Νόμοι — ΦΕΚ A' 134/2025
Έξοδος από το καθεστώς αναστολής ουδέτερης αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης, παντός είδους αλκοολούχου αποστάγματος ή προϊόντος απόσταξης, οποιουδήποτε αλκοολικού τίτλου, εξαιρουμένων των προϊόντων της παρ. 2, επιτρέπεται να πραγματοποιηθεί με αναστολή καταβολής του Ε.Φ.Κ. για χρονικό διάστημα έως και τριών (3) μηνών, από την ημέρα εξόδου των προϊόντων αυτών, από το εργοστάσιο παραγωγής ή τη φορολογική αποθήκη διακίνησής τους, εφόσον παραλαμβάνονται από ποτοποιούς ως πρώτες ύλες παρασκευής αλκοολούχων ποτών. Η αναστολή αυτή παρέχεται για τους παραλαμβάνοντες κάθε φορά ουδέτερη αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης από πεντακόσια (500) χιλιόγραμμα και άνω ή παντός είδους αλκοολούχου αποστάγματος και προϊόντος απόσταξης από διακόσια πενήντα (250) χιλιόγραμμα και άνω, υπό τον όρο της κατάθεσης από τον παραλήπτη στην αρμόδια Αρχή τραπεζικής εγγύησης που καλύπτει τον αναλογούντα Ε.Φ.Κ.. Το ποσό του Ε.Φ.Κ. του οποίου, κατά τα ανωτέρω, αναστέλλεται η καταβολή, αποτελεί διαμορφωτικό στοιχείο της φορολογητέας αξίας για την επιβολή του φόρου προστιθέμενης αξίας. Η αναστολή δεν παρέχεται για τους παραλαμβάνοντες ουδέτερη αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης προς εμφιάλωση. Η καταβολή του Ε.Φ.Κ. γίνεται με δήλωση, που υποβάλλεται από τον υπόχρεο, μαζί με αναλυτική κατάσταση για τις ποσότητες που εξήλθαν από το καθεστώς αναστολής.
Ο Ε.Φ.Κ. ετοίμων προς κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και άλλων αλκοολούχων προϊόντων βεβαιώνεται από το καθεστώς αναστολής, με βάση δήλωση και αναλυτική κατάσταση, που υποβάλλεται από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή.
Ο εγγεγραμμένος παραλήπτης και ο περιστασιακά εγγεγραμμένος παραλήπτης καταβάλλουν τον Ε.Φ.Κ. των προϊόντων του άρθρου 79, την ημέρα παραλαβής των προϊόντων ή το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα, με βάση δήλωση, που υποβάλλει ο υπόχρεος στην αρμόδια αρχή. Κατ’ εξαίρεση, προκειμένου για πωλήσεις αλκοολούχων ποτών και άλλων αλκοολούχων προϊόντων σε επιβάτες ενδοενωσιακών πτήσεων ή ενδοενωσιακών θαλάσσιων πλόων, τα οποία παραδίδονται σε αυτούς στο εσωτερικό της χώρας για να μεταφερθούν με τις αποσκευές τους, ο εγγεγραμμένος παραλήπτης καταβάλλει τον Ε.Φ.Κ. που αναλογεί στις παραδόσεις προϊόντων κάθε δεκαπενθήμερου του μήνα, μέσα στο επόμενο δεκαπενθήμερο.
Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής του οφειλόμενου Ε.Φ.Κ. για τις περιπτώσεις του παρόντος, ο φόρος αυτός εισπράττεται με ανάλογη κατάπτωση των σχετικών εγγυήσεων υπέρ του Δημοσίου.
Οι υποβαλλόμενες από τους ενδιαφερομένους δηλώσεις και αναλυτικές καταστάσεις, που αναφέρονται στο παρόν, συντάσσονται με ευθύνη των ενδιαφερομένων και το ορθό του περιεχομένου τους, καθώς και το ακριβές του καταβληθέντος συνεπεία αυτών ποσού του Ε.Φ.Κ., τελούν υπό την επιφύλαξη της επαλήθευσής τους από τις αρμόδιες αρχές, ύστερα από έλεγχο.
Άρθρο 120
Υπολογισμός, βεβαίωση και είσπραξη Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης βιομηχανοποιημένων καπνών Κατά παρέκκλιση του άρθρου 117:
Ο Ε.Φ.Κ. των βιομηχανοποιημένων καπνών που προβλέπεται στο άρθρο 99 υπολογίζεται στην κατάσταση φορολογίας που υποβάλλεται από τον υπόχρεο, αφού προηγουμένως συμψηφισθεί η αξία ανάλογου αριθμού ενσήμων φορολογικών ταινιών, η οποία έχει καταβληθεί σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 112. Αν ο συμψηφισμός της αξίας των ταινιών καθίσταται αδύνατος, λόγω αναγνωρισμένων απωλειών του άρθρου 64, η αξία αυτή κατ’ εξαίρεση επιστρέφεται. Ειδικότερα:
- α) για τα βιομηχανοποιημένα καπνά που παράγονται
νόμιμα εκτός καθεστώτος αναστολής, ο Ε.Φ.Κ. εισπράττεται κατά την παραλαβή των ενσήμων φορολογικών ταινιών και πριν αυτά εξαχθούν από το καπνεργοστάσιο,
- β) για τα βιομηχανοποιημένα καπνά που εισάγονται
από τρίτες χώρες, ο Ε.Φ.Κ. εισπράττεται κατά τον τελωνισμό τους σε ανάλωση.
Η βεβαίωση και είσπραξη του φόρου γίνεται κατά τον χρόνο που αυτός είναι απαιτητός, επί του παραστατικού της παρ. 2 του άρθρου 117, στο οποίο επισυνάπτονται και οι προβλεπόμενες καταστάσεις φορολογίας της παρ. 1. ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ
Άρθρο 121
Διακίνηση υποκειμένων σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής
Τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα μπορούν να διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής μεταξύ των ακόλουθων τόπων εντός του εδάφους της Ένωσης, ακόμα και μέσω τρίτης χώρας ή τρίτου εδάφους:
- α) από μια φορολογική αποθήκη προς:
- αα) άλλη φορολογική αποθήκη,
- αβ) εγγεγραμμένο παραλήπτη,
- αγ) τόπο όπου τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα εξέρχονται από το έδαφος της Ένωσης, σύμφωνα με την
παρ. 11 του άρθρου 125,
- αδ) τον παραλήπτη που αναφέρεται στην παρ. 1 του
άρθρου 67, όταν τα προϊόντα αποστέλλονται από το έδαφος άλλου κράτους μέλους,
- αε) το τελωνείο εξόδου, εφόσον προβλέπεται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 329 του εκτελεστικού
Kανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής της 24ης Νοεμβρίου 2015 «για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του Kανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα» (L 343), το οποίο είναι ταυτόχρονα τελωνείο αναχώρησης για το καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης, εφόσον αυτό προβλέπεται σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 189 του κατ’ εξουσιοδότηση Kανονισμού (ΕΕ) 2015/2446 της Επιτροπής της 28ης Ιουλίου 2015 «για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά λεπτομερείς κανόνες σχετικούς με ορισμένες από τις διατάξεις του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα» (L 343),
- β) από τον τόπο εισαγωγής προς οποιονδήποτε από
τους προορισμούς που αναφέρονται στην περ. α), όταν τα προϊόντα αποστέλλονται από εγγεγραμμένο αποστολέα. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «τόπος εισαγωγής» νοείται ο τόπος όπου τα προϊόντα τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία, σύμφωνα με το άρθρο 201 του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα.
Εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εισαγωγή πραγματοποιείται εντός φορολογικής αποθήκης, τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα δύναται να διακινούνται από τον τόπο εισαγωγής υπό καθεστώς αναστολής μόνο αν ο διασαφιστής ή κάθε άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται, άμεσα ή έμμεσα, στη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013, παρέχει στις τελωνειακές αρχές τα εξής:
- α) τον μοναδικό αριθμό Ε.Φ.Κ., σύμφωνα με το στοιχείο
α’ της παρ. 2 του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 389/2012 του Συμβουλίου της 2ας Μαΐου 2012 «για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 2073/2004» 389/2012 του Συμβουλίου, με τον οποίο εξακριβώνεται η ταυτότητα του παραλήπτη προς τον οποίο αποστέλλονται τα προϊόντα,
- γ) κατά περίπτωση, τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι
τα εισαγόμενα προϊόντα προορίζονται να αποσταλούν από το έδαφος του κράτους μέλους εισαγωγής στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
Κατά παρέκκλιση από τις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 1 και την περ. β) της παρ. 1, επιτρέπεται η διακίνηση των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς αναστολής προς τόπο άμεσης παράδοσης που βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, όταν ο τόπος αυτός έχει οριστεί από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή παραλαβής ή από τον εγγεγραμμένο παραλήπτη, ο οποίος δεν είναι εγγεγραμμένος παραλήπτης με άδεια που υπόκειται στους περιορισμούς της παρ. 4 του άρθρου 124. Ο εν λόγω εγκεκριμένος αποθηκευτής ή ο εν λόγω εγγεγραμμένος παραλήπτης παραμένει υπεύθυνος για την υποβολή της αναφοράς παραλαβής που αναφέρεται στην παρ. 10 του άρθρου 125.
Οι παρ. 1, 2 και 3 εφαρμόζονται επίσης για τη διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων με μηδενικό συντελεστή τα οποία δεν έχουν τεθεί σε ανάλωση.
Η διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής αρχίζει:
- α) στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην περ. α) της
παρ. 1, όταν τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα εξέλθουν από τη φορολογική αποθήκη αποστολής και
- β) στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην περ. β) της
παρ. 1, όταν τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με το άρθρο 201 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013.
Η διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής λήγει:
- α) στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις υποπερ. αα), αβ) και αδ) της περ. α) της παρ. 1 και στην
περ. β) της παρ. 1, μόλις ο παραλήπτης παραλάβει τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα,
- β) στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην υποπερ. αγ) της περ. α) της παρ. 1, όταν τα προϊόντα εξέλθουν από το έδαφος της Ένωσης και
- γ) στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην περ. αε)
της περ. α) της παρ. 1, όταν τα προϊόντα υπαχθούν στο καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης.
Οι κίνδυνοι της διακίνησης υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής καλύπτονται από εγγύηση, η οποία παρέχεται από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή αποστολής ή τον εγγεγραμμένο αποστολέα. Η παρεχόμενη εγγύηση ισχύει σε ολόκληρη την Ε.Ε.. Δεν απαιτείται η σύσταση εγγύησης για διακινήσεις ενεργειακών προϊόντων μεταξύ κρατών μελών μέσω σταθερών αγωγών, εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Δύναται να προβλέπονται εξαιρέσεις από την υποχρέωση παροχής εγγύησης, σε ενδεδειγμένες περιπτώσεις και μόνο για διακινήσεις υπό καθεστώς αναστολής που πραγματοποιούνται εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της χώρας.
Κατά παρέκκλιση από την παρ. 7, δύναται στις ενδεδειγμένες περιπτώσεις και με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με την απόφαση της περ. γ) της παρ. 69 του άρθρου 196, να επιτρέπεται η παροχή εγγύησης από τον μεταφορέα, τον κύριο των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, τον παραλήπτη ή από κοινού από δύο ή περισσότερα από τα πρόσωπα αυτά και τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 7. Στις περιπτώσεις προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, για τα οποία προβλέπεται επικόλληση ένσημης ταινίας φορολογίας στο εσωτερικό της χώρας, η εγγύηση μπορεί να βαρύνει το πρόσωπο που παραλαμβάνει τις ταινίες αυτές και παρέχεται τη στιγμή της παραλαβής τους.
Άρθρο 122
Σφράγιση βυτιοφόρων μεταφοράς υποκείμενων υγρών καυσίμων προς εξαγωγή
Η διακίνηση, υπό καθεστώς αναστολής, των υποκειμένων σε Ε.Φ.Κ. ενεργειακών προϊόντων των περ. α) έως ιβ) της παρ. 1 του άρθρου 71, τα οποία προορίζονται για εξαγωγή, μέσω βυτιοφόρων οχημάτων, γίνεται με αποκλειστική ευθύνη των εγκεκριμένων αποθηκευτών του άρθρου 52 και επιτρέπεται, εφόσον συντρέχουν, σωρευτικά, οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) τα διαμερίσματα των δεξαμενών των βυτιοφόρων
οχημάτων σφραγίζονται, κατά τη φόρτωση, με εταιρικές σφραγίδες, ώστε να διασφαλίζεται το απαραβίαστο των διαμερισμάτων τους, κατά τη διακίνηση,
- β) τα βυτιοφόρα οχήματα διαθέτουν πιστοποιητικό
ογκομέτρησης με τα στοιχεία ογκομέτρησης όλων των διαμερισμάτων των δεξαμενών τους, που εκδίδεται από αρμόδιους πιστοποιημένους φορείς, καθώς και βέργα μέτρησης στάθμης των δεξαμενών τους συνοδευόμενη από το απαιτούμενο πιστοποιητικό διακρίβωσης, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στην περ. α) της παρ. 13 του άρθρου 31 του ν. 3784/2009 (Α’ 137) και τα άρθρα 30 και 31 του ν. 4608/2019 (Α’ 66),
- γ) τα βυτιοφόρα οχήματα διαθέτουν πιστοποιητικό
καταλληλότητας για τελωνειακή σφράγιση και αριθμό μητρώου «Διακινητή Πετρελαίου Ναυτιλίας και Αφορολογήτων Καυσίμων» (ΔΙ.ΠΕ.Ν.Α.Κ.).
Η μη τήρηση των υποχρεώσεων της παρ. 1 χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 131, και τιμωρείται ως εξής:
- α) Για παράβαση της περ. α), επιβάλλεται πρόστιμο
ποσού πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ ανά διαμέρισμα,
- β) για παράβαση της περ. β), επιβάλλεται πρόστιμο
ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ ανά βυτιοφόρο,
- γ) για παράβαση της περ. γ), επιβάλλεται πρόστιμο
ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ ανά βυτιοφόρο. Υπόχρεοι για την καταβολή των προστίμων της παρούσας είναι οι εγκεκριμένοι αποθηκευτές του άρθρου 52, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τη σφράγιση των βυτιοφόρων σύμφωνα με την παρ. 1. ορισμένων ενεργειακών προϊόντων
Οι οντότητες των περ. α’, β’ και γ’ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4308/2014 (Α’ 251), οι οποίες, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους ή της παραγωγικής τους διαδικασίας, παραλαμβάνουν είτε από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε., είτε από το εσωτερικό της χώρας, προϊόντα των κωδικών Σ.Ο. 2710 1971 έως και 2710 1999 και των δασμολογικών κλάσεων 3403 και 3814, σε χύδην μορφή, τα οποία δεν υπόκεινται στη νομοθεσία για τον έλεγχο και την κυκλοφορία του Μέρους Γ’, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 70, υποχρεούνται να υποβάλουν στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές της χώρας δήλωση γνωστοποίησης παραλαβής των προϊόντων αυτών, πριν από την έναρξη της διακίνησής τους. Αν τα ως άνω προϊόντα εισάγονται από τρίτες χώρες, η δήλωση γνωστοποίησης παραλαβής των προϊόντων, υποβάλλεται κατά τον ίδιο χρόνο με τη διασάφηση εισαγωγής.
Οι διακινήσεις στο έδαφος της χώρας των προϊόντων της παρ. 1, τα οποία παραλαμβάνονται από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. ή από το εσωτερικό της χώρας, πραγματοποιούνται υποχρεωτικά υπό την κάλυψη της δήλωσης γνωστοποίησης παραλαβής της παρ. 1, μέχρι την ολοκλήρωσή τους.
Η μη τήρηση των υποχρεώσεων της παρ. 1 από τον παραλήπτη και της παρ. 2 από τον μεταφορέα, χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση και επιβάλλονται αυτοτελώς στα ανωτέρω πρόσωπα τα διοικητικά πρόστιμα της παρ. 1 του άρθρου 131, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 131 σχετικά με τη λαθρεμπορία.
Εφόσον μετά από έλεγχο διαπιστωθεί η κατοχή των προϊόντων της παρ. 1, σε χύδην μορφή ή η ανάμιξή τους με άλλα ενεργειακά προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 71, σε εγκατάσταση κατόχου άδειας λιανικής εμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων του άρθρου 7 του ν. 3054/2002 (Α’ 230), εφαρμόζονται όσα ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 131.
Για την εφαρμογή του παρόντος ως «διακίνηση και παραλαβή σε χύδην μορφή» νοείται η διακίνηση και η παραλαβή μη συσκευασμένου προϊόντος είτε σε δεξαμενές, οι οποίες είναι αναπόσπαστο μέρος του μέσου μεταφοράς (βυτιοφόρο όχημα, βυτιοφόρο σιδηροδρομικό βαγόνι, δεξαμενόπλοιο) είτε σε δεξαμενές ISO, είτε σε άλλους περιέκτες των οποίων η χωρητικότητα υπερβαίνει τα διακόσια δέκα (210) λίτρα.
Άρθρο 124
Εγγεγραμμένος παραλήπτης Εγγεγραμμένος αποστολέας
Ο εγγεγραμμένος παραλήπτης δύναται, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, να παραλαμβάνει προϊόντα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προερχόμενα από άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. τα οποία διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής, δεν επιτρέπεται, ωστόσο, να παράγει, να μεταποιεί, να κατέχει, να αποθηκεύει ή να αποστέλλει υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής.
Για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως εγγεγραμμένου παραλήπτη απαιτείται άδεια της αρμόδιας αρχής, η οποία παρέχεται με απόφασή της, μετά από προηγούμενη αίτηση του ενδιαφερομένου.
Ο εγγεγραμμένος παραλήπτης υποχρεούται:
- α) να εγγυάται πριν από την αποστολή των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων την καταβολή των αναλογούντων φόρων και να καταβάλλει αυτούς στην αρμόδια
αρχή με την παραλαβή των προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας, ή το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παραλαβή τους, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις,
- β) να προβαίνει, μόλις περατωθεί η διακίνηση των προϊόντων που παραλαμβάνονται υπό καθεστώς αναστολής,
στη λογιστική τους εγγραφή,
- γ) να αποδέχεται κάθε έλεγχο που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να βεβαιωθούν ότι τα προϊόντα πράγματι
παρελήφθησαν.
Για τον εγγεγραμμένο παραλήπτη που παραλαμβάνει μόνον περιστασιακά υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα, η άδεια της παρ. 2 περιορίζεται σε συγκεκριμένη ποσότητα προϊόντων, σε έναν μόνον αποστολέα και σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Ο περιστασιακά εγγεγραμμένος παραλήπτης συμμορφώνεται ομοίως με τις υποχρεώσεις της παρ. 3.
Ο εγγεγραμμένος αποστολέας δύναται, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, μόνο να αποστέλλει υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα υπό καθεστώς αναστολής κατόπιν της θέσης τους σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με το άρθρο 201 του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα.
Για τον χαρακτηρισμό προσώπου, ως εγγεγραμμένου αποστολέα, απαιτείται άδεια της αρμόδιας αρχής, η οποία παρέχεται με απόφασή της, που εκδίδεται μετά από προηγούμενη αίτηση του ενδιαφερομένου. Ο εγγεγραμμένος αποστολέας υποχρεούται:
- α) να παρέχει εγγύηση, η οποία καλύπτει το ποσό των
αναλογούντων φόρων για τα αποστελλόμενα υπό καθεστώς αναστολής προϊόντα,
- β) να τηρεί λογιστική απεικόνιση των υποκειμένων σε
Ε.Φ.Κ. προϊόντων που αποστέλλει,
- γ) να αποδέχεται κάθε έλεγχο που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να βεβαιωθούν για την κανονικότητα των
διακινήσεων.
Άρθρο 125
Διακίνηση υποκείμενων σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής μέσω μηχανοργανωμένου συστήματος
Η διακίνηση προϊόντων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα υπό καθεστώς αναστολής, μόνο εάν πραγματοποιείται υπό την κάλυψη του ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου, το οποίο καταρτίζεται σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3. Με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρου 121, η διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της χώρας πραγματοποιείται με την ίδια διαδικασία.
Για τους σκοπούς της παρ. 1, ο αποστολέας υποβάλλει σχέδιο ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου στην τε
Η τελωνειακή αρχή επαληθεύει ηλεκτρονικά τα στοιχεία που αναφέρονται στο σχέδιο ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου. Εάν τα στοιχεία αυτά δεν είναι έγκυρα, ενημερώνεται αμέσως ο αποστολέας. Εάν τα στοιχεία αυτά είναι έγκυρα, η τελωνειακή αρχή αποδίδει στο έγγραφο μοναδικό διοικητικό κωδικό αναφοράς και τον κοινοποιεί στον αποστολέα.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις υποπερ. αα),
- αβ) και αδ) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121, στην
περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 121 και στην παρ. 3 του άρθρου 121, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής διαβιβάζουν αμέσως το ηλεκτρονικό διοικητικό έγγραφο στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους προορισμού, οι οποίες το προωθούν στον παραλήπτη, εάν ο παραλήπτης είναι εγκεκριμένος αποθηκευτής ή εγγεγραμμένος παραλήπτης. Όταν τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της χώρας και προορίζονται για εγκεκριμένο αποθηκευτή, το ηλεκτρονικό διοικητικό έγγραφο διαβιβάζεται από την τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής στην τελωνειακή αρχή του τόπου προορισμού και στον εγκεκριμένο αποθηκευτή.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις υποπερ. αγ) και αε) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121, εάν το κράτος μέλος αποστολής είναι διαφορετικό από το κράτος μέλος εξαγωγής όπου υποβάλλεται η διασάφηση εξαγωγής, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής διαβιβάζουν το ηλεκτρονικό διοικητικό έγγραφο στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής. Ο διασαφιστής παρέχει στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής τον μοναδικό διοικητικό κωδικό αναφοράς, με τον οποίο δηλώνονται τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα που αναφέρονται στη διασάφηση εξαγωγής. Οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής επαληθεύουν, πριν από την παράδοση των προϊόντων προς εξαγωγή, κατά πόσον τα δεδομένα του ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου αντιστοιχούν σε εκείνα που περιέχονται στη διασάφηση εξαγωγής. Αν υπάρχουν αναντιστοιχίες μεταξύ του ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου και της διασάφησης εξαγωγής, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής τις γνωστοποιούν στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής χρησιμοποιώντας το μηχανοργανωμένο σύστημα. Αν τα προϊόντα δεν πρόκειται πλέον να εξέλθουν από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής γνωστοποιούν, μόλις το αντιληφθούν, στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής, μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος, ότι τα προϊόντα δεν πρόκειται πλέον να εξέλθουν του τελωνειακού εδάφους της Ε.Ε.. Οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής διαβιβάζουν πάραυτα τη γνωστοποίηση στον αποστολέα. Με την παραλαβή της γνωστοποίησης, ο αποστολέας ακυρώνει το ηλεκτρονικό διοικητικό έγγραφο σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 7 ή αλλάζει τον προορισμό των προϊόντων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 8.
Ο αποστολέας παρέχει στο πρόσωπο που συνοδεύει τα προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. ή, αν κανένα πρόσωπο δεν συνοδεύει τα προϊόντα, στον μεταφορέα, τον μοναδικό διοικητικό κωδικό αναφοράς. Το πρόσωπο που συνοδεύει τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα ή ο μεταφορέας παρέχει τον εν λόγω κωδικό στις αρμόδιες αρχές κάθε φορά που τον ζητούν καθ’ όλη τη διάρκεια της διακίνησης υπό καθεστώς αναστολής των Ε.Φ.Κ..
Ο αποστολέας μπορεί να ακυρώνει το ηλεκτρονικό διοικητικό έγγραφο εάν δεν έχει αρχίσει η διακίνηση σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 121.
Κατά τη διάρκεια της διακίνησης υπό καθεστώς αναστολής, ο αποστολέας μπορεί, μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος, να αλλάζει τον προορισμό ή τον παραλήπτη των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, σε έναν από τους προορισμούς που αναφέρονται στις υποπερ. αα), αβ), αγ) ή αε) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121 ή στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου. Προς τον σκοπό αυτό, ο αποστολέας υποβάλλει σχέδιο ηλεκτρονικού εγγράφου αλλαγής προορισμού στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής, χρησιμοποιώντας
Στην περίπτωση διακίνησης, διά θαλάσσης ή μέσω εσωτερικών πλωτών οδών, ενεργειακών προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής τα οποία προορίζονται για παραλήπτη ο οποίος δεν είναι οριστικά γνωστός κατά τη χρονική στιγμή υποβολής από τον αποστολέα του σχεδίου ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου που αναφέρεται στην παρ. 1, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν στον αποστολέα να παραλείπει από το έγγραφο αυτό τα στοιχεία που αφορούν τον παραλήπτη. Μόλις γίνουν γνωστά τα στοιχεία που αφορούν στον παραλήπτη, το αργότερο δε όταν λήξει η διακίνηση, ο αποστολέας, κάνοντας χρήση της διαδικασίας της παρ. 8, τα διαβιβάζει αμέσως στην τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής. Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις διακινήσεις που αναφέρονται στις υποπερ. αγ) και
- αε) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121.
Κατά την παραλαβή των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων σε οποιονδήποτε από τους προορισμούς που αναφέρονται στις υποπερ. αα), αβ) ή αδ) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121 ή στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ο παραλήπτης, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τη λήξη της διακίνησης, εκτός των περιπτώσεων που κρίνονται δεόντως δικαιολογημένες από τις αρμόδιες αρχές, υποβάλλει αναφορά για την παραλαβή τους, μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος. Η τελωνειακή αρχή του τόπου προορισμού επαληθεύει ηλεκτρονικά τα στοιχεία που αναφέρονται στην αναφορά παραλαβής. Εάν τα στοιχεία αυτά δεν είναι έγκυρα, ενημερώνεται πάραυτα ο παραλήπτης. Εάν τα στοιχεία αυτά είναι έγκυρα, η τελωνειακή αρχή επιβεβαιώνει στον παραλήπτη την καταχώρηση της αναφοράς παραλαβής και τη διαβιβάζει στις τελωνειακές Όταν τα προϊόντα διακινούνται εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της χώρας, η αναφορά παραλαβής διαβιβάζεται από την τελωνειακή αρχή του τόπου προορισμού στην τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής και στον αποστολέα.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην υποπερ. αγ) της περ. α) και στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 121, κατά περίπτωση, το τελωνείο εξαγωγής συντάσσει αναφορά εξαγωγής μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος, με βάση τις πληροφορίες σχετικά με την έξοδο των προϊόντων, τις οποίες έχει λάβει από το τελωνείο εξόδου που αναφέρεται στο άρθρο 329 του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 ή από το τελωνείο όπου διεκπεραιώνονται οι διατυπώσεις για την έξοδο προϊόντων από το τελωνειακό έδαφος, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 51 του παρόντος, η οποία βεβαιώνει ότι τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα εξήλθαν από το έδαφος της Ένωσης. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην υποπερ. αε) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121, το αρμόδιο τελωνείο εξαγωγής συντάσσει αναφορά εξαγωγής, με βάση τις πληροφορίες που έχει λάβει από το τελωνείο εξόδου σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 329 του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447. Το τελωνείο εξαγωγής επαληθεύει ηλεκτρονικά τα στοιχεία με βάση τα οποία πρόκειται να συνταχθεί η αναφορά εξαγωγής σύμφωνα με την παρούσα. Μόλις επαληθευτούν τα εν λόγω στοιχεία και εφόσον το κράτος μέλος αποστολής είναι διαφορετικό από το κράτος μέλος εξαγωγής, το αρμόδιο τελωνείο εξαγωγής διαβιβάζει την αναφορά εξαγωγής στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής, οι οποίες στη συνέχεια τη διαβιβάζουν στον αποστολέα. Αν ο τόπος αποστολής των προϊόντων και το τελωνείο εξαγωγής βρίσκονται στο εσωτερικό της χώρας, η αναφορά εξαγωγής προωθείται στην αρμόδια αρχή του τόπου αποστολής και στον αποστολέα.
Άρθρο 126
Διαδικασίες σε περίπτωση που το μηχανοργανωμένο σύστημα είναι μη διαθέσιμο
Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1 του άρθρου 125, σε περίπτωση που το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος αποστολής, ο αποστολέας μπορεί να αρχίζει τη διακίνηση των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής, υπό τις προϋποθέσεις:
- α) ότι τα προϊόντα συνοδεύονται από εφεδρικό έγγραφο, το οποίο περιέχει τα ίδια στοιχεία με το σχέδιο
ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 125,
- β) ότι ενημερώνει τις τελωνειακές αρχές του κράτους
μέλους αποστολής πριν από την έναρξη της διακίνησης. Αν ο τόπος αποστολής των προϊόντων βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, ο αποστολέας πριν από την έναρξη της διακίνησης υποβάλλει στην τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής ένα αντίγραφο του εγγράφου που αναφέρεται στην περ. α), για την ενδεχόμενη επαλήθευση των στοιχείων που περιέχονται σε αυτό και, εφόσον για τη μη διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος ευθύνεται ο ίδιος, ενημερώνει σχετικά με τους λόγους της μη διαθεσιμότητας.
Μόλις αποκατασταθεί η διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος, ο αποστολέας υποβάλλει για τη συγκεκριμένη διακίνηση σχέδιο ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 125. Μόλις επαληθευτούν τα στοιχεία που αναφέρονται στο σχέδιο ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 125, αν τα εν λόγω στοιχεία είναι έγκυρα, το έγγραφο αυτό αντικαθιστά το εφεδρικό έγγραφο που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1. Οι παρ. 4, 5, 10 και 11 του άρθρου 125 εφαρμόζονται αναλογικά.
Ο αποστολέας οφείλει να φυλάσσει αντίγραφο του εφεδρικού εγγράφου που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1, στα λογιστικά του αρχεία.
Εάν το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος αποστολής, ο αποστολέας μπορεί να τροποποιήσει τον προορισμό των προϊόντων, όπως αναφέρεται στην παρ. 8 του άρθρου 125 και κοινοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής χρησιμοποιώντας άλλα μέσα επικοινωνίας. Για τον σκοπό αυτόν ο αποστολέας ενημερώνει την τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής πριν από την έναρξη της αλλαγής προορισμού. Οι παρ. 2 και 3 εφαρμόζονται αναλογικά. Εάν το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος αποστολής στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις υποπερ. αγ) και αε) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121, ο αποστολέας παρέχει αντίγραφο του εφεδρικού εγγράφου που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1, στον διασαφιστή. Ο διασαφιστής παρέχει στις αρμόδιες αρχές του τόπου εξαγωγής αντίγραφο του εν λόγω εφεδρικού εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου αντιστοιχεί στα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα που δηλώνονται στη διασάφηση εξαγωγής ή τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό του εφεδρικού εγγράφου.
Όταν, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις υποπερ. αα), αβ) και αδ) της περ. α) της παρ. 1, στην περ. β) της παρ. 1 και στην παρ. 3 του άρθρου 121, η αναφορά παραλαβής που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 125, δεν μπορεί να υποβληθεί κατά την περάτωση μιας διακίνησης προϊόντων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην ίδια παράγραφο, είτε διότι το μηχανοργανωμένο σύστημα είναι μη διαθέσιμο στο κράτος μέλος προορισμού είτε διότι, στην περίπτωση της παρ. 1, δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 2, ο παραλήπτης υποβάλλει στην τελωνειακή αρχή του τόπου προορισμού, εξαιρουμένων δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων, εφεδρικό έγγραφο, το οποίο περιλαμβάνει τα ίδια στοιχεία με εκείνα της αναφοράς παραλαβής και επιβεβαιώνει την περάτωση της διακίνησης. τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής, οι οποίες το διαβιβάζουν στον αποστολέα ή το φυλάσσουν ώστε να είναι στη διάθεσή του, εκτός εάν η αναφορά παραλαβής που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 125 μπορεί να τους υποβληθεί εγκαίρως από τον παραλήπτη μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος ή εκτός αν πρόκειται για δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Η διαδικασία της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται αναλογικά, μεταξύ των τελωνειακών αρχών της χώρας, όταν η διακίνηση υπό καθεστώς αναστολής πραγματοποιείται εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της. Μόλις αποκατασταθεί η διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος στο κράτος μέλος προορισμού ή ολοκληρωθούν οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 2, ο παραλήπτης υποβάλλει αναφορά παραλαβής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 125. Τα εδάφια δεύτερο έως και πέμπτο της παρ. 10 του άρθρου 125 εφαρμόζονται αναλογικά.
Όταν, στην περίπτωση που αναφέρεται στις υποπερ. αγ) και αε) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121, η αναφορά εξαγωγής που προβλέπεται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παρ. 11 του άρθρου 125 ή η γνωστοποίηση ότι τα προϊόντα δεν θα εξέλθουν πλέον από το έδαφος της Ε.Ε. όπως προβλέπεται στο πέμπτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 125, δεν είναι δυνατό να καταρτιστεί στη λήξη μιας διακίνησης προϊόντων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. είτε διότι το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος εξαγωγής, είτε διότι, στην περίπτωση της παρ. 1, οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 2 δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής αποστέλλουν στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής έγγραφο που περιλαμβάνει τα ίδια στοιχεία με εκείνα της αναφοράς εξαγωγής ή της γνωστοποίησης και πιστοποιεί τη λήξη της διακίνησης ή ότι τα προϊόντα δεν θα εξέλθουν από το έδαφος της Ε.Ε., εκτός εάν η αναφορά εξαγωγής ή η γνωστοποίηση, μπορεί να καταρτιστεί συντόμως μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος ή σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής διαβιβάζουν στον αποστολέα αντίγραφο του εγγράφου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο ή το φυλάσσουν ώστε να είναι στη διάθεσή του. Η διαδικασία της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται αναλογικά, μεταξύ των τελωνειακών αρχών της χώρας, όταν ο τόπος αποστολής και το τελωνείο εξαγωγής βρίσκονται στο εσωτερικό της. Μόλις αποκατασταθεί η διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος στο κράτος μέλος εξαγωγής ή ολοκληρωθούν οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 2, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής αποστέλλουν αναφορά εξαγωγής σύμφωνα με το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της παρ. 11 του άρθρου 125 ή τη γνωστοποίηση που προβλέπεται στο πέμπτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 125. Τα εδάφια τρίτο έως και πέμπτο της παρ. 11 του άρθρου 125, εφαρμόζονται αναλογικά.
Άρθρο 127
Εναλλακτική απόδειξη παραλαβής και αποδεικτικά στοιχεία για την έξοδο
Με την επιφύλαξη των παρ. 5 και 6 του άρθρου 126, η αναφορά παραλαβής, που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 125, ή η αναφορά εξαγωγής που προβλέπεται στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της παρ. 11 του άρθρου 125, πιστοποιούν ότι μια διακίνηση προϊόντων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. έχει λήξει, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 121.
Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1, εάν δεν υπάρχει αναφορά παραλαβής ή αναφορά εξαγωγής για λόγους άλλους από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 5 και 6 του άρθρου 126, μπορεί να προσκομιστεί εναλλακτική απόδειξη για τη λήξη της διακίνησης υποκειμένων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής, σύμφωνα με τα επόμενα εδάφια. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις υποπερ. αα), αβ) και
- αδ) της περ. α), στην περ. β) της παρ. 1 και στην παρ. 3
του άρθρου 121, δύναται να προσκομισθεί εναλλακτική απόδειξη για τη λήξη της διακίνησης με θεώρηση των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους προορισμού, με βάση κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία ότι τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα έχουν φθάσει στον προορισμό τους. Κατάλληλο αποδεικτικό στοιχείο αποτελεί το εφεδρικό έγγραφο που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 126. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις υποπερ. αγ) και αε) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα, στις περιστάσεις που καθορίζονται στην παρ. 2, έχουν εξέλθει από το έδαφος της Ε.Ε., οι τελωνειακές αρχές:
- α) κάνουν δεκτή, ως αποδεικτικό στοιχείο για το ότι
τα προϊόντα έχουν εξέλθει από το έδαφος της Ε.Ε., θεώρηση των αρχών του κράτους μέλους της Ε.Ε. στο οποίο βρίσκεται το τελωνείο εξόδου, η οποία πιστοποιεί ότι τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα έχουν εξέλθει από το έδαφος της Ένωσης ή έχουν υπαχθεί στο καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης, σύμφωνα με την υποπερ. αε) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121,
- β) μπορούν να λάβουν υπόψη κάθε συνδυασμό των
ακόλουθων αποδεικτικών στοιχείων:
- βα) δελτίο παράδοσης,
- ββ) έγγραφο υπογεγραμμένο ή επικυρωμένο από τον
οικονομικό φορέα που έχει πραγματοποιήσει τη μεταφορά των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ε.Ε., το οποίο πιστοποιεί την έξοδο των προϊόντων,
- βγ) έγγραφο στο οποίο η τελωνειακή αρχή κράτους
μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας πιστοποιεί την παράδοση σύμφωνα με τους κανόνες και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για αυτή την πιστοποίηση στο εν λόγω κράτος μέλος ή χώρα,
- βδ) καταχωρίσεις που τηρούνται από τους οικονομικούς φορείς σχετικά με προϊόντα τα οποία προμηθεύουν
σε πλοία, αεροσκάφη ή υπεράκτιες εγκαταστάσεις,
- βε) άλλα αποδεικτικά στοιχεία αποδεκτά από τις αρχές
του κράτους μέλους αποστολής.
Οι αρμόδιες αρχές της χώρας παρέχουν αμοιβαία συνδρομή στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών, ανταλλάσσουν πληροφορίες με αυτές και συνεργάζονται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ώστε να διασφαλίζονται η ορθή εφαρμογή των ρυθμίσεων που διέπουν τη διακίνηση των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, καθώς και η είσπραξη των εν λόγω φόρων, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 389/2012 του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2004 «για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης» (L 121).
Άρθρο 128
Καταβολή δικαιώματος υπέρ Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.Α.
Το δικαίωμα υπέρ Ειδικού Ταμείου Ελέγχου Παραγωγής και Ποιότητας Αλκοόλης - Αλκοολούχων Ποτών (Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.Α.), που αναλογεί στα προϊόντα του άρθρου 79 του παρόντος, όπως αυτό προβλέπεται στην περ. β’ της παρ. 5 του άρθρου 26 του ν. 2127/1993 (Α’ 48) βεβαιώνεται και εισπράττεται από την τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια για τη βεβαίωση και είσπραξη του ειδικού φόρου κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), η οποία το αποδίδει στον ειδικό λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος.
Με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου, το ανωτέρω δικαίωμα βεβαιώνεται και εισπράττεται μαζί με τον Ε.Φ.Κ. και επί του ιδίου παραστατικού εγγράφου, στις κατά περίπτωση προβλεπόμενες προθεσμίες για τη βεβαίωση και είσπραξη του Ε.Φ.Κ.. Στις περιπτώσεις διάθεσης αιθυλικής αλκοόλης, αλκοολούχων αποσταγμάτων και προϊόντων απόσταξης με τρίμηνη αναστολή καταβολής του Ε.Φ.Κ., κατ’ εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 119, το δικαίωμα υπέρ Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.Α. καταβάλλεται από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή, στην αρμόδια τελωνειακή αρχή, το αργότερο μέχρι την εικοστή πέμπτη ημέρα του επόμενου μήνα από τον μήνα εξόδου των παραπάνω προϊόντων από το καθεστώς αναστολής.
Άρθρο 129
Παρατυπίες κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής
Όταν διαπράττεται παρατυπία κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς αναστολής, η οποία προκαλεί τη θέση τους σε ανάλωση σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 53, η θέση σε ανάλωση πραγματοποιείται στο κράτος μέλος όπου διαπράχθηκε η παρατυπία και ο φόρος καθίσταται απαιτητός στο κράτος μέλος αυτό. Όταν η παρατυπία αυτή διαπράττεται στο εσωτερικό της χώρας, ο Ε.Φ.Κ. βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια αρχή και βαρύνει τα πρόσωπα που ορίζονται στην υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 6 του άρθρου 53, με την επιφύλαξη του άρθρου 131.
Όταν διαπιστώνεται παρατυπία στο εσωτερικό της χώρας κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς αναστολής ειδικού φόρου κατανάλωσης, η οποία προκαλεί τη θέση τους σε ανάλωση σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 53 και δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο τόπος όπου διαπράχθηκε η παρατυπία, η εν λόγω παρατυπία θεωρείται ότι διαπράχθηκε στο εσωτερικό της χώρας κατά τον χρόνο που έγινε η διαπίστωση αυτή.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 και στην παρ. 2, όταν τα προϊόντα προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, οι αρμόδιες αρχές της χώρας ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής.
Όταν τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα που αποστέλλονται από το εσωτερικό της χώρας σε άλλα κράτη μέλη υπό καθεστώς αναστολής δεν έχουν φθάσει στον προορισμό τους και, κατά τη διάρκεια της διακίνησης δεν έχει διαπιστωθεί καμία παρατυπία που να προκαλεί τη θέση τους σε ανάλωση σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 53, θεωρείται ότι διαπράχθηκε παρατυπία στο εσωτερικό της χώρας κατά τη στιγμή κατά την οποία άρχισε η διακίνηση, εκτός εάν, εντός τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη της διακίνησης σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 121, προσκομισθούν στην αρμόδια αρχή ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για την περάτωση της διακίνησης, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 121 ή για τον τόπο όπου διαπράχθηκε η παρατυπία. Εάν το πρόσωπο που παρέχει την προβλεπόμενη στο άρθρο 121 εγγύηση δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι τα προϊόντα δεν αφίχθησαν στον προορισμό τους, του χορηγείται προθεσμία ενός (1) μηνός από την ημέρα της ανακοίνωσης της πληροφορίας αυτής από την αρμόδια αρχή, προκειμένου να είναι σε θέση να αποδείξει ότι η διακίνηση έχει περατωθεί σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 121 ή να υποδείξει τον τόπο όπου διαπράχθηκε η παρατυπία.
Στις περιπτώσεις των παρ. 2 και 4, εάν, πριν από την πάροδο τριετίας από την ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η διακίνηση σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 121, εξακριβωθεί το κράτος μέλος στο οποίο διαπράχθηκε πράγματι η παρατυπία, εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1. Στις περιπτώσεις αυτές, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκε η παρατυπία ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο επιβλήθηκε ο Ε.Φ.Κ., οι οποίες τον επιστρέφουν ή τον διαγράφουν μόλις αποδειχθεί η επιβολή Ε.Φ.Κ. στο άλλο κράτος μέλος.
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «παρατυπία» νοείται η κατάσταση που δημιουργείται κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής, πλην των περιπτώσεων του άρθρου 64, λόγω της οποίας η διακίνηση ή μέρος της διακίνησης των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων δεν περατώθηκε σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 121.
Άρθρο 130
Παρατυπίες κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης προϊόντων τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση
Αν διαπραχθεί παρατυπία κατά τη διάρκεια διακίνησης προϊόντων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ., σύμφωνα με τα προϊόντα υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ., ο οποίος καθίσταται απαιτητός στο κράτος μέλος, όπου διαπράχθηκε η παρατυπία. Αν η παρατυπία διαπραχθεί στο έδαφος της χώρας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο πρώτο εδάφιο, ο Ε.Φ.Κ. καθίσταται απαιτητός στο εσωτερικό της χώρας.
Αν διαπιστωθεί παρατυπία στο εσωτερικό της χώρας κατά τη διάρκεια της διακίνησης υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 54 ή την παρ. 1 του άρθρου 59, και δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο τόπος στον οποίο διαπράχθηκε η παρατυπία, αυτή θεωρείται ότι διαπράχθηκε και ο Ε.Φ.Κ. καθίσταται απαιτητός στο εσωτερικό της χώρας. Εάν εξακριβωθεί σε ποιου κράτους μέλους το έδαφος πράγματι διαπράχθηκε η παρατυπία πριν από την πάροδο τριετούς περιόδου από την ημερομηνία απόκτησης των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, εφαρμόζεται το πρώτο εδάφιο της παρ. 1.
Τον Ε.Φ.Κ. υποχρεούται να καταβάλει το πρόσωπο που εγγυήθηκε την καταβολή του, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 55 ή την παρ. 4 του άρθρου 59, καθώς και οποιοδήποτε πρόσωπο συμμετείχε στην παρατυπία, με την επιφύλαξη του άρθρου 131. Σε περίπτωση περισσότερων υπόχρεων για την καταβολή του ίδιου Ε.Φ.Κ., τα πρόσωπα αυτά είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεα για την πληρωμή της οφειλής.
Για υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα τα οποία τέθηκαν σε ανάλωση στην Ελλάδα, η αρμόδια τελωνειακή αρχή, κατόπιν σχετικού αιτήματος, επιστρέφει ή διαγράφει τον Ε.Φ.Κ. ο οποίος επιβλήθηκε σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. όπου διαπράχθηκε ή διαπιστώθηκε η παρατυπία. Όταν το κράτος μέλος προορισμού είναι η Ελλάδα και ο Ε.Φ.Κ. που αναλογεί στα προϊόντα επιβλήθηκε σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. όπου διαπράχθηκε ή διαπιστώθηκε η παρατυπία, οι τελωνειακές αρχές αποδεσμεύουν την εγγύηση που έχει κατατεθεί κατ’ εφαρμογή της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 55 ή της περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 59.
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «παρατυπία» νοείται η κατάσταση που δημιουργείται κατά τη διάρκεια διακίνησης υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, βάσει της παρ. 1 του άρθρου 54 ή της παρ. 1 του άρθρου 59, η οποία δεν καλύπτεται από το άρθρο 60 και λόγω της οποίας δεν έληξε με κανονικό τρόπο μια διακίνηση ή μέρος μιας διακίνησης προϊόντων που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ..
Οποιαδήποτε απουσία εγγραφής ή πιστοποίησης ενός ή και όλων των προσώπων που εμπλέκονται στη διακίνηση, κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 54 ή της περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 59 ή οποιαδήποτε μη τήρηση της παρ. 1 του άρθρου 55, θεωρείται παρατυπία. Οι παρ. 1 έως 5 εφαρμόζονται αναλόγως, εκτός εάν ο παραλήπτης είναι υπόχρεος να καταβάλει τον Ε.Φ.Κ., σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 59.
Άρθρο 131
Παραβάσεις και κυρώσεις σχετικά με μη τήρηση των διατυπώσεων του Μέρους Γ’
Με την επιφύλαξη της παρ. 2, η μη τήρηση των διατυπώσεων του Μέρους Γ’ του παρόντος Κώδικα χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 159 έως και 167 και επισύρει πρόστιμο από πεντακόσια (500) ευρώ μέχρι δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για κάθε παράβαση, ανάλογα με τη βαρύτητα και τη συχνότητά της.
Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το Μέρος Γ’ του παρόντος Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται διοικητικώς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 159, 168 και 174 έως και 177. Το πολλαπλό τέλος επιβάλλεται και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας.
Eκτός των περιπτώσεων των παρ. 1 και 2, οι παραβάσεις που διαπράττονται κατά την παραγωγή, μεταποίηση, κατοχή, μεταφορά και πώληση των προϊόντων του άρθρου 49, τιμωρούνται με τις ειδικότερες διατάξεις που ισχύουν, κατά περίπτωση, για τα προϊόντα αυτά.
Στις περιπτώσεις νόθευσης ή λαθρεμπορίας καυσίμων σε πρατήριο καυσίμων ή παρεμπόδισης του σχετικού ελέγχου, επιβάλλεται σφράγιση ως εξής:
- α) Αν διαπιστώνεται ότι το ελεγχόμενο φυσικό ή νομικό
πρόσωπο κατέχει, διακινεί και εμπορεύεται νοθευμένα καύσιμα, σφραγίζεται η εγκατάσταση στην οποία διαπιστώνεται η παράβαση για δύο (2) έτη. Η διαπίστωση συντελείται κατόπιν λήψης δείγματος καυσίμου, είτε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε., είτε από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ελεγκτική ή διωκτική αρχή, και κατόπιν εξέτασης του δείγματος καυσίμου από τις υπηρεσίες της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους, με βάση την έκθεση ανάλυσης του κατ’ έφεση δείγματος ή τη σχετική απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, όταν υπάρχει διαφορά μεταξύ της ανάλυσης του πρώτου και του κατ’ έφεση δείγματος.
- β) Αν με βάση την έκθεση ελέγχου, είτε της αρμόδιας
υπηρεσίας της Α.Α.Δ.Ε., είτε οποιασδήποτε άλλης δημόσιας ελεγκτικής ή διωκτικής αρχής, διαπιστώνεται τέλεση λαθρεμπορίας καυσίμων, σφραγίζεται η εγκατάσταση στην οποία διαπιστώνεται η παράβαση, για δύο (2) έτη.
- γ) Αν οι ιδιοκτήτες του πρατηρίου ή οι προστηθέντες
από αυτούς παρεμποδίζουν τον έλεγχο για τη διαπίστωση των ανωτέρω με χρήση βίας ή απειλής σφραγίζεται η εγκατάσταση στην οποία διαπιστώνεται η παράβαση για δύο (2) έτη. Αλλαγή ή διακοπή δραστηριότητας κατά τον χρόνο της σφράγισης στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο όνομα του οποίου λειτουργούσε η εγκατάσταση δεν κωλύει τη σφράγιση της εγκατάστασης. Η σφράγιση πραγματοποιείται είτε από την τελωνειακή αρχή που έχει διενεργήσει τον έλεγχο, είτε από την τελωνειακή αρχή στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται η έδρα της ελεγχό Το δείγμα καυσίμου που έχει ληφθεί, αποστέλλεται άμεσα από την ελέγχουσα αρχή στη χημική υπηρεσία που διενεργεί την ανάλυση, η οποία ολοκληρώνει τις σχετικές διαδικασίες έως και την έκδοση της σχετικής έκθεσης ανάλυσης του κατ’ έφεση δείγματος, το αργότερο εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του δείγματος. Η απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, αν υπάρχει διαφορά μεταξύ της ανάλυσης του πρώτου και του κατ’ έφεση δείγματος, εκδίδεται εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημέρα που αυτό επιλαμβάνεται της διαφοράς. Αν στοιχειοθετείται λαθρεμπορία, οι κυρώσεις της παρ. 2 επιβάλλονται ανεξάρτητα από τις λοιπές ποινικές και διοικητικές κυρώσεις. Μετά από την εξέταση του κατ’ έφεση δείγματος ή την έκδοση απόφασης του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, η σχετική απόφαση επιβολής κύρωσης προς τον παραβάτη κοινοποιείται αμελλητί στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, προκειμένου να επιβάλλει τις κυρώσεις του ν. 3054/2002 (Α’ 230) για μη τήρηση της ποιότητας και του τύπου των καυσίμων, πλην της κύρωσης της σφράγισης που έχει ήδη επιβληθεί σύμφωνα με το παρόν. Αν δεν στοιχειοθετείται λαθρεμπορία, αλλά μόνο μη τήρηση της ποιότητας και του τύπου των καυσίμων, η έκθεση ανάλυσης του κατ’ έφεση δείγματος ή η σχετική απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, όταν υπάρχει διαφορά μεταξύ της ανάλυσης του πρώτου και του κατ’ έφεση δείγματος, κοινοποιείται αμελλητί στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, προκειμένου να επιβάλλει τις κυρώσεις του ν. 3054/2002 (Α’ 230). Για την εφαρμογή της παρούσας, ως καύσιμα νοούνται τα ενεργειακά προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 71. Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή οι νομικές οντότητες των οποίων η εγκατάσταση πρατηρίου καυσίμων σφραγίστηκε, απαγορεύεται να δραστηριοποιούνται με οποιονδήποτε άλλον τρόπο ή ιδιότητα ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις εμπορίας ή διακίνησης ενεργειακών προϊόντων για δύο (2) έτη από τη διαπίστωση της παράβασης. Ειδικά για τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 78 και τις θυγατρικές τους που είναι ιδιοκτήτες πρατηρίων καυσίμων κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%), η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται όταν σφραγίζονται τουλάχιστον πέντε (5) πρατήρια εντός τριών (3) μηνών.
Όταν, κατόπιν ελέγχου, διαπιστώνεται ότι φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατέχει, παρασκευάζει, εμφιαλώνει ή διαθέτει, αιθυλική αλκοόλη ή αλκοολούχα ποτά του άρθρου 80: α) κατά παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας περί λαθρεμπορίας ή β) κατά παράβαση των ενωσιακών και εθνικών διατάξεων περί αιθυλικής αλκοόλης, αλκοολούχων ποτών και τροφίμων, με βάση την οριστική έκθεση εξέτασης δείγματος ή την έκθεση (επιτόπιου) ελέγχου από τις Χημικές Υπηρεσίες της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ή τη σχετική απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, σφραγίζεται η εγκατάσταση του ελεγχόμενου προσώπου, στην οποία διαπιστώνεται η παράβαση, για χρονικό διάστημα από δέκα (10) έως τριάντα (30) ημέρες, ανάλογα με τη βαρύτητά της. Κριτήρια της βαρύτητας αποτελούν η ποσότητα αλκοολούχων ποτών και η υποτροπή τέλεσης της παράβασης. Ως υποτροπή ορίζεται η εκ νέου τέλεση της ίδιας παράβασης, εντός τριών (3) ετών από την έκδοση απόφασης επιβολής προστίμου.
Τα στοιχεία των παραβατών, η εγκατάσταση στην οποία επιβάλλεται η σφράγιση, οι παραβάσεις και οι κυρώσεις δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα της Α.Α.Δ.Ε., τηρουμένου του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της Οδηγίας 95/46/ ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, L 119) και του ν. 4624/2019 (Α’ 137).
Άρθρο 132
Πληρωμές εξαρτώμενες από τις κατασχέσεις βιομηχανοποιημένων καπνών
Οι αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες, τα αδειοδοτημένα επαγγελματικά εργαστήρια, οι εισαγωγείς βιομηχανοποιημένων καπνών από τρίτη χώρα και οι παραλήπτες βιομηχανοποιημένων καπνών από άλλο κράτος μέλος κοινοποιούν κατάλογο των εμπορικών τους σημάτων ή των σημάτων για τα οποία διαθέτουν άδεια χρήσης προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθώς και τα στοιχεία γνησιότητας. Για κάθε ημέρα καθυστέρησης στην υποβολή του καταλόγου των εμπορικών σημάτων επιβάλλεται πρόστιμο εκατό (100) ευρώ με ανώτατο όριο τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ με καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου της Τελωνειακής Αρχής, στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης καπνικών προϊόντων ή το υποκατάστημα, αν η έδρα της επιχείρησης δεν βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια. Ο κατάλογος αυτός επανυποβάλλεται επικαιροποιημένος από όλους τους ανωτέρω εντός δύο (2) μηνών από την προσθήκη ή διαγραφή εμπορικού σήματος.
Σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης πενήντα χιλιάδων (50.000) και άνω τεμαχίων βιομηχανοποιημένων καπνών, που φέρουν τα εμπορικά σήματα οποιασδήποτε επιχείρησης καπνικών προϊόντων από τις μνημονευόμενες στην παρ. 1, η οποία διενεργήθηκε από οποιαδήποτε τελωνειακή αρχή ή από τις αστυνομικές ή λιμενικές αρχές, η Α.Α.Δ.Ε., εντός είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από την επιβολή της κατάσχεσης, προβαίνει σε γνωστοποίηση της κατάσχεσης στην επιχείρηση, με επιστολή της, που κοινοποιείται ηλεκτρονικά σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, A’ 58), η οποία περιλαμβάνει: (α) την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο της κατάσχεσης, (β) τη μάρκα των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών, όπως αναφέρεται στη συσκευασία, και, εφόσον υπάρχει, οποιαδήποτε ένδειξη ως προς την προοριζόμενη αγορά λιανικής πώλησης, των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών, (δ) την ποσότητα των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών. Για τους σκοπούς του παρόντος, ένα (1) γραμμάριο λεπτοκομμένου καπνού για στριφτά τσιγάρα θεωρείται ως αντίστοιχο ενός τεμαχίου τσιγάρου.
Επί της κατασχεθείσας ποσότητας της παρ. 2, διενεργείται δειγματοληψία ως εξής:
- α) η τελωνειακή αρχή που προέβη στην κατάσχεση,
λαμβάνει, κατά τον χρόνο της κατάσχεσης, τέσσερα (4) όμοια δείγματα βιομηχανοποιημένων καπνών για εργαστηριακή εξέταση, δύο (2) από τα οποία αποστέλλει στην επιχείρηση καπνικών και τα άλλα δύο (2) στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία Σερρών, για εξέταση,
- β) αν η κατάσχεση διενεργήθηκε από άλλη υπηρεσία
με αρμοδιότητα για τη δίωξη του λαθρεμπορίου, η υπηρεσία αυτή προβαίνει, κατόπιν υπόδειξης της τελωνειακής αρχής στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας πραγματοποιήθηκε η κατάσχεση, στην οποία αποστέλλει την έκθεση κατάσχεσης, στη δειγματοληψία, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περ. α) και παραδίδει τα δείγματα αυτά στην ίδια τελωνειακή αρχή. Αμέσως μετά από την παραλαβή των δειγμάτων η αρμόδια τελωνειακή αρχή αποστέλλει τα δύο (2) δείγματα στην επιχείρηση καπνικών και τα άλλα δύο (2) στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία Σερρών, για εξέταση,
- γ) κατόπιν αιτήματος της επιχείρησης καπνικών που
υποβάλλεται στην τελωνειακή αρχή των περ. α) και β), εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη γνωστοποίηση της κατάσχεσης στην επιχείρηση, η επιχείρηση καπνικών μπορεί να επιθεωρήσει το σύνολο των κατασχεθέντων προϊόντων. Με το ίδιο αίτημα μπορεί να ζητηθεί εκ νέου δειγματοληψία της κατασχεθείσας ποσότητας, παρουσία εκπροσώπου της, η οποία διενεργείται από μικτά κλιμάκια που αποτελούνται από υπαλλήλους της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης και της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους της Α.Α.Δ.Ε. και λαμβάνονται τέσσερα (4) όμοια δείγματα, δύο (2) για την επιχείρηση και δύο (2) για εξέταση από την αρμόδια χημική υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Γενικού Χημείου του Κράτους της Α.Α.Δ.Ε..
Εάν τα κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά είναι λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης, αυτή υποχρεούται, εντός τριάντα (30) ημερών από την κατά τα ανωτέρω διενέργεια της δειγματοληψίας, σε απάντηση, η οποία αποσκοπεί στην ενημέρωση της τελωνειακής αρχής και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή των πληρωμών. Αν η εταιρεία έχει αιτηθεί τη δειγματοληψία της περ. γ) της παρ. 3, η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου εκκινεί από τη διενέργειά της. Η απάντηση περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η επιχείρηση σχετικά με τα ακόλουθα: (α) τον τόπο κατασκευής των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών, (β) την ημερομηνία κατασκευής των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών, (γ) τη χώρα προορισμού των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών και την προοριζόμενη αγορά λιανικής πώλησης, (δ) οποιαδήποτε ενδιάμεση αποθήκευση και αποστολή, (ε) την ταυτότητα του πρώτου αγοραστή των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών, (στ) την ταυτότητα οποιουδήποτε γνωστού μεταγενέστερου αγοραστή των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών, (ζ) τα τιμολόγια που εκδόθηκαν προς τον πρώτο αγοραστή σχετικά με τα κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά και (η) τα αρχεία πληρωμών από τον πρώτο αγοραστή για οποιαδήποτε κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά. Η επιχείρηση μπορεί μέσα στην ίδια προθεσμία να προσκομίσει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο και να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία ή διευκρίνιση.
Σε βάρος της επιχείρησης καπνικών προϊόντων επιβάλλεται αμελλητί, με καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου της Τελωνειακής Αρχής, στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας ανήκει η έδρα της επιχείρησης καπνικών προϊόντων ή το υποκατάστημα, αν η έδρα της επιχείρησης δεν βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια, η υποχρεωτική πληρωμή προς το Ελληνικό Δημόσιο: (α) Ποσού που ισούται με το εκατό τοις εκατό (100%) των φόρων και δασμών που θα βεβαιώνονταν εάν τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης καπνικών προϊόντων είχαν διατεθεί νόμιμα προς ανάλωση στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας. (β) Εάν τα γνήσια βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης που έχουν κατασχεθεί εντός ενός (1) ημερολογιακού έτους στην ελληνική επικράτεια ανέρχονται σε συνολικό αριθμό που υπερβαίνει τα είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) τεμάχια, η επιχείρηση προβαίνει σε συμπληρωματική πληρωμή ποσού ίσου με το διακόσια τοις εκατό (200%) του ποσού των φόρων και δασμών επί του συνόλου των ποσοτήτων που έχουν κατασχεθεί εντός του έτους αυτού, οι οποίοι θα βεβαιώνονταν εάν τα βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης είχαν διατεθεί νόμιμα προς λιανική πώληση στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Εφόσον η ποσότητα των κατασχεμένων βιομηχανοποιημένων καπνών ανέρχεται σε συνολικό αριθμό που υπερβαίνει τα σαράντα εκατομμύρια (40.000.000) τεμάχια, η επιχείρηση προβαίνει σε συμπληρωματική πληρωμή ποσού ίσου με το τετρακόσια τοις εκατό (400%) του ποσού των φόρων και δασμών επί του συνόλου των ποσοτήτων που έχουν κατασχεθεί εντός του έτους αυτού, οι οποίοι θα βεβαιώνονταν εάν τα βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης είχαν διατεθεί νόμιμα προς λιανική πώληση στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το ποσό της περίπτωσης αυτής διατίθεται για τη χρηματοδότηση των προσπαθειών καταπολέμησης της λαθραίας διακίνησης καπνικών προϊόντων. Εφόσον η επιχείρηση καπνικών προϊόντων είναι νομικό πρόσωπο, η πληρωμή επιβάλλεται στο νομικό πρόσωπο. Το δικαίωμα του Προϊσταμένου του Τελωνείου προς έκδοση της καταλογιστικής πράξης υπόκειται σε άσκηση δικαστικής προσφυγής, εφαρμόζονται αναλόγως η παρ. 4 του άρθρου 159, η παρ. 4 του άρθρου 168 και οι παρ. 8, 9, 10 και 11 του άρθρου 170. Στην ανωτέρω περ. (β), αν πρόκειται για βιομηχανοποιημένα καπνά επιχειρήσεων καπνικών προϊόντων της παρ. 1, που έχουν συνάψει συμφωνίες συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου, στις οποίες προβλέπονται πληρωμές που εξαρτώνται από τις κατασχέσεις γνήσιων βιομηχανοποιημένων καπνών τους και για όσο χρονικό διάστημα ισχύουν οι ανωτέρω συμφωνίες, για την επιβολή της υποχρεωτικής πληρωμής εφαρμόζονται αναλογικά τα οριζόμενα στην παρ. 6.
Σε περιπτώσεις επιχειρήσεων καπνικών προϊόντων της παρ. 1, οι οποίες έχουν συνάψει συμφωνίες συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου, στις οποίες προβλέπονται πληρωμές που εξαρτώνται από τις κατασχέσεις γνήσιων βιομηχανοποιημένων καπνών τους και για όσο χρονικό διάστημα ισχύουν οι ανωτέρω συμφωνίες, η υποχρεωτική πληρωμή της παρ. 5 επιβάλλεται ως εξής:
- α) Εάν στο πλαίσιο των συμφωνιών συνεργασίας έχει
καταβληθεί πληρωμή για τη συγκεκριμένη κατάσχεση από την επιχείρηση προς την Ε.Ε. και το ποσό της πληρωμής που αναλογεί στην Ελλάδα υπολείπεται του ποσού της πληρωμής που οφείλει να καταβληθεί κατά την παρ. 5, επιβάλλεται το ποσό που προκύπτει κατόπιν αφαίρεσης του ποσού που αναλογεί στην Ελλάδα και έχει καταβληθεί προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν το ποσό της πληρωμής που έχει καταβληθεί προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και αναλογεί στην Ελλάδα υπερβαίνει το οφειλόμενο ποσό κατά την παρ. 5, δεν εκδίδεται καταλογιστική πράξη σε βάρος της επιχείρησης.
- β) Εάν η έκδοση της καταλογιστικής πράξης κατά την
παρ. 5 προηγηθεί της καταβολής πληρωμής προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, η καταλογιστική πράξη τροποποιείται και το επιβαλλόμενο ποσό πληρωμής μειώνεται κατά το ποσό της πληρωμής προς την Ευρωπαϊκή Ένωση που αναλογεί στην Ελλάδα. Εάν το ποσό αυτό υπερβαίνει το ποσό που επιβλήθηκε δυνάμει της καταλογιστικής πράξης, η καταλογιστική πράξη ανακαλείται. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, η καταβολή της πληρωμής προς την Ε.Ε. και το ποσό αυτής που αναλογεί στην Ελλάδα αποδεικνύονται με επίσημο έγγραφο της Ε.Ε., το οποίο οφείλει να προσκομίσει η επιχείρηση στην αρμόδια τελωνειακή αρχή.
Οι προϋποθέσεις του καταλογισμού δεν συντρέχουν, αν τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά εκλάπησαν από τρίτους ή διέφυγαν της κατοχής της επιχείρησης από λόγους ανωτέρας βίας. Σε περίπτωση κλοπής, η επιχείρηση οφείλει να αποδείξει ότι κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την αποτροπή της και να προσκομίσει τουλάχιστον αντίγραφο της μήνυσης που υπέβαλε για το αδίκημα της κλοπής, πριν από την κατάσχεση της παρ. 2, καθώς και αντίγραφο της καταχώρησης του περιστατικού της κλοπής στο βιβλίο συμβάντων της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Σε περίπτωση ανωτέρας βίας, η επιχείρηση υποχρεούται να προσκομίσει, τουλάχιστον, βεβαίωση της αρμόδιας για την αντιμετώπισή του δημόσιας αρχής, ότι συνέβησαν το περιστατικό και η απώλεια των βιομηχανοποιημένων καπνών. Εάν μεταγενέστερα με αμετάκλητη ποινική απόφαση ή αμετάκλητο βούλευμα αποδειχθεί ότι δεν έλαβε χώρα η ανωτέρω κλοπή, αναβιώνει η υποχρέωση της επιχείρησης να καταβάλει τα καταλογισθέντα ποσά για τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της που είχαν κατασχεθεί. Κατά το χρονικό διάστημα από τη διάπραξη της παράβασης μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η ποινική απόφαση ή το βούλευμα, αναστέλλεται η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να εκδώσει την καταλογιστική πράξη.
Τα ποσά που καταλογίζονται κατά τα ανωτέρω δεν έχουν τον χαρακτήρα του διοικητικού προστίμου ή της ποινικής κύρωσης αλλά επιβάλλονται ως αποζημίωση οφειλόμενη στο πλαίσιο αντικειμενικής ευθύνης έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για το γεγονός της εκτροπής των βιομηχανοποιημένων καπνών της επιχείρησης στο παράνομο εμπόριο, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, ακόμη και εάν η επιχείρηση είχε συμμορφωθεί από κάθε άποψη προς τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις ισχύουσες τελωνειακές διατάξεις. Η καταβολή των ανωτέρω πληρωμών ουδόλως εμποδίζει την κατά τις κείμενες διατάξεις έρευνα και τον κολασμό τυχόν λαθρεμπορικών παραβάσεων που έλαβαν χώρα σε σχέση με την ποσότητα βιομηχανοποιημένων καπνών που κατασχέθηκαν.
Τα κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά της παρ. 2 καταστρέφονται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 186.
Άρθρο 133
Κυρώσεις για παραβάσεις των διατάξεων περί εγκατάστασης ολοκληρωμένων συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών στις φορολογικές αποθήκες και στις αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης ενεργειακών προϊόντων
Αρμόδιες υπηρεσίες για τον έλεγχο εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν στα ολοκληρωμένα συστήματα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών των φορολογικών αποθηκών και των αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης ενεργειακών προϊόντων της παρ. 1 του άρθρου 71 είναι τα τελωνεία ελέγχου των ανωτέρω αποθηκών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων της παρ. 7 του άρθρου 196 και στην υπό στοιχεία ΔΔΘΤΟΚ Δ 1026126 ΕΞ 2017 απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (Β’ 810), όπως εκάστοτε ισχύει, αντίστοιχα, καθώς και οι τελωνειακές ελεγκτικές αρχές της Α.Α.Δ.Ε., σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπό στοιχεία Δ.ΟΡΓ.Α 1125859 ΕΞ2020 απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (Β’ 4738), όπως εκάστοτε ισχύει. Αν κρίνεται αναγκαίο, ζητείται η συνδρομή των λοιπών υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε. στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, όπως αυτές καθορίζονται στην ίδια απόφαση, καθώς και των υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, σύμφωνα με το π.δ. 5/2022 (Α’15). παρ. 17 του άρθρου 195 και της παρ. 9 του άρθρου 196, επιβάλλεται στους, κατά περίπτωση, υπόχρεους διοικητικό πρόστιμο από χίλια (1.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, επιφυλασσομένης της υποπερ. αδ) και επιβάλλεται, κατά περίπτωση, ανάκληση της άδειας της φορολογικής αποθήκης ή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης. Το ποσό του προστίμου προσδιορίζεται λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη βαρύτητα της παράβασης, καθώς και την υποτροπή. Ειδικότερα:
- αα) Σε περίπτωση μη εγκατάστασης ολοκληρωμένου
συστήματος παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών, επιβάλλεται στον φορέα της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης της φορολογικής αποθήκης ή στον διαχειριστή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης πρόστιμο από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ και ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της φορολογικής αποθήκης ή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης,
- αβ) σε περίπτωση μη πλήρωσης των όρων, προϋποθέσεων και προδιαγραφών της εγκατάστασης και
λειτουργίας των συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών, επιβάλλεται στον φορέα της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης της φορολογικής αποθήκης ή στον διαχειριστή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης και στον εγκαταστάτη του συστήματος παρακολούθησης εισροών εκροών πρόστιμο από χίλια (1.000) ευρώ έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ και ανακαλείται, κατά περίπτωση, η άδεια λειτουργίας της φορολογικής αποθήκης ή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης,
- αγ) σε περίπτωση διαπίστωσης των παραβάσεων της
παρ. 3, επιβάλλεται στον φορέα της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης της φορολογικής αποθήκης ή στον διαχειριστή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης ή στον εγκαταστάτη του συστήματος παρακολούθησης εισροών εκροών ή σε οποιονδήποτε άλλο συνέπραξε ή προσέφερε συνδρομή, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στην τέλεση των παραβάσεων αυτών, πρόστιμο από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ και ανακαλείται, κατά περίπτωση, η άδεια λειτουργίας της φορολογικής αποθήκης ή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης,
- αδ) σε περίπτωση υποτροπής, το πρόστιμο των
υποπερ. αα), αβ) και αγ) διπλασιάζεται. Ως υποτροπή ορίζεται η εντός τριών (3) ετών από την έκδοση απόφασης επιβολής προστίμου εκ νέου τέλεση της ίδιας παράβασης. β. Υπόχρεοι για την καταβολή των επιβαλλόμενων, με το παρόν, προστίμων είναι:
- α) τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία υπέχουν αυτοτελή
ευθύνη, με μόνη την ιδιότητά τους ως φορείς των αδειών λειτουργίας των φορολογικών αποθηκών ή ως διαχειριστές των αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης ή ως εγκαταστάτες του συστήματος παρακολούθησης εισροών-εκροών, καθώς και όσοι ενήργησαν ως αυτουργοί ή ως συναυτουργοί κατά την τέλεση της παράβασης ή θεωρούνται ως τέτοιοι, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 172, με επιμερισμό, στην περίπτωση αυτή, του επιβληθέντος ποσού, σε έκαστο εξ αυτών, ανάλογα με τον βαθμό συνυπευθυνότητάς του και
- β) τα νομικά πρόσωπα, τα οποία είτε υπέχουν αυτοτελή ευθύνη με μόνη την ιδιότητά τους ως φορείς των
αδειών λειτουργίας των φορολογικών αποθηκών ή ως διαχειριστές των αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης ή ως εγκαταστάτες του συστήματος παρακολούθησης εισροών-εκροών είτε κηρύσσονται αστικά συνυπεύθυνα και καθίστανται σε ολόκληρο υπόχρεα για την καταβολή του συνόλου του επιβληθέντος προστίμου, αν οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτών υπέχουν ευθύνη διάπραξης της παράβασης ως φυσικά πρόσωπα και θεωρούνται αυτουργοί ή συναυτουργοί, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 172. Ειδικά για τις παραβάσεις της υποπερ. αγ) της περ. α’ της παρούσας, για την καταβολή των σχετικών προστίμων ευθύνεται αυτοτελώς και όποιος συμπράττει ή προσφέρει συνδρομή, καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην τέλεση των παραβάσεων αυτών. γ. Κατά της απόφασης επιβολής των προστίμων ο έχων έννομο συμφέρον, μπορεί να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97). Με την άσκηση της προσφυγής, αναστέλλεται η καταβολή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του διοικητικού προστίμου, υπό την προϋπόθεση ότι έχει καταβληθεί ή έχει υπαχθεί σε ρύθμιση βάσει νομοθετικής διάταξης το υπόλοιπο πενήντα τοις εκατό (50%). Η αναστολή αίρεται αυτοδικαίως στην περίπτωση μη τήρησης της ως άνω ρύθμισης. Το ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του προστίμου, που δεν αναστέλλεται σε περίπτωση άσκησης προσφυγής, μπορεί να ανασταλεί με δικαστική απόφαση επί αιτήσεως αναστολής κατά τα άρθρα 200 έως 205 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. 3.α) Ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών επιβάλλεται σε όποιον προμηθεύει ή εγκαθιστά μετρητικά συστήματα και τον συνοδευτικό εξοπλισμό τους, τα οποία προορίζονται για εφαρμογές του συστήματος παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών και συνοδεύονται από πλαστά ή παραποιημένα πιστοποιητικά.
- β) Ποινή κάθειρξης επιβάλλεται, σε όποιον:
- βα) Επεμβαίνει χωρίς εξουσιοδότηση, τροποποιεί ή
αλλοιώνει με οποιονδήποτε τρόπο και μορφή μέρη ή παραγόμενα στοιχεία του συστήματος, τα οποία φυλάσσονται στον χώρο της εγκατάστασης ή αποστέλλονται στην κεντρική βάση δεδομένων της Α.Α.Δ.Ε..
- ββ) Παραδίδει, προμηθεύει, εφοδιάζει, πωλεί, αποθηκεύει ή διακινεί ενεργειακά προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 71, μέσω δεξαμενών, αγωγών, αντλιών ή μετρητών
που δεν συνδέονται με το εγκατεστημένο σύστημα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών. αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών στις φορολογικές αποθήκες και αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης, σύμφωνα με τις αποφάσεις της παρ. 17 του άρθρου 195 και της παρ. 9 του άρθρου 196, με εξαίρεση την κύρωση της υποπερ. αα) της περ. α. της παρ. 2, η οποία εφαρμόζεται από την έκδοση της απόφασης της παρ. 81 του άρθρου 196.
Άρθρο 134
Κυρώσεις για υπέρβαση νομίμως καθορισμένης ποσότητας φυσικής απομείωσης (φύρας) ενεργειακών προϊόντων Σε περίπτωση που, έπειτα από έλεγχο των τελωνειακών αρχών, διαπιστώνεται υπέρβαση της νομίμως καθορισμένης, σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 11 του άρθρου 196, ποσότητας φυσικής απομείωσης των ενεργειακών προϊόντων, τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής του Ε.Φ.Κ., οι εγκεκριμένοι αποθηκευτές ή οι εγγεγραμμένοι παραλήπτες, κατά περίπτωση, υποχρεούνται να καταβάλουν τις φορολογικές και λοιπές συνεισπραττόμενες επιβαρύνσεις που αναλογούν στην πλέον της νομίμως, ως άνω καθοριζόμενης, ποσότητας φυσικής απομείωσης, μετά των τόκων εκπρόθεσμης καταβολής και εφαρμόζεται η παρ. 1 του άρθρου 131 περί απλών τελωνειακών παραβάσεων, με την επιφύλαξη εφαρμογής των περί λαθρεμπορίας διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 131, εφόσον συντρέχει προς τούτο περίπτωση.
ΜΕΡΟΣ Δ’
ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΟΧΗΜΑΤΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΟΡΙΣΜΟΙ - ΕΠΙΒΟΛΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΦΟΡΟΥ - ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΑ ΑΞΙΑ
ΤΜΗΜΑ Α’
ΟΡΙΣΜΟΙ - ΤΕΛΟΣ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ
Άρθρο 135
Ορισμοί Για την εφαρμογή του Μέρους Δ’ νοούνται ως:
- α) «Ενωσιακά οχήματα»: Τα αυτοκίνητα οχήματα και
οι μοτοσικλέτες που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 28 και 29 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποστέλλονται ή μεταφέρονται στο εσωτερικό της χώρας από τα λοιπά κράτη μέλη της Ε.Ε..
- β) «Αποστολή ή μεταφορά»: Κάθε αποστολή ή μεταφορά που αρχίζει σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. και
καταλήγει στο εσωτερικό της χώρας. Η έννοια της μεταφοράς περιλαμβάνει και τα οχήματα που μεταφέρονται αυτοδύναμα.
- γ) «Πρόσωπο»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων που διαθέτει δικαιοπρακτική ικανότητα
χωρίς όμως να αποτελεί νομικό πρόσωπο.
- δ) «Πρόσωπο εγκατεστημένο στο εσωτερικό της
χώρας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει τη συνήθη κατοικία του ή την έδρα του, αντίστοιχα, στο εσωτερικό της χώρας.
- ε) «Συνήθης κατοικία»: Ο τόπος στον οποίο ένα άτομο
διαμένει συνήθως, δηλαδή τουλάχιστον εκατόν ογδόντα πέντε (185) ημέρες συνεχείς ή όχι ανά δωδεκάμηνο, λόγω προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών, ή σε περίπτωση ατόμου χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών από τους οποίους προκύπτουν στενοί δεσμοί μεταξύ του ατόμου και του τόπου στον οποίο κατοικεί. Η συνήθης κατοικία ατόμου του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο άλλο από τον τόπο των προσωπικών του δεσμών και το οποίο για τον λόγο αυτό υποχρεώνεται να διαμένει διαδοχικά σε διάφορους τόπους, που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερες χώρες, θεωρείται ότι βρίσκεται στον τόπο των προσωπικών του δεσμών με την προϋπόθεση ότι επιστρέφει τακτικά στον τόπο αυτό. Η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν απαιτείται όταν το άτομο διαμένει σε μια χώρα για την εκτέλεση αποστολής με καθορισμένη διάρκεια. Η φοίτηση σε πανεπιστήμιο ή άλλη σχολή δεν συνεπάγεται μεταφορά συνήθους κατοικίας.
- στ) «Τόπος προορισμού»: Ο τόπος της εκφόρτωσης
στο εσωτερικό της χώρας.
- ζ) «Εγκεκριμένος αποθηκευτής οχημάτων»: Το πρόσωπο που έχει λάβει άδεια από την αρμόδια τελωνειακή
αρχή να κατέχει, να παραλαμβάνει ή να αποστέλλει, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, ενωσιακά οχήματα που υπόκεινται σε τέλος ταξινόμησης και βρίσκονται σε φορολογική αποθήκη υπό καθεστώς αναστολής.
- η) «Φορολογική αποθήκη οχημάτων»: Κάθε τόπος
όπου κατέχονται, παραλαμβάνονται ή αποστέλλονται, από εγκεκριμένο αποθηκευτή, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, ενωσιακά οχήματα που τελούν υπό καθεστώς αναστολής είσπραξης του τέλους ταξινόμησης και του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.).
- θ) «Χρηματοδοτική μίσθωση»: η σύμβαση, δυνάμει της
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)