Νόμοι — ΦΕΚ A' 170/2021

Type Νόμος
Publication 2021-09-24
Τελευταία ενημέρωση 2021-09-23
State In force
Source ΦΕΚ
articles 304
Reform history JSON API
7.

Η προαγωγή των λειτουργών του ΝΣΚ, μέχρι και τον βαθμό του Νομικού Συμβούλου του Κράτους, πραγματοποιείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Η γνωμοδότηση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου προκαλείται με ερώτημα του Υπουργού, μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την κένωση της θέσης και η προαγωγή ανατρέχει στη λήξη της δίμηνης αυτής προθεσμίας, εκτός αν η προαγωγή συντελεστεί νωρίτερα.

8.

Η προαγωγή των λειτουργών του ΝΣΚ στον βαθμό του Νομικού Συμβούλου του Κράτους γίνεται κατ’ απόλυτη εκλογή. Κρίνονται ως κατ’ απόλυτη εκλογή προακτέοι, μεταξύ εκείνων, που έχουν τα τυπικά προσόντα, τα μέλη που συγκεντρώνουν σε εξαίρετο βαθμό τα προσόντα:

  • α) ήθους και κοινωνικής παράστασης,
  • β) σθένους και υπηρεσιακής συμπεριφοράς,
  • γ) επιστημονικής κατάρτισης,
  • δ) κρίσης, αντίληψης και ικανότητας στην κατανόηση

των υποθέσεων, ικανότητας στη διατύπωση των εισηγήσεων και των δικογράφων,

  • ε) επιμέλειας, εργατικότητας, ποιοτικής και ποσοτικής

υπηρεσιακής απόδοσης,

  • στ) ικανότητας διαχείρισης φόρτου υποθέσεων και

εκκρεμοτήτων και ικανότητας ανταπόκρισης και προσαρμογής σε πιθανά νέα και πρόσθετα καθήκοντα. Μετά από αξιολόγηση των προσόντων τους και σύγκριση μεταξύ τους, συνεκτιμώμενης της εξοικείωσης και της ευχέρειας χρήσης τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών, επιλέγονται οι λειτουργοί που προάγονται για την κάλυψη των κενών θέσεων των Νομικών Συμβούλων του Κράτους.

9.

Η προαγωγή των λειτουργών του ΝΣΚ στον βαθμό του Παρέδρου γίνεται κατ’ εκλογή μεταξύ όσων συγκεντρώνουν τα τυπικά και τα ουσιαστικά προσόντα με βάση:

  • α) το ήθος και την κοινωνική παράσταση,
  • β) το σθένος και την υπηρεσιακή συμπεριφορά,
  • γ) την επιστημονική κατάρτιση,
  • δ) την κρίση, αντίληψη και ικανότητα στην κατανόηση

των υποθέσεων, ικανότητα στη διατύπωση των εισηγήσεων και των δικογράφων,

  • ε) την επιμέλεια, εργατικότητα, ποιοτική και ποσοτική

υπηρεσιακή απόδοση,

  • στ) την ικανότητα διαχείρισης φόρτου υποθέσεων

και εκκρεμοτήτων, ικανότητα ανταπόκρισης και προσαρμογής σε πιθανά νέα και πρόσθετα καθήκοντα Για την προαγωγή συνεκτιμάται η πολύ καλή εξοικείωση και ευχέρεια των υποψηφίων στη χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ).

10.

Η προαγωγή των λειτουργών του ΝΣΚ στον βαθμό του Δικαστικού Πληρεξούσιου Α’, γίνεται κατ’ εκλογή μεταξύ όσων συγκεντρώνουν τα τυπικά και τα ουσιαστικά προσόντα με βάση:

  • α) το ήθος και την κοινωνική παράσταση,
  • β) το σθένος και την υπηρεσιακή συμπεριφορά,
  • γ) την επιστημονική κατάρτιση,
  • δ) την κρίση, αντίληψη και ικανότητα στην κατανόηση

των υποθέσεων, ικανότητα στη διατύπωση των εισηγήσεων και των δικογράφων,

  • ε) την επιμέλεια, εργατικότητα, ποιοτική και ποσοτική

υπηρεσιακή απόδοση,

  • στ) την ικανότητα διαχείρισης φόρτου υποθέσεων και

εκκρεμοτήτων, ικανότητα ανταπόκρισης και προσαρμογής σε πιθανά νέα και πρόσθετα καθήκοντα. την προαγωγή συνεκτιμάται η πολύ καλή εξοικείωση και ευχέρεια των υποψηφίων στη χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ).

11.

Για την εκτίμηση των ουσιαστικών προσόντων των κρινόμενων, λαμβάνονται υπόψη οι εκθέσεις επιθεώρησης, οι ατομικοί φάκελοι, οι περικοπές μισθού των παρ. 2 και 3 του άρθρου 60 και κάθε άλλο πρόσφορο στοιχείο.

12.

Μη προακτέος κρίνεται ο λειτουργός στον οποίο έχουν επιβληθεί τελεσίδικα τουλάχιστον δυο (2) πειθαρχικές ποινές των περ. β’ και γ’ της παρ. 1 του άρθρου 84 την τελευταία πενταετία.

13.

Μετά τη δημοσίευση της πράξης προαγωγής τους και μέχρι την τοποθέτησή τους, οι λειτουργοί του ΝΣΚ ασκούν τα καθήκοντα της θέσης και του προηγούμενου βαθμού τους.

Άρθρο 66

Αποχή από προαγωγή Εφόσον εκκρεμεί πειθαρχική δίωξη κατά του κρινόμενου για προαγωγή Δόκιμου Δικαστικού Πληρεξουσίου, Δικαστικού Πληρεξουσίου, Δικαστικού Πληρεξουσίου Α’ και Παρέδρου ΝΣΚ και μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης για τη δίωξη αυτή, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο απέχει από την κρίση. Αν ο διωκόμενος απαλλαγεί τελεσίδικα, το Συμβούλιο, εφόσον τον κρίνει προακτέο, τον προάγει αναδρομικά και τον αποκαθιστά στη σειρά αρχαιότητάς του. Αν δεν υπάρχει κενή θέση στον βαθμό που προάγεται, παραμένει υπεράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτη θέση του βαθμού αυτού που θα κενωθεί.

Άρθρο 67

Προσφυγή για παράλειψη από προαγωγή

1.

Το πρακτικό γνωμοδότησης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου για μη προαγωγή Δόκιμου Δικαστικού Πληρεξουσίου ή Δικαστικού Πληρεξούσιου ή Δικαστικού Πληρεξουσίου Α’ ή Παρέδρου στον επόμενο βαθμό κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος μπορεί να καταθέσει προσφυγή στην Πλήρη Ολομέλεια, μέσα σε δέκα (10) ημέρες. Η προσφυγή υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Γραμματεία του ΝΣΚ, η δε προθεσμία άσκησής της, καθώς και η άσκηση αυτής αναστέλλουν την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας και την έκδοση της απόφασης για προαγωγή, κατά το μέρος που θίγεται η σειρά αρχαιότητας αυτού που παραλείφθηκε.

2.

Κατά την συζήτηση στην Ολομέλεια καλείται ο προσφεύγων για ακρόαση και παροχή διευκρινίσεων.

3.

Τα μέλη και ο εισηγητής του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, που εξέδωσε τη γνωμοδότηση που προσβλήθηκε, καθώς και όσοι άσκησαν καθήκοντα επιθεωρητών ή προϊσταμένου του προσφεύγοντος, δεν κωλύονται να συμμετάσχουν, για τον λόγο αυτό, στην Ολομέλεια.

4.

Εφόσον γίνει δεκτή η προσφυγή, η Πλήρης Ολομέλεια ακυρώνει ή μεταρρυθμίζει το πρακτικό γνωμοδότησης του Υπηρεσιακού Συμβούλιου και ακολουθείται η περαιτέρω διοικητική διαδικασία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

Άρθρο 68

Τοποθετήσεις - Μεταθέσεις - Μετακινήσεις

1.

Οι τοποθετήσεις των λειτουργών του ΝΣΚ που διορίζονται ή προάγονται διενεργούνται με απόφαση του Προέδρου.

2.

Οι μετακινήσεις των λειτουργών του ΝΣΚ από μία υπηρεσιακή μονάδα του ΝΣΚ σε άλλη, εντός της Περιφέρειας Αττικής και της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, διενεργούνται με απόφαση του Προέδρου

3.

Οι μεταθέσεις των λειτουργών του ΝΣΚ, διενεργούνται με απόφαση του Προέδρου του ΝΣΚ, η οποία εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Οι λειτουργοί του ΝΣΚ μετατίθενται:

  • α) Με αίτησή τους και εφόσον το επιτρέπουν οι υπηρεσιακές ανάγκες, β) χωρίς αίτησή τους, εφόσον συντρέχουν

υπηρεσιακές ανάγκες και γ) όταν από την συμπεριφορά του λειτουργού του ΝΣΚ ή τον τρόπον εκτέλεσης των καθηκόντων του, προκαλούνται προβλήματα που δυσχεραίνουν την ομαλή λειτουργία της υπηρεσίας.

4.

Μετάθεση λειτουργού, χωρίς αίτησή του, γίνεται μόνο με αιτιολογημένη γνωμοδότηση του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου κατά της οποίας ασκείται αίτηση ανάκλησης ενώπιον της Ολομέλειας του ΝΣΚ, για σπουδαίο λόγο. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Γραμματεία του ΝΣΚ μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την τηλεφωνική ή μέσω της προσωπικής υπηρεσιακής ηλεκτρονικής διεύθυνσης ειδοποίηση του μετατιθέμενου, στην οποία προβαίνει ο Γραμματέας του ΝΣΚ. Αν η μετάθεση γίνεται για λόγους που αφορούν στην περ. γ’ της παρ. 3, απαιτείται να έχει προηγηθεί έγγραφη κλήση του σε ακρόαση ενώπιον του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

5.

Κριτήρια μετάθεσης αποτελούν κατά σειρά, οι υπηρεσιακές ανάγκες, η αρχαιότητα, με προτίμηση μετάθεσης του νεότερου έναντι του αρχαιότερου, ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας σε περιφερειακή μονάδα, η τυχόν αίτηση προτίμησης ή αίτηση αμοιβαίας μετάθεσης και η ατομική και οικογενειακή κατάσταση του λειτουργού.

6.

Για τις τακτικές μεταθέσεις, που υλοποιούνται στην έναρξη του δικαστικού έτους, οι λειτουργοί καλούνται να υποβάλουν ηλεκτρονικά στη Γραμματεία ΝΣΚ, μέχρι τις 15 Μαρτίου, αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος μετάθεσης. Μέχρι το τέλος Μαρτίου, ανακοινώνονται στους λειτουργούς του ΝΣΚ τα πιθανά προς κάλυψη κενά σε υπηρεσιακές μονάδες εκτός Αθηνών και Πειραιά και μέχρι τις 15 Απριλίου υποβάλλονται οι αιτήσεις μετάθεσης. Για τις έκτακτες μεταθέσεις, ανακοινώνεται σε όλους τους λειτουργούς του ΝΣΚ, μέσω του υπηρεσιακού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η κενή θέση που πρόκειται να καλυφθεί και δίνεται σύντομη προθεσμία υποβολής αίτησης προτίμησης.

7.

Δημόσιος υπάλληλος, υπάλληλος Ν.Π.Δ.Δ., Ανεξάρτητης Αρχής ή ΟΤΑ, σύζυγος ή συμβίος/α κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 4356/2015 (Α’ 181), λειτουργού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, μετατίθεται κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων, ύστερα από αίτησή θέση σε αντίστοιχη υπηρεσία.

Άρθρο 69

Μετακινήσεις εκτός έδρας ή στην αλλοδαπή Η μετάβαση εκτός έδρας ή στην αλλοδαπή λειτουργού του ΝΣΚ για αντιμετώπιση υπηρεσιακής ανάγκης μέχρι δέκα (10) ημέρες τον μήνα, γίνεται με απόφαση του Προέδρου του ΝΣΚ και άνω των δέκα (10) ημερών τον μήνα, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή του Προέδρου ή Διοικητή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ανεξάρτητης Αρχής, των οποίων το ΝΣΚ διεξάγει τη νομική υπηρεσία. Η σχετική δαπάνη βαρύνει τον προϋπολογισμό του οικείου Υπουργείου, Ν.Π.Δ.Δ. ή Ανεξάρτητης Αρχής.

Άρθρο 70

Αποσπάσεις

1.

Επιτρέπεται η απόσπαση λειτουργών του ΝΣΚ από μία υπηρεσιακή μονάδα σε άλλη, με αιτιολογημένη απόφαση του Προέδρου, μετά από γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου για την αντιμετώπιση σοβαρής και επείγουσας υπηρεσιακής ανάγκης. Η διάρκεια της απόσπασης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί η απόσπαση να παραταθεί για άλλους έξι (6) μήνες.

2.

Κατά της απόφασης απόσπασης, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να υποβάλει ηλεκτρονικά, σε προθεσμία τριών (3) εργασίμων ημερών από την κοινοποίησή της, αίτηση ανάκλησης στον Πρόεδρο του ΝΣΚ για σπουδαίο λόγο που αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης. Για την αίτηση, αποφασίζουν εντός τριημέρου ο Πρόεδρος του ΝΣΚ και οι δύο (2) αρχαιότεροι Αντιπρόεδροι του ΝΣΚ ως συλλογικό όργανο.

3.

Νέα απόσπαση του ίδιου λειτουργού δεν επιτρέπεται πριν περάσουν τρία (3) χρόνια από την πρώτη, ανεξάρτητα από τον βαθμό που είχε όταν αποσπάστηκε.

4.

Μετά τη λήξη ή την ανάκληση της απόσπασης, ο λειτουργός του ΝΣΚ επανέρχεται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά στη θέση του.

5.

Λειτουργοί του ΝΣΚ, με βαθμό τουλάχιστον Δικαστικού Πληρεξουσίου Α’, μπορούν να αποσπώνται σε Υπουργείο για εκτέλεση ειδικής υπηρεσίας, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού και μετά από γνώμη του Προέδρου του ΝΣΚ, κατά παρέκκλιση γενικών και ειδικών διατάξεων για τις αποσπάσεις που ισχύουν κάθε φορά. Η απόσπαση δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο (2) έτη και μπορεί να παραταθεί για μια ακόμη διετία.

6.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, η οποία εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, επιτρέπεται η απόσπαση λειτουργών του ΝΣΚ, με βαθμό τουλάχιστον Δικαστικού Πληρεξουσίου Α’ για την ανάληψη καθηκόντων στις Μόνιμες Ελληνικές Αντιπροσωπείες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης ή σε όργανα, οργανισμούς, μονάδες και επιτροπές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης και οποιουδήποτε άλλου διεθνούς οργάνου ή οργανισμού. Ο χρόνος της απόσπασης δεν μπορεί να υπερβαίνει την τριετία. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο χρόνος απόσπασης μπορεί να παραταθεί για μία ακόμη διετία. Σε κάθε περίπτωση, η απόσπαση σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη στο σύνολο του υπηρεσιακού βίου του λειτουργού του ΝΣΚ και μπορεί να διακόπτεται οποτεδήποτε πριν από τη λήξη της για σοβαρές υπηρεσιακές ανάγκες ή για λόγους που ανάγονται σε πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του αποσπασθέντος.

7.

Ο χρόνος της απόσπασης θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για κάθε συνέπεια και δεν επηρεάζει δυσμενώς την υπηρεσιακή κατάσταση και εξέλιξη των λειτουργών.

Άρθρο 71

Εμφάνιση

1.

Λειτουργοί του ΝΣΚ που τοποθετούνται, μετατίθενται, αποσπώνται ή επανέρχονται στην Υπηρεσία, οφείλουν μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση του σχετικού εγγράφου ή τη λήξη της απόσπασής τους να βρίσκονται στη θέση τους. Ο Πρόεδρος του ΝΣΚ, έχει δικαίωμα να συντέμνει την προθεσμία αυτή στις πέντε (5) ημέρες. Για την εμφάνιση συντάσσεται έκθεση από το Γραφείο όπου παρουσιάζεται ο λειτουργός του ΝΣΚ, αντίγραφο της οποίας κοινοποιείται ηλεκτρονικά στη Γραμματεία του ΝΣΚ.

2.

Αν ο λειτουργός του ΝΣΚ δεν εμφανιστεί στη θέση του αδικαιολόγητα, μέσα στις πιο πάνω προθεσμίες, στερείται τις αποδοχές που αντιστοιχούν στις ημέρες απουσίας του, ανεξάρτητα από την πειθαρχική του ευθύνη, με ανάλογη εφαρμογή των παρ. 2 και 3 του άρθρου 60.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ - ΑΡΓΙΑ

Άρθρο 72

Διαθεσιμότητα

1.

Λειτουργός του ΝΣΚ που έχει τρία (3) έτη τουλάχιστον πραγματική δημόσια υπηρεσία τίθεται, αυτεπάγγελτα ή με αίτησή του, σε διαθεσιμότητα λόγω ασθένειας, όταν αυτή παρατείνεται πέρα από τον μέγιστο χρόνο αναρρωτικής άδειας που ισχύει για τους διοικητικούς υπαλλήλους, εφόσον κρίνεται από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή ως ιάσιμη. Η διαθεσιμότητα αρχίζει από τη λήξη της αναρρωτικής άδειας και δεν μπορεί να υπερβεί το ένα (1) έτος και για τα δυσίατα νοσήματα τα δύο (2) έτη.

2.

Η θέση σε διαθεσιμότητα και η επάνοδος στην υπηρεσία γίνονται με απόφαση του Προέδρου του ΝΣΚ που εκδίδεται μετά από γνωμοδότηση του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

3.

Κατά το τελευταίο δίμηνο, πριν από τη λήξη του ανώτατου ορίου διαθεσιμότητας, η αρμόδια κατά τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα Επιτροπή υποχρεούται, ύστερα από ερώτημα του Προέδρου του ΝΣΚ, να γνωμοδοτήσει για την ικανότητα του λειτουργού του ΝΣΚ να επανέλθει αμέσως στα καθήκοντά του. Αν η Επιτροπή γνωματεύσει αρνητικά, ο λειτουργός του ΝΣΚ απολύεται υποχρεωτικά, σύμφωνα με το άρθρο 103. από αίτησή του ή αυτεπάγγελτα και πριν από τον χρόνο λήξης της διαθεσιμότητας. Στην περίπτωση αυτή, αν η Επιτροπή γνωματεύσει αρνητικά σχετικά με την ικανότητα του λειτουργού του ΝΣΚ να επανέλθει αμέσως στα καθήκοντά του, αυτός απολύεται υποχρεωτικά με τη λήξη του χρόνου της διαθεσιμότητας.

5.

Στον λειτουργό του ΝΣΚ που τέθηκε σε διαθεσιμότητα λόγω νόσου, καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) του συνόλου των αποδοχών του. Ο χρόνος διαθεσιμότητας δεν λαμβάνεται υπόψη για μισθολογική εξέλιξη.

Άρθρο 73

Αργία

1.

Λειτουργός του ΝΣΚ που στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία με ένταλμα προσωρινής κράτησης, με βούλευμα ή με δικαστική απόφαση, έστω και αν απολύθηκε προσωρινά από τις φυλακές, τίθεται αυτοδίκαια σε κατάσταση αργίας και εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Οικονομικών. Αν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο τέθηκε σε αργία, επανέρχεται αυτοδίκαια στην υπηρεσία.

2.

Ο λειτουργός του ΝΣΚ μπορεί να τεθεί σε προσωρινή αργία, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που εκδίδεται ύστερα από γνωμοδότηση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, μέχρι και τον βαθμό του Νομικού Συμβούλου του Κράτους ή του Πειθαρχικού Συμβουλίου για βαθμό ανώτερο του Νομικού Συμβούλου του Κράτους, αν εκκρεμεί εναντίον του ποινική δίωξη για έγκλημα που μπορεί να επισύρει την οριστική παύση ή πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα που μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης. Για τη λήξη της προσωρινής αργίας εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από γνωμοδότηση του παραπάνω Συμβουλίου.

3.

Η προσωρινή αργία της παρ. 2 αρχίζει ή λήγει από την ηλεκτρονική επίδοση στον ενδιαφερόμενο της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών.

4.

Δεν απαιτείται έκδοση απόφασης για τη λήξη της αργίας, αν εκδοθεί αμετάκλητη απαλλακτική δικαστική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα ή τελεσίδικη πειθαρχική απόφαση. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ευρισκόμενος σε αργία επανέρχεται αυτοδίκαια. Επίσης επανέρχεται αυτοδίκαια στην υπηρεσία, αν καταδικάστηκε αμετάκλητα για έγκλημα ή τιμωρήθηκε τελεσίδικα για πειθαρχικό παράπτωμα που δεν συνεπάγονται την οριστική παύση από την υπηρεσία. Στις περιπτώσεις αυτές εκδίδεται διαπιστωτική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

5.

Στον λειτουργό που τελεί σε κατάσταση αργίας καταβάλλεται το ήμισυ των αποδοχών του και ο χρόνος αργίας δεν λαμβάνεται υπόψη για τη μισθολογική του εξέλιξη. Το υπόλοιπο μισό των αποδοχών του αποδίδεται με απόφαση του αρμόδιου, κατά την παρ. 2, Συμβουλίου, αν ο λειτουργός απαλλαγεί αμετάκλητα από την κατηγορία, ενώ είναι δυνατόν να του αποδοθεί, με αιτιολογημένη απόφαση του ίδιου Συμβουλίου, αν καταδικαστεί για έγκλημα ή τιμωρηθεί για πειθαρχικό παράπτωμα που δεν συνεπάγεται την οριστική παύση. Σε περίπτωση που επιβληθεί η ποινή της απόλυσης ή της οριστικής παύσης, οι αποδοχές που καταβλήθηκαν σε αυτόν κατά το διάστημα της αργίας αναζητούνται ως αχρεωστήτως καταβληθείσες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΤΟΥ ΝΣΚ

Άρθρο 74

Σύνθεση και στόχοι Γραφείου Επιθεώρησης

1.

Η επιθεώρηση των Γραφείων και των λειτουργών του ΝΣΚ ενεργείται από το Γραφείο Επιθεώρησης του άρθρου 18. Το Γραφείο Επιθεώρησης στελεχώνεται από έναν (1) Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως Προϊστάμενο με αναπληρωτή του ομοιόβαθμο λειτουργό του ΝΣΚ και από τρεις (3) Νομικούς Συμβούλους του Κράτους, οι οποίοι ορίζονται για τριετή θητεία, με απόφαση του Προέδρου του ΝΣΚ, μετά από γνώμη της Πλήρους Ολομέλειας. Με απόφαση του Προέδρου του ΝΣΚ, τα τακτικά μέλη του Γραφείου μπορεί, κατά τη διάρκεια της θητείας τους, να απαλλαχθούν από κάθε άλλη υπηρεσία, εκτός από τη συμμετοχή τους στα Τμήματα και στην Ολομέλεια του ΝΣΚ.

2.

Αποστολή του Γραφείου Επιθεώρησης είναι η διενέργεια τακτικών και έκτακτων επιθεωρήσεων των λειτουργών και η αξιολόγηση των υπηρεσιακών μονάδων του ΝΣΚ, με σκοπό τη διασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας αυτού.

3.

Το Γραφείο Επιθεώρησης:

  • α) ελέγχει την υλοποίηση των ποσοτικών και ποιοτικών στόχων που τίθενται ανά έτος ή ανά διετία από τον

Πρόεδρο του ΝΣΚ, με σχετική απόφασή του,

  • β) παρακολουθεί, ελέγχει και αξιολογεί το έργο των

υπηρεσιακών μονάδων, των λειτουργών του ΝΣΚ και των εξωτερικών συνεργατών του,

  • γ) τηρεί στοιχεία για τον αριθμό, το είδος και τη σοβαρότητα των δικαστικών και εξώδικων υποθέσεων που

χειρίζεται το ΝΣΚ,

  • δ) διενεργεί, μετά από σχετική απόφαση του Προέδρου του ΝΣΚ και για το επιθεωρούμενο διάστημα που

ορίζεται από αυτήν, επιθεώρηση των Παρέδρων, των Δικαστικών Πληρεξουσίων Α’, των Δικαστικών Πληρεξουσίων και των Δοκίμων Δικαστικών Πληρεξουσίων του ΝΣΚ και συντάσσει τις σχετικές εκθέσεις επιθεώρησης.

Άρθρο 75

Καθήκοντα και αρμοδιότητες του Προϊσταμένου του Γραφείου Επιθεώρησης Ο Προϊστάμενος του Γραφείου Επιθεώρησης:

  • α) Διευθύνει, συντονίζει και παρακολουθεί το έργο

του Γραφείου και καθοδηγεί τα μέλη και το διοικητικό προσωπικό του για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους,

  • β) καταρτίζει και υποβάλλει στον Πρόεδρο του ΝΣΚ,

στις αρχές κάθε έτους, τον ετήσιο προγραμματισμό του έργου του Γραφείου,

  • γ) εποπτεύει την υλοποίηση του έργου του Γραφείου,

με βάση τον ετήσιο προγραμματισμό και υποβάλλει στον Πρόεδρο του ΝΣΚ σύντομη ενημερωτική έκθεση στις 31 Δεκεμβρίου και 30 Ιουνίου κάθε δικαστικού έτους, για

  • δ) συντάσσει από κοινού με τους Επιθεωρητές και

υποβάλλει στον Πρόεδρο του ΝΣΚ τον Ιανουάριο κάθε έτους, αναλυτική έκθεση για την ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση του έργου όσων υπηρεσιακών μονάδων του ΝΣΚ ελέγχθηκαν, μαζί με προτάσεις για τη βελτίωση της οργάνωσης και λειτουργίας τους, οι οποίες ενσωματώνονται στην Ετήσια Έκθεση του άρθρου 120,

  • ε) διενεργεί την επιθεώρηση των Παρέδρων του ΝΣΚ

που του ανατίθεται με την αναφερόμενη στην περ. δ’ της παρ. 3 του άρθρου 74, απόφαση του Προέδρου του ΝΣΚ, σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 78,

  • στ) εκδίδει τις αναγκαίες εντολές επιθεώρησης για τους

Επιθεωρητές και κατανέμει ισομερώς τους Παρέδρους του ΝΣΚ και τους Δικαστικούς Πληρεξούσιους που αυτοί θα επιθεωρήσουν, κατά τα αναφερόμενα στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 78, έτσι ώστε να ανατίθεται σε κάθε Επιθεωρητή ίσος αριθμός επιθεωρούμενων και, εφόσον αυτό είναι εφικτό, των λειτουργών, με τον ίδιο χρόνο υπηρεσίας,

  • ζ) αξιολογεί το έργο των Επιθεωρητών και συντάσσει

σχετικές εκθέσεις,

  • η) αξιολογεί μαζί με τους Επιθεωρητές τις υπηρεσιακές μονάδες του ΝΣΚ που εδρεύουν στην Περιφέρεια

Αττικής και το ΓΝΣ του Υπουργείου Εσωτερικών (Τομέα Μακεδονίας-Θράκης) κατά τα οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 77 και οποιαδήποτε άλλη μονάδα κριθεί αναγκαίο από τον ίδιο ή από τον Πρόεδρο του ΝΣΚ,

  • θ) εκδίδει εντολές ελέγχου των φακέλων που χειρίζονται οι εξωτερικοί συνεργάτες/δικηγόροι του ΝΣΚ, μετά

από απόφαση του Προέδρου του ΝΣΚ,

  • ι) θεωρεί τις Εκθέσεις Επιθεώρησης, τις υποβάλλει

στον Πρόεδρο του ΝΣΚ και επιμελείται για την κοινοποίησή τους,

  • ια) συντάσσει ειδική έκθεση σε περίπτωση που κατά

την επιθεώρηση διαπιστωθεί υπηρεσιακή ανεπάρκεια του λειτουργού του ΝΣΚ, την οποία υποβάλλει στον Πρόεδρο του ΝΣΚ, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία της οριστικής παύσης του,

  • ιβ) αντιμετωπίζει μαζί με τους Επιθεωρητές όλα τα ζητήματα που ανακύπτουν κατά την επιθεώρηση, καθώς

και κάθε άλλο ζήτημα που αφορά στη λειτουργία του Γραφείου.

Άρθρο 76

Αρμοδιότητες Επιθεωρητών Οι Επιθεωρητές, κατά τη διάρκεια της θητείας τους:

  • α) επιθεωρούν τους λειτουργούς του ΝΣΚ, σύμφωνα

με την αναφερόμενη στην περ. δ’ της παρ. 3 του άρθρου 74, απόφαση του Προέδρου του ΝΣΚ,

  • β) εισηγούνται, αν συντρέχει περίπτωση, την άσκηση

πειθαρχικής αγωγής κατά οποιουδήποτε επιθεωρούμενου,

  • γ) αξιολογούν, με την επιφύλαξη της περ. η’ του άρθρου 75, όλες τις υπηρεσιακές μονάδες του ΝΣΚ, πλην

της Κεντρικής του Υπηρεσίας και

  • δ) ελέγχουν τους φακέλους που χειρίζονται οι εξωτερικοί συνεργάτες/δικηγόροι του ΝΣΚ, ύστερα από

έγγραφη εντολή του Προϊσταμένου του Γραφείου Επιθεώρησης.

Άρθρο 77

Αξιολόγηση υπηρεσιακών μονάδων

1.

Κατά την αξιολόγηση των υπηρεσιακών μονάδων του ΝΣΚ, που γίνεται τουλάχιστον μία (1) φορά κατά τη διάρκεια της τριετούς θητείας των μελών του Γραφείου Επιθεώρησης, εξετάζονται, ιδίως, ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η υπηρεσία στην αξιολογούμενη υπηρεσιακή μονάδα, το έργο που έχει εκτελεστεί κατά το καθορισμένο χρονικό διάστημα, η ενημερότητα της υπηρεσιακής μονάδας στη διεκπεραίωση των υποθέσεων, η ορθολογική στελέχωσή της σε κύριο προσωπικό, η ισομερής και δίκαιη κατανομή των υποθέσεων στους υπηρετούντες σε αυτήν και οι λόγοι απόκλισης ως προς τη χρέωση, η καταλληλότητα των κτηριακών εγκαταστάσεων, καθώς και η επαρκής γραμματειακή και υλικοτεχνική υποστήριξη του Γραφείου.

2.

Οι Προϊστάμενοι των υπηρεσιακών μονάδων, αφού ενημερωθούν έγκαιρα από το Γραφείο Επιθεώρησης για τον χρόνο διεξαγωγής της αξιολόγησης, συγκεντρώνουν και παρέχουν στους Επιθεωρητές όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την αξιολόγηση. Κατά την αξιολόγηση των υπηρεσιακών μονάδων, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη η γνώμη των μελών του ΝΣΚ που υπηρετούν σε αυτές, η οποία διατυπώνεται με προσωπική και κατ’ ιδίαν επικοινωνία καθενός από αυτά, με το μέλος του Γραφείου Επιθεώρησης το οποίο διενεργεί την επιθεώρηση.

3.

Για τη λειτουργία της αξιολογούμενης υπηρεσιακής μονάδας, συντάσσεται από το Γραφείο Επιθεώρησης έκθεση στην οποία περιλαμβάνονται οι απόψεις των υπηρετούντων λειτουργών, η αξιολόγησή τους και προτάσεις για τη βελτίωση της λειτουργίας της.

4.

Η αξιολόγηση των υπηρεσιακών μονάδων που εδρεύουν στην Περιφέρεια Αττικής διενεργείται από τον Προϊστάμενο του Γραφείου Επιθεώρησης και δυο (2) τουλάχιστον Επιθεωρητές, όταν σε αυτές προΐσταται Αντιπρόεδρος του ΝΣΚ, ενώ η αξιολόγηση των λοιπών υπηρεσιακών μονάδων διενεργείται από δύο (2) Επιθεωρητές.

Άρθρο 78

Επιθεώρηση λειτουργών ΝΣΚ

1.

Η επιθεώρηση των Δοκίμων Δικαστικών Πληρεξουσίων, των Δικαστικών Πληρεξουσίων και των Δικαστικών Πληρεξουσίων Α’ διενεργείται από τους Επιθεωρητές, σε ομάδες, ανάλογα με τον βαθμό τους και ειδικότερα: α) Δόκιμοι Δικαστικοί Πληρεξούσιοι για τον απαιτούμενο μέχρι τη μονιμοποίησή τους χρόνο, β) Δικαστικοί Πληρεξούσιοι, γ) Δικαστικοί Πληρεξούσιοι Α’. Η ειδικότερη, ισομερής κατανομή μεταξύ των Επιθεωρητών γίνεται με πράξη του Προϊσταμένου του Γραφείου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην περ. στ’ του άρθρου 75.

2.

Η επιθεώρηση των πρώτων σαράντα (40) Παρέδρων στην επετηρίδα διενεργείται από τον Προϊστάμενο του Γραφείου Επιθεώρησης. Στα λοιπά μέλη του Γραφείου, κατανέμεται με πράξη του Προϊσταμένου, ίσος αριθμός των λοιπών Παρέδρων για επιθεώρηση.

3.

Δεν επιτρέπεται η επιθεώρηση λειτουργού του ΝΣΚ που είναι σύζυγος ή συμβίος ή συμβία κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 4356/2015 (Α’ 181) ή συγγενής εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, σε ευθεία γραμμή απεριόριστα τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 ή στην περίπτωση που η απαγόρευση αφορά στον Προϊστάμενο του Γραφείου Επιθεώρησης, ο Πρόεδρος του ΝΣΚ αναθέτει την επιθεώρηση στον αναπληρωτή Προϊστάμενο του Γραφείου. Σε κάθε περίπτωση, εφαρμόζεται το άρθρο 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας [ν. 2690/1999 (Α’ 45)].

4.

Σε περίπτωση που ο Επιθεωρητής ήταν και προϊστάμενος του επιθεωρούμενου λειτουργού ΝΣΚ κατά το επιθεωρούμενο διάστημα, ο Προϊστάμενος του Γραφείου Επιθεώρησης αναθέτει την επιθεώρηση του λειτουργού αυτού σε άλλον Επιθεωρητή και εάν ο επιθεωρούμενος λειτουργός επιθεωρείται από τον Προϊστάμενο του Γραφείου Επιθεώρησης, ο Πρόεδρος του ΝΣΚ αναθέτει την επιθεώρησή του στον αναπληρωτή Προϊστάμενο του Γραφείου Επιθεώρησης.

5.

Οι Επιθεωρητές κατά την επιθεώρηση: α) εξετάζουν την υπηρεσιακή απόδοση των λειτουργών που επιθεωρούνται σύμφωνα με τα κριτήρια και την κλίμακα αξιολόγησης του άρθρου 79, για το χρονικό διάστημα που καθορίζεται στη σχετική απόφαση του Προέδρου του ΝΣΚ, β) για τον σχηματισμό γνώμης, σε σχέση με τα προσόντα του επιθεωρούμενου, έχουν προσωπική επικοινωνία με αυτόν, η οποία μπορεί να γίνεται και με τη χρήση τεχνολογίας επικοινωνιών και πληροφορικής, έχουν συνεχή και ελεύθερη πρόσβαση στο ηλεκτρονικό αρχείο υποθέσεων, καθώς και στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα του ΝΣΚ (ΟΠΣ), προκειμένου να λάβουν κάθε αναγκαία πληροφορία σχετικά με τον χειρισμό υποθέσεων από τον επιθεωρούμενο και μπορούν να απευθύνονται στη Διοίκηση και στα Δικαστήρια της περιφέρειας του Γραφείου, στο οποίο υπηρετεί ο επιθεωρούμενος, προκειμένου να σχηματίσουν ακριβή εικόνα και γνώση για τη συνεργασία του επιθεωρούμενου με τη Διοίκηση και την παράστασή του στα ακροατήρια των Δικαστηρίων, γ) οι Επιθεωρητές ζητούν και λαμβάνουν υποχρεωτικά υπόψη τους την ειδικά αιτιολογημένη έγγραφη γνώμη του Προϊσταμένου του επιθεωρούμενου, η οποία περιλαμβάνει αξιολόγηση σύμφωνα με την κλίμακα της παρ. 3 του άρθρου 79, σε καθένα από τα κριτήρια της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, δ) οι Επιθεωρητές των Παρέδρων του ΝΣΚ λαμβάνουν υπόψη τους και την έγγραφη γνώμη του Προέδρου του Τμήματος, στο οποίο μετέχουν οι επιθεωρούμενοι, μπορούν δε να ζητούν και την έγγραφη γνώμη των λοιπών λειτουργών του Τμήματος.

6.

Ο επιθεωρούμενος λειτουργός του ΝΣΚ οφείλει να γνωστοποιεί με ηλεκτρονικά μέσα στον Επιθεωρητή του, στο τέλος κάθε δικαστικού έτους, καθώς και κάθε φορά που του ζητείται, αναλυτική κατάσταση των εργασιών του, στην οποία αναφέρονται ο αριθμός φακέλου και το αντικείμενο κάθε μιας υπόθεσης (για τις ομοειδείς ο συνολικός αριθμός τους), οι ενέργειές του, το τυχόν αποτέλεσμα του χειρισμού αυτών (έκδοση απόφασης ή γνωμοδότησης), καθώς και οι εκκρεμείς προς ενέργεια υποθέσεις του. Στην κατάσταση αυτή, οι λειτουργοί επισημαίνουν τις υποθέσεις, στις οποίες, κατά την κρίση τους, επεξεργάστηκαν πρωτότυπα νομικά ζητήματα κατά το επιθεωρούμενο χρονικό διάστημα ή αντιμετώπισαν ιδιαίτερα δυσχερή νομικά θέματα. Οι Πάρεδροι ΝΣΚ κάνουν ειδική αναφορά, εκτός από τις υποθέσεις που χειρίστηκαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στις εκκρεμείς ενώπιον του Αρείου Πάγου αιτήσεις αναίρεσης που έχουν τυχόν χρεωθεί και σε εκείνες των οποίων επέσπευσαν τη συζήτηση, με παράθεση της περαιτέρω πορείας ή του αποτελέσματος, καθώς και των εισηγήσεών τους για ερωτήματα που εισήγαγαν στο αρμόδιο τμήμα και των γνωμοδοτήσεων που εκδόθηκαν για αυτά.

Άρθρο 79

Εκθέσεις Επιθεώρησης

1.

Οι λειτουργοί του Γραφείου Επιθεώρησης, συντάσσουν Έκθεση Επιθεώρησης για την αξιολόγηση κάθε επιθεωρούμενου. Η Έκθεση πρέπει να είναι λεπτομερής και ειδικά αιτιολογημένη ως προς καθένα από τα παρακάτω κριτήρια αξιολόγησης.

2.

Κριτήρια αξιολόγησης είναι: α) το ήθος και η κοινωνική παράσταση, β) το σθένος και η υπηρεσιακή συμπεριφορά, όπως ιδίως, η καθημερινή παρουσία στο Γραφείο και η συνεργασία και βοήθεια/υποστήριξη συναδέλφων, η ενεργή συμμετοχή στα συλλογικά όργανα του ΝΣΚ, η μαχητική υπεράσπιση των συμφερόντων του Δημοσίου ή του οικείου φορέα στα ακροατήρια των δικαστηρίων και στις λοιπές υπηρεσίες και αρχές, γ) η επιστημονική κατάρτιση, όπως ιδίως γνώση και ορθή χρήση της νομοθεσίας, πρόσφατης και προσήκουσας νομολογίας και θεωρίας κατά τον χειρισμό των υποθέσεων, η συστηματική χρέωση ειδικών και πολύπλοκων υποθέσεων, η συμμετοχή σε ομάδες εργασίας, επιστημονική/συγγραφική δραστηριότητα, η συμμετοχή σε σεμινάρια, ημερίδες, διαλέξεις, δ) οι νομικές δεξιότητες, όπως ιδίως η κρίση, η αντίληψη, η ικανότητα στην κατανόηση των υποθέσεων, η ικανότητα κατάστρωσης, σύνταξης και διατύπωσης του αναγκαίου δικανικού συλλογισμού στα δικόγραφα, στις εισηγήσεις και στα απαντητικά έγγραφα, καθώς και ο βαθμός πληρότητάς τους, ε) η επιμέλεια, εργατικότητα, ποιοτική και ποσοτική υπηρεσιακή απόδοση, όπως, ιδίως, η τήρηση και η ενημέρωση του ηλεκτρονικού αρχείου, ο αριθμός και το είδος ενεργών φακέλων, η επίσπευση υποθέσεων, η μη άσκηση απαράδεκτων ή καταχρηστικών ένδικων μέσων, στ) η ικανότητα διαχείρισης φόρτου υποθέσεων και εκκρεμοτήτων, η ικανότητα ανταπόκρισης και προσαρμογής σε πιθανά νέα και πρόσθετα καθήκοντα, η χρήση και εξοικείωση με τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών, όπως, ιδίως, ο χειρισμός ηλεκτρονικού υπολογιστή, με έμφαση στην επεξεργασία κειμένων, στη λειτουργία σε περιβάλλον ΟΠΣ, στη διαχείριση υπολογιστικών φύλλων, στη χρήση υπηρεσιών διαλειτουργικότητας και διαδικτύου. Στις Εκθέσεις Επιθεώρησης των προς προαγωγή Δικαστικών Πληρεξουσίων Α’ και Παρέδρων του ΝΣΚ μπορεί να διαλαμβάνεται και κρίση του Επιθεωρητή για την ικανότητα του επιθεωρούμενου να ασκήσει τα καθήκοντα του επόμενου βαθμού.

3.

Για την αξιολόγηση της απόδοσης των επιθεωρούμενων, ως προς τα κριτήρια της παρ. 2, τα μέλη του μέτρια, ε) ανεπαρκής. Ειδικά για τα κριτήρια (α) και (β) της παρ. 2, χρησιμοποιείται η κλίμακα: α) εξαίρετο, β) πολύ καλό, γ) καλό, δ) μη προσήκον.

4.

Με απόφαση του Προϊσταμένου του Γραφείου Επιθεώρησης, καθιερώνεται για τις Εκθέσεις Επιθεώρησης των λειτουργών του ΝΣΚ ενιαίο σχέδιο, στο οποίο περιλαμβάνονται ιδίως τα στοιχεία του επιθεωρούμενου και οι πληροφορίες που συνέλεξε γι’ αυτόν ο Επιθεωρητής, τα αξιολογούμενα κριτήρια, η διαβάθμισή τους, καθώς και ειδική αιτιολογία και παρατηρήσεις.

5.

Κατά παρέκκλιση των παρ.  1 έως 4, οι Εκθέσεις Επιθεώρησης για τη μονιμοποίηση των Δόκιμων Δικαστικών Πληρεξουσίων, περιορίζονται στην κρίση της ικανότητας και καταλληλότητας αυτών για την άσκηση των καθηκόντων και των υποχρεώσεων του λειτουργού του ΝΣΚ, με βάση τα παρακάτω κριτήρια:

  • α) ήθος, β) επιστημονική κατάρτιση, γ) επιμέλεια και

εργατικότητα.

6.

Για την επιθεώρηση των Δικαστικών Πληρεξουσίων και Δικαστικών Πληρεξουσίων Α’, οι οποίοι κατά το διάστημα για το οποίο κρίνονται, υπηρετούσαν στην Κεντρική Υπηρεσία του ΝΣΚ εφαρμόζονται όσα ισχύουν και για την επιθεώρηση των ομοιόβαθμών τους, πλην όμως, εξαιτίας των ειδικών συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτοί υπηρετούν, για την αξιολόγησή τους λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη: α) η φύση της παρεχόμενης από τον επιθεωρούμενο υπηρεσίας, β) η εργασία τους, ιδίως αυτή που αποτυπώνεται γραπτά, γ) η ειδικά αιτιολογημένη έγγραφη γνώμη για τον επιθεωρούμενο, που συνυπογράφεται από τον Προϊστάμενο του Σχηματισμού στον οποίο υπηρετούσαν και τον αρμόδιο Νομικό Σύμβουλο του Κράτους της Κεντρικής Υπηρεσίας του ΝΣΚ. Τα παραπάνω εφαρμόζονται ανάλογα και για την επιθεώρηση των Δόκιμων Δικαστικών Πληρεξουσίων, Δικαστικών Πληρεξουσίων και Δικαστικών Πληρεξουσίων Α’, που κατά το διάστημα για το οποίο κρίνονται, υπηρετούσαν στο Γραφείο Νομικού Συμβούλου του e-ΕΦΚΑ ή του ΕΟΠΥΥ. Την ειδικά αιτιολογημένη έγγραφη γνώμη, υπογράφει στην περίπτωση αυτή, ο Προϊστάμενος του ΓΝΣ στον ΕΦΚΑ ή στον ΕΟΠΥΥ.

7.

Οι Πάρεδροι του ΝΣΚ, οι οποίοι, κατά το επιθεωρούμενο χρονικό διάστημα, υπηρετούσαν με αποκλειστικά καθήκοντα σε υπηρεσιακές μονάδες της Κεντρικής Υπηρεσίας του ΝΣΚ, καθώς και οι Πάρεδροι και ο Γραμματέας του ΝΣΚ, που υπηρετούν στο Γραφείο Προέδρου, δεν επιθεωρούνται από το Γραφείο Επιθεώρησης. Στην περίπτωση αυτή, τίθεται στον υπηρεσιακό τους φάκελο και επέχει θέση έκθεσης επιθεώρησης, ειδικά αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία περιγράφεται η φύση και αξιολογείται η εργασία που ο λειτουργός του ΝΣΚ προσέφερε. Η γνώμη υπογράφεται, για τους μεν Παρέδρους του ΝΣΚ που υπηρετούν με αποκλειστικά καθήκοντα σε υπηρεσιακές μονάδες της Κεντρικής Υπηρεσίας, από τον Προϊστάμενο ή τον Αναπληρωτή Προϊστάμενο της Γραμματείας του ΝΣΚ, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία, για τους δε Παρέδρους και τον Γραμματέα του ΝΣΚ που υπηρετούν στο Γραφείο Προέδρου, από τον Πρόεδρο του ΝΣΚ.

8.

Οι λειτουργοί του ΝΣΚ, οι οποίοι, κατά το επιθεωρούμενο χρονικό διάστημα, υπηρετούσαν με απόσπαση σε υπηρεσία της αλλοδαπής ή σε Υπουργείο, για την εκτέλεση ειδικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τις παρ. 5 και 6 του άρθρου 70, δεν επιθεωρούνται από το Γραφείο Επιθεώρησης. Στην περίπτωση αυτή, τίθεται στον υπηρεσιακό τους φάκελο, ειδικά αιτιολογημένη γνώμη για την εργασία που προσέφεραν κατά τον χρόνο της απόσπασής τους, η οποία υπογράφεται από τον Προϊστάμενό τους στη θέση στην οποία είχαν αποσπαστεί.

9.

Εφόσον κατά το επιθεωρούμενο χρονικό διάστημα, οι λειτουργοί του ΝΣΚ που αναφέρονται στις εξαιρέσεις των παρ. 7 και 8, είχαν υπηρετήσει για τουλάχιστον εννιά (9) μήνες σε θέση που δεν εμπίπτει στις παραγράφους αυτές, επιθεωρούνται κανονικά για το διάστημα αυτό.

Άρθρο 80

Προσφυγή του επιθεωρούμενου

1.

Οι Εκθέσεις Επιθεώρησης θεωρούνται από τον Προϊστάμενο του Γραφείου και με επιμέλεια του Γραφείου Επιθεώρησης υποβάλλονται ηλεκτρονικά στον Πρόεδρο του ΝΣΚ και κοινοποιούνται, επίσης ηλεκτρονικά, με αποδεικτικό επίδοσης στους επιθεωρούμενους και στη Γραμματεία του ΝΣΚ. Ο επιθεωρούμενος μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα (10) ημερών, από την παραπάνω ηλεκτρονική επίδοση έχει δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, με ηλεκτρονική υποβολή της στη Γραμματεία του ΝΣΚ και να ζητήσει διόρθωση της έκθεσης ή διαγραφή ανάρμοστων χαρακτηρισμών ή επανάκριση, ιδίως αν η έκθεση:

  • α) περιέχει ανακριβή περιστατικά, β) είναι αναιτιολόγητη

ή περιέχει ελλιπείς ή ανακριβείς αιτιολογίες ή βρίσκεται σε αντίθεση με ειδική και αιτιολογημένη κρίση του Προϊστάμενου του επιθεωρούμενου, γ) περιέχει δυσμενείς κρίσεις και χαρακτηρισμούς που δεν δικαιολογούνται από τις διαπιστώσεις που αναφέρονται σε αυτήν ή στηρίζονται σε στοιχεία αντικειμενικά ανακριβή.

2.

Οι λειτουργοί του ΝΣΚ που εμπίπτουν στην εξαίρεση της παρ. 7 του άρθρου 79, έχουν τη δυνατότητα να προσφύγουν κατά της γνώμης του Νομικού Συμβούλου του Κράτους ή του Προέδρου του ΝΣΚ, εντός της προθεσμίας και ενώπιον του οργάνου που προβλέπονται στην παρ. 1.

3.

Ο Πάρεδρος του ΝΣΚ που επιθεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο του Γραφείου Επιθεώρησης ή τον αναπληρωτή του, έχει δικαίωμα μέσα στην ίδια παραπάνω αποκλειστική προθεσμία των δέκα (10) ημερών, να υποβάλει ηλεκτρονικά προσφυγή ενώπιον του οργάνου της παρ. 1, στην περίπτωση που στην Έκθεση Επιθεώρησης δεν έχει χαρακτηριστεί «εξαίρετος» σε όλα τα κριτήρια.

4.

Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο που συγκαλείται μέσα σε εύλογο χρόνο από την κατάθεση της προσφυγής, αν τα παράπονα είναι βάσιμα, προβαίνει σε διόρθωση της έκθεσης, με αιτιολογημένη απόφασή του, εκτός αν κρίνει αναγκαία την επανάληψη της επιθεώρησης, οπότε διατάσσει επανάκριση σχετικά με τους λόγους της προσφυγής από άλλο μέλος του Γραφείου Επιθεώρησης. Αν τα παράπονα κριθούν αβάσιμα, το Συμβούλιο απορρίπτει την προσφυγή με αιτιολογημένη απόφασή του. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου, οι οποίες είτε διορθώνουν, είτε διατάσσουν επανάκριση είτε απορρίπτουν στο Γραφείο Επιθεώρησης. Η έκθεση που συντάσσεται ύστερα από επανάκριση δεν υπόκειται σε προσφυγή και αντικαθιστά την προηγούμενη έκθεση, η οποία αποσύρεται από τον φάκελό του. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το πρώτο εδάφιο της παρ. 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Άρθρο 81

Γενικές αρχές

1.

Οι λειτουργοί του ΝΣΚ διέπονται ως προς την πειθαρχική τους ευθύνη, από τις διατάξεις του παρόντος και όταν μετέχουν, λόγω της ιδιότητάς τους, σε συμβούλια και επιτροπές, ασκούν καθήκοντα ή αποσπώνται με βάση ειδικές διατάξεις.

2.

Κανείς δεν διώκεται για δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο μία μόνο πειθαρχική ποινή μπορεί να επιβληθεί.

3.

Αν από την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται ο επιεικέστερος νόμος για τον διωκόμενο ή στα κατ’ εξακολούθηση τελούμενα πειθαρχικά παραπτώματα, ο νόμος που ίσχυε κατά την τέλεση της τελευταίας πράξης ή παράλειψης.

4.

Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη. Το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία των πραγματικών περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η πειθαρχική δίωξη.

5.

Η πειθαρχική δίκη δεν επηρεάζεται από την προαγωγή ή άλλη μεταβολή στην υπηρεσιακή κατάσταση του διωκόμενου, εκτός αν επιφέρει και μεταβολή στην αρμοδιότητα του Πειθαρχικού Συμβουλίου, οπότε η υπόθεση παραπέμπεται στο αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

6.

Η προαγωγή του λειτουργού του ΝΣΚ δεν αίρει τον πειθαρχικό κολασμό για παράπτωμα που διέπραξε πριν από την προαγωγή του.

7.

Η χάρη, η αποκατάσταση, καθώς και η άρση του ποινικά κολάσιμου της πράξης με οποιονδήποτε άλλον τρόπο ή η άρση ολικά ή μερικά των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρουν το πειθαρχικά κολάσιμο της πράξης.

8.

Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. Το πειθαρχικό όργανο, όμως, μπορεί με απόφασή του, η οποία είναι ελεύθερα ανακλητή, να διατάξει, για εξαιρετικούς λόγους, την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας, η οποία δεν πρέπει να υπερβαίνει το ένα (1) έτος. Αναστολή δεν επιτρέπεται σε περίπτωση, που το πειθαρχικό παράπτωμα θίγει σοβαρά το κύρος της υπηρεσίας. Ο αρμόδιος Εισαγγελέας έχει υποχρέωση να ανακοινώνει αμέσως στον Πρόεδρο του ΝΣΚ κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατά λειτουργού του ΝΣΚ. Στον Πρόεδρο του ΝΣΚ ανακοινώνεται επίσης από τον αρμόδιο Εισαγγελέα η απόφαση ή το βούλευμα με το οποίο τερματίζεται η δίωξη. Σε περίπτωση εγκλεισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα, ο διευθυντής φυλακών γνωστοποιεί τούτο, χωρίς καθυστέρηση στον Πρόεδρο

9.

Κανόνες και αρχές του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας εφαρμόζονται ανάλογα και στο πειθαρχικό δίκαιο, εφόσον δεν αντίκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος και συνάδουν με τη φύση και τον σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας. Εφαρμόζονται ιδίως, οι κανόνες και οι αρχές που αφορούν: α) στους λόγους αποκλεισμού της υπαιτιότητας και της ικανότητας προς καταλογισμό,

  • β) στις ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές περιστάσεις για

την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής, γ) στην έμπρακτη μετάνοια, δ) στο δικαίωμα σιγής του πειθαρχικώς διωκομένου, ε) στην πραγματική και νομική πλάνη, στ) στο τεκμήριο αθωότητας του πειθαρχικά διωκομένου,

  • ζ) στην επιείκεια υπέρ του πειθαρχικά διωκομένου, η)

στην προστασία των δικαιολογημένων συμφερόντων του πειθαρχικά διωκομένου ή της υπηρεσίας, εφόσον από τις εκδηλώσεις, δυσμενείς κρίσεις και εκφράσεις του λειτουργού, δεν στοιχειοθετείται το πειθαρχικό παράπτωμα της αναξιοπρεπούς ή ανάρμοστης ή ανάξιας για λειτουργό του ΝΣΚ συμπεριφοράς.

Άρθρο 82

Πειθαρχικά παραπτώματα

1.

Πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά κάθε υπαίτια και καταλογιστή πράξη ή συμπεριφορά γενικά του λειτουργού του ΝΣΚ εντός ή εκτός υπηρεσίας, εφόσον είναι αντίθετη με τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από το Σύνταγμα και τις κείμενες διατάξεις ή είναι ασυμβίβαστη προς το αξίωμά του και θίγει το κύρος του ή το κύρος της υπηρεσίας.

2.

Οι ειδικότερες υποχρεώσεις των λειτουργών καθορίζονται από τις διατάξεις του παρόντος, καθώς και από διατάξεις της νομοθεσίας που αναφέρονται στο ΝΣΚ και στη νομική εκπροσώπηση και υπεράσπιση των συμφερόντων του Δημοσίου και των λοιπών φορέων που το ΝΣΚ έχει τη νομική τους υποστήριξη.

3.

Πειθαρχικά παραπτώματα των λειτουργών του ΝΣΚ, συνιστούν ιδίως: α) οι πράξεις που μαρτυρούν έλλειψη πίστης και αφοσίωσης προς την Ελλάδα και το δημοκρατικό πολίτευμα της Χώρας ή υπονομεύουν τη δημοκρατική νομιμότητα, β) η παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους,

  • γ) η απόκτηση οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος

προς όφελος του ιδίου του λειτουργού του ΝΣΚ ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, δ) η χρησιμοποίηση της ιδιότητάς τους για επιδίωξη ιδιοτελών σκοπών, ε) η αμέλεια ή η άρνηση ή η ατελής εκπλήρωση του καθήκοντος, στ) η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση των καθηκόντων τους, ζ) η αδικαιολόγητη άρνηση προσέλευσης σε ιατρική εξέταση, όταν λόγοι υγείας περιορίζουν ουσιαστικά ή παρεμποδίζουν την εκτέλεση των καθηκόντων του λειτουργού, η) η παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 26, θ) η αποσιώπηση νόμιμου λόγου αποκλεισμού ή εξαίρεσης συμμετοχής σε συλλογικά όργανα του ΝΣΚ ή σε όργανα της Διοίκησης, αποχή από τα καθήκοντα.

Άρθρο 83

Παραγραφή

1.

Τα πειθαρχικά παραπτώματα των λειτουργών του ΝΣΚ παραγράφονται σε πέντε (5) έτη από την τέλεσή τους. Τα πειθαρχικά παραπτώματα των περ. α’, β’, γ’ και ιβ’ της παρ. 3 του άρθρου 82 παραγράφονται σε επτά (7) έτη από την τέλεσή τους. Η παραγραφή του κατ’ εξακολούθηση τελούμενου πειθαρχικού παραπτώματος αρχίζει από την επομένη της ημέρας που έπαυσε η τέλεσή του. Για το πειθαρχικό παράπτωμα της περ. γ’ της παρ. 3 του άρθρου 82, η παραγραφή αρχίζει από την ημερομηνία που ο αρμόδιος πειθαρχικός προϊστάμενος έλαβε γνώση της τέλεσης της πράξης.

2.

Πειθαρχικό παράπτωμα που αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα δεν παραγράφεται, πριν παρέλθει ο χρόνος που ορίζεται για την παραγραφή του τελευταίου. Όσο διαρκεί η ποινική διαδικασία και έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ή αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος διακόπτεται η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος.

3.

Ο χρόνος της παραγραφής διακόπτεται από την επίδοση της πειθαρχικής αγωγής, ο χρόνος όμως της διακοπής αυτής δεν μπορεί να υπερβεί τα δυο (2) έτη και προκειμένου για τα παραπτώματα των περ. α’, β’, γ’ και ιβ’ της παρ. 3 του άρθρου 82, τα τρία (3) έτη.

4.

Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται επίσης από την τέλεση νέου πειθαρχικού παραπτώματος, το οποίο αποσκοπεί στην απόκρυψη ή την παρεμπόδιση της πειθαρχικής δίωξης του πρώτου. Στην περίπτωση αυτήν, το πρώτο παράπτωμα παραγράφεται όταν παραγραφεί το δεύτερο, εφόσον η παραγραφή του δεύτερου συντελείται σε χρόνο μεταγενέστερο της παραγραφής του πρώτου.

5.

Δεν παραγράφεται το πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο εκδόθηκε πειθαρχική απόφαση που επιβάλλει πειθαρχική ποινή σε πρώτο βαθμό.

Άρθρο 84

Πειθαρχικές ποινές

1.

Οι πειθαρχικές ποινές που μπορούν να επιβληθούν στον λειτουργό του ΝΣΚ είναι: α) Η έγγραφη επίπληξη,

  • β) η επιβολή προστίμου έως του ποσού των συνολικών

καθαρών αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών, γ) η προσωρινή παύση μέχρι οκτώ (8) μήνες, με πλήρη στέρηση των αποδοχών, δ) η οριστική παύση.

2.

Η οριστική παύση δύναται να επιβληθεί μόνο για τα πειθαρχικά παραπτώματα των περ. α’, β’, γ’, δ’, ι’ και ιβ’ της παρ. 3 του άρθρου 82. Στην τελευταία περίπτωση, η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση υπηρεσιακών καθηκόντων, πρέπει να υπερβαίνει τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή πάνω από τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες, σε διάστημα ενός (1) έτους. Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί στον λειτουργό του ΝΣΚ για οποιοδήποτε παράπτωμα, αν κατά την προηγούμενη της διάπραξής του διετία, του είχαν επιβληθεί τρεις (3) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός ή κατά το προηγούμενο της διάπραξής του έτος είχε τιμωρηθεί για το ίδιο παράπτωμα, με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός.

3.

Όταν επιβάλλεται η πειθαρχική ποινή της περ. γ’ της παρ. 1 και συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να επιβάλει επιπλέον διοικητική κύρωση από τρεις χιλιάδες (3.000) έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ. Όταν επιβάλλεται η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης και πρόκειται για πειθαρχικά παραπτώματα της περ. γ’ της παρ. 3 του άρθρου 82 που σχετίζονται με οικονομικό αντικείμενο, το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να επιβάλλει επιπλέον διοικητική κύρωση από δέκα χιλιάδες (10.000) έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ.

4.

Το είδος της ποινής που θα επιβληθεί και η επιμέτρησή της προσδιορίζονται από τη βαρύτητα του παραπτώματος, τον βαθμό και την πείρα του λειτουργού, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε το παράπτωμα και την ένταση του δόλου ή τον βαθμό της αμέλειας του διωκόμενου. Κατά την επιμέτρηση των πειθαρχικών ποινών λαμβάνονται υπόψη οι κανόνες και οι αρχές των περ. β’, γ’, ε’, ζ’ και η’ του δεύτερου εδαφίου της παρ. 9 του άρθρου 81, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας. Η υποτροπή αποτελεί ιδιαιτέρως επιβαρυντική περίπτωση για τη επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής.

5.

Περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου παραπτώματος θεωρούνται ως ενιαίο σύνολο, η βαρύτητα του οποίου λαμβάνεται υπόψη και για τον καθορισμό και την επιμέτρηση της ποινής.

6.

Όταν συνεκδικάζονται περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα, εφόσον οι πειθαρχικές ποινές που έχουν επιβληθεί για καθένα από αυτά είναι του ίδιου είδους, επιβάλλεται μια συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από την πιο βαριά ή αν οι ποινές είναι ίσες, από μία από αυτές, που προσαυξάνεται μέχρι το ανώτατο όριό της. Η προσαύξηση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα τρία τέταρτα (3/4) του αθροίσματος των άλλων πειθαρχικών ποινών.

Άρθρο 85

Έναρξη και λήξη πειθαρχικής ευθύνης

1.

Η πειθαρχική ευθύνη του λειτουργού του ΝΣΚ αρχίζει από την αποδοχή του διορισμού του και λήγει με τη λύση της υπηρεσιακής σχέσης. Ο λειτουργός του ΝΣΚ που απώλεσε την ιδιότητα αυτή, με οποιονδήποτε τρόπο δεν διώκεται πειθαρχικά, η πειθαρχική όμως διαδικασία, η οποία έχει αρχίσει, συνεχίζεται και μετά την απώλεια της ιδιότητας του λειτουργού του ΝΣΚ, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, με εξαίρεση την περίπτωση του θανάτου.

2.

Όταν συντρέχει η περίπτωση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1, το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να επιβάλλει οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες πειθαρχικές ποινές. Σε περίπτωση που η επιβλητέα πειθαρχική ποινή είναι ανώτερη του προστίμου, το πειθαρχικό συμβούλιο τη μετατρέπει ανάλογα με τη βαρύτητα του παραπτώματος, σε ποινή προστίμου αποδοχών έως δώδεκα (12) μηνών, με δυνατότητα επιβολής και διοικητικής κύρωσης, σύμ τομέα ή υπό την ιδιότητα του δικηγόρου, τιμωρούνται πειθαρχικά, εφόσον δεν παρήλθε ο χρόνος παραγραφής που ορίζεται γι’ αυτές. Στην περίπτωση αυτήν, ο τυχόν εκτός υπηρεσίας στο ΝΣΚ χρόνος, εφόσον δεν υπερβαίνει την πενταετία, δεν υπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής.

4.

Η τέλεση κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού και έως την αποδοχή του διορισμού παράνομης πράξης σχετικής με τη συμμετοχή στη διαδικασία του διαγωνισμού ή τις προϋποθέσεις διορισμού, συνιστά για τον λειτουργό πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από την αποδοχή του διορισμού και λήγει με τη συμπλήρωση πενταετίας από την αποδοχή του διορισμού. Η παρ. 4 του άρθρου 46 δεν θίγεται από την εφαρμογή της παρούσας.

Άρθρο 86

Πειθαρχικά όργανα Πειθαρχικά όργανα είναι: α) Ο Υπουργός Οικονομικών,

  • β) ο Πρόεδρος του ΝΣΚ, γ) τα Πειθαρχικά Συμβούλια του

άρθρου 10, δ) η Ολομέλεια του ΝΣΚ ως δευτεροβάθμιο πειθαρχικό Όργανο για τους Παρέδρους και τους Δικαστικούς Πληρεξούσιους και ε) το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Άρθρο 87

Πειθαρχική δικαιοδοσία

1.

Η πειθαρχική δικαιοδοσία στους λειτουργούς του ΝΣΚ ασκείται από πειθαρχικά συμβούλια που ορίζονται κατά περίπτωση από το άρθρο 10, ανάλογα με τον βαθμό του διωκόμενου.

2.

Ο Υπουργός Οικονομικών και ο Πρόεδρος του ΝΣΚ μπορούν να επιβάλουν στους λειτουργούς του ΝΣΚ κάθε βαθμού, μόνο τις πειθαρχικές ποινές της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου, έως τις αποδοχές τεσσάρων (4) μηνών μετά από προηγούμενη κλήση του διωκόμενου σε απολογία, η οποία συνιστά και άσκηση πειθαρχικής αγωγής.

Άρθρο 88

Κώλυμα συμμετοχής σε Πειθαρχικό Συμβούλιο

1.

Δεν μπορούν να μετάσχουν σε Πειθαρχικό Συμβούλιο για την εκδίκαση ορισμένης πειθαρχικής υπόθεσης:

  • α) Οι λειτουργοί του ΝΣΚ κατά των οποίων στρέφεται η πειθαρχική αγωγή, β) οι συγγενείς εξ αίματος σε

ευθεία γραμμή απεριορίστως ή σε πλάγια γραμμή έως και τον τέταρτο βαθμό ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό του διωκομένου, καθώς και ο σύζυγος ή συμβίος ή συμβία αυτού κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 4356/2015 (Α’ 181), γ) εκείνοι που έχουν ασκήσει την πειθαρχική δίωξη ή έχουν ενεργήσει ανάκριση στην ίδια πειθαρχική υπόθεση, δ) όσοι έχουν εξεταστεί ως μάρτυρες στην ίδια υπόθεση και ε) όσοι συνδέονται με ιδιαίτερη φιλία ή βρίσκονται σε οξεία αντίθεση με τον διωκόμενο ή έχουν ιδιαίτερη σχέση με την υπόθεση που κρίνεται, ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για την αμεροληψία τους.

2.

Οι λειτουργοί του ΝΣΚ που κωλύονται κατά τα παραπάνω, έχουν τις υποχρεώσεις του άρθρου 23 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το οποίο εφαρμόζεται ανάλογα.

3.

Δεν επιτρέπεται η εξαίρεση τόσων μελών, ώστε να μην είναι δυνατή η συγκρότηση του Πειθαρχικού Συμβουλίου από τα λοιπά.

Άρθρο 89

Πειθαρχική δίωξη - Διαδικαστικές διατάξεις

1.

Η δίωξη των πειθαρχικών παραπτωμάτων γίνεται αυτεπάγγελτα, με βάση τα στοιχεία που περιέρχονται σε αυτόν που είναι αρμόδιος να την ασκήσει.

2.

Η προδικασία και η κύρια διαδικασία ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων είναι μυστική.

3.

Η πειθαρχική διαδικασία γίνεται ατελώς. Έξοδα δεν επιδικάζονται ούτε υπέρ ούτε σε βάρος του διωκόμενου.

4.

Περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα, που φέρονται ότι έχουν διαπραχθεί από τον λειτουργό του ΝΣΚ, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο πειθαρχικής δίωξης με την άσκηση μιας μόνο πειθαρχικής αγωγής. Αν όμως το Πειθαρχικό Συμβούλιο κρίνει, ότι η συνεκδίκαση θα προξενήσει βλάβη, διατάσσει τον χωρισμό.

5.

Περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία ασκήθηκαν χωριστές πειθαρχικές αγωγές, μπορούν να συνεκδικαστούν από το Πειθαρχικό Συμβούλιο, εφόσον αυτό δεν προκαλεί βλάβη.

6.

Όταν διώκονται περισσότεροι ως συμμέτοχοι για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, η πειθαρχική δίκη γίνεται ενιαία για όλους στο Πειθαρχικό Συμβούλιο που είναι αρμόδιο για τον ανώτερο κατά βαθμό διωκόμενο.

7.

Για την επίδοση κλήσεων και λοιπών εγγράφων κατά την πειθαρχική διαδικασία συντάσσεται έκθεση.

8.

Τα έγγραφα προς τον διωκόμενο, επιδίδονται με δικαστικό επιμελητή ή με υπάλληλο της Κεντρικής Υπηρεσίας του ΝΣΚ ή αποστέλλονται με το υπηρεσιακό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην υπηρεσιακή ηλεκτρονική διεύθυνση του διωκόμενου λειτουργού του ΝΣΚ, με απόδειξη παραλαβής τους. Σε περίπτωση άρνησης παραλαβής, αυτός που διενεργεί την επίδοση, συντάσσει πράξη, στην οποία βεβαιώνεται η άρνηση.

Άρθρο 90

Άσκηση πειθαρχικής δίωξης

1.

Αρμόδιοι για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης είναι:

  • α) ο Υπουργός Οικονομικών για τους λειτουργούς όλων

των βαθμών και β) ο Πρόεδρος του ΝΣΚ ή, εάν αυτός κωλύεται ή είναι απών, ο αρχαιότερος Αντιπρόεδρος για τους λειτουργούς μέχρι και τον βαθμό του Αντιπροέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

2.

O Πρόεδρος, όταν λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση ότι τελέστηκε από λειτουργό του ΝΣΚ πράξη που μπορεί να χαρακτηριστεί πειθαρχικό παράπτωμα, υποχρεούται, είτε να κινήσει τη διαδικασία άσκησης πειθαρχικής αγωγής από τον Υπουργό Οικονομικών είτε να την ασκήσει ο ίδιος, αν συντρέχει η περ. β’ της παρ. 2.

3.

Αν τα στοιχεία που περιέρχονται στον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, δεν πιθανολογούν τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος ή αν τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται, δεν συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα ή δεν επισύρουν πειθαρχική αιτιολογημένη πράξη. Σε περίπτωση καταφανώς αστήρικτης καταγγελίας, σε βάρος λειτουργού του ΝΣΚ, ο Πρόεδρος μπορεί να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία του πρώτου εδαφίου και να ενημερώσει σχετικά τον καταγγέλλοντα.

4.

Αν πρόκειται για πειθαρχικά παραπτώματα που οφείλονται σε ελαφρά αμέλεια και δικαιολογούν μόνο ποινή επίπληξης, η δίωξη απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμοδίου οργάνου, το οποίο λαμβάνει υπόψη το συμφέρον της Υπηρεσίας και την όλη διαγωγή του λειτουργού, εντός και εκτός της υπηρεσίας.

5.

Ο Προϊστάμενος υπηρεσιακής μονάδας του ΝΣΚ, εφόσον περιέλθει σε γνώση του η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από λειτουργό του ΝΣΚ, που υπηρετεί στην υπηρεσιακή μονάδα, οφείλει να το ανακοινώσει άμεσα με έγγραφό του στον Πρόεδρο του ΝΣΚ.

6.

Αν, κατά τη διάρκεια πειθαρχικής ανάκρισης, προκύπτουν πραγματικά περιστατικά που συνιστούν άλλο πειθαρχικό παράπτωμα, ο ανακριτής συντάσσει σχετική έκθεση και τη διαβιβάζει αμέσως στον Πρόεδρο

Άρθρο 91

Προκαταρκτική εξέταση

1.

Ο Πρόεδρος του ΝΣΚ μπορεί να διατάσσει προκαταρκτική εξέταση, η οποία είναι άτυπη και διενεργείται, είτε από τον ίδιο, είτε, κατόπιν εντολής του, από άλλον λειτουργό του ΝΣΚ, ανώτερο κατά βαθμό ή αρχαιότερο από τον λειτουργό που αφορά η εξέταση.

2.

Εκείνος που διενεργεί προκαταρκτική εξέταση: α) ζητά προφορικές ή έγγραφες εξηγήσεις από τον ελεγχόμενο λειτουργό, β) μπορεί να ζητά πληροφορίες ή τη διαβίβαση συναφών στοιχείων από κάθε αρχή, γ) μεριμνά για τη συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων και εξετάζει μάρτυρες, αν το κρίνει αναγκαίο.

3.

Ο ελεγχόμενος δικαιούται να λάβει γνώση όλων των στοιχείων που τον αφορούν, πριν την παροχή των εξηγήσεων.

4.

Για την προκαταρκτική εξέταση συντάσσεται αιτιολογημένη έκθεση. Αν ο Πρόεδρος εκτιμά, μετά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης, ότι δεν συντρέχει λόγος να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη: α) θέτει την υπόθεση στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη του, εφόσον εμπίπτει στην πειθαρχική του αρμοδιότητα, σύμφωνα με την περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 90 ή β) υποβάλλει στον Υπουργό Οικονομικών το πόρισμα, με αιτιολογημένη γνώμη για τη μη άσκηση πειθαρχικής αγωγής. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Πρόεδρος μπορεί, είτε να διατάξει Ένορκη Διοικητική Εξέταση (ΕΔΕ), σύμφωνα με το άρθρο 92 είτε να ζητήσει από τον Υπουργό Οικονομικών την άσκηση πειθαρχικής αγωγής, εφόσον συντρέχει η περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 90, είτε να την ασκήσει ο ίδιος, αν συντρέχει η περ. β’ της παρ. 1 του ίδιου άρθρου.

Άρθρο 92

Ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ)

1.

Οι αρμόδιοι για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης μπορούν να διατάσσουν ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ), όταν προκύπτουν σοβαρές υπόνοιες ή σαφείς ενδείξεις για τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος. Η εντολή διενέργειας ΕΔΕ δεν συνιστά έναρξη πειθαρχικής δίωξης.

2.

Η ΕΔΕ διενεργείται από λειτουργό του ΝΣΚ, με βαθμό τουλάχιστον Παρέδρου και σε κάθε περίπτωση ανώτερο του ελεγχόμενου λειτουργού και αποσκοπεί στη συλλογή στοιχείων για τη διαπίστωση της τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος και των προσώπων που τυχόν ευθύνονται, καθώς και στη διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτό έχει τελεστεί.

3.

Στη διαδικασία της ένορκης διοικητικής εξέτασης εφαρμόζονται ανάλογα τα άρθρα 95 και 96.

4.

Η ένορκη διοικητική εξέταση ολοκληρώνεται με την υποβολή αιτιολογημένης έκθεσης προς το όργανο που τη διέταξε, μαζί με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν. Εφόσον με την έκθεση διαπιστώνεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο λειτουργό, ο αρμόδιος υποχρεούται να ασκήσει πειθαρχική δίωξη.

Άρθρο 93

Έναρξη και λήξη πειθαρχικής δίωξης

1.

Η πειθαρχική δίωξη ασκείται με την έκδοση και επίδοσή της ή με την κλήση του λειτουργού σε απολογία σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 87 και τελειώνει με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης.

2.

Η πειθαρχική αγωγή περιέχει το ονοματεπώνυμο και τα υπηρεσιακά στοιχεία του διωκόμενου και επακριβή καθορισμό, κατά τόπο και χρόνο, των πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνιστούν το αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέστηκε και τις διατάξεις που το προβλέπουν.

3.

Η πειθαρχική αγωγή, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 87, απευθύνεται στο αρμόδιο Συμβούλιο, συνοδεύεται από τον πειθαρχικό φάκελο και επιδίδεται στον διωκόμενο. Η παράλειψη επίδοσης της πειθαρχικής αγωγής συνεπάγεται ακυρότητα της πειθαρχικής διαδικασίας, εκτός αν ο λειτουργός που διώκεται έλαβε αποδεδειγμένα πλήρη γνώση της με άλλον τρόπο. Στην περίπτωση αυτήν, η άσκηση της πειθαρχικής αγωγής ανατρέχει στον χρόνο που ο διωκόμενος έλαβε αποδεδειγμένα πλήρη γνώση της πειθαρχικής αγωγής. Η αρμοδιότητα του Συμβουλίου κρίνεται από τον βαθμό του διωκομένου κατά τον χρόνο άσκησης της πειθαρχικής αγωγής, με την επιφύλαξη της παρ. 5 του άρθρου 81.

4.

Η πειθαρχική αγωγή δεν ανακαλείται.

Άρθρο 94

Προδικασία

1.

Ο Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζει, με πράξη του, μέλος του Συμβουλίου ως εισηγητή, στο οποίο παραδίδεται ο πειθαρχικός φάκελος που έχει σχηματιστεί. Η σχετική πράξη επιδίδεται στον διωκόμενο ηλεκτρονικά στην υπηρεσιακή ηλεκτρονική του διεύθυνση, δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την συνεδρίαση του Συμβουλίου.

2.

Ο εισηγητής αντικαθίσταται σε περίπτωση κωλύματος ή στην περίπτωση αποδοχής από το Πειθαρχικό Συμβούλιο αίτησης εξαίρεσης εκ μέρους του διωκομένου, η οποία υποβάλλεται μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την

3.

Ο Πρόεδρος ορίζει ημέρα και ώρα συνεδρίασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου, με πράξη του που αποστέλλεται στα μέλη του με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην υπηρεσιακή ηλεκτρονική τους διεύθυνση και επιδίδεται στον διωκόμενο ηλεκτρονικά στην υπηρεσιακή ηλεκτρονική του διεύθυνση, πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημέρα συνεδρίασης. Ο τελευταίος μπορεί να παραστεί ενώπιον του Συμβουλίου και με δικηγόρο για να αναπτύξει τις απόψεις του.

4.

Το Συμβούλιο, αφού ακούσει τον εισηγητή, αποφασίζει αν η υπόθεση είναι ώριμη για συζήτηση ή αν θα διεξαχθεί ανάκριση. Αν το Συμβούλιο αποφασίσει ότι η υπόθεση είναι ώριμη για συζήτηση, η διαδικασία συνεχίζεται με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 97 και 98.

5.

Το Συμβούλιο διατάσσει πάντοτε ανάκριση, εκτός εάν: α) τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτουν από τον φάκελο κατά τρόπον αναμφισβήτητο, β) ο λειτουργός ομολογεί, με την απολογία του, κατά τρόπον μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι διέπραξε το πειθαρχικό παράπτωμα, γ) ο λειτουργός συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος που αποτελεί συγχρόνως και πειθαρχικό παράπτωμα,

  • δ) έχει προηγηθεί ανάκριση ή προανάκριση σύμφωνα με

τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για ποινικό αδίκημα που αποτελεί και πειθαρχικό παράπτωμα,

  • ε) έχει διενεργηθεί, πριν την άσκηση της πειθαρχικής

αγωγής, ΕΔΕ ή άλλη ένορκη εξέταση, κατά την οποία διαπιστώθηκε διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο λειτουργό. Το ίδιο ισχύει όταν η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτει από έκθεση δικαστικού οργάνου ή άλλου ελεγκτικού οργάνου της Διοίκησης.

Άρθρο 95

Ανάκριση

1.

Ο Πρόεδρος ορίζει με πράξη του, ως ανακριτή, λειτουργό του ΝΣΚ, ανώτερο κατά βαθμόν ή αρχαιότερο του διωκομένου που μπορεί να είναι και μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Η σχετική πράξη επιδίδεται στον διωκόμενο ηλεκτρονικά στην υπηρεσιακή ηλεκτρονική του διεύθυνση και αυτός μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση του ανακριτή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 94.

2.

Η ανάκριση αποσκοπεί στη συλλογή κάθε πρόσφορου αποδεικτικού στοιχείου και στη διερεύνηση όλων των πραγματικών περιστατικών για τον σχηματισμό της κρίσης του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

3.

Ο ανακριτής ενεργεί αυτοπροσώπως τις ανακριτικές πράξεις στην έδρα του. Αν πρόκειται να διενεργηθεί ανακριτική πράξη έξω από την έδρα του, με την επιφύλαξη της παρ. 6 του άρθρου 96 ο ανακριτής μπορεί, εφόσον δεν κρίνει αναγκαία τη μετακίνησή του, να παραγγείλει την ενέργειά της σε λειτουργό του ΝΣΚ, ανώτερο κατά βαθμό ή αρχαιότερο από τον διωκόμενο, που υπηρετεί στην περιφέρεια όπου πρόκειται να διενεργηθεί αυτή.

4.

Ο ανακριτής δικαιούται να ζητήσει από κάθε δημόσια αρχή την παροχή στοιχείων ή την αποστολή πιστοποιητικών ή βεβαιώσεων ή αντιγράφων των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή της.

Άρθρο 96

Ανακριτικές πράξεις

1.

Ανακριτικές πράξεις είναι: α) η αναζήτηση εγγράφων, β) η εξέταση μαρτύρων, γ) η αυτοψία, δ) η πραγματογνωμοσύνη και ε) η εξέταση του διωκομένου.

2.

Για τις παραπάνω πράξεις συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από όσους συνέπραξαν. Δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανακριτικής πράξης υπηρεσιακό απόρρητο, εφόσον δεν συναινεί στην ανακοίνωσή του η αρμόδια αρχή, καθώς και κάθε επαγγελματικό κατά τον νόμο απόρρητο.

3.

Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής τους, εκτός αν δηλώσουν ότι επιθυμούν να εξεταστούν στην έδρα του ανακριτή. Πριν από την εξέτασή τους οι μάρτυρες ορκίζονται κατά τον τύπο που προβλέπει το άρθρο 219 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η μη εμφάνιση ή η άρνηση κατάθεσης μάρτυρα, χωρίς εύλογη αιτία, τιμωρείται κατά το άρθρο 169 του Ποινικού Κώδικα. Εύλογη αιτία θεωρείται και η συγγένεια του μάρτυρα με τον διωκόμενο σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή μέχρι και τον τρίτο βαθμό. Η εξέταση μαρτύρων πέρα από αυτούς που προτείνει ο διωκόμενος απόκειται στην κρίση του ανακριτή.

4.

O διωκόμενος δικαιούται, κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής ανάκρισης και της ΕΔΕ και μέχρι το τέλος της εξέτασής του, να ζητήσει εγγράφως την εξέταση μαρτύρων. Ο ανακριτής υποχρεούται να εξετάσει πέντε (5) τουλάχιστον από τους προτεινόμενους μάρτυρες.

5.

Αν η ΕΔΕ δεν στρεφόταν κατά συγκεκριμένου προσώπου, το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να διενεργήσει συμπληρωματική ανάκριση, προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στον διωκόμενο να εξετασθεί ανωμοτί ή να προτείνει την εξέταση μαρτύρων, εκτός αν αυτός δηλώσει ενώπιον του συμβουλίου ότι δεν επιθυμεί να εξετασθεί ανωμοτί ή να προτείνει την εξέταση μαρτύρων.

6.

Η αυτοψία διενεργείται αυτοπρόσωπα από τον ανακριτή, με την παρουσία γραμματέα, για να διαπιστωθούν οι πραγματικές συνθήκες τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος ή άλλα συναφή με αυτό στοιχεία. Η αυτοψία δημόσιων εγγράφων ή ιδιωτικών εγγράφων που έχουν κατατεθεί σε δημόσια αρχή, διενεργείται στο γραφείο, όπου αυτά φυλάσσονται. Έγγραφα, τα οποία κατέχει ιδιώτης, μπορούν να ζητηθούν από τον ανακριτή και επιστρέφονται υποχρεωτικά μετά το τέλος της πειθαρχικής δίκης. Ο ανακριτής είναι υποχρεωμένος, ύστερα από αίτηση του ιδιώτη να χορηγήσει ατελώς, εκτός από απόδειξη παραλαβής, και επίσημο αντίγραφο ή απόσπασμα των εγγράφων που παρέλαβε. Αν πρόκειται για έγγραφα αναγκαία στον ιδιώτη για την εξυπηρέτηση συμφέροντός του, αυτά εξετάζονται στον τόπο, όπου βρίσκονται. Η άρνηση της παράδοσης ή ανακοίνωσης τιμωρείται κατά το άρθρο 169 του Ποινικού Κώδικα.

7.

Ως πραγματογνώμονες ορίζονται λειτουργοί του ΝΣΚ ή δημόσιοι πολιτικοί ή στρατιωτικοί υπάλληλοι ή άλλοι επιστήμονες ή τεχνικοί από τον πίνακα του άρθρου 185 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Κατά τα λοιπά,

8.

Κατά την ανάκριση εξετάζεται χωρίς όρκο ο διωκόμενος, ο οποίος δικαιούται πριν από την εξέτασή του να λάβει γνώση των εγγράφων του φακέλου. Η μη προσέλευση ή η άρνηση του διωκομένου να εξεταστεί δεν εμποδίζει την πρόοδο της ανάκρισης.

Άρθρο 97

Κλήση σε απολογία - Ορισμός συνεδρίασης

1.

Μετά το τέλος της ανάκρισης και τη σύνταξη του σχετικού πορίσματος, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου, αφού λάβει τη δικογραφία, καλεί τον διωκόμενο να λάβει γνώση αυτής και να υποβάλει γραπτά την απολογία του προς το Πειθαρχικό Συμβούλιο, μέσα σε προθεσμία όχι μικρότερη των δέκα (10) ημερών που μπορεί να παραταθεί μέχρι πέντε (5) ακόμη ημέρες, με απόφαση του Προέδρου.

2.

Μετά την υποβολή της απολογίας ή την άπρακτη πάροδο της παραπάνω προθεσμίας, ο Πρόεδρος, ορίζει με πράξη του, ημερομηνία για τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Η πράξη αυτή αποστέλλεται στα μέλη του, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην υπηρεσιακή ηλεκτρονική τους διεύθυνση και επιδίδεται με τον ίδιο τρόπο και στον διωκόμενο, με κλήση να παραστεί κατά την συζήτηση της υπόθεσης. Η ημερομηνία της συζήτησης δεν επιτρέπεται να απέχει λιγότερο από πέντε (5) ημέρες από την επίδοση της πράξης. Ο διωκόμενος δικαιούται να παραστεί αυτοπρόσωπα ή με πληρεξούσιο δικηγόρο. Η μη προσέλευση του διωκόμενου δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας.

Άρθρο 98

Κύρια διαδικασία - Απόφαση

1.

Αν ο διωκόμενος δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση και δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του ή αν η μη προσέλευσή του δικαιολογείται από λόγους ανωτέρας βίας, η συζήτηση αναβάλλεται και ορίζεται νέα ημερομηνία. Το Συμβούλιο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση και για άλλους λόγους. Αν δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής, το Συμβούλιο προχωρά στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του διωκομένου.

2.

Αίτηση εξαίρεσης μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου μπορεί να υποβληθεί μόνο γραπτά και πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Αίτηση εξαίρεσης του συνόλου των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου ή τόσων μελών ώστε να μην είναι δυνατή η συγκρότησή του, είναι απαράδεκτη. Η αίτηση αυτή, που υποβάλλεται δύο (2) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει να περιέχει κατά τρόπον σαφή και συγκεκριμένο τους λόγους της εξαίρεσης και να συνοδεύεται από τα στοιχεία με τα οποία αυτοί αποδεικνύονται. Για την αίτηση αποφασίζει το Συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή του μέλους, του οποίου ζητήθηκε η εξαίρεση, με αιτιολογημένη απόφαση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Τα τακτικά μέλη, την εξαίρεση των οποίων αποφάσισε το Συμβούλιο, αντικαθίστανται από τα αναπληρωματικά. Η εξαίρεση αναπληρωματικού μέλους μπορεί να ζητηθεί και την ημέρα της συνεδρίασης. Στην περίπτωση αυτή, το Συμβούλιο αποφασίζει αμέσως για την αίτηση εξαίρεσης με τα υπόλοιπα παρόντα μέλη του.

3.

Κατά τη συζήτηση, ο εισηγητής εκθέτει την πειθαρχική αγωγή και το πόρισμα της ανάκρισης, αν έχει ενεργηθεί, και στη συνέχεια δίνεται ο λόγος στον διωκόμενο να αναπτύξει προφορικά την απολογία του και να απαντήσει στα ερωτήματα των μελών του Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου διευθύνει τη συζήτηση, απευθύνει ερωτήσεις και δίνει την άδεια στα μέλη του Συμβουλίου και στον διωκόμενο να υποβάλουν ερωτήσεις. Για τη συνεδρίαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου συντάσσεται από τον Γραμματέα πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από αυτόν και τον Πρόεδρο και περιέχει, με συντομία, την τυχόν προφορική ανάπτυξη της απολογίας του διωκόμενου, τα όσα συζητήθηκαν μεταξύ των μελών του Συμβουλίου, τη γνώμη όσων μειοψήφησαν και την απαλλαγή του διωκομένου ή την ποινή που του επιβάλλεται. Επίσης, περιλαμβάνεται στο Πρακτικό και κάθε αξιόλογο γεγονός που συνέβη κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Ο Πρόεδρος μπορεί να διατάξει καταχώριση ουσιωδών μερών των δηλώσεων που γίνονται κατά τη συνεδρίαση.

4.

Το Συμβούλιο εκτιμά ελεύθερα τις αποδείξεις και μπορεί να λάβει υπόψη του και αποδεικτικά στοιχεία που δεν προκύπτουν από την πειθαρχική διαδικασία, αλλά από άλλη νόμιμη διαδικασία, εφόσον έλαβε γνώση τους ο διωκόμενος. Η κρίση πρέπει να στηρίζεται σε αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα και να είναι ειδικά αιτιολογημένη. Αν το Συμβούλιο κρίνει ανεπαρκείς τις αποδείξεις, μπορεί να διατάξει συμπληρωματική ανάκριση.

5.

Κατά τη διάσκεψη, αν διατυπώνονται σε κάποιο ζήτημα περισσότερες από δύο (2) γνώμες, με αποτέλεσμα να μη σχηματίζεται πλειοψηφία, αυτοί που ψήφισαν υπέρ της δυσμενέστερης για τον διωκόμενο γνώμης ή υπέρ της βαρύτερης ποινής, προσχωρούν στην αμέσως ευνοϊκότερη.

6.

Η απόφαση υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον Γραμματέα, καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο και αναφέρει τον τόπο και τον χρόνο έκδοσής της, τη σύνθεση του Συμβουλίου, το ονοματεπώνυμο και τον βαθμό του διωκομένου, μνεία της τυχόν παράστασής του ή της νόμιμης κλήτευσής του, συνεπτυγμένη περίληψη της κατηγορίας και της απολογίας με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του, αιτιολογικό τόσο ως προς την διαπίστωση ή μη της ενοχής, όσο και ως προς την επιμέτρηση της ποινής, και διατακτικό, τη γνώμη των μελών του Συμβουλίου που μειοψήφησαν και την απαλλαγή του διωκομένου ή την ποινή που του επιβάλλεται.

7.

Η οριστική απόφαση του Συμβουλίου για την πειθαρχική αγωγή κοινοποιείται, με επιμέλεια του Γραμματέα, στον διωκόμενο και τίθεται στον υπηρεσιακό του φάκελο.

Άρθρο 99

Έφεση

1.

Οι αποφάσεις των Πειθαρχικών Συμβουλίων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 10 είναι τελεσίδικες και εκτελούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 102. Το πρώτο εδάφιο ισχύει αναλόγως για τις αποφάσεις του βαθμό τουλάχιστον Νομικού Συμβούλου του Κράτους.

2.

Οι αποφάσεις των Πειθαρχικών Συμβουλίων της παρ.  3 του άρθρου 10, καθώς και οι αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ή του Προέδρου της παρ. 2 του άρθρου 87 κατά των λειτουργών του ΝΣΚ, έως και τον βαθμό του Παρέδρου, υπόκεινται σε έφεση ενώπιον της Ολομέλειας του ΝΣΚ.

3.

Δικαίωμα έφεσης κατά της καταδικαστικής ή απαλλακτικής απόφασης έχουν: α) ο Υπουργός Οικονομικών και το αρμόδιο για την πειθαρχική δίωξη όργανο και β) αυτός που τιμωρήθηκε ή απαλλάχθηκε με μειωτική αιτιολογία.

4.

Η έφεση ασκείται μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την ηλεκτρονική επίδοση της απόφασης, με ηλεκτρονική υποβολή στη Γραμματεία της Κεντρικής Υπηρεσίας του ΝΣΚ, η οποία κινεί τη διαδικασία σύγκλησης του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

5.

Με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στην Ολομέλεια ως Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, το οποίο δεν μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση του διωκόμενου, αν έχει ασκήσει έφεση μόνο αυτός.

6.

Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης.

7.

Ως προς τη διαδικασία ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, τα δικαιώματα του διωκόμενου, την έκδοση και επίδοση της απόφασης σ’ αυτόν, ισχύουν ανάλογα όσα ορίζονται για τα Πρωτοβάθμια Πειθαρχικά Συμβούλια. Στο Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο δεν είναι υποχρεωτικό ο διωκόμενος να κληθεί και πάλι σε απολογία, μπορεί όμως, αν το ζητήσει, να αναπτύξει προφορικά τις απόψεις του.

Άρθρο 100

Προσφυγή

1.

Οι αποφάσεις των Πειθαρχικών Συμβουλίων για τον Πρόεδρο, τους Αντιπροέδρους και τους Νομικούς Συμβούλους του Κράτους, οι αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και του Προέδρου του ΝΣΚ κατά λειτουργών με βαθμό Νομικού Συμβούλου του Κράτους ή ανώτερο και οι αποφάσεις της Ολομέλειας του ΝΣΚ, όταν δικάζει εφέσεις ως δευτεροβάθμιο πειθαρχικό όργανο, υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά τα προβλεπόμενα στο π.δ. 18/1989 (Α’ 8).

2.

Αν για πειθαρχικό παράπτωμα στο οποίο υπέπεσε λειτουργός του ΝΣΚ μέχρι τον βαθμό του Νομικού Συμβούλου του Κράτους η προσήκουσα πειθαρχική ποινή είναι εκείνη της οριστικής παύσης, αλλά του επιβλήθηκε κατώτερη ποινή από την Ολομέλεια του ΝΣΚ που έκρινε σε δεύτερο βαθμό, ο Υπουργός Οικονομικών μπορεί να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Άρθρο 101

Επανάληψη πειθαρχικής δίκης

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)