Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 171/2009
Η αναληθής επίκληση λόγου εξαίρεσης εκ μέρους του εγκαλουμένου, με σκοπό την παρέλκυση των εργασιών του συμβουλίου, συνιστά επίσης πειθαρχικό παράπτωμα, τιμωρούμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο.
Άρθρο 42
Βασικές αρχές της ακροαματικής διαδικασίας
Οι συνεδριάσεις των συμβουλίων γίνονται κεκλεισμένων των θυρών. Κατά τις συνεδριάσεις παρίσταται μόνο ο εγκαλούμενος, ο τυχόν διοριζόμενος από αυτόν συνήγορος και οι εξεταζόμενοι μάρτυρες. Τον συνήγορο διορίζει ο εγκαλούμενος είτε με έγγραφη δήλωσή του, που υποβάλλει στον Πρόεδρο του συμβουλίου μέχρι την έναρξη της κυρίας διαδικασίας, είτε με προφορική δήλωσή του ενώπιον του συμβουλίου, κατά την έναρξη της ίδιας διαδικασίας.
Η διαδικασία διεξάγεται προφορικά και διευθύνεται από τον πρόεδρο.
Οι συνεδριάσεις δεν διακόπτονται παρά μόνο για την εμφάνιση ουσιώδους μάρτυρα, την εξακρίβωση ουσιώδους γεγονότος ή την ανάπαυση των μελών του συμβουλίου. Η διακοπή αυτή περιορίζεται στον απολύτως αναγκαίο για κάθε περίπτωση χρόνο. Για την διακοπή αποφασίζει το συμβούλιο, για την οποία γίνεται σχετική μνεία στο πρακτικό.
Άρθρο 43
Ακροαματική διαδικασία
Με την έναρξη της συνεδρίασης ο πρόεδρος καλεί τον εγκαλούμενο να παρουσιασθεί ενώπιον του συμβουλίου.
Ο εγκαλούμενος εμφανίζεται ενώπιον του συμβουλίου άοπλος και παραμένει στην αίθουσα συνεδριάσεως μέχρι το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας.
Στην περίπτωση που ο νομίμως κλητευθείς εγκαλούμενος δεν εμφανισθεί ενώπιον του συμβουλίου η διαδικασία διεξάγεται κανονικά, εκτός εάν η μη εμφάνισή του οφείλεται κατά την κρίση του συμβουλίου σε ανυπέρβλητο κώλυμα ή ανώτερη βία, που έχουν γνωστοποιηθεί μέχρι την έναρξη της συνεδριάσεως στο συμβούλιο, οπότε με απόφασή του αναβάλλεται η εκδίκαση της υπόθεσης σε νέα δικάσιμο, που ορίζεται εντός δέκα πέντε (15) ημερών.
Ο πρόεδρος, εφόσον ο εγκαλούμενος είναι παρών, γνωστοποιεί σ΄ αυτόν τη σύνθεση του συμβουλίου και το περιεχόμενο της απόφασης που τυχόν έχει εκδοθεί επί αιτήματος εξαίρεσης. Στη συνέχεια ο γραμματέας, με εντολή του προέδρου αναγιγνώσκει την πράξη παραπομπής και τα έγγραφα εκείνα των οποίων η ανάγνωση κρίνεται αναγκαία από τον πρόεδρο για τη διαφώτιση του συμβουλίου. Το συμβούλιο δύναται μετά από αίτηση μέλους του ή του εγκαλούμενου να αποφασίσει την ανάγνωση ορισμένων εγγράφων του φακέλου ή και όλων των εγγράφων.
Μετά το πέρας της ανάγνωσης των εγγράφων ο Πρόεδρος καλεί για εξέταση τους μάρτυρες, που τυχόν έχουν κληθεί αυτεπάγγελτα από τον ίδιο ή έχουν εμφανισθεί με μέριμνα του εγκαλουμένου. Σε περίπτωση μη εμφάνισης του μάρτυρα, η εξέταση του οποίου θεωρείται απόλυτα αναγκαία από το συμβούλιο, τούτο αναβάλλει την εκδίκαση της υπόθεσης για άλλη ημέρα εντός της προθεσμίας που τάσσεται με την πράξη παραπομπής προκειμένου να καταστεί δυνατή και η εξέταση του μάρτυρα αυτού. Στην περίπτωση αυτή, οι παριστάμενοι μάρτυρες και ο εγκαλούμενος καλούνται προφορικά να προσέλθουν κατά τη νέα δικάσιμο. Οι διατάξεις του άρθρου 229 του Κ.Π.Δ. έχουν και στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή.
Το συμβούλιο δύναται και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να καλεί και να εξετάζει κάθε πρόσωπο του οποίου την εξέταση θεωρεί αναγκαία.
Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως και ο καθένας χωριστά. Τους μάρτυρες εξετάζει κατά σειρά ο πρόεδρος και στη συνέχεια τα μέλη του συμβουλίου. Ο εγκαλούμενος και ο συνήγορος αυτού δύνανται να απευθύνουν ερωτήσεις στο μάρτυρα με την άδεια του προέδρου. Οι μάρτυρες κατά τη διάρκεια της εξέτασής τους δεν διακόπτονται, εφόσον δεν εξέρχονται από το θέμα και μετά το πέρας της εξέτασής τους αποχωρούν από την αίθουσα συνεδριάσεως.
Μετά το πέρας της απολογίας ο πρόεδρος, τα μέλη του συμβουλίου και ο συνήγορος δια του προέδρου μπορούν να απευθύνουν σ΄ αυτόν ερωτήσεις.
Ο εγκαλούμενος κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας μπορεί να συνεννοείται με το συνήγορό του, ο οποίος δεν δικαιούται να απαντά αντί του εγκαλουμένου στις προς αυτόν απευθυνόμενες ερωτήσεις.
Μετά το πέρας της εξέτασης του εγκαλουμένου, ο συνήγορός του δικαιούται να εκθέτει σύντομα τις απόψεις του επί του κατηγορητηρίου. Στη συνέχεια ο Πρόεδρος κηρύσσει περαιωμένη την αποδεικτική διαδικασία, καλώντας τον εγκαλούμενο και το συνήγορό του να αποχωρήσουν από την αίθουσα.
Oι καταθέσεις των μαρτύρων και η απολογία του εγκαλουμένου καταχωρούνται συνοπτικά στο πρακτικό συνεδρίασης του συμβουλίου. Στο ίδιο πρακτικό καταχωρείται το τελικό αίτημα του συνηγόρου που τυχόν διατύπωσε στην αγόρευσή του
Άρθρο 44
Διάσκεψη συμβουλίου
Το συμβούλιο διασκέπτεται για την έκδοση της απόφασης. Κατά τη διάρκεια της διάσκεψης τα μέλη του συμβουλίου δεν επιτρέπεται να επικοινωνούν με άλλα πρόσωπα εκτός της αίθουσας ούτε να αποχωρίζονται μεταξύ τους.
Προκειμένου να εκδοθεί απόφαση του συμβουλίου, ο πρόεδρος καλεί τα μέλη να αποφανθούν επί του ερωτήματος που διατυπώνεται στην πράξη παραπομπής για τα αναγραφόμενα στην πράξη αυτή παραπτώματα, με φανερή ψηφοφορία, αρχής γενομένης από το νεότερο μέλος. Η απάντηση των μελών δίδεται με τις λέξεις «ναι» ή «όχι», οι οποίες εκφράζουν αντίστοιχα, την κατά του εγκαλουμένου και την υπέρ αυτού γνώμη. Η απόφαση λαμβάνεται κατά πλειοψηφία και αιτιολογείται αποδιδόμενες στον εγκαλούμενο πράξεις.
Εάν το συμβούλιο αποφαίνεται αρνητικώς επί του ερωτήματος, ο πρόεδρος θέτει στο συμβούλιο το ερώτημα της επιβολής της αμέσως κατώτερης πειθαρχικής ποινής και εάν και επ΄ αυτού το συμβούλιο αποφανθεί αρνητικώς συνεχίζεται η διαδικασία της θέσεως διαδοχικών ερωτημάτων μέχρι την εξάντληση όλων των προβλεπομένων από τις διατάξεις του παρόντος πειθαρχικών ποινών, εφόσον το συμβούλιο αποφαίνεται κάθε φορά αρνητικώς.
Εφόσον το συμβούλιο αποφανθεί υπέρ της επιβολής ποινής αργίας ή προστίμου στη συνέχεια αποφαίνεται για τη διάρκεια της αργίας ή το ύψος του προστίμου, κατά περίπτωση, με δεύτερη φανερή ψηφοφορία που διεξάγεται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2. Η απόφαση λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία. Αν σχηματισθούν τρεις διαφορετικές γνώμες ο Πρόεδρος του συμβουλίου καλεί τα μέλη ξεκινώντας από το νεότερο, να προσχωρήσουν σε μια από τις υπόλοιπες γνώμες. Αν κανένα μέλος δεν προσχωρήσει στη γνώμη άλλου, το μέλος που έχει την αυστηρότερη γνώμη οφείλει να προσχωρήσει στην αμέσως επιεικέστερη.
Μετά τη λήψη απόφασης και τη λήξη της συνεδρίασης, ο Πρόεδρος του συμβουλίου καταχωρίζει στο τηρούμενο από το συμβούλιο βιβλίο δικασίμων την απόφαση, θέτοντας στην οικεία στήλη την υπογραφή του και την ατομική του σφραγίδα. Ο παραπεμπόμενος δύναται να πληροφορείται από τη Διεύθυνση Διοικητικού και Οικονομικοτεχνικών Μέσων του Αρχηγείου Ελληνικής Αγροφυλακής τη ληφθείσα απόφαση, εμφανιζόμενος προς τούτο αυτοπροσώπως ή δια του συνηγόρου του, μετά τη λήξη των εργασιών των συμβουλίων και υπογράφοντας σε οικεία ένδειξη του ανωτέρω βιβλίου. Σε κάθε περίπτωση η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής αρχίζει από την επίδοση της απόφασης σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 52.
Άρθρο 45
Πρακτικό πειθαρχικού συμβουλίου
Για την ενώπιον του συμβουλίου διαδικασία και λήψη αποφάσεως συντάσσεται πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από όλα τα μέλη του συμβουλίου που μετείχαν στη διαδικασία.
Το πρακτικό περιλαμβάνει: α. Τον τόπο και το χρόνο της συνεδριάσεως. β. Την απόφαση συγκρότησης του συμβουλίου, τα ονοματεπώνυμα και το βαθμό των μελών του συμβουλίου και σε περίπτωση αναπλήρωσης τακτικού μέλους, το λόγο της αναπλήρωσης. γ. Το ονοματεπώνυμο και το βαθμό του εγκαλουμένου, το ονοματεπώνυμο του τυχόν παρισταμένου συνηγόρου και το τελικό αίτημά του, καθώς και μνεία των τυχόν κατατιθεμένων εγγράφων ή υποβαλλομένων αιτημάτων τους. δ. Την απόφαση παραπομπής στο συμβούλιο (αριθμός, ημερομηνία και αιτιολογικό). ε. Τα ονοματεπώνυμα των ενώπιον αυτού εξετασθέντων μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, των διορισθέντων διερμηνέων, με μνεία της όρκισης αυτών, καθώς επίσης και τα ονοματεπώνυμα των ενώπιον αυτού εξετασθέντων τεχνικών συμβούλων. στ. Συνοπτικά το περιεχόμενο της καταθέσεως των μαρτύρων και της απολογίας του εγκαλουμένου, εφόσον αυτός παρέστη κατά τη συνεδρίαση. ζ. Τα τεθέντα στο Συμβούλιο ερωτήματα και τις επ΄ αυτών λαμβανόμενες αποφάσεις, την τελική απόφαση του συμβουλίου, τον αριθμό των ψήφων της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας σε κάθε περίπτωση και την αιτιολογία κάθε απόφασης.
Άρθρο 46
Εφαρμογή αρχών του Ποινικού Δικαίου − Αποδεικτικά μέσα − Επιδόσεις εγγράφων
Οι κανόνες και οι αρχές του ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου, ιδίως αυτές που αφορούν στους λόγους άρσης του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως και του αποκλεισμού της ικανότητας προς καταλογισμό, στην έμπρακτη μετάνοια, στο δικαίωμα σιγής του διωκομένου, στο τεκμήριο της αθωότητας και στην επιείκεια υπέρ του διωκομένου, εφαρμόζονται ανάλογα και στο πειθαρχικό δίκαιο, εφόσον συνάδουν με τη φύση και το σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας και δεν αντίκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος.
Για τα επιτρεπόμενα ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων αποδεικτικά μέσα, την κλήτευση, τον όρκο, την εξέταση και τις συνέπειες της μη εμφάνισης των μαρτύρων, την κλήτευση και την εξέταση του εγκαλουμένου, την παράσταση αυτού μετά συνηγόρου, καθώς και για τις επιδόσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 32.
Άρθρο 47
Γραμματειακή υποστήριξη πειθαρχικών συμβουλίων Για τη γραμματειακή εξυπηρέτηση των πειθαρχικών συμβουλίων, αρμόδιο είναι το Τμήμα Διοικητικού και Υλικοτεχνικών της Διεύθυνσης Διοικητικού και Οικονομικοτεχνικών Μέσων του Αρχηγείου Ελληνικής Αγροφυλακής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΣΧΕΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΠΡΟΣ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ – ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΗ
Άρθρο 48
Σχέση πειθαρχικής προς ποινική δίκη
Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη.
Το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος, εφόσον υφίσταται πλήρης ταύτιση των περιστατικών που οδήγησαν στην ποινική και πειθαρχική δίωξη.
Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία, όμως οι αρμόδιοι να ασκήσουν την πειθαρχική δίωξη που προβλέπονται από το άρθρο 22 παρ. 1 – 2 και τα αρμόδια να εκδικάσουν τα πειθαρχικά παραπτώματα μονομελή πειθαρχικά όργανα μπορούν με απόφασή τους, που ανακαλείται ελευθέρως, να διατάξουν αν το κρίνουν αναγκαίο, την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας που δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 6413 ή θίγει σοβαρά το κύρος της Υπηρεσίας. Ο χρόνος της αναστολής δεν υπολογίζεται για τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου, από τις διατάξεις του άρθρου 5, χρόνου παραγραφής κάθε παραπτώματος.
Άρθρο 49
Επανάληψη πειθαρχικής δίκης
Σε περίπτωση που μετά την πειθαρχική απόφαση, με την οποία απηλλάγη ο αγρονομικός υπάλληλος ή επιβλήθηκε σ’ αυτόν κατώτερη πειθαρχική ποινή ή ποινή αργίας με πρόσκαιρη παύση, εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, με την οποία διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος που επισύρει ποινή απόταξης ή αργίας με απόλυση, επαναλαμβάνεται η πειθαρχική δίκη για τυχόν επιβολή των ποινών αυτών. Σε περίπτωση όμως που έχει επιβληθεί ποινή αργίας με απόλυση αλλά από την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος που επισύρει την ποινή της απόταξης, επαναλαμβάνεται η πειθαρχική δίκη για τυχόν επιβολή της ποινής αυτής.
Σε περίπτωση που μετά την έκδοση πειθαρχικής απόφασης με την οποία επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή, εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την πράξη για την οποία διώχθηκε πειθαρχικά ο αγρονομικός υπάλληλος, επαναλαμβάνεται η πειθαρχική δίκη, εφόσον υφίσταται πλήρης ταύτιση των περιστατικών που οδήγησαν στην ποινική και πειθαρχική δίωξη.
Σε περίπτωση συρροής πειθαρχικών παραπτωμάτων, η πειθαρχική δίκη επαναλαμβάνεται μόνο για τα πειθαρχικά παραπτώματα για τα οποία τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αυτά αναφέρονται στην καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου ή το απαλλακτικό βούλευμα. Στη συνέχεια το πειθαρχικό όργανο επιβάλει νέα πειθαρχική ποινή λαμβάνοντας υπόψη όλα τα συρρέοντα πειθαρχικά παραπτώματα.
Η πειθαρχική δίκη επαναλαμβάνεται ενώπιον του πειθαρχικού οργάνου που εξέδωσε την προηγούμενη απόφαση.
Η επανάληψη της πειθαρχικής δίκης στην περίπτωση της παραγράφου 1 είναι υποχρεωτική και διατάσσεται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αγροφυλακής, ο οποίος και εισάγει την υπόθεση για εκδίκαση στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο. Στην περίπτωση της παραγράφου 2 η πειθαρχική δίκη επαναλαμβάνεται μόνο μετά από αίτηση του εγκαλουμένου και η σχετική υπόθεση εισάγεται προς εκδίκαση είτε με την απευθείας υποβολή της αίτησής του στο αρμόδιο μονομελές πειθαρχικό όργανο που είχε επιβάλλει την πειθαρχική ποινή είτε με την παραπομπή της υπόθεσης στο πειθαρχικό συμβούλιο από εκείνον που είχε διατάξει την αρχική παραπομπή.
H επανάληψη της πειθαρχικής δίκης σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να ζητηθεί μετά την παρέλευση έτους από την έκδοση της αμετάκλητης αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης ή του απαλλακτικού βουλεύματος.
Άρθρο 50
Συνεκδίκαση
Περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα του ίδιου αγρονομικού προσωπικού, τα οποία διώκονται πριν εκδοθεί απόφαση για ορισμένα από αυτά, συνεκδικάζονται, εφόσον διαπράχθηκαν κατά την υπηρεσία του στην Ελληνική Αγροφυλακή και επιβάλλεται ενιαία ποινή.
Κατ΄ εξαίρεση, επιτρέπεται ο διαχωρισμός της εκδίκασης εκείνων των πειθαρχικών παραπτωμάτων των οποίων η συνεκδίκαση δύναται να προκαλέσει βλάβη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ
Άρθρο 51
Προσφυγές κατά αποφάσεων μονομελών πειθαρχικών οργάνων
Αντίγραφο της πράξης επιβολής ποινής μετά τη διαδικασία επικύρωσής της, όπου αυτή απαιτείται, κατά το άρθρο 38, επιδίδεται με αποδεικτικό στο τιμωρούμενο αγρονομικό προσωπικό, το οποίο δικαιούται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοση να υποβάλει ιεραρχικώς σχετική προσφυγή με σκοπό την άρση ή το μετριασμό της ποινής ή τη μεταβολή του είδους ή του αιτιολογικού αυτής. Οι προσφυγές κατά των αποφάσεων των μονομελών πειθαρχικών οργάνων έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς την επιβολή της ποινής μέχρι να ολοκληρωθεί είτε η διοικητική, είτε η δικαστική διαδικασία.
Η προσφυγή συντάσσεται στο προσήκον ύφος. Το προσωπικό που προσφεύγει οφείλει να εκφράζεται με τον προσήκοντα σεβασμό, να εκθέτει τους ισχυρισμούς του χωρίς κρίσεις και σχόλια σε βάρος προϊσταμένων και γενικά να μην επεκτείνεται σε γεγονότα άσχετα με το παράπτωμα και την ποινή που του επιβλήθηκε. Προσφυγές με αντιπειθαρχικό περιεχόμενο προωθούνται κανονικά στους αρμόδιους για την εξέτασή τους, πλην όμως αποτελούν αντικείμενο ξεχωριστού πειθαρχικού παραπτώματος.
Η προσφυγή υποβάλλεται ιεραρχικά, από αυτόν που τη δέχεται, στον αρμόδιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του επομένου άρθρου για την εκδίκασή της. Σε περίπτωση που την ποινή έχει επιβάλει ο ίδιος ο παραλήπτης της προσφυγής ή κατώτερός του, διατυπώνονται στην υποβαλλόμενη αναφορά και ανάλογες προτάσεις.
Οι αρμόδιοι κατά τις διατάξεις του επομένου άρθρου για την εκδίκαση των προσφυγών αποφαίνονται για τη βασιμότητα ή όχι αυτών, αφού συνεκτιμήσουν τους ισχυρισμούς και τα στοιχεία που επικαλείται ο προσφεύγων και τις τυχόν απόψεις και προτάσεις των ιεραρχικά προϊσταμένων, καθώς και τα στοιχεία που προκύπτουν από τους οικείους υπηρεσιακούς φακέλους, δικαιούμενοι να άρουν ή να μειώσουν την ποινή ή να μεταβάλλουν το είδος ή το αιτιολογικό αυτής, χωρίς να καθιστούν δυσμενέστερη τη θέση του προσφεύγοντος.
Για την απόφαση επί της προσφυγής εκδίδεται σχετική πράξη, η οποία επιδίδεται στον ενδιαφερόμενο με αποδεικτικό.
Κατά την εκδίκαση των προσφυγών δεν είναι υποχρεωτική η παρουσία μαρτύρων ή του προσφεύγοντος. άπρακτη η προθεσμία για την υποβολή προσφυγής ή αν η προσφυγή που υποβλήθηκε εκδικάστηκε.
Άρθρο 52
Αρμόδιοι για την εκδίκαση των προσφυγών Αρμόδιοι για την εκδίκαση των προσφυγών είναι: α. Ο Υπουργός για τις ποινές που επέβαλε ο Γενικός Γραμματέας της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Τάξης. β. Ο Γενικός Γραμματέας της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Τάξης για τις ποινές που επέβαλε ή επικύρωσε ο Αρχηγός της Ελληνικής Αγροφυλακής. γ. Ο Αρχηγός για τις ποινές που επέβαλε ή επικύρωσε ο Βοηθός Αρχηγού. δ. Ο Βοηθός Αρχηγού για τις ποινές που επέβαλαν ή επικύρωσαν οι Αγρονομικοί Διευθυντές. ε. Οι Διευθυντές Αγροφυλακής Περιφερειών για τις ποινές που επέβαλαν ή επικύρωσαν οι υφιστάμενοί τους.
Άρθρο 53
Προσφυγές κατά των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων
Οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων επιδίδονται με αποδεικτικό στον εγκαλούμενο, ο οποίος, στην περίπτωση που του επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή, δικαιούται εντός αποκλειστικής προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την επίδοση να υποβάλει προσφυγή στο δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο. Οι προσφυγές κατά των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς την επιβολή της ποινής μέχρι να ολοκληρωθεί είτε η διοικητική, είτε η δικαστική διαδικασία.
Προσφυγή κατά των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων δικαιούται να ασκήσει και το όργανο που παρέπεμψε την υπόθεση στο συμβούλιο, εφόσον το συμβούλιο αποφάνθηκε αρνητικώς επί του τεθέντος σ΄ αυτό ερωτήματος. Η προσφυγή αυτή ασκείται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την ημερομηνία που περιήλθε η απόφαση στην Υπηρεσία του.
Οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων καθίστανται τελεσίδικες, εφόσον παρέλθει άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής.
Σε περίπτωση άσκησης προσφυγής, το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο επανεξετάζει την υπόθεση εφαρμόζοντας τις διατάξεις που αναφέρονται στα άρθρα 39 έως και 46. Αν η προσφυγή ασκήθηκε από τον εγκαλούμενο, η απόφαση του συμβουλίου σε καμιά περίπτωση δε δύναται να είναι δυσμενέστερη γι΄ αυτόν. Αν η προσφυγή ασκήθηκε από το όργανο παραπομπής, το συμβούλιο δεν μπορεί να επιβάλει ελαφρότερη ποινή απ’ αυτή που επιβλήθηκε. Αν όμως, παράλληλα με τον εγκαλούμενο, άσκησε προσφυγή και το όργανο παραπομπής, το συμβούλιο δύναται να λάβει οποιαδήποτε απόφαση, με βάση το ερώτημα που έχει διατυπωθεί στην αρχική πράξη παραπομπής.
Άρθρο 54
Εκτέλεση ποινών
Οι τελεσίδικες αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων, είναι υποχρεωτικές για τη διοίκηση. Τα αρμόδια κατά περίπτωση όργανα υποχρεούνται μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την περιέλευση των αποφάσεων στο αρμόδιο Τμήμα της Διεύθυνσης Διοικητικού και Οικονομικοτεχνικών Μέσων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αγροφυλακής να εκδίδουν τις αναγκαίες διοικητικές πράξεις για την υλοποίηση των αποφάσεων των συμβουλίων.
Αντίγραφο της πράξης επιβολής ποινής που έχει καταστεί τελεσίδικη επιδίδεται με αποδεικτικό στον τιμωρούμενο και κοινοποιείται στις Υπηρεσίες που τηρούν τα ατομικά βιβλιάρια των τιμωρουμένων για την ενημέρωσή τους, καθώς και στη Διεύθυνση Διοικητικού και Οικονομικοτεχνικών Μέσων−Τμήμα Οικονομικού και Υλικοτεχνικών για την ενέργεια των χρηματικών κρατήσεων, εφόσον το είδος της ποινής συνεπάγεται κρατήσεις.
Για την εκτέλεση των ποινών που επιβάλλονται στο αγρονομικό προσωπικό που έχει εξέλθει της υπηρεσίας, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3 και 4 του παρόντος διατάγματος.
Οι πειθαρχικές αποφάσεις και το περιεχόμενό τους αποτελούν υπηρεσιακό απόρρητο και δεν επιτρέπεται να λαμβάνουν γνώση τρίτα πρόσωπα, εκτός αν το προβλέπει ειδικά ο νόμος.
Άρθρο 55
Διαδικασία μετά την ακύρωση πειθαρχικής απόφασης Σε περίπτωση που ακυρώθηκε από τα διοικητικά δικαστήρια πειθαρχική απόφαση με την οποία επιβλήθηκε ποινή, η υπόθεση αναπέμπεται στο πειθαρχικό όργανο που εξέδωσε την απόφαση αυτή ως εξής: α. Αν η ακυρωθείσα απόφαση εκδόθηκε από πειθαρχικό συμβούλιο, η αναπομπή ενεργείται από το όργανο που ενήργησε την αρχική παραπομπή μέσα σε ένα (1) μήνα από την περιέλευση της απόφασης στην Υπηρεσία του και β. Αν η ακυρωθείσα απόφαση εκδόθηκε από μονομελές πειθαρχικό όργανο, η υπόθεση επανεξετάζεται από το πειθαρχικό όργανο που είχε εκδώσει την ακυρωθείσα πράξη, μέσα σε ένα (1) μήνα από την περιέλευσή της στην Υπηρεσία του.
Άρθρο 56
Διαγραφή ποινών
Οι πειθαρχικές ποινές που επιβλήθηκαν διαγράφονται αυτοδικαίως από τα ατομικά έγγραφα του αγρονομικού προσωπικού, χωρίς να απαιτείται πράξη διαγραφής, μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου ως ακολούθως: α. Η ποινή της αργίας με απόλυση μετά από δώδεκα (12) έτη. β. Η ποινή της αργίας με πρόσκαιρη παύση μετά από οκτώ (8) έτη. γ. Η ποινή του προστίμου μετά από πέντε (5) έτη και δ. Η ποινή της επίπληξης μετά από δύο (2) έτη.
Αν μέσα στο παραπάνω χρονικό διάστημα επιβληθεί νέα πειθαρχική ποινή, ο χρόνος διαγραφής της υπολογίζεται από τη λήξη του χρόνου διαγραφής που προβλέπεται για την προηγούμενη.
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 57
Μεταβατικές διατάξεις
Τα πειθαρχικά παραπτώματα, που τελέσθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, διέπο διαδικασία που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.
Ως προς το είδος και το ύψος της επιβλητέας ποινής εφαρμόζονται οι ευμενέστερες για το προσωπικό διατάξεις.
Οι πειθαρχικές υποθέσεις, που έχουν παραπεμφθεί στα πειθαρχικά συμβούλια πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και δεν έχουν κριθεί τελεσίδικα, κρίνονται από τα πειθαρχικά συμβούλια που συνιστώνται και λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, στην αρμοδιότητα των οποίων περιέρχονται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται νέα παραπεμπτική διαταγή.
Οι πειθαρχικές ποινές που δεν έχουν εκτελεσθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, εκτελούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο που κατέστησαν εκτελεστές. Πειθαρχικές ποινές που έχουν επιβληθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και εκκρεμούν προς επικύρωση ή προς επανεξέταση, ύστερα από υποβολή προσφυγών κατ΄ αυτών, εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο της επιβολής τους.
Άρθρο 58
Έναρξη ισχύος Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Αναπληρωτή Υπουργό Εσωτερικών αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος Αθήνα, 2 Σεπτεμβρίου 2009
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)