Διατάξεις - Κανονισμοί - Πράξεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου — ΦΕΚ A' 57/2021
της Ελλάδος (Α.Υ.Σ.Ε.) του άρθρου 3,
- στ) το Διοικητικό Εφετείο και
- ζ) το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Άρθρο 100
Πειθαρχικώς προϊστάμενοι Πειθαρχικώς προϊστάμενοι των υπαλλήλων των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων που ανήκουν στην αρμοδιότητά τους είναι: Α. ο Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου για όλους τους υπαλλήλους της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίος είναι ο κατά σειρά ανώτερος όλων των προϊσταμένων της περιπτώσεως Γ. Β. Στις Ιερές Μητροπόλεις κατά σειρά: α) ο Μητροπολίτης, β) ο Πρωτοσύγκελλος ή ο Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος ως αναπληρωτής του, για τους υπαλλήλους των Ιερών Μητροπόλεων, και είναι οι κατά σειρά ανώτεροι των προϊσταμένων της κατωτέρω περιπτώσεως Γ. Γ. Για όσα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου διαθέτουν οργανικές μονάδες κατά τον οργανισμό τους επίσης πειθαρχικοί προϊστάμενοι είναι κατά σειρά:
- α) ο προϊστάμενος Γενικής Διευθύνσεως του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου, στην οποία υπάγεται ο
υπάλληλος,
- β) ο προϊστάμενος Διευθύνσεως του εκκλησιαστικού
νομικού προσώπου, στην οποία υπάγεται ο υπάλληλος.
Άρθρο 101
Αρμοδιότητα πειθαρχικώς προϊσταμένων
Όλοι οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι δύνανται να επιβάλουν την ποινή της έγγραφης επιπλήξεως. Την ποινή του προστίμου δύνανται να επιβάλουν οι εξής με τις κατωτέρω διακρίσεις:
- α) ο Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου και ο οικείος
Μητροπολίτης έως και τις αποδοχές δύο (2) μηνών για τους υπαλλήλους της Εκκλησίας της Ελλάδος και των Ιερών Μητροπόλεων αντιστοίχως,
- β) ο Πρωτοσύγκελλος ή ο Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος ως αναπληρωτής του Πρωτοσυγκέλλου, ο αρμόδιος
προϊστάμενος Γενικής Διευθύνσεως έως και τις αποδοχές ενός (1) μηνός για τους υπαλλήλους της Εκκλησίας της Ελλάδος, των Ιερών Μητροπόλεων, των λοιπών εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου κατά περίπτωση,
- γ) ο προϊστάμενος Διευθύνσεως έως και το ένα τρίτο
των μηνιαίων αποδοχών για ένα μήνα για τους υπαλλήλους της Εκκλησίας της Ελλάδος, των Ιερών Μητροπόλεων, των λοιπών εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου κατά περίπτωση. Όλες οι ανωτέρω ποινές υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Α.Υ.Σ.Ε.
Η αρμοδιότητα των πειθαρχικώς προϊσταμένων είναι αμεταβίβαστη, εκτός εάν από διάταξη νόμου ή κανονισμού προβλέπεται διαφορετικά.
Αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος είναι εκείνος στον οποίο υπάγεται οργανικώς ο υπάλληλος κατά τον χρόνο τελέσεως του παραπτώματος. Αν ο υπάλληλος υπηρετεί σε άλλη υπηρεσία από αυτήν της οργανικής του θέσεως, αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος είναι ο προϊστάμενος της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί ο υπάλληλος κατά τον χρόνο τελέσεως του πειθαρχικού παραπτώματος, εφ’ όσον το πειθαρχικό παράπτωμα σχετίζεται με την άσκηση καθηκόντων του στην υπηρεσία αυτή.
Οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι, ο Μητροπολίτης για την Ιερά Μητρόπολή του, το Δ.Σ. για την Αποστολική Διακονία ή το Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος και τα συλλογικά όργανα διοικήσεως των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος για τους υπαλλήλους της Εκκλησίας της Ελλάδος, επιλαμβάνονται αυτεπαγγέλτως.
Αν έχουν επιληφθεί αρμοδίως περισσότεροι πειθαρχικώς προϊστάμενοι, η πειθαρχική διαδικασία συνεχίζεται μόνο από εκείνον που κάλεσε πρώτος σε απολογία τον υπάλληλο. Ο ανώτερος πειθαρχικώς προϊστάμενος ή το Διοικητικό Συμβούλιο του νομικού προσώπου ή η Διαρκής Ιερά Σύνοδος κατά περίπτωση έχουν οπωσδήποτε αρμοδιότητα να ζητήσουν την παραπομπή σε αυτούς της πειθαρχικής υποθέσεως, εφ’ όσον δεν έχει εκδοθεί οριστική πειθαρχική απόφαση.
Αν έχει επιληφθεί ο πειθαρχικώς προϊστάμενος και κρίνει ότι το παράπτωμα επισύρει ποινή της αρμοδιότητας του ανωτέρου του πειθαρχικώς προϊσταμένου μέχρι και τον Μητροπολίτη, την Ιερά Σύνοδο ή το Διοικητικό Συμβούλιο του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου κατά περίπτωση, παραπέμπει την υπόθεση σε οποιονδήποτε εξ αυτών, οι οποίοι αν κρίνουν ότι η προσήκουσα ποινή είναι ανώτερη και της δικής τους αρμοδιότητας παραπέμπουν το θέμα στο Πειθαρχικό Συμβούλιο. νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου Τα διοικητικά συμβούλια και λοιπά συλλογικά όργανα διοικήσεως ως προς τους υπαλλήλους των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου δύνανται να επιβάλουν τις ποινές της έγγραφης επιπλήξεως και του προστίμου έως και τις αποδοχές τριών (3) μηνών, που υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Α.Υ.Σ.Ε.
Άρθρο 103
Αρμοδιότητα Πειθαρχικού Συμβουλίου
Το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται να επιβάλει οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο κρίνει σε πρώτο βαθμό ύστερα από παραπομπή της υποθέσεως σε αυτό.
Το Α.Υ.Σ.Ε. αποφαίνεται σε δεύτερο βαθμό ύστερα από έφεση κατά αποφάσεων του Πειθαρχικού Συμβουλίου ή των διοικητικών συμβουλίων και συλλογικών οργάνων διοικήσεως των Ν.Π.Δ.Δ. και σε πρώτο βαθμό για την εκδίκαση του παραπτώματος της παρ. 2 του άρθρου 105 του παρόντος. Το Α.Υ.Σ.Ε. είναι το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο των ανωτάτων υπαλλήλων των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το οποίο κρίνει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.
Άρθρο 104
Ενιαία κρίση πειθαρχικών παραπτωμάτων
Περισσότερα του ενός πειθαρχικά παραπτώματα του ίδιου υπαλλήλου είναι δυνατόν, κατά την κρίση του πειθαρχικού οργάνου, να κρίνονται ενιαίως, εφ’ όσον σχετίζονται με καθήκοντα υπηρεσιών του ίδιου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.
Περισσότεροι υπάλληλοι που διώκονται για το ίδιο ή για συναφή πειθαρχικά παραπτώματα, είναι δυνατόν να κρίνονται ενιαίως, εφ’ όσον συντρέχει η προϋπόθεση της προηγουμένης παραγράφου.
Αν στις περιπτώσεις των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου τα πειθαρχικά όργανα που είναι αρμόδια να επιληφθούν είναι διαφορετικά, αρμόδιο για την κρίση όργανο είναι:
- α) μεταξύ περισσοτέρων πειθαρχικώς προϊσταμένων
ο ιεραρχικώς ανώτερος, και σε περίπτωση προϊσταμένων του αυτού ιεραρχικού επιπέδου, εκείνος που έχει επιληφθεί πρώτος,
- β) μεταξύ πειθαρχικώς προϊσταμένου, διοικητικού
συμβουλίου ή άλλου συλλογικού οργάνου διοικήσεως των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και Πειθαρχικού Συμβουλίου, το τελευταίο.
- γ) μεταξύ του Πειθαρχικού Συμβουλίου και Πειθαρχικού Συμβουλίου ή διοικητικού συμβουλίου ή άλλου συλλογικού οργάνου διοικήσεως, το Πειθαρχικό Συμβούλιο.
ΤΜΗΜΑ Β
Πειθαρχική διαδικασία
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α
Άσκηση πειθαρχικής διώξεως
Άρθρο 105
Άσκηση πειθαρχικής διώξεως
Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει είτε με την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία από το μονομελές πειθαρχικό όργανο είτε με την παραπομπή του στο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την κλήση σε απολογία είτε με την έκδοση πειθαρχικής αποφάσεως μονομελούς οργάνου είτε με παραπομπή ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση παραπομπής ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου, η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται εντός δύο (2) μηνών από την παραπομπή, εκτός αν απαιτείται η διεξαγωγή ανακρίσεως οπότε ολοκληρώνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών.
Η υπαίτια παράβαση των διατάξεων των δύο τελευταίων εδαφίων της προηγουμένης παραγράφου αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα. Το παράπτωμα αυτό, για τα μη Αρχιερατικά μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου, εκδικάζεται μετά από παραπομπή ενώπιον του Α.Υ.Σ.Ε.
Άρθρο 106
Παραπομπή στο Πειθαρχικό Συμβούλιο
Αν ο πειθαρχικώς προϊστάμενος κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα τιμωρείται με ποινή της αρμοδιότητας του Πειθαρχικού Συμβουλίου, παραπέμπει απ’ ευθείας την υπόθεση στο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Για τους υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που έχουν διοικητικό συμβούλιο ή άλλο συλλογικό όργανο διοικήσεως η πειθαρχική υπόθεση παραπέμπεται για τον ίδιο λόγο στο Πειθαρχικό Συμβούλιο από το διοικητικό συμβούλιο ή άλλο συλλογικό όργανο διοικήσεως του νομικού προσώπου. Η παραπομπή είναι υποχρεωτική όταν υπάρχει αιτιολογημένη εισήγηση αρμόδιας υπηρεσίας.
Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος όταν λάβει γνώση πειθαρχικού παραπτώματος που τελέσθηκε από υπάλληλο εκκλησιαστικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δύναται να παραπέμπει την υπόθεση ενώπιον του οικείου Πειθαρχικού Συμβουλίου για την άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου.
Δεν επιτρέπεται παραπομπή στο Πειθαρχικό Συμβούλιο μετά την έκδοση οριστικής αποφάσεως για το ίδιο παράπτωμα από οποιοδήποτε πειθαρχικό όργανο.
Άρθρο 107
Διαδικασία και συνέπειες παραπομπής
Στο έγγραφο, με το οποίο η υπόθεση παραπέμπεται στο Πειθαρχικό Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 106 του παρόντος, πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς κατά τόπο και χρόνο τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα και ο διωκόμενος υπάλληλος.
Το παραπεμπτήριο έγγραφο κοινοποιείται στον διωκόμενο υπάλληλο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 121 και αποστέλλεται με τον φάκελο της υποθέσεως στο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Αν κατά την διαδικασία ανακύψουν ευθύνες και για άλλους υπαλλήλους που δεν περιλαμβάνονται στο παραπεμπτήριο έγγραφο, το Συμβούλιο τους καλεί σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο έγγραφο αυτό σε απολογία και συνεχίζει την περαιτέρω διαδικασία, χωρίς να είναι απαραίτητη η ιδιαίτερη κοινοποίηση του παραπεμπτηρίου εγγράφου. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να αποφασίζει την συνεκδίκαση των παραπτωμάτων αυτών με τα παραπτώματα των περιλαμβανομένων στο παραπεμπτήριο.
Το παραπεμπτήριο έγγραφο δεν ανακαλείται. Προκαταρκτική έρευνα - Ε.Δ.Ε. Άρθρο 108 Προκαταρκτική εξέταση
Προκαταρκτική εξέταση είναι η άτυπη συλλογή και καταγραφή στοιχείων για να διαπιστωθεί η τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος και οι συνθήκες τελέσεώς του.
Προκαταρκτική εξέταση μπορεί να ενεργήσει ή να διατάξει κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενος του υπαλλήλου ή το Διοικητικό Συμβούλιο ή άλλο συλλογικό όργανο διοικήσεως του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται εντός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία ο πειθαρχικώς προϊστάμενος ή το Διοικητικό Συμβούλιο ή άλλο συλλογικό όργανο διοικήσεως του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου έλαβε γνώση των περιστατικών, που πιθανόν συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα ή, αν η προκαταρκτική εξέταση διεξάγεται από υπάλληλο ύστερα από εντολή του πειθαρχικώς προϊσταμένου ή του Διοικητικού Συμβουλίου ή άλλου συλλογικού οργάνου διοικήσεως του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, από την ημερομηνία που κοινοποιήθηκε στον υπάλληλο η απόφαση της αναθέσεώς της.
Αν αυτός που ενεργεί ή διατάσσει προκαταρκτική εξέταση κρίνει, με βάση τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί, ότι δεν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής διώξεως, περατώνει την εξέταση με αιτιολογημένη έκθεσή του. Στην περίπτωση αυτή δεν αποκλείεται η ενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως από ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο. Αν, αντιθέτως, αυτός που ενεργεί ή διατάσσει προκαταρκτική εξέταση κρίνει ότι έχει διαπραχθεί πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο τιμωρείται με ποινή της αρμοδιότητάς του, καλεί τον υπάλληλο σε απολογία, σύμφωνα με το άρθρο 117 του παρόντος. Αν κρίνει, είτε πριν από την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία είτε μετά την απολογία του, ότι δικαιολογείται η επιβολή βαρύτερης ποινής, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 6 του άρθρου 101 του παρόντος. Αν, τέλος, κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, διατάσσει την ενέργεια ένορκης διοικητικής εξετάσεως.
Κατά την προκαταρκτική εξέταση που ενεργείται για υποθέσεις δύναται να αποφασίζεται από τον ενεργούντα ή διατάσσοντα αυτήν η προστασία της ανωνυμίας των υπαλλήλων, οι οποίοι, χωρίς να εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην τέλεση των ως άνω πράξεων ή να αποβλέπουν σε ίδιον όφελος, συμβάλλουν με τις πληροφορίες που παρέχουν στην αποκάλυψη και δίωξή τους. Η προστασία αυτή γίνεται με παροχή αντιγράφου του εγγράφου της καταθέσεως αυτών που συνέβαλαν στην αποκάλυψη από τον ενεργούντα την προκαταρκτική εξέταση, στον ύποπτο τελέσεως πειθαρχικού αδικήματος, με απάλειψη των στοιχείων ταυτότητας και κατοικίας τους. Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξετάσεως η ανωνυμία του υπαλλήλου εξακολουθεί να προστατεύεται.
Άρθρο 109
Εκκλησιαστική Διοικητική Εξέταση (Ε.Δ.Ε.)
Η εκκλησιαστική διοικητική εξέταση (Ε.Δ.Ε.) ενεργείται, ενόρκως κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κάθε φορά που η υπηρεσία έχει σοβαρές υπόνοιες ή σαφείς ενδείξεις για την διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος. Η εξέταση αυτή αποσκοπεί στη συλλογή στοιχείων για τη διαπίστωση της τελέσεως πειθαρχικού παραπτώματος και τον προσδιορισμό των προσώπων που τυχόν ευθύνονται, καθώς και στη διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτό έχει τελεσθεί. Η εκκλησιαστική διοικητική εξέταση δεν συνιστά έναρξη πειθαρχικής διώξεως.
Η εκκλησιαστική διοικητική εξέταση διατάσσεται από οποιονδήποτε πειθαρχικώς προϊστάμενο και ενεργείται από υπάλληλο μόνιμο ή μετακλητό ή αορίστου χρόνου ή επί θητεία του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Η ενέργεια της εκκλησιαστικής διοικητικής εξετάσεως μπορεί να ανατίθεται και σε υπάλληλο άλλου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου, μετά από έγκρισή του. Η εκκλησιαστική διοικητική εξέταση περατώνεται εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία που κοινοποιήθηκε στον υπάλληλο η απόφαση αναθέσεως διεξαγωγής της. Ο υπάλληλος, ο οποίος διεξάγει την εκκλησιαστική διοικητική εξέταση, μπορεί να ζητήσει, με αιτιολογημένη αίτησή του, παράταση της προθεσμίας αυτής έως ένα (1) μήνα. Αν ο υπάλληλος, στον οποίο αποδίδεται η διάπραξη του πειθαρχικού παραπτώματος, είναι προϊστάμενος οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου, η εντολή για διενέργεια εκκλησιαστικής διοικητικής εξετάσεως ανατίθεται σε προϊστάμενο τουλάχιστον ίδιου επιπέδου οργανικής μονάδας.
Κατά την εξέταση του υπαλλήλου, στον οποίο αποδίδεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 113 παράγραφος 3 και 115 του παρόντος.
Η εκκλησιαστική διοικητική εξέταση ολοκληρώνεται με την υποβολή αιτιολογημένης εκθέσεως του υπαλλήλου που την ενεργεί. Η έκθεση αυτή υποβάλλεται, με όλα τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, στον πειθαρχικώς προϊστάμενο ο οποίος διέταξε τη διενέργεια της εξετάσεως. Εφ’ όσον με την έκθεση διαπιστώνεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο υπάλληλο, ο πειθαρχικώς προϊστάμενος ασκεί την πειθαρχική δίωξη εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή της εκθέσεως.
Διατάξεις που προβλέπουν τη διενέργεια ένορκων διοικητικών εξετάσεων οποιασδήποτε μορφής από ειδικά όργανα δεν θίγονται.
Οι διατάξεις των παρ. 5, 7 και 8 του άρθρου 110, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 112 και 114 του παρόντος, εφαρμόζονται αναλόγως.
Πειθαρχική ανάκριση διεξάγεται υποχρεωτικώς κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Κατ’ εξαίρεση δεν είναι υποχρεωτική η ανάκριση στις ακόλουθες περιπτώσεις:
- α) όταν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την
αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτουν από τον φάκελο κατά τρόπο αναμφισβήτητο,
- β) όταν ο υπάλληλος ομολογεί με την απολογία του
κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι διέπραξε το πειθαρχικό παράπτωμα,
- γ) όταν ο υπάλληλος συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω
κατά την διάπραξη ποινικού αδικήματος που αποτελεί συγχρόνως και πειθαρχικό παράπτωμα,
- δ) όταν έχει προηγηθεί ανάκριση ή προανάκριση συμφώνως πρός τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για ποινικό αδίκημα που αποτελεί και πειθαρχικό
παράπτωμα,
- ε) όταν έχει διενεργηθεί, πριν την έκδοση του παραπεμπτηρίου εγγράφου, Ε.Δ.Ε. ή άλλη εκκλησιαστική εξέταση, κατά την οποία διαπιστώθηκε διάπραξη πειθαρχικού
παραπτώματος από συγκεκριμένο υπάλληλο. Το ίδιο ισχύει όταν η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτει από έκθεση δικαστικού οργάνου ή άλλου ελεγκτικού οργάνου.
Η πειθαρχική ανάκριση διεξάγεται από υπάλληλο τουλάχιστον ομοιόβαθμο του διωκομένου, που μπορεί να είναι και μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Αν σε εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δεν υπάρχει επαρκής αριθμός υπαλλήλων, που να πληροί την ανωτέρω προϋπόθεση, η διεξαγωγή της πειθαρχικής ανακρίσεως ανατίθεται σε υπάλληλο άλλου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου με έγκριση της προϊσταμένης αρχής του.
Δεν ενεργούν πειθαρχική ανάκριση: α) τα πρόσωπα στα οποία αποδίδεται το πειθαρχικό παράπτωμα, β) οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι που έχουν εκδώσει την πειθαρχική απόφαση, η οποία κρίνεται κατ’ έφεση, γ) τα πρόσωπα που έχουν ενεργήσει εκκλησιαστική διοικητική εξέταση και δ) τα πρόσωπα που έχουν ασκήσει την πειθαρχική δίωξη. Ο εγκαλούμενος μπορεί να ζητήσει με έγγραφη αίτηση μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την κλήση του για εξέταση την εξαίρεση εκείνου που διεξάγει την ανάκριση. Στην αίτηση πρέπει να εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο οι λόγοι της εξαιρέσεως και να αναφέρονται τα στοιχεία στα οποία θεμελιώνονται οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί. Για την αίτηση εξαιρέσεως αποφασίζει το Πειθαρχικό Συμβούλιο χωρίς τη συμμετοχή εκείνου του οποίου ζητείται η εξαίρεση, που αναπληρώνεται νομίμως. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, οι ανακριτικές πράξεις που στο μεταξύ ενεργήθηκαν είναι άκυρες και επαναλαμβάνονται εξαρχής.
Όποιος διεξάγει ανάκριση δικαιούται να ενεργήσει ανακριτικές πράξεις και εκτός της έδρας του. Επίσης, δικαιούται να ζητήσει την ενέργεια ανακριτικών πράξεων και εκτός της έδρας του από οποιαδήποτε εκκλησιαστική ή διοικητική αρχή.
Η πειθαρχική ανάκριση είναι μυστική.
Η πειθαρχική ανάκριση περατώνεται εντός μηνός από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της σχετικής αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου στον υπάλληλο που θα την διενεργήσει, ο οποίος μπορεί να ζητήσει με αιτιολογημένη αίτησή του παράταση της προθεσμίας αυτής. Η παράταση αυτή δεν υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα.
Η πειθαρχική ανάκριση μπορεί να επεκταθεί στην έρευνα και άλλων παραπτωμάτων του ίδιου υπαλλήλου, εφ’ όσον προκύπτουν επαρκή στοιχεία.
Καθήκοντα γραμματέα εκτελεί υπάλληλος ο οποίος ορίζεται από τον ενεργούντα ή διατάσσοντα την ανάκριση.
Άρθρο 111
Ανακριτικές πράξεις
Ανακριτικές πράξεις είναι:
- α) η αυτοψία,
- β) η εξέταση μαρτύρων,
- γ) η πραγματογνωμοσύνη,
- δ) η εξέταση του διωκομένου.
Δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανακριτικής πράξεως θέμα που κατά τον νόμο καλύπτεται από το απόρρητο της υπηρεσίας, εκτός αν συμφωνεί η αρμόδια υπηρεσία.
Για την ανακριτική πράξη συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από όσους συνέπραξαν. Αν κάποιος από τους μάρτυρες είναι αναλφάβητος ή αρνείται να υπογράψει ή βρίσκεται σε φυσική αδυναμία να υπογράψει, γίνεται σχετική μνεία στην έκθεση.
Άρθρο 112
Αυτοψία
Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 110 του παρόντος, η αυτοψία διενεργείται αυτοπροσώπως από εκείνον που διεξάγει την πειθαρχική ανάκριση με την παρουσία γραμματέα.
Η αυτοψία διοικητικών εγγράφων ή εγγράφων ιδιωτικών, που έχουν κατατεθεί σε δημόσια ή εκκλησιαστική αρχή, διενεργείται στον χώρο όπου φυλάσσονται.
Έγγραφα που κατέχονται από ιδιώτη παραδίδονται στον ανακριτή και επιστρέφονται υποχρεωτικώς μετά το τέλος της πειθαρχικής διαδικασίας. Ο ανακριτής, ύστερα από αίτηση του ιδιώτη, υποχρεούται να χορηγεί ατελώς απόδειξη παραλαβής και επίσημο αντίγραφο των εγγράφων που παραλήφθηκαν. Κατ’ εξαίρεση, η αυτοψία ιδιωτικών εγγράφων, τα οποία είναι απολύτως αναγκαία για την διεκπεραίωση τρέχουσας υποθέσεως του κατόχου τους ή άλλου προσώπου, διενεργείται από τον ανακριτή στον τόπο όπου βρίσκονται.
Αυτοψία μη εγγράφων επικοινωνιών διενεργείται μετά από εκτύπωσή τους, εφ’ όσον είναι δυνατή, και το έντυπο της εκτυπώσεως βεβαιώνεται υπογραφόμενο και χρονολογούμενο από τον ανακριτή.
Άρθρο 113
Μάρτυρες
Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. ευθεία γραμμή ή έως και τον δεύτερο βαθμό σε πλάγια γραμμή.
Ο διωκόμενος δικαιούται κατά την διάρκεια της πειθαρχικής ανακρίσεως και της εκκλησιαστικής διοικητικής εξετάσεως και μέχρι το τέλος της εξετάσεώς του να ζητήσει εγγράφως την εξέταση μαρτύρων. Ο ανακριτής υποχρεούται να εξετάσει πέντε (5) τουλάχιστον από τους προτεινόμενους μάρτυρες.
Αν η εκκλησιαστική διοικητική εξέταση δεν στρεφόταν κατά συγκεκριμένου προσώπου, το Πειθαρχικό Συμβούλιο υποχρεούται να διενεργήσει συμπληρωματική ανάκριση, προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στον διωκόμενο να εξετασθεί ανωμοτί ή να προτείνει την εξέταση μαρτύρων, εκτός εάν αυτός δηλώσει ενώπιον του Συμβουλίου ότι δεν επιθυμεί να εξετασθεί ανωμοτί ή να προτείνει την εξέταση μαρτύρων.
Άρθρο 114
Πραγματογνώμονες Ως πραγματογνώμονες ορίζονται ιδιώτες ή εκκλησιαστικοί ή δημόσιοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και Ο.Τ.Α., καθώς και αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος. Οι πραγματογνώμονες, πριν από την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ορκίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Άρθρο 115
Εξέταση διωκομένου Κατά την πειθαρχική ανάκριση καλείται οπωσδήποτε για εξέταση ο διωκόμενος υπάλληλος τελευταίος. Ο υπάλληλος εξετάζεται ανωμοτί και μπορεί να παρίσταται μετά δικηγόρου. Η μη προσέλευση του διωκομένου ή η άρνησή του να εξετασθεί, δεν εμποδίζει την πρόοδο της ανακρίσεως. Σε περίπτωση συμπληρώσεως της ανακρίσεως ο διωκόμενος καλείται εκ νέου για εξέταση, εάν προέκυψαν νέα στοιχεία.
Άρθρο 116
Ενέργειες μετά την ανάκριση
Ο πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου, όταν λάβει το παραπεμπτήριο έγγραφο, ορίζει ως εισηγητή της πειθαρχικής υποθέσεως ένα από τα μέλη του συμβουλίου, στο οποίο και παραδίδεται ο φάκελος.
Ο πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου, όταν διαβιβασθεί σε αυτόν το πόρισμα της πειθαρχικής ανακρίσεως ή, σε περίπτωση μη διενέργειας ανακρίσεως κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 110 του παρόντος, όταν κρίνει ότι η υπόθεση είναι ώριμη για συζήτηση, την εισάγει στο Πειθαρχικό Συμβούλιο για να αποφασίσει την κλήση σε απολογία του διωκόμένου υπαλλήλου ή την απαλλαγή του χωρίς αυτήν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ
Απολογία
Άρθρο 117
Κλήση σε απολογία
Πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται, εάν ο υπάλληλος δεν κληθεί προηγουμένως σε απολογία. Η εξέταση του διωκομένου κατά το στάδιο της εκκλησιαστικής διοικητικής εξετάσεως ή της πειθαρχικής ανακρίσεως δεν αναπληρώνει την κλήση σε απολογία.
Στην κλήση σε απολογία καθορίζεται σαφώς το αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα και τάσσεται εύλογη προθεσμία για απολογία. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είναι βραχύτερη από πέντε (5) ημέρες είτε καλείται σε απολογία από τον πειθαρχικώς προϊστάμενο είτε καλείται από το Διοικητικό Συμβούλιο ή άλλο συλλογικό όργανο διοικήσεως ή Πειθαρχικό Συμβούλιο. Η προθεσμία για απολογία μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά και έως το τριπλάσιο της αρχικής προθεσμίας, μετά από αιτιολογημένη έγγραφη αίτηση του διωκομένου. Εκπρόθεσμη απολογία λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη, εφ’ όσον υποβάλλεται πριν από την έκδοση της αποφάσεως. Η παράλειψη της κλήσεως σε απολογία καλύπτεται από την υποβολή έγγραφης απολογίας με πρωτοβουλία του διωκομένου.
Όταν μετά την κλήση του διωκομένου σε απολογία ακολουθεί παραπομπή σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 101 του παρόντος σε ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο ή στο Πειθαρχικό Συμβούλιο ή στα όργανα του άρθρου 102 του παρόντος, δεν απαιτείται νέα κλήση σε απολογία.
Μετά την κλήση σε απολογία, η υπόθεση περατούται με την έκδοση αποφάσεως.
Άρθρο 118
Απολογία
Η απολογία υποβάλλεται πάντοτε εγγράφως. Ενώπιον του διοικητικού συμβουλίου ή άλλου συλλογικού οργάνου διοικήσεως ή του Πειθαρχικού Συμβουλίου είναι δυνατό να επιτραπεί στον διωκόμενο και η προφορική συμπληρωματική απολογία. Επιτρέπεται η μαγνητοφώνηση της διαδικασίας απολογίας κατόπιν ενημερώσεως του διωκομένου.
Η απολογία παραδίδεται με απόδειξη στο όργανο, το οποίο καλεί σε απολογία. Μπορεί όμως και να αποσταλεί ταχυδρομικώς με συστημένη επιστολή ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Στην περίπτωση του προηγουμένου εδαφίου το εμπρόθεσμο της υποβολής της κρίνεται από τον χρόνο της ταχυδρομήσεως.
Πριν από την απολογία ο διωκόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει να λάβει γνώση και αντίγραφα, με δαπάνες του, του φακέλου της πειθαρχικής υποθέσεως. Το γεγονός ότι έλαβε γνώση αποδεικνύεται με πράξη, η οποία υπογράφεται από τον υπάλληλο, ο οποίος τηρεί τον φάκελο, και τον διωκόμενο ή μόνο από τον πρώτο, αν ο δεύτερος αρνηθεί να υπογράψει. Αν ο διωκόμενος υπάλληλος δεν υπηρετεί στην έδρα του οργάνου που τον καλεί σε απολογία, του χορηγείται σχετική άδεια.
Με την απολογία του ο υπάλληλος έχει δικαίωμα να ζητήσει εύλογη προθεσμία για να υποβάλει έγγραφα στοιχεία. Η παροχή της προθεσμίας και η διάρκειά της εναπόκεινται στην κρίση του οργάνου, το οποίο τον καλεί σε απολογία.
Άρθρο 119
Προσδιορισμός ημέρας συνεδριάσεως Παράσταση διωκομένου
Μετά την υποβολή της απολογίας ή την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής της, ο πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου προσδιορίζει με πράξη του την ημέρα κατά την οποία θα συζητηθεί η υπόθεση. Η ημέρα, η ώρα και ο τόπος της συνεδριάσεως κοινοποιούνται κατά το άρθρο 121 στον διωκόμενο πριν από πέντε (5) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες.
Ο διωκόμενος υπάλληλος έχει δικαίωμα να παραστεί είτε αυτοπροσώπως είτε διά ή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου και των διοικητικών συμβουλίων ή άλλων συλλογικών οργάνων διοικήσεως των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και αποχωρεί πριν από την έναρξη συζητήσεως, την ψηφοφορία και λήψη αποφάσεως. Η μη προσέλευση του διωκομένου δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας.
Αν το Πειθαρχικό Συμβούλιο κρίνει ανεπαρκή τα αποδεικτικά στοιχεία, αναβάλλει την κρίση της υποθέσεως και διατάσσει συμπληρωματική ανάκριση.
Η υπηρεσία του διωκομένου υποχρεούται να του χορηγεί ανάλογη άδεια για να προσέλθει ενώπιον πειθαρχικού οργάνου κατά την κρίση της υποθέσεώς του.
Πρακτικά τηρούνται κατά τις συνεδριάσεις των διοικητικών συμβουλίων ή άλλων συλλογικών οργάνων διοικήσεως των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όταν ενεργούν ως πειθαρχικά όργανα, από υπάλληλό τους που ορίζεται ως γραμματέας και υπογράφονται από τον πρόεδρό τους ή τον αναπληρωτή του και τον γραμματέα.
Άρθρο 120
Κωλύματα και εξαίρεση μελών Πειθαρχικού Συμβουλίου
Μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου, που δεν δικαιούνται να διεξάγουν ανάκριση σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 110 του παρόντος ή έχουν διενεργήσει πειθαρχική ανάκριση στην κρινόμενη υπόθεση, κωλύονται να μετάσχουν στη σύνθεσή του κατά την κρίση της υποθέσεως αυτής.
Ο διωκόμενος μπορεί με έγγραφη αίτησή του να ζητήσει την εξαίρεση μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου, με την προϋπόθεση ότι με τα υπόλοιπα μέλη, τακτικά και αναπληρωματικά, υπάρχει απαρτία. Η αίτηση αυτή, που υποβάλλεται δύο (2) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως, πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τους λόγους της εξαιρέσεως και να συνοδεύεται από τα στοιχεία με τα οποία αυτοί αποδεικνύονται. Για την αίτηση εξαιρέσεως το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφασίζει αιτιολογημένα με συμμετοχή των νομίμων αναπληρωτών των μελών των οποίων ζητείται η εξαίρεση. Τα μέλη που εξαιρούνται αντικαθίστανται από τα αναπληρωματικά τους. Αν εξαιρεθεί το τακτικό και το αναπληρωματικό του μέλος, το Συμβούλιο συνεδριάζει με τα υπόλοιπα μέλη του, εφ’ όσον έχει απαρτία. Η εξαίρεση αναπληρωματικού μέλους μπορεί να ζητηθεί και την ημέρα της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Συμβούλιο αποφασίζει αμέσως επί της αιτήσεως εξαιρέσεως με τα υπόλοιπα μέλη του.
Στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 97 του παρόντος αποκλείεται να μετάσχει στο Πειθαρχικό Συμβούλιο ο ανακριτής ή αυτός που συμμετείχε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο κατά την πρώτη κρίση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε
Γενικές διαδικαστικές διατάξεις
Άρθρο 121
Κοινοποιήσεις στον διωκόμενο Η κλήση σε απολογία και κάθε πρόσκληση ή ειδοποίηση του υπαλλήλου επιδίδονται με δικαστικό επιμελητή ή άλλο εκκλησιαστικό ή δημόσιο όργανο στον ίδιο προσωπικά ή στην κατοικία που έχει δηλώσει στην υπηρεσία του, σε πρόσωπο με το οποίο συνοικεί ή στον Ιερό Ναό, όπου διακονεί, ή στην Ιερά Μονή όπου εγκαταβιοί, εάν πρόκειται για κληρικό ή μοναχό αντιστοίχως ή στησ κατάστημα της υπηρεσίας, που εργάζεται. Για την επίδοση αυτή συντάσσεται αποδεικτικό. Εάν δεν καταστεί δυνατή η επίδοση λόγω απουσίας του υπαλλήλου ή των συνοίκων του, συντάσσεται σχετική έκθεση, το έγγραφο τοιχοκολλάται στον τόπο της επιδόσεως και συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από έναν μάρτυρα. Σε περίπτωση αγνώστου διαμονής του υπαλλήλου το έγγραφο τοιχοκολλάται στο κατάστημα της υπηρεσίας του υπαλλήλου και συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από έναν μάρτυρα. Σε περίπτωση αρνήσεως παραλαβής, το έγγραφο τοιχοκολλάται στον τόπο της επιδόσεως και αυτός που διενεργεί την επίδοση συντάσσει πράξη, στην οποία βεβαιώνεται η άρνηση από τον ίδιο και υπογράφεται και από έναν μάρτυρα.
Άρθρο 122
Εκτίμηση αποδείξεων
Το πειθαρχικό όργανο εκτιμά ελευθέρως τις αποδείξεις. Για να μορφώσει την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του και αποδεικτικά στοιχεία που δεν προκύπτουν από την πειθαρχική διαδικασία, αλλά από άλλη νόμιμη διαδικασία, εφ’ όσον έλαβε γνώση τους ο διωκόμενος.
Συναφή πειθαρχικά παραπτώματα, τα οποία διαπιστώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο της ίδιας πειθαρχικής κρίσεως, ακόμα και εάν δεν περιλαμβάνονται στο έγγραφο ασκήσεως διώξεως ή στο παραπεμπτήριο έγγραφο, μόνον εφ’ όσον ο διωκόμενος κληθεί σε απολογία και γι’ αυτά.
Η κρίση πρέπει να στηρίζεται σε αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα και να είναι ειδικώς αιτιολογημένη.
Άρθρο 123
Πειθαρχική απόφαση
Η πειθαρχική απόφαση διατυπώνεται εγγράφως.
Στην απόφαση μνημονεύονται:
- α) ο τόπος και ο χρόνος εκδόσεώς της,
- γ) το ονοματεπώνυμο, η ιδιότητα και ο βαθμός του
κρινομένου,
- δ) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση
του πειθαρχικού παραπτώματος, προσδιορισμένα κατά τόπο και χρόνο,
- ε) η υποβολή ή όχι απολογίας,
- στ) η αιτιολογία της αποφάσεως,
- ζ) η γνώμη των μελών του συλλογικού οργάνου που
μειοψήφησαν και
- η) η απαλλαγή του κρινομένου ή η ποινή που του επιβάλλεται.
Αν η πειθαρχική απόφαση περί της ενοχής του διωκομένου λαμβάνεται κατά πλειοψηφία, όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή Πειθαρχικού Συμβουλίου ψηφίζουν για την επιβλητέα ποινή. Λευκή ψήφος ή αποχή από την ψηφοφορία δεν επιτρέπεται. Η παράλειψη των στοιχείων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α’, β’ και γ’ εκτός του ονοματεπώνυμου, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της αποφάσεως, εφ’ όσον αυτά προκύπτουν από τον φάκελο της υποθέσεως.
Η πειθαρχική απόφαση υπογράφεται από το όργανο που την εκδίδει. Όταν αυτή εκδίδεται από συλλογικό όργανο, υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα.
Η πειθαρχική απόφαση κοινοποιείται σε αντίγραφο με τη φροντίδα της υπηρεσίας στον υπάλληλο και γνωστοποιείται στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν έφεση. Η κοινοποίηση της αποφάσεως στον υπάλληλο ενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 121 του παρόντος. Στον υπάλληλο γνωστοποιείται επίσης η τυχόν δυνατότητα ασκήσεως εφέσεως, κατά περίπτωση, ενώπιον του Α.Υ.Σ.Ε. και η σχετική προθεσμία ασκήσεώς της.
Η οριστική πειθαρχική απόφαση, η οποία κρίνει την ενοχή ή και την ποινή, δεν ανακαλείται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ
Έφεση - Επανάληψη πειθαρχικής διαδικασίας
Άρθρο 124
Έφεση
Οι πειθαρχικές αποφάσεις των πειθαρχικώς προϊσταμένων και των συλλογικών οργάνων του παρόντος, υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Α.Υ.Σ.Ε.. Ο ενδιαφερόμενος ενημερώνεται υποχρεωτικώς και εγγράφως για το δικαίωμά του να ασκήσει την ανωτέρω έφεση (ενδικοφανή προσφυγή), ειδάλλως το ένδικο βοήθημά του δεν είναι απαράδεκτο λόγω μη ασκήσεως της εφέσεως.
Οι αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Α.Υ.Σ.Ε., από τον υπάλληλο που τιμωρήθηκε ή από τον πειθαρχικώς προϊστάμενό του ή τον οικείο Μητροπολίτη ή τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου ή άλλου συλλογικού οργάνου διοικήσεως του οικείου νομικού προσώπου ή τον Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου κατά περίπτωση.
Ειδικότερα έφεση ενώπιον του Α.Υ.Σ.Ε. δικαιούνται να ασκήσουν:
- α) ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε και
- β) υπέρ της διοικήσεως ή υπέρ του υπαλλήλου, κάθε
πειθαρχικώς προϊστάμενος, οι Μητροπολίτες, οι Πρόεδροι των συλλογικών οργάνων του άρθρου 102 και ο Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου.
Η έφεση ασκείται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση της αποφάσεως ή την πλήρη γνώση αυτής από τον υπάλληλο ή από την περιέλευσή της στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν έφεση. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά είκοσι (20) ημέρες για εκείνους που διαμένουν στο εξωτερικό. Ειδικά στην περίπτωση επιβολής ποινής προστίμου αποδοχών, όταν ασκείται έφεση υπέρ της διοικήσεως, η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως εκ μέρους του υπαλλήλου αρχίζει από την κοινοποίηση σε αυτόν αντιγράφων της πειθαρχικής αποφάσεως και της εφέσεως υπέρ της διοικήσεως ή από την πλήρη γνώση αυτών.
Το Α.Υ.Σ.Ε., όταν κρίνει μετά από έφεση του υπαλλήλου ή υπέρ του, δεν δύναται να χειροτερεύσει τη θέση του. Όταν κρίνει έφεση υπέρ της διοικήσεως, δεν δύναται να επιβάλει ελαφρύτερη ποινή από αυτήν που επιβλήθηκε. Όταν ασκούνται εφέσεις τόσο από τον υπάλληλο, όσο και υπέρ της διοικήσεως, το Α.Υ.Σ.Ε. τις κρίνει από κοινού και δεν δεσμεύεται ως προς την ποινή που θα επιβάλει.
Η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής αποφάσεως. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να αποφασίζει την άμεση εκτέλεση της πειθαρχικής αποφάσεως, αν συντρέχουν λόγοι συμφέροντος της υπηρεσίας, εκτός εάν με αυτήν έχει επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσεως ή του υποβιβασμού.
Η έφεση κατά των αποφάσεων των πειθαρχικώς προϊσταμένων κατατίθεται, με ποινή απαραδέκτου στο Α.Υ.Σ.Ε., αυτοπροσώπως ή με συστημένη αλληλογραφία, συντασσόμενης εκθέσεως καταθέσεως που υπογράφεται από τον Γραμματέα του Πειθαρχικού Συμβουλίου και τον εκκαλούντα ή τον πληρεξούσιό του σε περίπτωση αυτοπρόσωπης καταθέσεως. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο διαβιβάζει την έφεση αμελλητί στο Α.Υ.Σ.Ε. με τον πλήρη φάκελο της πειθαρχικής υποθέσεως. Στις περιπτώσεις αποστολής της εφέσεως με συστημένη αλληλογραφία, ως ημερομηνία καταθέσεως λογίζεται η ημερομηνία καταθέσεως της συστημένης αλληλογραφίας στο ταχυδρομικό κατάστημα.
Άρθρο 125
Προσφυγή
Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έχουν οι μόνιμοι υπάλληλοι κατά των αποφάσεων του Α.Υ.Σ.Ε. που επιβάλλουν τις πειθαρχικές ποινές του υποβιβασμού ή της οριστικής παύσεως.
Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου έχουν οι μόνιμοι υπάλληλοι κατά όλων των πειθαρχικών αποφάσεων που επιβάλλουν ποινές κατώτερες του υποβιβασμού.
Η προθεσμία για την άσκηση της ανωτέρω προσφυγής αρχίζει από την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της αποφάσεως. Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του
Μόνη η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής αποφάσεως, με εξαίρεση τις πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλλουν την ποινή της οριστικής παύσεως ή του υποβιβασμού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε
Άρθρο 126
Επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας
Την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, σύμφωνα με τις παρ. 4 και 5 του άρθρου 97 του παρόντος, επιτρέπεται να ζητήσουν:
- α) τα όργανα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 106 του
παρόντος, όταν έχει εκδοθεί καταδικαστική ποινική απόφαση και
- β) ο υπάλληλος, όταν έχει εκδοθεί αθωωτική ποινική απόφαση εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1)
έτους από την δημοσίευσή της.
Η αίτηση για την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας απευθύνεται στο αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο ή στο Α.Υ.Σ.Ε. κατά περίπτωση.
Αν έχει εκδοθεί καταδικαστική ποινική απόφαση, κατά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας μπορεί να επιβληθεί πειθαρχική ποινή ανώτερη από αυτήν που είχε επιβληθεί. Αν έχει εκδοθεί αθωωτική ποινική απόφαση, μπορεί να επιβληθεί ελαφρύτερη ποινή ή να απαλλαγεί ο υπάλληλος. Αν ο υπάλληλος είχε τιμωρηθεί με οριστική ή προσωρινή παύση ή υποβιβασμό, το Πειθαρχικό Συμβούλιο ή το Α.Υ.Σ.Ε. μπορεί μετά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας και την έκδοση αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου ή του Α.Υ.Σ.Ε. να αποφασίσει και την βαθμολογική ή μισθολογική του αποκατάσταση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ
Εκτέλεση αποφάσεως - Διαγραφή ποινών Δαπάνες
Άρθρο 127
Εκτέλεση αποφάσεως
Η τελεσίδικη πειθαρχική απόφαση εκτελείται υποχρεωτικώς. Η εκτέλεση γίνεται από την οικεία υπηρεσία ή το εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Παράλειψη εκτελέσεως της ποινής αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα.
Σε περίπτωση απορρίψεως προσφυγής κατά αποφάσεως που επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσεως, η λύση της υπαλληλικής σχέσεως επέρχεται αυτοδικαίως από την δημοσίευση της αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Κατά τον χρόνο της προσωρινής παύσεως ο υπάλληλος απέχει από κάθε υπηρεσία. Ο χρόνος της προσωρινής παύσεως δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.
Όποιος τιμωρείται με υποβιβασμό δεν κρίνεται για προαγωγή ούτε συμμετέχει στην διαδικασία επιλογής προϊσταμένων, πριν παρέλθει από την ημερομηνία εκτελέσεως της πειθαρχικής αποφάσεως χρονικό διάστημα ίσο με τον χρόνο που απαιτείται για προαγωγή.
Η πειθαρχική απόφαση, η οποία επιβάλλει πρόστιμο ως ποινή ή χρηματικό ποσό ως διοικητική κύρωση, εκτελείται από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας που εντέλλεται την πληρωμή των αποδοχών του υπαλλήλου. Αν λυθεί η υπαλληλική σχέση, το πρόστιμο και το ποσό της διοικητικής κυρώσεως εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την διοικητική εκτέλεση και είσπραξη εσόδων. Για την καταβολή βαρύνεται αποκλειστικά ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε και όχι οι κληρονόμοι του. Το πρόστιμο υπολογίζεται στις αποδοχές που λαμβάνει ο υπάλληλος κατά τον χρόνο εκδόσεως της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής αποφάσεως. Όταν αυτό ορίζεται έως το ένα πέμπτο (1/5) των αποδοχών του, παρακρατείται εφ’ άπαξ από τις αποδοχές του πρώτου μήνα μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως. Όταν είναι μεγαλύτερο, παρακρατείται τμηματικώς κατά μήνα. Η μηνιαία παρακράτηση καθορίζεται με την πειθαρχική απόφαση και δεν επιτρέπεται να είναι ανώτερη από το ένα πέμπτο (1/5) των αποδοχών του υπαλλήλου.
Σε περίπτωση που ο διωκόμενος υπάλληλος αθωωθεί αμετάκλητα, περίληψη της αποφάσεως αναρτάται στο διαδίκτυο ή δημοσιοποιείται με κάθε πρόσφορο τρόπο.
Άρθρο 128
Διαγραφή πειθαρχικών ποινών
Διαγράφονται αυτοδικαίως η ποινή της επιπλήξεως μετά τρία (3) έτη, του προστίμου μετά οκτώ (8) έτη και οι λοιπές ποινές, εκτός από τις ποινές της οριστικής και προσωρινής παύσεως και του υποβιβασμού, μετά δέκα (10) έτη, εφ’ όσον κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ο υπάλληλος δεν τιμωρήθηκε με άλλη ποινή. Ο χρόνος της διαγραφής υπολογίζεται από την εκτέλεση της πειθαρχικής ποινής.
Ο πειθαρχικός φάκελος ποινής που διαγράφεται, αφαιρείται από το προσωπικό μητρώο και τον ατομικό φάκελο του υπαλλήλου, τίθεται στο αρχείο της υπηρεσίας και δεν επιτρέπεται εφεξής να αποτελεί στοιχείο κρίσεώς του.
Άρθρο 129
Δαπάνες πειθαρχικής διαδικασίας
Η πειθαρχική διαδικασία διεξάγεται ατελώς.
Όταν διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη, οι αμοιβές των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται από το πειθαρχικό όργανο και καταβάλλονται από το οικείο εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
ΜΕΡΟΣ ΣΤ
Λύση υπαλληλικής σχέσεως
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α
Λύση υπαλληλικής σχέσεως
Άρθρο 130
Λόγοι λύσεως Η υπαλληλική σχέση λύεται με τον θάνατο, την αποδοχή της παραιτήσεως, την έκπτωση και την απόλυση του υπαλλήλου.
Άρθρο 131
Η παραίτηση αποτελεί δικαίωμα του υπαλλήλου και υποβάλλεται εγγράφως. Αίρεση, όρος ή προθεσμία στην αίτηση παραιτήσεως θεωρούνται ότι δεν έχουν γραφεί.
Η παραίτηση θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί αν κατά τον χρόνο της υποβολής της εκκρεμεί ποινική δίωξη για αδίκημα που κωλύει τον διορισμό ή πρόσληψη ή επισύρει οριστική παύση ή εκκρεμεί πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα που μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσεως ή αν η ποινική ή πειθαρχική δίωξη ασκηθεί μέσα σε δύο (2) μήνες από την υποβολή της αιτήσεως παραιτήσεως και πριν από την αποδοχή της.
Ο υπάλληλος, που έχει τις υποχρεώσεις του άρθρου 58, δεν έχει δικαίωμα να παραιτηθεί πριν λήξει ο χρόνος που ορίζεται στην διάταξη αυτήν.
Ο υπάλληλος μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μήνα από την υποβολή της αιτήσεως παραιτήσεως μπορεί να την ανακαλέσει εγγράφως, εφ’ όσον αυτή δεν έχει γίνει αποδεκτή σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο.
Η αίτηση παραιτήσεως του μονίμου ή του μετακλητού ή επί θητεία υπαλλήλου γίνεται αποδεκτή με πράξη που εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο και δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η υπηρεσία δεν μπορεί να κάνει αποδεκτή την αίτηση παραιτήσεως πριν από την πάροδο δέκα πέντε (15) ημερών από την υποβολή της. Αν μέσα σε δέκα πέντε (15) ημέρες από την πάροδο δέκα πέντε (15) ημερών από την υποβολή της αιτήσεως παραιτήσεως ο υπάλληλος επανέλθει με δεύτερη αίτηση, εμμένοντας στην παραίτησή του, αυτή γίνεται αυτοδικαίως αποδεκτή και λύεται η υπαλληλική σχέση από την ημέρα υποβολής της δεύτερης αιτήσεως σε κάθε περίπτωση. Η αίτηση παραιτήσεως θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή και λύεται αυτοδικαίως η υπαλληλική σχέση, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της. Για την λύση της υπαλληλικής σχέσεως εκδίδεται διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Στην περίπτωση ασκήσεως πειθαρχικής διώξεως μετά την υποβολή αιτήσεως παραιτήσεως, εφ’ όσον η πειθαρχική υπόθεση δεν εκδικασθεί σε πρώτο βαθμό εντός έξι (6) μηνών, ο υπάλληλος δικαιούται να υποβάλει νέα αίτηση παραιτήσεως κατά τους όρους της παραγράφου 5.
Οι διατάξεις του αστικού και εργατικού δικαίου διέπουν την παραίτηση του εκκλησιαστικού υπαλλήλου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ
Έκπτωση
Άρθρο 132
Αυτοδίκαιη έκπτωση λόγω ποινικής καταδίκης
Ο υπάλληλος εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας, εφ’ όσον με αμετάκλητη δικαστική απόφαση:
- α) καταδικασθεί σε ποινή τουλάχιστον πρόσκαιρης
καθείρξεως ή σε οποιαδήποτε ποινή για αδίκημα από τα αναφερόμενα στην περ. η’ της παρ. 1 του άρθρου 5 ή που επισύρει οριστική παύση ή σε οποιαδήποτε ποινή για λιποταξία,
- β) του επιβληθεί στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων,
- γ) καταδικασθεί σε οποιαδήποτε ποινή για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για
οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμεταλλεύσεως της γενετήσιας ζωής.
Η έκπτωση επέρχεται από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως. Για την έκπτωση εκδίδεται διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Άρθρο 133
Επαναφορά στην υπηρεσία μετά από έκπτωση
Υπάλληλος που εξέπεσε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 132 του παρόντος, επανέρχεται στην υπηρεσία από την οποία εξέπεσε, μετά από έκδοση προεδρικού διατάγματος κατά την παρ. 1 του άρθρου 47 του Συντάγματος, το οποίο αίρει τις συνέπειες της ποινής.
Η επαναφορά γίνεται σε κενή οργανική θέση με απόφαση του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με απόφαση του Μητροπολίτη, ή του Διοικητικού Συμβουλίου ή άλλου συλλογικού οργάνου διοικήσεως ή της Δ.Ι.Σ. κατά περίπτωση. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, επαναφέρεται σε προσωποπαγή θέση που συνιστάται με την απόφαση επαναφοράς και καταλαμβάνει την πρώτη θέση που θα κενωθεί, οπότε καταργείται αυτοδικαίως η προσωποπαγής θέση.
Άρθρο 134
Έκπτωση λόγω απώλειας ιθαγένειας Ο υπάλληλος εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας από την ημερομηνία που απώλεσε την ελληνική ιθαγένεια ή την ιθαγένεια κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Για την έκπτωση εκδίδεται διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Απόλυση
Άρθρο 135
Λόγοι απολύσεως Ο υπάλληλος απολύεται μόνο για τους επόμενους λόγους:
- α) επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσεως,
- β) σωματική ή πνευματική ανικανότητα,
- γ) κατάργηση της θέσεως στην οποία υπηρετεί,
- δ) συμπλήρωση ορίου ηλικίας,
- ε) μη προαγωγή λόγω ακαταλληλότητας για δύο (2)
συνεχόμενες φορές.
Άρθρο 136
Απόλυση για σωματική ή πνευματική ανικανότητα
Ο υπάλληλος απολύεται ύστερα από απόφαση του Κανονισμό. Δεν απολύεται ο υπάλληλος αν η ανικανότητά του επιτρέπει την άσκηση άλλων καθηκόντων και υφίσταται σχετική οργανική θέση ή εργασιακή ανάγκη.
Ο μόνιμος υπάλληλος που απολύεται σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος άρθρου αναδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 24 του παρόντος Κανονισμού.
Άρθρο 137
Απόλυση λόγω καταργήσεως θέσεως
Ο υπάλληλος απολύεται, αν καταργηθεί η θέση στην οποία υπηρετεί.
Αν καταργηθούν ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, απολύονται οι υπάλληλοι, οι οποίοι συγκεντρώνουν τα λιγότερα ουσιαστικά προσόντα, ύστερα από απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Κατά της αποφάσεως αυτής επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Τα ανωτέρω ισχύουν και σε περίπτωση καταργήσεως θέσεων μετά από συγχώνευση κλάδων ή υπηρεσιών.
Οι κατά τις ανωτέρω διατάξεις προς απόλυση υπάλληλοι δικαιούνται, με αίτησή τους, να μεταταγούν σε κενή οργανική θέση άλλης εκκλησιαστικής αρχής ή δημόσιας υπηρεσίας ή κάθε είδους Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. κατά τον παρόντα Κανονισμό.
Ο υπάλληλος δικαιούται να επαναδιορισθεί, αν επανασυσταθεί η ίδια ή όμοια θέση μέσα σε ένα (1) έτος από την απόλυσή του.
Άρθρο 138
Αυτοδίκαιη απόλυση λόγω ορίου ηλικίας
Ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με την συμπλήρωση του εξηκοστού εβδόμου (67ου) έτους της ηλικίας του.
Ο υπάλληλος με αίτησή του, που υποβάλλεται έξι (6) μήνες πριν την συμπλήρωση του ορίου της παραγράφου 1, δύναται να ζητήσει να παραμείνει στην υπηρεσία για ορισμένο χρόνο, και η αίτηση κρίνεται κατά την διακριτική ευχέρεια και τις υπηρεσιακές ανάγκες του φορέως και δύναται να γίνει δεκτή, εν όλω ή εν μέρει, μετά από γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
Ως ημέρα γεννήσεως, για την εφαρμογή των προηγουμένων παραγράφων, θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γεννήσεως.
Ως πραγματική υπηρεσία θεωρείται κάθε υπηρεσία που έχει παρασχεθεί στο Δημόσιο, εκκλησιαστικό ή κρατικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή Ο.Τ.Α. με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή που αναγνωρίζεται ως πραγματική υπηρεσία με βάση ειδικές διατάξεις. Ο χρόνος στρατεύσεως πριν από την έναρξη της υπαλληλικής ή εργασιακής σχέσεως δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.
Άρθρο 139
Πράξη λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως
Η υπαλληλική σχέση για τους λόγους του άρθρου 135 λύεται με απόφαση του Πρόεδρου της Ιεράς Συνόδου ή του Μητροπολίτη ή του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου ή άλλου συλλογικού οργάνου διοικήσεως των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου κατά περίπτωση, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Εκτός από τις περιπτώσεις αυτοδίκαιης λύσεως, η υπαλληλική σχέση λύεται με την κοινοποίηση της αποφάσεως λύσεως στον ενδιαφερόμενο. Αν η απόφαση αυτή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη δημοσίευσή της, η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως από την πάροδο του εικοσαημέρου.
Άρθρο 140
Λύση συμβάσεως προσωπικού ιδιωτικού δικαίου
Η σύμβαση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου εργαζομένου λύεται:
- α) για τους λόγους για τους οποίους λύεται η υπαλληλική σχέση των μονίμων υπαλλήλων κατά τον παρόντα
Κανονισμό με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 92 του παρόντος Κανονισμού,
- β) λόγω καταγγελίας από την υπηρεσία για υπαλλήλους που δεν κατέχουν οργανική θέση ή λόγω καταγγελίας από τον εργαζόμενο. Στην περίπτωση απολύσεως
λόγω καταργήσεως θέσεως ή καταγγελίας από την υπηρεσία ή λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας ισχύουν οι προϋποθέσεις κύρους και η αποζημίωση που προβλέπεται από τις διατάξεις αστικού και εργατικού δικαίου που διέπουν τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα. Ως καταγγελία από τον εργαζόμενο (οικειοθελής αποχώρηση) θεωρείται και η αδικαιολόγητη αποχή από τα καθήκοντά του για τριάντα (30) συναπτές ημέρες, οπότε εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του αστικού και εργατικού δικαίου για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα. Στην περίπτωση λύσεως, εκτός της περιπτώσεως καταγγελίας από τον εργαζόμενο, εφαρμόζεται το άρθρο 135 του παρόντος.
Η σύμβαση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου λύεται αυτοδικαίως με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου διάρκειάς της είτε νωρίτερα για σπουδαίο λόγο.»
Άρθρο 7
Τα άρθρα 148-149 του Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος υπ’ αρ. 5/1978 (Α’ 48) καταργούνται και αντικαθίστανται ως ακολούθως: «ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ Μετακλητοί Υπάλληλοι
Άρθρο 148
Οι υπάλληλοι που διορίζονται σε θέσεις μετακλητών υπαλλήλων (μετακλητοί υπάλληλοι) εκτελούν για αόριστο χρόνο την ανατιθέμενη σε αυτούς υπηρεσία και απολύονται οποτεδήποτε άνευ αποζημιώσεως από το αρμόδιο για διορισμό όργανο.
Κληρικοί διοριζόμενοι καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε οποιεσδήποτε θέσεις εκκλησιαστικών υπαλλήλων θεωρούνται πάντοτε ως μετακλητοί υπάλληλοι, εφ’ όσον είναι διορισμένοι σε θέση εφημερίου ή διακόνου ενοριακού ναού ή ιεροκήρυκα, εκτός εάν πρόκειται για θέσεις επί θητεία, οπότε θεωρούνται επί θητεία υπάλληλοι. άδειας του επιχωρίου Μητροπολίτη. Διορισμός άνευ της ανωτέρω άδειας είναι άκυρος.
Οι κατά την παρ. 1 του παρόντος μετακλητοί υπάλληλοι υπέχουν όλες τις υποχρεώσεις του τακτικού υπαλλήλου και απολαύουν των ίδιων δικαιωμάτων πλην του δικαιώματος της μονιμότητας, δυνάμενοι να απολυθούν διά πράξεως του αρμοδίου προς διορισμό οργάνου για οποιονδήποτε λόγο.
Απαιτείται για την απόλυση μετακλητού υπαλλήλου εισήγηση του υπηρεσιακού συμβουλίου σε όσες περιπτώσεις επιτρέπεται να απολυθεί και ο τακτικός υπάλληλος.
Η απόλυση κληρικού μετακλητού υπαλλήλου είναι υποχρεωτική εάν προηγηθεί πράξη του οικείου Μητροπολίτη, με την οποία είτε ανακαλείται η άδειά του ή εισήγησή του για τον διορισμό του είτε εντέλλεται να επιστρέψει στην Μονή της μετανοίας τους ή να απασχολείται αποκλειστικώς στην θέση εφημερίου ή διακόνου ή ιεροκήρυκα ή εάν κληθεί να ασκήσει καθήκοντα, η άσκηση των οποίων καθιστά αδύνατη την παράλληλη άσκηση των υπαλληλικών του καθηκόντων.
Οι αποδοχές του μετακλητού υπαλλήλου διέπονται από τις διατάξεις για τις αποδοχές των τακτικών υπαλλήλων. Σε περίπτωση κατοχής άλλης θέσεως και μισθοδοσίας από αυτήν, οι αποδοχές του μετακλητού υπαλλήλου καθορίζονται από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο ή με απόφαση του επιχωρίου Μητροπολίτη της οικείας Μητροπόλεως ή του συλλογικού οργάνου διοικήσεως για τα λοιπά Ν.Π.Δ.Δ. σε ποσό που δεν υπερβαίνει το ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) των αποδοχών εκ της ετέρας θέσεως.»
Άρθρο 8
Καταργούνται τα άρθρα 152Α-152ΙΓ του Κανονισμού υπ’ αρ. 5/1978 (Α’ 48) και προστίθενται νέα άρθρα 152Α και 152Β, τα οποία έχουν ως εξής: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β Υγειονομικές Επιτροπές
Άρθρο 152Α
Είδη υγειονομικών επιτροπών
Αρμόδιες να αποφαίνονται για θέματα υγείας των μονίμων, μετακλητών ή επί θητεία εκκλησιαστικών υπαλλήλων είναι οι υγειονομικές επιτροπές που διακρίνονται σε: α) πρωτοβάθμιες, β) δευτεροβάθμιες.
Η Εκκλησία της Ελλάδος και τα λοιπά εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου δύνανται με απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Αρχιγραμματέως ή μετά από εισήγηση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου ή Διοικητικού Συμβουλίου ή άλλου συλλογικού οργάνου διοικήσεώς τους κατά περίπτωση, να προβαίνουν στην σύσταση και στην συγκρότηση πρωτοβαθμίων ή δευτεροβαθμίων υγειονομικών επιτροπών με αρμοδιότητα τοπική (για ένα ή και για περισσότερα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα της ίδιας περιφέρειας ή περιφερειακής ενότητας) ή ανά εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο ή ομάδες εκκλησιαστικών νομικών προσώπων, ορίζοντας την έδρα τους, τη θητεία τους και τη χωρική τους αρμοδιότητα. Επιτρέπεται να συσταθεί και να συγκροτηθεί Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή με αρμοδιότητα όλη την περιοχή δικαιοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Με απόφαση της Δ.Ι.Σ. ορίζεται ο γραμματέας των υγειονομικών επιτροπών, η αποζημίωση των μελών τους και του γραμματέως τους, το υπόχρεω νομικό πρόσωπο για την καταβολή της, ο τρόπος λειτουργίας τους, ο αριθμός και η ειδικότητα των μελών τους.
Οι υπάλληλοι με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ως προς την αρμοδιότητα και τρόπο πιστοποιήσεως της υγείας ή ασθένειας ή αναπηρίας τους, διέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις για τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέως.
Άρθρο 152Β
Πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες υγειονομικές επιτροπές
Οι πρωτοβάθμιες υγειονομικές επιτροπές είναι τριμελείς και είναι αρμόδιες να γνωματεύουν, ύστερα από ερώτημα της υπηρεσίας: α) για τη χορήγηση αναρρωτικών αδειών, β) για την πιστοποίηση της υγείας των υποψηφίων για διορισμό, γ) για τον χαρακτηρισμό νοσημάτων που χρήζουν νοσηλείας προκειμένης της χορηγήσεως άδειας έως είκοσι δύο (22) εργάσιμων ημερών τον χρόνο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και
- δ) για κάθε άλλο θέμα υγείας του υπαλλήλου, το οποίο
έχει σχέση με τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και κρίνει η υπηρεσία ότι απαιτείται ιατρική γνωμάτευση, ε) για την πιστοποίηση της υγείας και της φυσικής καταλληλότητας των υποψηφίων για διορισμό ατόμων με αναπηρία.
Οι δευτεροβάθμιες υγειονομικές επιτροπές αποτελούνται από πέντε (5) μέλη και συγκροτούνται από ιατρούς, που υπηρετούν ή εδρεύουν στην ίδια Υγειονομική Περιφέρεια. Οι δευτεροβάθμιες υγειονομικές επιτροπές είναι αρμόδιες: α) για την κρίση ενστάσεων κατ’ αποφάσεων των πρωτοβαθμίων επιτροπών, β) για την απόλυση από την υπηρεσία λόγω ασθενείας και γ) για την κρίση της αποκαταστάσεως της υγείας όσων αναδιορίζονται κατά το άρθρο 24 του παρόντος. Στις δευτεροβάθμιες επιτροπές δεν μπορεί να μετέχει μέλος που μετείχε στην πρωτοβάθμια επιτροπή, κατά της οποίας στρέφεται η ένσταση.
Οι αρνητικές αποφάσεις των υγειονομικών επιτροπών κοινοποιούνται απ’ ευθείας στον ενδιαφερόμενο και στην υπηρεσία του.»
Άρθρο 9
Στον Κανονισμό της Εκκλησίας της Ελλάδος υπ’ αρ. 5/1978 (Α’ 48) η αναφορά την περ. γ παρ. 1 του άρθρου 16 σε θέση «Σ.Ε.» νοείται ως θέση «ΥΕ».
Το άρθρο 153 του Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος υπ’ αρ. 5/1978 (Α’ 48) καταργείται.
Άρθρο 10
Κάθε διάταξη κανονισμού που είναι αντίθετη με τον παρόντα Κανονισμό ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν καταργείται. διαδικασίας αξιολογήσεως και επιλογής προϊσταμένων.
Εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Κανονισμού έννομες υπαλληλικές και εργασιακές σχέσεις, υποθέσεις υπαλληλικές ή πειθαρχικές, διέπονται, συνεχίζονται και ολοκληρώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Χρόνος αδικαιολόγητης αποχής υπαλλήλου από τα καθήκοντα προ της ενάρξεως ισχύος του παρόντος διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος.
Τα μέλη των υφισταμένων κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Κανονισμού υπηρεσιακών συμβουλίων (πρωτοβαθμίου και Α.Υ.Σ.Ε.) εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους και τα όργανα αυτά εξακολουθούν να λειτουργούν μέχρι την ανασυγκρότησή τους με απόφαση της Δ.Ι.Σ.
Οι υπάλληλοι, που υπηρετούν κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος, κατατάσσονται από 1.1.2021 αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας που υπηρετούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού και με βάση τον συνολικό χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, που έχει αναγνωρισθεί για την βαθμολογική ή την μισθολογική τους εξέλιξη. Πλεονάζων χρόνος θεωρείται ότι διανύθηκε στον βαθμό κατάταξης. Για την κατάταξη σύμφωνα με την παράγραφο δεν υπολογίζονται: α) ο χρόνος της αργίας είτε εξ αιτίας ποινικής διώξεως που κατέληξε σε οποιαδήποτε καταδίκη είτε εξ αιτίας πειθαρχικής διώξεως που κατέληξε σε πειθαρχική ποινή τουλάχιστον προστίμου αποδοχών τριών (3) μηνών, β) ο χρόνος της αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντα,
- γ) ο χρόνος της προσωρινής παύσεως, δ) ο χρόνος της
άδειας άνευ αποδοχών που δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, ε) ο χρόνος της αναστολής ασκήσεως καθηκόντων, εφ’ όσον στην συνέχεια ο υπάλληλος τέθηκε σε αργία, στ) το χρονικό διάστημα κατά το οποίο στερήθηκε ο υπάλληλος το δικαίωμα για προαγωγή, ζ) χρονικό διάστημα ίσο προς το μισό του απαιτούμενου προς προαγωγή χρόνου σε περίπτωση επιβολής της πειθαρχικής ποινής του υποβιβασμού. Για την κατάταξη σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, στον συνολικό χρόνο πραγματικής υπηρεσίας δεν υπολογίζεται το μισό του πέραν της δεκαετίας χρόνου που διανύθηκε με τυπικό προσόν κατώτερης κατηγορίας.
Υπάλληλοι, οι οποίοι υπηρετούν σε κατηγορία χωρίς να κατέχουν το απαιτούμενο τυπικό προσόν, κατατάσσονται στους βαθμούς της κατηγορίας που υπηρετούν, με προσθήκη ενός (1) έτους στον χρόνο που απαιτείται για προαγωγή στον επόμενο βαθμό με εξαίρεση τον εισαγωγικό βαθμό.
Για την κατάταξη που προβλέπεται από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου εκδίδονται διαπιστωτικές πράξεις από τον Αρχιγραμματεα της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου για υπαλλήλους της Εκκλησίας της Ελλάδος, από τον επιχώριο Μητροπολίτη για υπαλλήλους Ιερών Μητροπόλεων ή τον Πρόεδρο του συλλογικού οργάνου διοικήσεως του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, που δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Μέχρι την σύσταση και συγκρότηση υγειονομικών επιτροπών κατά τον παρόντα Κανονισμό, οι μόνιμοι, μετακλητοί και επί θητεία υπάλληλοι υπάγονται στις υγειονομικές επιτροπές για τους δημόσιους υπαλλήλους κατά τον ν. 3528/2007 (Α’ 26), όπως εκάστοτε ισχύει. Ο παρών Κανονισμός δεν επηρεάζει τις αρμοδιότητες των υγειονομικών επιτροπών του Κέντρου Πιστοποιήσεως Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.), όπως εκάστοτε ισχύουν.
Όπου στον παρόντα Κανονισμό γίνεται αναφορά σε αποφασιστικές αρμοδιότητες της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου για την Εκκλησία της Ελλάδος, του Διοικητικού Συμβουλίου για την Αποστολική Διακονία και το Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος ή του οικείου Μητροπολίτη για τις Ιερές Μητροπόλεις, νοείται αντιστοίχως ως αρμόδιο και το συλλογικό όργανο διοικήσεως σε κάθε άλλη περίπτωση εκκλησιαστικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το προσωπικό του οποίου υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό.
Άρθρο 11
Ο παρών Κανονισμός δεν προκαλεί καμία δαπάνη σε βάρος του προϋπολογισμού του νομικού προσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος ή των λοιπών εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Ο παρών Κανονισμός αρχίζει να ισχύει από την δημοσίευσή του διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Ο παρών Κανονισμός δημοσιεύεται και διά του επισήμου Δελτίου «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο Κανονισμός αυτός να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αθήνα, 2 Mαρτίου 2021 Ο Πρόεδρος † Ο Αθηνών ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ: 210 5279000 - fax: 210 5279054 ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΚΟΙΝΟΥ Πωλήσεις - Συνδρομές: (Ισόγειο, τηλ. 210 5279178 - 180) Πληροφορίες: (Ισόγειο, Γρ. 3 και τηλεφ. κέντρο 210 5279000) Παραλαβή Δημ. Ύλης: (Ισόγειο, τηλ. 210 5279167, 210 5279139) Ωράριο για το κοινό: Δευτέρα ως Παρασκευή: 8:00 - 13:30 Ιστότοπος: www.et.gr Πληροφορίες σχετικά με την λειτουργία του ιστότοπου: helpdesk.et@et.gr Αποστολή ψηφιακά υπογεγραμμένων εγγράφων προς δημοσίευση στο ΦΕΚ: webmaster.et@et.gr Πληροφορίες για γενικό πρωτόκολλο και αλληλογραφία: grammateia@et.gr Το Εθνικό Τυπογραφείο αποτελεί δημόσια υπηρεσία υπαγόμενη στην Προεδρία της Κυβέρνησης και έχει την ευθύνη τόσο για τη σύνταξη, διαχείριση, εκτύπωση και κυκλοφορία των Φύλλων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ), όσο και για την κάλυψη των εκτυπωτικών - εκδοτικών αναγκών του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ν. 3469/2006/Α΄ 131 και π.δ. 29/2018/Α΄58).
ΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΦΕΚ) • Τα ΦΕΚ σε ηλεκτρονική μορφή διατίθενται δωρεάν στο www.et.gr, την επίσημη ιστοσελίδα του Εθνικού Τυπογραφείου. Όσα ΦΕΚ δεν έχουν ψηφιοποιηθεί και καταχωριστεί στην ανωτέρω ιστοσελίδα, ψηφιοποιούνται και αποστέλλονται επίσης δωρεάν με την υποβολή αίτησης, για την οποία αρκεί η συμπλήρωση των αναγκαίων στοιχείων σε ειδική φόρμα στον ιστότοπο www.et.gr. • Τα ΦΕΚ σε έντυπη μορφή διατίθενται σε μεμονωμένα φύλλα είτε απευθείας από το Τμήμα Πωλήσεων και Συνδρομητών, είτε ταχυδρομικά με την αποστολή αιτήματος παραγγελίας μέσω των ΚΕΠ, είτε με ετήσια συνδρομή μέσω του Τμήματος Πωλήσεων και Συνδρομητών. Tο κόστος ενός ασπρόμαυρου ΦΕΚ από 1 έως 16 σελίδες είναι 1,00 €, αλλά για κάθε επιπλέον οκτασέλιδο (ή μέρος αυτού) προ σαυξάνεται κατά 0,20 €. Το κόστος ενός έγχρωμου ΦΕΚ από 1 έως 16 σελίδες είναι 1,50 €, αλλά για κάθε επιπλέον οκτασέλιδο (ή μέρος αυτού) προσαυξάνεται κατά 0,30 €. To τεύχος Α.Σ.Ε.Π. διατίθεται δωρεάν. • Τρόποι αποστολής κειμένων προς δημοσίευση: Α. Τα κείμενα προς δημοσίευση στο ΦΕΚ, από τις υπηρεσίες και τους φορείς του δημο σίου, αποστέλλονται ηλεκτρονικά στη διεύθυνση webmaster.et@et.gr με χρήση προηγμέ νης ψηφιακής υπογραφής και χρονοσήμανσης. Β. Κατ’ εξαίρεση, όσοι πολίτες δεν διαθέτουν προηγμένη ψηφιακή υπογραφή μπορούν είτε να αποστέλλουν ταχυδρομικά, είτε να καταθέτουν με εκπρόσωπό τους κείμενα προς δημοσίευση εκτυπωμένα σε χαρτί στο Τμήμα Παραλαβής και Καταχώρισης Δημοσιευμάτων. • Πληροφορίες, σχετικά με την αποστολή/κατάθεση εγγράφων προς δημοσίευση, την ημερήσια κυκλοφορία των Φ.Ε.Κ., με την πώληση των τευχών και με τους ισχύοντες τιμοκαταλόγους για όλες τις υπη ρεσίες μας, περιλαμβάνονται στoν ιστότοπο (www.et.gr). Επίσης μέσω του ιστότοπου δίδονται πληροφορίες σχετικά με την πορεία δημοσίευσης των εγγράφων, με βάση τον Κωδικό Αριθμό Δημοσιεύματος (ΚΑΔ). Πρόκειται για τον αριθμό που εκδίδει το Εθνικό Τυπογραφείο για όλα τα κείμενα που πληρούν τις προϋποθέσεις δημοσίευσης.
ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΕΣ - ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Το Εθνικό Τυπογραφείο ανταποκρινόμενο σε αιτήματα υπηρεσιών και φορέων του δημοσίου αναλαμβάνει να σχεδιάσει και να εκτυπώσει έντυπα, φυλλάδια, βιβλία, αφίσες, μπλοκ, μηχανογραφικά έντυπα, φακέλους για κάθε χρήση, κ.ά.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)