Νόμοι — ΦΕΚ A' 198/2023
Ορισμός υπηρεσιών άμεσης πληρωμής Προσθήκη περ. ιθ) στο άρθρο 62 του ν. 4446/2016 Στο άρθρο 62 του ν. 4446/2016 (Α’ 240), περί ορισμών, προστίθεται περ. ιθ) ως εξής: «ιθ) Ως «υπηρεσίες άμεσης πληρωμής» ορίζονται οι υπηρεσίες πληρωμών που επιτρέπουν τη μεταφορά πίστωσης, κατά το άρθρο 4 του ν. 4537/2018 (Α’ 84), η οποία μπορεί να εκτελείται σε εικοσιτετράωρη βάση, οποιαδήποτε ημερολογιακή ημέρα του έτους, με άμεσο ή σχεδόν άμεσο διακανονισμό.»
Άρθρο 46
Υποχρεωτική αποδοχή πληρωμών με υπηρεσίες άμεσης πληρωμής - Προσθήκη παρ. 4 στο άρθρο 65 του ν. 4446/2016 Στο άρθρο 65 του ν. 4446/2016 (Α’ 240), περί αποδοχής πληρωμών με κάρτα, προστίθεται παρ. 4 ως εξής: «4. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες και επιτηδευματίες που τηρούν επαγγελματικό λογαριασμό, σύμφωνα με την κοινή απόφαση που εκδίδεται βάσει της εξουσιοδότησης της περ. γ) της παρ. 3, δέχονται υποχρεωτικά πληρωμές μέσω υπηρεσιών άμεσης πληρωμής.»
Άρθρο 47
Υποχρέωση ενημέρωσης για τη χρήση καρτών και υπηρεσιών άμεσης πληρωμής Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 66 ν. 4446/2016 Η παρ. 1 του άρθρου 66 του ν. 4446/2016 (Α’ 240), περί της υποχρέωσης ενημέρωσης του καταναλωτή, τροποποιείται, ώστε α) η υποχρέωση για παροχή πληροφοριών να επεκτείνεται και στους δικαιούχους πληρωμής που αποδέχονται υποχρεωτικά πληρωμές μέσω υπηρεσίας άμεσης πληρωμής, και β) οι πληροφορίες που παρέχουν οι δικαιούχοι πληρωμής στους καταναλωτές να αναγράφονται και στον διαδικτυακό τόπο, μέσω του οποίου δέχονται πληρωμές, και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Οι δικαιούχοι πληρωμής, οι οποίοι αποδέχονται κάρτες πληρωμών και οι δικαιούχοι πληρωμής που αποδέχονται υποχρεωτικά πληρωμές μέσω υπηρεσίας άμεσης πληρωμής, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 65, ενημερώνουν τους καταναλωτές σχετικά με την αποδοχή καρτών και μέσων πληρωμής του συστήματος καρτών πληρωμής, με σαφή τρόπο που δεν επιδέχεται παρερμηνείας. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να αναγράφονται ευκρινώς στην είσοδο του καταστήματος και στο ταμείο, καθώς και στον διαδικτυακό τόπο μέσω του οποίου δέχονται πληρωμές.»
Άρθρο 48
Δημοσιοποίηση κυρώσεων - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 60 ν. 4261/2014 και παρ. 3 άρθρου 46 ν. 4557/2018
Η παρ. 1 του άρθρου 60 του ν. 4261/2014 (Α’ 107), περί δημοσιοποίησης των κυρώσεων, αντικαθίσταται, πλην του τελευταίου της εδαφίου, και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιοποιεί τις κυρώσεις που επιβάλλει για τις παραβάσεις του παρόντος νόμου, του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, «σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων (L 176)» και των λοιπών κανονιστικών πράξεων που εκδίδει στον επίσημο διαδικτυακό της τόπο. Οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε νομικά πρόσωπα, δημοσιοποιούνται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Αν έχει ασκηθεί ένδικο βοήθημα ενώπιον του αρμο έκβασή του, έως και την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης. Οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε φυσικά πρόσωπα, δημοσιοποιούνται αν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης ενδίκου βοηθήματος, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, ή αν αυτό έχει απορριφθεί αμετακλήτως. Στην κατά τα ανωτέρω δημοσιοποίηση περιλαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με τον τύπο και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση, μετά την ενημέρωση του εν λόγω προσώπου σχετικά με τις εν λόγω κυρώσεις.»
Στην παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί δημοσίευσης κυρώσεων α) προστίθενται νέα εδάφια, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, β) στο πέμπτο εδάφιο η λέξη «Εξαιρούνται» αντικαθίσταται από τις λέξεις: «Από τη δημοσιοποίηση των κυρώσεων εις βάρος φυσικών και νομικών προσώπων εξαιρούνται», και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής: «3. Οι αποφάσεις επιβολής των κυρώσεων δημοσιεύονται, όταν γίνουν αμετάκλητες, με ανάρτησή τους για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών στον επίσημο διαδικτυακό τόπο της αρμόδιας εποπτικής αρχής. Οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε νομικά πρόσωπα, δημοσιοποιούνται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Αν έχει ασκηθεί ένδικο βοήθημα ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, η δημοσίευση περιλαμβάνει και τις πληροφορίες για το περιεχόμενο αυτού και για την έκβασή του, έως και την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης. Οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε φυσικά πρόσωπα δημοσιοποιούνται αν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης ενδίκου βοηθήματος, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, ή αν αυτό έχει απορριφθεί αμετακλήτως. Από τη δημοσιοποίηση των κυρώσεων εις βάρος φυσικών και νομικών προσώπων εξαιρούνται οι περιπτώσεις στις οποίες η δημοσίευση είναι πιθανό να προκαλέσει δυσανάλογη ζημία στο πρόσωπο στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση ή να θέσει σε κίνδυνο την έκβαση διεξαγόμενης έρευνας ή τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών. Στις περιπτώσεις αυτές η δημοσίευση μπορεί να γίνει μόνο μετά την έκλειψη των σχετικών λόγων ή, ενδεχομένως, χωρίς αναφορά της ταυτότητας των υπαίτιων προσώπων.»
Άρθρο 49
Προστατευμένο Κανονιστικό Περιβάλλον
Η Τράπεζα της Ελλάδος συστήνει και λειτουργεί Προστατευμένο Κανονιστικό Περιβάλλον (Regulatory Sandbox).
Ως Προστατευμένο Κανονιστικό Περιβάλλον (Regulatory Sandbox) ορίζεται το ειδικό κανονιστικό καθεστώς που συστήνεται και λειτουργεί σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτει η Τράπεζα της Ελλάδος και παρέχει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στους εντασσόμενους σε αυτό, τη δυνατότητα εξατομικευμένης καθοδήγησης στη δοκιμή καινοτόμων χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και προϊόντων, με σκοπό τη διευκόλυνσή τους ως προς την κατανόηση του πλαισίου εποπτείας που αφορά στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προϊόν, ιδίως δε την παροχή διευκρινίσεων και εξατομικευμένων πληροφοριών για πιθανά ζητήματα συμμόρφωσης που εγείρονται σε όλα τα στάδια της συμμετοχής τους σε αυτό.
Χρηματοοικονομική τεχνολογία (fintech) είναι κάθε είδος χρηματοοικονομικής καινοτομίας που βασίζεται στην πρόοδο της τεχνολογίας και μπορεί να οδηγήσει σε νέα επιχειρηματικά μοντέλα, νέες εφαρμογές, διαδικασίες ή νέα προϊόντα, με σημαντική επίδραση στον χρηματοπιστωτικό τομέα και στην παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.
Δικαίωμα υποβολής αίτησης στο Προστατευμένο Κανονιστικό Περιβάλλον έχει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που παρέχει υπηρεσίες ή προϊόντα χρηματοοικονομικής τεχνολογίας, ακόμη και αν δεν εμπίπτει σε κάποια κατηγορία εποπτευόμενων ιδρυμάτων.
Άρθρο 50
Μητρώο Παρακολούθησης Ιδιωτικού Χρέους
Συστήνεται ηλεκτρονικό Μητρώο Παρακολούθησης Ιδιωτικού Χρέους (Μητρώο), το οποίο τηρείται στην αρμόδια Γενική Γραμματεία για το Ιδιωτικό Χρέος του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Χειριστής του Μητρώου είναι ο αρμόδιος Γενικός Γραμματέας για το Ιδιωτικό Χρέος και πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από αυτόν.
Το Μητρώο περιλαμβάνει συγκεντρωτικά για το ιδιωτικό χρέος:
- α) στοιχεία για οφειλές προς το Δημόσιο και άλλους
φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143),
- β) στοιχεία για οφειλές προς πιστωτικά ιδρύματα και
αγοραστές πιστώσεων, και
- γ) στοιχεία για οφειλές προς κάθε είδους επιχείρηση,
ανεξαρτήτως νομικής μορφής. Τα στοιχεία αυτά παρέχονται σε επεξεργάσιμη ηλεκτρονική μορφή από τους πιστωτές.
Το Μητρώο αξιοποιεί λογισμικό που δέχεται τα στοιχεία σε ανωνυμοποιημένη μορφή από τους δανειστές της παρ. 2 και εξάγει τα συγκεντρωτικά στοιχεία με αυτοματοποιημένη ηλεκτρονική επεξεργασία με βάση τις ειδικότερες εντολές του χειριστή του.
Το Μητρώο διαλειτουργεί και αντλεί στοιχεία σε ανωνυμοποιημένη μορφή από το Κεντρικό Μητρώο Πιστώσεων του άρθρου 111 του ν. 4972/2022 (Α’ 181) που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος, το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα της Ανεξάρτητης Αρχής Πιστοληπτικής Αξιολόγησης της παρ. 3 του άρθρου 51 του ν. 4972/2022 (Α’ 181) και το σύστημα επεξεργασίας δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς της «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.».
Τα στοιχεία του Μητρώου αξιοποιούνται για την παρακολούθηση της πορείας του ιδιωτικού χρέους, προκειμένου να χαράσσεται η αντίστοιχη κυβερνητική πολιτική, καθώς και για τη σύνταξη της ετήσιας Έκθεσης Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους που συντάσσεται από τον αρμόδιο Γενικό Γραμματέα για το Ιδιωτικό Χρέος. ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΕΕ) 2022/2036 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 19ΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2022 «ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) ΑΡΙΘ. 575/2013 ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2014/59/ΕΕ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΝ ΣΥΣΤΗΜΙΚΩΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΜΕ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΟΛΛΑΠΛΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ ΕΝΑΡΞΗΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΜΜΕΣΗ ΑΝΑΛΗΨΗ ΜΕΣΩΝ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΕΞΙΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΑΧΙΣΤΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΛΕΞΙΜΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ» ΚΑΙ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2019/879 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 20ΗΣ ΜΑΪΟΥ 2019 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗΣ ΤΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ
Άρθρο 51
Προσδιορισμός της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις για τις οντότητες εξυγίανσης των «G-SIIs» Τροποποίηση παρ. 4 εσωτερικού άρθρου 45δ άρθρου 2 ν. 4335/2015 (παρ. 1 άρθρου 2 Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2036) Στο εισαγωγικό εδάφιο και στην περ. α) της παρ. 4 του εσωτερικού άρθρου 45δ του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), περί προσδιορισμού της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις προστίθενται οι οντότητες τρίτων χωρών που θα ήταν οντότητες εξυγίανσης εάν ήταν εγκατεστημένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής: «4. Για τους σκοπούς της παρ. 2 του άρθρου 45η, σε περίπτωση που περισσότερες από μία οντότητες G-SII που ανήκουν στο ίδιο G-SII είναι οντότητες εξυγίανσης ή οντότητες τρίτων χωρών που θα ήταν οντότητες εξυγίανσης εάν ήταν εγκατεστημένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), οι σχετικές αρχές εξυγίανσης υπολογίζουν το ποσό που προβλέπεται στην παρ. 3:
- α) για κάθε οντότητα εξυγίανσης ή οντότητα τρίτης
χώρας που θα ήταν οντότητα εξυγίανσης εάν ήταν εγκατεστημένη στην ΕΕ,
- β) για τη μητρική οντότητα της ΕΕ, σαν να ήταν η μοναδική οντότητα εξυγίανσης του G-SII.»
Άρθρο 52
Διαδικασία για τον καθορισμό της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων - Τροποποίηση παρ. 2 εσωτερικού άρθρου 45η άρθρου 2 ν. 4335/2015 (παρ. 3 άρθρου 2 Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2036) Στο πρώτο και στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του εσωτερικού άρθρου 45η του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), περί διαδικασίας για τον καθορισμό της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, προστίθενται οι οντότητες τρίτων χωρών που θα ήταν οντότητες εξυγίανσης εάν ήταν εγκατεστημένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και εξειδικεύονται οι παραπομπές στην ενωσιακή νομοθεσία, στο πεδίο της περ. α) προστίθενται τρίτες χώρες, και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Σε περίπτωση που περισσότερες από μία οντότητες G-SII που ανήκουν στο ίδιο G-SII είναι οντότητες εξυγίανσης ή οντότητες τρίτων χωρών που θα ήταν οντότητες εξυγίανσης εάν ήταν εγκατεστημένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), οι αρχές εξυγίανσης που αναφέρονται στην παρ. 1, συζητούν και, κατά περίπτωση και σύμφωνα με τη στρατηγική εξυγίανσης του G-SII, συμφωνούν όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 72ε του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 «σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (L 176)» και τυχόν προσαρμογή, ώστε να ελαχιστοποιείται ή να εξαλείφεται η διαφορά μεταξύ του αθροίσματος των ποσών που αναφέρονται στην περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 45δ και στην περ. α) του άρθρου 12α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, όσον αφορά στις επιμέρους οντότητες εξυγίανσης ή τις οντότητες τρίτων χωρών, και του αθροίσματος των ποσών που αναφέρονται στην περ. β) της παρ. 4 του άρθρου 45δ και στην περ. β) του άρθρου 12α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013. Η εν λόγω προσαρμογή δύναται να εφαρμοστεί υπό τους ακόλουθους όρους:
- α) η προσαρμογή δύναται να εφαρμοστεί για διαφορές στον υπολογισμό των συνολικών ποσών έκθεσης
σε κίνδυνο, μεταξύ των οικείων κρατών μελών ή τρίτων χωρών, προσαρμόζοντας το επίπεδο της απαίτησης,
- β) η προσαρμογή δεν εφαρμόζεται για την εξάλειψη
των διαφορών που προκύπτουν από ανοίγματα μεταξύ ομίλων εξυγίανσης. Το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στην περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 45δ και στην περ. α) του άρθρου 12α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, όσον αφορά στις επιμέρους οντότητες εξυγίανσης ή τις οντότητες τρίτων χωρών που θα ήταν οντότητες εξυγίανσης εάν ήταν εγκατεστημένες στην ΕΕ, δεν πρέπει να είναι χαμηλότερο από το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στην περ. β) της παρ. 4 του άρθρου 45δ και στην περ. β) του άρθρου 12α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.»
Άρθρο 53
Εξουσίες για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης - Τροποποίηση παρ. 5 εσωτερικού άρθρου 25 άρθρου 2 ν. 4335/2015 (περ. δ παρ. 7 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στην παρ. 5 του εσωτερικού άρθρου 25 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), περί προσδιορισμού εναλλακτικών μέτρων εξυγίανσης, προστίθεται η λέξη «δεόντως» και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής: από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή και, όπου ενδείκνυται, την αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας, λαμβάνει δεόντως υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις των εν λόγω μέτρων στη συγκεκριμένη οντότητα, στην εσωτερική αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, καθώς και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα άλλων κρατών - μελών και της ΕΕ στο σύνολό της.»
Άρθρο 54
Εξουσία αναστολής ορισμένων υποχρεώσεων - Τροποποίηση εσωτερικού άρθρου 33α άρθρου 2 ν. 4335/2015 (παρ. 12 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στο εσωτερικό άρθρο 33α του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), περί αναστολής υποχρεώσεων οντοτήτων, στην περ. β) της παρ. 1 προστίθενται και οι οντότητες, στην περ. δ) της ίδιας παραγράφου επέρχονται νομοτεχνικές βελτιώσεις, στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 προστίθεται η φράση «στο κράτος μέλος της αρχής εξυγίανσης του ιδρύματος ή της οντότητας», στη δημοσίευση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 8 προστίθενται οι όροι και η διάρκεια της αναστολής και το άρθρο 33Α διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 33Α Εξουσία αναστολής ορισμένων υποχρεώσεων (παρ. 12 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)
Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή, η οποία απαντάει έγκαιρα, διαθέτει την εξουσία να αναστέλλει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης απορρέουν από οποιαδήποτε σύμβαση στην οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στις περ. β), γ) ή δ) της παρ. 1 του άρθρου 1, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) έχει διαπιστωθεί ότι το ίδρυμα ή η οντότητα τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης
αφερεγγυότητας σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 32,
- β) δεν υφίσταται άμεσα διαθέσιμο μέτρο του ιδιωτικού τομέα που αναφέρεται στην περ. β) της παρ. 1 του
άρθρου 32 που θα απέτρεπε την αφερεγγυότητα του ιδρύματος ή της οντότητας,
- γ) η άσκηση της εξουσίας αναστολής κρίνεται αναγκαία για να αποφευχθεί η περαιτέρω επιδείνωση των
οικονομικών συνθηκών του ιδρύματος ή της οντότητας, και
- δ) η άσκηση της εξουσίας αναστολής είναι είτε:
- δα) αναγκαία προκειμένου να συναχθεί η διαπίστωση
που αναφέρεται στην περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 32, είτε
- δβ) αναγκαία για την επιλογή των κατάλληλων ενεργειών εξυγίανσης ή τη διασφάλιση της αποτελεσματικής
εφαρμογής ενός ή περισσοτέρων εργαλείων εξυγίανσης.
Η εξουσία που αναφέρεται στην παρ. 1 δεν εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης έναντι των ακόλουθων:
- α) συστημάτων ή διαχειριστών συστημάτων που
ορίζονται σύμφωνα με τους v. 4370/2016 (Α’ 37) και v. 2789/2000 (Α’ 21),
- β) κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει
άδεια λειτουργίας στην Ε.Ε. σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (L 201) και κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών οι οποίοι έχουν αναγνωριστεί από την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω Κανονισμού,
- γ) κεντρικών τραπεζών. Η αρχή εξυγίανσης καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της εξουσίας που αναφέρεται
στην παρ. 1 λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Συγκεκριμένα, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί προσεκτικά την καταλληλότητα της επέκτασης της αναστολής σε επιλέξιμες καταθέσεις σύμφωνα με τον ορισμό του σημείου 13 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4370/2016, ιδίως σε καλυπτόμενες καταθέσεις, τις οποίες κατέχουν φυσικά πρόσωπα και πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Όταν ασκείται η εξουσία αναστολής των υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης σε σχέση με επιλέξιμες καταθέσεις, η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει, εφόσον τούτο απαιτείται εν όψει των κριτηρίων της παρ. 5, ότι οι καταθέτες έχουν πρόσβαση σε κατάλληλο ημερήσιο ποσό από τις καταθέσεις αυτές, εξειδικεύοντας παράλληλα τον τρόπο με τον οποίο παρέχεται αυτή η πρόσβαση.
Η περίοδος της αναστολής σύμφωνα με την παρ. 1 είναι όσο το δυνατόν συντομότερη και δεν υπερβαίνει το ελάχιστο χρονικό διάστημα το οποίο κρίνει αναγκαίο η αρχή εξυγίανσης για τους σκοπούς που αναφέρονται στις περ. γ) και δ) της παρ. 1 και σε καμία περίπτωση δεν διαρκεί περισσότερο από το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη δημοσίευση που προβλέπεται στην παρ. 8, έως τα μεσάνυκτα της εργάσιμης ημέρας που ακολουθεί μετά τη δημοσίευση αυτή στο κράτος μέλος της αρχής εξυγίανσης του ιδρύματος ή της οντότητας. Κατά τη λήξη της περιόδου αναστολής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η αναστολή παύει να ισχύει.
Κατά την άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στην παρ. 1, λαμβάνεται υπόψη η επίπτωση που μπορεί να έχει η άσκηση της εν λόγω εξουσίας στην εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και το ισχύον δίκαιο και οι εποπτικές και δικαστικές εξουσίες για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των πιστωτών και της ίσης μεταχείρισης των πιστωτών στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας. Η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει ιδίως υπόψη την ενδεχόμενη εφαρμογή των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας στο ίδρυμα ή την οντότητα λόγω της διαπίστωσης της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 32 και προβαίνει στις ρυθμίσεις που κρίνει κατάλληλες, ώστε να εξασφαλίσει τον κατάλληλο συντονισμό με την εποπτική αρχή της ειδικής εκκαθάρισης.
Όταν οι απορρέουσες από σύμβαση υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης αναστέλλονται δυνάμει της παρ. 1, οι υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης οποιων ήταν απαιτητή κατά την περίοδο αναστολής είναι απαιτητή αμέσως μετά τη λήξη της περιόδου αυτής.
Η αρχή εξυγίανσης ενημερώνει αμελλητί το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στις περ. β), γ) και δ) της παρ. 1 του άρθρου 1 και τις αρχές που αναφέρονται στις περ. α) έως η) της παρ. 2 του άρθρου 82, όταν ασκεί την εξουσία που αναφέρεται στην παρ. 1 μετά τη διαπίστωση ότι το ίδρυμα τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 32 και πριν από τη λήψη της απόφασης για εξυγίανση. Οι πράξεις που εκδίδονται βάσει των παρ. 1, 3 και 10, καθώς και οι όροι και η χρονική διάρκεια της αναστολής δημοσιεύονται με τα μέσα που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 82.
Το παρόν ισχύει με την επιφύλαξη της κείμενης νομοθεσίας περί αναστολής υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης των ιδρυμάτων και των οντοτήτων που αναφέρονται στην παρ. 1 πριν από τη διαπίστωση ότι τα εν λόγω ιδρύματα ή οντότητες τελούν σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 32 ή εξουσιών αναστολής υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης των ιδρυμάτων και των οντοτήτων τα οποία πρόκειται να τεθούν σε εκκαθάριση στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας και υπερβαίνουν το πεδίο εφαρμογής και τη διάρκεια που προβλέπονται στο παρόν. Οι εν λόγω εξουσίες ασκούνται σύμφωνα με το πεδίο εφαρμογής, τη διάρκεια και τους όρους που προβλέπονται στις οικείες διατάξεις. Οι όροι που προβλέπονται στο παρόν δεν θίγουν τους όρους που αφορούν αυτήν την εξουσία αναστολής των υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης.
Όταν η αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία να αναστέλλει υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης όσον αφορά ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στις περ. β), γ) ή δ) της παρ. 1 του άρθρου 1, σύμφωνα με την παρ. 1, η αρχή εξυγίανσης μπορεί επίσης, κατά τη διάρκεια της εξαίρεσης, να ασκεί την εξουσία να:
- α) περιορίζει τους ενέγγυους πιστωτές του εν λόγω
ιδρύματος ή της οντότητας να προβαίνουν σε αναγκαστική εκτέλεση συμφωνιών παροχής ασφάλειας σε σχέση με οποιοδήποτε από τα στοιχεία ενεργητικού του εν λόγω ιδρύματος ή της οντότητας, για το ίδιο χρονικό διάστημα, περίπτωση κατά την οποία εφαρμόζονται οι παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 70, και
- β) αναστέλλει τα δικαιώματα καταγγελίας οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους μιας σύμβασης με το εν
λόγω ίδρυμα ή την οντότητα, για το ίδιο χρονικό διάστημα, περίπτωση κατά την οποία εφαρμόζεται το άρθρο 71.
Σε περίπτωση που, μετά τη διαπίστωση ότι το ίδρυμα ή η οντότητα τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 32, η αρχή εξυγίανσης έχει ασκήσει την εξουσία αναστολής υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης δυνάμει των παρ. 1 ή 10, και εφόσον στη συνέχεια αναλαμβάνεται ενέργεια εξυγίανσης έναντι αυτού του ιδρύματος, η εν λόγω αρχή δεν ασκεί τις εξουσίες της δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 69, της παρ. 1 του άρθρου 70 ή της παρ. 1 του άρθρου 71 όσον αφορά το εν λόγω ίδρυμα ή την εν λόγω οντότητα.»
Άρθρο 55
Πεδίο εφαρμογής της αναδιάρθρωσης παθητικού - Τροποποίηση παρ. 6 εσωτερικού άρθρου 44 άρθρου 2 ν. 4335/2015 (περ. β παρ. 15 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του εσωτερικού άρθρου 44 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), περί εξαιρέσεων κατά την αναδιάρθρωση παθητικού στην εξυγίανση, αντικαθίσταται, και η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής: «6. Οι εξαιρέσεις δυνάμει της παρ. 5 μπορούν να εφαρμόζονται είτε για να εξαιρεθεί πλήρως μια υποχρέωση από την απομείωση είτε για να περιοριστεί ο βαθμός απομείωσής της. Όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εξαιρέσει, συνολικά ή εν μέρει, μια υποχρέωση υποκείμενη σε αναδιάρθρωση παθητικού ή μια κατηγορία υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού, δυνάμει της παρούσας, το επίπεδο απομείωσης ή μετατροπής που εφαρμόζεται σε άλλες υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού μπορεί να αυξηθεί, προκειμένου να ληφθούν υπόψη τέτοιες εξαιρέσεις, αν ως προς το επίπεδο απομείωσης και μετατροπής που εφαρμόζεται σε άλλες υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού, τηρείται η αρχή της περ. ζ’ της παρ. 1 του άρθρου 34.»
Άρθρο 56
Επιλέξιμες υποχρεώσεις για οντότητες εξυγίανσης - Τροποποίηση παρ. 7 και περ. β παρ. 9 εσωτερικού άρθρου 45β άρθρου 2 ν. 4335/2015 (παρ. 17 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)
Στο εισαγωγικό εδάφιο της παρ. 7 του εσωτερικού άρθρου 45β του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), διορθώνεται η παραπεμπόμενη παράγραφος του άρθρου 45γ, και η παρ. 7 διαμορφώνεται ως εξής: «7. Κατά παρέκκλιση από την παρ. 4, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αποφασίσει ότι η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45ε ικανοποιείται από οντότητες εξυγίανσης που είναι G-SIIs ή οντότητες εξυγίανσης που υπόκεινται στην παρ. 4 ή 5 του άρθρου 45γ με ίδια κεφάλαια, μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης ή τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παρ. 3, στον βαθμό που το άθροισμα των εν λόγω ιδίων κεφαλαίων, μέσων και υποχρεώσεων, λόγω της υποχρέωσης της οντότητας εξυγίανσης να συμμορφώνεται με τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας και τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 92α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, στην παρ. 4 του άρθρου 45γ και στο άρθρο 45ε του παρόντος, δεν υπερβαίνει το υψηλότερο μεταξύ:
- α) του οκτώ τοις εκατό (8%) του συνόλου των υποχρεώσεων της οντότητας, συμπεριλαμβανομένων των
ιδίων κεφαλαίων, ή ποσά: A = το ποσό που προκύπτει από την απαίτηση που αναφέρεται στην περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, B = το ποσό που προκύπτει από την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 96α του v. 4261/2014 (Α’ 107), C = το ποσό που προκύπτει από τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας.»
Στην περ. β) της παρ. 9 του εσωτερικού άρθρου 45β του άρθρου 2 του ν. 4335/2015, περί ποσού των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων, η λέξη «ληκτότητα» αντικαθίσταται από τη φράση «εναπομένουσα διάρκεια», και η περ. β διαμορφώνεται ως εξής: «β) το ποσό των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και οι οποίες έχουν εναπομένουσα διάρκεια μικρότερη του ενός έτους από την ημερομηνία της απόφασης με σκοπό την ποσοτική προσαρμογή των απαιτήσεων που αναφέρονται στις παρ. 5 και 7,».
Άρθρο 57
Αποτέλεσμα των ενεργειών της απομείωσης και της μετατροπής σε περίπτωση αναδιάρθρωσης παθητικού - Τροποποίηση παρ. 2 εσωτερικού άρθρου 48 άρθρου 2 v. 4335/2015 (περ. β παρ. 20 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του εσωτερικού άρθρου 48 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), περί αναδιάρθρωσης παθητικού, η φράση «επιλέξιμες υποχρεώσεις» αντικαθίσταται από τη φράση «υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού», και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Όταν εφαρμόζει τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής, η αρχή εξυγίανσης επιμερίζει τις ζημίες, οι οποίες αποτυπώνονται στο άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στις περ. β’ και γ’ της παρ. 3 του άρθρου 47, εξίσου μεταξύ των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας και των υποχρεώσεων που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού ιδίας τάξεως, μειώνοντας την αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο των εν λόγω μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας και των υποχρεώσεων που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού στον ίδιο βαθμό αναλογικά με την αξία τους, όπως προσδιορίζεται κατά το άρθρο 36, εκτός εάν επιτρέπεται διαφορετικός επιμερισμός ζημιών μεταξύ των υποχρεώσεων ιδίας τάξεως για τις περιπτώσεις που καθορίζονται στην παρ. 6 του άρθρου 44. Η παρούσα δεν εμποδίζει υποχρεώσεις που έχουν εξαιρεθεί από την εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού σύμφωνα με τις παρ. 2 έως 5 του άρθρου 44 να έχουν ευνοϊκότερη μεταχείριση από υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού ιδίας τάξεως κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας.»
Άρθρο 58
Συμβατική αναγνώριση της αναδιάρθρωσης παθητικού - Τροποποίηση παρ. 1 και 2 εσωτερικού άρθρου 55 άρθρου 2 v. 4335/2015 (παρ. 21 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στο εσωτερικό άρθρο 55 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), περί ιδρυμάτων και οντοτήτων, επέρχονται οι εξής αλλαγές: α) στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 προσδιορίζεται ότι η αρχή εξυγίανσης είναι αρχή κράτους μέλους, μετά τη λέξη «μετατροπής» προστίθεται η φράση «που ασκεί η αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους», β) στο προτελευταίο εδάφιο της παρ. 2 διορθώνεται η παραπομπή στο όγδοο εδάφιο της παραγράφου, και οι παρ. 1 και 2 διαμορφώνονται ως εξής: «1. Τα ιδρύματα και οι οντότητες που αναφέρονται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 περιλαμβάνουν συμβατικό όρο με τον οποίο ο πιστωτής ή το μέρος της συμφωνίας ή του μέσου που δημιουργεί την υποχρέωση, αναγνωρίζει ότι η εν λόγω υποχρέωση ενδέχεται να αποτελέσει αντικείμενο των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής και συμφωνεί να δεσμεύεται από κάθε μείωση της αξίας του ποσού κεφαλαίου ή του οφειλόμενου ανεξόφλητου ποσού, μετατροπή ή ακύρωση, που πραγματοποιείται από την άσκηση των εν λόγω εξουσιών από μια αρχή εξυγίανσης, υπό τον όρο ότι η εν λόγω υποχρέωση πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) δεν εξαιρείται δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 44,
- β) δεν αποτελεί κατάθεση, όπως αυτή αναφέρεται
στην υποπερ. ββ’ της περ. ε’ της παρ. 1 του άρθρου 145α του v. 4261/2014 (Α’ 107),
- γ) διέπεται από τη νομοθεσία τρίτης χώρας, και
- δ) εκδίδεται ή αναλαμβάνεται μετά την έναρξη ισχύος
της παρούσας. Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αποφασίσει ότι η υποχρέωση του πρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζεται σε ιδρύματα ή οντότητες, στα οποία η απαίτηση της παρ. 1 του άρθρου 45 ισούται με το ποσό της απορρόφησης ζημιών, όπως ορίζεται δυνάμει της περ. Α’ της παρ. 2 του άρθρου 45γ, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις που πληρούν τους όρους που αναφέρονται στις περ. α) έως δ) και που δεν περιλαμβάνουν τον συμβατικό όρο που αναφέρεται στο εν λόγω εδάφιο δεν συνυπολογίζονται στην απαίτηση αυτή. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους διαπιστώνει ότι οι υποχρεώσεις ή τα μέσα του πρώτου εδαφίου μπορούν να υπαχθούν στις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής που ασκεί η αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους, σύμφωνα με το δίκαιο τρίτης χώρας ή σύμφωνα με δεσμευτική συμφωνία που έχει συναφθεί με την εν λόγω τρίτη χώρα.
Όταν ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στις περ. β), γ) ή δ) της παρ. 1 του άρθρου 1 καταλήξει στη διαπίστωση ότι είναι νομικά ή άλλως ανέφικτο να συμπεριληφθεί στη σύμβαση, που διέπει μια σχετική υποχρέωση, ο όρος που απαιτείται σύμφωνα με την παρ. 1, το εν λόγω ίδρυμα ή οντότητα κοινοποιεί τη διαπίστωσή του στην αρχή εξυγίανσης, προσδιορίζοντας παράλληλα την κατηγορία στην οποία εμπίπτει η υποχρέωση και αιτιολογώντας την εν λόγω διαπίστωση. Το ίδρυμα ή η την επίπτωση της εν λόγω κοινοποίησης στη δυνατότητα εξυγίανσης του εν λόγω ιδρύματος ή οντότητας. Εφόσον λάβει χώρα η κοινοποίηση δυνάμει του πρώτου εδαφίου της παρούσας, η υποχρέωση να συμπεριληφθεί στη σύμβαση όρος που απαιτείται σύμφωνα με την παρ. 1 αναστέλλεται αυτοδίκαια από τη λήψη της κοινοποίησης από την αρχή εξυγίανσης. Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης καταλήξει στη διαπίστωση ότι δεν είναι ανέφικτο, από νομική ή άλλη άποψη, να συμπεριληφθεί στη σύμβαση ο όρος που απαιτείται σύμφωνα με την παρ. 1, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να διασφαλιστεί η δυνατότητα εξυγίανσης του ιδρύματος ή της οντότητας, ζητά, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την κοινοποίηση του πρώτου εδαφίου, τη συμπερίληψη ενός τέτοιου συμβατικού όρου. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί, επιπροσθέτως, να απαιτήσει από το ίδρυμα ή την οντότητα να τροποποιήσει τις πρακτικές του/της όσον αφορά στην εφαρμογή της εξαίρεσης από τη συμβατική αναγνώριση της αναδιάρθρωσης παθητικού. Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας δεν περιλαμβάνουν πρόσθετα μέσα της Κατηγορίας 1, μέσα της Κατηγορίας 2 και χρεωστικά μέσα που αναφέρονται στην υποπερ. β’ της περ. 110 της παρ. 1 του άρθρου 2, όπου τα εν λόγω μέσα είναι μη εξασφαλισμένες υποχρεώσεις. Επιπλέον, οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας είναι ανώτερης εξοφλητικής προτεραιότητας από τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην περ. (ι) της παρ. 1 του άρθρου 145α του v. 4261/2014. Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης ιδρύματος ή οντότητας που αναφέρεται στις περ. β), γ) ή δ) της παρ. 1 του άρθρου 1, σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24, ή σε οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή, διαπιστώσει ότι, εντός μιας κατηγορίας υποχρεώσεων η οποία περιλαμβάνει επιλέξιμες υποχρεώσεις, το ποσό των υποχρεώσεων που, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας, δεν περιλαμβάνουν τον συμβατικό όρο που αναφέρεται στην παρ. 1, μαζί με τις υποχρεώσεις που εξαιρούνται από την εφαρμογή του εργαλείου της αναδιάρθρωσης παθητικού, σύμφωνα με τις παρ. 2 έως 4 του άρθρου 44 ή που είναι πιθανόν να εξαιρεθούν σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 44, υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού της εν λόγω κατηγορίας, αξιολογεί αμέσως τις επιπτώσεις αυτού του δεδομένου στη δυνατότητα εξυγίανσης του εν λόγω ιδρύματος ή οντότητας, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων στη δυνατότητα εξυγίανσης που απορρέουν από τον κίνδυνο να πληγούν οι διασφαλίσεις των πιστωτών, όπως προβλέπονται στο άρθρο 73 όταν εφαρμόζονται οι εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής σε επιλέξιμες υποχρεώσεις. Σε περίπτωση που, με βάση την εκτίμηση που αναφέρεται στο όγδοο εδάφιο της παρούσας, η αρχή εξυγίανσης καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι υποχρεώσεις οι οποίες, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, δεν περιλαμβάνουν τον συμβατικό όρο που αναφέρεται στην παρ. 1, δημιουργούν ουσιαστικό εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης, εφαρμόζει τις εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 25, όπως αρμόζει, ώστε να αρθεί το εν λόγω εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης. Υποχρεώσεις, στη σύμβαση των οποίων, το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στις περ. β), γ) ή δ) της παρ. 1 του άρθρου 1 δεν έχει συμπεριλάβει τον όρο που απαιτείται σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος ή για τις οποίες, σύμφωνα με την παρούσα, η εν λόγω απαίτηση δεν εφαρμόζεται, δεν υπολογίζονται για την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων.»
Άρθρο 59
Απαίτηση για την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων - Τροποποίηση παρ. 3 και 10 εσωτερικού άρθρου 59 άρθρου 2 v. 4335/2015 (περ. β παρ. 4 άρθρου 59 Οδηγίας 2014/59/ΕΕ και παρ. 23 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)
Στην περ. β) της παρ. 3 του εσωτερικού άρθρου 59 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), περί συνεκτίμησης περιστάσεων για τη βιωσιμότητα ιδρύματος, οντότητας και ομίλων, αντί του διαζευκτικού «ή» για την απομείωση ή τη μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων, τίθεται η λέξη «πλην», αφαιρούνται οι αναφορές στην «παρ. 2», προστίθενται οι λέξεις «μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με ενέργεια εξυγίανσης», στην αναφορά της αφερεγγυότητας προστίθενται και οι οντότητες του άρθρου 1, και η περ. β) διαμορφώνεται ως εξής: «β) λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική στιγμή και άλλες σχετικές περιστάσεις, δεν προσδοκάται εύλογα ότι εναλλακτικά μέτρα προερχόμενα από τον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων του Θ.Σ.Π., ή ενέργειες της αρμόδιας αρχής ή της αρχής εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης, πλην της απομείωσης ή της μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων ή των αναφερόμενων στην παρ. 1α επιλέξιμων υποχρεώσεων, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με ενέργεια εξυγίανσης, θα αποτρέψουν την αφερεγγυότητα του ιδρύματος ή της οντότητας των περ. β), γ) ή
- δ) της παρ. 1 του άρθρου 1 ή του ομίλου εντός ευλόγου
χρονικού διαστήματος.»
Στην παρ. 10 του εσωτερικού άρθρου 59 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015, περί αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού από την αρχή εξυγίανσης, προστίθενται στο πρώτο εδάφιο και στην περ. β) οι επιλέξιμες υποχρεώσεις, και η παρ. 10 διαμορφώνεται ως εξής: «10. Πριν ασκήσει τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής των κεφαλαιακών μέσων, ή των επιλέξιμων υποχρεώσεων της παρ. 1α, η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι διενεργείται, σύμφωνα με το άρθρο 36, αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή της οντότητας των περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1. Η αποτίμηση αυτή αποτελεί τη βάση υπολογισμού:
- α) της απομείωσης που πρόκειται να εφαρμοστεί στα
σχετικά κεφαλαιακά μέσα ή τις επιλέξιμες υποχρεώσεις μέσων ή των επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παρ. 1α με σκοπό την ανακεφαλαιοποίηση του ιδρύματος ή της οντότητας των περ. β), γ) ή δ) της παρ. 1 του άρθρου 1.»
Άρθρο 60
Αποκλεισμός ορισμένων συμβατικών ρητρών σε περίπτωση έγκαιρης παρέμβασης και εξυγίανσης - Τροποποίηση παρ. 5 εσωτερικού άρθρου 68 άρθρου 2 v. 4335/2015 (περ. β παρ. 29 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στην παρ. 5 του εσωτερικού άρθρου 68 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), περί αναστολής, διορθώνονται οι παραπομπές, και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής: «5. Η αναστολή ή ο περιορισμός δυνάμει των άρθρων 33α, 69 ή 70 δεν συνιστά αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης για τους σκοπούς των παρ. 1 και 3 του παρόντος και της παρ. 1 του άρθρου 71.»
Άρθρο 61
Κατάταξη των απαιτήσεων στην ειδική εκκαθάριση - Τροποποίηση περ. η) παρ. 1 άρθρου 145A ν. 4261/2014 Στην περ. η της παρ. 1 του άρθρου 145A του ν. 4261/2014 (Α’ 107), περί απαιτήσεων από καταθέσεις που εμπίπτουν στην εξαίρεση καταβολής αποζημιώσεων, διορθώνονται οι παραπομπές, και η περ. η διαμορφώνεται ως εξής: «η. Απαιτήσεις από καταθέσεις που εμπίπτουν στην εξαίρεση από την καταβολή αποζημιώσεων σύμφωνα με το άρθρο 8 του v. 4370/2016, στις οποίες όμως δεν συμπεριλαμβάνονται οι καταθέσεις που εμπίπτουν στην περ. γ’ της διάταξης αυτής.»
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕΡΟΥΣ Γ’
Άρθρο 62
Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Γ’
Η Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφασή της, μπορεί να θεσπίζει κανόνες σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας ένταξης στο Προστατευμένο Κανονιστικό Περιβάλλον του άρθρου 49, την παρεχόμενη υποστήριξη εντός του Προστατευμένου Κανονιστικού Περιβάλλοντος, τα κριτήρια επιλεξιμότητας, τα στάδια του Προστατευμένου Κανονιστικού Περιβάλλοντος, την ολοκλήρωση του ελέγχου και κάθε άλλο συναφές ζήτημα, που σχετίζεται με τη σύσταση και λειτουργία του.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, για τη λειτουργία του Μητρώου Παρακολούθησης Ιδιωτικού Χρέους του άρθρου 50, ορίζονται:
- α) Οι πιστωτές, προσδιοριζόμενοι κατά είδος δραστηριότητας, κύκλο εργασιών ή άλλο πρόσφορο κριτήριο,
που παρέχουν στοιχεία στο Μητρώο, καθώς και η προθεσμία για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής, που δεν μπορεί να είναι βραχύτερη από έξι (6) μήνες από την έκδοση της απόφασης,
- β) τα ειδικότερα οικονομικά στοιχεία που σχετίζονται
με τις οφειλές και παρέχονται από τους πιστωτές,
- γ) ο χρόνος και η συχνότητα παροχής των στοιχείων
από τους πιστωτές προς το Μητρώο,
- δ) οι τεχνικές λεπτομέρειες και οι λειτουργικές προδιαγραφές του Μητρώου και, ιδίως, ο τρόπος διαβίβασης
και παραλαβής των στοιχείων από τους πιστωτές της περ. α) σε ηλεκτρονική μορφή, η διαδικασία διασύνδεσης και επικοινωνίας των πιστωτών με το Μητρώο, ο τρόπος καταγραφής των πληροφοριών που επιτρέπει την προσήκουσα αποτύπωση και διαβίβασή τους και την ανωνυμοποίησή τους μέσω ειδικού συστήματος, το οποίο θα χρησιμοποιείται από τους πιστωτές, οι μορφότυποι παροχής των πληροφοριών και στοιχείων, ο τρόπος διασύνδεσης και διαλειτουργικότητας του Μητρώου με τα μητρώα της παρ. 4 του άρθρου 50, συγκεκριμένοι ρόλοι χρηστών εξουσιοδοτημένων με τα κατάλληλα δικαιώματα για τη λειτουργία του Μητρώου, καθώς και η διασφάλιση της κυκλοφορίας αποκλειστικά δεδομένων που είναι ανωνυμοποιημένα, ώστε να μη μπορεί να συνδεθούν με συγκεκριμένη επιχείρηση ή οφειλέτη,
- ε) η μέθοδος επεξεργασίας των δεδομένων από το
Μητρώο,
- στ) οι κυρώσεις που επιβάλλονται στην περίπτωση
μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των πιστωτών που προβλέπονται στο παρόν και τις κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεις αυτού,
- ζ) κάθε άλλη αναγκαία τεχνική λεπτομέρεια για τη λειτουργία του Μητρώου.
Άρθρο 63
Καταργούμενες διατάξεις Μέρους Γ’ Κατάργηση περ. β) παρ. 3 άρθρου 13 ν. 4557/2018 Η περ. β) της παρ. 3 του άρθρου 13 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί υποχρέωσης επαλήθευσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, καταργείται.
ΜΕΡΟΣ Δ’
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ Ν. 4738/2020
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ
Άρθρο 64
Πεδίο εφαρμογής - Τροποποίηση περ. γ) παρ. 3 άρθρου 7 ν. 4738/2020 Το δεύτερο εδάφιο της περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί απαγόρευσης της υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών αν το φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα έχει τεθεί σε λύση ή εκκαθάριση, αντικαθίσταται, προστίθεται νέο τρίτο εδάφιο και η περ. γ) διαμορφώνεται ως εξής: παύσει να υφίσταται κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, δύνανται να ρυθμιστούν με αίτηση τρίτου προσώπου, που έχει κατά νόμο εις ολόκληρον ευθύνη με το νομικό πρόσωπο για τις βεβαιωμένες σε βάρος του οφειλές, εφόσον ο αιτών δεν εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κεφαλαίου. Κατά παρέκκλιση της υποπερ. 2 της περ. α) του άρθρου 22, μετά την απώλεια της ρύθμισης της παρούσας, επιτρέπεται νέα ρύθμιση των ίδιων οφειλών, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται από τρίτο πρόσωπο που έχει κατά νόμο εις ολόκληρον ευθύνη γι’ αυτές και δεν εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζονται τεχνικά και άλλα θέματα για την απεικόνιση στην πλατφόρμα του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών των οφειλών του νομικού προσώπου σε αίτηση συνυπεύθυνων προσώπων.»
Άρθρο 65
Άδεια για επεξεργασία και κοινοποίηση στοιχείων που δηλώνονται στην αίτηση Προσθήκη παρ. 6 στο άρθρο 12 του ν. 4738/2020 Στο άρθρο 12 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί χορήγησης άδειας για την επεξεργασία και την κοινοποίηση των στοιχείων που δηλώνονται στην αίτηση για την εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών, προστίθεται παρ. 6 ως εξής: «6. Οι χρηματοδοτικοί φορείς ενημερώνουν την ηλεκτρονική πλατφόρμα με τα στοιχεία καταθέσεων, κινήσεων λογαριασμών, οφειλών, εξασφαλίσεων οφειλών, συνοφειλετών, εγγυητών, καθώς και χρηματοοικονομικών προϊόντων των προσώπων της παρ. 2 που σχετίζονται άμεσα με αυτούς, εντός της προθεσμίας που προκύπτει από την κοινή απόφαση της παρ. 4 του άρθρου 71. Το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, εφόσον διαπιστώσει ότι ο χρηματοδοτικός φορέας δεν συμμορφώνεται με τις ως άνω υποχρεώσεις για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις εξήντα (60) ημέρες, δύναται να επιβάλει στον χρηματοδοτικό φορέα πρόστιμο έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, αφού καλέσει τον χρηματοδοτικό φορέα σε ακρόαση. Το ύψος της κύρωσης εξαρτάται από τη βαρύτητα αυτής, τη σημασία και τον όγκο των στοιχείων που δεν υποβάλλονται και την υποτροπή του φορέα που έχει υποπέσει στην παράβαση.»
Άρθρο 66
Τεκμαιρόμενη συναίνεση σε πρόταση αναδιάρθρωσης χρεών ευάλωτου οφειλέτη Προσθήκη παρ. 3 στο άρθρο 14 του ν. 4738/2020 Στο άρθρο 14 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί υπογραφής και μορφών σύμβασης αναδιάρθρωσης, προστίθεται παρ. 3 ως εξής: «3. Για οφειλέτες που πληρούν τα κριτήρια του ευάλωτου, σύμφωνα με την περ. α) του άρθρου 217 και έχουν εκδώσει βεβαίωση ευάλωτου οφειλέτη, σύμφωνα με την περ. β) του ίδιου άρθρου, τεκμαίρεται η συναίνεση του συνόλου των πιστωτών, επί της παραγόμενης αντιπρότασης πιστωτών, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2Α του άρθρου 71, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοδοτικών φορέων, του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης. Στην περίπτωση αυτή, η πρόταση ρύθμισης που προκύπτει στη βάση της αντιπρότασης πιστωτών προσφέρεται μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας στον οφειλέτη εντός της προθεσμίας του άρθρου 16 και ο οφειλέτης δύναται να την αποδεχθεί ή να την απορρίψει. Σε περίπτωση αποδοχής, υπογράφεται η αυτομάτως παραγόμενη σύμβαση αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 14. Η άσκηση ανακοπής κατά της πρότασης ρύθμισης του προηγούμενου εδαφίου, επιτρέπεται εντός είκοσι (20) ημερών από την εξαγωγή της πρότασης ρύθμισης, ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου Ειρηνοδικείου. Λόγοι της ανακοπής είναι αποκλειστικά:
- α) η ανακρίβεια των στοιχείων που έχει υποβάλει ο
οφειλέτης, και
- β) η μειωμένη ικανοποίηση της απαίτησης του πιστωτή
σε σχέση με την ικανοποίηση που θα προέκυπτε από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάθεσή της και η επίδοση γίνεται εντός πέντε (5) ημερών από την κατάθεση της ανακοπής. Ως επίδοση προς τον οφειλέτη και τους λοιπούς πιστωτές νοείται και η υποβολή αντιγράφου της ανακοπής στην πλατφόρμα του μηχανισμού. Η ανακοπή συζητείται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και η απόφαση του Ειρηνοδικείου δεν υπόκειται σε έφεση.»
Άρθρο 67
Προθεσμία για την υπογραφή της σύμβασης αναδιάρθρωσης - Προσθήκη παρ. 2 στο άρθρο 16 του ν. 4738/2020 Το άρθρο 16 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί προθεσμίας για την υπογραφή της σύμβασης αναδιάρθρωσης, αριθμείται ως παρ. 1, προστίθεται παρ. 2 και το άρθρο 16 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 16 Προθεσμία για την υπογραφή της σύμβασης αναδιάρθρωσης
Αν δεν υπογραφεί η σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία οριστικής υποβολής της αίτησης, η διαδικασία θεωρείται περατωθείσα ως άκαρπη. Σε περίπτωση που τίθεται από αρμόδια υπηρεσία προθεσμία θεραπείας κατά την περ. δ’ της παρ. 2 του άρθρου 21, η ανωτέρω προθεσμία παρατείνεται για δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες. Σε κάθε περίπτωση, εντός της προθεσμίας του παρόντος άρθρου, οι συμμετέχοντες πιστωτές, που είναι χρηματοδοτικοί φορείς, έχουν τη δυνατότητα να απορρίψουν την αίτηση του οφειλέτη και να μην καταθέσουν πρόταση ρύθμισης. Με την κοινοποίηση της απόρριψης και της αιτιολογίας αυτής, μεσολαβεί ο μήνας Αύγουστος, εφαρμόζεται αναλογικά η παρ. 2 του άρθρου 147 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Α’ 182, π.δ. 503/1985) και το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν συνυπολογίζεται.
Αν δεν τηρηθεί η προθεσμία της παρ. 1, ιδίως λόγω διορθώσεων στην αίτηση ή λόγω χορήγησης παρατάσεων ή αναζήτησης συμπληρωματικών εγγράφων, πριν τη χορήγηση της πρότασης αναδιάρθρωσης, τα στοιχεία οφειλών της αίτησης του οφειλέτη για την εξωδικαστική ρύθμιση των οφειλών του αντλούνται εκ νέου και η αίτηση επικαιροποιείται με τις οφειλές που ισχύουν κατά την ημερομηνία της εκ νέου άντλησης.»
Άρθρο 68
Κανόνες και περιορισμοί στις συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών με το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης - Αντικατάσταση περ. δ) και ε) και προσθήκη περ. στ) στην παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 4738/2020 Στο άρθρο 22 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί κανόνων και περιορισμών στις συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών με το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, στο δεύτερο εδάφιο της περ. γ) επικαιροποιείται η νομοθεσία και επέρχονται νομοτεχνικές βελτιώσεις, οι περ. δ) και ε) αντικαθίστανται, προστίθεται περ. στ), και το άρθρο 22 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 22 Κανόνες και περιορισμοί στις συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών με το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης Ισχύουν ως προς τις συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, πέραν των προβλέψεων υπουργικών αποφάσεων που εκδίδονται βάσει εξουσιοδοτήσεων που παρέχονται στον παρόντα νόμο, και οι ακόλουθοι κανόνες και περιορισμοί:
- α) Είναι άκυρος ο όρος σύμβασης αναδιάρθρωσης,
που προβλέπει:
την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης σε περισσότερες από διακόσιες σαράντα (240) δόσεις,
τη ρύθμιση οφειλών που έχουν ήδη ρυθμισθεί βάσει του παρόντος κεφαλαίου ή του ν. 4469/2017 (Α’ 62), ανεξάρτητα αν η ρύθμιση είναι σε ισχύ,
την τμηματική αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ανά χρονικά διαστήματα που υπερβαίνουν τον μήνα,
την καταβολή μηνιαίας δόσης μικρότερης των πενήντα (50) ευρώ,
την παροχή περιόδου χάριτος για την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης,
την ικανοποίηση απαιτήσεων του Δημοσίου ή των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης με άλλα ανταλλάγματα αντί χρηματικού ποσού.
- β) Αν στη σύμβαση αναδιάρθρωσης προβλέπεται
διαγραφή οφειλών προς το Δημόσιο ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, αυτή γίνεται κατά σειρά παλαιότητας, από την παλαιότερη οφειλή προς τη νεότερη, με κριτήριο τον χρόνο καταχώρισης της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων και όχι τον χρόνο λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής αυτής, είτε η καταβολή γίνεται εφάπαξ είτε σε δόσεις. Η διαγραφή των οφειλών της παρούσας τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της ολοσχερούς αποπληρωμής των ρυθμιζόμενων οφειλών προς το Δημόσιο ή τον αντίστοιχο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Η διαγραφή οφειλών βεβαιωμένων στη Φορολογική Διοίκηση, συμπεριλαμβανομένων των οφειλών υπέρ τρίτων, γίνεται από τη Φορολογική Διοίκηση.
- γ) Επί των οφειλών προς το Δημόσιο που ρυθμίζονται
δυνάμει της σύμβασης αναδιάρθρωσης δεν υπολογίζονται περαιτέρω τόκοι ή προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης και κατά τη διάρκεια ισχύος αυτής, δεν υπολογίζονται τα πρόστιμα του άρθρου 57 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4987/2022, Α’ 206) και του άρθρου 6 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190). Σε περίπτωση ολικής προεξόφλησης της ρύθμισης, με καταβολή από τον οφειλέτη ή συμψηφισμό ή από απόδοση κατασχέσεων ή από παρακράτηση, χορηγείται έκπτωση στο σύνολο των ανεξόφλητων τόκων καταβολής που έχουν υπολογιστεί και, σύμφωνα με το υπολογιστικό εργαλείο του άρθρου 71, αντιστοιχούν στις δόσεις της ρύθμισης που προεξοφλούνται.
- δ) Το ποσό αποπληρωμής, μη συμπεριλαμβανομένου
του τόκου της ρύθμισης, που, κατ’ εφαρμογή του υπολογιστικού εργαλείου του άρθρου 71, αντιστοιχεί στις οφειλές από παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους που εντάσσονται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης δεν υπολείπεται του ύψους της βασικής οφειλής αυτών.
- ε) Η διαγραφή ασφαλιστικών εισφορών απαγορεύεται.
- στ) Οι έννομες συνέπειες της ρύθμισης των άρθρων
23, 25 και 26 επέρχονται όχι μόνο ως προς τον αιτούντα, αλλά και ως προς τυχόν τρίτα πρόσωπα που έχουν κατά νόμο εις ολόκληρον ευθύνη για τις οφειλές που υπάγονται στη ρύθμιση. Ειδικά στην περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 7, οι έννομες συνέπειες του πρώτου εδαφίου επέρχονται επιπλέον ως προς το υπό εκκαθάριση νομικό πρόσωπο σε βάρος του οποίου έχουν βεβαιωθεί οι οφειλές που υπάγονται στη ρύθμιση.» ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΥΑΛΩΤΟΥΣ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ
Άρθρο 69
Αντικειμενικές προϋποθέσεις πτώχευσης - Τροποποίηση παρ. 4 άρθρου 77 ν. 4738/2020 Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 77 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί αντικειμενικών προϋποθέσεων για την κήρυξη πτώχευσης, τροποποιείται, ώστε το πτωχευτικό δικαστήριο να προσδιορίζει την ημερομηνία της διαδικασίας, και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής: «4. Πτώχευση κηρύσσεται εφόσον, με βάση τα οικονομικά στοιχεία που τίθενται υπόψη του δικαστηρίου, πιθανολογείται ότι η περιουσία ή το εισόδημα του οφειλέτη, επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας. Άλλως, το δικαστήριο διατάσσει την καταχώριση του ονόματος ή της επωνυμίας, κατά περίπτωση, του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213 και προσδιορίζει την ημερομηνία της παύσης των πληρωμών κατά την παρ. 2 του άρθρου 81.»
Άρθρο 70
Διαδικασία πτώχευσης - Τροποποίηση άρθρου 78 ν. 4738/2020 Στην παρ. 2 του άρθρου 78 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί προσδιορισμού των μικρού αντικειμένου πτωχεύσεων, στο πρώτο εδάφιο προσδιορίζεται ότι η πλήρωση των κριτηρίων προσδιορισμού είναι σωρευτική, το δεύτερο εδάφιο καταργείται, το πρώτο εδάφιο της παρ. 5 και η παρ. 6, περί διαδικασίας κλήτευσης του οφειλέτη στη συζήτηση της αίτησης πτώχευσης, τροποποιούνται, ώστε ο οφειλέτης να κλητεύεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης στη γραμματεία του δικαστηρίου, και το άρθρο 78 διαμορφώνονται ως εξής: «Άρθρο 78 Αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο - Διαδικασία
Με εξαίρεση τις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου, στις οποίες εφαρμόζεται το Έκτο Μέρος του παρόντος Δεύτερου Βιβλίου, αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του, ή, στην περίπτωση φυσικού προσώπου χωρίς εμπορική ιδιότητα, την κύρια κατοικία του, όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία φορολογική δήλωση του οφειλέτη πριν από την κατάθεση αίτησης πτώχευσης.
Μικρού αντικειμένου πτωχεύσεις ορίζονται αυτές στις οποίες ο οφειλέτης ικανοποιεί σωρευτικά και τα τρία (3) κριτήρια προσδιορισμού της πολύ μικρής οντότητας του άρθρου 2 του ν. 4308/2014 (Α’ 251). Στην περίπτωση των φυσικών προσώπων, το κριτήριο που αφορά το ενεργητικό εφαρμόζεται στην περιουσία του προσώπου. Ως προς την ακίνητη περιουσία του προσώπου, η αξία αυτής προκύπτει κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11. Οι διαδικαστικές και άλλες παρεκκλίσεις της πτώχευσης μικρού αντικειμένου αναφέρονται στο Έκτο Μέρος του παρόντος Δεύτερου Βιβλίου, ενώ κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των υπολοίπων Μερών του Δεύτερου Βιβλίου.
Κέντρο των κύριων συμφερόντων είναι ο τόπος, όπου ο οφειλέτης ασκεί συνήθως τη διοίκηση των συμφερόντων του και, συνεπώς, είναι αναγνωρίσιμος από τους τρίτους. Για τα νομικά πρόσωπα τεκμαίρεται, μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο, ότι κέντρο των κύριων συμφερόντων είναι ο τόπος της καταστατικής έδρας.
Η υπόθεση εκδικάζεται όπως προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 130.
Στη συζήτηση της αίτησης κλητεύεται ο οφειλέτης εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης στη γραμματεία του δικαστηρίου, εφόσον αυτή υποβάλλεται από τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 79, άλλως η συζήτηση είναι απαράδεκτη. Αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (Γ.ΕΜ.Η.) δεν έχει διοίκηση, η κλήτευση λογίζεται νομίμως γενομένη αν γίνει στην τελευταία καταχωρημένη στο Γ.ΕΜ.Η. διεύθυνση του νομικού προσώπου ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση σύμφωνα με τη δήλωση φόρου εισοδήματος ή, αν δεν υπάρχει, ως αγνώστου διαμονής κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Σε κάθε περίπτωση η κλήτευση καταχωρείται στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας. Το δικαστήριο κατά τον προσδιορισμό της δικασίμου μπορεί να διατάξει την κλήτευση των σημαντικότερων μετόχων ή εταίρων, αν είναι γνωστοί. Τη διαδικασία της παρούσας μπορεί να εκκινήσουν και πιστωτές μέσω διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, πριν από την εκδίκαση της αίτησης πτώχευσης. Αντίστοιχη διαδικασία ακολουθείται και για τα φυσικά πρόσωπα αγνώστου διαμονής.
Το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 748 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης στη γραμματεία του δικαστηρίου, καθώς και την καταχώρησή της.»
Άρθρο 71
Δικαιολογητικά που συνοδεύουν την αίτηση πτώχευσης - Τροποποίηση παρ. 6 και 7 άρθρου 79 ν. 4738/2020 Στις παρ. 6 και 7 του άρθρου 79 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί διαδικασίας κατάθεσης αίτησης πτώχευσης, προστίθενται δύο τελευταία εδάφια, και οι παρ. 6 και 7 διαμορφώνονται ως εξής: «6. Με την αίτησή του ο οφειλέτης υποχρεούται να καταθέσει, με ποινή απαραδέκτου, βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας της φορολογικής διοίκησης για τα χρέη του προς το Δημόσιο και τις χρηματοοικονομικές του καταστάσεις για την τελευταία χρήση, για την οποία είναι διαθέσιμες, εφόσον έχει υποχρέωση να συντάσσει τέτοιες. Στην βεβαίωση αυτή πιστοποιείται ότι περιλαμβάνονται όλες οι βεβαιωμένες οφειλές του αιτούντα, ατομικές και από εκ του νόμου συνοφειλή, καθώς και τυχόν φορολογικές εκκρεμότητες αυτού. Σε περίπτωση αίτησης φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο δεν δημοσιεύει χρηματοοικονομικές καταστάσεις, με την αίτηση κατατίθεται επί ποινή απαραδέκτου η τελευταία δήλωση φόρου εισοδήματος, η δήλωση στοιχείων ακινήτων, κατάσταση των πιστωτών του και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, η κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα. Ο οφειλέτης υπέχει ως προς τα παραπάνω δηλούμενα στοιχεία ευθύνη σύμφωνα με το άρθρο 952 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση μπορεί να συνοδεύεται και από άλλα έγγραφα που στηρίζουν τα παρεχόμενα από τον οφειλέτη στοιχεία, βεβαιωμένα ως η αίτηση αφορά νομικό πρόσωπο. Εφόσον η αίτηση γίνεται ηλεκτρονικά μέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας, τα έγγραφα μπορούν να υποβάλλονται σε ηλεκτρονικό αντίγραφο. Ως προς τα απαιτούμενα στοιχεία που ευρίσκονται σε βάσεις δεδομένων του δημόσιου τομέα ή των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, η αίτηση περιλαμβάνει συναίνεση πρόσβασης στα αρχεία αυτά για κάθε πρόσωπο με έννομο συμφέρον καθώς και συναίνεση για άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων του ν.δ. 1059/1971 (Α’ 270), καθώς και του φορολογικού απορρήτου. Την ίδια συναίνεση πρόσβασης σε κάθε πρόσωπο με έννομο συμφέρον παρέχει ο οφειλέτης και ως προς κατατεθέντα συνοδευτικά έγγραφα. Παραλείψεις ή παραδρομές στα έγγραφα που κατατίθενται με την αίτηση μπορούν να διορθωθούν μέχρι τη συζήτησή της και δεν την καθιστούν απαράδεκτη. Το δικαστήριο δύναται να συμπεριλάβει οφειλές στην απόφασή του, που ανακύπτουν βάσει στοιχείων στο πλαίσιο της συζήτησης της αίτησης.
Η αίτηση και το σύνολο των συνοδευτικών εγγράφων δημοσιεύονται στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213. Η αίτηση πτώχευσης επέχει θέση αιτήματος στην πλατφόρμα του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας για αυτεπάγγελτη αναζήτηση και ανάκτηση στοιχείων από τις βάσεις δεδομένων της φορολογικής διοίκησης και των χρηματοδοτικών φορέων. Η αυτόματη άντληση των παραπάνω στοιχείων και εγγράφων της παρούσας από τις βάσεις δεδομένων του δημοσίου τομέα και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και η εκτύπωση των στοιχείων και εγγράφων αυτών επέχει θέση βεβαίωσης για τις οφειλές και τα λοιπά στοιχεία που αντλούνται.»
Άρθρο 72
Περιεχόμενο της απόφασης πτώχευσης - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 81 ν. 4738/2020 Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 81 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί των στοιχείων που περιλαμβάνει η απόφαση που κάνει δεκτή την αίτηση πτώχευσης του οφειλέτη, τροποποιείται, ώστε η συνοπτική αιτιολογία να αναφέρει τουλάχιστον την πλήρωση των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων κήρυξης της πτώχευσης των άρθρων 76 και 77 του ως άνω νόμου, και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Επί πτώχευσης που κηρύσσεται κατόπιν αίτησης του οφειλέτη και εφόσον δεν ασκηθεί παρέμβαση, η απόφαση που κάνει δεκτή την αίτηση περιέχει συνοπτική μόνο αιτιολογία, αναφέροντας τουλάχιστον την πλήρωση των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων κήρυξης της πτώχευσης των άρθρων 76 και
Στην απόφαση προσδιορίζεται και η ημέρα παύσης των πληρωμών η οποία τεκμαίρεται ότι είναι η τριακοστή ημερολογιακή ημέρα που προηγείται της υποβολής της αίτησης πτώχευσης ή, σε περίπτωση κήρυξης της πτώχευσης σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 77, η ημέρα υποβολής της αίτησης πτώχευσης. Σε περίπτωση όμως που πιθανολογείται από τα διαθέσιμα στοιχεία ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε αδυναμία εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του υποχρεώσεων κατά τρόπο γενικό και μόνιμο σε προγενέστερη ημερομηνία, το δικαστήριο ορίζει την προγενέστερη αυτή ημερομηνία ως ημέρα παύσης πληρωμών, η οποία δεν μπορεί να απέχει πέραν της διετίας από την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης ή, σε περίπτωση θανάτου του οφειλέτη, πέραν του έτους πριν τον θάνατο.»
Άρθρο 73
Πτωχευτική περιουσία - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 92 ν. 4738/2020 Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 92 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί υπαγωγής στην πτωχευτική περιουσία μέρους του εισοδήματος του οφειλέτη, διορθώνεται η παραπομπή στον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190), και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Σε περίπτωση οφειλέτη φυσικού προσώπου, με την επιφύλαξη των παρ. 3 και 5, από την κήρυξη της πτώχευσης μέχρι την απαλλαγή του οφειλέτη, στην πτωχευτική περιουσία ανήκει το μέρος του ετησίου εισοδήματός του, αφού αφαιρεθούν οι φόροι και οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, που υπερβαίνει το ποσό των ετήσιων ευλόγων δαπανών διαβίωσης ή το δωδεκαπλάσιο του ακατάσχετου κατά την παρ. 2 του άρθρου 33 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, όποιο είναι υψηλότερο εκ των δύο. Εντός τριάντα (30) ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας αναγγελίας των απαιτήσεων κατά το άρθρο 153, ο σύνδικος υποβάλλει στον εισηγητή, με κοινοποίηση στον οφειλέτη, σχέδιο περιοδικών πληρωμών για την εφαρμογή της παρούσας. Εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση, ο οφειλέτης μπορεί να εκθέσει τις απόψεις του επί του σχεδίου περιοδικών πληρωμών, καταθέτοντας σημείωμα. Ο εισηγητής, με αιτιολογημένη διάταξή του, αποφασίζει περί της αποδοχής ή μη, εν όλω ή εν μέρει, του σχεδίου περιοδικών πληρωμών. Εγκεκριμένο σχέδιο πληρωμών εφαρμόζεται αναδρομικά από την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης.»
Άρθρο 74
Ρυθμίσεις για τους ενέγγυους πιστωτές - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 101 ν. 4738/2020 Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 101 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί της περιόδου ισχύος άρσης της αναστολής κατάσχεσης από ενέγγυο πιστωτή, η παραπομπή στην «παρ. 3» διορθώνεται, και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής: «3. Η αναστολή των ατομικών διώξεων του άρθρου 100 δεν ισχύει ως προς τους ενέγγυους πιστωτές σχετικά με τα ανωτέρω υπέγγυα στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας για διάστημα εννέα (9) μηνών από την κήρυξη της πτώχευσης, με την παρέλευση των οποίων η αναστολή επεκτείνεται και στις ατομικές διώξεις των ενέγγυων πιστωτών. Κατ’ εξαίρεση, αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των ενέγγυων πιστωτών στην περίπτωση που στην απόφαση του άρθρου 81 προβλέπεται η εκποίηση του ενεργητικού της επιχείρησης ως οποίου έχει παραχωρηθεί ασφάλεια αποτελεί μέρος του υπό εκποίηση περιουσιακού συνόλου. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον η διαδικασία εκποίησης του ενεργητικού της επιχείρησης ως λειτουργικού συνόλου ή των επιμέρους λειτουργικών συνόλων αυτής περατωθεί για τους λόγους που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 159 ή στην παρ. 1 του άρθρου 161, οι ενέγγυοι πιστωτές ανακτούν τις ατομικές τους διώξεις για διάστημα εννέα (9) μηνών από την κατά τα ως άνω περάτωση της διαδικασίας, με την παρέλευση των οποίων η αναστολή διώξεων επεκτείνεται και στις ατομικές διώξεις αυτών. Σε περίπτωση κατάσχεσης από ενέγγυο πιστωτή, η άρση της αναστολής, σύμφωνα με την παρούσα, ισχύει μέχρι την πώληση του υπέγγυου στοιχείου μέσω πλειστηριασμού ή μέχρι την ανατροπή της κατάσχεσης.»
Άρθρο 75
Γενικές διατάξεις για την κατ’ ιδίαν εκποίηση - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 162 ν. 4738/2020 Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 162 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί της εκποίησης από κοινού περισσότερων ακινήτων, τροποποιείται, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα της από κοινού εκποίησης ακινήτων που για νομικούς ή πραγματικούς λόγους πρέπει να εκποιηθούν ως ενιαίο σύνολο, και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται στην εκποίηση ακινήτων, πλοίων και αεροσκαφών του οφειλέτη, ανεξαρτήτως αξίας, καθώς και στην εκποίηση κινητών ή ομάδων κινητών του οφειλέτη, η αξία καθενός από τα οποία είναι τουλάχιστον ίση με πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, σύμφωνα με τη μέση τιμή των εκτιμήσεων των πιστοποιημένων εκτιμητών της παρ. 4. Σε περίπτωση ακινήτων, στα οποία έχουν εγκατασταθεί βιομηχανικές, βιοτεχνικές, ξενοδοχειακές ή τουριστικές επιχειρήσεις ή άλλες παραγωγικές μονάδες που διαθέτουν εξοπλισμό και αποτελούν οικονομικό σύνολο, τα ακίνητα μπορούν να εκποιούνται μαζί με τα παραρτήματά τους. Αν περισσότερα ακίνητα παρουσιάζουν λειτουργική ενότητα για την εξυπηρέτηση της επιχείρησης ή της παραγωγικής μονάδας που έχει εγκατασταθεί σε ένα από αυτά ή για νομικούς ή πραγματικούς λόγους πρέπει να εκποιηθούν ως ενιαίο σύνολο, μπορούν να εκποιούνται από κοινού.»
Άρθρο 76
Διαδικασία εκποίησης κινητών μικρής αξίας - Τροποποίηση άρθρου 165 ν. 4738/2020 Στο άρθρο 165 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί της διαδικασίας εκποίησης κινητών μικρής αξίας, η φράση «σύμφωνα με τη μέση τιμή των εκτιμήσεων των πιστοποιημένων εκτιμητών της παρ. 4 του άρθρου 162» αντικαθίσταται από τη φράση «σύμφωνα με εκτίμηση του συνδίκου για την οποία απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του εισηγητή» τροποποιείται, και το άρθρο 165 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 165 Διαδικασία εκποίησης κινητών μικρής αξίας Τα κινητά του οφειλέτη αξίας μικρότερης από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, σύμφωνα με εκτίμηση του συνδίκου για την οποία απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του εισηγητή, εκποιούνται ως μία ή περισσότερες ομάδες πραγμάτων, όπως προβλέπεται στα άρθρα 162 έως και 164.»
Άρθρο 77
Φορολογικές ρυθμίσεις για τον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης - Προσθήκη παρ. 9 στο άρθρο 170 του ν. 4738/2020 Στο άρθρο 170 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί φορολογικών και διοικητικών διευκολύνσεων, προστίθεται παρ. 9 ως εξής: «9. Με την επιφύλαξη των παρ. 1 έως 8, το άρθρο 31 του ν. 2778/1999 (Α’ 295), καθώς και η εξαίρεση της περ. ζ) της παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 3091/2002 (Α’ 330), εφαρμόζονται αναλογικά στην περίπτωση του φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 217 του παρόντος.»
Άρθρο 78
Άσκηση παρέμβασης από οφειλέτη κατά της αίτησης πτώχευσης μικρού αντικειμένου Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 173 ν. 4738/2020 Στην παρ. 1 του άρθρου 173 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί της διαδικασίας υποβολής της αίτησης πτώχευσης μικρού αντικειμένου, προστίθεται νέο τρίτο εδάφιο, και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Η αίτηση πτώχευσης μικρού αντικειμένου υποβάλλεται ηλεκτρονικά, μέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας, στο οποίο και δημοσιοποιείται για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ημερών. Εφόσον η αίτηση υποβάλλεται από τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 79, κοινοποιείται στον οφειλέτη εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσιοποίησή της κατά το πρώτο εδάφιο, άλλως δεν επέρχονται οι συνέπειες από την υποβολή της. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης δύναται να ασκήσει παρέμβαση κατά της αίτησης. Σε περίπτωση που εντός του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου δεν υποβληθεί παρέμβαση κατά της αίτησης ή υποβληθεί παρέμβαση που αφορά μόνο στον διορισμό συνδίκου, η αίτηση γίνεται δεκτή με μόνη τη διαπίστωση παρέλευσης του χρονικού διαστήματος από το πτωχευτικό δικαστήριο. Με την ίδια απόφαση ορίζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο ο εισηγητής. Ο εισηγητής διορίζει τον σύνδικο, εφόσον δεν προσδιορίζεται στην αίτηση, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις καταχώρισης του άρθρου 178.»
Άρθρο 79
Συνοδευτικά στοιχεία αίτησης πτώχευσης μικρού αντικειμένου - Τροποποίηση άρθρου 174 ν. 4738/2020 Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 174 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί του περιεχομένου της αίτησης πτώχευσης, τροποποιείται, ώστε η αίτηση πτώχευσης και τρίτο, προστίθεται παρ. 5, και το άρθρο 174 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 174 Περιεχόμενο της αίτησης πτώχευσης
Με την αίτησή του ο οφειλέτης υποχρεούται να καταθέσει, με ποινή απαραδέκτου, τις οικονομικές του καταστάσεις, εφόσον υπάρχουν, για την τελευταία χρήση για την οποία είναι διαθέσιμες.
Σε περίπτωση αίτησης φυσικού ή νομικού προσώπου που δεν δημοσιεύει χρηματοοικονομικές καταστάσεις, με την αίτηση κατατίθεται επί ποινή απαραδέκτου η τελευταία δήλωση φόρου εισοδήματος, η δήλωση στοιχείων ακινήτων και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, η κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα. Η αίτηση συνοδεύεται από κατάσταση του συνόλου των πιστωτών του, βεβαίωση της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας για τα χρέη του οφειλέτη προς το Δημόσιο και κτηματολογικό φύλλο ή πιστοποιητικό βαρών των ακινήτων του οφειλέτη. Η αίτηση μπορεί να συνοδεύεται και από άλλα έγγραφα που υποστηρίζουν τα παρεχόμενα από τον οφειλέτη στοιχεία.
Ο οφειλέτης υπέχει ως προς τα παραπάνω δηλούμενα στοιχεία ευθύνη σύμφωνα με το άρθρο 952 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Σφάλματα στα έγγραφα που κατατίθενται με την αίτηση δεν την καθιστούν απαράδεκτη. Το δε δικαστήριο δύναται να συμπεριλάβει οφειλές στην απόφασή του που ανακύπτουν βάσει στοιχείων στο πλαίσιο της συζήτησης της αίτησης.
Τα έγγραφα υποβάλλονται σε ηλεκτρονικό αντίγραφο. Η αίτηση περιλαμβάνει συναίνεση πρόσβασης στα στοιχεία και στα συνοδευτικά έγγραφα που βρίσκονται σε βάσεις δεδομένων του δημόσιου τομέα ή των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
Η αίτηση πτώχευσης επέχει θέση αιτήματος στην πλατφόρμα του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας για αυτεπάγγελτη αναζήτηση και ανάκτηση στοιχείων από τις βάσεις δεδομένων της φορολογικής διοίκησης και των χρηματοδοτικών φορέων. Η αυτόματη άντληση των παραπάνω στοιχείων και εγγράφων της παρούσας από τις βάσεις δεδομένων του δημοσίου τομέα και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και η εκτύπωση των στοιχείων και εγγράφων αυτών επέχει θέση βεβαίωσης για τις οφειλές και τα λοιπά στοιχεία που αντλούνται.»
Άρθρο 80
Δικονομικές ρυθμίσεις - Τροποποίηση παρ. 2 και αντικατάσταση παρ. 3 άρθρου 177 ν. 4738/2020
Το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 και η παρ. 3 του άρθρου 177 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί της άσκησης παρέμβασης και της κατάθεσης προτάσεων, αντίστοιχα, αντικαθίστανται, και οι παρ. 2 και 3 διαμορφώνονται ως εξής: «2. Οι παρεμβάσεις υποβάλλονται ηλεκτρονικά στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας. Εφόσον υποβληθούν εμπρόθεσμα κύριες παρεμβάσεις, αντίγραφα των διαδικαστικών εγγράφων κατατίθενται σε έντυπη μορφή ή ηλεκτρονικά στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο, με μέριμνα του επιμελέστερου των διαδίκων. Αντίγραφο της παρέμβασης επιδίδεται από τον παρεμβαίνοντα, εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών, στα λοιπά διάδικα μέρη.
Εντός εξήντα (60) ημερών από τη δημοσιοποίηση της αίτησης στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας, τα διάδικα μέρη καταθέτουν ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου τις προτάσεις τους και το σύνολο των αποδεικτικών τους εγγράφων.»
Άρθρο 81
Καταχώριση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 178 ν. 4738/2020 Η παρ. 1 του άρθρου 178 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί ανεπάρκειας των μη βεβαρυμμένων στοιχείων του οφειλέτη, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αν με τα στοιχεία στα οποία παρέχεται πρόσβαση μέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας, πιθανολογείται ότι τα μη βεβαρυμμένα στοιχεία της περιουσίας του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας και τα ετήσια εισοδήματα του οφειλέτη, δεν υπερβαίνουν το ποσό των ετήσιων ευλόγων δαπανών διαβίωσης ή αν είναι υψηλότερο, το δωδεκαπλάσιο του ακατάσχετου της παρ. 2 του άρ- θρου 33 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ν. 4987/2022, Α’ 190), δεν διορίζεται σύνδικος και το δικαστήριο διατάσσει την καταχώριση του ονόματος ή της επωνυμίας του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213, προσδιορίζει την ημερομηνία της παύσης των πληρωμών και επέρχονται οι συνέπειες της καταχώρισης της παρ. 4 του άρθρου 77. Την ανεπάρκεια της παρούσας μπορεί να αποδείξει με παρέμβασή του και ο πιστωτής.»
Άρθρο 82
Διαδικασία σφράγισης πτωχευτικής περιουσίας - Τροποποίηση άρθρου 179 ν. 4738/2020 Το άρθρο 179 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί σφράγισης της πτωχευτικής περιουσίας, τροποποιείται, ώστε να παραλειφθεί ο προσδιορισμός της ημέρας παύσης των πληρωμών από μέρους του εισηγητή, και το άρθρο 179 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 179 Σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας Με την επιφύλαξη του άρθρου 178, σε κάθε άλλη περίπτωση πτώχευσης μικρού αντικειμένου, εφόσον γίνει αποδεκτή αίτηση πτώχευσης, ο εισηγητής διατάσσει τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας.»
Άρθρο 83
Αιτιολογημένη απόφαση εισηγητή για τις ανακοπές κατά του πίνακα κατάταξης Τροποποίηση άρθρου 181 ν. 4738/2020 Στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 181 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί αναγγελιών και επαληθεύσεων των πιστώ διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 181 Αναγγελίες και επαληθεύσεις των πιστώσεων Οι αναγγελίες και επαληθεύσεις των πιστώσεων γίνονται σύμφωνα με το Τέταρτο Μέρος του Δεύτερου Βιβλίου. Ο εισηγητής, αφού ακούσει τους ενδιαφερομένους, αποφαίνεται με αιτιολογημένη διάταξή του για τις ανακοπές κατά του πίνακα κατάταξης των πιστωτών που αφορούν την επαλήθευση και το περιεχόμενο του πίνακα πτωχευτικών πιστωμάτων του άρθρου 156, καθώς και την κατάταξη. Κατά της πράξης αυτής του εισηγητή επιτρέπεται, εντός δέκα (10) ημερών, προσφυγή ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, το οποίο αποφαίνεται αμετάκλητα.»
Άρθρο 84
Εκποίηση πραγμάτων που υπόκεινται σε φθορά - Τροποποίηση άρθρου 183 ν. 4738/2020 Στο άρθρο 183 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί εκποίησης πραγμάτων που υπόκεινται σε φθορά, προστίθεται δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 183 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 183 Εκποίηση πραγμάτων που υπόκεινται σε φθορά Η εκποίηση πραγμάτων του άρθρου 140 πραγματοποιείται από τον σύνδικο χωρίς την άδεια του εισηγητή. Κατόπιν αιτήματος του συνδίκου προς τον εισηγητή, δύναται να γίνει από τον σύνδικο ελεύθερη εκποίηση για τα πράγματα του άρθρου 140, εφόσον ο εισηγητής χορηγήσει σχετική άδεια.»
Άρθρο 85
Ειδικές προβλέψεις για την εκπροσώπηση και παράσταση ενώπιον δικαστηρίου Τροποποίηση άρθρου 185 ν. 4738/2020 Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 185 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί ειδικών προβλέψεων, αφαιρείται η παραπομπή στην παρ. 1 του άρθρου 133, και το άρθρο 185 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 185 Ειδικές προβλέψεις Τα άρθρα 146, 148, 150 και 151 δεν εφαρμόζονται στις διαδικασίες του παρόντος. Σε περίπτωση που απαιτείται η εκπροσώπηση και παράσταση ενώπιον δικαστηρίου, ο σύνδικος μπορεί να αναθέτει τη σχετική εντολή σε δικηγόρο, μετά από σύμφωνη γνώμη του εισηγητή, ο οποίος καθορίζει και την αμοιβή του, κατ’ εύλογη κρίση, με αιτιολογημένη διάταξή του, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται προσφυγή στο πτωχευτικό δικαστήριο.»
Άρθρο 86
Απαλλαγή οφειλέτη από οφειλές με πράξη εισηγητή δικαστή - Προσθήκη παρ. 4 στο άρθρο 192 του ν. 4738/2020 Στο άρθρο 192 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί απαλλαγής του οφειλέτη, προστίθεται παρ. 4 ως εξής: «4. Μετά το πέρας της προθεσμίας απαλλαγής, ο εισηγητής δικαστής, κατόπιν αίτησής του οφειλέτη, αφού λάβει έκθεση του συνδίκου για το ύψος των οφειλών που έχουν επαληθευθεί κατά την πτωχευτική διαδικασία και για το ύψος της αξίας των ακινήτων και λοιπών πάγιων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, και εφόσον δεν εκκρεμεί προσφυγή του άρθρου 193, εκδίδει πράξη με την οποία διαπιστώνει την επέλευση της απαλλαγής του οφειλέτη από τις οφειλές του, κατά το παρόν Κεφάλαιο.»
Άρθρο 87
Προσφυγή κατά της απαλλαγής Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 193 ν. 4738/2020 Στην παρ. 2 του άρθρου 193 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί άσκησης προσφυγής κατά της απαλλαγής του οφειλέτη, προστίθεται τελευταίο εδάφιο και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Σε περίπτωση προσφυγής, το πτωχευτικό δικαστήριο, ύστερα από σχετική έκθεση του εισηγητή, στην οποία καταχωρούνται και οι τυχόν παρατηρήσεις του οφειλέτη και των πιστωτών, και αφού ακούσει τον σύνδικο, αποφασίζει περί της απαλλαγής. Αν το πτωχευτικό δικαστήριο κρίνει ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις απαλλαγής, δύναται με αιτιολογημένη απόφασή του, να θέσει προθεσμία στον οφειλέτη για την ικανοποίησή τους, να περιορίσει την απαλλαγή ως προς ορισμένα μόνο χρέη ή να ορίσει εξαιρετικά μεγαλύτερη προθεσμία απαλλαγής, παρέχοντας σε κάθε περίπτωση δέουσα αιτιολόγηση τυχόν παρεκκλίσεων από την προβλεπόμενη προθεσμία γενικής απαλλαγής της παρ. 1 του άρθρου
Στο πτωχευτικό δικαστήριο ασκείται παραδεκτά και η προσφυγή κατά της απαλλαγής ως προς ορισμένο χρέος, εφόσον ο προσφεύγων επικαλείται έννομο συμφέρον.»
Άρθρο 88
Απαλλαγές οφειλέτη και εκπροσώπων νομικού προσώπου - Αντικατάσταση παρ. 1 άρθρου 194, τροποποίηση παρ. 1, προσθήκη παρ. 3 στο άρθρο 195, προσθήκη παρ. 7 στο άρθρο 263 του ν. 4738/2020
Η παρ. 1 του άρθρου 194 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί απαλλαγής του οφειλέτη, αντικαθίσταται, και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται από οφειλές που δημιουργήθηκαν μετά την υποβολή της αίτησης πτώχευσης, οφειλές από δόλο ή βαριά αμέλεια που προκάλεσε θάνατο ή σωματική βλάβη προσώπου, οφειλές από τα αδικήματα του ν. 4557/2018 (Α’ 139), πλην του βασικού αδικήματος της περ. κ) του άρθρου 4 του ν. 4557/2018, ανάγεται η υποχρέωση και όχι ο χρόνος δημιουργίας του νόμιμου τίτλου.»
Στην παρ. 1 του άρθρου 195 του ν. 4738/2020, περί απαλλαγής οφειλών εκπροσώπων νομικών προσώπων, προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο, στο τελευταίο εδάφιο, διαγράφεται η φράση «σε περίπτωση καταχώρησης της παρ. 4 του άρθρου 77, κατά περίπτωση», και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Φυσικό πρόσωπο που εκ του νόμου έχει αλληλέγγυα ευθύνη λόγω της εκπροσωπευτικής ή διοικητικής του σχέσης με οφειλέτη νομικό πρόσωπο, απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για οφειλές του οφειλέτη, που προέκυψαν εντός της ύποπτης περιόδου ή και εντός των τριάντα έξι (36) μηνών που προηγήθηκαν της ύποπτης περιόδου, με την πάροδο τριάντα έξι (36) μηνών από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης, ή είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την κήρυξη της πτώχευσης ή την καταχώρηση της παρ. 4 του άρθρου 77, όποιο από τα δύο προηγηθεί χρονικά, εκτός αν εντός της παραπάνω προθεσμίας υποβληθεί προσφυγή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον κατά της απαλλαγής του. Σε περίπτωση χρεών προς το Δημόσιο, κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος στον οποίο ανάγεται η υποχρέωση και όχι ο χρόνος δημιουργίας του νόμιμου τίτλου. Ως ύποπτη περίοδος νοείται η οριζόμενη στο άρθρο 116 ή η τεκμαιρόμενη ύποπτη περίοδος του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 81.»
Στο άρθρο 195 του ν. 4738/2020 προστίθεται παρ. 3 ως εξής: «3. Φυσικό πρόσωπο που εκ του νόμου έχει αλληλέγγυα ευθύνη λόγω της εκπροσωπευτικής ή διοικητικής του σχέσης με οφειλέτη νομικό πρόσωπο, απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για οφειλές του οφειλέτη, που προέκυψαν εντός τριάντα έξι (36) μηνών πριν από την υποβολή της αίτησης υπαγωγής του οφειλέτη νομικού προσώπου στη διαδικασία έκτακτης ειδικής διαχείρισης των άρθρων 68 έως και 77 του ν. 4307/2014 (Α’ 246), με την πάροδο τριάντα έξι (36) μηνών από την υποβολή της αίτησης των άρθρων 68 έως και 77 του ν. 4307/2014 ή είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αποδοχή της ως άνω αίτησης, όποιο από τα δύο προηγηθεί χρονικά, εκτός εάν εντός της παραπάνω προθεσμίας υποβληθεί προσφυγή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον κατά της απαλλαγής του.»
Στο άρθρο 263 του ν. 4738/2020 προστίθεται παρ. 7 ως εξής: «7. Η παρ. 3 του άρθρου 195 εφαρμόζεται και για την απαλλαγή των εκπροσώπων νομικού προσώπου για οφειλές νομικού προσώπου, του οποίου η αίτηση για υπαγωγή σε ειδική διαχείριση ή η υπαγωγή σε ειδική διαχείριση προηγήθηκε της θέσης σε ισχύ της παρούσας. Αν η προθεσμία που αφορά στην απαλλαγή των εκπροσώπων της παρ. 3 του άρθρου 195 λήξει οποτεδήποτε πριν τις 31.12.2023, η απαλλαγή επέρχεται την 1η.1.2024 και τυχόν προσφυγή μπορεί να ασκηθεί μέχρι τις 31.12.2023.»
Άρθρο 89
Μεταβίβαση κύριας κατοικίας στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης - Τροποποίηση άρθρου 219, παρ. 2 άρθρου 222, παρ. 3 άρθρου 225 ν. 4738/2020
Στο άρθρο 219 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί μεταβίβασης της κύριας κατοικίας του οφειλέτη στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, επέρχονται οι εξής αλλαγές: α) στο τέλος της περ. α) της παρ. 1 προστίθενται τέσσερα νέα εδάφια, β) στην παρ. 4 βα) στην περ. α επέρχονται νομοτεχνικές βελτιώσεις και προστίθεται δεύτερο εδάφιο, ββ) το δεύτερο εδάφιο της περ. β) αντικαθίσταται, γ) στην παρ. 5 γα) στο πρώτο εδάφιο τίθεται ποσοστό για το τίμημα της μεταβίβασης σε σχέση με την εμπορική αξία, επί της κύριας κατοικίας του οφειλέτη,
- γβ) το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται, και το άρθρο 219
διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 219 Μεταβίβαση κύριας κατοικίας στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης
α) Σε περίπτωση που ευάλωτος οφειλέτης κηρυχθεί σε πτώχευση, ή σε περίπτωση που σε βάρος της κύριας κατοικίας του ευάλωτου οφειλέτη επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση από ενυπόθηκο ή προσημειούχο πιστωτή, ο ευάλωτος οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτημα μεταβίβασης ή μίσθωσης της κύριας κατοικίας του σε φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης. Το αίτημα περιλαμβάνει και τη χορήγηση συναίνεσης από τον ευάλωτο οφειλέτη στη διενέργεια αυτοψίας της κύριας κατοικίας του, εκ μέρους πιστοποιημένου εκτιμητή που ορίζεται από τον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, στο πλαίσιο της αποτίμησης που προβλέπεται στην παρ. 5. Ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης απορρίπτει το αίτημα για την απόκτηση της κύριας κατοικίας του ευάλωτου οφειλέτη, εφόσον η έκθεση αυτοψίας του μηχανικού διαπιστώνει την ύπαρξη αυθαιρέτων κατασκευών ή αυθαίρετων χρήσεων στη συγκεκριμένη κύρια κατοικία, οι οποίες οδηγούν σε απαγόρευση μεταβίβασης και δεν μπορούν να τακτοποιηθούν, ή για την τακτοποίησή τους απαιτείται η συναίνεση συγκυρίων εξ αδιαιρέτου σε οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία. Ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης ευθύνεται αντικειμενικά έναντι του ευάλωτου οφειλέτη για κάθε σφάλμα του μηχανικού κατά τη σύνταξη της προαναφερθείσας έκθεσης αυτοψίας, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τη ματαίωση της απόκτησης της κύριας κατοικίας του ευάλωτου οφειλέτη από τον φορέα. Ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης απαλλάσσεται επίσης από την υποχρέωση απόκτησης της κύριας κατοικίας του ευάλωτου οφειλέτη, εφόσον ο μηχανικός εμποδίστηκε να εισέλθει στην κύρια κατοικία του ευάλωτου οφειλέτη και να διενεργήσει σε αυτήν αυτοψία σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στην απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 225.
- β) Σε περίπτωση που το αίτημα υποβάλλεται λόγω
πτώχευσης του δικαιούχου, το τίμημα για τη μεταβίβαση του ακινήτου στο φορέα αποδίδεται από τον φορέα στον σύνδικο για τη διανομή στους πιστωτές, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος νόμου. φορέα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού.
- δ) Τα πάσης φύσης έξοδα μεταβίβασης καταβάλλονται
από τον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης και παρακρατούνται από το τίμημα μεταβίβασης.
Σε περίπτωση που η κύρια κατοικία ανήκει στον ευάλωτο οφειλέτη μόνο ως προς ιδανικό μερίδιο ή αν ο ευάλωτος είναι ψιλός κύριος ή επικαρπωτής, η άσκηση του δικαιώματος του παρόντος προϋποθέτει τη σύμπραξη όλων των συνιδιοκτητών, συμπεριλαμβανομένων των ψιλών κυρίων και επικαρπωτών.
Ειδικότερα, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του παρόντος, ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης αποκτά το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του ευάλωτου, υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι οι λοιποί συγκύριοι ή, κατά περίπτωση, ο ψιλός κύριος ή επικαρπωτής αποδέχονται τη μίσθωση του ακινήτου από τον ευάλωτο, υπό τους όρους που καθορίζει ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης, και παραιτούνται ρητά από οποιοδήποτε δικαίωμα επί του μισθώματος ή από τη δυνατότητα να προσβάλουν τη μίσθωση για οποιοδήποτε λόγο μέχρι τη συμβατική λήξη της. Η αποδοχή της παρούσας δεσμεύει και τους διαδόχους τους ανεξαρτήτως αιτίας.
α) Για τη μεταβίβαση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος επί της κύριας κατοικίας, ο ευάλωτος οφειλέτης υποβάλλει στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης τα στοιχεία ταυτότητάς του, το κατασχετήριο ή τα στοιχεία της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευσή του, τους τίτλους ιδιοκτησίας που κατέχει και τη βεβαίωση ευάλωτου οφειλέτη. Ο φορέας επιβεβαιώνει τους τίτλους ιδιοκτησίας του δικαιούχου ως προϋπόθεση της αιτούμενης μεταβίβασης.
- β) Αιτήσεις δεν γίνονται δεκτές εφόσον απέχουν περισσότερο από εξήντα (60) ημερολογιακές ημέρες από
την ημερομηνία του κατασχετηρίου εγγράφου ή της δημοσίευσης της απόφασης που κηρύσσει τον ευάλωτο οφειλέτη σε πτώχευση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213. Κατά παρέκκλιση του χρονικού περιορισμού του πρώτου εδαφίου, για διάστημα έξι (6) μηνών από τη σύσταση του φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, ο ευάλωτος οφειλέτης δύναται να υποβάλει αίτηση οποτεδήποτε υπό τους εξής όρους:
- βα) αν εις βάρος του οφειλέτη έχει κινηθεί διαδικασία
αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν επίκειται πλειστηριασμός του ακινήτου εντός των επόμενων δύο (2) μηνών από την ημερομηνία της αίτησης, ή
- ββ) αν ο οφειλέτης έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του ευάλωτου οφειλέτη, επί της
κύριας κατοικίας, εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της πτωχευτικής περιουσίας.
Το τίμημα μεταβίβασης ισούται προς το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της εμπορικής αξίας του ιδιοκτησιακού δικαιώματος του οφειλέτη επί της κύριας κατοικίας σύμφωνα με την εκτίμηση πιστοποιημένου εκτιμητή. Τα έξοδα της εκτίμησης βαρύνουν τον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, ο οποίος τον διορίζει. Σε περίπτωση που το αίτημα υποβάλλεται λόγω κατάσχεσης και η τιμή πρώτης προσφοράς είναι μεγαλύτερη από την εμπορική αξία, κατά την εκτίμηση του πιστοποιημένου εκτιμητή, σε ποσοστό ανώτερο του δεκαπέντε τοις εκατό (15%), το τίμημα μεταβίβασης καθορίζεται ως το εβδομήντα τοις εκατό (70%) του χαμηλότερου μεταξύ: α) της τιμής πρώτης προσφοράς, και β) της εμπορικής αξίας, σύμφωνα με την εκτίμηση άλλου πιστοποιημένου εκτιμητή που διορίζει με έξοδά του ο επισπεύδων πιστωτής.
Ο φορέας αποκτά το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του δικαιούχου επί της κύριας κατοικίας του, αφότου καταβάλλει το τίμημα μεταβίβασης στον υπάλληλο πλειστηριασμού, πέντε (5) το αργότερο εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία του πλειστηριασμού, ή στον σύνδικο, έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του εξαμήνου που ακολουθεί τη δημοσίευση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευσή του. Η καταβολή του τιμήματος συνεπάγεται τη μεταβίβαση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης και τη ματαίωση του πλειστηριασμού, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο φορέας αποκτά το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του δικαιούχου ελεύθερο από κάθε βάρος ή διεκδίκηση τρίτου.»
Η παρ. 2 του άρθρου 222 του ν. 4738/2020, περί επαναγοράς της κύριας κατοικίας από τον ευάλωτο οφειλέτη, αντικαθίσταται, και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Το δικαίωμα επαναγοράς μπορεί να ασκηθεί και πριν από τη συμβατική λήξη της μίσθωσης, με αντίστοιχη καταβολή από τον ευάλωτο οφειλέτη στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, αποκλειστικά του τιμήματος της παρ. 1.»
Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 225 του ν. 4738/2020 τροποποιείται, ώστε το τίμημα επαναγοράς του ακινήτου από τον οφειλέτη να βρίσκεται σε αντιστοιχία με το τίμημα απόκτησης του ακινήτου από τον Φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής: «3. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών προσδιορίζεται κάθε ειδικότερο ζήτημα που αφορά τη μίσθωση της κύριας κατοικίας στον οφειλέτη και, ιδίως, το μίσθωμα και το τίμημα επαναγοράς από τον οφειλέτη, τις λοιπές υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης και του οφειλέτη, ως προς την κύρια κατοικία, τη μισθωτική σύμβαση και την υπερημερία του οφειλέτη, τις μισθωτικές του υποχρεώσεις, το καταβαλλόμενο ποσό κατά τον χρόνο άσκησης του δικαιώματος επαναγοράς και τους λοιπούς όρους καταβολής του τιμήματος επαναγοράς, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας. Το οριζόμενο σύμφωνα με την απόφαση αυτή τίμημα επαναγοράς οφείλει να αντιστοιχεί στο τίμημα με το οποίο το ακίνητο αποκτήθηκε από τον φορέα κατά το ποσοστό επί της τιμής πρώτης προσφοράς ή της εμπορικής αξίας του που ορίζεται στην παρ. 5 του άρθρου 219, και να διασφαλίζει προς όφελος του φορέα εύλογη αναλογική συμμετοχή σε τυχόν υπεραξία του ακινήτου ή, σε περίπτωση όπου η αξία του ακινήτου έχει μειωθεί σε σχέση προς την αξία του κατά τον χρόνο απόκτησής του από τον φορέα, την εύλογη αναλογική προσαρμογή του προς όφελος του οφειλέτη.» ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ
Άρθρο 90
Διορισμός διαχειριστών αφερεγγυότητας - Τροποποίηση παρ. 2 και προσθήκη παρ. 3 στο άρθρο 230 του ν. 4738/2020 Στο άρθρο 230 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί των προϋποθέσεων διορισμού του διαχειριστή αφερεγγυότητας εγγραφής στο μητρώο διαχειριστών αφερεγγυότητας, στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 διαγράφεται η φράση «η απασχόληση με οιαδήποτε σχέση είτε μέσω σύμβασης εξηρτημένης εργασίας είτε μέσω ανεξαρτήτων υπηρεσιών, είτε σύμβασης έργου σε τουλάχιστον τρεις υποθέσεις αφερεγγυότητας», προστίθεται παρ. 4, και το άρθρο 230 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 230 Διαχειριστές αφερεγγυότητας Προϋποθέσεις διορισμού του διαχειριστή αφερεγγυότητας εγγραφής στο μητρώο διαχειριστών αφερεγγυότητας ανά βαθμίδα
Διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί να διορισθεί: α. φυσικό πρόσωπο υπό την προϋπόθεση ότι κατέχει ισχύουσα πιστοποίηση, ατομικά ή ως κοινοπραξία πιστοποιημένων προσώπων, ή β. δικηγορική εταιρεία ή ελεγκτική εταιρεία ή συμβουλευτική εταιρεία, εφόσον σε κάθε περίπτωση απασχολεί τουλάχιστον ένα πιστοποιημένο πρόσωπο με οποιαδήποτε σχέση απασχόλησης.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)