Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 155/2000
Από 1ης Νοεμβρίου 1950 παύουν να καταβάλλονται και οι συντάξεις που ανα?γνωρίσθηκαν σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 6 του Ν. 2769/1922 και την παρ. 4 του άρθρου 6 του Ν. Δ/τος της 23ης Νοεμβρίου 1925, όπως αυτά τροποποιήθη?καν και συμπληρώθηκαν μεταγενέστερα, σε έλληνες πολίτες που έπαθαν από γε?γονός του πολέμου, στις οικογένειές τους σε περίπτωση θανάτου τους καθώς και στις οικογένειες αυτών που πέθαναν σύμφωνα με τους ίδιους όρους: Οι συντάξεις αυτές μετατρέπονται σε βοηθήματα σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού και του προη?γούμενου άρθρου. ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Α Ρ Θ Ρ Ο 83 Συμπλήρωση ηλικίας - Επανεξέταση εξαιτίας επιδείνωσης της υγείας του αναπήρου.
Η συμπλήρωση του 14ου έτους της ηλικίας των Ελλήνων πολιτών που έπαθαν με τις προϋποθέσεις του άρθρου 79, για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης θε?ωρείται ότι έγινε την 31η Δεκεμβρίου του έτους κατά το οποίο συμπληρώνεται το 14ο έτος της ηλικίας αυτών, εκτός αν από ληξιαρχική πράξη γέννησης που συντάχθηκε εμπρόθεσμα προκύπτει η ακριβής χρονολογία γέννησης, οπότε η χρονολο?γία αυτή λαμβάνεται υπόψη για την εξέταση του δικαιώματος σε σύνταξη.
Όπου σύμφωνα με τα παραπάνω το δικαίωμα βοηθήματος εξαρτάται από ορι?σμένη ηλικία, αυτή λογίζεται ότι συμπληρώθηκε την 31η Δεκεμβρίου του έτους κα?τά το οποίο συμπληρώνεται με βάση εγγραφή που υπάρχει, αν πρόκειται για άν?δρες στα οικεία μητρώα αρρένων, και αν πρόκειται για γυναίκες στα οικεία δημο?τολόγια, εκτός αν από ληξιαρχική πράξη γέννησης που συντάχθηκε εμπρόθεσμα προκύπτει η ακριβής χρονολογία γέννησης, οπότε λαμβάνεται υπόψη αυτή.
Οι ανάπηροι του άμαχου πληθυσμού, οι οποίοι συνταξιοδοτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 77 ως 80 του Κώδικα αυτού, εφόσον επικαλούνται επι?δείνωση της κατάστασης της υγείας τους, που οφείλεται στην εξέλιξη της πάθησης για την οποία συνταξιοδοτήθηκαν, δικαιούνται με αίτησή τους να επανεξετασθούν μία φορά από την Ανώτατη Στρατού Υγειονομική Επιτροπή (ΑΣΥΕ).
Η Α.Σ.Υ.Ε. αποφαίνεται με αιτιολογημένη γνωμάτευσή της για την επιδείνωση ή όχι της υγείας του αναπήρου που επανεξετάζεται, για τα αίτια που προκάλεσαν την επιδείνωση αυτή, για το ποσοστό ανικανότητας κατά το χρόνο της επανεξέτα?σής του και για το αν η επιδείνωση είναι συνέπεια του παθήματος για το οποίο συ?νταξιοδοτείται.
Η σύνταξη του αναπήρου κανονίζεται με βάση το νέο ποσοστό ανικανότητας που καθορίζεται μετά από την επανεξέταση είτε αυτό είναι μεγαλύτερο είτε είναι μι?κρότερο. Σε περίπτωση που καθορισθεί ποσοστό ανικανότητας που δεν παρέχει δι?καίωμα σύνταξης, η καταβολή της σύνταξης διακόπτεται.
Άρθρο 3 Α.Ν. 1512/ 50, όπως
αντικ. με το άρθρο 6 παρ. 8 του Ν. 1976/91
Άρθρο 12 Α.Ν. 1512/50
Άρθρο 25 Ν. 1694/87 Άρθρο
10 παρ. 1 Α.Ν.835/48 σε συνδ. με τα άρθρα 1 και 4 Α.Ν. 1512/50
Άρθρο 25 παρ. 2 Ν. 1694/87
Άρθρο 25 παρ. 2 Ν. 1694/87
Άρθρο 25 παρ. 2 Ν. 1694/87
Όπου στις προηγούμενες διατάξεις γίνεται λόγος για απορία αυτή πρέπει να εί?ναι πλήρης και κρίνεται από το αρμόδιο για τις συντάξεις συνταξιοδοτικό ή δικαιο?δοτικό όργανο. Α Ρ Θ Ρ Ο 85 Αναγνώριση δικαιώματος. Η αναγνώριση του δικαιώματος γίνεται με αίτηση του ενδιαφερομένου , η οποία υποβάλλεται μαζί με τα δικαιολογητικά που ορίζονται για κάθε μία περίπτωση στο άρθρο 87, στην αστυνομική αρχή του τόπου μόνιμης κατοικίας του αιτούντος. Α Ρ Θ Ρ Ο 86 Διαδικασία απόδειξης παθήματος. Για την απόδειξη των περιστάσεων του παθήματος των παραπάνω τηρείται η διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 63 αυτού του Κώδικα. Α Ρ Θ Ρ Ο 87 Δικαιολογητικά που πρέπει να υποβληθούν.
Για την αναγνώριση του παραπάνω δικαιώματος σύνταξης ή βοηθήματος απαιτούνται τα παρακάτω δικαιολογητικά:
- α) Αν πρόκειται το δικαιούχο:
- αα) αίτηση αυτού στην οποία πρέπει να περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια οι
περιστάσεις κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το πάθημα.
- ββ) ληξιαρχική πράξη γέννησης και
- γγ) πιστοποιητικό κοινοτικής ή δημοτικής αρχής για την εγγραφή του στα μη?τρώα αρρένων.
- β) Αν πρόκειται για οικογένεια:
- αα) αίτηση του ενδιαφερομένου στην οποία πρέπει να αναφέρονται με κάθε λε?πτομέρεια οι περιστάσεις του παθήματος, καθώς και να αναγράφεται με κάθε λε?πτομέρεια η κινητή ή ακίνητη περιουσία που κατέχει ο αιτών καθώς και το τυχόν βιο?ποριστικό επάγγελμα που ασκεί ο ίδιος.
- ββ) πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης αυτού που πέθανε το οποίο εκδίδε?ται από την οικεία δημοτική ή κοινοτική αρχή στο οποίο να φαίνονται: 1) ο αύξων
αριθμός μητρώου και το έτος γέννησης αυτού που πέθανε καθώς και αν αυτός ήταν έγγαμος ή άγαμος, 2) όλα τα πρόσωπα της οικογένειάς του που άφησε στη ζωή, κα?θώς και την προσωπική κατάσταση καθενός απ~ αυτά (έγγαμα, άγαμα), 3) το έτος γέννησης καθώς και ο αύξων αριθμός εγγραφής τους στα μητρώα αρρένων ή του δημοτολογίου αν πρόκειται για γυναίκες, 4) το επάγγελμα και η περιουσιακή τους κατάσταση, αν δηλαδή οι αιτούντες έχουν στην κατοχή τους κινητή ή ακίνητη περι?ουσία (σπίτι, κτήματα, ελαιώνες, δάση, οπωροφόρα δέντρα, λιβάδια, κοπάδια κ.λπ.). Σε περίπτωση κατά την οποία ο αιτών δεν ασκεί επάγγελμα πρέπει να σημειώ?νεται αν αυτός είναι ικανός για εργασία ή ανίκανος γι~ αυτή εξαιτίας σωματικής ή πνευματικής βλάβης και ποιάς. Αν δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία το πιο πάνω πι?στοποιητικό πρέπει να εκδίδεται με βάση βεβαίωση του Εφημερίου της Ενορίας των αιτούντων. Αν ο αιτών δε διαμένει στην περιφέρεια του τόπου της καταγωγής του απαιτείται η υποβολή πιστοποιητικού της δημοτικής ή κοινοτικής αρχής των τό?πων της καταγωγής και της κατοικίας του. Και αν μεν το παραπάνω πιστοποιητικό εκδοθεί από κοινοτικές αρχές πρέπει να προσυπογράφεται από τον Εφημέριο της κατοικίας του αιτούντος και την αρμόδια αστυνομική αρχή για την αλήθεια του πε?ριεχομένου του πιστοποιητικού αυτού σχετικά με την περιουσιακή κατάσταση και την ικανότητα ή όχι για εργασία του ενδιαφερόμενου, εφόσον δε εκδοθεί από δη?μοτικές αρχές, η περιουσιακή κατάσταση και η ικανότητα ή όχι για εργασία του αι?τούντος θα βεβαιώνεται στο πιστοποιητικό με βάση βεβαίωση του Εφημερίου και όμοια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, και αντίγραφα αυτών των βεβαιώσεων θα επισυνάπτονται στο πιστοποιητικό που θα εκδοθεί.
- γγ) Πιστοποιητικό του υποθηκοφύλακα της περιφέρειας του τόπου της μόνιμης
κατοικίας του δικαιούχου, στο οποίο να φαίνεται αν αυτός έχει ή όχι στην κατοχή του ακίνητη περιουσία. Αν ο αιτών δε διαμένει στην περιφέρεια του τόπου της κα?ταγωγής του, απαιτείται η υποβολή πιστοποιητικού του υποθηκοφύλακα των τό?πων της μόνιμης κατοικίας και της καταγωγής του.
Άρθρο 4 εδαφ. τελευτ. Α.Ν.
1512/ 50
Άρθρο 7 παρ. 2 Α.Ν. 1512/50
Έχει ληφθεί από τις έναντι του άρθρου 63 του Κώδικα δια?τάξεις
Άρθρο 16 παρ. 1 Α.Ν. 1512/50
και αριθ. 287441/ 30.10. 50 απόφ. Υπ. Οικ.
Ψευδείς ισχυρισμοί του αιτούντος, που αναφέρονται στα περιστατικά του πα?θήματος ή στην περιουσιακή του κατάσταση έχουν ως συνέπεια εκτός από την επι?στροφή της συντάξεως ή βοηθήματος που έχει ληφθεί και την ποινή φυλάκισης μέχρι 2 ετών.
Σε περίπτωση υποβολής αίτησης από τρίτο πρόσωπο εφαρμόζονται οι διατά?ξεις του άρθρου 58.
ΤΜΗΜΑ ΣΤ~
ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α~
ΠΟΣΟ ΣΥΝΤΑΞΗΣ Α Ρ Θ Ρ Ο 88 Υπολογισμός σύνταξης ανάπηρων οπλιτών.
Η βασική μηνιαία πολεμική σύνταξη ανικανότητας που αναγνωρίζεται στους ανάπηρους πολέμου οπλίτες, των οποίων η σύνταξη δεν κανονίζεται με βάση το μι?σθό ενεργείας, είναι ίση με το 1,2% του μηνιαίου βασικού μισθού του λοχαγού, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά ανά εκατοστό ανικανότητας.
Για τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης των βαριά αναπήρων στους οποί?ους αναφέρεται το άρθρο 129, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου αυτού.
Η σύνταξη των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 27 κανονίζεται με βάση το βαθμό που τελικά τους έχει απονεμηθεί. Α Ρ Θ Ρ Ο 89 Υπολογισμός σύνταξης οικογενειών οπλιτών. Με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 10, η σύνταξη των οικογενειών των οπλιτών που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου ορίζεται μετά το θάνατό τους στο μισό της σύνταξης που ανήκει σ~ αυτόν που πέθανε. Η σύνταξη αυτή προσαυξάνεται για κάθε τέκνο που έχει δικαίωμα σύ?νταξης, κατά το ποσό που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 95 για το βαθμό ανθυπασπιστή.
Άρθρο 16 παρ. 2, Α.Ν.
1512/50 Διευκρινιστική διάταξη Άρθρα 2 Α.Ν. 2650/40, 2 Α.Ν. 2734/40, 1 παρ. 2 Ν.Δ. 1260/42, 2 Α.Ν. 1939/51, 6 ΠΥΣ 188/60, κυρωθ. δι~ Άρθρ. 37 ν.δ. 4242/ 62, 9 Α.Ν.377/68, Ν.Δ. 80/69, Ν.Δ. 416/70, Ν.Δ.829/71, Ν.Δ.1317/72, Ν.Δ. 132/73, Ν.Δ.278/74, Ν.Δ.67/74, Ν.32/75, Ν.290/76, Ν.550/77 Ν.787/78, Ν.1202/ 81, όπως αντικ. με το Άρθρ. 1 του Ν. 1859/89, με το άρθ. 2 παρ. 1 του Ν. 2592/98 και με το Άρθρ. 3 παρ. 3 του Ν. 2703/99 Διευκρινιστική διάταξη από την 64/ 62 ΠΥΣ, όπως κυρώθηκε με το Άρθρ. 37 Ν.Δ.4242/ 62 Άρθρ. 6 παρ. 1 εδάφ. τρίτο Ν. 36/46 Άρθρα 2 παρ. 2 Α.Ν. 2650/1940, 2 παραγρ. 2 Α.Ν. 1939/1951 και 7 παρ. 2 ΠΥΣ 188/60, που κυρώθηκε με το Άρθρ. 37 Ν.Δ. 4242/62, Άρθρ. 9 Α.Ν. 377/68, όπως τα ποσά δια?μορφ. μεταγενέστερα με τα Ν.Δ. 80/69, Ν.Δ. 416/70, Ν.Δ.829/71, Ν.Δ.1317/72, Ν.Δ. 132/73, Ν.Δ.278/74, Ν.Δ. 67/74, Ν. 32/75, Ν.290/76, Ν.550/77, Ν.787/ 1978, Ν.1202/81, όπως αντικ. με το Άρθρ. 2 παρ. 1 του Ν. 1859/89
Η βασική μηνιαία πολεμική σύνταξη, που αναγνωρίζεται στις οικογένειες των έγγαμων οπλιτών που σκοτώθηκαν ή εξαφανίσθηκαν ή πέθαναν από τραύματα ή νόσο απότοκο των κακουχιών του πολέμου, ορίζεται στο ποσό που αναλογεί σε ανάπηρο οπλίτη που φέρει ανικανότητα 30% σύμφωνα με το άρθρο 88.
Αν μαζί με τη χήρα σύζυγο συντρέχουν και τέκνα που δικαιούνται σύνταξη, η σύνταξη αυτή προσαυξάνεται για κάθε τέκνο κατά το ποσό που ορίζεται στην πα?ράγραφο 2 του άρθρου 85 για το βαθμό του ανθυπασπιστή. Αν πρόκειται για συ?νταξιοδότηση μόνο τέκνων, προστίθεται στη σύνταξη που καθορίζεται παραπάνω, την οποία λαμβάνει το πρώτο τέκνο, η ίδια προσαύξηση για καθένα από τα άλλα τέ?κνα που δικαιούνται σύνταξη. Α Ρ Θ Ρ Ο 91 Οικογένειες άγαμων οπλιτών που σκοτώθηκαν.
Η βασική μηνιαία πολεμική σύνταξη, που αναγνωρίζεται στις οικογένειες των άγαμων οπλιτών που σκοτώθηκαν ή εξαφανίσθηκαν ή πέθαναν από τραύματα ή νό?σο που προήλθε από τις κακουχίες του πολέμου, ορίζεται στο ποσό που αναλογεί σε ανάπηρο οπλίτη που φέρει ανικανότητα 30%, σύμφωνα με το άρθρο 88.
Αν κατά την 1η Ιουλίου 1952,
- α) ο πατέρας είχε συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του,
- β) η μητέρα που δικαιούται σύνταξη είχε συμπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας
της, οι δε άγαμες αδελφές ή αδελφοί ήταν κατά τον ίδιο χρόνο ανήλικοι ή ενήλικοι αλλά ανίκανοι για εργασία και σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει ενήλικος αδελφός ικανός για εργασία, η σύνταξη ορίζεται στο ποσό της προηγούμενης παραγράφου και προσαυξάνεται για κάθε αδελφό ή αδελφή που δικαιούται σύνταξη κατά το πο?σό που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 95 για το βαθμό του ανθυπασπιστή.
Η σύνταξη της μητέρας και των αδελφών ανήκει η μισή στην μητέρα , η άλλη μισή στις αδελφές και στους αδελφούς σε ίσα μερίδια με δυνατότητα να ζητηθεί η καταβολή της σύνταξης αυτής χωριστά. Αν κάποιο από τα αδέλφια παντρευτεί ή πεθάνει ή αν κάποιο από τα αγόρια ενη?λικιωθεί, το μερίδιό του προσαυξάνει το μερίδιο της μητέρας και των άλλων αδελ?φών.
Όταν δεν υπάρχει μητέρα ή αυτή έχει πεθάνει η σύνταξη ανήκει ολόκληρη στις αδελφές και στους αδελφούς.
Σε περίπτωση που δικαιούνται σύνταξη και οι δύο γονείς, η σύνταξη μοιράζε?ται μεταξύ τους σε ίσα μερίδια. Άρθρα 1 Α.Ν.2650/ 40 Ν.Δ. 1260/42, Α.Ν. 2734/40, Ν. 5/43, Α.Ν. 1939/51, 6 ΠΥΣ 188/60, που κυρώθηκε με το Άρθρ. 37 Ν.Δ.4242/ 62, 8 Α.Ν. 377/68, όπως τα ποσά διεμορφώθ. με τα Ν.Δ. 80/69, 416/70, 829/71, 1317/72, 132/73, 278/74, 67/74, νόμων 32/ 75, 290/76, 550/77, 787/78, Ν.1202/81, όπως αντικ. με το αρ. 2 παρ. 2 του Ν. 1859/89 Άρθρα 1 Α.Ν.2650/ 40, Ν.Δ. 1260/42, Α.Ν. 1939/51, 6 ΠΥΣ 188/60, που κυρώθ. με το Άρθρ. 37 Ν.Δ. 4242/62, 8 Α.Ν. 377/68, όπως διαμορφ. με τ~ ανω- τέρω νομοθετήματα και αντικ. με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 1859/89 Άρθρα 1 Α.Ν.2650/ 40, Ν.Δ. 1260/42, Α.Ν.1939/51, 6 ΠΥΣ 188/60, που κυρώθ. με τα Άρθρ. 37 Ν.Δ. 4242/62, 8 Α.Ν. 377/68, όπως τα ποσά διαμορφ. με τα Ν.Δ. 80/69, 416/ 70, 829/71,1317/72, 132/73, 287/74, 67/64, τους νόμους 32/75, 290/76, 550/ 77, 787/78, Ν.1202/ 81, και αντικατ. με το αρ. 2 Παρ. 3 του Ν. 1859/89 Άρθρον 1 Ν.Δ. 2200/52, 6 ΠΥΣ 188/60, που κυρώθ. με το Άρθρ. 37 Ν.Δ. 4242/62, 8 Α.Ν.377/ 68 κ.λπ. όπως στην Παρ. 1, όπως αντικατ. με το αρ. 2 Παρ. 3 του Ν.1859/ 89 Άρθρ. 56 παρ. Β.Δ. 31.10.35 σε συνδ. με τα Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 56 παρ. 3 Β.Δ. 31.10.35 σε συνδ. με τα Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 Παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 56 παρ. 4 Β.Δ. 31.10.35 σε συνδ.με τα Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 παρ.1 Α.Ν. 1854/51 και κοινοτικοί άρχοντες, εκκλησιαστικοί λειτουργοί, υπάλληλοι Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ και σιδηροδρομικοί
Ο συντάξιμος μισθός με βάση τον οποίο υπολογίζεται η σύνταξη των αξιωμα?τικών και ανθυπασπιστών γενικά που δεν έχουν υπαχθεί στις ειδικές πολεμικές κα?ταστάσεις, των τακτικών δημόσιων υπαλλήλων και του βοηθητικού προσωπικού, των δημοτικών και κοινοτικών αρχόντων και των εκκλησιαστικών λειτουργών και όσων εξομοιώνονται με αυτούς, των τακτικών σιδηροδρομικών υπαλλήλων, των τα?κτικών υπαλλήλων ΝΠΔΔ και ΟΓΑ ορίζεται ως εξής:
- α) για όσους έχουν υποστεί μείωση της ικανότητας για εργασία μέχρι 45%, στα
80% του κάθε φορά μηνιαίου βασικού μισθού ενεργείας του βαθμού, του οποίου τη σύνταξη δικαιώθηκαν.
- β) για όσους έχουν υποστεί μείωση της ικανότητας για εργασία 50% - 65%, στα
90% του παραπάνω βασικού μισθού.
- γ) για όσους έχουν υποστεί μείωση της ικανότητας για εργασία 70% - 80% στο
100% του παραπάνω βασικού μισθού.
- δ) για όσους έχουν υποστεί μείωση της ικανότητας για εργασία 85%-90%, στα
110% του παραπάνω βασικού μισθού.
- ε) για όσους έχουν υποστεί μείωση της ικανότητας για εργασία 95%, στα 120%
του παραπάνω βασικού μισθού.
- στ) για όσους έχουν υποστεί μείωση της ικανότητας για εργασία 100% στα 150%
του παραπάνω βασικού μισθού με εφαρμογή και των διατάξεων του άρθρου 129, όποτε συντρέχει περίπτωση. Η προσαύξηση της σύνταξης των παραπάνω για επίδομα χρόνου υπηρεσίας, υπολογίζεται στο βασικό μισθό του βαθμού του οποίου τη σύνταξη δικαιώθηκαν.
Η σύνταξη των αξιωματικών και των ανθυπασπιστών ορίζεται:
- α) για όσους είναι ανίκανοι για τη στρατιωτική υπηρεσία, στο σύνολο του συντά?ξιμου μισθού τους.
- β) για όσους έχουν αναπηρία 25% και άνω, στα 2/3 του συντάξιμου μισθού τους.
- γ) για τους υπόλοιπους στο 1/2 του συντάξιμου μισθού τους.
Βοηθητικοί υπολοχαγοί του Ν. 2588/21, όπως αυτός τροποποιήθηκε αργότε?ρα, που έχουν απομακρυνθεί ή απομακρύνονται οπωσδήποτε από την υπηρεσία, λαμβάνουν ως σύνταξη ολόκληρο το συντάξιμο μισθό του βαθμού τους. Ως συντάξιμος μισθός με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη των παραπά?νω λαμβάνεται υπόψη αυτός που ανήκει στο βαθμό , τον οποίο αυτοί έφεραν κατά το χρόνο του παθήματος.
Η σύνταξη των τακτικών δημόσιων υπαλλήλων και του βοηθητικού προσωπι?κού, των δημοτικών και κοινοτικών αρχόντων και των εκκλησιαστικών λειτουργών, των τακτικών σιδηροδρομικών υπαλλήλων, των τακτικών υπαλλήλων ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, των υπαλλήλων του Σώματος της Αστυνομίας Πόλεων από το βαθμό του υπα?στυνόμου β~ τάξεως, που συμπεριλαμβάνεται, και πάνω καθώς επίσης και των υπαλ?λήλων του Πυροσβεστικού Σώματος από το βαθμό του σταθμάρχη β~ , του αρχιο?δηγού β~, του αρχιτεχνίτη β~, που συμπεριλαμβάνονται και πάνω, ανέρχεται, αν εί?ναι ανίκανοι για την εκτέλεση της υπηρεσίας τους, σ~ ολόκληρο το συντάξιμο μισθό που αναφέρεται στην παραπάνω παρ. 1 για τον αμέσως μεγαλύτερο βαθμό από εκείνον που έφεραν κατά τον τραυματισμό τους, και, αν είναι ανίκανοι για την άσκη?ση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος, σ~ ολόκληρο το συντάξιμο μισθό που αναφέρεται στην παρ. 1 για δύο βαθμούς μεγαλύτερους από εκείνον που έφε?ραν κατά τον τραυματισμό τους. Άρθρ. 4 και 7 Α.Ν. 2665/40, 1 Ν.362/43, όπως συμπλ. με τα Άρθρ. 3,4 Ν.812/ 43, 3 Ν.1640/44, 5 Ν.1939/51 και 1 των ΠΥΣ 74/61, 141/61 και 64/62 οι οποίες κυρωθ. με το Άρθρ. 37 του Ν.Δ.4242/62, σε συνδ. με το Άρθρ. 3 Α.Ν.835/48 Έχει ληφθεί από το συνδ. των διατάξεων του Άρθρ. 1 παρ. 1 εδαφ. δευτ. ΠΥΣ 74/61 όπως αντικατ. με το Άρθρ. 1 της ΠΥΣ 141/61 που κυρώθηκε με το Άρ?θρ. 37 Ν.Δ.4242/ 62 και του Άρ?θρ. 2 παρ. 2 Ν.787/78 που τρο?ποπ. με το Άρθρ. 4 παρ. 6 Ν. 2320/95
Άρθρο 3 Ν.1640/44
Άρθρο 1 παρ. 3 Ν. 362/43,
όπως αντικ. με το Άρθρ. 14 παρ. 6 Ν.Δ. 3768/57 Έχει ληφθεί από το Άρθρ. 1 παρ. 4 Ν.362/43 Άρθρα 3,4 και 7 Α.Ν. 2665/40 και κοινοτικών αρχόντων και εκκλησιαστικών λειτουργών, οι οποίοι πέθαναν μετά την απόκτηση δικαιώματος σύνταξης. Με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 110, οι συντά?ξεις των προσώπων που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο μεταβιβάζονται με?τά το θάνατό τους στις οικογένειές τους κατά το μισό. Αν πρόκειται για χήρα σύζυγο και ορφανά τέκνα, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου. Α Ρ Θ Ρ Ο 94 Οικογένειες αξιωματικών, μόνιμων υπαξιωματικών και δημόσιων υπαλλήλων που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 75 του Α.Ν. 1854/1951.
Οι οικογένειες των αξιωματικών και μόνιμων υπαξιωματικών γενικά και εκείνων που εξομοιώνονται με αυτούς, είτε είναι στην ενέργεια είτε όχι, καθώς και των δη?μόσιων γενικά υπαλλήλων, είτε είναι στην υπηρεσία είτε όχι, οι οποίοι σκοτώθηκαν στον πόλεμο ή στο συμμοριακό αγώνα ή σε διατεταγμένη υπηρεσία σε καιρό ειρή?νης, οπωσδήποτε και αν αναγνωρίστηκε αυτή ή εκτελέσθηκαν κατά τη διάρκεια της πολεμικής περιόδου ή πέθαναν σε αιχμαλωσία ή ομηρία ή πέθαναν από τραύμα που προήλθε από οποιοδήποτε άλλο πολεμικό γεγονός ή από νόσο απότοκη των κα?κουχιών του πολέμου ή του συμμοριτοπολέμου ή πνίγηκαν στο ναυάγιο του ναρ?καλιευτικού «Σπερχειός» και του ατμόπλοιου «Χειμάρα», εφόσον όλες οι παραπά?νω οικογένειες πήραν πολεμική σύνταξη, μπορούν να ζητήσουν την υπαγωγή τους στις διατάξεις του Α.Ν. 1854/51, οπότε η σύνταξή τους κανονίζεται με βάση το σύ?νολο του συντάξιμου μισθού του αμέσως ανώτερου βαθμού από εκείνον που έφε?ραν αυτοί που σκοτώθηκαν ή πέθαναν κατά το χρόνο του παθήματος , και στην πε?ρίπτωση που δεν υπάρχει ανώτερος βαθμός στον κλάδο που ανήκε αυτός που σκο?τώθηκε ή πέθανε με βάση το σύνολο του συντάξιμου μισθού του βαθμού που έφερε αυτός αυξημένο με όλο το επίδομα ευδόκιμης παραμονής που παρασχέθηκε σ~ αυ?τούς που είχαν εξαντλήσει την ιεραρχία τους. Βαθμός που έφερε αυτός που σκοτώθηκε ή πέθανε νοείται και εκείνος που απο?νεμήθηκε μετά το θάνατο αλλά από χρονολογία προγενέστερή του.
Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου το ποσοστό της σύνταξης της χήρας συζύγου ορίζεται στα 7/10 της σύνταξης που απονέμεται ή έχει απονε?μηθεί στο σύζυγο που πέθανε, εφόσον δε συντρέχουν τέκνα προστίθεται 1/10 για καθένα από αυτά μέχρι να συμπληρωθεί ολόκληρη η σύνταξη του συζύγου που πέ?θανε. Η σύνταξή του μόνου τέκνου ορίζεται στα 7/10 της σύνταξης αυτού που πέ?θανε, αυξανόμενη ανά 1/10 για καθένα πέρα του ενός τέκνων και μέχρι το συνόλο της σύνταξής του. Τη σύνταξη που προβλέπεται από το άρθρο αυτό δικαιούνται και οι οικογένειες όσων αναφέρονται στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 30 οι οποίοι σκο?τώνονται ή εξαφανίζονται με τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού.
Αν η σύνταξη των προσώπων που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγρά?φους, η οποία προκύπτει με βάση τα έτη υπηρεσίας είναι μεγαλύτερη από εκείνη που αναλογεί στο ποσοστό της ανικανότητας, καταβάλλεται η μεγαλύτερη αυτή σύνταξη.
Άρθρο 2 παρ. 3 Α.Ν. 2665/40,
σε συνδ. με το Άρθρ. 1 παρ. 5 Ν.362/43 και 1 παρ. .. και 4 Α.Ν. 835/48, όπως αντικατ. με το άρ?θρο 3 παρ. 4 εδαφ. πρώτο του Ν. 2703/99.
Άρθρο 75 παρ. 7 εδαφ. πρώτο
Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με το Άρθρ. 14 παρ. 4 Ν.Δ. 3768/57 (Άρθρ. 70 παρ. 6 Π.Δ. 1041/ 79) Άρθρ. 75 παρ. 7 εδαφ. τρίτο Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με το Άρθρ. 1 παρ. 12 ν.2592/98
Άρθρο 2 παρ. 2 Ν.Δ. 2704/53,
όπως συμπλ. με το Άρθρ. 14 Παρ. 8 Ν.Δ. 3768/57
Άρθρο 75 παρ. 10, σε συνδ.
με το Άρθρ. 45 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51. στις διατάξεις του άρθρου 75 του Α.Ν. 1854/51.
Η βασική μηνιαία πολεμική σύνταξη που αναγνωρίζεται στις οικογένειες όσων αξιωματικών και ανθυπασπιστών και εξομοιούμενων μ~ αυτούς σκοτώθηκαν, εξα?φανίστηκαν ή πέθαναν, των οποίων οι συντάξεις δεν έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 75 παρ. 7 του Α.Ν. 1854/1951, όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του Ν.Δ. 3768/1957 (άρθρο 70 παρ. 6 Π.Δ. 1041/1979), είναι ίση με το ακόλουθο κατά βαθμό ποσοστό επί του μηνιαίου βασι?κού μισθού του βαθμού του Λοχαγού, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά. Αντιστράτηγου ποσοστό 60% Υποστράτηγου » 55% Συνταγματάρχη » 50% Αντισυνταγματάρχη-Ταγματάρχη » 45% Λοχαγού - Υπολοχαγού » 40% Ανθυπολοχαγού-Ανθυπασπιστή » 35%
Η παραπάνω σύνταξη προσαυξάνεται για κάθε παιδί που δικαιούται σύνταξη με ποσό ίσο με το ακόλουθο κατά βαθμό ποσοστό επί του μηνιαίου βασικού μισθού του Λοχαγού, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά. Αντιστράτηγου - Υποστράτηγου ποσοστό 4,5% Συνταγματάρχη-Ταγματάρχη » 3% Λοχαγού - Ανθυπασπιστή » 2% Α Ρ Θ Ρ Ο 96 Επιμερισμός σύνταξης - Μερίδια συμμετοχής.
Αν κάποιο από τα παιδιά που δικαιώθηκαν πολεμική σύνταξη παντρευτεί ή πε?θάνει ή αν κάποιο από τ~ αγόρια ενηλικιωθεί, η σύνταξη της χήρας ή της χήρας και των άλλων παιδιών ή μόνο των παιδιών, περιορίζεται ανάλογα.
Αν υπάρχει χήρα και παιδιά, η μισή σύνταξη ανήκει σ~ αυτήν και άλλη μισή στα παιδιά σε ίσες μερίδες. Αν τα παιδιά ή κάποια απ~ αυτά έχουν επίτροπο άλλο πρόσωπο και όχι τη μητέ?ρα, μπορεί ν~ απαιτηθεί να καταβάλλεται σ~ αυτά χωριστά το ποσό της σύνταξης που τους ανήκει.
Το μερίδιο συμμετοχής της χήρας μητέρας ή της φυσικής μητέρας, το οποίο αναφέρεται στα άρθρα 17 παρ. 2 και 35 παρ. 2, ορίζεται στο 1/4 της σύνταξης, αν δεν υπάρχουν παιδιά που να δικαιούνται σύνταξη, και στο 1/6 αν υπάρχουν τέτοια παιδιά. Αν η χήρα μητέρα ή η φυσική μητέρα πεθάνει ή χάσει οπωσδήποτε το δι?καίωμα σε σύνταξη, το μερίδιό της προσαυξάνει τη σύνταξη της χήρας συζύγου και των παιδιών.
Το μερίδιο συμμετοχής της πατρικής οικογένειας στη σύνταξη της χήρας συ?ζύγου που δεν έχει παιδιά, το οποίο αναφέρεται στα άρθρα 17 παρ. 3 και 35 παρ. 2, ορίζεται στο 1/4 της σύνταξης, εκτός αν είχε εγερθεί αγωγή διαζυγίου μεταξύ των συζύγων και η σχετική δίκη διεκόπη βίαια (ορθότερα «καταργήθηκε» πρόβλ. Άρθρ. 604 εδ. 1 Κ. Πολ. Δικ.) εξαιτίας του θανάτου του άνδρα, οπότε το μερίδιο συμμετοχής ορίζεται στο 1/2 της σύνταξης της χήρας. Αν τα πρόσωπα της πατρικής οικογένειας πεθάνουν ή χάσουν οπωσδήποτε το δικαίωμα σε σύνταξη ή παραιτηθούν από το δικαίωμά τους, το μερίδιό τους προ?σαυξάνει τη σύνταξη της χήρας συζύγου. Άρθρ. 4 Α.Ν. 2650/ 40, 3 Α.Ν. 2734/40, 2 Ν.5/43, 2 Ν.Δ. 1260/42, 4 ΠΥΣ 342/54 και 6 ΠΥΣ 188/60 που κυρώθ. με τα Άρθρ. 37 Ν.Δ./4242/62,8 Α.Ν. 377/68, όπως τα ποσά αυτά δια?μορφ. με τα Ν.Δ. 80/69, 416/70, 829/71, 1317/72, 132/73, 278/74, 67/74, με τους νόμους 32/75, 290/76, 550/77, 787/78 και την με αριθ. πρωτ. οικ. 493/Μ13/4-67/ 31.3.1987 (ΦΕΚ 203 Β?/15.4.87) αποφ. του ΥΠ. ΟΙΚ., που κυρώθ. με το Άρθρ. 45 του Ν. 1813/88, όπως αντι?κατ. με το Άρθρ. 2 παρ. 2 του Ν.2592/98 και με το άρθρο 3 παρ. 5 του Ν.2703/99 Άρθρ. 4 Α.Ν.2650/ 40, 3 Ν.Δ. 2734/40, 2 Ν.5/43, 2 Ν.Δ. 1960/42, 4 ΠΥΣ 342/54 και 6 ΠΥΣ 188/60 που κυρωθ. με τα Άρθρ. 37 Ν.Δ. 4242/62, 9 Α.Ν. 377/68 κλπ όπως στην παρ. 1 Άρθρ. 55 παρ. 1 Β.Δ. 31.10.35 σε συνδ. με το Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 55 παρ. 3 Β.Δ. 31.10.35 σε συνδ. με το Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 και το Άρθρ. 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51
Άρθρο 55 παρ. 4 Β.Δ.
31.10.35 σε συνδ. με το Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 και το Άρθρ. 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 Α.Ν. 2885/41, σε συνδ. με τα Άρθρ. 6 Ν.Δ. 1294/42 Η σύνταξη των ανίκανων τέκνων αν φέρουν ανικανότητα 50% και πάνω ορίζε?ται στο μισό της σύνταξης την οποία δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τις πολεμικές συντάξεις, η οικογένεια έγγαμου στρατιωτι?κού που σκοτώθηκε ή πέθανε στον πόλεμο ή ανάπηρου πολέμου που πέθανε, και αν η ανικανότητά τους είναι μεγαλύτερη από τα 80%, στο σύνολο της σύνταξης αυ?τής. Αν τα τέκνα αυτά συντρέχουν μαζί με άλλα πρόσωπα που δικαιούνται σύνταξη, τότε δικαιούνται την προσαύξηση που προβλέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν. Η σύνταξη που προβλέπεται από το προηγούμενο εδάφιο δεν καταβάλλεται, εφόσον τα πρόσωπα που τη δικαιούνται δικαιούνται σύνταξη ή βοήθημα από οποι?ονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης. Στην περίπτωση που η σύνταξη ή το βοήθημα από τον ασφαλιστικό οργανισμό υπολείπεται από τη σύνταξη του Δημοσίου, καταβάλλεται στο δικαιούχο η διαφο?ρά που προκύπτει από το Δημόσιο Ταμείο. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον στη σύνταξη συντρέχουν περισσότερα από ένα δικαιούχα πρόσωπα, η σύνταξη που καταβάλλεται συνολικά δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το κατώτατο όριο σύνταξης, όπως αυτό ορίζε?ται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Α Ρ Θ Ρ Ο 98 Προσαύξηση λόγω καταδυτικών και πτητικών εξαμήνων. Για την προσαύξηση των πολεμικών συντάξεων λόγω εξαμήνων καταδυτικών , πτητικών, αλεξιπτωτιστή και υποβρύχιου καταστροφέα εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 41 και 43 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων. Α Ρ Θ Ρ Ο 99 Προαγωγή μετά το θάνατο.
Οι στρατιωτικοί όλων των βαθμών της ξηράς, της θάλασσας, του αέρα και της Χωροφυλακής, μόνιμοι, έφεδροι και όσοι εξομοιώνονται μ~ αυτούς, που σκοτώθη?καν ή πέθαναν από τραύματα ή από τις κακουχίες του πολέμου στον πόλεμο του 1940-41, προάγονται ύστερα από απόφαση του υπουργού Εθνικής Άμυνας στον ανώτερο βαθμό από εκείνον που έφεραν όταν σκοτώθηκαν ή πέθαναν, χωρίς την τήρηση των διατάξεων που ισχύουν για τις προαγωγές γενικά, και η προαγωγή τους λογίζεται από την ημέρα που σκοτώθηκαν ή πέθαναν. Όσοι από τους παραπάνω στρατιωτικούς έτυχε να προαχθούν στον ανώτερο βαθμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 2646/1940 ή με άλλες συναφείς διατά?ξεις, δε δικαιούνται και άλλη προαγωγή.
Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και για τους στρα?τιωτικούς γενικά που σκοτώθηκαν, εκτελέσθηκαν, εξαφανίστηκαν ή πέθαναν οπωσδήποτε, τόσο στον αγώνα κατά του συμμοριτισμού, όσο και εξαιτίας πολεμι?κών επιχειρήσεων στην αλλοδαπή, καθώς επίσης και για όσους έπαθαν στην Κύ?προ. Άρθρ. 5 Ν.Δ. 149/73, όπως αντικ. με το Άρθρ. 4 παρ. 2 Ν. 955/79 Άρθρ. 2 παρ. 4 Ν.Δ. 149/73 Άρθρ. 2 παρ. 3 Ν. 2592/98 Άρθρ. 51 Β.Δ. 31.10.35, όπως αντικατ. με τα Άρθρ. 5 παρ. 2 Α.Ν. 2414/ 40, 2 Α.Ν.605/45, 9 Α.Ν. 977/37, 6 ΠΥΣ 342/54, 10 ΠΥΣ 188/60, που κυρώθ. με το Άρθρ. 37 Ν.Δ. 4242/62 και Άρ?θρ. 10 Α.Ν. 377/68, όπως τα πο?σά αυτά διαμορφ. με τα Ν.Δ. 80/69, 416/70, 829/ 71, 1317/72, 132/ 1973, 278/74, 67/ 74, νό?μων 32/75, 290/76, 550/77,787/ 78, Ν. 1202/81, Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 σε συνδ. με το Άρθρ. 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικατ. με το Άρθρ. 2 παρ. 4 του ν. 2592/98 Άρθρ. 1 Ν.Δ. 426/41 Άρθρ. 1 παρ. 6 Α.Ν. 835/48 σε συνδ. με τα Άρθρ. 2 Ν.1718/ 51 και 2 Ν.Δ. 1142/ 72 της Χωροφυλακής και όσοι εξομοιώνονται μ~ αυτούς, οι οποίοι σκοτώθηκαν ή πέ?θαναν από τραύματα ή από τις κακουχίες του πολέμου στους πολέμους 1912-1922, εφόσον δεν έτυχε να απονεμηθεί σ~ αυτούς μέχρι την ισχύ του Ν. 926/1943 βαθμός ανώτερος από εκείνον τον οποίον έφεραν κατά το χρόνο του τραυματισμού ή του θανάτου τους.
Στρατιωτικοί της Χωροφυλακής και στρατιωτικοί άλλων Όπλων ή Σωμάτων του Στρατού, που είχαν όμως αποσπασθεί σε υπηρεσίες αυτής, οι οποίοι σκοτώνο?νται λόγω της ιδιότητάς τους ή σε συμπλοκή με ληστρικές συμμορίες, με ένοπλους στασιαστές, με ένοπλα άτομα επικίνδυνα για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, με όρ?γανα ξένων προπαγανδών, που δρουν ομαδικά ή μεμονωμένα, προάγονται κατά δύο βαθμούς, πέρα από εκείνον που έφεραν κατά την ημέρα του θανάτου τους, με διάταγμα ή απόφαση που για μεν τους στρατιωτικούς της Χωροφυλακής προκα?λείται από τον Υπουργό της Δημόσιας Τάξης, για δε τους στρατιωτικούς του Στρα?τού από τον Υπουργό της Εθνικής Άμυνας. Οι χωροφύλακες και οι στρατιώτες κατ’ εξαίρεση προάγονται κατά τρεις βαθ?μούς. Η ισχύς της παραγράφου αυτής που άρχισε την 1η Απριλίου 1946, έληξε την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
Στις οικογένειες των στρατιωτικών γενικά, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οι οποίοι σκοτώθηκαν ή πέθαναν σύμφωνα με τις περιπτώσεις και τις προϋποθέσεις του , παρέχεται πολεμική σύνταξη με βάση το βαθμό που τελικά τους απονεμήθη?κε. Α Ρ Θ Ρ Ο 100 Αντιστοιχία προσωπικού πλωτών μέσων, που επιτάσσονται, με το προσωπικό του Πολεμικού Ναυτικού. Η αντιστοιχία του αποτελούμενου από Έλληνες υπηκόους, προσωπικού των ελληνικών εμπορικών πλοίων που κατά τη δημοσίευση του δ/τος της 27.9.1935 εί?ναι σε επίταξη καθώς και εκείνων που θα επιταχθούν μετέπειτα, με το υπό τα όπλα προσωπικό του Πολεμικού Ναυτικού, κανονίζεται σύμφωνα με τα όσα ακολουθούν, οι ιδιοκτήτες δε αυτών αντιστοιχούν με πλωτάρχη Π.Ν. Α~ Προσωπικό καταστρώματος: Κυβερνήτης πλοίου που έχει δίπλωμα πλοίαρχου Α~ τάξεως με υποπλοίαρχο Π.Ν. Κυβερνήτης πλοίου που έχει δίπλωμα πλοίαρχου Β~ τάξεως με ανθυποπλοίαρχο Π.Ν. Κυβερνήτης πλοίου που έχει δίπλωμα πλοίαρχου Γ~ τάξεως με σημαιοφόρο Π.Ν. Α~ αξιωματικός υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο με ανθυποπλοίαρχο Π.Ν. Λοιποί αξ/κοί υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο με σημαιοφόρο Π.Ν. Α~ αξιωματικός υπό Κυβερνήτη ανθυποπλοίαρχο με σημαιοφόρο Π.Ν. Λοιποί αξ/κοί υπό Κυβερνήτη ανθυποπλοίαρχο με αρχικελευστή Π.Ν. Α~ και Β~ αξιωματικοί υπό Κυβερνήτη σημαιοφόρο με αρχικελευστή Π.Ν. Ναύκληρος υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο με κελευστή Π.Ν. Ναύκληρος υπό Κυβερνήτη ανθυποπλοίαρχο με υποκελευστή α~ Π.Ν. Ναύκληρος υπό Κυβερνήτη σημαιοφόρο με υποκελευστή β~ Π.Ν. Το άλλο προσωπικό καταστρώματος με ναύτες Π.Ν. Β~ Προσωπικό Μηχανής: Α~ Μηχανικός υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο με ανθυποπλοίαρχο Π.Ν. Β~ Μηχανικός υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο με σημαιοφόρο Π.Ν. Λοιποί Μηχανικοί υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο με αρχικελευστή Π.Ν. Α~ Μηχανικός υπό Κυβερνήτη ανθυποπλοίαρχο με σημαιοφόρο Π.Ν. Β~ Μηχανικός υπό Κυβερνήτη ανθυποπλοίαρχο με αρχικελευστή Π.Ν. Λοιποί Μηχανικοί υπό Κυβερνήτη ανθ/ρχο με κελευστή Π.Ν. Α~ Μηχανικός υπό Κυβερνήτη σημαιοφόρο με αρχικελευστή Π.Ν. Λοιποί Μηχανικοί υπό Κυβερνήτη σημαιοφόρο με κελευστή Π.Ν. Αρχιθερμαστής υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο με κελευστή Π.Ν. Άρθρ. 1 παρ. 1 Ν. 926/43 Άρθρ. 4 παρ. 1 Ν. 36/46 Άρθρ. 6 παρ. 2 εδαφ. δευτ. Ν.36/46 Ερμηνευτική διάτα- ξη από το Άρθρ. 4 παρ. 2 του Ν.36/46 Άρθρ. μόνο του από 27.9.35 δ/γματος Λιπαντής με δίοπο Π.Ν. Το άλλο προσωπικό μηχανής με ναύτας Π.Ν. Γ~ Προσωπικό Γενικών Υπηρεσιών : Ραδιοτηλεγραφητές, οικονομικοί και λοιποί αξιωματικοί: Αος υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο ή ανθυποπλοίαρχο με σημαιοφόρο Π.Ν. Λοιποί υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο ή ανθυποπλοίαρχο με αρχικελευστή Π.Ν. Αος υπό Κυβερνήτη σημαιοφόρο με αρχικελευστή Π.Ν. Λοιποί υπό Κυβερνήτη σημαιοφόρο με κελευστή Π.Ν. Τροφοδότης με υποκελευστή β~ Π.Ν. Αρχιμάγειρος, Αρχιθαλαμηπόλος με δίοπο Π.Ν. Το άλλο προσωπικό Γενικών Υπηρεσιών με ναύτες Π.Ν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β~
ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ Α Ρ Θ Ρ Ο 101 Επιδόματα ανικανότητας.
Στους ανάπηρους πολέμου αξιωματικούς και ανθυπασπιστές και σε όσους εξομοιώνονται ή αντιστοιχούν με αυτούς παρέχεται μαζί με τη σύνταξη προσωπικό και αμεταβίβαστο επίδομα ανάλογα με το βαθμό μείωσης της ικανότητας για ερ?γασία εξαιτίας του παθήματος, το οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό επί του μηνιαίου βασικού μισθού του λοχαγού, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, ως εξής: Σε όσους έχουν αναπηρία 25 - 35% ποσοστό 3% Σε όσους έχουν αναπηρία 40 - 45% ποσοστό 5% Σε όσους έχουν αναπηρία 50 - 65% ποσοστό 7,5% Σε όσους έχουν αναπηρία 70 - 80% ποσοστό 10% Σε όσους έχουν αναπηρία 85 - 95% ποσοστό 12,5%
Αν αυτοί που αναφέρονται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν ανικανότητα 100% ή πολλαπλές αναπηρίες, από τις οποίες η μία 100% και οι λοιπές 10-95% ή δύο ή περισσότερες παθήσεις, καθεμία από τις οποίες επάγεται αναπηρία 100%, παρέχεται μαζί με τη σύνταξη προσωπικό και αμεταβίβαστο επί?δομα το οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό επί του μηνιαίου βασικού μισθού του λοχαγού, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά κατά βαθμό ως εξής:ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΒΑΘΜΟΣ 100% 100% 100% 10 έως 95% 100% Ανθυπασπιστής ποσοστό 20% 22% 28% Ανθυπολοχαγός ποσοστό 24% 25% 32% Υπολοχαγός ποσοστό 29% 30% 32% Λοχαγός ποσοστό 34% 35% 40% Ταγματάρχης και άνω ποσοστό 39% 40% 45% Α Ρ Θ Ρ Ο 102 Ειδικά πρόσθετα επιδόματα ανικανότητας βαριά αναπήρων πολέμου.
Όσοι συνταξιοδοτούνται επειδή πάσχουν από παραπληγία με ορθοκυστικές διαταραχές δικαιούνται πέρα από το επίδομα ανικανότητας που αναφέρεται στο προηγούμενο άρθρο και πρόσθετο επίδομα το οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό 60% επί του μηνιαίου βασικού του λοχαγού, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Άρθρ. 3 παρ. 1 Α.Ν. 1939/51, Άρθρ. 11 παρ. 1 Α.Ν.377/68, 2 παρ. 1 Ν.Δ. 80/69, 2 παρ. 1 Ν.Δ. 416/70, 2 παρ. 1 Ν.Δ. 829/71, 1 παρ. 2 Ν.Δ. 1165/ 72, 1 παρ. 2 Ν.Δ. 1317/72, 1 παρ. 2 Ν.Δ. 132/73, 1 Ν.Δ. 278/74, 1 Ν.Δ. 67/74, 1 Ν.32/75, 1 Ν. 290/76, 3 Ν.550/ 77, 1 Ν.787/78, 9 Ν. 1202/81, όπως αντικ. με το άρ. 3 παρ. 1 του Ν.1859/ 89 και τρο?ποπ. με το Άρθρ. 4 παρ. 7 του Ν.2320/95 Άρθρ. 3 Α.Ν. 1939/ 51 ΠΥΣ 188/60 Άρθρ. 11, που κυρώθ. με το αρθ. 37 Ν.Δ. 4242/62, Άρθρ. 11 Α.Ν. 377/ 68, Άρθρ. 3 παρ. 1 του Ν.1859/89, όπως αντικ. με το Άρθρ. 2 παρ. 5 του ν. 2592/98 Άρθρ. 3 παρ. 3 Ν. 4448/64, όπως τα ποσά διαμορφ. με το Άρθρ. 11 Α.Ν. 377/68, Άρθρ. 2 Ν.Δ. 80/69, άρθρ.2 Ν.Δ. 416/70, Άρθρ. 2 Ν.Δ. 829/71, Άρθρ. 1 Ν.Δ. 1165/ 72, Άρθρ. 1 Ν.Δ. 132/73, Άρθρ. 1 Ν.Δ. 278/74, Άρθρ. 1 Ν.Δ. 67/74, Άρθρ. 1 Ν. 32/75, Άρθρ. 1 Ν. 290/76, Άρθρ. 3 Ν.550/77, Άρθρ. 1 Ν.787/78 και Άρθρ. 9 Ν. 1202/81 και Άρ?θρ. 4 παρ. 8 του Ν. 2320/95 ακρωτηριασμού των δύο κάτω άκρων από του ύψους της κνήμης, λαμβάνουν πέρα από το επίδομα ανικανότητας που αναφέρεται στο προηγούμενο άρθρο και πρό?σθετο επίδομα, το οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό 50% επί του μηνιαίου βασικού μισθού του λοχαγού, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φο?ρά.
Η προσαύξηση του επιδόματος του προηγούμενου άρθρου, που παρέχεται σε όσους συνταξιοδοτούνται επειδή πάσχουν από σπαστική ή υστερική παραπληγία, αχρήστευση των δύο άνω άκρων, από τραύμα του κρανίου που συνεπάγεται ανι?κανότητα 100% ή από πολλαπλές αναπηρίες που συνεπάγονται ανικανότητα η μεν μία 100% οι δε υπόλοιπες 10% μέχρι 100%, ορίζεται ίση με το μισό της προσαύξη?σης που προβλέπεται από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου. Α Ρ Θ Ρ Ο 103 Επιδόματα φυματικού ή νόσου. Τα επιδόματα φυματικού ή νόσου εξακολουθούν να καταβάλλονται στους δι?καιούχους τους με βάση τις ισχύουσες διατάξεις, εφόσον δε δικαιούνται το επίδο?μα ανικανότητας του άρθρου 101 ή το καταβαλλόμενο είναι μικρότερο από το επί?δομα του ίδιου άρθρου και υπολογίζονται σε ποσοστό 5,5% επί του βασικού μισθού του λοχαγού, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Α Ρ Θ Ρ Ο 104 Επίδομα τυφλότητας η οποία δεν οφείλεται στην υπηρεσία. Σε όσους συνταξιοδοτούνται λόγω πολεμικού τραύματος ή νόσου που προήλ?θε από τις κακουχίες του πολέμου και υπέστησαν οποτεδήποτε μείωση της ικανό?τητας για εργασία σε ποσοστό 100% λόγω απώλειας της όρασης και των δύο οφθαλμών και δε λαμβάνουν προσαύξηση του επιδόματος ανικανότητας, λόγω της κατάστασής τους αυτής, παρέχεται επίδομα, το οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό 25% επί του μηνιαίου βασικού μισθού του λοχαγού, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Α Ρ Θ Ρ Ο 105 Επιδόματα ανικανότητας αναπήρων από τον άμαχο πληθυσμό. Στους έλληνες πολίτες του άμαχου πληθυσμού που συνταξιοδοτούνται παρέχεται μαζί με τη σύνταξη προσωπικό και αμεταβίβαστο επίδομα ανικανότητας ίσο με 100% των επιδομάτων του άρθρου 102. Άρθρ. 3 παρ. 1 Α.Ν.1939/ 51, σε συνδ. με την παρ. 1 ΠΥΣ 137/60, Άρθρ. 2 ΠΥΣ 79/61 και Άρθρ. 5 παρ.1 Ν.171/75, όπως το ποσό διαμορφ. ύστερα από τους Ν. 290/76, 550/77 και 787/78, Ν.1202/81, όπως αντικ. με το Άρθρ. 6 παρ. 14 του Ν. 2227/94 ΠΥΣ 137/60 παρ. 1 ΠΥΣ 64/62, σε συνδ. με το Άρθρ. 15 Ν. 955/ 79, όπως όλες οι ανωτέ?ρω διατάξεις (παρ. 1 και 2) αντι?κατ. με το άρθρο 2 παρ. 6 εδαφ. πρώτο του Ν. 2592/98 ΠΥΣ 137/60 παρ. 1 ΠΥΣ 64/62 σε συνδ. με το Άρθρ. 15 του Ν. 955/79 Άρθρ. 3 της αποφ. 320937/47 (ΦΕΚ 182 Β?) του ΥΠ. ΟΙΚ., Άρ?θρ. 3 παρ. 2 Α.Ν. 1939/51, όπως τα ποσά διαμορφ. με τα παρα?πάνω νομοθετήματα και στη συνέχεια με το Άρθρ. 3 παρ. 2 του Ν.1859/89 και με το Άρθρ. 2 παρ. 7 του Ν.2592/98 Άρθρ. 7 παρ. 2 Ν.Δ. 4605/66, όπως το ποσό διαμορφ. με τις μεταγενέστερες αυξήσεις και με την αριθ. οικ. 493/Μ13/ 467/31.3.1987 (ΦΕΚ 203Β/ 15.4.87) απόφαση του υπουρ?γού των Οικονομικών που κυ?ρώθηκε με το Άρθρ. 45 του Ν.1813/88, όπως αντικατ. με το άρθρ.2 παρ.8 Ν. 2592/98 Έχει ληφθεί από το Άρθρ. 1 Ν.68/75 και Άρθρ. 15 Ν.955/79, όπως αντικατ. με το άρθρο 3 παρ. 3 Ν. 1859/89 ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ : Τα ποσά των επιδομάτων ανικανότητας στρογγυλοποιούνται στην πλησιέστερη εκατοντάδα (Άρθρ. 5 παρ. 9 Ν. 2703/99). Πρόβλ. και Άρθρ. 131. Η σύνδεσή τους με το βασικό μισθό του Λοχαγού ισχύει από 1-8-1997 (Άρθρ. 3 παρ. 4 Ν. 2592/98). Α Ρ Θ Ρ Ο 106 Κανονισμός σύνταξης.
Ο κανονισμός των συντάξεων, των βοηθημάτων και των επιδομάτων που προ?βλέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα συντάξεων αυτού γίνεται από την Υπηρε?σία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους του Υπουργείου Οικονομι?κών, με πράξη που εκδίδεται από το Διευθυντή της αρμόδιας Διεύθυνσης Κανονι?σμού συντάξεων.
Η πράξη κανονισμού σύνταξης είναι υποχρεωτική για το Δημόσιο και τον εν?διαφερόμενο, υπόκειται δε μόνο στα ένδικα μέσα που προβλέπονται από τις δια?τάξεις του επόμενου άρθρου.
Η πράξη κανονισμού σύνταξης υπόκειται σε ένσταση που ασκείται για κάθε λόγο, ενώπιον Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, η οποία απο?τελείται από τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Συντάξεων και από δύο Διευθυντές της Υπηρεσίας αυτής που δεν έχουν συμμετάσχει άμεσα ή έμμεσα στην έκδοση και τον έλεγχο της πράξης που προσβάλλεται.
Η ένσταση ασκείται:
- α) Από το Διευθυντή της αρμοδίας Διεύθυνσης Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής
των συντάξεων, πριν από κάθε εκτέλεση της πράξης και
- β) Από τον οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μέσα σε ένα έτος από την κοι?νοποίηση(1) της πράξης.
Η ένσταση ασκείται χωρίς περιορισμό προθεσμίας.
- α) Αν η πράξη που προσβάλλεται στηρίζεται σε ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων,
σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα ή σε πλαστά ή νοθευμένα έγγρα?φα, εφόσον τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή βούλευμα.
- β) Αν προσκομισθούν νέα κρίσιμα έγγραφα
- γ) Αν εμφιλοχώρησε πλάνη για τα πραγματικά περιστατικά.
- δ) Αν με την πράξη που προσβάλλεται κανονίστηκε σύνταξη χωρίς να συντρέχουν
οι νόμιμες προϋποθέσεις ή μεγαλύτερη απ~ αυτήν που καθορίζει ο νόμος.
Η διόρθωση του ονόματος ή της ιδιότητας του αιτούντος στις πράξεις ή απο?φάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στην παράγραφο αυτή, κα?θώς και η ερμηνεία τους, χωρίς μεταβολή ουσίας, γίνεται από το όργανο που τις έχει εκδώσει. Το ίδιο όργανο μπορεί με αίτηση του ενδιαφερομένου ή και αυτεπάγγελτα να διορθώσει την πράξη ή την απόφασή του, αν κατά τη σύνταξή τους περιέχονται λά?θη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της πράξης ή της απόφασης διατυπώθηκε με ελλείψεις ή με ανακρίβειες.
Απαγορεύεται η εξέταση της νομιμότητας των πράξεων ή των αποφάσεων που εκδίδονται με άλλη διαδικασία, εκτός από αυτή που αναγράφεται στο άρθρο αυτό και στα επόμενα.
Οι πράξεις κανονισμού σύνταξης και οι αποφάσεις της Επιτροπής, που ανα?φέρεται στην παράγραφο 3, κοινοποιούνται στο Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος έχει το δικαίωμα ν~ ασκήσει κατ~ αυτών τα ένδικα μέσα που αναφέρονται στο επόμενο άρθρο, μέσα σ~ ένα έτος από τότε που θα πε?ριέλθει σ~ αυτόν η πράξη ή η απόφαση. Άρθρ. 1 παρ. 1 Α.Ν. 599/68 Άρθρ. 1 παρ. 2 Α.Ν. 599/68 Άρθρ. 1 παρ. 3 Α.Ν. 599/68 Άρθρ. 1 παρ. 4 Α.Ν. 599/68 Άρθρ. 1 παρ. 5 Α.Ν. 599/68, όπως αντικ. με την παρ. 1 Άρθρ. 43 Ν.955/79 Άρθρ. 3 παρ. 3 Ν. 1813/88 Άρθρ. 1 παρ. 6 Α.Ν. 599/68 Άρθρ. 1 παρ. 7 Α.Ν. 599/68 Άρθρ. 1 παρ. 8 Α.Ν. 599/68 (1) Για την κοινοποίηση των πράξεων ή αποφάσεων εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων.
Η πράξη κανονισμού σύνταξης και η απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου των πράξεων κανονισμού σύνταξης υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του οικείου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία ασκείται από τον Υπουργό των Οικονομικών μέ?σα σ~ ένα χρόνο από την έκδοση της πράξης ή της απόφασης, καθώς και από κάθε ένα που έχει έννομο συμφέρον, μέσα σ~ ένα χρόνο από την κοινοποίησή της. Για τις εφέσεις αυτές και τα παραπέρα ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου που εκδίδονται μετά από την άσκηση έφεσης, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του οργανισμού του. Όταν ασκηθεί η έφεση εξαντλείται η δικαιοδοσία των οργάνων που αναφέρο?νται στο προηγούμενο άρθρο.
Κάθε αίτηση σχετική με πράξη κανονισμού σύνταξης ή απόφαση της Επιτρο?πής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Σύνταξης που έχει εκδοθεί, η οποία στηρίζεται σε έγγραφα για το περιεχόμενο των οποίων δεν έγινε κρίση, δε θεωρείται ως ένδι?κο μέσο, αλλά ως αίτηση που εξετάζεται για πρώτη φορά.
Υποθέσεις συντάξεων που κρίθηκαν οριστικά και τελεσίδικα, με τη διαδικασία του προηγούμενου άρθρου και του άρθρου αυτού, μπορούν να επαναφέρονται για εξέταση σε πρώτο βαθμό, με αίτηση των ενδιαφερομένων ή του Διευθυντή της αρ?μόδιας Διεύθυνσης Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής Συντάξεων, εφόσον αυτοί επι?καλούνται αντίθετη απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία εκδόθηκε μετά τη χρονολογία έκδοσης της οριστικής πράξης ή απόφασης που προσβάλλεται.
Τα οικονομικά αποτελέσματα των πράξεων ή αποφάσεων που εκδίδονται σύμ?φωνα με τη διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου αρχίζουν από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης τους. Α Ρ Θ Ρ Ο 108 Εκτέλεση πράξεων.
Το Υπουργείο Οικονομικών επιμελείται για την εκτέλεση των πράξεων και απο?φάσεων κανονισμού συντάξεων. Άρθρ. 72 παρ. 2 Β.Δ. 31.10.35, σε συνδ. με τις διατάξεις που αναφέρονται παρα?πάνω
Μετά την αναγνώριση των προσώπων που δικαιούνται σύνταξη με πράξη ή απόφαση, κάθε τυχόν μείωση του ποσού της σύνταξης ή του αριθμού των προσώ?πων ενεργείται με πράξη του Υπουργού των Οικονομικών. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις χωριστής καταβολής της σύνταξης που έχει αναγνωριστεί.
Οι μεταβολές που αφορούν την ενηλικίωση των αγοριών ενεργούνται την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους.
Κατά των πράξεων ή παραλείψεων του Υπουργού των Οικονομικών στην άσκη?ση της αρμοδιότητάς του για την εκτέλεση των πράξεων ή των αποφάσεων κανονι?σμού σύνταξης σε βάρος του Δημοσίου ή την πληρωμή των συντάξεων γενικά στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν καταλογισμό σύνταξης που έχει ληφθεί χωρίς να οφείλεται, μπορεί ν~ ασκηθεί ένσταση στο Ελεγκτικό Συνέδριο, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την ημέρα που ο ενιστάμενος έλαβε γνώση της πράξης που προσβάλλεται ή σε περίπτωση παράλειψης, από την παρέλευση διμή?νου από την ημέρα που δημιουργήθηκε η υποχρέωση για έκδοση της πράξης που έχει παραλειφθεί. Η ένσταση κρίνεται από το αρμόδιο κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 7 του Π.Δ. 774/1980 και εφαρμόζονται παραπέρα οι διατάξεις των άρθρων 28-31, 47, 49-52 και 56-62 του π.δ/τος αυτού. Α Ρ Θ Ρ Ο 109 Επανεξέταση συνταξιοδοτικών υποθέσεων. Ο Υπουργός των Οικονομικών μπορεί, εφόσον κρίνει ότι χορηγήθηκε παράνο?μα σύνταξη ή σύνταξη μεγαλύτερη από εκείνη που καθορίζεται από το νόμο, να ζη?τά οποτεδήποτε από την Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κρά?τους του Υπουργείου Οικονομικών την επανεξέταση των σχετικών υποθέσεων. Άρθρ. 2 παρ. 1 Α.Ν. 599/68 Άρθρ. 2 παρ. 5 Α.Ν. 599/68 Άρθρ. 2 παρ. 4 Α.Ν. 599/68, όπως τροπ. με Άρθρ. 20 παρ. 8 Ν. 1489/84. Άρθρ. 72 παρ. 1 Β.Δ. 31.10.35, σε συνδ. με τις διατά?ξεις των άρθρ.16 παρ. 1 Α.Ν.2650/ 40 παρ. 1 Άρθρ. 10 Α.Ν.2665/40, Άρθρ. 12 Α.Ν. 2734/40, Άρθρ. 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 14 παρ. 3 Α.Ν. 1635/39 Άρθρ. 5 παρ. 1 Ν. 4448/64, σε συνδ. με το Άρθρ. 63 παρ. 1 Π.Δ. 774/80 Άρθρ. 9 Ν. 362/43 και Άρθρ. 66 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51 ΑΝΩΤΑΤΟ ΚΑΙ ΚΑΤΩΤΑΤΟ ΟΡΙΟ ΣΥΝΤΑΞΗΣ - ΕΝΑΡΞΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΣΥΡΡΟΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΧΩΝ Α Ρ Θ Ρ Ο 110 Ανώτατο και κατώτατο όριο σύνταξης.
Η σύνταξη της χήρας συζύγου και των ορφανών δεν μπορεί σε κάθε περίπτω?ση να υπερβεί τη σύνταξη, που θα είχαν δικαίωμα να πάρουν σύμφωνα με αυτόν τον κώδικα τα ίδια πρόσωπα, αν ο σύζυγος ή ο πατέρας τους σκοτωνόταν στον πόλε?μο. Το ίδιο ισχύει για τη σύνταξη της πατρικής οικογένειας, αν ο γιός ή ο αδελφός, από τους οποίους προέρχεται το δικαίωμα, σκοτωνόταν στον πόλεμο.
Το κατώτατο όριο σύνταξης ή βοηθήματος, όπου δεν καθορίζονται με βάση μισθό ενεργείας, ορίζεται ίσο με το ποσό της σύνταξης οπλίτη ανάπηρου πολέμου με ποσοστό ανικανότητας 30%, όπως ισχύει κάθε φορά. Το ποσό μηνιαίας σύνταξης ή βοηθήματος που καθορίζεται από το προηγούμενο εδάφιο αναπροσαρμόζεται με τις γενικές αυξήσεις που χορηγούνται κάθε φορά για τις συντάξεις. Η διάταξη του πρώτου εδαφίου αυτής της παραγράφου εφαρμόζεται στις ατομι?κές και τις οικογενειακές συντάξεις ή βοηθήματα. Ως ποσό οικογενειακής σύνταξης ή βοηθήματος για την εφαρμογή της παρα?γράφου αυτής νοείται και το μερίδιο που εναπομένει μετά την αναστολή μεριδίου συνδικαιούχου προσώπου, καθώς και το ποσό που αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στην πατρική οικογένεια κατά συμμετοχή, όχι όμως και το ποσό σύνταξης ή βοηθήματος που καταβάλλεται χωριστά.
Η αναπροσαρμογή που γίνεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο ενεργείται από την υπηρεσία ή ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου η οποία μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε επί αναγνωρισμένων μεν κατά την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 1371/1973 δικαιωμάτων, με πράξη της αρμόδιας για την εκτέλεση των πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού συντάξεως ή βοηθήματος Διευθύνσεως της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γ.Λ.Κ., για όσες δε αναγνωρίζονται για πρώτη φορά, μετά την έναρξη της ισχύος του παραπάνω Ν. Δ/τος, με την ίδια πράξη ή απόφαση του οργάνου που αναγνώρισε το δικαίωμα, χωρίς να έχουν εφαρμογή στην περί?πτωση αυτή οι προθεσμίες της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας που ισχύει. Η καταβολή, μετά από αναπροσαρμογή, της διαφοράς σύνταξης ή βοηθήμα?τος των κατά συμμετοχή συνταξιούχων ή βοηθηματούχων δεν επηρεάζει το στη χή?ρα σύζυγο ή αυτή και τα τέκνα ή μόνο τα τέκνα αναγνωρισμένο ή αναγνωριζόμενο με πράξη ή απόφαση ποσό σύνταξης ή βοηθήματος. Α Ρ Θ Ρ Ο 111 Έναρξη πληρωμής σύνταξης.
Οι συντάξεις των αναπήρων πολέμου αρχίζουν να καταβάλλονται από την επο?μένη της οριστικής απομάκρυνσής τους από την υπηρεσία ή εφόσον συντρέχει πε?ρίπτωση, από την επομένη της λήξης των εξάμηνων αποδοχών.
Καταργήθηκε με Άρθρ. 15 παρ. 1 Ν. 1543/85.
Οι συντάξεις των αναπήρων πολέμου οι οποίες αναγνωρίζονται ύστερα από παράταση των σχετικών προθεσμιών, ορίζονται να πληρώνονται από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης. Από την ίδια
Άρθρο 2 παρ. 2Α Α.Ν.
2650/40, Άρθρ. 2 παρ. 2 εδ. γ?Α.Ν. 1939/51, Π.Υ.Σ. 142/61 κυρ. με Άρθρ. 37 Ν. 4242/62
Άρθρο 1 Ν.Δ. 1371/ 73 σε
συνδ. με Άρθρ. 10 Ν. 1202/ 81, όπως αντικ. με Άρθρ. 6 παρ. 3 Ν. 2592/98.
Άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 2227/94.
Άρθρο 2 Ν.Δ. 1371/ 73.
Άρθρα 16 παρ. 3 Α.Ν. 2650/40, 10 Α.Ν. 2665/40, 7 Α.Ν. 2666/40, 11 Α.Ν. 2734/40, 5 παρ. 4 Α.Ν. 2885/41, 1 παρ. 6 Ν. 362/43, 6 παρ. 2 Α.Ν. 835/48, 6 Α.Ν. 1119/46, 4 παρ. 2 Ν. 1718/51 και 4 παρ. 2 Ν.Δ. 1142/72. Άρθρ. 14 Ν.Δ. 412/ 70.
Αν οι συνέπειες εξαιτίας πάθησης από την υπηρεσία εκδηλώθηκαν μετά από την απομάκρυνση του στρατιωτικού από την υπηρεσία, η πληρωμή της σύνταξης για πάθηση αρχίζει από το χρόνο της εκδήλωσης των συνεπειών.
Η πληρωμή των επιδομάτων, όπου δεν ορίζεται διαφορετικά, αρχίζει από τό?τε που αρχίζει και η πληρωμή της σύνταξης.
Η πληρωμή της σύνταξης των μελών της οικογένειας αρχίζει από την επομέ?νη του θανάτου ή της εξαφάνισης ή της λήξης των εξάμηνων αποδοχών ή συντά?ξεων που παρέχονται γι’ αυτόν από τον οποίο έχουν το δικαίωμα της σύνταξης.
Αν πεθάνει ο πατέρας το δικαίωμα της σύνταξης και η πληρωμή της σύνταξης της χήρας μητέρας ή αδελφών αρχίζει από την επομένη του θανάτου του.
Σε περίπτωση, κατά την οποία η αναγνώριση δικαιώματος συμμετοχής του πα?τέρα ή της χήρας μητέρας ή των άγαμων αδελφών στη σύνταξη της χήρας συζύ?γου ή της χήρας συζύγου και των τέκνων ή μόνο των τέκνων γίνεται μετά τον κανο?νισμό της σύνταξης των προσώπων αυτών, η καταβολή του μεριδίου συμμετοχής αρχίζει από τη χρονολογία έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης.
Αν εκδοθεί απόφαση για αφάνεια το δικαίωμα της σύνταξης και η πληρωμή της αρχίζει από την τελευταία στιγμή του κινδύνου ή την τελευταία είδηση για τον άφα?ντο, όπως ορίζεται στον ειδικό νόμο για τον άφαντο.
Στην περίπτωση εξαφάνισης στρατιωτικού στον πόλεμο ή σε επιστράτευση, όπου συντρέχει περίπτωση για εφαρμογή του κώδικα αυτού, το δικαίωμα της σύ?νταξης και η πληρωμή αρχίζει από την τελευταία στιγμή του κινδύνου ή την τελευ?ταία είδηση για τον άφαντο, αν η εξαφάνιση παραταθεί για ένα εξάμηνο, χωρίς να εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή οι σχετικές διατάξεις για την αφάνεια και το εξάμηνο περιορίζεται σε τρίμηνο, εφόσον πρόκειται για εξαφάνιση σε πτήση ή κα?τάδυση.
Συνταξιούχοι γενικά του Δημοσίου, που έχουν απαχθεί ως όμηροι από τις Αρχές Κατοχής ή από ένοπλες οργανώσεις ή ομάδες πριν από την απελευθέρωση της χώρας ή μετά από αυτήν, των οποίων η τύχη δεν είναι γνωστή ή οπωσδήποτε εξα?φανίσθηκαν στην πολεμική περίοδο, θεωρούνται για τον κανονισμό της σύνταξης που ανήκει στην οικογένειά τους σαν να πέθαναν την ημέρα της απαγωγής τους ως ομήρων ή της τελευταίας είδησης γι’ αυτούς. Α Ρ Θ Ρ Ο 112 Καταβολή εξάμηνων αποδοχών
Στη χήρα των στρατιωτικών και υπαλλήλων που σκοτώθηκαν, εξαφανίσθηκαν ή πέθαναν από τραύματα, με τις προϋποθέσεις αυτού του κώδικα, και τα παιδιά τους, εφόσον αυτά είναι κορίτσια άγαμα, και τα αγόρια άγαμα και ανήλικα ή ενήλι?κα και ανίκανα για εργασία, καταβάλλονται για ένα εξάμηνο από το θάνατο ή την εξαφάνισή τους όλες οι αποδοχές ενέργειας του βαθμού, τον οποίο έφερε ο στρα?τιωτικός ή ο υπάλληλος κατά το χρόνο του θανάτου του ή της εξαφάνισής του.
Αν αυτός που πέθανε είναι συνταξιούχος, καταβάλλεται για έξι μήνες στη χή?ρα, και με τους όρους της προηγούμενης παραγράφου στα παιδιά του, ολόκληρη η σύνταξή του. Έχει ληφθεί από τα Άρθρ. 6 Ν. 1640/44, 5 Ν. 4340/64, 2 Ν. 228/75, 36 και 41 Ν. 955/79. Άρθρ. 64 παρ. 4 Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 παρ. 1 εδ. β~ Α.Ν. 1854/51. Άρθρ. 64 παρ. 2 Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 παρ. 1 εδ. β~ Α.Ν. 1854/51.
Άρθρο 64 παρ. 1 Β.Δ. 31-1035 σε συνδ. με Άρθρ. 16 Α.Ν.
2650/40, 6 Α.Ν. 1119/46, 6 παρ. 2 Α.Ν. 835/48, 70 παρ. 1 εδ. β~ Α.Ν. 1854/51 και 4 παρ. 2 Ν.Δ. 1142/72.
Άρθρο 64 παρ. 6 Β.Δ. 31-1035 σε συνδ. με Άρθρ. 16 Α.Ν.
2650/40 και 70 παρ. 1 εδ. β~ Α.Ν. 1854/51.
Άρθρο 1 παρ. 3 Α.Ν. 2885/41.
Άρθρο 64 παρ. 7 Β.Δ. 31-1035 σε συνδ. με Άρθρ. 16 Α.Ν.
2650/40 και 70 παρ. 1 εδ. β~ Α.Ν. 1854/51.
Άρθρο 64 παρ. 8 Β.Δ. 31-1035 σε συνδ. με Άρθρ. 16 Α.Ν.
2650/40, 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 και 4 παρ. 3 Α.Ν. 2885/41.
Άρθρο 4 παρ. 2 Α.Ν. 1119/45.
Άρθρ. 65 Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/ 40, 16 Α.Ν. 1119/ 46, 6 παρ. 1 Α.Ν. 835/48, 4 παρ. 1 Ν. 1718/51, 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 και 4 παρ. 1 Ν.Δ. 1142/72 μαζί με τα τυχόν επιδόματα ή προσαυξήσεις που παρέχονται από τον κώδικα αυτό είναι μεγαλύτερη από τις αποδοχές, οπότε η πληρωμή αρχίζει, από τότε που γεν?νήθηκε το δικαίωμα στη σύνταξη, χωρίς να καταβάλλονται στην περίπτωση αυτή οι εξάμηνες αποδοχές. Α Ρ Θ Ρ Ο 113 Συρροή σύνταξης και αποδοχών
Επιτρέπεται συγχρόνως η καταβολή μέχρι δύο το πολύ συντάξεων ή σύντα?ξης και αποδοχών σε συνταξιούχους που λαμβάνουν πολεμική ή προσωπική σύ?νταξη, με τους οποίους εξομοιώνονται και οι πολιτικοί υπάλληλοι και στρατιωτικοί που τραυματίζονται σε υπηρεσία που συνεπάγεται επαυξημένο κίνδυνο ή από απρόοπτο συμβάν και οι οικογένειες όσων από αυτούς σκοτώνονται. Το ίδιο ισχύει και όταν απονεμήθηκε η σύνταξη στη χήρα σύζυγο και τα παιδιά του υπαλλήλου ή στρατιωτικού που σκοτώθηκε ή πέθανε από τραύματα σε εκτέλε?ση διατεταγμένης υπηρεσίας. Το συντάξιμο της υπηρεσίας, για την οποία καταβάλλεται στην περίπτωση αυ?τή ο μισθός, δεν αίρεται από τη σύγχρονη καταβολή της σύνταξης.
Από μία υπηρεσία και από μία έξοδο από αυτήν ένα μόνο δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο γεννιέται και ο δικαιούχος μπορεί να επιλέξει πάντοτε την καταβο?λή σ’ αυτόν της πολεμικής ή της με βάση άλλες διατάξεις σύνταξης, που του ανή?κει από την ίδια υπηρεσία. Όταν συντρέχει περίπτωση για εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδα?φίου, ανεξάρτητα από το αν ο περιορισμός της αναγράφεται στις πράξεις ή απο?φάσεις κανονισμού σύνταξης, δε διατάσσεται από τον Υπουργό Οικονομικών στην άσκηση της αρμοδιότητας για εκτέλεσή τους η καταβολή της δεύτερης σύνταξης. Κατά των πράξεων ή παραλείψεων του Υπουργού Οικονομικών, που αναφέρονται στο παραπάνω εδάφιο δεν μπορεί ν~ασκηθεί κανένα άλλο ένδικο μέσο σε οποιοδή?ποτε δικαστήριο εκτός από αυτό που προβλέπεται στο άρθρο 5 του Ν. 4448/1964. Κάθε πράξη εντολής πληρωμής, που εκδίδεται κατά παράβαση αυτής της παρα?γράφου, είναι άκυρη.
Αν από το θάνατο συνταξιούχου γεννιώνται για την οικογένειά του περισσό?τερα από ένα δικαιώματα σύνταξης που προέρχονται από δική του υπηρεσία ή πα?θημά του ή από τις συνθήκες του θανάτου του, η οικογένεια του δικαιούται μόνο τη μία σύνταξη με επιλογή της. Το ίδιο ισχύει και για τις οικογένειες των δημόσιων υπαλλήλων, στρατιωτικών και συνταξιούχων γενικά που πέθαναν για τους οποίους αναγνωρίζονται περισσότερα από ένα δικαιώματα σύνταξης ειρηνικής ή πολεμικής περιόδου τα οποία προέρχο?νται από υπηρεσία ή πάθημα του ιδίου προσώπου.
Σε περίπτωση συρροής περισσότερων βοηθημάτων για τα ίδια πρόσωπα σύμ?φωνα με τον Α.Ν. 1512/50 καταβάλλεται ένα μόνο βοήθημα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε~
ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ - ΠΑΡΑΓΡΑΦΕΣ - ΔΙΑΓΡΑΦΕΣ Α Ρ Θ Ρ Ο 114 (Καταργήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 8 του Ν. 1489/1984) Α Ρ Θ Ρ Ο 115 Περιορισμός στην αναδρομική πληρωμή συντάξεων
Σε κάθε περίπτωση κανονισμού ή αύξησης αναδρομικά πολεμικής σύνταξης ή βοηθήματος ή επιδόματος δεν επιτρέπεται να αναγνωρισθούν ποσά σε βάρος του Δημοσίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από τρία έτη από την πρώτη του αντί?στοιχου μήνα που εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση.
Οι αναδρομικές συντάξεις, που καταβάλλονται στους συνταξιούχους και τις οικογένειές τους, παρακρατούνται ολόκληρες για εξόφληση του χρέους που τυχόν έχει βεβαιωθεί σε βάρος του συνταξιούχου από σύνταξη που εισπράχθηκε χωρίς να οφείλεται ή από χρέος που προέρχεται από κλοπή χρημάτων του Δημοσίου ή διαχειριστικό έλλειμμα. Με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών επιτρέπεται Άρθρ. 58 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51 σε συνδ. με Άρθρ. 1 παρ. 1-4 Ν.Δ. 3618/56. Άρθρ. 1 και 2 Ν.Δ. 1141/72.
Άρθρο 58 παρ. 4 Α.Ν.
1854/51, όπως ερμην. με το Άρ?θρ. 4 Ν.Δ. 2704/53 και τροπ. με Άρθρ. 6 παρ. 7 Ν. 2227/94. Άρθρ. 14 παρ. 3 Α.Ν. 1949/51. Άρθρ. 60 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 σε συνδ. με το Άρθρ. 2 Ν.Δ. 2615/53, όπως αντικ. με Άρθρ. 20 παρ. 9 Ν. 1489/84.
Αυτά που οφείλονται στο Δημόσιο για σύνταξη που εισπράχθηκε χωρίς να οφείλεται από το συνταξιούχο που έχει πεθάνει, καταβάλλονται στο Δημόσιο από τα πρόσωπα, στα οποία μεταβιβάζεται η σύνταξή του και μπορούν να παρακρατη?θούν ολόκληρα από τις αναδρομικές συντάξεις που ανήκουν στα πρόσωπα αυτά, αδιάφορα αν έκαναν δεκτή ή όχι την τυχόν κληρονομιά που τους άφησε. Αυτοί που τα κατέβαλαν έχουν δικαίωμα αναγωγής κατά των άλλων κληρονό?μων.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να καθορίζεται κάθε φορά κατώτατο όριο ποσού για σύ?νταξη που εισπράχθηκε χωρίς να οφείλεται, το οποίο δεν αναζητείται. Α Ρ Θ Ρ Ο 116 Παραγραφές
Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων γενικά και βοηθη?ματούχων του Δημοσίου, καθώς και των κληρονόμων τους, από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και βοηθήματα είναι δύο ετών, έστω και αν έχουν ενταλθεί εσφαλμένα. Η παραγραφή αυτή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.
Οι εντελλόμενες δεδουλευμένες συντάξεις, βοηθήματα ή επιδόματα κατά την εκτέλεση για πρώτη φορά πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού σύνταξης ή βοηθή?ματος παραγράφονται σε δύο χρόνια που αρχίζουν μετά την παρέλευση τριμήνου από τη χρονολογία έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης.
Οι συντάξεις που από οποιονδήποτε λόγο οφείλονται, έστω και αν δεν έχουν αναγνωριστεί ακόμη, σ’ αυτούς που πέθαναν, καταβάλλονται στους κληρονόμους εφόσον αυτοί μέσα σε ένα εξάμηνο από το θάνατο των δικαιοπαρόχων τους ζητή?σουν εγγράφως την πληρωμή ή αναγνώριση των συντάξεων, αφού συνυποβάλλουν μαζί με την αίτηση στο αρμόδιο Υπουργείο ή την Υπηρεσία Συντάξεων σχετική λη?ξιαρχική πράξη θανάτου.
Οι παραγραφές που αναφέρονται στις παραπάνω παραγράφους τρέχουν και κατ~ αυτών που διατελούν σε επιτροπεία, κηδεμονία ή δικαστική αντίληψη. Αν τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν επίτροπο ή κηδεμόνα ή αντιλήπτορα η παρα?γραφή δεν συμπληρώνεται πριν από την παρέλευση έξι μηνών από τότε που έγιναν απεριόριστα ικανά ή απέκτησαν επίτροπο, κηδεμόνα ή αντιλήπτορα. Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται εφόσον τα πρόσωπα αυτά έχουν την ικα?νότητα δικαστικής παράστασης.
Αίτηση του δικαιούχου για πληρωμή σύνταξης, βοηθήματος ή επιδόματος που έχει καθυστερήσει, η οποία υποβάλλεται πριν από την πάροδο της παραπάνω διε?τίας ή της εξάμηνης προθεσμίας, διακόπτει την παραγραφή για μία ακόμη διετία, η οποία αρχίζει από τη χρονολογία που φέρει η απάντηση του διατάκτη ή της αρμό?διας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής. Αν η αρμόδια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία που υποβλήθηκε η αίτηση. Άρθρ. 12 παρ. 1 Α.Ν. 2414/40. Άρθρ. 12 παρ. 2 Α.Ν. 2414/40. Άρθρ. 60 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51. Άρθρ. 21 παρ. 1 Α.Ν. 1635/39, όπως ισχύει μετά τα Άρθρ. 90 παρ. 5 και 91 Ν. 2362/95. Άρθρ. 21 παρ. 2 Α.Ν. 1635/39, όπως ισχύει μετά το Άρθρ. 90 παρ. 5 εδ. δεύτ. Ν. 2362/95. Άρθρ. 21 παρ. 3 Α.Ν. 1635/39, όπως ισχύει μετά τα Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 Α.Ν. 1854/51. Άρθρ. 21 παρ. 4 Α.Ν. 1635/39, όπως ισχύει μετά τα Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 Α.Ν. 1854/51. Άρθρ. 21 παρ. 5 Α.Ν. 1635/39 σε συνδ. με Άρθρ. 93 περ. β~ Ν. 2362/95. Α Ρ Θ Ρ Ο 117 Απώλεια δικαιώματος σύνταξης
Το δικαίωμα σε πολεμική σύνταξη χάνεται στις παρακάτω περιπτώσεις:
- α) Αν ο δικαιούχος καταδικασθεί αμετάκλητα, είτε όταν ήταν στην ενέργεια είτε
ως συνταξιούχος, σε ποινή κάθειρξης για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, πλαστογρα?φία, απιστία, παραποίηση ή σε φυλάκιση για δωροδοκία ή δωροληψία, εφόσον τα αδικήματα αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή κατά νομικών προσώπων δημό?σιου δικαίου, καθώς και αν καταδικασθεί αμετάκλητα για κάποιο από τα αδικήματα των άρθρων 270 και 272 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του Ν.Δ. 364/1969. Αν δοθεί χάρη με άρση των συνεπειών ή επέλθει δικαστική αποκατάσταση, το δικαίωμα ανακτάται με τους όρους της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου.
- β) Αν ή η θυγατέρα έλθει σε γάμο ή η χήρα σε νέο γάμο είτε κατά το δίκαιο της
χώρας μας είτε κατά το αλλοδαπό δίκαιο ή αν η χήρα σύζυγος εκπέσει από τη γο?νική μέριμνα των παιδιών για καταδίκη σε αδίκημα που διέπραξε με δόλο και το οποίο αφορά τη ζωή, την υγεία και τα ήθη του τέκνου σύμφωνα με το άρθρο 1537 του Αστικού Κώδικα.
- γ) Αν η χήρα σύζυγος που δικαιώθηκε σύνταξη καταδικασθεί με αμετάκλητη δι?καστική απόφαση για παιδοκτονία.
Στην περίπτωση γ~ της προηγούμενης παραγράφου αυτός που πέθανε θεω?ρείται ως άγαμος για το σε σύνταξη δικαίωμα της πατρικής του οικογένειας. Α Ρ Θ Ρ Ο 118 Αναστολή άσκησης του δικαιώματος σύνταξης
Το δικαίωμα σε σύνταξη ή καταβολή δεν μπορεί να ασκηθεί αν ο δικαιούχος:
- α) Καταδικασθεί σε ποινή κάθειρξης για οποιοδήποτε αδίκημα εκτός από αυτά
που αναφέρονται στην περ. α~ της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου και μέχρι τη λήξη της ποινής.
- β) Αποβάλει την ελληνική ιθαγένεια.
Αν αρθεί ο λόγος της μη άσκησης, το δικαίωμα στη σύνταξη αρχίζει ή επανα?λαμβάνεται από την πρώτη του επόμενου μήνα μετά την άρση.
Για τους πολίτες των άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής ~Ενωσης δεν απαι?τείται η ελληνική ιθαγένεια για την απόκτηση δικαιώματος σύνταξης.
Αν εκδοθεί απόφαση, για αφάνεια το δικαίωμα στη σύνταξη δεν μπορεί να ασκηθεί πριν από τη νόμιμη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης για την αφά?νεια. Στην περίπτωση της εξαφάνισης του στρατιωτικού στον πόλεμο ή την επι?στράτευση, το δικαίωμα σε σύνταξη μπορεί να ασκηθεί μετά απο ένα εξάμηνο από την εξαφάνιση, το οποίο περιορίζεται σε τρεις μήνες, εφόσον πρόκειται για εξαφά?νιση σε πτήση ή κατάδυση. Α Ρ Θ Ρ Ο 119 Μεταβίβαση σύνταξης στη σύζυγο και τα τέκνα του καταδίκου
Η σύζυγος και τα τέκνα αυτού που καταδικάσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 117 παρ. 1 περίπτ. α~ δικαιούνται με τους όρους αυτού του κώδικα τη σύνταξη που τους ανήκει, σαν αυτός που καταδικάσθηκε να είχε πεθάνει. Αν αυτός που καταδικάσθηκε αποκτήσει πάλι δικαίωμα σύνταξης σύμφωνα, με τους όρους του δεύτερου εδαφίου της περίπτ. α~ της παρ. 1 του άρθρου 117, παύει η πληρωμή της παραπάνω σύνταξης.
Η σύζυγος και τα τέκνα αυτού που καταδικάστηκε σύμφωνα με το άρθρο 118 παρ. 1 περίπτ. α~ δικαιούνται στο χρονικό διάστημα, που δεν μπορεί να ασκηθεί απ~ αυτόν το δικαίωμα για σύνταξη ή καταβολή να πάρουν τη σύνταξη που τους ανήκει σύμφωνα με αυτόν τον κώδικα σαν αυτός που καταδικάσθηκε να είχε πεθάνει. Άρθρ. 69 περ. γ~ Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με Άρθρ. 1 παρ. 1 Ν.Δ. 366/69 Α.Ν. 2650/40, 13 Α.Ν. 1512/50 και 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με Άρθρ. 11 παρ. 5 και 6 Ν. 1813/88. Άρθρ. 69 περ. δ~ Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με τα Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40, 8 Ν.Δ. 1294/42, 13 Α.Ν. 1512/50, 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/ 51, όπως αντικ. με Άρθρ. 11 παρ. 5 του Ν. 1813/88. Άρθρ. 7 Ν. 70/43, όπως αντικ. με άρθ. 11 παρ. 5 Ν. 1813/88. Άρθρ. 8 Ν.Δ. 1294/42 και 7 Ν.Δ. 70/43. Άρθρ. 70 παρ. 1 Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με τα Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40, 13 Α.Ν. 1512/50 και 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 3 παρ. 6 Ν. 2703/99. Άρθρ. 70 παρ. 2 Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 σε συνδ. με Άρθρ. 4 παρ. 3 Α.Ν. 2885/41 που αναριθμ. με Άρθρ. 3 παρ. 6 Ν. 2703/99. Άρθρ. 71 παρ. 1 Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με άρθρα 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 71 παρ. 2 Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με άρθρα 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 Α Ρ Θ Ρ Ο 120 Εκχώρηση και κατάσχεση της σύνταξης
Η σύνταξη δεν εκχωρείται ούτε κατάσχεται και οι σχετικές με αυτές πράξεις είναι αυτοδίκαια άκυρες.
Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται εκχώρηση και κατάσχεση της σύνταξης μέχρι το ένα τέταρτο αυτής.
- α) για έξοδα διατροφής αυτών που έχουν τέτοιο δικαίωμα από το νόμο ή για χρέη
από κάθε αιτία στο Δημόσιο και
- β) για χρέη σε οργανισμούς δημόσιου δικαίου από δάνεια που έχουν συναφθεί
χωρίς παροχή εμπράγματης ασφάλειας ή από βραχυπρόθεσμες πιστώσεις, που παρέχονται με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από τον Α.Ν. 1453/38.
Σε περίπτωση περισσότερων κατασχέσεων της σύνταξης, αυτή αποδίδεται σ’ αυτούς που την έχουν κατασχέσει μέχρι τα 2/5 αυτής σε ίσα μερίδια μεταξύ τους. Αν όμως επιβλήθηκε κατάσχεση για διατροφή, το ποσό που πρέπει να αποδοθεί γι’ αυτήν είναι πάντοτε ίσο με το 1/4 της σύνταξης, και το υπόλοιπο κατανέμεται σε ίσες μερίδες μεταξύ των άλλων που έχουν κάνει κατάσχεση.
Με τις διατάξεις αυτού του άρθρου δε θίγονται οι εκχωρήσεις που επιτρέπο?νται από ειδικές διατάξεις για τη σύναψη οικοδομικών δανείων από τους συνταξι?ούχους του Δημοσίου. Α Ρ Θ Ρ Ο 121 Ατέλειες - Φορολογικές απαλλαγές
Οι αιτήσεις, τα πιστοποιητικά και κάθε φύσης δικαιολογητικά για την απονομή πολεμικής σύνταξης απαλάσσονται από κάθε τέλος χαρτοσήμου.
Όσοι υποβάλλουν αίτηση για απονομή πολεμικής σύνταξης ή βοηθήματος απαλλάσσονται από την υποχρέωση για καταβολή του ποσού που ορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών υπέρ του Δημόσιου Ταμείου. Η παραπάνω απαλλαγή ισχύει και για τις ενστάσεις, αναθεωρήσεις και εφέσεις που ασκούνται.
Οι συντάξεις ή αποζημιώσεις που παρέχονται σύμφωνα με τον κώδικα αυτόν απαλλάσσονται από κάθε κράτηση για φόρο και τέλη χαρτοσήμου υπέρ του Δημο?σίου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η~
ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ ΑΠΟ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ - ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΜΕΛΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ - ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ ΤΕΚΝΩΝ Α Ρ Θ Ρ Ο 122 Επανεξέταση από την οικεία Α.Υ. Επιτροπή
Όπου στον κώδικα αυτόν προβλέπεται εξέταση από την οικεία Ανώτατη Υγειο?νομική Επιτροπή, επιτρέπεται για μία μόνο φορά επανεξέταση αυτού που έπαθε ή σε περίπτωση θανάτου του του οικείου φακέλου από την ίδια Επιτροπή με διαταγή του Υπουργού των Οικονομικών, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου που συνοδεύ?εται υποχρεωτικά από το παράβολο που ορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Υπουρ?γού των Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η σύνταξη ή αύξηση της σύνταξης που κανονίζεται ύστερα από την επανεξέ?ταση σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο ορίζεται να πληρώνεται από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ : Με την 2017349/275/0092/30-3-1993 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών το παραπάνω παράβολο ορίστηκε στο ποσό των 5.000 δραχμών. Άρθρ. 74 παρ. 1 Β.Δ. 31-10-35 και 1 Α.Ν. 1454/38. Άρθρ. 74 παρ. 2 Β.Δ. 31-10-35 και 1 Α.Ν. 1453/38. Άρθρ. 74 παρ. 3 Β.Δ. 31-1035, 1 Α.Ν. 1454/38 και 7 παρ. 2 Α.Ν. 2414/40 Άρθρ. 1 παρ. 6 Α.Ν. 1453/38. Άρθρ. 75 Β.Δ. 31-10-35, 12 Α.Ν. 2650/40 και 38 παρ. 1 Α.Ν. 1324/49. Άρθρ. 12 Α.Ν. 2650/40, 6 παρ. 5 Α.Ν. 599/68 και 40 παρ. 4 Α.Ν. 1324/49 Άρθρ. 2 παρ. 6 Α.Ν. 2885/41, σχετ. Άρθρ. 7Ε Ν. 3323/ 55. Άρθρ. 2 παρ. 1 και 3 παρ. 1 Ν. 2125/52, όπως αντικ. με Άρθρ. 20 παρ. 7 Ν. 1489/84. Άρθρ. 3 παρ. 2 Ν. 2125/52.
Οι στρατιωτικοί γενικά και οι πολιτικοί υπάλληλοι οι οποίοι συνταξιοδοτούνται ως ανάπηροι πολέμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα αυτού, εφόσον επι?καλούνται επιδείνωση της κατάστασης της υγείας τους που οφείλεται στην εξέλι?ξη νόσου ή του τραύματος, για τα οποία συνταξιοδοτήθηκαν, χωρίς την επίδραση άλλων αιτίων, δικαιούνται με αίτησή τους να επανεξετασθούν από την οικεία Ανώ?τατη Υγειονομική Επιτροπή. Οι επανεξετάσεις του προηγούμενου εδαφίου σε καμιά περίπτωση δεν μπο?ρεί να είναι περισσότερες από δύο (2).
Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή αποφαίνεται με αιτιολογημένη γνωμάτευσή της για την επιδείνωση ή όχι της υγείας του αναπήρου που επανεξετάζεται, για τα αίτια που την προκάλεσαν, για το ποσοστό ανικανότητας κατά το χρόνο της επανε?ξέτασης και για το αν η επιδείνωση είναι συνέπεια του τραύματος ή του παθήματος για το οποίο συνταξιοδοτείται.
Η σύνταξη του αναπήρου κανονίζεται με βάση το νέο ποσοστό ανικανότητας που καθορίζεται μετά από κάθε επανεξέταση, είτε αυτό είναι μεγαλύτερο είτε είναι μικρότερο. Σε περίπτωση που καθορισθεί ποσοστό ανικανότητας που δεν παρέχει δικαίωμα σύνταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν, η καταβολή της σύ?νταξης διακόπτεται. Η σύνταξη που διακόπτεται με τον παραπάνω τρόπο μπορεί να καταβληθεί και πάλι μόνο στην περίπτωση που θα επακολουθήσει νέα επανεξέταση, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου αυτού, με την οποία θα καθορίζεται συ?ντάξιμο ποσοστό ανικανότητας. Επανεξέταση για την επαναχορήγηση σύνταξης που έχει διακοπεί δεν επιτρέπεται να γίνει πριν να παρέλθει ένα τουλάχιστον έτος από την προηγούμενη επανεξέταση.
Σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού τα οικονομικά αποτε?λέσματα αρχίζουν από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης.
Συντάξεις που έχουν διακοπεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του Ν. 1489/84 σύμ?φωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Α.Ν. 1656/1951, όπως αυτές ερμηνεύτη?καν με την παρ. 3 του άρθρου 3 του Ν.Δ. 2704/1953, τις διατάξεις της παρ. 6 του άρ?θρου μόνου του Ν. 2256/1952 και τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 13 του Ν.Δ. 3913/1958, μπορεί να επαναχορηγηθούν σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παρα?γράφους 3 και 4 του άρθρου αυτού, στην παρ. 2 του άρθρου 53 του Π.Δ. 1041/1979 και στην παρ. 3 του άρθρου 13 του Ν.Δ. 3913/1958, όπως αντικαταστάθηκαν με το Ν. 1489/84.
Για την εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 1489/84, δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν επανεξετάσεις για επιδείνωση που έγιναν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 1656/1951. Το ίδιο ισχύει και για την εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 53 του Π.Δ. 1041/1979 και της παρ. 3 του Ν.Δ. 3913/1958, όπως αντικαταστάθηκαν με το Ν. 1489/84, σχετικά με τις επανεξετάσεις που έγιναν αντίστοιχα, πριν από την έναρ?ξη της ισχύος του Ν. 2256/1952 και του Ν.Δ. 3913/1958. Α Ρ Θ Ρ Ο 124 Απόδειξη ανικανότητας μελών οικογένειας Η γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής που εκδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 17, 18, 35 και 36 αυτού του κώδικα για την ανικανότητα των τέκνων και των αδελφών εί?ναι υποχρεωτική για το όργανο που αποφασίζει ή δικαιοδοτεί, αν είναι ομόφωνη. Α Ρ Θ Ρ Ο 125 Ενηλικίωση τέκνων Η ενηλικίωση των αγοριών που συνταξιοδοτούνται θεωρείται ότι γίνεται την 31η Δεκεμβρίου του έτους κατά το οποίο συμπληρώνουν το 18ο έτος της ηλικίας τους. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται για συντάξεις που, κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 2227/94, έχουν κανονισθεί με διαφορετικό όριο ηλικίας. Άρθρ. 2 παρ. 1 Α.Ν. 1656/51, όπως αντικ. με Άρθρ. 6 Ν. 1489/84. Άρθρ. 2 παρ. 2 Α.Ν. 1656/51, όπως αντικ. με Άρθρ. 6 Ν. 1489/84. Άρθρ. 2 παρ. 3 Α.Ν. 1656/51 σε συνδ. με αρθρ. 3 παρ. 1 Ν.Δ. 2704/53, όπως αντικ. με Άρθρ. 6 Ν. 1489/84. Άρθρ. 6 Ν. 1489/84. Άρθρ. 9 Ν. 1489/84. Άρθρ. 9 Ν. 1489/84. Άρθρ. 61 Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με άρθρα 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51. Άρθρ. 14 παρ. 1 Α.Ν. 1635/39 σε συνδ. με Άρθρ. 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με Άρθρ. 6 παρ. 8 Ν. 2227/94.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α~
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Α Ρ Θ Ρ Ο 126 Υπαγωγή συνταξιούχων παλαιών πολέμων στις συνταξιοδοτικές διατάξεις που αφορούν τον πόλεμο 1940-41 - Αναπροσαρμογή σύνταξης
Στις διατάξεις για απονομή σύνταξης στους στρατιωτικούς κ.λπ. που τραυμα?τίζονται και όσους γίνονται ανίκανοι από τις κακουχίες του πολέμου 1940 και τις οι?κογένειές τους, υπάγονται από 1ης Απριλίου 1942 και εκείνοι που στο παρελθόν δι?καιώθηκαν πολεμική σύνταξη και αν ακόμη δε συντρέχουν γι’ αυτούς όλες οι προ?ϋποθέσεις απονομής σύνταξης που αναφέρονται στις διατάξεις αυτές (ποσοστό ανικανότητας κ.λπ.).
Επίσης υπάγονται από την ισχύ του Ν. 362/1943 (23-7-43) και:
- α) Οι αξιωματικοί και ανθυπασπιστές που συνταξιοδοτούνται γιατί έπαθαν από
πολεμικό τραύμα ή νόσο απότοκη των κακουχιών των παλαιών πολέμων, εφόσον η ανικανότητα επήλθε κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής τους υπηρεσίας στον πό?λεμο ή μέσα σ’ ένα εξάμηνο από την απόλυσή τους από τις τάξεις του στρατεύμα?τος ή αν πρόκειται για αξιωματικούς και ανθυπασπιστές που υπηρέτησαν και μετά την λήξη της εμπόλεμης κατάστασης μέσα σ’ ένα εξάμηνο από τη λήξη αυτή, εφό?σον δεν έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 4506/1930, όπως τροποποιήθηκε αρ?γότερα.
- β) Οι έφεδροι αξιωματικοί και ανθυπασπιστές, που έχουν καταστεί ανίκανοι για
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)