Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 210/2007
Τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα από το Δημόσιο του προσωπικού της Γενικής Διεύθυνσης Ταχυδρομείων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, που μεταφέρθηκε στα ΕΛΤΑ σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 13 του Ν.Δ. 496/1970, διατηρούνται για το προσωπικό που είχε συμπληρώσει κατά την έναρξη της ισχύος του πιο πάνω Ν.Δ/τος δεκαπενταετή πραγματική δημόσια υπηρεσία και οποιαδήποτε μεταγενέστερη υπηρεσία του στα ΕΛΤΑ θεωρείται ότι διανύθηκε σε δημόσια υπηρεσία. Το παραπάνω προσωπικό δεν μπορεί να ασφαλισθεί στον Κλάδο Συντάξεων του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας (ΤΑΠΟΤΕ). Οι προσαυξήσεις του συντάξιμου μισθού των δημόσιων υπαλλήλων λόγω επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, που προβλέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, υπολογίζονται για τον κανονισμό της σύνταξης του παραπάνω προσωπικού.
Προσωπικό που μεταφέρθηκε χωρίς να συμπληρώνει στο χρόνο έναρξης της ισχύος του Ν.Δ. 496/1970 δεκαπενταετή πραγματική δημόσια υπηρεσία, ασφαλίζεται από την ισχύ του παραπάνω Ν.Δ/τος με κύρια ασφάλιση στον Κλάδο Συντάξεων του ΤΑΠΟΤΕ. Τα ΕΛΤΑ υποχρεούνται να παρακρατούν κάθε μήνα από τις αποδοχές αυτού του προσωπικού και να αποδίδουν στο ΤΑΠΟΤΕ τις ασφαλιστικές εισφορές που καθορίζονται κάθε φορά από τις οικείες διατάξεις του μαζί με αυτές που βαρύνουν τον εργοδότη. ΄Ολος ο χρόνος, που αναγνωρίζεται ως συντάξιμος από το Δημόσιο μέχρι τη μεταφορά του προσωπικού αυτής της παραγράφου στα ΕΛΤΑ, συνυπολογίζεται από το ΤΑΠΟΤΕ στο χρόνο πραγματικής ασφάλισης σ΄ αυτό με την καταβολή από το Δημόσιο στο ΤΑΠΟΤΕ ασφαλιστικών εισφορών για ολόκληρο τον παραπάνω συντάξιμο χρόνο που υπολογίζονται κάθε μήνα σε ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%) στο μισθό τον οποίο λαμβάνει αυτό κατά το χρόνο της μεταφοράς τους. Το ποσό των πιο πάνω ασφαλιστικών εισφορών καταβάλλεται τοκοχρεωλυτικά με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) σε είκοσι ίσες ετήσιες δόσεις που καταβάλλονται την 15η Ιανουαρίου κάθε έτους από το έτος 1971. Από το προσωπικό που μεταφέρθηκε στα ΕΛΤΑ αυτοί που συμπληρώνουν μέχρι το τέλος της διαδικασίας της ένταξης τριακονταπενταετή πραγματική δημόσια υπηρεσία, μαζί με το χρόνο υπηρεσίας τους στα ΕΛΤΑ ο οποίος θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας που διανύθηκε στο Δημόσιο και στο βαθμό που κατείχαν στο χρόνο έναρξης της ισχύος του Κυβερνήσεως.
Σ΄ αυτούς που παραιτούνται ή απολύονται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 13 του Ν.Δ. 496/1970 και παίρνουν πλήρη σύνταξη σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 περίπτ. β΄ αυτού του άρθρου, καθώς και σ΄ αυτούς που απολύονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, παρέχεται η προσαύξηση του μισθού λόγω ευδόκιμης παραμονής στον ίδιο βαθμό (τριετία) που ορίζεται από την παρ. 1 του άρθρου 13 του Ν.Δ. 4352/1964. Στο προσωπικό που απολύεται , παραιτείται ή αποχωρεί από την υπηρεσία και δικαιούται σύνταξη σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, καταβάλλονται από τα ΕΛΤΑ σε βάρος του Δημοσίου οι αποδοχές που προβλέπονται στο άρθρο 57 αυτού του Κώδικα (τρίμηνες).
Άρθρο 3 παρ. 1
Ν.Δ. 774/70
Στη σύνταξη αυτών που παραιτούνται ή απολύονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 13 του Ν.Δ. 496/1970 προστίθενται.
- α) σ΄αυτούς που έχουν είκοσι πέντε (25) ως είκοσι εννέα (29) έτη
πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας τα ακόλουθα πεντηκοστά του συντάξιμου μισθού.
- αα) 25 έτη δέκα πεντηκοστά (10/50), ββ) 26 έτη ένδεκα
πεντηκοστά (11/50), γγ) 27 έτη δώδεκα πεντηκοστά (12/50),
- δδ) 28 έτη δεκατρία πεντηκοστά (13/50), εε) 29 έτη
δεκατέσσερα πεντηκοστά (14/50) και
- β) σ΄αυτούς που έχουν τριακονταετή και πάνω πραγματική
δημόσια υπηρεσία τόσα πεντηκοστά του συντάξιμου μισθού όσα απαιτούνται για τη χορήγηση πλήρους σύνταξης. 1162/72, όπως τροπ. με άρθρα 1 Ν.952/1979 και 45 παρ. 1 Ν.1202/81 και αντικ. με άρθρ. 5 Ν.1489/84, 1 παρ. 6 Ν. 1694/87 και 1 παρ. 1 Ν.2592/98
Για τον κανονισμό της σύνταξης των υπαλλήλων των ΕΛΤΑ λαμβάνεται υπόψη ο βασικός μισθός του μισθολογικού κλιμακίου, μαζί με την προσαύξηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας που ορίζεται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, και με βάση την παρακάτω αντιστοιχία κατά κλάδο με τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους, αφού ληφθούν υπόψη και οι διακρίσεις του άρθρου 3 του Ν. 2470/1997. Κλάδοι προσωπικού ΕΛΤΑ Κλάδοι δημόσιων πολιτ. Υπαλλήλων
- α) Α΄ Ανώτατου , ανώτερου και βασι- ΠΕ
κού προσωπικού διοίκησης- εκμετάλλευσης.
- β) Β΄ Επικουρικού προσωπικού εσωτερικής εκμετάλλευσης, Γ΄δακτυλογράφων, Δ΄ σχεδιαστών, Ε΄ διανομέων,
ΣΤ΄ οδηγών αυτοκινήτων και Ζ΄ τεχνιτών ΔΕ
- γ) Η΄ κλητήρων, Θ΄ διαμετακομιστών και
Ι΄ καθαριστριών ΥΕ
Άρθρο 7 παρ. 1
Ν.Δ. 77/1973
Τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα στο Δημόσιο των ανακτορικών υπαλλήλων, οι οποίοι σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν.Δ. 77/1973 διατέθηκαν σε δημόσιες υπηρεσίες και συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστης διάρκειας, διατηρούνται και μετά την παραπάνω διάθεσή τους, εφόσον αυτοί είχαν συμπληρώσει στις 31 Μαΐου 1973 δεκαπενταετή πραγματική υπηρεσία στα Β. Ανάκτορα και οποιαδήποτε από τότε υπηρεσία τους στο Δημόσιο λογίζεται σχετικά με τη συνταξιοδότησή τους ότι διανύθηκε σ΄ αυτό με δημόσια σχέση.
Άρθρο 7 παρ. 2
Ν.Δ. 77/1973 Ο συντάξιμος μισθός του προσωπικού του προηγούμενου εδαφίου υπολογίζεται με βάση το μισθό του βαθμού που κατείχε ο καθένας στις 31.5.1973 σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4255/1962. Σ΄αυτόν συνυπολογίζεται για τον κανονισμό της σύνταξης η προσαύξηση του συντάξιμου μισθού λόγω επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, που προβλέπεται για τους δημόσιους υπαλλήλους.
Άρθρο 19 Ν.955/79 2. Οι διατάξεις του Α.Ν. 1854/1951, όπως τροποποιήθηκαν και
συμπληρώθηκαν μεταγενέστερα, εξακολουθούν να ισχύουν και για το τακτικό προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυμάτων Ν.Δ. 2592/1953 που συγχωνεύθηκαν ή μετατράπηκαν με εφαρμογή του Ν.Δ. 928/1971, εφόσον αυτό στο χρόνο ισχύος των σχετικών διατάξεων για τη συγχώνευση ή μετατροπή είχε συμπληρώσει δεκαπενταετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, η από τότε δε και μετά υπηρεσία του θεωρείται ότι διανύθηκε στα νοσηλευτικά ιδρύματα Ν.Δ. 2592/1953. Το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, που λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του συντάξιμου μισθού των δημόσιων υπαλλήλων, υπολογίζεται για τον κανονισμό σύνταξης του προσωπικού του προηγούμενου εδαφίου. Με διάταγμα που θα εκδοθεί με πρόταση του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών θα καθορισθεί η παρακράτηση και απόδοση στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία των εισφορών που προβλέπονται από τις αποδοχές του προσωπικού των παραπάνω ιδρυμάτων. Το τακτικό προσωπικό των ιδρυμάτων του πρώτου εδαφίου αυτής της παραγράφου, που δεν συμπλήρωσε μέχρι το χρόνο που προβλέπεται σ΄ αυτό 15 ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, καθώς και το τακτικό προσωπικό των ιδρυμάτων αυτών που προσλαμβάνεται από τότε και μετά , υπάγεται στις διατάξεις του Ν.Δ. 4277/1962. Η ισχύς αυτής της παραγράφου αρχίζει από την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 928/1971.
Ιατροί που υπηρέτησαν με θητεία στο Δημόσιο ή Οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, απολύθηκαν στο χρονικό διάστημα από 21.4.1967 μέχρι 23.7.1974 και επανήλθαν στην υπηρεσία με το Ν. 193/1975, διατηρούν τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα, κύριας και επικουρικής ασφάλισης, με βάση τη δημόσιου δικαίου σχέση εργασίας τους, την οποία είχαν πριν από την απόλυσή τους. ΄Αρθρο 3 παρ. 1 Ν. 2042/92
Το προσωπικό του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο μεταφέρεται ή εντάσσεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του Ν. 1845/1989 στο Εθνικό ΄Ιδρυμα Αγροτικής ΄Ερευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.) και κατά το χρόνο μεταφοράς ή ένταξης είχε τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα, εξακολουθεί να διατηρεί τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα έναντι του Δημοσίου και όλη η υπηρεσία του στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., από το χρόνο μεταφοράς ή ένταξης και εφεξής, λογίζεται για κάθε συνέπεια ότι διανύθηκε στο Δημόσιο. Το ίδιο ισχύει και για το επί συμβάσει προσωπικό εφόσον κατά το χρόνο μεταφοράς ή ένταξής του είχε υπαχθεί στις διατάξεις του Ν.Δ. 874/1971. Το προσωπικό της παραγράφου αυτής εξακολουθεί να ασφαλίζεται και στα ταμεία επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας, στα οποία είχε υπαχθεί μέχρι τη μεταφορά ή ένταξή του στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., καθώς και στην υγειονομική περίθαλψη του Δημοσίου. Το λοιπό προσωπικό, καθώς και το νεοπροσλαμβανόμενο στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. υπάγεται στην κοινή ασφάλιση του Ι.Κ.Α. Α.Ν. 1846/1951. ΄Αρθρο 8 παρ. 1 Ν.
Το μόνιμο προσωπικό του Υπουργείου Περιβάλλοντος , Χωροταξίας και Δημόσιων ΄Εργων, καθώς και το μόνιμο προσωπικό άλλων υπουργείων και Ν.Π.Δ.Δ. που μεταφέρεται στον «Οργανισμό Αθήνας», σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 9 του Ν. 1515/1985, στον «Οργανισμό Θεσσαλονίκης» σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 9 του Ν. 1561/1985, καθώς και στον Οργανισμό Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του Ν.Δ. 1647/1986, εξακολουθεί να διέπεται από το ασφαλιστικό καθεστώς κύριας και επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας, καθώς και υγειονομικής περίθαλψης που είχε πριν από τη μεταφορά ή μετάταξή του και όλη η από τότε και μετά υπηρεσία στους παραπάνω οργανισμούς θεωρείται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία που διανύθηκε στην υπηρεσία από την οποία μεταφέρεται ή μετατάσσεται. Το προσωπικό με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου που μεταφέρεται από το Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. ή άλλα Υπουργεία ή Ν.Π.Δ.Δ. στον «Οργανισμό Αθήνας», στον «Οργανισμό Θεσσαλονίκης» και στον «Οργανισμό Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας» διατηρεί το ασφαλιστικό καθεστώς κύριας και επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας, καθώς και υγειονομικής περίθαλψης που είχε επιλέξει πριν από τη μεταφορά του στους παραπάνω οργανισμούς.
Το προσωπικό που μετατάσσεται στις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις με τις διατάξεις του άρθρου 33 και της παραγράφου 7 του άρθρου 39 του Ν. 2218/1994, καθώς και το τακτικό προσωπικό των καταργηθέντων Νομαρχιακών Ταμείων, Ταμείων Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών και Ταμείων Ελαιοπαραγωγής, που μεταφέρεται αυτοδίκαια στην οικεία νομαρχιακή αυτοδιοίκηση με τις διατάξεις του άρθρου 36 του ίδιου νόμου, εξακολουθεί να διέπεται από το ασφαλιστικό καθεστώς κύριας και επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας, καθώς και υγειονομικής περίθαλψης που είχε πριν από τη μετάταξη ή τη μεταφορά του και όλη η από τότε και μετά υπηρεσία στις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις θεωρείται ως πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία που διανύθηκε στην υπηρεσία από την οποία μετατάσσεται ή μεταφέρεται. ΄Αρθρο 22 παρ. 3 στοιχ. α΄ Ν. 2768/99 Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για το προσωπικό που μετατάσσεται στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 2738/1999.
Άρθρο 5 παρ. 3 Ν.
Το προσωπικό το οποίο κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 1514/1985 υπηρετούσε στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών είτε ως τακτικό είτε με σύμβαση, που είχε υπαχθεί στις διατάξεις του Ν.Δ/τος 874/1971, διατηρεί τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα στο Δημόσιο, καθώς και τα δικαιώματα επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης που είχε στο χρόνο μετατροπής της υπηρεσίας αυτής σε Ν.Π.Δ.Δ. και όλη η από τότε και μετά υπηρεσία του στο Ν.Π.Δ.Δ. αυτό θεωρείται ως πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία που διανύθηκε στο Δημόσιο. Παρατήρηση Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 8 του Ν. 2227/94 το προσωπικό που προσλαμβάνεται από την ισχύ του νόμου αυτού (11.8.1994) στα Ν.Π.Δ.Δ. που αναφέρονται στην παραπάνω παρ. 5 υπάγεται στο συνταξιοδοτικό καθεστώς του Ι.Κ.Α. Οι διατάξεις αυτές έχουν ως ακολούθως: «Το προσωπικό που προσλαμβάνεται εφεξής ως τακτικό στον Ο.Κ.Χ.Ε., τον Οργανισμό Αθήνας και τον Οργανισμό Θεσσαλονίκης υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν.Δ. 4277/1962 και για επικουρική ασφάλιση στο Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων ΄Εργων. Ως τακτικό προσωπικό θεωρείται τόσο το διοικητικό όσο και το τεχνικό προσωπικό, με την επιφύλαξη των διατάξεων του Ν. 2084/1992».
Άρθρο 5 παρ. 1 Ν.
765/78
Οι υπάλληλοι του Δημοσίου που υπηρετούσαν με σύμβαση κατά τη δημοσίευση του Ν. 765/1978 και υπάγονταν στις διατάξεις του Ν.Δ. 874/1971, μπορούν να επιλέξουν τη συνταξιοδότησή τους από το Ι.Κ.Α. με τις διατάξεις για τους κοινούς ασφαλισμένους, αντί γ΄ αυτή από το Δημόσιο, με δήλωσή τους που υποβάλλεται μόνο μία φορά μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη της ισχύος του Ν. 765/1978 στις Διευθύνσεις Διοικητικού των Υπουργείων στα οποία υπηρετούν.
Άρθρο 37 παρ. 1
Ν.955/79 Η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου για επιλογή ασφαλιστικού φορέα παρατείνεται για ένα εξάμηνο από τη δημοσίευση του Ν. 955/1979.
Άρθρο 5 παρ. 2 Ν.
765/78 Αν επιλέξουν τη συνταξιοδότησή τους από το Δημόσιο, εξαιρούνται από την ασφάλιση του Ι.Κ.Α. για τον Κλάδο Συντάξεων. ΄Αρθρο 5 παρ. 3 Ν. 765/78 Γι΄ αυτούς που έχουν επιλέξει τη συνταξιοδότησή τους από το Ι.Κ.Α., εφόσον είχε διακοπεί η ασφάλισή τους με εφαρμογή του Ν.Δ. 874/1971, θεωρείται ότι δεν εξήλθαν ποτέ από την ασφάλισή του με την καταβολή των εισφορών που έχουν κανονισθεί από το Δημόσιο του εργοδότη και του ασφαλισμένου από τους ίδιους.
Άρθρο 37 παρ. 2 Ν.
Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα και για τους με σύμβαση υπαλλήλους του Δημοσίου, οι οποίοι πριν από την υπαγωγή τους στις διατάξεις του Ν.Δ. 874/1971 ήσαν ασφαλισμένοι σε άλλους, εκτός από το Ι.Κ.Α., Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης. Η προθεσμία για την υποβολή της σχετικής δήλωσης ορίζεται εξάμηνη από τη δημοσίευση του Ν. 955/1979.
Άρθρο 38 Ν.955/79 3. Οι υπάλληλοι του Δημοσίου με σύμβαση που υπηρετούσαν
κατά τη δημοσίευση του Ν.955/1979 και δεν είχαν υπαχθεί μέχρι την 5η Απριλίου 1978 στις διατάξεις του Ν.Δ. 874/1971, μπορούν με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων υπαγωγής στις διατάξεις του Ν.Δ/τος αυτού και πάντως όχι πέρα από ένα δίμηνο από τη συμπλήρωση , να δηλώσουν ότι δεν επιθυμούν τη συνταξιοδότησή τους από το Δημόσιο. Στην περίπτωση αυτή συνεχίζεται η ασφάλισή τους στον ασφαλιστικό φορέα στον οποίο ήσαν ασφαλισμένοι κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης.
Το προσωπικό, που διορίζεται σε μόνιμες θέσεις του Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1476/1984, τα άρθρα 13 και 14 του Ν. 1540/1985, εκτός από το θεραπευτήριο «Ευαγγελισμός Αθηνών» και το άρθρο 38 του Ν. 1545/1985 και αμειβόταν με ημερομίσθιο, καθώς και το προσωπικό που αμειβόταν με μηνιαίο μισθό και είχε επιλέξει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.765/1978, τη συνταξιοδότησή του από το ΙΚΑ ή από άλλο φορέα κύριας ασφάλισης, μπορεί με δήλωσή του που δεν ανακαλείται κατά το διορισμό ή μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού να διατηρήσει το δικαίωμα συνταξιοδότησής του από το ΙΚΑ ή από άλλο φορέα κύριας ασφάλισης, αλλιώς υπάγεται αυτοδίκαια από το διορισμό του στη συνταξιοδοτική προστασία του Δημοσίου. 1803/88
Το μη ιατρικό προσωπικό του πρώην «Θεραπευτηρίου Ευαγγελισμός Αθηνών» που διορίζεται σε μόνιμες θέσεις σύμφωνα με το άρθρο 13 του Ν. 1540/1985, όπως ερμηνεύθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 27 του Ν. 1579/1985, μπορεί με δήλωσή του να διατηρήσει το δικαίωμα συνταξιοδότησής του από το φορέα κύριας ασφάλισης στον οποίο υπαγόταν πριν από το διορισμό του στη μόνιμη θέση, διαφορετικά υπάγεται αυτοδικαίως από το διορισμό του στη συνταξιοδοτική προστασία του Δημοσίου. Η δήλωση υποβάλλεται στη διεύθυνση προσωπικού του Θεραπευτηρίου κατά το διορισμό ή μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και δεν ανακαλείται. Το προσωπικό που δεν διορίζεται σε μόνιμες θέσεις διατηρεί υποχρεωτικά το φορέα κύριας ασφάλισης στον οποίο έχει ασφαλιστεί. Για το προσωπικό αυτό δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Ν.Δ. 874/1971. Το προσωπικό που διορίζεται με οποιαδήποτε σχέση στο Θεραπευτήριο μετά τη δημοσίευση του νέου οργανισμού (ΦΕΚ 123/18.3.1987 τ. Β΄) δεν υπάγεται στην ασφάλιση του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Θεραπευτηρίου Ευαγγελισμός (Τ.Α.Π.Θ.Ε.) αλλά εφαρμόζονται και για το προσωπικό αυτό οι διατάξεις που ισχύουν για τη συνταξιοδότηση των λοιπών υπαλλήλων που υπηρετούν στο Δημόσιο.
Άρθρο 3 παρ. 1 Ν.
1803/88
Το προσωπικό που μετατάσσεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 1586/1986 στο Υπουργείο Οικονομικών, μπορεί με δήλωσή του να διατηρήσει το δικαίωμα συνταξιοδότησής του από τον ασφαλιστικό φορέα της θέσης του δημοσίου τομέα από την οποία προέρχεται, διαφορετικά υπάγεται αυτοδίκαια από τη μετάταξή του στη συνταξιοδοτική προστασία του Δημοσίου. Ο χρόνος υπηρεσίας στο Δημόσιο, στα ίδια ή και άλλα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου και Ο.Τ.Α., που αναγνωρίζεται συντάξιμος σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις των οικείων συνταξιοδοτικών φορέων του παραπάνω προσωπικού που προέρχεται από Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., προσμετράται απεριόριστα στη λοιπή συντάξιμη υπηρεσία του, που παρασχέθηκε μετά τη μετάταξή του στη μόνιμη θέση του Δημοσίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 13 του παρόντος. αναγνωρίζεται συντάξιμος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 1405/1983. Κατεξαίρεση, για τον προσδιορισμό του μισθολογικού κλιμακίου και του χρονοεπιδόματος του προσωπικού αυτού λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρόνος υπηρεσίας, που έχει διανυθεί στο φορέα από τον οποίο γίνεται η μετάταξη.
Άρθρο 13 παρ. 1
Ν.1813/88, όπως αντικατ. με την παρ. 7 του άρθρου 9 του Ν. 1902/1990
Οι με σύμβαση υπάλληλοι του Δημοσίου που υπηρετούσαν κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 1476/1984 και είχαν υπαχθεί στις διατάξεις του Ν.Δ. 874/1971 μπορούν να επιλέξουν τη συνταξιοδότησή τους από το ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης αντί της συνταξιοδότησής τους από το Δημόσιο. Οι με σύμβαση υπάλληλοι του Δημοσίου που μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 1476/1984 δεν είχαν υπαχθεί στις διατάξεις του Ν.Δ. 874/1971 μπορούν, όταν συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στις διατάξεις του νομοθετικού αυτού διατάγματος και πάντως όχι αργότερα από ένα τρίμηνο από τη συμπλήρωσή τους, να ασκήσουν το δικαίωμα επιλογής του προηγούμενου εδαφίου. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων έχουν εφαρμογή και για όσους από τους υπαλλήλους αυτούς έχουν μονιμοποιηθεί με τις διατάξεις του Ν. 1476/1984 ή του Ν. 1540/85 ή άλλου νόμου που παραπέμπει στις διατάξεις τους, με την προϋπόθεση ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η μονιμοποίηση έγινε μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1990. Όσοι επιλέξουν τη συνταξιοδότησή τους από το φορέα στον οποίο προηγουμένως είχαν ασφαλιστεί, εφόσον είχε διακοπεί η ασφάλισή τους σ΄αυτόν, με εφαρμογή των διατάξεων του Ν.Δ. 874/1971, θεωρείται ότι ουδέποτε έπαψαν να είναι ασφαλισμένοι σ΄ αυτόν, αφού καταβληθούν οι προβλεπόμενες εισφορές του εργοδότη από το Δημόσιο και του ασφαλισμένου από τους ίδιους. Όσοι υπηρετούν με σύμβαση ή προσλαμβάνονται μετά την 31η Δεκεμβρίου 1990 στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. και σε άλλα Ν.Π.Δ.Δ. για τα οποία ισχύουν οι δημοσιοϋπαλληλικές συνταξιοδοτικές διατάξεις και ακολούθως διοριστούν σε μόνιμες θέσεις, δεν έχουν δικαίωμα επιλογής συνταξιοδοτικού φορέα, αλλά υπάγονται υποχρεωτικά στο καθεστώς συνταξιοδότησης των μόνιμων υπαλλήλων του κλάδου τους.
Το εκπαιδευτικό , το διοικητικό και το βοηθητικό προσωπικό των σχολών αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων , που εντάσσεται ή διορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41 του Ν. 1404/1983 και 71 του Ν. 1566/1985 σε θέσεις μόνιμου προσωπικού των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.), μπορεί, με δήλωσή του που δεν ανακαλείται και που υποβάλλεται μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την ένταξη ή το διορισμό του, να διατηρήσει τη συνταξιοδότησή του από το ΙΚΑ ή από άλλο φορέα κύριας ασφάλισης, διαφορετικά υπάγεται αυτοδίκαια από το διορισμό του στη συνταξιοδοτική νομοθεσία του Δημοσίου. Το προσωπικό που θα επιλέξει τη συνταξιοδότησή εισφορές που αναλογούν, εφόσον έχουν διακοπεί, θα καταβληθούν του εργοδότη από το Δημόσιο και του ασφαλισμένου από τον ίδιο. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται και για όσους από το παραπάνω διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό μετατάσσονται, σύμφωνα με το άρθρο 71 του Ν. 1566/1985, σε υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Άρθρο 4 παρ. 1 Ν.
2042/92
Τακτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, οι οποίοι μετατάσσονται ή μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34 του Ν. 1876/1990 όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 56 του Ν. 1943/1991, σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε άλλα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), δικαιούνται να επιλέξουν την παραμονή τους στο συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου αντί του συνταξιοδοτικού καθεστώτος του φορέα κύριας ασφάλισης, στο οποίο υπάγεται το τακτικό προσωπικό της υπηρεσίας στην οποία μετατάσσονται ή μεταφέρονται και όλη η υπηρεσία από το χρόνο της μετάταξης ή μεταφοράς τους και εφεξής λογίζεται ότι παρασχέθηκε στο Δημόσιο για κάθε συνέπεια. Το ίδιο ισχύει και για τους επί συμβάσει υπαλλήλους του Δημοσίου, οι οποίοι κατά το χρόνο μετάταξης ή μεταφοράς τους είχαν υπαχθεί στις διατάξεις του Ν.Δ. 874/1971.
Άρθρο 4 παρ. 1 Ν.
2042/92 10.Τακτικοί υπάλληλοι οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, οι οποίοι μετατάσσονται ή μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34 του Ν. 1876/1990, όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 56 του Ν. 1943/1991, στο Δημόσιο, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε άλλα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, δικαιούνται να επιλέξουν την παραμονή τους στο συνταξιοδοτικό καθεστώς του φορέα κύριας ασφάλισης, που υπάγονταν μέχρι τη μετάταξη ή μεταφορά τους, αντί του συνταξιοδοτικού καθεστώτος του φορέα κύριας ασφάλισης, στο οποίο υπάγεται το τακτικό προσωπικό της υπηρεσίας, στην οποία μετατάσσονται ή μεταφέρονται και όλη η υπηρεσία από τη μεταφορά ή μετάταξή τους και εφεξής λογίζεται ότι παρασχέθηκε στην υπηρεσία από την οποία μετατάσσονται ή μεταφέρονται. Οι διατάξεις των δύο πρώτων εδαφίων της παρ. 9 και της παρ. 14 του άρθρου 20 του Ν. 1735/1987 δεν έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση. Εργοδοτικές εισφορές για κύρια σύνταξη, που βάρυναν την προηγούμενη υπηρεσία, βαρύνουν τη νέα τους υπηρεσία από το χρόνο της μετάταξης ή μεταφοράς τους. 11.Το εκπαιδευτικό προσωπικό των Τεχνικών Επαγγελματικών Σχολών Ειδικής Αγωγής (Τ.Ε.Σ.Ε.Α.) του Εθνικού Ιδρύματος Αποκατάστασης Αναπήρων (Ε.Ι.Α.Α. - Ν.Π.Δ.Δ.) που μεταφέρεται και εντάσσεται σε οργανικές θέσεις του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 του Ν. 2072/1992, δικαιούται να επιλέξει την παραμονή του στο ασφαλιστικό καθεστώς του φορέα κύριας, επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης, που υπαγόταν μέχρι τη μεταφορά του, αντί της αυτοδίκαιης υπαγωγής του στο αντίστοιχο συνταξιοδοτικό καθεστώς κύριας, επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης του Δημοσίου. Παρατήρηση: Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν. 2227/94, οι ρυθμίσεις των παραπάνω παρ. 9 και 10 εφαρμόζονται και στο προσωπικό που μετατάσσεται ή μεταφέρεται και με ορισμένες άλλες διατάξεις. Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν. 2227/94 έχουν ως εξής: «Οι διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 2042/1992 (ΦΕΚ 75 Α΄ ) έχουν εφαρμογή και για το προσωπικό που μετατάσσεται ή μεταφέρεται σύμφωνα με τις διατάξεις :
- α) Του άρθρου 13 του Ν. 2009/1992 (ΦΕΚ 18 Α΄).
- β) Του άρθρου 14 και της παρ. 4 του άρθρου 18 του Ν.
2026/1992 (ΦΕΚ 43 Α΄).
- γ) Των άρθρων 10 και 12 του Ν. 2085/1992 (ΦΕΚ 170 Α΄ ) και
- δ) Του άρθρου 13 του Ν. 2116/1993 (ΦΕΚ 18 Α΄)».
΄Αρθρο 29 παρ. 3 στοιχ. β΄ Ν. 2768/99 12.Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. που διορίζεται σε μόνιμες θέσεις με εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου Β΄ του Ν. 2738/1999 και αμειβόταν με ημερομίσθιο ή μηνιαίο μισθό, μπορεί με δήλωσή του, που δεν ανακαλείται κατά το διορισμό ή μέσα σε τρεις (3) μήνες από αυτόν, να διατηρήσει το ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς κύριας, επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης που είχε, αντί του ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού καθεστώτος στο οποίο θα υπαγόταν αυτοδίκαια μετά το διορισμο του στη μόνιμη θέση. ΑΡΘΡΟ 85 Αναγνώριση χρόνου δημόσιας υπηρεσίας σε ασφαλιστικούς οργανισμούς.
Άρθρο 85 Α.Ν.
1854/51, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 4 του άρθρου μόνου Ν.Δ. 3691/57 και το άρθρο 11 Ν.955/79 και όπως ισχύει μετά το άρθρο 4 Ν.
Δημόσιοι υπάλληλοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί, οι οποίοι εξέρχονται για οποιονδήποτε λόγο από την υπηρεσία χωρίς να θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από το δημόσιο, μπορούν να αναγνωρίσουν το χρόνο της δημόσιας υπηρεσίας τους με την ιδιότητα του μονίμου, του εκτάκτου, με σύμβαση ορισμένου ή αόριστου χρόνου ή με ημερομίσθιο ή με ποσοστά ως χρόνο ασφάλισης σε οποιονδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης με καταβολή των προβλεπόμενων εισφορών, εφόσον ήσαν ασφαλισμένοι στο φορέα αυτόν πριν από την είσοδό τους στη δημόσια υπηρεσία ή ασφαλίσθηκαν μετά τη λύση της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης, έστω και αν ο χρόνος της υπηρεσίας τους έχει διανυθεί πριν από την έναρξη λειτουργίας του οικείου φορέα. κατά το μέρος που βαρύνουν τον ασφαλισμένο καταβάλλονται από αυτόν, σύμφωνα με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τους ασφαλιστικούς φορείς που υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας για το Ν.Α.Τ. Αυτό ισχύει και για τους μετακλητούς υπαλλήλους της παρ. 3 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 4202/1961. Για τους ασφαλισμένους σε φορείς ασφάλισης αυτοτελώς απασχολουμένων και ανεξάρτητων επαγγελματιών τα 2/3 της εισφοράς καταβάλλονται από το δημόσιο και το 1/3 από τον ασφαλισμένο. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και για τους μη δημόσιους υπαλλήλους οι οποίοι συνταξιοδοτούνται από το δημόσιο. Επίσης εφαρμόζονται και για τα όργανα της αγροφυλακής που αποχώρησαν από την υπηρεσία μέχρι και την 31 Δεκεμβρίου 1976 χωρίς να λάβουν σύνταξη. Σε περίπτωση που στα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου έχει χορηγηθεί σύνταξη από οργανισμό κύριας ασφάλισης με προσμέτρηση του χρόνου ασφάλισης στον κλάδο συντάξεων του ΤΣΑΟΑ, χωρίς να έχουν καταβληθεί οι αναλογούσες στο χρόνο αυτόν ασφαλιστικές εισφορές, αυτές καταβάλλονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου αυτού. Μέχρι την εξόφληση των εισφορών από τους υποχρέους οι συντάξεις εξακολουθούν να καταβάλλονται. Προϋπηρεσία στο δημόσιο, που έχει αναγνωρισθεί μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 1405/1983 (13.12.1983) ως χρόνος ασφάλισης σε ασφαλιστικό οργανισμό, εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις , σύμφωνα με τις οποίες αναγνωρίσθηκε.
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 86 Δικαιώματα σύνταξης αναπηρίας παλαιών συνταξιούχων στρατιωτικών.
Άρθρο 74 παρ. 1
Οπλίτες του Στρατού Ξηράς, Θάλασσας και Αέρα και της Χωροφυλακής που έπαθαν, πριν από την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/1951 από τραύμα ή νόσημα τα οποία οφείλονταν πρόδηλα και αναμφισβήτητα στη στρατιωτική υπηρεσία, μείωση της ικανότητάς τους για εργασία 25% και παραπάνω, δικαιούνται να υπαχθούν στις διατάξεις του πιο πάνω Α.Ν. με αίτησή τους, που υποβάλλεται με ποινή απαραδέκτου μέσα σ΄ ένα έτος από τη δημοσίευσή του, μόνο εφόσον ο βαθμός της μείωσης της ικανότητος για εργασία έχει μέχρι τότε καθορισθεί με τη διαδικασία που καθοριζόταν από τις διατάξεις που ίσχυαν προηγουμένως και η οποία ενεργήθηκε ύστερα από εμπρόθεσμη αίτηση αυτού που έπαθε.
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ | ||
|---|---|---|
| ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ |
απόφαση. ΑΡΘΡΟ 87 Δικαιώματα σύνταξης οπλιτών Χωροφυλακής. ΄Αρθρο 2 παρ. 4 Ν. 329/76 Δικαιώματα σύνταξης που είχαν γεννηθεί με βάση την παρ. 5 του άρθρου 74 του Α.Ν. 1854/1951, όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ. 6 του άρθρου 13 του Ν.Δ. 3768/1957, η οποία καταργήθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 2 του Ν. 329/1976, και τα οποία υπήρχαν κατά τη δημοσίευση του τελευταίου αυτού νόμου διατηρούνται. ΑΡΘΡΟ 88 Δικαίωμα σύνταξης παλαιών δικαστικών κλητήρων.
Άρθρο 4 Ν. 698/77 ΄Εμμισθοι δικαστικοί κλητήρες και σε περίπτωση θανάτου οι
οικογένειές τους, οι οποίοι είχαν εξέλθει από την υπηρεσία πριν από το Ν. 6094/1934, δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του Κώδικα. Για τον υπολογισμό της σύνταξής τους οι παραπάνω εξομοιώνονται με Επιμελητές Δικαστηρίων Ε΄ Τάξης. ΑΡΘΡΟ 89 Σύνταξη ειδικών περιπτώσεων αξιωματικών. 92/1974
Η σύνταξη αξιωματικών πληρωμάτων Στόλου Ναυτικού, οι οποίοι έχουν επαναφερθεί στην ενέργεια με το Β.Δ. της 14.9.1966, έχουν προαχθεί και στη συνέχεια αποστρατευθεί με εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 4520/1966, υπολογίζεται στο βαθμό που είχαν όταν αποστρατεύθηκαν με βάση το παραπάνω Β.Δ/γμα. Υποθέσεις σύνταξης των παραπάνω, που κρίθηκαν οριστικά, τελεσίδικα ή αμετάκλητα, επανεξετάζονται σε πρώτο βαθμό από το αρμόδιο όργανο που δικαιοδοτεί για τις συντάξεις, με αίτηση των ενδιαφερομένων η οποία υποβάλλεται με ποινή απαραδέκτου μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του Ν.Δ. 92/1974. Τα οικονομικά αποτελέσματα των πράξεων ή αποφάσεων, που εκδίδονται σύμφωνα με αυτή την παράγραφο, επέρχονται από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσής τους.
Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τους :
- α) αξιωματικούς Πληρωμάτων Στόλου Ναυτικού, οι οποίοι έχουν
προαχθεί με τα από 27.5.1968 και 13.6.1968 Β.Δ/γματα και στη συνέχεια αποστρατευθεί με εφαρμογή της περίπτ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 331/1968 και του άρθρου 2 του Ν.Δ. 4520/1966,
Άρθρο 1 Ν. 67/1975 β) αξιωματικούς Ειδικών Υπηρεσιών Λιμενικού Σώματος, οι
οποίοι έχουν προαχθεί με τα από 15.5.1967 και 18.8.1967 Β.Δ/γματα και στη συνέχεια αποστρατευθεί με εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 4520/1966 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου μόνου του Ν. 5464/1932.
Άρθρο 2 Ν.285/76 γ) αξιωματικούς Πληρωμάτων Στόλου, οι οποίοι έχουν ανακληθεί
στην ενέργεια με το από 9.1.1967 Β.Δ., προαχθεί και στη συνέχεια αποστρατευθεί με εφαρμογή του άρθρου 2 του Ν.Δ. 4520/1966, καθώς και για τους άλλους αξιωματικούς του Πολεμικού Ναυτικού από τα Πληρώματα Στόλου που έχουν προαχθεί και αποστρατευθεί με βάση την παραπάνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 4520/1966.
Άρθρο 1 Ν.278/76 3. Αξιωματικοί της Αστυνομίας Πόλεων που εξήλθαν από την
ενεργό υπηρεσία κατά τα έτη 1969 και 1970 γιατί μειώθηκε με το Ν.Δ. 139/1969 το όριο ηλικίας τους, το οποίο ίσχυε μέχρι τότε, ανακαλούνται στην ενέργεια με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μέσα σ΄ ένα δίμηνο από την ισχύ του Ν. 278/1976 με πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, με την προϋπόθεση ότι θα προάγονταν εν ενεργεία αν είχαν υπαχθεί στη ρύθμιση που προβλεπόταν από το άρθρο 60 παρ. 18 του Ν.Δ. 139/1969 και παρέμεναν εκτός οργανικών θέσεων. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα οι αξιωματικοί του προηγούμενου εδαφίου προάγονται κατά ένα βαθμό από τότε που είχαν προαχθεί οι αμέσως νεότεροί τους αξιωματικοί στην Αστυνομία Πόλεων και αποστρατεύονται ύστερα από ένα μήνα από την ημερομηνία προαγωγής τους, χωρίς δικαίωμα για λήψη αναδρομικών αποδοχών ή σύνταξης, ούτε απόληψης συμπληρωματικού εφάπαξ βοηθήματος και αναδρομικής λήψης μερίσματος από τους ασφαλιστικούς φορείς, στους οποίους είναι ασφαλισμένο το προσωπικό της Αστυνομίας Πόλεων. Ο βαθμός στον οποίο προάγονται λαμβάνεται υπόψη στον κανονισμό της σύνταξής τους και ο σύμφωνα με τα παραπάνω χρόνος ανάκλησής τους στην ενεργό υπηρεσία λογίζεται ότι διανύθηκε κατά παράταση του ορίου ηλικίας.
Άρθρο 3 Ν.698/77 1. Η σύνταξη των Γενικών Επιθεωρητών Εκπαίδευσης του Ν.Δ.
3379/1955 που εξήλθαν από την υπηρεσία κανονίζεται με βάση το συντάξιμο μισθό ενέργειας που ισχύει κάθε φορά και που αντιστοιχεί στο μισθολογικό κλιμάκιο 10 του άρθρου 49 του Ν. 309/1976.
Άρθρο 14 Ν.955/79 2. Η σύνταξη των Λυκειαρχών και Γυμνασιαρχών οι οποίοι με τον
Α.Ν. 129/1967, που καταργήθηκε, υποβιβάσθηκαν αντίστοιχα σε Γυμνασιάρχες και βοηθούς Γυμνασιάρχες και συνταξιοδοτήθηκαν με βάση το βαθμό στον οποίο υποβιβάσθηκαν, κανονίζεται με βάση τις αποδοχές ενέργειας των 9ου και 8ου μισθολογικών κλιμακίων του άρθρου 49 του Ν. 309/1976 αντίστοιχα. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν έχει εφαρμογή για όσους από τους παραπάνω κρίθηκαν πάλι για προαγωγή χωρίς να προαχθούν ή κρίθηκαν για προαγωγή χωρίς να περιληφθούν στους πίνακες προακτέων που συντάχθηκαν μεταγενέστερα.
Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου ισχύει και για τους Λυκειάρχες του άρθρου 20 του Ν. 4464/1965 που συνταξιοδοτήθηκαν με βάση το βαθμό αυτό και υποβιβάσθηκαν στη σύνταξη, καθώς και για τους Λυκειάρχες πριν από τον Α.Ν. 129/1967, οι οποίοι υποβιβάσθηκαν σε Γυμνασιάρχες με τον Α.Ν. αυτό και συνταξιοδοτήθηκαν με βάση το βαθμό Επιθεωρητή Μέσης Εκπαίδευσης.
Η σύνταξη των Επιθεωρητών Δημοτικής Εκπαίδευσης με βαθμό 3ο ή 2ο , που εξήλθαν από την υπηρεσία πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 309/1976, κανονίζεται με βάση το συντάξιμο μισθό ενέργειας, που ισχύει κάθε φορά και που αντιστοιχεί στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 του άρθρου 49 του νόμου αυτού, εφόσον κατά την έξοδό τους από την υπηρεσία έφεραν τον 3ο βαθμό της δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας και του αντίστοιχου στο 9ο μισθολογικό κλιμάκιο εφόσον έφεραν το 2ο βαθμό. ΑΡΘΡΟ 91 Ειδική σύνταξη.
Άρθρο 1 παρ. 1
Ν.Δ.173/69 όπως αντικ. με άρθρ. 1 Ν.Δ. 723/70
Στους Αρχιστράτηγους, του Αρχηγούς Γενικών Επιτελείων Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, τους Διοικητές Μεγάλων Μονάδων Στρατού από το Κλιμάκιο Μεραρχίας, που συμπεριλαμβάνεται, και άνω, τους Αρχηγούς Στόλου και τους Αρχηγούς Ανώτερης Διοίκησης Αεροπορίας κατά τους πολέμους 1912-1913, 1917-1922, 1940-1941 και κατά την περίοδο του αγώνα κατά των κομμουνιστοσυμμοριτών των το ποσό, που ισχύει κάθε φορά, των αποδοχών του βαθμού που έφεραν κατά την αποστρατεία τους μαζί με όλα τα σχετικά επιδόματα, εφόσον διοίκησαν επάξια τις δυνάμεις τους για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών μηνών συνεχώς ή με διακοπές και συνέβαλαν αποφασιστικά στη νικηφόρα έκβαση των επιχειρήσεων γενικά. Αρχηγοί Ανώτερης Διοίκησης Αεροπορίας νοούνται για την εφαρμογή αυτού του άρθρου αυτοί που διοίκησαν το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των μονάδων πολεμικών αεροσκαφών. Οι περίοδοι που οι δυνάμεις βρίσκονταν σε εφεδρεία ή σε μη ενεργό μέτωπο δε λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του παραπάνω χρονικού διαστήματος των τριών μηνών. ΄Αρθρο 1 παρ. 2 Ν.Δ. 173/69, όπως αντικ. με άρθρ. μόνο Ν.Δ. 481/70 και 2 Ν.Δ. 723/70
Από την ειδική αυτή σύνταξη εξαιρούνται όσοι από τους παραπάνω καταδικάσθηκαν για έσχατη προδοσία, για παράβαση στρατιωτικού καθήκοντος σε βαθμό κακουργήματος, με εφαρμογή της Στρατιωτικής Ποινικής Νομοθεσίας, και ως δοσίλογοι, εκτός αν για την καταδίκη τους ως δοσιλόγων επακολούθησε παραγραφή των ποινών που καταγνώσθηκαν με τις καταδικαστικές αποφάσεις και καταργήθηκαν και άρθηκαν από την επιβολή τους όλες οι συνέπειες των αποφάσεων και των σ΄ αυτές αδικημάτων. Επίσης εξαιρούνται αυτοί που με οποιονδήποτε τρόπο ανέπτυξαν μεταγενέστερα αντεθνική δράση και ως τέτοια νοείται για την εφαρμογή του άρθρου αυτού ή με οποιονδήποτε τρόπο συνεργασία με οργανώσεις ή πολιτικά κόμματα που είχαν σκοπό την ανατροπή γενικά του κοινωνικού συστήματος που επικρατούσε.
Άρθρο 1 παρ. 3
Ν.Δ. 173/69
Η επάξια διοίκηση και η με τις προϋποθέσεις της παρ. 1 συμμετοχή στις επιχειρήσεις βεβαιώνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής ΄Αμυνας, που εκδίδεται μέσα σ΄ ένα έτος από την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 173/1969, ύστερα από πρόταση του Ανώτατου Συμβουλίου ΄Ενοπλων Δυνάμεων, η οποία στηρίζεται σε αιτιολογημένη έκθεση Επιτροπής από ανώτατους αξιωματικούς.
Άρθρο 2 Ν.Δ.
173/69
Η σύνταξη αυτού του άρθρου απονέμεται ή μεταβιβάζεται και στα πρόσωπα των άρθρων 31 και 32 αυτού του Κώδικα της οικογένειας των παραπάνω Διοικητών που έχουν πεθάνει, χωρίς να εξετάζεται η συνδρομή των προϋποθέσεων απορίας και συντήρησης από αυτόν που πέθανε. Το ποσοστό της σύνταξης της πατρικής οικογένειας ορίζεται στα 5/10 της σύνταξης που θα απονεμόταν σ΄ αυτόν που πέθανε. Για τη χήρα και τα τέκνα έχει εφαρμογή το τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 70 αυτού του Κώδικα, χωρίς να μπορεί η σύνταξη της οικογένειας να υπερβεί τα 80% της σύνταξης που θα απονεμόταν.
Άρθρο 1 εδάφ.
πρώτο Ν. 4106/60
Αξιωματικοί του Στρατού Ξηράς που αποστρατεύονται με αίτησή τους ή αυτεπάγγελτα σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4120/1960 αποκτούν πάντοτε δικαίωμα σε σύνταξη και αν ακόμη δεν έχουν συμπληρώσει το συντάξιμο χρόνο υπηρεσίας που απαιτείται από το άρθρο 26 αυτού του Κώδικα.
Άρθρο 1 εδ. δεύτ.
Ν.Δ. 4106/60, όπως αντικ. με άρθρ. 1 Ν.Δ. 315/1969 σε συνδ. με άρθρ. 4 παρ. 5 Ν. 787/78 Η σύνταξη των παραπάνω κανονίζεται με βάση το χρόνο συντάξιμης υπηρεσίας που αναγνωρίζεται με τις διατάξεις αυτού του Κώδικα, δεν μπορεί όμως να είναι μικρότερος από τη σύνταξη που ανήκει σε Ταγματάρχη, ο οποίος έχει συμπληρώσει 25ετή πραγματική υπηρεσία. Στην 25ετή αυτή πραγματική υπηρεσία προστίθενται τα πολεμικά έτη , έτη εκστρατείας κ.λ. και η σύνταξη που κανονίζεται σύμφωνα με τα παραπάνω προσαυξάνεται με επίδομα χρόνου υπηρεσίας με βάση την υπηρεσία που πραγματικά παρασχέθηκε , το ποσοστό του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερο από αυτό που αντιστοιχεί σε 25ετή πραγματική υπηρεσία. ΄Αρθρο μόνο Ν. 4127/70
Πρωτοδίκες, Αντεισαγγελείς Πρωτοδικών, Πρόεδροι και Εισαγγελείς Πρωτοδικών, Εφέτες και Αντιεισαγγελείς Εφετών, που αποχώρησαν από την ενεργό υπηρεσία με αίτησή τους ή απολύθηκαν από την υπηρεσία με τις διατάξεις των άρθρων 13 του Ν. 4126/1960, δικαιούνται σύνταξη έστω και αν δεν είχαν συμπληρώσει την υπηρεσία που ορίζεται στο άρθρο 1 αυτού του Κώδικα. Η σύνταξη που παρέχεται σ΄αυτούς με τις διατάξεις που ισχύουν προσαυξάνεται γι΄ αυτούς που έχουν συντάξιμη υπηρεσία από 10 ως 29 έτη κατά 12 πεντηκοστά του μηνιαίου συντάξιμου μισθού τους και γι΄ αυτούς που έχουν όμοια υπηρεσία από 30 ως 33 έτη κατά τόσα πεντηκοστά του μηνιαίου συντάξιμου μισθού τους όσα απαιτούνται για τη συμπλήρωση των 45/50 αυτού. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Ν. 4127/1960. Άρθρο μόνο Α.Ν. 244/67
Δικαστικοί και Εισαγγελικοί Λειτουργοί, που αποχώρησαν από την ενεργό υπηρεσία με αίτησή τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Α.Ν. 195/1967, δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο, έστω και αν δεν έχουν συμπληρώσει την υπηρεσία που ορίζεται στο άρθρο 1 αυτού του Κώδικα. Η σύνταξη, που παρέχεται σ΄αυτούς σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν, προσαυξάνεται γι΄ αυτούς που έχουν συντάξιμη υπηρεσία μέχρι και 29 έτη κατά 12 πεντηκοστά του μηνιαίου συντάξιμου μισθού τους και γι΄ αυτούς που έχουν όμοια υπηρεσία από 30 ως 33 έτη κατά τόσα πεντηκοστά του μηνιαίου μισθού τους όσα απαιτούνται για τη συμπλήρωση των 45/50 αυτού. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Α.Ν. 244/1967. ΦΕΚ 210 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4685
Γενικοί Επιθεωρητές Διοίκησης και Νομάρχες που εξήλθαν από την υπηρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4450/1964, δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο εφόσον έχουν δεκαετή υπηρεσία στις θέσεις αυτές, συνεχή ή με διακοπές, ή εικοσαετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, από την οποία πλήρη πενταετή στις παραπάνω θέσεις. Ως υπηρεσία στις παραπάνω θέσεις λογίζεται και κάθε προϋπηρεσία ως Γενικού Γραμματέα Υπουργείου ή Γενικής Διοίκησης, Επιθεωρητή Διοίκησης, Νομάρχη και Επάρχου. Η σύνταξη, που ανήκει στους παραπάνω με τις γενικές διατάξεις για απονομή των πολιτικών συντάξεων, προσαυξάνεται κατά 1/50 του συντάξιμου μισθού τους για κάθε πλήρες έτος υπηρεσίας στις θέσεις του προηγούμενου εδαφίου. Η προσαύξηση σύμφωνα με το εδάφιο αυτό δεν μπορεί να υπερβεί τα 15/50 του συντάξιμου μισθού. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 55 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.
Άρθρο 1 Ν.853/78 5. Οι επιμελητές ή βοηθοί που εξήλθαν από την υπηρεσία
σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 815/1978, εφόσον έχουν πλήρη πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία, δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας τους τα οποία προσαυξάνονται.
- α) Κατά 10 έτη για όσους έχουν υπηρεσία 5-8 ετών.
- β) Κατά 12 έτη για όσους έχουν υπηρεσία 9-13 ετών.
- γ) Κατά 14 έτη για όσους έχουν υπηρεσία 14 ετών και άνω.
Η υπηρεσία που απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης ή τη χορήγηση της παραπάνω προσαύξησης, η οποία λογίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία για κάθε συνέπεια, πρέπει να είναι πραγματική και να διανύθηκε σε θέση επιμελητή ή βοηθού Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, με συνυπολογισμό και της υπηρεσίας που παρασχέθηκε σε θέση παρασκευαστή με πτυχίο Ανώτατης Σχολής. Για τη χορήγηση της παραπάνω προσαύξησης χρονικό διάστημα μικρότερο από δώδεκα μήνες λογίζεται ως πλήρες έτος αν είναι τουλάχιστον ίσο με έξι μήνες.
Άρθρο 8 Ν. 853/78 Στους παραπάνω επιμελητές και βοηθούς, εφόσον αυτοί δεν
δικαιούνται σύνταξη ή δεν επιθυμούν τη λήψη της, καταβάλλεται σε βάρος του Δημοσίου εφάπαξ αποζημίωση, που ορίζεται, σύμφωνα με τα ακόλουθα, με βάση υπηρεσία τους που διανύθηκε πραγματικά σε θέση επιμελητών ή βοηθού Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, με συνυπολογισμό και υπηρεσίας που παρασχέθηκε σε θέση παρασκευαστή με πτυχίο Ανώτατης Σχολής:
- α) Για επιμελητές που έχουν υπηρεσία 1-2 έτη Δρχ. 96.000
» » » » » 3-4 έτη » 132.000 » » » » » 5-6 έτη » 168.000
- β) Για τους βοηθούς που έχουν υπηρεσία 1-2 έτη Δρχ. 80.000
» » » » » » 3-4 » » 110.000 » » » » » » 5-6 » » 140.000 » » » » » » 7-8 » » 180.000 » » » » » » 8 και άνω» » 250.000 Για τον υπολογισμό της παραπάνω αποζημίωσης εφαρμόζεται ανάλογα η διάταξη του τρίτου εδαφίου αυτής της παραγράφου. ΄Οσοι από τους παραπάνω, που δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο, προτιμήσουν, αντί της σύνταξης που τους ανήκει, την καταβολή της αποζημίωσης, υποχρεούνται να το δηλώσουν εγγράφως κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία και σε κάθε περίπτωση πριν από την υποβολή της αίτησης για κανονισμό σύνταξης. Οι τρίμηνες αποδοχές που τυχόν καταβλήθηκαν στο μεταξύ παρακρατούνται από την αποζημίωση. Σε όσους από αυτούς καταβλήθηκε η πιο πάνω αποζημίωση η υπηρεσία τους ως επιμελητών ή βοηθών δεν μπορεί να αναγνωρισθεί ως συντάξιμη από το Δημόσιο, εκτός αν ήθελε επιστραφεί η αποζημίωση που έλαβαν σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 11 αυτού του Κώδικα. Σύνταξη που έχει αναγνωρισθεί ή που πρόκειται να αναγνωρισθεί σε βάρος του Δημοσίου από άλλη υπηρεσία δεν επηρεάζει την καταβολή της αποζημίωσης. ΄Αρθρο 3 Ν.853/78 Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου έχουν εφαρμογή και γι΄ αυτούς που εξήλθαν από την υπηρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 815/1978 καθώς και για τις οικογένειες όσων έχουν πεθάνει. Επίσης έχουν εφαρμογή και για τους επιμελητές ή βοηθούς, οι οποίοι εξήλθαν από την υπηρεσία μέσα στις νέες προθεσμίες που χορηγήθηκαν κατά παράταση των προθεσμιών της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 815/1978 σε εφαρμογή της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 29 αυτού. Στις διατάξεις αυτής της παραγράφου υπάγονται και οι έμμισθοι επιμελητές ή βοηθοί Α.Ε.Ι. που συμπλήρωσαν το νόμιμο όριο ηλικίας εξόδου από την υπηρεσία στην οποία παραμένουν για οποιονδήποτε λόγο. Η υπηρεσία που διανύθηκε μετά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας μέχρι την απομάκρυνσή τους δε λογίζεται ως συντάξιμη.
Άρθρο 3 Ν.1379/83
όπως αντικ. με άρθρ. 14 Ν. 1813/88
Οι καθηγητές που εξήλθαν ή θα εξέλθουν από την υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρο 38 του Ν. 1268/1982 δικαιούνται σύνταξη, εφόσον έχουν οκτώ τουλάχιστον έτη συντάξιμης υπηρεσίας σε Α.Ε.Ι. ως τακτικοί ή μόνιμοι ή έκτακτοι μόνιμοι ή έκτακτοι με τριετή θητεία καθηγητές ή μόνιμοι επίκουροι καθηγητές ή εντεταλμένοι υφηγητές ή επιμελητές ή βοηθοί, από τα οποία πέντε έτη τουλάχιστον σε Α.Ε.Ι. της Χώρας. προστίθενται θεωρούνται πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. Τα προστιθέμενα χρόνια μειώνονται ανάλογα στην περίπτωση που τα χρόνια που απομένουν, από την έξοδο των ανωτέρω από την υπηρεσία μέχρι τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας τους ή τριακονταπενταετούς πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, είναι λιγότερα των χρόνων που προστίθενται. Επίσης, μειώνονται σε περίπτωση επαναδιορισμού τους όπου προβλέπεται από το νόμο στο δημόσιο ή σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε άλλο νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου, κατά το χρόνο που η νέα τους υπηρεσία τους παρέχει αυτοτελώς δικαίωμα σύνταξης ή λαμβάνεται οπωσδήποτε υπόψη για τον κανονισμό νέας σύνταξης ή την αύξηση της αναγνωρισμένης σε βάρος του Δημοσίου. Η σύνταξη υπολογίζεται σύμφωνα με τη διάταξη της περ. δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 15 αυτού του Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 1202/1981, ανεξάρτητα από το χρόνο εξόδου τους από την υπηρεσία. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται ύστερα από σχετική αίτηση και για τις οικογένειες όσων έχουν πεθάνει. Τα οικονομικά αποτελέσματα γι΄ αυτούς που έχουν εξέλθει από την υπηρεσία, καθώς και για τις οικογένειες αυτών που έχουν πεθάνει, αρχίζουν από την πρώτη του μήνα του επόμενου της υποβολής της αίτησης. Άρθρον 1 Ν. 1391/83
Ειρηνοδίκες Δ΄ , Γ΄ , Β΄ και Α΄ τάξης, πρωτοδίκες και αντεισαγγελείς πρωτοδικών , πρόεδροι και εισαγγελείς πρωτοδικών, εφέτες και αντεισαγγελείς εφετών, πρόεδροι και εισαγγελείς εφετών, αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς Αρείου Πάγου που θα αποχωρήσουν από την ενεργό υπηρεσία, ύστερα από αίτησή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 1390/1983 έχουν δικαίωμα σύνταξης και αν δεν έχουν συμπληρώσει την υπηρεσία που ορίζεται στο άρθρο 1 του Κώδικα αυτού. Η σύνταξη, που αναλογεί στα έτη της πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας των παραπάνω δικαστικών λειτουργών, προσαυξάνεται για όσους έχουν τέτοια υπηρεσία από 12 ως 18 έτη κατά επτά τριακοστά πέμπτα (7/35) του μηνιαίου συντάξιμου μισθού τους, για όσους έχουν όμοια υπηρεσία από 19 ως 25 έτη κατά έξι τριακοστά πέμπτα (6/35) και για όσους έχουν όμοια υπηρεσία από 26 ως 32 έτη κατά πέντε τριακοστά πέμπτα (5/35), τα οποία μειώνονται ανάλογα, ώστε συνολικά να μην είναι περισσότερα από τριάντα τρία τριακοστά πέμπτα (33/35). Για τη χορήγηση της προσαύξησης χρόνος υπηρεσίας μικρότερος των δώδεκα (12) μηνών λογίζεται ως πλήρες έτος, αν είναι ίσος τουλάχιστον με έξι (6) μήνες. Σε όσους από τους παραπάνω δικαστικούς λειτουργούς απονεμηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν. 1390/1983, ο αμέσως επόμενος βαθμός, ο μισθός του βαθμού αυτού λαμβάνεται υπόψη ως συντάξιμος μισθός. Η ισχύς αυτής της παραγράφου αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Ν. 1390/1983.
Οι μόνιμοι υπάλληλοι του Οργανισμού Διοίκησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (Ο.Δ.Ε.Π.) μπορούν , με αίτησή τους που υποβάλλεται μέσα σε ένα έτος από την έναρξη ισχύος του Ν. 1811/1988, να ζητήσουν την αποχώρησή τους από την υπηρεσία. ΄Οσοι αποχωρήσουν δικαιούνται σύνταξη, εφόσον έχουν δεκαπενταετή πλήρη πραγματική υπηρεσία υπαλλήλου στον Ο.Δ.Ε.Π., στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. Στην πραγματική συντάξιμη υπηρεσία των υπαλλήλων αυτών προστίθενται τόσα έτη πλασματικής υπηρεσίας όσα απαιτούνται για τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους ή τριακονταπενταετούς πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και πάντως όχι περισσότερα από δέκα έτη. Σε περίπτωση διορισμού τους στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. δεν υπολογίζεται η παραπάνω πλασματική υπηρεσία, εφόσον η νέα υπηρεσία τους παρέχει αυτοτελώς δικαίωμα σύνταξης ή αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον κανονισμό νέας σύνταξης ή για την αύξηση της αναγνωρισμένης σε βάρος του Δημοσίου. ΑΡΘΡΟ 93 Ειδικές περιπτώσεις απολυθέντων υπαλλήλων.
Άρθρο 2 Ν.Δ.
Γενικοί Επιθεωρητές Διοίκησης, που διορίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν.Δ. 3436/1955 και 3770/1957, Γενικοί Γραμματείς, που διορίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.3769/1957 και 4 του Ν.Δ. 3860/1958, και Νομάρχες, που διορίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 893/1949, 2679/1953, Ν.Δ. 3200/1955 και Ν.Δ. 3436/1955, οι οποίοι εξήλθαν από την υπηρεσία μέχρι την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 4432/1964 (12.11.1964) δικαιούνται σύνταξη με τις προϋποθέσεις του πρώτου και δεύτερου εδαφίου της παρ. 4 του προηγούμενου άρθρου, αυτοί δε που απολύθηκαν μετά και μέχρι την 31.12.1964, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στην παρ. 4 του προηγούμενου άρθρου, αποκτούν δικαίωμα σύνταξης με τις γενικές διατάξεις για τις πολιτικές συντάξεις, καθώς και μετά τη συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας συνεχούς ή με διακοπές σε θέση Γενικού Επιθεωρητή Διοίκησης, Γενικού Γραμματέα, Επιθεωρητή Διοίκησης, Νομάρχη και Επάρχου. Για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης από τους υπαλλήλους που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις πολιτικές συντάξεις, απαιτείται τριετής τουλάχιστον συνεχής υπηρεσία σε κάποια από τις θέσεις του εδαφίου αυτού. Τέτοια τριετής υπηρεσία απαιτείται ακόμη και για την προσμέτρηση κάθε άλλης συντάξιμης υπηρεσίας που λογίζεται ως συντάξιμη με τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 αυτού του Κώδικα. Οι διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παρ. 4 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται και για τις συντάξεις αυτής της παραγράφου.
Νομάρχες που εξήλθαν από την υπηρεσία μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1964 γιατί συμπλήρωσαν το όριο ηλικίας, δικαιούνται σύνταξη σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του προηγούμενου άρθρου, εφόσον συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις που ορίζονται σ΄ αυτήν την παράγραφο. Νομάρχες που εξαναγκάσθηκαν σε παραίτηση γιατί αναιτιολόγητα και παράνομα τέθηκαν στη διάθεση του Υπουργείου λογίζονται ότι ήσαν στην υπηρεσία για όλες τις περιπτώσεις, εκτός από τη λήψη αποδοχών, κατά το χρόνο από την παραίτηση μέχρι τον επαναδιορισμό τους, εφόσον η πράξη αυτή της Διοίκησης ακυρώθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ο δε επαναδιορισμός τους έγινε ύστερα από νέα επιλογή τους από το αρμόδιο Συμβούλιο Κρίσεως Νομαρχών κατά τις κείμενες διατάξεις.
Άρθρο 10 παρ. 3
Ν.4448/64
Στρατιωτικοί πολεμικών καταστάσεων από το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη και πάνω, εφόσον διετέλεσαν πέρα από μία πενταετία Νομάρχες, δικαιούνται σύνταξη Νομάρχη με τις προϋποθέσεις της παρ. 4 του προηγούμενου άρθρου και 1 του παρόντος και ο χρόνος της στρατιωτικής τους υπηρεσίας λογίζεται συντάξιμος με τις διακρίσεις του άρθρου 13 αυτού του Κώδικα.
Άρθρο 1 παρ. 1-3
Ν.Δ. 286/74
Στη συντάξιμη υπηρεσία των τακτικών μελών του Α.Σ.Δ.Υ., που απολύθηκαν με το Ν.Δ. 285/1974, προστίθενται για τη συνταξιοδότησή τους από το Δημόσιο τρία έτη συντάξιμης υπηρεσίας, τα οποία λογίζονται για κάθε περίπτωση ως πραγματική δημόσια υπηρεσία. Τα πάρεδρα μέλη του Α.Σ.Δ.Υ. και ο με 1ο βαθμό Γενικός Διευθυντής του Α.Σ.Δ.Υ. που δεν υπέβαλαν τη δήλωση του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν.Δ. 285/1974, δικαιούνται σύνταξη, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο εδάφιο. Η σύνταξη που κανονίζεται σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια δεν μπορεί να υπερβεί σε κάθε περίπτωση το ποσό που θα έπαιρνε ο συνταξιοδοτούμενος όταν θ΄ αποχωρούσε από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας.
Άρθρο 2 Ν.Δ.
286/74 Για τον καθορισμό του συντάξιμου μισθού σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις αυτών που συνταξιοδοτούνται κατά τα προηγούμενα εδάφια, λαμβάνεται υπόψη ο μηνιαίος μισθός του Προέδρου, Αντιπροέδρου, Συμβούλων και Παρέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος προβλέπεται κάθε φορά. ΄Αρθρο 8 παρ. 4 Ν. 193/75
Η σύνταξη όσων έχουν προαχθεί ή διορισθεί σε θέση Πάρεδρου μέλους του Α.Σ.Δ.Υ. με εφαρμογή της παρ. 1 του Ν.Δ. 350/1969, του Ν.Δ. 180/1973 και της παρ. 3 του άρθρου 41 του Β.Δ. 617/1967, οι οποίοι επανήλθαν σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 193/1975 στους βαθμούς και θέσεις που κατείχαν κατά τη δημοσίευση του Β.Δ. 617/1967, εφόσον αυτοί είχαν εξέλθει από την υπηρεσία μέχρι την έναρξη της ισχύος του Ν. 193/1975, καθορίζεται με νέα πράξη της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με βάση τις αποδοχές του βαθμού στον οποίον επανήλθαν ή που έχουν προαχθεί με εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του Ν. 193/1975. 1271/82
Στην πραγματική συντάξιμη υπηρεσία των υπαλλήλων που απολύθηκαν από την υπηρεσία γιατί καταργήθηκε η θέση σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 1232/1982, προστίθενται τρία χρόνια και για όσους από αυτούς έχουν νόμιμα απαλλαγεί από τη στράτευση για λόγους υγείας πέντε, τα οποία θεωρούνται επίσης ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. Τα χρόνια του προηγούμενου εδαφίου μειώνονται ανάλογα στην περίπτωση που το χρονικό διάστημα από την απόλυση των παραπάνω μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους ή τριακονταπενταετούς πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας είναι μικρότερο από το χρόνο που προστίθεται. Επίσης μειώνονται στην περίπτωση επαναδιορισμού τους στο Δημόσιο, σε Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή άλλο νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου κατά το χρόνο που η νέα υπηρεσία τους παρέχει καταρχή δικαίωμα σύνταξης ή λαμβάνεται με οποιονδήποτε τρόπο υπόψη για τον κανονισμό ή την αύξηση της σύνταξής τους. Η σύνταξη των παραπάνω υπολογίζεται σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτ. δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 15 αυτού του Κώδικα. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 25 Φεβρουαρίου 1982.
Άρθρο 7 παρ. 1 Ν.
1379/83
Το χρονικό διάστημα από την απόλυση μέχρι τον επαναδιορισμό των υπαλλήλων, που απολύθηκαν και επαναδιορίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 1232/1983, θεωρείται χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, εφόσον κατά το διάστημα αυτό οι υπάλληλοι αυτοί προσέφεραν πραγματική υπηρεσία. 1857/89
Στην πραγματική συντάξιμη υπηρεσία των υπαλλήλων που απολύθηκαν από την υπηρεσία λόγω κατάργησης θέσης σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν. 1816/1988 προστίθενται πέντε (5) έτη, τα οποία θεωρούνται, επίσης, ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. εδάφιο, μειώνεται ανάλογα αν το χρονικό διάστημα από την απόλυση του υπαλλήλου ως τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του ή τριακονταπενταετούς πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας είναι μικρότερο της πενταετίας. Σε περίπτωση επαναδιορισμού του υπαλλήλου στο Δημόσιο, σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε άλλο νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου, η πενταετία που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η νέα υπηρεσία του παρέχει καταρχή δικαίωμα σύνταξης ή λαμβάνεται με οποιονδήποτε τρόπο υπόψη για τον κανονισμό ή την αύξηση της σύνταξης.
Άρθρο 3 παρ. 15
Στην πραγματική συντάξιμη υπηρεσία των υπαλλήλων που αποχωρούν από την υπηρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 38 του Ν. 2190/1994, προστίθενται τρία (3) έτη, τα οποία θεωρούνται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. αποχώρηση του υπαλλήλου ως τη συμπλήρωση τριακονταπενταετούς πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας είναι μικρότερο της τριετίας. Παρατήρηση 1η : Οι παραπάνω διατάξεις της παρ. 9 του Κώδικα συμπληρώνονται με τις διατάξεις της παρ. 15 του άρθρου 3 του Ν. 2320/95 οι οποίες και παρατίθενται χάρη της ενότητας. « Οι διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 1271/1982 (ΦΕΚ 97 Α΄ ) εφαρμόζονται αναλόγως και για τους υπαλλήλους των προηγούμενων εδαφίων. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα και για τους γενικούς διευθυντές του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ., που αποχωρούν ή αποχώρησαν από την υπηρεσία, με τις αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου διατάξεις, καθώς και για όσους από αυτούς αποχώρησαν από την υπηρεσία μετά την 1η Ιανουαρίου 1994».
Άρθρο 20 παρ. 15
Ν. 2084/95
Νομάρχες και αναπληρωτές νομάρχες που υπηρετούσαν κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 1235/1982 και των οποίων η θητεία θεωρήθηκε ότι έληξε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του ίδιου νόμου και απολύθηκαν από την υπηρεσία, θεωρούνται ότι δεν απομακρύνθηκαν από την υπηρεσία για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας τους. Το χρονικό διάστημα από την απόλυσή τους μέχρι τη λήξη της κανονικής τους θητείας θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας νομάρχη ή αναπληρωτή νομάρχη αντίστοιχα και υπολογίζεται τόσο για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης, όσο και για την αναπροσαρμογή της τυχόν καταβαλλόμενης, καθώς και για την κατά την παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν.Δ. 4432/1964 προβλεπόμενη προσαύξηση. Στους νομάρχες και αναπληρωτές νομάρχες της παραγράφου αυτής, οι οποίοι με την αναγνώριση και του υπολοίπου της θητείας τους δεν συμπληρώνουν δεκαετή πραγματική υπηρεσία νομάρχη ή αναπληρωτή νομάρχη, συμπληρώνουν όμως οκταετία στις θέσεις αυτές, προστίθεται και πλασματικός χρόνος τόσος, όσος απαιτείται για τη συμπλήρωση της δεκαετίας ο οποίος θεωρείται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας σε θέση νομάρχη ή αναπληρωτή νομάρχη. Η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 99/1975 εφαρμόζεται και για τους νομάρχες και αναπληρωτές νομάρχες της παραγράφου αυτής. Οι υπαγόμενοι στις διατάξεις της παραγράφου αυτής δε δικαιούνται αναδρομικά διαφορές αποδοχών ή σύνταξης. Τα οικονομικά αποτελέσματα από τον κανονισμό ή την αύξηση της σύνταξης αρχίζουν από την πρώτη του μήνα κατά τον οποίο εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση. Παρατήρηση 2η : Η παραπάνω παρ. 10 έχει περιληφθεί λόγω της συνάφειάς της με το άρθρο αυτό.
Άρθρο 1 Ν. 1769/51 1. Ο χρόνος υπηρεσίας των λειτουργών Στοιχειώδους και Μέσης
Εκπαίδευσης ή των Παιδαγωγικών Ακαδημιών της Δωδεκανήσου που διανύθηκε πέρα από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, το οποίο προβλέπεται από τις οργανικές ή συνταξιοδοτικές διατάξεις που ισχύουν, και μέχρι το τέλος του σχολικού έτους 1950-1951, λογίζεται συντάξιμος είτε αυτοί απομακρύνθηκαν από την υπηρεσία πριν από την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου είτε διατηρήθηκαν στην υπηρεσία και μετά την ενσωμάτωση.
Άρθρο 2 Ν.
1769/51, όπως τροπ. και συμπλ. με άρθρ. 3 Παρ. 1-2 Ν.Δ. 3055/54
Ο χρόνος κατά τον οποίον εκπαιδευτικοί λειτουργοί Δωδεκανήσου διατέλεσαν εκτός υπηρεσίας είτε γιατί απολύθηκαν από τις Ιταλικές Αρχές είτε γιατί παρεμποδίσθηκαν να αναλάβουν υπηρεσία με αξίωση των αρχών αυτών είτε γιατί δε λειτούργησαν τα Ελληνικά Σχολεία κατά τα σχολικά έτη 1936-1937 ως 1943-1944 λόγω της απαγόρευσης της λειτουργίας τους από τις παραπάνω αρχές και εφόσον κατά το χρόνο κλεισίματος των Σχολείων διατελούσαν διορισμένοι σ΄αυτά, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. Οι λόγοι της παραμονής εκτός υπηρεσίας βεβαιώνονται με πιστοποιητικό της οικείας Ι. Μητρόπολης, που εκδίδεται είτε με βάση επίσημα στοιχεία που τηρούνται σ΄ αυτή, είτε με βάση ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις αυτών που διατέλεσαν εκπαιδευτικοί έφοροι ή Επιτροπών. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται και για το διοικητικό και υπηρετικό προσωπικό των Σχολείων Δωδεκανήσου.
Άρθρο 3 Ν.1769/51 3. Επίσης λογίζεται ως χρόνος πραγματικής εκπαιδευτικής
υπηρεσίας ο χρόνος των εκπαιδευτικών λειτουργών Στοιχειώδους και Μέσης Εκπαίδευσης στη Δωδεκάνησο, ο οποίος διανύθηκε σε παρεμφερείς με την εκπαίδευση υπηρεσίες, όπως σε Γραφεία Μητροπόλεων, Γυμνάσια, την Εργάνη Αθηνά, Ιδρύματα Κοινωνικής ή Εθνικής Ανύψωσης, Δήμους ή Κοινότητες, στις οποίες κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής και μέχρι την ενσωμάτωση είχαν διορισθεί ή αποσπασθεί στις Ιερές Μητροπόλεις ή άλλες τοπικές αρχές που είχαν ενταχθεί για την εποπτεία της εκπαίδευσης. Οι παραπάνω υπηρεσίες αποδεικνύονται με πιστοποιητικά των οικείων Ι. Μητροπόλεων ή των τοπικών αρχών που είχαν ενταλθεί για την εποπτεία της εκπαίδευσης. ΄Αρθρο 3 παρ. 3 Ν. 3055/54 Στις παρεμφερείς με την εκπαίδευση υπηρεσίας, που αναφέρονται ενδεικτικά παραπάνω, περιλαμβάνεται και έκδοση εφημερίδων εθνικού περιεχομένου. διατάξεις του Ν.Δ. 1256/1949, που διανύθηκε πριν από την ενσωμάτωση ή μετά από αυτή, λογίζεται επίσης ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για την προαγωγή, διαβάθμιση, προσαύξηση μισθού, καθώς και για τα δικαιώματα που απορρέουν από το Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων και το Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων με την καταβολή άτοκα των νόμιμων εισφορών.
Άρθρο 5 Ν.1769/51 5. Οι διατάξεις για τις πολεμικές συντάξεις και βοηθήματα
εφαρμόζονται και για τους ΄Ελληνες το γένος Δωδεκανήσιους, που έπαθαν κατά το διάστημα του πολέμου 1940-1941 και τις οικογένειές τους. Οι από τους παραπάνω εκπαιδευτικοί λειτουργοί εξομοιώνονται με τους τακτικούς δημόσιους υπαλλήλους που έπαθαν στο Κράτος με τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας που ισχύει για τις πολεμικές συντάξεις.
Ο χρόνος κατά τον οποίον εκπαιδευτικοί λειτουργοί της Δωδεκανήσου, που έχουν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια, υπηρέτησαν κατά την περίοδο των σχολικών ετών 1936-1937 μέχρι και του έτους 1943-1944 στα ελληνικά σχολεία Δωδεκανήσου, που λειτουργούσαν τότε με Ιταλική Διοίκηση, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας. Για όσους από τους παραπάνω απολύθηκαν για εθνικούς λόγους στην πιο πάνω περίοδο έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 2 αυτού του άρθρου. ΄Αρθρο 12 παρ. 2
Ο χρόνος κατά τον οποίον έλληνες το γένος εκπαιδευτικοί υπηρέτησαν ως δάσκαλοι γλώσσας και θρησκείας στα ιταλικά σχολεία Δωδεκανήσου, που λειτουργούσαν από το έτος 1926 μέχρι το έτος 1943, στα οποία φοιτούσαν ελληνόπαιδα, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας. ΑΡΘΡΟ 95 Προσαύξηση συντάξιμης υπηρεσίας δικαστών.
Άρθρο 9 παρ. 3 Ν.
Στη συντάξιμη υπηρεσία των δικαστικών λειτουργών που υπηρετούσαν κατά την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος 1975 από το βαθμό του Προέδρου ή Εισαγγελέα Εφετών και ανωτέρων, οι οποίοι απομακρύνθηκαν ή απομακρύνονται λόγω ορίου ηλικίας με εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 88 αυτού, προστίθενται για τη συνταξιοδότησή τους από το Δημόσιο, εφόσον δε συμπληρώνουν 35ετή συντάξιμη υπηρεσία, τόσα έτη όσα απομένουν μέχρι τη συμπλήρωση της υπηρεσίας αυτής και πάντως όχι περισσότερα από τρία, τα οποία λογίζονται για κάθε περίπτωση ως πραγματική δημόσια υπηρεσία. οποίο θα έπαιρνε ο συνταξιοδοτούμενος όταν θ΄ αποχωρούσε από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του 70ου έτους της ηλικίας του. ΑΡΘΡΟ 96 Επιστροφή σύνταξης για αναγνώριση χρόνου υπηρεσίας ως συντάξιμης.
Άρθρο 40 παρ. 1 Ν.
Ο χρόνος υπηρεσίας συνταξιούχων του Δημοσίου από δική τους υπηρεσία ή από δικό τους πάθημα ή από μεταβίβαση σε θέσεις του Ν.Δ. 641/1970, για τον οποίο μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 955/1979 έπαιρναν σύνταξη και αποδοχές μαζί, αναγνωρίζεται ως συντάξιμος εφόσον αυτοί επιστρέψουν τη σύνταξη που εισέπραξαν.
Άρθρο 40 παρ. 2 Ν.
955/79, όπως αντικ. με άρθρ. 18 παρ. 12 Ν. 1489/84
Για την επιστροφή του παραπάνω ποσού με σκοπό την αναγνώριση ως συντάξιμου του χρόνου της προηγούμενης παραγράφου, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να υποβάλει σχετική δήλωση στην αρμόδια διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η οποία και προβαίνει στον καταλογισμό του ποσού. Το ποσό που καταλογίσθηκε με αυτόν τον τρόπο εισπράττεται με μηνιαίες δόσεις που συνίστανται στο 1/100 αυτού και παρακρατείται από το μισθό ή σύνταξη που καταβάλλεται από το Δημόσιο. Το ποσό που παρακρατείται δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το 1/4 και μικρότερο από το 1/10 του μισθού ή σύνταξης που καταβάλλεται. Στην περίπτωση που δεν καταβάλλεται πια μισθός ή σύνταξη από το Δημόσιο, το παραπάνω ποσό που πρέπει να επιστραφεί βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο και εισπράττεται με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημόσιων Εσόδων, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 285/1975 για τις περιπτώσεις που ρυθμίζονται μ΄ αυτές (Σημ. κωδ/κε στην παρ. 8 του άρθρου 11 του Κώδικα αυτού).
Άρθρο 40 παρ. 3 Ν.
Οι διατάξεις αυτού του άρθρου έχουν ανάλογη εφαρμογή και στις συντάξεις που δεν καταβάλλονται από το Δημόσιο, διέπονται όμως από τις ίδιες διατάξεις είτε με παραπομπή σε όσα ισχύουν για τις πολιτικές συντάξεις είτε με ιδιαίτερα νομοθετήματα που περιλαμβάνουν παρόμοιες διατάξεις.
Άρθρο 31 Ν.
1694/87
Ο χρόνος υπηρεσίας από την ισχύ του Ν. 955/79 των συνταξιούχων του Δημοσίου γενικά σε θέσεις που προβλέπονται από το Ν.Δ. 641/1970 και από το άρθρο 6 του Ν. 1379/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του Ν. 1489/1984, για τον οποίο καταβάλλονταν συγχρόνως σύνταξη και αποδοχές, αναγνωρίζεται ως συντάξιμος εφόσον οι ενδιαφερόμενοι επιστρέψουν τη σύνταξη που έλαβαν, όπως ορίζεται παρακάτω. Το ίδιο ισχύει και για το χρόνο υπηρεσίας κατά τον οποίο καταβάλλονταν συγχρόνως μισθός και σύνταξη πριν από την έναρξη ισχύος του Ν.Δ. 641/1970 εφόσον η σύνταξη έχει με οποιονδήποτε τρόπο επιστραφεί, καθώς και στις περιπτώσεις που η σύνταξη δεν μπορεί να καταλογισθεί λόγω παραγραφής της αξίωσης του Δημοσίου, εφόσον όμως ο υπάλληλος ή συνταξιούχος προσφερθεί να επιστρέψει το ποσό της σύνταξης που έλαβε, όπως ορίζεται παρακάτω. Το ποσό της σύνταξης που πρέπει να επιστραφεί υπολογίζεται με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού ή του κλιμακίου συνταξιοδότησής τους, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης επιστροφής, και εισπράττεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του παρόντος.
Άρθρο 13 παρ. 6
Τα οικονομικά αποτελέσματα από την αύξηση της σύνταξης λόγω αναγνώρισης ως συντάξιμου κατά τις διατάξεις της παραγράφου αυτής χρόνου αρχίζουν από την πρώτη του μήνα κατά τον οποίο εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση.
Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τους συνταξιούχους, των οποίων οι συντάξεις δεν καταβάλλονται από το Δημόσιο, διέπονται όμως από τις ίδιες διατάξεις, είτε κατά παραπομπή σ΄ αυτά που ισχύουν για τις πολιτικές συντάξεις είτε με ειδικά νομοθετήματα που περιλαμβάνουν παρόμοιες διατάξεις, καθώς και για τους λοιπούς συνταξιούχους του δημόσιου τομέα γενικά, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 1256/1982, οι οποίοι υπηρετούν ή προσλαμβάνονται σε θέσεις του τομέα αυτού. ΑΡΘΡΟ 97 Επιστροφή βοηθήματος για αναγνώριση σύνταξης.
Άρθρο 3 παρ. 2
Ν.Δ. 208/74
Χρηματικό βοήθημα που καταβλήθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 16 και 44 αυτού του Κώδικα σ΄ αυτούς που δικαιούνται σύνταξη σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 208/1974, αναζητείται με μηνιαίες δόσεις που παρακρατούνται από τη μηνιαία σύνταξη που τους ανήκει και συνίστανται στο ένα δέκατο (1/10) αυτής.
Το ποσό του χρηματικού βοηθήματος, που πρέπει να επιστραφεί σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του βαθμού εξόδου που καθορίζονταν κατά την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 208/1974, οι οποίες πολλαπλασιάζονται με τόσους μήνες όσα τα έτη της πραγματικής υπηρεσίας.
Άρθρο 81 παρ. 1
Η μηνιαία σύνταξη, που καταβάλλεται κατά την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/1951 στους δικαιούχους προσωπικής σύνταξης, ορίζεται ίση με το εκατονταπλάσιο της βασικής τους σύνταξης, χωρίς να μπορεί να είναι μικρότερη από αυτή που τους καταβλήθηκε το μήνα Οκτώβριο 1950.
Άρθρο 81 παρ. 2
Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζεται γι΄ αυτούς που παίρνουν ως προσωπική σύνταξη αποδοχές ενέργειας ή βουλευτική αποζημίωση.
Άρθρο 81 παρ. 3
Η σύνταξη αυτών που αναφέρονται στα άρθρα 18 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 1635/1939 και 7 του Ν. 1872/1944 προσαυξάνεται κατά 50% στο ποσό που καταβλήθηκε σ΄ αυτούς το μήνα Οκτώβριο 1950.
Άρθρο 81 παρ. 4
Τα παραπάνω ποσοστά, καθώς και τα ποσά που αναφέρονται στα άρθρα 34 παρ. 9 και 10 και 54 αναπροσαρμόζονται παραπέρα με τις αυξήσεις που χορηγούνται κάθε φορά στις συντάξεις που δεν καθορίζονται με βάση μισθό ενέργειας. ΑΡΘΡΟ 99 Αξιωματικοί της Ταμειακής Υπηρεσίας Στρατού. ΄Αρθρο 82 Α.Ν. 1854/51. Αξιωματικοί της Ταμειακής Υπηρεσίας Στρατού που παραιτήθηκαν μέσα στο χρονικό διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 1 του από 20 Δεκεμβρίου 1926 ψηφίσματος της Βουλής και οι οποιοι δεν εγγράφθηκαν σε κανένα από τους τρεις πίνακες, που συντάχθηκαν από το εννεαμελές Συμβούλιο σύμφωνα με το παραπάνω ψήφισμα και το Ν.Δ. της 15ης Οκτωβρίου 1927, όπως τροποποιήθηκε και κυρώθηκε με το Ν. 3551/1928, θεωρούνται ότι εγγράφθηκαν στο Β΄ πίνακα ο οποίος συντάχθηκε από το παραπάνω Συμβούλιο και δικαιούνται αυτοί και οι οικογένειές τους τα ευεργετήματα που χορηγήθηκαν με τις παραπάνω διατάξεις στους αξιωματικούς που εγγράφθηκαν στον πιο πάνω Β΄ πίνακα. Η σύνταξη που κανονίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του άρθρου πληρώνεται από την 1η του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης. ΄Αρθρο 83 παρ. 1
Κυρώνονται με το άρθρο 83 του Α.Ν. 1854/1951 οι πίνακες αγωνιστών Κρητικών αγώνων, οι οποίοι καταρτίσθηκαν από την Επιτροπή Κρίσης παλαιών Αγωνιστών Κρητικού Αγώνα, που συστάθηκε με την υπ΄αριθ. 430 της 1ης Ιανουαρίου 1950 απόφαση του Γενικού Διοικητή Κρήτης, και δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μέσα σ΄ένα μήνα από τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου. ΄Αρθρο 83 παρ. 2
Γι΄αυτούς που έχουν εγγραφεί στους πίνακες αυτούς και για τις οικογένειές όσων πέθαναν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 7 του Ν. 1872/1944 και της παρ. 3 του άρθρου 98 αυτού του Κώδικα. ΑΡΘΡΟ 101 Δικαστικές αποφάσεις που βεβαιώνουν αιτία θανάτου. ΄Αρθρο 86 παρ. 1 Δικαστικές αποφάσεις, που έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/51 και βεβαιώνουν αιτία θανάτου διαφορετική από εκείνη που βεβαιώνεται στη ληξιαρχική πράξη, είναι ισχυρές σχετικά με την αιτία θανάτου για το δικαίωμα σε σύνταξη το οποίο στηρίζεται σ΄αυτή. Με βάση τη δικαστική αυτή απόφαση επιτρέπεται η επανάληψη της νόμιμης διαδικασίας των πολεμικών νόμων ανεξάρτητα από τις πράξεις ή αποφάσεις που έχουν εκδοθεί. Τα έγγραφα από την επανάληψη της διαδικασίας εκδικάζονται από τα όργανα που δικαιοδοτούν για τις συντάξεις. ΑΡΘΡΟ 102 Επανεξέταση συνταξιοδοτικών υποθέσεων ΄Αρθρο 42 παρ. 1 Ν. 955/79.
Υποθέσεις συντάξεων που έχουν κριθεί αμετάκλητα επαναφέρονται για νέα εξέταση στο οικείο τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου με αίτηση των ενδιαφερομένων ιδιωτών, εφόσον από νεότερα επίσημα έγγραφα, τα οποία έχουν εκδοθεί από τις αρμόδιες κατά περίπτωση Αρχές και τα οποία έχουν προσαχθεί ή θα προσαχθούν μέσα σ΄ένα εξάμηνο από τη δημοσίευση του Ν. 955/1979, προκύπτουν πραγματικά περιστατικά αντίθετα από εκείνα που έγιναν δεκτά με τις αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου. ΄Αρθρο 42 παρ. 2 Ν. 955/79.
Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός εξαμήνου από την έναρξη της ισχύος του Ν. 955/1979 και τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής απόφασης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΔΙΑΤΗΡΗΘΗΚΑΝ ΣΕ ΙΣΧΥ ΑΡΘΡΟ 103 Διατάξεις που διατηρήθηκαν ΄Αρθρο 70 παρ. 2
Διατηρούνται σε ισχύ και μετά την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/1951 (1.11.1950) σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ. 2 αυτού:
- α) Οι ειδικοί νόμοι με τους οποίους απονεμήθηκαν συντάξεις σε
ορισμένο πρόσωπο ή πρόσωπα.
- β) Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 400 του Ν. 2905/1922
(Οργανισμός Εθν. Καποδ. Παν/μίου) και ο χρόνος εκτός υπηρεσίας θεωρείται ως χρόνος πλασματικής υπηρεσίας.
- γ) Ο Ν. 5681/1932, όπως αυτός τροπ. και συμπλ. μεταγενέστερα,
καθώς και ο Α.Ν. 1341/1949 κατά το μέρος που αυτοί δεν είναι αντίθετοι σε όσα ορίζονται στην παρ. 8 του άρθρου 11 του Κώδικα αυτού. Οι διατάξεις του Α.Ν. 1341/1949 εφαρμόζονται ανάλογα και για τους υπαλλήλους του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, που προέρχονται από τη Γενική Γραμματεία Τουρισμού, εφόσον αυτοί ήθελαν προσληφθεί στον Ε.Ο.Τ. μέσα σ΄ένα χρόνο από την κατάργηςη της Γραμματείας αυτής. ΄Αρθρο 70 παρ. 2 περ. δ΄ Α.Ν. 1854/ 51 σε συνδ. με τα άρθρ. 30 και 31 Ν. 875/79.
- δ) Οι Νόμοι 4506/1930, 5202/1931 και το Ν.Δ. 330/1947, όπως αυτοί
τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα. Από την έναρξη όμως της ισχύος του Ν. 875/1979 ισχύουν οι διατάξεις αυτού. ΄Αρθρο 70 παρ. 2 περ. ε΄ Α.Ν. 1854/51
- ε) Οι νόμοι για πολεμικές συντάξεις.
΄Αρθρο 70 παρ. 2 περ. στ΄ Α.Ν. 1854/ 51, όπως τροπ. και συμπλ. με άρθρ. 2 παρ. 1 Ν. 4448/64.
- στ) Οι διατάξεις με τις οποίες κυρώθηκαν διατάγματα, αποφάσεις ή
διαταγές της Διοίκησης σχετικές με την ανάκληση ή ακύρωση όμοιων διοικητικών πράξεων για απομάκρυνση από τις τάξεις στρατιωτικών και πολιτικών υπαλλήλων, τη θέση τους σε αργία και διαθεσιμότητα, οι διατάξεις που αφορούν την επαναφορά στις τάξεις απομακρυθέντων στρατιωτικών με λογισμό του χρόνου που διανύθηκε από αυτούς εκτός των τάξεων ως χρόνου ενεργού υπηρεσίας, και όλες γενικά οι διατάξεις που ίσχυαν μέχρι την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/51, με τις οποίες αναγνωριζόταν ως συντάξιμος ο χρόνος της εκτός υπηρεσίας παραμονής στρατιωτικών γενικά, δημόσιων υπαλλήλων και υπηρετών οποιουδήποτε κλάδου, και οι οποίες δεν είναι αντίθετες στο άρθρο 49 του Συντάγματος του
| ΤΜΗΜΑ Ε΄ | ||
|---|---|---|
| ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΔΙΑΤΗΡΗΘΗΚΑΝ ΣΕ ΙΣΧΥ ΄Η ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΑΝ | ||
| ΚΕ ΦΑΛΑΙΟ Α΄ | ||
| --- | --- | --- |
| ΔΙΑΤΑΞΕΙΣΠΟΥΔΙΑΤΗΡΗΘΗΚΑΝΣΕΙΣΧΥ |
υπηρεσίας σε κάθε περίπτωση, με εξαίρεση του χρόνου παραμονής εκτός υπηρεσίας αυτών που είχαν συλληφθεί ως όμηροι από τις αρχές κατοχής λόγω της ιδιότητάς τους ως στρατιωτικών από τότε που συνελήφθησαν, και αυτών που απομακρύνθηκαν κατά τη διάρκεια της κατοχής, των οποίων παραπάνω χρόνος θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και προσαυξάνεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 40. Η σχέση της ομηρίας με την ιδιότητα του στρατιωτικού αποδεικνύεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 2 του Α.Ν. 1119/1946. ΄Αρθρο 2 παρ. 2 Ν. 4448/64. Ο χρόνος παραμονής εκτός υπηρεσίας όσων εξήλθαν από την υπηρεσία για πολιτικούς λόγους και αποκαταστάθηκαν μετά, ο οποίος υπολογίζεται ως χρόνος πλασματικής συντάξιμης υπηρεσίας σύμφωνα με την περίπτωση στ΄αυτή και λογίζεται από τότε ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, με τον περιορισμό ότι δεν μπορεί να λογισθεί τέτοιος χρόνος μεγαλύτερος από το μισό της υπηρεσίας που διανύθηκε πραγματικά από τον υπάλληλο ή στρατιωτικό ούτε από τα οκτώ έτη στο σύνολο, οπότε ο χρόνος που υπερβαίνει τα όρια συτά λογίζεται ως χρόνος πλασματικής υπηρεσίας. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δεν έχουν εφαρμογή για το χρόνο παραμονής εκτός υπηρεσίας, που έχει αναγνωρισθεί σαν τέτοιος σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1870/1944 και του Ν.Δ. 595/1948, καθώς και για την αποκατάσταση που ακυρώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του Ν.Δ. 594/1948. ΄Αρθρο 70 παρ. 2 περ. ζ΄ Α.Ν.1854/51.
- ζ) Η διάταξη της περίπτ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 του Β. Δ/τος της
31ης Οκτωβρίου 1935, όπως τροποποιήθηκε αργότερα. ΄Αρθρο 14 παρ. 11 Ν.Δ. 3768/57.
- η) Η παρ. 9 του άρθρου 11 του Α.Ν. 1635/1939.
΄Αρθρο 70 παρ. 3
Επίσης διατηρούνται σε ισχύ και κυρώνονται από τότε που ίσχυσαν, σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ. 3 του Α.Ν. 1854/51, οι διατάξεις: ΄Αρθρο 5 παρ. 5 Ν.Δ. 2704/53.
- α) της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 90/18.1.1945,
- β) των άρθρων 3, 4 και 5 του Ν.Δ. 673/1948 και
- γ) του άρθρου 2 του Α.Ν. 140/1945, με εφαρμογή των διατάξεων της
περίπτ. στ΄ της προηγούμενης παραγράφου και για τους υπαλλήλους που αφορά το άρθρο αυτό. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου δεν έχουν εφαρμογή για τους υπαλλήλους που απομακρύνθηκαν από την υπηρεσία αργότερα με τα Θ΄ και ΜΘ΄ ψηφίσματα του έτους 1948, όπως το πρώτο τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. ΄Αρθρο 3 παρ. 1 Ν. 1405/83. 2α. Οι διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας που προβλέπουν αναγνώριση από το Δημόσιο ως συντάξιμου χρόνου υπηρεσίας δημόσιων υπαλλήλων σε τομείς έξω από το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και τα άλλα Ν.Π.Δ.Δ. χωρίς καταβολή συμπληρωματικής εισφοράς εξακολουθούν να ισχύουν. ΄Αρθρο 3 παρ. 2 Ν. 1405/83. 2β. Οι διατάξεις του Ν. 1405/1983 δε θίγουν τη διάταξη της περίπτ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 12 αυτού του Κώδικα. Διατάξεις που καταργήθηκαν από τον Α.Ν. 1854/51. ΄Αρθρο 70 παρ. 1
Από την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/51 καταργείται κάθε προγενέςτερη από αυτόν γενική ή ειδική διάταξη που αφορά θέματα, τα οποία ρυθμίζονται από αυτόν. Το Β.Δ. της 31ης Οκτωβρίου 1935, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε αργότερα, εξακολουθεί να εφαρμόζεται ως συμπληρωματικό των νόμων για τις πολεμικές συντάξεις, όπως ορίζεται σ΄αυτούς. ΄Αρθρο 71 παρ. 1 περιπτ. α΄-στ΄ Α.Ν. 1854/51.
Επίσης καταργούνται οι παρακάτω διατάξεις και διακόπτονται από την 1η Φεβρουαρίου 1951 οι συντάξεις που απονεμήθηκαν με αυτές:
- α) Ο Ν. 529/1943 και το άρθρο 10 του Ν. 1872/1944.
- β) Το άρθρο 15 του Ν. 812/1943 σχετικά με τις συντάξεις των Γενικών
Γραμματέων Υπουργείων, όπως τελικά τροποποιήθηκε και ερμηνεύθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 1640/1944.
- γ) Το άρθρο 18 και η παρ. 3 του άρθρου 4 του Α.Ν. 1119/1946.
- δ) Οι νόμοι 97/1943, 996/1943, 1053/1943, 772/1943, 1474/1944,
1672/1944, 276/1945, 784/1948 και 839/1948 που αφορούν τη συνταξιοδότηση Διοικητών Μεγάλων Μονάδων, εξακολουθούν όμως να λαμβάνουν σύνταξη με τις διατάξεις των νόμων αυτών οι οικογένειες εκείνων που διοίκησαν Μεγάλες Μονάδες και σκοτώθηκαν στο πεδίο της μάχης.
- ε) Η περιπτ. γ΄ του άρθρου 19 του Α.Ν. 3317/1944 που αφορά τους
έλληνες το γένος σχολιάτρους ελληνικών σχολείων αλλοδαπής.
- στ) Ο Α.Ν. 626/1937 που αφορά την απονομή πλήρους σύνταξης σε
Αστυνομικούς Διευθυντές και ΄Αρθρο 71 παρ. 1 περ. ζ΄ Α.Ν. 1854/ 51, όπως ισχύει μετά τα Ν.Δ. 666/70 και 923/71.
- ζ) Το άρθρο 16 του Ν. 812/1943 και το άρθρο 9 του Ν. 1240/1944 με τα
οποία αναγνωρίσθηκε δικαίωμα σύνταξης στις χήρες θυγατέρες, με την εξαίρεση ότι αυτές διατηρούν το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα εφόσον την 1η Φεβρουαρίου 1951 ήσαν εντελώς άπορες και δεν είχαν τέκνο που είχε τη δυνατότητα να τις συντηρήσει. Με τις ίδιες προϋποθέσεις αποκτούν δικαίωμα σύνταξης και οι χήρες θυγατέρες κατά την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/1951. Η διακοπή της σύνταξης ενεργείται αυτεπάγγελτα με πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία αναγνωρίζεται δικαίωμα σε σύνταξη με άλλες διατάξεις για τα πρόσωπα αυτά, τα οποία σε κάθε περίπτωση μπορούν να αναγνωρίσουν τέτοιο δικαίωμα με αίτησή τους που υποβάλλεται με ποινή απαραδέκτου μέσα σε προθεσμία δύο ετών από την ισχύ του Α.Ν. 1854/51. ΦΕΚ 210 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4701
| ΚΕ ΦΑΛΑΙΟ Β΄ | ||
|---|---|---|
| ΔΙΑΤΑΞΕΙΣΠΟΥΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΑΝ |
Καταργούνται από τότε που ίσχυσαν οι Α.Ν. 1557/1950 και 1655/1951, με τη διατήρηση όμως των δικαιωμάτων σύνταξης που αποκτήθηκαν από όσους αποχώρησαν από την υπηρεσία ή τις τάξεις στο χρονικό διάστημα από 1ης Νοεμβρίου 1950 μέχρι τη δημοσίευση του Α.Ν. 1854/51. Πράξεις ή αποφάσεις που εκδόθηκαν μετά την εφαρμογή των παραπάνω νόμων θεωρούνται ότι εκδόθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 1854/51 εφόσον το περιεχόμενό τους δεν είναι αντίθετο με τις διατάξεις του. ΄Αρθρο 71 παρ. 2
Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να υπολογισθεί σε διπλασιασμό ο χρόνος εκτός υπηρεσίας, που συμπίπτει με την περίοδο πολέμου ή επιστράτευσης, ο οποίος με πλάσμα του νόμου θεωρήθηκε ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. Πράξεις ή αποφάσεις που υπολόγισαν τέτοιο χρόνο σε διπλασιασμό αναθεωρούνται αυτεπάγγελτα από το αρμόδιο τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και μειώνεται η σύνταξη ανάλογα με κανονισμό της με βάση την υπολειπόμενη υπηρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν όταν γεννήθηκε το δικαίωμα. ΄Αρθρο 71 παρ. 5 Α.Ν. 1854/51, (όπως καταργ. με άρθρ. 1 Ν.Δ. 264/69, το οποίο καταργ. με το άρθρ. 10 παρ. 1 περ. ζ΄ Ν.Δ. 99/74).
Η παρ. 1 του άρθρου 8 του Δ/τος της 31ης Οκτωβρίου 1935 εφαρμόζεται για όσους μέχρι τη δημοσίευση του Α.Ν. 1854/51 διατέλεσαν κοινοβουλευτικοί υπουργοί ή υφυπουργοί, καθώς και για τους μετά την απελευθέρωση υπουργούς και υφυπουργούς που εκλέχθηκαν μία τουλάχιστον φορά βουλευτές, των οποίων η σύνταξη κανονίζεται σύμφωνα με όλες τις διατάξεις του Α.Ν. 1854/51 και με βάση το 80% του μηνιαίου μισθού ενέργειας υπουργού, που ισχύει κάθε φορά. Για όσους δε διατέλεσαν κοινοβουλευτικοί υπουργοί για τους οποίους δε θεωρείται ως συντάξιμη η υπηρεσία υπουργού, η σύνταξη διακόπτεται από 1ης Φεβρουαρίου 1951 με αυτεπάγελτη πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο κρίνει αν υπάρχει δικαίωμα σε σύνταξη με άλλες διατάξεις για τα πρόσωπα αυτά, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση μπορούν να ζητήσουν την με άλλες διατάξεις αναγνώριση δικαιώματος σύνταξης μέσα σε προθεσμία δύο ετών από την ισχύ του Α.Ν. 1854/51. ΑΡΘΡΟ 105 Διατάξεις που καταργήθηκαν με μεταγέστερα του Α.Ν. 1854/51 νομοθετήματα. ΄Αρθρο 5 παρ. 3-4 Α.Ν. 1939/51.
Καταργείται από την 1η Νοεμβρίου 1950 η παρ. 9 του άρθρου 75 του Α.Ν. 1854/51. ΄Αρθρο μόνο παρ. 2 και 9 Ν. 2256/52.
Καταργείται από τότε που ίσχυσε η παρ. 4 του άρθρου 54 του Α.Ν. 1854/51. ΄Αρθρο 3 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 3055/54.
Καταργείται από τότε που ίσχυσε το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 1769/51. ΄Αρθρο 9 παρ. 2 Ν.Δ. 3768/57.
Καταργείται από τότε που ίσχυσε το δεύτερο εδάφιο της περίπτ. β΄ της παρ. 1 των άρθρων 5 και 31 του Α.Ν. 1854/51, που εξαρτούσε το δικαίωμα σύνταξης των τέκνων της μητέρας υπαλλήλου από το θάνατο του πατέρα. ΄Αρθρο 14 παρ. 4 εδ. τελευτ. Ν.Δ. 3768/57.
Καταργείται από την έναρξη ισχύος του Ν.Δ. 3768/1957 η παρ. 8 του άρθρου 75 του Α.Ν. 1854/51. Π.Υ.Σ. 764/58 που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 4242/62.
Καταργείται από την 1η Μαϊου 1958 η κράτηση που επιβλήθηκε με το άρθρο 78 του Α.Ν. 1854/51 στις αποδοχές και συντάξεις των πολιτικών και στρατιωτικών υπαλλήλων, λόγω συντάξεων..
Καταργείται από τότε που ίσχυσε το άρθρο 5 του Ν.Δ. 4432/1964 και τα από την κατάργηση του οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από τη δημοσίευση του Α.Ν. 172/1967. 81/1967.
Καταργούνται από την 1η Αυγούστου 1967:
- α) η παρ. 4 της 129/8.10.1959 Π.Υ.Σ. που κυρώθηκε με το άρθρο 36
παρ. 1 του Ν.Δ. 4262/62 και
- β) το άρθρο 3 του Ν. 4610/1967.
΄Αρθρο 5 παρ. 1 Α.Ν. 377/68.
Καταργείται από την 1η Ιανουαρίου 1967 το επίδομα ακριβείας που ενσωματώθηκε στο βασικό μισθό ή στις αυξήσεις του Α.Ν. 377/1968. ΄Αρθρο 1 Ν.Δ. 626/ 70.
Καταργείται από τότε που ίσχυσε η παρ. 9 του άρθρου 36 του Α.Ν. 1854/51, που όριζε ότι η υπηρεσία των ναυτοπαίδων δεν ήταν συντάξιμη παρά μόνο από την προαγωγή τους σε πρωτάκτους. Η σύνταξη ή αύξησή της που αναγνωρίστηκε με το Ν.Δ. 626/1970 γι΄αυτούς που εξήλθαν από το στράτευμα μέχρι την ισχύ του και για τις οικογένειές τους πληρώνεται από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοςης της πράξης ή απόφασης, αφού η αίτηση των ενδιαφερομένων είχε υποβληθεί μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του παραπάνω Ν. Δ/τος. ΄Αρθρο 6 Ν.Δ. 641/70.
Καταργούνται: α) το Ν.Δ. 519/1970 από τότε που ίσχυσε, β) το Ν.Δ. 287/1969 και γ) το άρθρο 58 του Α.Ν. 1854/51 από την ισχύ του Ν.Δ. 641/1970, εφόσον το πιο πάνω άρθρο αντίκειται στις διατάξεις του Ν.Δ. αυτού. ΄Αρθρο 10 παρ. 8 εδ. δεύτ. Ν.Δ. 76/1974.
Καταργείται από την ισχύ του Ν.Δ. 76/1974 το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 3 του Α.Ν. 377/1968 που αφορούσε τη μείωση των συντάξεων ορισμένων υπαλλήλων της Βουλής.
Άρθρο 10 παρ. 1
περ. γ΄, δ΄, στ΄, ζ΄, η΄, ιγ΄ και ιδ΄ Ν.Δ. 99/1974.
Καταργούνται από τη δημοσίευση του Ν.Δ. 99/1974.
- α) οι παρ. 3 και 4 του άρθρου 71 του Α.Ν. 1854/51,
- β) ο Α.Ν. 197/1967 και οι Α.Ν. 270/1967, 557/1968, τα Ν.Δ. 914/1971
και 129/1973, που τον τροποποίησαν και τον συμπλήρωσαν,
- γ) το Ν.Δ. 264/1969 και
- δ) το Ν.Δ. 188/1973.
Δικαιώματα όμως που γεννήθηκαν με βάση τη διάταξη που καταργήθηκε διατηρούνται ανεξάρτητα από το χρόνο αναγνώρισής τους. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν ανάλογη εφαρμογή και σ΄αυτούς που παραιτήθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του Ν.Δ. 99/1974. ΄Αρθρο 2 Ν.Δ. 139/74.
Καταργείται το άρθρο 2 του Ν.Δ. 405/1974 από τότε που ίσχυσε. ΄Αρθρο 6 Ν. 148/75. 15. Καταργείται από τη δημοσίευση του Ν. 148/1975 το άρθρο 6 του Α.Ν. 2885/1941 σχετικά με τα καταδυτικά εξάμηνα σε καιρό πολέμου. ΄Αρθρο 2 παρ. 6 Ν. 329/76.
Καταργείται από την έναρξη της ισχύος του Ν. 329/1976 η παρ. 5 του άρθρου 74 του Α.Ν. 1854/51, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 13 του Ν.Δ. 3768/57. Δικαιώματα όμως που γεννήθηκαν από τη διάταξη αυτή μέχρι τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου διατηρούνται.
Καταργείται από την έναρξη της ισχύος του Ν. 1202/81 ο Ν. 597/1977. ΄Αρθρο 7 παρ. 2 Ν. 1203/81.
Καταργείται από την έναρξη της ισχύος του Ν. 1203/81 η περίπτ. στ΄ της παρ. 1 των άρθρων 22 και 50 του κώδικα αυτού για τα παράβολα κανονιςμού συντάξεων (σχετ. άρθρ. 6 παρ. 5 Ν. 599/68). ΄Αρθρο 3 παρ. 3 Ν. 1405/83.
Καταργούνται από την έναρξη της ισχύος του Ν. 1405/83 το δεύτερο εδάφιο της περ. β΄της παρ. 1 και το τέταρτο εδάφιο της περίπτ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 12, καθώς και το τέταρτο εδάφιο της περίπτ. ιγ΄ της παρ. 2 του άρθρου 37 αυτού του Κώδικα (άρθρα 12 παρ. 1 περ. β΄ εδάφιο δεύτ. Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 7 παρ. 1 Ν.Δ. 3768/57 και 13 παρ. 1 εδάφιο έβδομο Ν.Δ. 3768/57). Επίσης καταργείται κάθε άλλη διάταξη που ορίζει ότι για την αναγνώριση ως συντάξιμης από το δημόσιο της υπηρεσίας με ημερήσια αποζημίωση πρέπει η υπηρεσία αυτή να είναι συνεχής και διαρκείας τουλάχιςτον έξι (6) μηνών. ΄Αρθρο 18 παρ. 4 Ν. 1489/84.
Καταργούνται από την έναρξη της ισχύος του Ν. 1489/1984 οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 22 και 2 και 3 του άρθρου 50 του Α.Ν. 1854/1951 (παρ. 22 και 23 του άρθρου 22 και 7 και 8 του άρθρου 50 του Π.Δ. 1041/1979. ΄Αρθρο 18 παρ. 9 Ν. 1489/84
Καταργείται από την έναρξη της ισχύος του Ν. 1489/1984 το άρθρο 59 του Α.Ν. 1854/1951 (άρθρο 59 του Π.Δ. 1041/1979). ΄Αρθρο 18 παρ. 11 Ν. 1489/84.
Καταργείται από την έναρξη της ισχύος του Ν. 1489/1984 το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 του Α.Ν. 599/1968 (δεύτερο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 66 του Π.Δ. 1041/1979) ΄Αρθρο 18 παρ. 13 Ν. 1489/84.
Καταργείται από την έναρξη της ισχύος του Ν. 1489/1984 κάθε διάταξη που αναφέρεται στον Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (Π.Δ. 1041/1979) και τάσσει προθεσμία για την υποβολή αίτησης για αναγνώριση δικαιώματος σύνταξης ή την αύξηση της σύνταξης γενικά, καθώς και διατάξεις που τάσσουν προθεσμία για τη χορήγηση επιδομάτων που καταβάλλονται με τη σύνταξη. Πράξεις ή αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου που έχουν κρίνει αντίθετα εκτελούνται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του άρθρου και σε περίπτωση που έχουν εκτελεσθεί τα ποσά που καταβλήθηκαν δεν αναζητούνται. ΄Αρθρο 72 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51.
Η αληθής έννοια του Ν. 560/1943, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, είναι ότι η με το νόμο αυτόν αποκατάσταση των αξιωματικών και ανθυπασπιστών, που απομακρύνθηκαν από το στράτευμα, δεν επηρεάζεται από την υπαγωγή τους στις διατάξεις του Ν. 5617/1932. Στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του Διατάγματος αυτού. Αθήνα, 29 Αυγούστου 2007
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΛΟΓΟΣΚΟΥΦΗΣ ΄Αρθρο 72 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51.
Τα οικονομικά αποτελέσματα που ορίζονται στην παρ. 8 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 595/1948 από την αποκατάσταση, που έγινε με το νόμο αυτόν, αρχίζουν από τη δημοσίευση στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως της διοικητικής πράξης της αποκατάστασης αυτής.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)