Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 155/2000

Type Προεδρικό Διάταγμα
Publication 2000-07-10
Τελευταία ενημέρωση 2000-07-03
State In force
Source ΦΕΚ
articles 228
Reform history JSON API
Άρθρο 55 παρ. 4 Β.Δ.

31.10.35 σε συνδ. με το Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 και το Άρθρ. 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 Α.Ν. 2885/41, σε συνδ. με τα Άρθρ. 6 Ν.Δ. 1294/42 Η σύνταξη των ανίκανων τέκνων αν φέρουν ανικανότητα 50% και πάνω ορίζε?ται στο μισό της σύνταξης την οποία δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τις πολεμικές συντάξεις, η οικογένεια έγγαμου στρατιωτι?κού που σκοτώθηκε ή πέθανε στον πόλεμο ή ανάπηρου πολέμου που πέθανε, και αν η ανικανότητά τους είναι μεγαλύτερη από τα 80%, στο σύνολο της σύνταξης αυ?τής. Αν τα τέκνα αυτά συντρέχουν μαζί με άλλα πρόσωπα που δικαιούνται σύνταξη, τότε δικαιούνται την προσαύξηση που προβλέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν. Η σύνταξη που προβλέπεται από το προηγούμενο εδάφιο δεν καταβάλλεται, εφόσον τα πρόσωπα που τη δικαιούνται δικαιούνται σύνταξη ή βοήθημα από οποι?ονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης. Στην περίπτωση που η σύνταξη ή το βοήθημα από τον ασφαλιστικό οργανισμό υπολείπεται από τη σύνταξη του Δημοσίου, καταβάλλεται στο δικαιούχο η διαφο?ρά που προκύπτει από το Δημόσιο Ταμείο. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον στη σύνταξη συντρέχουν περισσότερα από ένα δικαιούχα πρόσωπα, η σύνταξη που καταβάλλεται συνολικά δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το κατώτατο όριο σύνταξης, όπως αυτό ορίζε?ται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Α Ρ Θ Ρ Ο 98 Προσαύξηση λόγω καταδυτικών και πτητικών εξαμήνων. Για την προσαύξηση των πολεμικών συντάξεων λόγω εξαμήνων καταδυτικών , πτητικών, αλεξιπτωτιστή και υποβρύχιου καταστροφέα εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 41 και 43 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων. Α Ρ Θ Ρ Ο 99 Προαγωγή μετά το θάνατο.

1.

Οι στρατιωτικοί όλων των βαθμών της ξηράς, της θάλασσας, του αέρα και της Χωροφυλακής, μόνιμοι, έφεδροι και όσοι εξομοιώνονται μ~ αυτούς, που σκοτώθη?καν ή πέθαναν από τραύματα ή από τις κακουχίες του πολέμου στον πόλεμο του 1940-41, προάγονται ύστερα από απόφαση του υπουργού Εθνικής Άμυνας στον ανώτερο βαθμό από εκείνον που έφεραν όταν σκοτώθηκαν ή πέθαναν, χωρίς την τήρηση των διατάξεων που ισχύουν για τις προαγωγές γενικά, και η προαγωγή τους λογίζεται από την ημέρα που σκοτώθηκαν ή πέθαναν. Όσοι από τους παραπάνω στρατιωτικούς έτυχε να προαχθούν στον ανώτερο βαθμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 2646/1940 ή με άλλες συναφείς διατά?ξεις, δε δικαιούνται και άλλη προαγωγή.

2.

Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και για τους στρα?τιωτικούς γενικά που σκοτώθηκαν, εκτελέσθηκαν, εξαφανίστηκαν ή πέθαναν οπωσδήποτε, τόσο στον αγώνα κατά του συμμοριτισμού, όσο και εξαιτίας πολεμι?κών επιχειρήσεων στην αλλοδαπή, καθώς επίσης και για όσους έπαθαν στην Κύ?προ. Άρθρ. 5 Ν.Δ. 149/73, όπως αντικ. με το Άρθρ. 4 παρ. 2 Ν. 955/79 Άρθρ. 2 παρ. 4 Ν.Δ. 149/73 Άρθρ. 2 παρ. 3 Ν. 2592/98 Άρθρ. 51 Β.Δ. 31.10.35, όπως αντικατ. με τα Άρθρ. 5 παρ. 2 Α.Ν. 2414/ 40, 2 Α.Ν.605/45, 9 Α.Ν. 977/37, 6 ΠΥΣ 342/54, 10 ΠΥΣ 188/60, που κυρώθ. με το Άρθρ. 37 Ν.Δ. 4242/62 και Άρ?θρ. 10 Α.Ν. 377/68, όπως τα πο?σά αυτά διαμορφ. με τα Ν.Δ. 80/69, 416/70, 829/ 71, 1317/72, 132/ 1973, 278/74, 67/ 74, νό?μων 32/75, 290/76, 550/77,787/ 78, Ν. 1202/81, Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 σε συνδ. με το Άρθρ. 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικατ. με το Άρθρ. 2 παρ. 4 του ν. 2592/98 Άρθρ. 1 Ν.Δ. 426/41 Άρθρ. 1 παρ. 6 Α.Ν. 835/48 σε συνδ. με τα Άρθρ. 2 Ν.1718/ 51 και 2 Ν.Δ. 1142/ 72 της Χωροφυλακής και όσοι εξομοιώνονται μ~ αυτούς, οι οποίοι σκοτώθηκαν ή πέ?θαναν από τραύματα ή από τις κακουχίες του πολέμου στους πολέμους 1912-1922, εφόσον δεν έτυχε να απονεμηθεί σ~ αυτούς μέχρι την ισχύ του Ν. 926/1943 βαθμός ανώτερος από εκείνον τον οποίον έφεραν κατά το χρόνο του τραυματισμού ή του θανάτου τους.

4.

Στρατιωτικοί της Χωροφυλακής και στρατιωτικοί άλλων Όπλων ή Σωμάτων του Στρατού, που είχαν όμως αποσπασθεί σε υπηρεσίες αυτής, οι οποίοι σκοτώνο?νται λόγω της ιδιότητάς τους ή σε συμπλοκή με ληστρικές συμμορίες, με ένοπλους στασιαστές, με ένοπλα άτομα επικίνδυνα για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, με όρ?γανα ξένων προπαγανδών, που δρουν ομαδικά ή μεμονωμένα, προάγονται κατά δύο βαθμούς, πέρα από εκείνον που έφεραν κατά την ημέρα του θανάτου τους, με διάταγμα ή απόφαση που για μεν τους στρατιωτικούς της Χωροφυλακής προκα?λείται από τον Υπουργό της Δημόσιας Τάξης, για δε τους στρατιωτικούς του Στρα?τού από τον Υπουργό της Εθνικής Άμυνας. Οι χωροφύλακες και οι στρατιώτες κατ’ εξαίρεση προάγονται κατά τρεις βαθ?μούς. Η ισχύς της παραγράφου αυτής που άρχισε την 1η Απριλίου 1946, έληξε την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.

5.

Στις οικογένειες των στρατιωτικών γενικά, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οι οποίοι σκοτώθηκαν ή πέθαναν σύμφωνα με τις περιπτώσεις και τις προϋποθέσεις του , παρέχεται πολεμική σύνταξη με βάση το βαθμό που τελικά τους απονεμήθη?κε. Α Ρ Θ Ρ Ο 100 Αντιστοιχία προσωπικού πλωτών μέσων, που επιτάσσονται, με το προσωπικό του Πολεμικού Ναυτικού. Η αντιστοιχία του αποτελούμενου από Έλληνες υπηκόους, προσωπικού των ελληνικών εμπορικών πλοίων που κατά τη δημοσίευση του δ/τος της 27.9.1935 εί?ναι σε επίταξη καθώς και εκείνων που θα επιταχθούν μετέπειτα, με το υπό τα όπλα προσωπικό του Πολεμικού Ναυτικού, κανονίζεται σύμφωνα με τα όσα ακολουθούν, οι ιδιοκτήτες δε αυτών αντιστοιχούν με πλωτάρχη Π.Ν. Α~ Προσωπικό καταστρώματος: Κυβερνήτης πλοίου που έχει δίπλωμα πλοίαρχου Α~ τάξεως με υποπλοίαρχο Π.Ν. Κυβερνήτης πλοίου που έχει δίπλωμα πλοίαρχου Β~ τάξεως με ανθυποπλοίαρχο Π.Ν. Κυβερνήτης πλοίου που έχει δίπλωμα πλοίαρχου Γ~ τάξεως με σημαιοφόρο Π.Ν. Α~ αξιωματικός υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο με ανθυποπλοίαρχο Π.Ν. Λοιποί αξ/κοί υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο με σημαιοφόρο Π.Ν. Α~ αξιωματικός υπό Κυβερνήτη ανθυποπλοίαρχο με σημαιοφόρο Π.Ν. Λοιποί αξ/κοί υπό Κυβερνήτη ανθυποπλοίαρχο με αρχικελευστή Π.Ν. Α~ και Β~ αξιωματικοί υπό Κυβερνήτη σημαιοφόρο με αρχικελευστή Π.Ν. Ναύκληρος υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο με κελευστή Π.Ν. Ναύκληρος υπό Κυβερνήτη ανθυποπλοίαρχο με υποκελευστή α~ Π.Ν. Ναύκληρος υπό Κυβερνήτη σημαιοφόρο με υποκελευστή β~ Π.Ν. Το άλλο προσωπικό καταστρώματος με ναύτες Π.Ν. Β~ Προσωπικό Μηχανής: Α~ Μηχανικός υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο με ανθυποπλοίαρχο Π.Ν. Β~ Μηχανικός υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο με σημαιοφόρο Π.Ν. Λοιποί Μηχανικοί υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο με αρχικελευστή Π.Ν. Α~ Μηχανικός υπό Κυβερνήτη ανθυποπλοίαρχο με σημαιοφόρο Π.Ν. Β~ Μηχανικός υπό Κυβερνήτη ανθυποπλοίαρχο με αρχικελευστή Π.Ν. Λοιποί Μηχανικοί υπό Κυβερνήτη ανθ/ρχο με κελευστή Π.Ν. Α~ Μηχανικός υπό Κυβερνήτη σημαιοφόρο με αρχικελευστή Π.Ν. Λοιποί Μηχανικοί υπό Κυβερνήτη σημαιοφόρο με κελευστή Π.Ν. Αρχιθερμαστής υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο με κελευστή Π.Ν. Άρθρ. 1 παρ. 1 Ν. 926/43 Άρθρ. 4 παρ. 1 Ν. 36/46 Άρθρ. 6 παρ. 2 εδαφ. δευτ. Ν.36/46 Ερμηνευτική διάτα- ξη από το Άρθρ. 4 παρ. 2 του Ν.36/46 Άρθρ. μόνο του από 27.9.35 δ/γματος Λιπαντής με δίοπο Π.Ν. Το άλλο προσωπικό μηχανής με ναύτας Π.Ν. Γ~ Προσωπικό Γενικών Υπηρεσιών : Ραδιοτηλεγραφητές, οικονομικοί και λοιποί αξιωματικοί: Αος υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο ή ανθυποπλοίαρχο με σημαιοφόρο Π.Ν. Λοιποί υπό Κυβερνήτη υποπλοίαρχο ή ανθυποπλοίαρχο με αρχικελευστή Π.Ν. Αος υπό Κυβερνήτη σημαιοφόρο με αρχικελευστή Π.Ν. Λοιποί υπό Κυβερνήτη σημαιοφόρο με κελευστή Π.Ν. Τροφοδότης με υποκελευστή β~ Π.Ν. Αρχιμάγειρος, Αρχιθαλαμηπόλος με δίοπο Π.Ν. Το άλλο προσωπικό Γενικών Υπηρεσιών με ναύτες Π.Ν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β~

ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ Α Ρ Θ Ρ Ο 101 Επιδόματα ανικανότητας.

1.

Στους ανάπηρους πολέμου αξιωματικούς και ανθυπασπιστές και σε όσους εξομοιώνονται ή αντιστοιχούν με αυτούς παρέχεται μαζί με τη σύνταξη προσωπικό και αμεταβίβαστο επίδομα ανάλογα με το βαθμό μείωσης της ικανότητας για ερ?γασία εξαιτίας του παθήματος, το οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό επί του μηνιαίου βασικού μισθού του λοχαγού, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, ως εξής: Σε όσους έχουν αναπηρία 25 - 35% ποσοστό 3% Σε όσους έχουν αναπηρία 40 - 45% ποσοστό 5% Σε όσους έχουν αναπηρία 50 - 65% ποσοστό 7,5% Σε όσους έχουν αναπηρία 70 - 80% ποσοστό 10% Σε όσους έχουν αναπηρία 85 - 95% ποσοστό 12,5%

2.

Αν αυτοί που αναφέρονται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν ανικανότητα 100% ή πολλαπλές αναπηρίες, από τις οποίες η μία 100% και οι λοιπές 10-95% ή δύο ή περισσότερες παθήσεις, καθεμία από τις οποίες επάγεται αναπηρία 100%, παρέχεται μαζί με τη σύνταξη προσωπικό και αμεταβίβαστο επί?δομα το οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό επί του μηνιαίου βασικού μισθού του λοχαγού, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά κατά βαθμό ως εξής:ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΒΑΘΜΟΣ 100% 100% 100% 10 έως 95% 100% Ανθυπασπιστής ποσοστό 20% 22% 28% Ανθυπολοχαγός ποσοστό 24% 25% 32% Υπολοχαγός ποσοστό 29% 30% 32% Λοχαγός ποσοστό 34% 35% 40% Ταγματάρχης και άνω ποσοστό 39% 40% 45% Α Ρ Θ Ρ Ο 102 Ειδικά πρόσθετα επιδόματα ανικανότητας βαριά αναπήρων πολέμου.

1.

Όσοι συνταξιοδοτούνται επειδή πάσχουν από παραπληγία με ορθοκυστικές διαταραχές δικαιούνται πέρα από το επίδομα ανικανότητας που αναφέρεται στο προηγούμενο άρθρο και πρόσθετο επίδομα το οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό 60% επί του μηνιαίου βασικού του λοχαγού, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Άρθρ. 3 παρ. 1 Α.Ν. 1939/51, Άρθρ. 11 παρ. 1 Α.Ν.377/68, 2 παρ. 1 Ν.Δ. 80/69, 2 παρ. 1 Ν.Δ. 416/70, 2 παρ. 1 Ν.Δ. 829/71, 1 παρ. 2 Ν.Δ. 1165/ 72, 1 παρ. 2 Ν.Δ. 1317/72, 1 παρ. 2 Ν.Δ. 132/73, 1 Ν.Δ. 278/74, 1 Ν.Δ. 67/74, 1 Ν.32/75, 1 Ν. 290/76, 3 Ν.550/ 77, 1 Ν.787/78, 9 Ν. 1202/81, όπως αντικ. με το άρ. 3 παρ. 1 του Ν.1859/ 89 και τρο?ποπ. με το Άρθρ. 4 παρ. 7 του Ν.2320/95 Άρθρ. 3 Α.Ν. 1939/ 51 ΠΥΣ 188/60 Άρθρ. 11, που κυρώθ. με το αρθ. 37 Ν.Δ. 4242/62, Άρθρ. 11 Α.Ν. 377/ 68, Άρθρ. 3 παρ. 1 του Ν.1859/89, όπως αντικ. με το Άρθρ. 2 παρ. 5 του ν. 2592/98 Άρθρ. 3 παρ. 3 Ν. 4448/64, όπως τα ποσά διαμορφ. με το Άρθρ. 11 Α.Ν. 377/68, Άρθρ. 2 Ν.Δ. 80/69, άρθρ.2 Ν.Δ. 416/70, Άρθρ. 2 Ν.Δ. 829/71, Άρθρ. 1 Ν.Δ. 1165/ 72, Άρθρ. 1 Ν.Δ. 132/73, Άρθρ. 1 Ν.Δ. 278/74, Άρθρ. 1 Ν.Δ. 67/74, Άρθρ. 1 Ν. 32/75, Άρθρ. 1 Ν. 290/76, Άρθρ. 3 Ν.550/77, Άρθρ. 1 Ν.787/78 και Άρθρ. 9 Ν. 1202/81 και Άρ?θρ. 4 παρ. 8 του Ν. 2320/95 ακρωτηριασμού των δύο κάτω άκρων από του ύψους της κνήμης, λαμβάνουν πέρα από το επίδομα ανικανότητας που αναφέρεται στο προηγούμενο άρθρο και πρό?σθετο επίδομα, το οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό 50% επί του μηνιαίου βασικού μισθού του λοχαγού, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φο?ρά.

3.

Η προσαύξηση του επιδόματος του προηγούμενου άρθρου, που παρέχεται σε όσους συνταξιοδοτούνται επειδή πάσχουν από σπαστική ή υστερική παραπληγία, αχρήστευση των δύο άνω άκρων, από τραύμα του κρανίου που συνεπάγεται ανι?κανότητα 100% ή από πολλαπλές αναπηρίες που συνεπάγονται ανικανότητα η μεν μία 100% οι δε υπόλοιπες 10% μέχρι 100%, ορίζεται ίση με το μισό της προσαύξη?σης που προβλέπεται από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου. Α Ρ Θ Ρ Ο 103 Επιδόματα φυματικού ή νόσου. Τα επιδόματα φυματικού ή νόσου εξακολουθούν να καταβάλλονται στους δι?καιούχους τους με βάση τις ισχύουσες διατάξεις, εφόσον δε δικαιούνται το επίδο?μα ανικανότητας του άρθρου 101 ή το καταβαλλόμενο είναι μικρότερο από το επί?δομα του ίδιου άρθρου και υπολογίζονται σε ποσοστό 5,5% επί του βασικού μισθού του λοχαγού, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Α Ρ Θ Ρ Ο 104 Επίδομα τυφλότητας η οποία δεν οφείλεται στην υπηρεσία. Σε όσους συνταξιοδοτούνται λόγω πολεμικού τραύματος ή νόσου που προήλ?θε από τις κακουχίες του πολέμου και υπέστησαν οποτεδήποτε μείωση της ικανό?τητας για εργασία σε ποσοστό 100% λόγω απώλειας της όρασης και των δύο οφθαλμών και δε λαμβάνουν προσαύξηση του επιδόματος ανικανότητας, λόγω της κατάστασής τους αυτής, παρέχεται επίδομα, το οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό 25% επί του μηνιαίου βασικού μισθού του λοχαγού, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Α Ρ Θ Ρ Ο 105 Επιδόματα ανικανότητας αναπήρων από τον άμαχο πληθυσμό. Στους έλληνες πολίτες του άμαχου πληθυσμού που συνταξιοδοτούνται παρέχεται μαζί με τη σύνταξη προσωπικό και αμεταβίβαστο επίδομα ανικανότητας ίσο με 100% των επιδομάτων του άρθρου 102. Άρθρ. 3 παρ. 1 Α.Ν.1939/ 51, σε συνδ. με την παρ. 1 ΠΥΣ 137/60, Άρθρ. 2 ΠΥΣ 79/61 και Άρθρ. 5 παρ.1 Ν.171/75, όπως το ποσό διαμορφ. ύστερα από τους Ν. 290/76, 550/77 και 787/78, Ν.1202/81, όπως αντικ. με το Άρθρ. 6 παρ. 14 του Ν. 2227/94 ΠΥΣ 137/60 παρ. 1 ΠΥΣ 64/62, σε συνδ. με το Άρθρ. 15 Ν. 955/ 79, όπως όλες οι ανωτέ?ρω διατάξεις (παρ. 1 και 2) αντι?κατ. με το άρθρο 2 παρ. 6 εδαφ. πρώτο του Ν. 2592/98 ΠΥΣ 137/60 παρ. 1 ΠΥΣ 64/62 σε συνδ. με το Άρθρ. 15 του Ν. 955/79 Άρθρ. 3 της αποφ. 320937/47 (ΦΕΚ 182 Β?) του ΥΠ. ΟΙΚ., Άρ?θρ. 3 παρ. 2 Α.Ν. 1939/51, όπως τα ποσά διαμορφ. με τα παρα?πάνω νομοθετήματα και στη συνέχεια με το Άρθρ. 3 παρ. 2 του Ν.1859/89 και με το Άρθρ. 2 παρ. 7 του Ν.2592/98 Άρθρ. 7 παρ. 2 Ν.Δ. 4605/66, όπως το ποσό διαμορφ. με τις μεταγενέστερες αυξήσεις και με την αριθ. οικ. 493/Μ13/ 467/31.3.1987 (ΦΕΚ 203Β/ 15.4.87) απόφαση του υπουρ?γού των Οικονομικών που κυ?ρώθηκε με το Άρθρ. 45 του Ν.1813/88, όπως αντικατ. με το άρθρ.2 παρ.8 Ν. 2592/98 Έχει ληφθεί από το Άρθρ. 1 Ν.68/75 και Άρθρ. 15 Ν.955/79, όπως αντικατ. με το άρθρο 3 παρ. 3 Ν. 1859/89 ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ : Τα ποσά των επιδομάτων ανικανότητας στρογγυλοποιούνται στην πλησιέστερη εκατοντάδα (Άρθρ. 5 παρ. 9 Ν. 2703/99). Πρόβλ. και Άρθρ. 131. Η σύνδεσή τους με το βασικό μισθό του Λοχαγού ισχύει από 1-8-1997 (Άρθρ. 3 παρ. 4 Ν. 2592/98). Α Ρ Θ Ρ Ο 106 Κανονισμός σύνταξης.

1.

Ο κανονισμός των συντάξεων, των βοηθημάτων και των επιδομάτων που προ?βλέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα συντάξεων αυτού γίνεται από την Υπηρε?σία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους του Υπουργείου Οικονομι?κών, με πράξη που εκδίδεται από το Διευθυντή της αρμόδιας Διεύθυνσης Κανονι?σμού συντάξεων.

2.

Η πράξη κανονισμού σύνταξης είναι υποχρεωτική για το Δημόσιο και τον εν?διαφερόμενο, υπόκειται δε μόνο στα ένδικα μέσα που προβλέπονται από τις δια?τάξεις του επόμενου άρθρου.

3.

Η πράξη κανονισμού σύνταξης υπόκειται σε ένσταση που ασκείται για κάθε λόγο, ενώπιον Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, η οποία απο?τελείται από τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Συντάξεων και από δύο Διευθυντές της Υπηρεσίας αυτής που δεν έχουν συμμετάσχει άμεσα ή έμμεσα στην έκδοση και τον έλεγχο της πράξης που προσβάλλεται.

4.

Η ένσταση ασκείται:

  • α) Από το Διευθυντή της αρμοδίας Διεύθυνσης Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής

των συντάξεων, πριν από κάθε εκτέλεση της πράξης και

  • β) Από τον οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μέσα σε ένα έτος από την κοι?νοποίηση(1) της πράξης.
5.

Η ένσταση ασκείται χωρίς περιορισμό προθεσμίας.

  • α) Αν η πράξη που προσβάλλεται στηρίζεται σε ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων,

σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα ή σε πλαστά ή νοθευμένα έγγρα?φα, εφόσον τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή βούλευμα.

  • β) Αν προσκομισθούν νέα κρίσιμα έγγραφα
  • γ) Αν εμφιλοχώρησε πλάνη για τα πραγματικά περιστατικά.
  • δ) Αν με την πράξη που προσβάλλεται κανονίστηκε σύνταξη χωρίς να συντρέχουν

οι νόμιμες προϋποθέσεις ή μεγαλύτερη απ~ αυτήν που καθορίζει ο νόμος.

6.

Η διόρθωση του ονόματος ή της ιδιότητας του αιτούντος στις πράξεις ή απο?φάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στην παράγραφο αυτή, κα?θώς και η ερμηνεία τους, χωρίς μεταβολή ουσίας, γίνεται από το όργανο που τις έχει εκδώσει. Το ίδιο όργανο μπορεί με αίτηση του ενδιαφερομένου ή και αυτεπάγγελτα να διορθώσει την πράξη ή την απόφασή του, αν κατά τη σύνταξή τους περιέχονται λά?θη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της πράξης ή της απόφασης διατυπώθηκε με ελλείψεις ή με ανακρίβειες.

7.

Απαγορεύεται η εξέταση της νομιμότητας των πράξεων ή των αποφάσεων που εκδίδονται με άλλη διαδικασία, εκτός από αυτή που αναγράφεται στο άρθρο αυτό και στα επόμενα.

8.

Οι πράξεις κανονισμού σύνταξης και οι αποφάσεις της Επιτροπής, που ανα?φέρεται στην παράγραφο 3, κοινοποιούνται στο Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος έχει το δικαίωμα ν~ ασκήσει κατ~ αυτών τα ένδικα μέσα που αναφέρονται στο επόμενο άρθρο, μέσα σ~ ένα έτος από τότε που θα πε?ριέλθει σ~ αυτόν η πράξη ή η απόφαση. Άρθρ. 1 παρ. 1 Α.Ν. 599/68 Άρθρ. 1 παρ. 2 Α.Ν. 599/68 Άρθρ. 1 παρ. 3 Α.Ν. 599/68 Άρθρ. 1 παρ. 4 Α.Ν. 599/68 Άρθρ. 1 παρ. 5 Α.Ν. 599/68, όπως αντικ. με την παρ. 1 Άρθρ. 43 Ν.955/79 Άρθρ. 3 παρ. 3 Ν. 1813/88 Άρθρ. 1 παρ. 6 Α.Ν. 599/68 Άρθρ. 1 παρ. 7 Α.Ν. 599/68 Άρθρ. 1 παρ. 8 Α.Ν. 599/68 (1) Για την κοινοποίηση των πράξεων ή αποφάσεων εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων.

1.

Η πράξη κανονισμού σύνταξης και η απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου των πράξεων κανονισμού σύνταξης υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του οικείου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία ασκείται από τον Υπουργό των Οικονομικών μέ?σα σ~ ένα χρόνο από την έκδοση της πράξης ή της απόφασης, καθώς και από κάθε ένα που έχει έννομο συμφέρον, μέσα σ~ ένα χρόνο από την κοινοποίησή της. Για τις εφέσεις αυτές και τα παραπέρα ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου που εκδίδονται μετά από την άσκηση έφεσης, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του οργανισμού του. Όταν ασκηθεί η έφεση εξαντλείται η δικαιοδοσία των οργάνων που αναφέρο?νται στο προηγούμενο άρθρο.

2.

Κάθε αίτηση σχετική με πράξη κανονισμού σύνταξης ή απόφαση της Επιτρο?πής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Σύνταξης που έχει εκδοθεί, η οποία στηρίζεται σε έγγραφα για το περιεχόμενο των οποίων δεν έγινε κρίση, δε θεωρείται ως ένδι?κο μέσο, αλλά ως αίτηση που εξετάζεται για πρώτη φορά.

3.

Υποθέσεις συντάξεων που κρίθηκαν οριστικά και τελεσίδικα, με τη διαδικασία του προηγούμενου άρθρου και του άρθρου αυτού, μπορούν να επαναφέρονται για εξέταση σε πρώτο βαθμό, με αίτηση των ενδιαφερομένων ή του Διευθυντή της αρ?μόδιας Διεύθυνσης Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής Συντάξεων, εφόσον αυτοί επι?καλούνται αντίθετη απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία εκδόθηκε μετά τη χρονολογία έκδοσης της οριστικής πράξης ή απόφασης που προσβάλλεται.

4.

Τα οικονομικά αποτελέσματα των πράξεων ή αποφάσεων που εκδίδονται σύμ?φωνα με τη διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου αρχίζουν από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης τους. Α Ρ Θ Ρ Ο 108 Εκτέλεση πράξεων.

1.

Το Υπουργείο Οικονομικών επιμελείται για την εκτέλεση των πράξεων και απο?φάσεων κανονισμού συντάξεων. Άρθρ. 72 παρ. 2 Β.Δ. 31.10.35, σε συνδ. με τις διατάξεις που αναφέρονται παρα?πάνω

2.

Μετά την αναγνώριση των προσώπων που δικαιούνται σύνταξη με πράξη ή απόφαση, κάθε τυχόν μείωση του ποσού της σύνταξης ή του αριθμού των προσώ?πων ενεργείται με πράξη του Υπουργού των Οικονομικών. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις χωριστής καταβολής της σύνταξης που έχει αναγνωριστεί.

3.

Οι μεταβολές που αφορούν την ενηλικίωση των αγοριών ενεργούνται την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους.

4.

Κατά των πράξεων ή παραλείψεων του Υπουργού των Οικονομικών στην άσκη?ση της αρμοδιότητάς του για την εκτέλεση των πράξεων ή των αποφάσεων κανονι?σμού σύνταξης σε βάρος του Δημοσίου ή την πληρωμή των συντάξεων γενικά στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν καταλογισμό σύνταξης που έχει ληφθεί χωρίς να οφείλεται, μπορεί ν~ ασκηθεί ένσταση στο Ελεγκτικό Συνέδριο, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την ημέρα που ο ενιστάμενος έλαβε γνώση της πράξης που προσβάλλεται ή σε περίπτωση παράλειψης, από την παρέλευση διμή?νου από την ημέρα που δημιουργήθηκε η υποχρέωση για έκδοση της πράξης που έχει παραλειφθεί. Η ένσταση κρίνεται από το αρμόδιο κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 7 του Π.Δ. 774/1980 και εφαρμόζονται παραπέρα οι διατάξεις των άρθρων 28-31, 47, 49-52 και 56-62 του π.δ/τος αυτού. Α Ρ Θ Ρ Ο 109 Επανεξέταση συνταξιοδοτικών υποθέσεων. Ο Υπουργός των Οικονομικών μπορεί, εφόσον κρίνει ότι χορηγήθηκε παράνο?μα σύνταξη ή σύνταξη μεγαλύτερη από εκείνη που καθορίζεται από το νόμο, να ζη?τά οποτεδήποτε από την Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κρά?τους του Υπουργείου Οικονομικών την επανεξέταση των σχετικών υποθέσεων. Άρθρ. 2 παρ. 1 Α.Ν. 599/68 Άρθρ. 2 παρ. 5 Α.Ν. 599/68 Άρθρ. 2 παρ. 4 Α.Ν. 599/68, όπως τροπ. με Άρθρ. 20 παρ. 8 Ν. 1489/84. Άρθρ. 72 παρ. 1 Β.Δ. 31.10.35, σε συνδ. με τις διατά?ξεις των άρθρ.16 παρ. 1 Α.Ν.2650/ 40 παρ. 1 Άρθρ. 10 Α.Ν.2665/40, Άρθρ. 12 Α.Ν. 2734/40, Άρθρ. 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 14 παρ. 3 Α.Ν. 1635/39 Άρθρ. 5 παρ. 1 Ν. 4448/64, σε συνδ. με το Άρθρ. 63 παρ. 1 Π.Δ. 774/80 Άρθρ. 9 Ν. 362/43 και Άρθρ. 66 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51 ΑΝΩΤΑΤΟ ΚΑΙ ΚΑΤΩΤΑΤΟ ΟΡΙΟ ΣΥΝΤΑΞΗΣ - ΕΝΑΡΞΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΣΥΡΡΟΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΧΩΝ Α Ρ Θ Ρ Ο 110 Ανώτατο και κατώτατο όριο σύνταξης.

1.

Η σύνταξη της χήρας συζύγου και των ορφανών δεν μπορεί σε κάθε περίπτω?ση να υπερβεί τη σύνταξη, που θα είχαν δικαίωμα να πάρουν σύμφωνα με αυτόν τον κώδικα τα ίδια πρόσωπα, αν ο σύζυγος ή ο πατέρας τους σκοτωνόταν στον πόλε?μο. Το ίδιο ισχύει για τη σύνταξη της πατρικής οικογένειας, αν ο γιός ή ο αδελφός, από τους οποίους προέρχεται το δικαίωμα, σκοτωνόταν στον πόλεμο.

2.

Το κατώτατο όριο σύνταξης ή βοηθήματος, όπου δεν καθορίζονται με βάση μισθό ενεργείας, ορίζεται ίσο με το ποσό της σύνταξης οπλίτη ανάπηρου πολέμου με ποσοστό ανικανότητας 30%, όπως ισχύει κάθε φορά. Το ποσό μηνιαίας σύνταξης ή βοηθήματος που καθορίζεται από το προηγούμενο εδάφιο αναπροσαρμόζεται με τις γενικές αυξήσεις που χορηγούνται κάθε φορά για τις συντάξεις. Η διάταξη του πρώτου εδαφίου αυτής της παραγράφου εφαρμόζεται στις ατομι?κές και τις οικογενειακές συντάξεις ή βοηθήματα. Ως ποσό οικογενειακής σύνταξης ή βοηθήματος για την εφαρμογή της παρα?γράφου αυτής νοείται και το μερίδιο που εναπομένει μετά την αναστολή μεριδίου συνδικαιούχου προσώπου, καθώς και το ποσό που αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στην πατρική οικογένεια κατά συμμετοχή, όχι όμως και το ποσό σύνταξης ή βοηθήματος που καταβάλλεται χωριστά.

3.

Η αναπροσαρμογή που γίνεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο ενεργείται από την υπηρεσία ή ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου η οποία μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε επί αναγνωρισμένων μεν κατά την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 1371/1973 δικαιωμάτων, με πράξη της αρμόδιας για την εκτέλεση των πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού συντάξεως ή βοηθήματος Διευθύνσεως της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γ.Λ.Κ., για όσες δε αναγνωρίζονται για πρώτη φορά, μετά την έναρξη της ισχύος του παραπάνω Ν. Δ/τος, με την ίδια πράξη ή απόφαση του οργάνου που αναγνώρισε το δικαίωμα, χωρίς να έχουν εφαρμογή στην περί?πτωση αυτή οι προθεσμίες της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας που ισχύει. Η καταβολή, μετά από αναπροσαρμογή, της διαφοράς σύνταξης ή βοηθήμα?τος των κατά συμμετοχή συνταξιούχων ή βοηθηματούχων δεν επηρεάζει το στη χή?ρα σύζυγο ή αυτή και τα τέκνα ή μόνο τα τέκνα αναγνωρισμένο ή αναγνωριζόμενο με πράξη ή απόφαση ποσό σύνταξης ή βοηθήματος. Α Ρ Θ Ρ Ο 111 Έναρξη πληρωμής σύνταξης.

1.

Οι συντάξεις των αναπήρων πολέμου αρχίζουν να καταβάλλονται από την επο?μένη της οριστικής απομάκρυνσής τους από την υπηρεσία ή εφόσον συντρέχει πε?ρίπτωση, από την επομένη της λήξης των εξάμηνων αποδοχών.

2.

Καταργήθηκε με Άρθρ. 15 παρ. 1 Ν. 1543/85.

3.

Οι συντάξεις των αναπήρων πολέμου οι οποίες αναγνωρίζονται ύστερα από παράταση των σχετικών προθεσμιών, ορίζονται να πληρώνονται από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης. Από την ίδια

Άρθρο 2 παρ. 2Α Α.Ν.

2650/40, Άρθρ. 2 παρ. 2 εδ. γ?Α.Ν. 1939/51, Π.Υ.Σ. 142/61 κυρ. με Άρθρ. 37 Ν. 4242/62

Άρθρο 1 Ν.Δ. 1371/ 73 σε

συνδ. με Άρθρ. 10 Ν. 1202/ 81, όπως αντικ. με Άρθρ. 6 παρ. 3 Ν. 2592/98.

Άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 2227/94.
Άρθρο 2 Ν.Δ. 1371/ 73.

Άρθρα 16 παρ. 3 Α.Ν. 2650/40, 10 Α.Ν. 2665/40, 7 Α.Ν. 2666/40, 11 Α.Ν. 2734/40, 5 παρ. 4 Α.Ν. 2885/41, 1 παρ. 6 Ν. 362/43, 6 παρ. 2 Α.Ν. 835/48, 6 Α.Ν. 1119/46, 4 παρ. 2 Ν. 1718/51 και 4 παρ. 2 Ν.Δ. 1142/72. Άρθρ. 14 Ν.Δ. 412/ 70.

4.

Αν οι συνέπειες εξαιτίας πάθησης από την υπηρεσία εκδηλώθηκαν μετά από την απομάκρυνση του στρατιωτικού από την υπηρεσία, η πληρωμή της σύνταξης για πάθηση αρχίζει από το χρόνο της εκδήλωσης των συνεπειών.

5.

Η πληρωμή των επιδομάτων, όπου δεν ορίζεται διαφορετικά, αρχίζει από τό?τε που αρχίζει και η πληρωμή της σύνταξης.

6.

Η πληρωμή της σύνταξης των μελών της οικογένειας αρχίζει από την επομέ?νη του θανάτου ή της εξαφάνισης ή της λήξης των εξάμηνων αποδοχών ή συντά?ξεων που παρέχονται γι’ αυτόν από τον οποίο έχουν το δικαίωμα της σύνταξης.

7.

Αν πεθάνει ο πατέρας το δικαίωμα της σύνταξης και η πληρωμή της σύνταξης της χήρας μητέρας ή αδελφών αρχίζει από την επομένη του θανάτου του.

8.

Σε περίπτωση, κατά την οποία η αναγνώριση δικαιώματος συμμετοχής του πα?τέρα ή της χήρας μητέρας ή των άγαμων αδελφών στη σύνταξη της χήρας συζύ?γου ή της χήρας συζύγου και των τέκνων ή μόνο των τέκνων γίνεται μετά τον κανο?νισμό της σύνταξης των προσώπων αυτών, η καταβολή του μεριδίου συμμετοχής αρχίζει από τη χρονολογία έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης.

9.

Αν εκδοθεί απόφαση για αφάνεια το δικαίωμα της σύνταξης και η πληρωμή της αρχίζει από την τελευταία στιγμή του κινδύνου ή την τελευταία είδηση για τον άφα?ντο, όπως ορίζεται στον ειδικό νόμο για τον άφαντο.

10.

Στην περίπτωση εξαφάνισης στρατιωτικού στον πόλεμο ή σε επιστράτευση, όπου συντρέχει περίπτωση για εφαρμογή του κώδικα αυτού, το δικαίωμα της σύ?νταξης και η πληρωμή αρχίζει από την τελευταία στιγμή του κινδύνου ή την τελευ?ταία είδηση για τον άφαντο, αν η εξαφάνιση παραταθεί για ένα εξάμηνο, χωρίς να εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή οι σχετικές διατάξεις για την αφάνεια και το εξάμηνο περιορίζεται σε τρίμηνο, εφόσον πρόκειται για εξαφάνιση σε πτήση ή κα?τάδυση.

11.

Συνταξιούχοι γενικά του Δημοσίου, που έχουν απαχθεί ως όμηροι από τις Αρχές Κατοχής ή από ένοπλες οργανώσεις ή ομάδες πριν από την απελευθέρωση της χώρας ή μετά από αυτήν, των οποίων η τύχη δεν είναι γνωστή ή οπωσδήποτε εξα?φανίσθηκαν στην πολεμική περίοδο, θεωρούνται για τον κανονισμό της σύνταξης που ανήκει στην οικογένειά τους σαν να πέθαναν την ημέρα της απαγωγής τους ως ομήρων ή της τελευταίας είδησης γι’ αυτούς. Α Ρ Θ Ρ Ο 112 Καταβολή εξάμηνων αποδοχών

1.

Στη χήρα των στρατιωτικών και υπαλλήλων που σκοτώθηκαν, εξαφανίσθηκαν ή πέθαναν από τραύματα, με τις προϋποθέσεις αυτού του κώδικα, και τα παιδιά τους, εφόσον αυτά είναι κορίτσια άγαμα, και τα αγόρια άγαμα και ανήλικα ή ενήλι?κα και ανίκανα για εργασία, καταβάλλονται για ένα εξάμηνο από το θάνατο ή την εξαφάνισή τους όλες οι αποδοχές ενέργειας του βαθμού, τον οποίο έφερε ο στρα?τιωτικός ή ο υπάλληλος κατά το χρόνο του θανάτου του ή της εξαφάνισής του.

2.

Αν αυτός που πέθανε είναι συνταξιούχος, καταβάλλεται για έξι μήνες στη χή?ρα, και με τους όρους της προηγούμενης παραγράφου στα παιδιά του, ολόκληρη η σύνταξή του. Έχει ληφθεί από τα Άρθρ. 6 Ν. 1640/44, 5 Ν. 4340/64, 2 Ν. 228/75, 36 και 41 Ν. 955/79. Άρθρ. 64 παρ. 4 Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 παρ. 1 εδ. β~ Α.Ν. 1854/51. Άρθρ. 64 παρ. 2 Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 παρ. 1 εδ. β~ Α.Ν. 1854/51.

Άρθρο 64 παρ. 1 Β.Δ. 31-1035 σε συνδ. με Άρθρ. 16 Α.Ν.

2650/40, 6 Α.Ν. 1119/46, 6 παρ. 2 Α.Ν. 835/48, 70 παρ. 1 εδ. β~ Α.Ν. 1854/51 και 4 παρ. 2 Ν.Δ. 1142/72.

Άρθρο 64 παρ. 6 Β.Δ. 31-1035 σε συνδ. με Άρθρ. 16 Α.Ν.

2650/40 και 70 παρ. 1 εδ. β~ Α.Ν. 1854/51.

Άρθρο 1 παρ. 3 Α.Ν. 2885/41.
Άρθρο 64 παρ. 7 Β.Δ. 31-1035 σε συνδ. με Άρθρ. 16 Α.Ν.

2650/40 και 70 παρ. 1 εδ. β~ Α.Ν. 1854/51.

Άρθρο 64 παρ. 8 Β.Δ. 31-1035 σε συνδ. με Άρθρ. 16 Α.Ν.

2650/40, 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 και 4 παρ. 3 Α.Ν. 2885/41.

Άρθρο 4 παρ. 2 Α.Ν. 1119/45.

Άρθρ. 65 Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/ 40, 16 Α.Ν. 1119/ 46, 6 παρ. 1 Α.Ν. 835/48, 4 παρ. 1 Ν. 1718/51, 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 και 4 παρ. 1 Ν.Δ. 1142/72 μαζί με τα τυχόν επιδόματα ή προσαυξήσεις που παρέχονται από τον κώδικα αυτό είναι μεγαλύτερη από τις αποδοχές, οπότε η πληρωμή αρχίζει, από τότε που γεν?νήθηκε το δικαίωμα στη σύνταξη, χωρίς να καταβάλλονται στην περίπτωση αυτή οι εξάμηνες αποδοχές. Α Ρ Θ Ρ Ο 113 Συρροή σύνταξης και αποδοχών

1.

Επιτρέπεται συγχρόνως η καταβολή μέχρι δύο το πολύ συντάξεων ή σύντα?ξης και αποδοχών σε συνταξιούχους που λαμβάνουν πολεμική ή προσωπική σύ?νταξη, με τους οποίους εξομοιώνονται και οι πολιτικοί υπάλληλοι και στρατιωτικοί που τραυματίζονται σε υπηρεσία που συνεπάγεται επαυξημένο κίνδυνο ή από απρόοπτο συμβάν και οι οικογένειες όσων από αυτούς σκοτώνονται. Το ίδιο ισχύει και όταν απονεμήθηκε η σύνταξη στη χήρα σύζυγο και τα παιδιά του υπαλλήλου ή στρατιωτικού που σκοτώθηκε ή πέθανε από τραύματα σε εκτέλε?ση διατεταγμένης υπηρεσίας. Το συντάξιμο της υπηρεσίας, για την οποία καταβάλλεται στην περίπτωση αυ?τή ο μισθός, δεν αίρεται από τη σύγχρονη καταβολή της σύνταξης.

2.

Από μία υπηρεσία και από μία έξοδο από αυτήν ένα μόνο δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο γεννιέται και ο δικαιούχος μπορεί να επιλέξει πάντοτε την καταβο?λή σ’ αυτόν της πολεμικής ή της με βάση άλλες διατάξεις σύνταξης, που του ανή?κει από την ίδια υπηρεσία. Όταν συντρέχει περίπτωση για εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδα?φίου, ανεξάρτητα από το αν ο περιορισμός της αναγράφεται στις πράξεις ή απο?φάσεις κανονισμού σύνταξης, δε διατάσσεται από τον Υπουργό Οικονομικών στην άσκηση της αρμοδιότητας για εκτέλεσή τους η καταβολή της δεύτερης σύνταξης. Κατά των πράξεων ή παραλείψεων του Υπουργού Οικονομικών, που αναφέρονται στο παραπάνω εδάφιο δεν μπορεί ν~ασκηθεί κανένα άλλο ένδικο μέσο σε οποιοδή?ποτε δικαστήριο εκτός από αυτό που προβλέπεται στο άρθρο 5 του Ν. 4448/1964. Κάθε πράξη εντολής πληρωμής, που εκδίδεται κατά παράβαση αυτής της παρα?γράφου, είναι άκυρη.

3.

Αν από το θάνατο συνταξιούχου γεννιώνται για την οικογένειά του περισσό?τερα από ένα δικαιώματα σύνταξης που προέρχονται από δική του υπηρεσία ή πα?θημά του ή από τις συνθήκες του θανάτου του, η οικογένεια του δικαιούται μόνο τη μία σύνταξη με επιλογή της. Το ίδιο ισχύει και για τις οικογένειες των δημόσιων υπαλλήλων, στρατιωτικών και συνταξιούχων γενικά που πέθαναν για τους οποίους αναγνωρίζονται περισσότερα από ένα δικαιώματα σύνταξης ειρηνικής ή πολεμικής περιόδου τα οποία προέρχο?νται από υπηρεσία ή πάθημα του ιδίου προσώπου.

4.

Σε περίπτωση συρροής περισσότερων βοηθημάτων για τα ίδια πρόσωπα σύμ?φωνα με τον Α.Ν. 1512/50 καταβάλλεται ένα μόνο βοήθημα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε~

ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ - ΠΑΡΑΓΡΑΦΕΣ - ΔΙΑΓΡΑΦΕΣ Α Ρ Θ Ρ Ο 114 (Καταργήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 8 του Ν. 1489/1984) Α Ρ Θ Ρ Ο 115 Περιορισμός στην αναδρομική πληρωμή συντάξεων

1.

Σε κάθε περίπτωση κανονισμού ή αύξησης αναδρομικά πολεμικής σύνταξης ή βοηθήματος ή επιδόματος δεν επιτρέπεται να αναγνωρισθούν ποσά σε βάρος του Δημοσίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από τρία έτη από την πρώτη του αντί?στοιχου μήνα που εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση.

2.

Οι αναδρομικές συντάξεις, που καταβάλλονται στους συνταξιούχους και τις οικογένειές τους, παρακρατούνται ολόκληρες για εξόφληση του χρέους που τυχόν έχει βεβαιωθεί σε βάρος του συνταξιούχου από σύνταξη που εισπράχθηκε χωρίς να οφείλεται ή από χρέος που προέρχεται από κλοπή χρημάτων του Δημοσίου ή διαχειριστικό έλλειμμα. Με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών επιτρέπεται Άρθρ. 58 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51 σε συνδ. με Άρθρ. 1 παρ. 1-4 Ν.Δ. 3618/56. Άρθρ. 1 και 2 Ν.Δ. 1141/72.

Άρθρο 58 παρ. 4 Α.Ν.

1854/51, όπως ερμην. με το Άρ?θρ. 4 Ν.Δ. 2704/53 και τροπ. με Άρθρ. 6 παρ. 7 Ν. 2227/94. Άρθρ. 14 παρ. 3 Α.Ν. 1949/51. Άρθρ. 60 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 σε συνδ. με το Άρθρ. 2 Ν.Δ. 2615/53, όπως αντικ. με Άρθρ. 20 παρ. 9 Ν. 1489/84.

3.

Αυτά που οφείλονται στο Δημόσιο για σύνταξη που εισπράχθηκε χωρίς να οφείλεται από το συνταξιούχο που έχει πεθάνει, καταβάλλονται στο Δημόσιο από τα πρόσωπα, στα οποία μεταβιβάζεται η σύνταξή του και μπορούν να παρακρατη?θούν ολόκληρα από τις αναδρομικές συντάξεις που ανήκουν στα πρόσωπα αυτά, αδιάφορα αν έκαναν δεκτή ή όχι την τυχόν κληρονομιά που τους άφησε. Αυτοί που τα κατέβαλαν έχουν δικαίωμα αναγωγής κατά των άλλων κληρονό?μων.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να καθορίζεται κάθε φορά κατώτατο όριο ποσού για σύ?νταξη που εισπράχθηκε χωρίς να οφείλεται, το οποίο δεν αναζητείται. Α Ρ Θ Ρ Ο 116 Παραγραφές

1.

Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων γενικά και βοηθη?ματούχων του Δημοσίου, καθώς και των κληρονόμων τους, από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και βοηθήματα είναι δύο ετών, έστω και αν έχουν ενταλθεί εσφαλμένα. Η παραγραφή αυτή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.

2.

Οι εντελλόμενες δεδουλευμένες συντάξεις, βοηθήματα ή επιδόματα κατά την εκτέλεση για πρώτη φορά πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού σύνταξης ή βοηθή?ματος παραγράφονται σε δύο χρόνια που αρχίζουν μετά την παρέλευση τριμήνου από τη χρονολογία έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης.

3.

Οι συντάξεις που από οποιονδήποτε λόγο οφείλονται, έστω και αν δεν έχουν αναγνωριστεί ακόμη, σ’ αυτούς που πέθαναν, καταβάλλονται στους κληρονόμους εφόσον αυτοί μέσα σε ένα εξάμηνο από το θάνατο των δικαιοπαρόχων τους ζητή?σουν εγγράφως την πληρωμή ή αναγνώριση των συντάξεων, αφού συνυποβάλλουν μαζί με την αίτηση στο αρμόδιο Υπουργείο ή την Υπηρεσία Συντάξεων σχετική λη?ξιαρχική πράξη θανάτου.

4.

Οι παραγραφές που αναφέρονται στις παραπάνω παραγράφους τρέχουν και κατ~ αυτών που διατελούν σε επιτροπεία, κηδεμονία ή δικαστική αντίληψη. Αν τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν επίτροπο ή κηδεμόνα ή αντιλήπτορα η παρα?γραφή δεν συμπληρώνεται πριν από την παρέλευση έξι μηνών από τότε που έγιναν απεριόριστα ικανά ή απέκτησαν επίτροπο, κηδεμόνα ή αντιλήπτορα. Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται εφόσον τα πρόσωπα αυτά έχουν την ικα?νότητα δικαστικής παράστασης.

5.

Αίτηση του δικαιούχου για πληρωμή σύνταξης, βοηθήματος ή επιδόματος που έχει καθυστερήσει, η οποία υποβάλλεται πριν από την πάροδο της παραπάνω διε?τίας ή της εξάμηνης προθεσμίας, διακόπτει την παραγραφή για μία ακόμη διετία, η οποία αρχίζει από τη χρονολογία που φέρει η απάντηση του διατάκτη ή της αρμό?διας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής. Αν η αρμόδια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία που υποβλήθηκε η αίτηση. Άρθρ. 12 παρ. 1 Α.Ν. 2414/40. Άρθρ. 12 παρ. 2 Α.Ν. 2414/40. Άρθρ. 60 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51. Άρθρ. 21 παρ. 1 Α.Ν. 1635/39, όπως ισχύει μετά τα Άρθρ. 90 παρ. 5 και 91 Ν. 2362/95. Άρθρ. 21 παρ. 2 Α.Ν. 1635/39, όπως ισχύει μετά το Άρθρ. 90 παρ. 5 εδ. δεύτ. Ν. 2362/95. Άρθρ. 21 παρ. 3 Α.Ν. 1635/39, όπως ισχύει μετά τα Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 Α.Ν. 1854/51. Άρθρ. 21 παρ. 4 Α.Ν. 1635/39, όπως ισχύει μετά τα Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 Α.Ν. 1854/51. Άρθρ. 21 παρ. 5 Α.Ν. 1635/39 σε συνδ. με Άρθρ. 93 περ. β~ Ν. 2362/95. Α Ρ Θ Ρ Ο 117 Απώλεια δικαιώματος σύνταξης

1.

Το δικαίωμα σε πολεμική σύνταξη χάνεται στις παρακάτω περιπτώσεις:

  • α) Αν ο δικαιούχος καταδικασθεί αμετάκλητα, είτε όταν ήταν στην ενέργεια είτε

ως συνταξιούχος, σε ποινή κάθειρξης για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, πλαστογρα?φία, απιστία, παραποίηση ή σε φυλάκιση για δωροδοκία ή δωροληψία, εφόσον τα αδικήματα αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή κατά νομικών προσώπων δημό?σιου δικαίου, καθώς και αν καταδικασθεί αμετάκλητα για κάποιο από τα αδικήματα των άρθρων 270 και 272 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του Ν.Δ. 364/1969. Αν δοθεί χάρη με άρση των συνεπειών ή επέλθει δικαστική αποκατάσταση, το δικαίωμα ανακτάται με τους όρους της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου.

  • β) Αν ή η θυγατέρα έλθει σε γάμο ή η χήρα σε νέο γάμο είτε κατά το δίκαιο της

χώρας μας είτε κατά το αλλοδαπό δίκαιο ή αν η χήρα σύζυγος εκπέσει από τη γο?νική μέριμνα των παιδιών για καταδίκη σε αδίκημα που διέπραξε με δόλο και το οποίο αφορά τη ζωή, την υγεία και τα ήθη του τέκνου σύμφωνα με το άρθρο 1537 του Αστικού Κώδικα.

  • γ) Αν η χήρα σύζυγος που δικαιώθηκε σύνταξη καταδικασθεί με αμετάκλητη δι?καστική απόφαση για παιδοκτονία.
2.

Στην περίπτωση γ~ της προηγούμενης παραγράφου αυτός που πέθανε θεω?ρείται ως άγαμος για το σε σύνταξη δικαίωμα της πατρικής του οικογένειας. Α Ρ Θ Ρ Ο 118 Αναστολή άσκησης του δικαιώματος σύνταξης

1.

Το δικαίωμα σε σύνταξη ή καταβολή δεν μπορεί να ασκηθεί αν ο δικαιούχος:

  • α) Καταδικασθεί σε ποινή κάθειρξης για οποιοδήποτε αδίκημα εκτός από αυτά

που αναφέρονται στην περ. α~ της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου και μέχρι τη λήξη της ποινής.

  • β) Αποβάλει την ελληνική ιθαγένεια.
2.

Αν αρθεί ο λόγος της μη άσκησης, το δικαίωμα στη σύνταξη αρχίζει ή επανα?λαμβάνεται από την πρώτη του επόμενου μήνα μετά την άρση.

3.

Για τους πολίτες των άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής ~Ενωσης δεν απαι?τείται η ελληνική ιθαγένεια για την απόκτηση δικαιώματος σύνταξης.

4.

Αν εκδοθεί απόφαση, για αφάνεια το δικαίωμα στη σύνταξη δεν μπορεί να ασκηθεί πριν από τη νόμιμη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης για την αφά?νεια. Στην περίπτωση της εξαφάνισης του στρατιωτικού στον πόλεμο ή την επι?στράτευση, το δικαίωμα σε σύνταξη μπορεί να ασκηθεί μετά απο ένα εξάμηνο από την εξαφάνιση, το οποίο περιορίζεται σε τρεις μήνες, εφόσον πρόκειται για εξαφά?νιση σε πτήση ή κατάδυση. Α Ρ Θ Ρ Ο 119 Μεταβίβαση σύνταξης στη σύζυγο και τα τέκνα του καταδίκου

1.

Η σύζυγος και τα τέκνα αυτού που καταδικάσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 117 παρ. 1 περίπτ. α~ δικαιούνται με τους όρους αυτού του κώδικα τη σύνταξη που τους ανήκει, σαν αυτός που καταδικάσθηκε να είχε πεθάνει. Αν αυτός που καταδικάσθηκε αποκτήσει πάλι δικαίωμα σύνταξης σύμφωνα, με τους όρους του δεύτερου εδαφίου της περίπτ. α~ της παρ. 1 του άρθρου 117, παύει η πληρωμή της παραπάνω σύνταξης.

2.

Η σύζυγος και τα τέκνα αυτού που καταδικάστηκε σύμφωνα με το άρθρο 118 παρ. 1 περίπτ. α~ δικαιούνται στο χρονικό διάστημα, που δεν μπορεί να ασκηθεί απ~ αυτόν το δικαίωμα για σύνταξη ή καταβολή να πάρουν τη σύνταξη που τους ανήκει σύμφωνα με αυτόν τον κώδικα σαν αυτός που καταδικάσθηκε να είχε πεθάνει. Άρθρ. 69 περ. γ~ Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με Άρθρ. 1 παρ. 1 Ν.Δ. 366/69 Α.Ν. 2650/40, 13 Α.Ν. 1512/50 και 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με Άρθρ. 11 παρ. 5 και 6 Ν. 1813/88. Άρθρ. 69 περ. δ~ Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με τα Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40, 8 Ν.Δ. 1294/42, 13 Α.Ν. 1512/50, 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/ 51, όπως αντικ. με Άρθρ. 11 παρ. 5 του Ν. 1813/88. Άρθρ. 7 Ν. 70/43, όπως αντικ. με άρθ. 11 παρ. 5 Ν. 1813/88. Άρθρ. 8 Ν.Δ. 1294/42 και 7 Ν.Δ. 70/43. Άρθρ. 70 παρ. 1 Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με τα Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40, 13 Α.Ν. 1512/50 και 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 3 παρ. 6 Ν. 2703/99. Άρθρ. 70 παρ. 2 Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με Άρθρ. 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 σε συνδ. με Άρθρ. 4 παρ. 3 Α.Ν. 2885/41 που αναριθμ. με Άρθρ. 3 παρ. 6 Ν. 2703/99. Άρθρ. 71 παρ. 1 Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με άρθρα 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 Άρθρ. 71 παρ. 2 Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με άρθρα 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 Α Ρ Θ Ρ Ο 120 Εκχώρηση και κατάσχεση της σύνταξης

1.

Η σύνταξη δεν εκχωρείται ούτε κατάσχεται και οι σχετικές με αυτές πράξεις είναι αυτοδίκαια άκυρες.

2.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται εκχώρηση και κατάσχεση της σύνταξης μέχρι το ένα τέταρτο αυτής.

  • α) για έξοδα διατροφής αυτών που έχουν τέτοιο δικαίωμα από το νόμο ή για χρέη

από κάθε αιτία στο Δημόσιο και

  • β) για χρέη σε οργανισμούς δημόσιου δικαίου από δάνεια που έχουν συναφθεί

χωρίς παροχή εμπράγματης ασφάλειας ή από βραχυπρόθεσμες πιστώσεις, που παρέχονται με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από τον Α.Ν. 1453/38.

3.

Σε περίπτωση περισσότερων κατασχέσεων της σύνταξης, αυτή αποδίδεται σ’ αυτούς που την έχουν κατασχέσει μέχρι τα 2/5 αυτής σε ίσα μερίδια μεταξύ τους. Αν όμως επιβλήθηκε κατάσχεση για διατροφή, το ποσό που πρέπει να αποδοθεί γι’ αυτήν είναι πάντοτε ίσο με το 1/4 της σύνταξης, και το υπόλοιπο κατανέμεται σε ίσες μερίδες μεταξύ των άλλων που έχουν κάνει κατάσχεση.

4.

Με τις διατάξεις αυτού του άρθρου δε θίγονται οι εκχωρήσεις που επιτρέπο?νται από ειδικές διατάξεις για τη σύναψη οικοδομικών δανείων από τους συνταξι?ούχους του Δημοσίου. Α Ρ Θ Ρ Ο 121 Ατέλειες - Φορολογικές απαλλαγές

1.

Οι αιτήσεις, τα πιστοποιητικά και κάθε φύσης δικαιολογητικά για την απονομή πολεμικής σύνταξης απαλάσσονται από κάθε τέλος χαρτοσήμου.

2.

Όσοι υποβάλλουν αίτηση για απονομή πολεμικής σύνταξης ή βοηθήματος απαλλάσσονται από την υποχρέωση για καταβολή του ποσού που ορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών υπέρ του Δημόσιου Ταμείου. Η παραπάνω απαλλαγή ισχύει και για τις ενστάσεις, αναθεωρήσεις και εφέσεις που ασκούνται.

3.

Οι συντάξεις ή αποζημιώσεις που παρέχονται σύμφωνα με τον κώδικα αυτόν απαλλάσσονται από κάθε κράτηση για φόρο και τέλη χαρτοσήμου υπέρ του Δημο?σίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η~

ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ ΑΠΟ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ - ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΜΕΛΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ - ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ ΤΕΚΝΩΝ Α Ρ Θ Ρ Ο 122 Επανεξέταση από την οικεία Α.Υ. Επιτροπή

1.

Όπου στον κώδικα αυτόν προβλέπεται εξέταση από την οικεία Ανώτατη Υγειο?νομική Επιτροπή, επιτρέπεται για μία μόνο φορά επανεξέταση αυτού που έπαθε ή σε περίπτωση θανάτου του του οικείου φακέλου από την ίδια Επιτροπή με διαταγή του Υπουργού των Οικονομικών, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου που συνοδεύ?εται υποχρεωτικά από το παράβολο που ορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Υπουρ?γού των Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2.

Η σύνταξη ή αύξηση της σύνταξης που κανονίζεται ύστερα από την επανεξέ?ταση σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο ορίζεται να πληρώνεται από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ : Με την 2017349/275/0092/30-3-1993 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών το παραπάνω παράβολο ορίστηκε στο ποσό των 5.000 δραχμών. Άρθρ. 74 παρ. 1 Β.Δ. 31-10-35 και 1 Α.Ν. 1454/38. Άρθρ. 74 παρ. 2 Β.Δ. 31-10-35 και 1 Α.Ν. 1453/38. Άρθρ. 74 παρ. 3 Β.Δ. 31-1035, 1 Α.Ν. 1454/38 και 7 παρ. 2 Α.Ν. 2414/40 Άρθρ. 1 παρ. 6 Α.Ν. 1453/38. Άρθρ. 75 Β.Δ. 31-10-35, 12 Α.Ν. 2650/40 και 38 παρ. 1 Α.Ν. 1324/49. Άρθρ. 12 Α.Ν. 2650/40, 6 παρ. 5 Α.Ν. 599/68 και 40 παρ. 4 Α.Ν. 1324/49 Άρθρ. 2 παρ. 6 Α.Ν. 2885/41, σχετ. Άρθρ. 7Ε Ν. 3323/ 55. Άρθρ. 2 παρ. 1 και 3 παρ. 1 Ν. 2125/52, όπως αντικ. με Άρθρ. 20 παρ. 7 Ν. 1489/84. Άρθρ. 3 παρ. 2 Ν. 2125/52.

1.

Οι στρατιωτικοί γενικά και οι πολιτικοί υπάλληλοι οι οποίοι συνταξιοδοτούνται ως ανάπηροι πολέμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα αυτού, εφόσον επι?καλούνται επιδείνωση της κατάστασης της υγείας τους που οφείλεται στην εξέλι?ξη νόσου ή του τραύματος, για τα οποία συνταξιοδοτήθηκαν, χωρίς την επίδραση άλλων αιτίων, δικαιούνται με αίτησή τους να επανεξετασθούν από την οικεία Ανώ?τατη Υγειονομική Επιτροπή. Οι επανεξετάσεις του προηγούμενου εδαφίου σε καμιά περίπτωση δεν μπο?ρεί να είναι περισσότερες από δύο (2).

2.

Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή αποφαίνεται με αιτιολογημένη γνωμάτευσή της για την επιδείνωση ή όχι της υγείας του αναπήρου που επανεξετάζεται, για τα αίτια που την προκάλεσαν, για το ποσοστό ανικανότητας κατά το χρόνο της επανε?ξέτασης και για το αν η επιδείνωση είναι συνέπεια του τραύματος ή του παθήματος για το οποίο συνταξιοδοτείται.

3.

Η σύνταξη του αναπήρου κανονίζεται με βάση το νέο ποσοστό ανικανότητας που καθορίζεται μετά από κάθε επανεξέταση, είτε αυτό είναι μεγαλύτερο είτε είναι μικρότερο. Σε περίπτωση που καθορισθεί ποσοστό ανικανότητας που δεν παρέχει δικαίωμα σύνταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν, η καταβολή της σύ?νταξης διακόπτεται. Η σύνταξη που διακόπτεται με τον παραπάνω τρόπο μπορεί να καταβληθεί και πάλι μόνο στην περίπτωση που θα επακολουθήσει νέα επανεξέταση, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου αυτού, με την οποία θα καθορίζεται συ?ντάξιμο ποσοστό ανικανότητας. Επανεξέταση για την επαναχορήγηση σύνταξης που έχει διακοπεί δεν επιτρέπεται να γίνει πριν να παρέλθει ένα τουλάχιστον έτος από την προηγούμενη επανεξέταση.

4.

Σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού τα οικονομικά αποτε?λέσματα αρχίζουν από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης.

5.

Συντάξεις που έχουν διακοπεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του Ν. 1489/84 σύμ?φωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Α.Ν. 1656/1951, όπως αυτές ερμηνεύτη?καν με την παρ. 3 του άρθρου 3 του Ν.Δ. 2704/1953, τις διατάξεις της παρ. 6 του άρ?θρου μόνου του Ν. 2256/1952 και τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 13 του Ν.Δ. 3913/1958, μπορεί να επαναχορηγηθούν σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παρα?γράφους 3 και 4 του άρθρου αυτού, στην παρ. 2 του άρθρου 53 του Π.Δ. 1041/1979 και στην παρ. 3 του άρθρου 13 του Ν.Δ. 3913/1958, όπως αντικαταστάθηκαν με το Ν. 1489/84.

6.

Για την εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 1489/84, δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν επανεξετάσεις για επιδείνωση που έγιναν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 1656/1951. Το ίδιο ισχύει και για την εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 53 του Π.Δ. 1041/1979 και της παρ. 3 του Ν.Δ. 3913/1958, όπως αντικαταστάθηκαν με το Ν. 1489/84, σχετικά με τις επανεξετάσεις που έγιναν αντίστοιχα, πριν από την έναρ?ξη της ισχύος του Ν. 2256/1952 και του Ν.Δ. 3913/1958. Α Ρ Θ Ρ Ο 124 Απόδειξη ανικανότητας μελών οικογένειας Η γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής που εκδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 17, 18, 35 και 36 αυτού του κώδικα για την ανικανότητα των τέκνων και των αδελφών εί?ναι υποχρεωτική για το όργανο που αποφασίζει ή δικαιοδοτεί, αν είναι ομόφωνη. Α Ρ Θ Ρ Ο 125 Ενηλικίωση τέκνων Η ενηλικίωση των αγοριών που συνταξιοδοτούνται θεωρείται ότι γίνεται την 31η Δεκεμβρίου του έτους κατά το οποίο συμπληρώνουν το 18ο έτος της ηλικίας τους. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται για συντάξεις που, κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 2227/94, έχουν κανονισθεί με διαφορετικό όριο ηλικίας. Άρθρ. 2 παρ. 1 Α.Ν. 1656/51, όπως αντικ. με Άρθρ. 6 Ν. 1489/84. Άρθρ. 2 παρ. 2 Α.Ν. 1656/51, όπως αντικ. με Άρθρ. 6 Ν. 1489/84. Άρθρ. 2 παρ. 3 Α.Ν. 1656/51 σε συνδ. με αρθρ. 3 παρ. 1 Ν.Δ. 2704/53, όπως αντικ. με Άρθρ. 6 Ν. 1489/84. Άρθρ. 6 Ν. 1489/84. Άρθρ. 9 Ν. 1489/84. Άρθρ. 9 Ν. 1489/84. Άρθρ. 61 Β.Δ. 31-10-35 σε συνδ. με άρθρα 16 Α.Ν. 2650/40 και 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51. Άρθρ. 14 παρ. 1 Α.Ν. 1635/39 σε συνδ. με Άρθρ. 70 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με Άρθρ. 6 παρ. 8 Ν. 2227/94.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α~

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Α Ρ Θ Ρ Ο 126 Υπαγωγή συνταξιούχων παλαιών πολέμων στις συνταξιοδοτικές διατάξεις που αφορούν τον πόλεμο 1940-41 - Αναπροσαρμογή σύνταξης

1.

Στις διατάξεις για απονομή σύνταξης στους στρατιωτικούς κ.λπ. που τραυμα?τίζονται και όσους γίνονται ανίκανοι από τις κακουχίες του πολέμου 1940 και τις οι?κογένειές τους, υπάγονται από 1ης Απριλίου 1942 και εκείνοι που στο παρελθόν δι?καιώθηκαν πολεμική σύνταξη και αν ακόμη δε συντρέχουν γι’ αυτούς όλες οι προ?ϋποθέσεις απονομής σύνταξης που αναφέρονται στις διατάξεις αυτές (ποσοστό ανικανότητας κ.λπ.).

2.

Επίσης υπάγονται από την ισχύ του Ν. 362/1943 (23-7-43) και:

  • α) Οι αξιωματικοί και ανθυπασπιστές που συνταξιοδοτούνται γιατί έπαθαν από

πολεμικό τραύμα ή νόσο απότοκη των κακουχιών των παλαιών πολέμων, εφόσον η ανικανότητα επήλθε κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής τους υπηρεσίας στον πό?λεμο ή μέσα σ’ ένα εξάμηνο από την απόλυσή τους από τις τάξεις του στρατεύμα?τος ή αν πρόκειται για αξιωματικούς και ανθυπασπιστές που υπηρέτησαν και μετά την λήξη της εμπόλεμης κατάστασης μέσα σ’ ένα εξάμηνο από τη λήξη αυτή, εφό?σον δεν έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 4506/1930, όπως τροποποιήθηκε αρ?γότερα.

  • β) Οι έφεδροι αξιωματικοί και ανθυπασπιστές, που έχουν καταστεί ανίκανοι για

τη στρατιωτική υπηρεσία από τραύμα που έλαβαν στον πόλεμο, κατά το χρόνο που αυτοί έφεραν το βαθμό του υπαξιωματικού, εφόσον δικαιώθηκαν σύνταξη σύμφω?να με τις διατάξεις για τους παλαιούς πολέμους και εφόσον δεν έχουν υπαχθεί στους νόμους 2588/1921 και 4506/1930, όπως αυτοί τροποποιήθηκαν αργότερα.

  • γ) Αυτοί στους οποίους αναφέρεται η παρ. 9 του άρθρου 83 του Β.Δ. της 31ης

Οκτωβρίου 1935.

3.

Η υπαγωγή σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους ενεργείται ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων ή και χωρίς αίτηση από το όργανο που αποφασί?ζει για τις πολεμικές συντάξεις.

4.

Το όργανο που αποφασίζει για τις συντάξεις, όταν προβαίνει στην αναπρο?σαρμογή της σύνταξης, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, εξετάζει από την αρχή το συνταξιοδοτικό δικαίωμα και αν αυτό στηρίζεται σε επίσημα έγ?γραφα, όπως αυτά καθορίζονται από το άρθρο 13 αυτού του Κώδικα, η αναπρο?σαρμογή είναι υποχρεωτική για το συνταξιοδοτικό όργανο, άν όμως στηρίζεται σε μαρτυρικές καταθέσεις ή γενικά σε έγγραφα, που έχουν εκδοθεί με βάση μαρτυρι?κές καταθέσεις, είναι στην εξουσία του ίδιου οργάνου να κρίνει για την αναπρο?σαρμογή ή όχι της σύνταξης. Το όργανο που αποφασίζει για τις συντάξεις, αν δεν πείθεται από τα στοιχεία του φακέλου για το αν υπάρχει δικαίωμα σύνταξης, διατάζει με απόφασή του ή τη διακοπή της σύνταξης ή την παραπέρα έρευνα για συμπλήρωση των δικαιολογητι?κών εγγράφων για τη χορήγηση της σύνταξης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 12 αυτού του κώδικα. Αν και μετά την παραπέρα έρευνα που έχει διαταχθεί διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει δικαίωμα σε σύνταξη, διατάσεται η δια?κοπή της σύνταξης.

5.

Κατά των πράξεων της προηγούμενης παραγράφου επιτρέπονται τα ένδικα μέσα που καθορίζονται στο άρθρο 2 του Α.Ν. 599/1968, τα οποία μπορούν να ασκη?θούν μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο αυτό. Άρθρ. 1 Ν. 70/43. Άρθρ. 1 παρ. 2 Ν. 362/43. Άρθρ. 1 παρ. 2 Ν. 362/43 σε συνδ. με Άρθρ. 53 παρ. 7 Β.Δ. 31-10-35 που προστέθ. με Άρ?θρ. 8 Α.Ν. 1635/39.

Άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 362/43 σε

συνδ. με Άρθρ. 83 παρ. 9 Β.Δ. 31-10-35. Άρθρ. 3 παρ. 1 Ν. 70/43 σε συνδ. με άρθρα 8 Ν. 1640/44 και 1 παρ. 6 Ν. 362/43. Άρθρ. 10 παρ. 1 Ν.Δ. 507/41 σε συνδ. με Άρθρ. 4 παρ. 1 Ν. 70/43. Άρθρ. 10 παρ. 1 Ν.Δ. 507/41 σε συνδ. με Άρθρ. 4 παρ. 1 Ν. 70/43 και Α.Ν. 599/68. ισχυρά. Με βάση τα παραπάνω πιστοποιητικά θεωρείται ότι αποδεικνύεται και η ιδιό?τητα του στρατιωτικού κατά το χρόνο του παθήματος, εφόσον αυτός κατάγεται από τη Μικρά Ασία ή υπάγεται σε Γραφείο Μητρώων που έπαυσε να λειτουργεί ή του οποίου τα αρχεία έχουν καταστραφεί στο σύνολο ή κατά ένα μέρος, γεγονότα που αποδεικνύονται με βεβαίωση της αρμόδιας Στρατιωτικής Αρχής.

7.

Αν κατά την εξέταση του δικαιώματος από την αρχή προκύψει ότι δε συντρέχουν για την αρχική θεμελίωσή του οι προϋποθέσεις του Ν. 3122/1924, αλλά κά?ποιου άλλου νόμου, το όργανο που αποφασίζει είναι αρμόδιο και για την αναγνώ?ριση του δικαιώματος σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις, και συνάμα προβαίνει αυτεπάγγελτα στην αναπροσαρμογή της σύνταξης αυτής, αλλιώς διατάζει τη διακοπή της σύνταξης.

8.

Αυτά που ορίζονται στις παραγράφους 3, 5 και 6 εφαρμόζονται για κάθε περί?πτωση, κατά την οποία παρέχεται ευχέρεια κρίσης από την αρχή του συνταξιοδο?τικού δικαιώματος αυτών που υπάγονται στον Ν. 3122/1924, υποθέσεις δε για τις οποίες από την 1η Σεπτεμβρίου 1941 μέχρι την ισχύ του Ν. 70/1943 (11-5-1943) έχουν εκδοθεί αποφάσεις της Επιτροπής Κανονισμού Πολεμικών Συντάξεων ή πρά?ξεις ή αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προδικαστικές ή που διακόπτουν τη σύνταξη, επανεισάγονται ενώπιόν τους, με αίτηση των ενδιαφερομένων ή και αυ?τεπαγγέλτως για έκδοση νέας απόφασης ή πράξης .

9.

Αν πρόκειται για πολεμικές συντάξεις, που αναφέρονται στις περιπτώσεις α~ και β~ της παρ. 1 του άρθρου 1 αυτού του κώδικα, εφόσον προκύπτουν αμφιβολίες για το αν η νόσος, από την οποία προήλθε η ανικανότητα ή ο θάνατος, είναι ή όχι απότοκη των κακουχιών του πολέμου, μπορεί το όργανο που αποφασίζει για τις συ?ντάξεις να προκαλεί γι~ αυτό γνωμάτευση της οικείας Ανώτατης Υγειονομικής Επι?τροπής.

10.

Αν πρόκειται για τις συντάξεις που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 6 του Ν. 2769/1922, η αναπροσαρμογή σύμφωνα με αυτό το άρθρο γίνεται μόνο εφό?σον το όργανο που αποφασίζει για τις συντάξεις αποφανθεί για το ότι υπάρχουν τα περιστατικά με βάση τα οποία θεμελιώθηκε το δικαίωμα σε σύνταξη. Το όργανο που αποφασίζει για τις συντάξεις, εκτιμώντας τα έγγραφα του φα?κέλου, αποφαίνεται με ελεύθερη κρίση και σε περίπτωση αμφιβολίας μπορεί να δια?τάξει την προσκόμιση οποιωνδήποτε αποδεικτικών εγγράφων με τη φροντίδα του δικαιούχου ή και εξέταση μαρτύρων.

11.

Η αναπροσαρμογή με αυτό το άρθρο όσων έχουν δικαιωθεί πολεμική σύντα?ξη σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 30 του Ν. 3122/1924, 34 του Ν. 2769/1922 και 33 του Ν.Δ. της 23ης Νοεμβρίου 1925 ενεργείται με βάση το βαθμό με τον οποίο συ?νταξιοδοτούνται, των δε ανάπηρων ναυτοπαίδων και των οικογενειών τους με βά?ση το βαθμό του ναύτη.

12.

Για τον υπολογισμό του μεριδίου συμμετοχής της χήρας μητέρας στη σύ?νταξη της χήρας συζύγου και των τέκνων του στρατιωτικού που πέθανε λαμβάνε?ται υπόψη η σύνθεση της οικογένειας, όπως αυτή εμφανίζεται στα συνταξιοδοτικά μητρώα και τις καταστάσεις κατά το χρόνο της έκδοσης της απόφασης, με την οποία αναπροσαρμόζεται η σύνταξη.

13.

Κατά την αναπροσαρμογή των συντάξεων των αναπήρων και θυμάτων των παλαιών πολέμων σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τους αναπήρους και θύ?ματα του πολέμου 1940-41.

  • α) δεν εξετάζεται η περιουσιακή κατάσταση του συνταξιούχου και
  • β) η νόσος «πνευμονία» θεωρείται σε κάθε περίπτωση ότι περιλαμβάνεται στα

λοιμώδη νοσήματα. Άρθρ. 1 παρ. 5 Ν.Δ. 1294/42 σε συνδ. με Άρθρ. 4 παρ. 1 Ν. 70/43. Άρθρ. 4 παρ. 2 Ν. 70/43. Άρθρ. 4 παρ. 3 Ν. 70/43. Άρθρ. 4 παρ. 4 Ν. 70/43. Άρθρ. 4 παρ. 5 Ν. 70/43 σε συνδ. με Άρθρ. 1 παρ. 6 Ν. 362/43. Άρθρ. 7 παρ. 1 Ν. 362/43. Άρθρ. 4 παρ. 7 Ν. 70/43. Άρθρ. 4 παρ. 8 Ν. 70/43. Άρθρ. 8 παρ. 1 Ν. 1872/44. Α Ρ Θ Ρ Ο 127 Οπλίτες παλαιών πολέμων με αναπηρία πάνω από 10%

1.

Οπλίτες του στρατεύματος γενικά, που έπαθαν κατά τους παλαιούς πολέ?μους, των οποίων οι αιτήσεις για κανονισμό σύνταξης απορρίφθηκαν στο παρελθόν για το λόγο ότι το ποσοστό αναπηρίας στο χρόνο της απόλυσής τους ήταν μικρό?τερο από 25%, μπορούν να ζητήσουν τον κανονισμό σύνταξης, σύμφωνα με το Ν. 3122/1924 και το προηγούμενο άρθρο, εφόσον συντρέχουν οι άλλες προϋποθέσεις του Ν. 3122/1924 και έχουν μέχρι τότε αναπηρία μεγαλύτερη από 10%. Αν από τα έγγραφα του φακέλου δεν προκύπτει ότι ο αιτών έχει μέχρι τότε ανα?πηρία μεγαλύτερη από 10%, μπορεί να προκληθεί για μία μόνο φορά γνωμάτευση της Α.Σ.Υ.Επιτροπής, η οποία στην περίπτωση αυτή αποφαίνεται με ειδικά αιτιολο?γημένη γνωμάτευση για το βαθμό της ανικανότητάς του κατά την έναρξη της ισχύος του Ν. 1872/1944, καθώς και ότι η ανικανότητά του αυτή οφείλεται πρόδη?λα και αναμφισβήτητα σε επιδείνωσή της σωματικής του βλάβης από πολεμικό τραύμα ή νόσο απότοκη των κακουχιών του πολέμου.

2.

Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και για τις οικο?γένειες των αναπήρων που έχουν πια πεθάνει.

3.

Η αποδεικτική ισχύς των θετικών γνωματεύσεων της Α.Σ.Υ. Επιτροπής, που εκ?δόθηκαν ή εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3122/1924, όπως αυτός τρο?ποποιήθηκε και συμπληρώθηκε αργότερα, κρίνεται με τις διατάξεις του νόμου 1640/44. Α Ρ Θ Ρ Ο 128 Βλάβες από κρυοπαγήματα Οι σωματικές βλάβες που προέρχονται από κρυοπαγήματα τα οποία οφείλο?νται πρόδηλα στη στρατιωτική υπηρεσία αυτού που έπαθε στον πόλεμο, εξομοιώ?νονται για την απονομή σύνταξης με τις βλάβες που προέρχονται από πολεμικά τραύματα και παρέχουν ανάλογα δικαίωμα σύνταξης. Α Ρ Θ Ρ Ο 129 Υπολογισμός σύνταξης ειδικών περιπτώσεων βαριά αναπήρων

1.

Δημόσιοι υπάλληλοι και στρατιωτικοί γενικά, που έχουν υποστεί στον πόλεμο ή σε διατεταγμένη υπηρεσία ή κατά τον εμφύλιο πόλεμο απώλεια της όρασης και των δύο ματιών, ακρωτηριασμό ή παντελή αχρηστία δύο άκρων μελών ή διαρκή απώλεια των διανοητικών δυνάμεων, που έχει ως αποτέλεσμα πλήρη ανικανότητα, θεωρούνται ότι φέρουν βαθμό μείωσης της ικανότητας για εργασία 100% και με βά?ση το ποσοστό αυτό γίνεται ο υπολογισμός της σύνταξής τους με τις διατάξεις του άρθρου αυτού. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται και γι’ αυτούς που έπα?θαν πριν από την ισχύ του Α.Ν. 1656/1951 και για τις οικογένειες όσων από αυτούς έχουν πεθάνει, πράξεις δε ή αποφάσεις που έχουν κρίνει αντίθετα αναθεωρούνται με αίτηση των ενδιαφερομένων, και η σύνταξη που αναγνωρίζεται με αύξηση πλη?ρώνεται από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης.

2.

Όσοι έχουν υποστεί πολλαπλές βλάβες από πολεμικό τραύμα ή νόσο, από τις οποίες ο βαθμός μείωσης της ικανότητας για εργασία αν ληφθεί υπόψη αθροιστι?κά υπερβαίνει τον αριθμό 110, θεωρούνται ότι έχουν ανικανότητα 100% για τον κα?νονισμό της πολεμικής σύνταξης με τα επιδόματά της από την 1η Ιουλίου 1962. Α Ρ Θ Ρ Ο 130 Δικαίωμα επιλογής σύνταξης

1.

Αν πρόκειται γι’ αυτούς που δικαιώθηκαν σύνταξη με τις διατάξεις του Ν.Δ. 3618/1956 οι οποίοι δικαιούνται και πολεμική σύνταξη, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, υπάρχει δικαίωμα επιλογής από τους ενδιαφερομένους. Άρθρ. 6 παρ. 1 Ν. 812/43, όπως αντικ. με Άρθρ. 6 Ν. 1872/ 44. Άρθρ. 6 παρ. 1 εδ. γ~ Ν. 1872/44. Άρθρ. 10 παρ. 3 Ν. 1640/44. Άρθρ. 6 Α.Ν. 2734/40. Άρθρ. 1 παρ. 1 Α.Ν. 1656/51. Άρθρ. 1 παρ. 2 Α.Ν. 1656/51. Παρ. 5 της 64/62 ΠΥΣ που κυ?ρώθ. με Άρθρ. 37 Ν.Δ. 4242/62. Άρθρ. 1 παρ. 5 Ν.Δ. 3618/56. στις διατάξεις του Ν.Δ. 3618/1956 με δικαίωμα να επιλέξουν μόνο τη μία από τις συ?ντάξεις που αναγνωρίζονται. Α Ρ Θ Ρ Ο 131 Στρογγυλοποίηση ποσού σύνταξης Το ποσό που προκύπτει από τον υπολογισμό της σύνταξης που καταβάλλεται στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη εκατοντάδα. Το ίδιο ισχύει για κάθε πληρω?μή σύνταξης, επιδόματος ή βοηθήματος. Α Ρ Θ Ρ Ο 132 Επανάκτηση παροχών για τις οποίες έχει απαγγελθεί στέρηση

1.

Αυτοί που με βάση τις διατάξεις του Ν.Δ. 617/1948, του ΝΑ~ ψηφίσματος της Βουλής του έτους 1948 και της παρ. 2 του άρθρου 62 του Α.Ν. 1854/1951, στερή?θηκαν οποιαδήποτε παροχή (σύνταξη, χορηγία, μέρισμα κ.λπ.) που ελάμβαναν ή δι?καιούνταν να λάβουν είτε από το Δημόσιο Ταμείο, είτε από το Ταμείο Ν.Π.Δ.Δ., είτε από ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία, αποκαθίστανται στα δικαιώματά τους οι ίδιοι και οι οικογένειες όσων από αυτούς πέθαναν και λαμβάνουν σύνταξη, χορηγία, βοή?θημα ή μέρισμα κ.λπ., τα οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν.

2.

Για τις περιπτώσεις επαναχορήγησης παροχών, που ρυθμίζονται από την προηγούμενη παράγραφο, δεν έχουν εφαρμογή άλλες διατάξεις της νομοθεσίας που ισχύει, οι οποίες προβλέπουν στερήσεις ανάλογων παροχών ή αναστολή άσκη?σης του σχετικού δικαιώματος για τους ίδιους λόγους, για τους οποίους είχαν επι?βληθεί οι στερήσεις με εφαρμογή των διατάξεων του Ν.Δ. 617/1948, του ΝΑ~ ψηφί?σματος του 1948 και της παρ. 2 του άρθρου 62 του Α.Ν. 1854/1951. Η επαναχορήγηση της σύνταξης ή η αναγνώριση του συνταξιοδοτικού δικαι?ώματος αυτών που αποκαθίστανται σύμφωνα με αυτό το άρθρο, ενεργείται με πρά?ξη του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου. Η πληρωμή της σύνταξης που επαναχορηγείται ή αναγνωρίζεται με αυτό τον τρόπο αρχίζει από την πρώτη του επόμενου από την υποβολή της αίτησης μήνα. Α Ρ Θ Ρ Ο 133 Τραύματα από έκρηξη βλημάτων Τα τραύματα ή ο θάνατος, που προήλθαν από έκρηξη βλημάτων ή εκρηκτικών μηχανημάτων οποιουδήποτε είδους, τα οποία, τοποθετήθηκαν εξαιτίας του πολέ?μου ή εγκαταλείφθηκαν από τις αρχές κατοχής και δεν περισυλλέχθηκαν, θεμελιώ?νουν δικαίωμα πολεμικής σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού ακόμη και αν ο τραυματισμός ή ο θάνατος επήλθαν μετά τη λήξη της εμπόλεμης κα?τάστασης. Α Ρ Θ Ρ Ο 134 Έννοια ανικανότητας ή αναπηρίας Όπου στις διατάξεις του Κώδικα αυτού αναφέρονται ανικανότητα ή αναπηρία, ως τέτοια θεωρείται η μείωση της ικανότητας αυτού που έπαθε για εργασία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β~

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Α Ρ Θ Ρ Ο 135 Προσωρινά δικαιολογητικά

1.

Μέχρι το τέλος της πολεμικής περιόδου επιτρέπεται με απόφαση του Υπουρ?γού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να καθο?ρίζονται τα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομισθούν για τον κανονισμό, τη με?ταβίβαση και γενικά τις μεταβολές της συνταξιοδοτικής κατάστασης των συνταξι?ούχων, εφόσον κατά την κρίση του Υπουργού Οικονομικών από ανώτερη βία δεν είναι δυνατή η υποβολή των δικαιολογητικών που απαιτούνται από τις διατάξεις που ισχύουν. Άρθρ. 39 Ν. 955/79. Άρθρ. 79 Α.Ν. 1854/51, όπως ισχύει μετά το Άρθρ. 5 παρ. 9 Ν. 2703/99 Άρθρ. 1 παρ. 1 Ν. 4340/64 Άρθρ. 4 παρ. 3 Ν.Δ. 4448/64. Άρθρ. 1 παρ. 2 Ν. 4340/64. Άρθρ. 8 Α.Ν. 1119/46, όπως αντικ. με Άρθρ. 27 Ν. 955/79. Άρθρ. 13 Α.Ν. 2734/40. Άρθρ. 12 παρ. 1 Ν. 362/43.

2.

Εφόσον με την απόφαση του Υπουργού Οικονομικών επιτραπεί η παροχή προ?σωπικής εγγύησης τρίτου για την ασφάλεια του Δημοσίου, αυτός γίνεται υπόχρε?ος ως πρωτοφειλέτης για την αποκατάσταση κάθε ζημίας που μπορεί να υποστεί το Δημόσιο. Η τυχόν ζημία του Δημοσίου για την οποία παρασχέθηκε εγγύηση, βε?βαιώνεται σε βάρος του εγγυητή ως δημόσιο έσοδο και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου για την είσπραξη δημόσιων εσόδων. Οι συμβολαιογραφικές πράξεις που τυχόν συντάσσονται για την παροχή της εγγύησης στο Δημόσιο σύμφωνα με τα παραπάνω απαλλάσσονται από οποιοδή?ποτε φόρο και τέλη χαρτοσήμου.

3.

Οι συντάξεις κάθε είδους οι οποίες κανονίζονται με βάση δικαιολογητικά που καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων, είναι προσωρινές. Αυτές μεταβάλλονται με πράξη ή απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή της Επιτροπής Κανονισμού Πολεμικών Συντάξεων σε οριστικές με την προσαγωγή των νόμιμων δικαιολογητικών, αλλιώς διακόπτονται μόλις παρέλθει ο έκτος μήνας από τη λήξη της εμπόλεμης κατάστασης. Α Ρ Θ Ρ Ο 136 Επαρχιακές Υγειονομικές Επιτροπές

1.

Επιτρέπεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, η συγκρότηση Υγει?ονομικών Επιτροπών σε περιοχές που δεν είναι δυνατή εξαιτίας της εμπόλεμης κα?τάστασης η επικοινωνία με το κέντρο. Στις Επιτροπές αυτές μεταβιβάζεται η αρμο?διότητα της Ανώτατης Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής.

2.

Οι γνωματεύσεις των Επιτροπών της προηγούμενης παραγράφου δεν είναι υποχρεωτικές για τα όργανα που αποφασίζουν για τις συντάξεις, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής, η οποία θα αποφαίνεται σχετι?κά με βάση τα στοιχεία του φακέλου. Α Ρ Θ Ρ Ο 137 Δικαστικές αποφάσεις που βεβαιώνουν αιτία θανάτου

1.

Δικαστικές αποφάσεις, που έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/51 και βεβαιώνουν αιτία θανάτου διαφορετική από αυτή που βεβαιώνε?ται στη ληξιαρχική πράξη, είναι ισχυρές σχετικά με την αιτία θανάτου για το δικαί?ωμα σύνταξης που στηρίζεται σ’ αυτή. Με βάση τη δικαστική αυτή απόφαση επιτρέπεται η επανάληψη της νόμιμης διαδικασίας των πολεμικών νόμων, ανεξάρτητα από τις πράξεις ή αποφάσεις που εκδίδονται. Τα έγγραφα της διαδικασίας που επαναλαμβάνεται εκδικάζονται από το όρ?γανο που αποφασίζει για τις συντάξεις.

2.

Σε περίπτωση αδυναμίας καταβολής της σύνταξης που ορίζεται από τον Α.Ν. 835/1948 στις οικογένειες των ιερέων που εκτελέσθηκαν από τους αντάρτες εξαι?τίας οικονομικής ανεπάρκειας του ΤΑΚΕ, μπορεί, ύστερα από κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας, να μειώνεται η σύνταξη μέχρι το 60% αυτής. Σε καμιά περίπτωση η σύνταξη δεν μπορεί να γίνει μικρότερη από αυτή που καθορίζεται από τον Οργανισμό του ΤΑΚΕ για τις όμοιες περιπτώσεις. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου ισχύει από την ισχύ του Α.Ν. 935/1948 και η σύνταξη που τυχόν καταβλήθηκε επιπλέον δεν αναζητείται. Άρθρ. 12 παρ. 2 Ν. 362/43. Άρθρ. 12 παρ. 3 Ν. 362/43. Άρθρ. 12 παρ. 4 Ν. 362/43. Άρθρ. 12 παρ. 5 Ν. 362/43. Άρθρ. 10 παρ. 2 Ν. 1640/44. Άρθρ. 13 παρ. 1 Ν.Δ. 1294/42. Άρθρ. 13 παρ. 2 Ν.Δ. 1294/42. Άρθρ. 86 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51. Άρθρ. 86 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51.

1.

Υποθέσεις συντάξεων, που κρίθηκαν αμετάκλητα, επαναφέρονται για νέα εξέ?ταση στο αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου με αίτηση των ενδιαφερομέ?νων ιδιωτών, εφόσον από τα νεότερα επίσημα έγγραφα, που έχουν εκδοθεί από τις αρμόδιες κατά περίπτωση Αρχές, τα οποία έχουν προσκομισθεί ή θα προσκομι?σθούν μέσα σ’ ένα εξάμηνο από τη δημοσίευση του Ν. 955/1979, προκύπτουν πραγ?ματικά περιστατικά αντίθετα απ~αυτά που έγιναν δεκτά με τις αποφάσεις του Ελε?γκτικού Συνεδρίου.

2.

Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σ’ εξάμηνη αποκλειστική προθεσμία από την έναρ?ξη της ισχύος του Ν. 955/1979 και τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής απόφασης. Α Ρ Θ Ρ Ο 139 Ειδικές περιπτώσεις συνταξιοδότησης παθόντων

1.

Οι στρατιωτικοί και πολιτικοί υπάλληλοι που έγιναν ανίκανοι μέχρι την έναρξη ισχύος του Α.Ν. 1854/1951 από τραύμα που έλαβαν κατά την εκτέλεση διατεταγ?μένης υπηρεσίας σε καιρό ειρήνης, καθώς και οι οικογένειες αυτών που πέθαναν με τις ίδιες προϋποθέσεις, δικαιούνται τη σύνταξη που προβλέπεται από αυτόν τον Κώδικα. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και για τους μέχρι την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1119/1946 συνταξιούχους, των οποίων η αυξημένη σύνταξη ορίζεται να πληρώνεται από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πρά?ξης ή απόφασης.

2.

Στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου υπάγονται και οι οικογένειες των αξιωματικών και οπλιτών που σκοτώθηκαν στα γεγονότα της 9ης Σεπτεμβρίου 1926.

3.

Οι οπλίτες του στρατού της ξηράς, θάλασσας, αέρα και χωροφυλακής και όσοι εξομοιώνονται με αυτούς, οι οποίοι συνταξιοδοτούνται κατά την έναρξη της ισχύος του Ν. 1902/44 για φυματίωση που προήλθε πρόδηλα εξαιτίας της υπηρεσίας τους σε καιρό ειρήνης, καθώς και οι οικογένειες όσων συνταξιούχων από αυτούς έχουν πεθάνει δικαιούνται πολεμική σύνταξη. Για τον κανονισμό του βαθμού ανικανότητας των παραπάνω λαμβάνεται υπό?ψη η τελευταία γνωμάτευση της οικείας Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής που βρίσκεται στο συνταξιοδοτικό φάκελο και εφόσον αυτοί κρίθηκαν ανίκανοι για την εξάσκηση του προηγούμενου επαγγέλματός τους ή ανίκανοι μόνο για το Στράτευ?μα, θεωρούνται ότι έχουν βαθμό ανικανότητας 66%, ενώ εκείνοι των οποίων η πά?θηση δυσχέρανε την εξάσκηση του προηγούμενου επαγγέλματός τους θεωρού?νται ότι έχουν βαθμό ανικανότητας 33%. Α Ρ Θ Ρ Ο 140 Οικογένειες αυτών που εξαφανίσθηκαν κάτω από ειδικές συνθήκες

1.

Στις οικογένειες των στρατιωτικών της Χωροφυλακής, υπαλλήλων της Αστυ?νομίας Πόλεων και των στρατιωτικών άλλων Όπλων ή Σωμάτων του Στρατού, που είχαν αποσπασθεί στις Υπηρεσίες αυτών, καθώς και των πρόσθετων αστυφυλάκων που εξαφανίζονται εξαιτίας της ιδιότητάς τους ή από ενέργειες των ατόμων που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 99 του Κώδικα αυτού και με τις περιπτώσεις που διαλαμβάνονται σ’ αυτήν, πράγμα που διαπιστώνεται με ένορκη διοικητική εξέ?ταση, καταβάλλονται οι αποδοχές αυτού που εξαφανίζεται και τα επιδόματα οποι?ασδήποτε φύσης και απολαβές σε χρήμα ή σε είδος.

2.

Στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου υπάγονται οι οικογένειες αυ?τών που εξαφανίζονται από την εξαφάνισή τους και μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου

1946.

Έπειτα, οι οικογένειές τους υπάγονται αυτοδίκαια στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 99 του Κώδικα αυτού και αυτός που εξαφανίσθηκε θεωρείται ότι σκο?τώθηκε. Άρθρ. 42 παρ. 1 Ν. 955/79. Άρθρ. 42 παρ. 2 Ν. 955/79. Άρθρ. 13 παρ. 1 Α.Ν. 1119/46 σε συνδ. με Άρθρ. 70 Α.Ν. 1854/51. Άρθρ. 13 παρ. 2 Α.Ν. 1119/46. Άρθρ. 15 Α.Ν. 835/48. Άρθρ. 1 παρ. 1 Ν. 1902/44. Άρθρ. 1 παρ. 2 Ν. 1902/44. Άρθρ. 5 παρ. 1 Ν. 36/46. Άρθρ. 5 παρ. 2 Ν. 36/46.

1.

Υποθέσεις κανονισμού σύνταξης για όποιον έπαθε πρόδηλα και αναμφισβή?τητα εξαιτίας της πολιτικής ή στρατιωτικής υπηρεσίας, στον πόλεμο, για τις οποί?ες έχει εκδοθεί μέχρι την ισχύ του Ν. 1240/1944 (7.3.1944) απορριπτική πράξη ή απόφαση, ενώ στο φάκελο υπήρχε θετική γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής ή της Επιτροπής Απαλλαγών, στις περιπτώσεις που δεν ήταν αναγκαία γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής, η οποία θετική γνωμάτευση δε λήφθηκε υπόψη για το λόγο ότι δεν προκλήθηκε νόμιμα ή δεν ήταν υποχρεωτική για το Ελεγκτικό Συνέδριο, απο?στέλλονται στην Α.Σ.Υ. Επιτροπή της Αθήνας για έκδοση νέας γνωμάτευσης ύστε?ρα από αίτηση των ενδιαφερομένων που υποβάλλεται στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

2.

Η Α.Σ.Υ. Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη και τους λόγους για τους οποίους το Ελεγκτικό Συνέδριο απέρριψε την αίτηση κανονισμού σύνταξης γι’ αυτόν που έπα?θε εξαιτίας της υπηρεσίας, αποφαίνεται, με ειδικά αιτιολογημένη γνωμάτευσή της για τη σχέση της πάθησης με την υπηρεσία.

3.

Η γνωμάτευση αυτή της Α.Σ.Υ. Επιτροπής είναι υποχρεωτική για το Ελεγκτικό Συνέδριο.

ΤΜΗΜΑ Η~

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α~

ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ Α Ρ Θ Ρ Ο 142 Ορισμός πολεμικής διαθεσιμότητας

1.

Πολεμική διαθεσιμότητα είναι η ειδική κατάσταση των αξιωματικών και ανθυ?πασπιστών των ένοπλων δυνάμεων στην οποία μετατάσσονται αυτοί αν κρίνονται αναμφισβήτητα ανίκανοι για κάθε υπηρεσία στο Στράτευμα, εφόσον έγιναν ανίκα?νοι, ενώ έφεραν το βαθμό του αξιωματικού και ανθυπασπιστή, από τραύματα που έλαβαν στον πόλεμο, παθήσεις από κακουχίες υπηρεσίας στη ζώνη των πρόσω και ατυχήματα που συνέβηκαν σε διατεταγμένη υπηρεσία και εξαιτίας της στη ζώνη αυ?τή.

2.

Όπου σ’ αυτό και τα επόμενα άρθρα αναφέρονται έφεδροι αξιωματικοί, νοού?νται και οι εξ απονομής καθώς και οι δόκιμοι έφεδροι αξιωματικοί (ΔΕΑ), οι οποίοι εξομοιώνονται με ανθυπασπιστές. Α Ρ Θ Ρ Ο 143 Κατηγορίες πολεμικής διαθεσιμότητας

1.

Αξιωματικοί και ανθυπασπιστές που υπέστησαν μία ή περισσότερες βλάβες από τραύματα, παθήσεις και ατυχήματα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγού?μενο άρθρο, οι οποίες επιφέρουν αναπηρία από 50% ως 70% τίθενται στην κατη?γορία «Β» και αν είναι μεγαλύτερη από 70% στην κατηγορία «Α» της πολεμικής δια?θεσιμότητας. Και στις δύο περιπτώσεις η μία από τις παθήσεις από τραύματα και βλάβη από ατυχήματα πρέπει να επιφέρει ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 30%.

2.

Αυτοί θεωρούνται ως ανίκανοι για κάθε υπηρεσία στο στρατό και τίθενται υποχρεωτικά σε μία από τις παραπάνω κατηγορίες. Α Ρ Θ Ρ Ο 144 Προϋποθέσεις υπαγωγής στην κατάσταση της πολεμικής διαθεσιμότητας

1.

Τραύματα πολέμου, τα οποία δικαιολογούν τη μετάταξη των αξιωματικών και ανθυπασπιστών στην κατάσταση της πολεμικής διαθεσιμότητας, για την εφαρμο?γή του Κώδικα αυτού, είναι εκείνα που αποδεδειγμένα τους καθιστούν ανίκανους για κάθε υπηρεσία στο Στράτευμα. Ως τέτοια νοούνται αυτά που προκλήθηκαν στον πόλεμο εξαιτίας εχθρικής ενέργειας από όπλα, όργανα ή πολεμικά μέσα του εχθρού καθώς και από ατυχήματα που έχουν άμεση σχέση με τις πολεμικές επιχει?ρήσεις και συνέβηκαν στη ζώνη των πρόσω. Άρθρ. 6 παρ. 1 Ν. 1240/44. Άρθρ. 6 παρ. 2 Ν. 1240/44. Άρθρ. 6 παρ. 3 Ν. 1240/44. Άρθρ. 1 παρ. 2 Ν. 875/79. Άρθρ. 1 παρ. 2 Ν. 875/79. Άρθρ. 2 παρ. 1 Ν. 875/79. Άρθρ. 2 παρ. 2 Ν. 875/79. Άρθρ. 3 παρ. 1 Ν. 875/79. είναι εκείνες που τους καθιστούν αποδεδειγμένα ανίκανους για κάθε υπηρεσία στο Στράτευμα και εκδηλώθησαν ύστερα από παραμονή τουλάχιστον για ένα μήνα στη ζώνη των πρόσω και ή το πολύ μέσα σ’ ένα εξάμηνο από την απομάκρυνσή τους από αυτήν και είναι απότοκες της υπηρεσίας τους στην παραπάνω ζώνη.

3.

Η ζώνη των πρόσω ορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας ύστερα από πρόταση του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυ?νας. Α Ρ Θ Ρ Ο 145 Διαδικασία μετάταξης.

1.

Η μετάταξη στην κατάσταση της πολεμικής διαθεσιμότητας των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 142 επέρχεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, με βάση γνωμάτευση των Ανώτατων Υγειονομικών Επιτροπών των Κλάδων στις οποίες παραπέμπονται με διαταγή του Αρχηγού του Κλάδου, και για τα Κοινά Σώματα με βάση γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής, στην οποία παραπέμπονται με διαταγή του Γενικού Επιτε?λείου Εθνικής Άμυνας.

2.

Για να παραπεμφθεί αξιωματικός ή ανθυπασπιστής στην Ανώτατη Υγειονομι?κή Επιτροπή για εξέταση και υπαγωγή στην κατάσταση της πολεμικής διαθεσιμό?τητας πρέπει:

  • α) Αν πρόκειται για μόνιμο να έχει αυτός κριθεί ανίκανος για την ενεργό υπηρε?σία του Στρατεύματος και ακατάλληλος για την υπηρεσία γραφείου, την ελαφριά

υπηρεσία, την υπηρεσία ξηράς και εδάφους, με βάση τις διατάξεις που ισχύουν κά?θε φορά για τις καταστάσεις των αξιωματικών και ανθυπασπιστών των Ένοπλων Δυνάμεων.

  • β) Αν πρόκειται για έφεδρο ή κληρωτό να έχει αυτός κριθεί ανίκανος για την ενερ?γό υπηρεσία του Στρατεύματος με βάση τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για

την κρίση της σωματικής ικανότητας του στρατιωτικού προσωπικού των Ένοπλων Δυνάμεων.

3.

Η παραπομπή στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή, για υπαγωγή στην κατά?σταση της πολεμικής διαθεσιμότητας, γίνεται αυτεπάγγελτα από την υπηρεσία. Για το σκοπό αυτόν τα Γενικά Επιτελεία των Κλάδων των Ένοπλων Δυνάμεων και το Γε?νικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας για τα Κοινά Σώματα, μέσα σ~ ένα τρίμηνο από την οριστική και αμετάκλητη κρίση της υγιεινής κατάστασης του αξιωματικού ή ανθυ?πασπιστή, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο, συγκε?ντρώνουν από έγκυρες και επίσημες πηγές όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία θεμελιώνονται χωρίς αμφιβολία οι προϋποθέσεις της μετάταξης και στη συνέχεια τα διαβιβάζουν στην αρμόδια Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή. Αν παρέλθει άπρα?κτη η παραπάνω προθεσμία και μέσα σ~ ένα εξάμηνο από το τέλος της, μπορεί ο εν?διαφερόμενος να υποβάλει αίτηση για υπαγωγή του στην πολεμική διαθεσιμότητα. Στην περίπτωση αυτή παρέχεται στην υπηρεσία προθεσμία τριών ακόμη μηνών από την υποβολή της αίτησης για παραπομπή του στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή.

4.

Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας, με πρόταση του οικείου Αρχηγού Γενικού Επι?τελείου, μπορεί εφόσον από νεότερα στοιχεία διαπιστωθεί ότι η μετάταξη αξιωμα?τικού ή ανθυπασπιστή στην κατάσταση της πολεμικής διαθεσιμότητας ή η υπαγω?γή του σε μία από τις κατηγορίες της ή η χορήγηση επιδόματος έγινε με βάση ανα?κριβή ή πλαστά στοιχεία, να διατάξει οποτεδήποτε την παραπομπή του στην αρμόδια Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή για επανεξέταση. Στην περίπτωση αυτή παρέχεται στον ενδιαφερόμενο δικαίωμα προσφυγής κατά της γνωμάτευσης στην αρμόδια Αναθεωρητική Υγειονομική Επιτροπή με τους όρους και περιορισμούς του επόμενου άρθρου.

5.

Όσοι έχουν υπαχθεί στην κατάσταση της πολεμικής διαθεσιμότητας, μπορούν μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών από την υπαγωγή τους στην κατά?σταση αυτή, ν~ ασκήσουν για μία μόνο φορά προσφυγή για επανεξέταση κατά την οποία κρίνονται από την αρχή. Άρθρ. 3 παρ. 2 Ν. 875/79. Άρθρ. 3 παρ. 3 Ν. 875/79. Άρθρ. 4 παρ. 1 Ν. 875/79 Άρθρ. 4 παρ. 2 Ν. 875/79 \ Άρθρ. 4 παρ. 3 Ν. 875/79 Άρθρ. 4 παρ. 4 Ν. 875/79 Άρθρ. 4 παρ. 5 Ν. 875/79

1.

Η Ανώτατη για κάθε Κλάδο Υγειονομική Επιτροπή εξετάζει κάθε αξιωματικό ή ανθυπασπιστή, του οποίου τα σχετικά δικαιολογητικά διαβιβάζονται σ~ αυτήν με διαταγή του οικείου Αρχηγού, και αποφαίνεται με γνωμάτευση που έχει πλήρη αι?τιολογία για την υπαγωγή του ή όχι στην κατάσταση της πολεμικής διαθεσιμότη?τας, καθορίζοντας συγχρόνως το ποσοστό αναπηρίας και την κατηγορία στην οποία πρέπει να ενταχθεί καθώς και το ποσοστό του αναπηρικού επιδόματος.

2.

Η πιο πάνω Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή μορφώνει γνώμη, λαμβάνοντας υπόψη το είδος του τραύματος, το μέρος του σώματος στο οποίο κτυπήθηκε αυτός που έπαθε, τις συνθήκες και το χρόνο τραυματισμού, και αν πρόκειται για πάθηση τη σχέση της με τις κακουχίες του πολέμου, το είδος της νόσου, το χρόνο και τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες εκδηλώθηκε και μετά απ~ αυτά γνωματεύει σύμφω?να με την επιστημονική της κρίση, η οποία στην περίπτωση αυτή δεν ελέγχεται, για τη θεμελίωση ή όχι δικαιώματος υπαγωγής στην κατάσταση της πολεμικής διαθε?σιμότητας.

3.

Η διαπίστωση της νόσου αποδεικνύεται μόνο από επίσημα αντίγραφα φύλλων νοσηλείας των οικείων στρατιωτικών νοσοκομείων ή άλλων κρατικών ή δημοτικών νοσοκομείων ή νοσηλευτικών ιδρυμάτων δημόσιου δικαίου. Το ποσοστό της ανικα?νότητας από τα τραύματα ή παθήσεις κρίνεται με βάση τον πίνακα νόσων και ανα?πηριών που έχει προσαρτηθεί στον Κώδικα αυτόν ή τον αντίστοιχο που ισχύει κάθε φορά. Οι αποφάσεις της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής και της Αναθεωρητι?κής κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο με απόδειξη και με φροντίδα του Γραφεί?ου Προσωπικού του οικείου Γενικού Επιτελείου.

4.

Οι γνωματεύσεις της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής για υπαγωγή του εν?διαφερομένου στην κατάσταση της πολεμικής διαθεσιμότητας καθώς και για το πο?σοστό αναπηρίας, που εκδίδονται με ομόφωνη γνώμη των μελών της είναι οριστι?κές και υποχρεωτικές για τον Αρχηγό που εξέδωσε τη διαταγή παραπομπής.

5.

Σε περίπτωση διαφωνίας των μελών σχετικά με την υπαγωγή ή το ποσοστό αναπηρίας, ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του οικείου Κλάδου υποχρεούται να παραπέμψει τον ενδιαφερόμενο στην οικεία για κάθε κλάδο Αναθεωρητική Υγειο?νομική Επιτροπή για τελική κρίση της υγιεινής του κατάστασης, μέσα σ~ ένα δεκα?πενθήμερο από τότε που θα περιέλθει στο οικείο Γενικό Επιτελείο η σχετική γνω?μάτευση. Για τα Κοινά Σώματα ο Αρχηγός Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας παραπέ?μπει τους ενδιαφερόμενους στην Αναθεωρητική Υγειονομική Επιτροπή του Στρα?τού Ξηράς.

6.

Όταν η γνωμάτευση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής είναι ομόφωνα απορριπτική ή με αυτή καθορίζεται ομόφωνα το ποσοστό αναπηρίας παρέχεται στον ενδιαφερόμενο για μία μόνο φορά δικαίωμα προσφυγής στην αρμόδια Ανα?θεωρητική Υγειονομική Επιτροπή, η οποία ασκείται στον Αρχηγό που εξέδωσε τη διαταγή παραπομπής, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα ημερών από την κοινοποίηση σ~αυτόν της σχετικής γνωμάτευσης.

7.

Αν ασκηθεί σύμφωνα με τα παραπάνω προσφυγή, ο οικείος Αρχηγός υποχρε?ούται να παραπέμψει τον ενδιαφερόμενο στην αρμοδία Αναθεωρητική Υγειονομι?κή Επιτροπή για τελική κρίση το αργότερο μέσα σ~ ένα δεκαπενθήμερο από τότε που θα περιέλθει σ’ αυτόν η σχετική προσφυγή.

8.

Οι γνωματεύσεις της Αναθεωρητικής Υγειονομικής Επιτροπής λαμβάνονται με πλειοψηφία και είναι οριστικές και υποχρεωτικές για τον Αρχηγό που εξέδωσε τη διαταγή παραπομπής. Άρθρ. 5 παρ. 1 Ν. 875/79 Άρθρ. 5 παρ. 2 Ν. 875/79 Άρθρ. 5 παρ. 3 Ν. 875/79 Άρθρ. 5 παρ. 4 Ν. 875/79 Άρθρ. 5 παρ. 5 Ν. 875/79 Άρθρ. 5 παρ. 6 Ν. 875/79 Άρθρ. 5 παρ. 7 Ν. 875/79 Άρθρ. 5 παρ. 8 Ν. 875/79

1.

Αξιωματικοί και ανθυπασπιστές των Ένοπλων Δυνάμεων που έχουν υπαχθεί στην κατάσταση της πολεμικής διαθεσιμότητας μπορούν να προαχθούν σύμφωνα με τα παρακάτω :

  • α) Ανθυπασπιστές και ανθυπολοχαγοί τέσσερες φορές
  • β) Υπολοχαγοί, λοχαγοί και ταγματάρχες τρείς φορές
  • γ) Αντισυνταγματάρχες και συνταγματάρχες δύο φορές και
  • δ) Ανώτατοι αξιωματικοί μία φορά
2.

Αξιωματικοί και ανθυπασπιστές, οι οποίοι, πριν από τη μετάταξή τους στην κα?τάσταση της πολεμικής διαθεσιμότητας, είχαν προαχθεί για ανδραγαθία, είτε στον αμέσως ανώτερο βαθμό από εκείνον τον οποίον έφεραν κατά τον τραυματισμό τους είτε σε αρχαιότητα του βαθμού που κατείχαν, κερδίζοντας αριθμό θέσεων στη γενική σειρά αρχαιότητας, την οποία είχαν αποκτήσει στο βαθμό αυτό κατά τον τραυματισμό τους, δικαιούνται να αποκτήσουν ένα ακόμη βαθμό πέρα από αυτούς που ορίζονται στην παράγραφο 1.

3.

Σε κάθε περίπτωση κανένας από τους παραπάνω δεν προάγεται σε βαθμό ανώτερο από εκείνον που προβλέπεται για τους συναδέλφους του στην ενέργεια του ίδιου Όπλου, Σώματος, Γενικής Ειδικότητας ή Ειδικής Κατάστασης. Α Ρ Θ Ρ Ο 148 Χρόνος έναρξης προαγωγής.

1.

Σαν αφετηρία για την προαγωγή αυτών που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο λαμβάνεται ο βαθμός, τον οποίον αυτοί πραγματικά έφεραν, αυτοί που έπα?θαν από τραύμα κατά τη χρονολογία του τραυματισμού τους, και αυτοί που έπα?θαν από κακουχίες κατά τη χρονολογία που άρχισε η πάθηση , και αν η χρονολογία αυτή είναι μεταγενέστερη από το χρόνο λήξης του πολέμου, που προκάλεσε τη νό?σο, ο βαθμός τον οποίο πραγματικά έφεραν κατά την ημερομηνία λήξης του πολέ?μου.

2.

Αξιωματικοί και ανθυπασπιστές πολεμικής διαθεσιμότητας δεν καταλαμβά?νουν οργανικές θέσεις, προάγονται όμως κατεξαίρεση ακολουθώντας αυτόν που προάγεται με κανονική σειρά αμέσως αρχαιότερό τους στην ενέργεια του ιδίου Όπλου, Σώματος ή Γενικής Ειδικότητας, εφόσον δεν έχουν καταληφθεί από το όριο ηλικίας. Α Ρ Θ Ρ Ο 149 Ένταξη - Αρχαιότητα. Η αρχαιότητα αυτών που μετατάσσονται στην κατάσταση της πολεμικής δια?θεσιμότητας ρυθμίζεται σύμφωνα με τα παρακάτω:

  • α) Οι αξιωματικοί και ανθυπασπιστές που προέρχονται από μονίμους εξακολου?θούν να διατηρούν τη σειρά αρχαιότητας στην Επετηρίδα, την οποία είχαν στο

Όπλο, Σώμα ή Γενική Ειδικότητα που ανήκαν πριν από τη μετάταξή τους στην κα?τάσταση της πολεμικής διαθεσιμότητας.

  • β) Οι αξιωματικοί και ανθυπασπιστές που προέρχονται από εφέδρους εντάσσο?νται στην επετηρίδα στο αριστερό των ομοιόβαθμών τους στην ενέργεια που υπη?ρετούσαν κατά το χρόνο του τραυματισμού τους ή αν πρόκειται για πάθησή τους,

κατά το χρόνο κατά τον οποίο για πρώτη φορά έπαυσαν να ασκούν τα καθήκοντά τους. Α Ρ Θ Ρ Ο 150 Συμβούλια κρίσης.

1.

Αξιωματικοί ή ανθυπασπιστές πολεμικής διαθεσιμότητας κρίνονται για την προαγωγή τους από τα Συμβούλια κρίσης που είναι αρμόδια για τους εν ενεργεία αντίστοιχους βαθμούς και οι διατάξεις που ισχύουν για τα Συμβούλια Επανακρίσε?ων έχουν εφαρμογή και σ~ αυτήν την περίπτωση.

2.

Αυτοί κρίνονται κατά τις προαγωγές ως

  • α) προακτέοι και
  • β) μη προακτέοι

Άρθρ. 6 παρ. 1 Ν. 875/79 Άρθρ. 6 παρ. 2 Ν. 875/79 Άρθρ. 6 παρ. 3 Ν. 875/79 Άρθρ. 7 παρ. 1 Ν. 875/79 Άρθρ. 7 παρ. 2 Ν. 875/79 Άρθρ. 8 Ν.875/79 Άρθρ. 9 παρ. 1 Ν. 875/79 Άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 875/79

4.

Για τις κρίσεις τους, λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία που υπάρχουν στον ατο?μικό τους φάκελο από τη στιγμή που αυτοί είχαν υπαχθεί στην κατάσταση της πο?λεμικής διαθεσιμότητας. Α Ρ Θ Ρ Ο 151 Ατομικοί φάκελοι.

1.

Οι ατομικοί φάκελοι αυτών που μετατάσσονται στην κατάσταση της πολεμικής διαθεσιμότητας τηρούνται από το Γραφείο Προσωπικού του οικείου Γενικού Επι?τελείου κάθε Κλάδου και της 1ης Μικτής Επιτελικής Ομάδας του Γενικού Επιτελεί?ου Εθνικής Άμυνας για τα Κοινά Σώματα και περιέχουν όλα τα στοιχεία και τις με?ταβολές , με βάση τα οποία αυτοί έχουν υπαχθεί στην κατάσταση της πολεμικής διαθεσιμότητας.

2.

Οι φάκελοι αυτοί περιέχουν επίσης και κάθε επιβαρυντικό γι~ αυτούς στοιχείο, που προκύπτει από αποφάσεις των Κοινών Ποινικών Δικαστηρίων, Στρατιωτικών Δι?καστηρίων και Ανακριτικών ή Πειθαρχικών Συμβουλίων καθώς και τις πειθαρχικές ποινές. Α Ρ Θ Ρ Ο 152 Στολή.

1.

Οι αξιωματικοί και ανθυπασπιστές πολεμικής διαθεσιμότητας μπορούν, χωρίς να απαιτείται άδεια γι~ αυτό, να φέρουν τη στρατιωτική τους στολή στις επίσημες τελετές των τοπικών, θρησκευτικών και Εθνικών Εορτών, κατά τις οποίες επιβάλ?λεται η χρήση επίσημου ενδύματος, ανεξάρτητα αν αυτοί προσκαλούνται από τις Στρατιωτικές, Δημόσιες ή Δημοτικές αρχές που τις διοργανώνουν.

2.

Για τις άλλες περιπτώσεις απαιτείται άδεια του αρχηγού του οικείου Γενικού Επιτελείου ή αν πρόκειται για τα Κοινά Σώματα του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας. Α Ρ Θ Ρ Ο 153 Άσκηση επαγγέλματος.

1.

Οι αξιωματικοί και ανθυπασπιστές πολεμικής διαθεσιμότητας μπορούν, χωρίς οποιαδήποτε μεταβολή της κατάστασής τους ή μείωση των απολαβών και δικαιω?μάτων που παρέχονται από τον κώδικα αυτό, να υπηρετούν ή να διορίζονται ως υπάλληλοι του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. Επίσης, μπορούν να εξασκούν ελεύθερα επαγ?γέλματα ή να προσλαμβάνονται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις με την άδεια του Αρχη?γού Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, ο οποίος μπορεί ν~ αρνηθεί ή να την ανα?καλέσει στην περίπτωση που αντίκειται στην αξιοπρέπεια του αξιωματικού ή ανθυ?πασπιστή.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)