Νόμοι — ΦΕΚ A' 178/2007

Type Νόμος
Publication 2007-08-06
Τελευταία ενημέρωση 2007-08-01
State In force
Source ΦΕΚ
articles 88
Reform history JSON API
2.

Τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία εδρεύουν στην Ελλάδα και δεν υπόκεινται σε ενοποιημένη εποπτεία στην Ελλάδα με βάση τον παρόντα νόμο ή εξαιρούνται από την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην Ελλάδα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 37 του παρόντος νόμου, οφείλουν να συμμορφώνονται σε ατομική βάση με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και στα άρθρα 23 και 28 του παρόντος νόμου.

3.

Τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία εδρεύουν στην Ελλάδα και δεν υπόκεινται σε ενοποιημένη εποπτεία σε κανένα κράτος−μέλος ή εξαιρούνται από την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δυνάμει του παρόντος νόμου και των σχετικών διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας ή εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος κρίνει ότι τα δημοσιοποιήσιμα από τα πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, στοιχεία και πληροφορίες δεν περιλαμβάνονται σε συγκρίσιμες δημοσιοποιήσεις παρεχόμενες σε ενοποιημένη βάση από μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα υποκείμενη σε ισοδύναμες υποχρεώσεις δημοσιοποίησης, οφείλουν να συμμορφώνονται, σε ατομική βάση, με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 29 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 31

Εξαιρέσεις από την εποπτεία σε ατομική βάση

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να επιτρέπει την εξαίρεση από την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του παρόντος νόμου πιστωτικού ιδρύματος:

  • α) που αποτελεί θυγατρική επιχείρηση πιστωτικού

ιδρύματος, εφόσον τόσο η θυγατρική επιχείρηση όσο και το μητρικό πιστωτικό ίδρυμα έχουν άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος και η θυγατρική επιχείρηση περιλαμβάνεται στην ασκούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία του πιστωτικού ιδρύματος που αποτελεί τη μητρική επιχείρηση, και εφόσον συντρέχουν όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις υπό στοιχεία (i) έως (iv) της παρούσας παραγράφου, ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα ίδια κεφάλαια είναι κατάλληλα κατανεμημένα μεταξύ μητρικής επιχείρησης και θυγατρικών της: i) Δεν υφίσταται ούτε προβλέπεται να υπάρξει οποιοδήποτε ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση των υποχρεώσεων της θυγατρικής από τη μητρική επιχείρηση. ii) Η μητρική επιχείρηση παρέχει ικανοποιητικές αποδείξεις στην Τράπεζα της Ελλάδος όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής επιχείρησης και έχει δηλώσει, με τη συγκατάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, ότι εγγυάται πλήρως τις υποχρεώσεις τις οποίες αναλαμβάνει η θυγατρική ή ότι οι κίνδυνοι της θυγατρικής είναι αμελητέοι. iii) Οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων καλύπτουν και το εξαιρούμενο θυγατρικό πιστωτικό ίδρυμα. iv) Η μητρική επιχείρηση κατέχει περισσότερο από το 50% των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με μετοχές στο κεφάλαιο της θυγατρικής επιχείρησης και/ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να παύει την πλειοψηφία των προσώπων του συλλογικού οργάνου διοίκησης στα οποία έχουν ανατεθεί τα καθήκοντα που αναφέρονται στο στοιχείο (i) του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου,

  • β) Που αποτελεί θυγατρική επιχείρηση χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών, εφόσον η εν λόγω μητρική

επιχείρηση έχει συσταθεί στην Ελλάδα και υπόκειται στο ίδιο καθεστώς εποπτείας με τα πιστωτικά ιδρύματα με βάση ιδίως τα προβλεπόμενα στο άρθρο 35 του παρόντος νόμου.

  • γ) Που αποτελεί μητρική επιχείρηση που έχει λάβει

άδεια λειτουργίας και υπόκειται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση από την Τράπεζα της Ελλάδος με βάση το άρθρο 34 και επιπροσθέτως συντρέχουν σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις ούτως ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα ίδια κεφάλαια είναι κατάλληλα κατανεμημένα μεταξύ μητρικής επιχείρησης και θυγατρικών της: i) Δεν υφίσταται ούτε προβλέπεται να υπάρξει οποιοδήποτε ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων της μητρικής από θυγατρική επιχείρηση ή τις θυγατρικές επιχειρήσεις της. ii) Οι διαδικασίες σε ενοποιημένη βάση, όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων καλύπτουν και το εξαιρούμενο μητρικό πιστωτικό ίδρυμα.

2.

Στην περίπτωση χρήσης της διακριτικής ευχέρειας του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών−μελών και δημοσιοποιεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50 του παρόντος νόμου τις ακόλουθες πληροφορίες:

  • α) τα κριτήρια, με βάση τα οποία διασφαλίζεται ότι

δεν υφίσταται ούτε προβλέπεται να υπάρξει ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την κάλυψη υποχρεώσεων, κατά τα προβλεπόμενα στο στοιχείο (i) του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου,

  • β) τον αριθμό των μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων

που εμπίπτουν στην εξαίρεση που προβλέπεται στο εδάφιο γ΄ της ανωτέρω παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και πόσες εξ αυτών διαθέτουν θυγατρικές επιχειρήσεις σε τρίτη χώρα, εμπίπτουν στην εξαίρεση κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο γ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, το οποίο διατηρείται σε θυγατρικές επιχειρήσεις που εδρεύουν σε τρίτες χώρες, (ii) το ποσοστό των συνολικών ιδίων κεφαλαίων του στοιχείου (i) του παρόντος εδαφίου επί των συνολικών ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση των ανωτέρω μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων που αντιπροσωπεύουν ίδια κεφάλαια των θυγατρικών τους σε τρίτες χώρες, (iii) το ποσοστό που αντιπροσωπεύει το ύψος των κατά τα προβλεπόμενα στο στοιχείο (i) ανωτέρω ιδίων κεφαλαίων επί των συνολικών ελάχιστων απαιτούμενων, βάσει του άρθρου 27 του παρόντος νόμου ιδίων κεφαλαίων των ανωτέρω μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Άρθρο 32

Μερική ενοποίηση (Solo consolidation)

1.

Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου, η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιτρέψει, κατά περίπτωση, σε μητρικά πιστωτικά ιδρύματα εγκατεστημένα στην Ελλάδα να συμπεριλάβουν στον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων και των κεφαλαιακών απαιτήσεών τους, για τους σκοπούς εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του παρόντος νόμου, θυγατρικές τους που πληρούν τα κριτήρια των στοιχείων (iii) και (iv) του εδαφίου α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του παρόντος νόμου και των οποίων τα ουσιώδη χρηματοδοτικά ανοίγματα ή οι ουσιώδεις υποχρεώσεις υφίστανται έναντι των εν λόγω μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

2.

Η δυνατότητα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου παρέχεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το μητρικό πιστωτικό ίδρυμα αποδεικνύει πλήρως στην Τράπεζα της Ελλάδος τις συνθήκες και τις ρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων των νομικών ρυθμίσεων, βάσει των οποίων δεν υφίσταται ούτε προβλέπεται να υπάρξει οποιοδήποτε ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση οφειλών της θυγατρικής προς τη μητρική επιχείρηση.

3.

Αν η Τράπεζα της Ελλάδος κάνει χρήση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στην ανωτέρω παραγράφο 1 του παρόντος άρθρου:

  • α) ενημερώνει τακτικά, τουλάχιστον σε ετήσια βάση,

τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών−μελών ή της τρίτης χώρας − αν η θυγατρική επιχείρηση εδρεύει σε τρίτη χώρα − σχετικά με το περιεχόμενο της εφαρμογής της εν λόγω διακριτικής ευχέρειας,

  • β) δημοσιοποιεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου

50 του παρόντος νόμου, τις αντίστοιχες πληροφορίες, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 31 του παρόντος νόμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄

ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΣΕ ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΒΑΣΗ

Άρθρο 33

Ορισμοί Για τους σκοπούς του κεφαλαίου αυτού του νόμου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1.

Μητρική επιχείρηση: Η επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 14 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, χωρίς όμως το συνυπολογισμό στα ποσοστά της μητρικής των ποσοστών συμμετοχής και των δικαιωμάτων κάθε άλλης επιχείρησης που είναι θυγατρική της ή θυγατρική θυγατρικής της, καθώς και κάθε επιχείρηση η οποία, κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος, ασκεί πράγματι δεσπόζουσα επιρροή επί άλλης επιχείρησης.

2.

Θυγατρική επιχείρηση: Η επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 15 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, χωρίς όμως το συνυπολογισμό στα ποσοστά της μητρικής των ποσοστών συμμετοχής και των δικαιωμάτων κάθε άλλης επιχείρησης που είναι θυγατρική της ή θυγατρική θυγατρικής της καθώς και κάθε επιχείρηση επί της οποίας η μητρική επιχείρηση ασκεί πράγματι, κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος, δεσπόζουσα επιρροή.

3.

Μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ελλάδα: Πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο διαθέτει θυγατρικό πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή το οποίο κατέχει συμμετοχή σε τέτοιο ίδρυμα και το οποίο δεν αποτελεί το ίδιο θυγατρική άλλου πιστωτικού ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών με έδρα στην Ελλάδα.

4.

Μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος−μέλος: Χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, η οποία δεν αποτελεί η ίδια θυγατρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος−μέλος ή άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών με έδρα στο ίδιο κράτος−μέλος.

5.

Μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ε.Ε.: «Μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτοςμέλος», το οποίο δεν αποτελεί θυγατρική επιχείρηση άλλου πιστωτικού ιδρύματος με έδρα σε άλλο κράτοςμέλος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών με έδρα σε οποιοδήποτε κράτος−μέλος.

6.

Μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ε.Ε.: Μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος−μέλος, η οποία δεν αποτελεί θυγατρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος με έδρα σε οποιοδήποτε κράτος−μέλος ή άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί σε οποιοδήποτε κράτος−μέλος.

7.

Χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών: Χρηματοδοτικό ίδρυμα, του οποίου οι θυγατρικές επιχειρήσεις είναι, αποκλειστικώς ή κυρίως, πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, ενώ μία τουλάχιστον από τις θυγατρικές αυτές επιχειρήσεις είναι πιστωτικό ίδρυμα, και το οποίο δεν είναι Μικτή Χρηματοοικονομική Εταιρεία Συμμετοχών κατά την έννοια της παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006.

8.

Μικτή εταιρεία συμμετοχών: Μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή πιστωτικό ίδρυμα ή Μικτή Χρηματοοικονομική Εταιρεία Συμμετοχών κατά την έννοια της παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 και μεταξύ των θυγατρικών της οποίας περιλαμβάνεται ένα τουλάχιστον πιστωτικό ίδρυμα. ΦΕΚ 179 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3769 σταται στην κατοχή ή διαχείριση ακινήτων, στην παροχή υπηρεσιών πληροφορικής ή σε κάθε άλλη παρεμφερή δραστηριότητα βοηθητικού χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια δραστηριότητα ενός ή περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων.

10.

Συμμετοχή: Η συμμετοχή κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 42 ε του κ.ν. 2190/1920 ή η άμεση ή έμμεση κατοχή τουλάχιστον του 20% των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου μίας επιχείρησης.

Άρθρο 34

Αρμοδιότητα για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση επί των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα και:

  • α) αποτελούν «μητρικά πιστωτικά ιδρύματα εγκατεστημένα στην Ελλάδα» ή «μητρικά πιστωτικά ιδρύματα

εγκατεστημένα στην Ε.Ε.» ή

  • β) έχουν ως μητρική επιχείρηση μία «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε

κράτος − μέλος» ή μία «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ε.Ε.», εφόσον αυτές έχουν συσταθεί στην Ελλάδα ή, στην περίπτωση που έχουν συσταθεί σε άλλο κράτος−μέλος, δεν διαθέτουν θυγατρικό πιστωτικό ίδρυμα στο κράτος αυτό ή σε άλλο κράτος−μέλος εκτός της Ελλάδας.

2.

Στις περιπτώσεις που:

  • α) πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας

στην Ελλάδα έχει ως μητρικές επιχειρήσεις περισσότερες της μίας χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών με κεντρικά γραφεία σε διαφορετικά κράτη − μέλη, περιλαμβανομένης της Ελλάδας και υπάρχουν και άλλα θυγατρικά πιστωτικά ιδρύματα σε περισσότερα από ένα από τα εν λόγω κράτη−μέλη, ή

  • β) πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα έχει ως μητρική επιχείρηση την ίδια

χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών με θυγατρικά πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη σε κανένα από τα οποία όμως δεν έχει την καταστατική της έδρα η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα διαθέτει το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού σε σχέση με τα λοιπά θυγατρικά πιστωτικά ιδρύματα, ή σε διαφορετική περίπτωση, ασκείται από την αρμόδια αρχή που χορήγησε την άδεια λειτουργίας στο πιστωτικό ίδρυμα με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, το οποίο, για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, θεωρείται ως το πιστωτικό ίδρυμα το ελεγχόμενο από «μητρική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ε.Ε.».

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση καταρτίζει κατάλογο των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, που αναφέρονται στο άρθρο 35 του παρόντος νόμου, ο οποίος κοινοποιείται στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών−μελών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

4.

Η εποπτεία της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών σε ενοποιημένη βάση δεν συνεπάγεται την υποχρέωση της Τράπεζας της Ελλάδος να ασκεί επί της εταιρείας αυτής εποπτεία σε ατομική βάση.

5.

Στην ενοποίηση που πραγματοποιείται για εποπτικούς σκοπούς επί των πιστωτικών ιδρυμάτων περιλαμβάνονται οι ακόλουθες επιχειρήσεις, εφόσον συνιστούν θυγατρικές τους ή εφόσον υφίσταται συμμετοχή των πιστωτικών ιδρυμάτων σε αυτές, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 40 του παρόντος νόμου: Τα πιστωτικά ιδρύματα, τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, οι επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, καθώς και κάθε άλλη επιχείρηση που: α) κριθεί, κατά περίπτωση, από την Τράπεζα της Ελλάδος ότι η ενοποίησή της συμβάλλει ουσιωδώς στην αποτελεσματική άσκηση της εποπτικής της αρμοδιότητας όσον αφορά ιδίως την αξιολόγηση της κεφαλαιακής επάρκειας και συγκέντρωσης κινδύνων ή β) ενοποιείται στις δημοσιευόμενες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του πιστωτικού ιδρύματος και συντρέχουν ως προς την επιχείρηση αυτή οι προϋποθέσεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 37 του παρόντος νόμου και εφόσον η ενοποίησή της δεν κρίνεται πιθανό ότι θα οδηγήσει σε λανθασμένη εκτίμηση όσον αφορά την αξιολόγηση της κεφαλαιακής επάρκειας και της συγκέντρωσης κινδύνων από την Τράπεζα της Ελλάδος.

6.

Με την επιφύλαξη των αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος περί μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, εάν η μητρική επιχείρηση ενός ή περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων είναι μικτή εταιρεία συμμετοχών, η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί γενική εποπτεία στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και της μικτής εταιρείας συμμετοχών και των θυγατρικών της.

7.

Η Τράπεζα της Ελλάδος θεσπίζει τις απαιτούμενες ρυθμίσεις για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και ελέγχει τη συμμόρφωση των υποκείμενων σε αυτήν επιχειρήσεων προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο.

Άρθρο 35

Εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, όσον αφορά την κεφαλαιακή επάρκεια, το πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και τις ειδικές συμμετοχές σε επιχειρήσεις

1.

α. Με την επιφύλαξη των άρθρων 30, 31 και 32 του παρόντος νόμου, τα πιστωτικά ιδρύματα που υπόκεινται στην εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος σε ενοποιημένη βάση, δυνάμει του παρόντος νόμου, συμμορφώνονται, στο βαθμό και με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 40, με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στα άρθρα 23, 27, 28 και στις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος περί μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, βάσει της ενοποιημένης οικονομικής κατάστασης του μητρικού πιστωτικού ιδρύματος ή της μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών, κατά περίπτωση. β. Όταν μια «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος−μέλος» ελέγχει περισσότερα του ενός πιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα, το ανωτέρω εδάφιο α΄ της παρούσας παραγράφου ισχύει μόνο για το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο ασκείται εποπτεία σε ενοποιημένη βάση δυνάμει του παρόντος νόμου. ρόντος άρθρου και σε υποενοποιημένη βάση όταν αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα ή η μητρική επιχείρηση, εφόσον πρόκειται για χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, διαθέτουν σε τρίτη χώρα, θυγατρική επιχείρηση που αποτελεί πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με τον ορισμό της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 (ΦΕΚ 84 Α΄) ή διαθέτουν συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση.

3.

Οι μητρικές και θυγατρικές επιχειρήσεις, που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου, οφείλουν να τηρούν τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στο άρθρο 26 αυτού σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι οι εσωτερικές ρυθμίσεις, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που εφαρμόζουν χαρακτηρίζονται από συνέπεια και είναι ολοκληρωμένοι και ότι μπορούν να χορηγούν όλα τα απαιτούμενα για την εποπτεία στοιχεία και πληροφορίες.

Άρθρο 36

Εποπτεία σε ενοποιημένη βάση όσον αφορά τη δημοσιοποίηση στοιχείων

1.

Τα «Εγκατεστημένα στην Ε.Ε. μητρικά πιστωτικά ιδρύματα», καθώς και τα πιστωτικά ιδρύματα που ελέγχονται από «Μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ε.Ε.», που υπόκεινται στην εποπτεία που ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος σε ενοποιημένη βάση, δυνάμει του παρόντος νόμου, συμμορφώνονται εκτός από τις υποχρεώσεις του άρθρου 35 και με τις υποχρεώσεις που θεσπίζει το άρθρο 29 του παρόντος νόμου, βάσει της ενοποιημένης οικονομικής κατάστασης του πιστωτικού ιδρύματος ή της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών, κατά περίπτωση.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο άσκησης εποπτείας σε ενοποιημένη βάση:

  • α) καθορίζει τις πληροφορίες που δημοσιοποιούν σε

ατομική ή σε υποενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις: i) οι σημαντικές θυγατρικές «Μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων εγκατεστημένων στην Ε.Ε.», καθώς και ii) οι σημαντικές θυγατρικές «Μητρικών χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών εγκατεστημένων στην Ε.Ε.»,

  • β) δύναται να αποφασίσει να μην εφαρμόσει εν μέρει ή εν όλω τις διατάξεις του παρόντος άρθρου στην

περίπτωση πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία υπόκεινται σε συγκρίσιμες δημοσιοποιήσεις παρεχόμενες σε ενοποιημένη βάση από μητρική επιχείρηση που εδρεύει σε τρίτη χώρα.

Άρθρο 37

Εξαίρεση από την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί στις ακόλουθες περιπτώσεις να μην υπαγάγει στην σε ενοποιημένη βάση εποπτεία πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών που αποτελούν θυγατρικές επιχειρήσεις ή στις οποίες υφίσταται συμμετοχή, εφόσον συντρέχει μία τουλάχιστον από τις πιο κάτω προϋποθέσεις:

  • α) η επιχείρηση βρίσκεται σε τρίτη χώρα όπου υπάρχουν νομικά εμπόδια στη διαβίβαση των αναγκαίων

πληροφοριών,

  • β) η επιχείρηση είναι, κατά την κρίση της Τράπεζας

της Ελλάδος, αμελητέα σε σχέση με τους στόχους της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων ή ο συνολικός ισολογισμός της εν λόγω επιχείρησης δεν υπερβαίνει το χαμηλότερο από τα ακόλουθα δύο ποσά: i) δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ, ή ii) το 1% του συνολικού ισολογισμού της μητρικής ή της κατέχουσας τη συμμετοχή επιχείρησης,

  • γ) κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος, η

εποπτεία σε ενοποιημένη βάση της χρηματοοικονομικής κατάστασης της επιχείρησης αντενδείκνυται ή θα μπορούσε να οδηγήσει σε λανθασμένη εκτίμηση όσον αφορά τους στόχους της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων.

2.

Κατ’ εξαίρεση, αν περισσότερες της μίας επιχειρήσεις πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, υπάγονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση εφόσον, ως σύνολο, παρουσιάζουν σημαντικό ενδιαφέρον για τους σκοπούς της εποπτείας.

Άρθρο 38

Υποχρεώσεις προσώπων που υπόκεινται σε εποπτεία σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση

1.

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να διαθέτουν κατάλληλες διαδικασίες για τη διαχείριση των κινδύνων και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων των ορθών διαδικασιών δημοσίευσης στοιχείων και λογιστικής, ώστε να μπορούν να εντοπίζουν, να υπολογίζουν, να παρακολουθούν και να ελέγχουν κατάλληλα τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται με τη μικτή εταιρεία συμμετοχών η οποία είναι η μητρική τους και τις θυγατρικές της.

2.

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος εκτός από τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και οποιαδήποτε σημαντική συναλλαγή πραγματοποιείται με τις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Οι διαδικασίες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και οι προαναφερόμενες σημαντικές συναλλαγές αποτελούν αντικείμενο ελέγχου από την Τράπεζα της Ελλάδος.

3.

Τα πρόσωπα που πράγματι διευθύνουν τις δραστηριότητες μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών πρέπει να διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και την αναγκαία πείρα για την άσκηση των καθηκόντων τους, κατ’ αντιστοιχία με τα προβλεπόμενα για τα πιστωτικά ιδρύματα με βάση το εδάφιο γ΄ της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου.

4.

α. Τα πιστωτικά ιδρύματα και όλες οι λοιπές επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση υποχρεούνται να παρέχουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ή στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών − μελών, κατά περίπτωση, όλες τις πληροφορίες και τα στοιχεία που οι εν λόγω αρχές ζητούν για την άσκηση της εν λόγω εποπτείας. Η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί επίσης από τις μεικτές εταιρείες συμμετοχών και τις θυγατρικές τους είτε απευθείας είτε μέσω των θυγατρικών πιστωτικών ιδρυμάτων, που υπόκεινται στην εποπτεία της σε ενοποιημένη βάση, την ανακοίνωση κάθε χρήσιμης πληροφορίας για την άσκηση της εποπτείας των θυγατρικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Αντίστοιχη υποχρέωση υποβολής των εν λόγω πληροφοριακών στοιχείων προς τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών σε ενοποιημένη βάση των αρχών αυτών. β. Η συγκέντρωση και κατοχή πληροφοριών από την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και η ανταλλαγή πληροφοριών με τις άλλες εποπτικές αρχές, στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου, που αφορούν τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένων των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, των επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών, των μεικτών εταιρειών συμμετοχών και των θυγατρικών των προαναφερόμενων επιχειρήσεων ή των επιχειρήσεων, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 39 του παρόντος νόμου, δεν δημιουργεί υποχρέωση της Τράπεζας της Ελλάδος να ασκεί εποπτεία σε ατομική βάση επί των επιχειρήσεων αυτών εφόσον δεν προβλέπεται από ειδικές διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας.

5.

Οι επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, οι μεικτές εταιρείες συμμετοχών και οι θυγατρικές τους, ή οι αναφερόμενες στο άρθρο 39 του παρόντος νόμου θυγατρικές επιχειρήσεις, δύνανται να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφορίες χρήσιμες για τη διευκόλυνση της άσκησης της εποπτείας που ασκείται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, μη εφαρμοζομένων στις περιπτώσεις αυτές τυχόν ισχυόντων περιορισμών ως προς την κοινοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών.

Άρθρο 39

Παροχή πληροφοριών από τις εξαιρούμενες από την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση επιχειρήσεις

1.

Όταν οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους−μέλους δεν υπάγουν στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας τους που ενσωματώνει τις διατάξεις των στοιχείων β΄ και γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 73 της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ, ένα θυγατρικό πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητά από τη μητρική του επιχείρηση πληροφορίες για τη διευκόλυνση της ασκούμενης από αυτήν εποπτείας. Αντίστοιχα, μητρική επιχείρηση που εδρεύει στην Ελλάδα υποχρεούται να παρέχει πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών−μελών, όταν η Τράπεζα της Ελλάδος εξαιρεί, με βάση τον παρόντα νόμο, από την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση πιστωτικά ιδρύματα θυγατρικές της επιχείρησης αυτής που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί επίσης να ζητά από τις θυγατρικές επιχειρήσεις ενός πιστωτικού ιδρύματος ή μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών, οι οποίες δεν υπόκεινται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, κάθε χρήσιμη σχετική πληροφορία. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 38 και στην παράγραφο 2 του άρθρου 48 του παρόντος νόμου διαδικασίες διαβίβασης και επαλήθευσης των πληροφοριών.

Άρθρο 40

Μέθοδοι ενοποίησης

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση την ολική ενοποίηση των οικονομικών καταστάσεων των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που αποτελούν θυγατρικές της μητρικής επιχείρησης που υπόκειται στην εποπτεία αυτή, με βάση το άρθρο 34 του παρόντος νόμου.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται ωστόσο να απαιτήσει μόνον αναλογική ενοποίηση στην περίπτωση που, κατά τη γνώμη της, η ευθύνη της μητρικής επιχείρησης, η οποία κατέχει τη συμμετοχή περιορίζεται στο τμήμα του κεφαλαίου που κατέχει, λαμβανομένης υπόψη της ευθύνης των άλλων μετόχων ή εταίρων των οποίων η φερεγγυότητα είναι ικανοποιητική. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαιτεί, για τους σκοπούς εφαρμογής της παρούσας παραγράφου, ότι η ευθύνη των άλλων μετόχων και εταίρων πρέπει να προκύπτει από την έγγραφη ανάληψη συμβατικών δεσμεύσεων.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί την αναλογική ενοποίηση των συμμετοχών σε πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, οι οποίες διακρατούνται από επιχείρηση που συμπεριλαμβάνεται στην ενοποίηση και η οποία διευθύνει από κοινού με μία ή περισσότερες επιχειρήσεις μη συμπεριλαμβανόμενες στην ενοποίηση, σε περίπτωση που η ευθύνη των εν λόγω επιχειρήσεων περιορίζεται στο τμήμα του κεφαλαίου που κατέχουν.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει ενοποίηση στην περίπτωση που επιχειρήσεις συνδέονται με σχέση κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 96 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει.

5.

Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 έως 4 του παρόντος άρθρου, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να αποφασίζει, κατά περίπτωση, αν και με ποια μορφή θα γίνει η ενοποίηση:

  • α) στις υπόλοιπες, πλην των αναφερομένων στις παραγράφους 1 έως 4 του παρόντος άρθρου, περιπτώσεις

συμμετοχών ή κεφαλαιακού δεσμού,

  • β) όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα ασκεί, κατά την κρίση

της, σημαντική επιρροή επί ενός ή πλειόνων πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, χωρίς όμως να διαθέτει συμμετοχή ή άλλο κεφαλαιακό δεσμό με αυτά, και

  • γ) όταν δύο ή περισσότερα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα τίθενται υπό ενιαία διοίκηση, χωρίς

να απαιτείται για το σκοπό αυτόν σχετική σύμβαση ή ρήτρα του καταστατικού. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται επίσης κατά περίπτωση να επιτρέπει ή να επιβάλει τη χρησιμοποίηση της μεθόδου της καθαρής θέσεως. Η εφαρμογή της μεθόδου αυτής όμως δεν λογίζεται ως ενοποίηση για τους σκοπούς εφαρμογής των εποπτικών κανόνων.

6.

Οι προβλεπόμενες στον παρόν άρθρο διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των επιχειρήσεων επικουρικών υπηρεσιών και των εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 (ΦΕΚ 84 Α΄), εφόσον αυτές υπόκεινται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση που η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί με βάση τον παρόντα νόμο.

7.

Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει και εξειδικεύει με αποφάσεις της τα της εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΕΠΟΠΤΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΣΕ ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΒΑΣΗ

Άρθρο 41

Συντονιστικός ρόλος της Τράπεζας της Ελλάδος Η Τράπεζα της Ελλάδος, ενεργώντας υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής για την άσκηση της επο πιστωτικών ιδρυμάτων που ελέγχονται από «μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες εγκατεστημένες στην Ε.Ε.», με βάση τον παρόντα νόμο, οφείλει, τόσο σε περίοδο ομαλής λειτουργίας όσο και σε περίπτωση κρίσης που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη−μέλη όπου επιχειρήσεις υποκείμενες στην εν λόγω εποπτεία έχουν λάβει άδεια λειτουργίας:

  • α) να συντονίζει τη συγκέντρωση και τη γνωστοποίηση

στις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατώνμελών των σχετικών και ουσιωδών για την άσκηση της εποπτείας πληροφοριών, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του παρόντος νόμου,

  • β) να σχεδιάζει και να συντονίζει σε συνεργασία με τις

εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών−μελών τις εποπτικές ενέργειες, που αφορούν στην εφαρμογή του παρόντος νόμου και της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων αυτών που συνδέονται με την εφαρμογή της παραγράφου 5 του άρθρου 25 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 42

Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών των κρατών−μελών

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών−μελών για τους σκοπούς της άσκησης της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και τους διαβιβάζει:

  • α) κατόπιν αιτήσεώς τους, τις σχετικές με την άσκηση

των αντίστοιχων εποπτικών καθηκόντων τους πληροφορίες. Για τον προσδιορισμό του εύρους των σχετικών πληροφοριών που διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών−μελών, οι οποίες ασκούν εποπτεία επί θυγατρικών επιχειρήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων που υπόκεινται στην εποπτεία της σε ενοποιημένη βάση, λαμβάνεται υπόψη η σπουδαιότητα των εν λόγω θυγατρικών επιχειρήσεων για το χρηματοπιστωτικό σύστημα των αντίστοιχων κρατών−μελών,

  • β) με δική της πρωτοβουλία, τις πληροφορίες που

θεωρούνται ουσιώδεις υπό την έννοια ότι μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την εκτίμηση για την χρηματοοικονομική κατάσταση ενός πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος σε άλλο κράτος−μέλος. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν, ειδικότερα, τα εξής: i) τον προσδιορισμό της διάρθρωσης όλων των μείζονος σημασίας πιστωτικών ιδρυμάτων ενός ομίλου, καθώς και των αρμόδιων αρχών τους, ii) τις διαδικασίες συγκέντρωσης πληροφοριών από τα πιστωτικά ιδρύματα ενός ομίλου και της επαλήθευσης των πληροφοριών αυτών, iii) αρνητικές εξελίξεις σε πιστωτικά ιδρύματα ή άλλες επιχειρήσεις ενός ομίλου που δύνανται να επηρεάσουν σοβαρά την οικονομική κατάσταση των πιστωτικών ιδρυμάτων, iv) σημαντικές κυρώσεις και έκτακτα μέτρα που έλαβε η Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, περιλαμβανομένης της επιβολής πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης βάσει της παραγράφου 3 του άρθρου 62 του παρόντος νόμου, καθώς και της επιβολής οποιουδήποτε ορίου όσον αφορά τη χρήση της εξελιγμένης μεθοδολογίας για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για το λειτουργικό κίνδυνο βάσει των ισχυουσών σχετικών αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος.

2.

Σε περίπτωση που η Τράπεζα της Ελλάδος χρειάζεται για την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση πληροφορίες, οι οποίες έχουν ήδη παρασχεθεί στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών−μελών, επικοινωνεί με αυτές, προκειμένου να αποφευχθεί, κατά το δυνατόν, η διπλή υποβολή πληροφοριών από τα εποπτευόμενα ιδρύματα στις επί μέρους αρμόδιες αρχές που εμπλέκονται στην εποπτεία.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ανταλλάσσει επίσης με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών−μελών όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που μπορούν να επιτρέψουν ή να διευκολύνουν την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, στις περιπτώσεις που η μητρική επιχείρηση και το ή τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι θυγατρικές της επιχείρησης αυτής είναι εγκατεστημένα σε διαφορετικά κράτη−μέλη, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα.

Άρθρο 43

Ενημέρωση αρμόδιων και λοιπών αρχών σε περίπτωση κρίσης Σε περίπτωση κρίσης εντός τραπεζικού ομίλου, που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη−μέλη, όπου επιχειρήσεις του ομίλου έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργώντας με την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής για την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ειδοποιεί, το συντομότερο δυνατό, στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 60, του παρόντος νόμου τις εμπλεκόμενες, κατά περίπτωση, κεντρικές τράπεζες, ή τους τυχόν άλλους οργανισμούς που ασκούν νομισματική πολιτική σε κράτη−μέλη, καθώς και τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων.

Άρθρο 44

Ειδικά θέματα συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών−μελών

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται στενά με τις λοιπές εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές των κρατώνμελών, προκειμένου:

  • α) να αποφασισθεί, από κοινού, εάν θα εγκριθεί η αίτηση που υποβάλλεται από «μητρικό πιστωτικό ίδρυμα

εγκατεστημένο στην Ε.Ε.» και τις θυγατρικές του, ή από κοινού από τις θυγατρικές επιχειρήσεις μιας «μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην Ε.Ε.» για τη χορήγηση της έγκρισης που απαιτείται σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 27 του παρόντος νόμου και

  • β) να προσδιοριστούν με την πιο πάνω απόφαση οι

όροι και προϋποθέσεις που πρέπει ενδεχομένως να πληρούνται για τη χορήγησή της.

2.

Η αίτηση για την πιο πάνω έγκριση υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή που είναι επιφορτισμένη με την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση των προαναφερόμενων επιχειρήσεων, καθώς και με τα καθήκοντα του άρθρου 41 του παρόντος νόμου, ανεξάρτητα από την ενημέρωση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια, στο πλαίσιο συμμετοχής της στις κατά τα ανωτέρω διαβουλεύσεις για τη λήψη κοινής σχετικής απόφασης εντός έξι (6) μηνών, το αργότερο, από την παραλαβή της πλήρους αίτησης. Στην περίπτωση που η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργεί ως αρμόδια αρχή, κατά τα αναφερόμενα στην πιο πάνω παράγραφο και στο άρθρο 41 του παρόντος νόμου γνωστοποιεί άμεσα την αίτηση στην πλήρη της μορφή στις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών−μελών.

3.

Εάν δεν ληφθεί κοινή απόφαση κατά την ανωτέρω διαδικασία εντός του διαστήματος των έξι (6) μηνών, η αρμόδια αρχή που ασκεί τα καθήκοντα που αναφέρονται στο άρθρο 41 του παρόντος νόμου λαμβάνει μόνη της την απόφαση σχετικά με τη χορήγηση, ή μη, της σχετικής έγκρισης.

4.

Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση διατυπώνεται εγγράφως και διαβιβάζεται στον αιτούντα και στις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές, από την Τράπεζα της Ελλάδος στην περίπτωση που ενεργεί ως αρμόδια αρχή κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 41 του παρόντος νόμου, πλήρως αιτιολογημένη και με τις θέσεις και τις επιφυλάξεις, που οι άλλες αρμόδιες αρχές έχουν εντός του χρονικού διαστήματος των έξι (6) μηνών τυχόν εκφράσει.

5.

Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών−μελών με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος και τις επιχειρήσεις που αφορούν.

Άρθρο 45

Λοιπά θέματα που υπόκεινται σε διαβούλευση μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών−μελών

1.

Στην περίπτωση που η Τράπεζα της Ελλάδος πρόκειται να λάβει απόφαση σημαντική σε σχέση με την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων των αρμόδιων αρχών άλλων κρατών−μελών, διαβουλεύεται προηγουμένως μαζί τους, εφόσον η απόφασή της αυτή αφορά:

  • α) μεταβολές στη μετοχική, οργανωτική ή διοικητική

διάρθρωση των πιστωτικών ιδρυμάτων ενός ομίλου που απαιτούν την έγκριση ή την παροχή άδειας από τις άλλες αρμόδιες αρχές,

  • β) σημαντικές κυρώσεις ή έκτακτα μέτρα που προτίθεται να λάβει η Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τον

παρόντα νόμο, περιλαμβανομένης της επιβολής πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης βάσει της παραγράφου 3 του άρθρου 62 του παρόντος νόμου, καθώς και της επιβολής οποιουδήποτε ορίου όσον αφορά τη χρήση της εξελιγμένης μεθοδολογίας για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για το λειτουργικό κίνδυνο, βάσει των ισχυουσών σχετικών αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος.

2.

Ειδικότερα, για τη λήψη αποφάσεων που εμπίπτουν στην ανωτέρω περίπτωση υπό στοιχείο β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, πρέπει να ζητείται πάντοτε η γνώμη της αρμόδιας για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση αρχής. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται ωστόσο να λάβει τις πιο πάνω αποφάσεις χωρίς να προβεί στη διαβούλευση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, σε επείγουσες περιπτώσεις ή στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εν λόγω διαδικασία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα των εν λόγω αποφάσεων. Στην περίπτωση αυτή η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει πάραυτα τις άλλες αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 46

Γραπτές συμφωνίες − Εκχώρηση εποπτικής αρμοδιότητας

1.

Προκειμένου να διευκολυνθεί και να καταστεί αποτελεσματική η εποπτεία που ασκεί, η Τράπεζα της Ελλάδος, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος νόμου, συνάπτει έγγραφες συμφωνίες με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών−μελών για θέματα συντονισμού και συνεργασίας. Βάσει των συμφωνιών αυτών μπορούν να ανατεθούν πρόσθετα καθήκοντα στην Τράπεζα της Ελλάδος ή σε άλλες αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και να προσδιοριστούν διαδικασίες για τη λήψη αποφάσεων και την εν γένει μεταξύ τους συνεργασία.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δύνανται υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε θυγατρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, να εκχωρούν, με διμερή συμφωνία, την εποπτική τους αρμοδιότητα στις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους−μέλους που χορήγησαν την άδεια λειτουργίας και εποπτεύουν το μητρικό πιστωτικό ίδρυμα με σκοπό οι τελευταίες αρχές να αναλάβουν την εποπτεία της θυγατρικής, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας. Με ανάλογη διμερή συμφωνία, η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή μητρικού πιστωτικού ιδρύματος, δύναται να αναλαμβάνει τη με βάση τον παρόντα νόμο εποπτεία θυγατρικής του επιχείρησης.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα δύναται, κατόπιν συμφωνίας με τις λοιπές αρμόδιες αρχές, άλλων χωρών να παρεκκλίνει από τα κριτήρια που αναφέρονται στα εδάφια α΄ και β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 34 του παρόντος νόμου, εάν η εφαρμογή τους αντενδείκνυται, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος των πιστωτικών ιδρυμάτων και τη σχετική σπουδαιότητα των δραστηριοτήτων τους στις διάφορες χώρες, και να αναθέσει σε άλλη αρμόδια αρχή ή να αναλάβει από άλλη αρμόδια αρχή την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση. Στις περιπτώσεις αυτές, προτού ληφθεί τέτοια απόφαση, παρέχεται στο εγκατεστημένο στην Ε.Ε. μητρικό πιστωτικό ίδρυμα, ή στην εγκατεστημένη στην Ε.Ε. μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, ή στο πιστωτικό ίδρυμα με τον μεγαλύτερο ισολογισμό η δυνατότητα να εκφέρει γνώμη σχετικά με την απόφαση αυτή.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί τις συμφωνίες που υπάγονται στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία στην περίπτωση της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου τις διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών−μελών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών.

Άρθρο 47

Συνεργασία με τις άλλες εποπτικές αρχές

1.

Όταν πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή εταιρεία συμμετοχών ελέγχει μία ή περισσότερες θυγατρικές επιχειρήσεις που είναι ασφαλιστικές εταιρείες ή επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και οι αρχές που, κατά περίπτωση, εκάστοτε ασκούν την εποπτεία των λοιπών προαναφερόμενων επιχειρήσεων, συνεργάζονται στενά. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, οι αρχές αυτές κοινοποιούν αμοιβαία όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που μπορούν να διευκολύνουν την εκπλήρωση της αποστολής τους και να εξασφαλίσουν τον έλεγχο της δραστηριότητας και της χρηματοοικονομικής κατάστασης του συνόλου των επιχειρήσεων που ευρίσκονται υπό την εποπτεία τους.

2.

Για την αποτελεσματική άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση όσον αφορά ιδίως την κεφαλαιακή επάρκεια τραπεζικών ομίλων στους οποίους περιλαμβάνεται και επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προβλέπουν σε Πρωτόκολλο Συνεργασίας, που θα καταρτιστεί μέχρι 31.10.2007:

  • α) τις διαδικασίες με τις οποίες θα διασφαλίζεται η

προηγούμενη ενημέρωση και η εν γένει ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ανωτέρω αρχών, με σκοπό την, κατά το δυνατόν, αποφυγή επικαλύψεων και τη μείωση του διοικητικού κόστους, επί θεμάτων που αφορούν: i) μεταβολές στη μετοχική, οργανωτική ή διοικητική διάρθρωση των εποπτευόμενων επιχειρήσεων, ii) σημαντικές κυρώσεις ή έκτακτα μέτρα που κάθε αρχή προτίθεται να λάβει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία,

  • β) τη συμμετοχή της κάθε αρχής σε επιτόπιους

ελέγχους που διενεργεί άλλη αρχή στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία και

  • γ) τα της ανάθεσης αρμοδιοτήτων από τη μία αρχή

στην άλλη, στο πλαίσιο της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας.

3.

Αντίστοιχα Πρωτόκολλα Συνεργασίας μπορεί να καταρτισθούν και μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης ή της τελευταίας με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή μεταξύ και των τριών αυτών αρμόδιων αρχών, με περιεχόμενο ανάλογο αυτού που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 48

Επιτόπιος έλεγχος − Επαλήθευση πληροφοριών

1.

α) Όταν, στο πλαίσιο του παρόντος νόμου και των σχετικών διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας, οι αρμόδιες αρχές άλλου κράτους−μέλους επιθυμούν να επαληθεύσουν πληροφορίες σχετικά με πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών, μικτή εταιρεία συμμετοχών και θυγατρικές τους ή θυγατρικές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 39 του παρόντος νόμου που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα, η Τράπεζα της Ελλάδος οφείλει να ανταποκριθεί στο αίτημα των εν λόγω αρχών είτε διενεργώντας η ίδια το σχετικό έλεγχο είτε επιτρέποντας στις αρμόδιες αρχές που υπέβαλαν την αίτηση να τον διενεργήσουν οι ίδιες ή εξουσιοδοτημένος από αυτές εμπειρογνώμονας ή ελεγκτής. Οι αρμόδιες αρχές που έχουν υποβάλει το αίτημα, μπορούν, εφόσον το επιθυμούν, να συμμετάσχουν στον έλεγχο, στις περιπτώσεις που δεν τον πραγματοποιούν οι ίδιες.

  • β) Η ανωτέρω διαδικασία μπορεί να ακολουθηθεί και

από την Τράπεζα της Ελλάδος για την κατ’ αντιστοιχία επαλήθευση εκ μέρους της πληροφοριών που αφορούν τις πιο πάνω επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη−μέλη.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί επίσης να διενεργεί:

  • α) την επιτόπια επαλήθευση των πληροφοριακών στοιχείων που παρέχουν οι μεικτές εταιρείες συμμετοχών

και οι θυγατρικές τους. Αν η μικτή εταιρεία συμμετοχών ή μία από τις θυγατρικές της: i) είναι ασφαλιστική επιχείρηση, μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί η διαδικασία της παραγράφου 1 του άρθρου 47 του παρόντος νόμου, ii) βρίσκεται σε άλλο κράτος−μέλος, η επιτόπια επαλήθευση των πληροφοριακών στοιχείων γίνεται με τη διαδικασία της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

  • β) στο πλαίσιο των προβλεπόμενων στο άρθρο 47

του παρόντος νόμου, τον επιτόπιο έλεγχο των θυγατρικών επιχειρήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων που υπόκεινται στην εποπτεία της σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας αυτής.

Άρθρο 49

Συνεργασία με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών

1.

Σε περίπτωση πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, η μητρική επιχείρηση του οποίου είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, η έδρα της οποίας βρίσκεται σε τρίτη χώρα και δεν υπόκειται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, η Τράπεζα της Ελλάδος ελέγχει εάν το πιστωτικό ίδρυμα υπόκειται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση από αρμόδιες αρχές τρίτης χώρας και αν η εποπτεία αυτή είναι τουλάχιστον ισοδύναμη και υπόκειται στις αρχές που καθορίζονται με βάση τον παρόντα νόμο. Ο σχετικός έλεγχος πραγματοποιείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, κατόπιν αιτήματος της μητρικής επιχείρησης του εν λόγω ομίλου ή μιας από τις επιχειρήσεις που ανήκουν σε αυτόν και αποτελούν ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 (ΦΕΚ 84 Α΄), με άδεια λειτουργίας σε κράτος − μέλος της Ε.Ε., ή με δική της πρωτοβουλία. Η Τράπεζα της Ελλάδος διαβουλεύεται με τις άλλες εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, της οποίας τις γενικές εκτιμήσεις λαμβάνει υπόψη.

2.

Ελλείψει ισοδύναμης, κατά τα ανωτέρω, εποπτείας, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να εφαρμόζει, κατ’ αναλογία, στο πιστωτικό ίδρυμα τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή άλλες κατάλληλες εποπτικές τεχνικές που, ύστερα από διαβούλευση με τις άλλες εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές, κρίνει ότι επιτυγχάνουν τους στόχους της εποπτείας πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί ιδίως να ζητά τη δημιουργία χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών που να έχει την έδρα της σε κράτος−μέλος της Ε.Ε. και να εφαρμόζει τις διατάξεις για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση επί της ενοποιημένης οικονομικής κατάστασης της εν λόγω χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών. νται στις άλλες εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄

ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Άρθρο 50

Η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιοποιεί, κατ’ αντιστοιχία με τα ισχύοντα και για τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών−μελών, τις πληροφορίες που επιτρέπουν αξιόπιστες συγκρίσεις ως προς τον τρόπο εφαρμογής εκ μέρους τους των διατάξεων της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ, περιλαμβανομένου του τρόπου εφαρμογής των μεθοδολογιών που προβλέπονται σε αυτήν και ειδικότερα:

  • α) τις γενικής ισχύος αποφάσεις, εγκυκλίους και διευκρινιστικά έγγραφα που εκδίδει στο πλαίσιο του παρόντος νόμου,
  • β) τον τρόπο άσκησης των παρεχόμενων δυνατοτήτων

και διακριτικών ευχερειών,

  • γ) τα γενικά κριτήρια και τις μεθοδολογίες που θεσπίζει για την εξέταση και την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 25 του παρόντος

νόμου,

  • δ) με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 60

του παρόντος νόμου, τα βασικά στατιστικά στοιχεία, σε συγκεντρωτική μορφή, που αφορούν την εφαρμογή του εποπτικού πλαισίου που θεσπίζεται δυνάμει του παρόντος νόμου,

  • ε) τη διαδικασία αναγνώρισης και κατάλογο των επιλέξιμων εξωτερικών οργανισμών πιστοληπτικής αξιολόγησης,
  • στ) την ειδική μέθοδο χειρισμού τιτλοποιήσεων ανακυκλούμενων πιστώσεων με ρύθμιση πρόωρης εξόφλησης,

η οποία μπορεί να ενεργοποιείται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος περί υπολογισμού Σταθμισμένων Ανοιγμάτων για Θέσεις σε Τιτλοποίηση, καθώς και τις απόψεις που διατυπώθηκαν από τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών – μελών κατά την απαιτούμενη προηγούμενη διαβούλευση με την Τράπεζα της Ελλάδος. Οι εν λόγω πληροφορίες δημοσιοποιούνται με ομοιόμορφο τρόπο, επικαιροποιούνται τακτικά και είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄

ΕΙΔΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

Άρθρο 51

Γενικές διατάξεις

1.

Δεν επιτρέπεται η έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος κατόπιν είσπραξης χρηματικού ποσού μικρότερου από την εκδοθείσα νομισματική αξία.

2.

Το ανώτατο όριο αποθήκευσης νομισματικής αξίας ανά ηλεκτρονικό υπόθεμα που εκδίδεται από ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος και τίθεται στη διάθεση των κομιστών για τη διενέργεια πληρωμών δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πεντακόσια (500) ευρώ. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να αναπροσαρμόζει με απόφασή της το όριο αυτό.

3.

Τα εισπραττόμενα από τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος ποσά πρέπει να ανταλλάσσονται αμέσως με ηλεκτρονικό χρήμα. Η είσπραξη χρηματικών ποσών κατά τον τρόπο αυτόν δεν συνιστά αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων.

Άρθρο 52

Δυνατότητα εξαργύρωσης

1.

Ο κομιστής ηλεκτρονικού χρήματος δικαιούται, κατά τη διάρκεια της ισχύος του ηλεκτρονικού χρήματος, να ζητήσει από τον εκδότη την εξαργύρωσή του στην ονομαστική αξία του σε κέρματα και χαρτονομίσματα ή με μεταφορά σε τραπεζικό λογαριασμό χωρίς άλλη επιβάρυνση εκτός από την απολύτως αναγκαία για την εκτέλεση της συγκεκριμένης πράξης.

2.

Η σύμβαση μεταξύ του εκδότη και του κομιστή ορίζει σαφώς τους όρους εξαργύρωσης, συμπεριλαμβανομένου του ελάχιστου ορίου εξαργύρωσης, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δέκα (10) ευρώ.

Άρθρο 53

Όροι και προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος

1.

Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος επιτρέπεται να ιδρύονται και να λειτουργούν μόνο με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας.

2.

Για τη χορήγηση από την Τράπεζα της Ελλάδος άδειας λειτουργίας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος απαιτείται η συγκέντρωση αρχικού κεφαλαίου τουλάχιστον τριών εκατομμυρίων (3.000.000) ευρώ. Αν το αρχικό κεφάλαιο δεν καταβληθεί ολοσχερώς σε μετρητά, εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 6 του άρθρου 5.

3.

Το ύψος των ιδίων κεφαλαίων ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος πρέπει, καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του, να μην είναι κατώτερο του εκάστοτε απαιτούμενου ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου.

4.

Με την επιφύλαξη του ελάχιστου ορίου της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου:

  • α) τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος πρέπει, ανά πάσα στιγμή, να μην υπολείπονται

του μεγαλύτερου από τα ακόλουθα ποσά, που αντιστοιχούν σε ποσοστό 2% επί:

  • αα) του τρέχοντος υπολοίπου ή
  • ββ) του μέσου υπολοίπου των προηγούμενων έξι (6)

μηνών του συνόλου των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που απορρέουν από το μη αποδοθέν υπόλοιπο του ηλε−κτρονικού χρήματος που το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος έχει εκδώσει,

  • β) τα ίδια κεφάλαια ενός ιδρύματος ηλεκτρονικού

χρήματος που δεν έχει συμπληρώσει έξι (6) μήνες λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης της ημέρας έναρξης λειτουργίας του, πρέπει να μην υπολείπονται του μεγαλύτερου από τα ακόλουθα ποσά, που αντιστοιχούν σε ποσοστό 2% επί:

  • αα) του εκάστοτε τρέχοντος υπολοίπου ή
  • ββ) του προβλεπόμενου για έξι (6) μήνες υπολοίπου

από την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας, συνυπολογιζομένου και του εκάστοτε υφιστάμενου υπολοίπου, μέχρι τη συμπλήρωση του εξαμήνου του συνόλου των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος από το μη ποσό, που αναφέρεται στην περίπτωση (ββ) της υποπαραγράφου β΄ της παρούσας παραγράφου, τεκμηριώνεται από το πρόγραμμα επιχειρηματικής δραστηριότητας του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, με την επιφύλαξη προσαρμογών του ύστερα από απαίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος.

5.

Τα ελάχιστα όρια των παραγράφων 2 και 4 του παρόντος άρθρου μπορούν να αναπροσαρμόζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. Σε κάθε περίπτωση, το ελάχιστο όριο του αρχικού κεφαλαίου δεν μπορεί να είναι μικρότερο του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ.

Άρθρο 54

Πρόσθετες δραστηριότητες − Περιορισμοί στις δραστηριότητες ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος

1.

Οι δραστηριότητες των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος επιτρέπεται να περιλαμβάνουν εκτός από την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος μόνον τα ακόλουθα:

  • α) παροχή υπηρεσιών, χρηματοπιστωτικών και μη, οι

οποίες συνδέονται στενά με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, όπως η διαχείριση ηλεκτρονικού χρήματος, με τη διενέργεια λειτουργικών και άλλων βοηθητικών εργασιών που σχετίζονται με την έκδοσή του, καθώς και έκδοση και διαχείριση άλλων μέσων πληρωμής, με εξαίρεση οποιαδήποτε πιστοδοτική δραστηριότητα, και

  • β) αποθήκευση στοιχείων στο ηλεκτρονικό υπόθεμα

για λογαριασμό επιχειρήσεων ή φορέων του δημόσιου τομέα.

2.

Απαγορεύεται στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος να κατέχουν οποιαδήποτε συμμετοχή σε άλλες επιχειρήσεις, εκτός εάν αυτές διενεργούν λειτουργικές ή άλλες βοηθητικές εργασίες που σχετίζονται με το ηλε−κτρονικό χρήμα, το οποίο εκδίδεται ή διανέμεται από συγκεκριμένο ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να ορίζεται ότι, για την πραγματοποίηση ειδικής συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων αυτών, απαιτείται προηγούμενη έγκρισή της.

Άρθρο 55

Περιορισμοί στις επενδύσεις ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος

1.

Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος επενδύουν ποσό τουλάχιστον ίσο με τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις τους από το μη αποδοθέν υπόλοιπο του ηλεκτρονικού χρήματος που έχουν εκδώσει, αποκλειστικά στα ακόλουθα στοιχεία:

  • α) Τα κατωτέρω αναφερόμενα στοιχεία ενεργητικού

που σταθμίζονται με μηδενικό συντελεστή πιστωτικού κινδύνου και έχουν επαρκή ρευστότητα:

  • αα) στοιχεία ταμείου και άλλα ισοδύναμα στοιχεία,
  • ββ) στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι ή καλύπτονται με ρητή εγγύηση κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών που κατατάσσονται από

εξωτερικούς οργανισμούς πιστοληπτικής αξιολόγησης στην πρώτη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, σύμφωνα με τις ισχύουσες αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τα «Σταθμισμένα κατά Κίνδυνο Χρηματοδοτικά Ανοίγματα, σύμφωνα με την Τυποποιημένη Προσέγγιση»,

  • γγ) στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  • β) Καταθέσεις όψεως σε πιστωτικά ιδρύματα που

κατατάσσονται από εξωτερικούς οργανισμούς πιστοληπτικής αξιολόγησης στην πρώτη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, σύμφωνα με τις ισχύουσες αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τα «Σταθμισμένα κατά Κίνδυνο Χρηματοδοτικά Ανοίγματα, σύμφωνα με την Τυποποιημένη Προσέγγιση».

  • γ) Χρεωστικούς τίτλους, σύμφωνα με την παρ. 19 του

άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α΄), όπως ισχύει, οι οποίοι πρέπει:

  • αα) να έχουν επαρκή ρευστότητα,
  • ββ) να μην περιλαμβάνονται στα στοιχεία της παραγράφου 1 α του παρόντος άρθρου,
  • γγ) να αναγνωρίζονται ως εγκεκριμένα στοιχεία, κατά

την έννοια της παρ. 25 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α΄), όπως ισχύει, και

  • δδ) να εκδίδονται από άλλες επιχειρήσεις, εκτός από

εκείνες οι οποίες κατέχουν ειδική συμμετοχή στο συγκεκριμένο ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος ή οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στους ενοποιημένους λογαριασμούς αυτών των επιχειρήσεων, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.

2.

Οι επενδύσεις, που αναφέρονται στις παραγράφους 1β΄ και 1γ΄ του παρόντος άρθρου δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν το εικοσαπλάσιο των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος και υπόκεινται σε περιορισμούς τουλάχιστον ισοδύναμους προς αυτούς που έχουν θεσπιστεί με τις διατάξεις των αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος για την εποπτεία και τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων.

3.

Για την κάλυψη των κινδύνων αγοράς από την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος και από τις επενδύσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος επιτρέπεται να χρησιμοποιούν επαρκούς ρευστότητας στοιχεία εκτός ισολογισμού που σχετίζονται με επιτόκια ή με συναλλαγματικές ισοτιμίες είτε υπό μορφή χρηματοοικονομικών παραγώγων διαπραγματεύσιμων σε οργανωμένη αγορά, κατά την έννοια της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α΄), όπως ισχύει, στην οποία υπόκεινται σε υποχρεώσεις καθημερινής τήρησης περιθωρίων, είτε υπό μορφή συμβάσεων επί τιμών συναλλάγματος με αρχική προθεσμία λήξεως μέχρι δεκατεσσάρων (14) ημερολογιακών ημερών. Η χρήση των παραγώγων μέσων του προηγούμενου εδαφίου επιτρέπεται υπό τον όρο ότι ο στόχος που επιδιώκεται και που, στο μέτρο του δυνατού, επιτυγχάνεται είναι η πλήρης εξάλειψη των κινδύνων αγοράς.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει περιορισμούς στους κινδύνους αγοράς που τα ιδρύματα ηλε−κτρονικού χρήματος μπορούν να αναλαμβάνουν από τις επενδύσεις που πραγματοποιούν, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

5.

Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, τα στοιχεία του ενεργητικού αποτιμώνται στη χαμηλότερη τιμή μεταξύ της τιμής κτήσης και της τρέχουσας τιμής αγοράς.

6.

Εάν η αξία του συνόλου των στοιχείων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, υπολειφθεί του ποσού των χρηματοοικονομικών υποχρεΦΕΚ 179 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3777 σφαλίζει ότι το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος θα λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την άμεση αποκατάσταση της απαιτούμενης σχέσης μεταξύ των μεγεθών αυτών. Για το σκοπό αυτόν, και μόνο προσωρινά, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιτρέψει στο ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος να καλύψει τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις του, από το μη αποδοθέν υπόλοιπο του ηλεκτρονικού χρήματος που έχει εκδώσει, με άλλα στοιχεία εκτός από εκείνα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, μέχρι ποσού που δεν υπερβαίνει το χαμηλότερο από τα ακόλουθα ποσά:

  • α) ποσό ίσο με το 5% των προαναφερθεισών χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων, ή
  • β) το ποσό των ιδίων κεφαλαίων του.

Άρθρο 56

Κανόνες εσωτερικής διαχείρισης των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος υποχρεούνται να έχουν χρηστή και συνετή διαχείριση, καλή διοικητική οργάνωση, πρόσφορες λογιστικές διαδικασίες και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, που να ανταποκρίνονται στους χρηματοοικονομικούς και μη χρηματοοικονομικούς κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένα, συμπεριλαμβανομένων του λειτουργικού κινδύνου, και των κινδύνων που συνδέονται με τη συνεργασία με οποιαδήποτε επιχείρηση που διενεργεί λειτουργικές ή άλλες βοηθητικές εργασίες σχετιζόμενες με τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες.

Άρθρο 57

Εποπτεία της τήρησης των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος Η τήρηση των υποχρεώσεων του άρθρου 56 του παρόντος νόμου και των εν γένει απαιτήσεων και περιορισμών που καθορίζονται σε σχέση με τη δραστηριότητα των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος αποτελεί αντικείμενο εποπτείας και ελέγχου από την Τράπεζα της Ελλάδος, με αποφάσεις της οποίας μπορούν να καθορίζονται τα στοιχεία και οι πληροφορίες που υποχρεούνται οποτεδήποτε να της παρέχουν τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, καθώς και οι λεπτομέρειες και η διαδικασία εξακρίβωσης της τήρησης των απαιτήσεων και των σχετικών περιορισμών.

Άρθρο 58

Εξαιρέσεις

1.

Με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 21 του άρθρου 55 του Καταστατικού της, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να εξαιρεί ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος από την εφαρμογή διατάξεων του παρόντος νόμου, εφόσον πληρούται τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

  • α) Η δραστηριότητα έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος οδηγεί στην ανάληψη από τον εκδότη συνολικού

ποσού χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων από το μη αποδοθέν υπόλοιπο του ηλεκτρονικού χρήματος, το οποίο δεν υπερβαίνει κατά κανόνα τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) ευρώ, και ουδέποτε τα τέσσερα εκατομμύρια (4.000.000) ευρώ.

  • β) Το ηλεκτρονικό χρήμα που εκδίδεται από το ίδρυμα

γίνεται δεκτό ως μέσο πληρωμής μόνο από συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, οι οποίες διενερ−γούν λειτουργικές ή άλλες βοηθητικές εργασίες σχετικές με αυτό το ηλεκτρονικό χρήμα.

  • γ) Το ηλεκτρονικό χρήμα που εκδίδεται από το ίδρυμα

γίνεται δεκτό ως μέσο πληρωμής μόνο από περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων, οι οποίες μπορούν να διακριθούν σαφώς λόγω:

  • αα) της εγκατάστασής τους σε περιορισμένη περιοχή, ή
  • ββ) των στενών οικονομικών ή επιχειρηματικών τους

σχέσεων με το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος, όπως η ύπαρξη κοινών μέσων προώθησης πωλήσεων ή διανομής.

2.

Τα υπό στοιχεία β΄ και γ΄ της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου κριτήρια εξαίρεσης αναγνωρίζονται ως τέτοια, εφόσον η δραστηριότητα της έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος οδηγεί σε συνολικό ποσό χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων από το μη αποδοθέν υπόλοιπο του ηλεκτρονικού χρήματος, το οποίο δεν υπερβαίνει το ποσό των οκτώ εκατομμυρίων (8.000.000) ευρώ. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να αναπροσαρμόζει τα όρια των κριτηρίων εξαίρεσης, τα οποία, πάντως, δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνουν, στην περίπτωση του υπό στοιχείο α΄ κριτηρίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, τα ποσά των πέντε και έξι εκατομμυρίων (5.000.000 και 6.000.000) ευρώ, αντίστοιχα.

3.

Για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που εξαιρούνται από διατάξεις του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, ισχύουν τα ακόλουθα:

  • α) η ανώτατη ικανότητα αποθήκευσης ανά ηλεκτρονικό υπόθεμα που τίθεται στη διάθεση των κομιστών

για τη διενέργεια πληρωμών δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα (150) ευρώ,

  • β) υποχρεούνται να υποβάλλουν στην Τράπεζα της

Ελλάδος, τουλάχιστον μία φορά το έτος και μέχρι τρεις (3) μήνες από την περίοδο αναφοράς, έκθεση περί των δραστηριοτήτων τους, η οποία περιλαμβάνει το συνολικό ποσό των συναφών με το ηλεκτρονικό χρήμα χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που υπέχουν, καθώς και άλλα στοιχεία που είναι δυνατόν να καθορίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος,

  • γ) δεν καλύπτονται από τις ρυθμίσεις αμοιβαίας αναγνώρισης που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Άρθρο 59

Συμπληρωματική εφαρμογή διατάξεων

1.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος υπόκεινται, κατ’ αναλογία, στις διατάξεις του παρόντος νόμου για τα πιστωτικά ιδρύματα.

2.

Οι διατάξεις των άρθρων 5 παράγραφοι 1, 3 και 4, 11, 18, 19, 23, 27, 28, 88, 89 και 91 του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος.

3.

Οι ρυθμίσεις για την αμοιβαία αναγνώριση που προβλέπονται στο κεφάλαιο Γ΄ του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται σε άλλες δραστηριότητες ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος εκτός από την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος. σε πιστωτικά ιδρύματα που περιλαμβάνονται:

  • α) στον κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει,
  • β) στο ν. 2331/1995 (ΦΕΚ 173 Α΄), όπως ισχύει και τη

λοιπή εν γένει νομοθεσία περί πρόληψης και καταστολής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες,

  • γ) στο ν. 2789/2000 (ΦΕΚ 21 Α΄), όπως ισχύει, και
  • δ) στο π.δ. 33/2000 (ΦΕΚ 27 Α΄), όπως ισχύει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ΄

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ − ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΦΟΡΤΙΣΜΕΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΙΜΟ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΕΤΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ

Άρθρο 60

Υπηρεσιακό − Επαγγελματικό απόρρητο

1.

Όλα τα πρόσωπα που ασκούν ή έχουν ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος και οι εντεταλμένοι από την Τράπεζα της Ελλάδος ελε−γκτές ή εμπειρογνώμονες υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου. Καμία από τις εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες περιέρχονται σε γνώση τους κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους σε σχέση με τις κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος δεν επιτρέπεται να γνωστοποιείται σε κανένα απολύτως πρόσωπο ή δημόσια αρχή, παρά μόνο με συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, ώστε να μην προκύπτει η ταυτότητα του συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο Ποινικό Δίκαιο και την Ποινική Δικονομία, καθώς και των διατάξεων του ν. 2331/1995, όπως ισχύει. Κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση πτώχευσης ή αναγκαστικής εκκαθάρισης πιστωτικού ιδρύματος κατόπιν δικαστικής απόφασης, επιτρέπεται στα παραπάνω πρόσωπα η ανακοίνωση, στο πλαίσιο των διαδικασιών ιδιωτικού δικαίου, εμπιστευτικών πληροφοριών που δεν αφορούν σε τρίτους που αναμείχθηκαν στις διαδικασίες διάσωσης καθ’ οιονδήποτε τρόπο του πιστωτικού ιδρύματος.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανταλλάσσει, με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των άλλων κρατώνμελών, πληροφορίες που σχετίζονται με τις κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητές της. Αυτές οι πληροφορίες υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, που σύμφωνα με τις σχετικές κοινοτικές διατάξεις εφαρμόζεται και για τις αρμόδιες αρχές.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος χρησιμοποιεί τις κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου πληροφορίες κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της για τους ακόλουθους σκοπούς: α) τον έλεγχο συνδρομής των όρων ανάληψης και άσκησης δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος, και β) τη διευκόλυνση της εποπτείας, σε ατομική και σε ενοποιημένη βάση, ιδιαίτερα όσον αφορά τον έλεγχο της ρευστότητας, της φερεγγυότητας, της συγκέντρωσης πιστωτικών κινδύνων και της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου, όπως επίσης και για την επιβολή κυρώσεων ή και στο πλαίσιο διοικητικών ή δικαστικών διαφορών που σχετίζονται με την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, καθώς και στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της σχετικά με την άσκηση νομισματικής πολιτικής εντός του ευρωσυστήματος και την επίβλεψη των συστημάτων πληρωμών.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας, που να προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, καθώς και με άλλες εποπτικές αρχές ή οργανισμούς τρίτων χωρών αντίστοιχους προς αυτούς που αναφέρονται στα εδάφια α΄ και β΄ της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, μόνον εάν οι κοινοποιούμενες πληροφορίες καλύπτονται, όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο, από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να εξυπηρετεί την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων των εν λόγω αρχών ή οργανισμών.

5.

α) Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφ’ ενός της Τράπεζας της Ελλάδος και αφ’ ετέρου: (i) του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων του, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 του π.δ. 437/19 Σεπτεμ. 1985 (ΦΕΚ 157 Α΄), της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων για την εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά την άσκηση των προβλεπόμενων από την ισχύουσα νομοθεσία αρμοδιοτήτων της, (ii) των ειδικών εξεταστικών επιτροπών της Βουλής, κατά τη, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, άσκηση των καθηκόντων τους, (iii) των οργάνων τα οποία νόμιμα μετέχουν σε διαδικασίες εκκαθάρισης ή πτώχευσης πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και (iv) των αναγνωρισμένων ελεγκτών, στους οποίους έχουν νόμιμα ανατεθεί καθήκοντα ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, για την εκπλήρωση της αποστολής τους.

  • β) Επιπλέον, επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών

μεταξύ αφ’ ενός της Τράπεζας της Ελλάδος και αφ’ ετέρου (i) των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία των προσώπων και οργάνων των στοιχείων (iii) και (iv) του εδαφίου α΄ της παρούσας παραγράφου, και (ii) προς επίρρωση της σταθερότητας και του αδιάβλητου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, του Υπουργού Ανάπτυξης κατά την ενάσκηση των καθηκόντων εποπτείας των ανωνύμων εταιρειών, με την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες αυτές προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής των εν λόγω αρχών. Εάν ο Υπουργός Ανάπτυξης, κατά την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων του, χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες εντεταλμένων προς τούτο, λόγω ειδικών προσόντων, προσώπων που δεν ανήκουν στη δημόσια διοίκηση, η βάσει του παρόντος εδαφίου ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, να επεκταθεί και στα πρόσωπα αυτά. Η ανταλλαγή πληροφοριών λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τους ίδιους όρους και αφού ο Υπουργός Ανάπτυξης έχει προηγουμένως γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος την ταυτότητα και το ακριβές περιεχόμενο της εντολής των προσώπων στα οποία διαβιβάζονται οι πληροφορίες. στοιχα προς αυτά που αναφέρονται στα εδάφια α΄ και β΄ της παρούσας παραγράφου, πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής τους, καθώς και σε οργανισμούς που είναι αρμόδιοι για τη διαχείριση συστημάτων εγγύησης καταθέσεων τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση της αποστολής τους.

  • δ) Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφ’

ενός της Τράπεζας της Ελλάδος ως εποπτικής αρχής και αφ’ ετέρου των κεντρικών τραπεζών και τυχόν άλλων οργανισμών, που είτε ασκούν τη νομισματική πολιτική σε άλλα κράτη−μέλη είτε ως δημόσιες αρχές ασκούν επίβλεψη επί των συστημάτων πληρωμών, τα οποία λειτουργούν σε άλλα κράτη−μέλη, για την εκπλήρωση της αποστολής της Τράπεζας της Ελλάδος ως εποπτικής αρχής, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, και της αποστολής των λοιπών αρχών.

  • ε) Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να κοινοποιεί τις

πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε γραφείο συμψηφισμού ή παρόμοιο οργανισμό αναγνωρισμένο από το εθνικό δίκαιο των κρατών−μελών να παρέχει υπηρεσίες συμψηφισμού ή διακανονισμού συναλλαγών στις αγορές χρήματος, διαπραγματεύσιμων τίτλων ή παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων, εάν θεωρεί ότι η κοινοποίηση αυτή είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των εν λόγω οργανισμών σε σχέση με αδυναμίες εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, έστω και δυνητικές, των συμμετεχόντων στις αγορές αυτές.

  • στ) Σε όλες τις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου, οι λαμβανόμενες από τις αρχές, τους οργανισμούς

και τα πρόσωπα πληροφορίες υπόκεινται στους κανόνες επαγγελματικού απορρήτου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

6.

Η διαβίβαση από την Τράπεζα της Ελλάδος πληροφοριών που προέρχονται από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών−μελών επιτρέπεται μόνο μετά από ρητή συγκατάθεση των αρχών αυτών και μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους οι αρχές αυτές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους.

7.

Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων περί επαγγελματικού απορρήτου του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα.

8.

Στο επαγγελματικό απόρρητο που θεσπίζεται με το παρόν άρθρο υπόκεινται και:

  • α) οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ των

αρμόδιων αρχών με βάση το άρθρο 42 του παρόντος νόμου και

  • β) τα μέτρα που λαμβάνει η Τράπεζα της Ελλάδος

με βάση τα στοιχεία α΄ έως ε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 62 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 61

Υποχρεώσεις των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με το νόμιμο έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων 1.α) Οι ορκωτοί ελεγκτές−λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες ή κοινοπραξίες ορκωτών ελεγκτών−λογιστών που διενεργούν είτε τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων είτε κάθε άλλη νόμιμη αποστολή, στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, υποχρεούνται να γνωστοποιούν χωρίς υπαίτια βραδύτητα στην Τράπεζα της Ελλάδος, αναφορικά με το πιστωτικό ίδρυμα που ελέγχουν, κάθε απόφαση ή γεγονός που περιήλθε σε γνώση τους κατά την άσκηση του έργου τους, εφόσον αυτή η απόφαση ή το γεγονός είναι δυνατόν: − να αποτελεί ουσιαστική παράβαση των νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων που θεσπίζουν τις προϋποθέσεις άδειας λειτουργίας ή διέπουν ειδικά την άσκηση δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων, − να θίξει τη συνέχεια της εκμετάλλευσης του πιστωτικού ιδρύματος ή να οδηγήσει σε άρνηση της έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων του πιστωτικού ιδρύματος ή σε διατύπωση επιφυλάξεων επ’ αυτών.

  • β) Η ίδια υποχρέωση ενημέρωσης της Τράπεζας της

Ελλάδος ισχύει για τα ως άνω πρόσωπα όσον αφορά τα γεγονότα και τις αποφάσεις των οποίων έλαβαν γνώση στο πλαίσιο διενέργειας του αναφερόμενου στο εδάφιο α΄ της παρούσας παραγράφου έργου τους σε οικονομική μονάδα που διατηρεί στενούς δεσμούς με το πιστωτικό ίδρυμα, απορρέοντες από δεσμό ελέγχου της παραγράφου 12 του άρθρου 2.

2.

Για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας που ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος με τον παρόντα νόμο και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όπως προσαρμόζονται κατά την εφαρμογή της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων:

  • α) Οι ορκωτοί ελεγκτές−λογιστές και οι εταιρείες και

κοινοπραξίες ορκωτών ελεγκτών−λογιστών που διενεργούν τον τακτικό έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων πιστωτικού ιδρύματος, μετά από σχετική πρόσκληση της Τράπεζας της Ελλάδος που απευθύνεται και στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα, λαμβάνουν μέρος σε σύσκεψη με εκπροσώπους της Τράπεζας της Ελλάδος που πραγματοποιείται ετησίως. Αντικείμενο της σύσκεψης αποτελούν οι κυριότερες διαπιστώσεις ή ευρήματα του ελέγχου τα οποία: i) αξιολογήθηκαν ως ουσιώδη από τους ορκωτούς ελεγκτές−λογιστές και ετέθησαν υπόψη των αρμόδιων διοικητικών οργάνων ή αρμόδιων στελεχών του πιστωτικού ιδρύματος, ii) αφορούν την αποτελεσματικότητα και επάρκεια του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου του πιστωτικού ιδρύματος σε σχέση με τη σύνταξη των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, iii) αφορούν στοιχεία που προέκυψαν από τον έλεγχο ενοποιούμενων στις οικονομικές καταστάσεις του πιστωτικού ιδρύματος επιχειρήσεων που επηρεάζουν αρνητικά, σε σημαντικό βαθμό, τις οικονομικές καταστάσεις του.

  • β) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά την κρίση της

Τράπεζας της Ελλάδος, η σύσκεψη που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο α΄ της παρούσας παραγράφου, πραγματοποιείται εκτάκτως και σε διμερή βάση, με τη συμμετοχή εκπροσώπων της Τράπεζας της Ελλάδος και των ορκωτών ελεγκτών−λογιστών, μετά από σχετική ενημέρωση του πιστωτικού ιδρύματος που αφορά ο έλεγχος. στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου από τα πρόσωπα που ορίζονται στην παράγραφο 1 αυτού δεν αποτελεί παράβαση τυχόν υποχρεώσεών τους ως προς τον περιορισμό γνωστοποίησης πληροφοριών που καθιερώνονται με σύμβαση ή νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη, ούτε επιφέρει καμία ευθύνη για τα πρόσωπα αυτά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ΄

ΕΠΟΠΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ – ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ – ΚΥΡΩΣΕΙΣ – ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ

Άρθρο 62

Εποπτικά μέτρα

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα που δεν συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις του παρόντος νόμου και των σχετικών αποφάσεών της να προβαίνουν έγκαιρα στις απαραίτητες ενέργειες ή να λαμβάνουν τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα προκειμένου να αντιμετωπιστούν ελλείψεις ή αδυναμίες.

2.

Για το σκοπό της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να απαιτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει από αυτή, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα και τα ακόλουθα:

  • α) την τήρηση ιδίων κεφαλαίων καθ’ υπέρβαση του

ελαχίστου ύψους που ορίζεται με τις εκάστοτε γενικής εφαρμογής σχετικές αποφάσεις της περί κεφαλαιακής επάρκειας,

  • β) τη βελτίωση των στρατηγικών, πολιτικών, συστημάτων και διαδικασιών που εφαρμόζονται με βάση τα

άρθρα 26 και 28 του παρόντος νόμου,

  • γ) την εφαρμογή μιας ειδικής, από απόψεως κεφαλαιακής επάρκειας, πολιτικής προβλέψεων ή μεταχείρισης

των στοιχείων του ενεργητικού,

  • δ) τον περιορισμό ή την τήρηση ορίων ως προς το

είδος και την έκταση των δραστηριοτήτων τους ή το δίκτυό τους,

  • ε) τη μείωση του κινδύνου τον οποίον ενέχουν οι δραστηριότητες, τα προϊόντα και τα συστήματά τους,
  • στ) τη μη διανομή ή τον περιορισμό της διανομής

κερδών και τη μεταφορά τους σε ειδικό αποθεματικό ή το σχηματισμό προβλέψεων.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει ειδικές κεφαλαιακές απαιτήσεις, καθ’ υπέρβαση του ελαχίστου ορίου που καθορίζεται με τις γενικής ισχύος περί κεφαλαιακής επάρκειας αποφάσεις της, κατά τις διατάξεις του άρθρου 27 του παρόντος νόμου, στα πιστωτικά ιδρύματα που δεν πληρούν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή των άρθρων 26 και 28 του παρόντος νόμου και των αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος περί μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων ή στα πιστωτικά ιδρύματα για τα οποία κατέληξε σε αρνητικές διαπιστώσεις στο πλαίσιο της αξιολόγησης που διενήργησε με βάση τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 5 του άρθρου 25 του παρόντος νόμου, εφόσον κρίνει σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ότι η μεμονωμένη εφαρμογή άλλων μέτρων δεν θα αποφέρει ικανοποιητικά αποτελέσματα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα τη λήψη κατάλληλων διορθωτικών μέτρων στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • α) Όταν η οικονομική αξία των στοιχείων πιστωτικού

ιδρύματος, που δεν περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, μειωθεί κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 20% των ιδίων κεφαλαίων του λόγω αιφνίδιας και μη αναμενόμενης μεταβολής των επιτοκίων, η οποία υπερβαίνει το μέγεθος που έχει καθοριστεί για το σκοπό αυτόν με τις γενικής ισχύος αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος.

  • β) Όταν οι εντός ομίλου συναλλαγές που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 38 του παρόντος νόμου θέτουν σε κίνδυνο τη χρηματοοικονομική

κατάσταση πιστωτικού ιδρύματος.

5.

Προκειμένου να αποτραπούν η άσκηση επιρροής ή καταστάσεις προερχόμενες από οποιοδήποτε από τα φυσικά πρόσωπα, μετόχους, που αναφέρονται στο άρθρο 24 του παρόντος νόμου, που ενδέχεται να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων ή να δημιουργήσουν δυσχέρειες στην άσκηση εποπτείας ή να αποβούν σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης πιστωτικού ιδρύματος, η Τράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί στα οικεία πρόσωπα τις ειδικότερες ενέργειες ή παραλείψεις τους ή τις παράλληλες δραστηριότητές τους σε άλλους τομείς που κατά την κρίση της είναι δυνατόν να αποβούν σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος και αφού ακούσει τις απόψεις τους, υποδεικνύει τη λήψη των κατάλληλων διορθωτικών μέτρων εντός ορισμένης προθεσμίας. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 64 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 63

Παράταση χρόνου εκπλήρωσης υποχρεώσεων − Διορισμός Επιτρόπου

1.

Όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα παρουσιάζει σημαντικά μειωμένη ρευστότητα με πιθανολογούμενη ανεπάρκεια ιδίων κεφαλαίων είναι δυνατόν, για λόγους προστασίας των καταθετών και άλλων πιστωτών του, να δοθεί, με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία εκδίδεται μετά από προηγούμενη ακρόαση των κατά την περίπτωση (i) του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου υπεύθυνων προσώπων του πιστωτικού ιδρύματος, παράταση του χρόνου εκπλήρωσης ορισμένων ή του συνόλου των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του πιστωτικού ιδρύματος για χρονικό διάστημα μέχρι δύο (2) μηνών, που μπορεί να παραταθεί, με νεότερη απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, για έναν (1) ακόμη μήνα. Με την ίδια ως άνω απόφαση και για το αυτό χρονικό διάστημα διορίζεται Επίτροπος, εκτός εάν Επίτροπος έχει ήδη διορισθεί στο πιστωτικό ίδρυμα. Κατά τη διάρκεια της ως άνω παράτασης αναστέλλονται οι προθεσμίες και η άσκηση των διαδικαστικών πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του πιστωτικού ιδρύματος. Το ίδιο ισχύει για τις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων και κήρυξης της πτώχευσης. Η παράταση της εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων τερματίζεται αυτοδικαίως με τη λήξη της αναφερόμενης στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος προθεσμίας, μπορεί δε να αρθεί, με νεότερη απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, και πριν από την πάροδο του χρόνου που ορίζεται στην προγενέστερη απόφαση. Η παράταση της εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων δεν συνιστά καθεαυτή περίπτωση «μη διαθέσιμης κατάθεσης» κατά την έννοια του άρθρου 6 του ν. 2832/2000 (ΦΕΚ

2.

α) Όταν συντρέχει μία εκ των περιπτώσεων υπό στοιχεία (iv), (v) και (vi) της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, αντί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας, να διορίσει στο πιστωτικό ίδρυμα Επίτροπο.

  • β) Πριν από το διορισμό του Επιτρόπου η Τράπεζα

της Ελλάδος διατυπώνει εγγράφως την εξακριβωθείσα παράβαση και τη γνωστοποιεί στο πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο υποχρεούται να υποβάλει, εντός μηνός από τη γνωστοποίηση, τις απόψεις του επί της παραβάσεως. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να καλέσει τα κατά την περίπτωση (i) του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου υπεύθυνα πρόσωπα του πιστωτικού ιδρύματος να αναπτύξουν και προφορικώς ενώπιον αυτής τις απόψεις τους.

  • γ) Από την κοινοποίηση στο πιστωτικό ίδρυμα του

διορισμού του Επιτρόπου, κάθε πράξη που αφορά στη Διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος είναι άκυρη εάν δεν συνέπραξε και ο Επίτροπος.

  • δ) Εντός του χρόνου που ορίζει η Τράπεζα της Ελλάδος, ο Επίτροπος υποχρεούται να υποβάλει προς αυτή

έκθεση για την κεφαλαιακή επάρκεια και την εν γένει οικονομική, διοικητική και οργανωτική κατάσταση του πιστωτικού ιδρύματος.

  • ε) Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος, κατόπιν της υποβληθείσας έκθεσης του Επιτρόπου και από άλλα στοιχεία

και πληροφορίες που διαθέτει, κρίνει ότι οι εργασίες του πιστωτικού ιδρύματος δεν δύνανται να εξακολουθήσουν υπό την παρούσα Διοίκηση, αποφασίζει την ανάθεση της Διοίκησής του στον Επίτροπο.

  • στ) Ο Επίτροπος υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Η αμοιβή και το εν

γένει κόστος που συνεπάγεται η άσκηση των καθηκόντων του Επιτρόπου καλύπτεται από το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο έχει διορισθεί Επίτροπος, σύμφωνα με σχετική απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος.

  • ζ) Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται

να αντικαθίσταται ο Επίτροπος ή να τερματίζεται το έργο του.

3.

Όταν δυνάμει δικαστικής αποφάσεως προκύπτει άμεσα ή έμμεσα θέμα νομιμότητας ή εγκυρότητας της εκλογής, συγκρότησης, σύνθεσης ή λειτουργίας του Διοικητικού Συμβουλίου πιστωτικού ιδρύματος, η Τράπεζα της Ελλάδος διορίζει Επίτροπο, ο οποίος ασκεί τη Διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος για διάστημα τριών (3) έως έξι (6) μηνών που μπορεί να παρατείνεται. Στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 64

Κυρώσεις

1.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων των επόμενων παραγράφων, η Τράπεζα της Ελλάδος σε περίπτωση παράβασης από πιστωτικό ίδρυμα των διατάξεων του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων αποφάσεών της, επιβάλλει στο πιστωτικό ίδρυμα, τους νόμιμους εκπροσώπους και τους διοικούντες αυτό τις κυρώσεις, που προβλέπονται στο άρθρο 55Α του Καταστατικού της.

2.

α) Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί συμμετοχή ή αυξηθεί η υφιστάμενη συμμετοχή στο κεφάλαιο πιστωτικού ιδρύματος, χωρίς τη, βάσει του άρθρου 24 του παρόντος νόμου, γνωστοποίηση ή έγκρισή της από την Τράπεζα της Ελλάδος, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει στους κατόχους των συμμετοχών αυτών τις παρακάτω κυρώσεις, διαζευκτικά ή σωρευτικά: i) Πρόστιμο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι ποσοστού 10% της αξίας των μετοχών που απέκτησαν τα πρόσωπα αυτά. ii) Αποκλεισμό από το Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος, καθώς και από οποιαδήποτε διευθυντική θέση στο πιστωτικό ίδρυμα για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, προκειμένου περί φυσικών προσώπων.

  • β) Σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων γνωστοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος περί της αλλαγής της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που

ελέγχουν νομικά πρόσωπα, κατόχους συμμετοχής μεγαλύτερης του 5%, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 24 του παρόντος νόμου, ή δεν υπάρξει συμμόρφωση προς την τυχόν απαίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για την εφαρμογή των προβλεπομένων στην παράγραφο 3 του άρθρου 24 του παρόντος νόμου, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει στα φυσικά πρόσωπα που αφορά η σχετική παράλειψη ή η μη συμμόρφωση, τις κυρώσεις του στοιχείου (ii) του προηγούμενου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.

  • γ) Στα πρόσωπα που δεν τηρούν την υποχρέωση ενημέρωσης της Τράπεζας της Ελλάδος, βάσει της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του παρόντος νόμου, ως προς

τη μείωση συμμετοχής, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει πρόστιμο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ύψους μέχρι ποσοστού 5% της αξίας των μετοχών που μεταβιβάσθηκαν χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή της.

3.

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 62 στις υποδείξεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τη λήψη διορθωτικών μέτρων σύμφωνα με αυτή τη διάταξη, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, διαζευκτικά ή σωρευτικά:

  • α) να επιβάλλει την απομάκρυνση των ανωτέρω προσώπων, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, από το Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος και από

οποιαδήποτε διευθυντική θέση στο πιστωτικό ίδρυμα,

  • β) να αναστέλλει, μέχρι να αρθούν οι συνθήκες που

επέβαλαν τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων, την άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου, που απορρέουν από τις μετοχές που κατέχουν τα πρόσωπα αυτά ή τα νομικά πρόσωπα που αυτά ελέγχουν,

  • γ) να απαγορεύει οποιαδήποτε νέα συναλλαγή του

πιστωτικού ιδρύματος με τα πρόσωπα αυτά ή με οποιαδήποτε νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από αυτά.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει την κύρωση του εδαφίου α΄ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου και στα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο γ΄ της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, εφόσον δεν διαθέτουν πλέον την απαραίτητη αξιοπιστία και δεν διασφαλίζουν τη συνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος.

5.

Ο Διοικητής ή ο Πρόεδρος, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, οι ελεγκτές, οι αρμόδιοι διευθυντές και οι υπάλληλοι, κάθε πιστωτικού ιδρύματος τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή με αμφότερες τις ποινές αυτές εφόσον: i) παραλείπουν ή παραποιούν εκ προθέσεως την εγγραφή σημαντικής συναλλαγής στα βιβλία του, στοιχεία. Σε περίπτωση που τα ανωτέρω πρόσωπα αρνούνται ή παρακωλύουν με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο, που ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

6.

α) Όποιος προβαίνει, κατά παράβαση του άρθρου 4 του παρόντος νόμου, σε κατ’ επάγγελμα αποδοχή καταθέσεων χρημάτων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων ή σε κατ’ επάγγελμα χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων, προς το κοινό ή στην έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος και όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 6 του παρόντος νόμου, τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή με αμφότερες τις ποινές αυτές, εκτός αν από άλλη διάταξη προβλέπεται βαρύτερη ποινή. Υπεύθυνοι για την παράβαση και υποκείμενοι στις ποινές αυτές θεωρούνται και οι νόμιμοι εκπρόσωποι ή οι ασκούντες τη διοίκηση του νομικού προσώπου.

  • β) Σε περίπτωση άσκησης οποιασδήποτε δραστηριότητας χωρίς την απαιτούμενη από την ισχύουσα νομοθεσία άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος, η τελευταία

μπορεί να επιβάλει κατά του παραβάτη, καθώς και κατά των νόμιμων εκπροσώπων και όσων ασκούν τη διοίκηση αυτού πρόστιμο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, υπολογιζόμενο κατά το άρθρο 55Α του Καταστατικού της.

  • γ) Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα εδάφια

α΄ και β΄ της παρούσας παραγράφου, είναι δυνατή η σφράγιση των γραφείων και εγκαταστάσεων του παραβάτη από όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος με τη συνδρομή της αστυνομικής αρχής κατά τους όρους του νόμου, ανεξαρτήτως της επιβολής των παραπάνω ή τυχόν άλλων, προβλεπόμενων από την ισχύουσα νομοθεσία, κυρώσεων.

Άρθρο 65

Μέτρα − Κυρώσεις σε πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)