Νόμοι — ΦΕΚ A' 134/2025
Οι διατάξεις περί αστικής ευθύνης, όπως προβλέπονται στην παρ. 3 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και στις τελωνειακές παραβάσεις. Η άγνοια των αστικώς συνυπεύθυνων για την πρόθεση των χαρακτηρισθέντων ως κυρίως υπαιτίων της τέλεσης της παράβασης δεν απαλλάσσει αυτούς από την ευθύνη, εκτός αν αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω δεν μπορούσαν να έχουν γνώση σχετικά με την πιθανότητα τέλεσης της παράβασης. Σε περίπτωση πώλησης κατόπιν διαγωνισμού του συνόλου ή μέρους των μετοχών ή του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων ή τμημάτων αυτών ή κλάδων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και πιστωτικών ιδρυμάτων, στο μετοχικό κεφάλαιο των οποίων συμμετέχει με οποιοδήποτε ποσοστό το Δημόσιο, καθώς και ανωνύμων εταιρειών που είναι συνδεδεμένες με τα ως άνω νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και πιστωτικά ιδρύματα, η οποία πώληση διενεργείται στο πλαίσιο αποκρατικοποίησης, εξυγίανσης ή ειδικής εκκαθάρισης αυτών, για την καταβολή προστίμων, πολλαπλών τελών, δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων, που επιβάλλονται και καταλογίζονται σε βάρος των κυρίως υπαιτίων της παράβασης, δεν κηρύσσονται αλληλέγγυα συνυπεύθυνα αστικά τα ως άνω νομικά πρόσωπα υπό την προϋπόθεση ότι έως την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών ή περιουσιακών στοιχείων δεν είχαν κοινοποιηθεί καταλογιστικές πράξεις και η συγκεκριμένη εκκρεμότητα δεν είχε γνωστοποιηθεί στους ενδιαφερόμενους επενδυτές κατά το κρίσιμο στάδιο της διενέργειας του διαγωνισμού για τη μεταβίβαση αυτών των περιουσιακών στοιχείων. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και στην περίπτωση αστικής ευθύνης, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 3. Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων εδαφίων, καταλογιστικές πράξεις που εκδόθηκαν μετά την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών ή περιουσιακών στοιχείων και αφορούν προγενέστερες της μεταβίβασης περιόδους, δεν εκτελούνται και ανακαλούνται υποχρεωτικά, κατά το μέρος που αφορούν το νομικό πρόσωπο ως αστικώς συνυπεύθυνο, του οποίου οι οφειλές από πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, δασμούς και λοιπές επιβαρύνσεις, που προέρχονται αποκλειστικά από τις ανωτέρω καταλογιστικές πράξεις, διαγράφονται. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου υποβάλλεται αίτηση στην αρχή που εξέδωσε τις καταλογιστικές πράξεις. Τυχόν ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί σε εκτέλεσή τους δεν επιστρέφονται και δεν συμψηφίζονται. Η πράξη ανάκλησης επιδίδεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της αίτησης. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και δικαστικά εκκρεμείς υποθέσεις κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Ως «εκκρεμείς δικαστικά υποθέσεις» νοούνται οι υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν άσκησης δικαστικής προσφυγής ή τακτικού ενδίκου μέσου ή αίτησης αναίρεσης ή εκείνες για τις οποίες εκκρεμεί η προθεσμία άσκησης δικαστικής προσφυγής ή τακτικού ενδίκου μέσου ή αίτησης αναίρεσης, καθώς επίσης και οι υποθέσεις, οι οποίες έχουν συζητηθεί στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ή στο Συμβούλιο της Επικρατείας και δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση του δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί μη αμετάκλητη απόφαση αλλά δεν έχει κοινοποιηθεί στους διαδίκους. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και σε αιτήσεις ανάκλησης που υποβάλλονται μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος και αφορούν υποθέσεις που είναι κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης ανάκλησης, δικαστικά εκκρεμείς κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου.
Ως αστικά συνυπεύθυνα πρόσωπα για την καταβολή των επιβαλλόμενων σε βάρος του υπαιτίου και των τυχόν συνυπαιτίων αυτού πολλαπλών τελών καθορίζονται τα κατωτέρω φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ακόμη και όταν αυτά δεν υπέχουν ποινική ευθύνη για τη λαθρεμπορία:
- α) ο κύριος ή ο παραλήπτης των εμπορευμάτων, τα
οποία αποτελούν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας, όταν ο κυρίως υπαίτιος ενήργησε επί των αντικειμένων της λαθρεμπορίας ως εντολοδόχος, διαχειριστής, νόμιμος εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος του κυρίου ή του παραλήπτη, οποιαδήποτε και αν είναι η νομική σχέση με την οποία παρουσιάζεται η εντολή, δηλαδή ανεξάρτητα αν ο εντολοδόχος ενεργεί με το όνομα του εντολέα ή αν παρίσταται ως κύριος του εμπορεύματος ή με οποιαδήποτε άλλη νομική σχέση και αδιάφορα αν η ουσιαστική εκπροσώπηση του κυρίου είναι ειδική ή γενική,
- β) οι ιδιοκτήτες των πλοίων, αυτοκινήτων, αμαξοστοιχιών ή αεροσκαφών, οι εταιρείες και εν γένει επιχειρήσεις
μεταφορών δια ξηράς, θάλασσας ή αέρος, καθώς και οι με οποιαδήποτε ιδιότητα ή ονομασία πράκτορες ή αντιπρόσωποι αυτών ή των ιδιοκτητών πλοίων, αυτοκινήτων ή αεροσκαφών, όταν η λαθρεμπορία διαπράχθηκε εντός των ανωτέρω μεταφορικών μέσων ή με χρήση αυτών,
- γ) οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων, οι διευθυντές ξενοδοχείων και κάθε άλλης κατηγορίας καφενείων ή άλλων
καταστημάτων προσιτών στο κοινό, όταν η λαθρεμπορία διαπράχθηκε εντός των εγκαταστάσεων αυτών ή με τη χρησιμοποίηση αυτών, είτε προς εκτέλεση της λαθρεμπορίας, είτε προς διευκόλυνση αυτής με οποιονδήποτε τρόπο, είτε προς απόκρυψη των αντικειμένων της λαθρεμπορίας.
Η άγνοια των αστικώς συνυπεύθυνων για την πρόθεση του υπαίτιου και των τυχόν συνυπαιτίων αυτού σχετικά με την τέλεση της παράβασης δεν απαλλάσσει
Οι καταβάλλοντες, ως αστικά συνυπεύθυνοι, έχουν αναγωγικό δικαίωμα για τα καταβληθέντα ποσά από τους καταδικασθέντες με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, οι δε πράκτορες ή αντιπρόσωποι ναυτιλιακών εταιρειών ή ιδιοκτητών πλοίων ή ιδιοκτητών άλλων μεταφορικών μέσων, από τις εταιρείες και ιδιοκτήτες τους οποίους εκπροσωπούν.
Αν, μετά την έκδοση της καταλογιστικής πράξης για λαθρεμπορία, προκύψει από στοιχεία, τα οποία κατά τον χρόνο έκδοσής της δεν είχαν τεθεί υπόψη της τελωνειακής αρχής, η συμμετοχή στην τέλεση της παράβασης και άλλου προσώπου που δεν είχε συμπεριληφθεί στους συνυπαιτίους της σχετικής καταλογιστικής πράξης, εκδίδεται συμπληρωματική καταλογιστική πράξη, με την οποία κηρύσσεται το πρόσωπο αυτό συνυπαίτιο και επιβάλλεται σε αυτό πολλαπλό τέλος, υπό την προϋπόθεση μη υπέρβασης του ανώτατου προβλεπόμενου ορίου της παρ. 1 του άρθρου 168, συνυπολογιζόμενου του πολλαπλού τέλους που έχει ήδη επιβληθεί με την αρχική καταλογιστική πράξη.
Η πληρωμή του πολλαπλού τέλους δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωση καταβολής των οφειλόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, οι οποίες καταλογίζονται ανεξάρτητα από την ποινή των παρ. 2 και 4 του άρθρου 178, με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατάσχεται και στη συνέχεια δημεύεται το αντικείμενο της λαθρεμπορίας.
Η κοινοποίηση της κλήσης σε προηγούμενη ακρόαση, της κλήσης σε απολογία και της κλήσης σε εξέταση της παρ. 1 του παρόντος διενεργείται:
- α) για πρόσωπα γνωστής διαμονής, σύμφωνα με την
παρ. 9,
- β) για πρόσωπα αγνώστου διαμονής, με τοιχοκόλληση
της κλήσης στο κατάστημα της προσκαλούσας τελωνειακής αρχής, με την παρουσία δύο (2) υπαλλήλων αυτής, ως μαρτύρων. Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται σχετικό πρακτικό. Στην κλήση ορίζεται ανάλογη, κατά την κρίση της τελωνειακής αρχής, προθεσμία για απολογία ή παροχή απόψεων από την κοινοποίηση αυτής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες και αν η κλήση αφορά σε υπόθεση με διαφυγόντες ίδιους πόρους της Ε.Ε., η ως άνω προθεσμία ορίζεται στις τριάντα (30) ημέρες. Εάν ο καλούμενος δεν παράσχει τις απόψεις του ή δεν απολογηθεί μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, η πράξη μπορεί να εκδοθεί και χωρίς τις απόψεις ή την απολογία του. Δεν απαιτείται κοινοποίηση σχετικής κλήσης, αν το πρόσωπο που σχετίζεται με την τέλεση της διαπιστούμενης παράβασης παρείχε τις απόψεις του ή απολογήθηκε, οικειοθελώς, στο πλαίσιο της διοικητικής ανάκρισης για τη διαπίστωση της τελωνειακής παράβασης.
Η πράξη επιβολής προστίμων απλής τελωνειακής παράβασης και πολλαπλών τελών κοινοποιείται σε πρόσωπα γνωστής διαμονής, κατά των οποίων εκδόθηκε με τους ακόλουθους τρόπους, κατά την κρίση του προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής έκδοσης της πράξης:
- α) με ψηφιακή κοινοποίηση στον λογαριασμό που
τηρεί σε πληροφοριακό σύστημα της Α.Α.Δ.Ε. ο ίδιος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του ή ο δηλωθείς σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 8 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α’ 58) φορολογικός εκπρόσωπός του, την οποία ακολουθεί ηλεκτρονική ειδοποίηση στη δηλωθείσα διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ή
- β) με συστημένη επιστολή στην τελευταία ταχυδρομική διεύθυνση κατοικίας ή επαγγελματικής εγκατάστασης
που έχει δηλωθεί στην τελωνειακή αρχή ή έχει προκύψει από έρευνα της τελωνειακής αρχής ή
- γ) με επίδοση, σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής
Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97). Η πράξη επιβολής προστίμων απλής τελωνειακής παράβασης και πολλαπλών τελών σε πρόσωπα, των οποίων δεν είναι γνωστή η διαμονή, σύμφωνα με βεβαίωση της αρμόδιας Κεντρικής Διεύθυνσης της Ασφάλειας της Ελληνικής Αστυνομίας, κοινοποιείται με δημοσίευση περίληψης της πράξης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατ’ εξαίρεση των οριζόμενων στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας περί επίδοσης σε πρόσωπα αγνώστου διαμονής. Πράξη που κοινοποιείται ψηφιακά σύμφωνα με την περ. α) θεωρείται ότι έχει νομίμως κοινοποιηθεί μετά την παρέλευση δέκα (10) ημερών από την ανάρτησή της στον ως άνω λογαριασμό και τη σχετική ειδοποίηση στη δηλωθείσα διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εφόσον δεν προκύπτει προγενέστερος χρόνος παραλαβής της. Πράξη που κοινοποιείται με συστημένη επιστολή σύμφωνα με την περ. β) θεωρείται ότι έχει νομίμως κοινοποιηθεί μετά την παρέλευση δεκαπέντε (15) ημερών από την ημέρα αποστολής, εάν η ταχυδρομική διεύθυνση του παραλήπτη βρίσκεται στην Ελλάδα. Αν η ταχυδρομική διεύθυνση είναι εκτός Ελλάδας, η πράξη θεωρείται ότι έχει κοινοποιηθεί νομίμως μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την ημέρα αποστολής της συστημένης επιστολής. Αν η πράξη δεν κοινοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο, η τελωνειακή αρχή ζητά από την ταχυδρομική υπηρεσία την επιστροφή αυτής, με συνοδευτικό κείμενο, στο οποίο περιλαμβάνονται οι ακόλουθες πληροφορίες:
- α) η ημερομηνία κατά την οποία η συστημένη επιστολή
προσκομίστηκε και παρουσιάστηκε στην ως άνω διεύθυνση και β) ο λόγος για τη μη κοινοποίηση ή τη μη βεβαίωση της κοινοποίησης. Η τελωνειακή αρχή μεριμνά, προκειμένου αντίγραφο της συστημένης επιστολής να βρίσκεται στη διάθεση της αρμόδιας υπηρεσίας της τελωνειακής αρχής και να μπορεί αυτό να παραδοθεί στο πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε ή τον νόμιμο αντιπρόσωπό του οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς δαπάνη.
Κατά της καταλογιστικής πράξης του Προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής δύναται να ασκηθεί προσφυγή σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97). Οι διατάξεις περί αναγκαστικής ομοδικίας δεν εφαρμόζονται. Κατ’ εξαίρεση του προηγούμενου εδαφίου, σε περίπτωση άσκησης προσφυγής από το πρόσωπο σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί η καταλογιστική πράξη, η ισχύς ακόμη και αν δεν άσκησε ο ίδιος προσφυγή ή άλλο ένδικο μέσο. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου ο προϊστάμενος της τελωνειακής αρχής που εξέδωσε την καταλογιστική πράξη προβαίνει σε κάθε απαιτούμενη ενέργεια. Η εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής κατά της καταλογιστικής πράξης της τελωνειακής αρχής αναστέλλει την είσπραξη του εβδομήντα τοις εκατό (70%) των προστίμων απλής τελωνειακής παράβασης και των πολλαπλών τελών που καταλογίστηκαν από την τελωνειακή αρχή. Η άσκηση αίτησης αναστολής δεν αναστέλλει την είσπραξη των προστίμων απλής τελωνειακής παράβασης ή των πολλαπλών τελών. Σε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά του καταλογισμού δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων, οι οποίες είτε συμβεβαιώθηκαν με πρόστιμα απλής τελωνειακής παράβασης ή με πράξεις επιβολής πολλαπλών τελών είτε επιβλήθηκαν με αυτοτελή πράξη καταλογισμού, εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 27. Μετά την έκδοση απόφασης από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο, με την οποία ακυρώνεται ή μεταρρυθμίζεται η καταλογιστική πράξη της τελωνειακής αρχής, ποσά που εισπράχθηκαν, συμψηφίζονται ή επιστρέφονται, ολικά ή μερικά, κατά περίπτωση. Η επιστροφή διενεργείται δυνάμει του άρθρου 28.
Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας άσκησης της προσφυγής κατά της καταλογιστικής πράξης της τελωνειακής αρχής και μη εκούσιας καταβολής από τον υπόχρεο, τα οφειλόμενα πρόστιμα απλής τελωνειακής παράβασης ή πολλαπλά τέλη εισπράττονται αναγκαστικά, σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190). Κατ’ εξαίρεση η ως άνω πράξη της τελωνειακής αρχής είναι άμεσα εκτελεστή μετά την έκδοσή της, εφόσον λαμβάνει χώρα με αυτή καταλογισμός σε πρόσωπα που δεν είναι μόνιμα εγκατεστημένα στην Ελλάδα.
Σε περίπτωση επιεικέστερης τροποποίησης των διατάξεων του παρόντος Κώδικα σχετικά με τα πρόστιμα απλής τελωνειακής παράβασης ή τα πολλαπλά τέλη και την ευθύνη των αστικώς συνυπευθύνων προς καταβολή αυτών, οι επιεικέστερες αυτές διατάξεις ισχύουν και επί των παραβάσεων που έχουν διαπιστωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι για τις παραβάσεις αυτές δεν έχουν επιδοθεί καταλογιστικές πράξεις ή οι καταλογιστικές πράξεις εκκρεμούν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και δεν έχουν εκδοθεί τελεσίδικες αποφάσεις έως την έναρξη ισχύος των εν λόγω επιεικέστερων τροποποιήσεων.
Η παραγραφή των τελωνειακών παραβάσεων επέρχεται:
- α) για τελωνειακές παραβάσεις της παρ. 1 του άρθρου 159, εάν, εντός τριών (3) ετών από την τέλεσή τους,
δεν κοινοποιηθεί καταλογιστική πράξη του προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής,
- β) για παραβάσεις λαθρεμπορίας της παρ. 2 του άρθρου 159, καθώς και του δικαιώματος του Δημοσίου
προς βεβαίωση των δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων που βαρύνουν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας, εάν εντός επτά (7) ετών δεν κοινοποιηθεί καταλογιστική πράξη του προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής.
Άρθρο 171
Ανωτέρα βία και τυχαία γεγονότα
Παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας επισύρουν ποινικές κυρώσεις, εφόσον ο υπαίτιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη.
Παραβάσεις που οφείλονται σε αποδεδειγμένη ανωτέρα βία ή άλλο τυχαίο γεγονός δεν επισύρουν ποινικές κυρώσεις. Το βάρος της απόδειξης των τυχαίων γεγονότων φέρουν τόσο ο πλοίαρχος και ο μεταφορέας, σύμφωνα με τη νομοθεσία περί εμπορικής ναυτιλίας, όσο και οι οδηγοί, κυβερνήτες, συνοδοί μεταφορικών μέσων και οι υπόλοιποι ενδιαφερόμενοι.
ΤΜΗΜΑ Δ’
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Άρθρο 172
Διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Όταν η τελωνειακή αρχή διαπιστώνει παραβάσεις λαθρεμπορίας ή απάτες από τις οποίες, βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προκύπτει ότι διέφυγε της καταβολής και οφείλεται στο Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση ποσό άνω των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ που αντιστοιχεί στο σύνολο σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις:
- α) οι αρμόδιες υπηρεσίες της φορολογικής διοίκησης δεν παραλαμβάνουν δηλώσεις και δεν χορηγούν
βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται από τη νομοθεσία για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του παραβάτη,
- β) αίρεται υπέρ του Δημοσίου το απόρρητο των καταθέσεων των λογαριασμών συμπεριλαμβανομένων και
των κοινών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου θυρίδων του παραβάτη σε τράπεζες και άλλα πιστωτικά ή χρηματοοικονομικά ιδρύματα και
- γ) δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών και
κατ’ ανώτατο όριο το εξαπλάσιο ποσό που αντιστοιχεί σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που διέφυγαν της καταβολής κατά τα ανωτέρω.
Τα μέτρα της παρ. 1 λαμβάνονται και σε βάρος των αυτουργών και συνεργών του παραβάτη του αδικήματος της λαθρεμπορίας. Ως αυτουργοί και συνεργοί θεωρούνται:
- α) Επί νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων,
κατά περίπτωση:
- αα) για τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, οι πρόεδροι
των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές και κάθε εντεταλμένο διαχείριση αυτών και σε περίπτωση έλλειψης των προσώπων αυτών τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών,
- αβ) για εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές
κεφαλαιουχικές εταιρείες, οι διαχειριστές αυτών και σε περίπτωση έλλειψης ή απουσίας των προσώπων αυτών, κάθε εταίρος,
- αγ) για τις ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρείες, οι
ομόρρυθμοι εταίροι ή διαχειριστές αυτών και σε περίπτωση έλλειψης ή απουσίας των προσώπων αυτών, κάθε εταίρος,
- αδ) για τους συνεταιρισμούς, οι πρόεδροι ή οι γραμματείς ή οι ταμίες ή οι διαχειριστές αυτών,
- αε) για τις κοινοπραξίες, κοινωνίες, αστικές, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρείες, οι εκπρόσωποι αυτών και σε
περίπτωση έλλειψης ή απουσίας αυτών, τα μέλη τους. Όταν στα μέλη αυτών συμπεριλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ή αλλοδαπές επιχειρήσεις ή αλλοδαποί οργανισμοί, εφαρμόζονται ανάλογα οι υποπερ. αα), αβ), αγ), αδ) και αστ),
- αστ) για αλλοδαπές επιχειρήσεις και κάθε είδους αλλοδαπούς οργανισμούς, οι διευθυντές ή αντιπρόσωποι
ή πράκτορες αυτών στην Ελλάδα.
- β) Όσοι δυνάμει του νόμου ή δικαστικής απόφασης, ή
διάταξης τελευταίας βούλησης είναι διαχειριστές αλλότριας περιουσίας, καθώς και ο επίτροπος ή κηδεμόνας ή διοικητής αλλότριων κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164).
- γ) Ο προϊστάμενος του λογιστηρίου κάθε μορφής επιχείρησης.
- δ) Όποιος συμπράττει με οιονδήποτε τρόπο στη διάπραξη των αδικημάτων του παρόντος, συμπεριλαμβανομένου και του ενεργούντος ως πληρεξουσίου.
- ε) Τα πρόσωπα που εν τοις πράγμασι ασκούν τις εξουσίες και αρμοδιότητες που αντιστοιχούν στις παραπάνω
αναφερόμενες ιδιότητες και θέσεις. Οι ανωτέρω αυτουργοί και συνεργοί ευθύνονται, εφόσον, κατά τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος του παρόντος, είχαν την ιδιότητα αυτή και εφόσον γνώριζαν ή από την ιδιότητά τους και από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, τεκμαίρεται ότι γνώριζαν την τέλεση των αδικημάτων του παρόντος.
Αντίγραφο της ειδικής έκθεσης ελέγχου υποβάλλεται από την αρχή που τη συνέταξε στην αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης, η οποία α) ενημερώνει άμεσα με οποιονδήποτε τρόπο τη φορολογική διοίκηση, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και την Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να ενημερωθούν εκ μέρους της τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα και β) το κοινοποιεί στον ίδιο τον παραβάτη και τους τυχόν αυτουργούς ή συνεργούς αυτού, σε βάρος των οποίων λαμβάνονται τα μέτρα του παρόντος, στη γνωστή τους κατοικία ή στην έδρα της επιχείρησής τους, οι οποίοι δύνανται, εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίησή του, να ζητήσουν με αίτηση προς τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., την ολική ή μερική άρση των μέτρων του παρόντος. Ο Διοικητής της Α.Α.Δ.Ε. αποφαίνεται εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή της αίτησης. Κατά της απόφασης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να ασκηθεί προσφυγή, σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97). Σε κάθε περίπτωση, η προθεσμία για την άσκηση διοικητικής προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης.
Κατ’ εξαίρεση των οριζομένων στην παρ. 3, τα μέτρα αίρονται υποχρεωτικά, όταν ο παραβάτης ή ο αυτουργός ή συνεργός αυτού καταβάλει ποσό άνω του εβδομήντα τοις εκατό (70%) του ποσού που δεν αποδόθηκε, σύμφωνα με την παρ. 1 στο Δημόσιο, καθώς και των τυχόν νόμιμων προσαυξήσεων αυτών, κατόπιν υποβολής αίτησης στην τελωνειακή αρχή που διαπίστωσε την παράβαση. Στην περίπτωση αυτή η καταλογιστική πράξη εκδίδεται εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή της ανωτέρω αίτησης. Η άσκηση προσφυγής κατά της πράξης αυτής δεν αίρει την ισχύ των μέτρων που έχουν ληφθεί. Αν εντός της ανωτέρω προθεσμίας δεν έχει εκδοθεί η καταλογιστική πράξη, τα μέτρα του παρόντος αίρονται αυτοδικαίως.
Με την επιφύλαξη της παρ. 4, τα μέτρα της παρ. 1 παραμένουν σε ισχύ, έως τη λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης, σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190), και σε περίπτωση καταβολής αίρονται αυτοδικαίως, ολικά ή κατά το μέρος που αντιστοιχεί στο ποσό της καταβολής.
Τα μέτρα της παρ. 1 αίρονται αυτοδικαίως και σε περίπτωση που για τη διαπιστωθείσα παράβαση λαθρεμπορίας ή απάτης, εκδοθεί απαλλακτική πράξη για το φυσικό πρόσωπο, σε βάρος του οποίου λήφθηκαν, καθώς και σε κάθε περίπτωση απόσβεσης της σχετικής τελωνειακής οφειλής.
Άρθρο 173
Διοικητικές κυρώσεις
Το Διοικητικό Εφετείο με την ίδια απόφαση με την οποία αποφαίνεται περί της διαφυγής δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, ποσού άνω των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ και περί της επιβολής των προβλεπόμενων από τις κείμενες διατάξεις, προστίμων λαθρεμπορίας, απαγγέλλει υποχρεωτικά σε βάρος του παραβάτη την πλέον ενδεδειγμένη κατά περίπτωση και μία τουλάχιστον από τις εξής κυρώσεις:
- α) Την απώλεια του δικαιώματος συμμετοχής σε δημοπρασίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των κοινωφελών ιδρυμάτων και οργανισμών
κοινής ωφέλειας για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους,
- β) την απαγόρευση για περίοδο τριών (3) ετών της
σύναψης σύμβασης με το δημόσιο ή άλλους δημόσιους οργανισμούς ή φορείς,
- γ) την απώλεια για περίοδο τριών (3) ετών του δικαιώματος λήψης δανείου με την εγγύηση του δημοσίου ή
δημόσιων επιχορηγήσεων ή κρατικών πιστώσεων.
Αν οριστικοποιηθεί η καταλογιστική πράξη του προϊσταμένου της τελωνειακής αρχής, λόγω μη άσκησης προσφυγής ή άσκησης προσφυγής η οποία κρίθηκε τελεσίδικα ως εκπρόθεσμη ή κατέστη τελεσίδικη με από Διοικητικό Εφετείο να επιβάλει τις ποινές που προβλέπει η παρ. 1. Η απόφαση που απαγγέλλει τις στερήσεις κοινοποιείται από τον γραμματέα του Διοικητικού Εφετείου στον προϊστάμενο της τελωνειακής αρχής.
Ο προϊστάμενος της τελωνειακής αρχής οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση να ανακοινώνει στις αρμόδιες αρχές την καταλογιστική του πράξη ή την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, με τις οποίες επιβάλλονται οι κυρώσεις της παρ. 1.
Οι κυρώσεις του παρόντος άρθρου επιβάλλονται ανεξάρτητα από τις καταλογιζόμενες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις και τα πρόστιμα που προβλέπουν οι κείμενες διατάξεις.
Οι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση κατάργησης της δίκης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑ
ΤΜΗΜΑ Α’
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑΣ
Άρθρο 174
Έννοια λαθρεμπορίας
Παράβαση λαθρεμπορίας συνιστά:
- α) η εντός του εδάφους της χώρας παραγωγή, κατοχή,
αγορά, πώληση, εισαγωγή, μεταφορά από ή προς άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) ή εξαγωγή από το έδαφος της χώρας εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που συνιστούν τελωνειακή οφειλή, χωρίς την άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο από αυτήν τόπο ή χρόνο,
- β) οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που αποσκοπεί
να στερήσει από το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ε.Ε. τους εισπρακτέους δασμούς ή φόρους ή τις εισπρακτέες στα τελωνεία λοιπές επιβαρύνσεις για εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, καθώς και για εμπορεύματα που παράγονται, κατέχονται, πωλούνται ή αγοράζονται εντός του εδάφους της χώρας ή μεταφέρονται από ή προς άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε, ακόμη και αν τα ποσά αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος,
- γ) η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα
διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων που προβλέπονται από το Μέρος Γ’ του παρόντος Κώδικα, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται σε αυτό, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων. Οι παραβάσεις της παρούσας επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα ακόμα και αν κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας.
Στην έννοια της λαθρεμπορίας, σύμφωνα με την παρ. 1, εμπίπτουν:
- α) Η διάθεση στην κατανάλωση, χωρίς άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και πληρωμή του εισαγωγικού
δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, εμπορευμάτων, τα οποία έχουν εισαχθεί δυνάμει νόμου ή σύμβασης, ατελώς ή με μειωμένες επιβαρύνσεις για ορισμένες ειδικές χρήσεις ή η χρησιμοποίηση αυτών των εμπορευμάτων σε άλλες χρήσεις εκτός των ορισμένων ειδικών χρήσεων αυτών.
- β) Η εξαγωγή, η εισαγωγή, η μεταφορά, η παραλαβή ή
η αποστολή εμπορευμάτων που τελούν σε απαγόρευση ή περιορισμό, κατά παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας, εκτός εάν με άδεια επιτράπηκε αυτή από την αρμόδια αρχή, κατ’ εξαίρεση της απαγόρευσης ή του περιορισμού.
- γ) Κάθε έλλειψη εμπορευμάτων από αποθήκες αποταμίευσης, με σκοπό να στερήσει από την Ε.Ε. ή το Δημόσιο
τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ελλειπόντων εμπορευμάτων, εκτός αν το σύνολο των ως άνω δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων που αναλογούν στα ελλείποντα εμπορεύματα δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ και καταβληθούν τα οφειλόμενα ποσά εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από τη διαπίστωση του ελλείμματος, οπότε η πράξη συνιστά τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 159, και επιβάλλεται το πρόστιμο της παρ. 3 του άρθρου 165.
- δ) Η ύπαρξη εμπορευμάτων σε πλοία, ανεξαρτήτως
χωρητικότητας, τα οποία παραπλέουν στην ακτή και κατευθύνονται σε ελληνικό λιμάνι, χωρίς να αναφέρονται στο δηλωτικό φορτίου ή στα φορτωτικά έγγραφα.
- ε) Η ύπαρξη εμπορευμάτων, έστω και αναγεγραμμένων στο δηλωτικό, σε κάθε είδους πλοίο ή πλωτό μέσο,
ανεξαρτήτως χωρητικότητας, το οποίο προσορμίζει, χωρίς να συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας, σε λιμάνι ή όρμο της χώρας, στο οποίο δεν επιτρέπεται η προσέγγιση.
- στ) Η κατά τον χρόνο της αναχώρησης του πλοίου έλλειψη εμπορευμάτων που φορτώθηκαν για τρίτη χώρα
ή για άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. ή για άλλο λιμάνι της χώρας με παραστατικό διαμετακόμισης.
- ζ) Η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που
έχουν παραχθεί, εισαχθεί ή διακινηθεί εντός του εδάφους της χώρας ή έχουν τεθεί στην κατανάλωση, εφόσον πληρούνται, κατά περίπτωση, τα οριζόμενα στην παρ. 1.
- η) Η με οποιονδήποτε τρόπο αφαίρεση του αριθμού
πλαισίου από όχημα ή η παραποίηση αυτού και η με οποιονδήποτε τρόπο τοποθέτησή του, ενσωμάτωσή του σε άλλο όχημα, για το οποίο δεν έχουν καταβληθεί οι οφειλόμενοι δασμοί και λοιποί φόροι, συμπεριλαμβανομένου του τέλους ταξινόμησης. Στην περίπτωση αυτή, ως υπαίτιοι λαθρεμπορίας θεωρούνται τόσο οι τεχνικοί και οι εκτελούντες τις σχετικές εργασίες, όσο και ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος ή ο εκμεταλλευόμενος με οποιονδήποτε τρόπο το όχημα στο οποίο γίνεται χρήση του ως άνω αριθμού πλαισίου.
- θ) Η υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση εισαγόμενων
ή εξαγόμενων εμπορευμάτων, εφόσον πληρούνται, κατά περίπτωση, τα οριζόμενα στην παρ. 1.
- ι) Η παράνομη εισαγωγή, η εξαγωγή, η επανεξαγωγή,
η μεταφορά ή η αποστολή δειγμάτων και ειδών άγριας των κυρώσεων που προβλέπονται από άλλες διατάξεις. Τα άγρια ζώντα ζώα επαναπροωθούνται σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς στο φυσικό τους περιβάλλον.
- ια) Η με οποιονδήποτε τρόπο θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων που τελούν υπό καθεστώς
ενωσιακής διαμετακόμισης.
- ιβ) Η χωρίς άδεια εισαγωγή ή εξαγωγή ειδών πολιτιστικής κληρονομιάς. Ως βάση υπολογισμού του πολλαπλού
τέλους λαμβάνεται η αξία των ειδών αυτών, όπως προσδιορίζεται από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού ή άλλης αρμόδιας αρχής.
- ιγ) Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ταξινόμησης, καθώς και κάθε άλλη ενέργεια ή τέχνασμα με
σκοπό τη μη καταβολή του τέλους ταξινόμησης οχήματος.
- ιδ) Κάθε έλλειψη εμπορευμάτων, τα οποία τελούν υπό
το ειδικό καθεστώς της ελεύθερης ζώνης, με σκοπό να στερήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή το Δημόσιο τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ελλειπόντων, εκτός αν το σύνολο των ως άνω δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων που αναλογούν στα ελλείποντα εμπορεύματα δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ και τα οφειλόμενα ποσά καταβληθούν εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από τη διαπίστωση του ελλείμματος, οπότε η πράξη συνιστά τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 159 και επιβάλλεται το πρόστιμο της παρ. 9 του άρθρου 165.
Η απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας, κατά περίπτωση, αρχής σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 2, δεν αποκλείει τη λαθρεμπορία, όταν η άδεια αυτή εκδόθηκε, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσής της. Στην περίπτωση αυτή, ως συνυπαίτιος λαθρεμπορίας θεωρείται ο δημόσιος υπάλληλος που εξέδωσε την ανωτέρω άδεια, εφόσον ενήργησε με δόλο. ΠΟΙΝΕΣ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑΣ
Άρθρο 175
Ποινές λαθρεμπορίας
Η κατά το άρθρο 174 λαθρεμπορία τιμωρείται με:
- α) Φυλάκιση έξι (6) τουλάχιστον μηνών. Εάν όμως
το αντικείμενο της λαθρεμπορίας δεν έχει σημαντική αξία και προορίζεται για ατομική χρήση ή ανάλωση του υπαιτίου, το ελάχιστο όριο της ποινής μειώνεται στο ένα έκτο (1/6).
- β) Φυλάκιση δύο (2) τουλάχιστον ετών εάν:
- βα) διαπράχθηκε καθ’ υποτροπήν,
- ββ) διαπράχθηκε ενόπλως ή από τρεις ή περισσότερους μαζί,
- βγ) οι δασμοί, οι φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις που
στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται σε ποσό από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ και άνω,
- βδ) ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα.
- γ) Κάθειρξη δέκα (10) τουλάχιστον ετών, εάν οι δασμοί,
φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.
Σε περίπτωση υποτροπής, ουδέποτε δύναται να επιβληθεί ποινή ελαφρότερη αυτής που έχει προηγουμένως επιβληθεί.
Υπότροπος θεωρείται όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών για το αδίκημα της λαθρεμπορίας που τέλεσε εντός των προηγούμενων δέκα (10) ετών από τον χρόνο τέλεσης της πράξης.
Σε περίπτωση απόπειρας επιβάλλεται η ποινή που επιβάλλεται στην τετελεσμένη λαθρεμπορία, στους δε συνεργούς δύναται να επιβληθεί η ποινή που επιβάλλεται κατά των αυτουργών.
Άρθρο 176
Άρση αξιοποίνου
Το αξιόποινο του αδικήματος της λαθρεμπορίας αίρεται και δεν ασκείται ποινική δίωξη, άλλως η ποινική δίωξη που έχει ήδη ασκηθεί, αλλά δεν έχει εκδοθεί επ’ αυτής οριστική απόφαση, καταργείται, εφόσον συντρέχουν, σωρευτικά, οι εξής προϋποθέσεις:
- α) οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που αντιστοιχούν στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας δεν υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα χιλιάδων (70.000) ευρώ,
- β) οι υπόχρεοι για την καταβολή της τελωνειακής
οφειλής, λόγω λαθρεμπορίας, έχουν παραιτηθεί του δικαιώματος της άσκησης των προβλεπόμενων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων κατά της καταλογιστικής πράξης για τη λαθρεμπορία και κάθε άλλης σχετικής με το πρωτόκολλο τελωνειακής παράβασης εκτελεστής διοικητικής πράξης της τελωνειακής αρχής,
- γ) καταβάλουν το αναλογούν σε αυτούς πολλαπλό
τέλος, το οποίο, στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος, καθορίζεται στο διπλάσιο των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, με την επιφύλαξη τήρησης των ελαχίστων ορίων του τέταρτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 168, καθώς και τους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που αντιστοιχούν στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας, εφόσον αυτό διέφυγε της κατάσχεσης.
Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, οι τυχόν επιβεβλημένες κατασχέσεις αίρονται αυτοδίκαια μετά την καταβολή των πολλαπλών τελών. Τα εμπορεύματα των οποίων αίρεται η κατάσχεση, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, λαμβάνουν, κατά περίπτωση, νόμιμο προορισμό από την τελωνειακή αρχή, εφόσον αυτό επιτρέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία και αποδίδονται στον δικαιούχο αυτών, κατόπιν αίτησής του με τα απαιτούμενα έγγραφα και αφού καταβάλει τα έξοδα μεταφοράς και φύλαξής τους, καθώς και τις αναλογούσες στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας δασμοφορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις. Αν ο δικαιούχος δεν τα παραλάβει εντός τριών (3) μηνών από την αυτοδίκαιη άρση της κατάσχεσης, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας, αυτά περιέρχονται Κατ’ εξαίρεση των ανωτέρω δεν επέρχεται αυτοδίκαιη άρση της κατάσχεσης στα κατασχεθέντα, ως αντικείμενα λαθρεμπορίας, βιομηχανοποιημένα καπνά, τα οποία καταστρέφονται σύμφωνα με τις παρ. 7, 8 και 9 του άρθρου 186, καθώς και σε είδη που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 186, για τα οποία εφαρμόζονται τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο αυτό.
Εξαιρούνται της εφαρμογής του παρόντος παραβάσεις λαθρεμπορίας που:
- α) διαπράχθηκαν από δημοσίους υπαλλήλους ή από
υπαλλήλους υπηρεσιών, αρχών και σωμάτων ασφαλείας που στο έργο τους περιλαμβάνεται η δίωξη του λαθρεμπορίου ή από τελωνειακούς αντιπροσώπους ή ασκούντες άλλο επάγγελμα ή έργο συναφές με την τελωνειακή νομοθεσία,
- β) διαπράχθηκε από πρατηριούχους ενεργειακών προϊόντων, εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών, οδηγούς και
ιδιοκτήτες οχημάτων μεταφοράς υγρών καυσίμων, κατέχοντες αποθηκευτικούς χώρους (δεξαμενές), πλοιάρχους και ιδιοκτήτες δεξαμενοπλοίων (σλεπίων) ή επιχειρήσεις λιανικής εμπορίας ενεργειακών προϊόντων,
- γ) το αντικείμενο της λαθρεμπορίας περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου της λαθρεμπορίας με τέλεση κλοπής
ή άλλου αδικήματος.
Άρθρο 177
Θέση δημοσίου υπαλλήλου σε αργία λόγω λαθρεμπορίας και παρεπόμενες ποινές λαθρεμπορίας
Η άσκηση ποινικής δίωξης με την κατηγορία της λαθρεμπορίας, της συμμετοχής ή της συνέργειας σε αυτή, σε βάρος δημοσίου υπαλλήλου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, συνεπάγεται την κρίση του από το αρμόδιο όργανο για τη θέση του ή μη σε δυνητική αργία κατόπιν ακρόασής του. Η αμετάκλητη παραπομπή δημοσίου υπαλλήλου στη διαδικασία του ακροατηρίου για τα ίδια ως άνω αδικήματα, συνεπάγεται τη θέση του υπαλλήλου σε υποχρεωτική αργία. Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος λαμβάνει, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης των ποινικών δικαστηρίων, το ένα τέταρτο (1/4) των αποδοχών του. Αν καταδικαστεί αμετάκλητα τουλάχιστον με ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, εκπίπτει αυτοδικαίως της υπαλληλικής θέσης. Η καταδίκη σε οποιαδήποτε ποινή για λαθρεμπορία, συνεπάγεται, αυτοδικαίως, τις συνέπειες του άρθρου 60 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95). Ο δημόσιος υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στην υπηρεσία αν αθωωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση και λαμβάνει τις αποδοχές που στερήθηκε κατά τον χρόνο της εκτός υπηρεσίας παραμονής του.
Πλοίαρχοι, μηχανικοί, και καθένας που ανήκει στο πλήρωμα γενικά εμπορικού πλοίου ή αεροσκάφους, οι υπάλληλοι της υπηρεσίας των πρακτορείων των πλοίων και των αεροπορικών και των οδικών συγκοινωνιών και οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι παντός βαθμού καθώς και οδηγοί αυτοκινήτων, εφόσον υποπέσουν στο αδίκημα της λαθρεμπορίας στερούνται πρόσκαιρα, συνεπεία της καταδίκης τους, του διπλώματός τους ή της άδειας άσκησης επαγγέλματός τους ή εκπίπτουν της θέσης την οποία κατέχουν, κατά την κρίση του ποινικού δικαστηρίου.
Σε περίπτωση αναστολής της ποινικής διαδικασίας σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 168, το αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με την παρ. 1, κρίνει για τη θέση ή μη σε δυνητική αργία του δημοσίου υπαλλήλου, κατόπιν ακρόασής του. Αν ο υπάλληλος έχει τεθεί ήδη σε υποχρεωτική αργία, το αρμόδιο όργανο κρίνει εκ νέου για τη διατήρηση ή μη της θέσης του υπαλλήλου σε αργία.
Άρθρο 178
Δήμευση λόγω λαθρεμπορίας
Σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας τα εμπορεύματα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο αυτής, δημεύονται.
Επίσης δημεύονται τα ζώα, οι άμαξες, τα οχήματα, τα πλοία ανεξαρτήτως χωρητικότητας, τα εφοδιαστικά πλοία που προβαίνουν σε εικονικούς εφοδιασμούς και κάθε άλλο μεταφορικό μέσο, που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά του αποτελούντος το αντικείμενο της λαθρεμπορίας εμπορεύματος. Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, καταστεί αδύνατη η δήμευση των κατά το παρόν άρθρο αντικειμένων λαθρεμπορίας, επιβάλλεται στον ένοχο ποινή χρηματική ίση με την αξία CIF αυτών, επιπρόσθετα προς κάθε άλλη ποινή που επιβάλλεται κατά τον παρόντα Κώδικα.
Η δήμευση επέρχεται ανεξαρτήτως της συμμετοχής στο αδίκημα του έχοντος οποιοδήποτε δικαίωμα επί του πράγματος εκτός αν ο ίδιος αποδείξει έλλειψη συμμετοχής ή γνώσης της τελεσθείσας αξιόποινης πράξης.
Εξαιρείται η περίπτωση κατά την οποία ο ένοχος της λαθρεμπορίας έλαβε στην κατοχή του με αδίκημα τα υποκείμενα σε δήμευση, κατά το παρόν άρθρο, οπότε αποδίδονται μεν αυτά στον κύριο, αντί δε της δήμευσης επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή ίση με την αξία CIF του αντικειμένου της λαθρεμπορίας, επιπρόσθετα προς κάθε άλλη ποινή που επιβάλλεται κατά τον παρόντα Κώδικα. Εξαιρούνται επίσης από τη δήμευση αυτοκίνητα, των οποίων ο ιδιοκτήτης δεν διώκεται ποινικά ή απαλλάχθηκε αμετάκλητα και απέκτησε το αυτοκίνητο καλόπιστα και εν όψει του είδους, του τρόπου και των λοιπών περιστάσεων της συναλλαγής δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ήταν μέσο ή αντικείμενο λαθρεμπορίας ή συναφούς με αυτή πράξης.
Τα δημευόμενα, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, μετά την τελεσιδικία της περί δήμευσης απόφασης του ποινικού δικαστηρίου που δίκασε τη λαθρεμπορία περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και διατίθενται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα και της συναφούς νομοθεσίας.
Το πλειστηρίασμα των, κατά το παρόν άρθρο, δημευομένων και εκποιουμένων εισάγεται ως δημόσιο έσοδο, επιφυλασσομένων των διατάξεων περί απόδοσης ιδίων πόρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ομοίως εισάγεται ως δημόσιο έσοδο, σε περίπτωση δήμευσης και μη απόδοσης των αντικειμένων τούτων στην τελωνειακή υπηρεσία, η χρηματική εγγύηση που παρεσχέθη για την απόδοση αυτών κατά την παρ. 2 του άρθρου 182. ΕΠΙ ΤΗΣ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑΣ
Άρθρο 179
Κατάσχεση λόγω λαθρεμπορίας
Το αντικείμενο της λαθρεμπορίας και τα υποκείμενα σε δήμευση κατά το άρθρο 178, μεταφορικά μέσα κατάσχονται:
- α) Όταν η λαθρεμπορία είναι «εν τω πράττεσθαι». Η λαθρεμπορία είναι «εν τω πράττεσθαι», όταν το αντικείμενο
αυτής δεν τοποθετήθηκε ακόμη στον τόπο της οριστικής εναπόθεσής του, ήτοι στην οικία, το κατάστημα, την αποθήκη ή σε οποιονδήποτε άλλο τόπο προορισμένο από τον δράστη ή τον συμμέτοχο στην πράξη, για οριστική εναπόθεση του λαθρεμπορεύματος.
- β) Αρτίως, μετά τη συντέλεση της λαθρεμπορίας. Η
περίπτωση αυτή υφίσταται, όταν τοποθετήθηκε μεν το αντικείμενο της πράξης στον τόπο της οριστικής του εναπόθεσης, αλλά ο δημόσιος λειτουργός που ενεργεί την κατάσχεση αντιλήφθηκε αυτό ενώ μεταφέρονταν, παρακολούθησε αυτό μέχρι τον τόπο της εναπόθεσης, στον οποίο ζήτησε να εισέλθει όταν έφθασε. Για την εφαρμογή της παρούσας είναι αδιάφορο το χρονικό διάστημα μέχρι τη στιγμή της εισόδου, εφόσον το διάστημα τούτο παρατάθηκε λόγω εμποδίων που παρεμβλήθηκαν στην είσοδο του υπαλλήλου.
- γ) Όταν ο δράστης συλλαμβάνεται πλησίον του τόπου
της τέλεσης της λαθρεμπορίας να κατέχει οποιαδήποτε πειστήρια ή ανευρίσκεται το αντικείμενο ή το μέσο της λαθρεμπορίας, κατόπιν άμεσης καταγγελίας, μετά από καταδίωξη, μέχρι της εβδόμης απογευματινής της επόμενης ημέρας.
- δ) Όταν έχουν τεθεί σε ανάλωση, χωρίς την καταβολή
των αναλογούντων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων ή έχουν διαφύγει της τελωνειακής επιτήρησης που απαιτείται από το καθεστώς, υπό το οποίο τελούν.
Επιτρέπεται η δέσμευση ειδών των οποίων αμφισβητείται η κατοχή, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η έρευνα των αρμόδιων τελωνειακών αρχών προς άρση της αμφισβήτησης.
Άρθρο 180
Αρμοδιότητα κατάσχεσης
Αρμοδιότητα σε ολόκληρο το τελωνειακό έδαφος για επιχείρηση κατάσχεσης του αντικειμένου ή του μεταφορικού μέσου ή του προς απόκρυψη ή συγκάλυψη της λαθρεμπορίας χρησιμοποιηθέντος είδους έχουν οι τελωνειακοί υπάλληλοι, και κατά λόγο αρμοδιότητας κάθε ανακριτικός και ειδικός ή γενικός προανακριτικός υπάλληλος.
Σε περίπτωση απουσίας των πιο πάνω οργάνων, η κατάσχεση του λαθρεμπορεύματος δύναται να επιχειρείται και από κάθε δημόσιο υπάλληλο.
Ειδικά στους τελωνειακούς περιβόλους, τις αποθήκες προσωρινής εναπόθεσης, αποταμίευσης, τις φορολογικές αποθήκες και στους λοιπούς επιτηρούμενους τελωνειακά αναγνωρισμένους χώρους, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος για τη διερεύνηση παραβάσεων λαθρεµπορίας, αρμόδια για τους ελέγχους και τις κατασχέσεις των διακινούμενων μέσω των χώρων αυτών είναι η τελωνειακή αρχή, την οποία συνεπικουρούν, εφόσον χρειαστεί και μετά από πρόσκληση του προϊσταμένου του αρμόδιου τελωνείου, οι κατά περίπτωση λοιποί προανακριτικοί υπάλληλοι.
Η κατάσχεση επιβάλλεται με την παρουσία δύο (2) ενήλικων μαρτύρων, Ελλήνων πολιτών, ελλείψει δε αυτών προσλαμβάνονται άλλοι έστω και αν στερούνται τις ιδιότητες αυτές. Ελλείψει και αυτών η κατάσχεση γίνεται χωρίς την παρουσία μαρτύρων.
Αν το λαθρεμπόρευμα ή μεταφορικό μέσο το οποίο πρόκειται να κατασχεθεί βρεθεί κλεισμένο σε οικία, αποθήκη ή άλλο κλειστό χώρο, ο κατά την παρ. 1 υπάλληλος ή φύλακας προσκαλεί τους ευρισκόμενους εντός να ανοίξουν, εάν δε αυτοί δεν συμμορφωθούν, τότε ανοίγει την πόρτα και εισέρχεται με παρουσία δικαστικού λειτουργού, ή αν δεν είναι αυτοί παρόντες με άλλο δημόσιο υπάλληλο, ή αν δεν υπάρχει άλλος δημόσιος υπάλληλος, με δύο (2) μάρτυρες και επιβάλλει την κατάσχεση.
Άρθρο 181
Έκθεση κατάσχεσης
Για την κατάσχεση συντάσσεται έκθεση, στην οποία βεβαιώνεται με λεπτομέρεια, η ύπαρξη των κατά το άρθρο 179 όρων, με τους οποίους επιτρέπεται η κατάσχεση, και περιγράφεται με κάθε ακρίβεια το αντικείμενο, επί του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση, γίνεται δε αναφορά και της σύλληψης, σύμφωνα με το άρθρο 182, αν διενεργηθεί αυτή. Η έκθεση αυτή υπογράφεται από τον δημόσιο υπάλληλο που τη συνέταξε ή φύλακα, τους παρευρεθέντες ενδιαφερομένους και τους μάρτυρες.
Εάν δεν θέλουν ή δεν δύνανται να υπογράψουν οι ενδιαφερόμενοι ή οι μάρτυρες, ή αν δεν υπάρχουν μάρτυρες, γίνεται αναφορά στην έκθεση. Ουσιώδη στοιχεία της έκθεσης, των οποίων η έλλειψη συνεπάγεται ακυρότητα αυτής, είναι μόνο η παράλειψη της αναγραφής σε αυτή των κατά το άρθρο 179 όρων, με τους οποίους επιτρέπεται η κατάσχεση.
Αν συντρέχει κάποια περίπτωση από εκείνες των περ. α), β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 179, συλλαμβάνεται ο δράστης από τα καθ’ ύλην αρμόδια διωκτικά όργανα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 180 και προσάγεται αμέσως στον αρμόδιο εισαγγελέα, ο οποίος ενεργεί περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96), περί άμεσης εκδίκασης των αυτόφωρων εγκλημάτων.
Άρθρο 182
Φύλαξη και διαχείριση κατασχεθέντων
Τα κατασχεθέντα αντικείμενα της λαθρεμπορίας και τα μεταφορικά μέσα παραδίδονται αμέσως από τον δημόσιο υπάλληλο που ενήργησε την κατάσχεση στην τελωνειακή αρχή της περιφέρειας, στην οποία διαπράχθηκε η λαθρεμπορία και αν ακόμη προέρχονται από κλοπή ή τα κατέχουν οι δράστες παράνομα. Αν είναι αδύνατη ή δυσχερής η μεταφορά των κατασχεθέντων, τότε σφραγίζονται αυτά από την αρμόδια τελωνειακή
Η έκθεση κατάσχεσης μετά τη διενεργηθείσα, σύμφωνα με το άρθρο 184, προανάκριση, αποστέλλεται αμέσως στον αρμόδιο Εισαγγελέα, αντίγραφο δε αυτής και του σχετικού πορίσματος της προανάκρισης αποστέλλονται μαζί με τα κατασχεθέντα στον Προϊστάμενο της αρμόδιας τελωνειακής αρχής. Η έκθεση κατάσχεσης κοινοποιείται στον καθ’ ου ή σε οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον αμέσως μόλις αυτή περιέλθει στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Το Συμβούλιο των Πλημμελειοδικών δύναται, μετά από αίτηση του κυρίου των κατασχεθέντων, η οποία υποβάλλεται, εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από τη λήψη από τον Εισαγγελέα της έκθεσης κατάσχεσης, να άρει την κατάσχεση, εάν αυτή ενεργήθηκε άκυρα ή παράνομα ή εάν δεν υπάρχουν τα στοιχεία της λαθρεμπορίας σύμφωνα με το άρθρο 174. Δύναται δε, μετά από αίτηση του κυρίου των κατασχεθέντων, η οποία υποβάλλεται εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, να διατάξει, την απόδοση σε αυτόν, με χρηματική εγγύηση, η οποία κατατίθεται νόμιμα και είναι ίση με την αξία τους στην Ελλάδα. Η εγγύηση αυτή επέχει θέση τιμήματος πώλησης των κατασχεθέντων και υπόκειται στη δήμευση σύμφωνα με το άρθρο 178. Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών επιτρέπεται μόνον ανακοπή ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96), εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από την έκδοση του βουλεύματος, χωρίς να απαιτείται η επίδοση αυτού.
Όταν η κατηγορία περί λαθρεμπορίας εισαχθεί στο Πλημμελειοδικείο, με τη διαδικασία της αυτόφωρης διαδικασίας, το δικαστήριο αποφαίνεται για τη δήμευση ή την απόδοση των αναφερόμενων στο άρθρο 178 κατασχεμένων ειδών, εάν δε αναβάλλει τη συζήτηση, δύναται να διατάξει τα οριζόμενα στην παρ. 2.
Κατασχεθέντα αντικείμενα για τα οποία διατάχθηκε η απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη, είτε με απόφαση ποινικού δικαστηρίου, είτε με βούλευμα δικαστικού συμβουλίου, είτε με διάταξη ανακριτή ή εισαγγελέα, τα οποία ο ιδιοκτήτης δεν παρέλαβε εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης ή την έκδοση του βουλεύματος ή της διάταξης αντίστοιχα, περιέρχονται
Άρθρο 183
Υποχρέωση συνδρομής πολιτών Κάθε πολίτης οφείλει, εάν προσκληθεί από δημόσιο υπάλληλο που πρόκειται να ενεργήσει ή ενεργεί ή ενήργησε την κατάσχεση λαθρεμπορεύματος ή τη σύλληψη δράστη λαθρεμπορίας, να παράσχει κάθε συνδρομή και ενίσχυση που θα του ζητηθεί ανάλογα με τις δυνάμεις του προσκαλούμενου.
Άρθρο 184
Διενέργεια ανακριτικών πράξεων
Οι αναφερόμενοι στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 180, αμέσως μετά την κατάσχεση ή τη σύλληψη του δράστη, προβαίνουν στις ανακριτικές πράξεις, προκειμένου να βεβαιώσουν τη λαθρεμπορία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96), αποστέλλουν δε άμεσα το πόρισμα ή την έκθεση που συντάσσεται κατά τη διενέργεια της προανάκρισης στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών.
Ο προϊστάμενος της αρμόδιας τελωνειακής αρχής αφού παραλάβει, σύμφωνα με το άρθρο 179, τα κατασχεθέντα, συντάσσει σχετική έκθεση, την όποια στέλνει άμεσα στον εισαγγελέα και μεριμνά για τη μεταφορά ή φύλαξη αυτών και ενεργεί περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 185 και 186.
Άρθρο 185
Φύλαξη και εκποίηση κατασχεθέντων
Όταν η τελωνειακή αρχή παραλάβει τα εμπορεύματα που κατασχέθηκαν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 179, 180 και 181, δημοσιεύει με τοιχοκόλληση στο τελωνειακό κατάστημα, πρόσκληση προς κάθε ενδιαφερόμενο να εμφανισθεί εντός πέντε (5) ημερών και να προκαταβάλει τις αναγκαίες δαπάνες για τη φύλαξη αυτών μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης, η οποία θα αποφανθεί για τη δήμευση αυτών. Το ποσό των δαπανών ορίζει ο προϊστάμενος του τελωνείου με πρωτόκολλο, με το οποίο δύναται να ορισθεί και η κατά χρονικά διαστήματα προκαταβολή. Για τα κατασχεθέντα μεταφορικά μέσα εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο άρθρο 192.
Αν κανείς δεν προκαταβάλει τις δαπάνες αυτές κατά τον χρόνο που ορίζεται στο πρωτόκολλο, η τελωνειακή αρχή προβαίνει στην εκποίηση, με δημοπρασία, των κατασχεθέντων. Η δημοπρασία προκηρύσσεται με διακήρυξη της τελωνειακής αρχής, η οποία δημοσιεύεται σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 42. Η δημοπρασία ενεργείται στο κατάστημα της τελωνειακής αρχής με παρουσία του προϊσταμένου αυτής ή του νόμιμου αναπληρωτή του, την ημέρα και ώρα που ορίστηκε με τη διακήρυξη και τρεις (3) τουλάχιστον ημέρες μετά την τελευταία τοιχοκόλληση. Το αποτέλεσμα της δημοπρασίας εγκρίνεται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 43.
Αν δεν υπάρξει αγοραστικό ενδιαφέρον ή ελλείψει τελωνειακών αποθηκευτικών χώρων ή πιστώσεων, η τελωνειακή αρχή δύναται, με έγκριση του προϊσταμένου της αρμόδιας κατά τόπον τελωνειακής περιφέρειας, να αποστείλει τα κατασχεθέντα σε άλλη τελωνειακή αρχή για φύλαξη, εκποίηση, μεταποίηση ή καταστροφή των κατασχεθέντων.
Άρθρο 186
Εκποίηση, επαναδιύλιση, εγκατάλειψη και καταστροφή ειδικών κατηγοριών κατασχεθέντων
Αν τα κατασχεθέντα υπόκεινται σε φθορά ή ελάττωση αξίας για οποιονδήποτε λόγο ή η φύλαξη αυτών είναι δυσχερής και βεβαιούται αυτό με πρωτόκολλο της τελωνειακής αρχής, τότε δύναται αυτή να τα εκποιήσει σε τρεις (3) μονοήμερες διαδοχικές δημοπρασίες, και αν ακόμη προσφέρεται σε καταβολή των εξόδων της φύλαξης οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος. Η δημοπρασία
- α) Τα κατασχεθέντα χημικά προϊόντα, τα οποία ταξινομούνται ως επικίνδυνα σύμφωνα με τον Κανονισμό
(ΕΚ) 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008 για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των Οδηγιών 67/548/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006 (L 353), παραδίδονται προς καταστροφή σε αδειοδοτημένους οργανισμούς ή φορείς ή επιχειρήσεις διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων.
- β) Τα κατασχεθέντα εύφλεκτα υλικά που θεωρούνται
τρόφιμα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2002 για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (L 31) και δεν εκποιούνται κατά την πρώτη μονοήμερη δημοπρασία ή δεν επιτρέπεται να τεθούν προς εκποίηση, διατίθενται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 45 ή παραδίδονται προς καταστροφή σε αδειοδοτημένους οργανισμούς ή φορείς ή επιχειρήσεις διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων ή για μεταποίηση σε άλλες εγκαταστάσεις. Ειδικά τα κατασχεθέντα εύφλεκτα υλικά που θεωρούνται τρόφιμα και χαρακτηρίζονται ως μη ασφαλή, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΚ) 178/2002, παραδίδονται προς καταστροφή σε αδειοδοτημένους οργανισμούς ή φορείς ή επιχειρήσεις διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων ή μεταποιούνται μετά από απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 2969/2001 (Α’ 281), περί κατάσχεσης δήμευσης απόδοσης.
- γ) Τα κατασχεθέντα ενεργειακά προϊόντα των περ. β)
έως η) της παρ. 1 του άρθρου 70, καθώς και της παρ. 1 του άρθρου 123 δεν τίθενται σε δημοπρασία και μεταφέρονται, φυλάσσονται και επαναδιυλίζονται από κατόχους άδειας διύλισης του άρθρου 5 του ν. 3054/2002 (Α’ 230), με δαπάνες αυτών, κατόπιν έγγραφης υπόδειξης της αρμόδιας τελωνειακής αρχής.
Για τα ως άνω προϊόντα, τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 5 του ν. 3054/2002 καταβάλλουν στην αρμόδια υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε., εύλογο τίμημα και αναλογούντες δασμούς μη ενωσιακών ειδών. Οι όροι της παραπάνω διαδικασίας και, ιδίως, ο χρόνος παραλαβής, φύλαξης και επαναδιύλισης των κατασχεθέντων ενεργειακών προϊόντων και ο τρόπος προσδιορισμού του ανωτέρου εύλογου τιμήματος καταγράφονται σε Πρωτόκολλο Συνεργασίας που συνάπτεται μεταξύ της Α.Α.Δ.Ε. και των κατόχων άδειας διύλισης του άρθρου 5 του ν. 3054/2002.
Για την εφαρμογή της παρούσας απαιτείται η χημική ταυτοποίηση των κατασχεθέντων από τη Γενική Διεύθυνση του Γενικού Χημείου του Κράτους της Α.Α.Δ.Ε., με λήψη και εξέταση δειγμάτων ή και εγγράφων.
Αρμόδιο για την εφαρμογή της παρούσας είναι το τελωνείο στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου έγινε η κατάσχεση ή το τελωνείο στο οποίο αποστάλθηκαν, για οποιονδήποτε λόγο, τα κατασχεθέντα από άλλο τελωνείο ή από άλλη διωκτική αρχή.
Για την καταστροφή, την επαναδιύλιση ή τη μεταποίηση των κατασχεθέντων συγκροτείται τριμελής επιτροπή, η οποία αποτελείται από τον προϊστάμενο του αρμόδιου τελωνείου, έναν (1) υπάλληλο του ίδιου τελωνείου με ελεγκτικά καθήκοντα και έναν (1) υπάλληλο της κατά τόπον αρμόδιας χημικής υπηρεσίας της Γενικής Διεύθυνσης Γενικού Χημείου του Κράτους της Α.Α.Δ.Ε.. Για τη συγκρότηση της τριμελούς επιτροπής εκδίδεται απόφαση του ως άνω προϊσταμένου του τελωνείου, στην οποία ορίζονται τα μέλη της, ο χρόνος και ο τόπος καταστροφής, επαναδιύλισης ή μεταποίησης των κατασχεθέντων. Η τριμελής επιτροπή συντάσσει πρωτόκολλο καταστροφής, επαναδιύλισης ή μεταποίησης, αντιστοίχως, στο οποίο αναφέρονται τα είδη των προϊόντων ή υλικών, η δασμολογική τους διάκριση, η ποσότητα αυτών, ο χρόνος και ο τόπος καταστροφής, επαναδιύλισης ή μεταποίησης. Αν δεν είναι εφικτή η καταστροφή εντός της χώρας, οι αδειοδοτημένοι οργανισμοί ή φορείς ή επιχειρήσεις διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων δύνανται να μεταφέρουν τα ανωτέρω προϊόντα ή υλικά, προς καταστροφή, εκτός αυτής, σύμφωνα με το καθεστώς διαμετακόμισης. Ειδικά στην περίπτωση της καταστροφής, οι αδειοδοτημένοι οργανισμοί ή φορείς ή επιχειρήσεις διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων, γνωστοποιούν, εγγράφως, το αργότερο εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την καταστροφή, στην ως άνω επιτροπή, με βάση δελτίο χημικής ανάλυσης, αν από τη διαδικασία καταστροφής των κατασχεθέντων προέκυψαν ή όχι ενεργειακά προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 71 ή προϊόντα των παρ. 4, 5 και 6 του άρθρου 71, τα οποία πρόκειται να διατεθούν ή να χρησιμοποιηθούν στο εσωτερικό της χώρας, ως καύσιμα κινητήρων ή θέρμανσης ή άλλα υπολείμματα ή απορρίμματα. Αν από την καταστροφή προέκυψαν προϊόντα του προηγούμενου εδαφίου, καταβάλλονται στην αρμόδια τελωνειακή αρχή, κατά περίπτωση, οι αναλογούντες στα προϊόντα αυτά δασμοί, Ε.Φ.Κ. και λοιπές φορολογικές επιβαρύνσεις, κατ’ εφαρμογή του τετάρτου εδαφίου της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 32 και των παρ. 1, 4, 5 και 6 του άρθρου 71.
Το πλειστηρίασμα κατατίθεται στο τελωνείο επί παρακαταθήκη.
Τα κατασχεθέντα αντικείμενα, τα οποία για οποιονδήποτε λόγο δεν εκποιήθηκαν, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 και δεν διατάχθηκε η απόδοση με απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, που δίκασε τη λαθρεμπορία, θεωρούνται μετά από τρεις (3) μήνες από την τελεσιδικία της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου ως εγκαταλελειμμένα, περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και εφαρμόζονται για την εκποίησή τους οι παρ. 10 και 11 του παρόντος, καθώς και οι παρ. 3 και 5 του άρθρου 45.
Βιομηχανοποιημένα καπνά και προϊόντα των περ. α), στ), ζ) και η) της παρ. 1 του άρθρου 50 που κατάσχονται, ως αντικείμενο λαθρεμπορίας, καταστρέφονται ως εξής: έχουν διενεργηθεί και ολοκληρωθεί δειγματοληψίες της παρ. 3 του άρθρου 132 και σε κάθε περίπτωση, αμέσως μετά από τη γνωστοποίηση των εκθέσεων εξέτασης δειγμάτων της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους στην τελωνειακή αρχή που διενήργησε την κατάσχεση ή στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας διενεργήθηκε η κατάσχεση από άλλη ελεγκτική αρχή και στην εταιρεία καπνικών, αν υποβάλλεται αίτημα σύμφωνα με την περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 132.
- β) Τα λοιπά βιομηχανοποιημένα καπνά και τα προϊόντα
των α), στ), ζ) και η) της παρ. 1 του άρθρου 50 με την άπρακτη παρέλευση των προθεσμιών της παρ. 2 του άρθρου 182.
Αν βιομηχανοποιημένα καπνά και προϊόντα των περ. α), στ), ζ) και η) της παρ. 1 του άρθρου 50 που κατάσχονται, ως αντικείμενο λαθρεμπορίας, δεν έχουν καταστραφεί, εντός των ως άνω προθεσμιών και διατάχθηκε η δήμευσή τους, καταστρέφονται το συντομότερο δυνατόν.
Η καταστροφή των βιομηχανοποιημένων καπνών και προϊόντων των περ. α), στ), ζ) και η) της παρ. 1 του άρθρου 50 διενεργείται ενώπιον τριμελούς επιτροπής, η οποία συγκροτείται με απόφαση του προϊσταμένου της τελωνειακής περιφέρειας, στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται η τελωνειακή αρχή που χειρίζεται την υπόθεση. Για κατασχέσεις βιομηχανοποιημένων καπνών έως χίλια (1.000) τεμάχια τσιγάρων ή έως πέντε (5) χιλιόγραμμα καθαρού βάρους για τα λοιπά βιομηχανοποιημένα καπνά του άρθρου 96, καθώς και για οποιαδήποτε ποσότητα προϊόντων των περ. α) στ), ζ) και η) της παρ. 1 του άρθρου 50, η επιτροπή καταστροφής αποτελείται από τον προϊστάμενο της ως άνω αρμόδιας τελωνειακής αρχής και τον προϊστάμενο του δικαστικού τμήματος ή τους νόμιμους αναπληρωτές τους και έναν (1) υπάλληλο με ελεγκτικά καθήκοντα της ίδιας τελωνειακής αρχής και αν η αρμόδια τελωνειακή αρχή δεν είναι τελωνείο Α’ Τάξης, από τον προϊστάμενο αυτής και δύο (2) υπαλλήλους της ή υπαλλήλους της πλησιέστερης αυτής τελωνειακής αρχής. Για κατασχέσεις βιομηχανοποιημένων καπνών, οι οποίες υπερβαίνουν τις ποσότητες του προηγούμενου εδαφίου, η επιτροπή καταστροφής αποτελείται από έναν (1) υπάλληλο της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ως πρόεδρο, έναν (1) υπάλληλο της πλησιέστερης αυτής αστυνομικής ή λιμενικής αρχής και έναν (1) υπάλληλο της πλησιέστερης ομοίως, αυτής αρμόδιας υπηρεσίας της φορολογικής διοίκησης, ως μέλη. Ως αναπληρωτής του υπαλλήλου της αρμόδιας υπηρεσίας της φορολογικής διοίκησης, δύναται να ορίζεται και υπάλληλος του δήμου, στον οποίο εδρεύει η αρμόδια τελωνειακή αρχή. Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής, με τους αναπληρωτές τους, ορίζονται, κατόπιν εισήγησης των υπηρεσιών στις οποίες υπάγονται. Είναι δυνατή η μαζική καταστροφή κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών από την Επιτροπή του τρίτου εδαφίου, εφόσον αυτά προέρχονται από μεμονωμένες κατασχέσεις, οι οποίες υπερβαίνουν τα χίλια (1.000) τεμάχια τσιγάρων ή τα πέντε (5) χιλιόγραμμα καθαρού βάρους για τα λοιπά βιομηχανοποιημένα καπνά του άρθρου 96. Για την καταστροφή συντάσσεται σχετικό πρωτόκολλο. Η καταστροφή, σύμφωνα με την παρούσα, δεν αναιρεί τη διενέργεια διοικητικών και ποινικών διαδικασιών και την επιβολή, αντίστοιχα, προβλεπόμενων κυρώσεων.
Κατά του Δημοσίου δεν δύναται να γεννηθεί δικαίωμα αποζημίωσης από νόμιμη κατάσχεση, εκποίηση, διάθεση, μεταποίηση, επαναδιύλιση ή καταστροφή των κατασχεθέντων, λόγω λαθρεμπορίας.
Άρθρο 187
Κατά τόπον αρμοδιότητα ποινικών δικαστηρίων και υποστήριξη της κατηγορίας από το Δημόσιο για το αδίκημα της λαθρεμπορίας
Κατά τόπον αρμόδιο ποινικό δικαστήριο για εκδίκαση του αδικήματος της λαθρεμπορίας είναι εκείνο, στην περιφέρεια του οποίου τελέσθηκε το αδίκημα.
Το Δημόσιο μπορεί να παρίσταται ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων για το αδίκημα της λαθρεμπορίας προς υποστήριξη της κατηγορίας και το πρώτον στο ακροατήριο δια των νομίμων αντιπροσώπων του ή δια του Εισαγγελέα που του ανατέθηκε με ειδική εντολή του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Η παράσταση αυτή δεν επιτρέπεται το πρώτον στο Εφετείο.
Οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96) εφαρμόζονται κατά τα λοιπά, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.
Άρθρο 188
Δικονομικές διατάξεις αστικά συνυπευθύνων
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο καλούνται από τον Εισαγγελέα κατά τις ίδιες διατυπώσεις και προθεσμίες με τον κατηγορούμενο, οι αστικά συνυπεύθυνοι κατά την παρ. 3 του άρθρου 170, οι οποίοι έχουν όλα τα δικαιώματα, τα οποία παρέχονται στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96), όταν τους επιδοθεί η κλήση για να εμφανισθούν στο ακροατήριο.
Ο αστικά συνυπεύθυνος που παρίσταται στη συζήτηση δύναται να ασκεί όλα τα ένδικα μέσα κατά απόφασης που εκδόθηκε που δικαιούται να ασκήσει ο κατηγορούμενος, μόνο ως προς το μέρος το οποίο αναγνωρίζει την αστική ευθύνη του. Όταν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά απόφασης από τον κατηγορούμενο, το δικαστήριο, που το εκδικάζει, επιλαμβάνεται και του κεφαλαίου της απόφασης του σχετικού με την ευθύνη των αστικά συνυπεύθυνων, έστω και αν δεν στρέφεται κατά αυτού το ένδικο μέσο που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο, ακόμα και όταν δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ο αστικά συνυπεύθυνος.
Ο αστικά συνυπεύθυνος ακόμη και αν δεν κλητευθεί, σύμφωνα με την παρ. 1, δικαιούται να παρέμβει, εκουσίως, στην ποινική δίκη και στο Εφετείο το πρώτον έως την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Ο κλητευθείς ή εκείνος ο οποίος κάνει παρέμβαση δύναται να αποβληθεί από την ποινική διαδικασία, με αίτησή του ή αυτεπάγγελτα εφόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν
Άρθρο 189
Εξέταση ανακριτικών υπαλλήλων ως μαρτύρων Οποιοσδήποτε Οικονομικός Υπάλληλος (Οικονομικός Επιθεωρητής, Υπάλληλος Τελωνείου, υπάλληλος της Α.Α.Δ.Ε.), όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σε αυτές, δεν αποκλείεται να εξεταστεί ως μάρτυρας, κατά την ποινική διαδικασία στο ακροατήριο.
Άρθρο 190
Δήμευση κατασχεθέντων λαθρεμπορίας αγνώστων δραστών Όταν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας ή το μεταφορικό μέσο αυτής κατάσχεται χωρίς να ανακαλυφθεί ο δράστης, τα στοιχεία δε αυτού ή αυτών δεν προκύπτουν ούτε από την ανάκριση, ο Εισαγγελέας εισάγει την υπόθεση στο Πλημμελειοδικείο, το οποίο αποφασίζει για τη δήμευση των κατασχεθέντων.
Άρθρο 191
Αξιώσεις επί δημευθέντων
Καθένας που αξιώνει δικαίωμα επί των κατασχεθέντων αντικειμένων ή μεταφορικών μέσων λαθρεμπορίας, είτε ανακαλύφθηκε είτε όχι ο δράστης αυτής, αν θέλει να αμφισβητήσει τη δήμευση αυτών δύναται να υποβάλει τις αξιώσεις του με αίτησή του στον εισαγγελέα. Η αίτηση εισάγεται στο αρμόδιο δικαστήριο και συζητείται με την κύρια συζήτηση στην οποία καλείται και ο ως άνω αιτών. Το δικαστήριο αποφαίνεται επί της αίτησης και, αν δεν αποφανθεί υπέρ της δήμευσης, διατάσσει την απόδοση των κατασχεθέντων ή του πλειστηριάσματος στο δικαιούχο, αφαιρουμένων των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων.
Την απόδοση στον δικαιούχο διατάσσει το δικαστήριο αυτεπάγγελτα, όταν κρίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση δήμευσης.
Η απόδοση κατά τα ανωτέρω των κατασχεθέντων στο δικαιούχο από την τελωνειακή αρχή ενεργείται μετά την καταβολή ή μη, αναλόγως του αιτούμενου προορισμού, των δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων. Αν, με την απόφαση που αποφαίνεται για τη δήμευση, το Δικαστήριο αποφασίζει την καταδίκη του δράστη, η απόφαση για τη δήμευση καθίσταται τελεσίδικη, όταν παρέλθουν οι νόμιμες προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων ως προς τον καταδικασθέντα. Ο τρίτος, ο οποίος έχει αξιώσεις επί των δημευόμενων αντικειμένων με βάση την απόφαση, δεν δύναται να προσβάλει με ένδικα μέσα την απόφαση, δύναται όμως να παρέμβει και να υποβάλει τις αξιώσεις του σε κάθε συζήτηση της υπόθεσης και όταν ασκούνται ένδικα μέσα από τον καταδικασθέντα.
Αν η αποφαινόμενη για τη δήμευση απόφαση του δικαστηρίου δεν περιέχει διάταξη που να καταδικάζει τον δράστη της λαθρεμπορίας, δύναται να ανακοπεί από οποιονδήποτε έχει αξιώσεις επί των δημευόμενων αντικειμένων, αλλά δεν κλήθηκε να παραστεί κατά τη συζήτηση επί της οποίας εξεδόθη, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών, που αρχίζει από την επομένη της έκδοσής της. Επί της ανακοπής αποφαίνεται το Πλημμελειοδικείο. Η απόφασή αυτού είναι τελεσίδικη και δεν επιτρέπεται κατ’ αυτής ένδικο μέσο.
ΜΕΡΟΣ ΣΤ’
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΤΑΣΧΕΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΥΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΧΟΦΟΡΩΝ
Άρθρο 192
Διαχείριση κατασχεμένων ειδών 1.α) Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατάσχονται χερσαία ή εναέρια μεταφορικά μέσα ή μηχανήματα έργου ή εμπορευματοκιβώτια, ως αντικείμενα λαθρεμπορίας ή ως μεταφορικά μέσα αντικειμένων λαθρεμπορίας, ναρκωτικών ουσιών, μεταναστών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, όπλων, εκρηκτικών ή για διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος εν γένει, το υπηρεσιακό όργανο το οποίο επέβαλε την κατάσχεση ή η Υπηρεσία στην οποία υπηρετεί αυτό, τα παραδίδει, μαζί με αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης, στην αρμόδια τελωνειακή αρχή ή στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Τεχνικών Υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε. που ορίζεται αποκλειστικός μεσεγγυούχος και συντάσσεται έκθεση παράδοσης και παραλαβής. Εάν οι παραπάνω υπηρεσίες αποδεδειγμένα στερούνται χώρων και δυνατοτήτων φύλαξης, τα κατασχεθέντα αντικείμενα δύναται να παραμένουν στην παραφυλακή της υπηρεσίας που προέβη στην κατάσχεση, εάν είναι αναγκαίο και με τη συνδρομή άλλων δημοσίων υπηρεσιών, η δε αρμόδια τελωνειακή αρχή οφείλει να μεριμνήσει για την άμεση διαχείριση τους. Για τη φύλαξη των εναέριων μέσων, εφόσον είναι αδύνατη η φύλαξη τους στον χώρο της κατάσχεσης, ζητείται η συνδρομή του πλησιέστερου πολιτικού ή στρατιωτικού αεροδρομίου.
- β) Το ίδιο ως άνω όργανο ή η υπηρεσία, στην οποία
αυτό υπηρετεί, επισυνάπτει τα πρωτότυπα της έκθεσης κατάσχεσης και της έκθεσης παράδοσης και παραλαβής, εφόσον αυτή έχει πραγματοποιηθεί, στα υποβαλλόμενα στον αρμόδιο Εισαγγελέα στοιχεία της προανάκρισης και κοινοποιεί υποχρεωτικά αντίγραφο του διαβιβαστικού εγγράφου της προανάκρισης στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας της Α.Α.Δ.Ε. ή στο αρμόδιο τελωνείο, κατά περίπτωση. 2.α) Όταν κατάσχονται πλωτά μέσα, ναυτιλιακός εξοπλισμός, τόσο ως εξοπλισμός επί πλωτού μέσου, όσο και ως μεμονωμένος εξοπλισμός, μηχανές πρόωσης κάθε είδους, τόσο επί του πλωτού μέσου, όσο και μεμονωμένα, ως αντικείμενα λαθρεμπορίας ή ως μεταφορικά μέσα αντικειμένων λαθρεμπορίας ή ναρκωτικών ουσιών ή μεταναστών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα ή όπλων ή εκρηκτικών ή για διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος, η κατά τόπον αρμόδια λιμενική αρχή φυλάσσει αυτά και, αν είναι η κατάσχουσα αρχή, διαβιβάζει αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης, μαζί με τα υποβαλλόμενα στον αρμόδιο Εισαγγελέα στοιχεία της προανάκρισης, στην αρμόδια τελωνειακή αρχή και στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας, για τη διαχείρισή τους. είδους, τόσο επί του πλωτού μέσου, όσο και μεμονωμένα, παραμένουν στην παραφυλακή της λιμενικής αρχής, η οποία τα φυλάσσει, μέχρις ότου παραδοθούν στον αγοραστή που θα αναδειχθεί από τις πλειοδοτικές δημοπρασίες ή διατεθούν για την κάλυψη αναγκών του Δημοσίου ή αποδοθούν στον ιδιοκτήτη ή δοθεί εντολή καταστροφής τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.
- γ) Για πλωτά μέσα αξίας άνω των έξι χιλιάδων (6.000)
ευρώ με βάση την έκθεση κοστολόγησής τους δύναται η λιμενική αρχή, εάν τεκμηριωμένα υφίσταται πλήρης αδυναμία αυτής για την φύλαξη των κατασχεθέντων, να διορίσει ειδικό μεσεγγυούχο από τους εγγεγραμμένους στον ειδικό κατάλογο πραγματογνωμόνων. Ο ειδικός μεσεγγυούχος παραλαμβάνει το πλωτό μέσο με λεπτομερές πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, στο οποίο περιγράφονται αναλυτικά όλα τα στοιχεία αυτού και των εξαρτημάτων του. Με την ως άνω παραλαβή ο μεσεγγυούχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να το φυλάσσει στην κατάσταση στην οποία το παρέλαβε και φέρει αποκλειστικά και προσωπικά την ευθύνη για οποιαδήποτε φθορά, ζημιά ή κλοπή εξαρτημάτων που θα προκληθεί σε αυτό. Η αποζημίωση και τα σχετικά έξοδα των μεσεγγυούχων εκκαθαρίζονται από την αρχή που διέταξε τη μεσεγγύηση ή φύλαξη ή από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της περιφέρειας και η εκκαθάριση διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, με τα σχετικά δικαιολογητικά για την πληρωμή του δικαιούχου.
Η αρμόδια τελωνειακή αρχή, στην οποία παραδόθηκαν τα κατασχεθέντα ή κοινοποιήθηκε η κατάσχεση των ειδών ή μεταφορικών μέσων που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, συντάσσει, εφόσον αυτά προέρχονται από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, έκθεση επαλήθευσης με την οποία προσδιορίζει τους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που αναλογούν στην εισαγωγή τους και αποστέλλει αντίγραφο αυτής στον αρμόδιο Εισαγγελέα μέσα σε έναν (1) μήνα από την παράδοση των κατασχεθέντων ή την κοινοποίηση της έκθεσης κατάσχεσης. Για τα πλωτά και εναέρια μέσα αντίγραφο της έκθεσης επαλήθευσης διαβιβάζεται και στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας. 4.α) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, εάν κατά την κρίση του συντρέχει περίπτωση μη δήμευσης των κατασχεθέντων σύμφωνα με το άρθρο 311 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96), την παρ. 4 του άρθρου 178 του παρόντος Κώδικα ή άλλες διατάξεις, δύναται να διατάξει με αμετάκλητη απόφασή του την άρση της κατάσχεσης και την απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη.
- β) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών δύναται επίσης,
μετά από αίτηση του ιδιοκτήτη, να διατάξει με αμετάκλητη απόφασή του την άρση της κατάσχεσης και την απόδοση των κατασχεθέντων σε αυτόν, ακόμα και αν συντρέχει περίπτωση δήμευσης των κατασχεθέντων, υπό τον όρο της κατάθεσης χρηματικής εγγύησης ισόποσης με την αξία τους, όπως αυτή προκύπτει από την έκθεση κοστολόγησης, προκειμένου να επέχει τη θέση των κατασχεθέντων που υπόκεινται σε δήμευση.
- γ) Κάθε βούλευμα ή απόφαση σχετικά με άρση της
κατάσχεσης και απόδοση των μεταφορικών μέσων που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 στον ρητά κατονομαζόμενο ιδιοκτήτη, καθώς και κάθε απόφαση για δήμευσή τους κοινοποιείται αμελλητί από τον Εισαγγελέα στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας ή στο αρμόδιο τελωνείο μαζί με βεβαίωση από την οποία προκύπτει η ημερομηνία του αμετακλήτου αυτών.
- δ) Η παραλαβή από τον ιδιοκτήτη των κατασχεθέντων
και κατά τα ανωτέρω αποδοθέντων ειδών ή μέσων πραγματοποιείται μετά από αίτησή του, συνοδευόμενη από όλα τα νομιμοποιητικά έγγραφα. Ο ιδιοκτήτης, πριν από την παραλαβή, υποχρεούται στην καταβολή των εξόδων μεταφοράς και φύλαξης, καθώς και δασμών και λοιπών φόρων που αναλογούν στα ως άνω είδη ή μέσα. 5.α) Με την επιφύλαξη έγγραφης γνωστοποίησης ή ανακοίνωσης του Εισαγγελέα περί άρσης της κατάσχεσης και απόδοσης των κατασχεμένων στον ιδιοκτήτη, η Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας ή το αρμόδιο τελωνείο, προβαίνουν στην εκποίηση ή διάθεση των κατασχεμένων ειδών ή μεταφορικών μέσων των παρ. 1 και 2, άμεσα μετά την παραλαβή τους ή την κοινοποίηση της έκθεσης κατάσχεσης.
- β) Εάν μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από τότε
που κατέστησαν αμετάκλητα η απόφαση ή το βούλευμα ή η εισαγγελική διάταξη για άρση της κατάσχεσης και απόδοση των κατασχεθέντων στον ιδιοκτήτη, αυτά δεν έχουν παραληφθεί από αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, τα κατασχεθέντα περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και ο ιδιοκτήτης αποστερείται παντός δικαιώματος παραλαβής ή αποζημίωσης.
- γ) Εάν μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από τότε που
κατέστη αμετάκλητο το βούλευμα περί απόδοσης στον ιδιοκτήτη των κατασχεθέντων με τον όρο της κατάθεσης χρηματικής εγγύησης, δεν έχουν παραληφθεί από αποκλειστική του υπαιτιότητα, τα κατασχεθέντα μπορεί να εκποιούνται ή να διατίθενται. 6.α) Η εκποίηση των κατασχεθέντων ειδών των παρ. 1 και 2 πραγματοποιείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 5 και τους όρους πώλησης που ισχύουν για τις δημοπρασίες που διενεργούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες διαχείρισης δημόσιου υλικού.
- β) Η τελωνειακή αρχή, η οποία έχει την αρμοδιότητα
και ευθύνη της διαχείρισης των κατασχεθέντων ειδών ή μεταφορικών μέσων που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, συντάσσει έκθεση κοστολόγησης.
- γ) Κατασχεθέντα είδη της περ. α) της παρ. 2, τα οποία
είναι σε κακή κατάσταση και χωρίς εμπορική αξία, καταστρέφονται άμεσα μετά την κατάσχεση, κατ’ εξαίρεση της περ. α) της παρούσας. Η καταστροφή πραγματοποιείται μετά από προηγούμενη γνωμοδότηση επιτροπής, η οποία απαρτίζεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ως Πρόεδρο, έναν υπάλληλο της ιδίας αρχής και τον προϊστάμενο της λιμενικής αρχής. Η γνωμοδότηση της επιτροπής διαβιβάζεται με μέριμνα της λιμενικής αρχής προς το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την καταστροφή των πλωτών μέσων, σύμφωνα Με πρόταση της ίδιας γνωμοδοτικής επιτροπής είναι δυνατή η διάθεση των ως άνω ειδών για ειδικές χρήσεις σε δημόσιες υπηρεσίες, Ο.Τ.Α. και λοιπά Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. που εποπτεύονται από το Δημόσιο.
- δ) Τα πλωτά μέσα δύναται να εκποιούνται για διάλυση.
Για όσα εξ αυτών ανήκουν στην κατηγορία των φουσκωτών σκαφών με εξωλέμβιους κινητήρες είναι δυνατή η εκποίηση των κινητήρων και των σκαφών μεμονωμένα.
- ε) Για τα πλωτά μέσα των οποίων οι δημοπρασίες απέβησαν άγονες, εκ των οποίων οι τρεις με την ίδια τιμή
εκκίνησης, η Λιμενική Αρχή φύλαξης αυτών προβαίνει, μετά από σχετική βεβαίωση της Διεύθυνσης Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας, σε πρόταση προς το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την καταστροφή τους, σύμφωνα με τα ισχύοντα για τις καταστροφές των πλωτών μέσων των ανωτέρω Υπουργείων. 7.α) Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών τα κατασχεμένα οχήματα της παρ. 1, άμεσα μετά την παράδοσή τους ή την κοινοποίηση της έκθεσης κατάσχεσης στην αρμόδια τελωνειακή αρχή ή στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας, δύναται να διατίθενται δωρεάν ή έναντι τιμήματος προς κυκλοφορία σε δημόσιες υπηρεσίες, Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. που εποπτεύονται από το Δημόσιο.
- β) Με όμοια απόφαση, οχήματα τέλους κύκλου ζωής
δύναται να διατίθενται σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, στην Ελληνική Αστυνομία και στις Ένοπλες Δυνάμεις, αποκλειστικά για εκπαιδευτικούς λόγους. Τα ανωτέρω οχήματα, μετά τη χρησιμοποίησή τους, παραδίδονται σε αδειοδοτημένους φορείς διαχείρισης τέτοιων οχημάτων.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)