Νόμοι — ΦΕΚ A' 207/2020
Άρθρο 149
Αντιμισθία του συνδίκου
Η αντιμισθία του συνδίκου ορίζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 241, ενώ επιτρέπεται και αμοιβή βάσει συμφωνίας με τους πιστωτές σύμφωνα με τις προβλέψεις της παρ. 2 του άρθρου 241.
Σε περίπτωση που δεν έχει συμφωνηθεί αμοιβή με τους πιστωτές σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 241, επιτρέπεται η υποβολή από τον σύνδικο προς τη συνέλευση των πιστωτών πρότασης παροχής πρόσθετης αμοιβής, το ύψος και το είδος της οποίας εξαρτώνται από την επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, όπως ιδίως το ύψος του τιμήματος της εκποίησης ή ρευστοποίησης και τον χρόνο περάτωσής τους. Ο χρόνος καταβολής τυχόν πρόσθετης αμοιβής (που μπορεί να προβλεφθεί ότι γίνεται σταδιακά) προβλέπεται στη σχετική απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών. Ο εισηγητής επικυρώνει τη συμφωνία για την παροχή πρόσθετης αμοιβής εφόσον διαπιστώσει ότι η απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών ελήφθη σύμφωνα με το άρθρο 151.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΩΝ
Άρθρο 150
Σύγκληση της συνέλευσης
Η συνέλευση των πιστωτών αποτελείται από όλους τους πιστωτές της πτώχευσης, ανεξαρτήτως προνομίων ή εμπράγματων ασφαλειών, καθώς και από τους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις τελούν υπό αίρεση.
Συγκαλείται από τον εισηγητή, όπου προβλέπεται ειδικά στον παρόντα νόμο. Περίληψη της διάταξης του εισηγητή για τη σύγκληση της συνέλευσης, που περιλαμβάνει τον τόπο και χρόνο, καθώς και τα θέματα που θα συζητηθούν, δημοσιοποιείται πέντε (5) ημέρες πριν την ημέρα της σύγκλησης. Τη σύγκληση της συνέλευσης μπορεί να αιτηθεί οποιοσδήποτε πιστωτής ορίζοντας και τα προς απόφαση θέματα, οπότε συγκαλείται αμελλητί από τον εισηγητή. στοιχείων σχετικών με την εξέλιξη της πτώχευσης, τα οποία κατέχει ή έχει αποκτήσει ο σύνδικος από τον οφειλέτη σύμφωνα με τον νόμο. Ο σύνδικος παρέχει τα αιτούμενα στοιχεία ή πληροφορίες εκτός από την περίπτωση και στον βαθμό που η διάθεσή τους απαγορεύεται από διάταξη νόμου.
Άρθρο 151
Ποιοι συμμετέχουν - απαρτία - πλειοψηφία
Μέχρι την επαλήθευση των πιστώσεων, η συνέλευση αποτελείται από τους πιστωτές οι οποίοι περιλαμβάνονται στο ισοζύγιο που χρησιμοποιήθηκε για τη σύνταξη του τελευταίου δημοσιευμένου ισολογισμού ή της καταστάσεως πιστωτών στην οποία βασίστηκε η απόφαση για την κήρυξη της πτωχεύσεως και η οποία επισυνάπτεται στην απόφαση για την κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση. Μετά την επαλήθευση των πιστώσεων, στη συνέλευση μετέχουν οι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις έγιναν δεκτές, έστω και προσωρινά σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 156.
Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, απαρτία υπάρχει, αν μετέχουν στη συνέλευση πιστωτές που εκπροσωπούν τουλάχιστον το 50% των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί απαρτία, η συνέλευση επαναλαμβάνεται με όσους, ανεξάρτητα από ύψος των απαιτήσεών τους, ευρεθούν παρόντες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο.
Οι αποφάσεις της συνέλευσης λαμβάνονται κατά πλειοψηφία των απαιτήσεων που εκπροσωπούνται σε αυτή.
Στις συνελεύσεις προεδρεύει ο εισηγητής και επικουρείται από τον γραμματέα των πτωχεύσεων, ο οποίος συντάσσει τη σχετική έκθεση, παρίσταται δε και ο σύνδικος, ο οποίος καλείται νομίμως. Κατά τον ίδιο τρόπο καλείται και ο οφειλέτης.
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΕΞΕΛΕΓΞΗ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ
Άρθρο 152
Πρόσκληση για αναγγελία
Ο οφειλέτης υποχρεούται να παραδώσει στον σύνδικο κατάλογο των πιστωτών του και του ύψους των απαιτήσεών τους, με κάθε στοιχείο που έχει στη διάθεση του.
Ο σύνδικος οφείλει αμέσως να ενημερώσει εγγράφως όλους τους πιστωτές που είναι γνωστής διαμονής, κατοικίας ή έδρας από τα στοιχεία της πτώχευσης και τους καλεί να αναγγείλουν την απαίτησή τους και να καταχωρήσουν τα έγγραφα στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας και τις προθεσμίες εντός των οποίων υποχρεούνται σε αναγγελία και επαλήθευση των απαιτήσεών τους, και επισημαίνει τις συνέπειες από την παράλειψη ή το εκπρόθεσμο της αναγγελίας της κατάθεσης των εγγράφων ή της επαλήθευσης των απαιτήσεων, και να δημοσιεύσει τα ανωτέρω.
Άρθρο 153
Προθεσμία αναγγελίας και ανακοπή
Η αναγγελία απαίτησης πιστωτή γίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσιοποίηση της κήρυξης της πτώχευσης. Κατ’ εξαίρεση, οι απαιτήσεις του Δημοσίου αναγγέλλονται χωρίς τον χρονικό περιορισμό του προηγουμένου εδαφίου, το αργότερο μέχρι τη σύνταξη του τελευταίου πίνακα διανομής, δεν υπόκεινται στην διαδικασία επαλήθευσης του άρθρου 155 και συμμετέχουν μόνο σε διανομές που δεν έχουν διαταχθεί μέχρι την αναγγελία τους. Η προθεσμία αναγγελίας αναστέλλεται για το χρονικό διάστημα από 1η έως 31η Αυγούστου.
Η παράλειψη της αναγγελίας εκ μέρους του πιστωτή, του οποίου η απαίτηση είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια ή ειδικό προνόμιο, δεν επιφέρει απώλεια της εμπράγματης αγωγής.
Πιστωτές που δεν ανήγγειλαν την απαίτησή τους μέσα στη νόμιμη προθεσμία, ώστε να μετάσχουν στην επαλήθευση, μπορούν με ανακοπή και δικά τους έξοδα να ζητήσουν την επαλήθευσή της από το πτωχευτικό δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία του άρθρου 130.
Η ανακοπή στρέφεται κατά του συνδίκου. Η ανακοπή μπορεί να ασκηθεί μέχρι και την τελευταία διανομή, σε καμία δε περίπτωση πέραν των έξι (6) μηνών από το πέρας της προθεσμίας αναγγελίας. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει τις διανομές που έχουν ήδη διαταχθεί. Εάν διαταχθούν νέες διανομές πριν την έκδοση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου, ο ανακόπτων μετέχει σε αυτές για ορισμένο ποσό που προσδιορίζεται προσωρινά από τον πρόεδρο του πτωχευτικού δικαστηρίου που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Το ποσό αυτό δεν καταβάλλεται στον ανακόπτοντα, αλλά φυλάσσεται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής. Ο ανακόπτων δεν έχει δικαίωμα συμμετοχής σε διανομές που έχουν ήδη διαταχθεί.
Άρθρο 154
Τύπος και περιεχόμενο της αναγγελίας
Η αναγγελία γίνεται στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας.
Ο πιστωτής αναφέρει το είδος και την αιτία της απαίτησής του, τον χρόνο γέννησής της, το ύψος της, καθώς και το αν η απαίτησή του έχει ή όχι προνομιακό χαρακτήρα ή εμπράγματη ασφάλεια και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία είναι αντικείμενο της εμπράγματης ασφάλειας ή ειδικού προνομίου ή αν υπάρχει επιφύλαξη κυριότητας. Επίσης, οφείλει να διορίσει αντίκλητο, στην περιφέρεια του πτωχευτικού δικαστηρίου.
Πιστωτής που έχει τη συνήθη διαμονή, την κατοικία ή την έδρα του στην αλλοδαπή και αναγγέλλει την απαίτησή του σε κύρια ή δευτερεύουσα διαδικασία, που κηρύσσεται στην Ελλάδα, υποχρεούται να προσκομίσει επικυρωμένη μετάφραση της αναγγελίας του στην ελληνική γλώσσα. Η επικύρωση γίνεται και από δικηγόρο. Με την έκφραση «κύρια διαδικασία» νοείται κύρια διαδι διαδικασία κατά την έννοια του ν. 3858/2010 (Α΄ 102), ενώ με την έκφραση «δευτερεύουσα διαδικασία» νοείται δευτερεύουσα διαδικασία αφερεγγυότητας κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/848 περί διαδικασιών αφερεγγυότητας ή μη κύρια διαδικασία κατά την έννοια του ν. 3858/2010 (Α΄ 102).
Ο πιστωτής της παρ. 3 δεν υποχρεούται σε αναγγελία, αν ο σύνδικος κύριας ή δευτερεύουσας πτώχευσης άλλου κράτους έχει ήδη αναγγείλει αυτόν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗ
Άρθρο 155
Πώς γίνεται η επαλήθευση
Ο σύνδικος, μετά την παρέλευση της προθεσμίας αναγγελίας επαληθεύει τις απαιτήσεις που έχουν αναγγελθεί. Η επαλήθευση των απαιτήσεων πρέπει να γίνει εντός τριών (3) μηνών από τη λήξη της προθεσμίας αναγγελίας.
Η επαλήθευση των απαιτήσεων διενεργείται από τον σύνδικο με αντιπαραβολή των εγγράφων του πιστωτή προς τα βιβλία και λοιπά έγγραφα του οφειλέτη. Ο εισηγητής μπορεί πάντοτε, με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου ή και αυτεπαγγέλτως, να ζητήσει την προσκόμιση των βιβλίων του πιστωτή ή ακριβούς αποσπάσματος αυτών ως αποδεικτικού μέσου.
Άρθρο 156
Δημοσιοποίηση πίνακα πτωχευτικών πιστωμάτων
Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αναγγελίας απαιτήσεων, ο σύνδικος συντάσσει πίνακα των επαληθευθεισών απαιτήσεων, τον οποίο δημοσιεύει ως πίνακα πτωχευτικών πιστωμάτων.
Στον πίνακα πτωχευτικών πιστωμάτων αναφέρονται η ταυτότητα των πιστωτών, το είδος της απαίτησης, το ύψος της, καθώς και αν έχει προνομιακό χαρακτήρα ή εμπράγματη ασφάλεια, σύντομη περιγραφή των κατατεθέντων αποδεικτικών εγγράφων, και τυχόν μεταβολές που επιφέρουν αποφάσεις επί ανακοπών της παρ. 3 του άρθρου 153 και της παρ. 1 του άρθρου 168.
Ο σύνδικος συμπληρώνει στον πίνακα πτωχευτικών πιστωμάτων τη συνολική ικανοποίηση κάθε απαίτησης, μετά από κάθε προσωρινή διανομή.
ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ
Η ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΚΑΙ Η ΔΙΑΝΟΜΗ ΠΡΟΣ ΠΙΣΤΩΤΕΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ
Άρθρο 157
Ρευστοποίηση του ενεργητικού και διανομή στους πιστωτές Μετά την ολοκλήρωση της απογραφής ο σύνδικος προβαίνει αμελλητί στη ρευστοποίηση του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη. Μετά την ολοκλήρωση της εξέλεγξης του παθητικού του οφειλέτη, σύμφωνα με το Μέρος Τέταρτο, ο σύνδικος προβαίνει στη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης του ενεργητικού στους πιστωτές.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΩΣ ΣΥΝΟΛΟΥ Ή ΤΩΝ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΩΝ ΣΥΝΟΛΩΝ ΑΥΤΗΣ
Άρθρο 158
Απογραφή - Διάθεση του ενεργητικού
Η διαδικασία του παρόντος ακολουθείται, εφόσον το πτωχευτικό δικαστήριο, με την απόφαση του άρθρου 81, αποφάσισε την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή των επιμέρους λειτουργικών συνόλων αυτής.
Ο σύνδικος, με την εγκατάστασή του στη διοίκηση της επιχείρησης, συντάσσει αμελλητί απογραφή των στοιχείων της επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 141, και εν συνεχεία καταρτίζει με βάση την απογραφή υπόμνημα προσφοράς, στο οποίο, πλην των απογραφέντων στοιχείων της επιχείρησης, περιλαμβάνει και κάθε πληροφορία χρήσιμη για την εικόνα του ενεργητικού της.
Ο σύνδικος, προκειμένου να διατηρήσει τη λειτουργία της επιχείρησης και να καλύψει δαπάνες και έξοδα της εκκαθάρισης, συμπεριλαμβανομένων και των αμοιβών του, μπορεί να λάβει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκποίησης χρηματοδοτήσεις ή εισφορές αγαθών ή υπηρεσιών, οι οποίες αποτελούν ομαδικό πίστωμα.
Ο σύνδικος διενεργεί δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό για την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή επιμέρους λειτουργικών συνόλων της επιχείρησης το συντομότερο δυνατόν από την εγκατάσταση του. Ο πλειοδοτικός διαγωνισμός μπορεί να αφορά και την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων και των μελλοντικών απαιτήσεων, εφόσον αυτά δεν εντάσσονται σε κάποιο από τα εκποιούμενα λειτουργικά σύνολα. Η μεταβίβαση λειτουργικού συνόλου περιλαμβάνει τη μεταβίβαση των εκκρεμών συμβατικών σχέσεων που το αφορούν, κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 108. Εφόσον μεταβιβαζόμενα στοιχεία είναι βεβαρυμμένα ή κατασχεμένα ή υπόκεινται σε δέσμευση οποιασδήποτε μορφής, συμπεριλαμβανομένης της εξασφαλιστικής εκχώρησης απαιτήσεων, μεταβιβάζονται ελεύθερα βαρών και πάσης φύσης δεσμεύσεων. Για την επιλογή, ως προς την εκποίηση του ενεργητικού, ενός ή περισσότερων κλάδων ή και επιμέρους περιουσιακών στοιχείων, ο σύνδικος λαμβάνει την έγκριση της συνέλευσης των πιστωτών και ευθύνεται μόνο για δόλο ή βαριά αμέλεια.
Για την εκποίηση του ενεργητικού ως σύνολο ή ως μέρη, ο σύνδικος απευθύνεται σε συμβολαιογράφο και ακολουθείται η ισχύουσα διαδικασία για την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας e-auction, με την εξαίρεση ότι δεν τίθεται τιμή πρώτης προσφοράς. Ο σύνδικος μπορεί να δημοσιο
Στην πρόσκληση ορίζεται η ημερομηνία του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, η οποία απέχει είκοσι (20) κατ’ ελάχιστον έως σαράντα (40) κατά το μέγιστο εργάσιμες ημέρες από τη δημοσιοποίηση της πρόσκλησης. Στον συμβολαιογράφο κατατίθενται και οι λοιποί όροι του σχετικού πλειοδοτικού διαγωνισμού, μεταξύ των οποίων περιέχεται η δέσμευση ότι με την υπογραφή της σύμβασης μεταβίβασης καταβάλλεται τοις μετρητοίς το σύνολο του τιμήματος, συμπεριλαμβανομένου και του κειμένου της σύμβασης μεταβίβασης για τη σκοπούμενη δικαιοπραξία.
Ο σύνδικος μπορεί να διαθέτει προς τους ενδιαφερομένους πληροφορίες ως προς τα διατιθέμενα περιουσιακά στοιχεία, την επιχειρηματική δραστηριότητα, τις εκκρεμείς συμβάσεις και τα εργασιακά θέματα και τις σχέσεις του οφειλέτη που αφορούν το διατιθέμενο λειτουργικό σύνολο, καθώς και πρόσβαση στους ενδιαφερομένους αγοραστές στα στοιχεία της εταιρείας. Η παροχή σύμμετρης πληροφορήσεως προς όλους τους ενδιαφερομένους γίνεται με ευθύνη του συνδίκου.
Εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από τη λήξη της διαδικασίας, σύμφωνα με τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό, ο σύνδικος συντάσσει έκθεση, η οποία αναφέρει τον πλειοδότη. Η έκθεση αυτή δημοσιοποιείται.
Άρθρο 159
Έγκριση ή απόρριψη της συναλλαγής
Μέσα σε έναν (1) μήνα από τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό συνέρχεται αμελλητί, έπειτα από πρόσκληση του συνδίκου, η συνέλευση των πιστωτών, η οποία εγκρίνει ή απορρίπτει τη συναλλαγή. Η συνέλευση των πιστωτών μπορεί να εγκρίνει τη συναλλαγή, υπό τον όρο βελτίωσης της προσφοράς ως προς το ύψος του προσφερόμενου τιμήματος, οπότε ο πλειοδότης υποχρεούται να υποβάλλει τη νέα βελτιωμένη προσφορά εντός δέκα (10) ημερών από την πρόσκληση του συνδίκου. Σε περίπτωση εγκριτικής απόφασης ή υποβολής βελτιωμένης προσφοράς με το τίμημα που αποφασίστηκε από τη συνέλευση των πιστωτών, ο σύνδικος μεταβιβάζει το εκπλειστηριαζόμενο λειτουργικό σύνολο στον πλειοδότη, σύμφωνα με τους όρους της εγκριτικής απόφασης της συνέλευσης των πιστωτών. Σε περίπτωση μη λήψης εγκρίσεως της συναλλαγής, επέρχονται οι συνέπειες των επομένων παραγράφων, κατά περίπτωση.
Σε περίπτωση που ο διαγωνισμός αφορά το σύνολο του ενεργητικού της επιχείρησης και δεν κατατέθηκε καμία προσφορά ή δεν κατατέθηκε καμία προσφορά για τα λειτουργικά σύνολα και τα κατ’ ιδίαν περιουσιακά της στοιχεία ή οι κατατεθείσες προσφορές δεν έγιναν δεκτές στο σύνολό τους, η διαδικασία εκποίησης του παρόντος λήγει και ο σύνδικος προχωρά σε εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη σύμφωνα με τη διαδικασία του Κεφαλαίου Γ΄ του παρόντος Μέρους, εκτός αν η συνέλευση των πιστωτών αποφασίσει τη διενέργεια νέου διαγωνισμού εντός της προθεσμίας της παρ. 1 του άρθρου 161.
Σε περίπτωση που δεν κατατέθηκε ή δεν έγινε δεκτή προσφορά για ορισμένα μόνο από τα λειτουργικά σύνολα ή τα κατ’ ιδίαν περιουσιακά της στοιχεία, ο σύνδικος δεν διενεργεί νέο διαγωνισμό ως προς αυτά και περιορίζεται στη διάθεση αυτών για τα οποία ελήφθησαν και έγιναν δεκτές προσφορές, εφαρμόζοντας αναλογικά την διαδικασία του άρθρου 160, εκτός αν η συνέλευση των πιστωτών αποφασίσει τη διενέργεια νέου διαγωνισμού εντός της προθεσμίας της παρ. 1 του άρθρου 161. Τα περιουσιακά στοιχεία, για τα οποία δεν κατατέθηκε ή δεν έγινε δεκτή προσφορά, εκποιούνται με τη διαδικασία του του Κεφαλαίου Γ΄ του παρόντος Μέρους.
Άρθρο 160
Μεταβίβαση του ενεργητικού
Μετά τη λήψη της απόφασης της συνέλευσης των πιστωτών της παρ. 1 του άρθρου 161 ο σύνδικος απευθύνει εγγράφως προς τον αγοραστή ή τους αγοραστές σχετική πρόσκληση για υπογραφή της σύμβασης μεταβίβασης που περιλήφθηκε στην πρόσκληση και καταβολή του τιμήματος εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών. Η παραπάνω σύμβαση επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης των άρθρων 1003 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Η πώληση γίνεται αντί συνολικού τιμήματος. Αν όμως υπάρχουν εμπράγματα δικαιώματα ή άλλα προνόμια επί ακινήτων ή κινητών ή επί άλλων ειδικών περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης, πρέπει να καθορίζεται στο συμβόλαιο ποιο ποσό από το συνολικό τίμημα αντιστοιχεί σε καθένα από αυτά.
Εφόσον το τίμημα καταβληθεί εμπροθέσμως, ο σύνδικος συντάσσει αμελλητί πράξη εξόφλησης. Η πράξη αυτή προσαρτάται στη σύμβαση μεταβίβασης, επέχει θέση περίληψης έκθεσης κατακύρωσης του άρθρου 1005 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμοζομένων ως προς αυτήν αναλόγως όσων ισχύουν επί της τελευταίας και έχει, στην περίπτωση μεταβίβασης ακινήτων, ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα ή το κτηματολογικό γραφείο κατά τα οριζόμενα για την πράξη μεταγραφής ακινήτων, την εξάλειψη και διαγραφή των υπέρ τρίτων βαρών. Αντιστοίχως, η πράξη εξόφλησης έχει ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά την υποβολή σχετικού αιτήματος στον υπεύθυνο για την τήρηση του δημοσίου βιβλίου ενεχύρων κινητών, την εξάλειψη και διαγραφή των υπέρ τρίτων βαρών επί του μεταβιβαζομένου κινητού.
Άρθρο 161
Περάτωση διαδικασίας εκποίησης του συνόλου ή επιμέρους λειτουργικών συνόλων
Σε περίπτωση που παρέλθουν δεκαοκτώ (18) μήνες από την κήρυξη της πτώχευσης και δεν εκκρεμεί πλειοδοτική διαδικασία για την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή επιμέρους λειτουργικών συνόλων της επιχείρησης ή περιουσιακών στοιχείων, η διαδικασία εκποίησης του παρόντος κεφαλαίου θεωρείται ότι έχει λήξει και ο σύνδικος προχωρά σε εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Γ΄ του παρόντος Μέρους. εκποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, και τη διενέργεια νέων διαγωνισμών για χρονικό διάστημα καθοριζόμενο στην απόφαση της συνέλευσης, το οποίο δύναται να παραταθεί εκ νέου με απόφαση της συνέλευσης. ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΚΑΤ’ ΙΔΙΑΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ
Άρθρο 162
Γενικές διατάξεις για την κατ’ ιδίαν εκποίηση
Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται στην εκποίηση ακινήτων, πλοίων και αεροσκαφών του οφειλέτη, ανεξαρτήτως αξίας, καθώς και στην εκποίηση κινητών ή ομάδων κινητών του οφειλέτη, η αξία καθενός από τα οποία είναι τουλάχιστον ίση με πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, σύμφωνα με τη μέση τιμή των εκτιμήσεων των πιστοποιημένων εκτιμητών της παρ. 4. Σε περίπτωση ακινήτων, στα οποία έχουν εγκατασταθεί βιομηχανικές, βιοτεχνικές, ξενοδοχειακές ή τουριστικές επιχειρήσεις ή άλλες παραγωγικές μονάδες που διαθέτουν εξοπλισμό και αποτελούν οικονομικό σύνολο, τα ακίνητα μπορούν να εκποιούνται μαζί με τα παραρτήματά τους. Αν περισσότερα ακίνητα παρουσιάζουν λειτουργική ενότητα για την εξυπηρέτηση της επιχείρησης ή της παραγωγικής μονάδας που έχει εγκατασταθεί σε ένα από αυτά, μπορούν να εκποιούνται από κοινού.
α) Εφόσον υπάρχει βεβαρυμμένο πράγμα και δεν έχει εκκινήσει η διαδικασία εκτέλεσης μέσα σε εννέα (9) μήνες από την κήρυξη της πτώχευσης, ο σύνδικος ακολουθεί και ως προς αυτά τη διαδικασία του παρόντος Κεφαλαίου Γ΄ μετά την παρέλευση του χρονικού διαστήματος της παρούσας.
- β) Σε περίπτωση που η εκτέλεση επισπεύδεται από
τους ενέγγυους πιστωτές και καθυστερεί σε βλάβη των πιστωτών, ο εισηγητής, μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να δώσει άδεια στον σύνδικο να εκποιήσει το πράγμα κατά τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου Γ΄.
Για κάθε εκποιούμενο πράγμα ή κατηγορία πραγμάτων, ο σύνδικος δημοσιοποιεί διακήρυξη περί διενέργειας πλειστηριασμού. Η διακήρυξη περιέχει σύντομη περιγραφή του πράγματος, την τιμή πρώτης προσφοράς, την ημέρα του πλειστηριασμού, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά τριάντα (30) ημέρες μετά την ημέρα της δημοσιοποίησης της διακήρυξης και όχι πάντως μετά την παρέλευση σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημέρα αυτή, το όνομα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και κάθε άλλη χρήσιμη πληροφορία. Ως υπάλληλος του πλειστηριασμού ορίζεται συμβολαιογράφος, διορισμένος στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου όπου βρίσκεται το πράγμα ή του συμβολαιογραφικού συλλόγου της πρωτεύουσας του κράτους. Μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την ημέρα της διακήρυξης, ο σύνδικος καταθέτει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού αντίγραφο αυτής.
Για την επιλογή της διαδικασίας εκποίησης και για τον προσδιορισμό της τιμής πρώτης προσφοράς, ο σύνδικος προσλαμβάνει δύο πιστοποιημένους εκτιμητές της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄ 107). Ως τιμή πρώτης προσφοράς τίθεται η μέση τιμή των εκτιμήσεων των πιστοποιημένων εκτιμητών της παρούσας.
Δεν επιτρέπεται ανακοπή ή άλλο ένδικο βοήθημα ή μέσο κατά του προσδιορισμού της τιμής πρώτης προσφοράς.
Άρθρο 163
Διαδικασία πλειστηριασμού
Τα πράγματα πλειστηριάζονται με ηλεκτρονικά μέσα ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού που ορίστηκε με τη διακήρυξη.
Η κυριότητα, διοίκηση και διαχείριση των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού ανήκει στους κατά τόπον αρμοδίους συμβολαιογραφικούς συλλόγους.
Τα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμού περιέχουν όλα τα πληροφοριακά στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στη διακήρυξη.
Στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό λαμβάνουν μέρος υποψήφιοι πλειοδότες που έχουν προηγουμένως πιστοποιηθεί στα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμών. Πλειοδοσία περισσότερων από κοινού δεν είναι δυνατή.
Κάθε υποψήφιος πλειοδότης δηλώνει τη συμμετοχή του σε συγκεκριμένο πλειστηριασμό, σύμφωνα με τους όρους αυτού, αφού έχει καταβάλει την εγγύηση της παρ. 1 του άρθρου 965 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και έχει υποβάλει ηλεκτρονικά το πληρεξούσιο της παρ. 2 του άρθρου 1003 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μέχρι ώρα 15:00, δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού. Οι προσφορές, με ποινή ακυρότητας, δεν πρέπει να περιλαμβάνουν αίρεση ή όρο, και είναι ανέκκλητες. Το τέλος χρήσης των συστημάτων για τη διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού καταβάλλεται από τον υπερθεματιστή. Η κατάθεση της εγγύησης, του τέλους χρήσης των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμών και του πλειστηριάσματος γίνεται αποκλειστικά σε ειδικό ακατάσχετο επαγγελματικό λογαριασμό που διατηρείται σε ελληνικό τραπεζικό ίδρυμα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κάθε υποψήφιος πλειοδότης διορίζει επί ποινή ακυρότητας με ηλεκτρονική δήλωση αντίκλητο που κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου του πράγματος εκτέλεσης μέχρι ώρα 15:00, δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού, διαφορετικά αντίκλητος θεωρείται ο γραμματέας του πρωτοδικείου του τόπου του πράγματος. Το τελευταίο εδάφιο εφαρμόζεται, ακόμη και όταν ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον συμβολαιογράφου διορισμένου στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου της πρωτεύουσας του κράτους.
Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού μετά το πέρας της προθεσμίας της παρ. 5 ελέγχει τα υποβαλλόμενα αρχεία διαπιστώνει με πράξη του, μέχρι ώρα 17:00 της προηγούμενης του ηλεκτρονικού πλειστηρι των υποψήφιων πλειοδοτών που δικαιούνται να λάβουν μέρος.
Οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί διενεργούνται μόνο εργάσιμη ημέρα, από τις 10:00 έως τις 14:00 ή από τις 14:00 έως τις 18:00. Σε περίπτωση υποβολής προσφοράς κατά το τελευταίο λεπτό του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, ήτοι από ώρα 13:59:00 έως 13:59:59 ή από ώρα 17:59:00 έως 17:59:59, δίδεται αυτόματη παράταση πέντε (5) λεπτών. Για κάθε προσφορά που υποβάλλεται κατά το τελευταίο λεπτό της παράτασης, δίδεται νέα αυτόματη παράταση πέντε (5) λεπτών, εφόσον υποβληθεί μεγαλύτερη προσφορά. Οι παρατάσεις μπορούν να συνεχισθούν για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των δύο (2) ωρών από την ορισθείσα ώρα λήξης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, οπότε ολοκληρώνεται η διαδικασία υποβολής προσφορών. Ηλεκτρονικός πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει από 1ης Αυγούστου έως 31ης Αυγούστου, καθώς και την προηγούμενη και την επομένη εβδομάδα της ημέρας των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τις επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες.
Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός είναι ανοικτού πλειοδοτικού τύπου κατά τον οποίο υποβάλλονται διαδοχικές προσφορές. Οι συμμετέχοντες υποβάλλουν συνεχώς προσφορά μεγαλύτερη από την εκάστοτε μέγιστη έως τον χρόνο λήξης της υποβολής προσφορών. Στα ηλεκτρονικά συστήματα καταγράφονται όλες οι υποβληθείσες κατά τα ανωτέρω προσφορές.
Με την υποβολή της προσφοράς, οι υποψήφιοι πλειοδότες ενημερώνονται αμέσως από τα συστήματα για το ποσό της προσφοράς τους, τον ακριβή χρόνο υποβολής της, καθώς και ότι αυτή έχει καταγραφεί. Ο υποψήφιος πλειοδότης ενημερώνεται για την εκάστοτε μέγιστη υποβληθείσα προσφορά.
Όλοι οι υποψήφιοι πλειοδότες που λαμβάνουν μέρος στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ενημερώνονται αμέσως από τα συστήματα για τυχόν αναστολή, ματαίωση ή διακοπή του πλειστηριασμού, καθώς και για τον λόγο αυτής.
Η πλειοδοσία αρχίζει με βάση την τιμή της πρώτης προσφοράς. Δεν μπορούν να πλειοδοτήσουν ο οφειλέτης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και οι υπάλληλοί του. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, αν προβληθεί εγγράφως πριν την έναρξη της διαδικασίας αντίρρηση από τον σύνδικο ή από οποιονδήποτε πλειοδότη, να αποκλείσει από την πλειοδοσία κάθε πρόσωπο εις βάρος του οποίου επισπεύδεται αναπλειστηριασμός, εφόσον το γεγονός αυτό προκύπτει από δημόσιο έγγραφο ή ομολογείται. Κάθε πλειοδότης οφείλει να καταθέτει, σε μετρητά ή με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας, διάρκειας τουλάχιστον ενός (1) μήνα ή με επιταγή που έχει εκδοθεί από τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εγγυοδοσία ίση προς το τριάντα τοις εκατό (30%) της τιμής της πρώτης προσφοράς, αλλά όχι μικρότερη των χιλίων (1.000) ευρώ. Αν υπερθεματιστής αναδείχθηκε άλλος ή αν η κατακύρωση ματαιώθηκε από οποιονδήποτε λόγο, η εγγυοδοσία επιστρέφεται σε εκείνον που την είχε καταθέσει αμέσως μετά το πέρας του πλειστηριασμού.
Μετά τη λήξη της διαδικασίας υποβολής των πλειοδοτικών προσφορών, ανακοινώνεται το αποτέλεσμα του πλειστηριασμού μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων. Όσοι έχουν λάβει μέρος στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ενημερώνονται αμελλητί για το αποτέλεσμά του. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού συντάσσει την έκθεση της παρ.13, κατακυρώνοντας τα πράγματα στον πλειοδότη.
Τα πράγματα που πλειστηριάζονται κατακυρώνονται στον πλειοδότη που προσφέρει τη μεγαλύτερη τιμή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού πρέπει να καταχωρίζει στην έκθεσή του όλες τις προσφορές που έγιναν.
Ο υπερθεματιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού το πλειστηρίασμα σε μετρητά ή με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, την τρίτη εργάσιμη μέρα από τον πλειστηριασμό και αμέσως μετά καταρτίζεται το συμβόλαιο μεταβίβασης του πράγματος σε αυτόν. Η μεταβίβαση του πράγματος στον υπερθεματιστή δεν μπορεί να γίνει πριν αυτός καταβάλει το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης. Εντός της επόμενης εργάσιμης ημέρας από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού αποδίδει το τέλος χρήσης στον οικείο συμβολαιογραφικό σύλλογο του οποίου αυτός είναι μέλος. Εντός τριών (3) εργασίμων ημερών, μέρος του ανωτέρω ποσού, το οποίο καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 20, αποδίδεται από τον οικείο συμβολαιογραφικό σύλλογο στο Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.). Οι ειδικότεροι όροι της τήρησης των επαγγελματικών τραπεζικών λογαριασμών των υπαλλήλων των πλειστηριασμών ορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, το αργότερο την πέμπτη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει το πλειστηρίασμα στον λογαριασμό της παρ. 1 του άρθρου 144.
Αν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει εμπροθέσμως το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει μέσα στις επόμενες δύο (2) εργάσιμες ημέρες να τον οχλήσει με εξώδικη πρόσκληση που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή.
Αν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει το πλειστηρίασμα μέσα στις επόμενες από την όχληση πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, η κατακύρωση σε αυτόν ανατρέπεται, η εγγυοδοσία που έχει καταθέσει καταπίπτει, καλούνται δε οι επόμενοι πλειοδότες, η προσφορά των οποίων, αθροιζομένη με το ποσό της εγγυοδοσίας που κατέπεσε, είναι ίση με το πλειστηρίασμα, να καταβάλουν σε τακτή ημέρα που ορίζεται στην πρόσκληση, το ποσό που είχαν και η κατακύρωση γίνεται σε εκείνον που είχε προσφέρει κατά τον πλειστηριασμό το μεγαλύτερο ποσόν. Το πλειστηρίασμα συνίσταται στο άθροισμα του ποσού που καταβλήθηκε και της εγγυοδοσίας του αρχικού υπερθεματιστή που κατέπεσε. Αν, κατά την ελεύθερη κρίση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, η κατά τα προηγούμενα εδάφια πρόσκληση των επόμενων πλειοδοτών είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής για λόγους που εκτίθενται σε σχετική έκθεση, καθώς και σε κάθε περίπτωση που η διαδικασία αυτή δεν τελεσφόρησε, γίνεται αναπλειστηριασμός κατά τις διατάξεις των επόμενων εδαφίων. Η επίσπευση του αναπλειστηριασμού γίνεται είτε με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή από τον σύνδικο ή από οποιονδήποτε από τους αναγγελθέντες. Ο αναπλειστηριασμός επισπεύδεται με πράξη του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με δήλωση προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού του συνδίκου ή αναγγελθέντος, για την οποία συντάσσεται πράξη που περιέχει τα στοιχεία της διακήρυξης. Η πράξη δημοσιοποιείται με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας. Η διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 959 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζεται αναλόγως και η σχετική προθεσμία υπολογίζεται αφότου συνταχθεί η πράξη. Ο αρχικός υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν μπορεί να πλειοδοτήσει, δικαιούται όμως, έως ότου αρχίσει η πλειοδοσία, να καταβάλει το οφειλόμενο πλειστηρίασμα, με τον τόκο υπερημερίας, καθώς και τα έξοδα του αναπλειστηριασμού και να ζητήσει να του κατακυρωθεί το πράγμα.
Αν κατά τον αναπλειστηριασμό δεν επιτευχθεί το ίδιο πλειστηρίασμα, ο πρώτος υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε, ευθύνεται για τη διαφορά εντόκως, με το επιτόκιο υπερημερίας. Η εγγυοδοσία που είχε καταθέσει, με τους τυχόν τόκους της, καταλογίζεται στη διαφορά για την οποία ευθύνεται. Αν απομένει επιπλέον διαφορά, η έκθεση του αναπλειστηριασμού αποτελεί εναντίον του τίτλο εκτελεστό για τη συμπλήρωση. Αν έγιναν περισσότεροι αναπλειστηριασμοί, όλοι οι προηγούμενοι διαδοχικοί υπερθεματιστές, που δεν κατέβαλαν, εξακολουθούν να ευθύνονται εις ολόκληρον για την τυχόν διαφορά μεταξύ του αρχικού πλειστηριάσματος και του πλειστηριάσματος που τελικά επιτεύχθηκε και καταβλήθηκε, χωρίς όμως η ευθύνη του καθενός να υπερβαίνει το ποσόν της διαφοράς από τη δίκη του οφειλή. Οι εγγυοδοσίες που είχαν κατατεθεί από τους προηγούμενους διαδοχικούς υπερθεματιστές δεν επιστρέφονται έως ότου καταβληθεί το πλειστηρίασμα από τον τελικό υπερθεματιστή, προκειμένου να γίνει ο ως άνω καταλογισμός στην τυχόν διαφορά. Ο υπερθεματιστής που δεν κατέβαλε δεν δικαιούται, αν κατά τον αναπλειστηριασμό επιτεύχθηκε μεγαλύτερο πλειστηρίασμα, να απαιτήσει το επιπλέον.
Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί, αν κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, να ζητεί κατά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις συνδρομή και προστασία αστυνομικού οργάνου, στο οποίο παρέχει τις αναγκαίες οδηγίες και υποβάλλει αιτήματα για την τήρηση της τάξης και την αποκατάσταση της ομαλής διενέργειας και συνέχισης του πλειστηριασμού.
Άρθρο 164
Επανάληψη πλειστηριασμού
Εφόσον ο πλειστηριασμός κηρυχθεί άγονος, επαναλαμβάνεται σε ημερομηνία που ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, μέσα σε είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες από την ημέρα που ο πλειστηριασμός κηρύχθηκε άγονος. Η ημερομηνία του νέου πλειστηριασμού δημοσιοποιείται με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας.
Στην επαναληπτική διαδικασία, η τιμή πρώτης προσφοράς μειώνεται στα 3/4 της μέσης τιμής των εκτιμήσεων των πιστοποιημένων εκτιμητών του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 162 και σε περίπτωση που απαιτηθεί επανάληψη, διεξάγεται σύμφωνα με την παρ. 1, με τιμή πρώτης προσφοράς ίση προς το 1/2 της μέσης τιμής των εκτιμήσεων των πιστοποιημένων εκτιμητών του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 162.
Σε περίπτωση που και ο πλειστηριασμός της παρ. 2 αποβεί άγονος, ο σύνδικος υποβάλλει αμελλητί στον εισηγητή αίτηση για τη μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς ή την έγκριση όρων που θα διευκολύνουν την εκποίηση του πράγματος, συμπεριλαμβανομένου αιτήματος για ελεύθερη εκποίηση με συγκεκριμένο τίμημα ή διενέργειας ελέγχου της νομικής ή πραγματικής κατάστασης. Ο εισηγητής αποφαίνεται επί της αίτησης του συνδίκου με αιτιολογημένη διάταξη, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται η άσκηση οποιουδήποτε ένδικου μέσου. Η διάταξη του εισηγητή εκδίδεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την υποβολή της αίτησης του συνδίκου.
Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί η μεταβίβαση του πράγματος μέσα σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες από την έκδοση της διάταξης του εισηγητή, ο σύνδικος επαναλαμβάνει τον πλειστηριασμό, χωρίς τιμή πρώτης προσφοράς. Σε περίπτωση που και αυτός ο πλειστηριασμός αποβεί άγονος, η κυριότητα του πράγματος περιέρχεται στο Δημόσιο με απόφαση του εισηγητή κατόπιν εισήγησης του συνδίκου, εφόσον ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο. Εφόσον ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, το πράγμα περιέρχεται στον οφειλέτη, αν δεν υπάρχουν οφειλές προς το Δημόσιο ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. Αν υπάρχουν τέτοιες οφειλές, η κυριότητα του πράγματος περιέρχεται στο Δημόσιο με απόφαση του εισηγητή κατόπιν εισήγησης του συνδίκου. Η απόφαση αυτή μεταγράφεται με επιμέλεια του συνδίκου στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο, υποθηκοφυλακείο, νηολόγιο ή άλλο δημόσιο μητρώο, εφόσον απαιτείται.
Πριν την περιέλευση του πράγματος στο Δημόσιο ή στον οφειλέτη ο σύνδικος δημοσιεύει ανακοίνωση ότι πρόκειται το πράγμα να μεταβιβαστεί στο Δημόσιο. Εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών οποιοσδήποτε πιστωτής μπορεί να υποβάλει δήλωση αντιρρήσεων στον σύνδικο. Στην περίπτωση αυτή επαναλαμβάνεται ο πλειστηριασμός χωρίς τιμή πρώτης προσφοράς και αν και αυτός ο πλειστηριασμός κηρυχθεί άγονος, το πράγμα περιέρχεται οριστικά στο Δημόσιο ή στον οφειλέτη κατά περίπτωση. Τα κινητά του οφειλέτη αξίας μικρότερης από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, σύμφωνα με τη μέση τιμή των εκτιμήσεων των πιστοποιημένων εκτιμητών της παρ. 4 του άρθρου 162, εκποιούνται ως μία ή περισσότερες ομάδες πραγμάτων, όπως προβλέπεται στα άρθρα 162 έως και 164.
Άρθρο 166
Αντιστοιχία προς τις πράξεις εκτελέσεως του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας Στην περίπτωση των κινητών, με την καταβολή του πλειστηριάσματος και του τέλους χρήσης, σύμφωνα με το άρθρο 163, το κατακυρωμένο πράγμα παραδίδεται στον υπερθεματιστή. Στην περίπτωση των ακινήτων μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος και του τέλους χρήσης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δίνει στον υπερθεματιστή την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση και αφού μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα επί του ακινήτου. Ισχύουν αναλογικά όσα ορίζονται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μετά την κατακύρωση κινητών και ακινήτων, στο μέτρο που δεν προβλέπεται άλλως στον παρόντα νόμο.
Άρθρο 167
Διανομή εκπλειστηριάσματος και πίνακας κατάταξης
Ο σύνδικος διανέμει στους πιστωτές το εκπλειστηρίασμα, καθώς και κάθε ποσό που εισέπραξε κατά οποιονδήποτε τρόπο για λογαριασμό της πτωχεύσεως, σύμφωνα με τον πίνακα πτωχευτικών πιστωμάτων. Με άδεια του εισηγητή μπορεί ο σύνδικος να προβεί και σε προσωρινές διανομές. Από το εκπλειστηρίασμα προαφαιρούνται τα ποσά που απαιτούνται για την ικανοποίηση των δικαστικών εξόδων, των εξόδων διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας και των ομαδικών πιστωμάτων.
Ο σύνδικος συντάσσει πίνακα κατάταξης για κάθε προσωρινή διανομή, στον οποίο αναφέρει το ποσό ικανοποίησης κάθε απαίτησης από τη συγκεκριμένη προσωρινή διανομή, καθώς και τα προαφαιρούμενα ποσά και σχετική αιτιολογία. Ο πίνακας κατάταξης υποβάλλεται στον εισηγητή, ο οποίος τον κηρύσσει εκτελεστό και τον δημοσιεύει. Αν εκτός από τις απαιτήσεις των υποπερ. αα΄ και αγ΄ της περ. α΄ της παρούσας υπάρχουν άλλες απαιτήσεις με γενικό προνόμιο ή ειδικό προνόμιο ή ανέγγυες απαιτήσεις, η κατάταξη κατ’ άρθρο 977 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας χωρεί μετά την ολοσχερή ικανοποίηση των ανωτέρω απαιτήσεων των υποπερ. αα΄ έως αγ΄ της περ. α΄. Η κατάταξη των πιστωτών γίνεται κατά αναλογική εφαρμογή των άρθρων 975 ως 978 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με τις ακόλουθες τροποποιήσεις:
- α) αα) Προστίθενται ως πρώτη τάξη των γενικών προνομίων του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας οι απαιτήσεις από χρηματοδοτήσεις οποιασδήποτε
φύσεως προς την επιχείρηση του οφειλέτη, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνέχιση της δραστηριότητας και των πληρωμών της, η διάσωσή της και η διατήρηση ή επαύξηση της περιουσίας της, με βάση τη συμφωνία εξυγίανσης.
- αβ) Το ίδιο προνόμιο έχουν και απαιτήσεις προσώπων που, με βάση τη συμφωνία εξυγίανσης, συνεισέφεραν αγαθά ή υπηρεσίες προς τον σκοπό συνέχισης
της δραστηριότητας της επιχείρησης και των πληρωμών, για την αξία των αγαθών ή των υπηρεσιών που συνεισέφεραν.
- αγ) Το ίδιο προνόμιο έχουν και απαιτήσεις από χρηματοδότηση κάθε φύσης και παροχή αγαθών και υπηρεσιών προς την επιχείρηση του οφειλέτη που χορηγούνται
για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου και γεννώνται κατά το χρονικό διάστημα των διαπραγματεύσεων για την επίτευξη συμφωνίας εξυγίανσης, το οποίο μπορεί να απέχει έως έξι (6) μήνες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης επικύρωσης. Το προνόμιο της παρούσας υφίσταται ανεξάρτητα από την επικύρωση ή μη της συμφωνίας εξυγίανσης, εφόσον οι σκοποί των χρηματοδοτήσεων ή των παροχών και η ύπαρξη του προνομίου προβλέπονται ρητά στη συμφωνία εξυγίανσης ή σε συμβάσεις που καταρτίζονται κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα.
- αδ) Τα προνόμια της περ. α΄ δεν αφορούν σε μετόχους
ή εταίρους για τις εισφορές τους σε μετρητά ή σε είδος στο πλαίσιο αύξησης του κεφαλαίου του οφειλέτη.
- β) Επί πωλήσεως της επιχείρησης ως συνόλου, σύμφωνα με τα άρθρα 158-161, αν υπάρχουν ειδικοί προνομιούχοι πιστωτές επί κατ’ ιδίαν αντικειμένων της περιουσίας
του οφειλέτη, κατατάσσονται ειδικά επί του ποσού του μέρους του τιμήματος που αντιστοιχεί στο μεταβιβασθέν στοιχείο επί του οποίου υπάρχει το ειδικό προνόμιο, του οποίου η αξία υπολογίζεται για την κατάταξή τους.
Εφόσον υποβληθεί από τον σύνδικο σχέδιο περιοδικών πληρωμών κατά την παρ. 2 του άρθρου 92, τα ποσά των πληρωμών του σχεδίου διανέμονται από τον σύνδικο συμμέτρως στους πιστωτές.
Άρθρο 168
Ανακοπές κατά του πίνακα κατάταξης
Ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης του άρθρου 167 έχουν δικαίωμα να ασκήσουν ο οφειλέτης, καθώς και οι αναγγελθέντες πιστωτές, τόσο ως προς την επαλήθευση, συνεπώς ως προς το περιεχόμενο του πίνακα πτωχευτικών πιστωμάτων του άρθρου 156, όσο και ως προς την κατάταξη. Η ανακοπή ασκείται εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από τη δημοσιοποίηση του πίνακα κατάταξης κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 167.
Περισσότερες ανακοπές εισάγονται από κοινού και στο σύνολό τους, εντός είκοσι (20) ημερών από την δημοσιοποίηση του πίνακα κατάταξης, ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, το οποίο αποφαίνεται αμετακλήτως. Στη συζήτηση κλητεύονται ο οφειλέτης και οι πιστωτές, οι απαιτήσεις των οποίων αμφισβητήθηκαν, με επιμέλεια του συνδίκου. Στη διαδικασία μπορεί να παρέμβει όποιος έχει έννομο συμφέρον.
Αν δεν ασκηθούν ανακοπές κατά του πίνακα κατάταξης, ο σύνδικος διανέμει αμέσως το εκπλειστηρίασμα. Σε δεν προσβλήθηκε. Το ποσό στο οποίο έγινε η κατάταξη του αμφισβητούμενου πιστωτή διατηρείται, μέχρι η κατάταξη του πιστωτή να γίνει τελεσίδικη. Ο εισηγητής μπορεί, μετά από αίτηση εκείνου του οποίου η κατάταξη προσβλήθηκε, να διατάξει την πληρωμή προς αυτόν, με τον όρο καταβολής εγγυοδοσίας. Κατ’ εξαίρεση, για τις απαιτήσεις του Δημοσίου εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 58 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974, Α΄ 90).
Άρθρο 169
Συνέπειες χρονικής σειράς εκποιήσεων ακινήτων και κινητών - κατάταξη ενυπόθηκων
Αν το προϊόν εκποίησης των ακινήτων διανεμηθεί πριν το προϊόν εκποίησης των κινητών ή και συγχρόνως, οι ενυπόθηκοι πιστωτές, που δεν έχουν πλήρως εξοφληθεί από το τίμημα των ακινήτων, συντρέχουν ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο σε κάθε διανομή με τους ανέγγυους πιστωτές, με την προϋπόθεση ότι οι απαιτήσεις των προνομιούχων πιστωτών έχουν επαληθευθεί στα χρέη της πτώχευσης.
Αν πριν τη διανομή του τιμήματος των ακινήτων πραγματοποιηθούν χρηματικές διανομές από την εκποίηση των κινητών ή χρηματικά διαθέσιμα του οφειλέτη, οι πιστωτές με ειδικό προνόμιο (συμπεριλαμβανομένων των ενυπόθηκων πιστωτών) των οποίων οι απαιτήσεις έχουν επαληθευθεί, συμμετέχουν στις διανομές αυτές στο σύνολο των πιστωμάτων τους, οπότε όμως επέρχονται οι συνέπειες των παρ. 5 και 6.
Αν οι γενικοί προνομιούχοι ή οι ενυπόθηκοι πιστωτές καταταγούν στο τίμημα των ακινήτων για το σύνολο των πιστώσεών τους, το οποίο εισπράττουν, η ανέγγυα ομάδα υποκαθίσταται στη θέση τους κατά τα ποσά που αυτοί εισπράττουν σύμφωνα με την παρ. 2.
Αν οι ενυπόθηκοι πιστωτές καταταγούν στο τίμημα των ακινήτων για μέρος μόνον των απαιτήσεών τους, για το υπόλοιπο κατατάσσονται ως ανέγγυοι με τους λοιπούς πιστωτές.
Σε περίπτωση που οι γενικοί προνομιούχοι ή οι ενυπόθηκοι πιστωτές έχουν εισπράξει, κατά την παρ. 2 περισσότερα από την οριστική τους αναλογία κατά το παρόν άρθρο, οι ανέγγυοι πιστωτές υποκαθίστανται στη θέση τους για το επιπλέον της οριστικής τους αναλογίας εισπραχθέν ποσόν.
Όσοι από τους ενυπόθηκους πιστωτές δεν καταταγούν επωφελώς στο τίμημα, θεωρούνται ανέγγυοι πιστωτές.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 170
Φορολογικές και διοικητικές διευκολύνσεις - εξαιρετικές διατάξεις
Η ωφέλεια των νομικών προσώπων, καθώς και των φυσικών προσώπων που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, και η οποία προκύπτει από τη διαγραφή ή ρύθμιση μέρους ή του συνόλου των χρεών τους ως αποτέλεσμα: α. Αναδιάρθρωσης οφειλών στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών του Κεφαλαίου Α΄ του Μέρους Δευτέρου του Πρώτου Βιβλίου, ή β. συμφωνίας εξυγίανσης του Κεφαλαίου Β΄ του Μέρους Δευτέρου του Πρώτου Βιβλίου, ανεξάρτητα από τη συναίνεση του οικείου πιστωτή, ή γ. απαλλαγής που προβλέπεται στα άρθρα 192 έως 196, δεν θεωρείται δωρεά και δεν αποτελεί εισόδημα. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται ως ειδικότερη κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης, συμπεριλαμβανομένης της παρ. 6 του άρθρου 21, του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 και της παρ. 2 του άρθρου 47 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167), καθώς και του άρθρου 62 του ν. 4389/2016 (A΄ 94).
H ωφέλεια των φυσικών προσώπων που δεν εμπίπτουν στην παρ. 1 και προκύπτει από τη διαγραφή ή ρύθμιση μέρους ή του συνόλου των χρεών τους ως αποτέλεσμα: α. Αναδιάρθρωσης οφειλών στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών του Κεφαλαίου Α΄ του Μέρους Δευτέρου του Πρώτου Βιβλίου, ή β. απαλλαγής που προβλέπεται στα άρθρα 192 έως 196, δεν θεωρείται δωρεά και δεν αποτελεί εισόδημα κατά την έννοια του άρθρου 5 του ν. 4172/2013.
Το κέρδος από τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη κατ’ εφαρμογή συμφωνίας εξυγίανσης σύμφωνα με το Κεφάλαιο Β΄ του Μέρους Δευτέρου του Πρώτου Βιβλίου του παρόντος νόμου ή της εκκαθάρισης του Κεφαλαίου Α΄ του Πέμπτου Μέρους του Δευτέρου Βιβλίου του παρόντος νόμου απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων.
Κάθε σύμβαση που συνάπτεται και κάθε πράξη που ενεργείται στο πλαίσιο της πτωχευτικής εκκαθάρισης του Κεφαλαίου Α΄ του Πέμπτου Μέρους του Δευτέρου Βιβλίου, της εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών του Κεφαλαίου Α΄ του Μέρους Δευτέρου του Πρώτου Βιβλίου ή της συμφωνίας εξυγίανσης του Κεφαλαίου Β΄ του Μέρους Δευτέρου του Πρώτου Βιβλίου, ή της άσκησης του δικαιώματος του άρθρου 219 του παρόντος νόμου, οι συνεπεία αυτής επιμέρους μεταβιβάσεις, οι μεταγραφές και κάθε άλλη πράξη για την πραγμάτωση τους, απαλλάσσονται από τέλη χαρτοσήμου και κάθε άλλο έμμεσο φόρο ή τέλος (πλην Φ.Π.Α. για τον οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φ.Π.Α. και του Φ.Μ.Α.). Οι απαλλαγές αυτές επέρχονται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται η υποβολή οποιασδήποτε σχετικής δήλωσης στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.). Στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, να μνημονεύονται ούτε να προσαρτώνται πιστοποιητικά της φορολογικής διοίκησης οποιασδήποτε μορφής ή χρήσης, ούτε οποιασδήποτε άλλης δημόσιας υπηρεσίας, οργανισμού ή εταιρείας ή των Ο.Τ.Α. κάθε βαθμού, ούτε βεβαιώσεις ή υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων προβλεπόμενες σε οποιαδήποτε διάταξη νόμου. Κατ’ εξαίρεση γίνεται μνεία και προσαρτώνται αντίγραφο κτηματολογικού φύλλου και απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος για τα μεταβιβαζόμενα του ν. 651/1977 (Α΄ 207), όπου απαιτείται κατά την κείμενη νομοθεσία. Οι υποθηκοφύλακες και προϊστάμενοι κτηματολογικών γραφείων καταχωρούν υποχρεωτικά τη σύμβαση μεταβίβασης στα οικεία βιβλία, κατά τα παραπάνω κατ’ εξαίρεση προβλεπόμενα. Τα προηγούμενα εδάφια εφαρμόζονται και σε περιπτώσεις συμβολαιογραφικών πράξεων που αφορούν σε δικαιοπραξίες του συνδίκου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και αφορούν τον οφειλέτη.
Οι διατάξεις της περ. γ΄ της παρ. 4 του άρθρου 26 του ν. 4172/2013 ισχύουν και για τις συμφωνίες εξωδικαστικού συμβιβασμού και εξυγίανσης του Κεφαλαίου Α΄ και του Κεφαλαίου Β΄ του Μέρους Δευτέρου του Πρώτου Βιβλίου, αντιστοίχως.
Κάθε σύμβαση που συνάπτεται και κάθε πράξη που ενεργείται κατά τα άρθρα 64, 160, ή 219, οι συνεπεία αυτής επιμέρους μεταβιβάσεις, οι μεταγραφές και κάθε άλλη πράξη για την πραγμάτωσή τους, απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος ή δικαίωμα του Δημοσίου ή τρίτων, καθώς και τελών χαρτοσήμου με εξαίρεση τον Φ.Π.Α. για τον οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φ.Π.Α.. Οι απαλλαγές αυτές επέρχονται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται και η υποβολή οποιασδήποτε σχετικής δήλωσης στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.).
Ο σύνδικος δεν απαιτείται να προσκομίσει πιστοποιητικά φορολογικής ή ασφαλιστικής ενημερότητας του οφειλέτη ή οποιαδήποτε άλλα πιστοποιητικά για τη λήψη δανείων, πιστοδοτήσεων και χρηματοδοτήσεων οποιασδήποτε μορφής, ή για οποιαδήποτε συναλλαγή του γενικά με το Δημόσιο. Κατ’ εξαίρεση προσκομίζεται το πιστοποιητικό του άρθρου 54Α του Κ.Φ.Δ., στις περιπτώσεις που αυτό απαιτείται.
Σε σύμβαση μεταβίβασης που συνάπτεται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, δεν απαιτείται, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, να μνημονεύονται ή να προσαρτώνται πιστοποιητικά της φορολογικής διοίκησης οποιασδήποτε μορφής ή χρήσης, ούτε οποιασδήποτε άλλης δημόσιας υπηρεσίας, οργανισμού ή εταιρείας ή των Ο.Τ.Α. ή πολεοδομική αρχή κάθε βαθμού, ούτε βεβαιώσεις ή υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων προβλεπόμενες σε οποιαδήποτε διάταξη νόμου. Κατ’ εξαίρεση γίνεται μνεία και προσαρτώνται αντίγραφο κτηματολογικού φύλλου και απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος για τα μεταβιβαζόμενα δικαιώματα σε ακίνητα περιοχών στις οποίες λειτουργεί κτηματολόγιο και τοπογραφικό διάγραμμα του άρθρου 5 του ν. 651/1977 (Α΄ 207), όπου απαιτείται κατά την κείμενη νομοθεσία. Οι υποθηκοφύλακες και προϊστάμενοι κτηματολογικών γραφείων καταχωρούν υποχρεωτικά τη σύμβαση μεταβίβασης στα οικεία βιβλία, κατά τα παραπάνω κατ’ εξαίρεση προβλεπόμενα. Τα προηγούμενα εδάφια εφαρμόζονται και σε περιπτώσεις συμβολαιογραφικών πράξεων που αφορούν σε δικαιοπραξίες του συνδίκου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και αφορούν τον οφειλέτη. Το κύρος της μεταβίβασης δεν εξαρτάται από τη νομική ή πραγματική κατάσταση του πράγματος κατά τη μεταβίβασή του. Λοιπές διευκολύνσεις - περιορισμός δικαιωμάτων και αμοιβών - εξαιρετικές διατάξεις
Περιορίζονται στο τριάντα τοις εκατό (30%) των νόμιμων ποσών οι αμοιβές και τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων, των δικηγόρων, των δικαστικών επιμελητών και των υποθηκοφυλάκων για κάθε σύμβαση ή πράξη που αφορά τη διαδικασία πτωχευτικής εκκαθάρισης του Κεφαλαίου Α΄ του Πέμπτου Μέρους του Δευτέρου Βιβλίου, της εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών του Κεφαλαίου Α΄, του Μέρους Δευτέρου του Πρώτου Βιβλίου, της εξυγίανσης του Κεφαλαίου Β΄ του Μέρους Δευτέρου του Πρώτου Βιβλίου, ή την άσκηση του δικαιώματος της παρ. 4 του άρθρου 219.
Κάθε μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού διέπεται από τις διατάξεις που αφορούν την καθολική διαδοχή χωρίς ο αποκτών να βαρύνεται με οποιαδήποτε υποχρέωση του οφειλέτη ή ομαδικό πίστωμα, εκτός αν και στον βαθμό που ρητά προβλέπεται διαφορετικά στους όρους της σχετικής δικαιοπραξίας. Τα στοιχεία μεταβιβάζονται στον σύνολό τους ελεύθερα από πάσης φύσης βάρος ή δικαίωμα τρίτου.
Κατ’ εξαίρεση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, η κήρυξη της πτώχευσης με αντικείμενο την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή των επιμέρους λειτουργικών συνόλων αυτής δεν αποτελεί λόγο ανάκλησης διοικητικών αδειών. Με τη μεταβίβαση της επιχείρησης ή των επιμέρους λειτουργικών συνόλων αυτής, συμμεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον πλειοδότη και οι διοικητικές άδειες κάθε φύσεως που συνδέονται με τη λειτουργία της επιχείρησης και των μεταβιβαζόμενων στοιχείων του ενεργητικού. Οι άδειες ισχύουν για τον χρόνο που θα ίσχυαν και για την επιχείρηση του οφειλέτη, όχι πάντως για περίοδο μικρότερη από ένα (1) έτος από τη μεταβίβαση ή από τον χρόνο που υποχρεωτικά προβλέπεται η λειτουργία της επιχείρησης από ειδική διάταξη νόμου. Στη συνέχεια εκδίδεται στο όνομα του πλειοδότη από την αρμόδια αρχή επιβεβαιωτική πράξη μεταβίβασης της άδειας. Το ίδιο ισχύει και για τα δικαιώματα μεταλλειοκτησίας που αποτελούν τμήμα του ενεργητικού της επιχείρησης του οφειλέτη.
Το άρθρο 479 του Αστικού Κώδικα δεν ισχύει σε περίπτωση μεταβίβασης περιουσίας ή επιχείρησης του οφειλέτη κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου.
Με την επιφύλαξη του ν. 3301/2004 (Α΄ 263), η υποβολή της αίτησης πτώχευσης με αντικείμενο την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή των επιμέρους λειτουργικών συνόλων αυτής, η αποδοχή της, καθώς και η υποβολή αίτησης για λήψη προληπτικών μέτρων και η αποδοχή τους κατά το άρθρο 86 δεν συνιστούν λόγους λύσης, καταγγελίας ή τροποποίησης εκκρεμών συμβάσεων κατά τρόπο επιζήμιο για τον οφειλέτη, δυνάμει σχετικών συμβατικών ρητρών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΑΠΛΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ
Άρθρο 172
Διαδικασία και αρμόδιο δικαστήριο
Στις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου της παρ. 2 του άρθρου 78 εφαρμόζεται η απλοποιημένη διαδικασία του παρόντος.
Αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο για την κήρυξη της πτώχευσης είναι το Ειρηνοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την κύρια κατοικία του, εφόσον δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως αυτή ορίζεται στα άρθρα 21 και 47 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167), ή το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του, όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 78. Σε περίπτωση αμφισβήτησης, κύρια κατοικία είναι η αναφερόμενη ως κατοικία του οφειλέτη στην τελευταία προ της κατάθεσης αίτησης πτώχευσης φορολογική δήλωσή του. Οι πιστωτές που υποβάλλουν αίτηση πτώχευσης μπορούν να υποβάλλουν αίτηση προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων για λήψη της σχετικής πληροφορίας, η οποία και υποχρεούται να τους την γνωστοποιήσει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΠΛΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ
Άρθρο 173
Αίτηση πτώχευσης μικρού αντικειμένου και ορισμός εισηγητή και διορισμός συνδίκου
Η αίτηση πτώχευσης μικρού αντικειμένου υποβάλλεται ηλεκτρονικά, μέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας, στο οποίο και δημοσιοποιείται για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ημερών. Σε περίπτωση που εντός του χρονικού διαστήματος της παρούσας δεν υποβληθεί παρέμβαση κατά της αίτησης ή υποβληθεί παρέμβαση που αφορά μόνο τον διορισμό συνδίκου, η αίτηση γίνεται δεκτή με μόνη τη διαπίστωση παρέλευσης του χρονικού διαστήματος από το πτωχευτικό δικαστήριο. Με την ίδια απόφαση ορίζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο ο εισηγητής. Ο εισηγητής διορίζει τον σύνδικο, εφόσον δεν προσδιορίζεται στην αίτηση, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις καταχώρησης του άρθρου 178. 2.Για τις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου, για τις οποίες υποβάλλει αίτηση ο οφειλέτης, επισυνάπτει σε πρωτότυπο, με ποινή απαραδέκτου αυτής, γραμμάτιο κατάθεσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για την αντιμετώπιση των πρώτων εξόδων της πτώχευσης, εκτός εάν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 178. Το ποσό αναλαμβάνεται από τον σύνδικο με άδεια του εισηγητή. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης ή παραίτησης από το δικόγραφο, το ποσό επιστρέφει στον οφειλέτη.
Άρθρο 174
Περιεχόμενο της αίτησης πτώχευσης
Με την αίτησή του ο οφειλέτης υποχρεούται να καταθέσει, με ποινή απαραδέκτου, τις οικονομικές του καταστάσεις, εφόσον υπάρχουν, για την τελευταία χρήση για την οποία είναι διαθέσιμες.
Σε περίπτωση αίτησης φυσικού ή νομικού προσώπου που δεν δημοσιεύει χρηματοοικονομικές καταστάσεις, με την αίτηση κατατίθεται επί ποινή απαραδέκτου η τελευταία δήλωση φόρου εισοδήματος, η δήλωση στοιχείων ακινήτων και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, η κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα. Η αίτηση συνοδεύεται από κατάσταση του συνόλου των πιστωτών του και βεβαίωση της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας για τα χρέη του οφειλέτη προς το Δημόσιο. Η αίτηση μπορεί να συνοδεύεται και από άλλα έγγραφα που υποστηρίζουν τα παρεχόμενα από τον οφειλέτη στοιχεία.
Ο οφειλέτης υπέχει ως προς τα παραπάνω δηλούμενα στοιχεία ευθύνη σύμφωνα με το άρθρο 952 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Τα έγγραφα υποβάλλονται σε ηλεκτρονικό αντίγραφο. Η αίτηση περιλαμβάνει συναίνεση πρόσβασης στα στοιχεία και στα συνοδευτικά έγγραφα που βρίσκονται σε βάσεις δεδομένων του δημόσιου τομέα ή των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
Άρθρο 175
Προληπτικά μέτρα Η αναστολή της παρ. 1 του άρθρου 86 δεν καταλαμβάνει ενέργειες εκτέλεσης ενέγγυων πιστωτών του οφειλέτη επί περιουσιακών στοιχείων επί των οποίων έχουν λάβει εμπράγματη εξασφάλιση.
Άρθρο 176
Παύση πληρωμών
Τεκμαίρεται ότι ο οφειλέτης του παρόντος άρθρου βρίσκεται σε παύση πληρωμών όταν δεν καταβάλλει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του προς το Δημόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, σε ύψος τουλάχιστον 60% των συνολικών ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών, εφόσον η μη εξυπηρετούμενη υποχρέωσή του υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ.
Η επιλεκτική εκπλήρωση ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων δεν αίρει την παύση πληρωμών, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην αδυναμία εκπλήρωσης ακόμα και μίας σημαντικής ληξιπρόθεσμης χρηματικής οφειλής.
Άρθρο 177
Άσκηση παρέμβασης
Οι πιστωτές μπορούν να ασκήσουν παρέμβαση είτε κύρια, αν ζητούν απόρριψη της αίτησης, είτε πρόσθετη, αν, παρότι είναι σύμφωνοι με την αίτηση, αιτούνται τον διορισμό συνδίκου. Εφόσον πιστωτής παρέμβει με υπόδειξη του συνδίκου, σύνδικος διορίζεται ο υποδεικνυόμενος από τον πιστωτή ή, σε περίπτωση περισσό παρέχεται πρόσβαση μέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας.
Οι παρεμβάσεις υποβάλλονται ηλεκτρονικά στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας. Εφόσον υποβληθούν εμπρόθεσμα κύριες παρεμβάσεις, αντίγραφα των διαδικαστικών εγγράφων κατατίθενται σε έντυπη μορφή ή ηλεκτρονικά στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο, με μέριμνα του επιμελέστερου των διαδίκων. Αντίγραφο της αίτησης πτώχευσης επιδίδεται, εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών, με φροντίδα του διαδίκου που επισπεύδει τη διαδικασία, στα λοιπά διάδικα μέρη.
Εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση της αίτησης πτώχευσης, τα διάδικα μέρη οφείλουν να καταθέσουν ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου τις προτάσεις τους και το σύνολο των αποδεικτικών εγγράφων.
Μετά την παρέλευση της προθεσμίας της παρ. 3, παρέχεται πρόσθετη προθεσμία πέντε (5) εργάσιμων ημερών σε όλα τα διάδικα μέρη, για την κατάθεση τυχόν προσθήκης αντίκρουσης. Η προσαγωγή ενόρκων βεβαιώσεων επιτρέπεται με αναλογική εφαρμογή των άρθρων 421 επ. του ΚΠολΔ.
Μετά την παρέλευση της προθεσμίας της παρ. 4 ,η διαδικασία ολοκληρώνεται και εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών, το δικαστήριο εκδίδει απόφαση. Εφόσον το δικαστήριο κηρύξει την πτώχευση, ορίζει εισηγητή και σύνδικο και προσδιορίζει την ημερομηνία της παύσης των πληρωμών.
Άρθρο 178
Ανεπάρκεια μη βεβαρυμμένων στοιχείων της περιουσίας του οφειλέτη
Εφόσον, σύμφωνα με τα στοιχεία στα οποία παρέχεται πρόσβαση μέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας, πιθανολογείται ότι τα μη βεβαρυμμένα στοιχεία της περιουσίας του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας και τα ετήσια εισοδήματα του οφειλέτη, πέραν των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, δεν υπερβαίνουν τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης της παρ. 5 του άρθρου 92, δεν διορίζεται σύνδικος και ο εισηγητής διατάσσει την καταχώρηση του ονόματος ή της επωνυμίας του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213 και επέρχονται οι συνέπειες της καταχώρησης της παρ. 4 του άρθρου 77. Την ανεπάρκεια της παρούσας μπορεί να αναδείξει με παρέμβασή του και πιστωτής. Για τη διαπίστωσή της από τον εισηγητή δεν απαιτείται σχετική παρέμβαση.
Η καταχώρηση της παρ. 1 δεν επηρεάζει την εξέλιξη της διαδικασίας εκτέλεσης σε βάρος των βεβαρυμμένων στοιχείων από τους ενέγγυους πιστωτές, σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές διατάξεις. Κάθε διαδικαστική ενέργεια ενέγγυου πιστωτή σε εκτέλεση δικαιώματος ενέχυρου, υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης κατά περιουσιακού στοιχείου του καταχωρηθέντα οφειλέτη δημοσιοποιείται με ευθύνη του ενέγγυου πιστωτή στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας.
Άρθρο 179
Σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας Με την επιφύλαξη του άρθρου 178, σε κάθε άλλη περίπτωση πτώχευσης μικρού αντικειμένου, εφόσον γίνει αποδεκτή αίτηση πτώχευσης, ο εισηγητής διατάσσει τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας και προσδιορίζει την ημέρα παύσης πληρωμών.
Άρθρο 180
Παραίτηση και διορισμός συνδίκου Εάν στη συνέχεια της διαδικασίας παραιτηθεί σύνδικος που έχει υποδειχθεί από πιστωτή, δικαίωμα υπόδειξης συνδίκου έχει ο ίδιος πιστωτής, εφόσον κοινοποιήσει στον εισηγητή τα στοιχεία του υποδεικνυομένου και την έγγραφη αποδοχή από τον τελευταίο του διορισμού του, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσιοποίηση της παραίτησης. Τον διορισμό του υποδεικνυόμενου συνδίκου αποφασίζει ο εισηγητής με πράξη του, χωρίς άλλη διαδικασία. Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο εισηγητής έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα αντικατάστασης του συνδίκου, εφόσον συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του άρθρου 139.
Άρθρο 181
Αναγγελίες και επαληθεύσεις των πιστώσεων Οι αναγγελίες και επαληθεύσεις των πιστώσεων γίνονται σύμφωνα με το Τέταρτο Μέρος του Δεύτερου Βιβλίου. Ο εισηγητής, αφού ακούσει τους ενδιαφερομένους, αποφαίνεται με αιτιολογημένη διάταξή του για τις ανακοπές κατά του πίνακα κατάταξης των πιστωτών του άρθρου 156. Κατά της πράξης αυτής του εισηγητή επιτρέπεται, εντός δέκα (10) ημερών, προσφυγή ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, το οποίο αποφαίνεται αμετάκλητα.
Άρθρο 182
Παρακράτηση πιστώματος Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή επί της πράξης του εισηγητή με την οποία κάνει δεκτό το πίστωμα, σε κάθε διανομή ενεργητικού παρακρατείται ποσό ανάλογο του πιστώματος, μέχρι να αποφανθεί το πτωχευτικό δικαστήριο.
Άρθρο 183
Εκποίηση πραγμάτων που υπόκεινται σε φθορά Η εκποίηση πραγμάτων του άρθρου 140 πραγματοποιείται από τον σύνδικο χωρίς την άδεια του εισηγητή.
Άρθρο 184
Ειδικός λογαριασμός Ο σύνδικος διαχειρίζεται τον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 144, αποκλειστικά για τις δαπάνες των εργασιών της πτώχευσης και για τη διανομή στους πιστωτές, χωρίς να απαιτείται άδεια του εισηγητή.
Άρθρο 185
Ειδικές προβλέψεις Τα άρθρα 146, 148, 150, 151 και η παρ. 1 του άρθρου 133 δεν εφαρμόζονται στις διαδικασίες του παρόντος. Σε σχετική εντολή σε δικηγόρο, μετά από σύμφωνη γνώμη του εισηγητή, ο οποίος καθορίζει και την αμοιβή του, κατ’ εύλογη κρίση, με αιτιολογημένη διάταξή του, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται προσφυγή στο πτωχευτικό δικαστήριο.
Άρθρο 186
Εκποίηση περιουσιακών στοιχείων Η εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα για την εκποίηση των κατ’ ιδίαν στοιχείων του οφειλέτη του Κεφαλαίου Γ΄ του παρόντος.
Άρθρο 187
Έφεση Οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται μόνο σε έφεση.
Άρθρο 188
Μη περάτωση της πτώχευσης με την απλοποιημένη διαδικασία Αν μετά την παρέλευση ενός έτους από την κήρυξη της απλοποιημένης διαδικασίας η πτώχευση δεν έχει περατωθεί, ο σύνδικος υποχρεούται να υποβάλει στον εισηγητή έκθεση, στην οποία εξηγεί τους λόγους καθυστέρησης της διαδικασίας. Σε περίπτωση που η καθυστέρηση κρίνεται από τον εισηγητή αδικαιολόγητη, ο εισηγητής τον αντικαθιστά με πράξη του.
ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ
ΠΕΡΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΑ Η ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΟΥ
Άρθρο 189
Γενικά
Η πτώχευση περατώνεται με την εκποίηση όλων των στοιχείων του ενεργητικού της και τη διανομή του προϊόντος των εκποιήσεων στους πιστωτές, με την παύση των εργασιών της λόγω της έλλειψης ενεργητικού σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 191 ή λόγω παρέλευσης του οριζόμενου χρόνου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 191 ή λόγω της εξόφλησης όλων των πτωχευτικών πιστωτών κατά το κεφάλαιο και τους τόκους μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης.
Η περάτωση της πτώχευσης λόγω εξόφλησης όλων των πτωχευτικών πιστωτών συνιστά λόγο αναβίωσης του νομικού προσώπου τηρουμένων των διατάξεων του εταιρικού δικαίου.
Άρθρο 190
Η λογοδοσία του συνδίκου Εντός μηνός από την περάτωση της πτώχευσης, με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους στον παρόντα νόμο τρόπους, ο σύνδικος λογοδοτεί ενώπιον της συνέλευσης των πιστωτών με τη συμμετοχή και του εισηγητή. Ο εισηγητής, λαμβάνοντας υπόψη και τυχόν αποφάσεις της συνέλευσης των πιστωτών, συντάσσει αιτιολογημένη διάταξη επί της λογοδοσίας, η οποία μεταξύ άλλων δύναται να τον απαλλάξει από κάθε ευθύνη και η οποία δημοσιοποιείται και δεν προσβάλλεται με προσφυγή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΠΑΥΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΤΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ
Άρθρο 191
Παύση εργασιών πτώχευσης
Αν οι εργασίες της πτώχευσης δεν μπορούν να εξακολουθήσουν, λόγω έλλειψης των αναγκαίων χρημάτων ή ευχερώς ρευστοποιήσιμης περιουσίας, το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από έκθεση του εισηγητή και αφού ακούσει τον σύνδικο, μπορεί, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, του πιστωτή ή του συνδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να κηρύξει την παύση των εργασιών της πτώχευσης.
Στην περίπτωση της παρ. 1 περατώνεται η πτώχευση, αίρεται η πτωχευτική απαλλοτρίωση και ο οφειλέτης αναλαμβάνει τη διοίκηση της περιουσίας του. Οι πιστωτές αναλαμβάνουν τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα, εκτός αν ο οφειλέτης έχει απαλλαγεί σύμφωνα με το άρθρο 192, παύει δε το λειτούργημα του συνδίκου και αυτό του εισηγητή. Τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μετά πάροδο μηνός από τη δημοσιοποίηση της απόφασης της παρ. 1.
Μετά παρέλευση πέντε (5) ετών από την κήρυξη της πτώχευσης επέρχονται αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση τα αποτελέσματα της παρ. 2.
Κατ’ εξαίρεση και μόνο, εάν μέχρι τη συμπλήρωση της ανωτέρω προθεσμίας των πέντε (5) ετών της παρ. 3 έχει συνταχθεί πίνακας διανομής, κατά του οποίου εκκρεμεί ανακοπή, το αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο, έχει τη δυνατότητα, να παρατείνει, περαιτέρω, την πτωχευτική διαδικασία, μέχρι την έκδοση αμετακλήτου αποφάσεως, επί της ανακοπής και την, χωρίς καθυστέρηση, ολοκλήρωση της διανομής. Η αίτηση παράτασης υποβάλλεται, το αργότερο, τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες πριν την εκπνοή της προθεσμίας των πέντε (5) ετών της παρ. 3. Μέχρι τη συζήτηση της αίτησης προσκομίζεται έκθεση του Εισηγητή.
Τα πτωχευτικά όργανα συνεχίζουν να ασκούν τις αρμοδιότητές τους και η πτωχευτική διαδικασία δεν διακόπτεται, μέχρι την έκδοση απόφασης του πτωχευτικού δικαστηρίου κατά την παρ. 4. Η απόφαση του Δικαστηρίου δεν υπόκειται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα.
Ακόμη και αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τις παρ. 4, εφόσον υπάρχει απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών, το δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την πτωχευτική διαδικασία άπαξ μέχρι δύο (2) έτη.
ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ
ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ
Άρθρο 192
Απαλλαγή του οφειλέτη
Με την επιφύλαξη της παρ. 2, ο οφειλέτης - φυσικό πρόσωπο απαλλάσσεται πλήρως από κάθε οφειλή προς παρ. 4 του άρθρου 77, εκτός εάν εντός της παραπάνω προθεσμίας υποβληθεί προσφυγή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον κατά της απαλλαγής του. Η απαλλαγή έχει ως συνέπεια και την παύση των στερήσεων δικαιωμάτων τις οποίες συνεπάγεται η πτώχευση.
Για τους οφειλέτες της παρ. 3 του άρθρου 92, η προθεσμία της παρ. 1 ορίζεται σε ένα (1) έτος.
Σε περίπτωση που η προθεσμία της παρ. 1 ή της παρ. 2, κατά περίπτωση, λήγει εντός πενταετίας από προηγούμενη απαλλαγή του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένης και της απαλλαγής κατά τον ν. 3869/2010 (Α΄ 130), τότε η απαλλαγή σύμφωνα με το παρόν άρθρο επέρχεται στην πέμπτη επέτειο της προηγούμενης απαλλαγής.
Άρθρο 193
Προσφυγή κατά της απαλλαγής
Η προσφυγή κατά της απαλλαγής ασκείται παραδεκτά στο πτωχευτικό δικαστήριο εφόσον ο προσφεύγων επικαλείται ότι η αδυναμία εκπλήρωσης την οποία διαπιστώνει η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση οφείλεται σε δόλιες ενέργειες του οφειλέτη ή ότι ο οφειλέτης δεν επέδειξε καλή πίστη είτε κατά την κήρυξη της πτώχευσης είτε και κατά τη διάρκειά της, δεν έχει υπάρξει συνεργάσιμος με τα όργανα της πτώχευσης, έχει δολίως αποκρύψει εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας ή ότι είτε εκκρεμεί ποινική δίωξη κατά του οφειλέτη για κάποια από τις πράξεις του ενάτου Μέρους του Δεύτερου Βιβλίου ή για κάποια από τις κακουργηματικές πράξεις της κλοπής, απάτης, υπεξαίρεσης καταδολίευσης δανειστών, υπεξαίρεσης ή πλαστογραφίας του Ποινικού Κώδικα ή ότι έχει καταδικαστεί για κάποια από αυτές τις πράξεις.
Σε περίπτωση προσφυγής, το πτωχευτικό δικαστήριο, ύστερα από σχετική έκθεση του εισηγητή, στην οποία καταχωρούνται και οι τυχόν παρατηρήσεις του οφειλέτη και των πιστωτών, και αφού ακούσει τον σύνδικο, αποφασίζει περί της απαλλαγής. Εάν το πτωχευτικό δικαστήριο κρίνει ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις απαλλαγής, δύναται με αιτιολογημένη απόφασή του, να θέσει προθεσμία στον οφειλέτη για την ικανοποίησή τους, να περιορίσει την απαλλαγή ως προς ορισμένα μόνο χρέη ή να ορίσει εξαιρετικά μεγαλύτερη προθεσμία απαλλαγής, παρέχοντας σε κάθε περίπτωση δέουσα αιτιολόγηση τυχόν παρεκκλίσεων από την προβλεπόμενη προθεσμία γενικής απαλλαγής της παρ. 1 του άρθρου 192.
Αν η προσφυγή επικαλείται ποινική δίωξη ή καταδίκη για κάποια από τις πράξεις της παρ. 1, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να αναβάλει την απόφασή του μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας. Η απόφαση ανακαλείται αν επέλθει μεταβολή πραγμάτων που να δικαιολογεί την ανάκληση.
Άρθρο 194
Οφειλές που δημιουργήθηκαν από δόλο ή βαριά αμέλεια
Ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται από οφειλές που δημιουργήθηκαν μετά την υποβολή της αίτησης πτώχευσης (σε περίπτωση χρεών προς το Δημόσιο κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος στον οποίο ανάγεται η υποχρέωση και όχι ο χρόνος δημιουργίας του νόμιμου τίτλου) και οφειλές από δόλο ή βαρεία αμέλεια που προκάλεσε θάνατο ή σωματική βλάβη προσώπου, οφειλές από τα αδικήματα του ν. 4557/2018 (Α΄ 139) και οφειλές διατροφής.
Σε περίπτωση που μετά την απαλλαγή οφειλέτη αποδειχθεί ότι παρέλειψε δολίως ή από βαριά αμέλεια την αποκάλυψη της οικονομικής και περιουσιακής του κατάστασης κατά την διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας ή δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το σχέδιο πληρωμών της παρ. 2 του άρθρου 92, το πτωχευτικό δικαστήριο εντός τριετίας από την επέλευση της απαλλαγής, μπορεί μετά από αίτημα πιστωτή να ανακαλέσει την απαλλαγή εν όλω ή εν μέρει ή να θέσει προϋποθέσεις της απαλλαγής, όπως την εξόφληση των οφειλομένων από το σχέδιο πληρωμών.
Άρθρο 195
Απαλλαγή εκπροσώπων νομικού προσώπου
Φυσικό πρόσωπο που εκ του νόμου έχει αλληλέγγυα ευθύνη λόγω της ιδιότητάς του ως εκπροσώπου ή διοικούντος το νομικό πρόσωπο οφειλέτη απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για οφειλές του οφειλέτη που προέκυψαν εντός της ύποπτης περιόδου, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 116, ή και εντός των τριάντα έξι (36) μηνών που προηγήθηκαν της ύποπτης περιόδου, με την πάροδο τριάντα έξι (36) μηνών από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης, ή είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την κήρυξη της πτώχευσης ή την καταχώρηση της παρ. 4 του άρθρου 77, όποιο από τα δύο προηγηθεί χρονικά, εκτός εάν εντός της παραπάνω προθεσμίας υποβληθεί προσφυγή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον κατά της απαλλαγής του.
Σε περίπτωση προσφυγής, το πτωχευτικό δικαστήριο, εκτιμώντας τα αίτια και τις συνθήκες της πτώχευσης, ύστερα από σχετική έκθεση του εισηγητή, στην οποία καταχωρούνται και οι τυχόν παρατηρήσεις του οφειλέτη και των πιστωτών, και αφού ακούσει τον σύνδικο, αποφαίνεται υπέρ της απαλλαγής, εάν το φυσικό πρόσωπο επιδεικνύει καλή πίστη τόσο κατά την κήρυξη της πτώχευσης όσο και κατά τη διάρκειά της, είναι συνεργάσιμος με τα όργανα της πτώχευσης, δεν ευθύνεται για πράξη ή παράλειψη του άρθρου 127 και η πτώχευση δεν οφείλεται σε δόλιες ενέργειές του. Δεν απαλλάσσονται πλήρως αυτοί που καταδικάστηκαν για κάποια από τις πράξεις του Ενάτου Μέρους του Δεύτερου Βιβλίου του παρόντος ή για κάποια από τις κακουργηματικές πράξεις της κλοπής, απάτης, υπεξαίρεσης ή πλαστογραφίας του Ποινικού Κώδικα. Αν υπάρχει εκκρεμής ποινική δίωξη ή αστική αγωγή για κάποια από αυτές τις πράξεις ή παραλείψεις, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να αναβάλει την απόφασή από την επέλευση της απαλλαγής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ
Άρθρο 196
Συνέπειες απαλλαγής στη ρευστοποίηση και διανομή - επίπτωση σε συνοφειλέτες ή σε οφειλές τρίτων εγγυημένες από τον οφειλέτη Η απαλλαγή του οφειλέτη ή του εκπροσώπου του από χρέη, κατά περίπτωση, δεν θίγει με οποιονδήποτε τρόπο τη συνέχιση της διαδικασίας ρευστοποίησης και διανομής των στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας και τα δικαιώματα των πιστωτών επί αυτών, συμπεριλαμβανομένων και των αδήλων εισοδημάτων ή περιουσιακών στοιχείων τα οποία δολίως ή εξ αμελείας απεκρύβησαν στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας από τον οφειλέτη και των δικαιωμάτων των ενέγγυων πιστωτών επί υπεγγύων στοιχείων του οφειλέτη, η οποία διεξάγεται και ολοκληρώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ρητώς διευκρινίζεται ότι η απαλλαγή του οφειλέτη εκ της πρωτοφειλής ή εγγυήσεως δεν επηρεάζει τις απαιτήσεις έναντι των λοιπών συνοφειλετών ή εγγυητών που ενέχονται εκ του νόμου ή δυνάμει δικαιοπραξίας.
ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ
ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 197
Χρεοκοπία
Με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, κατά την ύποπτη περίοδο, όπως αυτή προσδιορίζεται με την πτωχευτική απόφαση, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρο 81 ή και έξι (6) μήνες πριν ή και μετά την κήρυξη της πτώχευσης οποτεδήποτε: α. εξαφανίζει ή παρασιωπά περιουσιακά του στοιχεία που σε περίπτωση πτώχευσης εμπίπτουν στην πτωχευτική περιουσία ή κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας που ασκούσε, ματαιώνει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τρίτων, βλάπτει ή καθιστά αυτά χωρίς αξία, β. καταρτίζει ζημιογόνες ή κερδοσκοπικές ή ριψοκίνδυνες δικαιοπραξίες πάσης φύσεως, ακόμα και επί χρηματοοικονομικών παραγώγων, κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης, ή διαθέτει υπερβολικά ποσά σε παίγνια, στοιχήματα ή σε αντιοικονομικές δαπάνες ή συνάπτει χρέη για τους σκοπούς αυτούς, γ. προμηθεύεται εμπορεύματα ή αξιόγραφα με πίστωση, τα οποία, ή τα πράγματα που κατασκευάζει με αυτά, διαθέτει ή παραχωρεί σε τιμές ουσιωδώς κάτω της αξίας τους, κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης, δ. παριστά ψευδώς ότι είναι οφειλέτης άλλων ή αναγνωρίζει ανύπαρκτα δικαιώματα τρίτων, ε. παραλείπει την τήρηση υποχρεωτικών εμπορικών βιβλίων ή τα τηρεί κατά τέτοιο τρόπο ή τα μεταβάλλει, ώστε να δυσχεραίνεται η διαπίστωση της κατάστασης της περιουσίας του ή δεν υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις ή άλλες δηλώσεις περιουσίας (π.χ. πόθεν έσχες) σύμφωνα με το νόμο, στ. εξαφανίζει ή αποκρύπτει τα εμπορικά του βιβλία ή άλλα στοιχεία ή παρασιωπά την ύπαρξη εμπορικών βιβλίων ή άλλων στοιχείων, καταστρέφει ή βλάπτει εμπορικά βιβλία ή άλλα στοιχεία, η τήρηση των οποίων είναι υποχρεωτική κατά τον νόμο, πριν παρέλθει η προθεσμία που πρέπει να τα διατηρήσει, ώστε να δυσχεραίνεται η διαπίστωση της κατάστασης της περιουσίας του, ζ. αντίθετα προς τον νόμο, i) παραλείπει την κατά τον νόμο σύνταξη των ισολογισμών ή της απογραφής ή ii) καταρτίζει ισολογισμούς ή απογραφή κατά τρόπο που δυσχεραίνεται η διαπίστωση της κατάστασης της περιουσίας του, ή η. ελαττώνει την κατάσταση της περιουσίας του με άλλον τρόπο ή παρασιωπά ή αποκρύπτει τις αληθινές δικαιοπρακτικές του σχέσεις.
Τιμωρείται επίσης, με τις ποινές της παρ. 1 και αυτός που με κάποια από τις πράξεις της παρ. 1 προκάλεσε την παύση των πληρωμών του.
Όποιος τέλεσε κάποια από τις πράξεις των περ. ε΄ και ζ΄ της παρ. 1 από αμέλεια, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών ή χρηματική ποινή.
Παράλειψη παροχής συνδρομής και των απαιτουμένων στοιχείων από τον οφειλέτη ή, στην περίπτωση νομικού προσώπου, από τους εκπροσώπους του, στο πλαίσιο διαδικασίας του παρόντος νόμου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή χρηματική ποινή.
Οι πράξεις του παρόντος άρθρου είναι αξιόποινες μόνο σε περίπτωση που κηρυχθεί η πτώχευση ή η αίτηση απορριφθεί για τον λόγο ότι προβλέπεται πως η περιουσία του οφειλέτη δεν θα επαρκέσει για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 77.
Άρθρο 198
Ευνοϊκή μεταχείριση πιστωτή
Τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών και χρηματική ποινή, όποιος ενώ βρίσκεται σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή σε κατάσταση επαπειλούμενης αδυναμίας κανονικής εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του υποχρεώσεων, με επιζήμια πράξη του άρθρου 116 ικανοποιεί απαίτηση πιστωτή ή του παρέχει ασφάλεια, εν γνώσει του ευνοώντας αυτόν έναντι των λοιπών πιστωτών.
Η διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 197 εφαρμόζεται αναλόγως.
Άρθρο 199
Ποινική ευθύνη τρίτων
Με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος: β. μετά την παύση των πληρωμών του, με τη συναίνεση του οφειλέτη ή προς όφελος εκείνου, εξαφανίζει ή παρασιωπά ή αποκρύπτει περιουσιακά στοιχεία εκείνου, τα οποία σε περίπτωση πτώχευσης ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία ή ενεργώντας κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής διαχείρισης, τα καταστρέφει, τα βλάπτει ή τα καθιστά άχρηστα.
Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο πιστωτής που συνομολογεί με τον οφειλέτη ή άλλο πρόσωπο ιδιαίτερα ωφελήματα χάριν της ψήφου του στις διασκέψεις της πτώχευσης ή όποιος συνάπτει ιδιαίτερη συμφωνία που ωφελεί τον ίδιο και επιβαρύνει το ενεργητικό της πτώχευσης. Οι συμφωνίες αυτές κηρύσσονται άκυρες έναντι πάντων και έναντι του οφειλέτη από το πτωχευτικό δικαστήριο.
Οι πράξεις του παρόντος είναι αξιόποινες μόνο σε περίπτωση που κηρυχθεί η πτώχευση ή η αίτηση απορριφθεί, διότι προβλέπεται ότι η περιουσία του οφειλέτη δεν θα επαρκέσει για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας κατά την παρ. 4 του άρθρου 77.
Άρθρο 200
Ποινική ευθύνη οφειλετών, συζύγων, συμβίων και συγγενών
Ο σύζυγος, ο σύμβιος ή η συμβία, οι κατιόντες ή ανιόντες του οφειλέτη και οι κατά την ίδια τάξη εξ αγχιστείας συγγενείς του που εν γνώσει παρανόμως ιδιοποιούνται, υπεξάγουν ή αποκρύπτουν πτωχευτικά πράγματα, χωρίς συνεννόηση με τον οφειλέτη, τιμωρούνται κατά τις διατάξεις περί κλοπής ή υπεξαίρεσης του Ποινικού Κώδικα και διώκονται πάντοτε αυτεπαγγέλτως.
Αν οι πράξεις αυτές τελούνται μετά από συνεννόηση με τον οφειλέτη, εφαρμόζονται ως προς τα πρόσωπα της παρ. 1 οι διατάξεις περί συμμετοχής του Ποινικού Κώδικα.
Άρθρο 201
Αδικήματα συνδίκων
Κάθε παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων ή άλλων πραγμάτων της πτωχευτικής περιουσίας από τον σύνδικο ή από πρόσωπα που έχουν προσληφθεί για τις ανάγκες της πτώχευσης τιμωρείται κατά τις διατάξεις περί υπεξαίρεσης του Ποινικού Κώδικα (άρθρα 375 επ.).
Κάθε ψευδής παράσταση του συνδίκου με την έκθεση του άρθρου 141 ή με μεταγενέστερες εκθέσεις, δηλώσεις και υπομνήματά του, προς βλάβη του οφειλέτη ή των πιστωτών, τιμωρείται κατά τις διατάξεις περί απάτης του Ποινικού Κώδικα (άρθρα 386 επ.).
Τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή διπλάσια της ωφέλειάς του ο σύνδικος που πωλεί πτωχευτικά πράγματα και τα αγοράζει εμμέσως ο ίδιος με παρένθετα πρόσωπα. Το ποσό της χρηματικής ποινής εισπράττεται κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ και αποδίδεται από το Δημόσιο στην πτώχευση.
Άρθρο 202
Ποινική ευθύνη των διαχειριστών κ.λπ. των νομικών προσώπων
Όταν η πτώχευση αναφέρεται σε νομικά πρόσωπα, ποινική ευθύνη για τις πράξεις του παρόντος κεφαλαίου, έχουν εκείνοι οι διαχειριστές, τα μέλη της διοίκησης και οι διευθυντές τους, οι οποίοι τέλεσαν τις εν λόγω πράξεις.
Οι διαχειριστές, τα μέλη της διοίκησης και οι διευθυντές των νομικών προσώπων τιμωρούνται με τις ποινές της παρ. 1 του άρθρου 197 και όταν έλαβαν προκαταβολές ανώτερες από αυτές που προβλέπονται στην απόφαση του αρμόδιου εταιρικού οργάνου ή στο καταστατικό του νομικού προσώπου.
Άρθρο 203
Δικονομικές διατάξεις
Τα αδικήματα του παρόντος Κεφαλαίου ανακρίνονται και εκδικάζονται κατά προτεραιότητα με ευθύνη του αρμόδιου εισαγγελέα. Δικαίωμα παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας στις δίκες για παράβαση των διατάξεων αυτών έχουν τόσο ο σύνδικος όσο και οι πιστωτές κατ’ άρθρο 63 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Περίληψη των καταδικαστικών αποφάσεων για πράξεις του παρόντος νόμου δημοσιεύεται, μόλις οι ως άνω αποφάσεις τελεσιδικήσουν. Στην απόφαση ορίζονται ο τρόπος της δημοσιοποίησης, ηλεκτρονικής ή μη, και η υποχρέωση καταβολής της δαπάνης για αυτήν.
Όταν κατά τη διάρκεια πτωχευτικής δίκης ανακύπτει γεγονός που μπορεί να χαρακτηριστεί αδίκημα του παρόντος κεφαλαίου ή αδίκημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως, ο εισηγητής ή ο αρμόδιος δικαστής του πτωχευτικού δικαστηρίου οφείλει να συντάξει έκθεση και να τη διαβιβάσει στον αρμόδιο εισαγγελέα με κάθε πληροφορία και με τα σχετικά έγγραφα.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ -ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΕΣ / ΚΑΤΑΡΓΗΤΙΚΕΣ -ΤΕΛΙΚΕΣ -
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 204
Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Πρώτου
Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών, η κατ΄ άρθρο 76 πτωχευτική ικανότητα μπορεί να αποδίδεται και σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που δεν επιδιώκουν οικονομικό σκοπό αλλά ασκούν οικονομική δραστηριότητα. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα δύνανται να ρυθμίζονται ειδικότερα οι προϋποθέσεις και οι έννομες συνέπειες της πτώχευσης στην περίπτωση αυτή, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της αφερεγγυότητας νομικών προσώπων που δεν επιδιώκουν οικονομικό σκοπό.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορεί να αναπροσαρμοστεί ο αριθμός των κριτηρίων προσδιο προκειμένου η πτώχευση να χαρακτηριστεί ως μικρού αντικειμένου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 78 του παρόντος.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης αυξάνονται ή μειώνονται τα ποσά του γραμματίου κατάθεσης της παρ. 8 του άρθρου 79, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη διασφάλισης πρόσβασης στη διαδικασία και την πληρέστερη κάλυψη του πραγματικού κόστους της διαδικασίας για το δικαστικό σύστημα.
Άρθρο 205
Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Δευτέρου
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορεί να ορίζεται ότι οι αποφάσεις της παρ. 1 του άρθρου 84 δημοσιεύονται και αυτεπαγγέλτως από το αρμόδιο δικαστήριο.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση του Ειδικού Γραμματέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, μπορεί να ορίζεται άλλη μέθοδος προσδιορισμού των εύλογων δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη από τις οριζόμενες στην παρ. 2 του άρθρου 73 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94). Με παρόμοια απόφαση ορίζεται η μέθοδος προσδιορισμού όταν ο οφειλέτης υπάγεται στην παρ. 3 του άρθρου 92, η σχετική διαδικασία καθώς και κάθε σχετικό θέμα και ειδική λεπτομέρεια.
Άρθρο 206
Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Τρίτου Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης μπορεί να ορισθούν ελάχιστη νόμιμη αποζημίωση συνδίκων, ιδίως στην περίπτωση πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου, και οι όροι καταβολής της (που μπορεί να προβλεφθεί ότι γίνεται σταδιακά σε σχέση με την ολοκλήρωση συγκεκριμένων σταδίων της διαδικασίας), η χρηματοδότηση εξόδων της διαδικασίας και να προσδιορισθούν οι δημόσιοι πόροι για την κάλυψη των σχετικών υποχρεώσεων, η σχετική διαδικασία και κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια.
Άρθρο 207
Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Πέμπτου
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ορίζονται οι ειδικότεροι όροι της τήρησης των επαγγελματικών τραπεζικών λογαριασμών των υπαλλήλων των πλειστηριασμών.
Με αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι λειτουργίας των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού, οι λεπτομέρειες υποβολής των πλειοδοτικών προσφορών, η διαδικασία πιστοποίησης και εγγραφής χρηστών στα συστήματα, το ύψος και ο τρόπος καθορισμού, επιμερισμού, είσπραξης και απόδοσης του τέλους χρήσης των συστημάτων, αναπροσαρμογής του τέλους χρήσης και του μέρους αυτού που αποδίδεται στο ΤΑ.Χ.ΔΙΚ., καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια.
Άρθρο 208
Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Έκτου Με προεδρικό διάταγμα, έπειτα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μπορεί να ορίζεται ότι στις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου τα Ειρηνοδικεία ορισμένων μόνο περιφερειών έχουν πτωχευτική αρμοδιότητα και να ρυθμίζονται ειδικότερα οι λοιπές περιφέρειες για τις οποίες τα δικαστήρια αυτά έχουν κατά τόπο αρμοδιότητα, θέματα οργάνωσης και στελέχωσής τους και κάθε άλλο ειδικό θέμα και σχετική λεπτομέρεια.
Άρθρο 209
Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Εβδόμου
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ορίζεται η διαδικασία διαγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά περίπτωση, λόγω της απαλλαγής του οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 192, λαμβανομένου υπόψη και του άρθρου 196.
Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζεται ειδικό πλαίσιο υποχρεώσεων των χρηματοδοτικών φορέων, κατά την έννοια της περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 6, για λήψη μέτρων επιμέλειας για την αξιολόγηση του αν η αίτηση πτώχευσης υποβάλλεται καταχρηστικά ή αν ο χρηματοδοτικός φορέας διαθέτει στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι συντρέχουν οι περιστάσεις που αποκλείουν την απαλλαγή του οφειλέτη κατά την παρ. 1 του άρθρου 193 ή την παρ. 2 του άρθρου 195, κατά περίπτωση, με σκοπό την προστασία των συμφερόντων των χρηματοδοτικών φορέων έναντι των οφειλετών τους.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ορίζεται η διαδικασία διαγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης λόγω της απαλλαγής φυσικού προσώπου σύμφωνα με το άρθρο 192.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 210
Τελικές διατάξεις Μέρους Δευτέρου
Η πτώχευση δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του εκδοχέα επί μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη που εκχωρήθησαν πριν την κήρυξη της πτώχευσης, αλλά δεν έχουν ακόμα γεννηθεί.
α) Η πτώχευση του νομικού προσώπου καθώς και η απόρριψη της αίτησης λόγω έλλειψης ενεργητικού επιφέρει τη λύση του.
- β) Τα όργανα του νομικού προσώπου διατηρούνται.
Εφόσον η αίτηση υποβάλλεται από οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο, αρμοδιότητα για την υποβολή της έχει το όργανο της διοίκησης.
Άρθρο 211
Τελικές διατάξεις Μέρους Τρίτου Τα οικονομικά στοιχεία της συνεχιζόμενης επιχείρησης, σε περίπτωση που η πτωχευτική απόφαση διατάζει την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχεί ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΡΗΤΡΕΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ - ΕΥΑΛΩΤΟΙ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΜΕΤΡΑ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΧΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ
Άρθρο 212
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)