Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 30/2007
Κλινικά συμπτώματα συμβατά με τη νόσο του αφθώδους πυρετού παρατηρούνται σε ζώο ευπαθούς είδους και έχει ανιχνευθεί και ταυτοποιηθεί το ιδιάζον ιικό αντιγόνο ή το ριβοζονουκλεϊνικό οξύ (RNA) ενός ή περισσότερων οροτύπων του ιού του αφθώδους πυρετού σε δείγματα που έχουν συλλεγεί από το ζώο ή τα ζώα της ίδιας επιδημιολογικής ομάδας.
Παρατηρούνται σε ζώο ευπαθούς είδους κλινικά συμπτώματα συμβατά με τον αφθώδη πυρετό και το ζώο αυτό, ή άλλα ζώα της αγέλης, είναι θετικά σε εξέταση για αντισώματα κατά δομικών ή μη δομικών πρωτεϊνών του ιού του αφθώδους πυρετού, υπό τον όρο ότι μπορούν να αποκλεισθούν ως πιθανές αιτίες της οροθετικότητας ο προηγούμενος εμβολιασμός, υπολείμματα μητρικών αντισωμάτων ή μη ειδικές αντιδράσεις.
Ιδιάζον ιικό αντιγόνο ή το ιικό RNA ενός ή περισσότερων οροτύπων του ιού του αφθώδους πυρετού έχει ανιχνευθεί και ταυτοποιηθεί σε δείγματα που έχουν συλλεγεί από ζώα ευπαθών ειδών και τα ζώα είναι θετικά σε εξέταση για αντισώματα κατά δομικών ή μη δομικών πρωτεϊνών του ιού του αφθώδους πυρετού, υπό τον όρο ότι, στην περίπτωση αντισωμάτων κατά δομικών πρωτεϊνών, μπορούν να αποκλεισθούν ως πιθανές αιτίες της οροθετικότητας ο προηγούμενος εμβολιασμός, υπολείμματα μητρικών αντισωμάτων ή μη ειδικές αντιδράσεις.
Έχει αποδειχθεί επιδημιολογική σχέση με επιβεβαιωμένη εστία αφθώδους πυρετού και ισχύει τουλάχιστον ένας από τους ακόλουθους όρους:
- α) ένα ή περισσότερα ζώα είναι θετικά σε εξέταση για
αντισώματα κατά δομικών ή μη δομικών πρωτεϊνών του ιού του αφθώδους πυρετού, υπό τον όρο ότι μπορούν να αποκλεισθούν ως πιθανές αιτίες της οροθετικότητας ο προηγούμενος εμβολιασμός, υπολείμματα μητρικών αντισωμάτων ή μη ειδικές αντιδράσεις,
- β) ιδιάζον ιικό ή το ιικό RNA ενός ή περισσότερων
οροτύπων του ιού του αφθώδους πυρετού έχει ανιχνευθεί και ταυτοποιηθεί σε δείγματα που έχουν συλλεγεί από ένα ή περισσότερα ζώα ευπαθών ειδών,
- γ) σε ένα ή περισσότερα ζώα ευπαθών ειδών υπάρχουν
ορολογικές ενδείξεις ενεργού λοίμωξης αφθώδους πυρετού, μέσω της ανίχνευσης ορομετατροπής από οροαρνητική σε οροθετική, σε εξέταση για αντισώματα κατά δομικών ή μη δομικών πρωτεϊνών του ιού του αφθώδους πυρετού και μπορούν να αποκλεισθούν ως πιθανές αιτίες της οροθετικότητας ο προηγούμενος εμβολιασμός, υπολείμματα μητρικών αντισωμάτων ή μη ειδικές αντιδράσεις. Όταν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται προηγούμενη οροαρνητική κατάσταση, η εν λόγω ανίχνευση της ορομετατροπής πρέπει να διενεργείται σε ζεύγη δειγμάτων που έχουν συλλεγεί από τα ίδια ζώα δύο ή περισσότερες φορές που απέχουν χρονικά μεταξύ τους τουλάχιστον 5 ημέρες στην περίπτωση των δομικών πρωτεϊνών, και τουλάχιστον 21 ημέρες στην περίπτωση των μη δομικών πρωτεϊνών,
- δ) κλινικά συμπτώματα συμβατά με τον αφθώδη
πυρετό παρατηρούνται σε ζώο ευπαθούς είδους.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ
(παράρτημα ΙI της οδηγίας 2003/85/ΕΚ) ΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΝΟΣΟΥ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΕΧΕΙ Η ΧΩΡΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΛΟΙΠΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ, ΕΦΟΣΟΝ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΘΕΙ Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΑΦΘΩΔΟΥΣ ΠΥΡΕΤΟΥ
Εντός 24 ωρών από την επιβεβαίωση κάθε πρωτογενούς εστίας ή κρούσματος σε εγκατάσταση ή μεταφορικό μέσο που αναφέρονται στο άρθρο 16, η αρμόδια κτηνιατρική αρχή της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης υποχρεούται να κοινοποιεί στη Διεύθυνση Υγείας των Ζώων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και αυτή με τη σειρά της πληροφορεί την Επιτροπή της Ε.Ε. και τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, μέσω του συστήματος κοινοποίησης των ασθενειών των ζώων το οποίο συστάθηκε σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 82/894/ΕΟΚ:
- α) την ημερομηνία αποστολής,
- β) την ώρα αποστολής,
- γ) τη χώρα προέλευσης,
- δ) την ονομασία της νόσου και τον τύπο του ιού εάν
αυτός είναι γνωστός,
- ε) τον αύξοντα αριθμό της εστίας,
- στ) τον τύπο της εστίας,
- ζ) τον αριθμό αναφοράς της εστίας που συνδέεται με
τη συγκεκριμένη εστία,
- η) την περιφέρεια και τη γεωγραφική θέση της
εκμετάλλευσης,
- θ) άλλη περιφέρεια που υπάγεται σε περιορισμούς,
- ι) την ημερομηνία επιβεβαίωσης και τη μέθοδο που
χρησιμοποιήθηκε για την επιβεβαίωση,
- ια) την ημερομηνία υπόνοιας,
- ιβ) την εκτιμώμενη ημερομηνία πρώτης προσβολής,
- ιγ) την προέλευση της νόσου, στο μέτρο που μπορεί
να προσδιορισθεί,
- ιδ) τα ληφθέντα μέτρα καταπολέμησης της νόσου.
Όταν εκδηλώνονται πρωτογενείς εστίες ή κρούσματα σε εγκαταστάσεις ή μεταφορικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 16, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στο σημείο 1, η αρμόδια κτηνιατρική αρχή της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης ενημερώνει τη Διεύθυνση Υγείας των Ζώων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και αυτή με τη σειρά της διαβιβάζει στην Επιτροπή της Ε.Ε. και στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών τις ακόλουθες πληροφορίες:
- α) τον αριθμό ζώων κάθε ευπαθούς είδους στην
εστία, ή τις εγκαταστάσεις και τα μεταφορικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 16,
- γ) για κάθε τύπο (αναπαραγωγής, πάχυνσης, σφαγής
κλπ.), το ποσοστό νοσηρότητας της νόσου και τον αριθμό των ζώων ευπαθών ειδών στα οποία επιβεβαιώθηκε η παρουσία αφθώδους πυρετού,
- δ) τον αριθμό των ζώων ευπαθών ειδών που θανατώθηκαν
στην εστία, το σφαγείο ή το μεταφορικό μέσο,
- ε) τον αριθμό πτωμάτων που έχουν υποστεί
επεξεργασία και καταστροφή,
- στ) την απόσταση της εστίας από την πλησιέστερη
εκμετάλλευση στην οποία εκτρέφονται ζώα ευπαθών ειδών,
- ζ) σε περίπτωση που επιβεβαιωθεί η παρουσία
αφθώδους πυρετού σε σφαγείο ή σε μεταφορικό μέσο, τη γεωγραφική θέση της ή των εκμεταλλεύσεων προέλευσης των προσβεβλημένων ζώων ή των πτωμάτων τους.
Όταν εκδηλώνονται δευτερογενείς εστίες, οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 πρέπει να διαβιβάζονται εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 82/894/ΕΟΚ.
Η αρμόδια κτηνιατρική αρχή της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης ενημερώνει τη Διεύθυνση Υγείας των Ζώων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και αυτή με τη σειρά της εξασφαλίζει ότι, το συντομότερο δυνατό μετά την παροχή των πληροφοριών σχετικά με μία εστία ή κρούσμα αφθώδους πυρετού σε μια εκμετάλλευση, σφαγείο ή μεταφορικό μέσο, σύμφωνα με τα σημεία 1, 2 και 3, υποβάλλεται γραπτή έκθεση στην Επιτροπή της Ε.Ε. και στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, η οποία περιέχει τουλάχιστον:
- α) την ημερομηνία θανάτωσης των ζώων ευπαθών
ειδών στην εκμετάλλευση, το σφαγείο ή το μεταφορικό μέσο και την ημερομηνία επεξεργασίας των πτωμάτων τους,
- β) τα αποτελέσματα των εξετάσεων που διενεργήθηκαν
σε δείγματα που ελήφθησαν κατά τη θανάτωση των ζώων ευπαθών ειδών,
- γ) στις περιπτώσεις που έχει εφαρμοσθεί η παρέκκλιση
που προβλέπεται στο άρθρο 17, τον αριθμό των ζώων ευπαθών ειδών που έχουν θανατωθεί και υποστεί επεξεργασία και τον αριθμό των ζώων ευπαθών ειδών που πρόκειται να σφαγούν αργότερα, καθώς και την προθεσμία που έχει ορισθεί για τη σφαγή τους,
- δ) κάθε πληροφορία που σχετίζεται με την πιθανή
προέλευση της νόσου ή την πραγματική προέλευσή της, εάν έχει επιβεβαιωθεί,
- ε) όταν εκδηλώνεται πρωτογενής εστία ή κρούσμα
αφθώδους πυρετού σε σφαγείο ή μεταφορικό μέσο, τον γενετικό τύπο του ιού που είναι υπεύθυνος για την εστία ή το κρούσμα,
- στ) όταν έχουν θανατωθεί ζώα ευπαθών ειδών σε
εκμεταλλεύσεις επαφής ή σε εκμεταλλεύσεις με ζώα ευπαθών ειδών για τα οποία υπάρχει υπόνοια ότι έχουν προσβληθεί από τον ιό του αφθώδους πυρετού, πληροφορίες σχετικά με: i) την ημερομηνία θανάτωσης και τον αριθμό των ζώων ευπαθών ειδών κάθε κατηγορίας που θανατώθηκαν σε κάθε εκμετάλλευση, σε περιπτώσεις που δεν θανατώθηκαν ζώα ευπαθών ειδών σε εκμεταλλεύσεις επαφής, πρέπει να δίδονται πληροφορίες για τους λόγους που δικαιολογούν αυτή την απόφαση, ii) την επιδημιολογική σχέση μεταξύ της εστίας ή του κρούσματος αφθώδους πυρετού και κάθε εκμετάλλευσης επαφής ή τους λόγους που δημιούργησαν την υπόνοια παρουσίας αφθώδους πυρετού σε κάθε ύποπτη εκμετάλλευση, iii) τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων που διενεργήθηκαν στα δείγματα, τα οποία ελήφθησαν από τα ζώα ευπαθών ειδών στις εκμεταλλεύσεις και κατά τη στιγμή της θανάτωσής τους.
Όταν το Σύστημα Κοινοποίησης των Ασθενειών των Ζώων δεν λειτουργεί προσωρινά για οποιοδήποτε λόγο, πρέπει να χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ
(παράρτημα ΙII της οδηγίας 2003/85/ΕΚ) ΕΡΕΥΝΑ
Κλινική εξέταση 1.1. Οι εκμεταλλεύσεις πρέπει να υποβάλλονται σε κλινική εξέταση όλων των ζώων ευπαθών ειδών για σημεία ή συμπτώματα αφθώδους πυρετού. 1.2. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δίνεται στα ζώα που ενδέχεται με υψηλή πιθανότητα να έχουν εκτεθεί στον ιό του αφθώδους πυρετού, ιδίως λόγω μεταφοράς από εκμεταλλεύσεις με υποψία κρούσματος, ή λόγω στενής επαφής με πρόσωπα ή εξοπλισμό που ήλθαν σε στενή επαφή με εκμεταλλεύσεις με υποψία κρούσματος. 1.3. Η κλινική εξέταση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη μετάδοση του αφθώδους πυρετού, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου επώασης που αναφέρεται στο άρθρο 2 περίπτωση η), και τον τρόπο με τον οποίον εκτρέφονται τα ζώα των ευπαθών ειδών. 1.4. Τα σχετικά μητρώα που τηρούνται στην εκμετάλλευση πρέπει να εξετάζονται λεπτομερώς, ιδίως όσον αφορά τα στοιχεία που απαιτούνται από την κοινοτική νομοθεσία όσον αφορά την υγεία των ζώων και, εφόσον υπάρχουν, για την νοσηρότητα, τη θνησιμότητα και τις αποβολές, τις κλινικές παρατηρήσεις, τις μεταβολές στην παραγωγικότητα και την πρόσληψη τροφής, την αγορά ή την πώληση ζώων, τις επισκέψεις προσώπων που ενδέχεται να είναι μολυσμένα και άλλες σημαντικές πληροφορίες για το ιστορικό.
Διαδικασίες Δειγματοληψίας 2.1. Γενικές διατάξεις 2.1.1. Οι ορολογικές δειγματοληψίες πραγματοποιούνται: 2.1.1.1. σύμφωνα με τις συστάσεις της επιδημιολογικής ομάδας που συνιστάται στο πλαίσιο της ομάδας εμπειρογνωμόνων που αναφέρεται στο άρθρο 75, και 2.1.1.2. για την υποστήριξη του εντοπισμού της προέλευσης και της παροχής αποδείξεων, λαμβανομένου επίσης υπόψη του ορισμού του Παραρτήματος Ι, για την απουσία προηγούμενης μόλυνσης. 2.1.2. Όταν η δειγματοληψία γίνεται στο πλαίσιο της παρακολούθησης της νόσου μετά την εμφάνιση εστίας, οι ενέργειες αρχίζουν μετά την παρέλευση τουλάχιστον 21 ημερών από την καταστροφή των ευπαθών ζώων από την ή τις προσβεβλημένες εκμεταλλεύσεις και την πραγματοποίηση προκαταρκτικού καθαρισμού και απολύμανσης, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο παρόν Παράρτημα. 2.1.3. Πραγματοποιείται δειγματοληψία από ζώα ευπαθών ειδών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Παραρτήματος σε κάθε περίπτωση που στην εστία ΦΕΚ 30 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 689 όταν τα ζώα αυτά έχουν απομονωθεί από βοοειδή και χοίρους. 2.2. Δειγματοληψίες στις εκμεταλλεύσεις Στις εκμεταλλεύσεις όπου υπάρχει υπόνοια παρουσίας αφθώδους πυρετού χωρίς να υπάρχουν κλινικά συμπτώματα, τα αιγοπρόβατα και, κατόπιν συστάσεως της επιδημιολογικής ομάδας, άλλα ευπαθή είδη πρέπει να εξετάζονται βάσει πρωτοκόλλου δειγματοληψίας κατάλληλου για την ανίχνευση επιπολασμού 5 % με επίπεδο εμπιστοσύνης τουλάχιστον 95 %. 2.3. Δειγματοληψίες στις ζώνες προστασίας Για να αποφασιστεί η κατάργηση σύμφωνα με το άρθρο 34 των μέτρων που προβλέπονται στα άρθρα 19 έως 33, όλες οι εκμεταλλεύσεις εντός της περιμέτρου της ζώνης προστασίας, στις οποίες τα αιγοπρόβατα δεν έχουν έλθει σε άμεση και στενή επαφή με βοοειδή κατά τη διάρκεια μιας περιόδου τουλάχιστον 21 ημερών πριν από τη λήψη των δειγμάτων, πρέπει να εξετάζονται βάσει πρωτοκόλλου δειγματοληψίας κατάλληλου για την ανίχνευση επιπολασμού της νόσου 5 % με επίπεδο εμπιστοσύνης τουλάχιστον 95 %. Οι αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης μπορούν να αποφασίζουν, όταν το επιτρέπουν οι επιδημιολογικές περιστάσεις, ιδίως δε κατ’ εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 34, παράγραφος 1, περίπτωση β), ότι τα δείγματα λαμβάνονται 14 τουλάχιστον ημέρες μετά την εξάλειψη των ευπαθών ζώων στις προσβεβλημένες εκμεταλλεύσεις και τη διενέργεια προκαταρκτικού καθαρισμού και απολύμανσης, υπό τον όρον ότι η δειγματοληψία πραγματοποιείται σύμφωνα με το σημείο 2.3, με τη χρήση στατιστικών παραμέτρων κατάλληλων για την ανίχνευση επιπολασμού της νόσου εντός της αγέλης 2 % με επίπεδο εμπιστοσύνης τουλάχιστον 95 %. 2.4. Δειγματοληψίες στις ζώνες επιτήρησης Για να αποφασιστεί η κατάργηση, σύμφωνα με το άρθρο 42, των μέτρων που προβλέπονται στα άρθρα 35 έως 41, πρέπει να εξετάζονται οι εκμεταλλεύσεις εντός της περιμέτρου της ζώνης επιτήρησης, στις οποίες υπάρχει υπόνοια παρουσίας αφθώδους πυρετού χωρίς να υπάρχουν κλινικά συμπτώματα, ιδίως όπου εκτρέφονται αιγοπρόβατα. Για τους σκοπούς της παρούσας έρευνας αρκεί το υπόδειγμα της πολυσταδιακής δειγματοληψίας, υπό τον όρο ότι τα δείγματα λαμβάνονται: 2.4.1. από εκμεταλλεύσεις σε όλες τις διοικητικές ενότητες εντός της περιμέτρου της ζώνης στην οποία τα αιγοπρόβατα δεν έχουν έλθει σε άμεση και στενή επαφή με βοοειδή κατά τη διάρκεια μιας περιόδου τουλάχιστον 30 ημερών πριν από τη λήψη των δειγμάτων, και 2.4.2. από όσες εκμεταλλεύσεις από τις αναφερόμενες ανωτέρω χρειάζεται να ανιχνευθεί, με επίπεδο εμπιστοσύνης τουλάχιστον 95%, τουλάχιστον 1 προσβεβλημένη εκμετάλλευση εφόσον ο εκτιμώμενος επιπολασμός της νόσου ήταν 2 % με ίση κατανομή στη ζώνη, και 2.4.3. από όσα αιγοπρόβατα ανά εκμετάλλευση χρειάζεται για να ανιχνευθεί επιπολασμός της νόσου εντός της αγέλης 5 % με επίπεδο εμπιστοσύνης τουλάχιστον 95 %, και από όλα τα αιγοπρόβατα εάν υπάρχουν λιγότερα από 15 αιγοπρόβατα στην εκμετάλλευση. 2.5. Δειγματοληψίες για παρακολούθηση 2.5.1. Για την παρακολούθηση των περιοχών εκτός των ζωνών που οριοθετούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19, και ιδίως για την απόδειξη της απουσίας λοίμωξης στον πληθυσμό αιγοπροβάτων που δεν βρίσκεται σε άμεση και στενή επαφή με μη εμβολιασμένα βοοειδή ή χοίρους, εφαρμόζεται ένα πρωτόκολλο δειγματοληψίας που συνιστάται για σκοπούς παρακολούθησης από το Διεθνές Γραφείο Επιζωοτιών, ή ένα πρωτόκολλο δειγματοληψίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2.4, με τη διαφορά σε σύγκριση με την παράγραφο 2.4.2 ότι ο εκτιμώμενος επιπολασμός στην αγέλη καθορίζεται σε 1 %.
Ο αριθμός δειγμάτων που υπολογίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις των σημείων 2.2, 2.3 και 2.4.3 αυξάνεται ώστε να ληφθεί υπόψη η αποδεδειγμένη διαγνωστική ευαισθησία της χρησιμοποιούμενης δοκιμής.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙV
(παράρτημα ΙV της οδηγίας 2003/85/ΕΚ) ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΜΑΝΣΗΣ
Γενικές αρχές και διαδικασίες 1.1. Οι εργασίες καθαρισμού και απολύμανσης που προβλέπονται στο άρθρο 11 πραγματοποιούνται υπό επίσημη επίβλεψη και σύμφωνα με τις οδηγίες του επίσημου κτηνιάτρου. 1.2. Τα απολυμαντικά που χρησιμοποιούνται καθώς και οι πυκνότητά τους πρέπει να είναι εγκεκριμένα από τον Ε.Ο.Φ. για να εξασφαλίζεται η καταστροφή του ιού του αφθώδους πυρετού. 1.3. Η δραστικότητα των απολυμαντικών δεν πρέπει να υποβαθμίζεται λόγω μακροχρόνιας αποθήκευσης. 1.4. Η επιλογή απολυμαντικών και διαδικασιών απολύμανσης πρέπει να γίνεται συνεκτιμώντας τη φύση των κτιρίων, των οχημάτων και των αντικειμένων που πρόκειται να απολυμανθούν. 1.5. Οι συνθήκες υπό τις οποίες χρησιμοποιούνται τα απολιπαντικά και τα απολυμαντικά πρέπει να εξασφαλίζουν ότι δεν βλάπτεται η αποτελεσματικότητά τους. Ειδικότερα, πρέπει να τηρούνται οι τεχνικές παράμετροι που ορίζει ο παρασκευαστής, όπως πίεση, ελάχιστη θερμοκρασία και απαιτούμενος χρόνος επαφής. Η δραστικότητα του απολυμαντικού δεν πρέπει να υποβαθμίζεται λόγω αλληλεπίδρασης με άλλες ουσίες, όπως απολιπαντικά. 1.6. Ανεξάρτητα από το απολυμαντικό που χρησιμοποιείται, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι γενικοί κανόνες: 1.6.1. προσεκτικός εμποτισμός της στρωμνής, καθώς και των κοπράνων με το απολυμαντικό, 1.6.2. πλύση και καθαρισμός με προσεκτικό βούρτσισμα και τρίψιμο όλων των επιφανειών που ενδέχεται να έχουν μολυνθεί και ιδίως του εδάφους, των δαπέδων, των κεκλιμένων διαδρόμων και των τοίχων μετά την απομάκρυνση ή την αποσυναρμολόγηση, εάν είναι δυνατόν, του εξοπλισμού ή των εγκαταστάσεων που διαφορετικά θα εμπόδιζαν τις διαδικασίες αποτελεσματικού καθαρισμού και απολύμανσης, 1.6.3. στη συνέχεια, εκ νέου χρήση απολυμαντικού για το ελάχιστο διάστημα επαφής που ορίζεται στις συστάσεις των παρασκευαστών, να αποφεύγεται οποιοσδήποτε κίνδυνος διάδοσης του ιού του αφθώδους πυρετού και σύμφωνα με τις οδηγίες του επίσημου κτηνιάτρου. 1.7. Όταν η πλύση πραγματοποιείται με υγρά υπό πίεση και μετά την απολύμανση, πρέπει να αποφεύγεται η εκ νέου μόλυνση των τμημάτων που είχαν προηγουμένως καθαριστεί ή απολυμανθεί. 1.8. Πρέπει να συμπεριλαμβάνεται η πλύση, η απολύμανση ή η καταστροφή του εξοπλισμού, των εγκαταστάσεων, των αντικειμένων ή των διαμερισμάτων που ενδέχεται να έχουν μολυνθεί. 1.9. Ο καθαρισμός και η απολύμανση που απαιτούνται στο πλαίσιο του παρόντος διατάγματος πρέπει να καταγράφονται στο μητρώο της εκμετάλλευσης ή, στην περίπτωση οχημάτων, στο ημερολόγιο, και, όταν απαιτείται επίσημη έγκριση, να πιστοποιούνται από τον επιβλέποντα επίσημο κτηνίατρο.
Ειδικές διατάξεις για τον καθαρισμό και την απολύμανση προσβεβλημένων εκμεταλλεύσεων 2.1. Προκαταρκτικός καθαρισμός και απολύμανση 2.1.1. Κατά τη θανάτωση των ζώων, πρέπει να λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα για να αποφεύγεται ή να περιορίζεται στο ελάχιστο η διασπορά του ιού του αφθώδους πυρετού. Μεταξύ άλλων, πρέπει να προβλέπεται η εγκατάσταση προσωρινού εξοπλισμού απολύμανσης, η προμήθεια προστατευτικού ρουχισμού, καταιωνιστήρων, η απολύμανση του χρησιμοποιηθέντος εξοπλισμού, των οργάνων και εγκαταστάσεων και η διακοπή της παροχής ρεύματος στο σύστημα εξαερισμού. 2.1.2. Τα πτώματα των θανατωθέντων ζώων πρέπει να ψεκάζονται με απολυμαντικό και να απομακρύνονται από την εκμετάλλευση με καλυμμένους και στεγανούς περιέκτες προς επεξεργασία και καταστροφή. 2.1.3. Μόλις τα πτώματα των ζώων ευπαθών ειδών απομακρυνθούν για καταστροφή και μεταποίηση και διάθεση, τα μέρη της εκμετάλλευσης στα οποία στεγάζονταν τα ζώα αυτά καθώς και κάθε μέρος άλλων κτιρίων, αυλών κλπ., το οποίο μολύνθηκε κατά τη θανάτωση, τη σφαγή ή τη μεταθανάτια επιθεώρηση, πρέπει να ψεκάζεται με απολυμαντικό εγκεκριμένο για το σκοπό αυτό. 2.1.4. Οι ιστοί και το αίμα το οποίο ενδεχομένως χύθηκε κατά τη σφαγή ή κατά την μεταθανάτια επιθεώρηση καθώς και κάθε ακαθαρσία κτιρίων, αυλών, εργαλείων κλπ., πρέπει να συλλέγονται προσεκτικά και η καταστροφή τους να γίνεται μαζί με τα πτώματα. 2.1.5. Το χρησιμοποιούμενο απολυμαντικό πρέπει να παραμένει στην απολυμαινόμενη επιφάνεια επί 24 τουλάχιστον ώρες. 2.2. Τελικός καθαρισμός και απολύμανση 2.2.1. Το λίπος και οι ακαθαρσίες πρέπει να αφαιρούνται από όλες τις επιφάνειες με απολιπαντικό, στη συνέχεια δε οι επιφάνειες πρέπει να πλένονται με κρύο νερό. 2.2.2. Μετά το πλύσιμο με κρύο νερό, πραγματοποιείται περαιτέρω ψεκασμός με απολυμαντικό. 2.2.3. Μετά από επτά ημέρες, οι εγκαταστάσεις καθαρίζονται και πάλι με απολιπαντικό, ξεπλένονται με κρύο νερό, ψεκάζονται με απολυμαντικό και ξεπλένονται πάλι με κρύο νερό.
Απολύμανση μολυσμένης στρωμνής, κόπρου και κοπρολυμάτων 3.1. Η στερεά φάση της κόπρου και της χρησιμοποιημένης στρωμνής στοιβάζονται, κατά προτίμηση με την προσθήκη 100 χλγ κόκκων άσβεστου ασβέστη ανά 1 m3 κόπρου, για να αποσυντεθούν εξασφαλίζοντας θερμοκρασία τουλάχιστον 70°C σε ολόκληρο το σωρό, ψεκάζονται με απολυμαντικό και δεν χρησιμοποιούνται για περίοδο τουλάχιστον 42 ημερών, κατά τη διάρκεια της οποίας ο σωρός πρέπει είτε να καλύπτεται είτε να αναστοιβάζεται για να εξασφαλίζεται θερμική επεξεργασία όλων των στρωμάτων. 3.2. Η υγρή φάση των κοπρολυμάτων αποθηκεύεται για περίοδο τουλάχιστον 42 ημερών από την τελευταία προσθήκη μολυσματικού υλικού. Η περίοδος αυτή μπορεί να παρατείνεται εάν τα κοπρολύματα είναι πολύ μολυσμένα ή σε περίπτωση αντίξοων καιρικών συνθηκών. Η περίοδος αυτή μπορεί να συντομεύεται εάν έχει προστεθεί απολυμαντικό, έτσι ώστε να μεταβληθεί το pH σε όλη την ουσία σε βαθμό ικανό να καταστρέψει τον ιό του αφθώδους πυρετού.
Ειδικές περιπτώσεις 4.1. Όταν, για τεχνικούς λόγους ή για λόγους ασφάλειας, οι διαδικασίες καθαρισμού και απολύμανσης δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν σύμφωνα με το παρόν διάταγμα, τα κτίρια ή οι εγκαταστάσεις πρέπει να καθαρίζονται και να απολυμαίνονται όσο το δυνατόν περισσότερο για να αποφεύγεται η διάδοση του ιού του αφθώδους πυρετού, πρέπει δε να παραμένουν κενά ζώων ευπαθών ειδών επί 1 τουλάχιστον έτος. 4.2. Κατά παρέκκλιση από τα σημεία 2.1 και 2.2, στην περίπτωση υπαίθριων εκμεταλλεύσεων, μπορεί να ορίζονται ειδικές διαδικασίες καθαρισμού και απολύμανσης, λαμβανόμενων υπόψη του τύπου εκμετάλλευσης και των κλιματικών συνθηκών. 4.3. Κατά παρέκκλιση από το σημείο 3, μπορεί να καθορίζονται ειδικές διαδικασίες για την απολύμανση της κόπρου βάσει επιστημονικών αποδείξεων ότι η διαδικασία εξασφαλίζει αποτελεσματική καταστροφή του ιού του αφθώδους πυρετού.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V
(παράρτημα V της οδηγίας 2003/85/ΕΚ) ΕΠΑΝΕΙΣΑΓΩΓΗ ΖΩΩΝ ΣΤΙΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ
Γενικές αρχές 1.1. Η επανεισαγωγή ζώων στην εκμετάλλευση δεν επιτρέπεται πριν την πάροδο 21 ημερών από την ολοκλήρωση της τελικής απολύμανσης της εκμετάλλευσης. 1.2. Ζώα για την ανασύσταση της αγέλης μπορούν να εισάγονται μόνον υπό τους εξής όρους: 1.2.1. τα ζώα δεν πρέπει να προέρχονται από περιοχές που υπόκεινται σε υγειονομικούς περιορισμούς σε σχέση με τον αφθώδη πυρετό, 1.2.2. οι αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές πρέπει να είναι βέβαιες ότι τυχόν εναπομένων ιός του αφθώδους πυρετού μπορεί να ανιχνευθεί στα ζώα που προορίζονται προς επανεισαγωγή στην εκμετάλλευση είτε, στην περίπτωση βοοειδών ή χοίρων, βάσει κλινικών συμπτωμάτων, είτε, στην περίπτωση άλλων ειδών ευπαθών στον αφθώδη πυρετό, μέσω εργαστηριακών ερευνών οι οποίες διεξάγονται στο τέλος της περιόδου επιτήρησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1.3, ζώα που προορίζονται για επανεισαγωγή στην εκμετάλλευση, αυτά πρέπει: 1.2.3.1. είτε να προέρχονται από εκμετάλλευση που βρίσκεται σε περιοχή ακτίνας τουλάχιστον 10 χλμ από την εκμετάλλευση αυτήν, εντός της οποίας δεν εμφανίστηκε εστία αφθώδους πυρετού επί 30 τουλάχιστον ημέρες, 1.2.3.2. είτε τα ζώα να έχουν υποβληθεί, με αρνητικά αποτελέσματα, σε δοκιμή που περιγράφεται στο Παράρτημα ΧΙΙΙ για την ανίχνευση αντισωμάτων κατά του ιού του αφθώδους πυρετού, η οποία πραγματοποιείται σε δείγματα που λαμβάνονται πριν από την εισαγωγή στην εκμετάλλευση. 1.3. Ανεξάρτητα από το είδος της εκτροφής που εφαρμόζεται στην εκμετάλλευση, η επανεισαγωγή ζώων πρέπει να συμμορφώνεται προς τις ακόλουθες διαδικασίες: 1.3.1. τα ζώα πρέπει να εισάγονται σε όλες τις μονάδες και όλα τα κτίρια της συγκεκριμένης εκμετάλλευσης, 1.3.2. στην περίπτωση εκμετάλλευσης που αποτελείται από περισσότερες της μίας μονάδες ή κτίρια, η επανεισαγωγή δεν απαιτείται να γίνει ταυτόχρονα σε όλες τις μονάδες ή κτίρια. Εντούτοις, κανένα ζώο των ευπαθών ειδών στον αφθώδη πυρετό δεν επιτρέπεται να εγκαταλείψει την εκμετάλλευση, έως ότου όλα τα επανεισαχθέντα ζώα σε όλες τις μονάδες και τα κτίρια δεν έχουν συμπληρώσει όλες τις διαδικασίες επανεισαγωγής. 1.3.3. τα ζώα πρέπει να υποβάλλονται σε κλινική εξέταση ανά τριήμερο κατά το διάστημα των πρώτων 14 ημερών μετά την εισαγωγή τους, 1.3.4. κατά το διάστημα από 15 έως 28 ημέρες μετά την επανεισαγωγή, τα ζώα πρέπει να υποβάλλονται σε κλινική εξέταση μία φορά την εβδομάδα, 1.3.5. μετά την πάροδο 28 τουλάχιστον ημερών από την τελευταία επανεισαγωγή, όλα τα ζώα πρέπει να υποβάλλονται σε κλινική εξέταση και πρέπει να λαμβάνονται δείγματα για την ανίχνευση αντισωμάτων κατά του ιού του αφθώδους πυρετού σύμφωνα με τις απαιτήσεις του σημείου 2.2 του Παραρτήματος ΙΙΙ, 1.4. Η διαδικασία επανεισαγωγής θωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί εάν έχουν ολοκληρωθεί με αρνητικά αποτελέσματα, τα μέτρα που προβλέπονται στο σημείο 1.3.5.
Επέκταση μέτρων και παρεκκλίσεις 2.1. Η αρμόδια κτηνιατρική αρχή μπορεί να επιβάλλει: 2.1.1. τη χρήση ζώων−δεικτών, ιδίως σε εκμεταλλεύσεις που καθαρίζονται και απολυμαίνονται δύσκολα και προπάντων στις υπαίθριες εκμεταλλεύσεις. Λεπτομερείς διατάξεις για τη χρήση δεικτών μπορούν να θεσπίζονται σύμφωνα με την κοινοτική διαδικασία του άρθρου 89, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/85/ΕΚ. 2.1.2. πρόσθετα μέτρα διασφάλισης και ελέγχου στο πλαίσιο της επανεισαγωγής ζώων στην εκμετάλλευση. 2.2. Οι αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές μπορούν να παρεκκλίνουν από τα μέτρα που προβλέπονται στα σημεία 1.3.2 έως 1.3.4 του παρόντος Παραρτήματος όταν η επανεισαγωγή ζώων στην εκμετάλλευση πραγματοποιείται μετά την πάροδο 3 μηνών από την τελευταία εμφάνιση εστίας σε περιοχή ακτίνας 10 χλμ από την εκμετάλλευση στην οποία πραγματοποιείται η επανεισαγωγή.
Επανεισαγωγή σε συνδυασμό με επείγοντα εμβολιασμό 3.1. Η επανεισαγωγή ζώων σε εκμετάλλευση που βρίσκεται σε μία ζώνη εμβολιασμού που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 50, πραγματοποιείται είτε σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος Παραρτήματος είτε σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 2, ή παράγραφος 4 περιπτώσεις α), γ) και δ). 3.2. Οι αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές μπορούν να επιτρέπουν την επανεισαγωγή, σε εκμεταλλεύσεις που βρίσκονται εκτός της ζώνης εμβολιασμού, εμβολιασμένων ζώων μετά την εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 59 και υπό τους εξής όρους: 3.2.1. Στην περίπτωση που τα ζώα που επανεισάγονται είναι εμβολιασμένα σε ποσοστό που υπερβαίνει το 75%, 28 ημέρες τουλάχιστον μετά την τελευταία επανεισαγωγή ζώων ευπαθών ειδών, τα εμβολιασμένα ζώα υποβάλλονται σε δοκιμή για την ανίχνευση αντιγόνων κατά των μη δομικών πρωτεϊνών με τυχαία δειγματοληψία βασιζόμενη στις στατιστικές παραμέτρους που προβλέπονται στο σημείο 2.2 του Παραρτήματος ΙΙΙ, ενώ, για τα μη εμβολιασμένα ζώα, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1, ή 3.2.2. Στην περίπτωση που το ποσοστό των εμβολιασμένων ζώων δεν υπερβαίνει το 75%, τα μη εμβολιασμένα ζώα θεωρούνται δείκτες και εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI
(παράρτημα VΙ της οδηγίας 2003/85/ΕΚ) ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΙΣ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΙΠΠΟΕΙΔΩΝ
Στοιχειώδη μέτρα Όταν έχει επιβεβαιωθεί τουλάχιστον μία εστία αφθώδους πυρετού σύμφωνα με το άρθρο 10, απαγορεύεται η αποστολή ιπποειδών σε άλλα κράτη μέλη, εκτός εάν συνοδεύονται, επιπλέον του εγγράφου αναγνώρισης που προβλέπεται στις αποφάσεις 93/623/ΕΟΚ ή 2000/68/ΕΚ, και από το υγειονομικό πιστοποιητικό που προβλέπεται στο Παράρτημα Γ του π.δ. 528/1991 (Α΄ 204).
Συνιστώμενα πρόσθετα μέτρα 2.1. Μέτρα κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης μετακινήσεων Στην περίπτωση που οι αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης εφαρμόζουν πλήρη απαγόρευση μετακινήσεων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, η μεταφορά ιπποειδών από εκμεταλλεύσεις που υπόκεινται στους περιορισμούς των άρθρων 4 και 10 μπορεί να επιτρέπεται για τα ιπποειδή που χρειάζονται ειδική κτηνιατρική φροντίδα σε εγκαταστάσεις χωρίς ζώα ευπαθών ειδών, εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: 2.1.1. το επείγον του θέματος πρέπει να τεκμηριώνεται από κτηνίατρο, η επικοινωνία με τον οποίο πρέπει να είναι δυνατή ολόκληρο το εικοσιτετράωρο, επί 7 ημέρες την εβδομάδα, 2.1.2. πρέπει να μπορεί να προσκομισθεί η συναίνεση της κλινικής προορισμού, 2.1.3. η μεταφορά πρέπει να έχει εγκριθεί από τις αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές, η επικοινωνία με τις οποίες πρέπει να είναι δυνατή ολόκληρο το εικοσιτετράωρο, επί 7 ημέρες την εβδομάδα, αποφάσεις 93/623/ΕΟΚ ή 2000/68/ΕΚ, 2.1.5. ο επίσημος κτηνίατρος σε βάρδια επιφυλακής, πρέπει να ενημερώνεται για το δρομολόγιο πριν από την αναχώρηση, 2.1.6. τα ιπποειδή πρέπει να καθαρίζονται και να απολυμαίνονται με αποτελεσματικό απολυμαντικό, 2.1.7. τα ιπποειδή πρέπει να μεταφέρονται με κατάλληλο μεταφορικό μέσο που να αναγνωρίζεται σαν όχημα μεταφοράς ιπποειδών, το οποίο καθαρίζεται και απολυμαίνεται πριν και μετά τη χρήση του. 2.2. Έλεγχοι των ιπποειδών στις ζώνες προστασίας και επιτήρησης 2.2.1. Οι μετακινήσεις ιπποειδών εκτός των ζωνών προστασίας και επιτήρησης, δεν υπόκεινται σε όρους πέραν εκείνων που ορίζονται από το π.δ. 528/1991 (Α΄ 204). 2.2.2. Οι μετακινήσεις ιπποειδών εντός των ζωνών προστασίας και επιτήρησης που οριοθετούνται σύμφωνα με το άρθρο 19 υπόκεινται στους εξής όρους: 2.2.2.1. η χρήση ιπποειδών που διατηρούνται σε εκμεταλλεύσεις των ζωνών προστασίας και επιτήρησης οι οποίες δεν έχουν ζώα ευπαθών ειδών, μπορεί να επιτρέπεται στη ζώνη προστασίας, εφόσον λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα καθαρισμού και απολύμανσης, και δεν μπορεί να περιορίζεται σε εγκαταστάσεις που βρίσκονται στη ζώνη επιτήρησης, 2.2.2.2. τα ιπποειδή μπορούν να μεταφέρονται χωρίς περιορισμούς με κατάλληλα μεταφορικά μέσα σε εκμετάλλευση που δεν έχει ζώα ευπαθών ειδών, 2.2.2.3. σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι αρμόδιες νομαρχιακού επιπέδου κτηνιατρικές αρχές μπορούν να επιτρέπουν τη μεταφορά ιπποειδών με προσαρμοσμένα ή εγκεκριμένα μεταφορικά μέσα από εκμετάλλευση που δεν έχει ζώα ευπαθών ειδών σε άλλη εκμετάλλευση που έχει ζώα ευπαθών ειδών και βρίσκεται στη ζώνη προστασίας, εφόσον το όχημα μεταφοράς καθαρίζεται και απολυμαίνεται πριν από τη φόρτωση των ζώων και πριν αποχωρήσει από την εκμετάλλευση προορισμού, 2.2.2.4. επιτρέπονται οι μετακινήσεις ιπποειδών σε δημόσιες οδούς, σε βοσκότοπους που ανήκουν σε εκμεταλλεύσεις που δεν διατηρούν ζώα ευπαθών ειδών και σε χώρους εξάσκησης. 2.2.3. Δεν υπόκεινται σε περιορισμούς η συλλογή σπέρματος, ωαρίων και εμβρύων από ιπποειδή−δότες, εκμεταλλεύσεων των ζωνών προστασίας και επιτήρησης οι οποίες δεν διατηρούν ζώα ευπαθών ειδών, καθώς και η μεταφορά σπέρματος, ωαρίων ή εμβρύων προς ιπποειδή−λήπτες, εκμεταλλεύσεων οι οποίες δεν διατηρούν ζώα ευπαθών ειδών. 2.2.4. Οι επισκέψεις από ιδιοκτήτες ιπποειδών, τον κτηνίατρο, τον σπερματεγχύτη και τον πεταλωτή σε εκμεταλλεύσεις της ζώνης επιτήρησης που διατηρούν ζώα ευπαθών ειδών αλλά δεν υπόκεινται στους περιορισμούς που προβλέπονται στα άρθρα 4 και 10, υπόκεινται στους εξής όρους: 2.2.4.1. τα ιπποειδή είναι διαχωρισμένα από τα ζώα ευπαθών ειδών και η πρόσβαση των προαναφερομένων προσώπων σε ζώα ευπαθών ειδών αποκλείεται ουσιαστικά, 2.2.4.2. όλοι οι επισκέπτες πρέπει να καταγράφονται, 2.2.4.3. τα μέσα μεταφοράς ιπποειδών και τα υποδήματα των επισκεπτών καθαρίζονται και απολυμαίνονται.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII
(παράρτημα VII της οδηγίας 2003/85/ΕΚ) ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ ΙΟΥ ΤΟΥ ΑΦΘΩΔΟΥΣ ΠΥΡΕΤΟΥ
ΜΕΡΟΣ Α
Προϊόντα ζωικής προέλευσης
Προϊόντα με βάση το κρέας που έχουν υποβληθεί σε μία τουλάχιστον από τις επεξεργασίες που προβλέπονται στην πρώτη στήλη του Πίνακα 1 του Παραρτήματος ΙΙΙ του π.δ. 178/2005 (Α΄ 229).
Προβειές και δέρματα που πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 20 και των σημείων Α (2) (γ) ή (δ) του Κεφαλαίου VI του Παραρτήματος VIII του κανονισμού (ΕΚ) υπ’ αριθμ. 1774/2002.
Έριο προβάτων και τρίχες μηρυκαστικών και χοίρων που πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 20 και του σημείου Α (1) του Κεφαλαίου VI του Παραρτήματος VIII του κανονισμού (ΕΚ) υπ’ αριθμ. 1774/2002.
Προϊόντα προερχόμενα από ζώα ευπαθών ειδών τα οποία έχουν υποβληθεί:
- α) σε θερμική επεξεργασία σε ερμητικά κλειστό
περιέκτη με τιμή Fo ίση ή ανώτερη των 3,00, ή
- β) σε θερμική επεξεργασία, κατά τη διάρκεια της
οποίας η θερμοκρασία του κέντρου της μάζης ανέρχεται σε τουλάχιστον 70°C επί τουλάχιστον 60 λεπτά.
Αίμα και προϊόντα αίματος ζώων ευπαθών ειδών που χρησιμοποιούνται για τεχνικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων των φαρμακευτικών προϊόντων, των προϊόντων διάγνωσης in vitro και των εργαστηριακών αντιδραστηρίων, τα οποία έχουν υποβληθεί σε μία τουλάχιστον από τις επεξεργασίες που αναφέρονται στο σημείο Β (3) (ε) (ii) του Κεφαλαίου IV του Παραρτήματος VIII του κανονισμού (ΕΚ) υπ’ αριθμ. 1774/2002.
Λαρδί και τετηγμένα λίπη, τα οποία έχουν υποβληθεί στη θερμική επεξεργασία που αναφέρεται στο σημείο Β (2) (δ) (iv) του Κεφαλαίου ΙV του Παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) υπ’ αριθμ. 1774/2002.
Τροφές ζώων συντροφιάς και δερμάτινα κόκαλα για σκύλους που πληρούν τις απαιτήσεις των σημείων Β (2), (3) ή (4) του Κεφαλαίου ΙΙ του Παραρτήματος VIII του κανονισμού (ΕΚ) υπ’ αριθμ. 1774/2002.
Κυνηγετικά τρόπαια χηλοφόρων που πληρούν τις απαιτήσεις των σημείων Α (1), (3) ή (4) του Κεφαλαίου VΙΙ του Παραρτήματος VIII του κανονισμού (ΕΚ) υπ’ αριθμ. 1774/2002.
Έντερα ζώων τα οποία, σύμφωνα με το Κεφάλαιο 2 του Παραρτήματος Ι του π.δ. 297/1997 (Α΄ 213), έχουν καθαρισθεί, ξυστεί και είτε αλατισθεί με χλωριούχο νάτριο επί 30 ημέρες είτε έχουν λευκανθεί ή ξηρανθεί μετά την ξέση και προστατεύθηκαν από επαναμόλυνση μετά την επεξεργασία. Προϊόντα μη ζωικής προέλευσης
Άχυρο και χορτονομή τα οποία
- α) είτε έχουν υποβληθεί σε κατεργασία
με υδρατμούς σε κλειστό θάλαμο επί τουλάχιστον 10 λεπτά και σε ελάχιστη θερμοκρασία 80°C, ή ii) με ατμούς φορμαλδεΰδης, οι οποίοι εκλύονται από διάλυμα του εμπορίου πυκνότητας 35−40% εντός θαλάμου που διατηρείται κλειστός επί τουλάχιστον 8 ώρες και σε ελάχιστη θερμοκρασία 19ο C, τουλάχιστον 2 χλμ από την πλησιέστερη εστία αφθώδους πυρετού και δεν απομακρύνονται από την εγκατάσταση πριν από την παρέλευση τουλάχιστον τριών μηνών από την ολοκλήρωση των εργασιών καθαρισμού και απολύμανσης που προβλέπονται στο άρθρο 11 και οπωσδήποτε όχι πριν από τη λήξη των περιορισμών στη ζώνη προστασίας.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII
(παράρτημα VIII της οδηγίας 2003/85/ΕΚ)
ΜΕΡΟΣ Α
Επεξεργασία νωπών κρεάτων
Νωπά αποστεωμένα κρέατα Το κρέας, όπως περιγράφεται στο άρθρο 2, σημείο 1) του π.δ. 410/1994 (Α΄ 231), με το διάφραγμα, αλλά χωρίς εντόσθια, από το οποίο έχουν αφαιρεθεί τα οστά και τα βασικά προσιτά λεμφογάγγλια.
Καθαρισμένα εντόσθια: − οι καρδιές, από τις οποίες έχουν αφαιρεθεί πλήρως τα λεμφογάγγλια, ο συνδετικός ιστός και το προσκολλημένο λίπος, − τα συκώτια, από τα οποία έχουν αφαιρεθεί πλήρως τα λεμφογάγγλια, ο προσκολλημένος συνδετικός ιστός και το λίπος, − ολόκληροι οι μασητήρες μύες, χαραγμένοι σύμφωνα με την παράγραφο 41, σημείο α) του Κεφαλαίου VIII του Παραρτήματος Ι του π.δ. 410/1994 (Α΄ 231), από τους οποίους έχουν αφαιρεθεί πλήρως τα λεμφογάγγλια, ο συνδετικός ιστός και το προσκολλημένο λίπος, − οι γλώσσες με επιθήλιο και χωρίς οστά, χόνδρο ή αμυγδαλές, − οι πνεύμονες, από τους οποίους έχουν αφαιρεθεί η τραχεία, οι μεγάλοι βρόγχοι και τα μεσοπνευμόνια και βρογχικά λεμφογάγγλια, − τα λοιπά εντόσθια χωρίς οστά ή χόνδρο, από τα οποία έχουν αφαιρεθεί πλήρως τα λεμφογάγγλια, ο συνδετικός ιστός, το προσκολλημένο λίπος και οι βλεννογόνοι υμένες.
Ωρίμανση: − ωρίμανση των σφαγίων σε θερμοκρασία άνω των + 2°C επί 24 τουλάχιστον ώρες, − τιμή pH στο μέσο του επιμήκους ραχιαίου (Longissimus dorsi) μυός μικρότερη από 6.0.
Πρέπει να εφαρμόζονται αποτελεσματικά μέτρα για την αποφυγή της έμμεσης μόλυνσης. Πρόσθετα μέτρα που εφαρμόζονται στην παραγωγή νωπού κρέατος από ζώα ευπαθών ειδών που προέρχονται από τη ζώνη επιτήρησης
Το νωπό κρέας, πλην των κεφαλών, των σπλάγχνων και των εντοσθίων, που προορίζονται για διάθεση στην αγορά εκτός των ζωνών προστασίας και επιτήρησης, πρέπει να παράγεται σύμφωνα με έναν τουλάχιστον από τους ακόλουθους όρους:
- α) στην περίπτωση των μηρυκαστικών:
τα ζώα έχουν υποβληθεί στους ελέγχους που προβλέπονται στο άρθρο 22 παράγραφος 2, και ii) το κρέας υποβάλλεται στην επεξεργασία που προβλέπεται στα σημεία 1, 3 και 4 του Μέρους Α,
- β) στην περίπτωση των ζώων ευπαθών ειδών:
τα ζώα έχουν διαμείνει στην εκμετάλλευση επί 21 τουλάχιστον ημέρες και ταυτοποιούνται κατά τρόπο που επιτρέπει τον εντοπισμό της εκμετάλλευσης προέλευσης, και ii) τα ζώα έχουν υποβληθεί στους ελέγχους που προβλέπονται στο άρθρο 22 παράγραφος 2, και iii) το κρέας ταυτοποιείται σαφώς και δεσμεύεται υπό επίσημη επιτήρηση επί 7 τουλάχιστον ημέρες και δεν αποδεσμεύεται πριν αποκλεισθεί επίσημα, στο τέλος της περιόδου δέσμευσης, οποιαδήποτε υπόνοια προσβολής από τον ιό του αφθώδους πυρετού στην εκμετάλλευση προέλευσης,
- γ) στην περίπτωση των ζώων ευπαθών ειδών:
τα ζώα έχουν παραμείνει στην εκμετάλλευση προέλευσης επί 21 τουλάχιστον ημέρες κατά τη διάρκεια των οποίων κανένα ζώο είδους ευπαθούς στον αφθώδη πυρετό δεν εισήχθη στην εκμετάλλευση, και ii) τα ζώα έχουν υποβληθεί στους ελέγχους, που προβλέπονται στο άρθρο 22, παράγραφος 2, εντός 24 ωρών πριν από τη φόρτωση, και iii) δείγματα που ελήφθησαν σύμφωνα με τις στατιστικές απαιτήσεις του σημείου 2.2. του Παραρτήματος ΙΙΙ εντός 48 ωρών από τη φόρτωση υποβλήθηκαν, με αρνητικά αποτελέσματα, σε δοκιμή για την ανίχνευση αντισωμάτων κατά του ιού του αφθώδους πυρετού, και iv) το κρέας δεσμεύεται υπό επίσημο έλεγχο επί 24 ώρες και αποδεσμεύεται μόνον όταν, με μια επαναληπτική επιθεώρηση των ζώων της εκμετάλλευσης προέλευσης, αποκλείεται, βάσει κλινικής επιθεώρησης, η παρουσία προσβεβλημένων ζώων ή ζώων για τα οποία υπάρχει υπόνοια ότι έχουν προσβληθεί.
Τα καθαρισμένα εντόσθια επισημαίνονται με το σήμα καταλληλότητας που προβλέπεται από το π.δ. 178/2005 (Α΄ 229) και υποβάλλονται σε μια από τις επεξεργασίες που προβλέπονται στο σημείο 1 του Μέρους Α του Παραρτήματος VII του παρόντος διατάγματος.
Τα λοιπά προϊόντα υποβάλλονται στην επεξεργασία που προβλέπεται στο άρθρο 30.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΧ
(παράρτημα ΙΧ της οδηγίας 2003/85/ΕΚ) ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ ΙΟΥ ΤΟΥ ΑΦΘΩΔΟΥΣ ΠΥΡΕΤΟΥ
ΜΕΡΟΣ Α
Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα ια ανθρώπινη κατανάλωση Οι κατωτέρω επεξεργασίες είναι αναγνωρισμένο ότι παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις όσον αφορά την καταστροφή του ιού του αφθώδους πυρετού στο γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα για ανθρώπινη κατανάλωση. Πρέπει να λαμβάνονται οι αναγκαίες προφυλάξεις για να αποφεύγεται η επαφή του γάλακτος ή των γαλακτοκομικών προϊόντων με οποιαδήποτε δυνητική πηγή του ιού του αφθώδους πυρετού μετά την επεξεργασία.
Το γάλα για ανθρώπινη κατανάλωση πρέπει να υποβάλλεται σε μία τουλάχιστον από τις ακόλουθες επεξεργασίες: 1.3. επεξεργασία ΗTST(2) εφαρμοζόμενη δύο φορές στο γάλα με pH τουλάχιστον 7.0, 1.4. επεξεργασία ΗTST του γάλακτος με pH κάτω του 7.0, 1.5. επεξεργασία ΗTST συνδυασμένη με μια άλλη φυσική επεξεργασία: 1.5.1. είτε μείωση του pH κάτω του 6 επί τουλάχιστον μία ώρα, 1.5.2. είτε πρόσθετη θέρμανση σε 72°C ή περισσότερο, συνδυασμένη με ξήρανση.
Τα γαλακτοκομικά προϊόντα πρέπει είτε να υποβάλλονται σε μία από τις ανωτέρω επεξεργασίες, είτε να παράγονται από γάλα που έχει υποστεί επεξεργασία σύμφωνα με την παράγραφο 1.
Οποιαδήποτε άλλη επεξεργασία αποφασίζεται με την κοινοτική διαδικασία, ιδίως για τα προϊόντα νωπού γάλακτος που υποβάλλονται σε παρατεταμένη περίοδο ωρίμανσης που συνεπάγεται μείωση του pH κάτω του 6. Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα που δεν προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση και γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα για ζωική κατανάλωση Οι κατωτέρω επεξεργασίες είναι αναγνωρισμένο ότι παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις όσον αφορά την καταστροφή του ιού του αφθώδους πυρετού στο γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα που δεν προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση ή που προορίζονται για ζωική κατανάλωση. Πρέπει να λαμβάνονται οι αναγκαίες προφυλάξεις για να αποφεύγεται η επαφή του γάλακτος ή των γαλακτοκομικών προϊόντων με οποιαδήποτε δυνητική πηγή του ιού του αφθώδους πυρετού μετά την επεξεργασία.
Το γάλα που δεν προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση και το γάλα που προορίζεται για ζωική κατανάλωση πρέπει να υποβάλλονται σε μία τουλάχιστον από τις ακόλουθες επεξεργασίες: 1.2. επεξεργασία UHT(1) συνδυασμένη με μια άλλη φυσική επεξεργασία που αναφέρεται στην παράγραφο 1.4.1 ή 1.4.2, 1.3. επεξεργασία ΗTST(2) εφαρμοζόμενη δύο φορές, 1.4. επεξεργασία ΗTST συνδυασμένη με μια άλλη φυσική επεξεργασία: 1.4.1. είτε μείωση του pH κάτω του 6 επί τουλάχιστον μία ώρα, 1.4.2. είτε πρόσθετη θέρμανση σε 72°C ή περισσότερο, συνδυασμένη με ξήρανση.
Τα γαλακτοκομικά προϊόντα πρέπει είτε να υποβάλλονται σε μία από τις ανωτέρω επεξεργασίες είτε να παράγονται από γάλα που έχει υποστεί επεξεργασία σύμφωνα με την παράγραφο 1.
Ο ορός γάλακτος που προορίζεται για τη σίτιση ζώων ευπαθών ειδών και παράγεται από γάλα επεξεργασμένο σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρέπει να συλλέγεται τουλάχιστον 16 ώρες μετά την πήξη του γάλακτος και το μετρούμενο pH του πρέπει να είναι < 6.0 πριν τη μεταφορά στις χοιροτροφικές εκμεταλλεύσεις. (1) UHT= επεξεργασία υπερύψηλης θερμοκρασίας σε 132 °C επί ένα τουλάχιστον δευτερόλεπτο. (2) HTST= ταχεία παστερίωση υψηλής θερμοκρασίας σε 72 °C επί 15 τουλάχιστον δευτερόλεπτα ή ισοδύναμο αποτέλεσμα παστερίωσης αρκετό για να προκαλέσει αρνητική αντίδραση σε δοκιμή φωσφατάσης.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ X
(παράρτημα X της οδηγίας 2003/85/ΕΚ) ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΚΟΥ ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΕΠΕΙΓΟΝΤΟΣ ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΥ
Κριτήρια για την απόφαση διενέργειας προστατευτικού εμβολιασμού Απόφαση Κριτήρια Υπέρ της διενέργειας εμβολιασμού Κατά της διενέργειας εμβολιασμού Πυκνότητα πληθυσμού ευπαθών ζώων Υψηλή Χαμηλή Επικρατούντα κλινικώς προσβεβλημένα είδη Χοίροι Μηρυκαστικά Έξοδος δυνητικά προσβεβλημένων ζώων ή προϊόντων από την προστατευτική ζώνη Ύπαρξη Αποδείξεων Απουσία αποδείξεων Πιθανότητα διάδοσης του ιού με τον αέρα από προσβεβλημένες εκμεταλλεύσεις Υψηλή Χαμηλή ή απούσα Κατάλληλο εμβόλιο Διαθέσιμο Μη διαθέσιμο Προέλευση εστιών (δυνατότητα εντοπισμού) Άγνωστη Γνωστή Κλίση καμπύλης επίπτωσης εστιών Ταχεία άνοδος Μικρή κλίση ή βραδεία άνοδος Κατανομή εστιών Ευρεία Περιορισμένη Αντίδραση του κοινού σε πολιτική ολοκληρωτικής καταστροφής Ισχυρή Ασθενής Αποδοχή περιφερειοποίησης μετά τον εμβολιασμό Ναι Όχι
| Απόφαση | ||
|---|---|---|
| Κριτήρια | Υπέρ της διενέργειας εμβολιασμού | Κατά της διενέργειας εμβολιασμού |
| Πυκνότητα πληθυσμού ευπαθών ζώων | Υψηλή | Χαμηλή |
| Επικρατούντα κλινικώς προσβεβλημένα είδη | Χοίροι | Μηρυκαστικά |
| Έξοδος δυνητικά προσβεβλημένων ζώων ή προϊόντων από την προστατευτική ζώνη | Ύπαρξη Αποδείξεων | Απουσία αποδείξεων |
| Πιθανότητα διάδοσης του ιού με τον αέρα από προσβεβλημένες εκμεταλλεύσεις | Υψηλή | Χαμηλή ή απούσα |
| Κατάλληλο εμβόλιο | Διαθέσιμο | Μη διαθέσιμο |
| Προέλευση εστιών (δυνατότητα εντοπισμού) | Άγνωστη | Γνωστή |
| Κλίση καμπύλης επίπτωσης εστιών | Ταχεία άνοδος | Μικρή κλίση ή βραδεία άνοδος |
| Κατανομή εστιών | Ευρεία | Περιορισμένη |
| Αντίδραση του κοινού σε πολιτική ολοκληρωτικής καταστροφής | Ισχυρή | Ασθενής |
| Αποδοχή περιφερειοποίησης μετά τον εμβολιασμό | Ναι | Όχι |
που αναφέρονται στο άρθρο 10 δεν μπορούν να υποβληθούν σε καθολική θανάτωση εντός 24 ωρών από την επιβεβαίωση της νόσου και
- β) η προληπτική σφαγή των ζώων που ενδέχεται να
έχουν προσβληθεί ή μολυνθεί δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με ασφάλεια εντός διαστήματος μικρότερου των 48 ωρών. −−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−−3. Ορισμός των περιοχών με υψηλή πυκνότητα ζωικού πληθυσμού 3.1. Κατά τη λήψη απόφασης για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν κατ’ εφαρμογήν του παρόντος διατάγματος, και ιδίως για τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 50, παράγραφος 2, οι αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές λαμβάνουν υπόψη, επιπροσθέτως της εμπεριστατωμένης επιδημιολογικής εκτίμησης, τους ορισμούς των περιοχών με υψηλή πυκνότητα ζωικού πληθυσμού, όπως προβλέπονται στο σημείο 3.2 ή, ανάλογα με την περίπτωση, όπως προβλέπονται στο άρθρο 2, περίπτωση κα) του π.δ. 39/2005 (Α΄ 57) και πρέπει να χρησιμοποιείται ο αυστηρότερος ορισμός. Ο ορισμός μπορεί να τροποποιείται βάσει νέων επιστημονικών στοιχείων σύμφωνα με την κοινοτική διαδικασία του άρθρου 89 παράγραφος 2 της οδηγίας 2003/85/ΕΚ. 3.2. Ζώα ευπαθών ειδών Στην περίπτωση των ζώων ευπαθών ειδών, περιοχή με υψηλή πυκνότητα ζωικού πληθυσμού είναι μια γεωγραφική περιοχή ακτίνας 10 χλμ γύρω από μια εκμετάλλευση με ζώα ευπαθών ειδών για τα οποία υπάρχει υπόνοια ότι έχουν προσβληθεί από αφθώδη πυρετό, ή τα οποία προσεβλήθησαν από αφθώδη πυρετό και στην οποία η πυκνότητα των ζώων ευπαθών ειδών είναι υψηλότερη από 1000 κεφαλές ανά τετρ.χλμ. Η εν λόγω εκμετάλλευση πρέπει να βρίσκεται είτε σε Δήμο, στον οποίο η πυκνότητα των ζώων ευπαθών ειδών είναι υψηλότερη από 450 κεφαλές ανά τετρ. χλμ., είτε σε απόσταση κάτω των 20 χλμ από μια τέτοια περιοχή. Απόφαση Κριτήρια Υπέρ της διενέργειας εμβολιασμού Κατά της διενέργειας εμβολιασμού Αποδοχή της περιφερειοποίησης από τις τρίτες χώρες Γνωστή Άγνωστη Συγκριτική οικονομική αξιολόγηση των στρατηγικών καταπολέμησης που είναι δυνατόν να εφαρμοστούν Εάν προβλέπεται ότι μια στρατηγική καταπολέμησης χωρίς επείγοντα εμβολιασμό θα οδηγούσε σε σημαντικά υψηλότερες οικονομικές απώλειες στο γεωργικό και το μη γεωργικό τομέα Εάν προβλέπεται ότι μια στρατηγική καταπολέμησης με επείγοντα εμβολιασμό θα οδηγούσε σε σημαντικά υψηλότερες οικονομικές απώλειες στο γεωργικό και το μη γεωργικό τομέα Προβλέπεται ότι ο κανόνας 24/48 ωρών δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί ουσιαστικά επί δύο συναπτές ημέρες (1) Ναι Όχι Σημαντικές κοινωνικές και ψυχολογικές επιπτώ− σεις της πολιτικής ολοκληρωτικής καταστροφής Ναι Όχι Ύπαρξη μεγάλων εκμεταλλεύσεων εντατικής κτηνοτροφίας σε περιοχή με χαμηλή πυκνότητα ζωικού πληθυσμού Ναι Όχι
Πρόσθετα κριτήρια για την απόφαση διενέργειας εμβολιασμού
| Απόφαση | ||
|---|---|---|
| Κριτήρια | Υπέρ της διενέργειας εμβολιασμού | Κατά της διενέργειας εμβολιασμού |
| Αποδοχή της περιφερειοποίησης από τις τρίτες χώρες | Γνωστή | Άγνωστη |
| Συγκριτική οικονομική αξιολόγηση των στρατηγικών καταπολέμησης που είναι δυνατόν να εφαρμοστούν | Εάν προβλέπεται ότι μια στρατηγική καταπολέμησης χωρίς επείγοντα εμβολιασμό θα οδηγούσε σε σημαντικά υψηλότερες οικονομικές απώλειες στο γεωργικό και το μη γεωργικό τομέα | Εάν προβλέπεται ότι μια στρατηγική καταπολέμησης με επείγοντα εμβολιασμό θα οδηγούσε σε σημαντικά υψηλότερες οικονομικές απώλειες στο γεωργικό και το μη γεωργικό τομέα |
| Προβλέπεται ότι ο κανόνας 24/48 ωρών δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί ουσιαστικά επί δύο συναπτές ημέρες (1) | Ναι | Όχι |
| Σημαντικές κοινωνικές και ψυχολογικές επιπτώ− σεις της πολιτικής ολοκληρωτικής καταστροφής | Ναι | Όχι |
| Ύπαρξη μεγάλων εκμεταλλεύσεων εντατικής κτηνοτροφίας σε περιοχή με χαμηλή πυκνότητα ζωικού πληθυσμού | Ναι | Όχι |
Γερμανία Bayer AG, Koln Γαλλία Merial, SAS, Laboratoire IFFA, Lyon Κάτω Χώρες CIDC−Lelystad, Central Institute for Animal Disease Control, Lelystad Ηνωμένο Βασίλειο Merial, S.A.S., Pirbright Laboratory, Pirbright
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XI
(παράρτημα ΧΙ της οδηγίας 2003/85/ΕΚ)
ΜΕΡΟΣ Α
Εθνικά εργαστήρια εξουσιοδοτημένα να χειρίζονται ζώντες ιούς αφθώδους πυρετού Κράτος μέλος όπου βρίσκεται το εργαστήριο Εργαστήριο Κράτη μέλη που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του εργαστηρίου Αυστρία Osterreichische Agentur fur Gesundheit und Ernahrungs−sicherheit Veterinarmedizinische Untersuchungen Modling Αυστρία Βέλγιο Veterinary and Agrochemical Research Centre CODA−CERVA−VAR, Uccle Βέλγιο Λουξεμβούργο Τσεχική Δημοκρατία Statni veterinarni ustav Praha, Praha Τσεχική Δημοκρατία Γερμανία Friedrich−Loeffler−Institut Bundesforschungsinstitut fur Tiergesundheit, Greifswald – Insel Riems Γερμανία Σλοβακία Δανία Danish Institute for Food and Veterinary Research, Department of Virology, Lindholm Δανία Φινλανδία Σουηδία Ισπανία Laboratorio Central de Sanidad Animal, Madrid Ισπανία Γαλλία Agence francaise de securite sanitaire des aliments (AFSSA) − Laboratoire d ‘etudes et de recherches en pathologie bovine et hygiene des viandes, Lyon − Laboratoire d’etudes et de recherches en pathologie animale et zoonoses, Maisons – Alfort Γαλλία Hνωμένο Βασίλειο Institute for Animal Health, Pirbright Hνωμένο Βασίλειο Εσθονία, Φινλανδία Ιρλανδία, Μάλτα Σουηδία Ελλάδα Ινστιτούτο Αφθώδους Πυρετού, Αγία Παρασκευή Αττικής Ελλάδα Ουγγαρία Orszagos Allategeszsegugyi Intezet (OAI), Budapest Ουγγαρία Ιταλία Instituto zooprofilattico sperimentale della Lombardia e dell’Emilia Romagna, Brescia Ιταλία Kύπρος Λιθουανία Nacionaline veterinarijos laboratorija, Vilnius Λιθουανία Λεττονία Valsts veterinarmedicinas diagnostikas centrs, Riga Λεττονία Κάτω Χώρες CIDC−Lelystad, Central Institute for Animal Disease Control, Lelystad Κάτω Χώρες Πολωνία Zaklad Pryszczycy Panstwowego Instytutu Weterynaryjnego – Panstwowego Instytutu Badawczego, Zdunska Wola Πολωνία Σλοβενία Nacionalni veterinarski istitut, Lubljana Σλοβενία ΦΕΚ 30 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 697
| Κράτος μέλος όπου βρίσκεται το εργαστήριο | Εργαστήριο | Κράτη μέλη που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του εργαστηρίου |
|---|---|---|
| Αυστρία | Osterreichische Agentur fur Gesundheit und Ernahrungs−sicherheit Veterinarmedizinische Untersuchungen Modling | Αυστρία |
| Βέλγιο | Veterinary and Agrochemical Research Centre CODA−CERVA−VAR, Uccle | Βέλγιο Λουξεμβούργο |
| Τσεχική Δημοκρατία | Statni veterinarni ustav Praha, Praha | Τσεχική Δημοκρατία |
| Γερμανία | Friedrich−Loeffler−Institut Bundesforschungsinstitut fur Tiergesundheit, Greifswald – Insel Riems | Γερμανία Σλοβακία |
| Δανία | Danish Institute for Food and Veterinary Research, Department of Virology, Lindholm | Δανία Φινλανδία Σουηδία |
| Ισπανία | Laboratorio Central de Sanidad Animal, Madrid | Ισπανία |
| Γαλλία | Agence francaise de securite sanitaire des aliments (AFSSA) − Laboratoire d ‘etudes et de recherches en pathologie bovine et hygiene des viandes, Lyon − Laboratoire d’etudes et de recherches en pathologie animale et zoonoses, Maisons – Alfort | Γαλλία |
| Hνωμένο Βασίλειο | Institute for Animal Health, Pirbright | Hνωμένο Βασίλειο Εσθονία, Φινλανδία Ιρλανδία, Μάλτα Σουηδία |
| Ελλάδα | Ινστιτούτο Αφθώδους Πυρετού, Αγία Παρασκευή Αττικής | Ελλάδα |
| Ουγγαρία | Orszagos Allategeszsegugyi Intezet (OAI), Budapest | Ουγγαρία |
| Ιταλία | Instituto zooprofilattico sperimentale della Lombardia e dell’Emilia Romagna, Brescia | Ιταλία Kύπρος |
| Λιθουανία | Nacionaline veterinarijos laboratorija, Vilnius | Λιθουανία |
| Λεττονία | Valsts veterinarmedicinas diagnostikas centrs, Riga | Λεττονία |
| Κάτω Χώρες | CIDC−Lelystad, Central Institute for Animal Disease Control, Lelystad | Κάτω Χώρες |
| Πολωνία | Zaklad Pryszczycy Panstwowego Instytutu Weterynaryjnego – Panstwowego Instytutu Badawczego, Zdunska Wola | Πολωνία |
| Σλοβενία | Nacionalni veterinarski istitut, Lubljana | Σλοβενία |
| Κράτος μέλος | Παρασκευαστής | |
| --- | --- | |
| Γερμανία | Bayer AG, Koln | |
| Γαλλία | Merial, SAS, Laboratoire IFFA, Lyon | |
| Κάτω Χώρες | CIDC−Lelystad, Central Institute for Animal Disease Control, Lelystad | |
| Ηνωμένο Βασίλειο | Merial, S.A.S., Pirbright Laboratory, Pirbright |
ΠΡΟΤΥΠΑ ΒΙΟΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΧΕΙΡΙΖΟΝΤΑΙ ΖΩΝΤΕΣ ΙΟΥΣ ΑΦΘΩΔΟΥΣ ΠΥΡΕΤΟΥ
Τα εργαστήρια και οι εγκαταστάσεις που χειρίζονται ζώντες ιούς του αφθώδους πυρετού πρέπει να πληρούν τουλάχιστον τις στοιχειώδεις απαιτήσεις που προβλέπονται στα «Στοιχειώδη πρότυπα για τα εργαστήρια που χειρίζονται τον ιό του αφθώδους πυρετού in vitro και in vivo», τα οποία έχουν θεσπισθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την καταπολέμηση του αφθώδους πυρετού, 26η σύνοδος, Ρώμη, Απρίλιος 1985, όπως τροποποιήθηκαν το 1993.
Τα εργαστήρια και οι εγκαταστάσεις που χειρίζονται ζώντες ιούς του αφθώδους πυρετού πρέπει να υποβάλλονται σε δύο τουλάχιστον επιθεωρήσεις ανά πενταετία, από τις οποίες η μία πραγματοποιείται χωρίς προειδοποίηση.
Η ομάδα των επιθεωρητών περιλαμβάνει τουλάχιστον − ένα εμπειρογνώμονα της Επιτροπής της Ε.Ε., − ένα εμπειρογνώμονα στον αφθώδη πυρετό, − ένα ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα σε θέματα βιοασφάλειας εργαστηρίων που στο πλαίσιο των εργασιών τους αντιμετωπίζουν μικροβιολογικούς κινδύνους.
Η ομάδα των επιθεωρητών υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή της Ε.Ε. και στις αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με την απόφαση 98/139/ ΕΚ.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XIII
(παράρτημα ΧΙΙΙ της οδηγίας 2003/85/ΕΚ) ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΥΠΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΦΘΩΔΗ ΠΥΡΕΤΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΑΛΛΩΝ ΦΥΣΑΛΙΔΩΔΩΝ ΙΟΓΕΝΩΝ ΝΟΣΩΝ Στο πλαίσιο του παρόντος Παραρτήματος, ο όρος «δοκιμή» αναφέρεται σε μια εργαστηριακή διαγνωστική διαδικασία και ο όρος «πρότυπο» σε ένα αντιδραστήριο αναφοράς που έχει καταστεί διεθνώς αποδεκτό πρότυπο μετά από συγκριτικές δοκιμές που διεξήχθησαν σε διάφορα εργαστήρια.
ΜΕΡΟΣ Α
Διαγνωστικές δοκιμές
Συνιστώμενες διαδικασίες Οι διαγνωστικές δοκιμές που περιγράφονται στο Εγχειρίδιο του Διεθνούς Γραφείου Επιζωοτιών, ως οι «επιβαλλόμενες δοκιμές» για το διεθνές εμπόριο, αποτελούν τις δοκιμές αναφοράς για τη διάγνωση φυσαλιδωδών νόσων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Τα εθνικά εργαστήρια πρέπει να υιοθετούν πρότυπα και δοκιμές τουλάχιστον εξίσου αυστηρά με τα οριζόμενα στο εγχειρίδιο του Διεθνούς Γραφείου Επιζωοτιών.
Εναλλακτικές διαδικασίες Η χρήση των δοκιμών που ορίζονται στο εγχειρίδιο του Διεθνούς Γραφείου Επιζωοτιών ως «εναλλακτικές δοκιμές», ή άλλων δοκιμών που δεν περιλαμβάνονται στο εγχειρίδιο του Διεθνούς Γραφείου Επιζωοτιών επιτρέπεται, υπό τον όρον ότι η απόδοση της δοκιμής έχει αποδειχθεί ότι πληροί τουλάχιστον τις παραμέτρους ευαισθησίας και ειδικότητας που προβλέπονται στο εγχειρίδιο του Διεθνούς Γραφείου Επιζωοτιών ή στα Παραρτήματα της κοινοτικής νομοθεσίας, εάν αυτή είναι αυστηρότερη. Τα εθνικά εργαστήρια που εκδίδουν αποτελέσματα για χρήση στο εθνικό, ενδοκοινοτικό ή διεθνές εμπόριο πρέπει να εκδίδουν και να φυλάσσουν τα αναγκαία στοιχεία που αποδεικνύουν τη συμμόρφωση των διαδικασιών δοκιμής που εφαρμόζουν προς τις σχετικές απαιτήσεις του Διεθνούς Γραφείου Επιζωοτιών ή της Κοινότητας.
Πρότυπα και ποιοτικός έλεγχος Τα εθνικά εργαστήρια συμμετέχουν σε περιοδικές ασκήσεις τυποποίησης και εξωτερικής διασφάλισης ποιότητας που διοργανώνονται από το κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς. Στο πλαίσιο των ασκήσεων αυτών, το κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς μπορεί να λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα που επέτυχε ένα εθνικό εργαστήριο το οποίο συμμετείχε, κατά τη διάρκεια ευλόγου χρονικού διαστήματος, σε άσκηση διασφάλισης ποιότητας που είχε διοργανωθεί από έναν από τους διεθνείς οργανισμούς που είναι αρμόδιοι για την εξωτερική διασφάλιση ποιότητας στη διάγνωση φυσαλιδωδών ιογενών νόσων, όπως το Διεθνές Γραφείο Επιζωοτιών (ΟΙΕ), ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) ή η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας. Τα εθνικά εργαστήρια πρέπει να εφαρμόζουν προγράμματα εσωτερικής διασφάλισης ποιότητας. Οι προδιαγραφές των προγραμμάτων αυτών θεσπίζονται με την κοινοτική διαδικασία. Έως ότου θεσπιστούν λεπτομερείς διατάξεις, εφαρμόζονται οι προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στις κατευθυντήριες γραμμές του Διεθνούς Γραφείου Επιζωοτιών για την αξιολόγηση της ποιότητας των εργαστηρίων (Επιτροπή Προτύπων του Διεθνούς Γραφείου Επιζωοτιών, Σεπτέμβριος 1995). Στο πλαίσιο της διασφάλισης ποιότητας, τα εθνικά εργαστήρια πρέπει να αποδεικνύουν τη συμμόρφωση των δοκιμών που συνήθως χρησιμοποιούν προς τις απαιτήσεις ευαισθησίας και ειδικότητας που ορίζονται στο εγχειρίδιο του Διεθνούς Γραφείου Επιζωοτιών ή στο Παράρτημα XIV του παρόντος διατάγματος, εάν αυτές είναι αυστηρότερες.
Διαδικασίες έγκρισης και αναθεώρησης δοκιμών και προτύπων για τη διάγνωση φυσαλιδωδών ιογενών νόσων. Οι δοκιμές και τα πρότυπα για τη διάγνωση φυσαλιδωδών ιογενών νόσων θεσπίζονται σύμφωνα με την κοινοτική διαδικασία, του άρθρου 89 παράγραφος 2 της οδηγίας 2003/85/ΕΚ.
Διαδικασία συμμόρφωσης Τα δεδομένα από τις ασκήσεις τυποποίησης και εξωτερικής διασφάλισης ποιότητας που διοργανώνονται από το κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς αξιολογούνται κατά τις ετήσιες συνεδριάσεις των εθνικών εργαστηρίων και κοινοποιούνται στην Επιτροπή της Ε.Ε. με σκοπό την αναθεώρηση του καταλόγου εθνικών εργαστηρίων που περιλαμβάνεται στο Μέρος Α του Παραρτήματος XI. ειδικότητας, υποχρεούνται από την Επιτροπή της Ε.Ε. να προσαρμόσουν τις διαδικασίες τους εντός της κατάλληλης προθεσμίας, για να εξασφαλίσουν την τήρηση των εν λόγω απαιτήσεων. Η αδυναμία τους να αποδείξουν το απαιτούμενο επίπεδο επάρκειας εντός της απαιτούμενης προθεσμίας έχει ως αποτέλεσμα την μη αναγνώριση στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας όλων των δοκιμών που εκτελούν μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας.
Επιλογή και μεταφορά δειγμάτων Δείγμα υλικού που συλλέγεται επιτόπου αποστέλλεται σε ένα από τα εργαστήρια που απαριθμούνται στο Μέρος Α του Παραρτήματος XI. Στις περιπτώσεις που δεν είναι διαθέσιμα δείγματα ή δεν είναι κατάλληλα για μεταφορά, γίνεται δεκτό ζωικό υλικό, το οποίο έχει ληφθεί από το ίδιο είδος ξενιστή, ή υλικό κυτταροκαλλιέργειας με μικρό αριθμό διόδων. Πρέπει να δίνεται το ιστορικό του ζωικού ή κυτταρικού υλικού. Τα δείγματα για τη διάγνωση φυσαλιδωδών ιογενών νόσων μπορούν να μεταφέρονται σε 4°C, εάν ο προβλεπόμενος χρόνος μεταφοράς στο εργαστήριο υποδοχής είναι μικρότερος των 24 ωρών. Για τα οισοφαγικά−φαρυγγικά δείγματα, συνιστάται η μεταφορά επί στερεού διοξειδίου του άνθρακα ή υγρού αζώτου, ιδίως εάν δεν μπορούν να αποκλεισθούν καθυστερήσεις στα αεροδρόμια. Απαιτούνται ειδικές προφυλάξεις για την ασφαλή συσκευασία υλικού που προέρχεται από ζώα για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι είναι φορείς του αφθώδους πυρετού, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και μεταξύ χωρών. Οι κανονισμοί αυτοί αποσκοπούν κυρίως στην πρόληψη της θραύσης ή της διαρροής των περιεκτών και του κινδύνου μόλυνσης, αλλά είναι επίσης σημαντικό να εξασφαλίζεται ότι τα δείγματα φθάνουν στον προορισμό τους σε ικανοποιητική κατάσταση. Οι παγοκύστεις είναι προτιμότερες από τον υγρό πάγο, για να αποφεύγεται η πιθανότητα διαρροής ύδατος από τη συσκευασία. Η προειδοποίηση για την άφιξη και η συμφωνία για την παραλαβή πρέπει να διακανονίζονται με το εργαστήριο υποδοχής πριν την αποστολή των δειγμάτων. Πρέπει να τηρείται η νομοθεσία των ενδιαφερόμενων κρατών μελών όσον αφορά τις εισαγωγές και τις εξαγωγές. Πρότυπα Τα πρωτόκολλα που αναφέρονται στο Εγχειρίδιο του Διεθνούς Γραφείου Επιζωοτιών περιλαμβάνουν διαδικασίες αναφοράς για την απομόνωση του ιού, για την ανίχνευση αντιγόνου και την ανίχνευση αντισωμάτων των φυσαλιδωδών ασθενειών.
Αφθώδης πυρετός 1.1. Ανίχνευση αντιγόνου Τα πρότυπα για την ανίχνευση αντιγόνου του ιού του αφθώδους πυρετού καθορίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 89 παράγραφος 2 της οδηγίας 2003/85/ΕΚ. Τυποποιημένα, αδρανοποιημένα αντιγόνα και των 7 οροτύπων είναι διαθέσιμα από το Παγκόσμιο Εργαστήριο Αναφοράς του Διεθνούς Γραφείου Επιζωοτιών /FAO για τον αφθώδη πυρετό. Τα εθνικά εργαστήρια πρέπει να εξασφαλίζουν ότι το σύστημα ανίχνευσης αντιγόνου που χρησιμοποιούν πληροί τα εν λόγω στοιχειώδη πρότυπα. Εάν χρειάζεται, συμβουλεύονται το Κοινοτικό Εργαστήριο Αναφοράς σχετικά με τις αραιώσεις των εν λόγω αντιγόνων που πρέπει να χρησιμοποιούνται ως ισχυροί και ασθενείς θετικοί μάρτυρες. 1.2. Απομόνωση του ιού Τα πρότυπα για την ανίχνευση του ιού του αφθώδους πυρετού καθορίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 89 παράγραφος 2 της οδηγίας 2003/85/ΕΚ. Απομονώματα του ιού του αφθώδους πυρετού είναι διαθέσιμα από το Παγκόσμιο Εργαστήριο Αναφοράς. Τα εθνικά εργαστήρια εξασφαλίζουν ότι τα συστήματα ιστοκαλλιέργειας που χρησιμοποιούν για την απομόνωση του ιού του αφθώδους πυρετού είναι ευαίσθητα στο πλήρες φάσμα των οροτύπων και στελεχών για τα οποία το εργαστήριο διατηρεί διαγνωστική ικανότητα. 1.3. Μέθοδοι ανίχνευσης νουκλεϊνικού οξέος Τα πρότυπα για την ανίχνευση του RNA του ιού του αφθώδους πυρετού καθορίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 89 παράγραφος 2 της οδηγίας 2003/85/ΕΚ. Η Επιτροπή της Ε.Ε. μεριμνά ώστε, με σκοπό τη μελλοντική τυποποίηση, να διενεργούνται συγκριτικές δοκιμές της ευαισθησίας των μεθόδων ανίχνευσης RNA μεταξύ εθνικών εργαστηρίων. Η Επιτροπή της Ε.Ε. μεριμνά ώστε, λαμβανομένων υπόψη των πρακτικών δυσκολιών αποθήκευσης νουκλεϊνικών οξέων για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, να διατίθενται από το κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς τυποποιημένα αντιδραστήρια διασφάλισης ποιότητας για την ανίχνευση του RNA του ιού του αφθώδους πυρετού. 1.4. Ανίχνευση αντισώματος (δομικές πρωτεΐνες) Τα πρότυπα για την ανίχνευση αντισωμάτων κατά του ιού του αφθώδους πυρετού καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 89 παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/85/ΕΚ. Τυποποιημένοι αντιοροί για τους τύπους του ιού του αφθώδους πυρετού O1−Manisa, A22−Iraq και C−Noville έχουν καθορισθεί από την “FAO Phase XV Standardisation Exercise in foot−and−mouth disease antibody detection” το 1998. τυποποιημένοι οροί αναφοράς για όλες τις βασικές αντιγονικές παραλλαγές του ιού του αφθώδους πυρετού, κατόπιν ασκήσεων τυποποίησης μεταξύ του Κοινοτικού Εργαστηρίου Αναφοράς και των εθνικών εργαστηρίων. Οι εν λόγω οροί αναφοράς υιοθετούνται ως πρότυπα για χρήση από τα εθνικά εργαστήρια στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. 1.5. Ανίχνευση αντισώματος (μη δομικές πρωτεΐνες) Τα πρότυπα για την ανίχνευση αντισώματος κατά του ιού του αφθώδους πυρετού καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 89 παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/85/ΕΚ. τυποποίησης μεταξύ του Κοινοτικού Εργαστηρίου Αναφοράς και των εθνικών εργαστηρίων. Οι εν λόγω οροί αναφοράς υιοθετούνται ως πρότυπα για χρήση από τα εθνικά εργαστήρια στην Κοινότητα.
Φυσαλιδώδης νόσος των χοίρων (ΦΝΧ) Η διάγνωση της ΦΝΧ πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την απόφαση 2000/428/ΕΚ.
Λοιπές φυσαλιδώδεις νόσοι Στις περιπτώσεις που κρίνεται αναγκαίο, η Επιτροπή της Ε.Ε. καθορίζει πρότυπα για την εργαστηριακή διάγνωση της φυσαλιδώδους στοματίτιδας ή του φυσαλιδώδους εξανθήματος των χοίρων, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 89 παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/85/ΕΚ. Τα εθνικά εργαστήρια μπορούν να διατηρούν την εργαστηριακή ικανότητα διάγνωσης και άλλων φυσαλιδωδών ιογενών νόσων εκτός του αφθώδους πυρετού και της ΦΝΧ, δηλαδή της φυσαλιδώδους στοματίτιδας και του φυσαλιδώδους εξανθήματος των χοίρων. Τα εθνικά εργαστήρια που επιθυμούν να διατηρήσουν διαγνωστική ικανότητα για τους ιούς αυτούς μπορούν να αποκτήσουν αντιδραστήρια αναφοράς από το Παγκόσμιο Εργαστήριο Αναφοράς για τον Αφθώδη Πυρετό του Pirbright ή από το αντίστοιχο εργαστήριο αναφοράς του ΔΓΕ.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XIV
(παράρτημα ΧΙV της οδηγίας 2003/85/ΕΚ) ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΤΙΓΟΝΩΝ ΚΑΙ ΕΜΒΟΛΙΩΝ
Όροι για την προμήθεια και την αποθήκευση συμπυκνωμένου αδρανοποιημένου αντιγόνου το οποίο προμηθεύεται η κοινοτική τράπεζα αντιγόνων και εμβολίων:
- α) κάθε αντιγόνο αποτελείται από μία και μόνη
ομοιογενή παρτίδα,
- β) κάθε παρτίδα διαιρείται σε δύο τμήματα προς
αποθήκευση σε δύο χωριστές γεωγραφικές τοποθεσίες υπό την ευθύνη των καθορισμένων εγκαταστάσεων της κοινοτικής τράπεζας αντιγόνων και εμβολίων,
- γ) το αντιγόνο πληροί τουλάχιστον τις απαιτήσεις της
Ευρωπαϊκής Φαρμακοποιίας και τις σχετικές διατάξεις του Εγχειριδίου του Διεθνούς Γραφείου Επιζωοτιών,
- δ) οι αρχές της ορθής παρασκευαστικής πρακτικής
τηρούνται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας παρασκευής, συμπεριλαμβανομένης της αποθήκευσης και της τελικής παρασκευής του εμβολίου που ανασυνιστάται από τα αποθηκευμένα αντιγόνα,
- ε) εάν δεν ορίζεται διαφορετικά στα πρότυπα που
αναφέρονται στο σημείο γ), το αντιγόνο καθαρίζεται για να αφαιρεθούν οι μη δομικές πρωτεΐνες του ιού του αφθώδους πυρετού. Ο καθαρισμός πρέπει να εξασφαλίζει τουλάχιστον ότι η υπολειμματική περιεκτικότητα σε μη δομικές πρωτεΐνες των εμβολίων που έχουν ανασυσταθεί από το αντιγόνο αυτό δεν οδηγεί σε ανιχνεύσιμα επίπεδα αντισωμάτων κατά των μη δομικών πρωτεϊνών στα ζώα στα οποία είχε γίνει ένα αρχικό και ένα επαναληπτικό εμβόλιο.
Όροι για τη μορφοποίηση, την τελική παρασκευή, την εμφιάλωση, την επισήμανση και την παράδοση εμβολίων που ανασυνιστώνται από συμπυκνωμένο αδρανοποιημένο αντιγόνο το οποίο προμηθεύεται η κοινοτική τράπεζα αντιγόνων και εμβολίων:
- α) ταχεία μορφοποίηση σε εμβόλιο του αντιγόνου που
αναφέρεται στο άρθρο 81 της οδηγίας 2003/85/ΕΚ,
- β) παραγωγή ασφαλούς, στείρου και αποτελεσματικού
εμβολίου με ισχύ τουλάχιστον 6 PD50, σύμφωνα με τις δοκιμές που προβλέπονται από την Ευρωπαϊκή Φαρμακοποιία, και κατάλληλου για χρήση σε περίπτωση επείγοντος εμβολιασμού μηρυκαστικών και χοίρων,
- γ) ικανότητα μορφοποίησης από το συμπυκνωμένο
αδρανοποιημένο αντιγόνο που βρίσκεται στο απόθεμα: i) μέχρι ένα εκατομμύριο δόσεις εμβολίου εντός τεσσάρων ημερών από την εντολή της Επιτροπής της Ε.Ε., ii) επιπροσθέτως, μέχρι τέσσερα εκατομμύρια δόσεις εμβολίου εντός 10 ημερών από την εντολή της Επιτροπής της Ε.Ε.
- δ) ταχεία εμφιάλωση, επισήμανση και διανομή του
εμβολίου ανάλογα με τις συγκεκριμένες ανάγκες της περιοχής στην οποία πρόκειται να διενεργηθεί ο εμβολιασμός.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XV
(παράρτημα XV της οδηγίας 2003/85/ΕΚ) ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΩΝ Οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα των εθνικών εργαστηρίων που αναφέρονται στο άρθρο 66 ως προς τον αφθώδη πυρετό και τις λοιπές φυσαλιδώδεις νόσους, έχουν ως εξής:
Όλα τα εθνικά εργαστήρια που χειρίζονται ζώντες ιούς του αφθώδους πυρετού πρέπει να λειτουργούν υπό συνθήκες υψηλής ασφάλειας, όπως αυτές προβλέπονται στα «Στοιχειώδη πρότυπα για τα εργαστήρια που χειρίζονται τον ιό του αφθώδους πυρετού in vitro και in vivo» − Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την καταπολέμηση του αφθώδους πυρετού − 26η σύνοδος, Ρώμη, 1985, όπως τροποποιήθηκαν από το Προσάρτημα 6 σημείο ii) της έκθεσης της 30ής συνόδου, Ρώμη, 1993.
Τα εθνικά εργαστήρια πρέπει να βρίσκονται σε συνεχή ετοιμότητα για τη διάγνωση των φυσαλιδωδών ιογενών ασθενειών και πρέπει να είναι εξοπλισμένα και ειδικευμένα για την παροχή ταχείας αρχικής διάγνωσης.
Τα εθνικά εργαστήρια πρέπει να διατηρούν αδρανοποιημένα στελέχη αναφοράς όλων των οροτύπων του ιού του αφθώδους πυρετού, άνοσους ορούς κατά των ιών, καθώς και όλα τα άλλα αναγκαία αντιδραστήρια για ταχεία διάγνωση. Πρέπει να υπάρχουν συνεχώς έτοιμες οι κατάλληλες κυτταροκαλλιέργειες για την επιβεβαίωση μιας αρνητικής διάγνωσης.
Τα εθνικά εργαστήρια πρέπει να είναι εξοπλισμένα και ειδικευμένα για μεγάλης κλίμακας ορολογική παρακολούθηση. και να μεταφέρονται γρήγορα, σύμφωνα με καθορισμένο πρωτόκολλο στο εθνικό εργαστήριο αναφοράς. Οι αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές της Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης εξασφαλίζουν ότι ο αναγκαίος εξοπλισμός και το υλικό για τη συλλογή και μεταφορά των δειγμάτων στο εθνικό εργαστήριο αναφοράς βρίσκονται αποθηκευμένα σε ετοιμότητα σε τοπικούς χώρους.
Για όλους τους ιούς που είναι υπεύθυνοι για νέες εισβολές στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, πρέπει να πραγματοποιούνται προσδιορισμός του τύπου του αντιγόνου και χαρακτηρισμός του γονιδιώματος. Το έργο αυτό μπορεί να εκτελείται από το εθνικό εργαστήριο, εάν διαθέτει τα απαιτούμενα μέσα, διαφορετικά, το εθνικό εργαστήριο αποστέλλει το ταχύτερο δυνατόν δείγμα του ιού από το αρχικό κρούσμα στο κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς για επιβεβαίωση και περαιτέρω χαρακτηρισμό, συμπεριλαμβανομένης της γνωμοδότησης για τη σχέση του αντιγόνου του στελέχους του επιτόπιου δείγματος με τα στελέχη εμβολίων που φυλάσσονται στις κοινοτικές τράπεζες αντιγόνων και εμβολίων. Η ίδια διαδικασία πρέπει να ακολουθείται για τους ιούς που δέχονται τα εθνικά εργαστήρια από τρίτες χώρες, σε περιπτώσεις όπου ο χαρακτηρισμός του ιού ενδέχεται να είναι προς όφελος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
Το εθνικό εργαστήριο αναφοράς πρέπει να παρέχει τα επιδημιολογικά δεδομένα στο κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς.
Το εθνικό εργαστήριο αναφοράς πρέπει να συνεργάζεται με το κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς, ώστε οι κτηνίατροι των αρχών να έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν κλινικά περιστατικά αφθώδους πυρετού στα πλαίσια της συνεχούς εκπαίδευσής τους.
Το εθνικό εργαστήριο αναφοράς συνεργάζεται με το Κοινοτικό Εργαστήριο Αναφοράς και τα άλλα εθνικά εργαστήρια για την ανάπτυξη βελτιωμένων διαγνωστικών μεθόδων και την ανταλλαγή του σχετικού υλικού και πληροφοριών.
Το εθνικό εργαστήριο αναφοράς συμμετέχει στις ασκήσεις διασφάλισης ποιότητας και τυποποίησης που διοργανώνονται από το κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς.
Το εθνικό εργαστήριο αναφοράς χρησιμοποιεί δοκιμές και πρότυπα που πληρούν τουλάχιστον τα κριτήρια του Παραρτήματος XIII. Το εθνικό εργαστήριο αναφοράς παρέχει στην Επιτροπή της Ε.Ε. κατόπιν αιτήσεώς της τα δεδομένα που αποδεικνύουν ότι οι χρησιμοποιούμενες δοκιμές πληρούν τουλάχιστον τις απαιτήσεις αυτές.
Το εθνικό εργαστήριο αναφοράς πρέπει να έχει την ικανότητα να ταυτοποιεί όλους τους ιούς φυσαλιδωδών ασθενειών και τον ιό της εγκεφαλομυοκαρδίτιδας, ώστε να αποφεύγονται καθυστερήσεις στη διάγνωση και, κατά συνέπεια, στην εφαρμογή μέτρων καταπολέμησης εκ μέρους των αρμόδιων κτηνιατρικών αρχών.
Τα εθνικά εργαστήρια συνεργάζονται με άλλα εργαστήρια τα οποία υποδεικνύονται από τη Διεύθυνση Υγείας των Ζώων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για την εκτέλεση δοκιμασιών, π.χ. ορολογικών δοκιμών, που δεν συνεπάγονται οποιοδήποτε χειρισμό ζώντων στελεχών του ιού του αφθώδους πυρετού. Τα εν λόγω εργαστήρια δεν εκτελούν ανίχνευση ιών σε δείγματα που λαμβάνονται από κρούσματα ύποπτα για φυσαλιδώδεις νόσους. Τα εργαστήρια αυτά δεν χρειάζεται να πληρούν τα πρότυπα βιοασφάλειας του Παραρτήματος XII σημείο 1, αλλά πρέπει να εφαρμόζουν διαδικασίες που εξασφαλίζουν ότι αποκλείεται ουσιαστικά η εξάπλωση του ιού του αφθώδους πυρετού. Τα δείγματα που δίνουν αμφίβολα αποτελέσματα στις εκτελούμενες δοκιμές πρέπει να διαβιβάζονται στο εθνικό εργαστήριο αναφοράς για τη διενέργεια επιβεβαιωτικών δοκιμών.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XVI
(παράρτημα XVΙ της οδηγίας 2003/85/ΕΚ) ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΦΘΩΔΗ ΠΥΡΕΤΟ Οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του Κοινοτικού Εργαστηρίου Αναφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 66 έχουν ως εξής:
Εξασφαλίζει τις επαφές μεταξύ των εθνικών εργαστηρίων των κρατών μελών και καθορίζει τις βέλτιστες μεθόδους για τη διάγνωση του αφθώδους πυρετού στα ζώα, καθώς και για τη διαφορική διάγνωση των λοιπών φυσαλιδωδών ιογενών νόσων, όταν χρειάζεται, σε κάθε κράτος μέλος, ιδίως: 1.1. δεχόμενο τακτικά δείγματα που λαμβάνονται επιτόπου στα κράτη μέλη και σε χώρες που συνδέονται γεωγραφικά ή εμπορικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά το εμπόριο ζώων ευπαθών ειδών ή προϊόντων που παράγονται από τα ζώα αυτά, με σκοπό την παρακολούθηση της κατάστασης ως προς τη νόσο συνολικά και κατά περιφέρειες, την εκτίμηση και ει δυνατόν πρόγνωση του κινδύνου που απορρέει από νεοεμφανιζόμενα στελέχη του ιού και από ιδιαίτερες επιδημιολογικές καταστάσεις, καθώς και την ταυτοποίηση του ιού, εάν χρειάζεται σε στενή συνεργασία με το υποδεικνυόμενο από το Διεθνές Γραφείο Επιζωοτιών περιφερειακό εργαστήριο αναφοράς και το Παγκόσμιο Εργαστήριο Αναφοράς, 1.2. προσδιορίζοντας τον τύπο και χαρακτηρίζοντας πλήρως από πλευράς αντιγόνου και γονιδιώματος τους ιούς των φυσαλιδωδών ασθενειών από τα δείγματα που αναφέρονται στο σημείο 1.1 και ανακοινώνοντας τα αποτελέσματα των εν λόγω ερευνών χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή της Ε.Ε., στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και στο αντίστοιχο εθνικό εργαστήριο, 1.3. συνιστώντας και διατηρώντας ενημερωμένη συλλογή στελεχών των ιών των φυσαλιδωδών νόσων, 1.4. συνιστώντας και διατηρώντας συλλογή ειδικών ορών κατά των στελεχών των ιών των φυσαλιδωδών νόσων, 1.5. συμβουλεύοντας την Επιτροπή της Ε.Ε. για όλα τα θέματα που σχετίζονται με την επιλογή και χρήση στελεχών του εμβολίου κατά του αφθώδους πυρετού.
Να υποστηρίζει τα εθνικά εργαστήρια στα καθήκοντά τους, ιδίως: διάγνωση του αφθώδους πυρετού, όπως ιούς ή/και αδρανοποιημένα αντιγόνα, τυποποιημένους ορούς, κυτταρικές σειρές και άλλα αντιδραστήρια αναφοράς, 2.2. διατηρώντας εμπειρογνωμοσύνη σχετικά με τον ιό του αφθώδους πυρετού και άλλους σημαντικούς ιούς, ώστε να γίνεται γρήγορα η διαφορική διάγνωση, 2.3. προωθώντας την εναρμόνιση της διάγνωσης και εξασφαλίζοντας την επάρκεια των δοκιμών στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, διοργανώνοντας και πραγματοποιώντας περιοδικές συγκριτικές δοκιμές και ασκήσεις εξωτερικής διασφάλισης ποιότητας σχετικά με τη διάγνωση του αφθώδους πυρετού σε κοινοτικό επίπεδο και διαβιβάζοντας περιοδικά τα αποτελέσματα των εν λόγω δοκιμών στην Επιτροπή της Ε.Ε., στα κράτη μέλη και στα εθνικά εργαστήρια, 2.4. πραγματοποιώντας έρευνες και μελέτες με στόχο την ανάπτυξη βελτιωμένων μεθόδων καταπολέμησης της νόσου σε συνεργασία με τα εθνικά εργαστήρια και σύμφωνα με το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας του κοινοτικού εργαστηρίου αναφοράς.
Να παρέχει πληροφορίες και να μετεκπαιδεύει, ιδίως: 3.1. συγκεντρώνοντας δεδομένα και πληροφορίες για τις μεθόδους διάγνωσης και διαφορικής διάγνωσης που χρησιμοποιούνται στα εθνικά εργαστήρια και διαβιβάζοντας τις πληροφορίες αυτές στην Επιτροπή της Ε.Ε. και τα κράτη μέλη, 3.2. λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για τη μετεκπαίδευση ειδικών στην εργαστηριακή διάγνωση με στόχο την εναρμόνιση των διαγνωστικών τεχνικών, 3.3. παρακολουθώντας τις εξελίξεις στην επιδημιολογία του αφθώδους πυρετού, 3.4. οργανώνοντας ετήσια συνεδρίαση στην οποία οι εκπρόσωποι των εθνικών εργαστηρίων μπορούν να εξετάζουν τις διαγνωστικές τεχνικές και την πρόοδο που έχει σημειωθεί σε θέματα συντονισμού.
Να εκτελεί επιτόπια πειράματα και δοκιμές σε συνεννόηση με την Επιτροπή της Ε.Ε., με στόχο τη βελτίωση της καταπολέμησης του αφθώδους πυρετού.
Να επανεξετάζει κατά την ετήσια συνεδρίαση των εθνικών εργαστηρίων αναφοράς το περιεχόμενο του Παραρτήματος XIII το οποίο καθορίζει τις δοκιμές και τα πρότυπα για τη διάγνωση του αφθώδους πυρετού στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.
Να συνεργάζεται με τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς των υποψήφιων χωρών σύμφωνα με το παρόν Παράρτημα.
Το κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς λειτουργεί σύμφωνα με τους αναγνωρισμένους όρους αυστηρής νοσολογικής ασφάλειας που αναφέρονται στα «Στοιχειώδη πρότυπα για τα εργαστήρια που χειρίζονται τον ιό του αφθώδους πυρετού in vitro και in vivo», Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την καταπολέμηση του αφθώδους πυρετού, 26η σύνοδος, Ρώμη, Απρίλιος 1985, όπως τροποποιήθηκαν από το Προσάρτημα 6 σημείο ii) της έκθεσης της 30ής συνόδου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την καταπολέμηση του αφθώδους πυρετού του 1993, που αναφέρονται στο Παράρτημα XII του παρόντος διατάγματος.
Το Κοινοτικό Εργαστήριο Αναφοράς παρέχει την απαιτούμενη βοήθεια στην Επιτροπή της Ε.Ε., σχετικά με τα μέτρα νοσολογικής ασφάλειας που πρέπει να λαμβάνουν τα εθνικά εργαστήρια όσον αφορά τη διάγνωση του αφθώδους πυρετού.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XVII
(παράρτημα XVI Ι της οδηγίας 2003/85/ΕΚ) ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ Τα σχέδια έκτακτης ανάγκης περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες απαιτήσεις:
Πρόβλεψη για την εξασφάλιση των αναγκαίων κονδυλίων για την εφαρμογή των σχεδίων έκτακτης ανάγκης και για τη διενέργεια ταχείας και επιτυχούς εκστρατείας εκρίζωσης.
Διατάξεις που εξασφαλίζουν την πρόσβαση σε κονδύλια επείγουσας ανάγκης, σε δημοσιονομικά μέσα και σε οικονομικούς πόρους προκειμένου να καλύπτονται όλες οι πτυχές της καταπολέμησης μιας επιζωοτίας αφθώδους πυρετού.
Δημιουργία γραμμής παροχής εντολών, η οποία εξασφαλίζει την ταχεία και αποτελεσματική λήψη αποφάσεων για την αντιμετώπιση των επιζωοτιών αφθώδους πυρετού. Η κεντρική μονάδα λήψης αποφάσεων επιφορτίζεται με την εν γένει διεύθυνση της στρατηγικής καταπολέμησης της νόσου, και ο προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Κτηνιατρικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων συμμετέχει και προΐσταται στην μονάδα αυτή.
Σε περίπτωση εκδήλωσης εστίας, άμεση σύσταση και λειτουργία του εθνικού κέντρου καταπολέμησης της νόσου, το οποίο συντονίζει την εφαρμογή όλων των αποφάσεων που λαμβάνονται από τη Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Περιλαμβάνει αναλυτικά σχέδια που επιτρέπουν την άμεση εγκατάσταση τοπικών κέντρων καταπολέμησης της νόσου σε περίπτωση εμφάνισης εστιών αφθώδους πυρετού, ώστε να εφαρμόζονται άμεσα τα μέτρα καταπολέμησης και προστασίας του περιβάλλοντος σε τοπικό επίπεδο.
Καθορίζει τους τρόπους συνεργασίας μεταξύ του εθνικού κέντρου καταπολέμησης της νόσου με τα τοπικά κέντρα καταπολέμησης της νόσου και άλλες αρμόδιες περιβαλλοντικές αρχές και φορείς ώστε να συντονίζονται κατάλληλα οι ενέργειες σε κτηνιατρικά θέματα και σε θέματα περιβαλλοντικής ασφάλειας.
Πρόβλεψη σύστασης και λειτουργίας, εφόσον απαιτείται σε συνεργασία με άλλα κράτη μέλη, ομάδας εμπειρογνωμόνων που λειτουργεί διαρκώς με σκοπό τη διατήρηση της εμπειρίας και την επικουρία των κτηνιατρικών αρχών της χώρας στην εξασφάλιση ποιοτικής ετοιμότητας ως προς τη νόσο.
Περιλαμβάνει πρόβλεψη επαρκών πόρων, διάθεσης προσωπικού εξοπλισμού και εργαστηριακού δυναμικού για την ταχεία και αποτελεσματική εκστρατεία καταπολέμησης του αφθώδους πυρετού. με πλήρη και εύχρηστο τρόπο όλες οι ενέργειες, διαδικασίες, οδηγίες και μέτρα καταπολέμησης που χρησιμοποιούνται κατά την αντιμετώπιση μιας εστίας αφθώδους πυρετού.
Περιλαμβάνει αναλυτικά σχέδια για επείγοντα εμβολιασμό.
Υποχρέωση του προσωπικού να συμμετέχει τακτικά σε: 11.1. κατάρτιση επί των κλινικών συμπτωμάτων, την επιδημιολογική έρευνα και την καταπολέμηση επιζωοτιών, 11.2. ασκήσεις σε πραγματικό χρόνο οι οποίες διεξάγονται ως εξής: 11.2.1. δύο φορές κατά τη διάρκεια πενταετίας, εκ των οποίων η πρώτη αρχίζει 3 έτη το πολύ μετά την έγκριση του σχεδίου, ή 11.2.2. κατά την πενταετία που ακολουθεί την ουσιαστική καταπολέμηση και εκρίζωση μιας εστίας σημαντικής επιζωοτικής νόσου, ή 11.2.3. μία από τις δύο ασκήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 11.2.1 αντικαθίσταται από άσκηση σε πραγματικό χρόνο που απαιτείται στο πλαίσιο των σχεδίων έκτακτης ανάγκης για άλλες σημαντικές επιδημικές νόσους που πλήττουν χερσαία ζώα, ή 11.2.4. συμμετοχή και συμβολή σε ασκήσεις πραγματικού χρόνου που διεξάγονται σε γειτονικό κράτος μέλος 11.3. κατάρτιση επί θεμάτων επικοινωνιακής τεχνικής για την υλοποίηση εκστρατείας πληροφόρησης και ενημέρωσης με σκοπό την ευαισθητοποίηση των αρχών, των κτηνοτρόφων και των κτηνιάτρων.
Τα σχέδια έκτακτης ανάγκης καταρτίζονται λαμβάνοντας υπόψη τους πόρους που χρειάζονται για την καταπολέμηση μεγάλου αριθμού εστιών, οι οποίες εμφανίζονται σε μικρό χρονικό διάστημα και προκαλούνται από περισσότερους διαφορετικούς από πλευράς αντιγόνου οροτύπους ή στελέχη, όπως και το ενδεχόμενο μεταξύ άλλων της περίπτωσης σκόπιμης διασποράς ιού του αφθώδους πυρετού.
Με την επιφύλαξη των κτηνιατρικών απαιτήσεων, τα σχέδια έκτακτης ανάγκης καταρτίζονται με σκοπό να εξασφαλίζεται ότι, σε περίπτωση εμφάνισης εστίας αφθώδους πυρετού, η τυχόν μαζική καταστροφή πτωμάτων ζώων και ζωικών αποβλήτων γίνεται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και με τη χρήση διαδικασιών ή μεθόδων που αποτρέπουν κάθε βλάβη του περιβάλλοντος, και ιδίως: i) με το μικρότερο δυνατό κίνδυνο για το έδαφος, τον αέρα, τα επιφανειακά και υπόγεια ύδατα, για τα φυτά και τα ζώα, ii) με τον περιορισμό στο ελάχιστο των οχλήσεων από θόρυβο ή οσμές, iii) με τις μικρότερες δυνατές δυσμενείς επιπτώσεις στο τοπίο ή σε τοποθεσίες ιδιαίτερου ενδιαφέροντος.
Τα σχέδια αυτά περιλαμβάνουν τα στοιχεία κατάλληλων χώρων και επιχειρήσεων για την επεξεργασία ή διάθεση πτωμάτων ζώων και ζωικών αποβλήτων σε περίπτωση εμφάνισης εστίας.
Οι αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές μεριμνούν για την ενημέρωση των κτηνοτρόφων, του πληθυσμού της υπαίθρου και των πολιτών γενικώς. Πρέπει να παρέχεται ευκολία άμεσης επαφής για τους κατοίκους των πληττομένων περιοχών (μεταξύ άλλων με τηλεφωνικές γραμμές άμεσης βοήθειας), καθώς και πληροφορίες μέσω των εθνικών και περιφερειακών μέσων ενημέρωσης.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XVIII
(παράρτημα XVIIΙ της οδηγίας 2003/85/ΕΚ)
ΜΕΡΟΣ Α
Μέτρα που λαμβάνονται σε περίπτωση επιβεβαίωσης της παρουσίας αφθώδους πυρετού στα άγρια ζώα
Αμέσως μόλις επιβεβαιωθεί πρωτογενές κρούσμα αφθώδους πυρετού σε άγρια ζώα ευπαθών ειδών, για να μειωθεί η εξάπλωση της νόσου, η αρμόδια κτηνιατρική αρχή της Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης ενημερώνει τη Διεύθυνση Υγείας των Ζώων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και αυτή με τη σειρά της πληροφορεί την Επιτροπή της Ε.Ε. και τα άλλα κράτη μέλη και:
- α) Δηλώνεται το πρωτογενές κρούσμα σύμφωνα με
το Παράρτημα ΙΙ,
- β) Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και
Τροφίμων συστήνεται αμέσως ομάδα εμπειρογνωμόνων στην οποία συμμετέχουν κτηνίατροι, κυνηγοί, βιολόγοι και επιδημιολόγοι άγριων ζώων. Έργο της ομάδας εμπειρογνωμόνων είναι: i) να μελετήσει την επιδημιολογική κατάσταση και να οριοθετήσει τη μολυνθείσα περιοχή σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται στο σημείο 4, στοιχείο β) του Μέρους Β, ii) να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα που πρέπει να εφαρμοσθούν στη μολυνθείσα περιοχή, συμπληρωματικά προς τα μέτρα που αναφέρονται στα σημεία γ) και δ), τα μέτρα αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν την αναστολή της θήρας και την απαγόρευση της παροχής τροφής στα άγρια ζώα, iii) να καταρτίσει σχέδιο εκρίζωσης της νόσου, που υποβάλλεται στην Επιτροπή της Ε.Ε. σύμφωνα με το Μέρος Β, iv) να διενεργήσει ελέγχους για να επαληθεύσει την αποτελεσματικότητα των μέτρων που έχουν θεσπισθεί για την εξάλειψη του αφθώδους πυρετού στη μολυνθείσα περιοχή,
- γ) τίθενται αμέσως υπό επίσημη επιτήρηση οι
εκμεταλλεύσεις της οριοθετηθείσας μολυσμένης περιοχής στις οποίες εκτρέφονται ζώα ευπαθών ειδών και, ειδικότερα, επιβάλλεται: i) να διενεργείται επίσημη απογραφή όλων των ειδών και κατηγοριών ζώων ευπαθών ειδών σε όλες τις εκμεταλλεύσεις, ο ιδιοκτήτης να ενημερώνει τα στοιχεία της απογραφής. Τα στοιχεία της απογραφής πρέπει να παρέχονται όταν ζητούνται και να είναι δυνατό να ελέγχονται σε κάθε επιθεώρηση. Ωστόσο, όσον αφορά τις υπαίθριες εκμεταλλεύσεις, η πρώτη απογραφή μπορεί να πραγματοποιείται βάσει εκτίμησης, ii) όλα τα ζώα ευπαθών ειδών στις εκμεταλλεύσεις της προσβεβλημένης περιοχής να διατηρούνται στους χώρους σταυλισμού τους ή σε άλλους χώρους όπου να μπορούν να απομονώνονται από τα άγρια ζώα. Τα ευπαθών ειδών των εκμεταλλεύσεων, iii) να απαγορεύεται η είσοδος ή η έξοδος ζώων ευπαθών από την εκμετάλλευση, χωρίς την έγκριση της αρμόδιας κτηνιατρικής αρχής, η οποία λαμβάνει υπόψη την επιδημιολογική κατάσταση, iv) να χρησιμοποιούνται κατάλληλα μέσα απολύμανσης στην είσοδο και τις εξόδους των κτιρίων σταυλισμού ζώων ευπαθών ειδών, καθώς και στην είσοδο και τις εξόδους της εκμετάλλευσης, v) να εφαρμόζονται τα κατάλληλα μέτρα υγιεινής από όλα τα άτομα που έρχονται σε επαφή με άγρια ζώα, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος μετάδοσης του ιού του αφθώδους πυρετού, τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν προσωρινή απαγόρευση εισόδου ατόμων που έχουν έλθει σε επαφή με άγρια ζώα σε εκμετάλλευση όπου εκτρέφονται ζώα ευπαθών ειδών, vi) όλα τα νεκρά ή ασθενή ζώα ευπαθών ειδών που εμφανίζουν συμπτώματα αφθώδους πυρετού να υποβάλλονται σε δοκιμή για την ανίχνευση της παρουσίας αφθώδους πυρετού, vii) να απαγορεύεται η εισαγωγή σε εκμετάλλευση όπου εκτρέφονται ζώα ευπαθών ειδών οποιουδήποτε τμήματος άγριου ζώου, το οποίο έχει σκοτωθεί ή έχει βρεθεί νεκρό, καθώς και οποιουδήποτε υλικού ή εξοπλισμού που θα μπορούσε να έχει μολυνθεί από τον ιό του αφθώδους πυρετού, viii) να απαγορεύεται η μεταφορά ζώων ευπαθών ειδών, καθώς και του σπέρματος, των εμβρύων ή των ωαρίων τους, εκτός της μολυσμένης περιοχής για ενδοκοινοτικό εμπόριο,
- δ) επιβάλλεται όλα τα άγρια ζώα που σκοτώνονται με
όπλο ή βρίσκονται νεκρά στην οριοθετηθείσα μολυσμένη περιοχή, να επιθεωρούνται από επίσημο κτηνίατρο και να εξετάζονται για την ανίχνευση του αφθώδους πυρετού, σύμφωνα με τον ορισμό της εστίας που περιέχεται στο Παράρτημα Ι. Τα πτώματα όλων των άγριων ζώων που έδωσαν θετικά αποτελέσματα όσον αφορά τον ιό του αφθώδους πυρετού, υφίστανται επεξεργασία υπό επίσημο έλεγχο. Όταν τα αποτελέσματα των εξετάσεων είναι αρνητικά για τον αφθώδη πυρετό, εφαρμόζονται τα μέτρα που ορίζονται στο άρθρο 12, παράγραφος 2 του προεδρικού διατάγματος 11/1995 (Α΄ 5). Τα μέρη των ζώων που δεν προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση υποβάλλονται σε επεξεργασία υπό επίσημη επιτήρηση,
- ε) επιβάλλεται το δείγμα του στελέχους του ιού του
αφθώδους πυρετού να υποβάλλεται στην απαιτούμενη εργαστηριακή διαδικασία για την αναγνώριση του γενετικού τύπου του ιού και των αντιγονικών χαρακτηριστικών του σε σχέση με τα υφιστάμενα στελέχη εμβολίων.
Σε περίπτωση εκδήλωσης κρούσματος αφθώδους πυρετού σε άγρια ζώα μιας περιοχής της χώρας η οποία βρίσκεται κοντά στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, τότε επιβάλλεται στενή συνεργασία για τη θέσπιση μέτρων καταπολέμησης της νόσου.
Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του σημείου 1, είναι δυνατόν να θεσπίζονται ειδικά μέτρα σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 89, παράγραφος 3 της οδηγίας 2003/85/ΕΚ, εάν κρούσμα αφθώδους πυρετού εμφανισθεί σε άγρια ζώα σε μια περιοχή της χώρας στην οποία, λόγω της εκτενούς διατήρησης οικόσιτων ζώων ευπαθών ειδών, είναι ανέφικτη η εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της παραγράφου 1.
ΜΕΡΟΣ B
Σχέδια για την εκρίζωση του αφθώδους πυρετού στα άγρια ζώα
Με την επιφύλαξη των μέτρων που ορίζονται στο Μέρος Α η Διεύθυνση Υγείας των Ζώων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων υποβάλλει στην Επιτροπή της Ε.Ε., εντός προθεσμίας 90 ημερών από την επιβεβαίωση του πρωτογενούς κρούσματος αφθώδους πυρετού σε άγρια ζώα, έγγραφο σχέδιο των μέτρων που λαμβάνονται για την εκρίζωση της νόσου σε περιοχή που έχει οριοθετηθεί ως μολυνθείσα και των μέτρων που εφαρμόζονται στις εκμεταλλεύσεις που βρίσκονται σε αυτήν την περιοχή.
Η Επιτροπή της Ε.Ε. εξετάζει το σχέδιο για να κρίνει εάν αυτό συμβάλλει στην επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου. Το εν λόγω σχέδιο, ενδεχομένως τροποποιημένο, εγκρίνεται με τη διαδικασία του άρθρου 89, παράγραφος 3 της οδηγίας 2003/85/ΕΚ. Το σχέδιο μπορεί στη συνέχεια να τροποποιείται ή να συμπληρώνεται, ώστε να λαμβάνεται υπόψη η εξέλιξη της κατάστασης. Εάν αυτές οι τροποποιήσεις αφορούν την εκ νέου οριοθέτηση της μολυνθείσας περιοχής, η Διεύθυνση Υγείας των Ζώων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση για τις τροποποιήσεις αυτές την Επιτροπή της Ε.Ε. και τα άλλα κράτη μέλη. Αν οι τροποποιήσεις αφορούν άλλες διατάξεις του σχεδίου, η Διεύθυνση Υγείας των Ζώων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων υποβάλλει το τροποποιημένο σχέδιο στην Επιτροπή της Ε.Ε. για εξέταση και ενδεχόμενη έγκριση, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 89, παράγραφος 3 της οδηγίας 2003/85/ΕΚ.
Όταν εγκριθούν, τα μέτρα που προβλέπονται στο σχέδιο το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 1, αντικαθιστώνται τα αρχικά μέτρα που ορίζονται στο Μέρος Α, από την ημερομηνία που αποφασίζεται η χορήγηση της έγκρισης.
Το σχέδιο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιέχει στοιχεία σχετικά με:
- α) τα αποτελέσματα των επιδημιολογικών ερευνών
και ελέγχων που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το Μέρος Α και σε συνάρτηση με τη γεωγραφική εξάπλωση της νόσου,
- β) την οριοθετηθείσα περιοχή που έχει μολυνθεί.
Κατά την οριοθέτηση της μολυνθείσας περιοχής, λαμβάνονται υπόψη: i) τα αποτελέσματα των επιδημιολογικών ερευνών που πραγματοποιήθηκαν και τη γεωγραφική κατανομή της νόσου, ii) τον πληθυσμό των άγριων ζώων της περιοχής, iii) την παρουσία σημαντικών φυσικών ή τεχνητών εμποδίων στις μετακινήσεις άγριων ζώων, αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές,
- δ) την ενημερωτική εκστρατεία που πρέπει να
πραγματοποιηθεί, προκειμένου να ευαισθητοποιηθούν οι κυνηγοί σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να λάβουν στο πλαίσιο του σχεδίου εκρίζωσης της νόσου,
- ε) τις ειδικές προσπάθειες που καταβάλλονται για
να προσδιορισθεί ο αριθμός και το σημείο στο οποίο βρίσκονται ομάδες άγριων ζώων εντός και πέριξ της μολυνθείσας περιοχής,
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)