.

Ειδικότερα, στο πλαίσιο της παραπάνω αξιολόγησης η Επιτροπή: (α) διερευνά τη συνταγματικότητα των προτεινόμενων ρυθμίσεων και τη συμβατότητά τους με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το διεθνές δίκαιο, ιδιαίτερα δε, με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), όπου αυτό απαιτείται, (β) ελέγχει την πληρότητα των υπό επεξεργασία ρυθμιστικών κειμένων, ιδίως αναφορικά με τις καταργούμενες ή τροποποιούμενες διατάξεις, εξετάζοντας παράλληλα τα συνοδευτικά τους έγγραφα, (γ) εξετάζει ζητήματα επικαλύψεων και συγκρούσεων των διατάξεων των υπό επεξεργασία ρυθμιστικών κει ό,τι αφορά τις ποσοτικές και ποιοτικές τους διαστάσεις και τη ρεαλιστική αποτύπωση των μεγεθών, ποσοτικών ή ποιοτικών, που συμπεριλαμβάνονται σε αυτές.

4.

Η Επιτροπή αποτελείται από Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο, καθώς και εννέα (9) τακτικά μέλη, τα οποία είναι επιστήμονες εγνωσμένου κύρους και απολαμβάνουν ιδιαίτερης αναγνώρισης από την επιστημονική και επαγγελματική κοινότητα.

5.

Ως Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζεται επίτιμος δικαστικός λειτουργός ή σύμβουλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή μέλος ΔΕΠ Νομικών Σχολών των Α.Ε.Ι. της Χώρας. Ως Αντιπρόεδρος, ορίζεται οικονομολόγος εγνωσμένου κύρους ή μέλος ΔΕΠ Οικονομικών Σχολών των Α.Ε.Ι. της Χώρας. Ο Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος της Επιτροπής διορίζονται μετά από απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής με πλειοψηφία τριών πέμπτων (3/5) του όλου αριθμού των βουλευτών που λαμβάνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού της Βουλής.

6.

Τα τακτικά μέλη της Επιτροπής ορίζονται ως εξής: (α) δύο (2) νομικοί επιστήμονες και δύο (2) οικονομολόγοι επιλέγονται από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο αντιστοίχως, (β) από έναν (1) νομικό επιστήμονα και έναν (1) οικονομολόγο, ορίζουν αντίστοιχα ο Γενικός Γραμματέας Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων και οι Γενικοί Γραμματείς Συντονισμού από κοινού και (γ) ο Γενικός Γραμματέας Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων ή στέλεχος της ίδιας Γενικής Γραμματείας, το οποίο ορίζεται από τον Γενικό Γραμματέα.

7.

Η Επιτροπή στις συνεδριάσεις της μπορεί να καλεί επιστήμονες διεθνούς και εγνωσμένου κύρους, προκειμένου να γνωμοδοτήσουν επί θεμάτων στα οποία επιβάλλεται εξειδικευμένη επιστημονική γνωμοδότηση.

8.

Με απόφαση του Πρωθυπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διορίζονται τα μέλη της Επιτροπής και με όμοια απόφαση ρυθμίζεται κάθε άλλο θέμα σχετικό με την οργάνωση και λειτουργία της Επιτροπής. Ο καθορισμός της αποζημίωσης των μελών της Επιτροπής ορίζεται με απόφαση του αρμοδίου για θέματα προϋπολογισμού Υπουργού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΔΙΚΑΙΟΥ

Άρθρο 65

Κωδικοποίηση νομοθεσίας και αναμόρφωση δικαίου

1.

Κατά την κωδικοποίηση λαμβάνει χώρα, κατά περίπτωση: (α) αναδιάρθρωση διατάξεων, (β) απαλοιφή των διατάξεων που έχουν καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά, καθώς και των μεταβατικών διατάξεων που δεν έχουν πεδίο εφαρμογής πλέον, (γ) αναδιατύπωση των κειμένων σε εύληπτη γλώσσα, (δ) προσαρμογή των διατάξεων που καθορίζουν αρμοδιότητες διοικητικών και άλλων οργάνων προς το ισχύον οργανωτικό σχήμα των κεντρικών και αποκεντρωμένων κρατικών υπηρεσιών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων του Δημόσιου Τομέα (νομοθετική κωδικοποίηση).

2.

Η κωδικοποίηση μπορεί να πάρει και τη μορφή συγκέντρωσης στο κωδικοποιητικό κείμενο όλων των ισχυουσών διατάξεων, νομοθετικού ή κανονιστικού χαρακτήρα, χωρίς όμως ένταξη των κωδικοποιημένων διατάξεων σε ενιαίο κείμενο και χωρίς κατάργησή τους (διοικητική κωδικοποίηση).

3.

Η αναμόρφωση αποσκοπεί στην επικαιροποίηση και αποκάθαρση της υφιστάμενης νομοθεσίας, κατά τρόπο ώστε οι εναπομένοντες κανόνες να είναι ορθοί, λειτουργικοί και εύληπτοι. Στην αναμόρφωση περιλαμβάνεται, κατά περίπτωση, η απλοποίηση, κατάργηση παρωχημένων διατάξεων και ένταξη σε ενιαίο κείμενο των νόμων, κανονιστικών διαταγμάτων και αποφάσεων, καθώς και η μετά την ένταξη κατάργησή τους ως αυτοτελών διατάξεων.

Άρθρο 66

Κεντρική Επιτροπή Κωδικοποίησης

1.

Στην Προεδρία της Κυβέρνησης συστήνεται η Κεντρική Επιτροπή Κωδικοποίησης (Κ.Ε.Κ.). Η Κ.Ε.Κ. αποτελείται από δεκατρία (13) μέλη τα οποία δύνανται να είναι συνταξιούχοι δικαστές, νομικοί σύμβουλοι και πάρεδροι του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, μέλη του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και δικηγόροι, εν ενεργεία ή μη.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)