Νόμοι — ΦΕΚ A' 162/2024
- α) ο εγκατεστημένος στο εσωτερικό της χώρας υποκείμενος στον φόρο, για τις ενεργούμενες από αυτόν
πράξεις, για τις οποίες ο τόπος φορολογίας βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας. Ειδικά, για την παράδοση του παραγγελέα προς τον παραγγελιοδόχο, στην περίπτωση παραγγελιοδοχικών πωλήσεων, σύμφωνα με την παρ. 2 αγροτική δραστηριότητα, για τις οποίες η εκκαθάριση εκδίδεται πέραν του μηνός κατ’ εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας, υπόχρεος για την καταβολή του φόρου είναι ο παραγγελιοδόχος,
- β) ο εγκατεστημένος στο εσωτερικό άλλου κράτους
μέλους υποκείμενος στον φόρο, για τις ενεργούμενες από αυτόν πράξεις, για τις οποίες ο τόπος φορολογίας βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, εκτός των πράξεων που αναφέρονται στις περ. ε) και στ), και εφόσον δεν έχει ορίσει φορολογικό αντιπρόσωπο, σύμφωνα με την περ. ε) της παρ. 3 του άρθρου 41,
- γ) ο φορολογικός αντιπρόσωπος του εγκατεστημένου
εκτός Ελλάδας υποκειμένου στον φόρο, για τις πραγματοποιούμενες από αυτόν πράξεις, για τις οποίες ο τόπος φορολογίας βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, εκτός των πράξεων που αναφέρονται στις περ. ε) και στ),
- δ) ο εγκατεστημένος στο εσωτερικό της χώρας λήπτης
των αγαθών, στην περίπτωση παράδοσης αγαθών που πραγματοποιείται κατά την έννοια του άρθρου 45, καθώς και σε κάθε περίπτωση που ο αγοραστής ή εισαγωγέας αγαθών ή λήπτης υπηρεσιών έτυχε μερικής ή ολικής απαλλαγής από τον φόρο με υπουργικές αποφάσεις,
- ε) ο λήπτης των αγαθών, εφόσον είναι υποκείμενος
στον φόρο, για τις κατωτέρω πράξεις για τις οποίες ο τόπος φορολογίας βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, εφόσον οι πράξεις αυτές πραγματοποιούνται από μη εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας υποκείμενο στον φόρο:
- εα) παράδοση αγαθών κατά την έννοια της παρ. 3 του
άρθρου 20, και στο τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο με αυτό παραστατικό πωλήσεων που εκδίδεται, γίνεται ρητή αναφορά ότι πρόκειται για παράδοση αγαθών που πραγματοποιείται μετά από ενδοκοινοτική απόκτηση κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 20 και αναγράφεται τόσο ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΑΦΜ/ΦΠΑ), με τον οποίο ο υποκείμενος αυτός πραγματοποίησε την ενδοκοινοτική απόκτηση και τη μετέπειτα παράδοση αγαθών, όσο και ο ΑΦΜ/ΦΠΑ του παραλήπτη,
- εβ) παράδοση αγαθών, που πραγματοποιείται στο
εσωτερικό της χώρας κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 17,
- στ) ο λήπτης των υπηρεσιών, εφόσον είναι υποκείμενος στον φόρο ή μη υποκείμενο στον φόρο νομικό πρόσωπο το οποίο διαθέτει ΑΦΜ/ΦΠΑ στο εσωτερικό της
χώρας, για τις παροχές υπηρεσιών για τις οποίες ο τόπος φορολογίας βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 18, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται από μη εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας υποκείμενο στον φόρο,
- ζ) ο εγκατεστημένος στο εσωτερικό της χώρας λήπτης
αγαθών και υπηρεσιών, για τις πράξεις για τις οποίες υπόχρεος, καταρχήν, είναι ο φορολογικός αντιπρόσωπος σύμφωνα με την περ. γ) και για τις οποίες δεν έχει οριστεί φορολογικός αντιπρόσωπος, σύμφωνα με την περ. δ) της παρ. 3 του άρθρου 41,
- η) ο εγκατεστημένος στο εσωτερικό της χώρας λήπτης
αγαθών και υπηρεσιών, για τις πράξεις για τις οποίες υπόχρεος, καταρχήν, είναι ο εγκατεστημένος στο εσωτερικό άλλου κράτους μέλους υποκείμενος στον φόρο σύμφωνα με την περ. β) και για τις οποίες ο τελευταίος δεν διαθέτει ΑΦΜ/ΦΠΑ στο εσωτερικό της χώρας. Κατ’ εξαίρεση, υπόχρεος στον φόρο είναι ο λήπτης των αγαθών υποκείμενος στον φόρο, που διαθέτει ΑΦΜ/ ΦΠΑ, στο εσωτερικό της χώρας ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασής του, σε περίπτωση που ο προμηθευτής των αγαθών δεν είναι εγκατεστημένος στη χώρα και έχει λάβει άδεια ο ίδιος ή επιχείρηση που ανήκει στον ίδιον όμιλο για αναστολή καταβολής του φόρου κατά την εισαγωγή αγαθών στην Ελλάδα, σύμφωνα με την παρ. 4α του άρθρου 29 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001, Α’ 265). Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και της παρ. 4α του άρθρου 29 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, δεν ισχύει η υποχρέωση της περ. δ) της παρ. 3 του άρθρου 41. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών χορηγείται έγκριση στα πρόσωπα που εμπίπτουν στα δύο προηγούμενα εδάφια και καθορίζονται ο τρόπος, οι διαδικασίες και οι λεπτομέρειες καταβολής του φόρου, καθώς και τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλλονται από τα πρόσωπα αυτά,
- θ) το πρόσωπο που πραγματοποιεί ενδοκοινοτική
απόκτηση αγαθών,
- ι) οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, το οποίο αναγράφει
τον φόρο στα τιμολόγια ή σε άλλα ισοδύναμα με αυτά παραστατικά πωλήσεων που εκδίδει:
- ια) ο εγκατεστημένος στο εσωτερικό της χώρας, υποκείμενος στον φόρο με δραστηριότητα μεταφοράς φυσικού αερίου μέσω αγωγών για τα αγαθά και τις υπηρεσίες,
που αποκλειστικά χρησιμοποιεί για την κατασκευή των αγωγών αυτών,
- ιβ) στις περιπτώσεις του άρθρου 7 ο υποκείμενος στον
φόρο, που θεωρείται ότι έχει παραδώσει τα αγαθά στον υποκείμενο στον φόρο, ο οποίος διευκολύνει την παράδοση αγαθών μέσω της χρήσης ηλεκτρονικής διεπαφής, εφόσον ο υποκείμενος που έχει διευκολύνει την παράδοση των αγαθών δεν είναι υπόχρεος για την καταβολή του ΦΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 5γ του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 282/2011,
- ιγ) ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος στην περίπτωση του πλειστηριασμού.
Για την εφαρμογή της παρ. 1, υποκείμενος στον φόρο που έχει μόνιμη εγκατάσταση στο εσωτερικό της χώρας, θεωρείται ως υποκείμενος στον φόρο μη εγκατεστημένος στο εσωτερικό της χώρας, όταν σωρευτικά:
- α) πραγματοποιεί φορολογητέα παράδοση αγαθών ή
παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό της χώρας,
- β) η εγκατάσταση που ο προμηθευτής ή ο παρέχων
διατηρεί στο εσωτερικό της χώρας δεν παρεμβαίνει στην εν λόγω παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών.
Οποιοδήποτε πρόσωπο χρεώνει φόρο σε παραστατικό πωλήσεων (φορολογικό στοιχείο) που εκδίδει, έστω και αν ο φόρος αυτός είναι μεγαλύτερος του προβλεπο
Για την εισαγωγή αγαθών, υπόχρεος στον φόρο είναι ο λογιζόμενος ως κύριος των εισαγόμενων αγαθών.
Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών:
- α) ορίζεται ο τρόπος καταβολής του φόρου στις περιπτώσεις που υπόχρεος είναι ο λήπτης υποκείμενος
στον φόρο,
- β) είναι δυνατόν να ορίζεται ότι υπόχρεος στον φόρο
είναι ο εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα υποκείμενος στον φόρο, εφόσον υπάρχει σύμβαση αμοιβαίας συνδρομής, μεταξύ της Ελλάδας και της χώρας εγκατάστασής του,
- γ) είναι δυνατόν να ορίζεται ως υπόχρεος στον φόρο ο
λήπτης αγαθών ή υπηρεσιών και σε άλλες περιπτώσεις, εκτός αυτών που αναφέρονται στην περ. δ) της παρ. 1,
- δ) ορίζονται κάθε διαδικαστικό θέμα και λεπτομέρεια
για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 41
Υποχρεώσεις των υποκειμένων στον φόρο
Ο υποκείμενος στον φόρο υποχρεούται να υποβάλλει τις δηλώσεις που προβλέπονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ, ν. 5104/2024, Α’ 58).
Για κάθε υποκείμενο στον φόρο χρησιμοποιείται ως Αριθμός Φορολογικού Μητρώου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΑΦΜ/ΦΠΑ) ο μοναδικός αριθμός φορολογικού μητρώου, ο οποίος χορηγείται, σύμφωνα με τον ΚΦΔ.
Ο υποκείμενος στον φόρο υποχρεούται επίσης:
- α) να τηρεί λογιστικά αρχεία (βιβλία) και να εκδίδει
παραστατικά πωλήσεων, σύμφωνα με τη νομοθεσία για τα ελληνικά λογιστικά πρότυπα, εκτός αν είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος και δεν διαθέτει εγκατάσταση στην Ελλάδα. Ειδικά:
- αα) Ο υποκείμενος στον φόρο που παραλαμβάνει
ενσώματα κινητά αγαθά, τα οποία του αποστέλλονται από άλλο κράτος μέλος από ή για λογαριασμό υποκείμενου στον φόρο που διαθέτει ΑΦΜ/ΦΠΑ σε αυτό το άλλο κράτος μέλος, με σκοπό την εκτέλεση υπηρεσιών πραγματογνωμοσύνης ή εργασιών σε αυτά, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι εργασίες της περ. ε) της παρ. 2 του άρθρου 11, υποχρεούται να καταχωρίζει τις σχετικές πληροφορίες στα λογιστικά του αρχεία (βιβλία) κατά τρόπο που να είναι δυνατή η εξακρίβωση των αγαθών αυτών,
- αβ) ο υποκείμενος στον φόρο που παραδίδει ακίνητα
του άρθρου 8 υποχρεούται να καταχωρίζει στα λογιστικά του αρχεία (βιβλία) αναλυτικά το κόστος ανά οικοδομή που υπάγεται στο άρθρο 8,
- β) να υποβάλλει τις δηλώσεις του άρθρου 43.
Υποχρέωση υποβολής δήλωσης δεν υφίσταται, για υποκείμενους στον φόρο που πραγματοποιούν αποκλειστικά πράξεις που απαλλάσσονται από τον φόρο, χωρίς δικαίωμα έκπτωσης. Ειδικά για τη δήλωση της παρ. 10 του άρθρου 43, η υποχρέωση υφίσταται ανεξάρτητα από την ιδιότητα του προσώπου ως υποκείμενου ή μη στον φόρο,
- γ) να υποβάλλει στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων
Εσόδων (ΑΑΔΕ):
- γα) Ειδική δήλωση ΦΠΑ, όταν ενεργεί τις πράξεις που
αναφέρονται στην παρ. 1 και στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 8. Η δήλωση αυτή υποβάλλεται κατά τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 21. Με την υποβολή της δήλωσης αυτής, καταβάλλεται εφάπαξ ο αναλογών στην παράδοση του ακινήτου φόρος, αφού συμψηφισθεί ο φόρος εισροών κατά το ποσοστό που βαρύνει τη μεταβιβαζόμενη ιδιοκτησία, όπως έχει διαμορφωθεί μέχρι τη χρονική στιγμή γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης. Η ίδια δήλωση υποβάλλεται και για τις πράξεις της περ. γ) της παρ. 2 του άρθρου 9, χωρίς την καταβολή του φόρου, ο οποίος καταβάλλεται με τη δήλωση ΦΠΑ της παρ. 1 του άρθρου 43 της οικείας φορολογικής περιόδου,
- γβ) ειδικά έντυπα απεικόνισης του συνολικού κόστους
της οικοδομής και κατανομής αυτού στις επί μέρους ιδιοκτησίες, προϋπολογιστικά και απολογιστικά,
- γγ) γνωστοποίηση για τη χρησιμοποίηση ακινήτου, το
οποίο κατασκευάστηκε ως εμπορεύσιμο στοιχείο επιχείρησης, ως παγίου σε φορολογητέα δραστηριότητα, καθώς και για ακίνητο το οποίο απαλλοτριώθηκε. Η γνωστοποίηση αυτή υποβάλλεται ταυτόχρονα με τη δήλωση της φορολογικής περιόδου κατά την οποία άρχισε η χρησιμοποίηση ή πραγματοποιήθηκε η απαλλοτρίωση,
- γδ) υπεύθυνη δήλωση με την οποία γνωστοποιεί τις
τυχόν αιτίες για τις οποίες πρόκειται να συνταχθεί έγγραφο με το οποίο διορθώνεται, συμπληρώνεται, τροποποιείται ή επαναλαμβάνεται άλλο έγγραφο το οποίο αφορά σε πράξεις της παρ. 1 και της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 8. Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ ορίζονται ο τύπος, το περιεχόμενο και η διαδικασία υποβολής της ειδικής δήλωσης και των ειδικών εντύπων καθώς και ο χρόνος υποβολής των εντύπων αυτών και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
- δ) να ορίζει φορολογικό αντιπρόσωπό του, πριν από
την ενέργεια οποιασδήποτε φορολογητέας πράξης στο εσωτερικό της χώρας, εφόσον πρόκειται για υποκείμενο στον φόρο που δεν είναι μόνιμα εγκατεστημένος στο εσωτερικό της χώρας ή στο εσωτερικό άλλου κράτους μέλους και για την οποία είναι ο ίδιος υπόχρεος στον φόρο, σύμφωνα με το άρθρο 40. Ο ορισμός του φορολογικού αντιπροσώπου γίνεται με την υποβολή αντιγράφου του σχετικού πληρεξούσιου εγγράφου στην υπηρεσία της ΑΑΔΕ, που είναι αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος του φορολογικού αντιπροσώπου. Το αντίγραφο αυτό πρέπει να είναι θεωρημένο από την ελληνική προξενική αρχή του τόπου, όπου είναι εγκατεστημένος ο υποκείμενος στον φόρο, ή από την Αρχή που έχει οριστεί για τη θεώρηση, σύμφωνα με την από 5.10.1961 Σύμβαση της Χάγης.
- ε) Φορολογικό αντιπρόσωπο δύνανται να ορίζουν,
σύμφωνα με την περ. δ) και οι υποκείμενοι στον φόρο που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και δεν διαθέτουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Ο φορολογικός αντιπρόσωπος της περίπτωσης αυτής δεν υποχρεούται στην τήρηση βιβλίων και έκδοση στοιχείων για τις πράξεις που πραγματοποιεί ο εντολέας του. λογαριασμό του σε άλλο κράτος μέλος, για τις ανάγκες των πράξεων που αναφέρονται στις περ. γ), δ) και ε) της παρ. 4 του άρθρου 9, καθώς και για τα αγαθά που μετακινούνται από άλλο κράτος μέλος προς το εσωτερικό της χώρας, σύμφωνα με την περ. γ) του άρθρου 15.
- ζ) Να τηρεί λεπτομερείς καταχωρίσεις στα λογιστικά
του αρχεία (βιβλία) για τα αγαθά που μεταφέρονται σε άλλο κράτος μέλος, στο πλαίσιο των ρυθμίσεων για τα αποθέματα στη διάθεση συγκεκριμένου αποκτώντα, σύμφωνα με το άρθρο 10. Επίσης, να τηρεί λεπτομερείς καταχωρίσεις στα λογιστικά του αρχεία (βιβλία) για τα αγαθά που παραδίδονται στο εσωτερικό της χώρας, στο πλαίσιο των ρυθμίσεων για τα αποθέματα στη διάθεση συγκεκριμένου αποκτώντα, σύμφωνα με το άρθρο 10.
Ο υποκείμενος στον φόρο που πραγματοποιεί ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 15, καθώς και απαλλασσόμενες παραδόσεις αγαθών σύμφωνα με το άρθρο 33, υποχρεούται επίσης:
- α) να υποβάλλει ανακεφαλαιωτικό πίνακα για τις παραδόσεις αγαθών που πραγματοποιεί, σύμφωνα με τις
περ. α) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 33 και το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 20, καθώς και να παρέχει στον ανακεφαλαιωτικό πίνακα πληροφορίες σχετικά με τον ΑΦΜ/ΦΠΑ των υποκείμενων στον φόρο, για τους οποίους προορίζονται τα αγαθά στο πλαίσιο των ρυθμίσεων για τα αποθέματα στη διάθεση συγκεκριμένου αποκτώντα, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 10, καθώς και σχετικά με οποιαδήποτε αλλαγή σε ό,τι αφορά τις πληροφορίες που έχει ήδη υποβάλει,
- β) να χρησιμοποιεί για τις συναλλαγές αυτές τον ΑΦΜ
του με το πρόθεμα «EL» πριν από αυτόν, καθώς επίσης να αναγράφει στα στοιχεία που εκδίδει τον ΑΦΜ/ΦΠΑ του συναλλασσόμενου με το ανάλογο πρόθεμα που ισχύει σε κάθε κράτος μέλος, και
- γ) να υποβάλλει στατιστική δήλωση (ΙΝΤRΑSTAT), για
τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές που πραγματοποιεί για κάθε μήνα.
- δ) να υποβάλλει ανακεφαλαιωτικό πίνακα για τις ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών που πραγματοποιεί, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 και του άρθρου
15, καθώς και για τις αποκτήσεις που πραγματοποιεί και αποδεικνύει ότι έγιναν με σκοπό τη μεταγενέστερη παράδοση εντός άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 20. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην περ. α) για τα αγαθά τα οποία αποστέλλονται ή μεταφέρονται στο πλαίσιο των ρυθμίσεων για τα αποθέματα στη διάθεση συγκεκριμένου αποκτώντα, σύμφωνα με την περ. δ) της παρ. 2 του άρθρου 10, καταχωρίζονται στους ανακεφαλαιωτικούς πίνακες που αφορούν στην ημερολογιακή περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ξεκίνησε η μεταφορά ή η αποστολή τους προς το άλλο κράτος μέλος, ή αντίστροφα από το άλλο κράτος μέλος σε περίπτωση επιστροφής των αγαθών, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 10. Τυχόν μεταβολές στις προαναφερόμενες πληροφορίες καταχωρίζονται στους ανακεφαλαιωτικούς πίνακες την ημερολογιακή περίοδο κατά την οποία έλαβαν χώρα οι μεταβολές αυτές.
Ο υποκείμενος στον φόρο που πραγματοποιεί παροχές υπηρεσιών, για τις οποίες ο τόπος δεν είναι το εσωτερικό της χώρας, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 18, και για τις οποίες ο λήπτης είναι υποκείμενο στον φόρο πρόσωπο ή μη υποκείμενο στον φόρο νομικό πρόσωπο που διαθέτει ΑΦΜ/ΦΠΑ σε άλλο κράτος μέλος, υποχρεούται:
- α) να χρησιμοποιεί, για τις εν λόγω παροχές υπηρεσιών, τον ΑΦΜ του με το πρόθεμα «EL» πριν από αυτόν,
καθώς επίσης να αναγράφει στα στοιχεία που εκδίδει τον ΑΦΜ/ΦΠΑ του συναλλασσόμενου με το ανάλογο πρόθεμα που ισχύει σε κάθε κράτος μέλος, και
- β) να υποβάλλει ανακεφαλαιωτικό πίνακα για τις εν
λόγω παροχές υπηρεσιών. Οι ανωτέρω υποχρεώσεις δεν ισχύουν για υπηρεσίες οι οποίες απαλλάσσονται από τον φόρο στο κράτος μέλος του λήπτη των υπηρεσιών.
Ο υποκείμενος στον φόρο ή το μη υποκείμενο στον φόρο νομικό πρόσωπο που διαθέτει ΑΦΜ/ΦΠΑ στο εσωτερικό της χώρας και λαμβάνει υπηρεσίες από υποκείμενο στον φόρο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, για τις οποίες ο τόπος φορολογίας είναι το εσωτερικό της χώρας, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 18, και για τις οποίες είναι ο ίδιος υπόχρεος στον φόρο, υποχρεούται για τις εν λόγω υπηρεσίες:
- α) να χρησιμοποιεί τον ΑΦΜ του με το πρόθεμα «EL»
πριν από αυτόν,
- β) να υποβάλλει ανακεφαλαιωτικό πίνακα.
Η υποχρέωση δεν ισχύει για υπηρεσίες οι οποίες απαλλάσσονται από τον φόρο στο εσωτερικό της χώρας.
Οι πράξεις που αναφέρονται στις παρ. 4, 5 και 6 καταχωρίζονται στους ανακεφαλαιωτικούς πίνακες την ημερολογιακή περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο φόρος καθίσταται απαιτητός, σύμφωνα με άρθρα 21 και 23 και στην περίπτωση μείωσης της φορολογητέας αξίας μετά την πραγματοποίηση της πράξης, την ημερολογιακή περίοδο που πραγματοποιείται η μείωση.
Όταν υποκείμενος στον φόρο διευκολύνει, μέσω της χρήσης ηλεκτρονικής διεπαφής, όπως αγοράς, πλατφόρμας, διαδικτυακής πύλης ή παρόμοιων μέσων, την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών σε μη υποκείμενο στον φόρο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Γ’, ο υποκείμενος στον φόρο, ο οποίος διευκολύνει την παράδοση των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών υποχρεούται να τηρεί καταχωρίσεις των εν λόγω πράξεων. Οι εν λόγω καταχωρίσεις είναι λεπτομερείς, ώστε να επιτρέπουν στις φορολογικές αρχές του κράτους μέλους όπου οι εν λόγω πράξεις φορολογούνται να επαληθεύουν την ακρίβεια του υπολογισμού του ΦΠΑ. Οι καταχωρίσεις των προηγούμενων εδαφίων πρέπει να διατίθενται, κατόπιν αιτήματος, με ηλεκτρονικά μέσα στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και διαφυλάσσονται για διάστημα δέκα (10) ετών, το οποίο αρχίζει από τις 31 Δεκεμβρίου του έτους κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η πράξη. φόρο και οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος του άρθρου 48, εφόσον διενεργούν ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών, οι οποίες δεν καλύπτονται από την παρέκκλιση της παρ. 2 του άρθρου 14 υποχρεούνται:
- α) να υποβάλλουν τις δηλώσεις που προβλέπονται από
την παρ. 1 και να λαμβάνουν ΑΦΜ σύμφωνα με τον ΚΦΔ,
- β) να υποβάλλουν δήλωση μεταβολών, με την οποία
γνωστοποιούν στην ΑΑΔΕ τη διενέργεια φορολογητέων ενδοκοινοτικών αποκτήσεων αγαθών σύμφωνα με τον ΚΦΔ. Η δήλωση αυτή υποβάλλεται κατά τον χρόνο που διαπιστώνεται η συνδρομή των προϋποθέσεων για τη φορολόγηση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14,
- γ) να υποβάλλουν τη δήλωση της παρ. 8 του άρθρου
43,
- δ) να υποβάλλουν δήλωση μεταβολών σύμφωνα με
τον ΚΦΔ, με την οποία γνωστοποιούν στην ΑΑΔΕ την παύση των φορολογητέων ενδοκοινοτικών αποκτήσεων αγαθών. Η δήλωση αυτή υποβάλλεται εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη του έτους για το οποίο δεν προβλέπεται η πραγματοποίηση φορολογητέων ενδοκοινοτικών αποκτήσεων αγαθών, και ισχύει από την έναρξη αυτού.
- ε) να υποβάλλουν τον ανακεφαλαιωτικό πίνακα της
περ. δ) της παρ. 4, τη δήλωση της περ. γ) της ίδιας παραγράφου, καθώς και να εφαρμόζουν όσα προβλέπονται στην περ. β) αυτής.
Τις υποχρεώσεις που προβλέπει το παρόν άρθρο έχουν κατά περίπτωση και τα εξής πρόσωπα:
- α) ο κηδεμόνας, ο εκκαθαριστής, ο προσωρινός διαχειριστής και ο μεσεγγυούχος, στις περιπτώσεις κληρονομίας και μεσεγγύησης,
- β) ο επίτροπος, ο κηδεμόνας και ο δικαστικός συμπαραστάτης, στις περιπτώσεις ανηλίκων, απόντων και συμπαραστατούμενων,
- γ) ο προσωρινός ή ο οριστικός σύνδικος, σε περίπτωση
πτώχευσης του υποκείμενου στον φόρο,
- δ) ο φορολογικός αντιπρόσωπος, στις περιπτώσεις
που είναι υπόχρεος στον φόρο, σύμφωνα με το άρθρο 40,
- ε) οι κληρονόμοι και οι δωρεοδόχοι του υποκείμενου
στον φόρο για τις φορολογικές υποχρεώσεις του, μέχρι τον θάνατό του ή τη σύσταση της δωρεάς εν ζωή,
- στ) κάθε πρόσωπο το οποίο, με βάση νόμο ή δικαστική
απόφαση, υποκαθιστά τον υποκείμενο στον φόρο,
- ζ) ο εκπρόσωπος ή μέλος της νομικής οντότητας, κατ’
ανάλογη εφαρμογή του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α’ 167),
- η) ο ιδρυτής της επιχείρησης για τις υποχρεώσεις αυτής μέχρι τον χρόνο έναρξης της λειτουργίας της επιχείρησης.
Απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου, εκτός αν άλλως ορίζεται σε αυτό:
- α) τα πρόσωπα, τα οποία καθίστανται υποκείμενα στον
φόρο από περιστασιακή παράδοση καινούργιου μεταφορικού μέσου σε άλλο κράτος μέλος,
- β) οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος του άρθρου 48,
- γ) τα νομικά πρόσωπα που δεν υπόκεινται στον φόρο,
- δ) τα φυσικά πρόσωπα τα οποία πραγματοποιούν
απαλλασσόμενες πράξεις της περ. κε) της παρ. 1 του άρθρου 27 και μόνο για τις πράξεις αυτές.
Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ορίζονται:
- α) οι πληροφορίες και ο τρόπος που απαιτείται αυτές
να καταχωρίζονται σύμφωνα με τις περ. α), στ) και ζ) της παρ. 3, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι φορολογικές αρχές δύνανται να επαληθεύσουν την ακρίβεια του υπολογισμού του ΦΠΑ, καθώς και κάθε σχετικό θέμα,
- β) ο χρόνος υποβολής των ανακεφαλαιωτικών πινάκων, των περ. α) και δ) της παρ. 4, καθώς και των παρ. 5
και 6, και
- γ) ο τύπος και το περιεχόμενο του παραστατικού πώλησης, προκειμένου για παράδοση καινούργιου μεταφορικού μέσου από μη υποκείμενο στον φόρο.
Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ορίζονται τα τυχόν πρόσθετα στοιχεία του ενωσιακού εντύπου ΙΝΤRΑSΤΑΤ, η διαδικασία και ο χρόνος υποβολής της δήλωσης που προβλέπεται στην περ. γ) της παρ. 4.
Οι δηλώσεις της περ. β) της παρ. 3, καθώς και οι ανακεφαλαιωτικοί πίνακες των παρ. 4, 5 και 6, δύνανται να υποβάλλονται μέσω διαβίβασης του αρχείου με ηλεκτρονικά μέσα. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, μπορεί να ορίζεται ως υποχρεωτική η ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων και των πινάκων αυτών ή η διαβίβαση του αρχείου με ηλεκτρονικά μέσα και να καθορίζονται η διαδικασία και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
Άρθρο 42
Υποχρεώσεις άλλων προσώπων
Οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται:
- α) να μη συντάσσουν έγγραφα για πράξεις της παρ. 1
και της περ. α) της παρ 2 του άρθρου 8, πλην της περίπτωσης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ή για πράξεις για τις οποίες ο φόρος καταβάλλεται με έκτακτη δήλωση, εφόσον δεν υποβάλλονται σε αυτούς θεωρημένο αντίγραφο της ειδικής δήλωσης της περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 41 ή της έκτακτης δήλωσης και τα σχετικά αποδεικτικά καταβολής του φόρου,
- β) να μην συντάσσουν έγγραφα διορθωτικά, συμπληρωματικά, τροποποιητικά ή επαναληπτικά των εγγράφων που αναφέρονται στην περ. α), εφόσον δεν παραδίδεται σε αυτούς θεωρημένο αντίγραφο της πράξης
προσδιορισμού του φόρου που εκδίδεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 61,
- γ) να αναγράφουν στα έγγραφα των περ. α) και β) τον
αύξοντα αριθμό της ειδικής δήλωσης της περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 41 ή της έκτακτης δήλωσης και των σχετικών αποδεικτικών καταβολής του φόρου.
Ο υποθηκοφύλακας ή ο προϊστάμενος του κτηματολογικού γραφείου είναι υποχρεωμένος να αρνηθεί τη μεταγραφή σύμβασης ή δικαστικής απόφασης ή οποιασδήποτε άλλης πράξης που αφορά σε πράξεις επί ακινήτων των παρ. 1 και της περ. α) της παρ. 2 του άρ της περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 41 ή θεωρημένο αντίγραφο της πράξης προσδιορισμού του φόρου, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 61, προκειμένου για έγγραφα διορθωτικά, συμπληρωματικά, τροποποιητικά ή επαναληπτικά των παραπάνω εγγράφων.
Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 43
Δήλωση και συναφείς υποχρεώσεις
Οι υπόχρεοι στον φόρο, που ενεργούν φορολογητέες πράξεις ή πράξεις απαλλασσόμενες του φόρου για τις οποίες έχουν δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών με βάση το άρθρο 35, οφείλουν να υποβάλλουν δήλωση ΦΠΑ για κάθε φορολογική περίοδο. Η φορολογική περίοδος ορίζεται ως εξής:
- α) ένας ημερολογιακός μήνας, προκειμένου για υπόχρεους οι οποίοι χρησιμοποιούν διπλογραφικό λογιστικό
σύστημα, καθώς και για το Δημόσιο, όταν ασκεί δραστηριότητες για τις οποίες υπόκειται στον φόρο,
- β) ένα ημερολογιακό τρίμηνο, προκειμένου για υπόχρεους οι οποίοι χρησιμοποιούν απλογραφικό λογιστικό
σύστημα, καθώς και για μη υπόχρεους για την ενημέρωση λογιστικών αρχείων και την έκδοση παραστατικών πωλήσεων (στοιχείων).
Οι υπόχρεοι οι οποίοι ανήκουν στο ειδικό καθεστώς κατ’ αποκοπή καταβολής του φόρου του άρθρου 47, υποβάλλουν έκτακτη δήλωση ΦΠΑ κάθε εξάμηνο.
Δήλωση ΦΠΑ δεν υποβάλλουν οι υπόχρεοι που δηλώνουν ότι βρίσκονται σε αδράνεια ή αναστολή εργασιών, από τον χρόνο υποβολής σχετικής δήλωσης σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α’ 58)).
Οι δηλώσεις ΦΠΑ των παρ. 1 και 2 υποβάλλονται μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα που ακολουθεί τη λήξη της φορολογικής περιόδου. Όταν ο υποκείμενος στον φόρο διακόπτει οριστικά τις εργασίες της επιχείρησής του και μεταφέρει εκτός της χώρας την οικονομική του δραστηριότητα, υποχρεούται κατά τον χρόνο της διακοπής να υποβάλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις ΦΠΑ και να καταβάλει τον οφειλόμενο φόρο. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) μπορεί να ζητά κάθε αναγκαία πρόσθετη εγγύηση.
Υποκείμενοι στον φόρο του δεύτερου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 24, οι οποίοι μεσολαβούν στην παράδοση εφημερίδων και περιοδικών, μπορούν να μην υποβάλουν δηλώσεις ΦΠΑ, εφόσον επιλέξουν τη μη διενέργεια έκπτωσης του φόρου εισροών. Η σχετική δήλωση επιλογής υποβάλλεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την έναρξη του φορολογικού έτους και δεν μπορεί να ανακληθεί πριν από την παρέλευση πενταετίας.
Η διαφορά φόρου που προκύπτει στη δήλωση ΦΠΑ, αν είναι θετική και άνω των τριάντα (30) ευρώ, καταβάλλεται στο Δημόσιο, αν είναι θετική μέχρι τριάντα (30) ευρώ, μεταφέρεται για καταβολή στην επόμενη φορολογική περίοδο, και αν είναι αρνητική μεταφέρεται για έκπτωση ή επιστρέφεται, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 39. Ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα κατά τον οποίο λήγει η προθεσμία υποβολής της δήλωσης. Εφόσον ο οφειλόμενος φόρος υπερβαίνει το ποσό των εκατό (100) ευρώ και η σχετική δήλωση έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα, ο υποκείμενος στον φόρο μπορεί να επιλέξει την καταβολή του οφειλόμενου ποσού σε δύο (2) άτοκες ισόποσες δόσεις. Στην περίπτωση αυτή, το ποσό της δεύτερης δόσης καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μήνα, από την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης.
Σε περίπτωση εισαγωγής αγαθών, ο υπόχρεος στον φόρο υποβάλλει τελωνειακό παραστατικό στο τελωνείο εισαγωγής, σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία.
Ο υποκείμενος στον φόρο, ο οποίος ενεργεί αποκλειστικά πράξεις για τις οποίες δεν παρέχεται δικαίωμα φόρο, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 3, καθώς και οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος του άρθρου 48, που πραγματοποιούν ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών ή λαμβάνουν αγαθά ή υπηρεσίες για τις οποίες είναι υπόχρεοι για την καταβολή του φόρου, υποχρεούνται να υποβάλουν δήλωση ΦΠΑ μόνο για τις φορολογικές περιόδους κατά τις οποίες πραγματοποιούν τις ως άνω φορολογητέες πράξεις.
Οποιοδήποτε πρόσωπο που πραγματοποιεί ενδοκοινοτική απόκτηση καινούργιου μεταφορικού μέσου, υποχρεούται να υποβάλει στην αρμόδια τελωνειακή αρχή ειδική δήλωση για την καταβολή του φόρου που αναλογεί στην απόκτηση αυτή. Η δήλωση υποβάλλεται το αργότερο μέχρι τη δέκατη (10η) ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον κατά τον οποίο ο φόρος κατέστη απαιτητός και πάντως πριν από την έκδοση άδειας κυκλοφορίας του μεταφορικού μέσου στο εσωτερικό της χώρας από την, κατά περίπτωση, αρμόδια αρχή. Την υποχρέωση αυτή έχουν και τα πρόσωπα, της παρ. 2 του άρθρου 14, σε περίπτωση που αποκτούν αγαθά, τα οποία υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης σε άλλο κράτος μέλος. Για προϊόντα υποκείμενα σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, μη εναρμονισμένους φόρους κατανάλωσης και τέλος ταξινόμησης, η καταβολή του φόρου πραγματοποιείται από τον υπόχρεο με δήλωση που υποβάλλεται στην αρμόδια τελωνειακή αρχή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην τελωνειακή νομοθεσία.
Τα πρόσωπα που καθίστανται υποκείμενα στον φόρο από περιστασιακή παράδοση καινούργιου μεταφορικού μέσου υποχρεούνται να υποβάλουν δήλωση ΦΠΑ, πριν από την άσκηση του δικαιώματος επιστροφής του φόρου, που προβλέπεται από το άρθρο 39.
Η ειδική δήλωση της περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 41 ανακαλείται σε περίπτωση ματαίωσης του συμβολαίου, ύστερα από αίτηση του υποκειμένου η οποία υπο
Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ μπορεί:
- α) να ορίζεται μεγαλύτερη ή μικρότερη φορολογική
περίοδος για την υποβολή της δήλωσης ΦΠΑ, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός (1) μηνός, ούτε μεγαλύτερη του ενός (1) έτους,
- β) σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας που επηρεάζουν
την ΑΑΔΕ ή σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών ή άλλων αντίστοιχων εξαιρετικών και δυσμενών συμβάντων που επηρεάζουν φορολογούμενους, να χορηγείται διαφορετική προθεσμία για την υποβολή της δήλωσης ΦΠΑ, ή παράταση της προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης αυτής και των ανακεφαλαιωτικών πινάκων των περ. α) και δ) της παρ. 4 και των παρ. 5 και 6 του άρθρου 41, καθώς και διαφορετική προθεσμία καταβολής του φόρου. Η απόφαση παράτασης υπογράφεται το αργότερο μέχρι τη λήξη της προβλεπόμενης προθεσμίας και ισχύει από τον χρόνο υπογραφής της.
- γ) να ορίζονται η διαδικασία υποβολής των δηλώσεων
ΦΠΑ και καταβολής του φόρου σύμφωνα με την παρ. 4, το ύψος της εγγύησης, οι προϋποθέσεις επιστροφής της, και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου,
- δ) να καθορίζεται ο τρόπος άσκησης της επιλογής της
παρ. 5.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’
ΕΙΔΙΚΑ ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ
Άρθρο 44
Ειδικό καθεστώς μικρών επιχειρήσεων
Δύνανται να απαλλάσσονται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης και καταβολής του φόρου υποκείμενοι, οι οποίοι, κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος, πραγματοποίησαν παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 2, χωρίς τον ΦΠΑ, αξίας μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ. Δεν λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της αξίας του πρώτου εδαφίου οι μεταβιβάσεις ενσώματων ή άυλων αγαθών επένδυσης, καθώς και οι απαλλασσόμενες πράξεις χωρίς δικαίωμα έκπτωσης. Επίσης, δύνανται να απαλλάσσονται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης και καταβολής του φόρου υποκείμενοι κατά τον χρόνο έναρξης των εργασιών τους. Αν ο υποκείμενος στον φόρο ασκεί τη δραστηριότητά του για χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους, γίνεται αναγωγή της αξίας των παραδόσεων αγαθών ή των παροχών υπηρεσιών που πραγματοποιεί σε ετήσια βάση.
Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται:
- α) στους αγρότες του ειδικού καθεστώτος του άρθρου 48,
- β) στους υποκείμενους στον φόρο που δεν είναι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της χώρας,
- γ) στην παράδοση καινούργιου μεταφορικού μέσου,
σύμφωνα με την υποπερ. αα) της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 33.
Οι υποκείμενοι που δεν υπερβαίνουν το όριο του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 και επιθυμούν να ενταχθούν στο καθεστώς του παρόντος, υποβάλλουν δήλωση μεταβολών σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α’ 58), εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη του φορολογικού έτους με ημερομηνία μεταβολής την έναρξη του φορολογικού έτους. H ανωτέρω προθεσμία για την ένταξη στο καθεστώς του παρόντος άρθρου είναι ανατρεπτική.
Σε περίπτωση υπέρβασης του ορίου του πρώτου εδαφίου της παρ. 1, ο υποκείμενος στον φόρο εφαρμόζει υποχρεωτικά το κανονικό καθεστώς, αρχής γενομένης από την πράξη παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών με την οποία πραγματοποιείται η υπέρβαση του ορίου και για το σύνολο της αξίας της πράξης αυτής, ανεξάρτητα από τον χρόνο υποβολής της δήλωσης μεταβολών.
Οι υποκείμενοι που απαλλάσσονται μπορούν να μεταταχθούν στο κανονικό καθεστώς απόδοσης του φόρου εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη του επόμενου φορολογικού έτους. Η ανωτέρω προθεσμία για την ένταξη στο κανονικό καθεστώς είναι ανατρεπτική.
Αν υποκείμενος μετατάσσεται, υποχρεωτικά ή προαιρετικά, από το ένα καθεστώς στο άλλο, τα αποθέματα των εμπορεύσιμων αγαθών, τα οποία υπάρχουν κατά την τελευταία ημέρα πριν από τη μετάταξη, απογράφονται υποχρεωτικά ανά ισχύοντα συντελεστή φόρου, αποτιμώνται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και υπάρχει υποχρέωση απόδοσης του φόρου που έχει εκπέσει για τα αποθέματα, όταν ο υποκείμενος μετατάσσεται από το κανονικό καθεστώς στο απαλλασσόμενο και δικαίωμα έκπτωσης, αντίστοιχα, όταν μετατάσσεται από το απαλλασσόμενο στο κανονικό καθεστώς.
Σε κάθε περίπτωση μετάταξης, ο υποκείμενος υποχρεούται να συντάσσει απογραφή των αγαθών επένδυσης, για τα οποία δεν έχει παρέλθει ο χρόνος διακανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 38. Τα εν λόγω αγαθά αποτιμώνται στην αξία κτήσης τους, η οποία προσαυξάνεται με τις δαπάνες βελτίωσης και επέκτασης, εκτός από τις δαπάνες επισκευής και συντήρησης. Οι μετατασσόμενοι υποκείμενοι, για τον εναπομένοντα χρόνο του διακανονισμού, έχουν δικαίωμα έκπτωσης του φόρου ή, κατά περίπτωση, υποχρέωση διακανονισμού και καταβολής του φόρου, ανάλογα με το αν πρόκειται για μετάταξη από το απαλλασσόμενο στο κανονικό καθεστώς ή αντίστροφα.
Για τα απογραφόμενα αγαθά των παρ. 6 και 7 υποβάλλεται, μέσα σε δύο (2) μήνες από τη μετάταξη, δήλωση που περιλαμβάνει την αξία των αποθεμάτων κατά συντελεστή φόρου και τον φόρο που αναλογεί. Για τους υποκείμενους που μετατάσσονται στο κανονικό καθεστώς ο φόρος αυτός εκπίπτει με την προβλεπόμενη από το άρθρο 43 δήλωση ΦΠΑ της φορολογικής περιόδου κατά την οποία υποβάλλεται η δήλωση αποθεμάτων. Για τους υποκείμενους που μετατάσσονται στο απαλλασσόμενο καθεστώς, η δήλωση για την απόδοση του φόρου υποβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μήνα από την υποβολή της δήλωσης αποθεμάτων μετάταξης του πρώτου εδαφίου. (φορολογικών στοιχείων), αναγράφουν σε αυτά την ένδειξη «χωρίς φόρο προστιθέμενης αξίας - απαλλαγή μικρών επιχειρήσεων» και δεν δικαιούνται να εκπέσουν τον φόρο των εισροών τους.
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 45
Ειδικό καθεστώς καταβολής του φόρου από τον λήπτη αγαθών και υπηρεσιών
Οι υποκείμενοι στον φόρο που πραγματοποιούν παραδόσεις σε άλλους υποκειμένους ανακυκλώσιμων απορριμμάτων, όπως αυτά καθορίζονται στην παρ. 2, θεωρείται ότι διενεργούν πράξεις απαλλασσόμενες με δικαίωμα έκπτωσης του φόρου των εισροών τους και δεν επιβαρύνουν με ΦΠΑ το παραστατικό πωλήσεων (φορολογικό στοιχείο) που εκδίδουν. Υποχρεούνται ωστόσο να αναγράφουν στο στοιχείο αυτό την ένδειξη «Υπόχρεος για την καταβολή του φόρου είναι ο αγοραστής των αγαθών - άρθρο 45 Κώδικα ΦΠΑ».
Ως παραδόσεις ανακυκλώσιμων απορριμμάτων, για την εφαρμογή του παρόντος Κώδικα, θεωρούνται οι κατωτέρω παραδόσεις εφόσον προορίζονται για ανακύκλωση:
- α) παραδόσεις απορριμμάτων σιδηρούχων και μη
σιδηρούχων μετάλλων, αποκομμάτων και άλλων χρησιμοποιημένων υλικών,
- β) παραδόσεις ημικατεργασμένων προϊόντων από
σιδηρούχα και μη σιδηρούχα μέταλλα,
- γ) παραδόσεις υπολειμμάτων και λοιπών ανακυκλώσιμων υλικών αποτελούμενων από σιδηρούχα και μη σιδηρούχα μέταλλα, κράματα, σκουριές, φολίδες ή τέφρα
και βιομηχανικών υπολειμμάτων που περιέχουν μέταλλα ή κράματα μετάλλων,
- δ) παραδόσεις ξεσμάτων και αποκομμάτων, απορριμμάτων και χρησιμοποιούμενων ανακυκλώσιμων υλικών
αποτελούμενων από υαλοθραύσματα, γυαλί, χαρτί, χαρτόνι, ράκη, οστά, δέρμα φυσικό ή τεχνητό, διφθέρες, ακατέργαστα δέρματα και δορές, τένοντες και νεύρα, σπάγκους, σχοινιά και παλαμάρια, καλώδια, καουτσούκ και πλαστικές ύλες,
- ε) παραδόσεις αποκομμάτων και απορριμμάτων που
προκύπτουν από την επεξεργασία πρώτων υλών,
- στ) παραδόσεις των υλικών που αναφέρονται στις
περ. α) έως και ε) μετά από καθαρισμό, στίλβωση, διαλογή, κοπή, τεμαχισμό και συμπίεση.
Αν μεταβιβαστούν σε άλλον υποκείμενο στον φόρο εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας δικαιώματα εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, σύμφωνα με την Οδηγία 2003/87/ΕΚ (L 275/25.10.2003), ο φόρος καταβάλλεται από τον λήπτη. Ο παρέχων τις υπηρεσίες αυτές έχει δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών για τις εν λόγω πράξεις, δεν χρεώνει φόρο στα εκδιδόμενα παραστατικά πωλήσεων (φορολογικά στοιχεία) και υποχρεούται να αναγράφει σε αυτά «Υπόχρεος για την καταβολή του φόρου είναι ο λήπτης των υπηρεσιών - άρθρο 45 Κώδικα ΦΠΑ».
Στις περιπτώσεις εκτέλεσης εργασιών σε ακίνητα σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 8, προς αναθέτουσες αρχές κατά την έννοια του ν. 4412/2016 (Α’ 147), ο φόρος καταβάλλεται από τον λήπτη, υπό την προϋπόθεση ότι οι ως άνω αρχές είναι κύριοι των έργων και υποκείμενοι στον φόρο με δικαίωμα έκπτωσης. Ο υποκείμενος που εκτελεί τις εργασίες του πρώτου εδαφίου έχει δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών που αντιστοιχεί στις εν λόγω πράξεις, δεν χρεώνει φόρο στα εκδιδόμενα παραστατικά πωλήσεων (φορολογικά στοιχεία) και υποχρεούται να αναγράφει σε αυτά «Άρθρο 45, υπόχρεος για την καταβολή του φόρου είναι ο λήπτης». Η παρούσα δεν εφαρμόζεται για τα μεγάλα συγχρηματοδοτούμενα έργα του άρθρου 100 του Κανονισμού (ΕΕ) 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 2013, καθώς και για τα μεγάλα έργα του άρθρου 39 του Κανονισμού 1083/2006 του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2006.
Για τις παραδόσεις από υποκείμενο στον φόρο σε άλλον υποκείμενο κινητών τηλεφώνων, δηλαδή συσκευών που έχουν κατασκευαστεί ή προσαρμοστεί για χρήση σε αναγνωρισμένο δίκτυο και λειτουργούν σε συγκεκριμένες συχνότητες, ανεξαρτήτως του αν χρησιμοποιούνται ή όχι για άλλους σκοπούς, καθώς και κονσολών για παιχνίδια, ταμπλετών ηλεκτρονικών υπολογιστών και φορητών υπολογιστών, ο φόρος καταβάλλεται από τον αγοραστή των αγαθών, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός έχει δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών. Ο υποκείμενος που παραδίδει τα αγαθά του προηγούμενου εδαφίου έχει δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών που αντιστοιχεί στις εν λόγω πράξεις, δεν χρεώνει φόρο στα εκδιδόμενα παραστατικά πωλήσεων (φορολογικά στοιχεία) και υποχρεούται να αναγράφει σε αυτά τη φράση «Άρθρο 45, υπόχρεος για την καταβολή του φόρου είναι ο αγοραστής». Οι υποκείμενοι στον φόρο που παραδίδουν ή αγοράζουν τα αγαθά της παρούσας παραγράφου, υποχρεούνται σε αναφορά στοιχείων για τις εν λόγω παραδόσεις ή αγορές.
Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 46
Ειδικό καθεστώς καταβολής του φόρου κατά τον χρόνο είσπραξης της αντιπαροχής
Κατά παρέκκλιση των γενικών διατάξεων του παρόντος Κώδικα, οι υποκείμενοι των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών δεν υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, μπορούν να επιλέξουν την εφαρμογή του ειδικού καθεστώτος του παρόντος άρθρου. Για τους υποκείμενους που δεν έχουν λειτουργήσει επί ένα πλήρες φορολογικό έτος, ο ετήσιος κύκλος εργασιών υπολογίζεται με αναγωγή του ήδη πραγματοποιηθέντος κύκλου εργασιών σε ετήσια βάση.
Για τα πρόσωπα που εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου: στις πραγματοποιούμενες από τα πρόσωπα αυτά φορολογητέες πράξεις.
- β) Ο φόρος εισροών εκπίπτει κατά τον χρόνο πληρωμής του τιμήματος ή μέρους αυτού που αφορά στις
φορολογητέες πράξεις που λαμβάνουν από άλλους υποκείμενους στον φόρο.
Οι εφαρμοζόμενοι συντελεστές είναι, σε κάθε περίπτωση, οι ισχύοντες κατά τον χρόνο που σύμφωνα με τη νομοθεσία για τα ελληνικά λογιστικά πρότυπα εκδίδεται το παραστατικό πωλήσεων (φορολογικό στοιχείο).
Οι υποκείμενοι στον φόρο λήπτες παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών από τα πρόσωπα που έχουν ενταχθεί στο ειδικό καθεστώς, εκπίπτουν τον φόρο που αναλογεί στις πράξεις αυτές κατά τον χρόνο πληρωμής του τιμήματος.
Στο ειδικό καθεστώς δεν υπάγονται οι ακόλουθες πράξεις:
- α) παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών οι
οποίες απαλλάσσονται από τον φόρο, σύμφωνα με τα άρθρα 27 έως 33,
- β) εισαγωγές αγαθών,
- γ) ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών,
- δ) πράξεις για τις οποίες υπόχρεος για την καταβολή
του φόρου είναι ο λήπτης των αγαθών ή υπηρεσιών,
- ε) λιανικές πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών,
- στ) πράξεις για τις οποίες ο τόπος φορολογίας δεν
βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας.
Η ένταξη στο καθεστώς πραγματοποιείται με υποβολή δήλωσης στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), ισχύει από την έναρξη της επόμενης φορολογικής περιόδου και δεν μπορεί να παύσει πριν από το πέρας του επόμενου φορολογικού έτους. Η δήλωση ένταξης στο ειδικό καθεστώς μπορεί να ανακληθεί με υποβολή δήλωσης εξόδου, μέχρι την τελευταία ημέρα πριν από την έναρξη της φορολογικής περιόδου για την οποία ισχύει.
Στο ειδικό καθεστώς δεν μπορεί να ενταχθεί υποκείμενος στον φόρο, ο οποίος αποδεδειγμένα κατά τη διάρκεια των δύο (2) προηγούμενων φορολογικών ετών δεν έχει υποβάλει δηλώσεις ΦΠΑ και εισοδήματος.
Οι υποκείμενοι στον φόρο που εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς υποχρεούνται να αναγράφουν στα παραστατικά πωλήσεων (φορολογικά στοιχεία) που εκδίδουν την ένδειξη «Ειδικό καθεστώς καταβολής του φόρου κατά τον χρόνο είσπραξης της αντιπαροχής - άρθρο 46 Κώδικα ΦΠΑ».
Οι υποκείμενοι στον φόρο που εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς υποχρεούνται να τηρούν τα λογιστικά αρχεία τους με τρόπο που να διαπιστώνονται οι εισπράξεις και οι πληρωμές του τιμήματος για παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών που πραγματοποιούν ή λαμβάνουν και να παρέχουν ηλεκτρονικά πληροφορίες στην ΑΑΔΕ για τις εν λόγω εισπράξεις και πληρωμές. Επίσης, οι υποκείμενοι στον φόρο, που λαμβάνουν παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών, από υποκείμενους του ειδικού καθεστώτος, υποχρεούνται να τηρούν τα λογιστικά αρχεία τους με τρόπο που να διαπιστώνονται οι πληρωμές που πραγματοποιούν για τις εν λόγω πράξεις και να παρέχουν ηλεκτρονικά πληροφορίες στην ΑΑΔΕ για τις εν λόγω πληρωμές.
Ο υποκείμενος στον φόρο δεν μπορεί να παραμείνει στο ειδικό καθεστώς σε περίπτωση που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις, όπως ορίζονται από αυτό. Στην περίπτωση αυτή η ΑΑΔΕ ενημερώνει αιτιολογημένα τον υποκείμενο για την έξοδό του από το καθεστώς, καθώς και για τη φορολογική περίοδο υπαγωγής του στο κανονικό καθεστώς. Στην περίπτωση υπέρβασης του ορίου της παρ. 1, ο υποκείμενος οφείλει να υποβάλει στην ΑΑΔΕ αίτηση εξόδου από το καθεστώς. Η ένταξη στο κανονικό καθεστώς ισχύει από το φορολογικό έτος που ακολουθεί το φορολογικό έτος εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε η εν λόγω υπέρβαση. Ο υποκείμενος στον φόρο μπορεί να ζητήσει την έξοδό του με δήλωση που υποβάλλει στην ΑΑΔΕ και η έξοδος ισχύει από τη φορολογική περίοδο που έπεται της φορολογικής περιόδου κατά την οποία υποβάλλεται η εν λόγω δήλωση εξόδου, υπό την προϋπόθεση ότι έχει εξαντληθεί το χρονικό διάστημα της υποχρεωτικής παραμονής στο ειδικό καθεστώς. Οι υποκείμενοι στον φόρο που εξέρχονται από το ειδικό καθεστώς οφείλουν με τη δήλωση της τελευταίας πριν από την έξοδό τους φορολογικής περιόδου να αποδώσουν τον φόρο για όλα τα ανεξόφλητα παραστατικά πωλήσεων (φορολογικά στοιχεία) που έχουν εκδώσει, με αντίστοιχη άσκηση δικαιώματος έκπτωσης των ανεξόφλητων παραστατικών που έχουν λάβει από μη ενταγμένους στο ειδικό καθεστώς προμηθευτές τους. Κατά τον ίδιον χρόνο ασκείται το δικαίωμα έκπτωσης των πελατών των ανωτέρω προσώπων για τα ανεξόφλητα παραστατικά που έχουν λάβει από τα πρόσωπα αυτά, μέχρι το τέλος της φορολογικής αυτής περιόδου.
Με αποφάσεις του Διοικητή της ΑΑΔΕ καθορίζονται:
- α) ο τύπος, το περιεχόμενο και ο χρόνος υποβολής της
δήλωσης ένταξης ή εξόδου από το ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου,
- β) ο τρόπος τήρησης των λογιστικών αρχείων, ώστε
να είναι δυνατός ο έλεγχος της είσπραξης ή πληρωμής του οφειλόμενου φόρου, καθώς και ο τρόπος είσπραξης και πληρωμής,
- γ) ο τρόπος ηλεκτρονικής ενημέρωσης της ΑΑΔΕ,
- δ) κάθε άλλο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος
άρθρου.
Άρθρο 47
Ειδικό καθεστώς κατ’ αποκοπή καταβολής του φόρου
Καθιερώνεται ειδικό κατ’ αποκοπή καθεστώς καταβολής του φόρου, για ορισμένους κλάδους μικρών επιχειρήσεων, για τις οποίες, λόγω της φύσης άσκησης της δραστηριότητάς τους, της δομής τους και της οργάνωσής τους, η τήρηση των υποχρεώσεων υπαγωγής στο κανονικό καθεστώς του φόρου, συνεπάγεται δυσανάλογα υψηλό διοικητικό κόστος. οικείων κλάδων.
Το ειδικό καθεστώς συνίσταται στον προσδιορισμό ενός κατ’ αποκοπή ετήσιου ποσού ΦΠΑ για καταβολή στο Δημόσιο, από τις επιχειρήσεις που εντάσσονται στο καθεστώς αυτό. Το κατ’ αποκοπή αυτό ποσό ΦΠΑ προσδιορίζεται λαμβάνοντας υπόψη μακροοικονομικά και στατιστικά στοιχεία των κλάδων οικονομικής δραστηριότητας σε συνεργασία με τις συναρμόδιες υπηρεσίες άλλων Υπουργείων, καθώς και των επαγγελματικών τάξεων, όσον αφορά κυρίως:
- α) στις εισροές της δραστηριότητας και στον αντίστοιχο φόρο που τις επιβαρύνει,
- β) στις εκροές της δραστηριότητας και στον αντίστοιχο
φόρο, που αναλογεί,
- γ) στο ποσοστό επί τοις εκατό (%) λιανικών πωλήσεων
ή παροχής υπηρεσιών προς τελικούς καταναλωτές.
Στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου δεν μπορούν να ενταχθούν επιχειρήσεις που ασκούν τη δραστηριότητα υπό μορφή εταιρείας οποιουδήποτε τύπου, εκτός από τις κοινωνίες αστικού δικαίου και τις συνιδιοκτησίες (συμπλοιοκτησίες κ.λπ.). Επίσης, από το καθεστώς αυτό μπορούν να αποκλείονται επιχειρήσεις που πραγματοποιούν εξαγωγές ή ενδοκοινοτικές παραδόσεις, καθώς και επιχειρήσεις που ασκούν παράλληλα άλλη δραστηριότητα και εκ του λόγου αυτού δεν μπορούν να χαρακτηριστούν μικρές επιχειρήσεις.
Η εφαρμογή του ειδικού καθεστώτος δεν είναι υποχρεωτική για τις επιχειρήσεις, οι οποίες μπορούν με δήλωσή τους να υπάγονται στο κανονικό καθεστώς του φόρου. Η δήλωση υποβάλλεται εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη του φορολογικού έτους εντός του οποίου γίνεται η ένταξη στο κανονικό καθεστώς του φόρου και δεν μπορεί να ανακληθεί πριν από την παρέλευση πενταετίας.
Οι επιχειρήσεις που εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου έχουν υποχρέωση υποβολής έκτακτης δήλωσης σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 43 και δεν έχουν δικαίωμα έκπτωσης ή επιστροφής του φόρου των εισροών τους.
Η ένταξη στο καθεστώς θεσπίζεται με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων μετά από τη σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με την απόφαση αυτή καθορίζονται το ετήσιο κατ’ αποκοπή ποσό ΦΠΑ, ο τρόπος καταβολής του, καθώς και λεπτομέρειες για τον υπόχρεο καταβολής.
Άρθρο 48
Ειδικό καθεστώς αγροτών
Οι αγρότες, οι οποίοι κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος πραγματοποίησαν προς οποιοδήποτε πρόσωπο παραδόσεις αγροτικών προϊόντων καθώς και παροχές αγροτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με το άρθρο 49, των οποίων η αξία αθροιστικά ήταν κατώτερη των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και έλαβαν επιδοτήσεις των οποία η αξία ήταν κατώτερη των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, δύνανται, αντί της εφαρμογής του κανονικού καθεστώτος, να εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου με την επιφύλαξη της παρ. 2. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου ως αξία για τις παραδόσεις αγροτικών προϊόντων και τις παροχές αγροτικών υπηρεσιών λαμβάνεται αυτή που προκύπτει από τα οικεία νόμιμα λογιστικά στοιχεία (παραστατικά), εφόσον η παραγωγή προϊόντων και η παροχή υπηρεσιών προέρχονται από εκμετάλλευση περιουσιακών στοιχείων που είτε ανήκουν στον αγρότη κατά κυριότητα είτε ο αγρότης έχει το δικαίωμα εκμετάλλευσης με οποιαδήποτε έννομη σχέση. Σε περίπτωση παράδοσης αγροτικών προϊόντων από τρίτους υποκείμενους στον φόρο, για λογαριασμό των παραγωγών αγροτών, η παραπάνω αξία λαμβάνεται χωρίς φόρο και προμήθεια. Για τον προσδιορισμό της αξίας λαμβάνεται υπόψη και αυτή που αναγράφεται στο ειδικό στοιχείο της παρ. 5.
Δεν εντάσσονται στο καθεστώς του παρόντος άρθρου, αλλά στο κανονικό καθεστώς, οι αγρότες που:
- α) ασκούν τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και παρέχουν
τις αγροτικές υπηρεσίες του άρθρου 49, με τη μορφή εταιρείας οποιουδήποτε τύπου ή αγροτικών συνεταιρισμών,
- β) πωλούν αγροτικά προϊόντα παραγωγής τους ύστερα από επεξεργασία που μπορεί να προσδώσει σε αυτά
χαρακτήρα βιομηχανικών ή βιοτεχνικών προϊόντων,
- γ) ασκούν παράλληλα και άλλη οικονομική δραστηριότητα, για την οποία έχουν υποχρέωση να τηρούν
λογιστικά αρχεία (βιβλία),
- δ) παραδίδουν προϊόντα παραγωγής τους από λαϊκές
αγορές ή από δικό τους κατάστημα ή πραγματοποιούν εξαγωγές ή παραδόσεις των προϊόντων τους προς άλλο κράτος μέλος, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 29 και 33 αντίστοιχα.
Οι αγρότες που εντάσσονται στο καθεστώς του παρόντος άρθρου δεν επιβαρύνουν με ΦΠΑ τις παραδόσεις των αγαθών και τις παροχές των υπηρεσιών της παρ. 1 και δικαιούνται επιστροφής του ΦΠΑ που επιβάρυνε τις αγορές αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών, τις οποίες πραγματοποίησαν για την άσκηση της αγροτικής τους εκμετάλλευσης ή την παροχή αγροτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με τις παρ. 4 και 5.
Το ποσό της επιστροφής προκύπτει με την εφαρμογή κατ’ αποκοπή συντελεστή έξι τοις εκατό (6%) στην αξία των παραδιδόμενων αγαθών και των παρεχόμενων υπηρεσιών της παρ. 1 προς άλλους υποκείμενους στον φόρο. Για την επιστροφή υποβάλλεται δήλωση - αίτηση επιστροφής.
Η παρ. 4 δεν εφαρμόζεται για παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών της παρ. 1 προς άλλους αγρότες ενταγμένους στο καθεστώς του παρόντος άρθρου, ή προς μη υποκείμενα στον φόρο πρόσωπα. Για τις πράξεις του πρώτου εδαφίου εκδίδεται ειδικό στοιχείο που περιλαμβάνει το είδος, την ποσότητα και την αξία των παραδιδόμενων αγαθών, ή το είδος και την αξία των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Οι αγρότες που επιθυμούν την ένταξή τους στο καθεστώς του παρόντος άρθρου, κατά την έναρξη αγρο Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ, ν. 5104/2024, Α’ 58). Οι αγρότες του κανονικού καθεστώτος που επιθυμούν την υπαγωγή στο καθεστώς του παρόντος άρθρου υποβάλλουν δήλωση μεταβολών σύμφωνα με τον ΚΦΔ αποκλειστικά από την έναρξη του φορολογικού έτους, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται τα κριτήρια της παρ. 1 και δεν υφίστανται οι περιορισμοί της παρ. 2. Η υποχρέωση των προηγούμενων εδαφίων καταλαμβάνει και τους αγρότες που πραγματοποιούν αποκλειστικά τις πράξεις της παρ. 5. Η δήλωση ένταξης στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου υποβάλλεται πριν από την υποβολή της δήλωσης - αίτησης επιστροφής της παρ. 4. Προκειμένου να παρέχεται δικαίωμα επιστροφής για παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών της παρ. 1 που πραγματοποιήθηκαν κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος η δήλωση ένταξης στο καθεστώς υποβάλλεται με δηλούμενη ημερομηνία τουλάχιστον την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου φορολογικού έτους. Οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος του παρόντος άρθρου υποβάλλουν δήλωση για την απένταξή τους από αυτό, η οποία μπορεί να έχει και αναδρομική ισχύ, με την επιφύλαξη της διακοπής της αγροτικής εκμετάλλευσης κατά τον χρόνο απένταξης.
Κατά τη μετάταξη από το κανονικό καθεστώς στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου οι μετατασσόμενοι έχουν υποχρέωση:
- α) Να υποβάλλουν, μέσα σε δύο (2) μήνες από τη μετάταξη, δήλωση αποθεμάτων μετάταξης, που να περιλαμβάνει:
- αα) τα αποθέματα των αγροτικών προϊόντων, στα
οποία περιλαμβάνονται όσα έχουν συλλεχθεί, οι ηρτημένοι καρποί και οι καλλιέργειες που βρίσκονται σε εξέλιξη,
- αβ) τα αποθέματα των πρώτων υλών της αγροτικής παραγωγής, όπως σπόρων, λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων, ζωοτροφών και λοιπών συναφών, κατά συντελεστή φόρου,
- αγ) τα αγαθά επένδυσης, εφόσον χρησιμοποιούνται
για τους σκοπούς της επιχείρησης και δεν παρήλθε η πενταετής περίοδος του διακανονισμού του άρθρου 38. Τα αποθέματα της υποπερ. αα) απογράφονται σε τιμές πώλησης κατά τον χρόνο της μετάταξης και τα αποθέματα των υποπερ. αβ) και αγ) απογράφονται σε τιμές κόστους.
- β) Να καταβάλλουν τον φόρο:
- βα) που αναλογεί στα αποθέματα των αγροτικών προϊόντων, τα οποία θεωρούνται ως παραδόσεις αγαθών
κατά τον χρόνο της μετάταξης, υποκείμενων στον φόρο με την εφαρμογή του κατ’ αποκοπή συντελεστή,
- ββ) που έχουν επιβαρυνθεί τα αποθέματα των πρώτων
υλών της αγροτικής παραγωγής, καθώς και τα αγαθά επένδυσης κατά το μέρος του φόρου που αναλογεί στα υπόλοιπα έτη του διακανονισμού.
- γ) Να υποβάλλουν έκτακτη δήλωση ΦΠΑ για την καταβολή του φόρου που προκύπτει σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περ. β), μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις
δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν που υποβάλλεται η δήλωση αποθεμάτων μετάταξης.
Τα άρθρα 35, 36 και 37 δεν εφαρμόζονται για τους αγρότες που υπάγονται στο καθεστώς του παρόντος άρθρου. Το ίδιο ισχύει και για τα άρθρα 41 και 43, με εξαίρεση τις υποχρεώσεις που αφορούν σε ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών.
Οι αγρότες που αρχίζουν για πρώτη φορά τις εργασίες τους και επιθυμούν να υπαχθούν στο κανονικό καθεστώς υποβάλλουν δήλωση έναρξης σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ΚΦΔ. Οι αγρότες που εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου μετατάσσονται στο κανονικό καθεστώς, προαιρετικά ή υποχρεωτικά, με υποβολή δήλωσης μεταβολών σύμφωνα με τον ΚΦΔ. Η μη υποβολή της δήλωσης μεταβολών δεν επηρεάζει την υποχρεωτική μετάταξη στο κανονικό καθεστώς. Η μετάταξη στο κανονικό καθεστώς πραγματοποιείται υποχρεωτικά, από την έναρξη του επόμενου φορολογικού έτους σε περίπτωση μη πλήρωσης των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην παρ. 1 εντός του τρέχοντος φορολογικού έτους, ή από τον χρόνο που συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις περ. α) έως δ) της παρ. 2. Η μετάταξη στο κανονικό καθεστώς πραγματοποιείται προαιρετικά σε οποιοδήποτε χρόνο. Σε περίπτωση που η προαιρετική μετάταξη πραγματοποιείται από την έναρξη του φορολογικού έτους, η δήλωση υποβάλλεται εντός της προθεσμίας που ορίζεται στον ΚΦΔ και δεν δύναται να ανακληθεί πριν από την πάροδο τριετίας. Σε περίπτωση που η προαιρετική μετάταξη πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους ισχύει αποκλειστικά από την ημερομηνία υποβολής της ανωτέρω δήλωσης και δεν δύναται να ανακληθεί πριν από την πάροδο τριετίας, η οποία αρχίζει από την έναρξη του επόμενου από τη μετάταξη φορολογικού έτους.
Αν η ένταξη στο κανονικό καθεστώς πραγματοποιείται εντός του φορολογικού έτους, οι αγρότες έχουν δικαίωμα επιστροφής, σύμφωνα με τις παρ. 4 και 5, για πράξεις που πραγματοποιούνται από τον χρόνο ένταξής τους στο καθεστώς του παρόντος άρθρου και έως την ένταξή τους στο κανονικό καθεστώς.
Κατά τη μετάταξη από το ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου στο κανονικό καθεστώς οι μετατασσόμενοι έχουν:
- α) Υποχρέωση να υποβάλλουν, μέσα σε δύο (2) μήνες
από τη μετάταξη, δήλωση αποθεμάτων μετάταξης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περ. α) της παρ. 7.
- β) Δικαίωμα έκπτωσης του φόρου:
- βα) που αναλογεί στα αποθέματα των αγροτικών προϊόντων, τα οποία θεωρούνται ως αγορές του κανονικού
καθεστώτος, κατά τον χρόνο της μετάταξης, με την εφαρμογή του κατ’ αποκοπή συντελεστή,
- ββ) που έχουν επιβαρυνθεί τα αποθέματα των πρώτων
υλών της αγροτικής παραγωγής, καθώς και τα αγαθά επένδυσης κατά το μέρος του φόρου που αναλογεί στα υπόλοιπα έτη του διακανονισμού. Ο φόρος αυτός εκπίπτει με τη δήλωση ΦΠΑ που αφορά στη φορολογική περίοδο εντός της οποίας υποβάλλεται η δήλωση αποθεμάτων μετάταξης.
Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών μπορεί να ορίζεται ότι: μεσολαβούν στην υποβολή των δηλώσεων - αιτήσεων επιστροφής και γενικά στη διαδικασία επιστροφής του φόρου.
Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ ορίζονται:
- α) Ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής της δήλωσης αίτησης επιστροφής, ο τύπος και το περιεχόμενο αυτής,
τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και κάθε σχετικό θέμα για την εκκαθάριση και την απόδοση του επιστρεπτέου φόρου.
- β) Ο τύπος και το περιεχόμενο του ειδικού στοιχείου
που προβλέπει η παρ. 5, καθώς και κάθε άλλο διαδικαστικό θέμα.
- γ) Ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης αποθεμάτων που προβλέπει το παρόν άρθρο, καθώς επίσης τα
συνυποβαλλόμενα με αυτές στοιχεία.
Άρθρο 49
Αγρότες, αγροτικά προϊόντα, αγροτικές εκμεταλλεύσεις και υπηρεσίες Για την εφαρμογή του άρθρου 48 θεωρούνται:
Ως αγρότες, αυτοί που ασκούν προσωπικά ή με τα μέλη της οικογένειάς τους ή με μισθωτούς ή εργάτες τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και υπηρεσίες των παρ. 3 και 4.
Ως αγροτικά προϊόντα, τα αγαθά που παράγονται από τους αγρότες στο πλαίσιο των αγροτικών τους εκμεταλλεύσεων.
Ως αγροτικές εκμεταλλεύσεις:
- α) η γεωργία γενικά και ιδίως η καλλιέργεια δημητριακών, κηπευτικών, καπνού, βαμβακιού, οπωροφόρων και
καρποφόρων δέντρων, αρωματικών και διακοσμητικών φυτών, η αμπελουργία, η ανθοκομία, η παραγωγή μανιταριών, μπαχαρικών, σπόρων και φυτών,
- β) η εκτροφή ζώων γενικά, στην οποία περιλαμβάνονται ιδίως η
κτηνοτροφία, η πτηνοτροφία, η κονικλοτροφία, η μελισσοκομία, η σηροτροφία και η σαλιγκαροτροφία,
- γ) η δασοκομία γενικά,
- δ) η αλιεία σε γλυκά νερά, η ιχθυοτροφία, η βατραχοτροφία, η καλλιέργεια μυδιών, στρειδιών και η εκτροφή
μαλακίων και μαλακοστράκων,
- ε) οι μεταποιητικές δραστηριότητες του αγρότη, που
πραγματοποιούνται με συνήθη μέσα, στο πλαίσιο των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, σε προϊόντα τα οποία προέρχονται κατά κύριο λόγο από την αγροτική του παραγωγή.
Ως αγροτικές υπηρεσίες, οι παρεχόμενες από τους αγρότες με χειρωνακτική εργασία ή με το συνήθη εξοπλισμό της εκμετάλλευσής τους, οι οποίες συμβάλλουν στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων. Στις υπηρεσίες αυτές περιλαμβάνονται κυρίως:
- α) οι εργασίες σποράς και φύτευσης, καλλιέργειας, θερισμού, αλωνίσματος, δεματοποίησης, περισυλλογής
και συγκομιδής,
- β) οι εργασίες προπαρασκευής για την πώληση προϊόντων, όπως η διαλογή, η ξήρανση, ο καθαρισμός, η
άλεση, η έκθλιψη, η απολύμανση, η συσκευασία και η αποθήκευση,
- γ) η φύλαξη, η πάχυνση και η εκτροφή ζώων,
- δ) η μίσθωση μηχανικών μέσων και εξοπλισμού γενικά,
που χρησιμοποιούνται στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις,
- ε) η τεχνική βοήθεια,
- στ) η καταπολέμηση επιβλαβών φυτών και ζώων, καθώς και ο ψεκασμός φυτών και εδάφους,
- ζ) η χρησιμοποίηση αρδευτικών, αποξηραντικών μέσων και εξοπλισμού,
- η) η υλοτομία, η κοπή ξύλων, καθώς και άλλες δασοκομικές υπηρεσίες.
Σε κάθε περίπτωση ως αγροτικά προϊόντα και αγροτικές υπηρεσίες νοούνται τα αγαθά και οι υπηρεσίες του Παραρτήματος IV.
Άρθρο 50
Ειδικό καθεστώς πρακτορείων ταξιδιών
Οι επιχειρήσεις πρακτορείων ταξιδιών, με τις οποίες εξομοιώνονται και οι οργανωτές τουριστικών περιηγήσεων που ενεργούν στο όνομά τους έναντι των ταξιδιωτών, υπάγονται στο ειδικό καθεστώς υπολογισμού του φόρου του παρόντος άρθρου, εφόσον και κατά το μέρος που για την πραγματοποίηση του ταξιδιού ή της περιήγησης χρησιμοποιούν προς άμεση εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών παραδόσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών που παρέχονται από άλλους υποκείμενους στον φόρο.
Οι πράξεις που γίνονται για την πραγματοποίηση του ταξιδιού ή της περιήγησης θεωρούνται ως ενιαία παροχή υπηρεσίας του πρακτορείου προς τον ταξιδιώτη. Η παροχή αυτή φορολογείται στην Ελλάδα, εφόσον η έδρα της οικονομικής δραστηριότητας του πρακτορείου ή η μόνιμη εγκατάστασή του, από την οποία αυτό ενεργεί για την πραγματοποίηση του ταξιδιού, βρίσκονται στην Ελλάδα και μόνο κατά το μέρος που αναλογεί σε υπηρεσίες που το πρακτορείο αναθέτει σε άλλους υποκείμενους στον φόρο και αυτές πραγματοποιούνται από τους τελευταίους στο εσωτερικό της χώρας ή εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα, δεν υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου το μέρος των παρεχόμενων υπηρεσιών από το πρακτορείο ταξιδιών που αναλογεί στις πράξεις τις οποίες αυτό αναθέτει σε άλλους υποκείμενους στον φόρο και οι οποίες πραγματοποιούνται από τους τελευταίους εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τις υπηρεσίες αυτές, εφαρμόζεται η περ. στ) της παρ. 1 του άρθρου 29.
Ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται η μικτή αμοιβή του πρακτορείου που προκύπτει μετά την αφαίρεση από το συνολικό ποσό που καταβάλλεται από τον πελάτη (χωρίς να συνυπολογίζεται ο φόρος) του κόστους με το οποίο επιβαρύνεται το πρακτορείο από την παράδοση αγαθών και παροχή υπηρεσιών (μαζί με τον φόρο) που γίνονται σε αυτό από άλλους υποκείμενους στον φόρο για άμεση εξυπηρέτηση του ταξιδιώτη. Στα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που αφορούν στις πράξεις για τις οποίες η φορολογητέα αξία προσδιορίζεται κατά το προηγούμενο εδάφιο, ο φόρος δύναται να ενσωματώνεται στην τιμή. των πρακτορείων ταξιδιών, οι οποίες προέρχονται από υπηρεσίες που αυτά παρέχουν αποκλειστικά ως μεσολαβητές με προμήθεια, καθώς επίσης από υπηρεσίες μεταφοράς, οι οποίες παρέχονται με μεταφορικά μέσα που εκμεταλλεύεται το ίδιο το πρακτορείο.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, μπορεί να ορίζεται άλλος τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας για την οποία προβλέπει η παρ. 3.
Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων μπορεί να επιβάλλεται στα πρακτορεία η υποχρέωση να τηρούν ειδικά βιβλία, λογαριασμούς, ή στοιχεία για την παρακολούθηση των πράξεων που ενεργούν.
Άρθρο 51
Ειδικό καθεστώς φορολογίας βιομηχανοποιημένων καπνών
Στις περιπτώσεις παράδοσης ενδοκοινοτικής απόκτησης ή εισαγωγής από τρίτες χώρες βιομηχανοποιημένων καπνών, ο φόρος υπολογίζεται στην τιμή λιανικής πώλησης, χωρίς ΦΠΑ. Ως βιομηχανοποιημένα καπνά θεωρούνται τα οριζόμενα στο άρθρο 94 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001, Α’ 265).
Η φορολογική υποχρέωση γεννάται και ο φόρος γίνεται απαιτητός κατά τη θέση των προϊόντων σε ανάλωση ή κατά τη διαπίστωση των ελλειμμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 56 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, καθώς και στις ειδικές περιπτώσεις απαιτητού του φόρου, σύμφωνα με το άρθρο 57 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα. Ο φόρος καταβάλλεται μαζί με τον ειδικό φόρο κατανάλωσης των βιομηχανοποιημένων καπνών από τα υπόχρεα πρόσωπα του άρθρου 101 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα και σύμφωνα με τα άρθρα 104 και 111 του ίδιου Κώδικα.
Οι υπόχρεοι καταβολής του φόρου ασκούν το δικαίωμα έκπτωσης του άρθρου 35 κατά την εκκαθάριση των φόρων που γίνεται με την αίτηση φορολογίας βιομηχανοποιημένων καπνών, με βάση τα δικαιολογητικά του άρθρου 37 που κατέχουν αυτοί κατά τον χρόνο της εκκαθάρισης. Οι υπόχρεοι του προηγούμενου εδαφίου έχουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 41 και 43.
Στα τιμολόγια παράδοσης βιομηχανοποιημένων καπνών ο φόρος ενσωματώνεται στην τιμή και αναγράφεται σε αυτά η ένδειξη «Φόρος προστιθέμενης αξίας μη εκπιπτόμενος».
Σε περίπτωση φθοράς ή βλάβης βιομηχανοποιημένων καπνών, για τις οποίες προβλέπει το άρθρο 105 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, παρέχεται στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις δικαίωμα συμψηφισμού του φόρου του παρόντος Κώδικα. Ο φόρος επιστρέφεται μόνον εφόσον είναι αδύνατος ο συμψηφισμός του.
Οι πρατηριούχοι και οι λιανοπωλητές βιομηχανοποιημένων καπνών, για την παράδοση των προϊόντων αυτών, δεν έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν τις δηλώσεις του άρθρου 43, ούτε δικαίωμα έκπτωσης του φόρου του άρθρου 35. Για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 36, το ποσό του ετήσιου κύκλου εργασιών των πιο πάνω προσώπων που προέρχεται από παραδόσεις βιομηχανοποιημένων καπνών προστίθεται στον παρονομαστή του κλάσματος που ορίζει η διάταξη αυτή.
Τα πρόσωπα της παρ. 6 υποχρεούνται να καταχωρίζουν τις αγορές βιομηχανοποιημένων καπνών διακριτά στα βιβλία τους, ή, εφόσον δεν τηρούν βιβλία, σε ιδιαίτερες καταστάσεις.
Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 52
Ειδικό καθεστώς φορολογίας των υποκειμένων στον φόρο μεταπωλητών που παραδίδουν μεταχειρισμένα αγαθά και αντικείμενα καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας
Η παράδοση μεταχειρισμένων αγαθών, όπως αυτά ορίζονται στην περ. α) της παρ. 8 του άρθρου 53, καθώς και αντικειμένων καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας, υπάγεται σε ειδικό καθεστώς φορολόγησης του περιθωρίου κέρδους του υποκείμενου στον φόρο μεταπωλητή, σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Για την εφαρμογή της παρ. 1, ως παράδοση αγαθών που εμπίπτει στο ειδικό καθεστώς θεωρείται η παράδοση των αγαθών αυτών, που πραγματοποιείται από υποκείμενο στον φόρο μεταπωλητή, κατά την έννοια της περ. β) της παρ. 8 του άρθρου 53, εφόσον τα αγαθά αυτά του παραδόθηκαν στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από: - πρόσωπο μη υποκείμενο στον φόρο, ή - πρόσωπο υποκείμενο στον φόρο, εφόσον πρόκειται για παράδοση η οποία απαλλάσσεται από τον φόρο, σύμφωνα με την περ. κη) της παρ. 1 του άρθρου 27 ή αντίστοιχη διάταξη άλλου κράτους μέλους, ή - πρόσωπο υποκείμενο στον φόρο, το οποίο υπάγεται στο ειδικό καθεστώς μικρών επιχειρήσεων του άρθρου 44, εφόσον πρόκειται για αγαθά που αποτελούσαν γι’ αυτόν αγαθά επένδυσης, κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 38, ή αντίστοιχης διάταξης άλλου κράτους μέλους, ή - άλλον υποκείμενο στον φόρο μεταπωλητή, εφόσον η παράδοση του αγαθού από αυτόν έχει υπαχθεί στον φόρο, σύμφωνα με το ειδικό καθεστώς του περιθωρίου κέρδους του παρόντος άρθρου ή αντίστοιχη διάταξη άλλου κράτους μέλους.
Φορολογητέα αξία της παράδοσης αγαθών είναι το περιθώριο κέρδους που πραγματοποιεί ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής. Ως περιθώριο κέρδους λαμβάνεται η θετική διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης του αγαθού από τον υποκείμενο στον φόρο μεταπωλητή και της τιμής αγοράς. Η βάση επιβολής του φόρου συνίσταται στο περιθώριο κέρδους μειωμένο με τον ΦΠΑ που αναλογεί στη θετική αυτή διαφορά και ο οποίος εξευρίσκεται με τους κανόνες της εσωτερικής υφαίρεσης. διαφορά δεν μπορεί να συμψηφιστεί με τη θετική διαφορά που προκύπτει από άλλες παραδόσεις αγαθών του υποκείμενου στον φόρο μεταπωλητή. Ως τιμή πώλησης λαμβάνεται το σύνολο του αντιτίμου που έλαβε ή πρόκειται να λάβει ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής από τον αγοραστή, όπως αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 24, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Ως τιμή αγοράς λαμβάνεται το σύνολο του αντιτίμου που κατέβαλε ή θα καταβάλει ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής στον προμηθευτή του.
Ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής μπορεί να επιλέξει την εφαρμογή του ειδικού καθεστώτος του παρόντος άρθρου και στις παρακάτω παραδόσεις:
- α) αντικειμένων καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας, τα οποία εισήγαγε ο ίδιος, σύμφωνα με
το άρθρο 13,
- β) αντικειμένων καλλιτεχνικής αξίας που του παραδόθηκαν από τον ίδιο τον δημιουργό τους ή τους διαδόχους
του,
- γ) αντικειμένων καλλιτεχνικής αξίας που του παραδόθηκαν από άλλο υποκείμενο στον φόρο πρόσωπο,
εκτός του υποκείμενου στον φόρο μεταπωλητή, εφόσον η παράδοση από το άλλο αυτό πρόσωπο φορολογήθηκε με τον μειωμένο συντελεστή που προβλέπεται για τα αγαθά αυτά ή παρασχέθηκε στον υποκείμενο πλήρες δικαίωμα έκπτωσης του φόρου. Η επιλογή γίνεται με υποβολή δήλωσης στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη του φορολογικού έτους για το οποίο υποβάλλεται. Η δήλωση αυτή ισχύει τουλάχιστον για δύο (2) πλήρη φορολογικά έτη μετά την πάροδο των οποίων μπορεί να ανακληθεί. Η ανάκληση ισχύει από το επόμενο φορολογικό έτος. Σε περίπτωση άσκησης της επιλογής της παρούσας παραγράφου, προκειμένου να υπολογιστεί το περιθώριο κέρδους, κατά την έννοια της παρ. 3, ως τιμή αγοράς λαμβάνεται η φορολογητέα αξία κατά την εισαγωγή σύμφωνα με το άρθρο 25, ή η φορολογητέα αξία της παράδοσης σύμφωνα με το άρθρο 24, κατά περίπτωση, προσαυξημένη με τον ΦΠΑ με τον οποίο επιβαρύνθηκαν οι πράξεις αυτές.
Απαλλάσσονται από τον φόρο οι παραδόσεις αγαθών της παρ. 1, που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 29 και 32, για τις οποίες η φορολογητέα αξία υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3.
Ο υποκείμενος στον φόρο, κατά την έννοια του άρθρου 3, δεν δικαιούται να εκπίπτει από τον φόρο τον οποίο οφείλει, τον φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί τα αγαθά της παρ. 1, εφόσον πρόκειται για αγαθά που παραδόθηκαν σε αυτόν από υποκείμενο στον φόρο μεταπωλητή, ο οποίος εφάρμοσε το ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου.
Ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής, που εφαρμόζει το ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου, δεν μπορεί να εκπίπτει από τον φόρο τον οποίο οφείλει για τις παραδόσεις αγαθών που πραγματοποιεί, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, τον ΦΠΑ που κατέβαλε ή πρόκειται να καταβάλλει για απόκτηση αντικειμένων σύμφωνα με την παρ. 4.
Ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής, που εφαρμόζει το ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου, υποχρεούται:
- α) να καταχωρίζει διακριτά στα λογιστικά του αρχεία
(βιβλία) την ημερομηνία, το είδος του παραστατικού, το είδος, την ποσότητα και την αξία, κατά την απόκτηση και κατά την πώληση των αγαθών για παραδόσεις αγαθών που φορολογούνται σύμφωνα με την παρ. 3. Σε περίπτωση συγκεντρωτικών αγορών ή πωλήσεων, υποχρεούται να επιμερίζει την αξία των αγαθών, στον βαθμό που κρίνεται απαραίτητο, για τον προσδιορισμό του περιθωρίου κέρδους εκάστης παράδοσης.
- β) Στα παραστατικά πωλήσεων (φορολογικά στοιχεία)
που εκδίδει, ενσωματώνει στην τιμή τον φόρο που αναλογεί στις παραδόσεις αγαθών, οι οποίες φορολογούνται, σύμφωνα με την παρ. 3.
Σε περίπτωση κατά την οποία ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής πραγματοποιεί παράλληλα πράξεις τόσο του παρόντος άρθρου όσο και του κανονικού καθεστώτος, υποχρεούται να καταχωρίζει διακριτά στα λογιστικά του αρχεία (βιβλία) τις πράξεις που υπάγονται σε καθένα από τα δύο αυτά καθεστώτα.
Κατά παρέκκλιση από την παρ. 3, στις περιπτώσεις που είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το περιθώριο κέρδους για κάθε παράδοση χωριστά λόγω κυρίως συγκεντρωτικών αγορών ή πωλήσεων ή μικρής αξίας αγαθών, η φορολογητέα αξία προσδιορίζεται συνολικά ανά φορολογική περίοδο. Στην περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου εδαφίου, η φορολογητέα αξία για παραδόσεις αγαθών που υπάγονται στον ίδιο συντελεστή ΦΠΑ είναι το συνολικό περιθώριο κέρδους, που πραγματοποιεί ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής κατά τη συγκεκριμένη φορολογική περίοδο. Το συνολικό περιθώριο κέρδους ισούται με τη διαφορά μεταξύ του συνολικού ποσού των τιμών πωλήσεων και του συνολικού ποσού των τιμών αγορών που πραγματοποιεί ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής κατά τη διάρκεια της φορολογικής περιόδου, για κάθε συντελεστή ΦΠΑ χωριστά, μειωμένο κατά το ποσό του ΦΠΑ που αναλογεί στο συνολικό αυτό περιθώριο κέρδους, το οποίο βρίσκεται με τους κανόνες της εσωτερικής υφαίρεσης. Σε περίπτωση που η διαφορά μεταξύ των συνολικών ποσών τιμών πωλήσεων και τιμών αγορών, σε μία φορολογική περίοδο, είναι αρνητική, η διαφορά αυτή προσαυξάνει τις αγορές της επόμενης φορολογικής περιόδου και συμψηφίζεται με τυχόν θετική διαφορά επόμενης φορολογικής περιόδου, μέσα στο ίδιο φορολογικό έτος. Τυχόν προκύπτουσα αρνητική διαφορά στην τελευταία φορολογική περίοδο δεν μεταφέρεται για συμψηφισμό σε φορολογική περίοδο επόμενου φορολογικού έτους. Όταν η φορολογητέα αξία υπολογίζεται με την παρούσα, ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής δεν δικαιούται επιστροφή του φόρου που προκύπτει από αρνητικό περιθώριο στη συγκεκριμένη φορολογική περίοδο ή στο συγκεκριμένο φορολογικό έτος. επιλέξει για ορισμένες παραδόσεις που πραγματοποιεί να υπαχθεί στις γενικές διατάξεις του φόρου. Σε περίπτωση που κάνει χρήση της ευχέρειας του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και σε κάθε περίπτωση πραγματοποίησης πράξεων που προβλέπονται από την παρ. 5, η αξία κτήσης των εν λόγω αγαθών που διατίθενται για την πραγματοποίηση των πράξεων αυτών αφαιρείται από τις συνολικές αγορές της συγκεκριμένης φορολογικής περιόδου, κατά την οποία πραγματοποιούνται οι παραπάνω πράξεις, προκειμένου να εξευρεθεί το συνολικό περιθώριο κέρδους της φορολογικής αυτής περιόδου. Οι παραδόσεις κάθε είδους μεταχειρισμένων μεταφορικών μέσων δεν μπορούν να υπαχθούν στο απλοποιημένο καθεστώς της παρούσας παραγράφου.
Ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής μπορεί να εφαρμόζει το κανονικό καθεστώς φορολογίας για παραδόσεις αγαθών της παρ. 1, έστω και αν πληρούνται οι προϋποθέσεις των παρ. 2 και 4, για την εφαρμογή του ειδικού καθεστώτος του περιθωρίου κέρδους. Στην περίπτωση αυτή, ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής δύναται να εκπίπτει από τον φόρο που αναλογεί στις ενεργούμενες από αυτόν πράξεις, τον φόρο που επιβάρυνε τα αγαθά σύμφωνα με την παρ. 4. Το δικαίωμα έκπτωσης, κατά το προηγούμενο εδάφιο, γεννάται κατά τον χρόνο που ο φόρος καθίσταται απαιτητός, σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 22.
Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται προκειμένου για παραδόσεις καινούργιων μεταφορικών μέσων κατά την έννοια της περ. γ) της παρ. 4 του άρθρου 14, εφόσον πραγματοποιούνται κατά το άρθρο 33.
Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται ειδικότερα κριτήρια για την εφαρμογή της παρ. 10. Με όμοια απόφαση δύναται να καθορίζονται κατώτατα όρια περιθωρίου κέρδους, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, μετά από εξέταση των πραγματικών δεδομένων σε ορισμένους κλάδους δραστηριοτήτων και μετά από συνεννόηση με τις ενδιαφερόμενες παραγωγικές τάξεις.
Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ ρυθμίζονται η διαδικασία και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 53
Ειδικό καθεστώς φορολογίας για τις πωλήσεις σε δημοπρασία
Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 52, στις περιπτώσεις παράδοσης μεταχειρισμένων αγαθών και αντικειμένων καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας από τον διοργανωτή δημοπρασίας, ο οποίος ενεργεί κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 5, η φορολογητέα αξία προσδιορίζεται σύμφωνα με την παρ. 2, εφόσον η παράδοση των αγαθών σε δημοπρασία ενεργείται για λογαριασμό των προσώπων, που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 52.
Ως φορολογητέα αξία, για κάθε παράδοση αγαθών της παρ. 1 λαμβάνεται η αξία με την οποία ο διοργανωτής της δημοπρασίας χρεώνει τον αγοραστή, σύμφωνα με την παρ. 3, μειωμένη:
- α) κατά το καθαρό ποσό που κατέβαλε ή θα καταβάλει
ο διοργανωτής της δημοπρασίας στον εντολέα του, και
- β) κατά το ποσό του φόρου που εμπεριέχεται στην
προμήθεια την οποία εισπράττει ο διοργανωτής της δημοπρασίας από τον εντολέα του, βάσει της σύμβασης προμήθειας για πώληση. Για την εφαρμογή της περ. α), ως καθαρό ποσό, που κατέβαλε ή πρόκειται να καταβάλει ο διοργανωτής της δημοπρασίας στον εντολέα του λαμβάνεται το ποσό της κατακύρωσης του αγαθού, μειωμένο κατά το ποσό της προμήθειας που εισπράττει ή πρόκειται να εισπράξει από τον εντολέα του ο διοργανωτής της δημοπρασίας, βάσει της σύμβασης προμήθειας για πώληση.
Ο διοργανωτής της δημοπρασίας υποχρεούται στο παραστατικό πωλήσεων (φορολογικό στοιχείο) που εκδίδει προς τον αγοραστή να αναγράφει χωριστά:
- α) την τιμή κατακύρωσης του αγαθού περιλαμβανομένου και του ΦΠΑ,
- β) τους τυχόν φόρους, τέλη, δικαιώματα, ή εισφορές
υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων,
- γ) τα παρεπόμενα έξοδα, όπως τα έξοδα προμήθειας,
συσκευασίας, μεταφοράς και ασφάλισης, με τα οποία ο διοργανωτής επιβαρύνει τον αγοραστή του αγαθού.
Ο διοργανωτής της δημοπρασίας εκδίδει προς τον εντολέα του εκκαθάριση, σύμφωνα με τη νομοθεσία για τα ελληνικά λογιστικά πρότυπα. Στην εν λόγω εκκαθάριση, η οποία επέχει θέση τιμολογίου για τον εντολέα υποκείμενο στον φόρο, αναγράφεται χωριστά η τιμή κατακύρωσης του αγαθού, μειωμένη κατά το ποσό της προμήθειας το οποίο εισπράττει, ή πρόκειται να εισπράξει ο διοργανωτής της δημοπρασίας από τον εντολέα του για κάθε συγκεκριμένη παράδοση αγαθού. Στην περίπτωση αυτή, στην προμήθεια που εισπράττει ο διοργανωτής της δημοπρασίας εμπεριέχεται και ο ΦΠΑ που αναλογεί σε αυτήν.
Ο διοργανωτής της δημοπρασίας, ο οποίος παραδίδει αγαθά με τις προϋποθέσεις της παρ. 1, οφείλει να καταχωρίζει σε προσωρινούς λογαριασμούς στα τηρούμενα από αυτόν λογιστικά αρχεία (βιβλία) σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 3 του ν. 4308/2014 (Α’ 251) τα παρακάτω ποσά, τα οποία πρέπει να αιτιολογούνται:
- α) τα ποσά που εισέπραξε ή θα εισπράξει από τον αγοραστή των αγαθών,
- β) τα ποσά που αποδόθηκαν ή θα αποδοθούν στον
πωλητή των αγαθών.
Ως χρόνος παράδοσης των αγαθών στον υποκείμενο στον φόρο διοργανωτή δημοπρασίας από τον εντολέα του θεωρείται ο χρόνος της πώλησης των αγαθών αυτών στη δημοπρασία.
Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται για παραδόσεις καινούργιων μεταφορικών μέσων κατά την έννοια της περ. γ) της παρ. 4 του άρθρου 14, εφόσον πραγματοποιούνται κατά το άρθρο 33.
Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου και του άρθρου 52 θεωρούνται ως:
- α) «Μεταχειρισμένα αγαθά», τα κινητά ενσώματα
αγαθά τα οποία δύνανται να επαναχρησιμοποιηθούν συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας και εκτός των ευγενών μετάλλων ή πολύτιμων λίθων.
- β) «Υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής», ο υποκείμενος στον φόρο κατά την έννοια του άρθρου 3, ο
οποίος στο πλαίσιο άσκησης της οικονομικής του δραστηριότητας εισάγει, αγοράζει, ή διαθέτει για τις ανάγκες της επιχείρησής του, με σκοπό τη μεταπώλησή τους, μεταχειρισμένα αγαθά ή και αντικείμενα καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας, είτε ενεργεί για ίδιον λογαριασμό είτε για λογαριασμό τρίτου, κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 5.
- γ) «Διοργανωτής δημοπρασίας», ο υποκείμενος στον
φόρο κατά την έννοια του άρθρου 3, ο οποίος στο πλαίσιο άσκησης της οικονομικής του δραστηριότητας, θέτει ένα αγαθό προς πώληση σε δημοπρασία με σκοπό την παράδοσή του στον πλειοδότη.
- δ) «Εντολέας διοργανωτή δημοπρασίας», το πρόσωπο
το οποίο μεταβιβάζει αγαθό σε διοργανωτή δημοπρασίας, με σκοπό την παράδοσή του, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 5.
Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ρυθμίζονται η διαδικασία και κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 54
Ειδικό καθεστώς επενδυτικού χρυσού
Απαλλάσσονται από τον φόρο:
- α) Η παράδοση, ενδοκοινοτική απόκτηση και εισαγωγή επενδυτικού χρυσού, συμπεριλαμβανομένου του
επενδυτικού χρυσού για τον οποίο υπάρχουν πιστοποιητικά, κατ’ είδος ή κατά γένος ή που αποτελεί αντικείμενο συναλλαγής μεταξύ λογαριασμών σε χρυσό, συμπεριλαμβανομένων, ιδίως, δανείων χρυσού και συμβάσεων ανταλλαγών (swaps), με δικαίωμα κυριότητας ή απαίτησης επενδυτικού χρυσού, καθώς και συναλλαγές επενδυτικού χρυσού με προθεσμιακές συμβάσεις (futures) και απλές προθεσμιακές συμβάσεις (forward contracts), οι οποίες προκαλούν αλλαγή κυριότητας ή απαίτησης σε ό,τι αφορά επενδυτικό χρυσό,
- β) οι υπηρεσίες μεσιτών, οι οποίοι ενεργούν στο όνομα και για λογαριασμό άλλου, όταν παρεμβαίνουν στην
παράδοση επενδυτικού χρυσού για τον εντολέα τους.
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως «επενδυτικός χρυσός» νοούνται:
- α) Ο χρυσός υπό μορφή ράβδου ή πλάκας, βάρους
αποδεκτού από τις αγορές πολύτιμων μετάλλων, καθαρότητας τουλάχιστον εννιακοσίων ενενήντα πέντε (995) χιλιοστών, αντιπροσωπευόμενος ή μη από τίτλους. Εξαιρούνται από το καθεστώς του παρόντος άρθρου οι ράβδοι και πλάκες βάρους έως και ενός (1) γραμμαρίου.
- β) Τα χρυσά νομίσματα για τα οποία ισχύουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
- είναι καθαρότητας τουλάχιστον εννιακοσίων (900) χιλιοστών, - έχουν κοπεί μετά το έτος 1800, - αποτελούν ή έχουν αποτελέσει νόμιμο χρήμα στη χώρα προέλευσής τους, και - πωλούνται υπό κανονικές συνθήκες σε τιμή η οποία δεν υπερβαίνει κατά ποσοστό άνω του ογδόντα τοις εκατό (80%) την αξία της ελεύθερης αγοράς του χρυσού, ο οποίος περιέχεται στα νομίσματα. Τα νομίσματα που ανταποκρίνονται στις ανωτέρω προϋποθέσεις περιλαμβάνονται σε κατάλογο που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τεύχος Γ’, κάθε έτος. Ο κατάλογος αυτός δημοσιεύεται πριν από την έναρξη εκάστου ημερολογιακού έτους και ισχύει για το επόμενο ημερολογιακό έτος. Τα νομίσματα αυτά δεν θεωρείται ότι πωλούνται για συλλεκτικούς σκοπούς.
Οι υποκείμενοι στον φόρο που παράγουν επενδυτικό χρυσό ή μεταποιούν κάθε είδους χρυσό σε επενδυτικό, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. 2, μπορούν να επιλέγουν τη φορολόγηση της παράδοσης του επενδυτικού χρυσού σε άλλο πρόσωπο υποκείμενο στον φόρο. Στην περίπτωση αυτή, δικαίωμα επιλογής έχουν και τα πρόσωπα της περ. β) της παρ. 1, για τη φορολόγηση των πράξεων μεσολάβησής τους σε πράξεις παράδοσης επενδυτικού χρυσού, για τις οποίες ο προμηθευτής - εντολέας έχει επιλέξει τη φορολόγησή τους. Οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος επιλογής φορολόγησης καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Οι υποκείμενοι στον φόρο που ενεργούν τις πράξεις της περ. α) της παρ. 1 δεν έχουν δικαίωμα έκπτωσης του φόρου των εισροών τους, εκτός αυτού:
- α) που οφείλεται ή καταβλήθηκε για την παράδοση
επενδυτικού χρυσού, που έγινε προς αυτούς από πρόσωπα τα οποία έχουν ασκήσει το δικαίωμα επιλογής για υπαγωγή τους στον φόρο του παρόντος Κώδικα, σύμφωνα με την παρ. 3,
- β) που οφείλεται ή καταβλήθηκε λόγω παράδοσης ή
ενδοκοινοτικής απόκτησης ή εισαγωγής μη επενδυτικού χρυσού μετατραπέντος εν συνεχεία σε επενδυτικό χρυσό από τον ίδιον τον υποκείμενο ή από άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του,
- γ) που οφείλεται ή καταβλήθηκε για λήψη υπηρεσιών
οι οποίες συνίστανται στη μεταβολή του σχήματος, του βάρους ή της καθαρότητας του χρυσού, συμπεριλαμβανομένου και του επενδυτικού χρυσού,
- δ) ειδικά τα πρόσωπα που παράγουν επενδυτικό χρυσό ή μετατρέπουν κάθε είδους χρυσό σε επενδυτικό
χρυσό έχουν δικαίωμα να εκπίπτουν τον οφειλόμενο ή καταβληθέντα από αυτά φόρο, λόγω παράδοσης ή ενδοκοινοτικής απόκτησης ή εισαγωγής αγαθών ή παροχής υπηρεσιών που συνδέονται με την παραγωγή ή μετατροπή του εν λόγω χρυσού, ως αν φορολογείτο πλήρως η εκ μέρους τους μεταγενέστερη παράδοση του χρυσού που τυγχάνει απαλλαγής με βάση το παρόν άρθρο.
Οι υποκείμενοι της παρ. 1, πέραν των υποχρεώσεών τους που προβλέπονται από άλλες διατάξεις, υποχρεούνται, επίσης, για τις πωλήσεις επενδυτικού χρυσού να εφαρμόζουν τις διατάξεις του ν. 4308/2014 (Α’ 251) για την πώληση αγαθών. Ειδικά στα προβλεπόμενα στοιχεία του άρθρου 12 του ν. 4308/2014, για τις πωλήσεις επενδυτικού χρυσού αναγράφονται, εκτός των άλλων, το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του αγοραστή, η ποσότητα και το είδος υποκείμενοι υποχρεούνται, επιπλέον, να υποβάλλουν στη Διεύθυνση Εφαρμογής Έμμεσης Φορολογίας της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) κατάλογο με τα νομίσματα που αποτέλεσαν αντικείμενο των συναλλαγών τους, αναφέροντας την τελευταία τιμή που επιτεύχθηκε πριν από την 1η Απριλίου εκάστου έτους.
Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 55
Γενικός ορισμός για την εφαρμογή των ειδικών καθεστώτων σύμφωνα με τα άρθρα 56, 57 και 58 Για την εφαρμογή των άρθρων 56, 57 και 58 νοείται ως «δήλωση ΦΠΑ» η ενιαία δήλωση που περιλαμβάνει τις απαραίτητες πληροφορίες για τον προσδιορισμό του ποσού του ΦΠΑ που οφείλεται σε κάθε κράτος μέλος.
Άρθρο 56
Ειδικό καθεστώς για υπηρεσίες που παρέχονται από υποκείμενους στον φόρο μη εγκατεστημένους εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Για τους σκοπούς του παρόντος καθεστώτος νοούνται ως:
- α) «μη εγκατεστημένος στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποκείμενος στον φόρο», ο υποκείμενος στον φόρο που
δεν έχει την έδρα της οικονομικής δραστηριότητάς του, ούτε διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
- β) «κράτος μέλος εγγραφής», το κράτος μέλος το οποίο
επιλέγει ο μη εγκατεστημένος υποκείμενος στον φόρο, για να δηλώσει την έναρξη της δραστηριότητάς του ως υποκείμενου στον φόρο στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος καθεστώτος,
- γ) «κράτος μέλος κατανάλωσης», το κράτος μέλος στο
οποίο θεωρείται ότι πραγματοποιείται η παροχή υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 18.
Επιτρέπεται σε κάθε μη εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποκείμενο στον φόρο, ο οποίος παρέχει υπηρεσίες σε μη υποκείμενους στον φόρο που είναι εγκατεστημένοι ή έχουν τον τόπο της κατοικίας τους ή της συνήθους διαμονής τους στην Ελλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος, να χρησιμοποιεί το παρόν ειδικό καθεστώς και να επιλέγει ως κράτος μέλος εγγραφής την Ελλάδα. Το ειδικό καθεστώς ισχύει υποχρεωτικά για το σύνολο των ανωτέρω υπηρεσιών που πραγματοποιούνται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο υποκείμενος στον φόρο της παρ. 2 υποχρεούται να υποβάλει με ηλεκτρονικά μέσα δήλωση έναρξης και παύσης των δραστηριοτήτων του που υπάγονται στο ειδικό αυτό καθεστώς ή μεταβολής αυτών, κατά τρόπον ώστε να μην πληροί πλέον τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο παρόν ειδικό καθεστώς.
Οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχει ο υποκείμενος στον φόρο της παρ. 2, κατά την έναρξη της δραστηριότητάς του, περιλαμβάνουν τα ακόλουθα στοιχεία:
- α) το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία του,
- β) την ταχυδρομική διεύθυνσή του,
- γ) τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις και ιστοσελίδες που
διαθέτει στο διαδίκτυο,
- δ) τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) που του
χορηγήθηκε στη χώρα του, εφόσον από τη νομοθεσία της χώρας του προβλέπεται η έκδοση ΑΦΜ,
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)