Νόμοι — ΦΕΚ A' 160/2014

Type Νόμος
Publication 2014-08-08
State In force
Source ΦΕΚ
articles 238
Reform history JSON API
1.

Δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, των συζύγων τους και των ανήλικων τέκνων τους υποβάλλουν: α. Ο Πρωθυπουργός. β. Οι Αρχηγοί των πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στο Εθνικό ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και όσων λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση. γ. Οι Υπουργοί, οι αναπληρωτές Υπουργοί και οι Υφυπουργοί. δ. Οι βουλευτές και οι ευρωβουλευτές. ε. Όσοι διαχειρίζονται τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων της περίπτωσης β΄. στ. Οι γενικοί και ειδικοί γραμματείς της Βουλής και της Γενικής Κυβέρνησης, καθώς και οι υπάλληλοι ή σύμβουλοι ειδικών θέσεων και οι μετακλητοί υπάλληλοι, οι οποίοι τοποθετούνται από μονομελές ή συλλογικό κυβερνητικό όργανο. ζ. Ο διοικητής και οι υποδιοικητές της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ) και της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ). η. Οι Γενικοί Γραμματείς των αποκεντρωμένων διοικήσεων, οι Περιφερειάρχες, οι Αντιπεριφερειάρχες, οι Πρόεδροι και τα μέλη των περιφερειακών συμβουλίων, καθώς και οι προϊστάμενοι των γενικών διευθύνσεων και διευθύνσεων των περιφερειών. θ. Οι Δήμαρχοι, οι Αντιδήμαρχοι, οι Πρόεδροι και τα μέλη, τακτικά και αναπληρωματικά, των επιτροπών των Δήμων, οι Πρόεδροι και τα μέλη, των δημοτικών συμβουλίων, οι Πρόεδροι, οι διευθύνοντες σύμβουλοι και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων και οι Γενικοί Διευθυντές των δημοτικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των αμιγών ή μεικτών δημοτικών επιχειρήσεων των ανωτέρω Ο.Τ.Α. και των συνδέσμων δήμων, καθώς και οι προϊστάμενοι των γενικών διευθύνσεων και διευθύνσεων των Δήμων. ι. Οι Πρόεδροι, οι Αντιπρόεδροι, οι Διοικητές, οι Υποδιοικητές, τα εκτελεστικά μέλη, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι σύμβουλοι και οι Γενικοί Διευθυντές νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δημοσίων επιχειρήσεων, δημοσίων οργανισμών, καθώς και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται, τακτικώς, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους ή τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος. ια. Οι Πρόεδροι, τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη όλων των επιτροπών διαγωνισμών προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των κρατικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων και των ενόπλων δυνάμεων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται, τακτικώς, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους ή τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος, των δημόσιων επιχειρήσεων και των δημόσιων οργανισμών, εφόσον υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ ανά διαγωνισμό, καθώς επίσης ο Γενικός Διευθυντής και Διευθυντές της Γενικής Διεύθυνσης Κρατικών Προμηθειών και οι κατέχοντες θέσεις προϊσταμένων οποιουδήποτε οργανωτικού επιπέδου οργανικών μονάδων προμηθειών στο Δημόσιο και στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, στις δημόσιες επιχειρήσεις και τους δημόσιους οργανισμούς. Την ίδια υποχρέωση υπέχουν ο πρόεδρος και τα μέλη όλων των επιτροπών διαγωνισμού έργων των ανωτέρω φορέων, οι οποίοι διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1418/1984 (Α΄ 23) και του π.δ. 609/1985 (Α΄ 223), εφόσον ο προϋπολογισμός του έργου υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. ιβ. Οι Δικαστικοί και οι Εισαγγελικοί λειτουργοί και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. ιγ. Ο Διοικητής, οι Υποδιοικητές, οι εντεταλμένοι σύμβουλοι και οι διευθυντές της Τράπεζας της Ελλάδος. ιδ. Οι Πρόεδροι, οι Αντιπρόεδροι, οι Διευθύνοντες σύμβουλοι, οι Διοικητές, οι Υποδιοικητές, τα εκτελεστικά μέλη Δ.Σ. και οι γενικοί διευθυντές πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών, καθώς και επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. ιε. Ο Πρόεδρος και τα εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικά Χρηματιστήρια ΑΕ (ΕΧΑΕ) και οι κατέχοντες διευθυντική θέση στην εταιρία αυτή σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα οργανισμό της ή σύμφωνα με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου. ιστ. Ο Πρόεδρος και τα εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των ελεγχόμενων από της Ελληνικά Χρηματιστήρια ΑΕ (ΕΧΑΕ) ανωνύμων εταιριών και οι κατέχοντες διευθυντική θέση στις εταιρίες αυτές σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα κανονισμό της εταιρίας ή σύμφωνα με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου. ιζ. Ο Πρόεδρος και τα εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου κάθε άλλου φορέα οργανωμένης χρηματιστηριακής αγοράς που λειτουργεί νόμιμα στην Ελ διευθύνοντες σύμβουλοι και τα εκτελεστικά μέλη του Δ.Σ., οι διαχειριστές, καθώς και οι γενικοί διευθυντές και οι διευθυντές ειδήσεων και ενημέρωσης κάθε μορφής επιχειρήσεων ή εταιρειών, που κατέχουν άδεια λειτουργίας ή εν γένει έχουν την εκμετάλλευση τηλεοπτικών σταθμών, ελεύθερης λήψης ή παροχής κάθε μορφής συνδρομητικών τηλεοπτικών υπηρεσιών, καθώς και ραδιοφωνικών σταθμών, όπως και των βασικών μετόχων αυτών. ιθ. Οι ιδιοκτήτες, οι μέτοχοι, οι εταίροι, οι πρόεδροι, οι διευθύνοντες σύμβουλοι και τα εκτελεστικά μέλη του Δ.Σ., οι διαχειριστές, καθώς και οι γενικοί διευθυντές και οι διευθυντές ειδήσεων και ενημέρωσης κάθε μορφής επιχειρήσεων ή εταιρειών, που εκμεταλλεύονται διαδικτυακά ενημερωτικά μέσα ή εκδίδουν ημερήσια ή περιοδικά έντυπα πανελλήνιας ή τοπικής κυκλοφορίας, όπως και των βασικών μετόχων αυτών. κ. Οι δημοσιογράφοι μέλη των οικείων ενώσεων συντακτών, καθώς και όσοι παρέχουν δημοσιογραφικές υπηρεσίες σε επιχειρήσεις έκδοσης εντύπων και σε ραδιοτηλεοπτικά ή διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης με σύμβαση εργασίας ή έργου. κα. Οι ιατροί Διευθυντές και Συντονιστές Διευθυντές που υπηρετούν στα νοσοκομεία και τα Κέντρα Υγείας του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ), στα στρατιωτικά νοσοκομεία, σε πανεπιστημιακά νοσοκομεία, κλινικές και εργαστήρια, καθώς και στο Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (ΠΕΔΥ). κβ. Οι πρόεδροι, τα μέλη και οι προϊστάμενοι υπηρεσιακών μονάδων επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης όλων των Ανεξάρτητων Αρχών, συμπεριλαμβανομένων των ανεξάρτητων διοικητικών και ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Ανταγωνισμού, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθώς και ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης και οι βοηθοί του. κγ. Οι Αρχηγοί, Υπαρχηγοί, διευθυντές κλάδων του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, των Γενικών Επιτελείων Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, οι δικαστικοί λειτουργοί του δικαστικού σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και ο Γενικός Διευθυντής και ο Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. κδ. Οι αρχηγοί και οι υπαρχηγοί της Ελληνικής Αστυνομίας, του Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής και του Πυροσβεστικού Σώματος. κε. Το αστυνομικό προσωπικό, οι συνοριακοί φύλακες, οι ειδικοί φρουροί και το πολιτικό προσωπικό που υπηρετούν στην Ελληνική Αστυνομία, καθώς και το προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος. κστ. Το προσωπικό του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής, καθώς και το πολιτικό προσωπικό του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας και Αιγαίου. κζ. Το προσωπικό της υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας και του Λιμενικού Σώματος- Ελληνικής Ακτοφυλακής. κη. Οι Σωφρονιστικοί υπάλληλοι και οι εξωτερικοί φρουροί των καταστημάτων κράτησης. κθ. Οι προϊστάμενοι των Δασαρχείων και των Δασονομείων. λ. Τα μέλη όλων των Σωμάτων Επιθεώρησης και Ελέγχου του Δημοσίου, οι προϊστάμενοι οργανικών μονάδων οποιασδήποτε Υπηρεσίας Επιθεώρησης, Εσωτερικού Ελέγχου ή Εσωτερικών Υποθέσεων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. Α΄ και Β΄ βαθμού, καθώς και οι υπάλληλοι των φορέων αυτών που ασκούν οποιαδήποτε ελεγκτικά καθήκοντα. λα. Οι Γενικοί Διευθυντές του Υπουργείου Οικονομικών, οι Προϊστάμενοι Διευθύνσεων των Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.),των Διαπεριφερειακών Ελεγκτικών Κέντρων (Δ.Ε.Κ.) του Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου (ΚΕ.ΦΟ.ΜΕ.Π.), του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.), οι Προϊστάμενοι των Τμημάτων Ελέγχου και όλοι οι υπάλληλοι που υπηρετούν στα Τμήματα Έλεγχου των παραπάνω υπηρεσιών, καθώς και όλοι οι υπάλληλοι που ασκούν ελεγκτικά καθήκοντα και υπηρετούν στις υπηρεσίες αυτές, ο Προϊστάμενος Διεύθυνσης της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης, οι Προϊστάμενοι Διευθύνσεων των Τελωνείων, οι Προϊστάμενοι των Τμημάτων Γενικών Θεμάτων και Τελωνειακών Διαδικασιών των Τελωνείων, όλοι οι υπάλληλοι των Τελωνείων που ασκούν ελεγκτικά καθήκοντα, οι Προϊστάμενοι Διευθύνσεων και Τμημάτων, καθώς και οι υπάλληλοι των Ελεγκτικών Υπηρεσιών Τελωνείων (ΕΛ.Υ.Τ.) και της Διεύθυνσης Παρακολούθησης και Ελέγχου Ανασταλτικών Καθεστώτων (ΔΙ.Π.Ε.Α.Κ). καθώς και οι Προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων των Κτηματικών Υπηρεσιών του Δημοσίου. λβ. Οι Προϊστάμενοι των Επιχειρησιακών Διευθύνσεων Ειδικών Υποθέσεων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ), οι Προϊστάμενοι των Περιφερειακών Διευθύνσεων και Τμημάτων ελέγχου-δράσης αυτών, καθώς και οι υπάλληλοι –ελεγκτές που υπηρετούν στις παραπάνω υπηρεσίες. λγ. Οι προϊστάμενοι και οι υπάλληλοι των οργανικών μονάδων δόμησης οποιουδήποτε οργανωτικού επιπέδου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. λδ. Το προσωπικό της Ειδικής Γραμματείας Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα, καθώς και οι Πρόεδροι, Διευθύνοντες Σύμβουλοι ή διαχειριστές των εταιριών του ιδιωτικού τομέα που μετέχουν σε τέτοιου είδους συμπράξεις. λε. Ο Πρόεδρος και τα μέλη ΔΣ Αθλητικών Ομοσπονδιών και τα πρόσωπα που είναι μέλη Διοίκησης Αθλητικών Ανωνύμων Εταιριών (Α.Α.Ε.) ή Τμημάτων Αμειβόμενων Αθλητών (Τ.Α.Α.) ή τους έχει ανατεθεί η διαχείριση Τ.Α.Α. ή είναι μέτοχοι Α.Α.Ε. με συνολικό ποσοστό μεγαλύτερο του 1% του μετοχικού της κεφαλαίου. Σε περίπτωση που το εν λόγω ποσοστό συμμετοχής ανήκει σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ή εταιρία, η υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης βαρύνει τον πρόεδρο και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτών. λστ. Οι αξιολογημένοι διαιτητές, βοηθοί διαιτητές και παρατηρητές διαιτησίας πρωταθλημάτων επαγγελματικού αθλητισμού και όσοι μετέχουν στα αντίστοιχα όργανα ή τις επιτροπές διαιτησίας, καθώς και ο Πρόεδρος, τα μέλη της Επιτροπής Επαγγελματικού Αθλητισμού και οι αναπληρωτές αυτών. λζ. Οι Πρόεδροι, Διευθύνοντες Σύμβουλοι, οι εντεταλμένοι σύμβουλοι και Γενικοί Διευθυντές των αναφερόμενων στις περιπτώσεις ε΄ και στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 280 Α') όπως αυτές ισχύουν, λη. Οι Προϊστάμενοι Γενικών Διευθύνσεων, Διευθύνσεων και Τμημάτων της Γενικής Γραμματείας Δημόσιων Έργων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων ως και οι σύμφωνα με τα άρθρα 28 του π.δ. 609/1985 (Α΄ 223) και 15 του ν. 716/1977 (Α΄ 205) ασκούντες καθήκοντα επιβλεπόντων μηχανικών δημόσιων έργων και μελετών δημοσίων έργων. Οι κατέχοντες αντίστοιχες θέσεις στο Δημόσιο, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, εφόσον κατά το νόμο ή τον οργανισμό του οικείου Υπουργείου ή του νομικού προσώπου έχουν αρμοδιότητες σχετικές με την ανάθεση δημόσιων έργων ή μελετών δημόσιων έργων ή ασκούν καθήκοντα επιβλεπόντων μηχανικών δημόσιων έργων ή μελετών. λθ. Ο Ιδιοκτήτης, οι Εταίροι, οι Βασικοί Μέτοχοι, τα εκτελεστικά μέλη οργάνου διοίκησης και τα διευθυντικά στελέχη ελληνικών επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, καθώς και τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία έχουν τη μόνιμη κατοικία τους στην Ελλάδα και φέρουν οποιαδήποτε από τις ανωτέρω ιδιότητες σε αλλοδαπές επιχειρήσεις που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, εφόσον το αντικείμενό τους υπερβαίνει τα αναφερόμενα στην περίπτωση ια΄ ποσά ανά περίπτωση. λι. Τα μέλη και οι εισηγητές των γνωμοδοτικών επιτροπών, τα μέλη των οργάνων ελέγχου τα επιφορτισμένα με την εκταμίευση των ενισχύσεων όργανα, τα μέλη των οργάνων αξιολόγησης και εξέτασης των επενδυτικών σχεδίων, ελέγχου επενδύσεων και εκταμίευσης των παρεχόμενων ενισχύσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας. μ. Οι προϊστάμενοι των Διευθύνσεων Αλλοδαπών των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων. μα. Τα μέλη των Επιτροπών Εξετάσεων Υποψηφίων Οδηγών. μβ. Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Κοινωνίας της Πληροφορίας, οι Διευθυντές και οι Αναπληρωτές Διευθυντές των Επιχειρησιακών Μονάδων. Τα μέλη του Μητρώου Αξιολογητών Δράσεων Κρατικών Ενισχύσεων και άλλοι εξωτερικοί συνεργάτες που έχουν συμμετάσχει σε αξιολογήσεις, Γνωμοδοτικές Επιτροπές και Επιτροπές Προσφυγών Δράσεων Κρατικών Ενισχύσεων, οι Πρόεδροι και τα Μέλη Επιτροπών Αξιολόγησης Προσφορών κάθε βαθμού, καθώς και Επιτροπών Προσφυγών έργων Δημοσίου Τομέα, οι Πρόεδροι και τα Μέλη των επιτροπών Παρακολούθησης και Παραλαβής Έργων Δημοσίου Τομέα, οι Υπεύθυνοι Έργων Δημοσίου Τομέα και Δράσεων Κρατικών Ενισχύσεων. Οι Προϊστάμενοι, οι αναπληρωτές Προϊστάμενοι και οι Προϊστάμενοι Μονάδων όλων των Ειδικών Υπηρεσιών και των λοιπών φορέων που ασκούν καθήκοντα ή και αρμοδιότητες διαχείρισης, εφαρμογής, συντονισμού και ελέγχου, στο πλαίσιο των συγχρηματοδοτούμενων δράσεων της Προγραμματικής Περιόδου 2007 - 2013 και 2014 - 2020. μγ. Οι προϊστάμενοι των Υπηρεσιών Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. μδ. Οι προϊστάμενοι Διευθύνσεων των Υπηρεσιών Δημοσιονομικού Ελέγχου (Υ.Δ.Ε.) του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. με. Ο πρόεδρος, τα μέλη και οι υπάλληλοι της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης. μστ. Ο πρόεδρος και οι διαχειριστές Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (Μ.Κ.Ο.) που επιχορηγούνται από το κράτος. μζ. Το προσωπικό του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΟΦ), του Ενιαίου Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ), του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ) και του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΟΠΕΚΕΠΕ) που ασκεί καθήκοντα ελεγκτικής μορφής ή χορήγησης αδειών κάθε μορφής και οι προϊστάμενοι των παραπάνω υπηρεσιών. μη. Κάθε άλλο πρόσωπο για το οποίο προβλέπεται υποχρέωση υποβολής δήλωσης από ειδική διάταξη νόμου.

2.

Η δήλωση της παραγράφου 1 υποβάλλεται από τους υπόχρεους μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από την απόκτηση της ιδιότητάς τους (αρχική δήλωση). Τα μετέπειτα έτη, η δήλωση υποβάλλεται κάθε χρόνο κατά το διάστημα της θητείας, της άσκησης της δραστηριότητας ή της διατήρησης της ιδιότητας των υπόχρεων και για ένα (1) έτος, ειδικά δε για τους υπόχρεους των περιπτώσεων α΄ έως ε΄ της παραγράφου 1 για τρία (3) έτη, μετά από την απώλεια ή τη λήξη της, και το αργότερο τρεις (3) μήνες μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

3.

Το μήνα Φεβρουάριο κάθε έτους διαβιβάζεται, κατά περίπτωση, στα αρμόδια όργανα ελέγχου κατάλογος των ελεγχόμενων προσώπων. Ο κατάλογος συντάσσεται από τον Πρόεδρο της Βουλής για τα πρόσωπα που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως και ε΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και από τον αρμόδιο Υπουργό, τον γενικό γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης ή το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου για τα πρόσωπα που υπάγονται στο φορέα αυτόν ή από τον οποίο εποπτεύονται και σε κάθε άλλη περίπτωση από τα όργανα διοίκησης του οικείου φορέα. Το αρμόδιο όργανο ελέγχου μπορεί να ζητά από οποιαδήποτε υπηρεσία, φορέα ή νομικό ή φυσικό πρόσωπο που διαθέτει στοιχεία για πρόσωπα που υπάγονται στις περιπτώσεις της παραγράφου 1, κατάλογο των οικείων προσώπων.

4.

Αμφισβητήσεις ως προς την ιδιότητα του υπόχρεου επιλύονται με πράξη των κατά περίπτωση αρμοδίων οργάνων ελέγχου, η οποία εκδίδεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την υποβολή σχετικής αίτησης του ενδιαφερομένου ή των οργάνων, που είναι αρμόδια να υποβάλλουν την κατά την προηγούμενη παράγραφο, του παρόντος άρθρου, κατάσταση υπόχρεων.»

Άρθρο 223

Το άρθρο 2 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Άρθρο 2 Περιεχόμενο δήλωσης περιουσιακής κατάστασης

1.

α. Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει, λεπτομερώς, τα υφιστάμενα κατά τις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους περιουσιακά στοιχεία στην ημεδαπή και την αλλοδαπή. Ειδικώς, η αρχική δήλωση περι Ως περιουσιακά στοιχεία, θεωρούνται, ιδίως: i. Τα έσοδα, από κάθε πηγή. ii. Τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους. iii. Οι μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών, τα ομόλογα και ομολογίες κάθε είδους, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα κάθε είδους. iv. Οι κάθε είδους καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και τα κάθε είδους χρηματιστηριακά ή ασφαλιστικά προϊόντα και συμμετοχές σε κεφάλαια επιχειρηματικών ή επενδυτικών συμμετοχών (funds) και καταπιστεύματα (trusts). v. Τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα. vi. Η συμμετοχή σε κάθε είδους εταιρία ή επιχείρηση. β. i. Σε περίπτωση απόκτησης νέου περιουσιακού στοιχείου ή επαύξησης υφιστάμενου, στη δήλωση περιλαμβάνεται, υποχρεωτικώς, το ύψος της σχετικής δαπάνης, καθώς και αναλυτική παράθεση της πηγής προέλευσης των σχετικών πόρων. Σε περίπτωση εκποίησης μνημονεύεται το εισπραχθέν τίμημα. ii. Στη δήλωση αναφέρονται τα προσωπικά, υπηρεσιακά και φορολογικά στοιχεία των υπόχρεων. Οι υπόχρεοι προσκομίζουν στο αρμόδιο όργανο ελέγχου αντίγραφα των οικείων παραστατικών εφόσον τους ζητηθεί. γ. Μετά την αρχική δήλωση, στην ετήσια δήλωση τους οι υπόχρεοι δηλώνουν μόνον τις μεταβολές που επήλθαν στην περιουσιακή τους κατάσταση κατά το χρονικό διάστημα που αφορά η δήλωση. Η δήλωση υποβάλλεται από τον υπόχρεο και υπογράφεται από τον ίδιο, για τα δικά του περιουσιακά στοιχεία, τη σύζυγό του, για τα δικά της στοιχεία, και από αμφότερους τους συζύγους, για τα περιουσιακά στοιχεία των ανήλικων τέκνων τους. Η δήλωση συνοδεύεται από αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης του υπόχρεου για το προηγούμενο έτος και αντίγραφο του τελευταίου Εντύπου Ε9 που υποβλήθηκε στην αρμόδια ΔΟΥ. δ. Οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται να υποβάλουν στον Πρόεδρο της Επιτροπής του άρθρου 3Α αντίγραφο κάθε συμβολαιογραφικού εγγράφου, που συντάσσεται από αυτούς, με το οποίο αναλαμβάνεται η υποχρέωση ή μεταβιβάζεται από ή προς δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό, σύζυγο ή τέκνο του, οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, κινητό ή ακίνητο, ή δικαίωμα. Το αυτό ισχύει και για την αποδοχή κληρονομίας.

2.

Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης συντάσσονται σε ειδικό έντυπο, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται, για μεν τους υπόχρεους των περιπτώσεων του άρθρου 3 παράγραφος 1 περίπτωση α΄ με απόφαση του Προέδρου της Βουλής και για τους άλλους υπόχρεους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με όμοιες αποφάσεις, μπορεί να ορίζεται ότι η δήλωση υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω ενιαίας ειδικής εφαρμογής, οπότε προσδιορίζεται ο κατά περίπτωση υπεύθυνος διαχείρισης και καθορίζεται κάθε αναγκαία προς τούτο λεπτομέρεια, οι αναγκαίες διασφαλίσεις για τα πρόσωπα και τους όρους πρόσβασης στα στοιχεία τους και τυχόν ρυθμίσεις μεταβατικού χαρακτήρα. Οι δηλώσεις υπόκεινται σε ηλεκτρονική επεξεργασία από αυτοτελή ειδική βάση δεδομένων, μετά την οποία πρέπει να προκύπτει ευκρινώς το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και η αξία τους ανά κατηγορία περιουσιακών στοιχείων, καθώς και η χρονολογία κτήσης. Για την επεξεργασία λαμβάνεται υπόψη, εφόσον είναι διαθέσιμη, η αξία κτήσης.

3.

Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων των περιπτώσεων α΄ έως ε΄ του άρθρου 1 παράγραφος 1, καθώς και των Γενικών Γραμματέων των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, των Περιφερειαρχών και των Δημάρχων, υπόκεινται σε δημοσιοποίηση στο διαδικτυακό τόπο της Βουλής με μέριμνα του Προέδρου της Επιτροπής του άρθρου 3A, ο οποίος καθορίζει το αντικείμενο της δημοσιοποίησης και ιδίως τη μορφή, τον τύπο, τα προς δημοσίευση συγκεντρωτικά ή μη στοιχεία, τη χρονική διάρκεια της ανάρτησης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Από τη δημοσιοποίηση εξαιρούνται σε κάθε περίπτωση εκείνα τα στοιχεία που είναι ικανά να προκαλέσουν βλάβη στη ζωή ή την περιουσία του δηλούντος και της οικογένειας του (όπως διεύθυνση κατοικίας, αριθμοί κυκλοφορίας μεταφορικών μέσων, φορολογικά στοιχεία κ.λπ.). Η δημοσίευση των δημοσιοποιούμενων στοιχείων στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης επιτρέπεται υπό την προϋπόθεση ότι δημοσιεύεται ολόκληρο το περιεχόμενό τους. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι επιτρεπτή η επιλεκτική δημοσιοποίηση ονομαστικών στοιχείων. Κάθε παράβαση της διάταξης αυτής τιμωρείται πέραν της προβλεπόμενης ποινής φυλάκισης από το άρθρο 7 παράγραφος 2 και με χρηματική ποινή από 5.000 μέχρι 100.000 ευρώ.

4.

Ελλείψεις ή ανακρίβειες της δήλωσης μπορούν να συμπληρωθούν από τον υπόχρεο αυθορμήτως προ της έναρξης ελέγχου της δήλωσης από το αρμόδιο όργανο ελέγχου.»

Άρθρο 224

Το άρθρο 3 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Άρθρο 3 Όργανα και διαδικασία ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης

1.

Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των υπόχρεων προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 υποβάλλονται και ελέγχονται ως ακολούθως:

  • α) των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις

α΄ έως και κδ΄, κζ΄, λα΄ έως και μγ΄, με΄, μστ΄ και μζ΄ στην Επιτροπή του άρθρου 3A,

  • β) των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις

λ΄ και μδ΄ στον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης,

  • γ) των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις

κε΄, κη΄ και κθ΄ στον εποπτεύοντα την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας εισαγγελικό λειτουργό της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, ο οποίος επικουρείται προς τούτο από την οικεία υπηρεσία,

  • δ) των προσώπων που αναφέρονται στην περίπτωση

κστ΄ σε εισαγγελικό λειτουργό της Εισαγγελίας Εφετών Πειραιά, ο οποίος ορίζεται από τον Προϊστάμενο της οικείας Εισαγγελίας, και επικουρείται προς τούτο από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής.

2.

Ο έλεγχος της αρχικής δήλωσης αφορά στη διαπίστωση του αληθούς περιεχομένου για τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία. Για τα μετέπειτα έτη ο έλεγχος, πέραν της διαπίστωσης του αληθούς περιεχομένου της δήλωσης, περιλαμβάνει, σε

λαμβάνει τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της κών στοιχείων και η αξία τους ανά κατηγορία περιουσια- περιουσιακά στοιχεία. κών στοιχείων, καθώς και η χρονολογία κτήσης. Για την Ως περιουσιακά στοιχεία, θεωρούνται, ιδίως: επεξεργασία λαμβάνεται υπόψη, εφόσον είναι διαθέσι- i. Τα έσοδα, από κάθε πηγή. μη, η αξία κτήσης. ii. Τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα 3. Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώ- σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους. πων των περιπτώσεων α΄ έως ε΄ του άρθρου 1 παρά- iii. Οι μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών, τα γραφος 1, καθώς και των Γενικών Γραμματέων των Απο- ομόλογα και ομολογίες κάθε είδους, τα μερίδια αμοιβαί- κεντρωμένων Διοικήσεων, των Περιφερειαρχών και των ων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοι- Δημάρχων, υπόκεινται σε δημοσιοποίηση στο διαδικτυα- κονομικά προϊόντα κάθε είδους. κό τόπο της Βουλής με μέριμνα του Προέδρου της Επι- iv. Οι κάθε είδους καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτή- τροπής του άρθρου 3A, ο οποίος καθορίζει το αντικείμε- ρια και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και τα κάθε εί- νο της δημοσιοποίησης και ιδίως τη μορφή, τον τύπο, τα δους χρηματιστηριακά ή ασφαλιστικά προϊόντα και προς δημοσίευση συγκεντρωτικά ή μη στοιχεία, τη χρο- συμμετοχές σε κεφάλαια επιχειρηματικών ή επενδυτι- νική διάρκεια της ανάρτησης και κάθε άλλη αναγκαία λε- κών συμμετοχών (funds) και καταπιστεύματα (trusts). πτομέρεια. Από τη δημοσιοποίηση εξαιρούνται σε κάθε v. Τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς περίπτωση εκείνα τα στοιχεία που είναι ικανά να προκα- και τα κάθε χρήσης οχήματα. λέσουν βλάβη στη ζωή ή την περιουσία του δηλούντος vi. Η συμμετοχή σε κάθε είδους εταιρία ή επιχείρηση. και της οικογένειας του (όπως διεύθυνση κατοικίας, α- β. i. Σε περίπτωση απόκτησης νέου περιουσιακού στοι- ριθμοί κυκλοφορίας μεταφορικών μέσων, φορολογικά χείου ή επαύξησης υφιστάμενου, στη δήλωση περιλαμ- στοιχεία κ.λπ.). Η δημοσίευση των δημοσιοποιούμενων βάνεται, υποχρεωτικώς, το ύψος της σχετικής δαπάνης, στοιχείων στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης επιτρέπεται καθώς και αναλυτική παράθεση της πηγής προέλευσης υπό την προϋπόθεση ότι δημοσιεύεται ολόκληρο το πε- των σχετικών πόρων. Σε περίπτωση εκποίησης μνημο- ριεχόμενό τους. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι επιτρεπτή νεύεται το εισπραχθέν τίμημα. η επιλεκτική δημοσιοποίηση ονομαστικών στοιχείων. Κά- ii. Στη δήλωση αναφέρονται τα προσωπικά, υπηρεσια- θε παράβαση της διάταξης αυτής τιμωρείται πέραν της κά και φορολογικά στοιχεία των υπόχρεων. Οι υπόχρεοι προβλεπόμενης ποινής φυλάκισης από το άρθρο 7 παρά- προσκομίζουν στο αρμόδιο όργανο ελέγχου αντίγραφα γραφος 2 και με χρηματική ποινή από 5.000 μέχρι των οικείων παραστατικών εφόσον τους ζητηθεί. 100.000 ευρώ. γ. Μετά την αρχική δήλωση, στην ετήσια δήλωση 4. Ελλείψεις ή ανακρίβειες της δήλωσης μπορούν να τους οι υπόχρεοι δηλώνουν μόνον τις μεταβολές που ε- συμπληρωθούν από τον υπόχρεο αυθορμήτως προ της πήλθαν στην περιουσιακή τους κατάσταση κατά το χρο- έναρξης ελέγχου της δήλωσης από το αρμόδιο όργανο νικό διάστημα που αφορά η δήλωση. ελέγχου.» Η δήλωση υποβάλλεται από τον υπόχρεο και υπογρά- Άρθρο 224 φεται από τον ίδιο, για τα δικά του περιουσιακά στοιχεία, τη σύζυγό του, για τα δικά της στοιχεία, και από αμφότε- Το άρθρο 3 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως ακο- ρους τους συζύγους, για τα περιουσιακά στοιχεία των α- λούθως: νήλικων τέκνων τους. Η δήλωση συνοδεύεται από αντί- γραφο της φορολογικής δήλωσης του υπόχρεου για το «Άρθρο 3 προηγούμενο έτος και αντίγραφο του τελευταίου Εντύ- Όργανα και διαδικασία ελέγχου των δηλώσεων που Ε9 που υποβλήθηκε στην αρμόδια ΔΟΥ. περιουσιακής κατάστασης δ. Οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται να υποβάλουν στον Πρόεδρο της Επιτροπής του άρθρου 3Α αντίγραφο 1. Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των υπό- κάθε συμβολαιογραφικού εγγράφου, που συντάσσεται χρεων προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 υπο- από αυτούς, με το οποίο αναλαμβάνεται η υποχρέωση ή βάλλονται και ελέγχονται ως ακολούθως: μεταβιβάζεται από ή προς δικαστικό ή εισαγγελικό λει- α) των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις τουργό, σύζυγο ή τέκνο του, οποιοδήποτε περιουσιακό α΄ έως και κδ΄, κζ΄, λα΄ έως και μγ΄, με΄, μστ΄ και μζ΄ στοιχείο, κινητό ή ακίνητο, ή δικαίωμα. Το αυτό ισχύει στην Επιτροπή του άρθρου 3A, και για την αποδοχή κληρονομίας. β) των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις 2. Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης συντάσσο- λ΄ και μδ΄ στον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, νται σε ειδικό έντυπο, το περιεχόμενο του οποίου καθο- γ) των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις ρίζεται, για μεν τους υπόχρεους των περιπτώσεων του κε΄, κη΄ και κθ΄ στον εποπτεύοντα την Υπηρεσία Εσωτε- άρθρου 3 παράγραφος 1 περίπτωση α΄ με απόφαση του ρικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας εισαγγελι- Προέδρου της Βουλής και για τους άλλους υπόχρεους, κό λειτουργό της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, ο οποίος με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαι- επικουρείται προς τούτο από την οικεία υπηρεσία, οσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με ό- δ) των προσώπων που αναφέρονται στην περίπτωση μοιες αποφάσεις, μπορεί να ορίζεται ότι η δήλωση υπο- κστ΄ σε εισαγγελικό λειτουργό της Εισαγγελίας Εφετών βάλλεται ηλεκτρονικά μέσω ενιαίας ειδικής εφαρμογής, Πειραιά, ο οποίος ορίζεται από τον Προϊστάμενο της οι- οπότε προσδιορίζεται ο κατά περίπτωση υπεύθυνος δια- κείας Εισαγγελίας, και επικουρείται προς τούτο από την χείρισης και καθορίζεται κάθε αναγκαία προς τούτο λε- Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων του Λιμενικού Σώμα- πτομέρεια, οι αναγκαίες διασφαλίσεις για τα πρόσωπα τος - Ελληνικής Ακτοφυλακής. και τους όρους πρόσβασης στα στοιχεία τους και τυχόν 2. Ο έλεγχος της αρχικής δήλωσης αφορά στη διαπί- ρυθμίσεις μεταβατικού χαρακτήρα. στωση του αληθούς περιεχομένου για τα υφιστάμενα Οι δηλώσεις υπόκεινται σε ηλεκτρονική επεξεργασία κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία. Για από αυτοτελή ειδική βάση δεδομένων, μετά την οποία τα μετέπειτα έτη ο έλεγχος, πέραν της διαπίστωσης του πρέπει να προκύπτει ευκρινώς το σύνολο των περιουσια- αληθούς περιεχομένου της δήλωσης, περιλαμβάνει, σε

σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσης των υπόχρεων σε δήλωση προσώπων. Η δήλωση δεν θεωρείται ανακριβής ή ελλιπής σε περίπτωση επουσιώδους ανακρίβειας ή έλλειψης ή εφόσον, ύστερα από πρόσκληση του οργάνου ελέγχου, αποδεικνύεται η νομιμότητα της πηγής προέλευσης του ανακριβώς δηλωθέντος στοιχείου.

3.

Σε περιπτώσεις δειγματοληπτικού ή στοχευμένου ελέγχου, το αρμόδιο όργανο ελέγχου λαμβάνει υπόψη του και τεχνικές ανάλυσης επικινδυνότητας με τη χρήση πληροφοριακών συστημάτων. Το όργανο ελέγχου μπορεί να καταρτίζει πρόγραμμα συνοπτικών ή/ και ειδικών - θεματικών ελέγχων, δίχως να θίγεται η δυνατότητα επέκτασής τους σε τακτικούς (κατά την παράγραφο 2 εδάφια α΄ και β΄εφόσον συντρέξει προς τούτο περίσταση).

4.

Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, το όργανο ελέγχου μπορεί να καλεί τους ελεγχόμενους για να δώσουν διευκρινίσεις ή να προσκομίσουν συμπληρωματικά παραστατικά στοιχεία, εντός προθεσμίας, η οποία μπορεί να παραταθεί.

5.

Τα αναφερόμενα στο άρθρο 5 του ν. 3691/2008 πρόσωπα έχουν υποχρέωση να ενημερώνουν αμελλητί τα αρμόδια όργανα ελέγχου της παραγράφου 1, όταν γνωρίζουν ή έχουν σοβαρές ενδείξεις ή υποψίες ότι διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί οποιαδήποτε παράβαση των υποχρεώσεων των ελεγχόμενων που απορρέουν από τον παρόντα νόμο ή τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού υπουργικές αποφάσεις.

Άρθρο 225

Μετά το άρθρο 3 του ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 3A ως ακολούθως: «Άρθρο 3Α Επιτροπή Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης

1.

Ο έλεγχος της περιουσιακής κατάστασης των αναφερομένων στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 προσώπων ανατίθεται σε επιτροπή ελέγχου, η οποία ενεργεί ως ειδικό όργανο. Η Επιτροπή είναι ανεξάρτητη, διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και αποτελείται από επτά (7) μέλη με ισάριθμους αναπληρωτές. Η έδρα της καθορίζεται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής.

2.

Η Επιτροπή συγκροτείται από:

  • α) Αντιπρόεδρο της Βουλής, ως Πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του, που ορίζεται με απόφαση του Προέδρου

της Βουλής,

  • β) τον Δ΄ Αντιπρόεδρο της Βουλής, ως μέλος, με τον

αναπληρωτή του, εκ των Ε΄, ΣΤ΄ και Ζ΄ Αντιπροέδρων, ο οποίος ορίζεται με απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής,

  • γ) Αρεοπαγίτη ως τακτικό μέλος, με τον αναπληρωτή

του, και

  • δ) Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως τακτικό

μέλος, με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με απόφαση των Ανωτάτων Δικαστικών Συμβουλίων των οικείων δικαστηρίων μετά από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,

  • ε) Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως τακτικό

μέλος, με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με απόφαση του Διοικητή της, μετά από ερώτημα του Προέδρου της Βουλής.

  • στ) Τον Πρόεδρο της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες

και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης ως τακτικό μέλος με τον αναπληρωτή του.

  • ζ) Τον Πρόεδρο της Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και

Διαφάνειας της Βουλής ως τακτικό μέλος με τον αναπληρωτή του. Οι δικαστές τακτικά μέλη της Επιτροπής είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και απολαμβάνουν, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Γραμματέας της Επιτροπής ορίζεται υπάλληλος που υπηρετεί στην υπηρεσία της παραγράφου 4 με απόφαση του Προέδρου της Επιτροπής. Με απόφαση του Προέδρου της Βουλής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται η αποζημίωση των μελών που δεν είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, καθώς και του Γραμματέα της Επιτροπής, η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει το όριο που προβλέπεται από την παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4024/ 2011 (Α΄ 226). Οι πιστώσεις για τη λειτουργία της Επιτροπής και της υπηρεσίας της παραγράφου 4 εγγράφονται στον προϋπολογισμό της Βουλής υπό ίδιο φορέα. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής είναι ο κύριος διατάκτης των οικείων δαπανών. Θέματα οικονομικής διαχείρισης ρυθμίζονται με ειδικό κανονισμό οικονομικής διαχείρισης που καταρτίζεται από την Επιτροπή και εγκρίνεται από τον Πρόεδρο της Βουλής.

3.

Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής. Οι δικαστές μέλη της Επιτροπής ορίζονται για θητεία δύο (2) ετών, που δύναται να ανανεωθεί έως δύο (2) ακόμη έτη. Κατά την πρώτη εφαρμογή, ο Αρεοπαγίτης τακτικό μέλος και ο αναπληρωτής του ορίζονται για θητεία τριών (3) ετών. Ο Υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ορίζεται για θητεία τεσσάρων (4) ετών. Σε περίπτωση γενικών βουλευτικών εκλογών, η Επιτροπή ανασυγκροτείται ως προς τα κοινοβουλευτικά μέλη εντός μηνός από την εκλογή του Προεδρείου της νέας Βουλής. Τυχόν προαγωγή των δικαστών μελών δεν επηρεάζει τη συμμετοχή τους. Σε περίπτωση κενώσεως θέσης τακτικού μέλους, ο αναπληρωτής ασκεί τα καθήκοντα του τακτικού μέλους έως τον ορισμό νέου τακτικού μέλους.

4.

Την Επιτροπή υποστηρίζει ειδική υπηρεσία επιπέδου διεύθυνσης υπαγόμενη στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Με απόφαση του Προέδρου της Βουλής καθορίζεται η διάρθρωσή της και το επιστημονικό, διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό που το στελεχώνει, οι θέσεις, ο αριθμός και οι αρμοδιότητες. Οι θέσεις τους πληρούνται και με αποσπάσεις από το δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και την Τράπεζα της Ελλάδος, οι οποίες διενεργούνται, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 4024/ 2011, με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, ύστερα από πρόταση του Προέδρου της Επιτροπής και, στην τελευταία περίπτωση, του Διοικητή της Τραπέζης. Η διάρκεια της απόσπασης είναι τριετής, μπορεί να ανανεώνεται για ισάριθμα χρονικά διαστήματα, και είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία προέλευσης του υπαλλήλου. Οι υπηρετούντες λαμβάνουν το σύνολο των αποδοχών και ε κάθε θέμα που αφορά στην οργάνωση και λειτουργία της Επιτροπής Ελέγχου και της ειδικής υπηρεσίας.»

Άρθρο 226

Μετά το άρθρο 3A του ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 3B, ως ακολούθως: «Άρθρο 3B Λειτουργία της Επιτροπής

1.

Στο πλαίσιο του ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, η Επιτροπή του άρθρου 3A μπορεί να ζητά από τα υπόχρεα πρόσωπα όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων της, στις οποίες περιλαμβάνονται και ομαδοποιημένες πληροφορίες που αφορούν ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών ή δραστηριοτήτων φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, τις κρατικές χρηματοδοτήσεις τους, τις ιδιωτικές και τις παντός είδους εισφορές ή προσφορές. Η Επιτροπή αξιολογεί και διερευνά τις πληροφορίες που διαβιβάζονται ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο περιέρχονται σε αυτήν σχετικά με την υποβολή των δηλώσεων, τις ανακρίβειες ή ελλείψεις αυτών. Η Επιτροπή έχει πρόσβαση σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής, υπηρεσίας ή Οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα, καθώς και στο σύστημα «Τειρεσίας» και μπορεί να ζητά, στο πλαίσιο των ελέγχων και των ερευνών, τη συνεργασία και την παροχή στοιχείων κάθε είδους από φυσικά πρόσωπα, δικαστικές, προανακριτικές ή ανακριτικές αρχές, δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου και οργανισμούς οποιασδήποτε μορφής, υποχρεουμένων όλων στην άμεση παροχή των ανωτέρω στοιχείων, ενημερώνουν δε τις αρμόδιες αρχές για περιπτώσεις ελλιπούς συνεργασίας ή μη συμμόρφωσής τους προς τις υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Έναντι της Επιτροπής δεν ισχύει, κατά τη διάρκεια των ελέγχων και ερευνών της, οποιοδήποτε τραπεζικό, χρηματιστηριακό, φορολογικό ή επαγγελματικό απόρρητο, με την επιφύλαξη των άρθρων 212, 261 και 262 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σε κάθε περίπτωση και εφόσον κρίνεται αναγκαίο, η Επιτροπή συνεπικουρείται στο έργο της από επίκουρο Εισαγγελέα Διαφθοράς του ν. 4139/2013, τον οποίο προτείνει ο Εισαγγελέας Διαφθοράς μετά από αίτημα της Επιτροπής.

2.

Η Επιτροπή ελέγχει όλες τις δηλώσεις των προσώπων των κατηγοριών α΄ έως και ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, των Γενικών Γραμματέων των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, των περιφερειαρχών και των δημάρχων των πόλεων άνω των 50.000 κατοίκων και διενεργεί δειγματοληπτικούς ή στοχευμένους ελέγχους για τις υπόλοιπες κατηγορίες της αρμοδιότητάς της, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 3. Κατά την επιλογή του δείγματος, η Επιτροπή μπορεί να αποδίδει προτεραιότητα σε ειδικότερες υποκατηγορίες προσώπων με βάση τεχνικές ανάλυσης επικινδυνότητας.

3.

Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η Επιτροπή μπορεί να αναθέτει τη διενέργεια λογιστικής ή οικονομικής πραγματογνωμοσύνης ή άλλων ελεγκτικών πράξεων σε ορκωτούς ελεγκτές και ειδικούς επιστήμονες, οι οποίοι εξετάζουν λεπτομερώς τα στοιχεία των δηλώσεων και των αντίστοιχων δικαιολογητικών και συντάσσουν αναλυτική έκθεση που υποβάλλεται στην Επιτροπή για την υποβοήθηση του έργου της. Προς τον ίδιο σκοπό, η Επιτροπή μπορεί να ζητά τη συνδρομή οποιασδήποτε δημόσιας ελεγκτικής αρχής προσδιορίζοντας το αντικείμενό της.

4.

Με το πέρας κάθε ελέγχου, η Επιτροπή αποφασίζει αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να διαβιβαστεί με αιτιολογημένο και εμπεριστατωμένο πόρισμά της στον αρμόδιο Εισαγγελέα, εφόσον τα στοιχεία κρίνονται βάσιμα και επαρκή. Αν συντρέχει περίπτωση καταλογισμού, το πόρισμα αποστέλλεται και στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και εφόσον κρίνεται ανάγκη διερεύνησης επί θεμάτων φορολογικής ή άλλης αρχής ή υπηρεσίας, το πόρισμα αποστέλλεται και σε αυτές. Σε περίπτωση υποθέσεως που τέθηκε στο αρχείο, αυτή δύναται να ανασυρθεί μόνο όταν γίνεται επίκληση ή αναφαίνονται νέα πραγματικά στοιχεία που δικαιολογούν την επανεξέταση ή καθίσταται αναγκαίος ο συσχετισμός της υποθέσεως με άλλη έρευνα της Επιτροπής.

5.

Η διαδικασία ελέγχου είναι εμπιστευτική. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο Πρόεδρος, τα Μέλη, το προσωπικό της Επιτροπής, καθώς και τα πρόσωπα της παραγράφου 3 έχουν υποχρέωση να τηρούν τις αρχές της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας και να απέχουν από την εξέταση υποθέσεων για τις οποίες υπάρχει πιθανότητα σύγκρουσης συμφερόντων ή στις οποίες εμπλέκονται πρόσωπα συγγενικά ή οικεία. Έχουν καθήκον να τηρούν εχεμύθεια για πληροφορίες των οποίων λαμβάνουν γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η υποχρέωση αυτή διατηρείται και μετά από την αποχώρησή τους από την Επιτροπή ή την εκετέλεση των καθηκόντων τους όσον αφορά τα πρόσωπα της παραγράφου 3. Οι παραβαίνοντες το ανωτέρω καθήκον εχεμύθειας τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

6.

Όποιος παρεμποδίζει, με οποιονδήποτε τρόπο, το ελεγκτικό έργο και ιδίως αρνείται την παροχή στοιχείων στην Επιτροπή ή στους ορκωτούς ελεγκτές τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών.

7.

Με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα που αφορά στο αντικείμενο, στη διαδικασία ελέγχου, καθώς επίσης στην οργάνωση και τη λειτουργία της Επιτροπής για την εξέλεγξη των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των ανωτέρω προσώπων.»

Άρθρο 227

Το άρθρο 6 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Άρθρο 6 Μη υποβολή ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης

1.

Υπόχρεος σε δήλωση που παραλείπει να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή δήλωση τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. Σε περίπτωση που ο υπόχρεος τελεί το αδίκημα με σκοπό την απόκρυψη περιουσιακού και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.

2.

Ο υπαίτιος του δεύτερου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, αν η συνολική αξία της αποκρυπτόμενης περιουσίας του ιδίου και των λοιπών προσώπων για τα οποία αυτός οφείλει να υποβάλει δήλωση υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριακοσίων (300.000) χιλιάδων ευρώ, ανεξαρτήτως αν η απόκρυψη επιχειρείται με τη μη υποβολή δήλωσης ή την υποβολή ελλιπούς ή ανακριβούς δήλωσης.

3.

Αν οι πράξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 τελέστηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται χρηματική ποινή. Το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις, μπορεί να κρίνει τις πράξεις αυτές ατιμώρητες.

4.

Τρίτος ο οποίος εν γνώσει του συμπράττει στην υποβολή ανακριβούς δήλωσης και ιδίως στην παράλειψη δήλωσης περιουσιακών στοιχείων τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή.

5.

Τα φυσικά πρόσωπα και οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων του άρθρου 5 του ν. 3691/2008 που παραβιάζουν την υποχρέωση γνωστοποίησης της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.»

Άρθρο 228

Το άρθρο 12 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Άρθρο 12 Καταλογισμός Σε βάρος του ελεγχόμενου καταλογίζεται χρηματικό ποσό μέχρι της αξίας περιουσιακού αποκτήματος, το οποίο απέκτησε ο ίδιος, ο/η σύζυγός του ή το ανήλικο τέκνο του, εφόσον η προέλευση του περιουσιακού οφέλους δεν δικαιολογείται. Ο καταλογισμός γίνεται υπέρ του Δημοσίου από το αρμόδιο τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Ο καταλογισμός αποκλείεται εάν το περιουσιακό στοιχείο έχει δημευθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 9.»

Άρθρο 229

Δήλωση οικονομικών συμφερόντων

1.

Οι υπόχρεοι σε δήλωση περιουσιακής κατάστασης κατά το ν. 3213/2003, εκτός από την ετήσια δήλωση, υποβάλουν, στην ίδια προθεσμία, δήλωση οικονομικών συμφερόντων των ιδίων και των συζύγων τους, η οποία περιλαμβάνει:

  • α) τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες,
  • β) τη συμμετοχή τους στη διοίκηση πάσης φύσεως νομικών προσώπων και εταιριών, ενώσεων προσώπων και

μη κυβερνητικών οργανώσεων,

  • γ) οποιαδήποτε αμειβόμενη τακτική δραστηριότητα

που αναλαμβάνουν παράλληλα, με την άσκηση των καθηκόντων τους είτε ως υπάλληλοι είτε ως αυτοαπασχολούμενοι,

  • δ) οποιαδήποτε αμειβόμενη περιστασιακή δραστηριότητα (περιλαμβανομένων της συγγραφικής δραστηριότητας, του διδακτικού έργου ή της παροχής συμβουλών)

που αναλαμβάνουν παράλληλα με την άσκηση των καθηκόντων τους, εάν η συνολική αμοιβή υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ ανά ημερολογιακό έτος,

  • ε) τη συμμετοχή σε εταιρεία ή κοινοπραξία, όταν αυτή

η συμμετοχή ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στη δημόσια πολιτική ή όταν δίνει στον υπόχρεο τη δυνατότητα σημαντικής επιρροής επί υποθέσεων της εν λόγω εταιρείας ή σύμπραξης,

  • στ) για την περίπτωση προσώπων που υπηρετούν σε

αιρετή δημόσια θέση, οποιαδήποτε οικονομική υποστήριξη από τρίτους, σε προσωπικό ή σε υλικούς πόρους, που χορηγείται σε συνάρτηση με τη δημόσια δραστηριότητά τους, με ένδειξη της ταυτότητας των τρίτων αυτών, εάν η συνολική αξία υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

  • ζ) οποιαδήποτε συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα

που προκάλεσαν άμεση ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με τα καθήκοντά τους. Ως σύγκρουση συμφερόντων νοείται η περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος έχει προσωπικό συμφέρον που θα μπορούσε να επηρεάσει αθέμιτα την εκτέλεση των καθηκόντων του. Σύγκρουση συμφερόντων δεν υπάρχει στην περίπτωση που ο υπόχρεος αντλεί κάποιο όφελος μόνο ως μέλος του γενικότερου κοινού ή μίας ευρύτερης κατηγορίας ατόμων.

2.

Η δήλωση περιλαμβάνει τα συμφέροντα και δραστηριότητες των ανωτέρω περιπτώσεων που αφορούν στο προηγούμενο της υποβολής οικονομικό έτος. Η δήλωση υπογράφεται χωριστά από τον υπόχρεο ή τη σύζυγο για τα στοιχεία εκάστου.

3.

Η δήλωση συντάσσεται σε ειδικό έντυπο, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3213/2003.

4.

Στις περιπτώσεις που προβλέπεται κατά το νόμο δημοσιοποίηση των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, μπορεί, υπό τους ίδιους όρους, να δημοσιοποιηθούν και στοιχεία των δηλώσεων οικονομικών συμφερόντων.

Άρθρο 230

Μεταβατικές διατάξεις

1.

Κάθε διάταξη νόμου που αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 222 έως και 229 του νόμου αυτού καταργείται.

2.

Ισχύουσες διατάξεις νόμου που περιέχουν παραπομπή σε κατηγορίες υπόχρεων προσώπων του άρθρου 222 δεν θίγονται και θεωρείται ότι η οικεία παραπομπή αφορά στην αντίστοιχη κατηγορία προσώπων, όπως αυτή αναριθμείται με τον παρόντα νόμο.

3.

Το άρθρο 1 του ν. 4065/2012, όπως ισχύει, δεν θίγεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Άρθρο 231

Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4249/2014 (Α΄ 73) και άλλες διατάξεις

1.

Στο τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν.4249/2014, μετά τη λέξη ιεραρχία προστίθενται οι λέξεις «αντίστοιχη της στρατιωτικής».

2.

Ο τίτλος του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Β΄ και το άρθρο 15 του ιδίου ως άνω νόμου αντικαθίστανται ως εξής: ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ

Άρθρο 15

Γενική διάρθρωση, έδρα, αποστολή

1.

Η Ελληνική Αστυνομία συγκροτείται από κεντρικές και περιφερειακές Υπηρεσίες.

2.

Κεντρικές Υπηρεσίες είναι: α. το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, β. οι κατωτέρω Υπηρεσίες, οι οποίες έχουν διοικητική αυτοτέλεια και υπάγονται διοικητικά στο Αρχηγείο: αα. οι Διευθύνσεις Διαχείρισης και Ανάλυσης Πληροφοριών, Εσωτερικών Υποθέσεων, Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας και Εγκληματολογικών Ερευνών, οι οποίες εποπτεύονται και ελέγχονται από τον Αρχηγό, ββ. η Γενική Διεύθυνση Προστασίας Επισήμων και Ευπαθών Στόχων, η Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας και η Διεύθυνση Ειδικών Αστυνομικών Δυνάμεων, οι οποίες εποπτεύονται και ελέγχονται από τον Υπαρχηγό, γγ. οι Διευθύνσεις Υγειονομικού και Οικονομικής Επιθεώρησης, οι οποίες εποπτεύονται και ελέγχονται από τον Προϊστάμενο Επιτελείου, δδ. η Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, η οποία εποπτεύεται και ελέγχεται από τον Προϊστάμενο του Κλάδου Ασφάλειας.

3.

Περιφερειακές Υπηρεσίες είναι η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής, η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης, οι Γενικές Περιφερειακές Αστυνομικές Διευθύνσεις και οι Υπηρεσίες που υπάγονται σε αυτές. Οι Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις Αττικής και Θεσσαλονίκης και οι Περιφερειακές Αστυνομικές Διευθύνσεις υπάγονται απευθείας στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας και εποπτεύονται, κατευθύνονται, συντονίζονται και ελέγχονται από τους Γενικούς Επιθεωρητές Αστυνομίας Βορείου Ελλάδος και Νοτίου Ελλάδος, κατά τομέα ευθύνης.

4.

Το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας εδρεύει στην πρωτεύουσα του Κράτους και αποτελεί την ανώτατη επιτελική Υπηρεσία με την οποία ο Αρχηγός ασκεί τη διοίκηση του Σώματος και παράλληλα την προϊσταμένη αρχή των Κεντρικών και Περιφερειακών Υπηρεσιών που συγκροτούν την Ελληνική Αστυνομία. Το έργο του Αρχηγείου συνίσταται στη μέριμνα για την εκπλήρωση της αποστολής του Σώματος στο πλαίσιο της πολιτικής κατεύθυνσης του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και προς το σκοπό αυτόν προγραμματίζει, σχεδιάζει, παρακολουθεί, κατευθύνει και ελέγχει τη δράση των Υπηρεσιών του και εξασφαλίζει τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους.

5.

Το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας αποτελεί ενιαία αυτοτελή Υπηρεσία και διαρθρώνεται στους εξής Κλάδους: α. Κλάδο Τάξης, β. Κλάδο Ασφάλειας, γ. Κλάδο Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων, δ. Κλάδο Διοικητικής Υποστήριξης και Ανθρώπινου Δυναμικού, ε. Κλάδο Οικονομικοτεχνικής Υποστήριξης και Πληροφορικής.

6.

Στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας λειτουργούν επίσης: α. Το Επιτελικό Γραφείο Αρχηγού (Ε.Γ.Α.). β. Το Ενιαίο Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων (Ε.Σ.Κ.Ε.ΔΙ.Κ.). γ. Τα Γραφεία του Υπαρχηγού, του Προϊσταμένου Επιτελείου και των Γενικών Επιθεωρητών Αστυνομίας.

7.

Η διάρθρωση των Κλάδων του Αρχηγείου σε Διευθύνσεις και των Διευθύνσεων σε Τμήματα, καθώς επίσης η διάρθρωση των λοιπών Υπηρεσιών του Αρχηγείου, των αυτοτελών κεντρικών Υπηρεσιών και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του παρόντος άρθρου ρυθμίζονται με το προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 39 του παρόντος νόμου. Με διατάξεις του ιδίου προεδρικού διατάγματος ρυθμίζονται και τα θέματα έδρας, αντιστοιχίας, καθορισμού επιμέρους αρμοδιοτήτων Υπηρεσιών και οργάνων και γενικά όλα τα συναφή με την οργάνωση και τη λειτουργία των Υπηρεσιών αυτών ζητήματα.»

3.

Μετά την παρ. 4 του άρθρου 22 του ιδίου νόμου, προστίθενται παράγραφοι 5 και 6 ως εξής. «5. Ο εισαγγελικός λειτουργός της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 2265/1994 (Α΄ 209), όπως η παράγραφος αυτή έχει τροποποιηθεί και ισχύει, εποπτεύει και το έργο της Διεύθυνσης Διαχείρισης και Ανάλυσης Πληροφοριών κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της που σχετίζονται με τη συλλογή, επεξεργασία και αξιοποίηση πληροφοριών και στοιχείων.

6.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τη διάρκεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης που ενεργείται στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων των Διευθύνσεων Διαχείρισης και Ανάλυσης Πληροφοριών και Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας εφαρμόζονται, αναλογικά, οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2713/1999 (Α΄ 89), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, καθώς και του άρθρου 3 του ν. 2225/1994 (Α΄ 121). Για την εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου όπου στο άρθρο 6 του ν.2713/1999 αναφέρεται ο εισαγγελικός λειτουργός του άρθρου 3 του νόμου αυτού, νοείται ο εισαγγελικός λειτουργός της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου.»

4.

Το άρθρο 30 του ιδίου νόμου αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 30 Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις Αττικής και Θεσσαλονίκης και Γενικές Περιφερειακές Αστυνομικές Διευθύνσεις

1.

Οι Περιφερειακές Υπηρεσίες που υπάγονται απευθείας στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας είναι: α. Η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής (Γ.Α.Δ.Α.). β. Η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης (Γ.Α.Δ.Θ.). γ. Οι Γενικές Περιφερειακές Αστυνομικές Διευθύνσεις (ΓΕ.Π.Α.Δ.) Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Κεντρικής Μακεδονίας, Δυτικής Μακεδονίας, Ηπείρου, Θεσσαλίας και Βορείου Αιγαίου, οι οποίες με τη Γ.Α.Δ.Θ. συνθέτουν, ως προς τη χωροταξική τους διάταξη, τον «Τομέα Βορείου Ελλάδος» και εποπτεύονται, συντονίζονται και ελέγχονται από τον Γενικό Επιθεωρητή Αστυνομίας Βορείου Ελλάδος. δ. Οι Γενικές Περιφερειακές Αστυνομικές Διευθύνσεις (ΓΕ.Π.Α.Δ.) Στερεάς Ελλάδος, Δυτικής Ελλάδος, Ιονίων Νήσων, Πελοποννήσου, Νοτίου Αιγαίου και Κρήτης, οι οποίες μαζί με τη Γ.Α.Δ.Α. συνθέτουν, ως προς τη χωρο στα όρια της τοπικής τους δικαιοδοσίας, την άσκηση του συνόλου των αστυνομικών αρμοδιοτήτων, όπως αυτές καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 11 του παρόντος νόμου.

3.

Οι Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις Αττικής και Θεσσαλονίκης εδρεύουν, αντίστοιχα, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και συγκροτούνται από την επιτελική τους Υπηρεσία και τις Διευθύνσεις που υπάγονται σε αυτές. Ομοίως, οι Γενικές Περιφερειακές Αστυνομικές Διευθύνσεις συγκροτούνται από την επιτελική τους Υπηρεσία και τις Διευθύνσεις Αστυνομίας Νομών της περιφέρειάς τους. Οι Διευθύνσεις Αστυνομίας Νομών υπάγονται στις Γενικές Περιφερειακές Αστυνομικές Διευθύνσεις και ασκούν μέσα στα όρια της εδαφικής τους δικαιοδοσίας το σύνολο των αστυνομικών αρμοδιοτήτων. Οι Γενικές Περιφερειακές Αστυνομικές Διευθύνσεις και οι Διευθύνσεις Αστυνομίας Νομών εδρεύουν όπου και οι αντίστοιχες Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις Περιφέρειας και οι Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών που λειτουργούσαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

4.

Στις Περιφερειακές Υπηρεσίες της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, προς το σκοπό αποτελεσματικότερης εκπλήρωσης της αποστολής τους και αντιμετώπισης σοβαρών ή έκτακτων γεγονότων ή καταστάσεων δύναται, με διαταγή του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας κατόπιν σχετικής εισήγησης των Γενικών Επιθεωρητών Αστυνομίας, να συγκροτούνται Ειδικές Επιχειρησιακές Ομάδες, Αστυνομικές Μονάδες και Κλιμάκια Υπηρεσιών, όπως Κινητές Αστυνομικές Μονάδες (K.A.M.), Ομάδες Πρόληψης και Καταστολής του Εγκλήματος (Ο.Π.Κ.Ε.), Ομάδες Δίκυκλης Αστυνόμευσης (ΔΙ.ΑΣ.), Ομάδες Ελέγχου και Πρόληψης Τροχαίων Ατυχημάτων (Ο.Ε.Π.Τ.Α.), Ομάδες Ειδικών Δράσεων (Ο.Ε.Δ.), Ειδικές Ομάδων Δίωξης Παράνομης Μετανάστευσης και Κλιμάκια Υπηρεσιών. Ειδικότερα ζητήματα, που αφορούν στη σύνθεση, την εκπαίδευση, τον εξοπλισμό, την υπαγωγή, την επιχειρησιακή δράση και την εν γένει λειτουργία των Ομάδων, Μονάδων και Κλιμακίων αυτών ρυθμίζονται στο πλαίσιο της διαταγής του προηγούμενου εδαφίου.

5.

Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου Υπηρεσίες, η επιμέρους διάρθρωση και οι αρμοδιότητές τους καθορίζονται με το προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 39 του παρόντος νόμου. Με διατάξεις του ιδίου προεδρικού διατάγματος ρυθμίζονται και τα συναφή με την οργάνωση και τη λειτουργία των Υπηρεσιών αυτών ζητήματα.»

5.

Το άρθρο 35 του ιδίου νόμου αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 35 Συντονισμός Υπηρεσιών, βαθμοί διοικούντων

1.

Ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας ασκεί τη διοίκηση του Σώματος και κατευθύνει, παρακολουθεί και ελέγχει τη λειτουργία και τη δράση των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας στην εκπλήρωση της αποστολής τους. Στο πλαίσιο αυτό, σε σοβαρές περιπτώσεις και κατόπιν σχετικής εισήγησης των Γενικών Επιθεωρητών Αστυνομίας, δύναται να διατάσσει την επιχειρησιακή δραστηριοποίηση οποιασδήποτε Υπηρεσίας του Σώματος και σε περιοχές εκτός της τοπικής τους αρμοδιότητας.

2.

Ο Υπαρχηγός είναι άμεσος βοηθός του Αρχηγού, τον οποίο συνδράμει στην εκτέλεση των καθηκόντων του και εποπτεύει, συντονίζει, κατευθύνει και ελέγχει τις αυτοτελείς κεντρικές Υπηρεσίες αρμοδιότητάς του.

3.

Ο Προϊστάμενος Επιτελείου βοηθά τον Αρχηγό και τον Υπαρχηγό του Σώματος στην εκπλήρωση της αποστολής τους, προΐσταται του Επιτελείου και εποπτεύει, συντονίζει, καθοδηγεί και ελέγχει τους Κλάδους του Επιτελείου και τις αυτοτελείς Διευθύνεις των άρθρων 28 και 29 του παρόντος νόμου.

4.

Οι Γενικοί Επιθεωρητές Αστυνομίας Βορείου και Νοτίου Ελλάδος βοηθούν τον Αρχηγό και τον Υπαρχηγό του Σώματος στην εκτέλεση των καθηκόντων τους και εποπτεύουν, κατευθύνουν, συντονίζουν και ελέγχουν, κατά λόγο αρμοδιότητας, τις περιφερειακές Υπηρεσίες των Τομέων Βορείου Ελλάδος και Νοτίου Ελλάδος, όπως οι τομείς αυτοί ορίζονται στις περιπτώσεις γ΄ και δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 30 του παρόντος νόμου.

5.

Οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές Αττικής και Θεσσαλονίκης, οι Γενικοί Περιφερειακοί Αστυνομικοί Διευθυντές, οι διευθυντές ή προϊστάμενοι των αυτοτελών ή μη κεντρικών Υπηρεσιών και οι διευθυντές, διοικητές ή προϊστάμενοι των περιφερειακών Υπηρεσιών του Σώματος διευθύνουν, διοικούν ή προΐστανται των Υπηρεσιών τους, συντονίζοντας και ελέγχοντας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους το έργο των υφισταμένων τους Υπηρεσιών και του προσωπικού τους προς το σκοπό αποτελεσματικής εκπλήρωσης της αποστολής τους.

6.

Ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας φέρει το βαθμό του Αντιστράτηγου Αστυνομίας. Τον ίδιο βαθμό φέρουν ο Υπαρχηγός, ο Προϊστάμενος Επιτελείου και οι Γενικοί Επιθεωρητές Αστυνομίας. Ο Υπαρχηγός είναι ο αρχαιότερος μετά τον Αρχηγό Αντιστράτηγος Αστυνομίας.

7.

Οι Προϊστάμενοι των Κλάδων του Επιτελείου, οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές Αττικής και Θεσσαλονίκης και ο Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Προστασίας Επισήμων και Ευπαθών Στόχων φέρουν το βαθμό του Υποστράτηγου Αστυνομίας. Τον ίδιο βαθμό φέρουν οι μέχρι δύο τον αριθμό ανώτατοι αξιωματικοί, οι οποίοι τοποθετούνται ως βοηθοί του Προϊστάμενου Επιτελείου και είναι αρχαιότεροι των Προϊσταμένων των Κλάδων του Επιτελείου.

8.

Οι Γενικοί Περιφερειακοί Αστυνομικοί Διευθυντές, οι Διευθυντές των Διευθύνσεων Ασφάλειας Αττικής και Θεσσαλονίκης, οι Διευθυντές της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας της Διεύθυνσης Οικονομικής Αστυνομίας και της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, καθώς και ο υγειονομικός αξιωματικός που τοποθετείται Διευθυντής της Διεύθυνσης Υγειονομικού, φέρουν το βαθμό του Υποστράτηγου ή του Ταξίαρχου Αστυνομίας.

9.

Οι Διευθυντές των Διευθύνσεων των Κλάδων και οι Διευθυντές των Κεντρικών και Περιφερειακών Υπηρεσιών επιπέδου Διεύθυνσης φέρουν το βαθμό του Ταξίαρχου Αστυνομίας ή του Αστυνομικού Διευθυντή. Επίσης, το βαθμό του Ταξίαρχου Αστυνομίας ή του Αστυνομικού Διευθυντή φέρουν και οι αξιωματικοί που τοποθετούνται ως βοηθοί των Γενικών Αστυνομικών Διευθυντών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των Γενικών Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθυντών και των Διευθυντών των Διευθύνσεων Ασφάλειας Αττικής και Θεσσαλονίκης. Σε καθέ βοηθοί των Διευθυντών των Διευθύνσεων Αστυνομίας Νομών τοποθετούνται αξιωματικοί με το βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή ή Αστυνομικού Υποδιευθυντή.

10.

Διευθυντές, Προϊστάμενοι ή Τμηματάρχες, κατά περίπτωση, των αυτοτελών ή μη Υπηρεσιών επιπέδου Υποδιεύθυνσης, καθώς και Τμηματάρχες των Τμημάτων των Διευθύνσεων των Κλάδων του Επιτελείου τοποθετούνται Αστυνομικοί Διευθυντές ή Αστυνομικοί Υποδιευθυντές ή Αστυνόμοι Α΄.

11.

Διοικητές ή Προϊστάμενοι τον Κεντρικών και Περιφερειακών, αυτοτελών ή μη, Υπηρεσιών επιπέδου Τμήματος τοποθετούνται Αστυνομικοί Υποδιευθυντές ή Αστυνόμοι Α΄ ή Αστυνόμοι Β΄ ή Υπαστυνόμοι Α΄ και Β΄. Διοικητές των Υπηρεσιών επιπέδου Αστυνομικού Σταθμού τοποθετούνται Υπαστυνόμοι Α΄ και Β΄ ή Ανθυπαστυνόμοι - Αρχιφύλακες.

12.

Διευθυντές των Διευθύνσεων Επικοινωνίας και Πολιτικού Προσωπικού τοποθετούνται πολιτικοί υπάλληλοι που έχουν τις προβλεπόμενες από τις ισχύουσες διατάξεις προϋποθέσεις. Στη Διεύθυνση Τεχνικών Εφαρμογών μπορεί να τοποθετείται Διευθυντής και πολιτικός υπάλληλος. Σε θέσεις προϊσταμένων Τμημάτων κεντρικών και περιφερειακών Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας τοποθετούνται και πολιτικοί υπάλληλοι των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό.

13.

Οι ανώτατοι αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας τοποθετούνται με απόφαση του Αρχηγού του Σώματος. Η τοποθέτηση των ομοιόβαθμων Προϊσταμένου Επιτελείου και Γενικών Επιθεωρητών Αστυνομίας πραγματοποιείται ανεξαρτήτως της σειράς αρχαιότητάς τους.»

6.

Οι παράγραφοι 3, 4 και 5 του άρθρου 36 του ιδίου νόμου καταργούνται και οι παράγραφοι 6 και 7 του ιδίου άρθρου αναριθμούνται σε παραγράφους 3 και 4, αντιστοίχως. Στους στίχους 5 και 3 των παραγράφων 3 και 4 όπως οι παράγραφοι αυτοί αναριθμούνται με το προηγούμενο εδάφιο, μετά τη λέξη «Κλάδων» διαγράφεται η λέξη «και».

7.

Όπου στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του ιδίου νόμου αναφέρονται ως μέλη της Επιτροπής Περιφερειακής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ε.Π.Σ.Α.) ο Περιφερειακός Αστυνομικός Διευθυντής και ο Περιφερειακός Διευθυντής Ασφάλειας, νοείται εφεξής ο οικείος Γενικός Αστυνομικός Διευθυντής ή Γ΄ ενικός Περιφερειακός Αστυνομικός Διευθυντής.

8.

Οι παράγραφοι 1 και 7 του άρθρου 13 του ν. 2800/ 2000 (Α΄ 41), όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 42 του ν. 4249/2014, αντικαθίστανται ως εξής: «1. Στο Επιτελικό Γραφείο του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας συνιστάται και λειτουργεί Συμβούλιο Επιτελικού Σχεδιασμού και Διαχείρισης Κρίσεων, το οποίο συγκροτείται από τους: α. Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, β. Υπαρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, γ. Προϊστάμενο Επιτελείου, δ. Γενικούς Επιθεωρητές Αστυνομίας και ε. Προϊστάμενους των Κλάδων του Επιτελείου, ως μέλη.» «7. Το Συμβούλιο συνεδριάζει με την παρουσία τουλάχιστον τεσσάρων (4) μελών. Όταν συγκαλείται για τη διαχείριση κρίσεων ή για σοβαρά θέματα ασφάλειας, μπορεί να καλούνται και να συμμετέχουν και οι οικείοι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές ή Γενικοί Περιφερειακοί Αστυνομικοί Διευθυντές.»

9.

Οι πράξεις οι οποίες διενεργήθηκαν από τα όργανα διοίκησης της Ελληνικής Αστυνομίας και των Υπηρεσιών της, στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, κατά το μεταβατικό χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του ν. 4249/2014 μέχρι την έναρξη ισχύος του προεδρικού διατάγματος το οποίο εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 1 του άρθρου 39 του ιδίου νόμου και ρυθμίζει τα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας και του προσωπικού της, καθώς και των προβλεπόμενων στην παρ. 1 του άρθρου 40 του νόμου αυτού κανονιστικών πράξεων, λογίζονται νόμιμες.

10.

Οι μεταθέσεις των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του π.δ. 100/2003 (Α΄94) και του π.δ.211/2005 (Α΄ 254), που εξετάστηκαν ή πραγματοποιήθηκαν, είτε κατόπιν πρωτοβουλίας της Υπηρεσίας είτε κατόπιν αίτησης των ενδιαφερομένων, σε χρόνο μεταγενέστερο του προβλεπόμενου από τα ως άνω προεδρικά διατάγματα, λογίζεται ότι εξετάστηκαν ή πραγματοποιήθηκαν, αντίστοιχα, εντός των οριζομένων από τις οικείες διατάξεις προθεσμιών. Οι ενδιαφερόμενοι που δεν υπέβαλαν αίτηση μετάθεσης, δύνανται να υποβάλουν αίτηση εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος.

11.

Μέχρι την έκδοση των κανονιστικών πράξεων με τις οποίες θα καθοριστούν η οργάνωση, η λειτουργία και οι αρμοδιότητες των Υπηρεσιών και των οργάνων που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, οι Υπηρεσίες και τα όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας εξακολουθούν να λειτουργούν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

12.

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται: α. τα άρθρα 14, 16, 17, 18, 19 παρ. 1 έως και 11, 31, 32, 33, 34 και 37 του ν.4249/2014, β. το π.δ.51/2014 (Α΄ 86), γ. κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Άρθρο 232

Διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών 1α) Στο άρθρο 2 του ν. 3581/2007 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4. Όταν στις συμβάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 συμβάλλεται, ως μισθωτής, το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, οι πάσης φύσεως υποχρεώσεις του ως μισθωτή, βαρύνουν το φορέα ο οποίος στεγάζεται στο μίσθιο και, εάν αυτό παραμένει κενό κατά την υπογραφή της σύμβασης, το φορέα στον οποίο είχε μεταβιβαστεί η χρήση του ακινήτου πριν από την υπογραφή αυτής και, εάν αυτός δεν υπάρχει, το φορέα που ήταν κύριος του ακινήτου. Εάν το μίσθιο, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, είναι κενό και δεν υπάρχει δυνατότητα καταγγελίας αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο, οι υποχρεώσεις του μισθωτή συνεχίζουν να βαρύνουν το φορέα, ο οποίος είχε τελευταίος τη χρήση του ακινήτου. Εάν στο ίδιο μίσθιο στεγάζονται περισσότεροι φορείς, οι παραγράφου 1 του άρθρου 1 που έχουν υπογράφει μέχρι την έναρξη ισχύος του προηγούμενου εδαφίου.» 1β) Στο άρθρο 63 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, γίνονται οι ακόλουθες αλλαγές: Α) Στο τέλος της παρ. 1 προστίθεται νέο εδάφιο, ως εξής: «Η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου.» Β) Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 5 προστίθεται νέο εδάφιο, ως εξής: «Η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου.» Γ) Οι διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου 1β τίθενται σε ισχύ από 31 Ιουλίου 2014. 1γ) Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 4223/2013 (Α΄ 287), προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Ποσά φόρου μέχρι πέντε (5) ευρώ δεν είναι απαιτητά και είτε συμψηφίζονται έναντι απαιτήσεων του φορολογούμενου κατά της Φορολογικής Διοίκησης είτε συνυπολογίζονται κατά τον υπολογισμό οφειλών αυτού από την εκκαθάριση του ιδίου φόρου επόμενων ετών.» 2α) Η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997 (Α΄ 38) τροποποιείται ως εξής: α. Στο τέλος του τρίτου εδαφίου προστίθεται τέταρτο εδάφιο ως εξής: «Το ενεργητικό του ΚΚΝΠΔΔ και Α.Φ. δύναται να επενδύεται και σε τίτλους του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα κατωτέρω.» β. Στο υφιστάμενο πέμπτο εδάφιο η φράση «να απευθύνεται στη δευτερογενή αγορά» αντικαθίσταται με τη φράση «να αγοράζει τίτλους του Ε.Δ. στη δευτερογενή αγορά ή τίτλους του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης.» γ. Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ αντικαθίσταται ως εξής: "«τις συναλλαγές αυτές περιλαμβάνονται και οι συμβάσεις αγοράς/πώλησης τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης με σύμφωνο επαναπώλησης/επαναγοράς (repos, reverse repos, buy/sell back, sell/buy back).» 2β) Στην περίπτωση ζ΄ της παραγράφου 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997 η φράση «σε τίτλους του Δημοσίου» αντικαθίσταται με τη φράση «στους οριζόμενους στην περίπτωση γ΄ της παρούσας παραγράφου τίτλους.» 3) Η διάταξη του άρθρου 15 του ν. 4110/2013, η οποία είχε καταργηθεί με την παράγραφο 6 του άρθρου 74 του ν. 4170/2013, αναβιώνει και τροποποιείται, ως εξής: στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1, μετά τη λέξη «υποβοήθηση», προστίθενται οι λέξεις «του Υπουργού» και διαγράφονται οι λέξεις «των Γενικών Γραμματέων» και στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2: α)μετά τις λέξεις «με απόφαση», προστίθενται οι λέξεις «του Υπουργού» και διαγράφονται οι λέξεις «του Γενικού Γραμματέα» και

  • β) διαγράφονται οι λέξεις «λήξη της θητείας του Γενικού

Γραμματέα» και αντικαθίστανται από τις λέξεις «λήξη της θητείας του».

Άρθρο 233

Διατάξεις του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας 1) Στο άρθρο 11 του ν. 4264/2014 (Α' 118) προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: «5. Η ισχύς του άρθρου αυτού αρχίζει από την 1.11.2014. Η απόφαση της παραγράφου 1 εκδίδεται το αργότερο μέχρι τις 31.10.2014. Οι οικείοι Περιφερειάρχες οφείλουν να εκδώσουν τις αποφάσεις συγκρότησης επιτροπών της παραγράφου 2 εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης της παραγράφου 1. Μέχρι τις 31.10.2014 οι Τριμελείς Επιτροπές που υφίστανται κατά τη δημοσίευση του παρόντος, εξακολουθούν να λειτουργούν.» 2) Η παράγραφος 6 του άρθρου 26 του ν. 4264/2014 (Α΄ 118) αντικαθίσταται ως εξής: «6. Επιτρέπεται η συμμετοχή στις δραστηριότητες της παραγράφου 1 και σε κατόχους άδειας επαγγελματία πωλητή βιομηχανικών ειδών των λαϊκών αγορών σε ποσοστό μέχρι είκοσι τοις εκατό (20%) επί του συνολικού αριθμού των προς χορήγηση αδειών της κάθε δραστηριότητας. Σε περίπτωση που ο αριθμός των αιτούντων υπερβαίνει το ανωτέρω ποσοστό διενεργείται δημόσια κλήρωση μεταξύ των αιτούντων από το περιφερειακό ή το δημοτικό συμβούλιο κατά περίπτωση.» 3) Στην παράγραφο 3 του άρθρου 136 του ν. 4072/2012 (Α' 86) προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής: «Μέχρι την εγκατάσταση της τεχνικής δυνατότητας για χρήση προηγμένης ηλεκτρονικής υπογραφής, η δήλωση κατάθεσης μπορεί να υποβάλλεται και εξ αποστάσεως με τη χρήση ηλεκτρονικής υπογραφής, κατά την έννοια και σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 2 και τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 4 του π.δ. 150/2001 (Α' 125), οπότε η δήλωση κατάθεσης και η αποτύπωση του σήματος θεωρείται ότι κατατέθηκαν εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα από την υπηρεσία του άρθρου 134 ηλεκτρονική απόδειξη που φέρει ηλεκτρονική υπογραφή κατά την παραπάνω έννοια και περιέχει τα στοιχεία που ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 135.» 4) Σε δημόσιες συμβάσεις της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου που έληγε ο συμβατικός χρόνος διάρκειάς τους μέχρι 30 Ιουνίου 2014, για τις οποίες δεν κατέστη εφικτή η μετάθεση του συμβατικού χρόνου παράδοσης των παραδοτέων λόγω έλλειψης του αρμοδίου γνωμοδοτικού οργάνου κατά τη διαδικασία που ορίζουν οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 26 του π.δ 118/2007 (Α' 150) αλλά και της παραγράφου 5 του άρθρου 26 του π.δ. 394/1996 (Α' 266), μπορεί να μετατεθεί ο συμβατικός χρόνος παράδοσης των παραδοτέων, με αιτιολογημένη απόφαση του οικείου Υπουργού ή άλλου αρμοδίου οργάνου, εκδιδόμενη εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και με ισχύ από 30 Ιουνίου 2014, κατόπιν διατύπωσης γνώμης από το αρμόδιο προς τούτο όργανο. 5.α) Στο δεύτερο εδάφιο της υποπερίπτωσης δδ) της περίπτωσης γ΄της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 4013/2011 (Α΄ 204), πριν τη λέξη «ημερών», τίθεται η λέξη «εργασίμων».

  • β) Στο τέταρτο εδάφιο της υποπερίπτωσης δδ) της περίπτωσης γ) της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν.

4013/2011 (Α' 204), πριν τη λέξη «ημέρες», τίθεται η λέξη «εργάσιμες». παρόντος νόμου.

Άρθρο 234

Διάταξη Υπουργείου Υγείας Με απόφαση του Υπουργού Υγείας δύνανται να τροποποιούνται το παράρτημα Α΄ και το παράρτημα Β΄ του π.δ. 84/2001.

Άρθρο 235

Διατάξεις Υπουργείου Πολιτισμού

1.

Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 35 του ν. 4262/2014 (Α΄ 114) η ημερομηνία «31.8.2014» αντικαθίσταται με την ημερομηνία «31.12.2014»

2.

Στο τέλος του άρθρου 18 του ν. 2121/1993 προστίθεται παράγραφος 12, ως εξής: «12. Αλλοδαπές, μη εγκατεστημένες στην Ελλάδα εταιρείες που έχουν ειδικώς αδειοδοτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 4 (α) του Τελωνειακού Κώδικα, όπως εισήχθη με το ν, 4132/2013 (Α΄ 59) και την υπουργική απόφαση 1126/12.6.2013 (Β΄ 1420), δεν είναι υπόχρεες για την καταβολή εύλογης αμοιβής του άρθρου 18 παρ. 3 του ν. 2121/1993 (Α΄ 25) για τα προϊόντα που εισάγουν υπό το καθεστώς αναστολής καταβολής του οφειλόμενου Φ.Π.Α. Η οφειλόμενη στους δικαιούχους εύλογη αμοιβή του άρθρου 18 παρ. 3 του ν. 2121/1993, καταβάλλεται από τον πρώτο εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας αγοραστή που αποκτά τα προϊόντα από τις αδειοδοτηθείσες σύμφωνα με το καθεστώς του άρθρου 29 παρ. 4 (α) του Τελωνειακού Κώδικα αλλοδαπές εταιρείες, προκειμένου να τα διαθέσει στο εσωτερικό της Χώρας, σημειώνεται δε (ως ποσοστό και ποσό) στο φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται από τις ανωτέρω εταιρείες κατά την παράδοση των ανωτέρω προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας και εισπράττεται από οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης, όπως στο παρόν άρθρο ορίζεται. Οι εταιρείες του άρθρου 29 παρ. 4(α) Τ.Κ. υποχρεούνται να γνωστοποιούν στους δικαιούχους Οργανισμούς Συλλογικής Διαχείρισης τα στοιχεία των παραδόσεών τους στο εσωτερικό της χώρας (με πλήρη στοιχεία αγοραστή, ποσότητας, αξίας, κωδικού είδους, ημερομηνία αγοράς και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο κριθεί απαραίτητο για την είσπραξη της αμοιβής) με τριμηνιαίες καταστάσεις, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού μπορεί να ρυθμίζονται λεπτομέρειες που αφορούν στην εφαρμογή της παρούσας παραγράφου».

Άρθρο 236

Διάταξη Υπουργείου Τουρισμού Στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 15Α του ν. 3986/2011 (Α΄ 152), που προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 54 του ν. 4276/2014 (Α΄ 155), μετά τις λέξεις «τουριστικά καταλύματα» προστίθενται οι λέξεις «εντός επενδυτικών σχεδίων που αναπτύσσονται εντός ΕΣΧΑΔΑ».

Άρθρο 237

Ορισμοί

1.

α) Κομμωτής - Κουρέας, είναι εκείνος που παρέχει κάθε είδους εργασία κομμώσεως σε παιδιά, άνδρες και γυναίκες, όπως κούρεμα, χτένισμα απλό ή καλλιτεχνικό, απλό ή ειδικό λούσιμο, αποχρωματισμό, αποχρώσεις, ανταύγειες (MECHES), κατσάρωμα (PERMANENTE), ίσιωμα, τοποθέτηση τοπικής περούκας και περούκας, ξύρισμα και λοιπές καλλιτεχνικές εργασίες.

  • β) Μαθητευόμενος Κομμωτής - Κουρέας είναι εκείνος

που εκτελεί αποκλειστικά βοηθητικές εργασίες στο πλαίσιο της μαθητείας που προβλέπεται στο ν. 4186/2013.

  • γ) Τεχνίτης περιποίησης χεριών και ποδιών είναι εκείνος που παρέχει υπηρεσίες στην περιποίηση χεριών

(MANICURE) και ποδιών (PEDICURE).

2.

Κομμωτήριο - Κουρείο, είναι το κατάστημα όπου παρέχονται οι υπηρεσίες που ορίζονται στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 1, του παρόντος άρθρου, καθώς και οι υπηρεσίες περιποίησης χεριών (MANICURE) και ποδιών (PEDICURE), εφόσον αυτές παρέχονται από εξειδικευμένο τεχνίτη.

Άρθρο 238

Βεβαίωση συνδρομής νόμιμων προϋποθέσεων για την άσκηση επαγγέλματος Οι Βεβαιώσεις συνδρομής νόμιμων προϋποθέσεων για την άσκηση επαγγέλματος διακρίνονται σε:

  • α) Κομμωτή - Κουρέα
  • β) Τεχνίτη περιποίησης χεριών και ποδιών.
Άρθρο 239

Προσόντα και διαδικασία για την άσκηση επαγγέλματος Για την άσκηση του επαγγέλματος οποιασδήποτε κατά το προηγούμενο άρθρο κατηγορίας απαιτούνται τα παρακάτω:

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)