Νόμοι — ΦΕΚ A' 198/2023

Type Νόμος
Publication 2023-12-05
Τελευταία ενημέρωση 2023-12-04
State In force
Source ΦΕΚ
articles 238
Reform history JSON API
  • γ) τα στοιχεία ταυτότητας και τη διεύθυνση του παρόχου πιστωτικών υπηρεσιών στο κράτος μέλος υποδοχής,

εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση,

  • δ) τα στοιχεία ταυτότητας των προσώπων που είναι

υπεύθυνα για τη διαχείριση της παροχής των υπηρεσιών διαχείρισης πιστώσεων στο κράτος μέλος υποδοχής,

  • ε) κατά περίπτωση, λεπτομέρειες σχετικά με τα μέτρα

που ελήφθησαν για την προσαρμογή των εσωτερικών διαδικασιών, του οργανωτικού πλαισίου διακυβέρνησης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου της Ε.Δ.Α.Δ.Π., ώστε να διασφαλισθεί η συμμόρφωση με το εφαρμοστέο δίκαιο στις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων,

  • στ) περιγραφή της διαδικασίας που έχει θεσπισθεί

για τη συμμόρφωση με τους κανόνες για την πρόληψη και την καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, όταν η εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής με την οποία ενσωματώνεται η Οδηγία 2015/849/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 2015 «σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της Οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της Οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (L 141)» ορίζει τους διαχειριστές πιστώσεων ως υπόχρεες οντότητες επικοινωνία στη γλώσσα του κράτους μέλους υποδοχής ή στη γλώσσα της σύμβασης πίστωσης, και

  • η) κατά πόσον η άδεια λειτουργίας που έχει λάβει η

Ε.Δ.Α.Δ.Π. από την Τράπεζα της Ελλάδος καλύπτει τη δυνατότητα να εισπράττει και να έχει στην κατοχή της χρηματικά ποσά από δανειολήπτες. ημερών από τη γνωστοποίηση όλων των πληροφοριών της παρ. 2, διαβιβάζει τις εν λόγω πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, οι οποίες επιβεβαιώνουν την παραλαβή τους, χωρίς καθυστέρηση. Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει στη συνέχεια την Ε.Δ.Α.Δ.Π. σχετικά με την ημερομηνία κατά την οποία οι πληροφορίες κοινοποιήθηκαν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και την ημερομηνία κατά την οποία οι εν λόγω αρμόδιες αρχές επιβεβαιώνουν την παραλαβή των πληροφοριών. Η Τράπεζα της Ελλάδος διαβιβάζει επίσης όλες τις πληροφορίες της παρ. 2 στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εφόσον η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής.

4.

Η παράλειψη της έγκαιρης διαβίβασης πληροφοριών της παρ. 3 συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας.

5.

Η Ε.Δ.Α.Δ.Π. δύναται να αρχίσει να ασκεί δραστηριότητες στο κράτος μέλος υποδοχής από την ημερομηνία οποιουδήποτε εκ των ακόλουθων χρονικών σημείων, ανάλογα με το ποιο θα επέλθει νωρίτερα:

  • α) της παραλαβής της κοινοποίησης εκ μέρους των

αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής, με την οποία επιβεβαιώνεται η παραλαβή της κοινοποίησης της παρ. 3,

  • β) ελλείψει παραλαβής της κοινοποίησης που αναφέρεται στην περ. α), μετά την παρέλευση δύο (2) μηνών

από την ημερομηνία υποβολής όλων των πληροφοριών της παρ. 2 στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

6.

Οι Ε.Δ.Α.Δ.Π. ενημερώνουν την Τράπεζα της Ελλάδος, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, για οιαδήποτε μεταβολή στο περιεχόμενο των πληροφοριών που απαιτείται να της κοινοποιούνται σύμφωνα με την παρ. 2. Στην περίπτωση αυτή, τηρείται η διαδικασία των παρ. 3, 4 και 5.

Άρθρο 17

Παροχή υπηρεσιών με ή χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα από διαχειριστές πιστώσεων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος (άρθρο 13 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ)

1.

Διαχειριστής πιστώσεων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο εν λόγω κράτος μέλος σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, μπορεί να παρέχει στην ημεδαπή τις υπηρεσίες που καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας του, αποκλειστικά για τις απαιτήσεις από μη εξυπηρετούμενες πιστώσεις, μετά την κοινοποίηση στην Τράπεζα της Ελλάδος, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, των πληροφοριών της παρ. 2 του άρθρου 13 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ. Η παροχή των εν λόγω υπηρεσιών στην ημεδαπή γίνεται με την επιφύλαξη οιωνδήποτε περιορισμών ή απαιτήσεων που θεσπίζονται στο παρόν Μέρος και την κείμενη νομοθεσία.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιεί, χωρίς καθυστέρηση, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής την ημερομηνία κατά την οποία παρέλαβε την κοινοποίηση που αναφέρεται στην παρ. 1.

3.

Ο διαχειριστής πιστώσεων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. δύναται να αρχίσει να ασκεί τις ανωτέρω δραστηριότητες στην ημεδαπή από την ημερομηνία οποιουδήποτε εκ των ακόλουθων χρονικών σημείων, ανάλογα με το ποιο θα επέλθει νωρίτερα:

  • α) ημερομηνία κατά την οποία κοινοποιήθηκε στην

αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος, ότι παρέλαβε την κοινοποίηση της παρ. 1,

  • β) ελλείψει παραλαβής της κοινοποίησης που αναφέρεται στην περ. α), μετά την παρέλευση δύο (2) μηνών

από την ημερομηνία υποβολής όλων των πληροφοριών της παρ. 2 του άρθρου 13 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ στην Τράπεζα της Ελλάδος.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, ενημερώνεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής σχετικά με οποιαδήποτε σημαντική μεταβολή στο περιεχόμενο των πληροφοριών που της κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με την παρ. 1. Στις περιπτώσεις σημαντικών μεταβολών τηρούνται αναλόγως οι παρ. 2 και 3.

5.

Διαχειριστές πιστώσεων που είναι αδειοδοτημένοι σε άλλο κράτος καταγωγής και ασκούν δραστηριότητα στην Ελλάδα καταχωρίζονται στο μητρώο του άρθρου 12.

Άρθρο 18

Εποπτεία των Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις με άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων που παρέχουν υπηρεσίες σε άλλα κράτη μέλη με ή χωρίς εγκατάσταση (άρθρο 14 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ελέγχει και αξιολογεί τη συνεχή συμμόρφωση των Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) με άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων που ασκούν δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 16, ως προς τις απαιτήσεις της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος εποπτεύει, διεξάγει έρευνες και επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις και διορθωτικά μέτρα σε Ε.Δ.Α.Δ.Π. με άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων, σύμφωνα με την Οδηγία 2021/2167/ΕΕ, όταν ασκούν δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων σε κράτος μέλος υποδοχής.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, γνωστοποιεί τα μέτρα που λαμβάνει σε σχέση με τις Ε.Δ.Α.Δ.Π. με άδεια λειτουργίας μέλους υποδοχής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εφόσον η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής.

3.

Όταν Ε.Δ.Α.Δ.Π. με άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων ασκεί δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων σε άλλο κράτος μέλος, η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή κράτους μέλους καταγωγής, συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εφόσον η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων τους, ιδίως κατά τη διενέργεια ελέγχων, ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων της βάσει του παρόντος Μέρους, γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ότι επιθυμεί να διενεργήσει, είτε η ίδια είτε μέσω εξουσιοδοτημένων από αυτήν προσώπων, επιτόπια επιθεώρηση σε υποκατάστημα που έχει ιδρυθεί ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, σε πάροχο πιστωτικών υπηρεσιών που έχει ορισθεί στο κράτος μέλος υποδοχής. Για τον σκοπό αυτόν, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητεί τη συνδρομή των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και να ζητεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής τη διενέργεια των εν λόγω επιτόπιων επιθεωρήσεων. Η επιτόπια επιθεώρηση του ανωτέρω υποκαταστήματος ή παρόχου πιστωτικών υπηρεσιών πραγματοποιείται σύμφωνα με την κείμενη εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο αυτή διενεργείται και επιβάλλονται τα κατάλληλα μέτρα που αποφασίζουν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 14 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ.

5.

Εφόσον η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής αποφασίζει να διενεργήσει επιτόπιες επιθεωρήσεις για λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος σε συνέχεια του αιτήματος της παρ. 4, η Τράπεζα της Ελλάδος ζητεί να λάβει ενημέρωση εκ μέρους της χωρίς υπαίτια καθυστέρηση σχετικά με τα αποτελέσματα αυτών.

6.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ενημερώνεται χωρίς καθυστέρηση από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων, των επιτόπιων επιθεωρήσεων και ερευνών, εάν οι τελευταίες με δική τους πρωτοβουλία αποφασίζουν να προβούν στα ανωτέρω σε σχέση με τις δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων που παρέχονται από Ε.Δ.Α.Δ.Π. στο έδαφός τους.

7.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ενημερώνεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο Ε.Δ.Α.Δ.Π. με άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων ασκεί δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων σύμφωνα με το άρθρο 16, αναφορικά με τα στοιχεία βάσει των οποίων τεκμηριώνεται ότι η εν λόγω Ε.Δ.Α.Δ.Π. παραβαίνει σχετικές υποχρεώσεις της κείμενης νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους υποδοχής. Η Τράπεζα της Ελλάδος, κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής, μπορεί να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, με την επιφύλαξη των εξουσιών εποπτείας, διενέργειας ερευνών και επιβολής κυρώσεων των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής σε σχέση με την Ε.Δ.Α.Δ.Π. που απορρέουν από την εθνική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, και ιδίως από τις διατάξεις που εφαρμόζονται στην πίστωση ή στη σύμβαση πίστωσης.

8.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ενημερώνεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, αν η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής, αναφορικά με τα στοιχεία βάσει των οποίων τεκμηριώνεται ότι η εν λόγω Ε.Δ.Α.Δ.Π. παραβαίνει την κείμενη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους όπου χορηγήθηκε η πίστωση, με την οποία ενσωματώνεται η Οδηγία 2021/2167/ΕΕ ή τη νομοθεσία που διέπει την πίστωση ή τη σύμβαση πίστωσης. Στην περίπτωση αυτή εξετάζει το σχετικό αίτημα από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση ώστε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, με την επιφύλαξη των εξουσιών εποπτείας, διενέργειας ερευνών και επιβολής κυρώσεων των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εφόσον η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής. του κράτους μέλους καταγωγής, λάβει την ενημέρωση και το αίτημα της παρ. 8 από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, τότε γνωστοποιεί αναλυτικά στοιχεία σχετικά με κάθε διοικητική ή άλλη διαδικασία που έχει ξεκινήσει σε σχέση με τα αποδεικτικά στοιχεία που της διαβιβάστηκαν εκ μέρους των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής, ή με διοικητικές κυρώσεις και διορθωτικά μέτρα που επιβλήθηκαν στη συγκεκριμένη Ε.Δ.Α.Δ.Π. ή με αιτιολογημένη απόφαση περί μη λήψης μέτρων, στις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους υποδοχής, το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την παραλαβή του αιτήματος της παρ. 8. Σε περίπτωση κίνησης διαδικασίας, η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ενημερώνει τακτικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής σχετικά με το στάδιο εξέλιξης της διαδικασίας. Όταν Ε.Δ.Α.Δ.Π. εξακολουθεί να παραβαίνει τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο παρέχει υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθρο 16 και αφού οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής έχουν ενημερώσει σχετικά την Τράπεζα της Ελλάδος, μπορεί να επιβληθούν στην Ε.Δ.Α.Δ.Π. από τις ανωτέρω αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής κατάλληλες διοικητικές κυρώσεις και διορθωτικά μέτρα, ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωσή της με την Οδηγία 2021/2167/ΕΕ στο εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: για να παύσει η παράβαση ή

  • β) σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όπου απαιτείται

άμεση δράση ώστε να αντιμετωπισθεί σοβαρή απειλή για τα συλλογικά συμφέροντα δανειοληπτών.

10.

Οι διοικητικές κυρώσεις και τα διορθωτικά μέτρα της παρ. 9 είναι δυνατό να επιβάλλονται σε Ε.Δ.Α.Δ.Π. από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ανεξαρτήτως των διοικητικών κυρώσεων που της έχουν τυχόν ήδη επιβληθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος. Επίσης, μέχρι να ληφθεί κατάλληλη απόφαση από την Τράπεζα της Ελλάδος ή μέχρι η εν λόγω Ε.Δ.Α.Δ.Π., η οποία παραβαίνει την κείμενη εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο παρέχει υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθρο 16, να λάβει μέτρα για την παύση της παράβασης, είναι δυνατό να της απαγορευθεί η άσκηση επιπλέον δραστηριοτήτων από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

Άρθρο 19

Εποπτεία των διαχειριστών πιστώσεων με έδρα σε άλλα κράτη μέλη που παρέχουν υπηρεσίες στην Ελλάδα (άρθρο 14 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, όταν η Ελλάδα δεν είναι το κράτος μέλος υποδοχής, ενημερώνεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, σχετικά με μέτρα που λαμβάνουν για διαχειριστές πιστώσεων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος που λειτουργούν στην ημεδαπή σύμφωνα με το άρθρο 17.

2.

Εάν διαχειριστής πιστώσεων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος παρέχει δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων στην Ελλάδα, η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, όταν η Ελλάδα δεν είναι το κράτος μέλος υποδοχής, συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και, αναλόγως, είτε με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής είτε με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εφόσον η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος καταγωγής, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων τους, ιδίως κατά τη διενέργεια ελέγχων, ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων.

3.

Οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους καταγωγής, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων τους που προβλέπονται στο εθνικό τους δίκαιο με το οποίο ενσωματώνεται η Οδηγία 2021/2167/ΕΕ, και κατόπιν ενημέρωσης της Τράπεζας της Ελλάδος ως αρμόδιας αρχής κράτους μέλους υποδοχής μπορούν, είτε οι ίδιες είτε μέσω εξουσιοδοτημένων από αυτές προσώπων, να διενεργούν επιτόπια επιθεώρηση σε υποκατάστημα που έχει ιδρυθεί στην Ελλάδα ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, σε πάροχο πιστωτικών υπηρεσιών που έχει ορισθεί στη ημεδαπή από διαχειριστή πιστώσεων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος. Στο πλαίσιο αυτό, κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής, η Τράπεζα της Ελλάδος, μπορεί να συνδράμει στην ανωτέρω επιτόπια επιθεώρηση ή να εξουσιοδοτηθεί για τη διενέργειά της. Η εν λόγω επιτόπια επιθεώρηση πραγματοποιείται σύμφωνα με την εν γένει ισχύουσα εθνική νομοθεσία.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, αποφασίζει τα κατάλληλα μέτρα που πρέπει να ληφθούν, κατά περίπτωση, ώστε να ανταποκριθεί στο αίτημα συνδρομής της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής που αναφέρεται στην παρ. 3.

5.

Εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, αποφασίζει να διενεργήσει επιτόπιες επιθεωρήσεις για λογαριασμό των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής, ανταποκρινόμενη στο αίτημα συνδρομής των τελευταίων, ενημερώνει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής σχετικά με τα αποτελέσματα αυτών.

6.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, μπορεί αυτεπάγγελτα να διενεργεί ελέγχους, επιτόπιες επιθεωρήσεις και έρευνες σε σχέση με τις δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων που ασκούνται στην Ελλάδα από κάθε διαχειριστή πιστώσεων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος. Η Τράπεζα της Ελλάδος υπό την ανωτέρω ιδιότητά της κοινοποιεί, χωρίς καθυστέρηση, τα αποτελέσματα των ανωτέρω ελέγχων, επιτόπιων επιθεωρήσεων και ερευνών στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.

7.

Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, διαθέτει στοιχεία με τα οποία τεκμηριώνεται ότι ο διαχειριστής πιστώσεων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος που ασκεί δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων στην Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 17 παραβαίνει την κείμενη εθνική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένου του παρόντος Μέρους, διαβιβάζει τα εν λόγω στοιχεία στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και τους ζητεί να προβούν στη λήψη κατάλληλων μέτρων, με την επιφύλαξη των εξουσιών εποπτείας, διενέργειας ερευνών και επιβολής ποινών της Τράπεζας της Ελλάδος, σε σχέση με τον διαχειριστή πιστώσεων, βάσει της κείμενης εθνικής νομοθεσίας και ιδίως των διατάξεων που διέπουν την πίστωση ή τη σύμβαση πιστώσεων.

8.

Όταν η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εφόσον η Ελλάδα δεν είναι το κράτος μέλος υποδοχής, διαθέτει στοιχεία με τα οποία τεκμηριώνεται ότι διαχειριστής πιστώσεων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος παραβαίνει τις απαιτήσεις του παρόντος Μέρους ή την κείμενη εθνική νομοθεσία που εφαρμόζεται στην πίστωση, διαβιβάζει τα εν λόγω στοιχεία στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και τους ζητεί να προβούν στη λήψη κατάλληλων μέτρων, με την επιφύλαξη των εξουσιών εποπτείας, διενέργειας ερευνών και επιβολής ποινών εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος υπό την αναφερόμενη στην παρούσα ιδιότητά της. παρ. 7, τότε λαμβάνει ενημέρωση, το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από τη διαβίβαση του σχετικού αιτήματός της, αναφορικά με αναλυτικά στοιχεία για κάθε διοικητική ή άλλη διαδικασία που έχουν ξεκινήσει αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής σε σχέση με τα αποδεικτικά στοιχεία που τους διαβιβάστηκαν εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος, ή με διοικητικές κυρώσεις και διορθωτικά μέτρα που επιβλήθηκαν στον συγκεκριμένο διαχειριστή πιστώσεων, ή με τυχόν αιτιολογημένη απόφαση περί της μη λήψης μέτρων. Εάν έχει ξεκινήσει σχετική διαδικασία, η Τράπεζα της Ελλάδος επίσης ενημερώνεται σε περιοδική βάση σχετικά με το στάδιο εξέλιξης της διαδικασίας που έχει κινηθεί.

10.

Όταν διαχειριστής πιστώσεων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος που παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 17 εξακολουθεί να παραβαίνει την κείμενη εθνική νομοθεσία, και αφού η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής έχει ενημερώσει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει κατάλληλες διοικητικές κυρώσεις και διορθωτικά μέτρα στον ανωτέρω διαχειριστή πιστώσεων ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωσή του με το παρόν Μέρος σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • α) όταν ο ανωτέρω διαχειριστής πιστώσεων δεν έχει

λάβει επαρκή και αποτελεσματικά μέτρα σε εύλογο χρονικό διάστημα για να παύσει η παράβαση, ή

  • β) σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όπου απαιτείται

άμεση δράση ώστε να αντιμετωπισθεί σοβαρή απειλή για τα συλλογικά συμφέροντα δανειοληπτών.

11.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, μπορεί να επιβάλλει τις διοικητικές κυρώσεις και τα διορθωτικά μέτρα της παρ. 10 ανεξαρτήτως των διοικητικών κυρώσεων και των διορθωτικών μέτρων που έχουν ήδη επιβληθεί στον εν λόγω διαχειριστή πιστώσεων από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής. Επίσης, μέχρι να ληφθεί κατάλληλη απόφαση από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής ή, μέχρι ο εν λόγω διαχειριστής πιστώσεων που παρέχει υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθρο 17 στην ημεδαπή και παραβαίνει την κείμενη εθνική νομοθεσία, να λάβει μέτρα για την παύση της παράβασης, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να του απαγορεύσει την άσκηση επιπλέον δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ

Άρθρο 20

Υποχρέωση πληροφόρησης για τις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων (άρθρο 15 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ)

1.

Κατά τις διαπραγματεύσεις για τη μεταβίβαση πιστώσεων, κάθε πιστωτικό ίδρυμα με έδρα στην Ελλάδα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα της υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 παρέχει στον υποψήφιο αγοραστή πιστώσεων την αναγκαία πληροφόρηση σχετικά με τις υπό μεταβίβαση πιστώσεις και, κατά περίπτωση, τις εξασφαλίσεις, προκειμένου να είναι σε θέση να διενεργήσει τη δική του αποτίμηση όσον αφορά στην αξία των δικαιωμάτων του πιστωτή που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης και τις πιθανότητες ανάκτησης της αξίας της εν λόγω σύμβασης, προτού συνάψει σύμβαση για τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων του πιστωτή που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση, εξασφαλίζοντας παράλληλα την προστασία των πληροφοριών που γνωστοποιεί το ανωτέρω ίδρυμα και την εμπιστευτικότητα των επιχειρηματικών δεδομένων.

2.

Σε εξαμηνιαία βάση, τα ιδρύματα της παρ. 1 που μεταβιβάζουν σε αγοραστή πιστώσεων τις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων, γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος υπό την ιδιότητά της ως αρμόδιας εποπτικής αρχής του άρθρου 4 του ν. 4261/2014 (Α’ 107), και εφόσον συντρέχει περίπτωση, όταν υπέχει την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής σύμφωνα με το παρόν Μέρος, ή στις άλλες αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής της παρ. 3 του άρθρου 21 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

  • α) τον αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας (LEI)

του αγοραστή πιστώσεων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, του αντιπροσώπου που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, ή, αν ο εν λόγω αναγνωριστικός κωδικός δεν υπάρχει, τα ακόλουθα:

  • αα) τα στοιχεία ταυτότητας του αγοραστή πιστώσεων

ή των μελών του διαχειριστικού οργάνου ή οργάνου διοίκησης του αγοραστή πιστώσεων και των προσώπων που κατέχουν ειδική συμμετοχή στον αγοραστή πιστώσεων, και

  • αβ) τη διεύθυνση του αγοραστή πιστώσεων ή, εφόσον

συντρέχει περίπτωση, του αντιπροσώπου που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ,

  • β) το συγκεντρωτικό υπόλοιπο των απαιτήσεων από

συμβάσεις πιστώσεων,

  • γ) το πλήθος και το ύψος των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων που μεταβιβάστηκαν, και
  • δ) κατά πόσον η μεταβίβαση περιλαμβάνει απαιτήσεις

από συμβάσεις πιστώσεων που έχουν συναφθεί με καταναλωτές και τα είδη των περιουσιακών στοιχείων που εξασφαλίζουν τις ως άνω συμβάσεις πίστωσης, εφόσον συντρέχει περίπτωση.

3.

Οι αρμόδιες αρχές της παρ. 2 μπορούν να απαιτούν από τα ιδρύματα της παρ. 1, να παρέχουν τις πληροφορίες της παρ. 2 σε τριμηνιαία βάση, εφόσον το κρίνουν αναγκαίο, μεταξύ άλλων, για την καλύτερη παρακολούθηση μεγάλου αριθμού μεταβιβάσεων που ενδέχεται να προκύψουν κατά τη διάρκεια περιόδου κρίσης.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, διαβιβάζει, χωρίς καθυστέρηση, τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παρ. 2 και 3, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που κρίνει αναγκαία κράτους μέλους καταγωγής του αγοραστή πιστώσεων. Αντιστοίχως, η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του αγοραστή πιστώσεων, λαμβάνει τις εν λόγω πληροφορίες από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

5.

Οι παρ. 1 έως 4 εφαρμόζονται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ» (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (L 119) και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2018 «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (L 295)».

Άρθρο 21

Υποχρεώσεις των αγοραστών πιστώσεων (άρθρο 17 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ)

1.

Η μεταβίβαση πιστώσεων που έχουν χορηγήσει ή χορηγούν στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την έδρα τους ή είναι νόμιμα εγκατεστημένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) ή χρηματοδοτικά ιδρύματα της υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 προς αγοραστές πιστώσεων ή έτερα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την έδρα τους ή είναι νόμιμα εγκατεστημένα στην Ε.Ε. ή χρηματοδοτικά ιδρύματα της υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3, γίνεται αποκλειστικά με έγγραφη σύμβαση.

2.

Ο αγοραστής πιστώσεων των απαιτήσεων της παρ. 1 που έχει την κατοικία του ή την καταστατική του έδρα εντός της Ε.Ε. ή, αν σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο δεν έχει καταστατική έδρα, έχει τα κεντρικά του γραφεία εντός της Ε.Ε., ορίζει οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, ή οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3, ή διαχειριστή πιστώσεων, για την άσκηση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων σε σχέση με τα δικαιώματα πιστωτή που απορρέουν από συμβάσεις πιστώσεων.

3.

Αν ο αγοραστής πιστώσεων των απαιτήσεων της παρ. 1 δεν έχει την κατοικία του ή την καταστατική του έδρα εντός της Ε.Ε. ή, αν σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο δεν έχει καταστατική έδρα, δεν έχει τα κεντρικά του γραφεία εντός της Ε.Ε., τότε ο αντιπρόσωπός του που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, ορίζει οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ ή οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3, ή διαχειριστή πιστώσεων, εκτός αν ο εν λόγω αντιπρόσωπος είναι ο ίδιος οντότητα κατά τα ανωτέρω, ή διαχειριστής πιστώσεων, για την άσκηση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων σε σχέση με τις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων.

4.

Η πώληση και η μεταβίβαση των απαιτήσεων της παρ. 1 είναι ισχυρή μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ αγοραστή πιστώσεων, ή εφόσον συντρέχει περίπτωση, αντιπρόσωπου που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, και διαχειριστή πιστώσεων. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται καθ’ όλη τη διάρκεια διακράτησης των απαιτήσεων από αγοραστή πιστώσεων, καθώς και σε κάθε περαιτέρω πώληση και μεταβίβαση. Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω διαχειριστή πιστώσεων. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι διαχειριστές πιστώσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Ελληνικό Δημόσιο και σε τρίτους οι οποίες βαρύνουν τους αγοραστές πιστώσεων, ή τους αντιπρόσωπους που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις.

5.

Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων της παρ. 1 υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και αντικείμενό της μπορεί να είναι μεμονωμένες απαιτήσεις ή ομάδες απαιτήσεων κατά οποιουδήποτε δανειολήπτη, μη εφαρμοζόμενου στην περίπτωση αυτή του άρθρου 479 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α’ 164). Άλλα δικαιώματα, ακόμα και αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 Α.Κ., εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές.

6.

Προϋπόθεση για να προσφερθούν προς πώληση σε αγοραστή πιστώσεων από ιδρύματα της παρ. 1, απαιτήσεις από μη εξυπηρετούμενες πιστώσεις που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται στην Ελλάδα, είναι να έχουν προσκληθεί με εξώδικη πρόσκληση ο δανειολήπτης και ο εγγυητής εντός χρονικού διαστήματος δώδεκα (12) μηνών πριν από την προσφορά και να έχουν διακανονίσει τις οφειλές τους βάσει γραπτής πρότασης κατάλληλης ρύθμισης με συγκεκριμένους όρους αποπληρωμής, σύμφωνα και με τον Κώδικα Δεοντολογίας. Εξαιρούνται από την ως άνω προϋπόθεση απαιτήσεις επίδικες ή επιδικασθείσες και απαιτήσεις κατά οφειλετών μη συνεργάσιμων κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013 (Α’ 288). Η παρούσα εφαρμόζεται αν ο δανειολήπτης είναι καταναλωτής κατά το άρθρο 1α του ν. 2251/1994 (Α’ 191).

7.

Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων της παρ. 1 καταχωρίζεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (Α’ 220). Συμφωνίες μεταξύ μεταβιβάζοντος ιδρύματος που αναφέρεται στην παρ. 1 και δανειοληπτών, περί ανεκχώρητου των μεταξύ τους απαιτήσεων, δεν αντιτάσσονται στον εκδοχέα. Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης επέρχεται η μεταβίβαση των πωλούμενων απαιτήσεων του μεταβιβάζοντος ιδρύματος. Ο εκχωρητής θεωρείται αντίκλητος του την εισφορά του άρθρου 1 του ν. 128/1975 (Α’ 178), που βαρύνει τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων.

8.

Η αναγγελία της καταχώρισης γίνεται ατύπως προς τους οφειλέτες και τους εγγυητές από τον διαχειριστή πιστώσεων με κάθε πρόσφορο γραπτό μέσο, συμπεριλαμβανομένων και των μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Πριν από την καταχώριση δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση απαιτήσεων της παρ. 4. Καταβολή προς το ίδρυμα της παρ. 1, πριν από την αναγγελία, ελευθερώνει τον δανειολήπτη έναντι του μεταβιβάζοντος και των ελκόντων δικαιώματα από την εφαρμογή του παρόντος.

9.

Καταπιστευτική μεταβίβαση των απαιτήσεων της παρ. 1 δεν επιτρέπεται και οποιοσδήποτε καταπιστευτικός όρος δεν ισχύει. Επιτρέπεται η αναπροσαρμογή ή πίστωση του τιμήματος της πώλησης και η υπαναχώρηση από τη σύμβαση πώλησης κατά τους όρους της σχετικής σύμβασης και τα άρθρα 513 έως 573 του Α.Κ., με την επιφύλαξη του παρόντος.

10.

Αν η μεταβιβαζόμενη απαίτηση της παρ. 1 ασφαλίζεται με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης ή ενέχυρο ή άλλο παρεπόμενο δικαίωμα ή προνόμιο, το οποίο έχει υποβληθεί σε δημοσιότητα με καταχώριση σε δημόσιο βιβλίο ή αρχείο, για τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου είναι απαραίτητη η καταχώριση της βεβαίωσης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 και σχετική μνεία, σε περίληψη, του εμπράγματου βάρους, του παρεπόμενου δικαιώματος ή του προνομίου. Από την καταχώριση για κάθε ενέχυρο σε σχέση με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις της παρ. 1 επέρχονται τα αποτελέσματα των άρθρων 39 και 44 του από 17.7/13.8.1923 ν.δ. (Α’ 228).

11.

Στις περιπτώσεις πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων της παρ. 1, καθώς και σε περιπτώσεις ανάθεσης διαχείρισης, δεν χειροτερεύει η ουσιαστική και δικονομική θέση του οφειλέτη και του εγγυητή και δεν επιτρέπεται η μονομερής τροποποίηση όρου σύμβασης, καθώς και του επιτοκίου. Εάν μεταβιβάζεται απαίτηση από εξυπηρετούμενο δάνειο ή πίστωση, για την εξυπηρέτηση του οποίου έχει συμφωνηθεί κυμαινόμενο επιτόκιο, ο εκδοχέας δεν επιτρέπεται να προσδιορίσει περιθώριο, επιπλέον του επιτοκίου αναφοράς, υψηλότερο εκείνου που είχε προσδιορίσει το ίδρυμα της παρ. 1, κατά τον χρόνο καταχώρισης της μεταβίβασης, εκτός αν οι όροι που περιλαμβάνονται ή ενσωματώνονται στη δανειακή σύμβαση, προσδιορίζουν με ακρίβεια συγκεκριμένα και αντικειμενικά κριτήρια για τη μεταβολή του περιθωρίου.

12.

Το επίπεδο προστασίας που παρέχεται βάσει του ν. 4738/2020 (Α’ 207), στους καταναλωτές και σε άλλους δανειολήπτες δεν επηρεάζεται από τη μεταβίβαση των απαιτήσεων της παρ. 1, στον αγοραστή πιστώσεων, υπό την επιφύλαξη της κείμενης νομοθεσίας περί γραμματίων και συναλλαγματικών και ιδίως, του ν. 5325/1932 (Α’ 69).

13.

Το παρόν δεν θίγει την εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας αναφορικά με τα πιστωτικά μητρώα, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας να απαιτείται από τους αγοραστές πιστώσεων η υποβολή πληροφοριών σχετικά με τις απαιτήσεις της παρ. 1.

14.

Ο οριζόμενος διαχειριστής πιστώσεων, ή η οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ ή η οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος συμμορφώνεται, για λογαριασμό του αγοραστή πιστώσεων των απαιτήσεων της παρ. 1, με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον αγοραστή πιστώσεων, ιδίως βάσει των παρ. 11 και 12, καθώς και των άρθρων 24 και 26. Αν, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία άλλων κρατών μελών, δεν έχει ορισθεί διαχειριστής πιστώσεων ή οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ ή οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος, τότε ο αγοραστής πιστώσεων με έδρα στην Ελλάδα ή ο αντιπρόσωπος που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 υπόκειται στις εν λόγω υποχρεώσεις.

Άρθρο 22

Ορισμός διαχειριστών πιστώσεων ή άλλων οντοτήτων (άρθρο 18 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ)

1.

Αγοραστής πιστώσεων με έδρα στην Ελλάδα, ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ο αντιπρόσωπος που ορίζεται στην Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 23, που αναθέτει τη διαχείριση πιστώσεων σε οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ ή οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3, ή σε διαχειριστή πιστώσεων, ενημερώνει την Τράπεζα της Ελλάδος για την ταυτότητα και τη διεύθυνση της οντότητας προς την οποία γίνεται η ανάθεση, το αργότερο κατά την ημερομηνία έναρξης άσκησης των δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων.

2.

Κάθε φορά που ο αγοραστής πιστώσεων με έδρα στην Ελλάδα ή ο αντιπρόσωπος που ορίζεται στην Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 23 αναθέτει τη διαχείριση πιστώσεων σε οντότητα διαφορετική από εκείνη που γνωστοποιήθηκε σύμφωνα με την παρ. 1, ενημερώνει σχετικώς την Τράπεζα της Ελλάδος το αργότερο κατά την ημερομηνία της εν λόγω μεταβολής και αναφέρει την ταυτότητα και τη διεύθυνση της νέας οντότητας.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του ανωτέρω αγοραστή πιστώσεων ή αντιπροσώπου, διαβιβάζει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση και στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του νέου διαχειριστή πιστώσεων τις πληροφορίες που λαμβάνει σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2. Αντιστοίχως, η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής ή αρμόδια αρχή κράτους μέλους που χορηγήθηκε η πίστωση ή αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του νέου διαχειριστή πιστώσεων, λαμβάνει τις πληροφορίες των του αγοραστή πιστώσεων ή του αντιπροσώπου.

Άρθρο 23

Αντιπρόσωποι αγοραστών πιστώσεων από τρίτη χώρα (άρθρο 19 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ)

1.

Εάν πραγματοποιηθεί μεταβίβαση των δικαιωμάτων πιστωτή που απορρέουν από σύμβαση πίστωσης, ο αγοραστής πιστώσεων που δεν έχει την κατοικία του ή την καταστατική του έδρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) ή, αν σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο δεν έχει καταστατική έδρα ή τα κεντρικά του γραφεία στην Ε.Ε., ορίζει εγγράφως αντιπρόσωπο που έχει την κατοικία του ή την καταστατική του έδρα στην Ε.Ε. ή, αν σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο δεν έχει καταστατική έδρα, έχει τα κεντρικά του γραφεία στην Ε.Ε..

2.

Εφόσον ο αντιπρόσωπος της παρ. 1 ορίζεται στην Ελλάδα, η Τράπεζα της Ελλάδος απευθύνεται σε αυτόν, αντί του αγοραστή πιστώσεων ή επιπρόσθετα αυτού, ως προς όλα τα ζητήματα που αφορούν στη συνεχή συμμόρφωση με το παρόν Μέρος. Ο αντιπρόσωπος που ορίζεται στην Ελλάδα, ευθύνεται πλήρως για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον αγοραστή πιστώσεων, σύμφωνα με το παρόν Μέρος.

Άρθρο 24

Γνωστοποίηση στις αρμόδιες αρχές της μεταβίβασης των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων από τον αγοραστή πιστώσεων (άρθρο 20 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ)

1.

Αγοραστής πιστώσεων με έδρα στην Ελλάδα ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, αντιπρόσωπος με έδρα στην Ελλάδα που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23, που μεταβιβάζει σε νέο αγοραστή πιστώσεων ή σε νέο αντιπρόσωπο τις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων, ενημερώνει την Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του, σε εξαμηνιαία βάση, τουλάχιστον σχετικά με τα ακόλουθα:

  • α) τον αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας (LEI)

του νέου αγοραστή πιστώσεων και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, του νέου αντιπροσώπου που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/EE ή, όταν δεν υπάρχει τέτοιος αναγνωριστικός κωδικός, για τα εξής:

  • αα) τα στοιχεία ταυτότητας του νέου αγοραστή πιστώσεων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, του νέου αντιπροσώπου που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του

παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, ή των μελών του διαχειριστικού οργάνου ή του οργάνου διοίκησης του νέου αγοραστή πιστώσεων ή του νέου αντιπροσώπου και των προσώπων που κατέχουν ειδική συμμετοχή στον νέο αγοραστή πιστώσεων ή στον νέο αντιπρόσωπο, και

  • αβ) τη διεύθυνση του νέου αγοραστή πιστώσεων ή,

εφόσον συντρέχει περίπτωση, του νέου αντιπροσώπου που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ,

  • β) το συγκεντρωτικό υπόλοιπο των απαιτήσεων από

συμβάσεις πιστώσεων που μεταβιβάστηκαν,

  • γ) το πλήθος και το ύψος των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων, που μεταβιβάστηκαν, και
  • δ) κατά πόσον η μεταβίβαση περιλαμβάνει τις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων, που έχουν συναφθεί με

καταναλωτές, και τα είδη των περιουσιακών στοιχείων που εξασφαλίζουν τις συμβάσεις πίστωσης, εφόσον συντρέχει περίπτωση.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, υπό την ιδιότητα της παρ. 1, μπορεί να απαιτεί από τους αγοραστές πιστώσεων με έδρα στην Ελλάδα ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, από τους αντιπροσώπους με έδρα στην Ελλάδα που έχουν ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23, να παρέχουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παρ. 1 σε τριμηνιαία βάση, ή όποτε η Τράπεζα της Ελλάδος το κρίνει αναγκαίο, μεταξύ άλλων, για την καλύτερη παρακολούθηση μεγάλου αριθμού μεταβιβάσεων που ενδέχεται να προκύψουν κατά τη διάρκεια περιόδου κρίσης.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, υπό την ιδιότητα της παρ. 1, διαβιβάζει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις πληροφορίες που λαμβάνει σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2, όσον αφορά αποκλειστικά τις απαιτήσεις από μη εξυπηρετούμενες συμβάσεις πιστώσεων, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του νέου αγοραστή πιστώσεων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, του νέου αντιπροσώπου. Αντιστοίχως, η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής ή ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του νέου αγοραστή πιστώσεων ή αντιπροσώπου, λαμβάνει τις πληροφορίες των παρ. 1 και 2 από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΕΠΙ ΑΓΟΡΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ

Άρθρο 25

Ορισμός αρμόδιων αρχών (άρθρο 21 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ)

1.

Με την επιφύλαξη των παρ. 2 έως 4, αρμόδια αρχή για την εφαρμογή του παρόντος Μέρους ιδίως όσον αφορά στην αδειοδότηση και στην εποπτεία των διαχειριστών πιστώσεων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, των παρόχων πιστωτικών υπηρεσιών στους οποίους έχουν ανατεθεί εξωτερικά δραστηριότητες διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 15, και στην εποπτεία των αγοραστών πιστώσεων που έχουν έδρα στην Ελλάδα ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, του αντιπροσώπου που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23, είναι η Τράπεζα της Ελλάδος.

2.

Αρμόδια αρχή για την εφαρμογή της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 13 είναι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

3.

Αρμόδια αρχή για την εφαρμογή των περ. α), β) και

  • δ) της παρ. 1, καθώς και των παρ. 4 και 5 του άρθρου 13,

και για τον έλεγχο της τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις παρ. 7 έως 9 του άρθρου 13 είναι το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. υποδοχής ή των κρατών μελών στα οποία έχει χορηγηθεί η πίστωση.

5.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 4, ζητούν στοιχεία και πληροφορίες από τους αγοραστές πιστώσεων ή τους αντιπροσώπους που έχουν ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23, τους διαχειριστές πιστώσεων, τους παρόχους πιστωτικών υπηρεσιών στους οποίους οι διαχειριστές πιστώσεων έχουν αναθέσει εξωτερικά δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων, τους δανειολήπτες και κάθε άλλο πρόσωπο ή δημόσια αρχή, που είναι αναγκαία για τους εξής σκοπούς:

  • α) την αξιολόγηση της συνεχούς συμμόρφωσης με τις

απαιτήσεις του παρόντος Μέρους, των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού αποφάσεων και των κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμών της Οδηγίας 2021/2167 (ΕΕ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2021 για τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων και την τροποποίηση των Οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ (L 438),

  • β) τη διερεύνηση πιθανών παραβάσεων των εν λόγω

απαιτήσεων, και

  • γ) την επιβολή διοικητικών ποινών και διορθωτικών

μέτρων, σύμφωνα με τα άρθρα 27 και 28.

Άρθρο 26

Εποπτικός ρόλος και εποπτικές εξουσίες της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 22 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, μπορεί να ασκεί όλες τις εποπτικές εξουσίες, να διενεργεί ελέγχους, να προβαίνει στις αναγκαίες έρευνες και να επιβάλλει πρόστιμα, κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που είναι αναγκαία για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων της, όπως προβλέπονται στο παρόν Μέρος, στα οποία, μεταξύ άλλων, συμπεριλαμβάνονται:

  • α) η χορήγηση ή η άρνηση άδειας λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων σε Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων

από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7 και 8,

  • β) η ανάκληση άδειας λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων από Ε.Δ.Α.Δ.Π. σύμφωνα με το άρθρο 11,
  • γ) η απαγόρευση οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων,
  • δ) η διεξαγωγή επιτόπιων και μη επιθεωρήσεων και η

διενέργεια ελέγχων σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 57 του ν. 4261/2014 (Α’ 107),

  • ε) η επιβολή διοικητικών κυρώσεων και διορθωτικών

μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 27,

  • στ) η αξιολόγηση συμβάσεων εξωτερικής ανάθεσης

που συνάπτονται μεταξύ των διαχειριστών πιστώσεων και των παρόχων πιστωτικών υπηρεσιών σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 15,

  • ζ) η απαίτηση από τους διαχειριστές πιστώσεων να

απομακρύνουν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή τον Διευθύνοντα Σύμβουλο εφόσον δεν αποτελεί μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, όταν αυτά δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στις περ. β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 6. Ειδικότερα, αν η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, κρίνει αιτιολογημένα ότι είναι ακατάλληλο οποιοδήποτε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Δ.Α.Δ.Π. για να ενεργεί ως μέλος αυτού, ή Διευθύνων Σύμβουλος ή ελεγκτής ή αρμόδιος διευθυντής ή υπάλληλος της Ε.Δ.Α.Δ.Π., σύμφωνα με τον παρόν Μέρος και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικές αποφάσεις, δύναται να ζητήσει εγγράφως την αντικατάστασή τους,

  • η) η απαίτηση από τις Ε.Δ.Α.Δ.Π. να τροποποιούν ή να

επικαιροποιούν τις ρυθμίσεις της εσωτερικής τους διακυβέρνησης και του συστήματος του εσωτερικού τους ελέγχου, προκειμένου να διασφαλίζεται αποτελεσματικά ο σεβασμός των δικαιωμάτων των δανειοληπτών σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση πίστωσης,

  • θ) η απαίτηση από τις Ε.Δ.Α.Δ.Π. να τροποποιούν ή

να επικαιροποιούν τις πολιτικές που θεσπίζουν, ώστε να διασφαλίζουν τη δίκαιη και επιμελή μεταχείριση των δανειοληπτών, την καταγραφή και τον χειρισμό των παραπόνων των δανειοληπτών, και

  • ι) η απαίτηση περαιτέρω πληροφοριών σχετικά με τη

μεταβίβαση των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί όλες τις εξουσίες της της σύμφωνα με το παρόν ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ή του κράτους μέλους υποδοχής ή του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εάν η Ελλάδα δεν αποτελεί ούτε κράτος μέλος καταγωγής ούτε κράτος μέλος υποδοχής.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, αξιολογεί, με την εφαρμογή προσέγγισης που βασίζεται σε παράγοντες κινδύνου, την εφαρμογή από τις Ε.Δ.Α.Δ.Π. των απαιτήσεων των περ. ε) έως η) της παρ. 1 του άρθρου 6.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος προσδιορίζει το εύρος της αξιολόγησης που αναφέρεται στην παρ. 3, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της εκάστοτε Ε.Δ.Α.Δ.Π..

5.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ή του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εάν η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής, σχετικά με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης της παρ. 3, κατόπιν αιτήματος μιας από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές ή όταν η ίδια το κρίνει σκόπιμο. Επίσης, η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, διαβιβάζει τις λεπτομέρειες σχετικά με τυχόν διοικητικές κυρώσεις ή διορθωτικά μέτρα που έχει επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εάν η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής. μέλους καταγωγής, ανταλλάσσει με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εάν η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής, όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες ώστε να μπορεί να ασκεί τις σχετικές αρμοδιότητες και τα καθήκοντά της, όπως καθορίζονται στο παρόν Μέρος. Η εν λόγω συνεργασία εφαρμόζεται αναλόγως και αν η Τράπεζα της Ελλάδος συνιστά αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ή του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, όταν η Ελλάδα δεν είναι το κράτος μέλος υποδοχής.

7.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, μπορεί να απαιτεί από τις Ε.Δ.Α.Δ.Π., τους παρόχους πιστωτικών υπηρεσιών, τους αγοραστές πιστώσεων με έδρα στην Ελλάδα ή τους αντιπροσώπους με έδρα στην Ελλάδα που έχουν ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, που δεν συμμορφώνονται με όλες τις απαιτήσεις του παρόντος Μέρους, να λάβουν από τη χρονική στιγμή που αυτό διαπιστώνεται όλα τα απαραίτητα μέτρα ή ενέργειες ώστε να συμμορφωθούν με τις εκάστοτε σχετικές διατάξεις.

8.

Οι διαχειριστές πιστώσεων και οι αγοραστές πιστώσεων ή οι αντιπρόσωποι που έχουν ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, ύστερα από κλήση της Τράπεζας της Ελλάδος, επιτρέπουν σε εξουσιοδοτημένους προς τον σκοπό αυτό υπαλλήλους της Τράπεζας της Ελλάδος να εισέλθουν στις επιχειρηματικές εγκαταστάσεις των ιδίων ή των παρόχων πιστωτικών υπηρεσιών, στους οποίους οι διαχειριστές πιστώσεων έχουν αναθέσει εξωτερικά δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων σύμφωνα με το άρθρο 15 του παρόντος ή το άρθρο 12 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, για να διερευνήσουν τις εργασίες και τις δραστηριότητές τους και να θέσουν στη διάθεσή τους οποιαδήποτε βιβλία, έγγραφα ή αρχεία, και να διαβιβάσουν στην Τράπεζα της Ελλάδος οποιεσδήποτε πληροφορίες η τελευταία κρίνει αναγκαίες για την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με το παρόν, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πληροφοριών σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού και ιδίως έγγραφα και αρχεία αναφορικά με το χαρτοφυλάκιο των διαχειριζόμενων από αυτές απαιτήσεων.

Άρθρο 27

Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις και διορθωτικά μέτρα από την Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 23 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι αρμόδια να επιβάλλει, με απόφασή της, διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διορθωτικά μέτρα σε περίπτωση παράβασης του παρόντος Μέρους, των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών πράξεων και γενικότερα των νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων που αφορούν στις αρμοδιότητές της σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 25, περί ορισμού αρμοδίων αρχών, μεταξύ άλλων, στις περιπτώσεις που:

  • α) διαχειριστής πιστώσεων δεν πληροί την απαίτηση

που καθορίζεται στο άρθρο 14, περί συμβατικής σχέσης μεταξύ διαχειριστή πιστώσεων και αγοραστή πιστώσεων, ή συνάπτει σύμβαση εξωτερικής ανάθεσης κατά παράβαση του άρθρου 15, περί εξωτερικής ανάθεσης δραστηριοτήτων από διαχειριστή πιστώσεων, ή ο πάροχος πιστωτικών υπηρεσιών, στον οποίο ανατίθενται οι δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων εξωτερικά, διαπράττει σοβαρή παράβαση της κείμενης νομοθεσίας,

  • β) διαχειριστής πιστώσεων δεν πληροί τις απαιτήσεις

για το οργανωτικό πλαίσιο διακυβέρνησης και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου που καθορίζονται στην περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 6, με αποτέλεσμα να μην εξασφαλίζεται ο σεβασμός των δικαιωμάτων του δανειολήπτη και η συμμόρφωση με τους κανόνες περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα,

  • γ) η πολιτική του διαχειριστή πιστώσεων δεν επαρκεί

για την ορθή μεταχείριση των δανειοληπτών, όπως προβλέπεται στην περ. στ) της παρ. 1 του άρθρου 6,

  • δ) οι εσωτερικές διαδικασίες του διαχειριστή πιστώσεων, όπως καθορίζονται στην περ. ζ) της παρ. 1 του

άρθρου 6, δεν προβλέπουν την καταγραφή και τον χειρισμό των παραπόνων των δανειοληπτών, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στο παρόν,

  • ε) αγοραστής πιστώσεων που έχει έδρα στην Ελλάδα

ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ο αντιπρόσωπος που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23, περί αντιπροσώπων αγοραστών πιστώσεων από τρίτη χώρα, δεν γνωστοποιεί τις πληροφορίες του άρθρου 22, περί ορισμού διαχειριστών πιστώσεων ή άλλων οντοτήτων, και του άρθρου 24, περί γνωστοποίησης στις αρμόδιες αρχές της μεταβίβασης πιστώσεων,

  • στ) αγοραστής πιστώσεων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ο αντιπρόσωπος που έχει ορισθεί σύμφωνα με

το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 21 του παρόντος, περί υποχρεώσεων των αγοραστών πιστώσεων,

  • ζ) αγοραστής πιστώσεων δεν συμμορφώνεται με το

άρθρο 23,

  • η) πιστωτικό ίδρυμα με έδρα στην Ελλάδα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα της υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 5 του

άρθρου 3 δεν γνωστοποιεί τις πληροφορίες του άρθρου 20, περί υποχρέωσης πληροφόρησης για τα δικαιώματα που απορρέουν από συμβάσεις πίστωσης,

  • θ) Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και

Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) επιτρέπει σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 6 που δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της εν λόγω περίπτωσης ή της περ. γ) της παρ. 1, να καταστούν ή να παραμείνουν μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή γενικοί διευθυντές ή να κατέχουν αντίστοιχη διοικητική θέση, ακόμη και αν δεν συμμετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο,

  • ι) διαχειριστής πιστώσεων δεν συμμορφώνεται με το

άρθρο 31,

  • ια) αγοραστής πιστώσεων ή, κατά περίπτωση, διαχειριστής πιστώσεων ή οποιαδήποτε οντότητα των

υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ ή οντότητα των υποπερ. αα) και

  • αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος,
  • ιβ) Ε.Δ.Α.Δ.Π. εισπράττει και κατέχει χρηματικά ποσά

από δανειολήπτες, παρότι αυτό δεν επιτρέπεται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους όπου παρέχει υπηρεσίες δυνάμει του άρθρου 16, περί παροχής υπηρεσιών με ή χωρίς εγκατάσταση σε άλλα κράτη μέλη από Ε.Δ.Α.Δ.Π.,

  • ιγ) διαχειριστής πιστώσεων δεν συμμορφώνεται με

τις απαιτήσεις του άρθρου 7, περί δυνατότητας κατοχής χρηματικών ποσών,

  • ιδ) αγοραστής ή διαχειριστής πιστώσεων δεν συμμορφώνεται με τις περ. α), β), δ) της παρ. 1, καθώς και τις

παρ. 4 και 5 του άρθρου 13, καθώς και σε περίπτωση μη χορήγησης των πληροφοριών, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 40, μέχρι τη θέση σε λειτουργία του συστήματος προσωποποιημένης πληροφόρησης, απέναντι σε δανειολήπτη, ο οποίος δεν είναι καταναλωτής,

  • ιε) αγοραστής ή διαχειριστής πιστώσεων δεν συμμορφώνεται με την παρ. 3 του άρθρου 13.
2.

Στις περιπτώσεις της παρ. 1, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει, με απόφασή της, διαζευκτικά ή σωρευτικά, διοικητικές κυρώσεις και διορθωτικά μέτρα που είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά, και περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

  • α) ανάκληση άδειας λειτουργίας Ε.Δ.Α.Δ.Π. σύμφωνα

με το άρθρο 11,

  • β) εντολή ή σύσταση συμμόρφωσης προς το υπεύθυνο

φυσικό πρόσωπο ή τον διαχειριστή πιστώσεων ή τον αγοραστή πιστώσεων ή, κατά περίπτωση, τον αντιπρόσωπο που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, για διόρθωση ή και παύση της παράβασης, καθώς και παράλειψή της στο μέλλον, ή, αν το εν λόγω φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει ήδη συμμορφωθεί πριν από τη σύσταση, σύσταση παράλειψης της προσβολής στο μέλλον,

  • γ) διοικητικά χρηματικά πρόστιμα σε διαχειριστή

πιστώσεων ή σε αγοραστή πιστώσεων, ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, σε αντιπρόσωπο που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, μέγιστου ύψους έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ,

  • δ) δημόσια ανακοίνωση, στην οποία περιγράφονται

το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο και η φύση της παράβασης,

  • ε) προσωρινή απαγόρευση ή οριστική απομάκρυνση

των φυσικών προσώπων της παρ. 4 να ασκούν καθήκοντα σε Ε.Δ.Α.Δ.Π. ή σε αγοραστή πιστώσεων που έχει έδρα στην Ελλάδα ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, σε αντιπρόσωπο που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23.

3.

Κατά τον προσδιορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή διορθωτικών μέτρων και του ύψους των διοικητικών χρηματικών προστίμων της περ. γ) της παρ. 2, λαμβάνονται υπόψη οι σχετικές περιστάσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ενδεικτικά:

  • α) το είδος, η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης,
  • β) ο βαθμός της ευθύνης του διαχειριστή πιστώσεων

ή του αγοραστή πιστώσεων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, του αντιπροσώπου που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, που είναι υπεύθυνος για την παράβαση,

  • γ) η οικονομική επιφάνεια του διαχειριστή πιστώσεων

ή του αγοραστή πιστώσεων ή του αντιπροσώπου που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, που είναι υπεύθυνος για την παράβαση, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τον συνολικό κύκλο εργασιών ή/και τη συνολική αξία των υπό διαχείριση απαιτήσεων του νομικού προσώπου,

  • δ) το ύψος των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν εξαιτίας της παράβασης από

τον διαχειριστή πιστώσεων ή τον αγοραστή πιστώσεων ή τον αντιπρόσωπο που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, που είναι υπεύθυνος για την παράβαση, στον βαθμό που τα εν λόγω κέρδη ή ζημίες μπορούν να προσδιορισθούν,

  • ε) οι ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που οι εν λόγω ζημίες μπορούν να

προσδιορισθούν,

  • στ) ο βαθμός συνεργασίας του διαχειριστή πιστώσεων

ή του αγοραστή πιστώσεων ή του αντιπροσώπου που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, που είναι υπεύθυνος για την παράβαση, με την Τράπεζα της Ελλάδος,

  • ζ) προηγούμενες παραβάσεις του υπαίτιου για την παράβαση διαχειριστή πιστώσεων ή του αγοραστή πιστώσεων ή του αντιπροσώπου που έχει ορισθεί σύμφωνα με

το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, που είναι υπεύθυνος για την παράβαση,

  • η) οποιεσδήποτε πραγματικές ή δυνητικές συστημικές

συνέπειες της παράβασης.

4.

Οι διοικητικές κυρώσεις και τα διορθωτικά μέτρα, που καθορίζονται στην παρ. 2, λαμβάνονται σε βάρος του προέδρου ή των μελών του διοικητικού συμβουλίου, καθώς και κάθε άλλου φυσικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένων των ελεγκτών, των αρμόδιων διευθυντών και των υπαλλήλων, που ασκούν καθήκοντα σε διαχειριστές πιστώσεων, σε αγοραστές πιστώσεων ή σε αντιπροσώπους που έχουν ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος, τα οποία φέρουν ευθύνη για την παράβαση, πράξη ή παράλειψη, εφόσον αυτή έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί ή ασκούν, λαμβανομένης υπόψη της θέσης ευθύνης και των εν γένει καθηκόντων τους, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

5.

Εκτός από τις κυρώσεις της παρ. 4 του άρθρου 59 του ν. 4261/2014, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει τις κυρώσεις ή να λαμβάνει τα μέτρα των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 58 του ν. 4261/2014, εφαρμόζοντας το άρθρο 60 και τις παρ. 2 και 4 του άρθρου 62 του ν. 4261/2014, στην περίπτωση που διαπιστώνεται:

  • α) η έναρξη της άσκησης δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων, χωρίς την απαιτούμενη κατά περίπτωση

άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος,

  • β) η απόκτηση, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής

σε Ε.Δ.Α.Δ.Π. ή περαιτέρω αύξηση, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε Ε.Δ.Α.Δ.Π., ούτως ώστε η αναλογία επί του εταιρικού κεφαλαίου ή επί των δικαιωμάτων ψήφου, αυξάνοντος τη συμμετοχή, χωρίς προηγούμενη έγγραφη ενημέρωση προς την Τράπεζα της Ελλάδος, ότι αυτός επιδιώκει είτε να αποκτήσει ειδική συμμετοχή ή να την αυξήσει, κατά το χρονικό διάστημα αξιολόγησης, ή παρά την αντίθετη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά παράβαση της παρ. 4 του άρθρου 9,

  • γ) παύση κατοχής, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε Ε.Δ.Α.Δ.Π. ή μείωση της ειδικής συμμετοχής,

ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των κατεχόμενων μεριδίων κεφαλαίου να είναι μικρότερη από τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 9 ή ώστε η Ε.Δ.Α.Δ.Π. να παύσει να είναι θυγατρική επιχείρηση, χωρίς προηγούμενη έγγραφη ενημέρωση προς την Τράπεζα της Ελλάδος,

  • δ) μη τήρηση των υποχρεώσεων ενημέρωσης προς

την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τις κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 9 εκδιδόμενες κανονιστικές αποφάσεις.

6.

Τα πρόσωπα της παρ. 4 τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή με αμφότερες τις ποινές αυτές, εκτός αν από άλλη διάταξη προβλέπεται βαρύτερη ποινή, εφόσον:

  • α) παραλείπουν ή παραποιούν εκ προθέσεως την εγγραφή σημαντικής συναλλαγής στα βιβλία της,
  • β) υποβάλλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ψευδείς

ή ανακριβείς εκθέσεις ή παρέχουν ψευδή ή ανακριβή στοιχεία. Αν τα ανωτέρω πρόσωπα αρνούνται ή παρακωλύουν με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο που ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

7.

Πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης αναφορικά με την επιβολή διοικητικών κυρώσεων ή διορθωτικών μέτρων, που καθορίζονται στην παρ. 2, δίνεται η δυνατότητα ακρόασης στον εμπλεκόμενο διαχειριστή πιστώσεων ή στον εμπλεκόμενο αγοραστή πιστώσεων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, στον αντιπρόσωπο που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ ή στα πρόσωπα της παρ. 5 του παρόντος.

Άρθρο 28

Εποπτικός ρόλος, εποπτικές εξουσίες, διοικητικές κυρώσεις και διορθωτικά μέτρα από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (άρθρα 22 και 23 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ)

1.

Σε περίπτωση παράβασης των περ. α), β) και δ) της παρ. 1, καθώς και των παρ. 4 και 5 του άρθρου 13, το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επιβάλλει τις κυρώσεις των περ. β) έως

  • ε) της παρ. 2 του άρθρου 27. Σε περίπτωση παράβασης

των παρ. 7 και 8 του άρθρου 13, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επιβάλλει σε διαχειριστή πιστώσεων, αγοραστή πιστώσεων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, αντιπρόσωπο που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ σε οποιαδήποτε οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, ή οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος, τις κυρώσεις των περ. β) έως ε) της παρ. 2 του άρθρου 27. Για την επιβολή των κυρώσεων εφαρμόζονται οι παρ. 3 και 4 του άρθρου 27.

2.

Το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται, στο πλαίσιο των εποπτικών του αρμοδιοτήτων και της συμβολής του στην επίτευξη της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας, να λαμβάνει και να δημοσιεύει κατά τρόπο ανωνυμοποιημένο και σε συμμόρφωση με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) και τον ν. 4624/2019 (Α’ 137), αναφορές ανά Ε.Δ.Α.Δ.Π. ή αγοραστή πιστώσεων ή διαχειριστή πιστώσεων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, αντιπρόσωπο που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, ή οποιαδήποτε οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, ή οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος σε σχέση με τις επιτευχθείσες ρυθμίσεις τόσο μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού του ν. 4738/2020 (Α’ 207) όσο και μέσω απευθείας συμφωνιών με τον δανειολήπτη ή μέσω του Κώδικα Δεοντολογίας.

3.

Οι εποπτικές αρμοδιότητες του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ασκούνται από τη Γενική Γραμματεία Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους.

Άρθρο 29

Εποπτικός ρόλος, εποπτικές εξουσίες, διοικητικές κυρώσεις και διορθωτικά μέτρα από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (άρθρα 22 και 23 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ)

1.

Σε περίπτωση παράβασης της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 13, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα επιβάλλει σε διαχειριστή πιστώσεων, αγοραστή πιστώσεων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, αντιπρόσωπο που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ ΕΕ, σε οποιαδήποτε οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, ή οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος, τις κυρώσεις των περ. β) έως δ) της παρ. 2 του άρθρου 27.

2.

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έχει όλες τις εποπτικές εξουσίες του άρθρου 58 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και του άρθρου 15 του ν. 4624/2019 (Α’ 137), εφαρμόζονται δε για την επιβολή κυρώσεων και οι παρ. 3 και 4 του άρθρου 27 του παρόντος.

Άρθρο 30

Δικαίωμα δικαστικής προστασίας

1.

Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα του Συμβουλίου της Επικρατείας.

2.

Οι αποφάσεις των λοιπών οργάνων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτού προσβάλλονται με προσφυγή στο αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

Άρθρο 31

Παράπονα και καταγγελίες (άρθρο 24 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ)

1.

Oι διαχειριστές πιστώσεων καθιερώνουν και διατηρούν αποτελεσματικές και διαφανείς διαδικασίες για τη διαχείριση των παραπόνων των δανειοληπτών σχετικά με παραβάσεις του παρόντος Μέρους ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτού.

2.

H διαχείριση των ανωτέρω παραπόνων των δανειοληπτών εκ μέρους των διαχειριστών πιστώσεων είναι χωρίς χρέωση. Οι διαχειριστές πιστώσεων καταγράφουν τα παράπονα και τα μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπισή τους.

3.

H Τράπεζα της Ελλάδος, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα θεσπίζουν και δημοσιοποιούν διαδικασία για τη διαχείριση των καταγγελιών που υποβάλλονται προς αυτές για παραβάσεις του παρόντος Μέρους ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτού. Οι αρμόδιες αρχές του πρώτου εδαφίου διασφαλίζουν ότι η επεξεργασία των καταγγελιών γίνεται σε εύλογο χρόνο.

4.

Η διαχείριση καταγγελιών από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα γίνεται σύμφωνα με την περ. στ) της παρ. 1 του άρθρου 57 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

Άρθρο 32

Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 25 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους πραγματοποιείται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725 υπό την εποπτεία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

Άρθρο 33

Επαγγελματικό και τραπεζικό απόρρητο Οι διατάξεις περί τραπεζικού απορρήτου του ν.δ. 1059/1971 (Α’ 270) δεν εφαρμόζονται στις σχέσεις μεταξύ μεταβιβάζοντος και αγοραστή πιστώσεων ή διαχειριστή πιστώσεων και στις σχέσεις μεταξύ διαχειριστή πιστώσεων και αγοραστή πιστώσεων για τους σκοπούς της διαχείρισης. Κατά τα λοιπά, ο αγοραστής πιστώσεων και ο διαχειριστής πιστώσεων τηρούν τις διατάξεις περί τραπεζικού απορρήτου, αναφορικά με τη συγκεκριμένη κατηγορία απαιτήσεων.

Άρθρο 34

Συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών (άρθρο 26 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, κατά τον λόγο της αρμοδιότητάς τους, συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές των άρθρων 11, 16, 18, 20, 22, 24, και 26, καθώς και μεταξύ τους, όποτε αυτό είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους ή την άσκηση των εξουσιών τους, σύμφωνα με το παρόν. Οι αρμόδιοι φορείς του πρώτου εδαφίου συντονίζουν τις ενέργειές τους με τις ανωτέρω αρχές, καθώς και μεταξύ τους, με σκοπό την αποφυγή πιθανής επανάληψης και επικάλυψης, κατά την άσκηση εποπτικών εξουσιών και την επιβολή διοικητικών κυρώσεων και διορθωτικών μέτρων σε διασυνοριακές υποθέσεις.

2.

Οι αρμόδιες αρχές της παρ. 1 ανταλλάσσουν μεταξύ τους και με τις αρμόδιες αρχές των κρατών - μελών που έχουν ορισθεί αρμόδιες για την εφαρμογή της εθνικής τους νομοθεσίας που ενσωματώνει την Οδηγία 2021/2167/ΕΕ, κατόπιν αιτήματος και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις πληροφορίες που απαιτούνται των ίδιων και των ανωτέρω αρμόδιων αρχών, βάσει του παρόντος.

3.

Όταν οι αρμόδιες αρχές της παρ. 1, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων τους που προβλέπονται στο παρόν Μέρος, λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες, χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές μόνο στο πλαίσιο των εν λόγω αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους. Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών του άρθρου 25 και των ανωτέρω αρμόδιων αρχών άλλων κρατών - μελών υπόκειται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού και υπηρεσιακού απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 54 του ν. 4261/2014 (Α’ 107).

4.

Τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργασθεί για την Τράπεζα της Ελλάδος, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, καθώς και οι ελεγκτές, οι επιθεωρητές και οι εμπειρογνώμονες που ενεργούν εξ ονόματος ή για λογαριασμό αυτών, υποχρεούνται να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ Ν. 4438/2016

Άρθρο 35

Υποχρέωση πληροφόρησης πριν την εκχώρηση - Προσθήκη άρθρου 26α στον ν. 4438/2016 (παρ. 1 άρθρου 28 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) Στον ν. 4438/2016 (Α’ 220) προστίθεται άρθρο 26α ως εξής: όρων και προϋποθέσεων συμβάσεων πίστωσης (άρθρο 27α Οδηγίας 2014/17/ΕΕ) Υπό την επιφύλαξη άλλων διατάξεων του παρόντος Μέρους, πριν από την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας γνωστοποιεί στον καταναλωτή τις ακόλουθες πληροφορίες:

  • α) σαφή περιγραφή των προτεινόμενων αλλαγών και,

κατά περίπτωση, της ανάγκης συναίνεσης του καταναλωτή ή των αλλαγών που επήλθαν κατ’ εφαρμογή νομοθετικών ή κανονιστικών απαιτήσεων,

  • β) το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των αλλαγών

της περ. α),

  • γ) τα μέσα που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο καταναλωτής για την υποβολή καταγγελίας όσον αφορά τις

αλλαγές της περ. α),

  • δ) τη διαθέσιμη προθεσμία για την υποβολή τυχόν

καταγγελίας,

  • ε) το όνομα και τη διεύθυνση των αρμόδιων αρχών στις

οποίες ο καταναλωτής μπορεί να υποβάλει καταγγελία.»

Άρθρο 36

Συμμόρφωση με τον Κώδικα Δεοντολογίας - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 27 ν. 4438/2016 (παρ. 2 άρθρου 28 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) Η παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 4438/2016 (Α’ 220), περί τόκων υπερημερίας και κατάσχεσης, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Οι πιστωτικοί φορείς επιδεικνύουν, κατά περίπτωση, εύλογη ανοχή πριν από την εκκίνηση διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης. Προς τον σκοπό αυτόν συμμορφώνονται με τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013 (Α’ 288), ιδίως όσον αφορά την εκ μέρους τους θέσπιση και εφαρμογή κατάλληλων πολιτικών και διαδικασιών για την εξεύρεση λύσεων ρύθμισης ή την οριστική διευθέτηση πριν την εκκίνηση διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης. Για τις εν λόγω λύσεις λαμβάνονται υπόψη, ιδίως η κατάσταση του καταναλωτή, καθώς και αυτές που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙ της υπ’ αρ. 392/1/31.5.2021 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Β’ 2411).»

Άρθρο 37

Δικαιώματα του καταναλωτή σχετικά με την εκχώρηση - Προσθήκη άρθρου 27α στον ν. 4438/2016 (παρ. 3 άρθρου 28 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) Στον ν. 4438/2016 (Α’ 220) προστίθεται άρθρο 27α ως εξής: «Άρθρο 27α Εκχώρηση των απαιτήσεων του πιστωτικού φορέα από σύμβαση πίστωσης (άρθρο 28α Οδηγίας 2014/17/ΕΕ)

1.

Όταν οι απαιτήσεις του πιστωτικού φορέα από σύμβαση πίστωσης εκχωρούνται σε τρίτον, ο καταναλωτής δικαιούται να αντιτάσσει κατά του εκδοχέα τα ίδια μέσα άμυνας που είχε ο καταναλωτής κατά του αρχικού πιστωτικού φορέα, συμπεριλαμβανομένου του συμψηφισμού, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

2.

Ο καταναλωτής ενημερώνεται για την εκχώρηση της παρ. 1, εκτός αν ο αρχικός πιστωτικός φορέας, σε συμφωνία με τον εκδοχέα, εξακολουθεί να καταβάλλει την πίστωση έναντι του καταναλωτή.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕΡΟΥΣ Β’

Άρθρο 38

Ενώσεις Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις ως Χρηματοπιστωτικοί Οργανισμοί - Τροποποίηση περ. ε) παρ. 3 άρθρου 3 ν. 4557/2018 Η περ. ε) της παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί ορισμού των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, αντικαθίσταται ως εξής: «ε) οι Ενώσεις Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) και οι διαχειριστές πιστώσεων, αν συντρέχει μια από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • εα) τους επιτρέπεται, βάσει της άδειας λειτουργίας

τους, να προβαίνουν σε αναχρηματοδότηση πιστώσεων,

  • εβ) εισπράττουν και κατέχουν χρηματικά ποσά δανειοληπτών για λογαριασμό των εντολέων τους,
  • εγ) διαχειρίζονται πιστώσεις για λογαριασμό μη εποπτευόμενου από την Τράπεζα της Ελλάδος, πιστωτικού ή

χρηματοδοτικού ιδρύματος, που δεν υπόκειται πρωτογενώς στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον εποπτικό ρόλο της Τράπεζας της Ελλάδος.»

Άρθρο 39

Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Β’

1.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ορίζονται:

  • α) η μορφή και το περιεχόμενο του εντύπου δημοσίευσης της σύμβασης διαχείρισης πιστώσεων μεταξύ αγοραστή και διαχειριστή πιστώσεων που σημειώνεται στο

δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (Α’ 220), σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 14 του παρόντος,

  • β) η μορφή και το περιεχόμενο του εντύπου δημοσίευσης της σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων που

σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 21 του παρόντος.

2.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ορίζονται:

  • α) η μορφή και το περιεχόμενο της αίτησης χορήγησης

άδειας λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων, τα δικαιολογητικά και στοιχεία που συνοδεύουν την αίτηση και η διαδικασία της εξέτασής της, οι ειδικότερες προϋποθέσεις, τα πρόσθετα δικαιολογητικά και στοιχεία που απαιτούνται για Ε.Δ.Α.Δ.Π. που προτίθεται να εισπράττει και να κατέχει χρηματικά ποσά από δανειολήπτες, σύμφωνα με το άρθρο 7, και κάθε άλλο σχετικό θέμα,

  • β) στοιχεία πέραν αυτών της παρ. 2 του άρθρου 14

που πρέπει να περιλαμβάνει η σύμβαση διαχείρισης πιστώσεων, αγοραστή ειδικής συμμετοχής μπορεί να αποβεί σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης της Ε.Δ.Α.Δ.Π., καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα,

  • δ) η μορφή, το περιεχόμενο, τα ειδικότερα πεδία και

κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι απαραίτητη για τη λειτουργία του Μητρώου του άρθρου 12,

  • ε) το περιεχόμενο της ενημέρωσης προς την Τράπεζα

της Ελλάδος της παρ. 3 του άρθρου 15, περί εξωτερικής ανάθεσης δραστηριοτήτων από διαχειριστή πιστώσεων, η διαδικασία ενημέρωσης και κάθε άλλο σχετικό θέμα,

  • στ) το περιεχόμενο της γνωστοποίησης του άρθρου

26, η διαδικασία, η συχνότητα, οι προθεσμίες, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα αναφορικά με την εφαρμογή του,

  • ζ) κάθε αναγκαία λεπτομέρεια όσον αφορά την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 25 και, ιδίως, το αρχικό κεφάλαιο, τη λειτουργία του μητρώου του άρθρου 12, την

εσωτερική διακυβέρνηση των διαχειριστών πιστώσεων, την παρακολούθηση ανοιγμάτων, διαδικαστικές λεπτομέρειες σχετικά με την επιβολή κυρώσεων ή τη λήψη μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 27, καθώς επίσης την παροχή υπηρεσιών με ή χωρίς εγκατάσταση σε άλλα κράτη μέλη από Ε.Δ.Α.Δ.Π. ή την παροχή υπηρεσιών με ή χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα από διαχειριστές πιστώσεων που δεν έχουν έδρα ή εγκατάσταση στην Ελλάδα.

3.

Οι αποφάσεις και αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος που σχετίζονται με την εφαρμογή του παρόντος Μέρους λαμβάνονται και ασκούνται με πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής του άρθρου 55Α του Καταστατικού της (ν. 3424/1927, Α’ 298) ή εξουσιοδοτημένου από αυτήν οργάνου.

Άρθρο 40

Μεταβατικές διατάξεις Μέρους Β’ (παρ. 2 άρθρου 32 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ)

1.

Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) που έχουν αδειοδοτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 4354/2015 (Α’ 176) και οι οποίες ασκούν δραστηριότητες διαχειριστή πιστώσεων κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος εξακολουθούν να ασκούν τις δραστηριότητές τους μέχρι την 29η Ιουνίου 2024, χωρίς να απαιτείται νέα άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος.

2.

Οι Ε.Δ.Α.Δ.Π. της παρ. 1 υποβάλλουν τις συναφείς πληροφορίες στην Τράπεζα της Ελλάδος το αργότερο έως την 29η Μαρτίου 2024, ώστε να αξιολογηθεί έως την 29η Ιουνίου 2024, αν οι εν λόγω Ε.Δ.Α.Δ.Π. συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος Μέρους.

3.

Αν, ύστερα από αξιολόγηση της Τράπεζας της Ελλάδος, διαπιστώνεται ότι οι Ε.Δ.Α.Δ.Π. της παρ. 1 συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος Μέρους, λαμβάνουν νέα άδεια λειτουργίας και εγγράφονται στο μητρώο του άρθρου 12. Αν, ύστερα από την ανωτέρω αξιολόγηση, δεν διαπιστώνεται πλήρης συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος Μέρους, η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει τη λειτουργία τους επιβάλλοντας μέτρα για να διασφαλισθεί η πλήρης συμμόρφωση και τάσσει προθεσμία για την εφαρμογή τους ή απαγορεύει τη συνέχιση της λειτουργίας τους.

4.

Εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώσει και πριν την 29η Ιουνίου 2024 ότι Ε.Δ.Α.Δ.Π. της παρ. 1 τηρεί τις απαιτήσεις των άρθρων 6 και 8, η Ε.Δ.Α.Δ.Π. της παρ. 1 λαμβάνει αυτομάτως άδεια λειτουργίας και εγγράφεται στο μητρώο του άρθρου 12. Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει σχετικώς τις Ε.Δ.Α.Δ.Π. που έχουν αυτομάτως αδειοδοτηθεί σύμφωνα με την παρούσα.

5.

Οι Ε.Δ.Α.Δ.Π. θέτουν σε λειτουργία το σύστημα προσωποποιημένης πληροφόρησης της παρ. 7 του άρθρου 13 έως την 31η Μαρτίου 2024 και εφαρμόζουν τις υποχρεώσεις των παρ. 7 έως 9 του άρθρου 13 από την 1η Απριλίου 2024. Μέχρι τότε οφείλουν να παρέχουν στους δανειολήπτες εγγράφως τις πληροφορίες της παρ. 7 του άρθρου 13 κατόπιν αιτήματός τους και εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών το αργότερο από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος.

Άρθρο 41

Καταργούμενες διατάξεις Μέρους Β’ Κατάργηση άρθρων 1 έως 3 ν. 4354/2015 Τα άρθρα 1 έως 3 του ν. 4354/2015 (Α’ 176), περί Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις και Εταιρειών Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, καταργούνται.

ΜΕΡΟΣ Γ’

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΩΜΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΩΜΕΣ

Άρθρο 42

Επέκταση της δραστηριότητας των εταιρειών παροχής πιστώσεων - Αντικατάσταση παρ. 4 και τροποποίηση παρ. 5 και 6 άρθρου 153 ν. 4261/2014

1.

Στο άρθρο 153 του ν. 4261/2014 (Α’ 144), περί των μέτρων, κυρώσεων και του απορρήτου των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, επέρχονται οι εξής αλλαγές:

  • α) η παρ. 4 αντικαθίσταται, β) στην παρ. 5 βα) στο τρίτο

εδάφιο η φράση «τα αντίστοιχα» αντικαθίσταται από τη φράση «κατ’ αναλογία» και προσδιορίζονται ειδικότερα οι εσωτερικές παραπομπές, ββ) στο τέταρτο εδάφιο τίθεται ρητά η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, γ) η παρ. 6 αντικαθίσταται, πλην του πρώτου εδαφίου, και οι παρ. 4, 5 και 6 διαμορφώνονται ως εξής: «4. Οι εταιρείες παροχής πιστώσεων ιδρύονται και λειτουργούν με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας ή Ευρωπαϊκής Εταιρείας (SE) του Κανονισμού (ΕΚ) 2157/2001 του Συμβουλίου της 8ης Οκτωβρίου 2001 «περί του εταιρείες παροχής πιστώσεων παρέχουν πάσης φύσεως πιστώσεις σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων και των δανείων στεγαστικής πίστης, ως εξής:

  • α) ως προς τα νομικά πρόσωπα, η παροχή πίστωσης

αφορά είτε στην αναχρηματοδότηση υφιστάμενου δανείου, χορηγηθέντος από άλλο πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, είτε στην παροχή πίστωσης σε πιστούχο που έχει δάνεια που βρίσκονται σε καθεστώς ρύθμισης ή με σκοπό την αναδιάρθρωση της δανειολήπτριας επιχείρησης,

  • β) ως προς τα φυσικά πρόσωπα, παρέχονται πιστώσεις

στεγαστικής ή καταναλωτικής πίστης και επιτρέπεται η παροχή πίστωσης με σκοπό την αναδιάρθρωση υφιστάμενου δανείου του δανειολήπτη, χορηγηθέντος από το ίδιο ή άλλο πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα. Οι εν λόγω πιστώσεις παρέχονται με βάση τα ισχύοντα αντιστοίχως, για τις παρεχόμενες από τα πιστωτικά ιδρύματα, πιστώσεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι εν λόγω εταιρείες μπορούν να ασκούν συμπληρωματικές ή παρεμφερείς δραστηριότητες παράλληλα με την κύρια δραστηριότητα της παροχής πιστώσεων.

5.

Για τη σύσταση και λειτουργία στην Ελλάδα εταιρειών παροχής πιστώσεων απαιτείται ειδική άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, που δημοσιεύεται στο οικείο τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Το ίδιο ισχύει και για τη μετατροπή υφιστάμενης ανώνυμης εταιρείας σε εταιρεία παροχής πιστώσεων. Για τη χορήγηση της πιο πάνω άδειας, η Τράπεζα της Ελλάδος ζητεί και αξιολογεί κατ’ αναλογία τα στοιχεία που προβλέπονται από το παρόν Μέρος για την παροχή άδειας λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα. Η Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφασή της, μπορεί να εξειδικεύει περαιτέρω τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση της πιο πάνω άδειας και να καθορίζει το ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο που απαιτείται να καταβληθεί για τη σύσταση και τη λειτουργία των εταιρειών παροχής πιστώσεων, καθώς επίσης το ύψος των ιδίων κεφαλαίων. Το συγκεκριμένο ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο πρέπει να είναι ολόκληρο καταβεβλημένο σε μετρητά.

6.

Οι μετοχές των εταιρειών παροχής πιστώσεων είναι ονομαστικές. Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί εποπτεία και έλεγχο στις επιχειρήσεις του παρόντος. Επίσης, αξιολογεί τους εταίρους, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και τους επικεφαλής των κρίσιμων λειτουργιών των εν λόγω εταιρειών, κατ’ αναλογία προς τα ισχύοντα για τα πιστωτικά ιδρύματα, και περαιτέρω μπορεί να ζητεί οποιαδήποτε σχετικά στοιχεία. Η Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφασή της, θέτει γενικούς ή ειδικούς κανόνες για την έννοια και το περιεχόμενο της εποπτείας, περιλαμβανομένων θεμάτων εταιρικής διακυβέρνησης και συστημάτων εσωτερικού ελέγχου, πιστοληπτικής πολιτικής, διαχείρισης κινδύνων και παροχής στοιχείων για τη λειτουργία τους.»

Άρθρο 43

Ορισμός αντιπροσώπων από τα πιστωτικά ιδρύματα - Προσθήκη άρθρου 166Α στον ν. 4261/2014 Στον ν. 4261/2014 (Α’ 144) προστίθεται άρθρο 166Α ως εξής: «Άρθρο 166Α Ορισμός αντιπροσώπων

1.

Πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή έχει υποκατάστημα στην Ελλάδα δύναται να ορίζει αντιπροσώπους, ήτοι φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που δύνανται να παρέχουν την υπηρεσία πληρωμών της περ. β) της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 4537/2018 (Α’ 84) και να εξαργυρώνουν ηλεκτρονικό χρήμα κατά την παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4021/2011 (Α’ 218). Η διενέργεια των εν λόγω υπηρεσιών πληρωμών, καθώς και η εξαργύρωση ηλεκτρονικού χρήματος διενεργούνται από τους αντιπροσώπους αποκλειστικά εξ ονόματος και για λογαριασμό του πιστωτικού ιδρύματος. Η αποδοχή καταθέσεων από τον ίδιο τον αντιπρόσωπο απαγορεύεται.

2.

Πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή έχει υποκατάστημα στην Ελλάδα και προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες μέσω αντιπροσώπου, σύμφωνα με την παρ. 1, στην Ελλάδα, γνωστοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος:

  • α) το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία και τον διακριτικό τίτλο, καθώς και τη διεύθυνση του αντιπροσώπου,
  • β) την περιγραφή των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που χρησιμοποιεί ο αντιπρόσωπος για την τήρηση,

ιδίως, των υποχρεώσεων σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας,

  • γ) την ταυτότητα των διευθυντικών στελεχών και των

υπευθύνων διαχείρισης του αντιπροσώπου και, για τους αντιπροσώπους που δεν είναι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών, στοιχεία που τεκμηριώνουν την καταλληλότητα και ικανότητά τους,

  • δ) τις υπηρεσίες πληρωμών του πιστωτικού ιδρύματος

και την υπηρεσία της εξαργύρωσης ηλεκτρονικού χρήματος, αν έχουν ανατεθεί σε αντιπρόσωπο, και

  • ε) όπου ενδείκνυται, τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό ή αριθμό του αντιπροσώπου.
3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος καταρτίζει δημόσιο μητρώο που τηρείται στον διαδικτυακό της τόπο, στο οποίο καταχωρίζονται τα στοιχεία των αντιπροσώπων της παρ. 1 στην Ελλάδα.

4.

Μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την παραλαβή των πληροφοριών της παρ. 2, η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει για την καταχώριση ή μη του αντιπροσώπου στο μητρώο. Ο αντιπρόσωπος μπορεί να αρχίσει να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών μόλις καταχωρισθεί στο εν λόγω μητρώο.

5.

Πριν από την εγγραφή του αντιπροσώπου στο μητρώο της παρ. 3, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, στην περίπτωση ελλείψεων στις υποβληθείσες πληροφορίες, να ζητεί εγγράφως τη συμπλήρωσή τους. Τότε, η προθεσμία της παρ. 4 αναστέλλεται μέχρι τη συμπλήρωση των πληροφοριών.

6.

Η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει την εγγραφή ή μη εγγραφή του αντιπροσώπου στο μητρώο της παρ. 3

7.

Το πιστωτικό ίδρυμα μεριμνά ώστε οι αντιπρόσωποί του να ενημερώνουν επαρκώς τους χρήστες των υπηρεσιών της παρ. 1, και ιδίως να διασφαλίζουν την παροχή των πληροφοριών που καθορίζονται ως προς τους όρους των συναλλαγών αυτών προς διασφάλιση της διαφάνειας και της σαφήνειας.

8.

Τα πιστωτικά ιδρύματα με έδρα ή υποκατάστημα στην Ελλάδα γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, οποιαδήποτε αλλαγή σχετικά με τη χρήση των αντιπροσώπων, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης νέων αντιπροσώπων, σύμφωνα με τη διαδικασία των παρ. 2, 4, 5 και 6.

9.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται το περιεχόμενο της γνωστοποίησης των παρ. 2 και 8, τα συνυποβαλλόμενα δικαιολογητικά και στοιχεία, ιδίως σχετικά με το κύρος, την εκπαίδευση, τις ποινικές καταδίκες, την περιουσιακή κατάσταση, την εμπειρία και την κατάρτιση των αντιπροσώπων, των διευθυντικών τους στελεχών και των υπευθύνων διαχείρισης, οι ειδικότερες προϋποθέσεις αξιολόγησης των εν λόγω αιτημάτων, η διαδικασία και οι προθεσμίες γνωστοποίησης των εν λόγω πληροφοριών, τα κριτήρια αξιολόγησης, τυχόν όρια για τα ποσά ανάληψης κατά την παροχή των υπηρεσιών της παρ. 1, τα στοιχεία που υποβάλλουν τα πιστωτικά ιδρύματα, σχετικά με τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μέσω αντιπροσώπου, οι μηχανισμοί διαχείρισης αφερεγγυότητας του αντιπροσώπου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»

Άρθρο 44

Μέτρα αυξημένης επιμέλειας των πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών - Προσθήκη παρ. 1α στο άρθρο 16 του ν. 4557/2018 Στο άρθρο 16 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί επιμέλειας προς τον πελάτη, προστίθεται παρ. 1α ως εξής: «1α. Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, στο πλαίσιο εφαρμογής μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας, κατά την έναρξη της επιχειρηματικής σχέσης, επαληθεύουν τα ετήσια εισοδήματα πελατών: α) που είναι φυσικά πρόσωπα, βάσει του εκκαθαριστικού σημειώματος φορολογίας εισοδήματος, και

  • β) που είναι νομικά πρόσωπα, βάσει της υποβληθείσας

δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, εκτός αν ο πελάτης δεν υποχρεούται να υποβάλλει δήλωση φόρου εισοδήματος.»

Άρθρο 45

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)