← Current text · History

Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 216/2025

Current text a fecha 2025-10-12

Συγκρότηση, σύγκληση, λειτουργία και αρμοδιότητες του Εξαρχικού Συμβουλίου και των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1.

Τις διατάξεις των άρθρων 320, 329 παρ. 1 και 3, 330 παρ. 8, 336 παρ. 11 και 337 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 4957/2022 «Νέοι Ορίζοντες στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα: Ενίσχυση της ποιότητας, της λειτουργικότητας και της σύνδεσης των Α.Ε.Ι. με την κοινωνία και λοιπές διατάξεις» (Α΄ 141).

2.

Την 101/26.11.2024 εισήγηση του Πατριαρχικού Εξάρχου Πάτμου.

3.

Την 799/28.11.2024 έγκριση του Οικουμενικού Πατριάρχη και της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

4.

Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα (π.δ. 63/2005, Α΄ 98), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με την περ. 22 του άρθρου 119 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133) και το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από την Φ.1/Γ/250/54060/ Β1/16.05.2025 εισήγηση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.

5.

Το γεγονός ότι οι διατάξεις του παρόντος δεν αφορούν σε διοικητική διαδικασία για την οποία υπάρχει υποχρέωση καταχώρησης στο Εθνικό Μητρώο Διοικητικών Διαδικασιών - «Μίτος».

6.

Την 105/2025 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με πρόταση της Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, αποφασίζουμε:

ΜΕΡΟΣ Α΄

Συγκρότηση, σύγκληση, λειτουργία και αρμοδιότητες του Εξαρχικού Συμβουλίου της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου

Άρθρο 1

Εξαρχικό Συμβούλιο

1.

Στην Πατριαρχική Εξαρχία Πάτμου, η οποία σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 320 του ν. 4957/2022 αποτελείται από την Ιερά Νήσο Πάτμο, τις νήσους Λειψούς, Αρκιούς, Μαράθι, Αγαθονήσι, Φαρμακονήσι και Λέβιθα, καθώς και τις νήσους και νησίδες, συμπεριλαμβανομένων των βραχονησίδων, κατοικημένων ή μη, εντός των ορίων των Δήμων Πάτμου, Λειψών, Αγαθονησίου, λειτουργεί Εξαρχικό Συμβούλιο το οποίο αποτελεί όργανο διοίκησης του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου.

2.

Το Εξαρχικό Συμβούλιο έχει τις αρμοδιότητες που απαριθμούνται στο παρόν προεδρικό διάταγμα, όλες δε οι λοιπές αρμοδιότητες διοίκησης, διαχείρισης και εκπροσώπησης της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου και εποπτείας των Ενοριών, Ιερών Μονών και Ησυχαστηρίων ανήκουν στον Πατριαρχικό Έξαρχο Πάτμου, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 320 και την παρ. 2 του άρθρου 337 του ν. 4957/2022.

Άρθρο 2

Συγκρότηση του Εξαρχικού Συμβουλίου

1.

Το Εξαρχικό Συμβούλιο της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου συγκροτείται από πέντε (5) μέλη, ως ακολούθως:

τον αναπληρωτή του,

έδρας της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου, με τον αναπληρωτή του,

Εξαρχίας Πάτμου, με τον αναπληρωτή του,

των Ενοριών της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου που κατοικεί στον Δήμο Πάτμου, με τον αναπληρωτή του.

2.

Η θητεία των μελών του Εξαρχικού Συμβουλίου είναι τριετής. Τα μέλη διορίζονται με πράξη του Πατριαρχικού Εξάρχου Πάτμου, η οποία δημοσιεύεται στο επίσημο Δελτίο των Επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου της Δωδεκανήσου «Δωδεκάνησος». Η θητεία των μελών του Εξαρχικού Συμβουλίου ανανεώνεται με απόφαση του Πατριαρχικού Εξάρχου Πάτμου.

3.

Ο γραμματέας του Εξαρχικού Συμβουλίου ορίζεται με πράξη του Πατριαρχικού Εξάρχου Πάτμου.

Άρθρο 3

Σύγκληση του Εξαρχικού Συμβουλίου

1.

Το Εξαρχικό Συμβούλιο συνεδριάζει στην έδρα της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου και βρίσκεται σε απαρτία εάν παρίστανται τέσσερα (4) από τα μέλη του.

2.

Το Εξαρχικό Συμβούλιο συγκαλείται από τον πρόεδρό του σε συνεδρίαση τακτικά, μία φορά ανά δύο (2) μήνες και έκτακτα, όταν ο πρόεδρός του το κρίνει αναγκαίο.

3.

α) Ο πρόεδρος συντάσσει την ημερήσια διάταξη και κατατάσσει τα θέματα ανάλογα με την σπουδαιότητά τους. Η συζήτηση των θεμάτων γίνεται κατά τη σειρά κατάταξής τους στην ημερήσια διάταξη. Με πρόταση του προέδρου ή οποιουδήποτε μέλους του Εξαρχικού Συμβουλίου δύναται να συζητηθεί θέμα εκτός ημερήσιας διάταξης, εφόσον είναι παρόντα και συναινούν όλα τα τακτικά μέλη του.

ημερήσιας διάταξης με τη σχετική πρόσκληση επιδίδεται από τον γραμματέα του Εξαρχικού Συμβουλίου στα μέλη του ή αποστέλλεται στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) εκάστου, δύο (2) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίαση του Συμβουλίου. Η νομιμότητα της επίδοσης αποδεικνύεται από τη σχετική έκθεση επίδοσης ή από απόδειξη επίδοσης, την οποία συντάσσει ο γραμματέας. Σε περίπτωση έκτακτης συνεδρίασης, αρκεί η τηλεφωνική πρόσκληση των μελών είκοσι τέσσερις (24) ώρες πριν από την συνεδρίαση, η οποία βεβαιώνεται με σχετική σημείωση του γραμματέα σε ειδικό βιβλίο προσκλήσεων.

Άρθρο 4

Συγκρότηση, Σύνθεση και Λειτουργία του Εξαρχικού Συμβουλίου

1.

Ως προς τη συγκρότηση:

υπό την οποία κάποιος ορίζεται μέλος του Εξαρχικού Συμβουλίου, δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της συγκρότησης του οργάνου.

όχι όμως πέραν του τετραμήνου, αν κάποια από τα μέλη του εκλείψουν ή αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ή απωλέσουν την ιδιότητα βάσει της οποίας ορίστηκαν, εφόσον κατά τις συνεδριάσεις του τα λοιπά μέλη επαρκούν ώστε να υπάρχει απαρτία.

δυνατή για λόγο αναγόμενο στην άσκηση των καθηκόντων του, ο οποίος πρέπει να βεβαιώνεται στη σχετική πράξη του Πατριαρχικού Εξάρχου.

του μετά τη λήξη της προβλεπόμενης θητείας του και μέχρι να οριστεί η συγκρότησή του με νεότερη πράξη. Η θητεία του Εξαρχικού Συμβουλίου μπορεί να ανανεωθεί, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος.

2.

Ως προς τις συνεδριάσεις:

της συνεδρίασης. Αν κατά την πρώτη συνεδρίαση διαπιστωθεί έλλειψη απαρτίας, το Εξαρχικό Συμβούλιο καλείται εκ νέου σε συνεδρίαση, η οποία πραγματοποιείται το νωρίτερο σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες στον ίδιο τόπο και με την ίδια ημερήσια διάταξη.

από τον γραμματέα του Εξαρχικού Συμβουλίου με τηλεφώνημα, μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέσο, εφόσον το γεγονός αυτό αναγράφεται στο πρακτικό της συνεδρίασης.

δεν απαιτείται όταν οι συνεδριάσεις γίνονται σε τακτές ημερομηνίες, που ορίζονται σε απόφασή του.

δηλώσει, πριν από τη συνεδρίαση, κώλυμα συμμετοχής του σε αυτή ή όταν το κώλυμα αυτό είναι γνωστό στον πρόεδρο του Εξαρχικού Συμβουλίου.

μη νόμιμη και το ίδιο ισχύει ακόμη και αν αντ’ αυτού είχε μετάσχει το αντίστοιχο αναπληρωματικό μέλος. Αν υπήρξαν πλημμέλειες ως προς την κλήτευση μέλους, το Εξαρχικό Συμβούλιο συνεδριάζει νόμιμα εάν το συγκεκριμένο μέλος είναι παρόν και δεν αντιλέγει για την πραγματοποίηση της συνεδρίασης.

μετεχόντων μελών σε διαδοχικές συνεδριάσεις.

τετάρτου βαθμού δεν επιτρέπεται να μετέχουν στην ίδια συνεδρίαση, προκειμένου να διασφαλιστεί η αμεροληψία και η αντικειμενικότητα της διαδικασίας.

του συνόλου των τακτικών μελών του το ζητήσουν εγγράφως από τον πρόεδρο, προσδιορίζοντας και το προς συζήτηση θέμα.

μυστικές. Η κατά τη συζήτηση παρουσία άλλων προσώπων, πλην των μελών, του γραμματέα ή των τυχόν ειδικά οριζόμενων από τον πρόεδρο προσώπων, δεν επιτρέπεται. Ο πρόεδρος δύναται για την παροχή πληροφοριών ψηφοφορίας για τη λήψη απόφασης.

συνεδριάσεων, διευθύνει τις εργασίες και μεριμνά για την ορθή εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας και την εύρυθμη λειτουργία του εκκλησιαστικού συλλογικού οργάνου.

με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων (τηλεδιάσκεψη) ως προς όλα ή ορισμένα εκ των μελών του, γεγονός που βεβαιώνεται στο πρακτικό της συνεδρίασης.

3.

Ως προς τις αποφάσεις:

μελών. Αν δεν καθίσταται δυνατός ο σχηματισμός της πλειοψηφίας, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται, ωσότου σχηματιστεί απόλυτη πλειοψηφία με την υποχρεωτική προσχώρηση κάθε φορά εκείνου ή εκείνων που διατυπώνουν την ασθενέστερη γνώμη σε μία από τις επικρατέστερες γνώμες. Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρξει ισοψηφία υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. Το μέλος που απέχει από την ψηφοφορία ή δίδει λευκή ψήφο θεωρείται παρόν.

από μία συνεδριάσεις, η απόφαση λαμβάνεται από τα μέλη που μετέχουν στην τελευταία συνεδρίαση, αφού, προηγουμένως, τα μέλη που δεν μετείχαν στις προηγούμενες συνεδριάσεις ενημερωθούν πλήρως ως προς τα ουσιώδη σημεία των κατ’ αυτές συζητήσεων. Η ενημέρωση προκύπτει από δήλωση των μελών αυτών, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά.

ζητήσει τη διεξαγωγή μυστικής ψηφοφορίας.

Εξαρχικού Συμβουλίου, στο οποίο καταχωρίζονται οι αποφάσεις.

γνωστοποιεί με έγγραφά του ο πρόεδρος ή ο νόμιμος αναπληρωτής του.

4.

Ως προς το πρακτικό των συνεδριάσεων:

τα ονόματα και η ιδιότητα των παριστάμενων μελών, ο τόπος και ο χρόνος της συνεδρίασης, τα θέματα που συζητήθηκαν με συνοπτική αναφορά στο περιεχόμενό τους και οι αποφάσεις που λήφθηκαν.

που μειοψήφησαν, εάν το ζητήσουν, και σε περίπτωση φανερής ψηφοφορίας και τα ονόματά τους.

γραμματέα του Συμβουλίου σε ειδικό θεωρημένο βιβλίο πρακτικών σε έντυπη μορφή και υπογράφονται από τον πρόεδρο και τα μέλη του. Η άρνηση μέλους να συνυπογράψει το πρακτικό βεβαιώνεται στο τέλος του από τον γραμματέα και υπογράφεται από τα λοιπά παριστάμενα μέλη. Η άρνηση συνυπογραφής πρακτικού αποτελεί λόγο διακοπής της θητείας του μέλους.

αρκεί για τη νόμιμη υπόσταση κάθε πράξης του Εξαρχικού Συμβουλίου.

5.

Ως προς την αμεροληψία των μελών του Εξαρχικού Συμβουλίου:

διαδικασία που συνιστά συμμετοχή σε λήψη απόφασης ή διατύπωση γνώμης ή εισήγησης, εφόσον:

συνδέεται με την έκβαση της υπόθεσης ή

έως και τέταρτου βαθμού, με κάποιον από τους ενδιαφερομένους ή

να τον δηλώσει αμέσως στον πρόεδρο και να εξαιρεθεί από οποιαδήποτε ενέργεια. Στην περίπτωση αυτή το Εξαρχικό Συμβούλιο αποφαίνεται το ταχύτερο δυνατό χωρίς τη συμμετοχή του αιτούντος την εξαίρεση.

όλα τα στάδια της διαδικασίας. Η αίτηση υποβάλλεται στον πρόεδρο. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της περ. β της παρούσας παραγράφου.

εφαρμόζονται σε περίπτωση εξαίρεσης τόσων μελών, ώστε τα απομένοντα να μην σχηματίζουν την κατά την παρ. 1 του άρθρου 3 του παρόντος απαρτία. Σε περίπτωση εξαίρεσης μετέχει ο αναπληρωτής του εξαιρεθέντος μέλους και σε περίπτωση έλλειψης ή κωλύματος του αναπληρωτή το Εξαρχικό Συμβούλιο δύναται να συνεδριάσει με ελλιπή σύνθεση, εφόσον έχει απαρτία.

Άρθρο 5

Αρμοδιότητες του Εξαρχικού Συμβουλίου

1.

Ιεροί Ναοί:

(ιδρυματικών, ιδιωτικών, προσκυνηματικών, κοιμητηριακών), μετά από σχετική εισήγηση του Πατριαρχικού Εξάρχου.

Ιερών Ναών.

άλλων χώρων, με σκοπό την ανέγερση ή την επέκταση Ιερών Ναών ή για τη δημιουργία αύλειου χώρου σε αυτούς.

2.

Ιερές Μονές:

κατάργηση των Ιερών Μονών.

Επιτροπών των Ιερών Μονών στις οποίες δεν είναι εφικτή και των Ιερών Μονών στις οποίες δεν είναι εφικτή η συγκρότηση Ηγουμενοσυμβουλίου.

3.

Εκκλησιαστικά Συμβούλια, Ηγουμενοσυμβούλια των Ιερών Μονών και Εφορείες ή Μοναστηριακές Επιτροπές των Ιερών Μονών, στις οποίες δεν είναι εφικτή η συγκρότηση Ηγουμενοσυμβουλίου:

των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων και Ηγουμενοσυμβουλίων ή Εφορειών ή Μοναστηριακών Επιτροπών.

Ηγουμενοσυμβουλίων ή των Εφορειών ή των Μοναστηριακών Επιτροπών και των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων, κατόπιν έγγραφης πρότασης των προέδρων τους, για μία τριετία, η οποία αρχίζει την πρώτη (1η) Ιανουαρίου.

Ηγουμενοσυμβουλίων, των Εφορειών και Μοναστηριακών Επιτροπών, που υπέβαλαν παραίτηση.

και παραγγελίες του Πατριαρχικού Εξάρχου σχετικά με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτά ορίζονται από τους Θείους και Ιερούς Κανόνες, από τις εγκύκλιους της Πατριαρχικής Εξαρχίας και από τους ισχύοντες νόμους της Πολιτείας,

και απολογισμό της Ενορίας ή της διοικούμενης από Ηγουμενοσυμβούλιο, Εφορεία ή Μοναστηριακή Επιτροπή Ιεράς Μονής,

συμφερόντων της Ενορίας ή της διοικούμενης από Ηγουμενοσυμβούλιο, Εφορεία ή Μοναστηριακή Επιτροπή Ιεράς Μονής.

οι οποίοι συνοδεύονται από έκθεση του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, της Εφορείας, της Μοναστηριακής Επιτροπής ή του Ηγουμένου, αντίστοιχα, και υποβάλλονται σύμφωνα με τα υποδείγματα που καταρτίζει και τροποποιεί η Πατριαρχική Εξαρχία Πάτμου. Τον απολογισμό εγκρίνει το Εξαρχικό Συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη σχετική εισήγηση του αναπληρωτή Πατριαρχικού Εξάρχου της Πατριαρχικής Εξαρχίας, στην οποία υπάγεται η Ενορία για την τήρηση των υπό του νόμου προβλεπομένων σχετικά με τις πραγματοποιθείσες δαπάνες και την απόδοση των αναλογούντων τελών.

της περιουσίας τους με διαγωνισμό, ιδίως αποφάσεις εκμίσθωσης και αγοραπωλησίας, ή κατ΄ εξαίρεση με απευθείας ανάθεση, λαμβανομένης υπόψη της προφανούς ωφέλειας ή αφεύκτου ανάγκης της Ενορίας ή Ιεράς Μονής.

Συμβουλίων, Ηγουμενοσυμβουλίων, Εφορειών ή Μοναστηριακών Επιτροπών για την αποδοχή ή αποποίηση δωρεάς ή κληρονομίας κινητών ή ακινήτων προς την Ενορία ή την Ιερά Μονή.

των Ενοριών, Ηγουμενοσυμβουλίων, Εφορειών ή Μοναστηριακών Επιτροπών των Ιερών Μονών προς Ν.Π.Δ.Δ. και Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που επιτελούνται για κοινωφελείς σκοπούς.

Ηγουμενοσυμβουλίων, Εφορειών ή Μοναστηριακών Επιτροπών, οι οποίες κρίνονται επιζήμιες για τα συμφέροντα των Ενοριών ή των Ιερών Μονών.

Συμβουλίων, Ηγουμενοσυμβουλίων, Εφορειών ή Μοναστηριακών Επιτροπών για συνομολόγηση δανείου της Ενορίας ή της Ιεράς Μονής και επένδυση των τυχόν διαθέσιμων κεφαλαίων της, λαμβανομένης υπόψη της προφανούς ωφέλειας ή άφευκτου ανάγκης της Ενορίας ή της Ιεράς Μονής.

Ηγουμενοσυμβουλίων, Εφορειών ή Μοναστηριακών Επιτροπών για διενέργεια εράνου υπέρ του Ιερού Ναού ή της Ιεράς Μονής και αποφασίζει τη σύσταση προς τούτο ερανικών επιτροπών. Οι λαχειοφόρες αγορές υπέρ του Ιερού Ναού διέπονται από τις διατάξεις του ν. 5101/1931 (Α΄ 238), όπως εκάστοτε ισχύει.

συστήνουν οι Ενορίες ή οι Ιερές Μονές και εγκρίνει τον προϋπολογισμό και τον απολογισμό τους.

Εκκλησιαστικών Συμβουλίων, Ηγουμενοσυμβουλίων, Εφορειών ή Μοναστηριακών Επιτροπών για καταθέσεις και αναλήψεις χρημάτων της Ενορίας ή της Ιεράς Μονής ή χρεογράφων σε επείγουσες περιπτώσεις.

οι οποίες υποβάλλονται από τα Εκκλησιαστικά Συμβούλια.

άρθρου 19 του παρόντος.

4.

Ενορίες:

κατάργηση των Ενοριών.

υφιστάμενων Ενοριών.

στην πλησιέστερη Ενορία.

της παρ. 2 του άρθρου 16 του παρόντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. της αρμόδιας υπηρεσίας της Πατριαρχικής Εξαρχίας τον οποίο αποστέλλει για έγκριση στο Οικουμενικό Πατριαρχείο .

Εξαρχίας Πάτμου.

της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου.

των Ν.Π.Ι.Δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου, προς κάλυψη συγκεκριμένων και αιτιολογημένων υποχρεώσεών τους.

και κοινωφελείς σκοπούς.

περιουσίας της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου με διαγωνισμό, ιδίως για την εκμίσθωση και αγοραπωλησία, ή κατ΄ εξαίρεση με απευθείας ανάθεση, λαμβανομένης υπόψη της προφανούς ωφέλειας ή άφευκτου ανάγκης.

εφημερίους, διακόνους και εκκλησιαστικούς υπαλλήλους της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου, που δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι και δεν μισθοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Ειδικά για τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους, που έχουν την ιδιότητα του δημόσιου υπαλλήλου, μισθοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό και καλύπτονται από τις εγγυήσεις της παρ. 4 του άρθρου 103 του Συντάγματος, το Εξαρχικό Συμβούλιο ορίζει με απόφασή του το υπηρεσιακό συμβούλιο, αποτελούμενο κατά τα δύο τρίτα (2/3) από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 1 του άρθρου 338 του ν. 4957/2022.

διακόνου της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου σε Ορθόδοξους Ιερούς Ναούς της κανονικής δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των άλλων Ορθόδοξων Εκκλησιών, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Πατριαρχικού Εξάρχου. Η απόφαση που εκδίδεται υπόκειται σε έγκριση από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται για αποσπάσεις στις Σταυροπηγιακές και Πατριαρχικές Μονές Πάτμου, Βλατάδων και Αγίας Αναστασίας Χαλκιδικής και του Όρους Σινά.

Ενοριών και των Ιερών Μονών της, μετά από απόφαση του Πατριαρχικού Εξάρχου. Τα ως άνω Ν.Π.Ι.Δ. ή εταιρείες ελέγχονται και εποπτεύονται από το Εξαρχικό Συμβούλιο.

Ν.Π.Ι.Δ. της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου.

κάθε άλλη αρχή τα απαιτούμενα έγγραφα, καθώς και τα αποσπάσματα πρακτικών, που αφορούν στη νόμιμη σύνθεση του Εξαρχικού Συμβουλίου, των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων και των Ηγουμενοσυμβουλίων ή των Εφορειών ή των Μοναστηριακών Επιτροπών.

του προέδρου του, να απευθύνει έγγραφες παραγγελίες και υποδείξεις προς τα Εκκλησιαστικά Συμβούλια, Ηγουμενοσυμβούλια, Εφορείες ή Μοναστηριακές Επιτροπές για την τήρηση της τάξης, της νομιμότητας και της διαφάνειας.

νόμιμο εκπρόσωπό του.

που μισθοδοτείται από αυτή, μετά από εισήγηση του Πατριαρχικού Εξάρχου.

Εξαρχίας Πάτμου, των Ενοριών και Ιερών Μονών της. Το Εξαρχικό Συμβούλιο για να αποφανθεί επί θεμάτων, τα οποία απαιτούν ειδικές επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, δύναται να ζητήσει τεχνική έκθεση γνωμοδότηση ειδικών επιστημόνων, με δαπάνη της ενδιαφερόμενης Ενορίας.

Άρθρο 6

Ένδικα μέσα

1.

Κατά των αποφάσεων του Εξαρχικού Συμβουλίου επιτρέπεται, εντός μηνός από τη νόμιμη κοινοποίησή τους στο οικείο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο ή Ηγουμενοσυμβούλιο ή Εφορεία ή Μοναστηριακή Επιτροπή, προσφυγή μόνο για λόγους νομιμότητας ενώπιον της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διά του Πατριαρχικού Εξάρχου.

2.

Αν η προσφυγή της παρ. 1 απορριφθεί ή παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησής της, η απόφαση του Εξαρχικού Συμβουλίου καθίσταται οριστική και υποχρεωτική για το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, το Ηγουμενοσυμβούλιο, την Εφορεία ή τη Μοναστηριακή Επιτροπή. Σε περίπτωση άρνησης εκτέλεσης της ως άνω απόφασης, το Εξαρχικό Συμβούλιο καλεί εγγράφως τα μέλη των ανωτέρω οργάνων να παράσχουν εξηγήσεις εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.

3.

Αν η προθεσμία περάσει άπρακτη ή οι εξηγήσεις κριθούν ανεπαρκείς, το Εξαρχικό Συμβούλιο προχωρεί στην αμετάκλητη αντικατάσταση των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, του Ηγουμενοσυμβουλίου, της Εφορείας ή της Μοναστηριακής Επιτροπής, τα οποία δεν συμμορφώνονται.

Άρθρο 7

Αρμοδιότητες του προέδρου του Εξαρχικού Συμβουλίου

1.

Ο πρόεδρος του Εξαρχικού Συμβουλίου υπογράφει:

των πάσης φύσεως υπαλλήλων, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης του Εξαρχικού Συμβουλίου,

Συμβουλίου, καθώς και των αναπληρωτών τους, επιτροπών,

Συμβουλίων των Ν.Π.Ι.Δ., των ιδρυμάτων και των εταιρειών που εξυπηρετούν τους σκοπούς της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου, των Ενοριών και των Ιερών Μονών της. Κάθε σχετική απόφαση που έχει ληφθεί πριν από τη δημοσίευση του παρόντος διατάγματος παύει να ισχύει.

2.

Προσκαλεί εγγράφως τα μέλη του Εξαρχικού Συμβουλίου στις συνεδριάσεις του, επισυνάπτοντας τη σχετική ημερήσια διάταξη.

ΜΕΡΟΣ Β΄

Συγκρότηση, σύγκληση, λειτουργία και αρμοδιότητες του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και του προέδρου του

Άρθρο 8

Όργανα διοίκησης της Ενορίας

1.

Ως κύτταρα της κανονικής οργάνωσης της εκκλησιαστικής ζωής, οι Ενορίες, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 329 του ν. 4957/2022, αποτελούν τις βασικές μονάδες οργάνωσης του εκκλησιαστικού βίου. Η Ενορία με τον Ενοριακό Ιερό Ναό αποτελεί, ως Ν.Π.Δ.Δ., ενιαία οντότητα με καθορισμένα γεωγραφικά όρια.

2.

Σε κάθε Ενοριακό Ιερό Ναό συστήνεται και λειτουργεί Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, στο οποίο προεδρεύει τακτικός εφημέριος, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 337 του ν. 4957/2022.

Άρθρο 9

Συγκρότηση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο συγκροτείται από πέντε (5) μέλη, ως ακολούθως:

από κατάλογο ενοριτών με πράξη του Εξαρχικού Συμβουλίου, κατόπιν έγγραφης πρότασης του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Σε Ενορίες που περιλαμβάνουν μέχρι εκατό (100) οικογένειες, το Εξαρχικό Συμβούλιο δύναται να διορίζει δύο (2) μόνο λαϊκά μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, με τους αναπληρωτές τους, από κατάλογο ενοριτών.

Άρθρο 10

Καθήκοντα του προέδρου και των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου

1.

α) Ο πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου εκπροσωπεί, δικαστικά και εξώδικα, το νομικό πρόσωπο της Ενορίας.

τα παρακάτω καθήκοντα:

καταλόγου ενοριτών για την εκλογή των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου,

και κάθε άλλη αρχή,

Εκκλησιαστικό Συμβούλιο,

των νεωκόρων και των λοιπών συνεργατών της Ενορίας,

γραφείων της Ενορίας και των λοιπών δραστηριοτήτων, αναθέτει και κατανέμει αρμοδιότητες ορίζοντας υπευθύνους για κάθε τομέα της ενοριακής ζωής, ιδίως τη νεότητα, το προνοιακό και φιλανθρωπικό έργο, τον πολιτισμό και την παράδοση.

Ενορίας ανεξαρτήτως οφφικίου, εκτός αν ορίζεται άλλως με απόφαση του Πατριαρχικού Εξάρχου.

Συμβουλίου η εκπροσώπηση της Ενορίας δύναται να ανατεθεί και σε μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, με τη χορήγηση ειδικής προς τούτο πληρεξουσιότητας.

2.

Τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου έχουν τα παρακάτω καθήκοντα:

Ενορίας,

μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και με τους συνεργάτες της Ενορίας,

σκοπού της ως κέντρου Θείας Λατρείας και κοινωνικής προσφοράς,

Ενορίας για την εύρυθμη λειτουργία και την αποτελεσματική προσφορά της,

προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και του Πατριαρχικού Εξάρχου και σέβονται τους Θείους και Ιερούς Κανόνες και τους νόμους του κράτους,

τα απαιτούμενα βιβλία και δεν αμελούν τις θεωρήσεις και τους ελέγχους των βιβλίων αυτών,

εσόδων και μεριμνούν για τη χρηστή διαχείρισή τους. Η καταμέτρηση γίνεται παρόντος του προέδρου και τουλάχιστον δύο μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και συντάσσεται απαραίτητα πρακτικό, το οποίο καταχωρίζεται στο σχετικό βιβλίο,

ευλάβεια στον χώρο της λατρείας.

Άρθρο 11

Λοιπά ζητήματα οργάνωσης, διοίκησης και λειτουργίας του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου

1.

Για να διοριστεί κάποιος ως μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου πρέπει:

περί την πίστη γνώση και διαγωγή, καθώς και απόλυτο σεβασμό στην Εκκλησία, χώρας, ο οποίος διαμένει νόμιμα στην Ελλάδα,

πλημμέλημα κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, απάτης επί δικαστηρίω, υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, πλαστογραφίας ή κατάχρησης ενσήμων, απιστίας, ψευδορκίας, δόλιας χρεοκοπίας, καταδολίευσης δανειστών, τοκογλυφίας ή για κάποιο από τα εγκλήματα περί το νόμισμα,

είτε ως μέλους της διοίκησης νομικού προσώπου, και της Εκκλησίας της Ελλάδος ή της Εκκλησίας της Κρήτης ή των Ιερών Μητροπόλεων της Δωδεκανήσου, της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου και των υπ’ αυτών νομικών προσώπων.

2.

Απαγορεύεται ο διορισμός συμβούλων που είναι:

του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας,

αγχιστείας, στις Ενορίες που περιλαμβάνουν μέχρι εκατό (100) οικογένειες,

αυτοδιοίκησης και πρόσωπα που έχουν οικονομικές σχέσεις με την Ενορία, ιδίως προμηθευτές και ενοικιαστές ακινήτων.

3.

Το αξίωμα του εκκλησιαστικού συμβούλου είναι τιμητικό, άμισθο και ασυμβίβαστο προς το έργο του έμμισθου υπαλλήλου της Ενορίας.

4.

Η θητεία των εκκλησιαστικών συμβούλων ορίζεται τριετής και άρχεται την 1η Ιανουαρίου του έτους στο οποίο έγινε ο διορισμός. Τυχόν αντικατάσταση εκκλησιαστικού συμβούλου γίνεται με τον διορισμό νέου μέλους για το διάστημα που απομένει μέχρι τη λήξη της τριετίας. Σε Ενορίες άνω των 100 (εκατό) οικογενειών δεν επιτρέπεται ο επαναδιορισμός τακτικού εκκλησιαστικού συμβούλου μετά την τρίτη συνεχή θητεία. Δεν επιτρέπεται η ανάληψη καθηκόντων ταμία από εκκλησιαστικό σύμβουλο πέραν των δύο θητειών, συνεχόμενων ή μη.

5.

Η παραίτηση εκκλησιαστικού συμβούλου υποβάλλεται εγγράφως, διά του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ή απευθείας, προς το Εξαρχικό Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει για την αποδοχή της ή μη και διορίζει ένα εκ των αναπληρωματικών μελών.

6.

Εάν κατά τη διάρκεια της θητείας εκκρεμεί δίκη, κατά τα οριζόμενα στην περ. στ της παρ. 1 του παρόντος, ο εκκλησιαστικός σύμβουλος αντικαθίσταται με αιτιολογημένη απόφαση του Εξαρχικού Συμβουλίου, το οποίο επιλαμβάνεται μετά από σχετική εισήγηση του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου.

7.

Εκκλησιαστικός σύμβουλος που απουσιάζει αδικαιολόγητα επί τρεις συνεχόμενες συνεδριάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου κηρύσσεται έκπτωτος με απόφαση του Εξαρχικού Συμβουλίου, κατόπιν εισήγησης του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και απαλλάσσεται των καθηκόντων του.

8.

Οι Εκκλησιαστικοί σύμβουλοι απαλλάσσονται επίσης των καθηκόντων τους με απόφαση του Εξαρχικού Συμβουλίου:

καθήκοντα που τους ανατίθενται ή επιδεικνύουν απρεπή συμπεριφορά προς τον πρόεδρο, τα λοιπά μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και τα μέλη της Ενορίας,

και τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτά επιβάλλονται από τους Θείους και Ιερούς Κανόνες, από τους κανονισμούς και τις εγκυκλίους της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου και από τους νόμους της Πολιτείας,

και απολογισμό της διαχείρισής τους ή εάν προβαίνουν σε δαπάνες οι οποίες δεν έχουν αναγραφεί στον προϋπολογισμό,

διοικητικές διαδικασίες για την προστασία των συμφερόντων της Ενορίας,

αρμοδιότητες και τα θέματα συνεργασίας μεταξύ των εφημερίων της Ενορίας, καθώς και στα αντίστοιχα καθήκοντα των ιεροψαλτών και των νεωκόρων του Ιερού Ναού,

θέματα του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ερήμην του προέδρου.

Άρθρο 12

Συγκρότηση και συνεδριάσεις των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων

1.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, κατά την πρώτη συνεδρίασή του, συγκροτείται σε σώμα και εκλέγει τον αντιπρόεδρο, τον γραμματέα και τον ταμία του. Σε Ενορίες κάτω των εκατό (100) οικογενειών ο πρόεδρος αναθέτει σε ένα μέλος τα καθήκοντα του γραμματέα και σε άλλο μέλος τα καθήκοντα του ταμία. Το σχετικό πρακτικό υποβάλλεται προς έγκριση στο Εξαρχικό Συμβούλιο.

2.

Τις εργασίες του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου διευθύνει ο πρόεδρος και, σε περίπτωση απουσίας του, ο αντιπρόεδρος, ο οποίος εξουσιοδοτείται γραπτά από τον πρόεδρο.

3.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο συγκαλείται από τον πρόεδρο σε τακτική συνεδρίαση μία φορά ανά μήνα και έκτακτα όταν ο πρόεδρος το κρίνει αναγκαίο ή το ζητήσουν εγγράφως δύο μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου.

4.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία όταν παρίσταται ο πρόεδρος και τουλάχιστον δύο μέλη του.

5.

Όταν κωλύεται ο πρόεδρος το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία εφόσον παρίστανται τουλάχιστον τρία μέλη του, μεταξύ των οποίων ο αντιπρόεδρός του.

6.

Σε Ενορίες κάτω των εκατό (100) οικογενειών απαιτείται παρουσία όλων των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου κατά τις συνεδριάσεις του. τους. Με πρόταση του προέδρου ή οποιουδήποτε μέλους του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου δύναται να συζητηθεί θέμα εκτός ημερήσιας διάταξης, εφόσον είναι παρόντα και συναινούν όλα τα μέλη του.

8.

Οι αποφάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου λαμβάνονται με πλειοψηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου.

9.

Στις συνεδριάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου καλούνται από τον πρόεδρο ή κατ’ εντολή του Πατριαρχικού Εξάρχου και μετέχουν άνευ δικαιώματος ψήφου και οι συνεφημέριοι της Ενορίας, που μπορούν ωστόσο να εκφέρουν την άποψή τους.

10.

Δικαίωμα συμμετοχής στις συνεδριάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, κατόπιν πρόσκλησης του προέδρου, έχουν άνευ δικαιώματος ψήφου και τα αναπληρωματικά μέλη του, ακόμη και αν παρίστανται όλα τα τακτικά μέλη.

Άρθρο 13

Αρμοδιότητες των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων

1.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο:

Ενορία,

αγορά κινητών και ακινήτων, καθώς και για την αξιοποίηση, εκμίσθωση και εκποίηση της ακίνητης και κινητής περιουσίας της Ενορίας, σύμφωνα με τα άρθρα 22 έως και 27 του παρόντος,

και την παραίτηση από αυτά, για την παραίτηση από δικαίωμα για δικαστικούς ή εξώδικους συμβιβασμούς, για τον διορισμό πληρεξούσιου δικηγόρου και για την αποδοχή δωρεάς, κληρονομίας και κληροδοσίας,

σκοπούς,

σκευών και των ιερών κειμηλίων εντός των χώρων λατρείας ή ειδικά διαμορφωμένων χώρων. Τα ανωτέρω δεν εκποιούνται για κανένα λόγο και διαφυλάσσονται με ευθύνη του προέδρου και των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, κατόπιν έγκρισης του Εξαρχικού Συμβουλίου. Κατόπιν έγκρισης του Εξαρχικού Συμβουλίου, οι ιερές εικόνες, τα ιερά σκεύη και τα ιερά κειμήλια δύνανται να παραχωρηθούν στην Πατριαρχική Εξαρχία Πάτμου για τη δημιουργία κειμηλιαρχείων, με σκοπό την ασφαλέστερη φύλαξη και την προβολή τους.

2.

Όλες ανεξαιρέτως οι αποφάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου εγκρίνονται από το Εξαρχικό Συμβούλιο, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 5 του παρόντος.

3.

Σε έκτακτες περιπτώσεις δύναται το οικείο Εξαρχικό Συμβούλιο να λαμβάνει κάθε απαραίτητο μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων της Ενορίας.

Άρθρο 14

Γενικές αρχές οικονομικής διαχείρισης Η οικονομική διαχείριση, ο έλεγχος και η εντολή πληρωμής σε βάρος των πόρων των Ενοριών και υπέρ δικαιούχων ενεργούνται σύμφωνα με το παρόν προεδρικό διάταγμα και, κατά παρέκκλιση των διατάξεων για το δημόσιο λογιστικό των Ν.Π.Δ.Δ., τις κρατικές προμήθειες, τις δημόσιες επενδύσεις και κάθε άλλης συναφούς γενικής ή ειδικής διάταξης, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 318 και της παρ. 3 του άρθρου 334 του ν. 4957/2022.

Άρθρο 15

Πόροι

1.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο έχει την ευθύνη για την οικονομική διαχείριση της Ενορίας.

2.

Πόροι των Ενοριών είναι οι ακόλουθοι:

φύσεως εκδηλώσεις υπέρ της Ενορίας,

περιουσίας της Ενορίας,

3.

Για κάθε χρηματική χορηγία ή δωρεά εκδίδεται τριπλότυπη απόδειξη είσπραξης, στην οποία αναγράφονται υποχρεωτικά τα στοιχεία του χορηγού ή του δωρητή. Τα στελέχη των αποδείξεων αριθμούνται και θεωρούνται υποχρεωτικά κατ’ έτος από τον πρόεδρο του Εξαρχικού Συμβουλίου ή τον νόμιμο εκπρόσωπό του.

Άρθρο 16

Διάθεση και διαχείριση πόρων

1.

Οι πόροι των Ενοριών διατίθενται για την κάλυψη των ακόλουθων δαπανών, βάσει των εγκεκριμένων προϋπολογισμών τους:

ασφάλισης, όπως προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις,

του προσωπικού τους,

Εξαρχικού Οικήματος, καθώς και τη μισθοδοσία του προσωπικού του,

Ενορίας, καθώς και υπέρ των φιλανθρωπικών, προνοιακών και λοιπών δράσεών της,

καθώς και των εν γένει πνευματικών και ιεραποστολικών δράσεών της. τρεις (3) μήνες.

3.

Μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, το οποίο αρνείται τη διάθεση των πόρων προς καταβολή των ως άνω δαπανών, καλείται προς παροχή εξηγήσεων ενώπιον του Εξαρχικού Συμβουλίου και, εάν η άρνησή του κριθεί αδικαιολόγητη, απαλλάσσεται των καθηκόντων του. Σε περίπτωση άρνησης του προέδρου, αυτός καλείται προς παροχή εξηγήσεων ενώπιον του Εξαρχικού Συμβουλίου και αν η άρνησή του κριθεί αδικαιολόγητη απαλλάσσεται των καθηκόντων του και τα καθήκοντα του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ανατίθενται σε άλλο τακτικό εφημέριο της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου.

4.

Κάθε Ενορία υποχρεούται να τηρεί στο όνομά της λογαριασμό σε αναγνωρισμένο τραπεζικό ίδρυμα. Ο τραπεζικός λογαριασμός δύναται να είναι όψεως, ταμιευτηρίου ή προθεσμιακός και πάντοτε επ’ ονόματι της Ενορίας. Με απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ορίζονται οι εκπρόσωποί του σε αυτόν και η μορφή και τα όρια της εκπροσώπησης. Η απόφαση γνωστοποιείται στο τραπεζικό ίδρυμα, στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός, με την αποστολή αντιγράφου εκ του οικείου πρακτικού συνεδρίασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, μετά από γραπτή έγκριση της απόφασης από το Εξαρχικό Συμβούλιο. Απαγορεύεται η τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων σε μετοχές εταιρειών, αμοιβαία κεφάλαια και επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η μετατροπή τους σε συνάλλαγμα χωρίς την προηγούμενη ρητή άδεια του Εξαρχικού Συμβουλίου.

5.

Κάθε ανάληψη χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό της Ενορίας έως του ποσού των πεντακοσίων (500,00) ευρώ πραγματοποιείται με σχετική εξουσιοδότηση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, χωρίς να απαιτείται άλλη έγκριση. Για την ανάληψη ποσών μεγαλύτερων των πεντακοσίων (500,00) ευρώ, απαιτείται η προηγούμενη έγκριση του Πατριαρχικού Εξάρχου ή του νόμιμου αναπληρωτή του. Το ως άνω όριο δύναται να τροποποιηθεί με απόφαση του Εξαρχικού Συμβουλίου.

Άρθρο 17

Προϋπολογισμός της Ενορίας

1.

Ο προϋπολογισμός της Ενορίας συντάσσεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και υποβάλλεται στο Εξαρχικό Συμβούλιο έως το πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός Νοεμβρίου του έτους, που προηγείται αυτού στο οποίο αφορά ο προϋπολογισμός. Ο προϋπολογισμός συνοδεύεται από έγγραφο του προέδρου και σχετική πράξη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, συντάσσεται δε σύμφωνα με υπόδειγμα που καταρτίζει και τροποποιεί η Πατριαρχική Εξαρχία Πάτμου. Το Εξαρχικό Συμβούλιο εγκρίνει, απορρίπτει ή τροποποιεί τον προϋπολογισμό, καθορίζοντας και αναγράφοντας υποχρεωτικά τυχόν παραληφθείσες νόμιμες χρηματικές υποχρεώσεις των Ενοριών, καθώς και άλλες έκτακτες εισφορές για την εξυπηρέτηση του εν γένει έργου της Πατριαρχικής Εξαρχίας.

2.

Οι προϋπολογισμοί εγκρίνονται εντός διμήνου από την υποβολή τους.

Άρθρο 18

Δαπάνες

1.

α) Κάθε καταβολή δαπάνης από την Ενορία διενεργείται από τον ταμία με ένταλμα πληρωμής υπογεγραμμένο από τον πρόεδρο του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Τα στελέχη των ενταλμάτων πληρωμής αριθμούνται και θεωρούνται υποχρεωτικά και κατ’ έτος από την Πατριαρχική Εξαρχία. Κάθε τρεις (3) μήνες το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο οφείλει να αποστέλλει προς το Εξαρχικό Συμβούλιο κατάσταση όλων των δαπανών που διενεργήθηκαν κατά την περίοδο αυτή.

δεν έχουν αναγραφεί στον προϋπολογισμό της Ενορίας απαιτείται προηγούμενη έγκριση του Εξαρχικού Συμβουλίου.

φορολογικού μητρώου του και κάθε άλλο στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητάς του, προκειμένου δε περί νομικού προσώπου η ακριβής επωνυμία και η έδρα του,

τιμολογίου ή ισοδύναμου εγγράφου,

τυχόν υπέρ του Δημοσίου και υπέρ τρίτων κρατήσεις (Πατριαρχικής Εξαρχίας, Ενορίας),

πληρωμών φέρει ο πρόεδρος, ο οποίος υπογράφει το σχετικό ένταλμα πληρωμής, ενώ ο ταμίας ευθύνεται για την ακρίβεια της πληρωμής. Ο ταμίας υποχρεούται να αρνηθεί την πληρωμή δαπάνης, η οποία δεν συνοδεύεται από τα νόμιμα παραστατικά.

2.

Όλες οι δαπάνες υποβάλλονται προς έγκριση ενώπιον του Εξαρχικού Συμβουλίου κάθε τρεις μήνες, σύμφωνα με την περ. ιε της παρ. 3 του άρθρου 5 του παρόντος.

Άρθρο 19

Απολογισμός

1.

Ο απολογισμός συντάσσεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και υποβάλλεται στο Εξαρχικό Συμβούλιο έως το τέλος Φεβρουαρίου του έτους, που έπεται εκείνου στο οποίο αφορά ο απολογισμός. Ο απολογισμός συνοδεύεται από έγγραφο του προέδρου και σχετική πράξη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, συντάσσεται δε σύμφωνα με υπόδειγμα που καταρτίζει και τροποποιεί η Πατριαρχική Εξαρχία Πάτμου.

2.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο οφείλει να προσκομίσει άμεσα τα οικονομικά βιβλία και τα παραστατικά εσόδων και εξόδων, εφόσον τούτο ζητηθεί από το Εξαρχικό Συμβούλιο.

4.

Το Εξαρχικό Συμβούλιο, μετά από σχετική εισήγηση του αναπληρωτή του Πατριαρχικού Έξαρχου ή του οικονομολόγου μέλους αυτού, για την τήρηση των προβλέψεων του νόμου σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες και την απόδοση των αναλογούντων τελών αποφαίνεται αιτιολογημένα επί του απολογισμού εντός εξαμήνου από την υποβολή του. Το Εξαρχικό Συμβούλιο δύναται να συγκροτεί τριμελή επιτροπή ελέγχου των απολογισμών των Ενοριών, με τη συμμετοχή του αναπληρωτή του Πατριαρχικού Έξαρχου ή του οικονομολόγου μέλους αυτού, για την τήρηση των προβλέψεων του νόμου σχετικά με την πραγματοποίησή του.

5.

Η μη υποβολή των προϋπολογισμών και απολογισμών από τα Εκκλησιαστικά Συμβούλια εντός των τασσόμενων προθεσμιών επάγεται την, κατά τις κείμενες διατάξεις, ποινική ευθύνη των υπαίτιων μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και χωρίς να προηγηθεί πειθαρχική ποινή και δικαιολογεί την απαλλαγή από τα καθήκοντά τους με αμετάκλητη απόφαση του Εξαρχικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, διατηρουμένου του δικαιώματος διενέργειας οικονομικού ελέγχου, προς εξακρίβωση κακής διαχείρισης και απόδοσης ευθυνών κάθε είδους και του δικαιώματος αποζημίωσης για την τυχόν προκληθείσα ζημία.

6.

Εφόσον η επιτροπή της παρ. 4, μετά το πέρας του οικονομικού ελέγχου της παρ. 5, διαπιστώσει έλλειμμα διαχείρισης ή παράνομη πληρωμή δαπάνης, θεωρούμενης ως ελλείμματος, συντάσσει πόρισμα ελέγχου στο οποίο προσδιορίζει όλα τα δημοσιονομικά υπεύθυνα πρόσωπα, καθώς και το ύψος του ελλείμματος. Το πόρισμα ελέγχου υποβάλλεται για έγκριση στο Εξαρχικό Συμβούλιο, το οποίο προβαίνει στην έκδοση αιτιολογημένης καταλογιστικής απόφασης κατά του υπολόγου και συντάσσει χρηματικό κατάλογο με τους τυχόν αλληλέγγυα μετ’ αυτού συνευθυνομένους. Αντίγραφα της καταλογιστικής απόφασης και του χρηματικού καταλόγου κοινοποιούνται στον καθού και στον προϊστάμενο της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ) της τελευταίας κατοικίας των δημοσιονομικά υπεύθυνων προσώπων, ο οποίος επιμελείται την άμεση βεβαίωση του καταλογιζόμενου ποσού ως δημόσιου εσόδου και την είσπραξή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, αποδιδομένων στη συνέχεια των εισπραχθέντων στην Πατριαρχική Εξαρχία Πάτμου. Κατά της καταλογιστικής απόφασης του οικείου Εξαρχικού Συμβουλίου επιτρέπεται προσφυγή διά του Πατριαρχικού Εξάρχου ενώπιον του Οικουμενικού Πατριάρχη και της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εντός μηνός από την κοινοποίησή της. Η προσφυγή κατατίθεται στην Πατριαρχική Εξαρχία Πάτμου, η οποία σε προθεσμία ενός (1) μηνός τη διαβιβάζει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, συνοδευόμενη από έκθεση και φάκελο.

Άρθρο 20

Έλεγχος των αποφάσεων των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων

1.

Το Εξαρχικό Συμβούλιο, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 5 του παρόντος, ασκεί έλεγχο νομιμότητας και σκοπιμότητας της διαχείρισης και διοίκησης της Ενορίας.

2.

Κάθε απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου υποβάλλεται ενώπιον του Εξαρχικού Συμβουλίου, το οποίο την εγκρίνει, την τροποποιεί ή την απορρίπτει. Η απόφαση του Εξαρχικού Συμβουλίου εκδίδεται εντός τριμήνου από την υποβολή της απόφασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου σε αυτό. Μετά την άπρακτη παρέλευση της ως άνω προθεσμίας, η απόφαση θεωρείται ότι εγκρίθηκε σιωπηρά, εκτός των περιπτώσεων των παρ. 3 και 4 του παρόντος άρθρου.

3.

Η αποδοχή ή αποποίηση δωρεάς υπό τρόπο, κληρονομίας ή κληροδοσίας, καθώς και η συνομολόγηση οποιουδήποτε δανείου, δεν δύνανται να πραγματοποιηθούν από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο χωρίς την προηγουμένη έγκριση του Εξαρχικού Συμβουλίου.

4.

Κάθε απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου για την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς ή έγκλησης, την έγερση αγωγής, την παραίτηση από ένδικα μέσα και τον δικαστικό ή εξώδικο συμβιβασμό ισχύει μόνο, εφόσον έχει ληφθεί προηγούμενη έγκριση του Εξαρχικού Συμβουλίου. Δεν απαιτείται προηγούμενη έγκριση, σε περίπτωση επ’ αυτοφώρω αδικήματος και αίτησης χορήγησης προσωρινής διαταγής και προκειμένου να αντιμετωπιστεί κατεπείγουσα περίπτωση ή άμεσος κίνδυνος. Για τη συνέχιση της διαδικασίας απαιτείται η έγκριση του Εξαρχικού Συμβουλίου.

5.

Λαμβανομένων υπόψη των οριζομένων στην παρ. 3 του άρθρου 5 και στο άρθρο 6 του παρόντος κάθε απόφαση του Εξαρχικού Συμβουλίου είναι υποχρεωτική για το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο. Εάν αυτό αρνηθεί την εκτέλεσή της, το Εξαρχικό Συμβούλιο απευθύνει σύσταση στα μέλη του, ενώ, εάν αυτά επιμείνουν, καλεί εγγράφως τα μέλη που αρνούνται να υποβάλουν τις εξηγήσεις τους εντός δεκαπέντε (15) ημερών. Εάν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη ή οι εξηγήσεις κριθούν αβάσιμες, το Εξαρχικό Συμβούλιο προβαίνει στην αντικατάσταση των ελεγχόμενων μελών με τον διορισμό νέων για το υπόλοιπο της θητείας του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου.

Άρθρο 21

Τηρούμενα βιβλία

1.

Με ευθύνη του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου σε κάθε Ενορία τηρούνται τα κάτωθι βιβλία, τα οποία θεωρούνται από τον πρόεδρο του Εξαρχικού Συμβουλίου ή τον νόμιμο αναπληρωτή του:

2.

Τα έντυπα και η μορφή των τηρούμενων βιβλίων καθορίζονται με απόφαση του Εξαρχικού Συμβουλίου Ακίνητη και κινητή περιουσία των Ενοριών

1.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο διαχειρίζεται την ακίνητη και κινητή περιουσία της Ενορίας.

2.

Η Ενορία επιτελεί σημαντικό κοινωνικό έργο και, επομένως, χρειάζεται πόρους. Προς τούτο, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο πρέπει να αξιοποιεί την ακίνητη περιουσία της, όσο το δυνατόν καλύτερα και περισσότερο προσοδοφόρα. Η ακίνητη περιουσία της Ενορίας είναι δυνατό να αξιοποιηθεί:

με την παρ. 7 του άρθρου 334 του ν. 4957/2022.

3.

Με απόφαση του Εξαρχικού Συμβουλίου διαπιστώνεται η ανάγκη και καθορίζεται ο τρόπος αξιοποίησης κάθε περιουσιακού στοιχείου της Ενορίας, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 5, μετά από πρόταση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και αιτιολογημένη εισήγηση του προέδρου του Εξαρχικού Συμβουλίου.

Άρθρο 23

Εκμισθώσεις ακινήτων

1.

Η εκμίσθωση ακινήτου που ανήκει σε Ενορία πραγματοποιείται κατόπιν διενέργειας δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού (δημοπρασία). Οι όροι του διαγωνισμού συντάσσονται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και εγκρίνονται από το Εξαρχικό Συμβούλιο. Δημοσίευση της περίληψης των όρων αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων της Ενορίας και στην ιστοσελίδα της, καθώς και σε μία ημερήσια εφημερίδα της τοποθεσίας του ακινήτου, δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του διαγωνισμού.

2.

Ο διαγωνισμός πρέπει να περιλαμβάνει απαραίτητα τους ακόλουθους όρους:

να καταθέσει ως εγγύηση συμμετοχής χρηματικό ποσό ίσο με το διπλάσιο της τιμής πρώτης προσφοράς.

οφειλέτες του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ., των Ιερών Ναών, των Ιερών Μονών και των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων εν γένει.

συμφωνητικού, βαρύνουν τον τελευταίο πλειοδότη.

και του εκμισθωτή μετά τη λήξη της μίσθωσης, χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης του μισθωτή, εκτός εάν υφίσταται προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, εγκεκριμένη από το Εξαρχικό Συμβούλιο.

3.

Ο διαγωνισμός διεξάγεται δημόσια στα γραφεία της Ενορίας, ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Οι ενδιαφερόμενοι, αφού καταβάλουν τη σχετική εγγύηση συμμετοχής, υπογράφουν υπεύθυνη δήλωση ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δέσμευση ή συνέπεια για τον Ιερό Ενοριακό Ναό, αν δεν εγκριθεί το αποτέλεσμα του διαγωνισμού είτε από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο είτε από το Εξαρχικό Συμβούλιο, καθώς επίσης ότι έλαβαν γνώση των όρων του διαγωνισμού, τους οποίους αποδέχονται ανεπιφύλακτα, και ότι δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσουν το μίσθιο για σκοπούς αντίθετους με τα χρηστά ήθη. Εάν κάποιος συμμετάσχει για λογαριασμό άλλου, πρέπει να το δηλώσει προς το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο πριν από την έναρξη της διαγωνιστικής διαδικασίας, άλλως θεωρείται ότι συμμετέχει για τον εαυτό του. Ο πλειοδότης, ο οποίος προσφέρει το μεγαλύτερο μίσθωμα έως τη λήξη του διαγωνισμού, ανακηρύσσεται τελευταίος πλειοδότης. Μετά το πέρας του διαγωνισμού, σε όλους τους πλειοδότες πλην του τελευταίου επιστρέφεται στο ακέραιο η εγγύηση συμμετοχής.

4.

Το πρακτικό κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού υπογράφεται από τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και τον τελευταίο πλειοδότη και αποστέλλεται στο Εξαρχικό Συμβούλιο για έγκριση. Εφόσον δεν υποβληθούν ενστάσεις ή όσες υποβληθούν απορριφθούν, καλείται εγγράφως ο τελευταίος πλειοδότης να υπογράψει τη σύμβαση μίσθωσης εντός δέκα (10) ημερολογιακών ημερών, μαζί με έναν τουλάχιστον αξιόχρεο εγγυητή. Εάν ο τελευταίος πλειοδότης και ο εγγυητής δεν προσέλθουν εντός της ως άνω προθεσμίας, ο τελευταίος πλειοδότης κηρύσσεται έκπτωτος και η εγγύηση συμμετοχής καταπίπτει υπέρ της Ενορίας. Εάν ο τελευταίος πλειοδότης προσέλθει και υπογράψει τη σύμβαση μίσθωσης, η εγγύηση συμμετοχής αντικαθίσταται από εγγύηση καλής εκτέλεσης της σύμβασης, η οποία ισούται με το διπλάσιο του μηνιαίου μισθώματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε κατά την πλειοδοσία.

5.

Εάν ο διαγωνισμός κηρυχθεί άγονος ή τυχόν ενστάσεις κριθούν βάσιμες, επαναλαμβάνεται με απλή ανακοίνωση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, η οποία παραπέμπει στην αρχική διακήρυξη και αναρτάται πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από την επαναληπτική διεξαγωγή του διαγωνισμού στον πίνακα ανακοινώσεων της Ενορίας και στην ιστοσελίδα αυτής.

6.

Εάν ο διαγωνισμός αποβεί άγονος και δεύτερη φορά, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, κατόπιν σχετικής έγκρισης του Εξαρχικού Συμβουλίου, δύναται να μειώσει την τιμή πρώτης προσφοράς και, εάν και πάλι ο διαγωνισμός αποβεί άγονος, δύναται να εγκρίνει την απευθείας εκμίσθωση του ακινήτου για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη.

7.

Κατ’ εξαίρεση, Ενορία μπορεί να προβαίνει, κατόπιν απόφασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και έγκρισης του Εξαρχικού Συμβουλίου, σε εκμισθώσεις άνευ διαγωνισμού (απευθείας μίσθωση) στις εξής περιπτώσεις (χωρίς να απαγορεύεται ο διαγωνισμός): του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ ανά ακίνητο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τυχόν αναπροσαρμογή των μισθωμάτων κατά τη διάρκεια της μίσθωσης.

εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς και εκκλησιαστικά ιδρύματα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, τα οποία εκπληρώνουν κοινωφελείς σκοπούς και επικουρούν το έργο εκκλησιαστικού νομικού προσώπου για την ικανοποίηση των στεγαστικών ή λειτουργικών αναγκών τους. Το ίδιο ισχύει και όταν πρόκειται για εκμίσθωση ακινήτων προς το Ελληνικό Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), τα Ν.Π.Δ.Δ. και τις Δημόσιες Επιχειρήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι η απευθείας μίσθωση εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο κοινωφελείς σκοπούς. Περιορισμένης έκτασης οικονομικές δραστηριότητες ως πηγή πρόσθετων πόρων κοινωφελούς ιδρύματος, εφόσον εξυπηρετούν τον σκοπό της παραχώρησης, κρίνονται κατά περίπτωση από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και εγκρίνονται από το Εξαρχικό Συμβούλιο.

αυτή η μίσθωση δεν μπορεί να διαρκέσει πέραν των επτά (7) μηνών.

δύο (2) ετών.

με την οποία επιτρέπεται η άνευ διαγωνισμού εκμίσθωση εκκλησιαστικού ακινήτου.

8.

Στην περίπτωση που η διάρκεια της μίσθωσης υπερβαίνει τα εννέα (9) έτη ή το μηνιαίο μίσθωμα ορίζεται άνω των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ, απαιτείται έγκριση των όρων του διαγωνισμού για την εκμίσθωση ακινήτου από το Εξαρχικό Συμβούλιο και έγκριση της μίσθωσης του ακινήτου από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και την περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

9.

Επιτρέπεται η κατάρτιση μακροχρόνιας μίσθωσης διάρκειας έως ενενήντα (90) ετών για την εκμετάλλευση και αξιοποίηση μεγάλων άγονων εκτάσεων ή γηπέδων, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως ή οικισμού, οι οποίες απαιτούν ιδιαίτερα ουσιώδεις δαπάνες του μισθωτού, όπως κατασκευή κτηρίων, τεχνικών έργων, εγκαταστάσεων και για την εκτέλεση μεγάλου επενδυτικού προγράμματος με αυτοχρηματοδότηση ή όχι. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται έγκριση των όρων του διαγωνισμού για την εκμίσθωση ακινήτου από το Εξαρχικό Συμβούλιο και έγκριση της μίσθωσης του ακινήτου από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και την περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Άρθρο 24

Εκποίηση ακινήτων

1.

Η εκποίηση ακινήτου που ανήκει σε Ενορία, στην έννοια της οποίας υπάγονται και οι εργολαβικές αντιπαροχές, πραγματοποιείται κατά κανόνα με τη διενέργεια δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού (δημοπρασία). Για την εκποίηση ακινήτου απαιτείται έγκριση από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

2.

Προκειμένου να οριστεί η τιμή εκκίνησης του διαγωνισμού, προηγείται εκτίμηση της αξίας του ακινήτου είτε από πιστοποιημένο εκτιμητή είτε από τριμελή επιτροπή ειδικών, η οποία ορίζεται με απόφαση του οικείου Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Η εκτίμηση της αξίας του ακινήτου δεν πρέπει να απέχει από την ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού χρονικό διάστημα άνω του έτους.

3.

Οι όροι του διαγωνισμού συντάσσονται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και εγκρίνονται από το Εξαρχικό Συμβούλιο. Δημοσίευση της περίληψης των όρων αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων της Ενορίας και στην ιστοσελίδα της, καθώς και σε μία ημερήσια εφημερίδα της τοποθεσίας του ακινήτου, τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του διαγωνισμού.

4.

Ο διαγωνισμός πρέπει να περιλαμβάνει απαραίτητα τους ακόλουθους όρους:

ποσό ίσο με το ένα εικοστό (1/20) της τιμής πρώτης προσφοράς.

οφειλέτες του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ., των Ιερών Ναών, των Ιερών Μονών και των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων εν γένει.

πλειοδότη.

5.

Ο διαγωνισμός διεξάγεται δημόσια στα γραφεία της Ενορίας, ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και συμβολαιογράφου. Οι ενδιαφερόμενοι, αφού καταβάλουν τη σχετική εγγύηση συμμετοχής, υπογράφουν υπεύθυνη δήλωση ότι έλαβαν γνώση των όρων του διαγωνισμού, τους οποίους αποδέχονται πλήρως και ανεπιφύλακτα, και ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δέσμευση ή συνέπεια για τον Ιερό Ενοριακό Ναό, αν δεν εγκριθεί το αποτέλεσμα του διαγωνισμού είτε από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο είτε από το Εξαρχικό Συμβούλιο. Για τη συμμετοχή προσώπου για λογαριασμό άλλου, απαιτείται δήλωση προς το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, με ταυτόχρονη κατάθεση αντίστοιχης εξουσιοδότησης πριν από την έναρξη της διαγωνιστικής διαδικασίας, άλλως θεωρείται ότι το πρόσωπο συμμετέχει για τον εαυτό του. Ο πλειοδότης, ο οποίος προσφέρει το μεγαλύτερο τίμημα έως τη λήξη του διαγωνισμού, ανακηρύσσεται τελευταίος πλειοδότης. Μετά το πέρας του διαγωνισμού, σε όλους τους πλειοδότες, πλην του τελευταίου, επιστρέφεται στο ακέραιο η εγγύηση συμμετοχής.

6.

Το πρακτικό κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού υπογράφεται από τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και τον τελευταίο πλειοδότη. Ένσταση για παραβίαση των όρων της διακήρυξης του διαγωνισμού δικαιούται να υποβάλει ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου όποιος έχει έννομο συμφέρον, εντός για έγκριση. Εάν η ένσταση γίνει δεκτή από το Εξαρχικό Συμβούλιο, ο διαγωνισμός ακυρώνεται, επιστρέφεται η εγγύηση συμμετοχής στον τελευταίο πλειοδότη και ορίζεται νέα ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. Εφόσον το αποτέλεσμα του διαγωνισμού εγκριθεί, καλείται εγγράφως ο τελευταίος πλειοδότης να υπογράψει το σχετικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας εντός τριάντα (30) ημερών. Εάν ο τελευταίος πλειοδότης δεν προσέλθει εντός της ως άνω προθεσμίας κηρύσσεται έκπτωτος και η εγγύηση συμμετοχής καταπίπτει υπέρ της Ενορίας. Εάν προσέλθει και υπογράψει το συμβόλαιο αγοραπωλησίας η εγγύηση συμμετοχής συμψηφίζεται με το επιτευχθέν τίμημα, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα διακήρυξης και διεξαγωγής της διαγωνιστικής διαδικασίας.

7.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άνευ διαγωνισμού εκποίηση ακινήτων προς το Ελληνικό Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α., τα Ν.Π.Δ.Δ., τις Δημόσιες Επιχειρήσεις και άλλα Ν.Π.Ι.Δ., τα οποία εκπληρώνουν κοινωφελείς σκοπούς. Επιπλέον, είναι επιτρεπτή η άνευ διαγωνισμού εκποίηση προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα, όταν δεν είναι δυνατόν ή συμφέρον να γίνει διαγωνισμός. Τούτο συντρέχει, ενδεικτικά, στη συνιδιοκτησία εξ αδιαιρέτου, στη λύση της κοινωνίας δικαιώματος κατ’ ιδανικά μέρη, στην περίπτωση που το ακίνητο είναι ετοιμόρροπο ή κατεδαφιστέο και η εκποίησή του θα ενισχύσει οικονομικά τους σκοπούς της Ενορίας. Η ως άνω απευθείας εκποίηση επιτρέπεται με αιτιολογημένη απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, κατόπιν έγκρισης του Εξαρχικού Συμβουλίου και τελικής έγκρισης του Οικουμενικού Πατριάρχη και της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι όροι της πώλησης και ο τρόπος καταβολής του τιμήματος. Στις παραπάνω περιπτώσεις το ζητούμενο τίμημα δεν δύναται να υπολείπεται της προσδιοριζόμενης από πιστοποιημένο εκτιμητή αγοραίας αξίας ή της αξίας του ακινήτου, βάσει συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού. Κατ’ εξαίρεση, εφόσον επί εκκλησιαστικών ακινήτων των Ενοριών δημιουργήθηκαν νομικές και πραγματικές καταστάσεις που παρακωλύουν την άσκηση νομής και κατοχής και εν γένει την ελεύθερη διαχείρισή τους ή συντρέχουν σοβαροί κοινωνικοί λόγοι ή λόγοι εκκλησιαστικού συμφέροντος, επιτρέπεται με τη διαδικασία του τέταρτου εδαφίου η προς συμβιβασμό και διακανονισμό της υπόθεσης απευθείας εκποίηση ακινήτου, εφόσον ήθελε κριθεί συμφέρουσα, τηρουμένης της διαδικασίας επίκαιρης εκτίμησης από πιστοποιημένο εκτιμητή της αγοραίας αξίας του ακινήτου πριν από την εκποίησή του. Προϋπόθεση της κατ’ εξαίρεση εκποίησης του παρόντος είναι ο αγοραστής (ο ίδιος ή οι δικαιοπάροχοί

και κατοχή επί του ακινήτου. Η τιμή της εκποίησης είναι δυνατόν να μειώνεται, έναντι της εκτιμηθείσης αγοραίας, κατά ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) ανά έτος άσκησης νομής από τον αγοραστή ή τους δικαιοπαρόχους του για το πέραν της εικοσαετίας διάστημα παραμονής του στο ακίνητο, έως ποσοστού μείωσης τριάντα τοις εκατό (30%) κατ’ ανώτατο όριο.

8.

Η σύσταση δικαιώματος επιφανείας διέπεται από τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 334 του ν. 4957/2022.

Άρθρο 25

Παραχώρηση της χρήσης ακινήτου

1.

Η παραχώρηση χρήσης ακινήτου που ανήκει στην Ενορία πραγματοποιείται μετά από αιτιολογημένη απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Η απόφαση αυτή υπόκειται σε έγκριση αρχικά από το Εξαρχικό Συμβούλιο και στη συνέχεια από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και την περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η παραχώρηση πραγματοποιείται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, δωρεάν ή έναντι ανταλλάγματος, εν όλω ή εν μέρει, σε Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον εκπληρώνει κοινωφελείς σκοπούς που δεν είναι αντίθετοι στους Ιερούς Κανόνες, τις παραδόσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τα χρηστά ήθη. Στους όρους της παραχώρησης περιλαμβάνεται υποχρεωτικά πρόβλεψη ότι το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο της Ενορίας δεν στερείται του δικαιώματος άρσης της παραχώρησης, άνευ αποζημίωσης του χρησαμένου, εκτός και αν συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο για την παραχώρηση, στο οποίο αναγράφονται ρητά οι προϋποθέσεις και οι όροι αποζημίωσης του χρησαμένου, καθώς και οι όροι ανάκλησής της.

2.

Σε περίπτωση παραχώρησης χρήσης ακινήτου της Ενορίας, μετά την τελική έγκριση, συντάσσεται και υπογράφεται σχετική σύμβαση παραχώρησης χρήσης χρησιδανείου, στην οποία εξειδικεύονται οι ειδικότεροι όροι και συμφωνίες. Όσα βαρύνουν το ακίνητο, ιδίως οι πάσης φύσεως φόροι, δαπάνες και τέλη, καταβάλλονται αποκλειστικά από τον χρησάμενο.

Άρθρο 26

Διαχείριση της κινητής περιουσίας των Ενοριών

1.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο διαχειρίζεται την κινητή και άυλη περιουσία των Ενοριών. Αυτή συνίσταται στα παρακάτω:

2.

Η διαφύλαξη των ως άνω κινητών αξιών πραγματοποιείται με τη σύσταση παρακαταθήκης σε τραπεζικούς λογαριασμούς (τα χρήματα) ή σε τραπεζικές θυρίδες (τα τιμαλφή), οι οποίοι ανοίγονται μόνον επ’ ονόματι του νομικού προσώπου της Ενορίας, κατόπιν απόφασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και έγκρισής της από το Εξαρχικό Συμβούλιο.

3.

Ο χρόνος και ο τρόπος αξιοποίησής τους αποφασίζονται εκάστοτε από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, η απόφαση του οποίου υπόκειται στην έγκριση του Εξαρχικού Συμβουλίου.

1.

Η αγορά ακινήτου για τις ανάγκες Ενορίας πραγματοποιείται κατά κανόνα με τη διενέργεια δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού με δημοπρασία. Για κάθε αγορά αξίας μεγαλύτερης των εκατό χιλιάδων (100.000,00) ευρώ απαιτείται και έγκριση από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

2.

Προκειμένου να οριστεί η τιμή εκκίνησης του διαγωνισμού, προηγείται εκτίμηση της αξίας του προς αγορά κατάλληλου ακινήτου, είτε από πιστοποιημένο εκτιμητή είτε από τριμελή επιτροπή ειδικών, οι οποίοι ορίζονται με απόφαση του οικείου Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Η εκτίμηση της αξίας του ακινήτου δεν πρέπει να απέχει από την ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού χρονικό διάστημα άνω του έτους.

3.

Οι όροι του διαγωνισμού συντάσσονται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και εγκρίνονται από το Εξαρχικό Συμβούλιο. Δημοσίευση της περίληψης των όρων αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων της Ενορίας και στην ιστοσελίδα της, καθώς και σε μία ημερήσια εφημερίδα της τοποθεσίας του ακινήτου, τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του διαγωνισμού.

4.

Ο διαγωνισμός πρέπει να περιλαμβάνει απαραίτητα τους ακόλουθους όρους:

ποσό ίσο με το ένα εικοστό (1/20) της τιμής πρώτης προσφοράς.

οφειλέτες του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ., των Ιερών Ναών, των Ιερών Μονών και των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων εν γένει.

μειοδότη.

5.

Ο διαγωνισμός διεξάγεται δημόσια στα γραφεία της Ενορίας, ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Οι ενδιαφερόμενοι, αφού καταβάλουν τη σχετική εγγύηση συμμετοχής, υπογράφουν υπεύθυνη δήλωση, ότι έλαβαν γνώση των όρων του διαγωνισμού τους οποίους αποδέχονται πλήρως και ανεπιφύλακτα και ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δέσμευση ή συνέπεια για τον Ιερό Ενοριακό Ναό, αν δεν εγκριθεί το αποτέλεσμα του διαγωνισμού, είτε από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο είτε από το Εξαρχικό Συμβούλιο. Για τη συμμετοχή προσώπου για λογαριασμό άλλου, απαιτείται δήλωση προς το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, με ταυτόχρονη κατάθεση σχετικής εξουσιοδότησης πριν από την έναρξη της διαγωνιστικής διαδικασίας, άλλως θεωρείται ότι το πρόσωπο συμμετέχει για τον εαυτό του. Το αποτέλεσμα του μειοδοτικού διαγωνισμού κατακυρώνεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο υπέρ του προσώπου που προσφέρει το μικρότερο τίμημα και έχει υποβάλει τα οριζόμενα στη διακήρυξη δικαιολογητικά. Μετά το πέρας του διαγωνισμού, σε όλους τους συμμετέχοντες, πλην του τελευταίου μειοδότη, επιστρέφεται στο ακέραιο η εγγύηση συμμετοχής.

6.

Το πρακτικό κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού υπογράφεται από τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και τον τελευταίο μειοδότη. Ένσταση για παραβίαση των όρων της διακήρυξης του διαγωνισμού δικαιούται να υποβάλει ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου όποιος έχει έννομο συμφέρον, εντός κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού, με τις τυχόν υποβληθείσες ενστάσεις, αποστέλλεται στο Εξαρχικό Συμβούλιο για έγκριση. Εφόσον η ένσταση γίνει δεκτή από το Εξαρχικό Συμβούλιο, ο διαγωνισμός ακυρώνεται, επιστρέφεται η εγγύηση συμμετοχής στον τελευταίο μειοδότη και ορίζεται νέα ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. Εφόσον ο διαγωνισμός εγκριθεί, καλείται εγγράφως ο τελευταίος μειοδότης να υπογράψει το σχετικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας εντός τριάντα (30) ημερών. Εάν αυτός δεν προσέλθει εντός της ως άνω προθεσμίας, κηρύσσεται έκπτωτος και η εγγύηση συμμετοχής καταπίπτει υπέρ της Ενορίας.

7.

Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η άνευ διαγωνισμού αγορά ακινήτων από το Ελληνικό Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α., τα Ν.Π.Δ.Δ., τις Δημόσιες Επιχειρήσεις και άλλα Ν.Π.Ι.Δ., τα οποία εκπληρώνουν κοινωφελείς σκοπούς. Επιπλέον, είναι επιτρεπτή η άνευ διαγωνισμού αγορά από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, όταν δεν είναι δυνατόν ή συμφέρον να γίνει διαγωνισμός. Τούτο συντρέχει, ενδεικτικά, στη συνιδιοκτησία εξ αδιαιρέτου και στη λύση της κοινωνίας δικαιώματος κατ’ ιδανικά μέρη, στην περίπτωση που το ακίνητο είναι κατάλληλο για τις ανάγκες και τους σκοπούς της Ενορίας. Η ως άνω απευθείας αγορά γίνεται κατόπιν έκθεσης τουλάχιστον ενός πιστοποιημένου εκτιμητή ακινήτων, αιτιολογημένης απόφασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, έγκρισης του Εξαρχικού Συμβουλίου και τελικής έγκρισης του Οικουμενικού Πατριάρχη και της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι όροι της αγοράς και ο τρόπος καταβολής του τιμήματος. Στις παραπάνω περιπτώσεις, το ζητούμενο τίμημα δεν δύναται να είναι ανώτερο της προσδιοριζόμενης από τον πιστοποιημένο εκτιμητή αγοραίας αξίας ή της αξίας του ακινήτου βάσει συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού. Με την ίδια διαδικασία επιτρέπεται και η απευθείας αγορά ήδη διακατεχόμενων ακινήτων των Ενοριών για τα οποία δεν πληρούνται προϋποθέσεις χρησικτησίας, εφόσον δημιουργήθηκαν νομικές και πραγματικές καταστάσεις που εξυπηρετούν σοβαρές εκκλησιαστικές ανάγκες.

Άρθρο 28

Έργα, προμήθειες και υπηρεσίες των Ενοριών της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου

1.

Η εκτέλεση έργου, προμήθειας και υπηρεσίας υπέρ της Ενορίας, για ποσό άνω των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ, πραγματοποιείται κατόπιν διενέργειας δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού. Εφόσον αντικείμενο του διαγωνισμού είναι η εκτέλεση έργων, αυτός διενεργείται κατόπιν τεχνικής μελέτης ή προμελέτης ή τεχνικής έκθεσης, καθώς και διακήρυξης, που συντάσσο αντικείμενο του διαγωνισμού είναι οι πάσης φύσεως προμήθειες και υπηρεσίες, αυτός διενεργείται κατόπιν διακήρυξης, που συντάσσεται και αποφασίζεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και εγκρίνεται από το Εξαρχικό Συμβούλιο. Περίληψη της διακήρυξης αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων της Ενορίας και στην ιστοσελίδα της και δημοσιεύεται σε μία ημερήσια τοπική εφημερίδα, τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του διαγωνισμού. Απαγορευμένων των τεχνητών κατατμήσεων του αντικειμένου των συμβάσεων, οι απευθείας αναθέσεις έργου, προμήθειας και υπηρεσίας κάτω των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ διενεργούνται μόνο, κατόπιν αιτιολογημένης απόφασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και έγκρισης του Εξαρχικού Συμβουλίου.

2.

Ο διαγωνισμός πρέπει να περιλαμβάνει απαραίτητα τους ακόλουθους όρους:

οφειλέτες του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ., των Ιερών Ναών, των Ιερών Μονών και των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων εν γένει.

κατακυρώνεται ο διαγωνισμός.

3.

Ο διαγωνισμός διεξάγεται δημόσια, κατά τον τρόπο και τη διαδικασία που ορίζεται στη διακήρυξη ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ή επιτροπής, που αυτό ορίζει. Οι ενδιαφερόμενοι καταθέτουν την οριζόμενη στη διακήρυξη εγγύηση συμμετοχής και υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δέσμευση ή συνέπεια για τον Ιερό Ενοριακό Ναό, αν δεν εγκριθεί το αποτέλεσμα του διαγωνισμού, είτε από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο είτε από το Εξαρχικό Συμβούλιο, καθώς επίσης ότι έλαβαν γνώση των όρων του διαγωνισμού τους οποίους αποδέχονται πλήρως και ανεπιφύλακτα και, επίσης, καταθέτουν όλα τα λοιπά δικαιολογητικά που απαιτούνται. Εάν κάποιος συμμετάσχει για λογαριασμό άλλου, πρέπει να το δηλώσει προς το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο ή την επιτροπή, καταθέτοντας ταυτόχρονα τη σχετική εξουσιοδότηση πριν από την έναρξη της διαγωνιστικής διαδικασίας, άλλως θεωρείται ότι συμμετέχει για τον εαυτό του. Το αποτέλεσμα του διαγωνισμού κατακυρώνεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο υπέρ του προσώπου που καταθέτει την πλέον συμφέρουσα προσφορά, σύμφωνα με τους όρους του διαγωνισμού και έχει υποβάλει τα οριζόμενα στη διακήρυξη δικαιολογητικά. Μετά την υπογραφή του πρακτικού κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού, κατά τα οριζόμενα στην επόμενη παράγραφο, επιστρέφεται στο ακέραιο η εγγύηση συμμετοχής σε όλους τους συμμετέχοντες, πλην του προσώπου, υπέρ του οποίου κατακυρώθηκε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού.

4.

Το πρακτικό κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού υπογράφεται από τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και τον ανάδοχο ή νόμιμα εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του. Ένσταση για παραβίαση των όρων της διακήρυξης του διαγωνισμού δικαιούται να υποβάλει ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου όποιος έχει έννομο συμφέρον και δεν έχει λάβει την εγγυητική επιστολή του, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. Στη συνέχεια, το πρακτικό κατακύρωσης, μαζί με τις τυχόν υποβληθείσες ενστάσεις και την έκθεση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, αποστέλλονται στο Εξαρχικό Συμβούλιο για έγκριση. Εφόσον η ένσταση γίνει δεκτή από το Εξαρχικό Συμβούλιο, ο διαγωνισμός ακυρώνεται, επιστρέφεται η εγγύηση συμμετοχής στον ανάδοχο και ορίζεται νέα ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. Εφόσον ο διαγωνισμός εγκριθεί, καλείται εγγράφως ο ανάδοχος να υπογράψει το σχετικό συμφωνητικό εντός δεκαπέντε (15) ημερών. Εάν αυτός δεν προσέλθει εντός της ως άνω προθεσμίας, κηρύσσεται έκπτωτος και η εγγύηση συμμετοχής καταπίπτει υπέρ της Ενορίας. Εάν ο ανάδοχος προσέλθει προκειμένου να υπογράψει το σχετικό συμφωνητικό, η εγγύηση συμμετοχής πρέπει να αντικατασταθεί με την εγγύηση καλής εκτέλεσης, όπως προβλέπεται στους όρους της διακήρυξης.

5.

Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου δεν αφορούν περιπτώσεις διαχειριστικών πράξεων, για τις οποίες οι Ενορίες επιχορηγούνται ή χρηματοδοτούνται από εθνικούς ή ευρωπαϊκούς πόρους, για τις οποίες εφαρμοστέες είναι οι ισχύουσες διατάξεις για τις κρατικές ή δημόσιες συμβάσεις του ν. 4412/2016 (Α΄ 147), αλλά θεσπίζονται μόνο για έργα, υπηρεσίες και προμήθειες που δεν υπάγονται σε αυτές.

Άρθρο 29

Δανειοδότηση της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου, των Ενοριών και Μονών από τραπεζικούς οργανισμούς

1.

Για την έγκριση λήψης δανείου υπέρ της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου απαιτείται απόφαση του Εξαρχικού Συμβουλίου (κατά το άρθρο 5 παρ. 5 περ. ιε), κατόπιν οικονομοτεχνικής έκθεσης υπογεγραμμένης από έναν τουλάχιστον οικονομολόγο, μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας. Η απόφαση τεκμηριώνει κατά πλήρη αιτιολόγηση την αναγκαιότητα λήψης του δανείου, τη δυνατότητα ανταπόκρισης στα τοκοχρεωλύσια, τη λήψη προσφορών από τρεις τουλάχιστον τράπεζες και την πλέον συμφέρουσα εξ αυτών και εγκρίνεται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και την περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

2.

Για την έγκριση λήψης δανείου υπέρ Ενοριών και Ιερών Μονών απαιτείται απόφαση του οικείου Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ή Ηγουμενοσυμβουλίου ή Εφορείας ή Μοναστηριακής Επιτροπής, κατόπιν οικονομοτεχνικής έκθεσης υπογεγραμμένης από έναν τουλάχιστον οικονομολόγο, μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας. Η απόφαση τεκμηριώνει κατά πλήρη αιτιολόγηση την αναγκαιότητα λήψης του δανείου, τη δυνατότητα ανταπόκρισης στα τοκοχρεολύσια, τη λήψη προσφορών από

3.

Σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή υποθήκης σε ακίνητα που εξυπηρετούν θρησκευτικούς σκοπούς, ούτε η παροχή εγγύησης εκ μέρους της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου ή άλλου Ιερού Ναού ή Ιεράς Μονής αυτής.

Άρθρο 30

Ερανικές επιτροπές

1.

Επιτρέπεται η σύσταση ερανικών επιτροπών για τη διενέργεια εράνων εντός της περιφέρειας της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου, με σκοπό την ανέγερση, αποπεράτωση, αγιογράφηση, επισκευή των Ιερών Ναών ή την ενίσχυση του κοινωνικού και ποιμαντικού έργου τους, μετά από απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και έγκριση του Εξαρχικού Συμβουλίου. Στη σχετική απόφαση πρέπει να μνημονεύεται ο σκοπός της διεξαγωγής του εράνου, ο τόπος και χρόνος διεξαγωγής του και τα ονόματα των μελών της ερανικής επιτροπής.

2.

Για τη διενέργεια εράνου και εκτός της περιφέρειας της Πατριαρχικής Εξαρχίας, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Μητροπολίτη, στην Εκκλησιαστική Επαρχία του οποίου διεξάγεται ο έρανος, καθώς και η σχετική έγκριση των αρμόδιων κρατικών αρχών.

3.

Η ερανική επιτροπή, μετά την κατά τα ως άνω σύστασή της, συγκροτείται σε σώμα και εκλέγει τον ταμία της. Πρόεδρός της τίθεται αυτοδίκαια ο πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Με απόφαση της ερανικής επιτροπής ορίζονται οι ομάδες που διενεργούν τον έρανο.

4.

Η ερανική επιτροπή οφείλει να εφοδιάζει τις ομάδες του εράνου με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, προκειμένου να αποδεικνύεται η νομιμότητα του εράνου κατά τους ελέγχους των αρχών.

5.

Η ερανική επιτροπή διεξάγει τον έρανο, με διάθεση προτυπωμένων δελτίων εισφορών συγκεκριμένης αξίας, τα οποία αριθμούνται και σφραγίζονται από την Πατριαρχική Εξαρχία.

6.

Η ερανική επιτροπή υποχρεούται:

προβαίνει σε εκκλησιαστικό έργο, αλλά να καταθέτει το προϊόν του εράνου αμελλητί στον τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί η Ενορία,

εντός μηνός από το πέρας του εράνου, για το αποτέλεσμά του και για το συνολικό χρηματικό ποσό που συγκεντρώθηκε. Επίσης, να καταθέσει στην Πατριαρχική Εξαρχία, εντός της ιδίας προθεσμίας, τα αδιάθετα αριθμημένα και σφραγισμένα δελτία εισφορών.

7.

Το αποτέλεσμα του εράνου εγγράφεται σε ειδικό πεδίο του απολογισμού της Ενορίας.

Άρθρο 31

Λοιπές διατάξεις Οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν εφαρμόζονται στην Ιερά, Βασιλική, Πατριαρχική, Σταυροπηγιακή και Κοινοβιακή Ανδρώα Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστού, η οποία είναι κατά τις νομικές της σχέσεις αυτοτελές, αυτοδιοίκητο, αυτοδέσποτο και αυτεξούσιο Ν.Π.Ι.Δ. και υπάγεται στην άμεση κανονική, εκκλησιαστική και πνευματική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριάρχη, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 331 του ν. 4957/2022.

Άρθρο 32

Έναρξη ισχύος Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος. Αθήνα, 12 Οκτωβρίου 2025 Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΝ. ΤΑΣΟΥΛΑΣ Η Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού ΣΟΦΙΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ Καποδιστρίου 34, 104 32 Αθήνα