Νόμοι — ΦΕΚ A' 207/2020

Type Νόμος
Publication 2020-10-28
Τελευταία ενημέρωση 2020-10-27
State In force
Source ΦΕΚ
articles 584
Reform history JSON API

Ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας [Άρθρο 28 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1023 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 περί πλαισίου για την προληπτική αναδιάρθρωση, την απαλλαγή από τα χρέη και τις ανικανότητες ή την έκπτωση οφειλετών, καθώς και περί μέτρων βελτίωσης των διαδικασιών αυτών, και για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 (Οδηγία για την αναδιάρθρωση και την αφερεγγυότητα)] Οι διαδικασίες του παρόντος νόμου υποβοηθούνται, ως ειδικότερα ορίζεται, από ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας και ανταλλαγής δεδομένων. Τα ηλεκτρονικά αυτά μέσα είναι τα εξής: α) Το Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας, β) η Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Εξωδικαστικής Ρύθμισης Οφειλών του άρθρου 29 του παρόντος και γ) το Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης (ΟΣΔΔΥ-ΠΠ). Το Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας επιτρέπει την εκτέλεση με ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων των διασυνοριακών καταστάσεων, τουλάχιστον των ακόλουθων ενεργειών: α. την αναγγελία απαιτήσεων, β. την υποβολή σχεδίων αναδιάρθρωσης ή εξυγίανσης, γ. την ηλεκτρονική ψηφοφορία, όπου προβλέπεται κατά τις διαδικασίες του παρόντα νόμου, δ. τις κοινοποιήσεις προς πιστωτές, ε. την προσβολή και άσκηση ένδικων μέσων και βοηθημάτων, στ. τη δημοσιοποίηση αποφάσεων και διατάξεων που αφορούν τις διαδικασίες του παρόντος νόμου, ζ. την καταχώρηση των στοιχείων και πληροφοριών που προβλέπονται στον παρόντα νόμο.

2.

Τα στοιχεία του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας είναι δημόσια διαθέσιμα.

Άρθρο 214

Ανταλλαγή πληροφοριών

1.

Η Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Εξωδικαστικής Ρύθμισης Οφειλών, το Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας και το Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης (ΟΣΔΔΥΠΠ) διαλειτουργούν και ανταλλάσσουν πληροφορίες με βάσεις δεδομένων του δημόσιου τομέα ή των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και με κάθε άλλο ηλεκτρονικό σύστημα δημοσίου φορέα ή υπηρεσίες από το οποίο απαιτείται η παροχή πληροφοριών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Άρθρο 215

Συλλογή στοιχείων [Άρθρο 29 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1023 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 περί πλαισίου για την προληπτική αναδιάρθρωση, την απαλλαγή από τα χρέη και τις ανικανότητες ή την έκπτωση οφειλετών, καθώς και περί μέτρων βελτίωσης των διαδικασιών αυτών, και για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 (Οδηγία για την αναδιάρθρωση και την αφερεγγυότητα)]

1.

Τα διαθέσιμα στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας στοιχεία χρησιμοποιούνται από τις κατά περίπτωση αρμόδιες υπηρεσίες για τη συλλογή και συγκέντρωση δεδομένων για διαδικασίες του παρόντος νόμου, κατανεμημένα ανά είδος διαδικασίας, τουλάχιστον όσον αφορά τα ακόλουθα στοιχεία: α. τον αριθμό των διαδικασιών για τις οποίες υποβλήθηκε αίτηση ή οι οποίες κινήθηκαν, και των διαδικασιών που εκκρεμούν ή περατώθηκαν, β. τη μέση διάρκεια των διαδικασιών από την υποβολή της αίτησης έως την περάτωση, τον αριθμό των διαδικασιών πέραν όσων απαιτούνται κατά την περ. δ΄, γ. τον αριθμό των αιτήσεων που χαρακτηρίστηκαν μη παραδεκτές, απορρίφθηκαν ή αποσύρθηκαν πριν εκκινήσουν, δ. τον αριθμό των οφειλετών που υπήχθησαν σε διαδικασίες του παρόντος νόμου και οποίοι εντός τριών ετών πριν την υποβολή της αίτησης είχαν υπαχθεί σε επικυρωμένο σχέδιο εξυγίανσης ή σχέδιο αναδιάρθρωσης βάσει άλλης διαδικασίας αναδιάρθρωσης οφειλών ή απαλλαγής από χρέη.

2.

Η Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) μεριμνά για τη συγκέντρωση δεδομένων σχετικά με: α. το μέσο κόστος εκάστου είδους διαδικασίας, β. τα μέσα ποσοστά ανάκτησης για τους εμπραγμάτως ασφαλισμένους και τους ανέγγυους πιστωτές και, κατά περίπτωση, για άλλα είδη πιστωτών, χωριστά, γ. τον αριθμό των επιχειρηματιών που, μετά την υποβολή τους σε διαδικασία που οδηγεί στην απαλλαγή κατά τα άρθρα 192 επ. συστήνουν νέα επιχείρηση, δ. τον αριθμό των θέσεων εργασίας που χάθηκαν μετά τη διαδικασία αναδιάρθρωσης και αφερεγγυότητας.

3.

Το σύνολο των δεδομένων του άρθρου 215, κατά περίπτωση, συλλέγονται μέσω δειγματοληπτικής τεχνικής με σκοπό τα δείγματα να είναι αντιπροσωπευτικά ως προς το μέγεθος και την πολυμορφία τους, και κατανέμονται με βάση: α. το μέγεθος των οφειλετών που δεν είναι φυσικά πρόσωπα, β. το αν οι οφειλέτες είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα, και γ. φυσικά πρόσωπα που έχουν εμπορική ιδιότητα και τα λοιπά.

4.

Τα δεδομένα του παρόντος άρθρου, χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, για τη διαβίβαση δεδομένων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 29 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1023.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΥΑΛΩΤΟΥΣ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 217

Ορισμοί Για τις ανάγκες του παρόντος ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

  • α) Ως «ευάλωτος οφειλέτης», νοείται ο οφειλέτης, στο

πρόσωπο του οποίου πληρούνται σωρευτικά τα εισοδηματικά, περιουσιακά και λοιπά κριτήρια που ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 4472/2017 (Α΄ 74).

  • β) Ως «βεβαίωση ευάλωτου οφειλέτη», νοείται αυτή

που βεβαιώνει ότι ο οφειλέτης είναι ευάλωτος σύμφωνα με την περ. α΄ και ότι το ακίνητό του, το οποίο προσδιορίζεται στη βεβαίωση της παρούσας, συνιστά την κύρια κατοικία του, σύμφωνα με την περ. ε΄. Η βεβαίωση του παρόντος παρέχεται έπειτα από αίτημα φυσικού προσώπου το οποίο δηλώνει ότι έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή ότι o ενυπόθηκος ή ο προσημειούχος πιστωτής, σύμφωνα με την περ. γ΄, έχει κατάσχει το ακίνητό του ή ότι έχει καταρτιστεί η σύμβαση αναδιάρθρωσης του Κεφαλαίου Α΄ του Δεύτερου Μέρους του Πρώτου βιβλίου.

  • γ) Ως «ενυπόθηκος ή προσημειούχος πιστωτής», νοείται ο πιστωτής που έχει υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας του οφειλέτη.
  • δ) Ως «εύλογες δαπάνες διαβίωσης», νοούνται οι δαπάνες όπως προσδιορίζονται σύμφωνα με την παρ. 2

του άρθρου 92.

  • ε) Ως «κύρια κατοικία», νοείται το ακίνητο το οποίο έχει

δηλώσει ο οφειλέτης ως κατοικία του στην τελευταία φορολογική δήλωση που προηγείται της αίτησης του άρθρου 219 ή όπως προκύπτει από άλλα στοιχεία που αποδεικνύουν επαρκώς τη χρήση του ακινήτου ως κύρια κατοικία του, σε περίπτωση που έχει μεταβληθεί η κύρια κατοικία του οφειλέτη, από τον χρόνο υποβολής της τελευταίας φορολογικής δήλωσης. Για τον προσδιορισμό της πλήρωσης των κριτηρίων της περ. α΄, ως αξία της κύριας κατοικίας λαμβάνεται η αντικειμενικά προσδιοριζόμενη φορολογική της αξία.

  • στ) Ως «φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης», νοείται ο φορέας στον οποίο παραχωρείται από το Δημόσιο

η άσκηση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στο Κεφάλαιο Β΄ του παρόντος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΦΟΡΕΑΣ ΑΠΟΚΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΜΙΣΘΩΣΗΣ

Άρθρο 218

Παραχώρηση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων σε φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης

1.

Το Δημόσιο παραχωρεί τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης σε νομικό πρόσωπο του ιδιωτικού τομέα βάσει σύμβασης παραχώρησης με την οποία ο παραχωρησιούχος αναλαμβάνει την εκπλήρωση των σχετικών καθηκόντων και αρμοδιοτήτων. Η επιλογή του παραχωρησιούχου γίνεται κατόπιν διαδικασίας πρόσκλησης για υποβολή προσφορών, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Για την επιλογή παραχωρησιούχων για την εκπλήρωση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, τα βασικά κριτήρια είναι το ύψος της ανάληψης κινδύνου από πλευράς του Δημοσίου, το οποίο θα προβλέπεται από την σύμβαση παραχώρησης, ο τρόπος υπολογισμού του τιμήματος επαναγοράς της κύριας κατοικίας κατά τη λήξη της μίσθωσης και η αξιοπιστία, η ειδική τεχνογνωσία και η εμπειρία του υποψηφίου παραχωρησιούχου.

2.

Ειδικότερα ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης αναλαμβάνει την υποχρέωση απόκτησης κύριας κατοικίας ευάλωτου οφειλέτη, τη μίσθωσή του σε αυτόν, και τη μεταβίβασή του σε αυτόν, σε κάθε περίπτωση υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 219, 220 και 222, αντιστοίχως.

Άρθρο 219

Μεταβίβαση κύριας κατοικίας στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης

1.

α) Σε περίπτωση που ευάλωτος οφειλέτης κηρυχθεί σε πτώχευση, ή σε περίπτωση που σε βάρος της κύριας κατοικίας του ευάλωτου οφειλέτη επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση από ενυπόθηκο ή προσημειούχο πιστωτή, ο ευάλωτος οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτημα μεταβίβασης ή μίσθωσης της κύριας κατοικίας του σε φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης.

  • β) Σε περίπτωση που το αίτημα υποβάλλεται λόγω

πτώχευσης του δικαιούχου, το τίμημα για τη μεταβίβαση του ακινήτου στο φορέα αποδίδεται από τον φορέα στον σύνδικο για τη διανομή στους πιστωτές, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος νόμου.

  • γ) Σε περίπτωση που το αίτημα υποβάλλεται λόγω

επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης, το τίμημα της μεταβίβασης του ακινήτου στο φορέα αποδίδεται από τον φορέα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

  • δ) Τα πάσης φύσης έξοδα μεταβίβασης καταβάλλονται

από τον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης και παρακρατούνται από το τίμημα μεταβίβασης.

2.

Σε περίπτωση που η κύρια κατοικία ανήκει στον ευάλωτο οφειλέτη μόνο ως προς ιδανικό μερίδιο ή αν ο ψιλών κυρίων και επικαρπωτών.

3.

Ειδικότερα, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του παρόντος, ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης αποκτά το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του ευάλωτου, υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι οι λοιποί συγκύριοι ή, κατά περίπτωση, ο ψιλός κύριος ή επικαρπωτής αποδέχονται τη μίσθωση του ακινήτου από τον ευάλωτο, υπό τους όρους που καθορίζει ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης, και παραιτούνται ρητά από οποιοδήποτε δικαίωμα επί του μισθώματος ή από τη δυνατότητα να προσβάλουν τη μίσθωση για οποιοδήποτε λόγο μέχρι τη συμβατική λήξη της. Η αποδοχή της παρούσας δεσμεύει και τους διαδόχους τους ανεξαρτήτως αιτίας.

4.

α) Για τη μεταβίβαση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος επί της κύριας κατοικίας, ο ευάλωτος υποβάλλει στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης τα στοιχεία ταυτότητάς του, το κατασχετήριο ή τα στοιχεία της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευσή του, τους τίτλους ιδιοκτησίας που κατέχει και τη βεβαίωση ευάλωτου οφειλέτη.

  • β) Αιτήσεις δεν γίνονται δεκτές εφόσον απέχουν περισσότερο από εξήντα (60) ημερολογιακές ημέρες από

την ημερομηνία του κατασχετηρίου εγγράφου ή της δημοσίευσης της απόφασης που κηρύσσει τον ευάλωτο οφειλέτη σε πτώχευση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213. Ο φορέας επιβεβαιώνει τους τίτλους ιδιοκτησίας του δικαιούχου ως προϋπόθεση της αιτούμενης μεταβίβασης.

5.

Το τίμημα μεταβίβασης ισούται προς την εμπορική αξία του ιδιοκτησιακού δικαιώματος του οφειλέτη επί της πρώτης κατοικίας σύμφωνα με την εκτίμηση πιστοποιημένου εκτιμητή. Τα έξοδα της εκτίμησης βαρύνουν τον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, ο οποίος τον διορίζει. Σε περίπτωση που το αίτημα υποβάλλεται λόγω κατάσχεσης και η τιμή πρώτης προσφοράς είναι μεγαλύτερη από την τιμή εκτίμησης του πιστοποιημένου εκτιμητή σε ποσοστό ανώτερο του δεκαπέντε τοις εκατό (15%), το τίμημα μεταβίβασης καθορίζεται ως το χαμηλότερο της τιμής πρώτης προσφοράς ή της τιμής εκτίμησης άλλου πιστοποιημένου εκτιμητή που διορίζει ο επισπεύδων πιστωτής.

6.

Ο φορέας αποκτά το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του δικαιούχου επί της κύριας κατοικίας του, αφότου καταβάλλει το τίμημα μεταβίβασης στον υπάλληλο πλειστηριασμού, πέντε (5) το αργότερο εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία του πλειστηριασμού, ή στον σύνδικο, έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του εξαμήνου που ακολουθεί τη δημοσίευση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευσή του. Η καταβολή του τιμήματος συνεπάγεται τη μεταβίβαση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης και τη ματαίωση του πλειστηριασμού, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο φορέας αποκτά το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του δικαιούχου ελεύθερο από κάθε βάρος ή διεκδίκηση τρίτου. ΕΥΑΛΩΤΟΙ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ

Άρθρο 220

Μίσθωση κύριας κατοικίας

1.

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίζεται σε δώδεκα (12) έτη.

2.

Το μίσθωμα ορίζεται με βάση απόδοση που αντιστοιχεί προς το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά τον τελευταίο μήνα, για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η αναθεώρηση του μισθώματος γίνεται ετησίως στην επέτειο της κατάρτισης της μίσθωσης.

3.

Το δικαιώματα του οφειλέτη από την μίσθωση καθώς και το δικαίωμα επαναγοράς του άρθρου 222 δεν μεταβιβάζονται, εκτός από την περίπτωση καθολικής διαδοχής του.

Άρθρο 221

Καταγγελία μίσθωσης

1.

Η μίσθωση καταγγέλλεται εφόσον ο μισθωτής είναι υπερήμερος ως προς την καταβολή τριών (3) μισθωμάτων και η υπερημερία δεν θεραπευθεί ως προς το σύνολό της εντός μηνός από τη σχετική όχληση του μισθωτή. Η καταγγελία επέρχεται αυτοδικαίως με την άκαρπη παρέλευση της προθεσμίας της παρούσας.

2.

Η μίσθωση καταγγέλλεται επίσης σε περίπτωση που κριθεί από το αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο ότι ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται από τις οφειλές του, σύμφωνα με το άρθρο 192. Η καταγγελία επέρχεται αυτοδικαίως με την παρέλευση ενός μήνα από την τελεσίδικη απόφαση σύμφωνα με τα άρθρα 192-193.

3.

Σε περίπτωση καταγγελίας ο οφειλέτης υποχρεούται σε απόδοση του μισθίου, σύμφωνα με τα άρθρα 599 επ. του ΑΚ.

4.

Η καταγγελία της μίσθωσης προκαλεί αυτοδικαίως την κατάργηση του δικαιώματος επαναγοράς του άρθρου 222.

Άρθρο 222

Επαναγορά κύριας κατοικίας από ευάλωτο

1.

Εφόσον ο οφειλέτης καταβάλλει το σύνολο των μισθωμάτων για τη διάρκεια της μίσθωσης, μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα επαναγοράς και να αποκτήσει έναντι τιμήματος επαναγοράς που θα καθορισθεί σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 3 του άρθρου 225, ο ίδιος ή οι νόμιμοι διάδοχοί του, την κυριότητα της κύριας κατοικίας η οποία είχε μεταβιβαστεί στον φορέα.

2.

Σε περίπτωση που το δικαίωμα αυτό ασκηθεί πριν από τη συμβατική λήξη της μίσθωσης, τότε ο οφειλέτης οφείλει να καταβάλει στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης την τρέχουσα αξία των μισθωμάτων που οφείλονται μέχρι τη λήξη της μισθωτικής περιόδου, επιπλέον του τιμήματος επαναγοράς του παρόντος. οφειλέτη

1.

Σε περίπτωση που ο ευάλωτος καταρτίσει μίσθωση επί της κύριας κατοικίας του σύμφωνα με τους όρους του παρόντος Κεφαλαίου και δικαιούται στεγαστικού επιδόματος σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 4472/2017 (Α΄ 74), αυτό καταβάλλεται στον Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης σε μερική εξόφληση του μισθώματος.

2.

Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και οικογενειακά εισοδήματά του κατά την άσκηση των δικαιωμάτων του σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Η δόλια ή με βαριά αμέλεια παράβαση της παραπάνω υποχρέωσης, συνεπάγεται την ανατροπή των δικαιοπραξιών στις οποίες προέβη ο οφειλέτης επικαλούμενος τα ανακριβή ως άνω στοιχεία και την υποχρέωσή του να αποδώσει κάθε σχετικό ωφέλημα σε αυτόν από τον οποίο το απέκτησε.

Άρθρο 224

Άρση τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου Καθόσον χρόνο οφειλέτης λαμβάνει επίδομα στέγασης, παραιτείται έναντι του Δημοσίου του τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου για τη διαπίστωση ότι οι προϋποθέσεις παροχής του επιδόματος συνεχίζουν να ισχύουν. Σε αντίθετη περίπτωση, η αρμόδια υπηρεσία του Δημοσίου θέτει προθεσμία για τη διακοπή παροχής του.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΕΣ/ ΚΑΤΑΡΓΗΤΙΚΕΣ - ΤΕΛΙΚΕΣ -

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 225

Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Δευτέρου

1.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών προσδιορίζονται οι όροι της σύμβασης παραχώρησης προς τον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης και, ιδίως, η διάρκεια της παραχώρησης, οι ειδικότερες υποχρεώσεις και αρμοδιότητες του φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, ενδεικτικά ως προς τη συντήρηση των αποκτουμένων ακινήτων, η τυχόν παροχή κρατικής εγγύησης προς αυτόν, οι ελάχιστες προϋποθέσεις που αφορούν τη σύσταση, οργάνωση, διαχείριση και λειτουργία του, συμπεριλαμβανομένης και της πρόσληψης εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), τα μέτρα διασφάλισης της ακριβοδίκαιης εκπλήρωσης από τον παραχωρησιούχο των υποχρεώσεών του κατά το νόμο, οι συνέπειες της καταγγελίας της σύμβασης παραχώρησης, η δυνατότητα υποκατάστασης του παραχωρησιούχου για τη διασφάλιση της ομαλής εξυπηρέτησης των συμφερόντων που εξυπηρετεί ο Φορέας Απόκτησης και Επαναμίσθωσης, καθώς και κάθε ειδικότερο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας. Με όμοια απόφαση ορίζονται οι ειδικοί όροι και τα τεχνικά ζητήματα που αφορούν τη διαδικασία επιλογής του παραχωρησιούχου.

2.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζεται κάθε ειδικότερο διαδικαστικό ζήτημα που αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων και αρμοδιοτήτων του φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, καθώς και οι ειδικότεροι όροι και η διαδικασία της μεταβίβασης δικαιωμάτων επί της κύριας κατοικίας σε αυτόν.

3.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών προσδιορίζεται κάθε ειδικότερο ζήτημα που αφορά τη μίσθωση της κύριας κατοικίας στον οφειλέτη και, ιδίως, το μίσθωμα και το τίμημα επαναγοράς από τον οφειλέτη, τις λοιπές υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης και του οφειλέτη, ως προς την κύρια κατοικία, τη μισθωτική σύμβαση και την υπερημερία του οφειλέτη, τις μισθωτικές του υποχρεώσεις, το καταβαλλόμενο ποσό κατά τον χρόνο άσκησης του δικαιώματος επαναγοράς και τους λοιπούς όρους καταβολής του τιμήματος επαναγοράς, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας. Το οριζόμενο σύμφωνα με την απόφαση αυτή τίμημα επαναγοράς οφείλει να ανταποκρίνεται στην εμπορική αξία του ακινήτου κατά τον χρόνο άσκησης του δικαιώματος επαναγοράς και να διασφαλίζει προς όφελος του φορέα εύλογη συμμετοχή σε τυχόν υπεραξία του ακινήτου ή, σε περίπτωση όπου η αξία του ακινήτου έχει μειωθεί σε σχέση προς το τίμημα που κατέβαλε για την απόκτησή του ο φορέας, την εύλογη προσαρμογή του προς όφελος του οφειλέτη.

4.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων καθορίζεται κάθε ειδικότερο ζήτημα που αφορά στην παροχή του στεγαστικού επιδόματος, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 4472/2017 (Α΄ 74), στους ευάλωτους οφειλέτες.

5.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων καθορίζονται η αρμόδια υπηρεσία και η διαδικασία βάσει της οποίας διαπιστώνεται ότι οφειλέτης εμπίπτει στην κατηγορία του ευάλωτου οφειλέτη, η αρμόδια υπηρεσία για την έκδοση της βεβαίωσης ευάλωτου οφειλέτη, η διαδικασία και τα πιστοποιητικά που απαιτούνται για την έκδοση της βεβαίωσης του ευάλωτου οφειλέτη, καθώς και κάθε ειδικότερο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 226

Τελικές διατάξεις Μέρους Δευτέρου

1.

Κατά την απόκτηση του ακινήτου από τον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης εφαρμόζονται οι φορολογικές και λοιπές διευκολύνσεις των άρθρων 170 και 171.

2.

Οι διαδικασίες που περιγράφονται στο Δεύτερο Μέρος του παρόντος Βιβλίου εκκινούν μόνον μετά την έναρξη λειτουργίας του φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, σύμφωνα με τα ειδικώς οριζόμενα σε αυτό. ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΡΥΘΜΙΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 227

Ορισμοί Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Βιβλίου Τετάρτου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

  • α) Ως «πιστοποίηση διαχείρισης αφερεγγυότητας» ή

«άδεια» ορίζεται η πράξη της αρμόδιας αρχής, η κατοχή της οποίας αποτελεί προϋπόθεση για το δικαίωμα άσκησης των καθηκόντων που προβλέπονται στο άρθρο 228.

  • β) Ως «αρμόδια αρχή» ορίζεται η «Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας».
  • γ) Ως «αρμόδιο όργανο» ορίζεται το όργανο που διορίζει, αντικαθιστά και παύει τον διαχειριστή σε συγκεκριμένη διαδικασία αφερεγγυότητας.
  • δ) Ως «βαθμίδα» ορίζεται κάθε μία από τις δύο βαθμίδες, Α΄ και Β΄, του μητρώου διαχειριστών αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 230.
  • ε) Ως «διαδικασία αφερεγγυότητας» ορίζεται το σύνολο των διαδικασιών που ρυθμίζονται από τις διατάξεις

του δεύτερου Μέρους του πρώτου Βιβλίου και του δεύτερου Βιβλίου.

  • στ) Ως «διαχειριστής αφερεγγυότητας» ή «διαχειριστής» ορίζεται το πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο στο

μητρώο διαχειριστών αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 230.

  • ζ) Ως «δικηγορική εταιρία» ορίζεται η εταιρία με σκοπό

την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σύμφωνα με τα άρθρα 49 επ. του ν. 4194/2013 (Α΄ 208).

  • η) Ως «δικηγόρος» ορίζεται κάθε φυσικό πρόσωπο που

έχει τη δικηγορική ιδιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 4194/2013.

  • θ) Ως «ελεγκτική εταιρία» νοείται η ούτως οριζόμενη

στο άρθρο 2 του ν. 4449/2017 (Α΄ 7).

  • ι) Ως «έλεγχος» νοείται ο έλεγχος που ασκείται σύμφωνα με τα άρθρα 31 έως 36 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251).
  • ια) Ως «κράτος - μέλος» ορίζεται κάθε κράτος-μέλος

της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  • ιβ) Ως «λογιστής φοροτεχνικός Α΄ τάξης» ορίζεται το

φυσικό πρόσωπο που έχει λάβει επαγγελματική ταυτότητα λογιστή φοροτεχνικού Α΄ τάξης, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2515/1997 (Α΄ 154) και το άρθρο 5 του π.δ. 340/1998 (Α΄ 228).

  • ιγ) Ως «μητρώο διαχειριστών αφερεγγυότητας» ή «μητρώο» ορίζεται το δημόσιο μητρώο που τηρείται από την

αρμόδια αρχή και στο οποίο εγγράφονται οι διαχειριστές αφερεγγυότητας, σύμφωνα με το άρθρο 236.

  • ιδ) Ως «μητρώο πιστοποιημένων προσώπων» ορίζεται

το δημόσιο μητρώο που τηρείται από την αρμόδια αρχή και στο οποίο εγγράφονται τα πρόσωπα που έχουν λάβει πιστοποίηση διαχείρισης αφερεγγυότητας, σύμφωνα με το άρθρο 234.

  • ιε) Ως «ορκωτός ελεγκτής λογιστής» ορίζεται το φυσικό

πρόσωπο που έχει λάβει την επαγγελματική άδεια του ορκωτού ελεγκτή λογιστή, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 4449/2017.

  • ιστ) Ως «πιστοποιημένο πρόσωπο» νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει λάβει και διατηρεί σε ισχύ την

πιστοποίηση του άρθρου 231.

  • ιζ) Ως «συμβολαιογράφος» ορίζεται κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει τη συμβολαιογραφική ιδιότητα σύμφωνα

με το άρθρο 1 του ν. 2830/2000 (Α΄ 96).

  • ιη) Ως «συμβουλευτική εταιρία» ορίζεται κάθε εταιρία

που έχει ως αντικείμενο την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών.

Άρθρο 228

Διαχειριστές αφερεγγυότητας Οι αρμοδιότητες του συνδίκου και του ειδικού εντολοδόχου ασκούνται από διαχειριστή αφερεγγυότητας. Το λειτούργημα του ειδικού διαχειριστή δεν συνιστά ελεγκτική εργασία ή υπηρεσία που προϋποθέτει την εγγραφή σε δικηγορικό σύλλογο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 229

Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας

1.

Συστήνεται «Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας» η οποία λειτουργεί στο Υπουργείο Οικονομικών υπό την εποπτεία της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους.

2.

Στην αρμοδιότητα της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας υπάγονται η χορήγηση της άδειας διαχειριστή αφερεγγυότητας, η ανανέωση και η ανάκλησή της, η μέριμνα για την τήρηση του μητρώου των πιστοποιημένων προσώπων, καθώς και η μέριμνα για την τήρηση του μητρώου διαχειριστών αφερεγγυότητας. Στην αρμοδιότητα της Επιτροπής υπάγεται, επίσης, και ο έλεγχος της τήρησης των νόμιμων υποχρεώσεων των πιστοποιημένων προσώπων και των διαχειριστών, καθώς και η θέσπιση προδιαγραφών υποχρεωτικής ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης.

3.

Η Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας συγκροτείται από τον Πρόεδρο και κατ’ ελάχιστον από τέσσερα (4) μέλη, καθώς και από ισάριθμους αναπληρωτές τους με τριετή θητεία, η οποία μπορεί να ανανεωθεί μέχρι δύο φορές. Οι αναπληρωτές του Προέδρου και των μελών μετέχουν στις συνεδριάσεις της Επιτροπής μόνο σε περίπτωση προσωρινής απουσίας ή κωλύματος του αντιστοίχου τακτικού. Η θητεία του κάθε αναπληρωτή είναι ίση με τη θητεία του αντίστοιχου τακτικού. διορισμού του διαχειριστή αφερεγγυότητας - εγγραφής στο μητρώο διαχειριστών αφερεγγυότητας ανά βαθμίδα

1.

Διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί να διορισθεί: α. φυσικό πρόσωπο υπό την προϋπόθεση ότι κατέχει ισχύουσα πιστοποίηση, ατομικά ή ως κοινοπραξία πιστοποιημένων προσώπων, ή β. δικηγορική εταιρία ή ελεγκτική εταιρία ή συμβουλευτική εταιρία, εφόσον σε κάθε περίπτωση απασχολεί τουλάχιστον ένα πιστοποιημένο πρόσωπο με οποιαδήποτε σχέση απασχόλησης.

2.

Τα πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 εγγράφονται στη βαθμίδα Β΄ του μητρώου διαχειριστών αφερεγγυότητας. Για την απευθείας εγγραφή στη βαθμίδα Α΄ του μητρώου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο ή κοινοπραξία φυσικών προσώπων, απαιτείται αφενός η άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου ή του ορκωτού ελεγκτή ή του λογιστή φοροτεχνικού με δικαίωμα υπογραφής Α΄ τάξεως, σε κάθε μια από τις παραπάνω περιπτώσεις για δέκα (10) τουλάχιστον έτη και, αφετέρου, η αποδεδειγμένη άσκηση καθηκόντων συνδίκου ή εκκαθαριστή ή ειδικού εντολοδόχου σε τουλάχιστον τρεις υποθέσεις αφερεγγυότητας, η απασχόληση με οιαδήποτε σχέση είτε μέσω σύμβασης εξηρτημένης εργασίας είτε μέσω ανεξαρτήτων υπηρεσιών, είτε σύμβασης έργου σε τουλάχιστον τρεις υποθέσεις αφερεγγυότητας ή, εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, η απασχόληση ενός τουλάχιστον προσώπου που ικανοποιεί τις προϋποθέσεις ένταξης στη βαθμίδα Α΄ για τα φυσικά πρόσωπα.

3.

Η περ. α΄ του άρθρου 8 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) ισχύει και για δικηγόρο που κατέχει την πιστοποίηση του άρθρου 231 και απασχολείται σε ελεγκτική εταιρία ή συμβουλευτική εταιρία με αντικείμενο την ανάληψη καθηκόντων διαχειριστή αφερεγγυότητας, του οποίου το έργο δεν είναι ασυμβίβαστο, ούτε αναστέλλει την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, λογίζεται δε ως άσκηση αυτού. Για τις ανάγκες του άρθρου 49 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) η απασχόληση ως διαχειριστής αφερεγγυότητας νοείται ως δικηγορική υπηρεσία. Για την παροχή υπηρεσιών διαχειριστή αφερεγγυότητας, δικηγορική εταιρία δύναται να απασχολεί και πιστοποιημένα πρόσωπα μη δικηγόρους.

Άρθρο 231

Παροχή πιστοποίησης

1.

Η πιστοποίηση χορηγείται με απόφαση της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας, εντός προθεσμίας μηνός από την κοινοποίηση σε αυτήν των πινάκων επιτυχόντων και αποτυχόντων του άρθρου 233.

2.

Προϋπόθεση συμμετοχής στις εξετάσεις είναι η επί πενταετία τουλάχιστον άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος ή αυτού του ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή λογιστή φοροτεχνικού Α΄ τάξεως ή έτερου οικονομικού επαγγέλματος για διάστημα δέκα (10) ετών.

3.

Απαγορεύεται η χορήγηση πιστοποίησης σε πρόσωπο που: α. είναι διοικητικός υπάλληλος του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή υπάλληλος των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης οιουδήποτε βαθμού, β. έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για οποιοδήποτε κακούργημα ή για τα πλημμελήματα κατά της ιδιοκτησίας, των περιουσιακών δικαιωμάτων, της παραβίασης απορρήτων, σχετικά με την υπηρεσία, την απονομή της δικαιοσύνης, περί τα υπομνήματα και το νόμισμα, καθώς και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, της φοροδιαφυγής, των άρθρων 29 και 30 του ν. 3340/2005 (Α΄ 112) ή του άρθρου 39 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139) ή τοκογλυφίας του άρθρου 404 του ν. 4619/2019 (Α΄ 95), γ. έχει στερηθεί των πολιτικών δικαιωμάτων του ή του έχει επιβληθεί ποινή αποστέρησης θέσης ή αξιωμάτων σύμφωνα με το άρθρο 60 του Ποινικού Κώδικα, ή δ. έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, πλήρη ή μερική, σύμφωνα με το άρθρο 1676 του Αστικού Κώδικα.

4.

Η χορηγούμενη σύμφωνα με το παρόν πιστοποίηση ανανεώνεται κάθε τέσσερα (4) χρόνια. Για την ανανέωση, η Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας λαμβάνει υπόψη την εμπλοκή του πιστοποιημένου προσώπου σε πράξεις ή παραλείψεις που διώκονται πειθαρχικά στο πρόσωπο του διαχειριστή αφερεγγυότητας. Η Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας δεν ανανεώνει την πιστοποίηση σε περιπτώσεις που το πιστοποιημένο πρόσωπο ευθύνεται προσωπικά για πράξεις ή παραλείψεις που μαρτυρούν έλλειψη συνείδησης των βασικών υποχρεώσεων του διαχειριστή αφερεγγυότητας. Για την ανανέωση της πιστοποίησης η Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας λαμβάνει επίσης υπόψη τη συμμετοχή του πιστοποιημένου προσώπου σε πτωχευτικές διαδικασίες και ανανεώνει την πιστοποίηση σε πρόσωπα που δεν είχαν συμμετοχή μόνο σε ειδικές συνθήκες και εφόσον αιτιολογείται η έλλειψη δραστηριοποίησης για λόγους εκτός του ελέγχου του πιστοποιημένου προσώπου. ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 232

Εξετάσεις για απόκτηση πιστοποίησης

1.

Οι εξετάσεις για την απόκτηση της πιστοποίησης είναι πανελλήνιες και διενεργούνται εντός του δεύτερου τριμήνου εκάστου κατά το δυνατόν έτους, μετά από προκήρυξη της αρμόδιας αρχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τουλάχιστον σαράντα (40) ημέρες πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής τους και αναρτάται στον διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Οικονομικών.

2.

Τα γνωστικά αντικείμενα στα οποία εξετάζονται οι υποψήφιοι είναι αστικό δίκαιο, εμπορικό δίκαιο, γενικές αρχές λογιστικής και φορολογίας επιχειρήσεων, καθώς και βέλτιστες πρακτικές διαχείρισης αφερεγγυότητας.

3.

Για τη συμμετοχή τους στις εξετάσεις, οι υποψήφιοι υποβάλλουν αίτηση ενώπιον της επιτροπής εξετάσεων του άρθρου 233, η οποία συνοδεύεται από τα δικαιολο υποψήφιος δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 231, αποκλείεται η συμμετοχή του στις εξετάσεις με απόφαση της επιτροπής εξετάσεων, η οποία κοινοποιείται στον υποψήφιο εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από τη λήψη της απόφασης αυτής. Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται η υποβολή ένστασης εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την κοινοποίησή της. Επί της ένστασης αυτής αποφαίνεται η αρμόδια αρχή με απόφασή της, η οποία εκδίδεται και κοινοποιείται στον υποψήφιο εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την υποβολή της. Ο υποψήφιος μπορεί, για οποιονδήποτε λόγο, με αίτησή του να ζητήσει από την αρμόδια αρχή, που εξέδωσε την απόφαση, την ανάκληση ή τροποποίησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 24 επ. του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.

4.

Οι εξετάσεις αποσκοπούν στη διαπίστωση της κατοχής υψηλού επιπέδου θεωρητικών γνώσεων σε θέματα που άπτονται της διαδικασίας αφερεγγυότητας και της δυνατότητας ορθής πρακτικής εφαρμογής τους. Η βαθμολόγηση των γραπτών γίνεται σε κλίμακα δέκα (10) βαθμών, με άριστα το δέκα (10) και με βάση το πέντε (5).

5.

Η αίτηση συνοδεύεται από τα ακόλουθα δικαιολογητικά συμμετοχής στις εξετάσεις: φωτοτυπία ταυτότητας, φωτοτυπία των τίτλων σπουδών, πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, αποδεικτικό φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος και, όπου απαιτείται, βεβαίωση από τη γραμματεία πτωχεύσεων περί άσκησης καθηκόντων συνδίκου ή εκκαθαριστή. Το παράβολο συμμετοχής στις εξετάσεις ορίζεται στο ποσό των εκατό (100) ευρώ. Το ύψος του παραβόλου μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, μετά από εισήγηση του Ειδικού Γραμματέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους.

Άρθρο 233

Επιτροπή εξετάσεων

1.

Συστήνεται επιτροπή εξετάσεων, η οποία αποτελείται από τον πρόεδρο και τέσσερα (4) κατ’ ελάχιστον μέλη.

2.

Οι αποφάσεις της επιτροπής εξετάσεων δημοσιεύονται στον διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Οικονομικών.

3.

Η επιτροπή εξετάσεων επιλέγει τα θέματα, διεξάγει τις εξετάσεις, βαθμολογεί τους υποψηφίους και συντάσσει πίνακα επιτυχόντων και αποτυχόντων, εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία διεξαγωγής των εξετάσεων, τον οποίο δημοσιεύει στον διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Οικονομικών.

Άρθρο 234

Μητρώο Πιστοποιημένων Προσώπων

1.

Η αρμόδια αρχή τηρεί μητρώο πιστοποιημένων προσώπων στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213.

2.

Σε κάθε πιστοποιημένο πρόσωπο αντιστοιχεί ένας ατομικός αριθμός μητρώου.

3.

Για κάθε πιστοποιημένο πρόσωπο το μητρώο περιλαμβάνει τις ακόλουθες τουλάχιστον πληροφορίες:

  • α) το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση, την ηλεκτρονική διεύθυνση, τα στοιχεία επικοινωνίας και τον αριθμό

μητρώου διαχειριστή, που είναι φυσικό πρόσωπο ή την επωνυμία, τη διεύθυνση, την ηλεκτρονική διεύθυνση της εταιρείας στην οποία απασχολείται ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ή με την οποία συνδέεται ως μέτοχος ή εταίρος ή μέλος διοίκησης ή με οιονδήποτε άλλο τρόπο,

  • β) το βιογραφικό σημείωμα του πιστοποιημένου προσώπου,
  • γ) τον διορισμό του ως διαχειριστή αφερεγγυότητας

μέσω άλλου διαχειριστή αφερεγγυότητας σε οιαδήποτε διαδικασία του παρόντος νόμου, του ν. 4307/2014 (Α΄ 246), του ν. 3869/2010 (Α΄ 130) ή της αναγκαστικής διαχείρισης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας,

  • δ) τη συμμετοχή του σε πρόγραμμα διαρκούς επιμόρφωσης,
  • ε) τις κυρώσεις που του έχουν επιβληθεί για πειθαρχικές παραβάσεις, και
  • στ) κάθε άλλη πληροφορία, η οποία καταχωρίζεται

στο μητρώο, σύμφωνα με το παρόν.

Άρθρο 235

Διαρκής επιμόρφωση πιστοποιημένων προσώπων Για την ανανέωση της πιστοποίησής του, σύμφωνα με το άρθρο 231, το πιστοποιημένο πρόσωπο είναι υποχρεωμένο να συμμετέχει σε προγράμματα διαρκούς επιμόρφωσης, που διοργανώνονται από πιστοποιημένους φορείς επιμόρφωσης.

Άρθρο 236

Μητρώο διαχειριστών αφερεγγυότητας

1.

Η αρμόδια αρχή τηρεί το μητρώο, υπό τη μορφή ηλεκτρονικού αρχείου, προσβάσιμου στο κοινό, το οποίο περιλαμβάνει δύο βαθμίδες, τη βαθμίδα Α΄ και τη βαθμίδα Β΄.

2.

α) Στη βαθμίδα Α΄ εγγράφονται:

  • αα) όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις του δεύτερου

εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 230,

  • αβ) οι εγγεγραμμένοι στη βαθμίδα Β΄, οι οποίοι αποδεικνύουν ευδόκιμη επαγγελματική πείρα σε θέματα

αφερεγγυότητας διάρκειας πέντε (5) ετών και

  • αγ) στην περίπτωση νομικού προσώπου, εφόσον

απασχολεί ένα τουλάχιστον πιστοποιημένο πρόσωπο που ικανοποιεί τις προϋποθέσεις ένταξης στην βαθμίδα Α΄ για τα φυσικά πρόσωπα. Στην υποπερ. αγ΄, οι διαχειριστές αφερεγγυότητας, φυσικά πρόσωπα, που απασχολούνται από νομικά πρόσωπα με οιασδήποτε μορφής σχέση και για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η απασχόλησή τους από αυτά, δεν μπορούν να διορισθούν αυτοτελώς σε διαδικασίες αφερεγγυότητας και εγγράφονται αποκλειστικά στο μητρώο του άρθρου 234 του παρόντος.

  • β) Στη βαθμίδα Β΄ εγγράφονται όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 230.
3.

Οι εγγεγραμμένοι στη βαθμίδα Β΄ διορίζονται σε διαδικασίες μικρού αντικειμένου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 78. νόμο.

5.

Σε κάθε διαχειριστή αφερεγγυότητας αντιστοιχεί ένας ατομικός αριθμός μητρώου.

6.

Για κάθε διαχειριστή αφερεγγυότητας το μητρώο περιέχει τις ακόλουθες τουλάχιστον πληροφορίες:

  • α) το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση, την ηλεκτρονική

διεύθυνση, τα στοιχεία επικοινωνίας και τον αριθμό μητρώου διαχειριστή, όταν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο ή την επωνυμία, τη διεύθυνση, την ηλεκτρονική διεύθυνση διαχειριστή, όταν πρόκειται για νομικό πρόσωπο,

  • β) το βιογραφικό σημείωμα του πιστοποιημένου προσώπου που είναι εγγεγραμμένο ως διαχειριστής αφερεγγυότητας ή του πιστοποιημένου προσώπου ή των

πιστοποιημένων προσώπων που απασχολεί,

  • γ) στην περίπτωση των διαχειριστών αφερεγγυότητας νομικών προσώπων της παρ. 2 του άρθρου 230, τα

πιστοποιημένα πρόσωπα που απασχολούνται σε αυτά με οιαδήποτε σχέση και

  • δ) κάθε άλλη πληροφορία, η οποία καταχωρίζεται στο

μητρώο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.

7.

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας υποχρεούται να προσκομίσει στο όργανο που τον διορίζει σε διαδικασία που προβλέπεται στον παρόντα νόμο σύμβαση ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης, η οποία καλύπτει την αστική του ευθύνη από την άσκηση των καθηκόντων του ως διαχειριστή αφερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένης της τέλεσης των πειθαρχικών παραπτωμάτων του Δευτέρου Κεφαλαίου του Δευτέρου Μέρους του παρόντος Βιβλίου. Στην περίπτωση διαχειριστή αφερεγγυότητας, που είναι νομικό πρόσωπο, προσκομίζεται σύμβαση ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης που αφορά το νομικό πρόσωπο και το καλύπτει και για τους σκοπούς του παρόντος. Στην περίπτωση διαχειριστή αφερεγγυότητας που είναι φυσικό πρόσωπο, που απασχολείται από νομικό πρόσωπο, με οιαδήποτε σχέση, η ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης αυτού καλύπτεται από την ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης του νομικού προσώπου. Στην περίπτωση αυτή ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, φυσικό πρόσωπο, υποχρεούται να προσκομίσει στο αρμόδιο όργανο βεβαίωση ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης του νομικού προσώπου, στην οποία αναφέρεται ότι καλύπτεται και ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, φυσικό πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.

8.

Σε περίπτωση που η σύμβαση ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης δεν προσκομιστεί, ο διορισμός και η ανάληψη καθηκόντων διαχειριστή αφερεγγυότητας απαγορεύονται, χωρίς η απαγόρευση της παρούσας να συνιστά λόγο ανάκλησης της χορηγηθείσης αδείας.

Άρθρο 237

Διορισμός διαχειριστή σε διαδικασία αφερεγγυότητας Η διαδικασία ορισμού του διαχειριστή αφερεγγυότητας σε συγκεκριμένη διαδικασία αφερεγγυότητας διέπεται από τις διατάξεις στις οποίες προβλέπονται τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητές του, καθώς και από τις προϋποθέσεις των επόμενων άρθρων. Εφόσον διαχειριστής αφερεγγυότητας είναι νομικό πρόσωπο, απασχολεί σε κάθε διαδικασία αφερεγγυότητας στην οποία διορίζεται ένα τουλάχιστον πιστοποιημένο πρόσωπο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 238

Kωλύματα

1.

Διαχειριστής αφερεγγυότητας δεν μπορεί να διοριστεί πρόσωπο το οποίο: α. συνδέεται με τον οφειλέτη, και επί νομικών προσώπων με κάποιο από τα φυσικά πρόσωπα που μετέχουν στη διοίκησή τους ή ασκούν έλεγχο επ’ αυτών, με συγγένεια εξ αίματος ή αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή με υιοθεσία και εκ πλαγίου μέχρι τέταρτου βαθμού ή είναι σύζυγος αυτών, ή β. συνδέεται με τον οφειλέτη ή πρόσωπο που ελέγχει ή ελέγχεται από τον οφειλέτη με συμβατική σχέση, ή γ. την πενταετία πριν την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή σε διαδικασία αφερεγγυότητας, το πιστοποιημένο πρόσωπο που απασχολείται στην διαδικασία αφερεγγυότητας: i. συμμετείχε στη διαχείριση ή εκπροσώπηση της επιχείρησης του οφειλέτη, ή ii. είχε την ιδιότητα του νόμιμου ελεγκτή της επιχείρησης του οφειλέτη ή απασχολείτο στον νόμιμο έλεγχο για λογαριασμό ελεγκτικής εταιρείας, δ. την τριετία πριν την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή σε διαδικασία αφερεγγυότητας είχε λάβει άμεσα ή έμμεσα αμοιβή (ή είχε πληρωθεί απαίτησή του) από τον οφειλέτη ή πρόσωπο που ελέγχει ή ελέγχεται από τον οφειλέτη στο πλαίσιο σύμβασης παροχής εξαρτημένων ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ή σύμβασης έργου, με εξαίρεση την περίπτωση που η αμοιβή αυτή αφορά απόπειρα αποφυγής αφερεγγυότητας και είχε την έγκριση πιστωτών που δεν είναι συνδεδεμένα πρόσωπα με τον οφειλέτη.

2.

Στην περίπτωση που ο διαχειριστής αφερεγγυότητας που πρόκειται να διοριστεί είναι νομικό πρόσωπο, τα κωλύματα της παρ. 1 ελέγχονται και ως προς το πιστοποιημένο πρόσωπο, που απασχολείται σε αυτό με οιαδήποτε σχέση.

3.

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ελέγχει τη μη συνδρομή των κωλυμάτων της παρ. 1 ως προς τα πρόσωπα που προσλαμβάνει, με οποιαδήποτε συμβατική σχέση, για την υποβοήθηση του έργου του, καθώς και για το πιστοποιημένο πρόσωπο που απασχολεί.

4.

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει κώλυμα του παρόντος, δεν αποδέχεται διορισμό του από οφειλέτη ή πιστωτή.

5.

Εντός πέντε (5) ημερών από την ειδοποίηση για τον διορισμό του, ο διαχειριστής υποχρεούται να υποβάλει εγγράφως προς το όργανο που τον διόρισε, και, στην περίπτωση που ασκεί καθήκοντα συνδίκου, προς τον εισηγητή, δήλωση περί υπάρξεως κωλύματος. Η μη υποβολή δήλωσης, εφόσον συντρέχει κώλυμα, η αποδοχή διορισμού εφόσον συντρέχει κώλυμα ή η υποβολή ανακριβούς δήλωσης, συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας και κάθε πιστοποιημένο πρόσωπο οφείλει να ενεργεί με αποτελεσματικό και ικανό τρόπο, ανεξαρτησία, αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Το ίδιο ισχύει και για κάθε πιστοποιημένο πρόσωπο που ασκεί τα δικαιώματά του για λογαριασμό διαχειριστή αφερεγγυότητας που είναι νομικό πρόσωπο.

Άρθρο 240

Έκθεση περιοδικής ενημέρωσης

1.

Πέραν των ειδικότερων καθηκόντων ενημέρωσης ο διαχειριστής αφερεγγυότητας συντάσσει κάθε εξάμηνο, από την ημερομηνία αποδοχής του διορισμού του, συνοπτική έκθεση σχετικά με την πορεία και τον τρόπο συνέχισης των εργασιών της διαδικασίας αφερεγγυότητας και τα έξοδα στα οποία έχει υποβληθεί. Η έκθεση της παρούσας υποβάλλεται στο αρμόδιο όργανο και σε περίπτωση πτωχευτικής διαδικασίας στον εισηγητή, εντός είκοσι (20) ημερών από τη λήξη του εξαμήνου.

2.

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας παρέχει διευκρινίσεις επί της έκθεσης της παρ. 1, εφόσον ζητηθεί εγγράφως από το αρμόδιο όργανο ή τον εισηγητή.

3.

Η μη συμμόρφωση του διαχειριστή αφερεγγυότητας όσον αφορά την υποχρέωση σύνταξης έκθεσης περιοδικής ενημέρωσης, καθώς και η ανακριβής ή παραπλανητική παροχή στοιχείων ή η καθυστέρηση στην παροχή διευκρινίσεων επί της έκθεσης, γνωστοποιείται με επιμέλεια του αρμοδίου οργάνου ή του εισηγητή, στην αρμόδια αρχή, για την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου σύμφωνα με τα άρθρα 242 κ.επ.

4.

Η έκθεση του παρόντος υποβάλλεται με επιμέλεια του διαχειριστή στην αρμόδια αρχή εντός πέντε (5) ημερών από την υποβολή της σύμφωνα με την παρ. 1 και ταυτόχρονα καταχωρείται στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213. Σε κάθε περίπτωση, κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα, ύστερα από αίτησή του, να λαμβάνει γνώση της πιο πάνω έκθεσης, στην περίπτωση ιδίως που δεν έχει πρόσβαση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213.

5.

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας παρέχει στοιχεία και πληροφορίες σε ανταπόκριση εγγράφου αιτήματος πιστωτή. Ο σύνδικος μπορεί να αρνηθεί αίτημα παροχής στοιχείων ή πληροφοριών για αποχρώντα ουσιώδη λόγο, τον οποίο υποχρεούται να αναφέρει σε έγγραφη απάντησή του στο αίτημα της παρούσας, ιδίως σε περίπτωση που η συλλογή των στοιχείων ή πληροφοριών προκαλεί δυσανάλογο κόστος ή επιβάρυνση στις εργασίες του, αν η παροχή των στοιχείων προκαλεί κινδύνους για τα συμφέροντα άλλων εμπλεκομένων προσώπων ή αν η παροχή τους απαγορεύεται από διάταξη νόμου.

Άρθρο 241

Αμοιβή διαχειριστή αφερεγγυότητας

1.

Η αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας προσδιορίζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο με βάση τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που αναλαμβάνει, εφαρμόζοντας ως κριτήρια προσδιορισμού ιδίως την οικονομική αξία και το είδος της υπόθεσης, την επιμέλεια, την ικανότητα και εμπειρία του διαχειριστή, το είδος και την ποιότητα της παρασχεθείσας επιστημονικής εργασίας εκ μέρους του και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε και βαρύνουν τον ίδιο. Η αμοιβή αυτή μπορεί να καθορίζεται ως σταθερό ποσό, καταβαλλόμενο σταδιακά σε μηνιαία ή τριμηνιαία βάση ή στο τέλος της διαδικασίας. Κατά τον αυτό χρόνο καταβάλλονται και τα έξοδα που αναφέρονται στην έκθεση του άρθρου 240. Στην περίπτωση διαχειριστή αφερεγγυότητας νομικού προσώπου η σχετική αμοιβή, καθώς και η αμοιβή επιτυχίας της παρ. 2, καταβάλλονται στο όνομα του νομικού προσώπου και όχι του πιστοποιημένου προσώπου που απασχολείται σε αυτό.

2.

Επιτρέπεται η κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας με πιστωτές που εκπροσωπούν το εξήντα τοις εκατό (60%) του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη, στο οποίο περιλαμβάνεται το σαράντα τοις εκατό (40%) των απαιτήσεων των εμπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο ή με προσημείωση υποθήκης εξασφαλισμένων απαιτήσεων, σύμφωνα με την οποία ο διαχειριστής αφερεγγυότητας λαμβάνει πρόσθετη αμοιβή, το ύψος και το είδος της οποίας εξαρτώνται από την επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, όπως ιδίως το ύψος του τιμήματος της εκποίησης ή ρευστοποίησης και τον χρόνο περάτωσής τους. Ο προσδιορισμός της αμοιβής του διαχειριστή σύμφωνα με την παρούσα δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) του προϊόντος της εκποίησης ή ρευστοποίησης που πραγματοποιείται κάθε φορά ή της επίτευξης συγκεκριμένου αποτελέσματος. Η πρόσθετη αμοιβή καταβάλλεται στο σύνολό της μετά την επίτευξη του συγκεκριμένου αποτελέσματος και στην περίπτωση που αυτό αφορά σε εκποίηση ή ρευστοποίηση του ενεργητικού, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκποίησης ή ρευστοποίησης του εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) τουλάχιστον του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης του οφειλέτη ως λογιστική αξία.

3.

Η συμφωνία της παρ. 2 φέρεται προς επικύρωση ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, το οποίο την επικυρώνει εφόσον διαπιστώσει ότι υπογράφεται από την απαιτούμενη πλειοψηφία των πιστωτών.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 242

Γενικές αρχές

1.

Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από κάθε άλλη.

2.

Οι πειθαρχικές κυρώσεις στους διαχειριστές αφερεγγυότητας επιβάλλονται από τα πειθαρχικά συμβούλια. Σε περίπτωση που ο διαχειριστής αφερεγγυότητας είναι νομικό πρόσωπο, πειθαρχική ποινή μπορεί να επιβληθεί τόσο στον διαχειριστή αφερεγγυότητας όσο και σε πιστοποιημένο πρόσωπο που απασχολεί. Η ευθύνη του

3.

Η ποινική διαδικασία δεν αναστέλλει την πειθαρχική. Τα πειθαρχικά συμβούλια μπορούν να διατάξουν την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας, εωσότου περατωθεί η ποινική. Σε περίπτωση αθώωσης στην ποινική δίκη, η πειθαρχική διαδικασία επαναλαμβάνεται αν έχει τιμωρηθεί ο διωχθείς. Οι διαπιστώσεις που περιέχονται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο βούλευμα, για την ύπαρξη ή όχι ορισμένων γεγονότων, δεσμεύουν τα πειθαρχικά όργανα.

4.

Κανένας δεν διώκεται για δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο επιβάλλεται μόνο μία πειθαρχική ποινή. Νέα πειθαρχική δίωξη για το ίδιο παράπτωμα είναι απαράδεκτη. Διαφορετική νομική υπαγωγή των ίδιων περιστατικών δεν καθιστά νέα την πειθαρχική δίωξη.

5.

Περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου παραπτώματος θεωρούνται ως ενιαίο σύνολο, η βαρύτητα του οποίου λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό και την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής. Σε περίπτωση συρροής περισσότερων πειθαρχικών παραπτωμάτων, μετά τον προσδιορισμό της κύρωσης για καθένα από τα συρρέοντα παραπτώματα, επιβάλλεται μια συνολική πειθαρχική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη κύρωση για τα παραπτώματα που προσδιορίστηκαν, επαυξανόμενη κατά την κρίση του πειθαρχικού συμβουλίου ως το ανώτατο όριό της, αν συντρέχει περίπτωση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 243

Πειθαρχικά παραπτώματα Πειθαρχικά παραπτώματα του διαχειριστή αφερεγγυότητας ή του πιστοποιημένου προσώπου είναι:

  • α) η παραβίαση υποχρέωσης του διαχειριστή αφερεγγυότητας σύμφωνα με διατάξεις της νομοθεσίας που

διέπει την άσκηση των καθηκόντων του, συμπεριλαμβανομένου του κώδικα δεοντολογίας της παρ. 1 του άρθρου 262,

  • β) η μη αποδοχή του διορισμού του, χωρίς σπουδαίο

λόγο, ή η παραίτησή του, χωρίς σπουδαίο λόγο,

  • γ) η παράβαση των καθηκόντων του διαχειριστή, με

σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον,

  • δ) η απόκτηση παράνομου οικονομικού οφέλους ή

ανταλλάγματος προς όφελος του ίδιου του διαχειριστή αφερεγγυότητας, του πιστοποιημένου προσώπου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών,

  • ε) η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων συμπεριλαμβανομένης και της αδικαιολόγητης καθυστέρησης

στην εκτέλεσή τους,

  • στ) η παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας για γεγονότα και πληροφορίες, των οποίων λαμβάνει γνώση

κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και

  • ζ) κάθε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με την ιδιότητά

του, η οποία πλήττει το κύρος του επαγγέλματος.

Άρθρο 244

Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων

1.

Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται μετά τη συμπλήρωση πενταετίας από την τέλεσή τους.

2.

Ο χρόνος της παραγραφής αναστέλλεται με την κοινοποίηση της άσκησης της πειθαρχικής δίωξης. Ο χρόνος της αναστολής αυτής δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.

3.

Η παραγραφή πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται αν τελεστεί άλλο πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο αποσκοπεί στην απόκρυψη του πρώτου ή τη ματαίωση της έγερσης της πειθαρχικής δίωξης εξαιτίας εκείνου.

4.

Πειθαρχικό παράπτωμα, που αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα, δεν παραγράφεται πριν την πάροδο του χρόνου για την παραγραφή του ποινικού αδικήματος. Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος αναστέλλεται για όλο το χρονικό διάστημα από την άσκηση της ποινικής δίωξης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης ή βουλεύματος.

Άρθρο 245

Πειθαρχικές ποινές

1.

Πειθαρχικές κυρώσεις κατά σειρά βαρύτητας είναι:

  • α) η έγγραφη επίπληξη,
  • β) η επιβολή προστίμου ύψους έως και είκοσι χιλιάδων

(20.000) ευρώ και, σε περίπτωση υποτροπής, προστίμου ύψους έως και σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ,

  • γ) η προσωρινή απαγόρευση ανάληψης καθηκόντων

διαχειριστή αφερεγγυότητας ή απασχόλησης σε αυτά για χρονικό διάστημα από έναν (1) έως δώδεκα (12) μήνες,

  • δ) η προσωρινή αφαίρεση της άδειας για χρονικό διάστημα έως δύο (2) ετών, η οποία επιβάλλεται ιδίως σε

περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων περί κωλυμάτων και η παραίτηση από τη θέση στην οποία έχει διορισθεί χωρίς σπουδαίο λόγο, και

  • ε) η οριστική αφαίρεση της άδειας και διαγραφή από

το μητρώο.

2.

Κάθε πειθαρχική κύρωση καταχωρίζεται στο μητρώο διαχειριστών αφερεγγυότητας ή στο μητρώο πιστοποιημένων προσώπων, κατά περίπτωση.

Άρθρο 246

Επιμέτρηση ποινής

1.

Η πειθαρχική κύρωση προσδιορίζεται:

  • α) από τη βαρύτητα του παραπτώματος και των συνεπειών του, καθώς και από τον αντίκτυπό του στην άσκηση των καθηκόντων του διαχειριστή αφερεγγυότητας,
  • β) από τον βαθμό του δόλου ή τον βαθμό της αμέλειας

του διωκομένου,

  • γ) από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε το

παράπτωμα, όπως, ιδίως, ο προσπορισμός οφέλους και

  • δ) από την προσωπικότητα του διωκόμενου διαχειριστή ή του πιστοποιημένου προσώπου, την πείρα του, τις

ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη επαγγελματική του συμπεριφορά, καθώς και τη διαγωγή του μετά την πράξη, τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία να επανορθώσει τις συνέπειες.

2.

Παράπτωμα ελαφράς φύσεως, οφειλόμενο σε αμέλεια του διωκόμενου διαχειριστή ή του πιστοποιημένου προσώπου μπορεί κατά την κρίση του Πειθαρχικού Συμ απόφαση.

3.

Η πειθαρχική κύρωση της περ. ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 245 επιβάλλεται μόνο σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων, τα οποία, από τις συνθήκες διάπραξής τους και τον διαπιστωμένο βαθμό υπαιτιότητας του διωκόμενου διαχειριστή ή πιστοποιημένου προσώπου, κατά περίπτωση, μαρτυρούν έλλειψη συνείδησης των βασικών του υποχρεώσεων. ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 247

Πειθαρχικά Συμβούλια Πειθαρχικά Συμβούλια για την εκδίκαση των πειθαρχικών αδικημάτων των διαχειριστών αφερεγγυότητας και πιστοποιημένων προσώπων είναι: α) σε πρώτο βαθμό το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο και β) σε δεύτερο και τελευταίο βαθμό το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

Άρθρο 248

Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο είναι πενταμελές και συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Η θητεία των μελών του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου συμπίπτει με τον χρόνο θητείας των μελών της αρμόδιας αρχής.

Άρθρο 249

Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο

1.

Οι αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, με εξαίρεση εκείνες που επιβάλλουν την επίπληξη σύμφωνα με το άρθρο 245, υπόκεινται σε έφεση εκ μέρους του καταδικασθέντος. Επίσης, σε έφεση ασκούμενη από τον Υπουργό Δικαιοσύνης υπόκεινται όλες οι αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Η έφεση ασκείται ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

2.

Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο είναι πενταμελές και αποτελείται από τον πρόεδρο και τέσσερα (4) μέλη, καθώς και από ισάριθμους αναπληρωτές τους, με τριετή θητεία. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται ως πρόεδρος του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου, με τον αναπληρωτή του, ένας αρεοπαγίτης και ως μέλη, με τους αναπληρωτές τους, ένας καθηγητής ή αναπληρωτής καθηγητής νομικής σχολής Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.), εν ενεργεία ή ομότιμος, ένας δικηγόρος που έχει συμπληρώσει εικοσαετή τουλάχιστον δικηγορία και προτείνεται από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, ένας λογιστής φοροτεχνικός Α τάξης με εικοσαετή τουλάχιστον προϋπηρεσία που προτείνεται από το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.) και ένας νόμιμος ελεγκτής με εικοσαετή τουλάχιστον προϋπηρεσία που προτείνεται από την Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (Ε.Λ.Τ.Ε.).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Άρθρο 250

Διαχείριση επιλήψιμων πράξεων και ανάθεση προκαταρκτικής πειθαρχικής εξέτασης

1.

Οι καταγγελίες για πειθαρχικώς επιλήψιμες πράξεις διαχειριστή αφερεγγυότητας ή πιστοποιημένου προσώπου απευθύνονται στον Πρόεδρο της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας. Ανώνυμες καταγγελίες δεν λαμβάνονται υπόψη και αρχειοθετούνται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 253. Ο Πρόεδρος μπορεί ακόμη να λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση σχετικά με την τέλεση τέτοιων πράξεων, καθώς και διαμέσου δικαστικής ή εν γένει δημόσιας αρχής.

2.

Αν η καταγγελία δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία ή ανεπίδεκτη οποιασδήποτε εκτίμησης, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας την αρχειοθετεί σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 253, με συνοπτική αιτιολογία, και ανακοινώνει την πράξη αρχειοθέτησης στον Πρόεδρο του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου του άρθρου 252.

3.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας, μόλις λάβει την καταγγελία ή γνώση της επιλήψιμης πράξης, παραγγέλλει τη διενέργεια προκαταρκτικής πειθαρχικής εξέτασης, την οποία αναθέτει σε μέλος του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

Άρθρο 251

Προκαταρκτική πειθαρχική εξέταση

1.

Η προκαταρτική πειθαρχική εξέταση είναι συνοπτική και σύντομη και διαρκεί τριάντα (30) ημέρες κατ’ ανώτατο όριο. Περατώνεται είτε με γραπτές ή προφορικές εξηγήσεις του προσώπου, κατά του οποίου στρέφεται, είτε με πράξη, με την οποία τίθεται η υπόθεση στο αρχείο.

2.

Το μέλος του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που διενεργεί την προκαταρτική πειθαρχική εξέταση, μπορεί να εξετάζει μάρτυρες και να αναζητά κάθε άλλο πρόσφορο νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Κατά τη διεξαγωγή της προκαταρτικής εξέτασης φροντίζει ώστε να μην προσβάλλονται η τιμή και η υπόληψη του διαχειριστή, του οποίου η συμπεριφορά ερευνάται.

3.

Δεν διενεργείται προκαταρκτική πειθαρχική εξέταση για πράξεις, για τις οποίες έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα ή πλημμέλημα.

4.

Ο αρμόδιος Εισαγγελέας έχει την υποχρέωση να ενημερώσει τον Πρόεδρο της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος διαχειριστή αφερεγγυότητας. Την ίδια υποχρέωση έχει και σε περίπτωση έκδοσης παραπεμπτικού ή απαλλακτικού βουλεύματος, τελεσίδικης αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης σε βάρος διαχειριστή, αποστέλλοντας πλήρη αντίγραφα, εντός δέκα (10) ημερών από την έκδοσή τους.

Άρθρο 252

Άσκηση της πειθαρχικής δίωξης

1.

Η πειθαρχική δίωξη ασκείται ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου από τον Πρόεδρο της επαρκείς ενδείξεις τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος.

2.

Το έγγραφο της πειθαρχικής δίωξης μαζί με το πόρισμα της προκαταρκτικής εξέτασης και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου αποστέλλονται αμέσως στον Πρόεδρο του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

3.

Εφόσον ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, στη σύνθεση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου κατά την περαιτέρω διαδικασία μετέχει ο αναπληρωτής του μέλους που διενήργησε την προκαταρκτική εξέταση.

Άρθρο 253

Η διαδικασία της πειθαρχικής δίωξης

1.

Ο Πρόεδρος του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζει εισηγητή της υπόθεσης.

2.

Ο εισηγητής έχει όλες τις αρμοδιότητες και εξουσίες κάθε γενικού προανακριτικού υπαλλήλου. Εξετάζει τους μάρτυρες, συλλέγει το λοιπό αποδεικτικό υλικό, συντάσσει το κατηγορητήριο και καλεί τον πειθαρχικώς διωκόμενο να λάβει γνώση του κατηγορητηρίου και της δικογραφίας και να απολογηθεί προφορικά ή γραπτά μέσα σε εύλογο χρόνο. Σε περίπτωση που ο διωκόμενος υποβάλλει γραπτό απολογητικό υπόμνημα, ο εισηγητής δύναται να διατυπώσει οποιαδήποτε κατά την κρίση του διευκρινιστική ή άλλη ερώτηση.

3.

Αν ο εισηγητής, μετά από τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού, κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που να στηρίζουν πειθαρχική κατηγορία, παραδίδει τον φάκελο στον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου, με την πρόταση η υπόθεση να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο. Ο Πρόεδρος εισάγει την υπόθεση στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει, με βάση την επάρκεια των διαθέσιμων ενδείξεων, αν θα απαγγελθεί ή όχι η κατηγορία ή αν πρέπει να γίνει συμπληρωματική ανάκριση από τον εισηγητή. Αν το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο δεχθεί ότι πρέπει να απαγγελθεί κατηγορία, συντάσσεται από τον εισηγητή κατηγορητήριο.

4.

Μετά την ολοκλήρωση του έργου του εισηγητή, ολόκληρος ο φάκελος διαβιβάζεται στον Πρόεδρο του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου για τον ορισμό της δικασίμου, μαζί με τον κατάλογο των μαρτύρων που πρέπει να κληθούν και το αποδεικτικό επίδοσης της πράξης αυτής στον πειθαρχικώς διωκόμενο διαχειριστή αφερεγγυότητας.

5.

Εφόσον το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο δεχθεί ότι πρέπει να απαγγελθεί κατηγορία, στη σύνθεση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου για την εκδίκαση της υπόθεσης και την έκδοση απόφασης μετέχει ως μέλος ο αναπληρωτής του εισηγητή. Ακροαματική διαδικασία και έκδοση απόφασης από το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο

1.

Κατά την ακροαματική διαδικασία ο διωκόμενος μπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως ή με δικηγόρο. Ασκεί το δικαίωμα υπεράσπισής του, καλώντας με δική του ευθύνη, χωρίς υποχρεωτική προδικασία, μάρτυρες για να καταθέσουν υπέρ του ή για την υπόθεσή του.

2.

Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο μέσα σε έξι (6) το αργότερο μήνες από την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση. Ο χρόνος αυτός παρατείνεται αναλόγως, εάν έχει διαταχθεί η αναστολή της πειθαρχικής δίωξης. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση που έγινε δεκτή αίτηση εξαίρεσης και, εξαιτίας της ανέφικτης συγκρότησης του Πειθαρχικού Συμβουλίου με νέα σύνθεση, παραπέμπεται η υπόθεση σε άλλο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Η απόφαση κοινοποιείται στον διωχθέντα και στον Υπουργό Οικονομικών.

3.

Αν το πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά και αξιόποινη πράξη, η αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση, καθώς και το απαλλακτικό βούλευμα δεν εμποδίζουν το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο να εκδικάσει την υπόθεση στην ουσία της και να εκδώσει απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη του τη σχετική ποινική δικογραφία, την οποία οφείλει να αποστείλει σε αντίγραφα ο αρμόδιος εισαγγελέας, ύστερα από σχετική αίτηση του εισηγητή της υπόθεσης.

Άρθρο 255

Υποβολή έφεσης

1.

Ο διωκόμενος, στον οποίο επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή, πλην της επίπληξης, έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την επίδοση της απόφασης και πάντως όχι μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από την έκδοση της απόφασης. Εντός προθεσμίας των τριών (3) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου στον διωκόμενο, ο Υπουργός Οικονομικών έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση. Η έφεση ασκείται με κατάθεσή της στη γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Για την άσκηση της έφεσης συντάσσεται έκθεση. Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και η άσκησή της δεν έχουν ανασταλτική δύναμη, εκτός εάν στην απόφαση ορίζεται διαφορετικά. Μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάθεση της έφεσης, με επιμέλεια και ευθύνη του Προέδρου του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που εξέδωσε την απόφαση, ο φάκελος παραδίδεται στον Πρόεδρο του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

2.

Ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζει ημέρα για την εκδίκαση της έφεσης και καλεί, με κλήση που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή, τον εκκαλούντα δέκα (10) ημέρες πριν από την ημέρα της συζήτησης. Ο εκκαλών μπορεί αυτοπρόσωπα ή με πληρεξούσιο δικηγόρο να αναπτύξει έγγραφα ή προφορικά τις απόψεις του. Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να διατάξει τη συμπλήρωση της ανάκρισης, οφείλει όμως να εκδώσει την απόφαση του σε προθεσμία το πολύ δύο (2) μηνών από την ημέρα της κατάθεσης της έφεσης.

Άρθρο 256

Έκδοση αποφάσεων

1.

Η απόφαση του Πρωτοβάθμιου και του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου για την επιβολή πειθαρχικών εντός της ίδιας προθεσμίας, ενώ περίληψη αυτής καταχωρίζεται στο μητρώο.

2.

Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας και της απολογίας του πειθαρχικώς διωκόμενου ακολουθεί η διάσκεψη των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου για τη λήψη οριστικής απόφασης.

3.

Η πειθαρχική απόφαση πρέπει να είναι ειδικώς και επαρκώς αιτιολογημένη, υπογράφεται δε από τον Πρόεδρο και το γραμματέα και καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο με αύξοντα αριθμό.

4.

Η αρμόδια αρχή υποχρεούται να γνωστοποιήσει στις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές την τυχόν διάπραξη αξιοποίνων πράξεων που προέκυψαν από τη διαδικασία ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων.

5.

Πράξεις που διενεργήθηκαν έγκυρα κατά τη διάρκεια της θητείας των Πειθαρχικών Συμβουλίων, παραμένουν ισχυρές και μετά τη λήξη της θητείας τους. Αποφάσεις επί υποθέσεων που έχουν συζητηθεί ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων πριν από τη λήξη της θητείας τους, μπορούν να εκδοθούν και δημοσιευθούν μέσα σε ένα τετράμηνο από τη λήξη της θητείας. Σε κάθε άλλη περίπτωση επαναλαμβάνεται η συζήτηση της πειθαρχικής υπόθεσης ενώπιον των νέων Πειθαρχικών Συμβουλίων.

6.

Οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων εκτελούνται με επιμέλεια του Προέδρου της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας.

Άρθρο 257

Εξαίρεση μελών των Πειθαρχικών Συμβουλίων

1.

Οι διατάξεις των άρθρων 17 επ. του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας για την εξαίρεση των δικαστών ισχύουν και για την εξαίρεση των μελών των Πειθαρχικών Συμβουλίων.

2.

Η αίτηση για την εξαίρεση επιδίδεται στον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου, ο οποίος την εισάγει στο Πειθαρχικό Συμβούλιο για να αποφανθεί. Η απόφαση που εκδίδεται είναι αμετάκλητη. Κάθε εγκαλούμενος έχει δικαίωμα υποβολής αίτησης εξαίρεσης μόνο μια φορά σε κάθε βαθμό πειθαρχικής δικαιοδοσίας.

3.

Η αίτηση εξαίρεσης είναι απαράδεκτη, όταν αυτή αφορά στην εξαίρεση όλων των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

Άρθρο 258

Ανάκληση αδείας

1.

Κάθε άδεια που χορηγήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, ανακαλείται με απόφαση της αρμόδιας αρχής εφόσον συντρέχει στο πρόσωπο του δικαιούχου μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • α) επιβολή πειθαρχικής κύρωσης οριστικής αφαίρεσης

της άδειας με απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 245,

  • β) καταδίκη για οποιοδήποτε από τα αδικήματα της

περ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 231,

  • γ) συνταξιοδότηση από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα,
  • δ) οριστική ανάκληση της επαγγελματικής άδειας του δικηγόρου, ορκωτού ελεγκτή λογιστή, λογιστή φοροτεχνικού

Α τάξης και, στην περίπτωση νομικών προσώπων, σε περίπτωση οριστικής ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του.

2.

Σε περίπτωση καταδίκης σε πρώτο βαθμό για κάποιο από τα αδικήματα της περ. β’ της παρ. 3 του άρθρου 231 αναστέλλεται η ισχύς της άδειας του διαχειριστή ή πιστοποιημένου προσώπου έως την αμετάκλητη απαλλαγή του και ενημερώνεται με σχετική σημείωση το Μητρώο Διαχειριστών Αφερεγγυότητας.

3.

Σε περίπτωση οριστικής ανάκλησης της άδειας, σύμφωνα με την παρ. 1, η αρμόδια αρχή προβαίνει στην αμετάκλητη διαγραφή του διαχειριστή από το Μητρώο Διαχειριστών Αφερεγγυότητας.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΕΥΘΥΝΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ

Άρθρο 259

Έκταση ευθύνης διαχειριστή αφερεγγυότητας

1.

Έναντι των πτωχευτικών πιστωτών και του οφειλέτη ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ευθύνεται για κάθε πταίσμα, εκτός αν άλλως ορίζεται στον παρόντα νόμο. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του οφείλει να επιδεικνύει την επιμέλεια του συνετού διαχειριστή αφερεγγυότητας. Στο ίδιο μέτρο ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ευθύνεται έναντι των ανωτέρω προσώπων και για τις πράξεις τρίτου, στον οποίο χωρίς δικαίωμα ανέθεσε τη διεξαγωγή υπόθεσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ενώ, αν είχε το δικαίωμα ανάθεσης, ευθύνεται μόνο για πταίσμα ως προς την επιλογή του τρίτου και ως προς τις οδηγίες που του έδωσε.

2.

Έναντι των τρίτων που ζημιώθηκαν από τη δράση του, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ευθύνεται προσωπικώς μόνο για δόλο.

3.

Αν από τη δράση διαχειριστή αφερεγγυότητας που ασκεί καθήκοντα συνδίκου δημιουργήθηκε ομαδικό χρέος, το οποίο δεν είναι δυνατόν να εκπληρωθεί από την πτωχευτική περιουσία, αυτός υποχρεούται να αποζημιώσει τον ομαδικό πιστωτή αν διέγνωσε ότι η περιουσία δεν προβλέπεται να επαρκέσει για την εκπλήρωση του ομαδικού χρέους τούτου αλλά με δόλο αδιαφόρησε. Σε κάθε περίπτωση που ανακύπτει ευθύνη του συνδίκου έναντι τρίτων, αν αυτοί ικανοποιηθούν σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας, η ομάδα των πιστωτών δικαιούται να αναζητήσει από τον σύνδικο το ποσό απομείωσης της πτωχευτικής περιουσίας από την αιτία αυτή.

4.

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας δεν ευθύνεται ως εκπρόσωπος του οφειλέτη για οφειλές προς το Δημόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή εργαζομένους. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, αν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, και ο εκπρόσωπος του διαχειριστή αφερεγγυότητας, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, δεν υπέχει οποιαδήποτε αστική, ποινική ή άλλη ευθύνη για χρέη του οφειλέτη, ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσής τους και τον χρόνο στον οποίο ανάγονται, με την επιφύλαξη της παρ. 3.

5.

Η ευθύνη του διαχειριστή αφερεγγυότητας κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών δεν αποκλείεται.

6.

Κάθε αξίωση κατά του διαχειριστή αφερεγγυότητας παραγράφεται μετά πάροδο τριών (3) ετών από τότε που τριετίας από τη λήξη των καθηκόντων του.

7.

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας έχει την ειδική δωσιδικία των δικηγόρων σε ποινικές διαδικασίες.

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΕΣ/ ΚΑΤΑΡΓΗΤΙΚΕΣ - ΤΕΛΙΚΕΣ -

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 260

Εξουσιοδοτικές διατάξεις του Κεφαλαίου Β΄ του Μέρους Πρώτου

1.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, μετά από πρόταση του Ειδικού Γραμματέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, καθορίζονται η σύνθεση των μελών της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας, τακτικών και αναπληρωματικών, ο υποχρεωτικός αριθμός των συνεδριάσεών της ανά μήνα, η ελάχιστη απαιτούμενη απαρτία των μελών της για κάθε συνεδρίαση, καθώς και οι τυχόν επιβαλλόμενες ποινές, μεταξύ των οποίων και η αντικατάστασή τους από τον Ειδικό Γραμματέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους σε περίπτωση μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσης των καθηκόντων τους, κυρώνεται ο κανονισμός λειτουργίας της Επιτροπής και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία της Επιτροπής. Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ο Πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής δεν υπόκεινται σε οποιονδήποτε ιεραρχικό ή διοικητικό έλεγχο και απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας.

2.

Με όμοια απόφαση συγκροτείται πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από έναν δικαστικό λειτουργό ως πρόεδρο και μέλη της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας, εξαιρουμένου του προέδρου της. Η θητεία του πειθαρχικού συμβουλίου συμπίπτει με τη θητεία των μελών της Επιτροπής.

3.

Με όμοια απόφαση συγκροτείται δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας και των πειθαρχικών συμβουλίων.

4.

Με όμοια απόφαση καθορίζεται η ανά συνεδρίαση αποζημίωση των μελών της Επιτροπής, και η αποζημίωση του δικαστικού λειτουργού και των μελών του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, καθώς και του Προέδρου και των μελών του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου.

5.

Με όμοια απόφασή ρυθμίζεται η μεταφορά των εγγραφών από το τηρούμενο στο Υπουργείο Δικαιοσύνης Μητρώο Διαχειριστών Αφερεγγυότητας σύμφωνα με το π.δ. 133/2016 (Α΄ 242) στο μητρώο πιστοποιημένων προσώπων και μητρώο διαχειριστών αφερεγγυότητας, αντιστοίχως.

6.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, μετά από εισήγηση του Ειδικού Γραμματέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, δύναται να προβλεφθούν ετήσια συνδρομή και τέλος ανανέωσης της χορηγουμένης σύμφωνα με το παρόν πιστοποίησης, που θα βαρύνουν, κατά περίπτωση, τους διαχειριστές αφερεγγυότητας, ο τρόπος καταβολής τους και κάθε άλλο αναγκαίο ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή της απόφασης αυτής.

Άρθρο 261

Εξουσιοδοτικές διατάξεις του Κεφαλαίου Γ΄ του Μέρους Πρώτου

1.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, μετά από εισήγηση του Ειδικού Γραμματέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, καθορίζονται ο τόπος, ο τρόπος και οι αναγκαίες υποδομές για τη διενέργεια των εξετάσεων του άρθρου 232, η διάρκεια των εξετάσεων, η σύνταξη των πινάκων επιτυχόντων και αποτυχόντων και ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα.

2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, μετά από εισήγηση του Ειδικού Γραμματέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, συγκροτείται επιτροπή εξετάσεων, η οποία αποτελείται από τον πρόεδρό της και κατ’ ελάχιστον τέσσερα (4) μέλη, και καθορίζονται η σύνθεση της επιτροπής εξετάσεων, το ύψος της αμοιβής του Προέδρου και των μελών της, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία της.

3.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις πιστοποίησης των φορέων επιμόρφωσης, καθώς και οι όροι και οι προϋποθέσεις επιμόρφωσης των διαχειριστών αφερεγγυότητας. Ειδικότερα με την απόφαση της παρούσας, μεταξύ άλλων, καθορίζονται: α. οι φορείς που μπορούν να εκτελούν τα προγράμματα επιμόρφωσης, β. οι προδιαγραφές των χώρων επιμόρφωσης, γ. το ελάχιστο περιεχόμενο των προγραμμάτων, δ. τα προσόντα των εκπαιδευτών, ε. ο έλεγχος εκτέλεσης των προγραμμάτων και συμμετοχής των διαχειριστών σε αυτά, στ. η μέθοδος επιμόρφωσης, ζ. η πιστοποίηση συμμετοχής του πιστοποιημένου προσώπου και οι σχετικά παρεχόμενες πληροφορίες, και η. κάθε άλλο σχετικό θέμα.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζονται οι φορείς, οι όροι και οι προϋποθέσεις ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης των διαχειριστών αφερεγγυότητας, οι κίνδυνοι οι οποίοι ασφαλίζονται, η χρονική διάρκεια των συμβάσεων, η προθεσμία και ο τρόπος υποβολής στο αρμόδιο όργανο κάθε διαδικασίας και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια, ανάλογα με το εάν οι διαχειριστές αφερεγγυότητας είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα και εάν ανήκουν στην βαθμίδα Α΄ ή Β΄.

Άρθρο 262

Εξουσιοδοτικές διατάξεις του Κεφαλαίου Δ΄ του Μέρους Πρώτου

1.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά από γνώμη της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας, ει αυτών για τη διασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων του άρθρου 239.

2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης μπορεί να καθοριστούν ελάχιστη νόμιμη αποζημίωση διαχειριστών αφερεγγυότητας και οι όροι καταβολής της (που μπορεί να προβλεφθεί ότι γίνεται σταδιακά σε σχέση με την ολοκλήρωση συγκεκριμένων σταδίων της διαδικασίας), και να προσδιορισθούν οι δημόσιοι πόροι για την κάλυψη των σχετικών υποχρεώσεων, η σχετική διαδικασία και κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια. ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΚΟΙΝΕΣ ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 263

Μεταβατικό δίκαιο

1.

Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στις διαδικασίες που εκκινούν μετά την ημερομηνία του πρώτου εδαφίου του άρθρου 270.

2.

Κατ’ εξαίρεση οι διατάξεις των άρθρων 162 έως και 166, εφαρμόζονται αναλόγως σε πτωχεύσεις που έχουν ήδη κηρυχθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή κηρύσσονται βάσει αίτησης που έχει υποβληθεί πριν από αυτήν, εφόσον δεν έχει αρχίσει η ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη σύμφωνα με τις προγενέστερες διατάξεις ή όταν κηρύσσεται άγονος προκηρυχθείς πλειστηριασμός. Με απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών, εκκρεμής πτωχευτική διαδικασία μπορεί να τραπεί σε πτωχευτική διαδικασία του παρόντος νόμου στο στάδιο εξέλιξης στο οποίο βρίσκεται η εκκρεμής διαδικασία. Στην περίπτωση αυτή, ανεξάρτητα από τις διατάξεις που διέπουν τη συνέχιση της διαδικασίας, για την κατάταξη των πιστωτών εφαρμόζονται οι διαχρονικού δικαίου διατάξεις των νόμων που έχουν ισχύσει έως την υπαγωγή στη νέα διαδικασία.

3.

Εφόσον η Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας, με βάση τα στοιχεία προσφυγής στις σχετικές διαδικασίες, διαπιστώσει ότι ο διαθέσιμος αριθμός διαχειριστών αφερεγγυότητας δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών που προκύπτουν, για τις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου, ως σύνδικος μπορεί να διορισθεί, πέραν των διαχειριστών αφερεγγυότητας, δικηγόρος, λογιστής, φοροτεχνικός Α τάξης ή συμβολαιογράφος, όπως ορίζονται στο άρθρο 227. Η θέση σε ισχύ του Τετάρτου Βιβλίου δεν θίγει την ανάθεση καθηκόντων διαχειριστών αφερεγγυότητας την οποία έχουν αναλάβει σε εκκρεμείς διαδικασίες.

4.

Τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρου 230 δύνανται να εγγραφούν στο μητρώο διαχειριστών αφερεγγυότητας, εφόσον απασχολούν με οιασδήποτε μορφής σχέση τουλάχιστον ένα φυσικό πρόσωπο κάτοχο άδειας διαχειριστή αφερεγγυότητας εγγεγραμμένο κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος στο υφιστάμενο μητρώο διαχειριστών αφερεγγυότητας του π.δ. 133/2016 (Α΄ 242), κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως προς την Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας του άρθρου 229 του παρόντος, με απόφαση της οποίας θα καθορισθεί η μορφή της σχετικής αίτησης και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται.

5.

Οι οφειλέτες που έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση πριν τη θέση σε ισχύ του νέου νόμου αλλά μετά τη 1η.1.2019, υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 192-194. Σε περίπτωση που η προθεσμία της παρ.1 ή 2 του άρθρου 192, κατά περίπτωση, λήγει πριν τις 31.12.2021, η απαλλαγή επέρχεται την 1η.1.2022, εκτός αν εντός της παραπάνω προθεσμίας κατατεθεί προσφυγή κατά της απαλλαγής του. Για την πλήρωσή των προϋποθέσεων της παρ. 3 του άρθρου 92 απαιτείται αίτηση προς και σχετική απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου.

6.

Το άρθρο 195 εφαρμόζεται και για την απαλλαγή των εκπροσώπων νομικού προσώπου για οφειλές νομικού προσώπου, του οποίου η αίτηση πτώχευσης ή η κήρυξη σε πτώχευση προηγήθηκε της θέσης του παρόντος νόμου σε ισχύ. Σε περίπτωση που η προθεσμία που αφορά την απαλλαγή των εκπροσώπων της παρ. 1 του άρθρου 195 λήξει οποτεδήποτε πριν τις 31.12.2021, τότε η απαλλαγή επέρχεται την 1η.1.2022, ενώ τυχόν προσφυγή μπορεί να ασκηθεί μέχρι τις 31.12.2021.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 264

Απόκτηση κινητών αξιών - Διάθεση κινητών αξιών ΑΕΠΕΥ στο πλαίσιο των διαδικασιών του παρόντος - Ανατροπή της διαδικασίας ειδικής διαχείρισης - Τροποποίηση των ν. 3461/2006 (Α΄ 106), ν. 4514/2018 (Α΄ 14) και ν. 4307/2014 (Α΄ 246)

1.

Η περ. η΄ του άρθρου 8 του ν. 3461/2006 (Α΄ 106) αντικαθίσταται ως εξής: «η. Η απόκτηση κινητών αξιών αποτελεί μέρος της διαδικασίας εξυγίανσης του Κεφαλαίου Β΄ του Μέρους Δευτέρου του Βιβλίου Πρώτου του νόμου για τη ρύθμιση οφειλών και την παροχή δεύτερης ευκαιρίας ή της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθμισης χρηματικών οφειλών του Κεφαλαίου Α΄ του Μέρους Δευτέρου του Βιβλίου Πρώτου, του νόμου για τη ρύθμιση οφειλών και την παροχή δεύτερης ευκαιρίας για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της εταιρείας και την εξακολούθηση της δραστηριότητάς της ή οι κινητές αξίες που έχουν αποκτηθεί αφορούν εταιρεία που βρίσκεται σε παύση πληρωμών κατά τις διατάξεις του άρθρου 77 του νόμου για τη ρύθμιση οφειλών και την παροχή δεύτερης ευκαιρίας ή εταιρεία το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της οποίας έχει καταστεί κατώτερο του ενός δεκάτου (1/10) του μετοχικού κεφαλαίου, με βάση στοιχεία των δημοσιευμένων οικονομικών καταστάσεων του ν. 3556/2007, σε ενοποιημένη βάση εφόσον καταρτίζονται, και δεν έχει αποκατασταθεί τουλάχιστον στο ποσοστό αυτό της συνδρομής των προϋποθέσεων του προηγούμενου εδαφίου φέρει το πρόσωπο που την επικαλείται».

2.

Στο άρθρο 11 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14) προστίθεται παρ. 5 ως εξής: «5. Σε περίπτωση διάθεσης κινητών αξίων ΑΕΠΕΥ στο πλαίσιο διαδικασίας εκποίησης ή εξυγίανσης του νόμου για τη ρύθμιση οφειλών και την παροχή δεύτερης ευκαιρίας, η έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως προς το πρόσωπο του αποκτώντα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, αποτελεί αίρεση της μεταβίβασης σε αυτόν.».

3.

Στο ν. 4307/2014 (Α΄ 246) προστίθεται άρθρο 72Α ως εξής: «Άρθρο 72Α Ανατροπή της διαδικασίας της ειδικής διαχείρισης

1.

Οποτεδήποτε πριν από τη λήξη της ειδικής διαχείρισης κατ’ άρθρο 76 του παρόντος, ο οφειλέτης ή πιστωτές του, νομιμοποιούνται να ασκήσουν αίτηση για την ανατροπή της διαδικασίας της ειδικής διαχείρισης εφόσον καταθέσουν ταυτόχρονα με την αίτηση αυτή αίτηση επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις.

2.

Η αίτηση της παρ. 1 κατατίθεται ενώπιον του αρμόδιου για την εκδίκαση της αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης πτωχευτικού δικαστηρίου, κοινοποιείται δε αμελλητί και επί ποινή απαραδέκτου στον Ειδικό Διαχειριστή. Ο Ειδικός Διαχειριστής και οι λοιποί πιστωτές του υπό ειδική διαχείριση προσώπου νομιμοποιούνται στην άσκηση κυρίας ή πρόσθετης παρέμβασης. Η αίτηση της παρ. 1 συνεκδικάζεται με την αίτηση επικύρωσης, γίνεται δεκτή σε περίπτωση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης και απορρίπτεται σε κάθε άλλη περίπτωση. Η απόφαση επί της αίτησης δημοσιεύεται κατά τον τρόπο δημοσίευσης της απόφασης επί της αίτησης επικύρωσης, υπόκειται δε στα ίδια ένδικα μέσα με την απόφαση επί της αίτησης επικύρωσης.

3.

Η κατάθεση της αίτησης της παρ. 1 δεν αναστέλλει αυτοδικαίως τη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης. Για την αναστολή της διαδικασίας ή της τρέχουσας προθεσμίας της παρ. 3 του άρθρου 69 χορηγείται προσωρινή διαταγή μέχρι τη συζήτηση της αίτησης ανατροπής και υπό τον όρο αυτής, αφού πιθανολογηθεί η επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης σύμφωνα με την αίτηση που συνοδεύει υποχρεωτικά την αίτηση της παρ. 1.

4.

Σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης της παρ. 1, παύει η διαδικασία της ειδικής διαχείρισης και ανατρέπονται για το μέλλον τα αποτελέσματα του άρθρου 72. Εκποιήσεις του ενεργητικού για τις οποίες συντελέστηκε η διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 75 δεν θίγονται. Ο Ειδικός Διαχειριστής απαλλάσσεται από κάθε αστική και ποινική ευθύνη για τα αποτελέσματα της μέχρι τότε διαδικασίας.

5.

Η αίτηση της παρ. 2 δύναται να υποβάλλεται εντός εννέα (9) μηνών από τη θέση σε ισχύ της παρούσας διάταξης.».

Άρθρο 265

Καταργούμενες διατάξεις

1.

Από την ημερομηνία του πρώτου εδαφίου του άρθρου 270,

  • α) καταργείται ο ν.  3588/2007 (Α΄ 153). Όπου γίνεται αναφορά σε νόμο στον Πτωχευτικό Κώδικα,

ν. 3588/2007, νοείται ο παρών νόμος. Οι εκκρεμείς κατά τον χρόνο δημοσίευσης διαδικασίες του Πτωχευτικού Κώδικα, ν. 3588/2007, εξελίσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκτός όπου άλλως ρητά ορίζεται στο παρόν ή από τις προϊσχύουσες του ν. 3588/2007 διατάξεις, σύμφωνα με το άρθρο 182 αυτού. Κατ΄ εξαίρεση, με απόφαση της πλειοψηφίας της συνέλευσης των πιστωτών εκκρεμούς πτωχευτικής διαδικασίας, επιτρέπεται η συνέχιση της διαδικασίας στο στάδιο στο οποίο βρίσκεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Στην περίπτωση αυτή, ανεξάρτητα από τις διατάξεις που διέπουν τη συνέχιση της διαδικασίας, για την κατάταξη των πιστωτών εφαρμόζονται οι διαχρονικού δικαίου διατάξεις των νόμων που έχουν ισχύσει έως την υπαγωγή στη νέα διαδικασία.

  • β) παύει η δυνατότητα υποβολής νέων αιτήσεων

σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010 (Α΄ 130). Οι εκκρεμείς κατά τον χρόνο δημοσίευσης διαδικασίες εξελίσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του.

  • γ) παύει η δυνατότητα υποβολής νέων αιτήσεων

σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 έως και 77 του ν. 4307/2014 (Α΄ 246), οι διατάξεις των οποίων εξακολουθούν να ισχύουν στις εκκρεμείς κατά τη έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου διαδικασίες, εκτός όπου άλλως ρητά ορίζεται στο παρόν. Κατ΄ εξαίρεση, με απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών ειδικής διαχείρισης, που συγκαλείται με πρόσκληση του ειδικού διαχειριστή επιτρέπεται η συνέχιση της διαδικασίας στο στάδιο στο οποίο βρίσκεται με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου. Στην περίπτωση αυτή ο ειδικός διαχειριστής ασκεί τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που επιφυλάσσονται κατά τον παρόντα νόμο στον σύνδικο. Όπου γίνεται αναφορά σε νόμο στην ειδική διαχείριση των ανωτέρω άρθρων, νοείται η διαδικασία του Μέρους ΙΙ του Κεφαλαίου Α΄ του Πέμπτου Μέρους του Δευτέρου Βιβλίου.

  • δ) Καταργείται η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 58

του ν.δ. 356/1974 (Α΄ 90) (Κ.Ε.Δ.Ε.).

  • ε) Καταργείται η παρ. 22 της υποπαρ. Γ3 της παρ. Γ του

άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α΄ 94), καθώς και κάθε διάταξη που εκδόθηκε βάσει εξουσιοδότησης περιεχόμενης στην παραπάνω καταργούμενη διάταξη.

  • στ) Αίρεται η υποχρέωση διενέργειας εξετάσεων έτους

2020 για την απόκτηση άδειας διαχειριστή αφερεγγυότητας, όπως όριζε το άρθρο 6 του π.δ. 133/2016.

2.

Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καταργούνται οι παρ. 3 και 4 του άρθρου 65 παρ. του ν. 4472/2017 (Α΄ 74).

3.

Από τη θέση σε πλήρη εφαρμογή του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας, η οποία διαπιστώνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, καταργείται η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 67 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58). Οι διατάξεις αυτές συνεχί σύμφωνα με την παρ. 1.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ

Άρθρο 266

Διαχείριση ανάκτησης ενισχύσεων

1.

Μεμονωμένες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν σύμφωνα με τις προβλεπόμενες κατά τον νόμο προϋποθέσεις, όπως εξειδικεύονται από την υπό στοιχεία 36579/ Β.1666/30-08-2007 (Β΄ 1740) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και κρίθηκε ότι πρέπει να ανακτηθούν, σύμφωνα με την υπ. αρ. C (2019) 7094 απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΕ) της 7ης Οκτωβρίου 2019, μπορούν να υπαχθούν εκ των υστέρων είτε σε κανονισμό για ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (de minimis) είτε στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 702/2014 της Επιτροπής (ΕΕ L 193 της 1ης.7.2014), εφόσον πληρούσαν τις προβλεπόμενες κατά τον χρόνο χορήγησής τους προϋποθέσεις. Αν η υπαγωγή της παρούσας δεν είναι δυνατή ή δεν καλύπτει το σύνολο του προς ανάκτηση ποσού, τα προς ανάκτηση ποσά μπορούν να συμψηφισθούν με ενισχύσεις ήσσονος σημασίας που προβλέπονται σε μελλοντικό καθεστώτος ενισχύσεων ήσσονος σημασίας (de minimis).

2.

Ως αρμόδια υπηρεσία για την εφαρμογή των διαδικασιών που απαιτούνται για την εφαρμογή της παρ. 1 ορίζεται το Τμήμα Κρατικών Ενισχύσεων της Διεύθυνσης Εποπτευόμενων Φορέων του Υπουργείου Οικονομικών.

3.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται τα κριτήρια, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία της εκ των υστέρων υπαγωγής σε Κανονισμό, της χορήγησης νέων ενισχύσεων ήσσονος σημασίας, καθώς και του συμψηφισμού των νέων ενισχύσεων με τα προς ανάκτηση ποσά, σύμφωνα με την παρ. 1, τα δικαιολογητικά που απαιτείται να προσκομισθούν εκ μέρους των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα που αφορά την εν γένει διαδικασία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΑΠΟ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΘΕΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΛΟΓΩ ΑΘΕΤΗΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Ν. 4412/2016

Άρθρο 267

Αποκλεισμός οικονομικών φορέων από διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης λόγω αθέτησης φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων - Τροποποίηση της παρ. 2 και προσθήκη παρ. 2Α στο άρθρο 73 του ν. 4412/2016

1.

Αντικαθίσταται η παρ. 2 του άρθρου 73 του ν. 4412/ 2016 (Α΄ 147) ως εξής: «2. Αποκλείεται από τη συμμετοχή σε διαδικασία σύναψης σύμβασης οποιοσδήποτε οικονομικός φορέας, εάν η αναθέτουσα αρχή:

  • α) γνωρίζει ότι ο εν λόγω οικονομικός φορέας έχει αθετήσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά στην καταβολή

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)