Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 210/2007
ΟΙ μαθητές της Πυροσβεστικής Σχολής, οι δόκιμοι και μαθητευόμενοι τεχνίτες του Πυροσβεστικού Σώματος εξομοιώνονται με τους μόνιμους υπαλλήλους του για το δικαίωμα σύνταξης από πάθηση εξαιτίας της υπηρεσίας, για τον υπολογισμό της οποίας ως μισθός λαμβάνεται αυτός που καταβάλλεται ή ο μισθός εκείνων με τους οποίους εξομοιώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Παρατήρηση : Με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 19 του Ν. 2084/92 παρασχέθηκε με ορισμένες προϋποθέσεις δικαίωμα θεμελίωσης σύνταξης με τη συμπλήρωση 15ετίας. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής: «Οι υπάλληλοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί, που έχουν προσληφθεί μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1992, εφόσον συμπληρώνουν δεκαπενταετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, μπορούν να αποχωρούν με αίτησή τους και πριν από το όριο ηλικίας, θεμελιώνοντας δικαίωμα σύνταξης κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1 και 26 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων. Η σύνταξη όμως αυτή αρχίζει να καταβάλλεται μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού πέμπτου (65ου) έτους της ηλικίας. Εάν μετά την έξοδο καταστούν ανίκανοι σε ποσοστό 67% και άνω ή αποβιώσουν, η σύνταξη αυτών ή των οικογενεικών τους αρχίζει να καταβάλλεται από την ημέρα που κατέστησαν ανίκανοι ή απεβίωσαν, αντίστοιχα. Η σύνταξη κανονίζεται κατά το χρόνο συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, ή κατά το χρόνο που επέρχεται η ανικανότητα ή ο θάνατος προκειμένου για τις οικογένειες με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού ή του μισθολογικού κλιμακίου, που έφερε ο υπάλληλος κατά το χρόνο της εξόδου, όπως αυτός ισχύει κατά το χρόνο κανονισμού της σύνταξης για ομοιόβαθμο υπάλληλο ή υπάλληλο που έχει τα ίδια τυπικά προσόντα και έτη υπηρεσίας, αναπροσαρμοσμένη με όλες τις αυξήσεις, που έχουν στο μεταξύ χορηγηθεί στις συντάξεις. Οι διατάξεις για την καταβολή τρίμηνων αποδοχών, κατώτατου ορίου σύνταξης και μειωμένης σύνταξης κατά την παρ. 4 του άρθρου αυτού, δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Τα ανωτέρω έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όσους έχουν ήδη εξέλθει της υπηρεσίας, καθώς και για τις οικογένειες όσων από αυτούς έχουν πεθάνει. κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, έχουν τις προϋποθέσεις αυτές, από την πρώτη του μήνα κατά τον οποίο εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση». ΑΡΘΡΟ 27 Δικαίωμα στρατιωτικής σύνταξης ειδικών κατηγοριών ΄Αρθρ. 27 Α.Ν. 1854/51. Δικαίωμα σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο έχουν αν συντρέχουν οι όροι των περιπτώσεων α΄, β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 26:
- α) οι μόνιμοι ιδιώτες τεχνίτες της Πολεμικής Αεροπορίας,
- β) οι αδελφές νοσοκόμες του Στρατού της Ξηράς, της Θάλασσας και του
Αέρα, καθώς και οι αδελφές οικονόμες του κατά θάλασσα Στρατού,
- γ) οι πολιτικοί μάγειρες και οι υπηρέτες του Πολεμικού Ναυτικού,
- δ) οι αγγελιοφόροι του Πολεμικού Ναυτικού, που προσλαμβάνονται
στην υπηρεσία του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10, 11 και 12 του Ν. Γ Θ/1911 και δεν προέρχονται από τις τάξεις των αποστράτων. ΑΡΘΡΟ 28 Προσωπικό επιτασσόμενων εμπορικών πλοίων και ημερομίσθιοι τεχνίτες του Πολεμικού Ναυτικού ΄Αρθρο 28 Α.Ν. 1854/51.
Δικαίωμα σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο έχουν, εφόσον συντρέχουν οι όροι της περίπτ. ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 26, αυτοί που ανήκουν στο προσωπικό των εμπορικών πλοίων, τα οποία επιτάσσονται για τις ανάγκες του Κράτους.
Η πιο πάνω διάταξη εφαρμόζεται και για τους ημερομίσθιους τεχνίτες που προσλαμβάνονται για τις ανάγκες του Πολεμικού Ναυτικού αν πρόκειται για πάθηση ή θάνατο που οφείλεται σε τραύμα. Αυτοί εξομοιώνονται για την εφαρμογή του παρόντος με ναύτες. ΑΡΘΡΟ 29 Μη στρατευμένοι ιδιώτες - ΄Εφεδροι αξιωματικοί όχι στην ενέργεια ΄Αρθρο 29 Α.Ν. 1854/51.
Δικαιούται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο και εξομοιώνεται με στρατιώτη κάθε πολίτης χωρίς διάκριση φύλου που δεν είχε στρατευθεί, ο οποίος έπαθε μείωση της ικανότητάς του για εργασία κατά την εκτέλεση στρατιωτικής υπηρεσίας που αποσκοπούσε στην άμυνα της χώρας ή στην τήρηση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας το πάθημα εκδηλώθηκαν το αργότερο μέσα στο εξάμηνο από το λόγο που την επέφερε. 873/71.
Δικαιούται επίσης σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο και κάθε έφεδρος αξιωματικός των ένοπλων δυνάμεων που δεν διατελούσε στην ενέργεια, ο οποίος έπαθε μείωση της ικανότητάς του για εργασία κατά την εκτέλεση οποιασδήποτε στρατιωτικής υπηρεσίας που του ανατέθηκε από τη Στρατιωτική Αρχή, εφόσον οι συνέπειες του παθήματος εκδηλώθηκαν το αργότερο μέσα στο εξάμηνο από το λόγο που την επέφερε. Η σύνταξή του υπολογίζεται με βάση το βαθμό που έφερε στην εφεδρεία. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 1ης Μαϊου 1967. ΑΡΘΡΟ 30 Δικαίωμα εθελοντών οπλιτών για επιλογή αποζημίωσης ή σύνταξης ΄Αρθρο 30 Α.Ν. 1854/51. Οι εθελοντές οπλίτες του Στρατού Ξηράς καθώς και οι οπλίτες της χωροφυλακής έχουν δικαίωμα επιλογής μεταξύ της αποζημίωσης ή χρηματικής αμοιβής, την οποία ορίζουν κάθε φορά οι νόμοι, και της σύνταξης του Κώδικα αυτού. ΄Αν απορριφθεί αμετάκλητα η αίτηση για απονομή σύνταξης επιτρέπεται η απόληψη της νόμιμης αποζημίωσης ή αμοιβής. ΑΡΘΡΟ 31 περ.α΄ εδάφ. πρώτο τροπ. με άρθρο 1 Ν.Δ. 208/74, όπως αντικ. με το άρθρ. 15 παρ. 2 Ν. 1202/ 81 σε συνδ. με άρθ. 3 παρ.8 Ν. 2227/94.
Δικαίωμα σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο έχουν:
- α) Η χήρα κάποιου απ΄αυτούς που αναφέρονται στα άρθρα 26 ως 29,
ο οποίος πέθανε μετά την απόκτηση δικαιώματος σε σύνταξη, ή η χήρα κάποιου απ΄ αυτούς που αναφέρονται στα άρθρα 26 παρ. 1 και 27, ο οποίος πέθανε μετά τη συμπλήρωση πενταετούς τουλάχιστον πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, ή η χήρα κάποιου από τους αναφερόμενους στα άρθρα 26 ως 28, ο οποίος πέθανε στην υπηρεσία με τους όρους της περίπτ. ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 26, ή η χήρα αυτού που πέθανε με τους όρους του άρθρου 29, καθώς και η χήρα του στρατιωτικού, ο οποίος δολοφονήθηκε από τρομοκράτες ή άλλα άτομα λόγω της στρατιωτικής του ιδιότητας ή της ενάσκησης των καθηκόντων του. περ. α΄ εδάφ. δεύτερο Α.Ν. 1854/51, όπως τροπ. με άρθ. 2 παρ. 1 Α.Ν. 955/ 79 και αντικ. με άρθ. 15 Ν. 1694/87. Η χήρα δικαιούται σύνταξη αν από το γάμο έχει συμπληρωθεί ενός έτους πραγματική συντάξιμη υπηρεσία του συζύγου της ή αν ο γάμος έχει τελεσθεί δύο τουλάχιστον πλήρη έτη πριν από το θάνατό του. Αν ο γάμος της χήρας λυθεί με διαζύγιο και τελεσθεί νέος γάμος της με το ίδιο πρόσωπο για τη συμπλήρωση των παραπάνω χρονικών προϋποθέσεων λαμβάνεται υπόψη και ο πρώτος γάμος. Αν όμως γεννήθηκε παιδί η χήρα δικαιούται σύνταξη και χωρίς να συντρέχουν οι όροι αυτοί. Η χήρα δικαιούται επίσης σύνταξη και χωρίς να συντρέχουν οι όροι αυτοί στην περίπτωση των εδαφίων πρώτου και δεύτερου της περίπτ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 26, αν ο γάμος τελέσθηκε πριν από την απομάκρυνση του συζύγου της από την υπηρεσία, και στις περιπτώσεις δ΄ και ε΄της ίδιας παραγράφου ή στην περίπτωση θανάτου στην υπηρεσία ή με τους όρους του άρθρου 29 αν ο γάμος τελέσθηκε πριν από το τραύμα ή ατύχημα ή την αναμφισβήτητη εκδήλωση της νόσου από τα οποία επήλθε η ανικανότητα ή ο θάνατος του συζύγου της. Ο χρόνος εκδήλωσης της νόσου βεβαιώνεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής. 51 όπως αντικ. με άρθρ. 1, 2 και 3 Ν.Δ. 149/73, 3 Ν. 955/79, 1 παρ. 2 Ν. 1813/ 88, και 2 παρ. 3 Ν. 2703/99 σε συνδ. με άρθρ. 20 παρ. 1 εδάφ. τελευτ. Ν. 2084/92, όπως τροποπ. από το άρθρο 3 παρ. 2 Ν.3408/05
- β) Τα παιδιά του υπαλλήλου που πέθανε έχοντας τις παραπάνω
προϋποθέσεις, καθώς και του συνταξιούχου είτε αυτά γεννήθηκαν σε γάμο των γονέων τους είτε νομιμοποιήθηκαν είτε είναι θετά είτε αναγνωρίσθηκαν είτε γεννήθηκαν χωρίς γάμο των γονέων τους από μητέρα υπάλληλο ή συνταξιούχο από δική της υπηρεσία, τα μεν κορίτσια αν είναι άγαμα, τα δε αγόρια μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους εφόσον είναι άγαμα ή και μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους, εφόσον είναι άγαμα και ανίκανα για εργασία κατά ποσοστό 50% και άνω. Η ανικανότητά τους στην περίπτωση αυτή κρίνεται κατά το χρόνο του θανάτου του υπαλλήλου ή συνταξιούχου και βεβαιώνεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής. Αν η ανικανότητα των ενήλικων αγοριών επέλθει μετά το θάνατο του υπαλλήλου ή του συνταξιούχου το ανίκανο αγόρι δικαιούται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο, αν δεν παίρνει ή δε δικαιούται να πάρει σύνταξη από οποιονδήποτε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης ή το μηνιαίο εισόδημά του δεν υπερβαίνει το κάθε φορά κατώτατο όριο σύνταξης που καταβάλλει το Δημόσιο. Αν η ανικανότητα των ενήλικων αγοριών επέλθει μετά το θάνατο του υπαλλήλου ή του συνταξιούχου, το ανίκανο αγόρι δικαιούται σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, αν δεν παίρνει ή δε δικαιούται να πάρει σύνταξη από οποιονδήποτε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης ή το μηνιαίο ειδόσημά του δεν υπερβαίνει το κάθε φορά κατώτατο όριο σύνταξης που καταβάλλει το Δημόσιο. Η ανικανότητα μπορεί να βεβαιωθεί και όταν ζει ο γονέας τους από τον οποίο έλκουν το δικαίωμα, η γνωμάτευση όμως αυτή θα ληφθεί υπόψη από τα δικαιοδοτούντα για τις συντάξεις όργανα κατά την κρίση του δικαιώματος σε σύνταξη των ενήλικων αγοριών. Τα θετά παιδιά δικαιούνται σύνταξη εφόσον κατά το χρόνο της δημοσίευσης της απόφασης υιοθεσίας δεν είχαν υπερβεί το 18ο έτος της ηλικίας τους. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει:
- αα) Για παιδιά στρατιωτικών οι οποίοι σκοτώθηκαν ή πέθαναν από
πολεμικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους στην ημεδαπή ή αλλοδαπή και τα οποία υιοθετήθηκαν μετά το θάνατο του πατέρα τους, αν μεν είναι κορίτσια εφόσον κατά το χρόνο της υιοθεσίας ήταν άγαμα, αν δε είναι αγόρια εφόσον κατά το χρόνο της υιοθεσίας ήταν άγαμα και ανήλικα. Για την ενηλικίωση εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 53.
- ββ) Για θετά παιδιά που είτε υιοθετήθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του
Ν. Δ. 149/1973 και δεν λαμβάνουν ούτε δικαιούνται να λάβουν σύνταξη από οποιονδήποτε άλλον ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης είτε είναι ανίκανα για την άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος. παρ. 1 του άρθρ. 9 του Ν. 1654/1986.
- γ) Η διαζευγμένη θυγατέρα εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι εξής
προϋποθέσεις:
- αα) Ο γάμος να λύθηκε με κοινή υπαιτιότητα ή με υπαιτιότητα του
συζύγου ή από λόγο που δεν αφορά αποκλειστικά το πρόσωπό της ή με συναινετικό διαζύγιο ή να συντρέχει περίπτωση βίαιης διακοπής (Σημ. ορθότερα «κατάργησης». Πρόβλ. άρθρο 604 εδ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) της δίκης λόγω θανάτου του συζύγου.
- ββ) Να μην έχει μηνιαίο εισόδημα από το Δημόσιο ή το δημόσιο
τομέα μεγαλύτερο από το κατώτατο όριο σύνταξης του Δημοσίου, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά. Επίσης, να μην έχει κάθε φορά φορολογητέο εισόδημα από οποιαδήποτε άλλη πηγή μεγαλύτερο από το παραπάνω καθοριζόμενο κατώτατο όριο.
- γγ) Να μην παίρνει άλλη σύνταξη και να μην έχει ασφαλιστεί για
σύνταξη σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας σύνταξης.
- δδ) Κατά την 31η Δεκεμβρίου 1986 να έχει συμπληρώσει το
τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας της. Παρατήρηση : Δικαιώματα που έχουν αναγνωρισθεί με τις προϊσχύουσες διατάξεις δεν θίγονται (άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 1854/86). Οι αναφερόμενες στο συνταξιοδοτικό δικαίωμα των διαζευγμένων θυγατέρων διατάξεις έχουν εφαρμογή και για εκείνες που το δικαίωμά τους γεννήθηκε πριν από την 24/11/1986 (άρθρ. 9 παρ. 3 Ν. 1854/86). ΄Αρθρο 2 παρ. 4 Ν. 2703/99.
- δ) Τα άγαμα αγόρια που φοιτούν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές της
χώρας ή σε ισότιμες με αυτές του εξωτερικού ή σε δημόσια Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) της χώρας δικαιούνται σύνταξη μέχρι να τελειώσουν τις σπουδές τους σύμφωνα με τα έτη φοίτησης που προβλέπει ο οργανισμός της κάθε σχολής ή του κάθε Ι.Ε.Κ. κατά περίπτωση και για ένα ακόμη έτος εφόσον συνεχίζεται η φοίτηση και πάντως όχι πέρα από τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους για όσα φοιτούν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και του 22ου έτους της ηλικίας τους για όσα φοιτούν σε Ι.Ε.Κ. οικείας σχολής, από το οποίο να αποδεικνύεται η κανονική φοίτηση του σπουδαστή, καθώς και υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 ότι είναι άγαμος και δεν παίρνει σύνταξη από άλλο φορέα. Παρατήρηση: Δικαιώματα που έχουν αναγνωρισθεί με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από το Ν. 1654/86 δεν θίγονται (άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 1654/86). Οι αναφερόμενες στο συνταξιοδοτικό δικαίωμα των διαζευγμένων θυγατέρων διατάξεις έχουν εφαρμογή και γι΄αυτές που το δικαίωμά τους γεννήθηκε πριν από τις 24/11/1986 (άρθρ. 9 παρ. 3 Ν. 1654/86).
Στη σύνταξη της χήρας συζύγου και των τέκνων συμμετέχει η χήρα μητέρα ή η φυσική μητέρα εφόσον παραμένει άγαμη. Στη σύνταξη της χήρας συζύγου χωρίς τέκνα συμμετέχει και ο πατέρας και αν αυτός δεν υπάρχει ή έχει πεθάνει, η χήρα μητέρα και οι άγαμες αδελφές αυτού που πέθανε. Τα πρόσωπα της πατρικής οικογένειας έχουν το δικαίωμα της παραπάνω συμμετοχής μόνο εφόσον είναι άπορα και συντηρούνταν κυρίως από το στρατιωτικό που πέθανε. Το παραπάνω δικαίωμα του πατέρα, της μητέρας και των άγαμων αδελφών αναγνωρίζεται με αίτησή τους και παραμένει ακόμη και όταν η χήρα σύζυγος και τα τέκνα παύουν να υπάρχουν ή απωλέσουν με οποιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα σε σύνταξη, καθώς και όταν δε συντρέχουν για τα πρόσωπα αυτά οι όροι θεμελίωσης δικαιώματος σε σύνταξη. Τα πρόσωπα της πατρικής οικογένειας, για τα οποία έχει αναγνωρισθεί δικαίωμα συμμετοχής σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, μπορούν σε κάθε περίπτωση να παραιτηθούν από το δικαίωμα οπότε η σύνταξη καταβάλλεται αμείωτη στη χήρα σύζυγο και τα τέκνα. Η παραίτηση αυτή δεν μπορεί να ανακληθεί από αυτόν που παραιτήθηκε, ο οποίος χάνει ανέκκλητα το δικαίωμα σε συμμετοχή, χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα εκείνων που είναι διάδοχοι στο δικαίωμα συμμετοχής. ΄Αρθρο 2 παρ. 2 Ν. 955/79.
Ο σύζυγος γυναίκας η οποία ανήκει στο προσωπικό του στρατεύματος, καθώς και των γυναικών που εξομοιώνονται με αυτή, που ζει μετά το θάνατό της, δικαιούται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της περίπτ. α΄ της παρ. 1 αυτού του άρθρου αν κατά το χρόνο θανάτου της συζύγου του ήταν άπορος και ανίκανος για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος σε ποσοστό μεγαλύτερο του 65%. Η τέτοια ανικανότητα αποδεικνύεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. ΄Οπου σ΄αυτόν τον Κώδικα αναγράφεται η λέξη «χήρα» για την απόκτηση ή απώλεια ή αναστολή του δικαιώματος σύνταξης ή τον υπολογισμό της εννοείται και ο χήρος που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο. ΄Αρθρο 1 Ν. 143/75 13 Ν. 955/79.
Οι οικογένειες των στρατιωτικών γενικά των ΄Ενοπλων Δυνάμεων και των οργάνων των Σωμάτων Ασφαλείας, Λιμενικού και Πυροσβεστικού Σώματος, που σκοτώθηκαν ή πέθαναν κατά την εκτέλεση σε καιρό ειρήνης διατεταγμένης στρατιωτικής υπηρεσίας και πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της, δικαιούνται τη σύνταξη που προβλέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τις πολεμικές συντάξεις μειωμένη κατά 15%. Οι διατάξεις του άρθρου 51 αυτού του Κώδικα εφαρμόζονται και στην παραπάνω περίπτωση. ΄Αρθρο 1 παρ. 3 Ν.
Οι θυγατέρες και οι άπορες άγαμες αδελφές, που έχουν το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα από γονείς ή αδέλφια που κατατάχθηκαν στο Δημόσιο από 1ης Ιανουαρίου 1983 και μετά, αποκτούν δικαίωμα σύνταξης με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που αποκτούν το δικαίωμα αυτό και τα αγόρια.
Στις άγαμες θυγατέρες, εκτός από τις ανίκανες σε ποσοστό 67% και μεγαλύτερο, μετά την ενηλικίωσή τους ή το τέλος των σπουδών τους η σύνταξή τους καταβάλλεται ολόκληρη μεν αν το συνολικό, εκτός από την κύρια και επικουρική σύνταξη, μηνιαίο πραγματικό ακαθάριστο εισόδημά τους, όπως αυτό προκύπτει από τη φορολογική τους δήλωση του προηγούμενου έτους, δεν υπερβαίνει το 40πλάσιο του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά, περιορίζεται δε κατά το ένα τρίτο (1/3) του ποσού της, αν το εισόδημα αυτό υπερβαίνει το 40πλάσιο όχι όμως και το 60πλάσιο, και κατά το ένα δεύτερο (1/2) αυτής εφόσον υπερβαίνει το 60πλάσιο. Παρατήρηση 1η : Η παραπάνω διάταξη εφαρμόζεται και για τις άγαμες και διαζευγμένες θυγατέρες που έπαιρναν σύνταξη κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 2084/92, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 20 του νόμου αυτού, που έχει ως εξής: «Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και για τις άγαμες ή διαζευγμένες θυγατέρες στις οποίες καταβάλλεται ήδη σύνταξη και οι οποίες υποχρεούνται να υποβάλλουν στην αρμόδια διεύθυνση συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους μέσα στο πρώτο δίμηνο κάθε έτους, αρχής γενομένης από του έτους 1993 επικυρωμένο αντίγραφο εκκαθαριστικού σημειώματος του φόρου εισοδήματος του προηγούμενου έτους ή σχετική βεβαίωση της αρμόδιας διεύθυνσης οικονομικών υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) προς απόδειξη του εισοδήματός τους. Η παράλειψη υποβολής των παραπάνω στοιχείων συνεπάγεται αναστολή της καταβολής της σύνταξης, η οποία πάντως μπορεί να καταβληθεί και πάλι με την εκ των υστέρων υποβολή των στοιχείων αυτών». Παρατήρηση 2η : Στο άρθρο 20 παρ. 1 εδάφ. τέταρτο και πέμπτο του Ν. 2084/92 ορίζεται ότι: «Από την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού (Ν. 2084/92) για την ενηλικίωση των τέκνων, αρρένων και θηλέων καθώς και για την ηλικία όσων σπουδάζουν, εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν. 1984/92. Συντάξεις που έχουν κανονισθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 2084/92 με διαφορετικό όριο ηλικίας δεν θίγονται». Παρατήρηση 3η : Η παραπάνω διάταξη ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 6 παρ. 15 του Ν. 2227/94 που έχει ως εξής: «Η αληθής έννοια των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 20 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄) είναι ότι στην έννοια της σύνταξης, κύριας και επικουρικής, που περιορίζεται, περιλαμβάνεται μόνο η σύνταξη που καταβάλλεται από το Δημόσιο και οι επικουρικές συντάξεις που απορρέουν από υπηρεσίες της κύριας αυτής σύνταξης ή εξαρτώνται από αυτή και όχι οι σύντάξεις που τυχόν δικαιούνται τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα από άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριες και επικουρικές, επί συρροής δε δύο συντάξεων από το Δημόσιο, για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών λαμβάνεται υπόψη η μικρότερη, όταν αμφότερες προέρχονται από μεταβίβαση, όταν δε η μία προέρχεται από ίδιο δικαίωμα και η άλλη από μεταβίβαση, λαμβάνεται υπόψη η από μεταβίβαση καθώς και οι τυχόν επικουρικές συντάξεις που απορρέουν ή εξαρτώνται από τις συντάξεις αυτές που περιορίζονται». τροποπ. με Ν.Δ. 208/74.
Αν αυτός από τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 26 ως 29 πέθανε μετά τη συμπλήρωση δεκαετούς τουλάχιστον πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας ή αυτός από εκείνους που αναφέρονται στα άρθρα 26 ως 28 πέθανε στην υπηρεσία με τους όρους της περίπτ. ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 ή αυτός που πέθανε με τους όρους του άρθρου 29 ήταν άγαμος ή σε χηρεία χωρίς παιδιά ή σε διάζευξη χωρίς παιδιά, δικαιούται σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο:
- α) Ο άπορος πατέρας από την επομένη του θανάτου του τέκνου του αν
κατά το χρόνο αυτόν έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του, αλλιώς από τη συμπλήρωσή του, ή αν είναι άπορος και ανίκανος για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος και εφόσον σε κάθε περίπτωση τον συντηρούσε κυρίως αυτός που πέθανε. Η ανικανότητα του πατέρα βεβαιώνεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ.
- β) Αν δεν υπάρχει πατέρας ή αυτός πέθανε έστω και πριν αποκτήσει
δικαίωμα σε σύνταξη, η άπορη χήρα μητέρα και για φυσικό τέκνο η άπορη φυσική μητέρα, εφόσον είναι άγαμη, και οι άπορες αδελφές εφόσον τα πρόσωπα αυτά τα συντηρούσε κυρίως αυτός που πέθανε. ΄Αρθρο 1 παρ. 3 σε συνδ. με την παρ. 2 Ν. 3618/56.
Τα πρόσωπα της πατρικής οικογένειας του στρατιωτικού, που σκοτώθηκε σε υπηρεσία που συνεπαγόταν επαυξημένο κίνδυνο ή από απρόοπτο συμβάν, δικαιούνται σύνταξη και αν ακόμη δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ηλικίας, απορίας και συντήρησης που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο. ΄Αρθρο 32 παρ. 2
Σε περίπτωση που οι γονείς έχουν πάρει διαζύγιο δικαιούνται σύνταξη η άπορη μητέρα και οι άπορες άγαμες αδελφές αν ο στρατιωτικός τις συντηρούσε πριν από το θάνατό του. Αν όμως ο στρατιωτικός συντηρούσε και τους δύο γονείς του η σύνταξη ανήκει σ΄αυτούς τους δύο. ΄Αρθρο 32 παρ. 3
Σε περίπτωση που ο πατέρας τέλεσε νέο γάμο μετά το θάνατο της συζύγου του δικαιούνται σύνταξη οι άγαμες αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς από την ίδια μητέρα αδελφές αυτού που πέθανε, αν ζούσαν χωριστά και αυτός τις συντηρούσε πριν από το θάνατό του. ΄Αρθρο 1 Ν. 143/75 13 Ν. 955/79.
Οι διατάξεις της παρ. 4 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται και για την πατρική οικογένεια. ΄Αρθρο 18 παρ. 2 Ν.
Τα πρόσωπα της πατρικής οικογένειας που αναφέρονται σ΄αυτό και στο προηγούμενο άρθρο εκείνων των στρατιωτικών που δολοφονήθηκαν από τρομοκράτες ή άλλα άτομα λόγω της στρατιωτικής τους ιδιότητας ή της ενάσκησης των καθηκόντων τους, δικαιούνται σύνταξη ή συμμετοχή σ΄αυτή και αν ακόμη δε συντρέχουν οι χρονικές προϋποθέσεις καθώς και οι προϋποθέσεις απορίας, ηλικίας, συντήρησης ή ανικανότητας, που ορίζονται από τα άρθρα αυτά. ΦΕΚ 210 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4573
Οι άπορες άγαμες αδελφές, που έχουν το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα από αδέλφια που κατατάχθηκαν στο Δημόσιο από την 1η Ιανουαρίου 1983 και μετά, παύουν να συνταξιοδοτούνται μετά την ενηλικίωσή τους, εκτός αν σπουδάζουν ή είναι ανίκανες για εργασία, οπότε εφαρμόζονται όσα ισχύουν για τις άγαμες θυγατέρες του προηγούμενου άρθρου.
Άρθρο 6 παρ. 3
Οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 31 και αυτού, που αφορούν τις άπορες άγαμες αδελφές έχουν εφαρμογή και για τους άπορους, άγαμους και ανίκανους με ποσοστό ανικανότητας 67% και άνω αδελφούς. Η ανικανότητα της περίπτωσης αυτής αποδεικνύεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ.Επιτροπής. ΑΡΘΡΟ 33 Δικαίωμα οικογένειας για επιλογή αποζημίωσης ή σύνταξης ΄Αρθρο 33 Α.Ν. 1854/51. Το δικαίωμα επιλογής που ορίζεται στο άρθρο 30 μεταβιβάζεται στην οικογένεια των προσώπων που αφορά το άρθρο αυτό. ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ
ΣΥΝΤΑΞΙΜΟΣ ΜΙΣΘΟΣ ΑΡΘΡΟ 34 Συντάξιμος μισθός γενικά ΄Αρθρο 34 παρ. 1 αντικ. με άρθρ. 6 παρ.1 Ν.Δ. 3768/57.
Ως μισθός με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη λαμβάνεται ποσοστό του μηνιαίου μισθού ενέργειας, που ορίζεται κάθε φορά από τις διατάξεις που ισχύουν και ανήκει στο βαθμό που έφερε και με τον οποίο εμισθοδοτείτο ο στρατιωτικός κατά την έξοδό του από την υπηρεσία. ΄Αρθρο 9 παρ. 3 Ν. 1813/88. Για όσους κατά την έξοδό τους από την υπηρεσία παίρνουν μισθό που ανήκει σε ανώτερο βαθμό από αυτόν που κατέχουν, η σύνταξη κανονίζεται με βάση τον ανώτερο αυτό μισθό.
Άρθρο 34 παρ. 2
Α.Ν.1854/51, όπως τροπ. με άρθρ. 2 παρ.1 Ν.787/78 και αντικ. με άρθρ.36 παρ.3 Ν.1202/81, 4 παρ.3 Ν.2512/97, 2 παρ.5 Ν.2703/99, 10 παρ. 2 Ν.3075/02 και 7 παρ.1 Ν.3408/05
Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου ως μισθός νοείται ο βασικός μισθός ενεργείας του βαθμού με τον οποίο εμισθοδοτείτο κατά την έξοδό του από την Υπηρεσία μαζί με την προσαύξηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, καθώς και το επίδομα ειδικών συνθηκών της παρ. Α10 του άρθρου 51 του Ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α'), και προκειμένου για αξιωματικούς από το βαθμό του ταξιάρχου και άνω, καθώς και των αντιστοίχων και το επίδομα θέσης υψηλής ευθύνης της παρ. 5 του άρθρου 2 του Ν. 2448/1996 (ΦΕΚ 279 Α), όπως αυτά ορίζονται κάθε φορά από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις.
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ | ||
|---|---|---|
| ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣΣΥΝΤΑΞΗΣ | ||
| 1.ΣΥΝΤΑΞΙΜΟΣΜΙΣΘΟΣ |
συνδ. με άρθρ. 2 παρ. 1 Ν. 787/78 όπως αντικ. με άρθρ. 4 παρ. 5 Ν. 2512/97.
Οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για το ύψος του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος των εν ενεργεία στρατιωτικών λαμβάνονται υπόψη και για τον καθορισμό του συντάξιμου μισθού που προβλέπεται από το άρθρο αυτό, ανεξάρτητα από το χρόνο τερματισμού της συντάξιμης υπηρεσίας και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών. ΄Αρθρο 34 παρ. 3 συνδ. με το άρθρ. 1 παρ. 1 Ν.Δ. 829/71.
Το ποσοστό της παρ. 1 αυτού του άρθρου, με βάση το οποίο κανονίζεται η σύνταξη του στρατιωτικού, ορίζεται στα 80% του συνόλου των απολαβών που αναφέρονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου. ΄Αρθρο 34 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51 και 6 παρ.2 Ν.Δ. 3055/54, όπως αντικ. με τα άρθρα 15 παρ. 1 Ν. 1489/84 και 2 παρ. 2 Ν. 2320/95.
Σε περίπτωση που αυξάνεται ο βασικός μισθός της παραγράφου 2 ή το επίδομα χρόνου υπηρεσίας αυξάνονται ανάλογα και οι συντάξεις, κάθε δε άλλου είδους παροχές που καταβάλλονται στους εν ενεργεία υπαλλήλους είτε με μορφή επιδόματος είτε με μορφή εξόδων παράστασης είτε με μορφή εξόδων κίνησης είτε με οποιαδήποτε άλλη μορφή, ανεξάρτητα από τον τρόπο υπολογισμού τους, δεν αποτελούν αύξηση του βασικού αυτού μισθού και δε λαμβάνονται υπόψη για τον κανονισμό ή την αύξηση της σύνταξης, εκτός αν αυτό προβλέπεται από ειδική συνταξιοδοτική διάταξη. ΄Αρθρο 34 παρ. 5
Για τους Αντιστρατήγους που διατέλεσαν Αρχηγοί Γενικού Επιτελείου ή Γενικοί Επιθεωρητές, έστω και αν δεν απομακρύνθηκαν από μία απο τις θέσεις αυτές και άσχετα με το χρόνο υπηρεσίας τους σ΄αυτές, λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των παραπάνω παραγράφων ο ειδικός μισθός που ορίζεται γι΄αυτούς που διατελούν στις θέσεις αυτές. ΄Αρθρο 7 παρ. 1 Ν. 4448/64.
Η σύνταξη των εφέδρων από μόνιμους στρατιωτικούς που ανακαλούνται στην ενέργεια από την εφεδρεία κανονίζεται, μετά την επάνοδό τους στην κατάσταση της εφεδρείας, με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού τον οποίο έφεραν και με τον οποίο μισθοδοτήθηκαν κατά την έξοδό τους από την μόνιμη υπηρεσία μαζί με την προσαύξηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας που δικαιούνται στο χρόνο αυτό. ΄Αρθρο 4 παρ. 4 εδάφ. πρώτο Ν.Δ. 4605/66, σε συνδ. με άρθρ. 1 Ν. 898/71. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζονται για τους εφέδρους από μόνιμους που υπηρέτησαν για χρονικό διάστημα πέρα από ένα έτος. Επίσης δεν εφαρμόζονται γι΄αυτούς που υπηρέτηςαν μέχρι την ισχύ του Ν.Δ. 898/1971, για τους οποίους η σύνταξη υπολογίζεται με βάση το μισθό που έφεραν και με τον οποίο μιςθοδοτήθηκαν κατά το χρόνο της εξόδου τους από την υπηρεσία ως έφεδροι. και 2 Ν. 1202/81, όπως αντικ. το πρώτο εδ. της παρ. 2 με το άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 1813/88.
Η σύνταξη των ανθυπασπιστών των ΄Ενοπλων Δυνάμεων, της Χωροφυλακής, του Λιμενικού Σώματος και των αντίστοιχων με αυτούς της Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος κανονίζεται με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού:
- α) ανθυπολοχαγού αν έχουν συμπληρώσει τέσσερα (4) ως επτά (7) έτη
πραγματικής υπηρεσίας στο βαθμό του ανθυπασπιστή ή δεκαέξι (16) ως Δεκαεννέα (19) έτη συνολικής πραγματικής υπηρεσίας ως υπαξιωματικοί και ανθυπασπιστές,
- β) υπολοχαγού αν έχουν συμπληρώσει επτά (7) ως έντεκα (11) έτη
πραγματικής υπηρεσίας στο βαθμό του ανθυπασπιστή ή δεκαεννέα (19) ως είκοσι τρία (23) έτη συνολικής πραγματικής υπηρεσίας ως υπαξιωματικοί και ανθυπασπιστές, συνολικής πραγματικής υπηρεσίας ως υπαξιωματικοί και ανθυπασπιστές. Για τον υπολογισμό του παραπάνω χρόνου:
- α) προσμετράται και ο πέρα από τα δύο έτη χρόνος φοίτησης σε
παραγωγική Σχολή, εφόσον η διάρκεια της φοίτησης σ΄αυτή είναι μεγαλύτερη από δύο έτη,
- β) δεν λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος κατά τον οποίο ο ανθυπασπιστής ή
υπαξιωματικός διατέλεσε σε:
- αα) προσωρινή απόλυση ή αργία με πρόσκαιρη παύση,
- ββ) καταδικία εκτίοντας ποινή που είχε καταγνωσθεί από
οποιοδήποτε δικαστήριο,
- γγ) προσωρινή κράτηση με δικαστικό ένταλμα ή βούλευμα, εφόσον
δεν επακολούθησαν απαλλακτικά βουλεύματα ή αθωωτικές αποφάσεις,
- δδ) λιποταξία, εφόσον δεν επακολούθησαν απαλλακτικά
βουλεύματα ή αθωωτικές αποφάσεις, και
- εε) άδεια πέρα από την κανονική.
Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τους αξιωματικούς που προέρχονται από υπαξιωματικούς, οπότε ο χρόνος που διανύθηκε στο βαθμό του αξιωματικού λογίζεται ότι διανύθηκε στο βαθμό του ανθυπασπιστή. Για τους ανθυπασπιστές, ανθυπαστυνόμους και πυρονόμους που προέρχονται από υπαξιωματικούς αποφοίτους της οικείας παραγωγικής σχολής, εφόσον συμπληρώθηκε τρίμηνη πραγματική υπηρεσία στο βαθμό, λογίζεται για την εφαρμογή αυτού του άρθρου ως χρόνος μεν υπηρεσίας υπαξιωματικών και ο χρόνος στους βαθμούς του χωροφύλακα, αστυφύλακα ή πυροσβέστη μετά την αποφοίτηση από τη σχολή, ως χρόνος δε υπηρεσίας ανθυπασπιστή, ανθυπαστυνόμου ή πυρονόμου και ο χρόνος που διανύθηκε στους βαθμούς του χωροφύλακα, αστυφύλακα, πυροσβέστη ή υπαξιωματικού πέρα από εννέα έτη. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται με τις ίδιες προϋποθέσεις και για τους πυρονόμους που κατατάχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 974/1971, καθώς και για τους ανθυπασπιστές, ανθυπαστυνόμους και πυρονόμους οι οποίοι:
- α) ανήκουν στις ειδικές υπηρεσίες του οικείου Σώματος με εξαίρεση
αυτών που προέρχονται από υπαξιωματικούς, οι οποίοι έχουν προαχθεί ή προάγονται στους βαθμούς του υπαξιωματικού σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στοάρθρο 3 του Ν. 772/1978,
- β) προάγονται ή έχουν προαχθεί στο βαθμό τους για ανδραγαθία.
΄Αρθρο 36 παρ. 6
Ο συντάξιμος μηνιαίος μισθός, με βάση τον οποίο κανονίζονται οι συντάξεις γενικά των οπλιτών του στρατεύματος και εκείνων οι οποίοι αντιστοιχούν ή εξομοιώνονται με αυτούς, καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 ως 5 αυτού του άρθρου. παρ. 3 Ν.Δ. 4605/66 και 4 παρ. 2 Α.Ν. 377/68. Σχετ. Ν.Δ. 80/69.
Ο συντάξιμος μηνιαίος μισθός, με βάση τον οποίο κανονίζονται οι συντάξεις των οπλιτών γενικά του στρατεύματος και εκείνων οι οποίοι αντιστοιχούν ή εξομοιώνονται με αυτούς, που έπαθαν σε υπηρεσία, που συνεπαγόταν επαυξημένο κίνδυνο ή από απρόοπτο συμβάν, καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 ως 5 αυτού του άρθρου. Παρατήρηση : Οι διατάξεις που περιέχονται στα μετά το πρώτο εδάφια των παραπάνω παραγράφων 9 και 10 παραλείπονται γιατί δεν έχουν πια πεδίο εφαρμογής ύστερα από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 2592/68, που περιλαμβάνεται στην παρ. 5 του άρθρου 55 αυτού του Κώδικα. ΄Αρθρο 32 Ν. 1202/
Η σύνταξη των κατώτερων οργάνων των Σωμάτων Χωροφυλακής, Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικού κανονίζεται σύμφωνα με τα ακόλουθα:
- α) Για τους Χωροφύλακες, Αστυφύλακες και Πυροσβέστες καθώς και
τους Υπαξιωματικούς των Σωμάτων αυτών, οι οποίοι δε διαλαμβάνονται στις περιπτ. β΄ και γ΄ αυτής της παραγράφου και της πιο κάτω παραγράφου 12, με βάση το μισθό:
- αα) των βαθμών υπενωματάρχη, ενωματάρχη, ανθυπασπιστή,
ανθυπομοίραρχου και υπομοίραρχου και των αντίστοιχων με αυτούς της Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος γι΄ αυτούς που έχουν συμπληρώσει αντίστοιχα τρία (3), δέκα (10), δεκαέξι (16), είκοσι τέσσερα (24) ή είκοσι οκτώ (28) έτη πραγματικής υπηρεσίας, που αντιστοιχεί στα ίδια έτη υπηρεσίας και του βασικού μισθού του ανθυπομοίραρχου, με συνυπολογισμό και του μισού της διαφοράς του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας γι΄αυτούς που έχουν συμπληρώσει είκοσι δύο (22) έτη πραγματική υπηρεσία, όχι όμως και είκοσι τέσσερα (24) έτη,
- γγ) του βαθμού ανθυπομοίραρχου μαζί με προσαύξηση ίση με το
μισό της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού του βαθμού αυτού και του βασικού μισθού του υπομοίραρχου, με συνυπολογισμό και του μισού της διαφοράς του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας γι’ αυτούς που έχουν συμπληρώσει είκοσι έξι (26) έτη πραγματική υπηρεσία, όχι όμως και είκοσι οκτώ (28) έτη.
- β) Για τους υπενωματάρχες, υπαρχιφύλακες και υπαρχιπυροσβέστες
ειδικών υπηρεσιών, με εξαίρεση αυτών που έχουν προαχθεί στο βαθμό τους σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 22 παρ. 2 και 3 του Ν.Δ. 974/1971, 2 του Ν.Δ. 146/1974 και 3 του Ν. 772/1978, με βάση το μισθό:
- αα) των βαθμών ενωματάρχη, ανθυπασπιστή, ανθυπομοίραρχου
και υπομοίραρχου και των αντίστοιχων με αυτούς της Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος γι’ αυτούς που έχουν συμπληρώσει αντίστοιχα έξι (6), δέκα (10), είκοσι (20) ή είκοσι οκτώ (28) έτη πραγματικής υπηρεσίας, που αντιστοιχεί στα ίδια έτη υπηρεσίας και του βασικού μισθού του ανθυπομοίραρχου, με συνυπολογισμό και του μισού της διαφοράς του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας γι’ αυτούς που έχουν συμπληρώσει δεκαέξι (16) έτη πραγματική υπηρεσία, όχι όμως και είκοσι έξι (26) έτη,
- γγ) του βαθμού ανθυπομοίραρχου μαζί με προσαύξηση ίση με το
μισό της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού του βαθμού αυτού και του βασικού μισθού του υπομοίραρχου, με συνυπολογισμό και του μισού της διαφοράς του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας γι’ αυτούς που έχουν συμπληρώσει είκοσι έξι (26) έτη πραγματική υπηρεσία, όχι όμως και είκοσι οκτώ (28) έτη.
- γ) Για τους ενωμοτάρχες, αρχιφύλακες και αρχιπυροσβέστες, που
προέρχονται από παραγωγική Σχολή Υπαξιωματικών, με βάση το μισθό:
- αα) του βαθμού ανθυπασπιστή, ανθυπαστυνόμου και πυρονόμου
γι΄ αυτούς που έχουν συμπληρώσει τον ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό για προαγωγή, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά από τις οικείες διατάξεις, ή αυτόν που απαιτείτο κατά τη δημοσίευση του Ν. 1135/1981 για όσους είχαν εξέλθει από την υπηρεσία μέχρι τη χρονολογία αυτή,
- ββ) των βαθμών ανθυπομοίραρχου και υπομοίραρχου και των
αντίστοιχων με αυτούς της Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικού γι΄ αυτούς που έχουν συμπληρώσει αντίστοιχα δεκαέξι (16) ή είκοσι έτη πραγματική υπηρεσία,
- γγ) του βαθμού ανθυπασπιστή μαζί με προσαύξηση ίση με το μισό
που αντιστοιχεί στα ίδια έτη υπηρεσίας και του βασικού μισθού του ανθυπομοίραρχου, με συνυπολογισμό και του μισού της διαφοράς του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας γι΄αυτούς που έχουν συμπληρώσει δώδεκα (12) έτη πραγματική υπηρεσία, όχι όμως και δεκαέξι (16) έτη.
Η σύνταξη των υπαρχιπυροσβεστών, που κατατάχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 974/1971, καθώς και των υπενωματαρχών, υπαρχιφυλάκων και υπαρχιπυροσβεστών που έχουν προαχθεί στο βαθμό τους για ανδραγαθία, κανονίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περίπτ. β΄της προηγούμενης παραγράφου. Επίσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περίπτ. γ΄ της ίδιας παραγράφου κανονίζονται και οι συντάξεις των αρχιπυροσβεστών, που κατατάχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 974/1971, καθώς και των ενωματαρχών, αρχιφυλάκων και αρχιπυροσβεστών οι οποίοι:
- α) Ανήκουν στις ειδικές υπηρεσίες του οικείου Σώματος, με εξαίρεση
αυτών που προάγονται στους βαθμούς τους σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 22 παρ. 2 και 3 του Ν.Δ. 974/1971, 2 του Ν.Δ. 146/1974 και 3 του Ν. 772/1978, και
- β) ΄Εχουν προαχθεί στους βαθμούς αυτούς για ανδραγαθία.
γιατί καταλήφθηκαν από το όριο ηλικίας ή για λόγους υγείας γιατί έπαθαν στην υπηρεσία και εξαιτίας της έχοντας συμπληρώσει είκοσι πέντε (25) έτη πραγματική υπηρεσία, όχι όμως και είκοσι οκτώ έτη, η σύνταξή τους κανονίζεται ανάλογα με την περίπτωση με βάση το μισθό των βαθμών υπομοίραρχου, υπαστυνόμου α΄ τάξεως και υποπυραγού.
Για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων ως πραγματική υπηρεσία νοείται:
- α) Η υπηρεσία που διανύεται στα Σώματα Χωροφυλακής, Αστυνομίας
Πόλεων και Πυροσβεστικό, με εξαίρεση το χρόνο αργίας, προσωρινής κράτησης, λιποταξίας ή παράνομης απουσίας, εφόσον επακολούθησε καταδίκη, της έκτισης στερητικής της ελευθερίας ποινής, της αγνοίας, της άδειας χωρίς αποδοχές και του χρόνου φοίτησης στην αντίστοιχη με το βαθμό παραγωγική Σχολή.
- β) Η προϋπηρεσία στις ΄Ενοπλες Δυνάμεις ή τα Σώματα Χωροφυλακής,
Αστυνομίας Πόλεων, Πυροσβεστικό και Λιμενικό με τις προϋποθέσεις της προηγούμενης περίπτωσης.
Οι διατάξεις των παρ. 11-14 εφαρμόζονται ανάλογα και για τους υπαξιωματικούς και λιμενοφύλακες του Λιμενικού Σώματος. ΄Αρθρο 33 Ν. 1694/ 1987.
Προαγωγές αξιωματικών, που εξήλθαν από την υπηρεσία κατά το έτος 1983, οι οποίες έγιναν σε εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 8 του Ν. 1375/1983 μετά την έξοδο τους από την υπηρεσία, από χρονολογία όμως προγενέστερη από την έξοδό τους, λαμβάνονται υπόψη για τον κανονισμό της σύνταξής τους. ΄Αρθρο 1 παρ. 2 Ν. 1977/91, όπως αντικ. από το άρθρο 2 παρ. 1 περ. δ’, Ν.3234/04
Για τον κανονισμό της σύνταξης του στρατιωτικού, ο οποίος κατά την εκτέλεση υπηρεσίας που συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο καθίσταται πλήρως ανίκανος για εργασία και δεν μετατάσσεται για την αιτία αυτή σε ειδικές καταστάσεις διαθεσιμότητας, αποστρατείας ή υπηρεσίας γραφείου, λαμβάνονται υπόψη οι συντάξιμες αποδοχές του καταληκτικού βαθμού, στον οποίο θα εξελισσόταν μισθολογικά ή βαθμολογικά, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο του παθήματος, και αντιστοιχούν σε τριακονταπενταετή πραγματική υπηρεσία. Ο βαθμός αυτός σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι ανώτερος του βαθμού Αντιστρατήγου προκειμένου περί ανθυπολοχαγών, υπολοχαγών, λοχαγών, ταγματαρχών, αντισυνταγματαρχών και συνταγματαρχών και των αντίστοιχων προς αυτούς. Ειδικά προκειμένου για τους Αρχηγούς των Σωμάτων Ασφαλείας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος για τον κανονισμό της σύνταξης λαμβάνεται υπόψη ο μισθός του βαθμού Αρχηγού Γ.Ε.Ε.Θ.Α.. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όποιον καθίσταται πλήρως ανίκανος για εργασία συνεπεία δολοφονικής επίθεσης από ένα άτομο μόνο του ή ομάδα κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας ή για την ιδιότητά του ως στρατιωτικού στην ενέργεια ή σε σύνταξη.
Άρθρο 1 παρ. 4
Ν.3029/02
α. Για όσους αποχωρούν από την υπηρεσία από 1ης Ιανουαρίου 2008, ως συντάξιμος μισθός με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη, λαμβάνεται υπόψη: διατάξεις των παραγράφων 1-17 του άρθρου αυτού. ii. Για συνολική συντάξιμη υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, η οποία διανύεται από 1ης Ιανουαρίου 2008 και μετά, ποσοστό του πηλίκου της διαιρέσεως του συνόλου των μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών, που έλαβε ο στρατιωτικός κατά τα πέντε τελευταία έτη που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία αποχωρεί της υπηρεσίας, χωρίς τον υπολογισμό των τρίμηνων αποδοχών, των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, δια του αριθμού των μηνών υπηρεσίας που έχει πραγματοποιήσει ο στρατιωτικός εντός της χρονικής αυτής περιόδου. Αν ο στρατιωτικός στην ίδια χρονική περίοδο δεν έχει σαράντα (40) τουλάχιστον μηνών υπηρεσία, για τον προσδιορισμό των μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών, συνυπολογίζονται και οι ασφαλιστέες αποδοχές μηνών εργασίας της αμέσως προηγούμενης χρονικής περιόδου, μέχρι τη συμπλήρωση του αριθμού των σαράντα (40) μηνών. Για τον προσδιορισμό των παραπάνω συνολικών αποδοχών, λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές που έλαβε ο στρατιωτικός κατά τη χρονική περίοδο των προηγούμενων εδαφίων της περίπτωσης αυτής, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο αποχώρησής του από την υπηρεσία. Ειδικά για τους στρατιωτικούς που θα αποχωρήσουν από 1ης Ιανουαρίου 2008 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2012, λαμβάνεται υπόψη ποσοστό του πηλίκου της διαιρέσεως του συνόλου των μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών, που έλαβε ο στρατιωτικός από 1ης Ιανουαρίου 2008 και μέχρι την αποχώρησή του, χωρίς τον υπολογισμό των τρίμηνων αποδοχών, των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, δια του αριθμού των μηνών υπηρεσίας του κατά τη χρονική αυτή περίοδο. β. Το ποσοστό της υποπερίπτωσης ii της προηγούμενης περίπτωσης της παραγράφου αυτής, με βάση το οποίο κανονίζεται η σύνταξη, ορίζεται σε 79% για όσους αποχωρήσουν το έτος 2008, μειούμενο κατά 1% για καθένα από τα επόμενα έτη αποχώρησης του στρατιωτικού και καταλήγει σε 70%, για όσους αποχωρούν από το έτος 2017 και μετά. γ. Ως ασφαλιστέες αποδοχές, με βάση τις οποίες υπολογίζεται η αυτής, νοείται το σύνολο των αποδοχών του στρατιωτικού οι οποίες έχουν υποβληθεί σε κράτηση για κύρια σύνταξη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων.". ΄Αρθρο 35 Α.Ν. 1854/51 σε συνδ. με τον Α.Ν. 268/68.
Ως μισθός με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη των προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 28 λαμβάνεται ο μισθός εκείνων με τους οποίους εξομοιόνονται αυτά σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν κάθε φορά.
Για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του παρόντος οι μαθητές των Στρατιωτικών Σχολών Αξιωματικών εξομοιώνονται με επιλοχίες ή επικελευστές ή επισμηνίες, εκτός από αυτούς της τελευταίας τάξης που εξομοιώνονται με ανθυπασπιστές. Οι μαθητές της τελευταίας τάξης στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών (λοχιών) εξομοιώνονται με δεκανείς και οι μαθητές των άλλων τάξεων καθώς και οι μαθητές των σχολών δεκανέων εξομοιώνονται με στρατιώτες.
ΣΥΝΤΑΞΙΜΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΡΘΡΟ 36 Θεμελιωτική συντάξιμη υπηρεσία ΄Αρθρο 36 παρ. 1
Οι υπηρεσίες αυτών που υπάγονται στις διατάξεις για τις στρατιωτικές συντάξεις και αναγνωρίζονται από τον Κώδικα αυτό ως συντάξιμες διακρίνονται σε πραγματικές και πλασματικές. Πραγματική συντάξιμη υπηρεσία είναι αυτή που παρέχεται πραγματικά και πλασματική είναι αυτή που από πλάσμα του νόμου θεωρείται σαν συντάξιμη. ΄Αρθρο 36 παρ. 2
Πραγματική συντάξιμη υπηρεσία με την έννοια της προηγούμενης παραγράφου είναι αυτή που παρέχεται πραγματικά από αυτούς που διατελούν σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 24 παρ. 2 και 3 και 27. ΄Αρθρο 36 παρ. 3
Κατ΄εξαίρεση θεωρείται σαν συντάξιμος χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.
- α) ο χρόνος κάθε κανονικής, εκπαιδευτικής ή αναρρωτικής άδειας,
- β) ο χρόνος της διαθεσιμότητας, εφόσον αυτή δεν οφείλεται σε
αξιόποινη πράξη ή πειθαρχικό παράπτωμα για τα οποία επακολούθησε έξοδος από το στράτευμα ή μετάθεση σε αργία με απόλυση,
- γ) ο χρόνος της αργίας με πρόσκαιρη παύση εφόσον δεν υπερβαίνει
τους έξι μήνες και
- δ) ο χρόνος της πολεμικής αποστρατείας και πολεμικής διαθεσιμότητας
μέχρι την κατάληψη από το όριο ηλικίας. το άρθρο 2 παρ. 2 Ν. 4448/64.
Επίσης θεωρείται σαν χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας ο χρόνος κατά τον οποίο διετέλεσαν έξω από την υπηρεσία οι στρατιωτικοί γενικά που εξήλθαν από τις τάξεις λόγω σωματικής ανικανότητας και επανήλθαν μετά στην ενεργό υπηρεσία αφού κρίθηκαν ικανοί, με τον περιορισμό ότι δεν μπορεί να λογισθεί σαν τέτοιος χρόνος μεγαλύτερος από το μισό της υπηρεσίας που πραγματικά διανύθηκε από το στρατιωτικό ούτε από οκτώ έτη στο σύνολο. Ο χρόνος που υπερβαίνει τα όρια αυτά λογίζεται ως χρόνος πλασματικής συντάξιμης υπηρεσίας. ΄Αρθρο 36 παρ. 4
Δεν θεωρείται συντάξιμος ο χρόνος της παράνομης απουσίας και της λιποταξίας, ο χρόνος της ποινής για όσο διάστημα εκτίθηκε και η οποία καταγνώσθηκε από οποιοδήποτε δικαστήριο, ο χρόνος της αργίας με απόλυση, καθώς και ο χρόνος της δικαστικής προσωρινής κράτησης, εκτός αν επακολούθησε αθώωση ή απαλλαγή, οπότε ο χρόνος αυτός θεωρείται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας. ΄Αρθρο 36 παρ. 5 αντικ. μετά το άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 329/76 και με το άρθρ. 1 παρ. 3 Ν. 1813/ 1988.
Δεν υπολογίζεται σαν συντάξιμος ο χρόνος οποιασδήποτε υπηρεσίας, αν χρησίμευσε ή θα χρησιμεύσει σύμφωνα με νόμο για απόκτηση δικαιώματος σύνταξης ως τακτικού ή με σύμβαση υπαλλήλου ασφαλισμένου σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης ή από διεθνή οργανισμό στον οποίο συμμετέχει και η Ελλάδα, καθώς επίσης και αν για το χρόνο αυτόν καταβλήθηκε ή θα καταβληθεί, μετά την απομάκρυνση του υπαλλήλου ή του στρατιωτικού, εφάπαξ αποζημίωση ή χρηματική αμοιβή, εκτός αν αυτή επιστραφεί, ή αν καταβληθούν στο Ελληνικό Δημόσιο οι εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου, τις οποίες δικαιούται ο υπάλληλος ή ο στρατιωτικός από το διεθνή οργανισμό μετά την απομάκρυνσή του, αν δε λάβει από αυτόν σύνταξη. ΄Αρθρο 2 παρ. 2 Ν. 329/76 όπως αντικ. με τα άρθρα 18 παρ. 1 Ν. 1489/84, και 3 παρ. 1 Η αναγνώριση ως συντάξιμου του χρόνου που προβλέπεται από την τελευταία περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου γίνεται με πράξη της αρμόδιας διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, που υποβάλλεται σε προθεσμία πέντε ετών από τη χρονολογία που εξήλθε ο υπάλληλος από την υπηρεσία. ΄Αρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 329/76. Το ποσόν της αποζημίωσης ή χρηματικής αμοιβής που πρέπει να επιστραφεί υπολογίζεται με βάση το μισθό του βαθμού της θέσης από την οποία έγινε η απομάκρυνση του στρατιωτικού και ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, με συνυπολογισμό και των άλλων νόμιμων στοιχείων προσδιορισμού της και αφού πολλαπλασιασθεί με όσους μήνες έλαβε τις αποδοχές ως αποζημίωση ή χρηματική αμοιβή. Η είσπραξη του ποσού τούτου γίνεται εφόσον ο αιτών είναι στην ενέργεια ή συνταξιούχος με παρακράτηση του ενός έκτου (1/6) των μηνιαίων αποδοχών ή της σύνταξής του. Σε περίπτωση που ο αιτών δεν έχει την ιδιότητα του στρατιωτικού, αναστέλλεται η είσπραξις μέχρι τυχόν επαναδιορισμού του σε δημόσια υπηρεσία ή απονομής σ΄ αυτόν σύνταξης, οπότε και αρχίζει αυτή σύμφωνα με αυτά που ορίζονται παραπάνω. ΄Αρθρο 2 παρ. 1 Ν. 1489/84. Αν ο αιτών πρόκειται να χρησιμοποιήσει το χρόνο αυτόν για να πάρει σύνταξη από άλλον ασφαλιστικό οργανισμό, το ποσό που πρέπει να επιστρέψει βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο και εισπράττεται σε μηνιαίες δόσεις που καθορίζονται με τη σχετική απόφαση καταλογισμού και είναι ίσες με το 1/6 των μηνιαίων αποδοχών ή της σύνταξής του. Το ποσό που δεν έχει επιστραφεί ακόμη διαγράφεται και δεν αναζητείται αν ήθελε διακοπεί η καταβολή στους δικαιούχους του μισθού λόγω θανάτου τους και της σύνταξης για οποιονδήποτε λόγο, χωρίς να υπάρχουν και στις δύο περιπτώσεις άλλα δικαιούχα πρόσωπα στα οποία να καταβάλλεται η σύνταξη ή το αντί γι΄αυτή βοήθημα. Αν η σύνταξη χορηγηθεί πάλι ή αναγνωρισθεί αργότερα δικαίωμα σύνταξης ή βοηθήματος στα δικαιούχα πρόσωπα και δεν γίνει παραίτηση από το δικαίωμα, τότε το ποσό που διαγράφτηκε εγγράφεται ξανά σαν δημόσιο έσοδο και αναπροσαρμόζεται με βάση τις αποδοχές του βαθμού εξόδου που καθορίζονται κατά το χρόνο της επανεγγραφής. Το ποσό αυτό αναζητείται σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημόσιων εσόδων όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. ΄Αρθρο 36 παρ. 6
Επίσης δεν υπολογίζεται σαν συντάξιμος ο χρόνος υπηρεσίας που διανύθηκε μετά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας των στρατιωτικών. ΄Αρθρο 36 παρ. 7
Η υπηρεσία των εφέδρων γενικά στρατιωτικών που ανακαλούνται στην ενέργεια, καθώς και αυτών που διατηρούνται στην υπηρεσία μετά τη μετάθεσή τους στην εφεδρεία, υπολογίζεται μόνο μέχρι την κατάληψή τους από το όριο ηλικίας της εφεδρείας που καθορίζεται για το βαθμό τους, εκτός αν η υπηρεσία αυτή διανύθηκε σε πολεμική περίοδο ή κατά τον εμφύλιο πόλεμο από 1ης Απριλίου 1946 μέχρι το τέλος Οκτωβρίου 1949 και συγχρόνως η ανάκλησή τους ή η διατήρησή τους στην υπηρεσία έγιναν με πρόταση του Αρχιστράτηγου ή του Αρχηγού του οικείου Γενικού Επιτελείου, οπότε υπολογίζεται ο χρόνος και πέρα από αυτή, το δε δικαίωμά τους ρυθμίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο της κατάληψής τους από το όριο ηλικίας ή της οριστικής απομάκρυνσής τους από τις τάξεις ως μονίμων. ΄Αρθρο 36 παρ. 8 Α.Ν. 1854/1951.
Η υπηρεσία στο παρελθόν με τους όρους της παρ. 2 του άρθρου αυτού εκείνων που υπηρετούσαν κατά την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/51 ή μετά, είναι πραγματική συντάξιμη εφόσον έχει όλους τους όρους της παραγράφου αυτής. ΑΡΘΡΟ 37 Συντάξιμη υπηρεσία που προσμετράται
Συντάξιμος επίσης λογίζεται και προσμετράται στις υπηρεσίες του προηγούμενου άρθρου: περ. α΄ Α.Ν. 1854/ 51, όπως αντικ. με άρθρ. μονο παρ. 1 Ν.Δ. 680/70 και συμπλ. με άρθρ. 1 παρ. 4 Ν. 413/76.
- α) Ο χρόνος μαθητείας του στρατιωτικού στα Στρατιωτικά Σχολεία του
εσωτερικού ή του εξωτερικού, καθώς και ο χρόνος φοίτησης του αστυνομικού υπαλλήλου στην Αστυνομική Σχολή και του πυροσβεστικού υπαλλήλου στην Πυροσβεστική Σχολή από τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας τους. Για τους αξιωματικούς που προήλθαν από τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων μέχρι την 1η Ιουλίου 1935 ο χρόνος μαθητείας τους σ΄αυτή λογίζεται συντάξιμος άσχετα από την ηλικία. 51.
- β) Ο χρόνος κάθε συντάξιμης δημόσιας πολιτικής υπηρεσίας. Το
συντάξιμο μιας τέτοιας υπηρεσίας κρίνεται με τις διατάξεις για τις συντάξεις των πολιτικών υπαλλήλων. περ.γ΄ Α.Ν.1854/ 51
- γ) Ο χρόνος της έμμισθης δημόσιας πολιτικής ή στρατιωτικής
υπηρεσίας στην Κρητική ή Σαμιακή πολιτεία. περ.δ΄ Α.Ν.1854/ 51
- δ) Ο χρόνος υπηρεσίας στην τότε Αστυφυλακή.
περ.ε΄ Α.Ν.1854/ 51.
- ε) Ο χρόνος υπηρεσίας και ως ιδιώτη στο Μακεδονικό και
Βορειοηπειρωτικό αγώνα. περ. στ΄ Α.Ν. 1854/ 51, όπως τροπ. με άρθρ. 14 παρ. 3 Ν.Δ. 3768/57.
- στ) Η προηγούμενη υπηρεσία ως ημερομισθίου, που παρασχέθηκε στα
Συνεργεία του Πολεμικού Ναυτικού μετά τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας από εκείνον που κατατάχθηκε ως μόνιμος στο Πολ. Ναυτικό γενικά, καθώς και από εκείνον που κατατάχθηκε σαν τέτοιος μετέπειτα στην Πολεμική Αεροπορία, εφόσον πρόκειται για μόνιμο στρατιωτικό είτε στο Πολεμ. Ναυτικό είτε στην Πολεμ. Αεροπορία που υπηρετούσε κατά την έναρξη της ισχύος του Β.Δ. της 31ης Οκτωβρίου 1935. Επίσης η προϋπηρεσία ως ιδιώτη με ημερομίσθιο ή μηνιαία αποζημίωση στην αεροπορική μονάδα των μόνιμων ιδιωτών τεχνιτών της Πολεμ. Αεροπορίας. περ. ζ΄ Α.Ν. 1854/51
- ζ) Ο χρόνος υπηρεσίας ως ιδιωτών από τη συμπλήρωση του 17ου
έτους της ηλικίας σε αεροπορικές μονάδες εκείνων που κατατάχθηκαν ως εθελοντές τεχνίτες ή αρχιτεχνίτες σύμφωνα με το άρθρο 44 του Ν. 4323/1929. περ. η΄ Α.Ν.1854/51
- η) Η προγενέστερη υπηρεσία εκείνων που υπηρέτησαν με οποιαδήποτε
ιδιότητα σε φάρους, φανούς ή σηματοφόρους και με οποιονδήποτε τρόπο κατατάχθηκαν ή προσλήφθηκαν στην υπηρεσία των φάρων. περ. θ΄ Α.Ν. 1854/ 51, όπως αντικ. με άρθρ. 5 παρ. 4 Ν.Δ. 2704/53.
- θ) Η προγενέστερη δικηγορική υπηρεσία αυτών που διορίσθηκαν ως
Δικαστικοί Σύμβουλοι μέχρι την έναρξη της ισχύος του Β.Δ. της 31ης Οκτωβρίου 1935, με εφαρμογή για τον υπολογισμό της των διατάξεων του άρθρου 12 του κώδικα αυτού. περ.ι΄ Α.Ν. 1854/51.
- ι) Η προγενέστερη υπηρεσία των αγγελιοφόρων του Πολεμικού
Ναυτικού της περίπτ. δ΄ του άρθρου 27 ως κλητήρων στο Υπουργείο των Ναυτικών ή στο Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο. περ. ια΄ Α.Ν. 1854/ 51.
- ια) Ο χρόνος υπηρεσίας στο Σώμα Προσκόπων Μαζαράκη κατά τα έτη
1912-1913, καθώς και ο χρόνος υπηρεσίας ως αρχηγών ένοπλων σωμάτων στην Κρήτη και Σάμο πριν από την προσάρτησή τους ή κατά τον πόλεμο 1912-1913 ή στο συμμαχικό Στρατό κατά τον πόλεμο 1914-1918. περ.ιβ΄, όπως αντικ. με άρθρ. μόνο Α.Ν. 79/1967.
- ιβ) Ο χρόνος σπουδών σε Ανώτατες Σχολές του εσωτερικού ή του
εξωτερικού που έχουν αναγνωρισθεί ως ισότιμες με το Πανεπιστήμιο ή το Πολυτεχνείο, ο οποίος δε συμπίπτει με άλλη συντάξιμη υπηρεσία, για τους μόνιμους αξιωματικούς των ένοπλων δυνάμεων και του Λιμενικού Σώματος, οι οποίοι συμπληρώνουν εικοσιπενταετή συντάξιμη υπηρεσία, αν μετά τις σπουδές αυτές αποκτήθηκε δίπλωμα που αποτελεί σύμφωνα με το νόμο προσόν για την κατάταξη του στρατιωτικού στον κλάδο που ανήκει κατά την απομάκρυνσή του. ΄Αρθρο 7 παρ. 10 Ν. 2592/98. Αν πρόκειται για Αξιωματικούς του Λιμενικού Σώματος για την κατάταξη των οποίων απαιτείται δίπλωμα πλοιάρχου ή μηχανικού του Εμπορικού Ναυτικού (Ε.Ν.) και ο χρόνος φοίτησης στις Ανώτερες Δημόσιες Σχολές Εμπορικού Ναυτικού (Α.Δ.Σ.Ε.Ν.). αξιωματικού στον κλάδο που ανήκει κατά την απομάκρυνσή του. Αν όμως για την παραπέρα εξέλιξη απαιτείται και η απόκτηση διπλώματος, λογίζεται συντάξιμος ο χρόνος μόνο αν αποκτήθηκε το δίπλωμα κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής υπηρεσίας. Η παραπάνω περίπτωση ιβ΄ ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1967. ΄Αρθρο μόνο παρ. 3 Ν. 3691/57, όπως αντικ. με άρθρ. 2 παρ. 1 Ν.Δ. 89/ 1969.
- ιγ) Η προγενέστερη υπηρεσία ως έκτακτης ή ημερομίσθιας αδελφής
νοσοκόμας στην Πολεμική Αεροπορία αυτών που στη συνέχειά της εντάχθηκαν σε θέση μόνιμης αδελφής, καθώς και η προγενέστερη υπηρεσία των γυναικών νοσοκόμων του Στρατού Ξηράς, Θάλασσας και Αέρα και αξιωματικών ή ανθυπασπιστών αδελφών νοσοκόμων των ένοπλων δυνάμεων η οποία διανύθηκε σε νοσηλευτικά ιδρύματα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου. ΄Αρθρο 7 παρ. 7 Ν. 955/79.
- ιδ) Η προγενέστερη υπηρεσία που παρασχέθηκε σε καιρό πολέμου
σε επίτακτα εμπορικά πλοία.
Άρθρο 40 παρ. 1 Ν.
- ιε) ΄Ολη η προγενέστερη υπηρεσία των στρατιωτικών ιερέων ως
διακόνων ή εφημερίων σε Μητροπόλεις ή ενοριακούς ναούς. Ν.Δ. 3768/57.
Επίσης λογίζεται σαν συντάξιμος και προσμετράται στην άλλη συντάξιμη υπηρεσία και ο χρόνος των παρακάτω προϋπηρεσιών των στρατιωτικών. 57, όπως ισχύει μετά το άρθρ. 6 Ν. 955/79.
- α) Ο χρόνος προϋπηρεσίας σε Ιδρύματα και διεθνείς ή αλλοδαπές
οργανώσεις εφόσον το κράτος ανέλαβε την εκπλήρωση των σκοπών τους με τις δημόσιες υπηρεσίες του. περ. β΄, όπως ισχύει μετά το άρθρο 6 Ν. 955/79.
- β) Ο χρόνος προϋπηρεσίας σε Δήμους ή στις Ενώσεις Δήμων και
Κοινοτήτων. περ. γ΄ Ν.Δ. 3768/ 57, όπως αντικ. με άρθρ. 9 παρ. 6 Ν. 1902/90 και 5 παρ. 2 Ν. 2512/97.
- γ) Κάθε προϋπηρεσία στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό αν και για όσο
χρονικό διάστημα αυτή απαιτείται ως προσόν για την πρόσληψη υπαλλήλου στη δημόσια υπηρεσία, εφόσον ο υπάλληλος αποχωρεί τελικά από τη θέση αυτή. Σε περίπτωση διορισμού ή μετακίνησης του υπαλλήλου σε άλλη θέση ο χρόνος υπηρεσίας που του χρησίμευσε ως προσόν διορισμού σε προηγούμενη θέση σε καμιά περίπτωση δεν αναγνωρίζεται ως συντάξιμος στη νέα θέση, εκτός αν η προηγούμενη θέση αποτελεί προϋπόθεση διορισμού στην τελευταία θέση. Ως προϋπηρεσία για την εφαρμογή της περίπτωσης αυτής νοείται και η δικηγορική, η ιατρική κ.λπ., καθώς και ο χρόνος για την απόκτηση της ειδικότητας που απαιτείται ως προσόν για την πρόσληψη του υπαλλήλου, σε καμιά όμως περίπτωση και χρόνος μαθητείας ή πρακτικής άσκησης ή εμπειρίας που τυχόν απαιτήθηκε για την απόκτηση άδειας άσκησης επαγγέλματος. Ο χρόνος προϋπηρεσίας που προσμετράται δεν μπορεί να υπερβαίνει τη δεκαετία. 57.
- δ) Η πριν από την εφαρμογή του άρθρου 18 του Ν. 1747/1944
υπηρεσία των υπαλλήλων των Μηχανικών Υπηρεσιών Κοινοτήτων, που λειτουργούσαν στις Νομαρχίες, καθώς και των υπαλλήλων των Γραφείων Ελέγχου Ηλεκτρολογικών Εγκαταστάσεων, που συστάθηκαν με τον Α.Ν. 2067/1939, εφόσον αυτοί απέκτησαν στη συνέχεια της υπηρεσίας τους στρατιωτική ιδιότητα. περ. β΄ Ν.Δ. 3768/ 57, όπως αντικ. με άρθρ. 7 παρ. 4 Ν. 955/79.
- ε) Η προγενέστερη υπηρεσία σε θέση Αρχιφύλακα ή Αγροφύλακα της
Αγροτικής Ασφάλειας. περ. γ΄ Ν.Δ. 3768/ 57.
- στ) Η προγενέστερη υπηρεσία στο Εργοστάσιο Αεροπλάνων Παλαιού
Φαλήρου (Ν. 5210/1931) αυτών που μονιμοποιήθηκαν στο Κρατικό Εργοστάσιο Αεροπλάνων σε εφαρμογή των Α.Ν. 1014/1937 και 1846/1939. περ. δ΄ Ν.Δ. 3768/ 57.
- ζ) Η προγενέστερη υπηρεσία στα Ταμεία Λαϊκών Αγορών και
Επικουρικής Ασφάλισης και Αποζημίωσης Αρτοποιών Ελλάδας, των Γεωργικών Ταμείων, των Ταμείων Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών, καθώς και των Ταμείων Εφέδρων Πολεμιστών Κρήτης εκείνων που στη συνέχεια αυτών των υπηρεσιών μετατάχθηκαν ή διορίστηκαν στη δημόσια υπηρεσία. ΄Αρθρο 13 παρ. 3 Ν.Δ. 3768/57. Σε περίπτωση αναγνώρισης συντάξιμου χρόνου σύμφωνα με τις περιπτώσεις α΄-ζ΄ αυτής της παραγράφου υπολογίζεται σαν συντάξιμος μόνο αυτός που διανύθηκε μετά τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας. Ν.Δ. 89/1969 σε συνδ. με άρθρ. 3 παρ. 3 Ν. 1405/83.
- η) Η με μηνιαίο μισθό ή μηνιαία ή ημερήσια αποζημίωση οποιασδήποτε
φύσης προϋπηρεσία στον Επικουρικό Οργανισμό Μεταφορών με Αυτοκίνητα, την Υπηρεσία Ελέγχου Κρατικών Αυτοκινήτων, τον Οργανισμό Διαχείρισης Πλεονάζοντος Συμμαχικου Υλικού και τώρα Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού, τις Υπηρεσίες Διαχείρισης Εφοδίων Εξωτερικού, Αποκατάστασης Πυροπαθών, Αγροτών και Συμμοριοπλήκτων, που συστάθηκαν στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας σε εκτέλεση σχετικών συμβάσεών της με το Δημόσιο, την Υπηρεσία Μεσεγγυημένων Εχθρικών Περιουσιών και το Ταμείο Φιλανθρωπίας Λέσβου που αναφέρεται στο Ν. 1559/1944. Διευκρινιστική διάταξη άρθρου 6 παρ. 6 Ν. 955/79.
΄Οσα ορίζονται στην παράγρ. 4 του άρθρου 12 ισχύουν και για την αναγνώριση προϋπηρεσίας των στρατιωτικών σε Ν.Π.Δ.Δ. ΄Αρθρο 37 παρ. 2
Οι διατάξεις των παρ. 2, 3, 5 και 6 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται και για τις υπηρεσίες που αναφέρεται σ΄αυτό το άρθρο. ΄Αρθρο 9 παρ. 1 Ν. 4448/64.
Ο χρόνος κατά τον οποίο έφεδροι από εφέδρους αξιωματικοί διατέλεσαν ένοπλα μέλη Εθνικών Ανταρτικών ομάδων, που έχουν αναγνωρισθεί, λογίζεται συντάξιμος και προσμετράται στην άλλη συντάξιμη υπηρεσία τους εφόσον αυτοί κατατάχθηκαν αργότερα ως μόνιμοι στρατιωτικοί. ΄Αρθρο 37 παρ. 3
Συνταξιούχοι έφεδροι από μόνιμους αξιωματικοί οι οποίοι διατέλεσαν μέλη ένοπλων Εθνικών Ανταρτικών Ομάδων, που έχουν αναγνωρισθεί, δικαιούνται να προσμετρήσουν στη συντάξιμη υπηρεσία τους το χρόνο που διατέλεσαν μέλη των ομάδων αυτών μέχρι την κατάληψή τους από το όριο ηλικίας. αντικ. με άρθρ. μόνο Ν. 2349/53.
΄Ολες οι συντάξιμες υπηρεσίες που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους λογίζονται σαν πραγματικές με την έννοια της παρ. 1 των άρθρων 11 και 36 του Κώδικα αυτού. Αρθρο 1 Ν. 1405/83 όπως αντικ. με άρθρ. 5 παρ. 5 Ν. 2227/94.
Επίσης υπολογίζεται ως συντάξιμος, ύστερα από συμπληρωματική εισφορά, και προσμετράται στη λοιπή συντάξιμη υπηρεσία του υπαλλήλου, ο χρόνος της προηγούμενης απασχόλησής του σε τομείς έξω από το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και τα άλλα Ν.Π.Δ.Δ., για τον οποίο ήταν ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης, καθώς και ο χρόνος απασχόλησης στην αλλοδαπή γενικά για τον οποίο μεταφέρονται οι ασφαλιστικές εισφορές σε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης της Χώρας ή αναγνωρίζεται ο χρόνος αυτός ως χρόνος ασφάλισης στον οργανισμό αυτό με βάση ειδικές διατάξεις. Ο χρόνος αυτός δε λαμβάνεται υπόψη αν έγινε ανάληψη εισφορών ή χορήγηση από τον ασφαλιστικό οργανισμό εφάπαξ παροχής αντί σύνταξης ή αν χρησιμοποιήθηκε για συνταξιοδοτικούς σκοπούς. Αν από τη νομοθεσία του οικείου φορέα προβλέπεται δυνατότητα επιστροφής των εισφορών αυτών ή της εφάπαξ παροχής, με σκοπό την αναγνώριση του χρόνου ως συντάξιμου, ο χρόνος αυτός υπολογίζεται εφόσον γίνει η επιστροφή. Χρόνος ασφάλισης στον ΟΓΑ δε λαμβάνεται υπόψη. Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, στις περιπτώσεις όπου ο χρόνος ασφάλισης υπολογίζεται σε ημέρες, ως ένα έτος λογίζονται τριακόσιες ημέρες, και ως ένας μήνας λογίζονται είκοσι πέντε ημέρες. Η αναγνώριση του παραπάνω χρόνου μπορεί να γίνει είτε κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του υπαλλήλου είτε μετά την έξοδό του από αυτήν, ύστερα από αίτησή του. Η αναγνώριση γίνεται με πράξη της αρμόδιας διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 66 του παρόντος με βάση πιστοποιητικό του οικείου ασφαλιστικού φορέα που εκδίδεται από τα στοιχεία που τηρεί ή, αν δεν υπάρχουν τέτοια στοιχεία, με βάση το ασφαλιστικό βιβλιάριο που τυχόν κρατεί ο ασφαλισμένος από το οποίο να προκύπτει η ασφάλιση και η εισφορά που καταβλήθηκε. Με την πράξη αυτή, που υπόκειται στα ένδικα μέσα που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, καθορίζεται και το ποσό της συμπληρωματικής εισφοράς. Γι’ αυτούς που εξέρχονται από την υπηρεσία ή για τους συνταξιούχους η αναγνώριση του χρόνου και το ποσό της εισφοράς γίνεται με την πράξη κανονισμού ή αύξησης της σύνταξης. Η συμπληρωματική εισφορά καταβάλλεται στο δημόσιο είτε κατά τη διάρκεια του χρόνου που υπηρετεί ο υπάλληλος είτε κατά την έξοδό του από την υπηρεσία και καθορίζεται σε ποσοστό 7% επί των μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών του (βασικός μισθός, επίδομα χρόνου υπηρεσίας και επίδομα ευδόκιμης παραμονής όπου καταβάλλεται), εφόσον πρόκειται για εν ενεργεία υπάλληλο, ή των αποδοχών με βάση τις οποίες κανονίστηκε η σύνταξή του εφόσον πρόκειται για συνταξιούχο, όπως οι αποδοχές αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης αναγνώρισης του παραπάνω χρόνου και για χρονικό διάστημα ίσο με τον αναγνωριζόμενο χρόνο. Το ποσό της εισφοράς μπορεί να εξοφληθεί με επιλογή του ενδιαφερομένου είτε εφάπαξ είτε με μηνιαίες δόσεις, των μηνών που αναγνωρίζονται. τα 3/4 της αύξησης της σύνταξης που θα προκύψει. Στην περίπτωση αυτή ο αριθμός των μηνών κατά τους οποίους θα γίνει η κράτηση από τη σύνταξη επιμηκύνεται ανάλογα. Αν ο υπάλληλος που είναι στην ενέργεια ή ο συνταξιούχος πεθάνει πριν από την ολοσχερή εξόφληση της εισφοράς, οι μηνιαίες δόσεις που υπολείπονται παρακρατούνται από τη σύνταξη των προσώπων στα οποία μεταβιβάζεται η σύνταξη, σύμφωνα με τα παραπάνω. Αν η καταβολή της σύνταξης διακοπεί για οποιονδήποτε λόγο, παύει η καταβολή των συμπληρωματικών εισφορών και αρχίζει πάλι όταν ξαναρχίσει η καταβολή της σύνταξης. Σε όσους καταβάλουν το ποσό της συμπληρωματικής εισφοράς εφάπαξ παρέχεται έκπτωση 10% στο ποσό αυτό. Οι ασφαλιστικές εισφορές (εργοδότη και ασφαλισμένου) που έχουν καταβληθεί στον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης, για τον αναγνωριζόμενο χρόνο, αποδίδονται εφάπαξ στο δημόσιο, μέσα σ΄ένα εξάμηνο από την ημερομηνία που θα καταστούν απαιτητές με προσαύξηση 8% για κάθε χρόνο που πέρασε από τη διακοπή της ασφάλισης σ΄αυτόν μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για αναγνώριση του χρόνου από το δημόσιο. Αντί για την απόδοση των εισφορών στο δημόσιο μπορεί να γίνεται και συμψηφισμός του ποσού τους με τυχόν οφειλές του δημοσίου στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς ή παρακράτηση από το ποσό με το οποίο τυχόν επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό. ΄Αρθρο 32 παρ. 1 Ν. 1654/86.
Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για υπαλλήλους οι οποίοι, πριν διοριστούν στο Δημόσιο, είχαν απασχοληθεί στον ιδιωτικό τομέα και ασφαλιστεί σε ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας ασφάλισης, στους οποίους συνεχίζουν ή συνέχισαν για ορισμένο χρόνο την ασφάλισή τους και μετά την ημερομηνία διορισμού τους στη δημόσια υπηρεσία. Ο παραπάνω χρόνος που αναγνωρίζεται από το Δημόσιο παύει να θεωρείται χρόνος ασφάλισης στον οργανισμό που διανύθηκε. ΑΡΘΡΟ 38 Περιορισμοί στην προσμέτρηση προϋπηρεσιών ΄Αρθρο 38 Α.Ν. 1854, όπως τροπ. με άρθρ. 7 παρ. 5 Ν.Δ. 3768/57. Οι υπηρεσίες του προηγούμενου άρθρου δεν μπορούν να λογισθούν σαν συντάξιμες πριν από τη συμπλήρωση πλήρους πενταετούς πραγματικής υπηρεσίας που έχει όλους τους όρους του άρθρου 36, εκτός από τις περιπτώσεις θανάτου στην τελευταία αυτή υπηρεσία ή απόλυσης λόγω κατάργησης θέσης ή απόλυσης λόγω σωματικής ή διανοητικής ανικανότητας από τραύμα ή νόσημα εξαιτίας της υπηρεσίας. ΄Αρθρο 7 παρ. 11 Ν. 2592/98. Για τη συμπλήρωση της πλήρους πενταετούς πραγματικής υπηρεσίας του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη σε περίπτωση απόλυσης λόγω νόσου και ο χρόνος της περίπτ. α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 37. παρ. 3 Ν. 1976/91. Ο χρόνος που υπολογίζεται σαν συντάξιμος σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 37 Δεν προσμετράται πριν ο υπάλληλος θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα με βάση άλλη υπηρεσία του. Κατεξαίρεση λαμβάνεται υπόψη και για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος αν ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει το 56ο έτος της ηλικίας του και εικοσαετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, στην οποία δεν περιλαμβάνεται ο χρόνος αυτός. Αν ο υπάλληλος εξέλθει από την υπηρεσία πριν από τη συμπλήρωση του 56ου έτους της ηλικίας του η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται με τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής. ΑΡΘΡΟ 39 ΄Εναρξη – Τερματισμός συντάξιμης υπηρεσίας
Άρθρο 39 παρ. 1
αντικ. με τα άρθρα 2 παρ. 2 Ν. 1813/88 και 3 παρ.5 Ν.3408/05
Η υπηρεσία υπολογίζεται από την ημερομηνία της κατάταξης του στρατιωτικού μέχρι την απομάκρυνσή του από την υπηρεσία ή μέχρι το θάνατό του και για όσους αναφέρονται στο άρθρο 27 από τη χρονολογία του εγγράφου της κοινοποίησης του διορισμού μέχρι τη χρονολογία δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόλυσης ή της αποδοχής της παραίτησης ή την ημέρα θανάτου του υπαλλήλου. Αν παρασχέθηκε υπηρεσία και μετά τη χρονολογία της παραπάνω δημοσίευσης η υπηρεσία υπολογίζεται μέχρι την ημερομηνία κοινοποίησης των παραπάνω πράξεων και σε κάθε περίπτωση όχι πέρα από την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευση αυτή. Σε περίπτωση απόλυσης για νόσο που δεν επιδέχεται θεραπεία, η συντάξιμη υπηρεσία των υπαλλήλων του άρθρου 27, εφόσον δεν ρυθμίζεται από το προηγούμενο εδάφιο, τερματίζεται με την πάροδο διμήνου από τη λήξη της τελευταίας αναρρωτικής άδειας, που έλαβε πριν από τη γνωμάτευση της οικείας Υγειονομικής Επιτροπής ή της διαθεσιμότητας και σε περίπτωση που εξακολουθεί να εργάζεται, με την πάροδο διμήνου από τη γνωμάτευση της προαναφερόμενης Υγειονομικής Επιτροπής, ανεξάρτητα από το χρόνο κοινοποίησης της απόλυσης ή την τυχόν προσφορά υπηρεσίας και την καταβολή μισθού πέρα από το δίμηνο. Η απομάκρυνση του στρατιωτικού λογίζεται ότι έγινε δεκαπέντε ημέρες από τη χρονολογία του φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως στο οποίο δημοσιεύθηκε η σχετική διοικητική πράξη, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στους νόμους για την κατάσταση αξιωματικών. Αν δεν υπάρχει δημοσίευση λογίζεται ότι έγινε από τη χρονολογία της σχετικής διοικητικής πράξης.
Άρθρο 39 παρ. 2
Μετά τη συνάθροιση του συντάξιμου χρόνου το χρονικό διάστημα που είναι μικρότερο από 12 μήνες λογίζεται σαν ολόκληρο έτος αν είναι τουλάχιστον ίσο με έξι μήνες. Αυτό εφαρμόζεται στον υπολογισμό τόσο της πραγματικής όσο και της πλασματικής υπηρεσίας. ΦΕΚ 210 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4589 ΄Αρθρο 40 παρ. 1 1854/51.
Ο χρόνος υπηρεσίας των στρατιωτικών του άρθρου 25 παρ. 2 και 3, καθώς και των αδελφών νοσοκόμων του άρθρου 27 περ. β΄ υπολογίζεται διπλάσιος κατά τη διάρκεια της εμπόλεμης κατάστασης του κράτους, εφόσον διανύθηκε στη ζώνη των επιχειρήσεων, όπως αυτή θα καθορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Εθνικής ΄Αμυνας ύστερα από πρόταση του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής ΄Αμυνας. ΄Αρθρο 40 παρ. 1 εδ. δεύτ. Α.Ν. 1854/ 51, όπως αντικ. από το άρθρο 3, παρ. 6 Ν.3408/05 Επίσης λογίζεται διπλάσιος ο χρόνος υπηρεσίας των παραπάνω που διανύθηκε στην Κορέα, καθώς και στην Κύπρο κατά τα χρονικά διαστήματα που ορίζονται στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 21 του Ν. 2641/1998 (ΦΕΚ 211 Α). ΄Αρθρο 40 παρ. 1 εδ. τρίτο Α.Ν. 1854/ 51, όπως αντικ. με άρθρ. 1 παρ. 1 Ν. 4448/64. Κατ΄εξαίρεση γι΄αυτούς που υπηρέτησαν στο Στράτευμα κατά τους πολέμους μέχρι την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/51 ο χρόνος της εμπόλεμης στρατιωτικής υπηρεσίας, που δε συμπίπτει με διαθεσιμότητα ή αργία με πρόσκαιρη παύση, λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο οπουδήποτε και αν διανύθηκε αυτός. ΄Αρθρο 40 παρ. 1 εδ. τέταρτο Α.Ν. 1854/51. Η εμπόλεμη κατάσταση που άρχισε στις 28 Οκτωβρίου 1940 θεωρείται για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού ότι έληξε την 1η Μαϊου 1941. ΄Αρθρο 40 παρ. 2 αντικ. με άρθρ. 1 παρ. 2 Ν. 4448/64.
Επίσης λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο ο χρόνος υπηρεσίας αυτών που αναφέρονται παραπάνω εφόσον αυτοί:
- α) ΄Ελαβαν μέρος στον αγώνα κατά των κομμουνιστοσυμμοριτών και
για όσο χρόνο διατέλεσαν στη ζώνη επιχειρήσεων. Ο χρόνος υπηρεσίας καθενός στη ζώνη των επιχειρήσεων βεβαιώνεται από την αρμόδια Διεύθυνση του οικείου Γενικού Επιτελείου ή του Αρχηγείου της χωροφυλακής, της Αστυνομίας πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος. Η διάρκεια του αγώνα κατά των κομμουνιστοσυμμοριτών ορίζεται από την 1η Απριλίου 1946 μέχρι την 31η Οκτωβρίου 1949, με τη διατήρηση της ισχύος της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 2704/1953.
- β) Διατέλεσαν σε αιχμαλωσία από πολεμικές επιχειρήσεις, αν δεν
υπάρχουν στοιχεία ότι αυτοί δεν εκπλήρωσαν το καθήκον τους.
- γ) Έλαβαν μέρος στο Μακεδονικό ή Βορειοηπειρωτικό αγώνα ή στα
Σώματα που αναφέρονται στην περίπτ. ια΄ της παρ. 1 του άρθρου 37.
- δ) Διατέλεσαν κάτω από τις διαταγές της τότε προσωρινής κυβέρνησης
Θεσσαλονίκης κατά το διάστημα που υπηρέτησαν στο Στρατό Εθνικής ΄Αμυνας.
- ε) Είχαν μετάσχει στη μάχη της Κρήτης το Μάϊο 1941 ή σε στρατιωτικές
μονάδες και υπηρεσίες, που συγκροτήθηκαν στη Μέση Ανατολή μέχρι τις 12 Οκτωβρίου 1944 ή σε αναγνωρισμένες Εθνικές Ανταρτικές Ομάδες Αντίστασης ως ένοπλα μέλη των ομάδων αυτών υπάλληλοι που απολύθηκαν από την υπηρεσία γιατί εντάχθηκαν σε αναγνωρισμένες Εθνικές Ανταρτικές Ομάδες και επανήλθαν ύστερα στη δημόσια υπηρεσία με λογισμό σαν χρόνου πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας του χρόνου που διανύθηκε εκτός υπηρεσίας. ΄Αρθρο 40 παρ. 1 Ν. 955/79. Γι΄αυτούς που υπηρέτησαν στην ΙΙΙ Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία Ρίμινι και τον Ιερό Λόχο ο χρόνος αυτός λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο για τα μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1944 και την 9η Μαϊου 1945 αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, με τον όρο ότι από αυτούς που μετείχαν στον Ιερό Λόχο το ευεργέτημα αυτό απολαμβάνουν μόνο όσοι υπηρέτησαν στη Διοίκηση και τα τμήματά του και μόνο για το χρόνο που καθένα από αυτά έλαβε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις. ΄Αρθρο 1 παρ. 2 περ. στ΄ Ν. 4448/64, όπως αντικ. με άρθρ. 1 Ν.Δ. 34/ 1973.
- στ) Υπηρέτησαν στα Σώματα Ασφαλείας στην Ελλάδα, το πυροσβεστικό
και το Λιμενικό Σώμα από 2 Μαϊου 1941 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1944. ΄Αρθρο 1 παρ. 2 περ. ζ΄ Ν. 4448/64, όπως συμπλ. με το άρθρ. 10 παρ. 2 Ν. 955/79.
- ζ) Διατέλεσαν σε φυλάκιση, αιχμαλωσία ή ομηρία γιατί είχαν συλληφθεί
από τις Αρχές Κατοχής κατά την περίοδο 1941-1945 για την εθνική τους δράση ή για την ιδιότητά τους ως στρατιωτικοί. Τα αίτια της σύλληψής τους αποδεικνύονται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 2 του Α.Ν. 1119/1946 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 Α.Ν. 599/1968. Στην περίπτωση αυτή περιλαμβάνονται και οι τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, εφόσον κατά το χρόνο της φυλάκισης ή ομηρίας τους είχαν την ιδιότητα του δημόσιου υπαλλήλου και η σύλληψή τους οφειλόταν στην εθνική τους δράση. ΄Αρθρο 9 παρ. 2 Ν. 4448/64.
Ο χρόνος κατά τον οποίο οι έφεδροι από εφέδρους αξιωματικοί διατέλεσαν ένοπλα μέλη αναγνωρισμένων Εθνικών Ανταρτικών Ομάδων υπολογίζεται επίσης διπλάσιος εφόσον αυτοί μεταγενέστερα κατατάχθηκαν ως μόνιμοι στρατιωτικοί. Το ίδιο ισχύει και για το χρόνο της παρ. 6 του άρθρου 37. ΄Αρθρο 40 παρ. 3
Ο χρόνος υπηρεσίας που υπολογίζεται με προσαύξηση σύμφωνα με τα παραπάνω λογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας. Ν.Δ. 414/74, όπως αντικ. με το άρθρ. 1 παρ. 1 Ν. 1204/81.
Επίσης λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο και ως τέτοιος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας ο χρόνος υπηρεσίας που διανύθηκε:
- α) Σε Μονάδες εκστρατείας, σε Μονάδες και Υπηρεσίες και των τριών
κλάδων των ΄Ενοπλων Δυνάμεων της Ζώνης Μάχης, σε πολεμικά πλοία, με εξαίρεση αυτά που βρίσκονται σε παροπλισμό, σε υπηρεσίες υπεραπόκεντρων φάρων, όπως αυτοί καθορίζονται από το Ν.Δ. 443/7-5-1966, στο Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορικής Δύναμης και τις Μονάδες του, σε Αεροδρόμια και τις Διοικήσεις, Μονάδες και Υπηρεσίες που εδρεύουν σ΄αυτά, από την 1η Νοεμβρίου 1949 και μετά, από τους στρατιωτικούς των ΄Ενοπλων Δυνάμεων οι οποίοι απομακρύνονται από αυτές με την ιδιότητα του μονίμου, με την προϋπόθεση ότι ο χρόνος αυτός δε συμπίπτει με διαθεσιμότητα ή αργία με πρόσκαιρη παύση.
- β) Σε αστυνομικές και πυροσβεστικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο
προτελευταιό εδάφιο αυτής της παραγράφου από την 1η Νοεμβρίου 1949 και μετά από τα εν ενεργεία μόνιμα όργανα των Σωμάτων Χωροφυλακής, Αστυνομίας πόλεων και πυροσβεστικού. ΄Αρθρο 20 παρ. 2 Ν. 1694/87 και 7 παρ. 1 Ν. 2592/98. Οι διατάξεις των Ν. Δ/των 142/1974, 179/1974 και 414/1974, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το Ν. 1204/1981, έχουν εφαρμογή και για τις γυναίκες των Σωμάτων Ασφαλείας και των ΄Ενοπλων Δυνάμεων, εφόσον κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης. Ν.Δ. 179/74.
- γ) Στις υπηρεσίες του Λιμενικού Σώματος, που αναφέρονται στο
τελευταίο εδάφιο αυτής της παραγράφου, από την 1η Νοεμβρίου 1949 και μετά από τα εν ενεργεία μόνιμα όργανα του Λιμενικού Σώματος. ΄Αρθρο 1 παρ. 2, 3, 4 και 5 Ν.Δ. 142/74, Ν.Δ. 179/74 και Ν.Δ. 414/74, όπως αντικ. με το άρθρ. 1 παρ. 2, 3, 4 και 5 Ν. 1204/81. Ο διπλασιασμός του χρόνου υπηρεσίας, που αναφέρεται στην παράγραφο αυτή, δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε (5) έτη στο σύνολο. Ο χρόνος υπηρεσίας καθενός στις παραπάνω μονάδες και υπηρεσίες, καθώς και τα χρονικά διαστήματα που κατά τη διάρκεια του χορηγήθηκε κανονική ή αναρρωτική άδεια ή διανύθηκε υπηρεσία σε νοσηλεία βεβαιώνεται από την αρμόδια υπηρεσία του οικείου Υπουργείου. Ο παραπάνω διπλασιασμός δεν ισχύει εφόσον η έξοδος από την υπηρεσία γίνεται με αίτηση του ενδιαφερομένου πριν από τη συμπλήρωση 25ετούς πραγματικής υπηρεσίας. Γι΄αυτούς που προσμετρούν διπλάσιο χρόνο με εφαρμογή άλλων διατάξεων δεν προσμετράται ο ίδιος χρόνος σε υπηρεσίες αυτής της παραγράφου. Άρθρ. 2 Ν.Δ. 142/ 74, Ν.Δ. 179/74 και Ν.Δ. 414/74 όπως η παρ. 1 αντικ. από άρθρ. 2 Ν. 1204/81. Ως χρόνος υπηρεσίας θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο στρατιωτικός, αφού τοποθετήθηκε στις μονάδες ή υπηρεσίες της περίπτωσης α΄ή των επόμενων εδαφίων αυτής της παραγράφου ή αφού αποσπάστηκε σ΄αυτές για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από 30 ημέρες, ασκεί πραγματικά τα καθήκοντά του σ΄αυτές. Χρόνος κανονικής άδειας ενός μηνός και νοσηλείας ή αναρρωτικής άδειας ενός ακόμη μηνός για κάθε έτος θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας. ΄Αρθρο 3 Ν.Δ. 414/ 74, όπως αντικ. με το άρθρ. 2 Ν. 1204/ Για την εφαρμογή της περίπτωσης α΄ ως μονάδες εκστρατείας του Στρατού Ξηράς νοούνται όλες οι μονάδες και Σχηματισμοί μέχρι και το επίπεδο Στρατιάς και ως Μονάδες και Υπηρεσίες των τριών κλάδων των ΄Ενοπλων Δυνάμεων νοούνται αυτές που οι έδρες τους βρίσκονται για τον ηπειρωτικό χώρο βόρεια της νοητής ευθείας γραμμής μεταξύ των πόλεων Αμφιλοχίας-Λαμίας, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται, και για το νησιωτικό χώρο Ανατολικά και Νοτιοανατολικά της νοητής γραμμής μεταξύ των νησιών ΘάσουΕυβοίας-Αντικηθύρων, τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται. Ο διπλασιασμός του χρόνου υπηρεσίας για τον οποίο γίνεται λόγος σ΄αυτή την παράγραφο φθάνει μέχρι το τέλος του έτους 1984, μετά από το οποίο αυτός διατηρείται όπως αποκτήθηκε σαν χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας μόνο για τον κανονισμό της σύνταξης. Προϋπόθεση για την εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων εδαφίων στους στρατιωτικούς των ΄Ενοπλων Δυνάμεων είναι να βρίσκονται αυτοί στην ενεργό υπηρεσία κατά την έναρξη ισχύος του Ν.Δ. 414/1974 και μετά. Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται για τους εκπαιδευόμενους σε παραγωγικές Σχολές Μόνιμων Αξιωματικών και Υπαξιωματικών καθώς και σε άλλες Σχολές των ΄Ενοπλων Δυνάμεων. Επίσης δεν εφαρμόζονται γι΄αυτούς που υπηρετούν σε Οργανισμούς και Νομικά Πρόσωπα Δημόσιου Δικαίου. ΄Αρθρα 3 Ν.Δ. 142/74 και 7 παρ. 2 Ν. 2592/98. Ως χρόνος υπηρεσίας για την εφαρμογή της περίπτ. β΄ λογίζεται αυτός που διανύθηκε στις παρακάτω υπηρεσίες κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Νοεμβρίου 1949 και μέχρι την πάροδο πέντε ετών από την ισχύ του Ν.Δ. 142/1974.
- α) σε Αστυνομικά Τμήματα και τις υπηρεσίες που εξαρτώνται από
αυτά,
- β) σε Αστυνομικούς Σταθμούς,
- γ) σε Υποδιοικήσεις χωροφυλακής και τις υπηρεσίες που εξαρτώνται
από αυτές,
- δ) στις Υπηρεσίες ΄Αμεσης Δράσης Αστυνομίας πόλεων,
- ε) στις Υπηρεσίες ΄Αμεσης Επέμβασης Χωροφυλακής,
- στ) στις Υποδιευθύνσεις Μηχανοκινήτου και τα Τμήματα Μηχανοκίνητης
Αστυνομίας πόλεων,
- ζ) στα Μηχανοκίνητα Τμήματα Χωροφυλακής,
- η) στις Υπηρεσίες Ασφαλείας Υψηλών προσώπων,
- θ) στις Υποδιευθύνσεις Ασφαλείας και τις Υπηρεσίες που εξαρτώνται
από αυτές,
- ι) στα Τμήματα Ασφαλείας και τις Υπηρεσίες που εξαρτώνται από αυτά,
- ια) στις Υπηρεσίες Τροχαίας (Υποδιευνθύνσεις, Τμήματα, Σταθμούς),
- ιβ) σε Πυροσβεστικούς Σταθμούς Πόλεων,
- ιγ) σε Πυροσβεστικές Υπηρεσίες Πόλεων, στις οποίες δεν λειτουργεί
Διοίκηση Πυροσβεστικής Υπηρεσίας,
- ιδ) σε Λιμενικούς Πυροσβεστικούς Σταθμούς,
- ιε) σε Πυροσβεστικούς Σταθμούς Αεροδρομίων,
- ιστ) στις παραγωγικές σχολές Ρόδου και Κρήτης (εκπαιδευτικό
προσωπικό),
- ιζ) στη Διεύθυνση Εκληματολογικών Υπηρεσιών,
- ιη) αλλοδαπών,
- ιθ) Μεταγωγών και Φρούρησης Φυλακών και Σωφρονιστικών
Καταστημάτων.
- κ) Σε Υποδιευθύνσεις, Τμήματα και Σταθμούς της Τουριστικής
Αστυνομίας, Αγορανομίας, ελέγχων διαβατηρίων, διαβιβάσεων - κέντρων R/T, γραφείων εγκληματολογικών ερευνών, καθώς και στις Αστυνομικές Σχολές (εκπαιδευτικό προσωπικό), καθώς και στα ανακριτικά γραφεία των διοικήσεων Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Πόλεων, στα Πυροσβεστκά Συνεργεία, στο 199 Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο γπηρεσιών Πυροσβεστικού Σώματος και στις Σχολές της Πυροσβεστικής Ακαδημίας. ΄Αρθρο 3 Ν.Δ. 179/ 94. Ως χρόνος υπηρεσίας για την εφαρμογή της περίπτ. γ΄ λογίζεται αυτός που διανύθηκε στις παρακάτω υπηρεσίες που ασκούσαν καθήκοντα τάξης και ασφάλειας κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Νοεμβρίου 1949 και μέχρι την πάροδο πέντε ετών από την ισχύ του Ν.Δ. 179/1974.
- α) σε Κεντρικά Λιμεναρχεία,
- β) σε Λιμεναρχεία,
- γ) σε Υπολιμεναρχεία,
- δ) σε Λιμενικούς Σταθμούς,
- ε) σε περιπολικά σκάφη και τροχοφόρα Λιμενικού Σώματος,
- στ) σε Κέντρο ΄Αμεσης Δράσης Λιμενικού Σώματος,
- ζ) σε θάλαμο έρευνας και διάσωσης στη θάλασσα.
΄Αρθρο 8 Ν. 955/79. 6. Λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο ο χρόνος της πραγματικής υπηρεσίας των μόνιμων ή ισόβιων ή αυτών που αναφέρονται στην περίπτ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 12 έκτακτων, αναπληρωτών και δόκιμων πολιτικών υπαλλήλων, ο οποίος διανύθηκε:
- α) Στην ΄Ηπειρο και τα Νησιά από την 5η Οκτωβρίου 1912 μέχρι την 1η
Δεκεμβρίου 1913,
- β) στη Δυτική Θράκη από τις 2 Μαϊου 1920 μέχρι το τέλος 1922,
- γ) στην Ανατολική Θράκη από την 8η Ιουλίου 1920 μέχρι το τέλος
1922,
- δ) στη Μικρά Ασία απο τις 2 Μαϊου 1919 μέχρι το τέλος 1922,
- ε) στη Μακεδονία από την 5η Οκτωβρίου 1912 μέχρι την 1η Δεκεμβρίου
1913 και από την 1η Σεπτεμβρίου 1916 μέχρι το τέλος 1922. Επίσης για τους πολιτικούς υπαλλήλους και τους στρατιωτικούς γενικά, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, υπολογίζεται διπλάσιος ο χρόνος που διανύθηκε μέχρι την 31η Οκτωβρίου 1950 με τις προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 4 της από 25ης Φεβρουαρίου 1926 Συντακτικής Απόφασης και ο οποίος για τους στρατιωτικούς δε συμπίπτει με τις χρονικές περιόδους που αναφέρονται στις προηγούμενες περιπτώσεις ή με πολεμική περίοδο. Αν ο χρόνος του προηγούμενου εδαφίου διανύθηκε από την 1η Ιουλίου 1935 και μετά προσμετράται αφού συμπληρωθεί 25ετής συντάξιμη υπηρεσία. Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος που υπολογίζεται με προσαύξηση σύμφωνα με αυτή την παράγραφο δεν Α.Ν. 1854/1951 και τις οικογένειες αυτών που πέθαναν. ΄Αρθρο 20 παρ. 2 Ν. 1694/87. Οι διατάξεις του Ν.Δ. 142/1974, εκτός από τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1, έχουν εφαρμογή και για τις γυναίκες του τρίτου εδαφίου της περίπτ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 26, εφόσον κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης. ΑΡΘΡΟ 41 Υπολογισμός εξαμήνων πτητικών και καταδυτικών, αλεξιπτωτιστή, υποβρύχιου καταστροφέα και εκκαθαριστή ναρκοπεδίων. ΄Αρθρο 41 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 3 παρ. 1-3 Ν. 148/75 και συμπλ. στις παρ. 2 και 3 περ. δ΄ με άρθρ. 2 Ν. 1282/ 82.
Ο χρόνος υπηρεσίας των στρατιωτικών που τελούν σε κατάσταση πτητικής ενέργειας, εν ενεργεία αλεξιπτωτιστή και υποβρύχιου καταστροφέα, καθώς και χρόνος καταδυτικών εξαμήνων αυτών που υπηρετούν σε υποβρύχια, λογίζεται διπλάσιος σε καιρό ειρήνης και τριπλάσιος σε καιρό πολέμου με τις παρακάτω προϋποθέσεις:
- α) Για τους χειριστές αεροσκαφών και τους άλλους που αποτελούν
απαραίτητο πλήρωμά τους και είναι σε κατάσταση πτητικής ενέργειας, καθώς και γι΄αυτούς που υπηρετούν σε υποβρύχια εφόσον κάθε εξάμηνο συμπληρώνουν τριάντα (30) ώρες πτήσης ή τριάντα (30) ώρες σε κατάδυση αντίστοιχα. Γι΄αυτούς που υπηρέτησαν σε υποβρύχια μέχρι την 31η Οκτωβρίου 1950 το ελάχιστο υποχρεωτικό όριο κατάδυσης ορίζεται σε 24 ώρες. Για τους άλλους, που με βάση τη νομοθεσία που ισχύει τελούν σε κατάσταση πτητικής ενέργειας, λογίζεται διπλάσιος σε καιρό ειρήνης και τριπλάσιος σε καιρό πολέμου ο χρόνος ενός εξαμήνου για κάθε δεκαοκτάμηνο εφόσον μέσα σ’ αυτό συμπληρώνουν τριάντα ώρες πτήσεων.
- β) Για τους εν ενεργεία αλεξιπτωτιστές εφόσον μέσα σε κάθε εξάμηνο
εκτελούν δύο τουλάχιστον πτώσεις.
- γ) Για τους εν ενεργεία υποβρύχιους καταστροφείς εφόσον μέσα σε
κάθε εξάμηνο εκτελούν δύο καταδύσεις σε βάθος 36 μέτρων με παραμονή στο βυθό για δέκα λεπτά, δύο ημερήσιες και δύο νυκτερινές υποβρύχιες πορείες με τη βοήθεια πυξίδας από μία σε αποστάσεις 1000 και 1400 μέτρων.
Η συμπλήρωση εξαμήνων πτητικής ενέργειας και ενέργειας αλεξιπτωτιστή και υποβρύχιου καταστροφέα, καθώς και καταδυτικών εξαμήνων βεβαιώνεται με διαταγές του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής ΄Αμυνας ή του Αρχηγού του Λιμενικού Σώματος εφόσον πρόκειται για το ιπτάμετο στρατιωτικό προσωπικό του Λιμενικού Σώματος.
Ο διπλασιασμός ή τριπλασιασμός του συντάξιμου χρόνου των στρατιωτικών της παρ. 1 γίνεται μόνο εφόσον αυτοί που διατέλεσαν σε κατάσταση πτητικής ενέργειας συμπλήρωσαν δεκαοκταετή και οι άλλοι εικοσαετή πραγματική στρατιωτική υπηρεσία. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει εφόσον ο στρατιωτικός:
- α) πεθαίνει στην ενέργεια,
αρμόδια υγειονομική επιτροπή είτε με εφαρμογή της διάταξης της παρ. 7 του άρθρου 14 του Ν.Δ. 1400/73,
- γ) διακόπτει την παραμονή του στην κατάσταση πτητικής ενέργειας για
πτητική ακαταλληλότητα με εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν.Δ. 1400/73, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία η ακαταλληλότητα επήλθε για μειωμένη πειθαρχικότητα κατά τις πτήσεις. Η προηγ. περίπτ. δ΄ καταργήθηκε και οι επόμενες αναριθμήθηκαν με το άρθρ. 3 παρ. 9 του Ν. 2320/ 95.
- δ) ανήκει στην κατηγορία των εθελοντών αλεξιπτωτιστών Μέσης
Ανατολής, που χρησιμοποιήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο σε επικίνδυνες ειδικές μυστικές αποστολές μέσα στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του τελευταίου πολέμου και οι οποίοι από εχθρική δράση ή πέθαναν ή αφού τραυματίστηκαν αιχμαλωτίστηκαν. 4448/64. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή και για τους εθελοντές αλεξιπτωτιστές Μ. Ανατολής που σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν με τους παραπάνω όρους όχι μόνο μετά ή κατά την πτώση τους με αλεξίπτωτο για εκτέλεση των επικίνδυνων ειδικών μυστικών αποστολών που είχαν αναλάβει, αλλά και στην περίπτωση της μεταφοράς τους με άλλα μέσα στον τόπο εκτέλεσης της ειδικής αυτής αποστολής τους. ΄Αρθρο 4 παρ. 1 Ν. 1489/84.
- ε) Αποφοίτησε ευδόκιμα από τη Σχολή Αεροπορίας (Ικάρων-ΕΚΕΧ) και
συμπλήρωσε μετά την έξοδό του από την πολεμική Αεροπορία δεκαοκταετή πραγματική δημόσια πολιτική υπηρεσία. ΄Αρθρο 3 παρ. 4-7 Ν. 148/75.
Σ΄αυτούς που πήραν το πτυχίο αλεξιπτωτιστή της Ελληνικής Σχολής Αλεξιπτωτιστών, καθώς και σ΄αυτούς που πήραν το πτυχίο υποβρύχιου καταστροφέα στην Ελλάδα υπολογίζεται και το εξάμηνο μέσα στο οποίο τους απονεμήθηκε το παραπάνω πτυχίο.Οι πρόσθετες όμως πτώσεις ή πρόσθετες ώρες υποβρύχιας κολύμβησης ή υποβρύχιας καταστροφής, που πραγματοποιήθηκαν μέσα στο εξάμηνο εκπαίδευσης, δεν υπολογίζονται για το επόμενο εξάμηνο. Ως εξάμηνο ενέργειας λογίζεται και εκείνο κατά το οποίο αυτός που εκπαιδεύεται ή ο εν ενεργεία πτυχιούχος αλεξιπτωτιστής ή πτυχιούχος υποβρύχιος καταστροφέας δεν μπόρεσε να συμπληρώσει τις πτώσεις ή υποβρύχιες καταδύσεις ή πορείες, που προβλέπονται, εξαιτίας ατυχήματος από πτώση με αλεξίπτωτο ή από υποβρύχια κολύμβηση, το οποίο πραγματοποιήθηκε μέσα στο ίδιο εξάμηνο. Η αδυναμία αυτή διαπιστώνεται από την οικεία Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή.
Στις διατάξεις αυτού του άρθρου υπάγονται και οι στρατιωτικοί που εκπαιδεύτηκαν ως αλεξιπτωτιστές ή υποβρύχιοι καταστροφείς σε Σχολές του εξωτερικού, των οποίων ο χρόνος φοίτησης και απόκτησης πτυχίου, καθώς και ο αριθμός των πτώσεων ή υποβρύχιων καταδύσεων, πορειών ή καταστροφών βεβαιώνονται με βάση τα επίσημα στοιχεία που τηρούνται στο Γενικό Επιτελείο του οικείου κλάδου των ΄Ενοπλων Δυνάμεων.
Ο χρόνος αιχμαλωσίας των στρατιωτικών που αναφέρονται στην παρ. 1 θεωρείται αντίστοιχος χρόνος εν ενεργεία για την προσμέτρηση συντάξιμης υπηρεσίας. συντάξιμης υπηρεσίας. ΄Αρθρο 16 παρ. 1 Ν. 955/79.
Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και σ΄αυτούς που είχαν εξέλθει από την υπηρεσία πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 148/1975. Η αναγνώριση όμως των εξαμήνων που διανύθηκαν από αυτούς γίνεται με τον όρο να έχουν συμπληρωθεί οι προϋποθέσεις που απαιτούνταν για τη συμπλήρωσή τους από τη νομοθεσία που ίσχυε κατά το χρόνο της πραγματοποίησής τους. Με τις ίδιες προϋποθέσεις γίνεται και η αναγνώριση των εξαμήνων που πραγματοποιήθηκαν από τους εν ενεργεία στρατιωτικούς μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 148/1975. Ο υπολογισμός των εξαμήνων που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια γίνεται με βάση τα επίσημα στοιχεία που τηρούνται. ΄Αρθρο 16 παρ. 3 Ν. 955/79.
Ο χρόνος υπηρεσίας των στρατιωτικών, που υπηρετούν ως τεχνικοί σε μονάδες εκκαθάρισης ναρκοπεδίων ξηράς ή σε ναρκαλιευτικά συνεργεία σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν.Δ. 1033/71 και 2646/1953, λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο σχετικά με τη σύνταξή τους εφόσον κάθε εξάμηνο συμπληρώνουν τριάντα ώρες εργασίας μέσα σε ναρκοπέδια ή ύποπτους χώρους. ΄Αρθρο 16 παρ. 4 Ν. 955/79. Ο διπλασιασμός του συντάξιμου χρόνου των στρατιωτικών που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο γίνεται μόνο εφόσον αυτοί συμπλήρωσαν εικοσαετή πραγματική στρατιωτική υπηρεσία, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 3 αυτού του άρθρου. ΄Αρθρο 16 παρ. 5 Ν. 955/79. Ο χρόνος, που υπολογίζεται με διπλασιασμό σύμφωνα με την παράγραφο αυτή, βεβαιώνεται με βάση τα επίσημα στοιχεία που τηρούνται από την αρμόδια υπηρεσία και θεωρείται σαν χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας. 1489/84.
Οι διατάξεις των παρ. 1-7 του άρθρου αυτού, κατά το μέρος που αναφέρονται στους υποβρύχιους καταστροφείς του Πολεμικού Ναυτικού (Π.Ν.), εφαρμόζονται ανάλογα και για τους άνδρες υποβρύχιων αποστολών του Λιμενικού Σώματος που υπηρετούν οργανικά στο 5ο Τμήμα της Διεύθυνσης Λιμενικής Αστυνομίας και στη Μονάδα Πολλαπλής Χρησιμότητας του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας και έχουν πτυχίο υποβρύχιου καταστροφέα του Π.Ν. ή άλλο πιστοποιητικό της Μονάδας Υποβρύχιων Καταστροφών του Π.Ν. από όπου προκύπτει ότι έχουν εκπαιδευτεί για καταδύσεις σε βάθος μεγαλύτερο από τριάντα έξι (36) μέτρα. Η συμπλήρωση των καταδύσεων και υποβρύχιων πορειών που προβλέπει η παρ. 1 περ. γ΄ του άρθρου αυτού βεβαιώνεται από τον Αρχηγό του Λιμενικού Σώματος. Ο μέχρι την έναρξη της ισχύος της παραγράφου αυτής χρόνος υπηρεσίας, που προσφέρθηκε με τα προσόντα του πρώτου εδαφίου από τους άνδρες του Λιμενικού Σώματος στο 5ο Τμήμα της Διεύθυνσης Λιμενικής Αστυνομίας και στη Μονάδα Πολλαπλής Χρησιμότητας του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας υπολογίζεται διπλάσιος. Οι διατάξεις των παρ. 3 και 7 του άρθρου αυτού ισχύουν και στην προκειμένη περίπτωση. συμπλ. με άρθρ. 2 παρ. 8 Ν. 2703/99.
Οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και για το αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας που υπηρετεί σε αστυνομικές υπηρεσίες με αποστολή την επισήμανση, την περισυλλογή, την εξουδετέρωση και τη διενέργεια των αναγκαίων εργασιών για την καταστροφή εκρηκτικών μηχανισμών και αυτοσχέδιων βομβών, κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 357/1986, καθώς και για το προσωπικό των ειδικών κατασταλτικών αντιτρομοκρατικών μονάδων της Ελληνικής Αστυνομίας, που οργανώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 534/1978 με αποστολή που ορίζεται στο άρθρο 40 της 10891 Φ. 002.21/20λε/7 Ιουλίου 1980 απόφασης του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, εφόσον για κάθε εξάμηνο συμπληρώνει τριάντα ώρες εργασίας, μέσα σε χώρους ύποπτους ύπαρξης βομβών και εκρηκτικών μηχανισμών ή σε επεμβάσεις κατά οργανωμένων ληστειών, αεροπειρατειών, απαγωγών προσωπικοτήτων ή γενικά σε περιπτώσεις που έγινε επέμβαση προσωπικού ειδικά εκπαιδευμένου και εξοπλισμένου. Η συμπλήρωση των τριάντα ωρών εργασίας δεν απαιτείται αν η αποχή από την υπηρεσία μέχρι ένα έτος οφείλεται σε πάθηση, σε νοσηλεία ή σε αναρρωτική άδεια για νόσο ή τραύμα που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της εκτέλεσης των ειδικών καθηκόντων του αστυνομικού. Ο χρόνος εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας σε υπόπτους χώρους. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου έχουν ανάλογη εφαρμογή και για το αντίστοιχο προσωπικό του Λιμενικού Σώματος.
Οι διατάξεις των παραγράφων 1-7 του άρθρου αυτού, κατά το μέρος που αναφέρονται στους υποβρύχιους καταστροφείς του πολεμικού Ναυτικού, εφαρμόζονται ανάλογα και για το προσωπικό της Κινητής Ομάδας Συντήρησης Υποβρυχίων και Θαλασσίων Εγκαταστάσεων (Κ.Ο.Σ.Υ.Θ.Ε.) της Πολεμικής Αεροπορίας που έχει πτυχίο ή άλλο πιστοποιητικό της Μονάδας Υποβρυχίων Καταστροφών του Πολεμικού Ναυτικού ή της Μονάδας Αεροπορικών Κατασκευών της Πολεμικής Αεροπορίας, από το οποίο προκύπτει ότι έχει εκπαιδευθεί για καταδύσεις σε βάθος μεγαλύτερο από τριάντα έξι (36) μέτρα. Η συμπλήρωση των καταδύσεων και υποβρυχίων πορειών, που προβλέπεται από την περίπτωση γ' της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, βεβαιώνεται από τον Διοικητή της Κ.Ο.Σ.Υ.Θ.Ε. Ο μέχρι την έναρξη της ισχύος της παραγράφου αυτής χρόνος υπηρεσίας, που προσφέρθηκε με τα προσόντα των προηγούμενων εδαφίων από το προσωπικό της Πολεμικής Αεροπορίας, υπολογίζεται διπλάσιος. Οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 7 του άρθρου αυτού ισχύουν και στην προκειμένη περίπτωση Υπολογισμός της σύνταξης ΄Αρθρο 42 Α.Ν. 1854/51, όπως συμπλ. με άρθρα 14 παρ. 1 Ν.Δ. 3760/ 57, 1 παρ. 3 Ν. 413/ 76 και 4 Ν.Δ. 626/70 και αντικατ. από τα άρθρα 2 Ν. 1202/81 και άρθρο 5 του Ν. 1694/87.
Η μηνιαία σύνταξη συνίσταται σε τόσα τριακοστά πέμπτα του κατά το άρθρο 34 μηνιαίου συντάξιμου μισθού, όσα είναι τα έτη της πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 36, 37, 40 και 41 αυτού του Κώδικα.
Η σύνταξη, που κανονίζεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, προσαυξάνεται κατά 0,3/35 για κάθε έτος πλασματικής συντάξιμης υπηρεσίας, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 36 και 37 του Κώδικα αυτού.
Η σύνταξη των μόνιμων ανθυπασπιστών και οπλιτών των Ένοπλων Δυνάμεων, της Χωροφυλακής και του Λιμενικού Σώματος της Αστυνομίας Πόλεων, καθώς και αυτών που δεν εξομοιώνονται με ορισμένους βαθμοφόρους του στρατεύματος στρατιωτικών νοσοκόμων, προσαυξάνεται κατά 3/35 του μηνιαίου συντάξιμου μισθού τους, εφόσον έχουν συμπληρώσει 20ετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. Η προσαύξηση του προηγούμενου εδαφίου παρέχεται με τις ίδιες προϋποθέσεις και στους υπαλλήλους του Πυροσβεστικού Σώματος από το βαθμό του πυρονόμου και κάτω.
Η προσαύξηση της προηγούμενης παραγράφου ισχύει και για τις έγγαμες αξιωματικούς αδελφές νοσοκόμες. ΄Αρθρο 12 παρ. 5 Ν. 3768/57 σε συνδ. με άρθρ. 2 παρ. 1 Ν. 787/78.
Η σύνταξη των στρατιωτικών γενικά δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να είναι μικρότερη από εκείνη που θα είχαν δικαίωμα να πάρουν με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού που έφεραν πριν από την προαγωγή τους σε ανώτερο βαθμό μαζί με το επίδομα χρόνου υπηρεσίας. ΄Αρθρο 19 παρ. 2 Ν. 1694/87, όπως αντικ. με άρθρ. 3 παρ. 4 Ν. 2227/94, όπως αντικ. από το άρθρο 2, παρ. 2β, Ν.3234/04 και άρθρο 5, παρ.1, Ν.3408/05
Η μηνιαία σύνταξη των προσώπων του τελευταίου εδαφίου της περίπτ. α' της παρ. 1 του άρθρου 26 του Κώδικα αυτού, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά, ορίζεται στα ογδόντα εκατοστά (80%) των αποδοχών της παρ. 2 του άρθρου 34, που λαμβάνουν κατά το χρόνο της εξόδου τους από την υπηρεσία, εφόσον εξέρχονται, λόγω παραίτησης ή απολύονται για λόγους υγείας, μετά τη συμπλήρωση δεκαπενταετούς πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας 3029/02
α. Το άθροισμα των ποσών των συντάξεων των υποπεριπτώσεων i και ii της περίπτωσης α' της παραγράφου 18 του άρθρου 34 του Κώδικα αυτού αποτελεί το ποσό της δικαιούμενης σύνταξης με τον περιορισμό της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του ίδιου Κώδικα, όπου συντρέχει περίπτωση. β. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 34, όπου συντρέχει περίπτωση.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)