Νόμοι — ΦΕΚ A' 162/2006
Συνολική λεκάνη Αχελώου στις εκβολές του ποταμού με έκταση 4822,7 km² (4656,6 km² χωρίς να προσμετράται η υπολεκάνη Πλαστήρα). Η έκταση της ενδιάμεσης λεκάνης ανέρχεται σε 470,6 km². Οι υπόλοιπες υδρολογικές λεκάνες των λιμνών Τριχωνίδα, Λυσιμαχεία, Οζερός και Αμβρακία, της Λ/Θ Μεσολογγίου – Αιτωλικού και οι λοιπές (που χαρακτηρίζονται με τον κωδικό «99» στον επίσημο κατάλογο του ΥΠ.ΑΝ.), παρέμειναν ως είχαν. Οι υδρολογικές λεκάνες και τα κυριότερα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά τους, όπως το μέσο υψόμετρο και η μέση κλίση του αναγλύφου) παρουσιάζονται στον Πίν. 3−1. Τα στοιχεία του πίνακα δεν συμπεριλαμβάνουν και τις ανάντη λεκάνες, άρα αναφέρονται μόνο στις υπολεκάνες. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1769 A/A Υπολεκάνη Επιφάνεια (km2 ) Μέσο υψόμετρο (m) Μέση κλίση (%) 1 Μεσοχώρας 644,1 1396,5 44,0 2 Μεσοχώρας – Συκιάς 530,9 1164,7 52,6 3 Συκιάς – Αυλακίου 199,3 820,3 36,8 4 Αυλακίου – Κρεμαστών 2.228,1 951,2 44,7 5 Κρεμαστών – Καστρακίου 523,8 496,7 31,6 6 Καστρακίου – Στράτου 225,9 409,8 24,3 7 Στράτου – Εκβολών 470,6 93,1 7,6 8 Τριχωνίδας 401,9 264,5 18,4 9 Λυσιμαχείας 254,1 339,0 19,9 10 Οζερού 57,4 117,5 12,1 11 Αμβρακίας 121,1 218,1 19,7 12 Λ/Θ Μεσολογγίου 231,9 173,3 13,3 Στο Σχήμα 3-1 εμφανίζονται οι υδρολογικές λεκάνες και υπολεκάνες όπως διεχωρίσθησαν για τις ανάγκες της μελέτης. Σχήμα 3-1: Λεκάνες και υπολεκάνες απορροής περιοχής μελέτης. Για τις ανάγκες του έργου συλλέχθηκαν τα δεδομένα βροχόπτωσης για τους σταθμούς του ΥΠΕΧΩΔΕ, της ΔΕΗ και της ΕΜΥ. Κριτήρια για την αποδοχή ή την απόρριψη των σταθμών ήταν, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη συμπληρωμένης, χωρίς εκτεταμένα κενά, χρονοσειράς για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα (γενικά μεγαλύτερο των 10 υδρολογικών ετών) και η γεωγραφική κατανομή των σταθμών. Για παράδειγμα, μεταξύ δύο σταθμών που βρίσκονται στην ίδια περίπου θέση, χρησιμοποιήθηκε ο πλέον αξιόπιστος και απορρίφθηκε ο άλλος. Χρησιμοποιήθηκαν για τις ανάγκες της προσομοίωσης του υδρολογικού συστήματος συνολικά 84 σταθμοί, από τους οποίους οι 14 ανήκουν σε γειτονικές λεκάνες. Στην παρούσα μελέτη χρησιμοποιήθηκε ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός βροχομετρικών σταθμών, σε σχέση με προηγούμενες μελέτες ή ερευνητικά προγράμματα, με σκοπό τη μεγαλύτερη δυνατή χωρική διακριτοποίηση της βροχομετρικής πληροφορίας. Διενεργήθηκαν καθιερωμένοι έλεγχοι ομοιογένειας και αξιoπιστίας των δεδομένων, συμπληρώσεις τυχόν κενών με την μέθοδο της γραμμικής παλινδρόμησης, επεκτάσεις χρονοσειρών όπου αυτό ήταν αναγκαίο με την μέθοδο της οργανικής συσχέτισης και υπολογίσθηκαν οι ομβροβαθμίδες αναγωγής των βροχοπτώσεων με το υψόμετρο για διαφορετικές ομάδες σταθμών. Επίσης έγινε προσαρμογή στατιστικών νόμων στα ετήσια και μηνιαία κατακρημνίσματα για το σύνολο της περιοχής του έργου αλλά και για τις επιμέρους κύριες υδρολογικές λεκάνες, προσαρμογή της κατανομής Gumbel στις μέγιστες 24ωρες βροχοπτώσεις για όσους σταθμούς είχαν διαθέσιμα τέτοια στοιχεία για μεγάλο χρονικό διάστημα και τέλος, έγινε προσδιορισμός των τάσεων των ετήσιων κατακρημνισμάτων για όσους σταθμούς υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία, δηλαδή πλέον της 20ετίας. Εκτιμήθηκε ακόμα η Δυνητική Εξατμισοδιαπνοή από τις μετρήσεις των μετεωρολογικών παραμέτρων που είναι διαθέσιμες. Η Δυνητική Εξατμισοδιαπνοή είναι σημαντική συνιστώσα των υδατικών ισοζυγίων και για αυτό υπολογίσθηκε με τρεις μεθόδους ανάλογα με τα διαθέσιμα δεδομένα, ώστε να υπάρχει όσο το δυνατό λεπτομερέστερη χωρική κατανομή των εκτιμήσεων. 3.6 Απορροή Υδρολογικής λεκάνης Αχελώου Υδρομετρικοί σταθμοί και δεδομένα Οι θέσεις για τις οποίες έγινε επεξεργασία και ανάλυση πρωτογενών υδρομετρικών δεδομένων είναι οι ακόλουθες (βλ. Σχήμα 3−2): Λεκάνη Άνω Ρου Αχελώου Υδρομετρικός σταθμός στη θέση Μεσοχώρα του π. Αχελώου (έκταση ανάντη λεκάνης 644 km²). Στη θέση αυτή λειτουργούσε μέχρι και την έναρξη κατασκευής του ομώνυμου φράγματος περί το 1989 υδρομετρικός σταθμός της ΔΕΗ. Η λειτουργία του σταθμού χαρακτηριζόταν από προβλήματα οφειλόμενα σε διάφορες αιτίες με αποτέλεσμα τα δεδομένα του να μην θεωρούνται πολύ υψηλής αξιοπιστίας. Από τη συνολική περίοδο λειτουργίας του σταθμού περί τα δέκα έτη (Υ.Ε. 1978−79 έως 1988−1989) σύμφωνα με την αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ/ΔΑΥΕ θεωρούνται αρκετά αξιόπιστα. Η περίοδος αυτή αξιοποιήθηκε σε συνδυασμό με το πολύ αξιόπιστο δείγμα στο Αυλάκι για την παραγωγή 40ετους χρονοσειράς μηνιαίων παροχών. Υδρομετρικός σταθμός στη θέση Αυλάκι του π. Αχελώου (έκταση ανάντη λεκάνης 1375 km²). Ο πλέον αξιόπιστος σταθμός και εγκατεστημένος σε νευραλγικό σημείο είναι ο σταθμός Αυλάκι. Ο σταθμός λειτουργεί από το Υ.Ε. 1965−1966 και πρόσφατα η ΔΕΗ/ΔΑΥΕ προέβη σε πλήρη επανεπεξεργασία του συνόλου των πρωτογενών υδρομετρικών δεδομένων του σταθμού με αποτέλεσμα την παραγωγή της πλέον αξιόπιστης χρονοσειράς παροχών στη θέση αυτή. Η χρονοσειρά, που εκτείνεται μέχρι και το τελευταίο Υ.Ε. 2004−05, προέκυψε από αναθεώρηση όλων των καμπυλών στάθμης – παροχής (24 διαφορετικές καμπύλες, πάνω από 1100 υδρομετρήσεις) και αποτελεί κατά τεκμήριο την βέλτιστη από πλευράς αξιοπιστίας υδρομετρική πληροφορία επί του π. Αχελώου. Η χρονοσειρά των απορροών στο Αυλάκι αντικατοπτρίζει όλη την απορροή της λεκάνης του Άνω Αχελώου. Λεκάνη Μέσου και Κάτω Ρου Αχελώου Ισοζύγιο ταμιευτήρα στη θέση ΥΗΕ Κρεμαστών του π. Αχελώου (έκταση ανάντη λεκάνης 3602 km²). Στις θέσεις των υδροηλεκτρικών έργων του Μέσου ρου του ποταμού (ΥΗΕ Κρεμαστών, ΥΗΕ Καστρακίου και ΥΗΕ Στράτου) διατίθενται υδρομετρικά δεδομένα εισροών στους ταμιευτήρες σε μηνιαίο βήμα που προκύπτουν από το ισοζύγιο των αντίστοιχων ταμιευτήρων και παρέχονται από την Δ/νση Εκμετάλλευσης ΥΗΣ της ΔΕΗ. Τα ισοζύγια που παρέχονται από την υπηρεσία δεν λαμβάνουν υπ’ όψη τους την βροχόπτωση επί των ταμιευτήρων και την εξάτμιση επ’ αυτών και βασίζονται στην αλλαγή της στάθμης του ταμιευτήρα κατά τη διάρκεια εκάστου μηνός και στα δεδομένα λειτουργίας του αντίστοιχου ΥΗΣ (ποσότητες που χρησιμοποιήθηκαν στην παραγωγή, υπερχειλίσεις και ποσότητες που διατέθηκαν προς τρίτους χρήστες για άρδευση ή ύδρευση). Στην παρούσα μελέτη έγινε εκ νέου επεξεργασία των δεδομένων των ταμιευτήρων με αποτέλεσμα την παραγωγή αξιόπιστων φυσικοποιημένων χρονοσειρών παροχής στις θέσεις αυτές. Η επεξεργασία αυτή αξιοποίησε το σύνολο των δεδομένων που διατίθενται για να υπολογίσει εκ νέου την φυσικοποιημένη χρονοσειρά στις θέσεις των έργων, λαμβάνοντας υπ’ όψη, ως έλεγχο, την καλή συσχέτιση με το πρόσφατο δείγμα αναφοράς στο Αυλάκι. Ισοζύγιο ταμιευτήρα στη θέση ΥΗΕ Καστρακίου του π.Αχελώου (έκταση ανάντη λεκάνης 4126 km²). Στη θέση αυτή ακολουθήθηκε παρόμοια διαδικασία επανεπεξεργασίας του συνόλου των δεδομένων λειτουργίας του ταμιευτήρα σε συνδυασμό με τα δεδομένα των Κρεμαστών για την παραγωγή μιας αξιόπιστης χρονοσειράς φυσικοποιημένων παροχών της ενδιάμεσης λεκάνης μεταξύ των δύο ταμιευτήρων, η οποία δεν είναι ευκαταφρόνητου μεγέθους (524 km²). Από την τελευταία, προκύπτει με πρόσθεση της φυσικοποιημένης σειράς παροχών στα Κρεμαστά, η φυσικοποιημένη παροχή του ποταμού στη θέση Καστράκι. θέση Στράτος, επιχειρήθηκε η ίδια προσέγγιση όπως στις δύο παραπάνω θέσεις ταμιευτήρων, πλην όμως τα δεδομένα που διατίθενται δεν επέτρεψαν την επιτυχία της διαδικασίας όπως στις παραπάνω θέσεις. Αφ’ ενός, τα διατιθέμενα δεδομένα στη θέση αυτή είναι πολύ λιγότερα από τις δύο άνω θέσεις λόγω του ότι το ΥΗΕ Στράτος ξεκίνησε την λειτουργία του το 1990. Αφ’ ετέρου, η περίπλοκη λειτουργία του ταμιευτήρα, ο οποίος αποτελεί κατά το θέρος την κύρια πηγή αρδευτικού νερού για πολύ μεγάλο μέρος της κατάντη λεκάνης του Κάτω Ρου, εισάγει προβλήματα στον προσδιορισμό του ισοζυγίου. Τελικά, κρίθηκε ότι η παροχή στη θέση Στράτος μπορεί να προσεγγισθεί ικανοποιητικά μέσω μιας σχέσεως ειδικής απορροής και έκτασης λεκάνης η οποία αναπτύχθηκε βάσει των τεσσάρων ανάντη θέσεων υδρομετρικών δεδομένων (Μεσοχώρα, Αυλάκι, Κρεμαστά, Καστράκι). Η εκτίμηση των παροχών που προκύπτει, θεωρείται αξιόπιστη διότι η ενδιάμεση λεκάνη Καστρακίου−Στράτου είναι σχετικά μικρή (226 km²) και, κυρίως, δεν διαρρέεται από σημαντικά υδατορεύματα που καταλήγουν στον ταμιευτήρα Στράτου Όσον αφορά τις λοιπές θέσεις στις οποίες εκτιμήθηκαν οι μηνιαίες παροχές του ποταμού, αυτές είναι οι εξής: Θέση Συκιά του π. Αχελώου (έκταση ανάντη λεκάνης 1175 km²). Στη θέση αυτή είχε λειτουργήσει κατά το παρελθόν υδρομετρικός σταθμός της ΔΕΗ, αλλά η λειτουργία του συναντούσε πολλά προβλήματα και τα λίγα δεδομένα που είχαν συγκεντρωθεί δεν θεωρούνται αξιόπιστα. Για τη θέση αυτή που συμπίπτει με την θέση του μερικώς κατασκευασμένου ΥΗΕ Συκιάς, εκτιμήθηκαν οι μηνιαίες απορροές από την θέση Αυλάκι η οποία βρίσκεται στα κατάντη σε μικρή σχετικά απόσταση. Συνολική λεκάνη του π. Αχελώου στις εκβολές (έκταση λεκανης 4823 km²). Για την θέση αυτή, η εκτίμηση των συνολικών απορροών είναι πιο δύσκολη διότι η λεκάνη του Κάτω Ρου (κατάντη του ΥΗΕ Στράτος, συνολικής έκτασης 470 km²) είναι αμιγώς πεδινού χαρακτήρα, με εντελώς διαφορετικές χρήσεις γης και χαρακτηρίζεται από απουσία υδρομετρικών δεδομένων. Αν και ο υπολογισμός των απορροών αυτής είναι δευτερεύουσας σημασίας για τους σκοπούς της παρούσας, εφ’ όσον στη θέση Στράτος συγκεντρώνεται περί το 95% της συνολικής απορροής του ποταμού, έγινε μια εκτίμηση και για τη θέση αυτή χάριν πληρότητας. Η εκτίμηση έγινε με την εφαρμογή της σχέσης ειδικής απορροής – έκτασης λεκάνης που καταρτίσθηκε για το σύνολο του ποταμού και η οποία έδωσε εξαιρετικά εύλογα αποτελέσματα χωρίς ανάγκη προσφυγής σε άλλες παραδοχές. Για τους υδρομετρικούς σταθμούς και τις θέσεις εκτίμησης που αναφέρθηκαν παραπάνω, παρήχθησαν χρονοσειρές μηνιαίων παροχών με τις ακόλουθες διαδικασίες: Λεκάνη Άνω Αχελώου Στη λεκάνη του Άνω Αχελώου (ανάντη Αυλακίου) η εκτίμηση των μέσων μηνιαίων παροχών βασίσθηκε στα υφιστάμενα υδρομετρικά δεδομένα κυρίως αυτά του σταθμού στο Αυλάκι, όπως αυτά κατεστάθησαν διαθέσιμα μετά την πρόσφατη αναθεώρηση και επανεπεξεργασία τους από τη ΔΕΗ/ΔΑΥΕ. Αναλυτικά η εκτίμηση των παροχών στις επιμέρους θέσεις έχει ως εξής: Θέση Μεσοχώρα του π. Αχελώου (έκταση ανάντη λεκάνης 644 km²) Για την θέση αυτή αξιοποιήθηκε το τμήμα των ιστορικών δεδομένων τα οποία κρίνονται ως αξιόπιστα από την ΔΕΗ/ΔΑΥΕ και αφορούν τα Υ.Ε. 1978−79 W 1988−89. Δεν αξιοποιήθηκε το σύνολο των τιμών αυτής της περιόδου αλλά όσες τιμές βρέθηκαν να εμπεριέχουν σφάλματα εξαιρέθηκαν από το δείγμα. Τόσο οι εξαιρεθείσες τιμές του παρατηρημένου δείγματος όσο και η επέκταση των παροχών για το διάστημα που δεν υπήρχαν μετρήσεις εκτιμήθηκαν από την αντίστοιχη χρονοσειρά στο Αυλάκι μέσω της σχέσης: Q1 = Q2 . [(P1/P2) . (F1/F2)] (1) όπου Q1 η μέση παροχή στη λεκάνη Αυλακίου, F1 το εμβαδόν της ίδιας λεκάνης, P1 η επιφανειακή βροχόπτωση της ίδιας λεκάνης για την ίδια περίοδο, και Q2, F2, P2 τα αντίστοιχα μεγέθη για τη λεκάνη Μεσοχώρας. Η σχέση αυτή δέχεται ότι οι συντελεστές απορροής είναι παρόμοιοι στις δύο λεκάνες. Η σχέση αναγωγής μεταξύ εμβαδών λεκάνης και επιφανειακών βροχοπτώσεων ελέγχθηκε με βάση την σχέση παλινδρόμησης μεταξύ του υπάρχοντος δείγματος απορροής στη Μεσοχώρα και του αντίστοιχου δείγματος στο Αυλάκι. Προέκυψε ότι οι δύο εκτιμήσεις έδιδαν εξαιρετικά παρόμοια αποτελέσματα, κάτι που ήταν εμφανές και από το γεγονός ότι η κλίση της ευθείας παλινδρόμησης ήταν εξαιρετικά παρόμοια με την αναλογία εμβαδών των δύο λεκανών (F2 / F1 = 644/ 1375 = 0,468). Για την επιλογή μεθόδου συμπλήρωσης και επέκτασης μεταξύ των δύο προσφερόμενων, ελήφθη υπ’ όψη το γεγονός ότι στην κατάντη θέση Συκιάς μόνον η προσέγγιση της σχέσης αναγωγής βάσει εμβαδών και βροχοπτώσεων ήταν δυνατή, ελλείψει παρατηρημένων δεδομένων στη θέση αυτή. Για το λόγο αυτό, προτιμήθηκε τελικά η χρήση της σχέσης αναγωγής για τη διενέργεια της συμπλήρωσης των κενών Μεσοχώρας και της επέκτασης των δεδομένων της, έτσι ώστε να ακολουθηθεί ενιαία αντιμετώπιση όλης της λεκάνης του Άνω Αχελώου. Θέση Συκιά του π. Αχελώου (έκταση ανάντη λεκάνης 1175 km²) Για τη θέση αυτή, όπως έχει προαναφερθεί, δεν διατίθενται δεδομένα παροχών τα οποία να κρίνονται αξιοποιήσιμα και κατά συνέπεια η εκτίμηση των μηνιαίων παροχών έγινε αποκλειστικά από τη θέση Αυλάκι με εφαρμογή της αντίστοιχης σχέσης 1. Η εγγύτητα των δύο θέσεων και η μικρή διαφορά στα εμβαδά των δύο λεκανών προσδίδει μεγάλη ακρίβεια στον υπολογισμό αυτό (F2 / F1 = 1175 / 1375 = 0,855). Για τις δύο παραπάνω θέσεις (Μεσοχώρα και Συκιά) η αξιοπιστία της εκτίμησης μέσω των αντίστοιχων σχέσεων αναγωγής ενισχύεται από τα εξής δεδομένα: (ι) η γεωλογία, το ανάγλυφο και η φυτοκάλυψη όλης της Άνω λεκάνης του Αχελώου είναι γενικά παρόμοια, (ιι) ο συντελεστής απορροής (όπως τεκμαίρεται από τα παρατηρημένα δεδομένα στο Αυλάκι) είναι γενικά υψηλός και κατά συνέπεια η σχέση αναγωγής έχει αυξημένη ισχύ και τέλος, (ιιι) το μηνιαίο χρονικό βήμα της εκτίμησης αναιρεί τις περιπλοκές που εισάγει η ανάγκη διόδευσης των πλημμυρικών γεγονότων. Θέση Αυλάκι του π. Αχελώου (έκταση ανάντη λεκάνης 1375 km²) σταθμός στον π. Αχελώο, με αρχή λειτουργίας το Υ.Ε. 1965−66. Πρόσφατα, η αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ/ΔΑΥΕ επανεπεξεργάστηκε το σύνολο της πρωτογενούς πληροφορίας που διατίθεται στη θέση αυτή, μέχρι και το πρόσφατο Υ.Ε. 2004−05. Τα δεδομένα μέσων μηνιαίων παροχών που προέκυψαν από την συνάθροιση του ημερήσιου δείγματος, μας χορηγήθηκαν από την ΔΕΗ/ΔΑΥΕ για τις ανάγκες της παρούσας μελέτης. Λεκάνη Μέσου Αχελώου Για την λεκάνη του Μέσου Ρου του ποταμού, δηλαδή το τμήμα κατάντη του Αυλακίου μέχρι και τον ταμιευτήρα του Στράτου, τα διαθέσιμα υδρομετρικά δεδομένα επί του κυρίως υδατορεύματος προέρχονται αποκλειστικά από το ισοζύγιο των τριών ΥΗΕ που λειτουργούν στο τμήμα αυτό του ποταμού και συγκεκριμένα των ΥΗΕ Κρεμαστών, Καστρακίου και Στράτου. Το ζητούμενο είναι η εκτίμηση των φυσικοποιημένων χρονοσειρών παροχής στις θέσεις των έργων αυτών, δηλαδή η εκτίμηση των μηνιαίων παροχών στις αντίστοιχες θέσεις ως εάν τα έργα να μην υφίσταντο. Η εκτίμηση αυτή είναι δυνατή με την ανάλυση των διατιθέμενων δεδομένων λειτουργίας των ταμιευτήρων και των υδροηλεκτρικών σταθμών τα οποία διατέθηκαν από την ΔΕΗ/Δ. Εκμετάλλευσης ΥΗΣ. Σε παλαιότερες προσεγγίσεις της εκτίμησης των φυσικοποιημένων παροχών, όπως π.χ. στις δύο ΜΠΕ τις αφορώσες τα έργα εκτροπής του Άνω Αχελώου (ΕΥΔΕ Αχελώου, 1995 και 2002), οι χρονοσειρές παροχής στις θέσεις των ταμιευτήρων είχαν υπολογισθεί, για πρακτικούς λόγους, δια της προσφυγής σε διάφορες πηγές κυρίως προηγούμενων ερευνών και μελετών, κάθε μία από τις οποίες κάλυπτε διαφορετική χρονική περίοδο από τη συνολική περίοδο του δείγματος που συγκροτείτο. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι τελικές χρονοσειρές αποτελούσαν ερανίσματα διαφορετικών μελετητών, προσεγγίσεων και χρονικών περιόδων. Η πρακτική αυτή είναι συνήθης και δεν μειώνει απαραίτητα την αξιοπιστία των εκτιμήσεων, όμως, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι με κάθε νέα μελέτη προστίθενται λίγα ακόμη υδρολογικά έτη στην εξεταζόμενη χρονική περίοδο, ο κίνδυνος εισαγωγής σημαντικού σφάλματος λόγω της άθροισης πολλών διαφορετικών μεταξύ τους εκτιμήσεων τείνει να γίνει υπολογίσιμος. Για τους παραπάνω λόγους, στην παρούσα μελέτη, η εκτίμηση των φυσικοποιημένων χρονοσειρών παροχής στις θέσεις των υδροηλεκτρικών έργων του Μεσου Ρου, έγινε από μηδενική βάση, ξεκινώντας από τα δεδομένα της λειτουργίας των έργων που διατίθενται από την αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ. Για κάθε επιμέρους θέση, η διαδικασία εκτίμησης των παροχών είχε ως εξής: Η χρονοσειρά των εισροών στους ταμιευτήρες εκτιμήθηκε αρχικά από την ακόλουθη σχέση: Q(i) = ΔS(i−1, I) – Qturb(i) – Qspill(i) – Qo (i) (2) όπου: Q(i) = εισροή στον μήνα (i), ΔS(i−1,i) = μεταβολή αποθηκευμένου όγκου στον ταμιευτήρα μεταξύ του προηγούμενου και του τρέχοντος μήνα και Qturb(i), Qspill(i), Qo (i) οι εκροές από τους στροβίλους του υδροηλεκτρικού σταθμού, οι υπερχειλίσεις και οι εκροές προς κάλυψη αναγκών τρίτων (ύδρευση, άρδευση) αντίστοιχα. Δεν ελήφθη υπ’ όψη η βροχόπτωση επί του καθρέπτη του ταμιευτήρα και η εξάτμιση από αυτόν, όπως εξ άλλου συνέβαινε και με την εκτίμηση ισοζυγίου της ΔΕΗ. Οι δύο αυτές συνιστώσες θεωρείται ότι σε ετήσια βάση αλληλοαναιρούνται και σε κάθε περίπτωση, τυχόν μη εξίσωσή τους θα είναι θετική προς την πλευρά των βροχοπτώσεων, λόγω του μεγάλου ύψους βροχής της περιοχής. Συνεπώς η μη συμπερίληψή τους στο ισοζύγιο οδηγεί σε συντηρητικά αποτελέσματα. Μέσω του ελέγχου βάσει συσχέτισης με το σταθμό αναφοράς Αυλακίου, προσδιορίσθηκαν οι διαφυγές από τον ταμιευτήρα Κρεμαστών προς Καστράκι που ευρέθησαν σύμφωνες με παλαιότερες εκτιμήσεις της ΔΕΗ/ΔΑΥΕ. Με κατάλληλη επεξεργασία, οι διαφυγές αυτές προστέθηκαν στη θέση Καστράκι και η όλη διαδικασία ελέγχθηκε εκ νέου με βάση την καλή συσχέτιση με το Αυλάκι. Η απορροή στη θέση ΥΗΣ Στράτος κρίθηκε ότι μπορεί να εκτιμηθεί με ασφάλεια από τις απορροές των ανάντη λεκανών. Για το σκοπό αυτό διερευνήθηκαν διάφορες εναλλακτικές και τελικά βρέθηκε ότι η πλέον ασφαλής προσέγγιση είναι η εκτίμηση της απορροής μέσω μιας σχέσης ειδικής απορροής – έκτασης λεκάνης η οποία καταρτίσθηκε με βάση τα δεδομένα των τεσσάρων ανάντη θέσεων όπου καταρτίσθηκαν χρονοσειρές παροχής βάσει παρατηρημένων δεδομένων (Μεσοχώρα, Αυλάκι, Κρεμαστά, Καστράκι). Η σχέση αυτή είναι εκθετικής μορφής (R2 = 0,999) και έχει ως ακολούθως: q = 216,8 F –0.2421 (3) όπου: q = μέση ετήσια ειδική απορροή (l/s/km²) και F = εμβαδόν λεκάνης απορροής (km²). Με βάση την σχέση (3) εκτιμήθηκε η μέση ετήσια ειδική απορροή στη θέση Στράτος και επομένως η μέση ετήσια παροχή. Για την παραγωγή της αντίστοιχης χρονοσειράς παροχών, χρησιμοποιήθηκε η χρονοσειρά παροχών στο Καστράκι πολλαπλασιασμένη με τον λόγο των μέσων υπερετήσιων παροχών στις δύο θέσεις, ο οποίος προέκυψε α = 1,021. Λεκάνη Κάτω Αχελώου Θέση Εκβολές του π. Αχελώου (έκταση ανάντη λεκάνης 4823 km²) Η απορροή στις εκβολές του π. Αχελώου είναι δύσκολο να εκτιμηθεί μέσω συσχετίσεων με τις ανάντη θέσεις επειδή (α) το τμήμα αυτό της λεκάνης στερείται υδρομετρικών δεδομένων, (β) ο χαρακτήρας της είναι αμιγώς πεδινός και οι χρήσεις γης εντελώς διαφορετικές από αυτές που επικρατούν στην υπόλοιπη λεκάνη και (γ) το δίκτυο βροχομετρικών σταθμών της περιοχής είναι ελλιπές. Για το λόγο αυτό κρίθηκε ότι η καλύτερη προσέγγιση για την εκτίμηση της απορροής είναι η χρήση της σχέσης (3). Παλαιότερες προσεγγίσεις στην εκτίμηση αυτή, προσέφευγαν σε παραδοχές σχετικά με βασικά φυσικά μεγέθη της κάτω λεκάνης όπως το μέγεθος της αναμενόμενης απορροής, που θεωρείται ότι καλό είναι να αποφεύγονται. Με την εφαρμογή της σχέσης 3 η οποία φαίνεται να επιβεβαιώνεται σε ένα μεγάλο εύρος διαφορετικών συνθηκών κατά μήκος του ποταμού, η εκτίμηση της απορροής στις εκβολές δίνει πολύ εύλογα αποτελέσματα, ήτοι αρκετά μικρότερη μέση ετήσια παροχή από αυτή που προκύπτει θεωρώντας π.χ. την απλή αναλογία εμβαδών με το Καστράκι, αναλογία που προφανώς δεν ισχύει στην συγκεκριμένη περίπτωση για τους λόγους που προαναφέρθηκαν (λόγος εμβαδών με Καστράκι FΕΚΒ/FΚΑΣ = 4823/4126 = 1,17, λόγος εκτιμώμενων μέσων υπερετήσιων παροχών 1,11). Με τους παραπάνω τρόπους αποκτήθηκαν χρονοσειρές παροχής στις εξόδους όλων των εξεταζόμενων υπολεκανών κατά μήκος του π. Αχελώου (7 θέσεις συνολικά), οι οποίες και τροφοδοτούν το διαχειριστικό ομοίωμα, λόγος ακές κατακρημνίσεις για τις ανάντη λεκάνες απορροής υψομετρικά διορθωμένες και επομένως υπολογίστηκαν οι συντελεστές απορροής των λεκανών αυτών. Τα στοιχεία αυτά παρουσιάζονται στον Πιν. 3−2. Πίν. 3-2: Υδρολογικά χαρακτηριστικά των λεκανών απορροής α/α Θέση Μέση ετήσια παροχή (m3 /s) Μέσος ετήσιος όγκος απορροής (109 m3 ) Μέση ετήσια επιφανειακή βροχόπτωση (mm) Συντελεστής απορροής 1 Μεσοχώρα 23,2 0,73 1849 0,614 2 Συκιά 46,1 1,45 1989 0,622 3 Αυλάκι 51,7 1,63 1933 0,613 4 ΥΗΣ Κρεμαστών 107,3 3,38 1543 0,609 5 ΥΗΣ Καστρακίου 118,5 3,73 1383 0,655 6 ΥΗΣ Στράτου 121,0 3,82 1351 0,649 7 Εκβολές 131,6 4,15 Οι συντελεστές απορροής είναι υψηλοί, γεγονός που αντικατοπτρίζει το πλούσιο υδατικό δυναμικό της λεκάνης. Επίσης φαίνεται ότι το ποσοστό των υπόγειων διαφυγών εκτός της λεκάνης είναι μικρό σχετικά με τον όγκο της απορροής. Για να υπάρχει σύγκριση των τιμών του Πιν. 3−2 με τα στοιχεία των άλλων μελετών και ερευνητικών έργων που αφορούν στην περιοχή μελέτης, η Συμπληρωματική ΜΠΕ Αχελώου (ΕΥΔΕ Αχελώου, 2002) εκτιμά ότι ο συντελεστής απορροής στη θέση Αυλάκι είναι ίσος με 0,68, στα Κρεμαστά ίσος με 0,72 και στο Καστράκι ίσος με 0,70. Οι συντελεστές απορροής αυτοί είναι αρκετά υψηλότεροι από τους προσδιοριζόμενους εδώ, ωστόσο ο πιθανότερος λόγος για το ύψος τους είναι τα διαταραγμένα δείγματα απορροών που χρησιμοποιούνται, ιδιαίτερα στις θέσεις των ταμιευτήρων, τα οποία προέρχονται από διάφορες πηγές ενωμένες μεταξύ τους κατά διαφορετικές χρονικές περιόδους. Επιπλέον, στην παρούσα μελέτη έγινε ενδελεχέστερη προσέγγιση των επιφανειακών κατακρημνίσεων, ιδιαίτερα για την λεκάνη Άνω Αχελώου. Στο Σχήμα 3-3 φαίνονται γραφικά οι ανελίξεις των μέσων ετήσιων παροχών στις θέσεις εκτίμησης των απορροών επί του π. Αχελώου. Σχήμα 3-3: Ανέλιξη μέσων ετήσιων παροχών κατά μήκος του π. Αχελώου. Αχελώου. Μεταξύ Αυλακίου και Κρεμαστών η λεκάνη αυξάνει κατά 2228 km² συμπεριλαμβάνοντας τις λεκάνες των παραποτάμων Αγραφιώτη, Ταυρωπού και Τρικεριώτη και την λεκάνη του Ίναχου στο ύψος του Καστρακίου. 3.7 Εφαρμογή υδρολογικού ομοιώματος ΜΙΚΕ SHE Για λόγους εκτίμησης των απορροών σε θέσεις χωρίς μετρήσεις (κυρίως αφορά τις υπολεκάνες της περιοχής μελέτης εκτός της κύριας υδρολογικής λεκάνης του Αχελώου π.), εσωτερικού ελέγχου των επεξεργασιών των υδρομετρικών δεδομένων και λεπτομερή υπολογισμό του υδατικού ισοζυγίου της περιοχής μελέτης, εφαρμόσθηκε το ομοίωμα MIKE SHE. Ωστόσο, η επάρκεια πρωτογενών υδρομετρικών δεδομένων στην περιοχή μελέτης, καθιστά τη χρήση του επικουρικής και μόνον σημασίας για τους σκοπούς της Διαχειριστικής Μελέτης. Τα αποτελέσματα από την εφαρμογή του ομοιώματος παρουσιάζονται παρακάτω, στην παρ. 3.8 3.8 Συμπεράσματα Από τις εργασίες για την περιγραφή, ανάλυση και προσομοίωση των υδατικών συστημάτων της ευρύτερης λεκάνης του Αχελώου προκύπτει ότι το υδατικό δυναμικό της λεκάνης του Αχελώου ποταμού στις διάφορες θέσεις εξέτασής του κατά μήκος του ποταμού έχει ως εξής: Πίν. 3-4: Υδατικό δυναμικό σε θέσεις κατά μήκος του π. Αχελώου (109 m3 ). ΜΕΣΟΧΩΡΑ ΣΥΚΙΑ ΑΥΛΑΚΙ ΚΡΕΜΑΣΤΑ ΚΑΣΤΡΑΚΙ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΚΒΟΛΕΣ Ελάχιστο 0.38 0.72 0.80 1.61 1.76 1.80 1.96 1ο τεταρτημόριο 0.61 1.19 1.34 2.95 3.23 3.29 3.58 Διάμεσος 0.76 1.54 1.73 3.54 3.93 4.01 4.36 3ο τεταρτημόριο 0.86 1.70 1.91 3.96 4.38 4.48 4.87 Μέγιστο 0.99 2.04 2.23 4.80 5.41 5.53 6.01 Μέσος 0.73 1.45 1.63 3.38 3.74 3.82 4.15 Κάτω όριο 95% (Μ.Ο.) 0.68 1.35 1.51 3.10 3.42 3.49 3.80 Άνω όριο 95% (Μ.Ο.) 0.78 1.56 1.75 3.66 4.05 4.14 4.50 Στη θέση Στράτος, όπου συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος της απορροής της λεκάνης και κατάντη της οποίας συγκεντρώνονται οι συντριπτικά περισσότερες χρήσεις ύδατος στην λεκάνη, η μέση υπερετήσια απορροή ανέρχεται στα 3,82 109 . H ποσότητα αυτή κυμαίνεται από 3,29 109 m³ έως 4,48 109 m³ στο 50% του χρόνου (δηλαδή 1 χρονιά στις 2 κατά μέσο όρο, η απορροή στη θέση Στράτος βρίσκεται μεταξύ των ανωτέρω δύο τιμών). Η απολύτως ελάχιστη τιμή ανέρχεται στα 1,80 109 και αφορά στο ιδιαιτέρως ξηρό έτος 1989−1990 που ανήκει στην γνωστής δριμύτητος περίοδο ξηρασίας των ετών 1989−1990 έως 1993−1994. Η απολύτως μέγιστη τιμή ανέρχεται σε 5,53 109 και αφορά το υδρ. έτος 1978−1979. Για την ευρύτερη οκταετή περίοδο χαμηλών παροχών (που περιλαμβάνει την παραπάνω ξηρή πενταετία) μεταξύ των ετών 1986−1987 έως 1993−1994, η μέση υπερετήσια απορροή στη θέση Στράτος ανέρχεται σε 2,82 109 . Για τη θέση Συκιά, από την οποία προτείνεται η απόληψη έως 600 106 . για την κάλυψη αναγκών του γειτονικού Υ.Δ. Θεσσαλίας, οι αντίστοιχες ποσότητες διαμορφώνονται σε 1,45 109 μέση υπερετήσια απορροή, κυμαινόμενη στο 50% του χρόνου μεταξύ των τιμών 1,19 109 και 1,70 109 με απολύτως ελάχιστη τιμή τα 0,72 109 m³ και απολύτως μέγιστη τα 2,04 109 . Όσον αφορά το μέσο υπερετήσιο υδατικό ισοζύγιο της συνολικής λεκάνης Αχελώου (εξαιρουμένων των υπολεκανών των λιμνών και της Λ/Θ Μεσολογγίου−Αιτωλικού), η μέση υπερετήσια βροχόπτωση ανέρχεται σε 1450 mm εκ των οποίων 526 mm αποτελούν την πραγματική εξατμισοδιαπνοή από την λεκάνη, ενώ η συνολική απορροή ανέρχεται σε 873 mm περίπου. Οι λοιπές ποσότητες του ισοζυγίου αφορούν τις εν γένει μικρές διαφυγές της λεκάνης (45,7 mm) και την υπερετήσια αλλαγή στην αποθήκευση (6,3 mm – η οποία περιλαμβάνει και τα σφάλματα της προσομοίωσης). Τα παραπάνω προκύπτουν από την εφαρμογή του υδρολογικού ομοιώματος MIKE SHE. Οι μέσοι συντελεστές απορροής, όπως προκύπτουν από τα παρατηρημένα δεδομένα κατακρημνίσεων και απορροής κυμαίνονται από 0,61 έως 0,65 στις διάφορες υπολεκάνες του ποταμού. Οι παραπάνω αναφερόμενες ποσότητες δεν περιλαμβάνουν το δυναμικό των υπολεκανών της ευρύτερης λεκάνης του Αχελώου, δηλ. των λιμνών Αμβρακία, Οζερός, Λυσιμαχία και Τριχωνίδα καθώς και της Λ/Θ Μεσολογγίου – Αιτωλικού. Το ισοζύγιο των λιμνών, ιδιαίτερα της Λυσιμαχίας και της Τριχωνίδας, αντιμετωπίζεται από το διαχειριστικό ομοίωμα που εφαρμόσθηκε στην παρούσα καθώς απαιτείται η συνεξέταση των απολήψεων από τις λίμνες καθώς και της ενδοεπικοινωνίας τόσο μεταξύ τους όσο και με την λεκάνη του Αχελώου καθ’ εαυτή. Συμπερασματικά, στην Διαχειριστική Μελέτη καθορίσθηκε το φυσικό υδατικό δυναμικό της λεκάνης απορροής του π. Αχελώου. Σημαντικά σημεία της παραπάνω εκτίμησης αποτελούν τα κάτωθι: • Αξιοποιήθηκε το σύνολο σχεδόν της διαθέσιμης υδρομετεωρολογικής και υδρομετρικής πληροφορίας καλής αξιοπιστίας που υπάρχει διαθέσιμο στη λεκάνη, με ενιαία επεξεργασία και ανάλυση των δεδομένων • Αξιοποιήθηκαν τα πλέον πρόσφατα πρωτογενή υδρομετρικά δεδομένα που κατέστησαν διαθέσιμα από την ΔΕΗ/ΔΑΥΕ (υδρομετρικός σταθμός Αυλακίου) • Οι εκτιμήσεις των απορροών και των φυσικοποιημένων απορροών στις θέσεις των ταμιευτήρων έγιναν από μηδενική βάση. Μελέτες και έρευνες που αφορούσαν παρόμοιες εργασίες ελήφθησαν υπ’ όψη, αλλά στις διενεργούμενες εκτιμήσεις δεν υπεισέρχονται ποσότητες που λαμβάνονται ως έχουν από προηγούμενες εργασίες. • Το μεγαλύτερο μέρος των εκτιμήσεων βασίζεται σε λόγους εσωτερικού ελέγχου των εκτιμήσεων, υπολογισμού συνιστωσών του υδατικού ισοζυγίου και εκτίμησης των απορροών σε θέσεις χωρίς μετρήσεις. Ωστόσο, η κύρια πληροφορία που συγκροτήθηκε και απετέλεσε την είσοδο στο διαχειριστικό ομοίωμα, βασίζεται σε πρωτογενή παρατηρημένα δεδομένα της λεκάνης στην μεγαλύτερη δυνατή έκταση.
ΑΝΑΓΚΕΣ – ΧΡΗΣΕΙΣ ΛΕΚΑΝΗΣ ΑΠΟΡΡΟΗΣ ΠΗΝΕΙΟΥ Τα υποκεφάλαια που ακολουθούν στηρίζονται στη «Διαχειριστική Μελέτη Υδάτων Λεκάνης Απορροής Πηνειού» που εκπονήθηκε από το ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΔΕ/ΟΣΥΕ αφορά τη συγκεκριμένη μελέτη. 4.1 Γενικά Στο Μέρος Β΄ της Μελέτης Διαχείρισης «Χρήσεις – Υποδομές – Ανάγκες» υπολογίστηκε η ετήσια ζήτηση νερού από διάφορες ανθρωπογενείς δραστηριότητες. Όλες οι εκτιμήσεις στηρίχθηκαν σε στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδας (ΕΣΥΕ) του έτους
Η επεξεργασία των στοιχείων και η εκτίμηση των αναγκών έγινε ανά Δημοτικό Διαμέρισμα. Ειδικά για την άρδευση, που είναι και ο μεγαλύτερος καταναλωτής νερού στη Θεσσαλία, οι απαιτούμενες ποσότητες νερού εκτιμήθηκαν σε επίπεδο Δήμου με την εφαρμογή της κοινή υπουργική απόφαση Φ.16/6631/2.6.1989 (ΦΕΚ Β 428) στις αρδευόμενες εκτάσεις ανά καλλιέργεια, όπως προκύπτουν από τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδας (ΕΣΥΕ) του έτους 2001. Περισσότερα στοιχεία για την εκτιμούμενη σημερινή και μελλοντική κατανάλωση των αρδεύσεων δίνονται στα υποκεφάλαια που ακολουθούν. Συγκεντρωτικά η εκτίμηση της ζήτησης νερού κατά κλάδο δραστηριότητας παρουσιάζεται στον παρακάτω Πίνακα. Πίν. 4-1: Κατανομή Ζήτησης ανά Δραστηριότητα στο ΥΔ Θεσσαλίας. Δραστηριότητα Εκτίμηση Ετήσιας Ζήτησης (106 m3 ) Άρδευση 1621 Βιομηχανία 17.65 Ύδρευση 64.3 Τουρισμός 0.51 Κτηνοτροφία 12.8 ΣΥΝΟΛΟ 1716.3 Είναι φανερό ότι οι ανάγκες των υπολοίπων πλην της άρδευσης χρήσεων είναι, από ποσοτικής πλευράς, ουσιαστικά αμελητέες. Στα υποκεφάλαια που ακολουθούν περιγράφονται τα σενάρια μελλοντικής αρδευτικής κατανάλωσης που εξετάσθηκαν. 4.2 Η πορεία εξέλιξης των εγγειοβελτιωτικών έργων Η πορεία εξέλιξης της συμμετοχής των καλλιεργειών και των μεθόδων άρδευσής τους σε εκτάσεις όπου περατώνονται ή πρόκειται να εκτελεσθούν συστηματικά εγγειοβελτιωτικά έργα, π.χ. η πεδιάδα τις Θεσσαλίας (λεκάνη Πηνειού), ή η λεκάνη του Αχελώου, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον τόσο από επιστημονικής πλευράς, για την εξαγωγή χρησίμων συμπερασμάτων που αφορούν π.χ. σε οικονομικά στοιχεία, στοιχεία αναγκών σε νερό, μελλοντικές προβλέψεις, σενάρια διαχείρισης υδατικού δυναμικού, πολυκριτιριακού σχεδιασμού αγροτικής ανάπτυξης κλπ, όσο και από κοινωνικής και ιστορικής πλευράς γιατί δίνουν σημαντικές πληροφορίες στον ερευνητή μιας τέτοιας προσέγγισης. Στις εν λόγω λεκάνες, μετά την κατασκευή συστηματικών εγγειοβελτιωτικών έργων (αναδασμού εγγείου ιδιοκτησίας, στραγγιστικών−αποχετευτικών, αρδευτικών, έργων συστηματοποιήσεως και ισοπεδώσεων εδαφών κλπ.) και την Ίδρυση Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων (ΤΟΕΒ) και Γενικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων (ΓΟΕΒ) για τη διοίκηση, λειτουργία και συντήρηση τους) από το 1922 (μετά την Μικρασιατική καταστροφή, την έλευση 1500000 ομογενών προσφύγων και την αγροτική μεταρρύθμιση τις Κυβέρνησης του Ελ. Βενιζέλου για την αποκατάσταση των γηγενών και προσφύγων ακτημόνων) και εντεύθεν, διαμορφώθηκε ένα πολυμορφικό μοντέλο αγροτικής ανάπτυξης με πολυπλοκότητα επίδρασης των συντελεστών που διαμορφώνουν τις εισροές−εκροές του. Ειδικότερα η εξέλιξη των Δημοσίων Εγγειοβελτιωτικών Έργων στη Χώρα μας θα μπορούσε να διακριθεί στις εξής περιόδους: • Περίοδος 1925−1940. Αποτελεί τη περίοδο κατασκευής των μεγάλων παραγωγικών έργων για την προστασία και εξυγίανση των μεγάλων πεδιάδων Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας. • Περίοδος 1949−1958. Στη διάρκεια της περιόδου αυτής αρχικά αποκαταστάθηκαν οι ζημιές και συντηρήθηκαν τα προπολεμικά έργα και στη συνέχεια κατασκευάσθηκαν τα φράγματα εκτροπής των ποταμών Αλιάκμονα, Αξιού και Αχελώου, το φράγμα πολλαπλού σκοπού του ποταμού Ταυρωπού και τρεις σήραγγες αποχετεύσεως (λίμνης Κάρλας στη Θεσσαλία, Λαψίστας και Λαγκάτσας στην Ήπειρο), συνολικού μήκους 16300 μ. Κατά την ίδια περίοδο εκπονήθηκαν τεχνικές μελέτες για την άρδευση 5000000 στρεμ. και μελέτες για την κατασκευή φράγματος αποθήκευσης του ποταμού Πηνειού Ηλείας και των φραγμάτων εκτροπής των ποταμών Αλφειού, Αχελώου, Καλαμά και Νέστου. Τέλος κατά την ίδια περίοδο αυξήθηκε σημαντικά η έκταση της αρδευόμενης επιφάνειας (1.200.000 στρεμ.) με την ΦΕΚ 162 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1777
| Δραστηριότητα | ΕκτίμησηΕτήσιαςΖήτησης (106 m3) |
|---|---|
| Άρδευση | 1621 |
| Βιομηχανία | 17.65 |
| Ύδρευση | 64.3 |
| Τουρισμός | 0.51 |
| Κτηνοτροφία | 12.8 |
| ΣΥΝΟΛΟ | 1716.3 |
• Περίοδος 1959−1981. Κατά την περίοδο αυτή τίθενται σε εφαρμογή σειρά πενταετών σχεδίων ανάπτυξης με στόχο την αύξηση των αρδευομένων εκτάσεων μέσω της εκτέλεσης μεγάλων συλλογικών αρδευτικών έργων από το Δημόσιο εντατεταγμένων σε μακροχρόνια σχέδια ανάπτυξης. Παράλληλα από το 1962 ισχύει η σύνδεση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) που μεταξύ άλλων εξασφαλίζει διατάξεις που αποβαίνουν συμφέρουσες για την οικονομία και το εμπόριο της Χώρας μας, όπως π.χ. μείωση δασμών για ελληνικά προϊόντα που εξάγονται σε Κράτη μέλη, κατάργηση δασμών σε βιομηχανικά είδη που δεν παράγονται στην Ελλάδα, ειδική μεταχείριση για τα καπνά, σταφίδα, λάδι, κρασί κ.α., προστασία της ελληνικής βιομηχανίας και της γεωργικής παραγωγής κ.α. Παράλληλα με την κατασκευή συλλογικών αρδευτικών δικτύων από το Κράτος δραστηριοποιείται η πρωτοβουλία του Ιδιωτικού τομέα με τον εφοδιασμό του σε αναγκαίο αρδευτικό εξοπλισμό (διάνοιξη ατομικών γεωτρήσεων, προμήθεια συγκροτημάτων άρδευσης τεχνητής βροχής μεγάλης παροχής π.χ. κανόνια, καρούλια κλπ.) με ίδιες δαπάνες ή με χαμηλότοκα δάνεια από την αγροτική Τράπεζα ενώ από το έτος 1981 η Ελλάδα εντάσσεται στην ΕΟΚ ως πλήρες μέλος. • Περίοδος 1982 μέχρι σήμερα. Από το 1982 και εντεύθεν όπου η Χώρα μας είναι πλήρες μέλος της ΕΟΚ τίθενται σε εφαρμογή σειρά Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων (Μ.Ο.Π.) που στοχεύουν στη διευκόλυνση της προσαρμογής της προς στις Οικονομίες των άλλων Χωρών Μελών και που στη συνέχεια ονομάζονται Πακέτα Delaurt, Interg, Envireg Α΄, Β΄ Γ΄ Κοινοτικά Πλαίσια στήριξης (Κ.Π.Σ.) κ.λπ. Κατά την περίοδο αυτή παρατηρείται μια έκρηξη στην εκμετάλλευση των υδατικών πόρων (επιφανειακών και υπόγειων) από τον Δημόσιο και Ιδιωτικό φορέα. Ειδικότερα από της αρχές της δεκαετίας 1980−1990 και παράλληλα με το Πρόγραμμα Π.Α.Υ.Υ.Θ. του Υπ. Γεωργίας για την ανάπτυξη των Υπογείων Υδάτων Θεσσαλίας σε συνδυασμό με την εισαγωγή υψίκορμων ποικιλιών φυτών, κυρίως καλαμποκιού (Pioneer και Νicelson) και καπνού από Μυρωδάτα, Αγρινίου, τσεμπέλια κλπ. σε Virginia και Berkley οι οποίες απαιτούν πολλαπλάσιες ποσότητες νερού άρδευσης από τις αντίστοιχες εντόπιες χαμηλόκορμες ποικιλίες, παρατηρείται αλματώδης αύξηση των ατομικών συγκροτημάτων άρδευσης με υψηλή πίεση (μεγάλοι εκτοξευτήρες, κανόνια, καρούλια) καθώς και των νόμιμων και παράνομα λειτουργούντων γεωτρήσεων ειδικότερα στη Θεσσαλική πεδιάδα. Παράλληλα η εκατοστιαία συμμετοχή του καλαμποκιού, του βαμβακιού και της μηδικής στις αρδευόμενες καλλιέργειες αυξάνει σημαντικά σε βάρος των παραδοσιακών καλλιεργειών (πχ. μαλακό και σκληρό σιτάρι, κριθάρι, βρώμη κλπ) ενώ η αγρανάπαυση περιορίζεται σημαντικά. 4.3 Προβλήματα, τάσεις και προοπτικές για την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών στις ευρύτερες λεκάνες του π. Πηνειού. Τη τελευταία δεκαετία έχουν εκδοθεί πληθώρα Κανονισμών, Αποφάσεων, Νόμων, Εγκυκλίων, Κανονιστικών διατάξεων, Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις κ.α. που αφορούν σε θέματα άσκησης της αγροτικής δραστηριότητας στα πλαίσια της Αγροτικής Πολιτικής της Ε.Ε. και της Εθνικής Αγροτικής Πολιτικής. Οι κυριότερες από αυτές, που μάλιστα διαμορφώνουν καθοριστικά την εξέλιξη και το μέλλον συμμετοχής κατά είδος και κατά έκταση των καλλιεργειών στις υπό μελέτη περιοχές είναι: • Η Οδηγία 2092/1991 (ΕΟΚ) «περί βιολογικού τρόπου παραγωγής γεωργικών προϊόντων και των σχετικών ενδείξεων στα γεωργικά προϊόντα και στα είδη διατροφής», όπως αυτός κάθε φορά ισχύει. • Ο Καν. (ΕΟΚ) 2081/1992 (L 208) «για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και της ονομασίας προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων». • Ο Καν. (ΕΟΚ) 2082/1992 (L 208) για τις βεβαιώσεις ιδιοτυπίας των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων. • Ο ν. 2520/1997, άρθρο 28 (ΦΕΚ 173/Α΄/1997) «Μέτρα για τους νέους Αγρότες, σύσταση Οργανισμού Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Κατάρτισης και Απασχόλησης και άλλες διατάξεις», όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει. • Η Οδηγία 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορύπανση γεωργικής προέλευσης (ΦΕΚ 519/Β΄/25.6.1997, ΦΕΚ 1575/Β΄/5.8.1999, ΦΕΚ 1212/Β΄/18.9.2001) • Η Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας» όπως έχει εναρμονιστεί με Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 1289/ Β΄/28.12.1998). • Ο Καν. 1257/1999 (Ε.Κ.) του Συμβουλίου για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) όπως ισχύει κάθε φορά. • Ο Καν. 1258/1999 (Ε.Κ.) του Συμβουλίου “περί χρηματοδότησης της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής”. • Ο Καν. (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου (L 161) «περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά ταμεία» . • Ο Καν 1804/1999 (Ε.Κ.) «για συμπλήρωση, για τα κτηνοτροφικά προϊόντα, του Καν 2092/1991 (ΕΟΚ) περί του βιολογικού τρόπου παραγωγής γεωργικών προϊόντων και των σχετικών ενδείξεων στα γεωργικά προϊόντα και στα είδη διατροφής». • Ο Καν. (ΕΚ) 2603/1999 της Επιτροπής (L 316) για τη θέσπιση μεταβατικών κανόνων όσον αφορά τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης που προβλέπεται από τον Καν. 1257/1999 του Συμβουλίου. • Ο Καν. (ΕΚ) 1159/2000 της Επιτροπής (L 130) για τις δράσεις πληροφόρησης και δημοσιότητας που πρέπει να αναλαμβάνουν τα κράτη µέλη σχετικά µε τις παρεμβάσεις των διαρθρωτικών ταμείων. • Ο Καν. (ΕΚ) 1685/2000 της Επιτροπής (L 193) για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του Καν. (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά την επιλεξιμότητα των δαπανών των ενεργειών που συγχρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία. • Ο ν. 2860/2000 (ΦΕΚ 251/Α) «περί διαχείρισης, παρακολούθησης και ελέγχου του Κοινοτικού Πλαισίου στήριξης και άλλες διατάξεις». • Οι Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τοµέα της Γεωργίας (2000/C 28/02). • Η υπ’ αριθμ. Ε(2000)2733/27.9.2000 απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, περί εγκρίσεως του Εγγράφου Προγραμματισμού Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΠΑΑ) για την Ελλάδα, το οποίο καλύπτει την περίοδο προγραμματισμού 2000−2006 όπως έχει τροποποιηθεί με την υπ’ έγγραφο της Διαχειριστικής Αρχής του Ε.Π.Α.Α. και όπως ισχύει κάθε φορά. • Η υπ’ αριθμ. 428/339372/661/2.2.2001 (ΦΕΚ 280/Β΄/2001) Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών «για την εφαρμογή του Αγροπεριβαλλοντικού Μέτρου του Εγγράφου Προγραμματισμού Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΠΑΑ) 2000−2006» όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αρ. 494/279207/3733/20.8.02 και όπως τροποποιείται και ισχύει κάθε φορά. • Ο Καν. (ΕΚ) 438/2001 της Επιτροπής (L 63) για θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου, όσον αφορά τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των παρεμβάσεων των διαρθρωτικών Ταμείων. • Το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Αγροτική Ανάπτυξη – Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου 2000−2006» (ΕΠΑΑ−ΑΥ 2000−2006), όπως έχει εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ισχύει. • Ο Καν. (ΕΚ) 448/2001 της Επιτροπής (L 64) για θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου, όσον αφορά τη διαδικασία διενέργειας δημοσιονομικών διορθώσεων στην παρέμβαση που χορηγείται στο πλαίσιο των διαρθρωτικών Ταμείων. • Η υπ’ αριθμ. 332221/2001 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Γεωργίας (ΦΕΚ Β΄αριθμ.10.01) «για τον καθορισμό συμπληρωματικών μέτρων για την εφαρμογή του Καν. (ΕΟΚ) 2092/91 του Συμβουλίου περί του βιολογικού τρόπου παραγωγής γεωργικών προϊόντων και των σχετικών ενδείξεων στα γεωργικά προϊόντα και στα είδη διατροφής ως έχει τροποποιηθεί και ισχύει». • Ο Καν. (Ε.Κ.) 1782/03 του Συμβουλίου «για την θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς» • Η υπ’ αριθμ.523/126710/13.3.2003 (ΦΕΚ 336/Β΄/20.3.2003) κοινή υπουργική απόφαση περί «Διαδικασίας και τρόπου πληρωμής των αγροπεριβαλλοντικών μέτρων του Εγγράφου Προγραμματισμού Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΠΑΑ) 2000−2006 – Καν.(ΕΚ)1257/99» » όπως ισχύει κάθε φορά. • Ο ν. 3199 «Περί προστασίας και διαχείρισης των υδάτων−Εναρμόνιση με την Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ε.Κ. και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2000». (ΦΕΚ 280 9.12.2003). • Η υπ’ αριθμ. 568/125347/20.1.2004 (ΦΕΚ 142/Β΄/29.1.2004) Απόφαση των Υπουργών Γεωργίας, ΕΣ.Δ.Δ.Α. και Οικονομίας & Οικονομικών «Κώδικες Ορθής Γεωργικής Πρακτικής» όπως ισχύει κάθε φορά. • Η υπ’ αριθμ. 567/125316/19.1.2004 (ΦΕΚ 129/Β΄/29.1.2004) Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών ΕΣ.Δ.Δ.Α., Οικονομίας και Οικονομικών και Γεωργίας για την «Εφαρμογή του μέτρου 3.1 «Βιολογική Γεωργία» του Άξονα 3 των αγροπεριβαλλοντικών μέτρων (Άξονας 3) του Εγγράφου Προγραμματισμού Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΠΑΑ) 2000−2006. − Καν.(Ε.Κ.)1257/1999» όπως ισχύει κάθε φορά. • Εφαρμογή του Μέτρου 3.8 «Διατήρηση Εκτατικών καλλιεργειών που κινδυνεύουν από Γενετική Διάβρωση» του Άξονα 3 «Γεωργοπεριβαλλοντικά Μέτρα» του Εγγράφου Προγραμματισμού Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΠΑΑ) 2000−2006. • Η υπ’ αριθμ. (505/02) 305875/8404/19.11.2005 κοινή υπουργική απόφαση «Καθεστώτα ενισχύσεων του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης 2000−2006 για τα Ολοκληρωµένα Προγράµµατα Ανάπτυξης Αγροτικού Χώρου». • Η κοινή υπουργική απόφαση 324032/24.12.2004 των υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, (ΦΕΚ 1921/ Β/24.12.2004), σχετικά με την «Εφαρμογή του Καθεστώτος Πολλαπλής Συμμόρφωσης και Λοιπά Συμπληρωματικά Μέτρα σε Εκτέλεση του καν. (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου» (ΦΕΚ 1921/Β/24.12.2004). • Η Απόφαση 262021/15.4.2005 του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΦΕΚ 538/Β/21.4.2005), σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής της υπ’ αριθμ. 324032/24.12.2004 κοινής υπουργικής απόφασης. • Ο ν. 3399/17.10.2005 «Περί ρυθμίσεων θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης προσαρμογής στη Νέα ΚΑΠ και άλλων διατάξεων, και τέλος • Η νέα ΚΑΠ που ισχύει για τη Χώρα μας από 1.1.2006. 4.3.1 Υφιστάμενη κατάσταση Σύμφωνα με τα ανωτέρω οδηγούμεθα να καταρτίσουμε τα εξής σενάρια συμμετοχής, κατά είδος και κατά έκταση, των καλλιεργειών σε ένα αντιπροσωπευτικό στρέμμα, λεκάνη απορροής του π. Πηνειού. Η συμμετοχή των καλλιεργειών στην υφιστάμενη κατάσταση παρουσιάζεται στον Παρακάτω Πίνακα. Α/Α ΕΙΔΟΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ ΑΝΑΛΟΓΙΑ % 1 Σιτηρά 2.5 2 Όσπρια 1 3 Αραβόσιτος 18.5 4 Βαμβάκι 34 5 Μηδική 15 6 Καπνός 3.5 7 Κτηνοτροφικά φυτά 0.5 8 Ζαχαρότευτλα 6.5 9 Μποστανικά 2 10 Κηπευτικά 4.5 11 Πατάτες 1.5 12 Ελιές 4 13 Εσπεριδοειδή 0 14 Οπωροφόρα 2.5 15 Αμπέλια 1.5 16 Λοιπές καλλιέργειες 0.5 17 Αγραναπαύσεις 2 ΣΥΝΟΛΟ 100 Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι το ποσοστό των αρδευόμενων καλλιεργειών στις υπό μελέτη περιοχές ανέρχεται σε 75-85 % της συνολικής έκτασης, οι συνολικές ανάγκες σε m3 /στρέμμα (συμπεριλαμβανομένων και των απωλειών μεταφοράς, διανομής και εφαρμογής) κυμαίνονται σε 650-700 m3 /στρέμμα και η ειδική παροχή 24ωρου άρδευσης του κρίσιμου μήνα σε 0.065-0.074 l/s/στρέμμα. 4.3.2 Εκτίμηση της αναμενόμενης κατάστασης από σήμερα έως την καταληκτική ημερομηνία 31/12/2013 που ισχύουν οι μεταβατικές διατάξεις της Νέας ΚΑΠ. Καταστρώνεται το αντιπροσωπευτικό στρέμμα το οποίο θα ισχύει από σήμερα έως την καταληκτική ημερομηνία 31/12/2013 που ισχύουν οι μεταβατικές διατάξεις της Νέας ΚΑΠ. Αναφέρεται ότι το ποσοστό των αρδευόμενων καλλιεργειών στις υπό
| Α/Α | ΕΙΔΟΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ | ΑΝΑΛΟΓΙΑ % |
|---|---|---|
| 1 | Σιτηρά | 2.5 |
| 2 | Όσπρια | 1 |
| 3 | Αραβόσιτος | 18.5 |
| 4 | Βαμβάκι | 34 |
| 5 | Μηδική | 15 |
| 6 | Καπνός | 3.5 |
| 7 | Κτηνοτροφικά φυτά | 0.5 |
| 8 | Ζαχαρότευτλα | 6.5 |
| 9 | Μποστανικά | 2 |
| 10 | Κηπευτικά | 4.5 |
| 11 | Πατάτες | 1.5 |
| 12 | Ελιές | 4 |
| 13 | Εσπεριδοειδή | 0 |
| 14 | Οπωροφόρα | 2.5 |
| 15 | Αμπέλια | 1.5 |
| 16 | Λοιπές καλλιέργειες | 0.5 |
| 17 | Αγραναπαύσεις | 2 |
| ΣΥΝΟΛΟ | 100 |
/στρέμμα (συμπεριλαμβανομένων και των απωλειών μεταφοράς, διανομής και εφαρμογής) κυμαίνονται σε 600-650 m3 /στρέμμα και η ειδική παροχή 24ωρου άρδευσης του κρίσιμου μήνα σε 0.060-0.070 l/s/στρέμμα. Η συμμετοχή ανά καλλιέργεια στο αντιπροσωπευτικό στρέμμα παρουσιάζεται στον παρακάτω πίνακα. Πίν. 4-3: Συμμετοχή κάθε καλλιέργειας στη λεκάνη απορροής του π. Πηνειού στο αντιπροσωπευτικό στρέμμα στη μελλοντική κατάσταση έως το έτος 2013. Α/Α ΕΙΔΟΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ ΑΝΑΛΟΓΙΑ % 1 Σιτηρά 3.5 2 Όσπρια 1.5 3 Αραβόσιτος 18.5 4 Βαμβάκι 29 5 Μηδική 15 6 Καπνός 3.5 7 Κτηνοτροφικά φυτά 0.5 8 Ζαχαρότευτλα 4 9 Μποστανικά 2 10 Κηπευτικά 4.5 11 Πατάτες 1.5 12 Ελιές 6.5 13 Εσπεριδοειδή 0 14 Οπωροφόρα 2.5 15 Αμπέλια 2 16 Λοιπές καλλιέργειες 1 17 Αγραναπαύσεις 4.5 ΣΥΝΟΛΟ 100 4.3.3 Εκτίμηση της αναμενόμενης κατάστασης μετά την καταληκτική ημερομηνία 31/12/2013 που ισχύουν οι μεταβατικές διατάξεις της Νέας ΚΑΠ.
| Α/Α | ΕΙΔΟΣΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ | ΑΝΑΛΟΓΙΑ % |
|---|---|---|
| 1 | Σιτηρά | 3.5 |
| 2 | Όσπρια | 1.5 |
| 3 | Αραβόσιτος | 18.5 |
| 4 | Βαμβάκι | 29 |
| 5 | Μηδική | 15 |
| 6 | Καπνός | 3.5 |
| 7 | Κτηνοτροφικάφυτά | 0.5 |
| 8 | Ζαχαρότευτλα | 4 |
| 9 | Μποστανικά | 2 |
| 10 | Κηπευτικά | 4.5 |
| 11 | Πατάτες | 1.5 |
| 12 | Ελιές | 6.5 |
| 13 | Εσπεριδοειδή | 0 |
| 14 | Οπωροφόρα | 2.5 |
| 15 | Αμπέλια | 2 |
| 16 | Λοιπέςκαλλιέργειες | 1 |
| 17 | Αγραναπαύσεις | 4.5 |
| ΣΥΝΟΛΟ | 100 |
11 Πατάτες 2.0 12 Ελιές 9.5 13 Εσπεριδοειδή 0.0 14 Οπωροφόρα 4.0 15 Αμπέλια 2.0 16 Αρωματικά-Φαρμακευτικά φυτά 0.5 17 Αγραναπαύσεις 9.0 ΣΥΝΟΛΟ 100.0 Καταστρώνεται το αντιπροσωπευτικό στρέμμα το οποίο θα ισχύει μετά την καταληκτική ημερομηνία 31/12/2013 που ισχύουν οι μεταβατικές διατάξεις της Νέας ΚΑΠ. Η συμμετοχή ανά καλλιέργεια στο αντιπροσωπευτικό στρέμμα παρουσιάζεται στον παρακάτω πίνακα. Πίν. 4-4: Συμμετοχή κάθε καλλιέργειας στη λεκάνη απορροής του π. Πηνειού στο αντιπροσωπευτικό στρέμμα στη μελλοντική κατάσταση από το έτος 2013. Α/Α ΕΙΔΟΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ ΑΝΑΛΟΓΙΑ % 1 Σιτηρά 8.0 2 Όσπρια 1.5 3 Αραβόσιτος 12.5 4 Βαμβάκι 17.0 5 Μηδική 15.0 6 Καπνός 3.5 7 Κτηνοτροφικά φυτά 1.5 8 Ζαχαρότευτλα 3.5
| Α/Α | ΕΙΔΟΣΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ | ΑΝΑΛΟΓΙΑ % |
|---|---|---|
| 1 | Σιτηρά | 8.0 |
| 2 | Όσπρια | 1.5 |
| 3 | Αραβόσιτος | 12.5 |
| 4 | Βαμβάκι | 17.0 |
| 5 | Μηδική | 15.0 |
| 6 | Καπνός | 3.5 |
| 7 | Κτηνοτροφικάφυτά | 1.5 |
| 8 | Ζαχαρότευτλα | 3.5 |
| 9 | Μποστανικά | 4.0 |
| 10 | Κηπευτικά | 6.5 |
| 11 | Πατάτες | 2.0 |
| 12 | Ελιές | 9.5 |
| 13 | Εσπεριδοειδή | 0.0 |
| 14 | Οπωροφόρα | 4.0 |
| 15 | Αμπέλια | 2.0 |
| 16 | Αρωματικά-Φαρμακευτικά φυτά | 0.5 |
| 17 | Αγραναπαύσεις | 9.0 |
| ΣΥΝΟΛΟ | 100.0 |
δευτικού νερού και με την υιοθέτηση συγχρόνων μεθόδων άρδευσης για την εξοικονόμηση αρδευτικού νερού και την εισαγωγή ποικιλιών που θα προταθούν από τα Ιδρύματα Γεωργικών Ερευνών των Ινστιτούτων και των Γεωπονικών ΑΕΙ, εκτιμάται ότι οι απαιτήσεις σε νερό ανά στρέμμα θα μειωθούν σημαντικά σε 400−450 m³/στρέμμα (συμπεριλαμβανομένων και των απωλειών μεταφοράς, διανομής και εφαρμογής) και η ειδική παροχή 24ώρου άρδευσης του κρισίμου μήνα θα αγγίζει τα 0.045−0.050 l/s/στρέμμα. 4.4 Αρδευτικές ανάγκες που υιοθετήθηκαν για τα διαχειριστικά σενάρια. Στα πλαίσια της Διαχειριστικής Μελέτης καταρτίσθηκαν διαχειριστικά σενάρια με τέσσερις διαφορετικές υποθέσεις κατανάλωσης για το τυπικό στρέμμα του Θεσσαλικού κάμπου. Αυτές ήσαν: • 756 m³ /στρέμμα/έτος. Κατανάλωση η οποία εκτιμάται ότι είναι σχετικά αυξημένη σε σχέση με τη σημερινή και η οποία χρησιμοποιείται για έλεγχο ευαισθησίας των διαχειριστικών συμπερασμάτων σε αύξηση της κατανάλωσης, αλλά και για να εξετασθεί το ενδεχόμενο υιοθέτησης ιδιαίτερα υδροβόρων ενεργειακών καλλιεργειών χωρίς να γίνουν οι απαραίτητες επενδύσεις σε σύγχρονες τεχνολογίες εξοικονόμησης νερού. • 673 m³/στρέμμα/έτος. Κατανάλωση η οποία εκτιμάται ότι είναι παραπλήσια με τη σημερινή στις περιοχές που αρδεύονται κανονικά. • 587 m³/στρέμμα/έτος. Κατανάλωση η οποία προκύπτει εάν υιοθετηθούν οι ελάχιστες τιμές άρδευσης της κοινή υπουργική απόφαση Φ.16/6631/2.6.1989 (ΦΕΚ Β 428) με τη σημερινή κατανομή καλλιεργειών. Για να επιτευχθεί αυτό θα απαιτηθεί η βελτίωση των μεθόδων και πρακτικών άρδευσης. Εκτιμάται, ωστόσο, ότι είναι και παραπλήσια με τη συνολικά μέση σημερινή κατανάλωση επειδή σημαντικό μέρος των αρδευόμενων εκτάσεων αρδεύεται σήμερα πλημμελώς λόγω της υποβάθμισης του υδροφόρου. • 452 m³/στρέμμα/έτος. Κατανάλωση η οποία εκτιμάται ότι είναι επιτεύξιμη μόνο με αναδιάρθρωση καλλιεργειών, τετραπλασιασμό περίπου της αγρανάπαυσης και υιοθέτηση αρδευτικών πρακτικών που περιορίζουν τις απώλειες νερού.
ΑΝΑΓΚΕΣ – ΧΡΗΣΕΙΣ ΛΕΚΑΝΗΣ ΑΠΟΡΡΟΗΣ ΑΧΕΛΩΟΥ Τα υποκεφάλαια που ακολουθούν στηρίζονται στη «Διαχειριστική Μελέτη Υδάτων Λεκάνης Απορροής Αχεαφορά τη συγκεκριμένη μελέτη. 5.1 Γενικά Η ζήτηση του νερού για όλες τις χρήσεις (και κυρίως για την αρδευτική χρήση) εντοπίζεται τόσο εντός όσο και εκτός της περιοχής που ορίζουν οι λεκάνες απορροής Αχελώου και λιμνών. Οι περιοχές ζήτησης νερού εκτός των παραπάνω λεκανών (π.χ., η περιοχή του Βάλτου και της Αμφιλοχίας, η περιοχή της ΒΔ Αιτωλοακαρνανίας, η περιοχή Λεσινίου) αποτέλεσαν επίσης αντικείμενο ενδιαφέροντος της παρούσας μελέτης εφ’ όσον προσπορίζονται ήδη ή πρόκειται να προσπορισθούν νερό από την περιοχή Αχελώου και λιμνών. Οι περιοχές αυτές εξ άλλου ανήκουν στο ίδιο Υ.Δ. με την λεκάνη του Αχελώου (Υ.Δ. 04, Δυτικής Στερεάς Ελλάδας). Τέλος, όπως είναι γνωστό, υπάρχουν περιοχές ζήτησης νερού οι οποίες βρίσκονται όχι μόνον εκτός των λεκανών Αχελώου και λιμνών, αλλά και εκτός των ορίων του Υ.Δ. 04. Αυτές ανήκουν στο Υ.Δ. 08 (Θεσσαλίας) και αφορούν τόσο υφιστάμενες χρήσεις όσο και προτεινόμενες μέσω του σχήματος των έργων εκτροπής Άνω Αχελώου. Οι υφιστάμενες χρήσεις νερού στο Υ.Δ. 08 που χρησιμοποιούν υδατικούς πόρους του Υ.Δ. 04 και συγκεκριμένα της λεκάνης του Άνω Αχελώου συνίστανται στην άρδευση 120.000 περίπου στρεμμάτων στην περιοχή της Καρδίτσας (ΤΟΕΒ Ταυρωπού) και την ύδρευση της πόλης της Καρδίτσας από την τεχνητή λίμνη Πλαστήρα που έχει κατασκευασθεί από το 1959 στις πηγές του παραποτάμου του Αχελώου, π. Ταυρωπού (Μέγδοβα). Οι προτεινόμενες χρήσεις νερού αφορούν την ενίσχυση της άρδευσης περιοχών του Υ.Δ. Θεσσαλίας και την υποκατάσταση υπογείων υδάτων που αντλούνται μέσω γεωτρήσεων με επιφανειακά νερά προερχόμενα από τον Αχελώο. Η προβλεπόμενη ποσότητα αφορά την εκτροπή 600 hm³ κατ’ έτος. Όπως είναι αναμενόμενο, όλες οι παραπάνω περιοχές ζήτησης νερού, αποτελούν περιοχές ενδιαφέροντος για την παρούσα μελέτη στο βαθμό που ήδη χρησιμοποιούν ή προτείνεται να χρησιμοποιήσουν υδατικούς πόρους της λεκάνης του Αχελώου για την κάλυψη των αναγκών τους. Ανάμεσα στις περιοχές ζήτησης νερού, τόσο τις υφιστάμενες, όσο και τις προτεινόμενες, την μεγαλύτερη ζήτηση αντιπροσωπεύει χωρίς καμία αμφιβολία η προτεινόμενη εκτροπή 600 hm³ κατ’ έτος από την περιοχή του Άνω ρού του Αχελώου προς το Υ.Δ. 08 (Θεσσαλία). Η περιοχή αυτή επομένως αποτελεί την περιοχή κυρίως ζήτησης νερού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δίνεται μικρότερη σημασία στην ζήτηση νερού άλλων περιοχών που εξυπηρετούνται από τους υδατικούς πόρους της περιοχής μελέτης. 5.2 Χρήσεις ύδατος στην περιοχή μελέτης Η ευρύτερη περιοχή (λεκάνη) του π. Αχελώου περιλαμβάνει περιοχές από τους νομούς Αιτωλοακαρνανίας, Ευρυτανίας, Αρτης, Καρδίτσης και Τρικάλων, οι οποίες κατανέμονται διοικητικά σε 47 Δήμους. Στη λεκάνη Αχελώου περιλαμβάνονται και οι υπολεκάνες των λιμνών Τριχωνίδας, Λυσιμαχείας, Οζερού και Αμβρακίας οι οποίες είτε συνδέονται ήδη με το ποτάμιο σύστημα του Αχελώου (π.χ. με την Ενωτική Τάφρο ή τη Τάφρο Διμήκου), είτε θα συνδεθούν σύντομα με βάση τα δημοπρατηθέντα έργα (π.χ. η Επαρχία Βάλτου μέσω της επέκτασης της διώρυγας Δ1). Η άρδευση αποτελεί τη σημαντικότερη από πλευράς ποσότητας χρήση νερού. Τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής του αρδευτικού νερού είναι σε αρκετές περιπτώσεις σύνθετα και πολύπλοκα, αφού μεταφέρουν το νερό σε μεγάλες αποστάσεις και αρκετά από αυτά λειτουργούν αυτόματα ανάλογα με τη ζήτηση. Επίσης τα δίκτυα αυτά συμπληρώνονται με τα δίκτυα αποστράγγισης και αποχέτευσης, τα οποία είναι απαραίτητα για την ταχεία απομάκρυνση του πλεονάζοντος Κυριότερες πηγές δεδομένων αποτελούν (α) τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδας (ΕΣΥΕ), (β) τα στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (πρώην Υπουργείο Γεωργίας, ΥΠ.ΓΕ.), και (γ) οι επισκέψεις στις διάφορες περιοχές για την καταγραφή και αποσαφήνιση της σχετικής πληροφορίας, όχι τόσο για τις καλλιεργούμενες εκτάσεις και τα είδη των καλλιεργείων αλλά περισότερο για την περίμετρο των οργανωμένων αρδευτικών δικτύων και την πηγή υδροδότησης τους. Η προσέγγιση που επιχειρείται σχετικά με την αρδευτική χρήση του νερού επικεντρώνεται στους Τοπικούς Οργανισμούς Εγγείων Βελτιώσεων (ΤΟΕΒ) και στις πηγές υδροδότησης. Αυτό γίνεται γιατί επειδή οι ΤΟΕΒ αποτελούν οργανωμένες αρδευτικές μονάδες με συγκεκριμένη διοικητική δομή και καταγραφή των αρδευόμενων καθώς και των αρδευθεισών εκτάσεων όπως επίσης και των πηγών υδροδότησης. Με αυτό τον τρόπο μπορούμε εύκολα να καταγράψουμε τις πιέσεις των υπόψη αρδευτικών μονάδων σε συγκεκριμένους υδατικούς πόρους. Ειδικά για τη λεκάνη του π. Αχελώου, οι ΤΟΕΒ αποτελούν σημαντικό τμήμα της συνολικής αρδευόμενης έκτασης και επομένως η ανάλυση των ΤΟΕΒ θα δίνει μια πολύ καλή εικόνα και για τις άλλες περιοχές. Από τους 35 ΤΟΕΒ που εξετάσθηκαν, οι 9 βρίσκονται εκτός της υδρολογικής λεκάνης του π. Αχελώου ενώ οι υπόλοιποι 26 ΤΟΕΒ εκτείνονται εξ’ ολοκλήρου εντός της λεκάνης. Ο γενικός Πίνακας 5−1 των ΤΟΕΒ που ακολουθεί, περιλαμβάνει επίσης 5 νέα υπό κατασκευή αρδευτικά δίκτυα, τα οποία δεν διαθέτουν ΤΟΕΒ και η ολοκλήρωσή τους αναμενόταν να γίνει στα επόμενα χρόνια. Διαπιστώθηκε όμως ότι τα απαραίτητα συνοδά έργα υδροδότησης των δικτύων αυτών (καθώς και μερικών από τα υφιστάμενα εκτός λεκάνης Αχελώου), είτε δεν θα κατασκευαστούν καθόλου (π.χ. αναχώματα λίμνης Βουλκαριάς), είτε η κατασκευή τους έχει σταματήσει για διάφορους λόγους (π.χ. φράγμα Αχυρών) και συνεπώς η μόνη μελλοντική πηγή υδροδότησης των είναι ο π. Αχελώος. Γι’ αυτό περιλαμβάνονται στους υπολογισμούς για λόγους πληρότητας της διαχειριστικής μελέτης και παρατίθονται αναλυτικά στα κεφάλαια που ακολουθούν ανά υπολεκάνη και Δήμο. Από τα 5 νέα δίκτυα, ένα (1) δεν ανήκει στη λεκάνη ενώ τέσσερα (4) θα ανήκουν καθ’ ολοκληρία στη λεκάνη Αχελώου μετά το πέρας της κατασκευής των. Με βάση τα παραπάνω υπολογίζονται, για τη συγκεκριμένη λεκάνη Αχελώου, οι καθαρές πραγματικές ανάγκες αρδευτικού νερού σε 508.085.773,00 m³ ανά έτος. Κύριες πηγές δεδομένων σχετικά με την ύδρευση είναι τα στοιχεία των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) που λειτουργούν στο υπόψη ΥΔ καθώς επίσης και οι απογραφές πληθυσμού της ΕΣΥΕ. Σε Δήμους που δεν λειτουργούν ΔΕΥΑ, την ευθύνη της ύδρευσης και αποχέτευσης έχουν οι τεχνικές υπηρεσίες των αντίστοιχων Δήμων. Οι ΔΕΥΑ που έχουν ιδρυθεί και λειτουργούν στην περιοχή του Λεκάνης Αχελώου είναι του (α) Αγρινίου, (β) Μεσολογγίου, (γ) Αμφιλοχίας και (δ) Καρπενησίου. Συναξιολογώντας τα σχετικά δελτία των ΔΕΥΑ υιοθετήθηκε τιμή ημερήσιας κατανάλωσης 150 lt/κατ/ημέρα ανά κάτοικο ορεινής περιοχής και 200 lt/κατ/ημέρα ανά κάτοικο πεδινής περιοχής. Επίσης με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία (ερωτηματολόγια και αξιολόγηση σχετικών δεδομένων από άλλες περιοχές αντίστοιχης ανάπτυξης και υποδομών) ελήφθηκε ως παραδοχή απωλειών το 40% του όγκου νερού που παρέχεται για ύδρευση. Με βάση αυτούς ο συνολικός ετήσιος όγκος ζήτησης νερού για ύδρευση για τη λεκάνη Αχελώου, εξαιρουμένων των απωλειών είναι 15.192.778 m³ , και λαμβάνοντας υπόψη και τις απώλειες ο όγκος αυτός αυξάνεται σε 25.321.297,08 m³. Για την καταγραφή της υφιστάμενης κτηνοτροφίας αντλήθηκαν στοιχεία από την ΕΣΥΕ, και συγκεκριμένα, από τη Βασική Έρευνα Διάρθρωσης Γεωργικών και Κτηνοτροφικών Εκμεταλλεύσεων (Απογραφή Γεωργίας Κτηνοτροφίας για τα έτη 1999/2000). Η σχέση που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό είναι: Απαιτήσεις για την κτηνοτροφία = Ζωικό κεφάλαιο x Ημερήσιες Ανάγκες. Από τα παραπάνω στοιχεία με τους ανάλογους υπολογισμούς προέκυψαν οι συνολικές ανάγκες νερού για την κτηνοτροφία στη λεκάνη Αχελώου, ανά δήμο και είδος ζώου, σε m³/ημέρα. Με βάση τον παραπάνω υπολογισμό προέκυψε ότι η ετήσια ζήτηση νερού για την κτηνοτροφία ανέρχεται στα 6.804.056,25 m³. Γενικά οι ανάγκες σε νερό για την κτηνοτροφία είναι µικρές, εποµένως οι παραδοχές δεν παίζουν σηµαντικό ρόλο στη συνολική ζήτηση. ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΜΕ ΑΝΤΛΗΣΗ ΣΥΝΟΛΟ ΜΕ ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΜΕ ΑΝΤΛΗΣΗ ΣΥΝΟΛΟ - - - Στρέμματα Στρέμματα Στρέμματα Στρέμματα Στρέμματα Στρέμματα - ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΑ ΑΡΔ. ΔΙΚΤΥΑ 1 ΑΓ. ΒΛΑΣΗ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 350 0 350 200 0 200 2 ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΗΓΑΝΑΣ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 0 882 882 0 421 421 3 ΑΓΡΙΝΙΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 0 3,500 3,500 0 1,164 1,164 4 ΑΝΑΛΗΨΗΣ - ΑΒΑΡΙΚΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 600 4,900 5,500 450 1,500 1,950 5 ΓΑΛΑΤΑ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 12,500 1,500 14,000 12,500 1,500 14,000 6 ΕΥΗΝΟΧΩΡΙΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 0 20,000 20,000 2,320 15,496 17,816 7 ΘΕΡΜΟΥ - ΠΕΤΡΟΧΩΡΙΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 6,100 0 6,100 2,870 0 2,870 8 ΚΑΙΝΟΥΡΓΙOY ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 0 1,000 1,000 0 614 614 9 ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ - ΛΕΥΚΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 2,200 0 2,200 1,249 0 1,249 10 ΚΑΛΥΒΙΩΝ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 19,000 0 19,000 18,000 0 18,000 11 ΚΑΤΟΥΝΑΣ - ΚΟΝΟΠΙΝΑΣ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 0 4,500 4,500 0 2,400 2,400 12 ΚΑΤΟΧΗΣ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 1,400 34,450 35,850 1,400 34,450 35,850 13 ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 0 4,000 4,000 0 2,100 2,100 14 ΛΕΣΙΝΙΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 39,905 0 39,905 34,781 0 34,781 15 ΛΟΥΤΡΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 1,180 0 1,180 1,180 0 1,180 16 ΛΥΣΙΜΑΧΙΑΣ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 19,000 0 19,000 12,000 0 12,000 17 ΜΑΚΡΥΝΕΙΑΣ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 0 23,000 23,000 0 11,830 11,830 18 ΜΥΡΤΙΑΣ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 2,500 0 2,500 2,500 0 2,500 19 ΝΕΟΧΩΡΙΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 25,000 53,000 78,000 400 52,612 53,012 20 ΟΖΕΡΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 23,500 9,000 32,500 22,912 7,025 29,937 21 ΠΑΛΑΙΟΜΑΝΙΝΑΣ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 0 6,217 6,217 0 3,802 3,802 22 ΠΑΛΑΙΡΟΥ (ΚΕΚΡΟΠΙΑΣ) ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 0 1,800 1,800 0 1,800 1,800 23 ΠΑΜΦΙΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 0 3,700 3,700 0 2,762 2,762 24 ΠΑΝΑΙΤΩΛΙΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 17,030 4,270 21,300 11,900 1,200 13,100 25 ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑΣ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 0 1,466 1,466 0 1,340 1,340 26 ΠΑΡΑΒΟΛΑΣ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 0 5,897 5,897 0 1,392 1,392 27 ΠΕΔΙΑΔΑ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 3,000 23,000 26,000 108 16,415 16,523 28 ΠΕΔΙΑΔΑΣ ΑΓΡΙΝΙΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 24,500 6,500 31,000 22,196 4,234 26,430 29 ΣΚΟΥΤΕΡΑΣ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 900 250 1,150 550 80 630 30 ΣΠΑΡΤΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 1,250 0 1,250 1,000 0 1,000 31 ΣΤΑΘΑ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 0 585 585 0 585 585 32 ΦΥΤΕΙΩΝ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 5,391 10,609 16,000 4,328 6,181 10,509 33 ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 0 3,100 3,100 0 2,200 2,200 34 ΧΡΥΣΟΒΕΡΓΙΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 0 2,300 2,300 0 2,300 2,300 35 ΧΡΥΣΟΒΙΤΣΑΣ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ 5,159 0 5,159 4,256 0 4,256 36 ΝΕΟΥ ΑΡΓΥΡΙΟΥ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ 2,000 0 2,000 2,000 0 2,000 37 ΠΑΛΑΙΟΚΑΤΟΥΝΑΣ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ 1,000 0 1,000 1,000 0 1,000 38 ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΥ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ 1,000 0 1,000 1,000 0 1,000 39 ΤΟΠΟΛΙΑΝΩΝ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ 1,600 0 1,600 1,600 0 1,600 40 ΑΝΘΟΧΩΡΙΟΥ - ΚΡΥΟΠΗΓΗΣ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ 750 0 750 750 0 750 41 ΒΡΑΓΓΙΑΝΩΝ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ 1,500 0 1,500 1,500 0 1,500 42 ΚΕΡΑΣΙΑΣ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ 1,200 0 1,200 1,200 0 1,200 43 ΜΟΡΦΟΒΟΥΝΙΟΥ - ΜΟΣΧΑΤΟΥ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ 8,500 3,000 11,500 8,500 1,280 9,780 44 ΠΕΖΟΥΛΑΣ - ΦΥΛΑΚΤΗΣ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ 2,200 0 2,200 2,200 0 2,200 45 ΠΕΤΡΙΛΟΥ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ 2,300 0 2,300 2,300 0 2,300 46 ΤΑΥΡΩΠΟΥ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ 114,300 0 114,300 96,587 0 96,587 - ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΔ. ΔΙΚΤΥΑ 47 ΑΣΤΑΚΟΣ - ΧΡΥΣΟΒΙΤΣΑ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ – – 11,800 – – 11,800 48 ΒΑΛΤΟΣ (ΕΠΕΚΤΑΣΗ Δ1) ΑΙΤ/ΝΙΑΣ – – 49,500 – – 49,500 49 ΠΕΡΙΟΧΕΣ 8 & 9Β + 9Γ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ – – 13,200 – – 13,200 50 ΠΕΡΙΟΧΗ 11Α ΑΙΤ/ΝΙΑΣ – – 16,300 – – 16,300 51 ΠΕΡΙΟΧΗ 11Β ΑΙΤ/ΝΙΑΣ – – 10,000 – – 10,000 - ΣΥΝΟΛΑ - 346,815 232,426 680,041 275,737 176,683 553,220 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1785 πών και ημμεδαπών) της ΕΣΥΕ, σε επίπεδο Δήμου, και για το έτος 2003 (για κάποιους Δήμους ελήφθησαν στοιχεία του 2002). Ο τουρισμός είναι μια κύρια δραστηριότητα μεγάλης οικονομικής και κοινωνικής σημασίας, με πολύ σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Οι πλέον ευαίσθητες στην τουριστική πίεση περιοχές είναι φυσικά οι παράκτιες, στις οποίες συγκεντρώνεται και ο κύριος όγκος των τουριστών. Η αλόγιστη κατανάλωση νερού κατά την άνομβρη περίοδο, προκαλεί πιέσεις στους υδάτινους πόρους, ιδιαίτερα στα μικρά νησιά με χαμηλή βροχόπτωση. Η υψηλή ζήτηση νερού και ιδιαίτερα η υπεράντληση έχει πολλαπλές επιπτώσεις σε αυτές τις περιοχές, όπως η μη – αντιστρεπτή υφαλμύρωση των υπόγειων υδροφορέων. Για τον τουρισμό συγκεκριμένα, εκτιμήθηκαν οι ανάγκες σε νερό στο σύνολο των διανυκτερεύσεων στα ξενοδοχεία κατηγορίας ΑΑ έως Ε με την παραδοχή της ειδικής κατανάλωσης για τον τουριστικό πληθυσμό τα 400 λίτρα/άτομο/ημέρα καθώς επίσης και οι ανάγκες σε νερό για τα επιπλωμένα διαμερίσματα, μοτέλ, κ.α. με την παραδοχή της ειδικής κατανάλωσης τα 300 λίτρα/ άτομο/ημέρα. Οι συνολικές καταναλώσεις αναφέρονται σε ετήσια βάση. Με βάση τα παραπάνω, η ετήσια κατανάλωση ανέρχεται σε 111.657,00 m³/yr. Η μεθοδολογία καταγραφής των βιομηχανικών μονάδων και του υπολογισμού αναγκών σε νερό αφορά καταρχήν στην οριοθέτηση της καταγραφής. Έτσι, καταχωρήθηκαν μόνο όσες βιομηχανίες έχουν κατανάλωση 20 m³/d για την παραγωγική τους διαδικασία. Για τις βιομηχανικές μονάδες συλλέχθηκαν και καταχωρήθηκαν στοιχεία, όπως: δεδομένα ταυτότητας και δραστηριότητας κατά ΣΤΑΚΟΔ των μονάδων, γεωγραφική τους αναφορά (τοποθεσία, συντεταγμένες), πηγή υδροληψίας, κατανάλωση νερού, χρησιμοποιούμενοι τρόποι διαχείρισης και διάθεσης αποβλήτων, τελικοί αποδέκτες. Σημειώνεται ότι σε κάποιες περιπτώσεις δεν ήταν δυνατό να αντληθεί το σύνολο της πληροφορίας, λόγω έλλειψης στοιχείων. Ειδικά για την περίπτωση όπου δεν υπήρχε η πληροφορία της κατανάλωσης νερού, εκτιμήθηκε η σημασία της βιομηχανίας ανάλογα με το μέγεθος και είδος δραστηριότητας και κατά περίπτωση συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο. Με βάση τους υπολογισμούς, η κατανάλωση νερού στις βιομηχανικές μονάδες της περιοχής μελέτης ανέρχεται σε 804,63 m³/d, ήτοι 293.690,95 m³/yr. Από τις παραπάνω εργασίες προκύπτει ότι η υδατική ζήτηση της λεκάνης του Αχελώου ποταμού στις διάφορες θέσεις εξέτασής του κατά μήκος του ποταμού έχει ως εξής: Πίν. 5-2: Σύνοψη Εκτιμήσεων Ζήτησης. Α/Α ΕΙΔΟΣ ΖΗΤΗΣΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΝΕΡΟΥ ΣΕ m³/yr ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΠΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΛΙΚΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ (%) 1 ΑΡΔΕΥΣΗ 508.085.773,00 93.98 2 ΥΔΡΕΥΣΗ 25.321.297,08 4.68 3 ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ 6.804.056,25 1.26 4 ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ 293.689,95 0.05 5 ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ 111.657,00 0.02 - ΣΥΝΟΛΟ: 540.616.473,28 - Από τα αποτελέσματα του Πίνακα 5−2 συνάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα:
Κυρίαρχος τομέας όσον αφορά τη σημερινή ζήτηση νερού στη περιοχή μελέτης ανα−δεικνύεται αυτός της άρδευσης με συμμετοχή περίπου 94% στο σύνολο των αναγκών. Οι υπόλοιποι τομείς καταλαμβάνουν συνολικά το εναπομείναν 6% της ζήτησης, ποσοστό σχετικά χαμηλό, το οποίο δεν προβλέπεται να αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια.
Στην ανάλυση των αναγκών και ειδικά των αναγκών σε άρδευση δεν ακολουθήθηκε η διοικητική διαίρεση αλλά η γεωγραφική / υδρογραφική διαίρεση της ευρύτερης λεκάνης π. Αχελώου. Έτσι ενώ τα δεδομένα που συλλέχθηκαν αφορούσαν σε διοικητικά όρια (π.χ. Περιφέρειες, Νομαρχίες) έγινε κάθε δυνατή προσπάθεια να επιμεριστούν οι χρήσεις και επομένως η ζήτηση νερού στη λεκάνη. Αυτό βοήθησε σημαντικά στην προσομοίωση του υδατικού ισοζυγίου στην επόμενη φάση σε επίπεδο λεκάνης απορροής.
Για τον υπολογισμό των αρδευτικών αναγκών ελήφθησαν υπόψη: (α) το Μητρώο Καλλιεργειών της Ε.Σ.Υ.Ε., (β) η κατηγοριοποίηση των καλλιεργειών σε σχέση με την ΚΥΑ Φ.16/6631/2.6.1989 (ΦΕΚ Β 428), (γ) οι μηνιαίες τιμές αρδευτικών απαιτήσεων με βάση την ΚΥΑ Φ.16/6631/2.6.1989 (ΦΕΚ Β 428) και με βάση τα παραπάνω στοιχεία επετεύχθει ο υπολογισμός των θεωρητικών και πραγματικών αναγκών σε αρδευτικό νερό για το σύνολο της περιοχής.
Η ζήτηση για την άρδευση που υπολογίσθηκε αναγόμενη στο σύνολο της καλλιεργούμενης έκτασης της περιοχής μελέτης (λαμβάνοντας υπόψη και τις μελλοντικές επεκτάσεις των αρδευτικών δικτύων) παράγει τιμή ειδικής κατανάλωσης νερού ανά στρέμμα ίση με 651,4 m³/στρ.
Ανάλογες μεθόδοι υπολογισμού ζητήσεων, οι οποίοι αναλύονται ανά κεφάλαιο, χρησιμοποιήθηκαν και για τον υπολογισμό των υπόλοιπων τομέων ζήτησης, παρόλο που η συνεισφορά τους στο σύνολο εκτιμάται ως μικρή.
Χαρακτηριστικό του τομέα της άρδευσης, ειδικά για τα οργανωμένα αρδευτικά δίκτυα που υφίστανται κατάντη φράγματος Στράτου, είναι ότι τα φυσικά συστήματα (λίμνες) της Τριχωνίδας και της Λυσιμαχείας συμμετέχουν στο τομέα της άρδευσης με συνολικές απολήψεις περίπου της τάξεως των 111,3 106 m³/yr, η μεν Τριχωνίδα στα δίκτυα και στην ύδρευση κατάντη αυτής σε όμορους Δήμους (68,9 106 m³/yr). Πρέπει να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος των απολήψεων από Λυσιμαχεία προέρχεται από την Τριχωνίδα μέσω της επικοινωνίας των δύο λιμνών. Τα στοιχεία αυτά ελήφθησαν από τα αντίστοιχα υδατικά ισοζύγια των φυσικών λιμνών. Συνεπώς, οι φυσικές αυτές λίμνες λειτουργούν ως ταμιευτήρες νερού, καλύπτοντας το 20,6% των ετήσιων αναγκών σε νερό για το τμήμα εκείνο της περιοχής μελέτης που εμφανίζει τις μεγαλύτερες πιέσεις ζήτησης σε ολόκληρη τη περιοχή μελέτης.
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΛΕΚΑΝΗΣ ΑΠΟΡΡΟΗΣ ΠΗΝΕΙΟΥ Τα υποκεφάλαια που ακολουθούν στηρίζονται στη «Διαχειριστική Μελέτη Υδάτων Λεκάνης Απορροής Πηνειού» που εκπονήθηκε από το ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΔΕ/ΟΣΥΕ αφορά τη συγκεκριμένη μελέτη.Κατάρτιση Διαχειριστικού Ομοιώματος 6.1 Μεθοδολογία Βασικός άξονας της κατάρτισης του διαχειριστικού ομοιώματος σε χωρική κλίμακα είναι ο άξονας της Δυτικής και Ανατολικής Θεσσαλίας. Η Δυτική Θεσσαλία οριοθετείται έως τη θέση του υδρομετρικού σταθμού Αμυγδαλιά και περιλαμβάνει τις απορροές του π. Ενιππέα, του π. Σοφαδίτη και του π Καλέντζη. Η Ανατολική Θεσσαλία περιλαμβάνει την κλειστή λεκάνη της λ. Κάρλας και τη λεκάνη του π. Πηνειού κατάντη της θέσης Αμυγδαλιά έως τις εκβολές του. Η λεκάνη απορροής του π. Τιταρήσιου εξετάζεται ξεχωριστά. 6.2 Σχηματοποίηση Υδατικού Συστήματος – Παραδοχές Η λεκάνη απορροής του π. Πηνειού χωρίζεται σε διάφορες υπολεκάνες οι οποίες εξυπηρετούν διαχειριστικούς σκοπούς. Για παράδειγμα, για κάθε θέση φράγματος, υφιστάμενου ή προτεινόμενου, η αντίστοιχη λεκάνη απορροής συνιστά διαχειριστική υπολεκάνη. Επομένως για μεν τη Δυτική Θεσσαλία έχουμε τη λεκάνη απορροής του φράγματος Πύλης (π. Πορταϊκός), Μουζακίου (π. Πάμισος) και Παλαιοδερλίου (π. Ενιππέας), που συμπίπτουν γενικά με τις λεκάνες των υδρομετρικών σταθμών Πύλης, Μουζακίου και Σκοπιάς αντίστοιχα αλλά και τη λεκάνη απορροής του φράγματος Σμοκόβου στον π. Σοφαδίτη και του φράγματος Νεοχωρίου στον π. Νεοχωρίτη. Για δε την Ανατολική Θεσσαλία έχουμε τη λεκάνη της λίμνης Κάρλας ενώ στη λεκάνη απορροής του π. Τιταρήσιου έχουμε τη λεκάνη απορροής του φράγματος Αγιονερίου στον π. Ελασσονίτικο. Οι υπόλοιπες υπολεκάνες απορροής δημιουργήθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ομογενείς τόσο από άποψη χρήσεων νερού όσο και από τις πηγές απόληψης του. Επομένως δημιουργήθηκαν συνολικά 16 λεκάνες απορροής για όλο το υδατικό διαμέρισμα της Θεσσαλίας. Στο Σχήμα 6 − 1 παρουσιάζονται οι λεκάνες απορροής στις οποίες χωρίζονται οι δύο κύριες περιοχές της Θεσσαλίας καθώς και οι θέσεις των υφιστάμενων, υπό κατασκευή και εξεταζόμενων φραγμάτων. Στη Δυτική Θεσσαλία συγκαταλέγονται οι λεκάνες απορροής Σμόκοβο, Πύλη, Μουζάκι, Σκοπιά, Καλέντζης, Σαρακίνα, Τρίκαλα, Σοφαδίτης – Ενιππέας και Ανατολικά Ενιππέα, ενώ στην Ανατολική Θεσσαλία οι λεκάνες απορροής, Κάρλα, Λάρισα, Ταουσάνη, και Αλμυρός. Η τελευταία περιλαμβάνεται σε ορισμένα μόνο από τα διαχειριστικά σενάρια για να εξεταστεί η περίπτωση μερικής υδροδότησής της από τον ταμιευτήρα Παλαιοδερλίου, η οποία έχει προταθεί από παλαιότερες μελέτες. Σχήμα 6-1: Σχηματοποίηση των υπολεκανών απορροής στο Υδατικό Διαμέρισμα Θεσσαλίας οι ανάγκες σε άρδευση, ύδρευση (συμπεριλαμβανομένης και της τουριστικής χρήσης), βιομηχανική και κτηνοτροφική χρήση. Αυτό γίνεται, όπως περιγράφεται και στο Μέρος Β΄ της Διαχειριστικής Μελέτης, με χρήση του ΓΣΠ από την αντίστοιχη πληροφορία του δημοτικού διαμερίσματος σε συνάθροιση στην αντίστοιχη της λεκάνης απορροής. Πίν. 6-1: Λεκάνες απορροής του διαχειριστικού μοντέλου στη Θεσσαλία ΛΕΚΑΝΗ ΑΠΟΡΡΟΗΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ (km2 ) ΚΩΔΙΚΟΣ ΔΥΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΣΜΟΚΟΒΟ 355.75 0802 ΣΚΟΠΙΑ 567.63 0801 ΠΥΛΗ 134.86 0805 ΣΑΡΑΚΙΝΑ 1048.65 0806 ΜΟΥΖΑΚΙ 143.18 0804 ΚΑΛΕΝΤΖΗΣ 271.15 0803 ΝΕΟΧΩΡΙΤΗΣ 428.29 0807 ΤΡΙΚΑΛΑ 1457.61 0810 ΣΟΦΑΔΙΤΗΣ-ΕΝΙΠΠΕΑΣ 1366.97 0809 ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΕΝΙΠΠΕΑ 397.60 0808 ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΚΑΡΛΑ 425.60 0813 ΛΑΡΙΣΑ 1779.40 0815 ΥΠΟΛΟΙΠΑ 1596.92 0812 ΑΛΜΥΡΟΣ 887.38 0816 ΤΑΟΥΣΑΝΗ 838.88 0814 ΜΕΣΟΧΩΡΙ 1422.29 0811 Το διαχειριστικό ομοίωμα αποτελείται από δύο κύριες διακριτές ενότητες, που λόγω της φύσης του ομοιώματος, χωρίζονται σε εκείνη που θεωρεί δεδομένη την εκτροπή του π. Αχελώου ανάλογα με την έλλειψη νερού στη Θεσσαλία με μέγιστο ετήσιο όγκο εκτροπής ίσο με 600 hm³ νερού και εκείνη που περιορίζεται στη μηδενική λύση δηλαδή ότι δεν υπάρχει εκτροπή του π. Αχελώου στη Θεσσαλία. Σε κάθε λεκάνη απορροής εντοπίζονται και καταγράφονται οι αρδευτικές εκτάσεις που στο σημερινό καθεστώς αρδεύονται από επιφανειακά νερά και εκείνες που αρδεύονται από τα υπόγεια. Στη Δυτική Θεσσαλία οι εκτάσεις που αρδεύονται από επιφανειακά νερά είναι κυρίως ο ΤΟΕΒ Ταυρωπού και οι εκτάσεις του Νομού Καρδίτσας που δεν ανήκουν στον ΤΟΕΒ Ταυρωπού αλλά αρδεύονται από τα νερά των εκροών του ΥΗΣ Πλαστήρα αλλά και από τις απορροές των τοπικών υδατορευμάτων. Μικρότερες εκτάσεις που αρδεύονται απευθείας από τον π. Πηνειό είναι ο ΓΟΕΒ Θεσσαλίας αλλά και ο ΤΟΕΒ Πύλης. Βασική παραδοχή του ομοιώματος είναι ότι οι εκτάσεις αυτές αρδεύονται από την παροχή του π. Πηνειού συν τις εκροές του ΥΗΣ Πλαστήρα. Οι παροχές του π. Πηνειού προκύπτουν από την εφαρμογή του μοντέλου MIKESHE στη θέση Αμυγδαλιά, δηλαδή στην έξοδο της Δυτικής Θεσσαλίας. Αυτό σημαίνει (και αποτελεί περιορισμό του μοντέλου) ότι πιθανό τοπικό έλλειμμα σε σημεία απόληψης ανάντη της Αμυγδαλιάς, σε περίπτωση που συνολικά η παροχή στην Αμυγδαλιά επαρκεί για το σύνολο των εκτάσεων δεν καταγράφεται. Επίσης απευθείας από τον ταμιευτήρα Σμοκόβου αρδεύονται και οι αρδευτικές εκτάσεις της περιοχής, η έκταση των οποίων προκύπτει από την απλή εξίσωση υδατικού ισοζυγίου για τα 20 έτη λειτουργία του υδρολογικού μοντέλου. Οι μηνιαίες εισροές του ταμιευτήρα Σμοκόβου που αποθηκεύονται εκεί εννοείται ότι αφαιρούνται από την μηνιαία απορροή του π. Πηνειού στην Αμυγδαλιά, προστίθεται όμως η περιβαλλοντική παροχή. Τα ίδια ισχύουν και για τους ταμιευτήρες Παλαιοδερλί, Πύλη, Μουζάκι και Νεοχώρι. Η διαφορά της απορροής του π. Πηνειού στην έξοδο της Δυτικής Θεσσαλίας με τις απολήψεις επιφανειακού νερού για άρδευση είναι το διαθέσιμο επιφανειακό νερό για την Ανατολική Θεσσαλία. Στην Ανατολική Θεσσαλία μόνο ο ΤΟΕΒ Πηνειού αρδεύεται αποκλειστικά από τον π. Πηνειό καθώς και οι εκτάσεις που θα αρδεύονται απευθείας από τη λίμνη Κάρλα. Οι αρδευόμενες εκτάσεις από τη Κάρλα εκτιμήθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε οι ετήσιες εκροές για άρδευση από τη λίμνη να είναι ίσες με 61 hm³, όπως ακριβώς θεωρήθηκαν στη μελέτη του έργου. Ομοίως οι υπόλοιπες εκτάσεις αρδεύονται από τους υπόγειους υδροφορείς, πρώτα από τα ανανεώσιμα και έπειτα από τα μόνιμα αποθέματα στην περίπτωση της μη−εκτροπής του Αχελώου. Η παροχή του π. Πηνειού αφού δεχθεί τις απορροές των τοπικών υδατορευμάτων και του π. Τιταρήσιου οδηγείται στις εκβολές του όπου εξετάζεται για πόσους μήνες δεν ικανοποιείται η περιβαλλοντική παροχή των 10 m³/s. Υφιστάμενα έργα ταμίευσης θεωρούνται τα εξής: • Ταμιευτήρας Σμοκόβου ωφέλιμου όγκου 191106 . κατάντη του φράγματος έχει οριστεί σε 1.5 m³/s. • Ταμιευτήρας Κάρλας ωφέλιμου όγκου 135106 . Ο ταμιευτήρας αυτός συμπεριλαμβάνεται στην υφιστάμενη κατάσταση των έργων. Έργα ταμίευσης που εξετάζονται είναι τα εξής: • Ταμιευτήρας Πύλης ωφέλιμου όγκου 60106 . Η περιβαλλοντική παροχή κατάντη του φράγματος εκτιμάται σε 1.5 m³/s. Η εισαγωγή του ταμιευτήρα της Πύλης στο σύστημα εκτιμάται ότι θα μειώσει τα υπόγεια ανανεώσιμα αποθέματα κατά 30106 . ετησίως. • Ταμιευτήρας Μουζακίου ωφέλιμου όγκου 100106 . Η περιβαλλοντική παροχή κατάντη του φράγματος εκτιμάται σε 1.5 m³/s. Η εισαγωγή του ταμιευτήρα Μουζακίου στο σύστημα εκτιμάται ότι θα μειώσει τα υπόγεια ανανεώσιμα αποθέματα κατά 20106 m³ ετησίως. Ο ταμιευτήρας Μουζακίου εντάσσεται στο σύστημα των έργων μόνο στο σενάριο που δεν γίνεται η εκτροπή του Αχελώου. Στην αντίθετη περίπτωση εκτιμάται ότι θα κατασκευαστεί ένα χαμηλό φράγμα για την ημερήσια ρύθμιση των ποσοτήτων νερού που θα εκτρέπονται από τον π. Αχελώο. • Ταμιευτήρας Παλαιοδερλί ωφέλιμου όγκου 100106 . Η περιβαλλοντική παροχή κατάντη του φράγματος εκτιμάται σε 0.5 m³/s. Η εισαγωγή του ταμιευτήρα Παλαιοδερλί στο σύστημα εκτιμάται ότι θα μειώσει τα υπόγεια ανανεώσιμα αποθέματα κατά 15106 m³ ετησίως. • Ταμιευτήρας Νεοχωρίου ωφέλιμου όγκου 65106 . Η περιβαλλοντική παροχή κατάντη του φράγματος εκτιμάται σε 1.5 m³/s. Η εισαγωγή του ταμιευτήρα Νεοχώρι στο σύστημα εκτιμάται ότι δεν θα μειώσει αισθητά τα υπόγεια ανανεώσιμα αποθέματα. • Ταμιευτήρας Αγιονερίου ωφέλιμου όγκου 13.7106 . Η περιβαλλοντική παροχή κατάντη του φράγματος εκτιμάται σε 0.5 m³/s. Λόγω του μικρού ωφέλιμου όγκου του φράγματος, εξετάζεται επίσης και η πιθανότητα κατασκευής του φράγματος Παλαιομονάστηρο (ανάντη της θέσης Αγιονέρι) ωφέλιμου όγκου 99106 . Για κάθε έναν από τους ταμιευτήρες επιλύεται η εξίσωση υδατικού ισοζυγίου με τις εισροές όπως υπολογίστηκαν από την εφαρμογή του υδρολογικού μοντέλου MIKESHE σε κάθε μία από τις θέσεις των φραγμάτων. Οι αρδευόμενες εκτάσεις που θεωρείται ότι αρδεύονται απευθείας από τους ταμιευτήρες αυτούς προκύπτουν με τέτοιο τρόπο ώστε το μέγιστο ποσοστό αστοχίας (να μην καλύπτεται η ζήτηση έστω και κατά ένα ποσοστό) να μην υπερβαίνει το 10%, δηλαδή συνολικά 8 μήνες στα 20 έτη της προσομοίωσης. Για την περίπτωση της λίμνης Κάρλας, επειδή τροφοδοτείται από τον π. Πηνειό συνεχώς και επειδή οι ετήσιες εκροές είναι συγκεκριμένες επιτυγχάνεται σχεδόν πάντοτε η κάλυψη της ζήτησης. 6.2.1 Περίπτωση μηδενικής λύσης (χωρίς εκτροπή από Αχελώο) Στην περίπτωση της υφιστάμενης κατάστασης, δηλαδή στην περίπτωση που δεν γίνεται εκτροπή του π. Αχελώου στη Θεσσαλία μπορεί να συμπεριληφθεί και ο ταμιευτήρας Μουζακίου στο σχήμα των εξεταζόμενων έργων. Οι διαφορές με την περίπτωση της εκτροπής του π. Αχελώου είναι: (α) οι απολήψεις υπόγειου νερού λαμβάνονται καταρχήν από τα υπόγεια ανανεώσιμα και όταν αυτά εξαντληθούν από τα μόνιμα αποθέματα έως ότου καλυφθούν οι ζητήσεις, και (β) οι παροχές στην έξοδο του π. Πηνειού μπορεί να είναι και χαμηλότερες από την ελάχιστη επιτρεπόμενη παροχή. Επομένως στην περίπτωση αυτή έχουμε ως ένδειξη ελλείμματος νερού στη Θεσσαλία τον όγκο νερού που ετησίως λαμβάνεται από τα μόνιμα υπόγεια αποθέματα και από τον όγκο νερού που υπολείπεται από την περιβαλλοντική παροχή του π. Πηνειού στις εκβολές του. 6.2.2 Περίπτωση εκτροπής του π. Αχελώου Στην περίπτωση που εκτρέπεται ο π. Αχελώος στη Θεσσαλία η παραδοχή του μοντέλου είναι ότι δεν χρησιμοποιούνται καθόλου τα μόνιμα (μη ανανεώσιμα) υπόγεια αποθέματα και η ελάχιστη μέση μηνιαία παροχή στην έξοδο του π. Πηνειού είναι τουλάχιστο ίση με 10 m³/s. Για να γίνει δυνατός ο στόχος της μη χρήσης των μόνιμων υπόγειων αποθεμάτων για αρδευτικούς σκοπούς θεωρείται ότι γίνεται ένας ευρύς εκσυγχρονισμός των αρδευτικών δικτύων με αντικατάσταση των πηγών υδροληψίας από υπόγειους υδροφορείς σε επιφανειακές πηγές (κυρίως ο π. Πηνειός). Επομένως για κάθε σενάριο στην περίπτωση της εκτροπής του π. Αχελώου υπολογίζεται και η επιφάνεια των αρδευόμενων εκτάσεων για τις οποίες θα πρέπει να αντικατασταθεί η πηγή υδροληψίας από υπόγεια σε επιφανειακά. Επομένως η ζήτηση νερού από τον π. Αχελώο προκύπτει ως το άθροισμα της ζήτησης η οποία θα καλυπτόταν από τα μόνιμα (μη ανανεώσιμα) υπόγεια αποθέματα τόσο στην Ανατολική όσο και στη Δυτική Θεσσαλία και των παροχών που απαιτούνται για να καλύπτεται πάντα η περιβαλλοντική παροχή. 6.3. Δεδομένα Εισόδου και Χρονικό Βήμα Προσομοίωσης Η προσομοίωση του σχήματος διαχείρισης γίνεται για την 20−ετία που περιλαμβάνει τα υδρολογικά έτη 1980−1981 έως 1999−2000. Για αυτήν την εικοσαετία ήταν δυνατό να εξασφαλιστούν στοιχεία επαρκή για τη χρήση του μοντέλου MIKESHE με ταυτόχρονη προσομοίωση στο σύνολο των υπολεκανών του π. Πηνειού. Η χρονική αυτή περίοδος περιλαμβάνει την ξηρή περίοδο 19881993 κατά την οποία το υδατικό σύστημα της Θεσσαλίας είχε υποστεί σημαντικές πιέσεις. Με τον τρόπο αυτό το διαχειριστικό ομοίωμα αποκτά μια αναμφισβήτητη αξία καθώς προσομοιώνεται και κάθε επανάληψη κάποιας ξηρής περιόδου στο μέλλον. Είναι γενικά κατανοητό ότι το διάστημα της 20−ετίας ως προσομοίωση δεν είναι αρκετό ώστε να έχει το μοντέλο ένα ικανό βαθμό αξιοπιστίας. Παρόλαυτά θα πρέπει να τονιστεί ότι η σημερινή μορφή του υδατικού συστήματος του π. Πηνειού και γενικότερα της Θεσσαλίας διαμορφώθηκε κυρίως στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με την κατασκευή εκτεταμένων στραγγιστικών δικτύων που άλλαξαν άρδην την υδρολογική απόκριση της λεκάνης αλλά και την αλματώδη επέκταση των καλλιεργειών που εντάθηκαν σε σημαντικό βαθμό με την εισαγωγή των επιδοτήσεων από την τότε ΕΟΚ στη ημέτερη γεωργική πραγματικότητα. Δηλαδή η διαχειριστική προσομοίωση για τα έτη πριν από το 1980 είναι πιθανό ότι δεν θα αφορούσε το υδατικό σύστημα του π. Πηνειού στη σημερινή του μορφή και θα έδινε εσφαλμένα συμπεράσματα. Οι μεταβλητές εισόδου του Σχήματος Διαχείρισης του Υδατικού Συστήματος της λεκάνης απορροής του π. Πηνειού είναι: • Εκτροπή του π. Αχελώου στη Θεσσαλία (ΝΑΙ/ΟΧΙ). μα). Εξετάζονται επίσης και αρδευτικές καταναλώσεις ίσες με 673 και 756 m³/στρέμμα, σημαντικά μεγαλύτερες από τις κύριες εξεταζόμενες. Οι τελευταίες καταναλώσεις εξετάζονται κυρίως για λόγους πληρότητας καθώς δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια η πραγματική παροχή αρδευτικού νερού αλλά και για λόγους διαχειριστικούς στην περίπτωση που γενικευτεί η καλλιέργεια ενεργειακών φυτών (π.χ. σόργος, ελαιοκράμβη), που είναι γνωστό ότι απαιτούν σημαντικές ποσότητες νερού. • Ετήσιοι όγκοι των ανανεώσιμων υπόγειων υδάτων ανάλογα με το κανονικό, ευμενές και δυσμενές σενάριο και ανάλογα με τον αριθμό των φραγμάτων που λειτουργούν στη Θεσσαλία. Πιο συγκεκριμένα, ο ετήσιος όγκος των υπόγειων ανανεώσιμων πόρων στη Δυτική Θεσσαλία για το κανονικό σενάριο εκτιμάται ίσος με 300106m³ ενώ για την Ανατολική Θεσσαλία θεωρείται ίσος με 60106m³. Για το δυσμενές σενάριο οι αντίστοιχοι όγκοι είναι ίσοι με 250 και 45106m³ ενώ για το ευμενές σενάριο είναι ίσοι με 350 και 75106m³ αντίστοιχα. Στην περίπτωση εξέτασης και της προσχωματικής λεκάνης του Αλμυρού Μαγνησίας θεωρείται ότι τα υπόγεια ανανεώσιμα είναι ίσα με 40106m³ για το κανονικό σενάριο, 30106m³ για το δυσμενές σενάριο και 45106m³ για το ευμενές σενάριο. Η εισαγωγή κάθε φράγματος στο μοντέλο θεωρείται ότι μειώνει σε κάποιο βαθμό τα υπόγεια ανανεώσιμα καθώς οι ποσότητες που ήταν διαθέσιμες για διήθηση στους κώνους απόθεσης των ποταμών στη Θεσσαλική πεδιάδα τώρα κατακρατούνται στους ταμιευτήρες αυτούς μείον βέβαια τη περιβαλλοντική παροχή. Τα αποτελέσματα του διαχειριστικού μοντέλου εξαρτώνται από την εκτροπή του π. Αχελώου ή όχι. Στην περίπτωση των σεναρίων που δεν γίνεται η εκτροπή του π. Αχελώου στα κυριότερα αποτελέσματα του διαχειριστικού μοντέλου περιλαμβάνονται τα εξής: • Αρδευτικές εκτάσεις που αρδεύονται από τα φράγματα τα οποία συμμετέχουν σε κάθε διαχειριστικό σενάριο για ποσοστό αστοχίας που δεν υπερβαίνει το 10%(204=80μήνες), θεωρώντας την αρδευτική περίοδο 4 μηνών. Για κάθε ένα φράγμα υπολογίζεται και η μέση ετήσια απόληψη. • Αριθμός μηνών που δεν καλύπτεται η περιβαλλοντική παροχή στις εκβολές του π. Πηνειού. Δίνεται και το ποσοστό του χρόνου στο σύνολο της 20−ετίας (2012 = 240 μήνες). • Ετήσιες απολήψεις από τους υπόγειους υδροφορείς καθώς και οι απολήψεις από τα μόνιμα αποθέματα (σε 106m³). Στην περίπτωση των σεναρίων με εκτροπή του π. Αχελώου στα κυριότερα αποτελέσματα του διαχειριστικού μοντέλου περιλαμβάνονται τα εξής: • Αρδευτικές εκτάσεις της Θεσσαλίας για τις οποίες προβλέπεται αλλαγή της πηγής υδροληψίας από υπόγεια νερά σε επιφανειακά (σε στρέμματα). • Μέση μηναία και ετήσια εκτροπή του π. Αχελώου προς τη Θεσσαλία (σε 106m³). Η ετήσια εκτροπή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 600*106m³. • Οι απολήψεις από τους υπόγειους υδροφορείς περιορίζονται στα ανανεώσιμα αποθέματα ενώ μηδενίζονται οι απολήψεις από τα μόνιμα. Βέβαια το μοντέλο διαχείρισης είναι δομημένο με τέτοιο τρόπο ώστε ο ενδιαφερόμενος χρήστης να μπορεί να αναζητήσει και άλλες χρονοσειρές που τον ενδιαφέρουν (π.χ. μέση μηνιαία παροχή στη θέση Αμυγδαλιά με την εκτροπή του π. Αχελώου). Στις παρακάτω παραγράφους περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού των εισροών στις θέσεις των φραγμάτων που κατασκευάζονται (Σμόκοβο) ή πρόκειται να κατασκευαστούν. Σε όλες τις θέσεις ο υπολογισμός των εισροών έγινε με τη χρήση του υδρολογικού μοντέλου απορροής MIKESHE. 6.3.1 Υπολογισμός εισροών ταμιευτήρα Σμοκόβου Για τον υπολογισμό των εισροών στον ταμιευτήρα Σμοκόβου χρησιμοποιήθηκε το υδρολογικό μοντέλο MIKESHE με βάση τη βαθμονόμηση που έχει επιτευχθεί για τις ορεινές λεκάνες απορροής Πύλης και Μουζακίου καθώς και του Αλή Εφέντη και Αμυγδαλιάς που περιέχουν και καλλιεργούμενες εκτάσεις. Η περιβαλλοντική παροχή κατάντη του φράγματος έχει οριστεί από τη ΜΠΕ του φράγματος σε 1.5 m³/s σταθερή σε όλη τη διάρκεια του έτους. Παρακάτω παρατίθενται οι εκτιμήσεις που έγιναν σε παλιότερες μελέτες: • ΕΥΠΑΛΙΝΟΣ (1965): Μέση ετήσια εισροή 160.0 hm³ (ή 5.07 m³/s). • ELECTROWATT (1968): Μέση ετήσια εισροή 129.0 hm³ (ή 4.10 m³/s). • ELECTROWATT (1970): Μέση ετήσια εισροή 178 hm³ (ή 5.64 m³/s), απόληψη για άρδευση 130 hm³. • ΥΔΡΟΜΕΤ κ.ά. (1982): Μέση ετήσια εισροή 175.3 hm³ (ή 5.56 m³/s) (για την περίοδο 1951−82). Μέση ετήσια απόληψη 130−150 hm³. • ΥΠΔΕ (1983): Μέση ετήσια εισροή 7.07 m³/s ή 222.9 hm³. • ΥΔΡΟΤΕΚ (1992): Μέση ετήσια εισροή 171.06 hm³ (ή 5.4 m³/s) (για την περίοδο 1951−90), ονομαστική μέση ετήσια απόληψη (για άρδευση και ενίσχυση υδροφορέων) 150 hm³. • ΕΥΔΕ Αχελώου και ΥΔΡΟΕΞΥΓΙΑΝΤΙΚΗ (1995): Μέση ετήσια εισροή 165.2 και 115.4 hm³ (ή 5.2 m³/s και 3.66 m³/s για το κανονικό και το δυσμενές σενάριο αντίστοιχα), ονομαστική απόληψη 150.0 και 115.4 hm³ αντίστοιχα. • ΕΥΔΕ Αχελώου και ΥΔΡΟΕΞΥΓΙΑΝΤΙΚΗ (2001): Μέση ετήσια εισροή 174.4 και 160.2 hm³ (ή 5.53 m³/s και 5.08 m³/s για το κανονικό και το δυσμενές σενάριο αντίστοιχα), ονομαστική απόληψη 156.8 και 147.4 hm³ αντίστοιχα. Οι τιμές αυτές της παροχής στη θέση Σμόκοβο έχουν προέλθει από τις μετρήσεις στάθμης – παροχής του υδρομετρικού σταθμού Κέδρος, ο οποίος έχει τοποθετηθεί κατάντη της θέσης του φράγματος και αμέσως κατάντη της συμβολής του ρέματος Σμοκοβίτικο που πηγάζει από την περιοχή του οικισμού Βαθύλακκος και συμβάλλει στο Σοφαδίτη με κατεύθυνση Δ−Α 6 km περίπου ανάντη του Κέδρου. Η υπολεκάνη του Σμοκοβίτικου έχει επιφάνεια 114.5 km2 και μέσο υψόμετρο 688 m. Χαρακτηριστικό της λεκάνης του Σμοκοβίτικου είναι η ανάπτυξη σημαντικών πηγών, με συνέπεια τη διατήρηση μόνιμης ροής όλες τις εποχές του έτους. Από αυτές, γνωστότερες είναι οι θειούχες πηγές των Λουτρών Σμοκόβου. Αξιόλογες πηγές αναπτύσσονται και κοντά στο χωριό Βαθύλακκος. Πέρα από τις μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής, που εκτιμούν έναν σημαντικό λόγο θερινών παροχών, δεν υπάρχουν υδροφορίας της λεκάνης. Μικρές αναβλύσεις εμφανίζονται ακόμη και μετά τη συμβολή του Σμοκοβίτικου με τον Σοφαδίτη. Ο σταθμός άρχισε να λειτουργεί το 1960 από το ΥΠΔΕ με σταθμήμετρο και μετρήσεις παροχής με μυλίσκο αν 15μερο περίπου, μέχρι το 1972. Το 1972 το ΥΠΔΕ σταμάτησε να μετράει την παροχή και συνέχισε το ΥΠΓΕ τις μετρήσεις τοποθετώντας μηνιαίο σταθμηγράφο. Σύμφωνα με την Υδρολογική μελέτη του φράγματος Σμοκόβου (ΥΠΔΕ, 1983) οι μετρήσεις παροχής του ΥΠΔΕ, ο τρόπος μέτρησης, τα χρησιμοποιούμενα όργανα, το προσωπικό, κλπ. μετά από πληροφορίες των αρμοδίων και υδρολογικούς ελέγχους (ΥΠΔΕ, 1983) κρίθηκαν αξιόπιστα σε αντίθεση με εκείνα του ΥΠΓΕ τα οποία και δεν χρησιμοποιήθηκαν περαιτέρω. Ο σταθμός Κέδρος όμως φαίνεται πως παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία του σύμφωνα με την εκτίμηση της ELECTROWATT (1968). Σύμφωνα με τη μελέτη «Το σταθμήμετρον είναι κακώς τοποθετημένον εις το ανώμαλον τμήμα του ποταμού Σοφαδίτου, όπου η κοίτη αλλάζει συνεχώς λόγω των φερτών υλών. Αι μετρήσεις δύνανται να θεωρηθούν μόνον ως κατά προσέγγισιν και παροχαί μικρότεραι των 5 μ3/δλ ουδόλως μετρώνται εφ’ όσον η στάθμη του ύδατος είναι τότε κάτωθι του μηδενός της κλίμακος». Επομένως θα πρέπει οι μετρημένες απορροές να μην θεωρούνται εκ των προτέρων ακριβείς. Είναι επίσης πιθανό ότι το τελικό δείγμα των μέσων μηνιαίων παροχών στη θέση του φράγματος να προκύπτει από εκείνες του Κέδρου με βάση την αναλογία των επιφανειών της λεκάνης. Έτσι, πέρα από τη πιθανότητα να μην μετρώνται οι απορροές της λεκάνης της Ξυνιάδας (σίγουρα κατά τη θερινή περίοδο που χρησιμοποιούνται για αρδεύσεις αλλά και πολύ πιθανό και των υπόλοιπων περιόδων), η υποτιθέμενη ισότητα των συντελεστών απορροής της λεκάνης που αφαιρείται (Σμοκοβίτη) και της λεκάνης που προστίθεται (Ξυνιάδας) δημιουργεί προφανή υπερεκτίμηση των παροχών. Με βάση τη Συμπληρωματική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) της εκτροπής του π. Αχελώου προς Θεσσαλία η μέση ετήσια παροχή στη θέση του φράγματος είναι ίση με 5.53 m³/s και ο συντελεστής απορροής ίσος με 0.59. Η τιμή της παροχής προέκυψε για μεν τα υδρολογικά έτη από 1951−52 ως 1981−82 από τη μελέτη των ΥΔΡΟΜΕΤ κ.ά (1983) ενώ για δε τα υδρολογικά έτη 1982−83 ως 1992−93 εκτιμήθηκαν με οργανική συσχέτιση με τη βροχή. Η μέση ετήσια βροχόπτωση στη λεκάνη για τα υδρολογικά έτη από 1960−61 έως 1992−93 είναι ίση με 747.3 mm. Ο συντελεστής απορροής που υπολογίστηκε (0.59) είναι ιδιαίτερα υψηλός και μάλιστα μεγαλύτερος από το συντελεστή απορροής του Πάμισου στο Μουζάκι, σύμφωνα πάντα με τη ΣΜΠΕ, (0.53, με μέση ετήσια βροχόπτωση ίση με 1474.2mm) και προσεγγίζει το συντελεστή απορροής του Πορταϊκού στην Πύλη (0.72, με μέση ετήσια βροχόπτωση ίση με 1678.4). Η τιμή αυτή του συντελεστή απορροής δεν είναι εύλογη για δύο κύριους λόγους: (α) διότι περισσότερο από το 1/3 της λεκάνης απορροής του φράγματος (και σχεδόν το ½ αυτής) καταλαμβάνεται από τη πεδιάδα της Ξυνιάδας, η οποία έχει πολύ μικρές κλίσεις και κακό γενικά στραγγιστικό δίκτυο και απολήψεις αρδευτικού νερού κατά τη θερινή περίοδο, και (β) γιατί μπορεί τα εδάφη να προέρχονται από την αποσάρθρωση γενικά αδιαπέρατων γεωλογικών σχηματισμών (π.χ. φλύσχης), όμως η φυτοκάλυψη είναι ιδιαίτερα πλούσια. Πράγματι, από την κατάταξη του προγράμματος CORINE προκύπτει ότι το 51% της λεκάνης απορροής καταλαμβάνεται από δάσος πλατυφύλλων (26%) και γενικά πυκνή σκληροφυλλική βλάστηση (25%) ενώ χρήσεις γης που γενικά παράγουν σημαντική απορροή όπως για παράδειγμα οι φυσικοί βοσκότοποι, οι θάμνοι και χερσότοποι, οι μεταβατικές δασώδεις και θαμνώδεις εκτάσεις και οι εκτάσεις με αραιή βλάστηση δεν καταλαμβάνουν αθροιστικά πάνω από το 15% της συνολικής επιφάνειας της λεκάνης απορροής. Επιπροσθέτως λόγω του χαμηλότερου γεωγραφικού πλάτους και του χαμηλότερου υψόμετρου σε σχέση με τη λεκάνη απορροής π.χ. του π. Πάμισου στο Μουζάκι, η πραγματική εξατμοδιαπνοή θα είναι σαφώς μεγαλύτερη στην περίπτωση της λεκάνης απορροής στο Σμόκοβο. Επίσης στη ΣΜΠΕ (2001) η μέση ετήσια επιφανειακή βροχόπτωση έχει προέλθει από τα πολύγωνα Thiessen με επιφανειακή ολοκλήρωση σημειακών βροχοπτώσεων των βροχομετρικών σταθμών Βαθύλακου (0.02), Λουτροπηγής (0.40), Ανάβρας (0.09), Τρίλοφου (0.42) και Πιτσιωτών (0.08). Στην παρένθεση αναγράφεται ο αντίστοιχος συντελεστής Thiessen. Ο συντελεστής υψομετρικής αναγωγής είναι ίσος με 0.928. Διαπιστώνουμε ότι καταρχήν το 50% της επιρροής στην επιφανειακή βροχόπτωση προέρχεται από σταθμούς που είναι εκτός της λεκάνης απορροής του ταμιευτήρα Σμοκόβου (Βαθύλακος, Πιτσιωτά και Τρίλοφο) και από την άλλη δεν συμμετέχει κανένας από τους σταθμούς που είναι εγκατεστημένοι στο οροπέδιο της Ξυνιάδας (π.χ. Ξυνιάδα, Μακρυράχη), παρόλο που το συγκεκριμένο τμήμα αποτελεί σχεδόν το 50% της λεκάνης απορροής, όπου εκεί η βροχόπτωση είναι, κατά γενική ομολογία, σαφώς μικρότερη. Υπολογίζοντας τους ετήσιους συντελεστές απορροής από τα δεδομένα της υπόψη ΣΜΠΕ προκύπτει το Σχήμα 6 2. 0.40 0.60 0.80 1.00 1.20 400 500 600 700 800 900 1000 1100 Μέση ετήσια κατακρήμνιση (mm) Συντελεστής απορροής . Σχήμα 6-2: Ετήσιοι συντελεστές απορροής όπως προκύπτουν από τη Συμπληρωματική μελέτη των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της εκτροπής του π. Αχελώου προς Θεσσαλία. Φαίνεται ότι ο συντελεστής απορροής για το υδρολογικό έτος 1962−63 είναι μεγαλύτερος από τη μονάδα, γεγονός που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό (π.χ. εκφορτίσεις υπόγειων υδροφορέων από αποθήκευση προηγούμενων ετών) αν γινόταν περισσότερες φορές και όχι μόνο μια. Για το προηγούμενο έτος από αυτό η ετήσια βροχόπτωση ήταν ίση με 793.1mm (στο μέσον όρο) και ο σ υντελεστής απορροής ίσος με 0.37. Για παραπλήσιο ύψος βροχής σε άλλα υδρολογικά έτη ο συντελεστής απορροής δεν υπερβαίνει το 0.8. Ακόμα και για το ξηρότερο υδρολογικό έτος ο ετήσιος συντελεστής απορροής δεν είναι μικρότερος από 0.3 και ως γνωστόν η υπόψη λεκάνη απορροής δεν έχει ικανοποιητική υπόγεια υδροφορία κυρίως λόγω των γενικά αδιαπέρατων πετρωμάτων που επικρατούν, ώστε να συντηρεί τέτοιους συντελεστές απορροής. Η μελέτη της SOGREAH (1974) δίνει τον Πίν. 6 2 που παρουσιάζει μετρημένες παροχές στη θέση του φράγματος μόνο για τρία υδρολογικά έτη της τάξης των 3.6 m³/s. Σύμφωνα με τις επιφανειακές βροχοπτώσεις, όπως δημοσιεύονται στη ΣΜΠΕ, οι αντίστοιχες τιμές είναι ίσες με 730.7mm για το υδρολογικό έτος 1972−73 και 791.1mm για το υδρολογικό έτος 1973−74. Οι τιμές αυτές βρίσκονται σχεδόν στη μέση τιμή της επιφανειακής βροχόπτωσης για την ίδια μελέτη, άρα δεν αναμένεται σημαντική αύξηση της τιμής αυτής με την αύξηση του δείγματος. Αντίστοιχα η εικοσαετία από την οποία προκύπτει η τιμή 3.41 m³/s από τη Διαχειριστική Μελέτη του ΥΠΑΝ αφορά στην περίοδο των ετών 1980−81 έως και 1999−2000 στην οποία ανήκουν και τα έτη της τελευταίας έντονης ξηρασίας. Πίν. 6-2: Μετρημένες παροχές όπως παρουσιάζονται στη μελέτη της SOGREAH Grenoble (1974) ΟΚΤ ΝΟΕ ΔΕΚ ΙΑΝ ΦΕΒ ΜΑΡ ΑΠΡ ΜΑΪ ΙΟΥΝ ΙΟΥΛ ΑΥΓ ΣΕΠ ΕΤΟΣ 1971-72 1.96 5.77 7.32 6.06 3.34 0.49 0.26 0.25 0.51 1972-73 1.73 0.9 0.9 8.85 7.13 8.43 6.42 1.43 0.33 0.2 0.2 0.21 3.06 1973-74 0.83 1.64 4.82 4.14 12.03 13.51 7.63 2.79 1.2 0.37 0.15 0.35 4.12 ΜΕΣΟΣ. ΟΡΟΣ 1.28 1.27 2.86 4.98 8.31 9.75 6.70 2.52 0.67 0.28 0.20 0.36 3.59 Ανακεφαλαιώνοντας τις εκτιμήσεις διαφόρων μελετών δίνεται ο Πίν. 6-3.
| ΟΚΤ | ΝΟΕ | ΔΕΚ | ΙΑΝ | ΦΕΒ | ΜΑΡ | ΑΠΡ | ΜΑΪ | ΙΟΥΝ | ΙΟΥΛ | ΑΥΓ | ΣΕΠ | ΕΤΟΣ | |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| 1971-72 | 1.96 | 5.77 | 7.32 | 6.06 | 3.34 | 0.49 | 0.26 | 0.25 | 0.51 | ||||
| 1972-73 | 1.73 | 0.9 | 0.9 | 8.85 | 7.13 | 8.43 | 6.42 | 1.43 | 0.33 | 0.2 | 0.2 | 0.21 | 3.06 |
| 1973-74 | 0.83 | 1.64 | 4.82 | 4.14 | 12.03 | 13.51 | 7.63 | 2.79 | 1.2 | 0.37 | 0.15 | 0.35 | 4.12 |
| ΜΕΣΟΣ. ΟΡΟΣ | 1.28 | 1.27 | 2.86 | 4.98 | 8.31 | 9.75 | 6.70 | 2.52 | 0.67 | 0.28 | 0.20 | 0.36 | 3.59 |
Μελέτη (2006) ELECTROWATT (1968) SOGREAH (1974) Έκταση λεκάνης (km2 ) 382.0 Μέση ετήσια βροχόπτωση (mm) 747.3 705.4 888 - Μέση ετήσια παροχή (m3 /s) 5.34 3.41 4.09 3.6 Ισοδύναμο ύψος απορροής (mm) 440.7 279.9 338 297.2 Συντελεστής απορροής 0.59 0.38 0.41 - Γίνεται επίσης μια πρώτη προσέγγιση του υδατικού ισοζυγίου του ταμιευτήρα με βάση τα έως τώρα γνωστά στοιχεία της διακύμανσης του όγκου και των απολήψεων από τον ταμιευτήρα. Με γνωστά την ημερήσια καταγραφή της στάθμης και τα δεδομένα απολήψεων (προσεγγιστικά για την περίοδο 2003-2004, αναλυτικά για το έτος 2005), κατασκευάστηκαν το ημερήσιο και μηνιαίο ισοζύγιο εισροών-εκροών του ταμιευτήρα Σμοκόβου. Το ισοζύγιο βασίζεται στην σχέση: St + 1 = St + It – Rt – Wt όπου St και St + 1 το απόθεμα του ταμιευτήρα στην αρχή και το πέρας του χρονικού βήματος (ημέρα ή μήνας), It οι καθαρές υδρολογικές εισροές στον ταμιευτήρα, Rt η εκροή κατάντη του φράγματος και Wt η απόληψη μέσω της σήραγγας Λεονταρίου. Το εκάστοτε απόθεμα υπολογίζεται μέσω της γνωστής στάθμης, με χρήση λογαριθμικής παρεμβολής μεταξύ των γνωστών τιμών του. Μοναδικός άγνωστος της εξίσωσης ισοζυγίου είναι οι καθαρές υδρολογικές εισροές, που αναφέρονται στην φυσική προφορά νερού λόγω της απορροής των ανάντη λεκανών και της βροχόπτωσης στην επιφάνεια του ταμιευτήρα, μείον τις απώλειες λόγω εξάτμισης. Τη θερινή περίοδο, οπότε η απορροή και η βροχόπτωση είναι πολύ μικρή ή μηδενική, ενώ αντίθετα μεγιστοποιείται η εξάτμιση, οι καθαρές εισροές στον ταμιευτήρα προκύπτουν αρνητικές. Βεβαίως, κάτι τέτοιο ενδεχομένως οφείλεται σε υποεκτίμηση των απολήψεων, ιδιαίτερα την περίοδο για την οποία δεν υπάρχουν στοιχεία. Υπάρχει ωστόσο το ενδεχόμενο να οφείλεται και σε υπόγειες διαφυγές νερού, ζήτημα που θίγεται στη μελέτη της ELECTROWATT (1970). Η μελέτη αυτή δέχεται συνολικές απώλειες αρδευτικού νερού της τάξης των 5.0 hm³/έτος, λόγω διαρροών από το φράγμα, την σήραγγα εκτροπής και τα τοιχώματα της δεξαμενής. Το υδρολογικό έτος 2002−03 ήταν πλούσιο σε υδροφορία, με αποτέλεσμα την γρήγορη πλήρωση του ταμιευτήρα. Ειδικότερα, τον Ιανουάριο του 2003 οι εισροές έφτασαν τα 40.0 hm³. Το επόμενο υδρολογικό έτος ήταν λιγότερο πλούσιο, ενώ το έτος 2004−05, καθώς και οι πρώτοι δύο μήνες του τρέχοντος υδρολογικού έτους, χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα ξηροί, κάτι που αποτυπώνεται και από την πτώση της στάθμης κάτω από τα επίπεδα των +360 m. Πράγματι για το υδρολογικό έτος 2002−03 οι ετήσιες εισροές ανέρχονται σε 167.8 hm³ (ή 5.36 m³/s), το υδρολογικό έτος 2003−04 οι αντίστοιχες τιμές ήταν 106.55 hm³ (ή 3.38 m³/s) και το υδρολογικό έτος 2004−05 οι αντίστοιχες τιμές ήταν 49.06 hm³ (ή 1.57 m³/s). Η μέση τιμή της παροχής για τα τρία αυτά έτη είναι 107.8 hm³ (ή 3.44 m³/s). Είναι πιθανό ότι κάποιες από τις παραμέτρους του υδατικού ισοζυγίου (δηλαδή οι εκροές) να μην είναι σωστά εκτιμημένες, αλλά πάντως σε κάθε περίπτωση δεν θα αλλάζουν σημαντικά τα αποτελέσματα. Βέβαια με την άθροιση περισσότερων υδρολογικών ετών στο ιστορικό λειτουργίας του ταμιευτήρα καθώς και με την περισσότερο ακριβή καταγραφή των απολήψεων θα είναι δυνατή η εκτίμηση των πραγματικών εισροών στον ταμιευτήρα με μεγαλύτερο επίπεδο αξιοπιστίας. Εν κατακλείδει διαπιστώνουμε ότι οι εκτιμήσεις των εισροών στις σχετικές μελέτες του φράγματος Σμοκόβου είναι κατά μια πιθανότητα υπερεκτιμημένες. Η υπερεκτίμηση αυτή έχει ως άμεση συνέπεια την υπερεκτίμηση αφενός μεν της οικολογικής παροχής που πρέπει να αφήνεται κατάντη του φράγματος αλλά και των αρδευτικών εκτάσεων που θα αρδεύονται απευθείας. Με βάση τα σενάρια διαχείρισης που παρατίθενται στις παρακάτω ενότητες, αν αφαιρεθεί η περιβαλλοντική παροχή και η ετήσια αρδευτική κατανάλωση είναι ίση με 587 m³/στρέμμα, τότε με πιθανότητα αστοχίας 10%, αρδεύονται συνολικά 86000 στρέμματα αρδευτικής γης. Σε περίπτωση χαμηλότερης κατανάλωσης αρδευτικού ΦΕΚ 162 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1793
| Μελέτη | ΣΜΠΕ (2001) | Διαχειριστική Μελέτη (2006) | ELECTROWATT (1968) | SOGREAH (1974) |
|---|---|---|---|---|
| Έκτασηλεκάνης (km2) Μέσηετήσιαβροχόπτωση (mm) Μέσηετήσιαπαροχή (m3/s) Ισοδύναμούψοςαπορροής (mm) Συντελεστήςαπορροής | 382.0 747.3 705.4 888 - 5.34 3.41 4.09 3.6 440.7 279.9 338 297.2 0.59 0.38 0.41 - |
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)