ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ F
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 165 30 Ιουνίου 2003
Επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ (Κ.Π.Δ.)
Άρθρο 1
Οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 30 του Κ.Π.Δ., όπως η δεύτερη προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2854/ 2000 (ΦΕΚ 243 Α΄), αντικαθίστανται ως εξής: «1. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει δικαίωμα να παραγ?γέλλει στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για κάθε αξιόποινη πράξη.» «3. Σε υποθέσεις εξαιρετικής φύσης ο Υπουργός Δικαι?οσύνης μπορεί να ζητήσει από τον Εισαγγελέα του Αρεί?ου Πάγου να παραγγείλει τη διενέργεια της ανάκρισης και την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο κατ' απόλυ?τη προτεραιότητα.»
Άρθρο 2
Η παράγραφος 2 του άρθρου 31 του Κ.Π.Δ. αντικαθί?σταται ως εξής: «2. Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241. Αν αυτή γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρ?κεια της προκαταρκτικής εξέτασης αποδίδεται σε ορι?σμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσω?πο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωμοτί. Έχει δικαίωμα να παρίσταται με συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων και να λάβει προθεσμία μέχρι σαρά?ντα οκτώ ώρες για την παροχή τους, η οποία μπορεί να πα?ραταθεί από εκείνον που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Επίσης, μπορεί να ζητήσει να του χορηγηθεί αντίγραφο της μήνυσης ή της έγκλησης. Αυτός που ενερ?γεί την προκαταρκτική εξέταση πρέπει να ενημερώσει προηγουμένως τον εξεταζόμενο για την πράξη που αφο?ρά η εξέταση και για τα παραπάνω δικαιώματά του. Προη?γούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού που έγι?νε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνή?γορο, δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας. Εφόσον ο μηνυόμενος ή εγκαλούμενος ή εκείνος κατά του οποίου στρέφονται οι υποψίες κλητεύτηκε νόμιμα και δεν εμφα?νίστηκε, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται και χωρίς την εξέτασή του.»
Στο άρθρο 31 του Κ.Π.Δ. προστίθεται παράγραφος 3, που έχει ως εξής: «3. Η προκαταρκτική εξέταση είναι συνοπτική και η διάρκειά της δεν μπορεί να υπερβεί τους τέσσερις μήνες. Αν η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται από τον εισαγγε?λέα πλημμελειοδικών κατά τα άρθρα 43 και 47 και συ?ντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, ο χρόνος αυτός μπορεί να πα?ραταθεί έως τέσσερις το πολύ μήνες με έγκριση του ει?σαγγελέα εφετών.»
Άρθρο 3
Το άρθρο 34 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 34 Ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι Η προκαταρκτική εξέταση και η προανάκριση ορισμέ?νων εγκλημάτων ενεργείται και από δημοσίους υπαλλή?λους, όπου αυτό προβλέπεται σε ειδικούς νόμους, πά?ντοτε υπό τη διεύθυνση και την εποπτεία του εισαγγελέα πλημμελειοδικών.»
Άρθρο 4
Το άρθρο 35 του Κ.Π.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρ?θρο 6 παρ. 2 του Ν. 2854/2000, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 35 Ανώτατη διεύθυνση στην ανάκριση Η ανώτατη διεύθυνση στην ανάκριση ανήκει στον ει?σαγγελέα εφετών, που έχει επιπλέον το δικαίωμα να ενερ?γεί, προσωπικά ή με κάποιον από τους αντεισαγγελείς που υπάγονται σε αυτόν, προκαταρκτική εξέταση κατά το άρθρο 31 για κάθε έγκλημα που γίνεται στην περιφέρειά του, εφόσον δεν έχει διαταχθεί προηγουμένως προκα?ταρκτική εξέταση από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Ο εισαγγελέας εφετών, μετά το πέρας της προκαταρκτι?κής εξέτασης που ενήργησε, είτε αρχειοθετεί την υπόθε?ση, εφόσον στο μεταξύ ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών δεν έχει κινήσει την ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, είτε παραγγέλλει να κινηθεί η ποινική δίωξη. Το ίδιο δικαίωμα, χωρίς τους περιορισμούς των προηγούμενων εδαφίων, έχει και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο οποίος μπο?ρεί επίσης σε υποθέσεις εξαιρετικής φύσης να διατάσσει 2851 «Άρθρο 43 Έναρξη ποινικής δίωξης
Ο εισαγγελέας, όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά, κινεί την ποινική δίωξη, παραγγέλλοντας προανάκριση ή ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προ?βλέπεται. Σε κακουργήματα όμως ή πλημμελήματα αρμο?διότητας του τριμελούς πλημμελειοδικείου κινεί την ποι?νική δίωξη μόνο εφόσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 243 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Επίσης, μπορεί να μην ενεργη?θεί προκαταρκτική εξέταση, εφόσον έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση και προκύπτουν επαρκείς εν?δείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη.
Αν η μήνυση ή η αναφορά δεν στηρίζεται στο νόμο ή εί?ναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικα?στικής εκτίμησης, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών την αρχειοθετεί και υποβάλλει αντίγραφο στον εισαγγελέα εφε?τών, αναφέροντας τους λόγους που τον οδήγησαν να μην κινήσει την ποινική δίωξη. Στις ίδιες ενέργειες προβαίνει και αν μετά την ενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή τις ανα?κριτικές πράξεις που έγιναν κατά το άρθρο 243 παρ. 2 ή την ένορκη διοικητική εξέταση κρίνει αιτιολογημένα ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίω?ξη. Ο εισαγγελέας εφετών έχει δικαίωμα: α) στην περίπτω?ση του πρώτου εδαφίου να παραγγείλει προκαταρκτική εξέταση από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αν πρόκει?ται για κακούργημα ή για πλημμέλημα αρμοδιότητας του τριμελούς πλημμελειοδικείου ή να κινηθεί η ποινική δίωξη για τα λοιπά εγκλήματα και β) στην περίπτωση του δεύτε?ρου εδαφίου να παραγγείλει να κινηθεί η ποινική δίωξη.»
Άρθρο 6
Το άρθρο 47 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 47 Απόρριψη της έγκλησης
Ο εισαγγελέας εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ου?σία της, την απορρίπτει με αιτιολογημένη διάταξή του, η οποία επιδίδεται στον εγκαλούντα.
Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτι?κές πράξεις, κατά το άρθρο 243 παρ. 2 ή ένορκη διοικητι?κή εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, ενεργεί όπως στην προηγούμενη παράγραφο.
Όσα αναφέρονται στα άρθρα 43 παρ.1, 44 και 45 εφαρμόζονται και ως προς την έγκληση.»
Άρθρο 7
Το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 48 του Κ.Π.Δ. αντικαθί?σταται ως εξής: «Αν ο εισαγγελέας εφετών δεχθεί την προσφυγή, εφαρ?μόζεται αναλόγως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 43.»
Άρθρο 8
Οι παράγραφοι με στοιχεία Α΄ και Β΄ του άρθρου 114 του Κ.Π.Δ., αντικαθίστανται ως εξής: «Α) Τα πλημμελήματα για τα οποία απειλείται στο νόμο φυλάκιση με ελάχιστο όριο κατώτερο των τριών μηνών ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές εκτός από:
- α) εκείνα που υπάγονται στην αρμοδιότητα των μεικτών
ορκωτών δικαστηρίων και των εφετείων, καθώς και τα συ?ναφή με αυτά (άρθρα 109, 111, 128), β) εκείνα που υπά?γονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου των ανηλίκων,
- γ) εκείνα που τελούνται δια του τύπου, δ) εκείνα των άρ?θρων 142, 145, 147, 149, 153, 154, 156, 158, 159, 160, 202
παρ. 1 και 2, 203, 221, 225 παρ. 1, 247, 251, 259, 266 παρ. 1, 269, 271, 278, 286, 288 παρ. 1, 290 παρ. 1 περ. α΄, 300, 314 παρ. 1 εδ. α΄, 328, 390 και 397 του Ποινικού Κώδικα.» Β) Τα δασικά (εκτός από τον εμπρησμό), τα αγροτικά σε βαθμό πλημμελήματος και τα αγορανομικά αδικήματα, κα?θώς και τα εγκλήματα: α) του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 «περί επιταγής», β) των άρθρων 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967 «περί επιβολής κυρώσεων κατά των καθυστερούντων την καταβολήν και την απόδοσιν εισφορών εις Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως», γ) του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983 για την «επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις», δ) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 50 και της παρα?γράφου 4 του άρθρου 53 του Ν. 2910/2001 «Είσοδος, πα?ραμονή, ελληνική ιθαγένεια και λοιπές διατάξεις», ε) του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 «Μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής και λοιπές διατάξεις», στ) του άρθρου 42 και του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 43 του Ν. 2696/1999 «Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας», ζ) του άρθρου 23Β του Ν. 248/1914 «Περί οργανώσεως της Ζωο?τεχνικής και Κτηνιατρικής Υπηρεσίας», η) των παραγρά?φων 1 και 6 του άρθρου 10 και της περίπτωσης β΄ της πα?ραγράφου 4 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 1244/1972 «Περί λει?τουργίας Ερασιτεχνικών και Πειραματικών Σταθμών Ασυρμάτου Ειδικών Ραδιοδικτύων και ιδρύσεως Υπηρε?σίας Ελέγχου Ραδιοεκπομπών».
Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται στις υποθέσεις για τις οποίες είχε επιδοθεί κλήση ή κλητήριο θέσπισμα μέχρι τη δημοσίευση του νό?μου αυτού, σε οποιοδήποτε διαδικαστικό στάδιο και αν βρίσκονται.
Άρθρο 9
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 117 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αν κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του δικαστηρί?ου τελέστηκε στο ακροατήριό του εξύβριση ή δυσφήμηση μέλους του δικαστηρίου (άρθρα 361, 362, 363 Π.Κ.), ακόμη και όταν ο υπαίτιος υπάγεται στην ιδιάζουσα ή εξαιρετική δωσιδικία, τα εγκλήματα αυτά δικάζονται αμέσως από το ίδιο δικαστήριο, που συγκροτείται από άλλους δικαστές. Η κατά νόμο έγκληση υποβάλλεται με δήλωση του δικαιουμέ?νου που καταχωρίζεται στα πρακτικά.»
Άρθρο 10
Στο τέλος της περίπτωσης ε΄ του άρθρου 136 του Κ.Π.Δ. προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: «Αν όμως πρόκειται για αυτόφωρα εγκλήματα σε βάρος δικαστικών λειτουργών που στρέφονται κατά της τιμής και της σωματικής ακεραιότητάς τους, δεν διατάσσεται παραπομπή.»
Άρθρο 11
Η παράγραφος 2 του άρθρου 243 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: 2852 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα. στην περίπτωση αυτή ειδο?ποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υπο?βάλλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν. Ο εισαγγελέας, αφού λάβει τις εκθέσεις, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 43 κ.ε..»
Η πρώτη περίοδος της παραγράφου 3 του άρθρου 243 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «3. Οι ανακριτικοί υπάλληλοι καλούν τους μάρτυρες για να εξεταστούν και τους κατηγορουμένους για να απολο?γηθούν ενώπιόν τους.»
Στο άρθρο 243 του Κ.Π.Δ. προστίθεται παράγραφος με αριθμό 4, που έχει ως εξής: «4. Η διάρκεια της προανάκρισης δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες. Αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, ο χρό?νος αυτός μπορεί να παραταθεί για τέσσερις μήνες με έγκριση του εισαγγελέα εφετών.»
Άρθρο 12
Η παράγραφος 1 του άρθρου 245 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «1. Η προανάκριση είναι συνοπτική και, αφού κληθεί ο κατηγορούμενος να απολογηθεί πριν από σαράντα οκτώ τουλάχιστον ώρες, περατώνεται: α) με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου ή β) με πρόταση του εισαγγε?λέα στο δικαστικό συμβούλιο, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην επόμενη παράγραφο, σε πλημμελήματα αρμοδιότη?τας του τριμελούς πλημμελειοδικείου, γ) σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 4 σε πλημμελήματα αρ?μοδιότητας του μονομελούς πλημμελειοδικείου ή δ) με παραγγελία του εισαγγελέα στον ανακριτή, εφόσον προ?κύπτει τέλεση κακουργήματος. Στην τελευταία περίπτω?ση η προανάκριση μπορεί και να διακοπεί κατά τον ίδιο τρόπο.»
Η παράγραφος 2 του άρθρου 245 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «2. Πρόταση στο συμβούλιο γίνεται μόνο στα πλημμε?λήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου και εφόσον ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Αν υπάρχουν περισσότεροι κατηγορούμενοι και δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος μερικών από αυτούς ή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ή να παύ?σει οριστικά ή προσωρινά η ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας μπορεί να χωρίσει την υπόθεση και να την εισάγει μόνο ως προς αυτούς στο δικαστικό συμβούλιο».
Στο άρθρο 245 του Κ.Π.Δ. προστίθενται παράγραφοι με αριθμούς 4 και 5, που έχουν ως εξής: «4. Στα πλημμελήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του μονομελούς πλημμελειοδικείου, αν από την προανά?κριση ή από την προκαταρκτική εξέταση που τυχόν διατάχθηκε δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπο?μπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο ή προέκυψε ότι η κατηγορία είναι νομικά αβάσιμη, ο εισαγγελέας πλημμε?λειοδικών αρχειοθετεί την υπόθεση με αιτιολογημένη διά?ταξή του, την οποία υποβάλλει για έγκριση στον εισαγγε?λέα εφετών, μαζί με τη σχετική δικογραφία. Αν ο εισαγγε?λέας εφετών δεν εγκρίνει την αρχειοθέτηση, παραγγέλλει στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών την παραπομπή του κα?τηγορουμένου στο ακροατήριο. Αν η ποινική δίωξη κινήθη?κε ύστερα από έγκληση του παθόντος, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών επιδίδει την ανωτέρω διάταξη στον εγκα?λούντα, ο οποίος έχει το δικαίωμα να προσφύγει κατ' αυ?τής στον εισαγγελέα εφετών μέσα σε προθεσμία δεκαπέ?ντε ημερών από την επίδοση. Αν η προσφυγή γίνει δεκτή ο εισαγγελέας εφετών παραγγέλλει στον εισαγγελέα πλημ?μελειοδικών την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται κατά τα λοιπά αναλόγως το άρθρο 48 του Κ.Π.Δ..
Αν μετά την αρχειοθέτηση και πριν από την παραγρα?φή της πράξης προκύψουν νέα περιστατικά ή στοιχεία που κατά την κρίση του εισαγγελέα δικαιολογούν την επανεξέταση της υπόθεσης, αυτός την ανασύρει από το αρχείο με έγκριση του εισαγγελέα εφετών και ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 3. Όσο χρόνο ισχύει η αρχειοθέτηση, η διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών παράγει τα έννομα αποτελέσματα της παραγράφου 1 του άρθρου 57.» ΄Aρθρο 13
Η παράγραφος 2 του άρθρου 246 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «2. Ο εισαγγελέας μπορεί να δώσει την παραγγελία προς τον ανακριτή, σε οποιοδήποτε στάδιο της προανά?κρισης και αμέσως μετά την κίνηση της ποινικής δίωξης.»
Η παράγραφος 3 του άρθρου 246 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «3. Τέτοια παραγγελία δίνει ο εισαγγελέας: α) σε κακουρ?γήματα, β) σε πλημμελήματα στα οποία κατά την κρίση του συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν περιοριστικοί όροι στον κατηγορούμενο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 282.»
Άρθρο 14
Στο δεύτερο στίχο του άρθρου 251 του Κ.Π.Δ. αντί της φράσης «στο άρθρο 33» τίθεται η φράση «στα άρθρα 33 και 34».
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 273 του Κ.Π.Δ. τροποποιείται ως εξής: «1. α) Όταν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί ενώπιον του ανακριτή ή του εισαγγελέα, του πταισματοδίκη ή του ει?ρηνοδίκη που ενεργεί την προανάκριση ή των ανακριτι?κών υπαλλήλων που προβλέπουν τα άρθρα 33 και 34, αυ?τοί είναι υποχρεωμένοι να εξακριβώσουν τα στοιχεία της ταυτότητάς του από το δελτίο της αστυνομικής του ταυ?τότητας ή από το διαβατήριό του, προσκαλώντας τον ταυ?τόχρονα να δηλώσει την τωρινή διεύθυνση της κατοικίας του ή της διαμονής του (πόλη, χωριό, συνοικία, οδό, αριθ?μό). Τα στοιχεία αυτά καταχωρίζονται στην έκθεση της απολογίας.»
Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ της παραγρά?φου 1 του άρθρου 273 του Κ.Π.Δ. τροποποιείται ως εξής: «Τέτοια δήλωση ως προς τη μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γί?νεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή, αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί.»
Στο τέλος της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 273 του Κ.Π.Δ. προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: «Αν ο κατηγορούμενος δήλωσε διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής που είναι ανύπαρκτη ή ελλιπής ή αρνήθηκε να δη?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 2853 «1. Προκειμένου για αυτόφωρα κακουργήματα και πλημμελήματα οι ανακριτικοί υπάλληλοι των άρθρων 33 και 34, καθώς και κάθε αστυνομικό όργανο, έχουν υποχρέωση, ενώ οποιοσδήποτε πολίτης το δικαίωμα, να συλ?λάβουν το δράστη, τηρώντας τις διατάξεις του Συντάγ?ματος και του άρθρου 279 του Κώδικα για την άμεση προ?σαγωγή του στον εισαγγελέα.»
Άρθρο 15
Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 279 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Αν πρόκειται για κακούργημα ή αν η σύλληψη έγινε με ένταλμα του ανακριτή, ο εισαγγελέας παραπέμπει στον ανακριτή εκείνον που έχει συλληφθεί και αν πρόκειται για πλημμέλημα, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρ?θρα 43, 47, 246 παρ. 3 και 417 κ.ε..»
Άρθρο 16
Τα τελευταία εδάφια των παραγράφων 2 περ. β΄ και 5 του άρθρου 287 του Κ.Π.Δ. καταργούνται.
Άρθρο 17
Στο τέλος της πρώτης παραγράφου του άρθρου 291 του Κ.Π.Δ. προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: «Το δικαστήριο που αποφάσισε την αναβολή αποφαίνε?ται και για την παράταση ή μη της προσωρινής κράτησης, αν, στις επόμενες τριάντα ημέρες από την αναβολή, συ?μπληρώνεται το ανώτατο όριο της προσωρινής κράτησης και εφόσον είναι παρών ο κατηγορούμενος.»
Η παράγραφος 2 του άρθρου 291 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «2. Αρμόδιο συμβούλιο σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο είναι το συμβούλιο εφετών και αν ακόμη το συμβούλιο πλημμελειοδικών είχε ήδη αποφανθεί για την προσωρινή κράτηση, εκτός αν η υπόθεση εκκρεμεί στο πλημμελειοδικείο.»
Άρθρο 18
Η παράγραφος 1 του άρθρου 303 του Κ.Π.Δ. αντικαθί?σταται ως εξής: «1. Αν ο κατηγορούμενος αθωωθεί ή παύσει η εναντίον του ποινική δίωξη, η εγγύηση επιστρέφεται. Την απόδοση διατάσσει το δικαστήριο με την ίδια απόφαση. Διαφορετι?κά τη διατάσσει το συμβούλιο πλημμελειοδικών, κατά του βουλεύματος του οποίου επιτρέπεται έφεση στον κατηγο?ρούμενο και στον τρίτο που είχε καταθέσει την εγγύηση.»
Άρθρο 19
Η περίπτωση ε΄ του άρθρου 307 του Κ.Π.Δ. αντικαθί?σταται ως εξής: «ε) για την προσφυγή του κατηγορουμένου κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησης ή για την προσφυγή του κατηγορουμένου ή του εισαγγελέα κατά της διάτα?ξης του ανακριτή που αφορά την αντικατάσταση της προ?σωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους.»
Άρθρο 20
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 308 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «1. Το τέλος της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο πλημμελειοδικών.»
Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 308 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση, η δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο αλλά παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής.»
Οι παράγραφοι 3, 4 και 5 του άρθρου 308 του Κ.Π.Δ. καταργούνται.
Η παράγραφος 6 του άρθρου 308 του Κ.Π.Δ. αριθμεί?ται ως παράγραφος 3 και το πρώτο εδάφιο αυτής αντικα?θίσταται ως εξής: «3. Στην περίπτωση της παραγράφου 1 ο ανακριτής οφείλει, πριν διαβιβάσει τη δικογραφία στον εισαγγελέα, να γνωστοποιήσει στους διαδίκους ότι ολοκληρώθηκε η ανάκριση, ώστε να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους πα?ρέχονται με τα άρθρα 101, 106, 107 και 108.»
Η παράγραφος 7 του άρθρου 308 του Κ.Π.Δ. αριθμεί?ται ως παράγραφος 4 και αντικαθίσταται ως εξής: «4. Αν από την ανάκριση δεν προέκυψε η ταυτότητα του δράστη ορισμένου εγκλήματος, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των εδαφίων α΄, δ΄, και ε΄της παραγράφου 3 του άρθρου 245.»
Άρθρο 21
Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 310 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Κατά της διάταξης του βουλεύματος για την απόδοση ή τη δήμευση επιτρέπεται έφεση στους διαδίκους και στον τρίτο, του οποίου τις αξιώσεις έκρινε το δικαστικό συμβούλιο.»
Άρθρο 22
Το άρθρο 316 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 316 Σύνθεση και διαδικασία
Αν ο κατηγορούμενος είναι ανήλικος, στη σύνθεση του συμβουλίου εφετών συμμετέχει και ο εφέτης ανηλίκων.
Ως προς τη διαδικασία στο συμβούλιο εφετών εφαρ?μόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 306, 309 κ.ε. για το συμβούλιο πλημμελειοδικών.»
Άρθρο 23
Η παράγραφος 1 του άρθρου 317 του Κ.Π.Δ. αντικαθί?σταται ως εξής: «1. Το συμβούλιο εφετών αποφασίζει: α) για τις εφέσεις που ασκούνται κατά των βουλευμάτων του συμβουλίου πλημμελειοδικών σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 481 και β) για τις προτάσεις του εισαγγελέα των εφετών να αναθεωρηθεί η κατηγορία σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού και στην παράγρα?φο 3 του άρθρου 322.»
Άρθρο 24
Τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 2 του άρθρου 340 του Κ.Π.Δ. αντικαθίστανται ως εξής: «2. Σε πταίσματα και πλημμελήματα επιτρέπεται να εκ?προσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του η δήλωση γίνεται κατά τις διατυπώσεις του τρίτου εδαφίου της παραγρά?φου 2 του άρθρου 42 και πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να αναφέρει την ακριβή διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγο?ρούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν.» 2854 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
Άρθρο 25
Η παράγραφος 1 του άρθρου 341 του Κ.Π.Δ. αντικαθί?σταται ως εξής: «1. Αν ο κατηγορούμενος που καταδικάστηκε από λό?γους ανώτερης βίας ή από άλλα ανυπέρβλητα αίτια δεν μπόρεσε εγκαίρως να γνωστοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο στο δικαστήριο ανυπέρβλητο κώλυμα εμφάνισής του στη δίκη και να ζητήσει την αναβολή της συζήτησης (άρθρο 349), μπορεί να υποβάλει αίτηση για ακύρωση της διαδικασίας που πραγματοποιήθηκε χωρίς την παρουσία του ή την εκπροσώπησή του από συνήγορο. Η αίτηση υποβάλλεται στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέ?δωσε την απόφαση, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δε?καπέντε ημερών από την έκδοσή της και αναφέρει τους λόγους ανώτερης βίας ή το ανυπέρβλητο κώλυμα. Νέα αί?τηση για ακύρωση της ίδιας διαδικασίας είναι απαράδε?κτη σε οποιουσδήποτε λόγους και αν στηρίζεται.»
Άρθρο 26
Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 344 του Κ.Π.Δ. αντικαθίστανται ως εξής: «Επιτρέπεται όμως στο συνήγορο του κατηγορουμένου να παραστεί αντί γι' αυτόν το δικαστήριο μπορεί να δια?τάξει ή την αναβολή της δίκης ή τη διακοπή της για οκτώ το πολύ ημέρες.»
Το άρθρο 345 του Κ.Π.Δ. καταργείται.
Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 346 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «Αν ο κατηγορούμενος που κρατείται προσωρινά δεν μπορεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο εξαιτίας νόμιμου κωλύματος, το δικαστήριο είτε αναβάλλει τη δίκη είτε επι?τρέπει την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από συ?νήγορο που έχει διοριστεί κατά το πρώτο εδάφιο της πα?ραγράφου 2 του άρθρου 340 και την παράγραφο 1 του άρθρου 501 η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγρά?φου 1 του άρθρου 344 εφαρμόζεται αναλόγως.»
Άρθρο 27
Η παράγραφος 1 του άρθρου 347 του Κ.Π.Δ. αντικαθί?σταται ως εξής: «1. Αν ο κατηγορούμενος δυσχεραίνει τη διεξαγωγή της δίκης, διαταράσσοντας με απρεπή συμπεριφορά την τά?ξη του δικαστηρίου και επιμένει σ' αυτό παρά τη νουθεσία του προέδρου και την προειδοποίηση ότι θα απομακρυν?θεί από τη συνεδρίαση, αν δεν συμμορφωθεί, το δικαστή?ριο μπορεί να διατάξει την απομάκρυνσή του προσωρινά ή για όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο επιτρέπει στο συνήγορό του να πα?ραστεί για εκείνον ως το τέλος της διαδικασίας στα κα?κουργήματα εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του τρί?του εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 344. Με την ίδια απόφαση μπορεί να διαταχθεί και η κράτηση του κα?τηγορουμένου που θορυβεί (άρθρο 336 παρ.1).»
Άρθρο 28
Το άρθρο 348 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Αν εξαιτίας σοβαρής διαταραχής της υγείας του κατη?γορουμένου γίνεται δυσχερής η περαιτέρω παρουσία του στη δίκη, το δικαστήριο, αφού διαπιστωθεί η κατά?σταση αυτή με αυτοψία ή βεβαιωθεί από γιατρό, διατάσ?σει ή τη διακοπή της δίκης για οκτώ το πολύ ημέρες ή την αναβολή της. Μπορεί επίσης να επιτρέψει στον κατηγο?ρούμενο να εκπροσωπηθεί από το συνήγορό του, αν το ζητήσει. Αν και πάλι υπάρχει η ίδια νοσηρή κατάσταση ή αν αυτή που εμφανίσθηκε για πρώτη φορά πρόκειται να διαρκέσει επί μακρό χρόνο, αφού το γεγονός αυτό βεβαι?ωθεί από γιατρό, το δικαστήριο συνεχίζει τη διεξαγωγή της δίκης, επιτρέποντας την εκπροσώπηση του κατηγο?ρουμένου από το συνήγορό του. Στα κακουργήματα εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 344.»
Άρθρο 29
Η παράγραφος 1 του άρθρου 349 του Κ.Π.Δ., όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αί?τηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αί?τια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επί?σης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για το λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνον εφό?σον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση ότι δεν μπο?ρεί να αντιμετωπισθεί το σημαντικό αίτιο με τη διακοπή. Τρί?τη αναβολή δεν μπορεί να διαταχθεί, εκτός αν με ειδική αι?τιολογία το δικαστήριο κρίνει επιπλέον ότι είναι άλλως αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία ανακοινώνει το δικαστήριο στους παρό?ντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σ' αυ?τή κλητεύονται μόνον οι απόντες. Αναβολή σε άλλη δικάσι?μο που ορίζεται από τον εισαγγελέα γίνεται μόνον αν ειδικοί λόγοι που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή του συμβουλίου δεν το επιτρέπουν και κανείς από τους κα?τηγορουμένους δεν κρατείται προσωρινά. Αν ο κατηγορού?μενος ή ένας τουλάχιστον από τους περισσότερους κατη?γορουμένους κρατείται προσωρινά και με την αναβολή η εκ?δίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να γίνει πριν από τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου προσωρινής κράτησης, η δίκη διακόπτεται έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες, εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι η διακοπή αρκεί για την αντιμετώπιση του σημαντικού αιτίου της αναβολής. Αν η διακοπή της δίκης δεν αρκεί για το σκοπό αυτόν ή αν, και μετά τη διακοπή, εξα?κολουθεί να υπάρχει το σημαντικό αίτιο, η δίκη μπορεί να αναβληθεί μόνον αν βεβαιώνεται στην απόφαση αιτιολογη?μένα ότι είναι άλλως αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης.»
Η παράγραφος 3 του άρθρου 349 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «3. Η αποχή των δικηγόρων αποτελεί σημαντικό αίτιο για την αναβολή των ποινικών δικών και δεν περιλαμβάνε?ται στους περιορισμούς της παραγράφου 1.»
Άρθρο 30
Η παράγραφος 2 του άρθρου 352 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «2. Αν κανένας από τους κατηγορουμένους δεν κρατείται προσωρινά και δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση μάρτυ?ρας ή πραγματογνώμονας που κλητεύτηκε ή αν στην επα?νάληψη της δίκης που διακόπηκε σύμφωνα με την προη?γούμενη παράγραφο απουσιάζουν και πάλι οι ίδιοι μάρτυ?ρες ή πραγματογνώμονες, επειδή δεν εκτελέστηκε η διαταγή για τη βίαιη προσαγωγή τους, το δικαστήριο, αν κρίνει αναγκαία την αναβολή της συζήτησης για την υπόθε?ση, την αναβάλλει σε ρητή δικάσιμο μέσα σε εξήντα ημέ?ΦΕΚ 165 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 2855 δεύτερο, το τρίτο, το πέμπτο και το έκτο εδάφιο της παρα?γράφου 1 του άρθρου 349 εφαρμόζονται αναλόγως.»
Οι παράγραφοι 3 και 5 του ίδιου άρθρου (352) καταρ?γούνται. Η παράγραφος 4 αυτού αριθμείται ως παράγρα?φος 3.
Άρθρο 31
Η παράγραφος 4 του άρθρου 353 του Κ.Π.Δ. αντικαθί?σταται ως εξής: «4. Η συνεδρίαση μπορεί να διακοπεί μέχρι δεκαπέντε το πολύ ημέρες προκειμένου να εμφανιστούν ή να προ?σαχθούν οι μάρτυρες σ' αυτήν».
Άρθρο 32
Η παράγραφος 2 του άρθρου 375 του Κ.Π.Δ. αντικαθί?σταται ως εξής: «2. Το εφετείο όταν δικάζει πλημμελήματα μπορεί να διατάξει μία ή περισσότερες φορές τη διακοπή της συνε?δρίασης έως δεκαπέντε ημέρες μέσα σε χρονικό διάστη?μα τριάντα το πολύ ημερών για ανυπέρβλητο κώλυμα που παρουσιάστηκε κατά τη διαδικασία, είτε από την πλευρά των δικαστών είτε από την πλευρά των διαδίκων ή για να προσαχθούν με τη βία οι μάρτυρες (άρθρο 231 παρ. 4).»
Άρθρο 33
Η πρώτη περίοδος του πρώτου εδαφίου του άρθρου 428 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Αν ο κατηγορούμενος για πλημμέλημα έχει παραπεμ?φθεί στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου».
Άρθρο 34
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 429 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «2. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί, ο σύζυγος και κάθε συγγενής του εξ αίματος έως δ΄ βαθμού ή εξ αγχιστεί?ας έως β΄ βαθμού (προτιμάται ο πλησιέστερος κατά βαθμό και ο εξ αίματος έναντι του εξ αγχιστείας) μπορεί να εμφα?νιστεί και να διορίσει συνήγορο για τον κατηγορούμενο που εκπροσωπείται από αυτόν και θεωρείται παρών.»
Άρθρο 35
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 430 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «1. Ο κατηγορούμενος που δεν εμφανίστηκε ούτε εκ?προσωπήθηκε από συνήγορο, εφόσον δεν άσκησε ένδικο μέσο που επιτρέπεται από το νόμο κατά της καταδικαστι?κής αποφάσεως, μπορεί να ζητήσει την ακύρωσή της για το λόγο ότι κατά την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος δεν συνέτρεχαν οι όροι του άρθρου 428, καθορίζοντας συγχρόνως και τον τόπο στον οποίο τότε διέμενε, διαφο?ρετικά η αίτησή του είναι απαράδεκτη.»
Άρθρο 36
Ο τίτλος του άρθρου 435 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται σε «Φυγοδικία του κατηγορουμένου» και η παράγραφος 1 αυτού αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αν η προσωρινή κράτηση εκείνου που παραπέμφθη?κε για κακούργημα αρθεί ή αντικατασταθεί με περιοριστι?κούς όρους κατά τα άρθρα 286 και 291 του Κ.Π.Δ. και δεν εμφανιστεί αυτός στο αρμόδιο δικαστήριο για να δικαστεί την ορισμένη δικάσιμο, το δικαστήριο ανακαλεί τη διάτα?ξη ή την απόφαση για άρση ή αντικατάσταση της προσω?ρινής κράτησης και διατάσσει ταυτόχρονα την αναστολή της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται τα άρθρα 433 και 434. Το ίδιο διατάσσει το δικαστήριο και αν δεν είχε διαταχθεί η σύλληψη και προ?σωρινή κράτηση του κατηγορουμένου.»
Η παράγραφος 2 του άρθρου 435 του Κ.Π.Δ. καταρ?γείται.
Άρθρο 37
Η παράγραφος 2 του άρθρου 471 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «2. Κατ' εξαίρεση η προθεσμία για την άσκηση του ένδι?κου μέσου της αναίρεσης και η αίτηση για την αναίρεση δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης που προ?σβάλλεται με αυτή. Το δικαστήριο που εξέδωσε την από?φαση μπορεί, μόλις ασκηθεί αναίρεση και εφόσον το ζη?τήσει ο εισαγγελέας ή ο κατηγορούμενος, να αναστείλει την εκτέλεσή της ή, αν η αναίρεση ασκείται κατά απόφα?σης που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυπο?στήρικτη, να αναστείλει την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή διατάσσεται εφόσον προβλέπε?ται ότι η έκτιση της ποινής ωσότου εκδοθεί η απόφαση επί της αναίρεσης θα έχει ως συνέπεια υπέρμετρη και ανε?πανόρθωτη βλάβη για τον κατηγορούμενο ή την οικογέ?νειά του. Δεύτερη αίτηση αναστολής εκτέλεσης από τον κατηγορούμενο είναι απαράδεκτη αν δεν παρέλθουν δύο μήνες από την απόρριψη της προηγούμενης για οποιον?δήποτε λόγο. Δεν έχει επίσης ανασταλτική δύναμη το έν?δικο μέσο αν ο νόμος δεν το χορηγεί ρητά.»
Το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 473 αντικαθίσταται ως εξής: «Για τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών η προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων αρχίζει από την πραγματική κοινοποίησή τους (άρθρο 165 παρ. 2).»
Άρθρο 38
Η παράγραφος 2 του άρθρου 476 του Κ.Π.Δ. αντικαθί?σταται ως εξής: «2. Κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση.»
Άρθρο 39
Το άρθρο 478 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «1. Το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται στον κατη?γορούμενο μόνο κατά του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, το οποίο τον παραπέμπει στο δικαστή?ριο για κακούργημα. Το δικαίωμα της έφεσης εκτείνεται σε όλα τα εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, έστω και αν επιτρέπεται για ένα μόνο από αυτά.
Όταν το βούλευμα που προσβάλλεται διατάσσει να συλληφθεί και να κρατηθεί προσωρινά ο κατηγορούμενος, η έφεση είναι απαράδεκτη, αν ο κατηγορούμενος δεν προ?σκομίσει κατά την άσκησή της βεβαίωση του διευθυντή της φυλακής ότι κρατείται σε εκτέλεση του βουλεύματος αυ?τού (άρθρο 471 παρ. 1). Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται όταν η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου έχει αντι?κατασταθεί με περιοριστικούς όρους κατά το άρθρο 291 ή όταν η δήλωση για την έφεση γίνεται στο διευθυντή της φυ?λακής (άρθρο 474 παρ.1). Η έφεση είναι επίσης απαράδε?κτη, αν ο κατηγορούμενος που κρατείται προσωρινά απο?δράσει από τη φυλακή μετά την άσκησή της.»
Άρθρο 40
Η παράγραφος 1 του άρθρου 479 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «1. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί να προ?2856 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «2. Ο εισαγγελέας εφετών, είτε ο ίδιος είτε παραγγέλο?ντας τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, μπορεί να προ?σβάλλει με έφεση οποιοδήποτε βούλευμα του συμβουλί?ου πλημμελειοδικών μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοσή του (άρθρο 306).»
Η παράγραφος 1 του άρθρου 480 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «1. Ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να ασκήσει έφεση κατά των βουλευμάτων του συμβουλίου πλημμελειοδικών, όταν πρόκειται για κακούργημα και μόνο στις περιπτώ?σεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 479.»
Στον πρώτο στίχο της παραγράφου 1 του άρθρου 481 του Κ.Π.Δ., αντί της λέξης «αίτηση» τίθεται η λέξη «έφεση».
Άρθρο 41
Η παράγραφος 1 του άρθρου 482 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «1. Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέ?ουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά και β) παύει προσωρι?νά την ποινική δίωξη εναντίον του.»
Η παράγραφος 3 του άρθρου 483 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «3. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δή?λωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προ?θεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479, το δεύτερο εδάφιο της οποίας εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση. Μετά την προθεσμία αυτή ο ίδιος εισαγγελέας μπορεί να ασκήσει αναίρεση του βουλεύμα?τος υπέρ του νόμου και για οποιαδήποτε παράβαση των διατάξεων που αφορούν την προδικασία χωρίς να βλά?πτονται τα δικαιώματα των διαδίκων.»
Άρθρο 42
Η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 484 του Κ.Π.Δ. καταργείται. Η περίπτωση ε΄ λαμβάνει το στοιχείο δ΄ και αντιστοίχως οι περιπτώσεις στ΄ και ζ΄ λαμβάνουν τα στοιχεία ε΄ και στ΄.
Η παράγραφος 2 του άρθρου 484 του Κ.Π.Δ. καταρ?γείται.
Η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου αριθμείται ως πα?ράγραφος 2 και αντικαθίσταται ως εξής: «Αν η αίτηση για αναίρεση είναι εμπρόθεσμη και νομό?τυπη, ο Άρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπαγγέλτως τους πιο πάνω λόγους αναίρεσης. Το άρθρο 318 εφαρμόζεται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.»
Άρθρο 43
Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 485 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Τα άρθρα 308 παρ. 2, 309 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 3, 513 παρ. 1 εδ. α΄, 515 παρ. 3 εδάφιο πρώτο, 516 έως 519, 522, 523 και 524 παρ. 1 εδάφιο πρώτο εφαρμόζονται αναλόγως.»
Άρθρο 44
Το άρθρο 488 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Στον πολιτικώς ενάγοντα επιτρέπεται έφεση εναντίον της κα?ταδικαστικής απόφασης αλλά μόνο κατά του μέρους που απέρριψε την αγωγή του επειδή δεν στηρίζεται στο νόμο ή του επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση ή αποζημίωση, αν το ποσό που ζητήθηκε συνολικά, σε κάθε περίπτωση υπερβαίνει: α) το ποσό των εκατό ευρώ, αν η έφεση προ?σβάλλει απόφαση του πταισματοδικείου β) το ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ, αν προσβάλλει απόφαση του μονομελούς πλημμελειοδικείου ή του μονομελούς δικα?στηρίου των ανηλίκων γ) το ποσό των πεντακοσίων ευρώ, αν προσβάλλει απόφαση του τριμελούς πλημμελειοδικεί?ου ή του τριμελούς δικαστηρίου των ανηλίκων.»
Άρθρο 45
Η παράγραφος 1 του άρθρου 489 του Κ.Π.Δ. αντικαθί?σταται ως εξής: «1. Εκείνος που καταδικάστηκε και ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφε?ση: α) κατά της απόφασης του πταισματοδικείου και του ειρηνοδικείου (άρθρο 116) αν με αυτήν ο κατηγορούμε?νος καταδικάστηκε σε κράτηση περισσότερο από οκτώ ημέρες ή σε πρόστιμο πάνω από τετρακόσια ευρώ ή σε αποζημίωση ή σε χρηματική ικανοποίηση προς τον πολι?τικώς ενάγοντα πάνω από εκατό ευρώ συνολικά β) κατά της απόφασης του μονομελούς πλημμελειοδικείου αν με αυτήν καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε φυλάκιση πάνω από εξήντα ημέρες ή σε χρηματική ποινή πάνω από χίλια ευρώ ή αν επιδικάστηκε εναντίον του οποιαδήποτε αποζημίωση και ικανοποίηση πάνω από διακόσια πενήντα ευρώ συνολικά ή αν καταδικάστηκε σε οποιαδήποτε ποι?νή που συνεπάγεται τις στερήσεις και τις ανικανότητες που ορίζονται στην επόμενη περίπτωση (στοιχείο γ΄) ή ακόμα αν συνεπάγεται την έκτιση άλλης ποινής φυλάκι?σης που είχε ανασταλεί και είναι μεγαλύτερη από εξήντα ημέρες ή συνεπάγεται τα ίδια αποτελέσματα γ) κατά της απόφασης του τριμελούς πλημμελειοδικείου και της από?φασης του εφετείου για πλημμελήματα (άρθρα 111 αρ. 7 και 116) αν με αυτή καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε ποινή φυλάκισης πάνω από τέσσερις μήνες ή σε χρηματι?κή ποινή πάνω από χίλια πεντακόσια ευρώ ή σε οποιαδή?ποτε ποινή που συνεπάγεται στέρηση των πολιτικών δι?καιωμάτων ή έκπτωση από δημόσια δημοτική ή κοινοτική υπηρεσία ή ανικανότητα διορισμού σε αυτήν ή σε ποινή που συνεπάγεται έκτιση άλλης ποινής τεσσάρων μηνών και πάνω που είχε ανασταλεί ή που συνεπάγεται τις πα?ραπάνω στερήσεις και ανικανότητες ή σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση προς τον πολιτικώς ενάγοντα πά?νω από πεντακόσια ευρώ συνολικά δ) κατά της απόφασης του μονομελούς ή του τριμελούς δικαστηρίου ανηλίκων με την οποία καταδικάστηκε ο ανήλικος σε περιορισμό σε σωφρονιστικό κατάστημα που το ελάχιστο όριό του είναι πάνω από ένα έτος ε) κατά της απόφασης του μονομε?λούς ή του τριμελούς δικαστηρίου ανηλίκων με την οποία καταδικάστηκε κατά το άρθρο 130 του Ποινικού Κώδικα σε ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη από τρεις μήνες ανήλικος ο οποίος κατά την τέλεση της πράξης ήταν έφηβος, δικάστηκε όμως μετά τη συμπλήρωση του 17ου έτους. Με την ίδια προϋπόθεση έφεση επιτρέπεται και στις περιπτώσεις του άρθρου 131 του Ποινικού Κώδι?κα στ) κατά της απόφασης του μεικτού ορκωτού δικαστη?ρίου και του τριμελούς εφετείου με την οποία καταδικά?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 2857 Τα άρθρα 494, 495 και 496 του Κ.Π.Δ. καταργούνται.
Άρθρο 47
Στο τέλος της παραγράφου 7 του άρθρου 497 του Κ.Π.Δ. προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: «Αν η κατά το πρώτο εδάφιο αίτηση απορριφθεί, νέα αί?τηση δεν μπορεί να υποβληθεί πριν παρέλθει ένας μήνας από τη δημοσίευση της απόφασης με την οποία απορρί?φθηκε η προηγούμενη.»
Άρθρο 48
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 501 του Κ.Π.Δ. τροποποιείται ως εξής: «1. Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συ?ντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη.»
Η παράγραφος 3 του άρθρου 501 του Κ.Π.Δ. καταρ?γείται και η παράγραφος 4 αυτού αριθμείται ως παρά?γραφος 3.
Στο άρθρο 501 του Κ.Π.Δ. προστίθεται νέα παράγρα?φος 4, που έχει ως εξής: «4. Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λά?βει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζή?τηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύτηκε νο?μίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών.»
Άρθρο 49
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 502 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αν ο εκκαλών εμφανιστεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτι?κά την έφεση.»
Το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του ίδιου άρ?θρου 502 αντικαθίσταται ως εξής: «Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329-338, 340, 344, 347, 348, 349, 352, 357-363, 366-373.»
Άρθρο 50
Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 504 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Αναίρεση κατά των αποφάσεων του πταισματοδικείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄, Γ΄, Ε΄, ΣΤ΄ και Η΄.»
Η παράγραφος 3 του άρθρου 505 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «3. Όταν ζητείται αναίρεση απόφασης, υποβάλλονται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μαζί με την αίτηση αναίρεσης ή τη δήλωση που συντάσσεται με βάση το άρ?θρο 473 παρ. 2 ατελώς και δύο αντίγραφα, καθώς και δύο αντίγραφα των πρόσθετων λόγων και των υπομνημάτων του αναιρεσείοντος.»
Η περίπτωση β΄ του άρθρου 506 του Κ.Π.Δ. αντικαθί?σταται ως εξής: «β) ο εισαγγελέας του πλημμελειοδικείου, του μεικτού ορκωτού δικαστηρίου ή του εφετείου (κατά τις διακρίσεις του άρθρου 505 παρ. 1 στοιχ. δ΄) αν η αθώωση οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινι?κής διάταξης».
Η περίπτωση Η΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 510 του Κ.Π.Δ. καταργείται. η περίπτωση Θ΄ αριθμείται ως περίπτω?ση Η΄ της ίδιας παραγράφου και αντικαθίσταται ως εξής: «Η) η υπέρβαση εξουσίας. Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν: α) το δικαστήριο αποφάσισε για υπό?θεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. β) έλυσε προ?καταρκτικό ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάτα?ξη του νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. γ) έκρινε για την πολιτική αγωγή παραβαίνο?ντας αυτά που ορίζουν τα άρθρα 65 παρ. 1 και 66 παρ. 1. δ) καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση (άρθρα 41 και 46) ή για το οποίο δε δόθηκε η άδεια δίωξης (άρθρο 54) ή για το οποίο δεν έχει ρητά επιτραπεί η έκδοση (άρθρο 438)».
Το άρθρο 511 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανι?στεί εκείνος που την άσκησε (άρθρο 515), ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στα στοιχεία Α΄, Γ΄, Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ και Η΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 510. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατη?γορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος, και την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης από?φασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέ?στερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της.»
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 513 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτη?ση αναίρεσης ως απαράδεκτη και μπορεί να καταδικάσει εκείνον που την ασκεί σε χρηματική ποινή έως εκατό ευρώ.»
Το άρθρο 514 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η αίτησή του απορ?ρίπτεται και μπορεί να καταδικασθεί σε χρηματική ποινή έως εκατό ευρώ. Κατά της απορριπτικής απόφασης του Αρείου Πάγου δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο. Επίσης δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης. Κατ' εξαίρεση, ακόμα και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πά?γος αυτεπαγγέλτως: α) παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτό δεν έχει παρατεθεί σε αυτή ή έχει πα?ρατεθεί εσφαλμένα και β) εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 511).»
Η παράγραφος 2 του άρθρου 517 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «2. Στην ίδια ενέργεια προβαίνει ο Άρειος Πάγος, αν η αναίρεση έγινε για τους λόγους που αναφέρονται στο άρ?θρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ δ΄.»
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 518 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρ?μόζει τη σωστή ποινική διάταξη και, αν δεν υπάρχει αξιό?ποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο.»
Η πρώτη περίοδος του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ. αντι?καθίσταται ως εξής: «Αν η αναίρεση έγινε για έναν από τους λόγους που ανα?φέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄και Η΄,». 2858 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
Η παράγραφος 1 του άρθρου 524 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «1. Η συζήτηση στο δικαστήριο όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά τα άρθρα 518 παρ. 2 και 519 γίνεται σύμ?φωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα επίσης εφαρ?μόζεται η διάταξη του άρθρου 135.»
Άρθρο 52
Οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 555 του Κ.Π.Δ. απαλείφονται.
Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου τίθεται ως μόνο κείμενο του άρθρου που τροποποιείται ως εξής: «Η εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής αναβάλλεται αν ο καταδικασμένος προσβλήθηκε μετά την καταδίκη του από ψυχοπάθεια σε βαθμό που να μην έχει συνείδηση της εκτελούμενης ποινής ταυτόχρονα διατάσσεται ο εγκλεισμός του καταδίκου σε δημόσιο ψυχιατρείο.»
Η περίπτωση β΄ του άρθρου 559 του Κ.Π.Δ. αντικαθί?σταται ως εξής: «β) στις περιπτώσεις των άρθρων 555 και 556 στοιχ. α΄, το δικαστήριο των πλημμελειοδικών στην περιφέρεια του οποίου κρατείται εκείνος που καταδικάστηκε.»
Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 561 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «Κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων που είναι αρ?μόδια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 559, δεν επι?τρέπεται ένδικο μέσο, εκτός από την περίπτωση του άρ?θρου 555, κατά την οποία επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέ?σο της έφεσης κατά τους γενικούς ορισμούς.»
Άρθρο 53
Η παράγραφος 3 του άρθρου 572 του Κ.Π.Δ. αντικαθί?σταται ως εξής: «3. Στις φυλακές Πειραιώς (Κορυδαλλού), Θεσσαλονί?κης (Διαβατών), Πατρών (Αγίου Στεφάνου) και Λάρισας, τις κατά τις παραγράφους 1 και 2 αρμοδιότητες ασκεί αντει?σαγγελέας εφετών, επικουρούμενος από έναν εισαγγελέα πλημμελειοδικών, ο οποίος τον αναπληρώνει όταν δεν υπάρχει ή σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας του. Οι εισαγγελείς αυτοί ορίζονται για ένα έτος από εκείνους που υπηρετούν στις οικείες εισαγγελίες με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, στην οποία προβλέπε?ται ολική ή μερική απαλλαγή από τα λοιπά καθήκοντά τους και εγκαθίστανται στο σωφρονιστικό κατάστημα. Η θητεία τους μπορεί να παραταθεί για ένα ακόμη έτος.»
Άρθρο 54
Η παράγραφος 3 του άρθρου 575 του Κ.Π.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 2408/1996 (ΦΕΚ 104 Α΄), καταργείται.
Στο άρθρο 595 του Κ.Π.Δ. προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: «Διατάξεις όμως ειδικών νόμων που ρυθμίζουν διαφο?ρετικά την περάτωση της ανάκρισης ή την παραπομπή στο ακροατήριο ή το επιτρεπτό ή μη των ένδικων μέσων, δεν θίγονται.»
Ένδικα μέσα κατά βουλευμάτων, τα οποία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού δεν προβλέπονται και έχουν ασκηθεί μέχρι τη δημοσίευσή του, εισάγονται και κρίνονται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο.
Αποφάσεις που εκδόθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυ?πώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο της έκδοσής τους.
Άρθρο 55
Το άρθρο 583 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «1. Όταν η απόφαση απορρίπτει εξ ολοκλήρου την έφεση ή την αίτηση αναίρεσης ή επανάληψης διαδικασίας ή ακύ?ρωσης της απόφασης (άρθρο 430) ή ακύρωσης της διαδι?κασίας (άρθρο 341), τα έξοδα επιβάλλονται σε καθέναν από εκείνους που άσκησαν το ένδικο μέσο ή την αίτηση.
Όταν με την απόφαση απορρίπτονται ενστάσεις ή άλ?λες αιτήσεις που υποβάλλονται από οποιονδήποτε διάδι?κο κατά τη διάρκεια της συζήτησης ποινικών υποθέσεων, δεν επιβάλλονται έξοδα.»
Στο άρθρο 585 του Κ.Π.Δ προστίθεται παράγραφος 4 που έχει ως εξής: «4. Ο εισαγγελέας όταν αρχειοθετεί τη μήνυση (άρθρο 43) ή απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47) επιβάλλει τα δι?καστικά έξοδα σε βάρος του μηνυτή ή του εγκαλούντος, αν πειστεί ότι η μήνυση ή η έγκληση ήταν εντελώς ψευδής και έγινε από δόλο. Το ποσό των εξόδων είναι ίσο με εκεί?νο που επιβάλλεται στον κατηγορούμενο που καταδικά?ζεται από το μονομελές πλημμελειοδικείο.»
Στο άρθρο 586 του Κ.Π.Δ. προστίθεται παράγραφος 4 που έχει ως εξής: «4. Η πράξη αρχειοθέτησης με την οποία επιβάλλονται έξοδα μαζί με την επικύρωσή της από τον εισαγγελέα εφετών επιδίδονται στο μηνυτή. Ο μηνυτής ή ο εγκαλών στους οποίους επιβλήθηκαν έξοδα μπορούν να προσφύ?γουν στο συμβούλιο πλημμελειοδικών μέσα σε προθε?σμία πέντε ημερών από την επίδοση της σχετικής πράξης αρχειοθέτησης ή της διάταξης μετά την επικύρωσή τους από τον εισαγγελέα εφετών.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Άρθρο 56
Η παράγραφος 2 του άρθρου 289 του Ποινικού Κώδι?κα, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/ 1999 (ΦΕΚ 112 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «2. Ο υπαίτιος των πράξεων της προηγούμενης παρα?γράφου και της πράξεως που προβλέπεται στο άρθρο 266 απαλλάσσεται από κάθε ποινή, αν με την ελεύθερη θέλησή του μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικα?σίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο έχει επιχειρήσει να μει?ώσει την έκταση του κινδύνου που έχει προκαλέσει και σε περίπτωση βλάβης ξένων πραγμάτων έχει ικανοποιήσει πλήρως τους ζημιωθέντες με την καταβολή του κεφαλαί?ου και των τόκων υπερημερίας και δηλώσουν τούτο ο πα?θών ή οι κληρονόμοι του.»
Η φράση «αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί για άλλη βαρύτερη αξιόποινη πράξη», που προστέθηκε στην παρ.1 του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα με την παρ. 4 του άρθρου 11 του Ν. 3064/2002 (ΦΕΚ 248 Α΄), τροποποι?είται ως εξής: «αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351Α.»
Η παράγραφος 2 του άρθρου 393 του Ποινικού Κώδι?κα, που έχει προστεθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/ 1999, αντικαθίσταται ως εξής: «2. Ο υπαίτιος των πράξεων των άρθρων 382 παρ. 1 και ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 2859 την ελεύθερη θέλησή του ικανοποίησε πλήρως τον ζη?μιωθέντα μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την καταβολή του κεφα?λαίου και των τόκων υπερημερίας και δηλώσουν τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του.»
Άρθρο 57
Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 21 του Ν. 1729/1987 (ΦΕΚ 144 Α΄), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 1941/1991 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 2161/1993 (ΦΕΚ 110 Α΄), προστίθε?ται εδάφιο που έχει ως εξής: «Αν κρίνει ότι οι πράξεις έχουν χαρακτήρα πλημμελή?ματος, αποφαίνεται σχετικώς με αιτιολογημένη διάταξη και με παραγγελία του προς τον εισαγγελέα πλημμελειο?δικών εισάγεται η υπόθεση από τον τελευταίο στο συμ?βούλιο πλημμελειοδικών.»
Τα κακουργήματα που προβλέπονται στο άρθρο 1 του Ν. 1960/1991 (ΦΕΚ 123 Α΄) δικάζονται από τα τριμελή εφετεία κακουργημάτων. Οι εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί απόφαση σε πρώτο βαθμό κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, αποσύρονται από τον αρμόδιο εισαγγελέα και εισάγονται στο τριμελές εφε?τείο κακουργημάτων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 58
Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 26 του Κ.Ν. 1756/1988, που προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2408/1996 (ΦΕΚ 104 Α΄) και τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 2521/1997 (ΦΕΚ 174 Α΄), αντικαθί?σταται ως εξής: «Στα πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς ως ανακριτές ορίζονται πρωτοδίκες με πενταετή τουλάχι?στον υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρε?σία αυτών ως παρέδρων πρωτοδικείου και, σε περίπτωση που δεν υπηρετούν πρωτοδίκες με την πιο πάνω υπηρε?σία ή αυτοί που υπηρετούν δεν επαρκούν, ορίζονται ως ανακριτές οι κατά το διορισμό αρχαιότεροι.»
Στο άρθρο 44 του Κ.Ν. 1756/1988 προστίθεται παρά?γραφος 22, που έχει ως εξής: «22. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Ν. 1483/1984, όπως αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 2639/1998, ισχύουν και για τους δι?καστικούς λειτουργούς.»
Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των δικαστικών λει?τουργών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων αυξάνε?ται από την 1η Ιουλίου 2003, ως εξής: α. των προέδρων εφετών κατά έξι (6) και ορίζεται συνο?λικά σε ενενήντα (90), β. των εισαγγελέων εφετών κατά δύο (2) και ορίζεται συ?νολικά σε τριάντα εννέα (39), γ. των εφετών κατά τριάντα εννέα (39) και ορίζεται συ?νολικά σε τριακόσιες ογδόντα τέσσερις (384), δ. των αντεισαγγελέων εφετών κατά δέκα (10) και ορί?ζεται συνολικά σε εκατόν μία (101), ε. των πρωτοδικών και παρέδρων πρωτοδικείου κατά τριάντα πέντε (35) και ορίζεται συνολικά σε οκτακόσιες εί?κοσι πέντε (825), στ. των αντεισαγγελέων πρωτοδικών και παρέδρων ει?σαγγελίας κατά δεκαπέντε (15) και ορίζεται συνολικά σε διακόσιες σαράντα επτά (247), ζ. των ειρηνοδικών Α΄τάξης κατά εκατόν τριάντα (130) και ορίζεται συνολικά σε διακόσιες εξήντα πέντε (265) με αντίστοιχη μείωση του αριθμού των οργανικών θέσεων των ειρηνοδικών Γ΄και Δ΄τάξης, ο οποίος ορίζεται σε εκα?τόν πενήντα έξι (156). Η μείωση αυτή θα πραγματοποιη?θεί μετά την προαγωγή αντίστοιχου αριθμού ειρηνοδικών Γ΄ τάξης σε ειρηνοδίκες Β΄ τάξης.
Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των παρέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας αυξάνεται από την 1η Ιουλί?ου 2003 σε δύο (2) και ορίζεται συνολικά σε πενήντα δύο (52).
Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αυξάνεται από την 1η Ιουλίου 2003, ως εξής: α. των προέδρων εφετών κατά δύο (2) και ορίζεται συ?νολικά σε πενήντα πέντε (55), β. των εφετών κατά οκτώ (8) και ορίζεται συνολικά σε εκατόν ενενήντα οκτώ (198), γ. των προέδρων πρωτοδικών κατά δύο (2) και ορίζονται συνολικά σε ενενήντα έξι (96), δ. των πρωτοδικών και παρέδρων πρωτοδικείων κατά δεκαπέντε (15) και ορίζεται συνολικά σε τετρακόσιες δύο (402).
Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των συμβούλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου αυξάνεται από την 1η Ιουλίου 2003 κατά μία (1) και ορίζεται συνολικά σε είκοσι πέντε (25) και από την 1η Ιουνίου 2004 κατά μία (1) επίσης και ορίζεται συνολικά σε είκοσι έξι (26).
Με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου μπορεί να ανατίθεται προσω?ρινά και για χρονικό διάστημα που δεν θα υπερβαίνει την τριετία η άσκηση καθηκόντων αντεπιτρόπου του Ελε-γκτι?κού Συνεδρίου στις κενές και εφεξής κενούμενες θέσεις αντεπιτρόπων.
Οι συμμετέχοντες στις δημόσιες συνεδριάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου φορούν τήβεννο, η οποία καθορίζεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδε?ται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνε?δρίου.
Η παράγραφος 2 του άρθρου 51 του Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου (π.δ. 774/1980) αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η εκπρόθεσμη κατάθεση στο Ελεγκτικό Συνέδριο του κατά την προηγούμενη παράγραφο αποδεικτικού κοι?νοποίησης συνεπάγεται το απαράδεκτο της συζήτησης του ένδικου μέσου.»
Άρθρο 59
Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/2000) αντικα?θίσταται ως εξής: «Σε κάθε άλλη περίπτωση τρίτος, που έχει έννομο συμ?φέρον, μπορεί να λάβει τα παραπάνω έγγραφα κατόπιν παραγγελίας του εισαγγελέα πρωτοδικών.»
Το πρώτο εδάφιο του στοιχείου γ΄της παραγράφου 4 του άρθρου 25 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/ 2000), που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2993/ 2002, αντικαθίσταται ως εξής: «Ομάδες βαθμολόγησης στην Κεντρική Υπηρεσία του 2860 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
Το έκτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 25 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/2000), που αντι?καταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2993/2002, αντικαθί?σταται ως εξής: «Η συνολική βαθμολογία του κάθε υποψηφίου προκύ?πτει από το άθροισμα των βαθμών των πέντε (5) μαθημά?των, το οποίο προσαυξάνεται τόσες μονάδες όσες αντι?στοιχούν στο γινόμενο του βαθμού που πέτυχε ο υποψή?φιος σε κάθε ξένη γλώσσα με συντελεστή 0,10.»
Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 40 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/2000) διαγρά?φεται.
Η παράγραφος 2 του άρθρου 41 του Κώδικα Συμβο?λαιογράφων (Ν. 2830/2000) αντικαθίσταται ως εξής: «2. Το διοικητικό συμβούλιο κάθε Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, με απόφασή του, μπορεί να ορίζει μέλη ή υπαλ?λήλους του Συλλόγου να ενεργούν ελέγχους στους συμ?βολαιογράφους της περιφέρειάς τους για να διαπιστώνε?ται η συμμόρφωση προς τις διατάξεις αυτού του Κώδικα που αφορούν τα κρατικά συμβόλαια και κάθε άλλου νόμου που έχει σχέση με την εγκυρότητα και τη σύννομη κατάρ?τιση όλων των συμβολαιογραφικών πράξεων.»
Το άρθρο 97 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/2000) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Συμβολαιογραφικοί Σύλλογοι, μέλη των οποίων είναι υποχρεωτικά οι συμβολαιογράφοι της περιφέρειάς τους, είναι όσοι έχουν ιδρυθεί και λειτουργούν κατά την έναρξη ισχύος του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/ 2000), δηλαδή οι Συμβολαιογραφικοί Σύλλογοι Εφετείων: α) Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου και Δωδεκανήσου, β) Θεσσα?λονίκης, γ) Θράκης, δ) Ιωαννίνων, ε) Κερκύρας, στ) Κρή?της, ζ) Λάρισας, η) Ναυπλίου και θ) Πάτρας.
Με αίτηση των δύο τρίτων (2/3) του συνολικού αριθ?μού των συμβολαιογράφων της περιφέρειας ενός Εφε?τείου μπορεί να ιδρυθούν νέοι Συμβολαιογραφικοί Σύλ?λογοι με έδρα αυτή του Εφετείου.»
Το άρθρο 100 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/ 2000) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 100 Πόροι Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Πόροι κάθε Συμβολαιογραφικού Συλλόγου είναι:
- α) Η ετήσια συνδρομή των μελών του, όπως αυτή καθο?ρίζεται κάθε φορά με απόφαση του διοικητικού συμβου?λίου.
- β) Τα κατά τα άρθρα 115, 117 και 118 του παρόντος ει?σπραττόμενα δικαιώματά του.
- γ) Τα δικαιώματα για την έκδοση από το αρχειοφυλα?κείο αντιγράφων όλων των ειδών συμβολαίων και εγγρά?φων γενικά, τα οποία βρίσκονται σε αυτό και εφόσον το
αρχειοφυλακείο δεν αποτελεί χωριστή δημόσια ή άλλη υπηρεσία κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο σχετικό για το αρχειοφυλακείο κεφάλαιο του Κώδικα αυτού.
- δ) Έκτακτες εισφορές, δωρεές και χορηγίες.
- ε) Τα δικαιώματα για την έκδοση αντιγράφων συμβο?λαίων και κάθε είδους πράξεων για χρήση του Δημοσίου.
- στ) Τα δικαιώματα που προβλέπονται στην παράγραφο
5 του άρθρου 40 του παρόντος και
- ζ) Κάθε άλλο έσοδο που θα προκύψει από οποιαδήποτε
άλλη αιτία με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου.
Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 103 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/2000) αντι?καθίσταται ως εξής: «Επίσης με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ορί?ζεται το ποσό που καταβάλλεται κατά μήνα στον πρόεδρο του συλλόγου για έξοδα παραστάσεως.»
Το πρώτο εδάφιο του στοιχείου στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 107 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/2000) αντικαθίσταται ως εξής: «στ) Να επιλαμβάνεται της επίλυσης διαφορών μεταξύ των μελών του Συλλόγου, να εξετάζει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν εγγράφου ή προφορικής αναφοράς ή ανακοίνω?σης δημόσιας αρχής, τη συμπεριφορά του συμβολαιο?γράφου, προς διαπίστωση αν στη συγκεκριμένη περίπτω?ση αντίκειται ή όχι στη συμβολαιογραφική δεοντολογία και στην κείμενη νομοθεσία, να απευθύνει παρατηρήσεις στο συμβολαιογράφο ή να αποστερεί αυτόν μιας έως έξι διανομών από τα κρατικά συμβόλαια ή να παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο.»
Το πρώτο εδάφιο του στοιχείου β΄της παραγράφου 1 του άρθρου 120 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/ 2000) αντικαθίσταται ως εξής: «β) Ποσοστό μέχρι πέντε τοις εκατό (5%) υπέρ του ειδι?κού λογαριασμού που έχει συσταθεί με το άρθρο 30 του Ν. 4507/1966 στην Τράπεζα της Ελλάδος με τον τίτλο «Λο?γαριασμός διανομής δικαιωμάτων προερχομένων εκ συ?ντάξεως κρατικών συμβολαίων».»
Η παράγραφος 3 του άρθρου 120 του Κώδικα Συμ?βολαιογράφων (Ν. 2830/2000) καταργείται και οι παρά?γραφοι 4 και 5 του ίδιου άρθρου αναριθμούνται ως παρά?γραφοι 3 και 4.
Το στοιχείο β΄της παραγράφου 1 του άρθρου 130 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/2000) αντικαθί?σταται ως εξής: «β) συνημμένα δικαιολογητικά, που αφορούν πλειστη?ριασμούς που εκκρεμούν ή έχουν ενεργηθεί προ δεκαε?τίας, προκειμένου για ακίνητα, και προ πενταετίας, προ?κειμένου για κινητά, εκτός των απογράφων.»
Συμβολαιογράφοι, οι οποίοι συμμετείχαν επιτυχώς σε διαγωνισμό για κάλυψη άλλης θέσης συμβολαιογρά?φου και συνεπεία δικαστικών αποφάσεων ακυρώνεται ο διορισμός τους, για λόγο που δεν οφείλεται στους ίδιους, παραμένουν ως υπεράριθμοι στη θέση που κατείχαν, κα?ταλαμβάνοντας σύμφωνα με τη σειρά αρχαιότητας τις κε?νές θέσεις που κενώνονται.
Στο τέλος της παραγράφου 9 του άρθρου 9 του Ν. 2993/2002 προστίθεται νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: «Εάν ο αριθμός των υπαλλήλων των υποθηκοφυλακεί?ων που υπηρετούν στην περιφέρεια εφετείου δεν επαρκεί για να διενεργηθούν εκλογές για την ανάδειξη υπαλλή?λων υποθηκοφυλακείων, ως μελών των οικείων υπηρε?σιακών συμβουλίων, στα εν λόγω συμβούλια συμμετέχουν οι εκλεγμένοι υπάλληλοι των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών των αντίστοιχων εφετεια?κών περιφερειών.»
Η παράγραφος 1 του άρθρου 7 του Κώδικα Δικαστι?κών Επιμελητών (Ν. 2318/1995) αντικαθίσταται ως εξής: «Ο υποψήφιος μπορεί να συμμετάσχει στο διαγωνισμό για την περιφέρεια οποιουδήποτε πρωτοδικείου της χώ?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 2861 υπάγεται στην αρμοδιότητα του ίδιου συλλόγου.»
Η πρώτη περίοδος της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών (Ν. 2318/1995) αντι?καθίσταται ως εξής: «Ο υποψήφιος, που προτίθεται να διαγωνιστεί, καταθέ?τει στο γραμματέα του πρωτοδικείου της πρώτης επιλο?γής του το αργότερο είκοσι ημέρες πριν από το διαγωνι?σμό, αίτηση συμμετοχής στην οποία επισυνάπτονται:».
Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 43 του Κώδικα Δικα?στικών Επιμελητών (Ν. 2318/1995) αντικαθίσταται ως εξής: «Αν υπάρχουν τόσες κενές θέσεις σε περιφέρεια πρω?τοδικείου, στην οποία ο αριθμός των οργανικών θέσεων δεν υπερβαίνει τις οκτώ, ή έκτακτα κωλύματα των υπηρε?τούντων σε αυτό, ώστε οι απομένοντες δικαστικοί επιμε?λητές να μην επαρκούν για της ανάγκες της περιφέρειας αυτής, μπορεί ο Υπουργός Δικαιοσύνης, μετά από γνώμη των προέδρων πρωτοδικών και των προέδρων των οικεί?ων συλλόγων δικαστικών επιμελητών, με απόφασή του, να αποσπάσει προσωρινά δικαστικό επιμελητή, που το ζη?τά, από περιφέρεια άλλου πρωτοδικείου.»
Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 47 του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών (Ν. 2318/1995) προστίθε?ται νέο εδάφιο που έχει ως εξής: «Αν δεν υπάρχει κενή οργανική θέση, διορίζεται ως υπε?ράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτη οργανική θέση που θα κενωθεί.»
Στο τέλος του άρθρου 114 του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών (Ν. 2318/1995) προστίθεται νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: «Η πρόσκληση γνωστοποιείται στα μέλη τρεις τουλάχι?στον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση.»
Άρθρο 60
Τα στοιχεία β΄και γ΄της παραγράφου 4 του άρθρου 31 του Ν. 2915/2001 αντικαθίστανται ως εξής: «β) δύο ιατροδικαστές Α΄τάξης των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών, οι οποίοι υπηρετούν στην έδρα του Υπηρε?σιακού Συμβουλίου με τους αναπληρωτές τους και, εν ελ?λείψει, ιατροδικαστές Β΄τάξης και γ) δύο αιρετούς εκπρο?σώπους των ιατροδικαστών Α΄ή Β΄ή Γ΄τάξης, με τους ανα?πληρωτές τους.» 2.α. Το ειδικό επίδομα Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 12 του Ν. 2521/1997 (ΦΕΚ 174 Α΄), όπως αυτό διαμορφώθηκε με την παράγραφο 5 εδάφιο α΄του άρθρου 49 του Ν. 2873/ 2000 (ΦΕΚ 285 Α΄) και η πάγια μηνιαία αποζημίωση, που προ?βλέπεται για τους ιατροδικαστές στο εδάφιο β΄της παρα?γράφου 5 του ίδιου άρθρου, αυξάνονται σε 800 και 500 ευρώ, αντιστοίχως. β. Στους υπαλλήλους των κλάδων ΠΕ Παθολογοανατό?μων και ΥΕ Νεκροτόμων των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών χορηγείται, λόγω των ειδικών συνθηκών προσφοράς των υπηρεσιών τους, επίδομα ειδικών συνθηκών οριζόμενο κατά μήνα σε 240 ευρώ.
Στο Πρωτοδικείο Αθηνών συνιστάται μια θέση κλά?δου ΠΕ Ιατρών, ειδικότητας παθολογίας, και μια θέση κλάδου ΤΕ Νοσηλευτικής.
Η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 51 του Ν. 2721/1999, η οποία παρατάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2943/2001, το άρθρο 14 παρ. 11 του Ν. 3038/2002 και την κοινή απόφαση 196445/16.12.2002 (ΦΕΚ 1573 Β΄) των Υπουργών Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, αναφορικά με τη δύναμη των βαθμοφόρων της Ελληνικής Αστυνο?μίας, που διατίθεται για την ενίσχυση της Υπηρεσίας Εξω?τερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης Υπουργεί?ου Δικαιοσύνης, παρατείνεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου
Η προθεσμία αυτή είναι δυνατόν να παραταθεί πε?ραιτέρω μέχρι την 30ή Ιουνίου 2004 με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης.
Οι προθεσμίες της παραγράφου 12 του άρθρου 14 του Ν. 3038/2002, αναφορικά με της μεταγωγές κρατου?μένων από την Ελληνική Αστυνομία, παρατείνονται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2003. Οι προθεσμίες αυτές είναι δυ?νατόν να παραταθούν περαιτέρω μέχρι την 30ή Ιουνίου 2004 με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης.
Στο τέλος της παραγράφου 7 του άρθρου 5 του Ν. 2408/1996, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την παράγραφο 15 του άρθρου 3 του Ν. 2479/1997 και την παράγραφο 5 εδάφιο δ΄του άρθρου 21 του Ν. 2521/ 1997, προστίθεται εδάφιο ιβ΄, που έχει ως εξής: «ιβ) Η εταιρεία στα πλαίσια της αρμοδιότητάς της για την απόκτηση γηπέδων υποβάλλει στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. τη σχε?τική γνωμοδότηση καταλληλότητας και την ανάλογη πρό?ταση, η οποία εισάγεται υποχρεωτικώς και χωρίς άλλη διαδικασία στο Δ.Σ. του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. προκειμένου να ληφθεί απόφαση. Η εποπτεύουσα το ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ως και κάθε άλλη αρμόδια υπηρεσία αυτού, μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δ.Σ. του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., υποχρεούται να προβεί σε κάθε περαιτέρω απαιτούμενη ενέργεια για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποκτή?σεως των ως άνω γηπέδων.
Άρθρο 61
Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευ?σή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφη?μερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους. Αθήνα, 24 Ιουνίου 2003
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΚΗΣ ΚΩΝ. ΣΚΑΝΔΑΛΙΔΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ Φ. ΠΕΤΣΑΛΝΙΚΟΣ Μ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους Αθήνα, 30 Ιουνίου 2003