Νόμοι — ΦΕΚ A' 228/2025
Ο Φορέας τηρεί τα απαραίτητα παραστατικά και δικαιολογητικά, τα οποία θέτει στη διάθεση των αρμόδιων οργάνων, όποτε ζητηθούν.
Η διαχειριστική χρήση του Φορέα αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και τελειώνει την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους.
Ο τακτικός έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης των πόρων του Φορέα και ο έλεγχος των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων διενεργούνται από δύο (2) ορκωτούς ελεγκτές - λογιστές που ορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) αυτού, με τη διαδικασία που ορίζεται στον ν. 4449/2017 (Α’ 7), περί υποχρεωτικού ελέγχου των ετήσιων και των ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων και της δημόσιας εποπτείας επί του ελεγκτικού έργου. Οι δαπάνες του ελέγχου βαρύνουν τον Φορέα. Οι ορκωτοί ελεγκτές - λογιστές που ασκούν τον τακτικό διαχειριστικό έλεγχο υποβάλλουν προς έγκριση μέχρι την 30ή Ιουνίου κάθε έτους στο Δ.Σ. του Φορέα έκθεση για τη διαχείριση και τον απολογισμό του διαχειριστικού έτους που έληξε, η οποία εγκρίνεται από αυτό και υποβάλλεται από τον Πρόεδρό του στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών μέχρι την 31η Ιουλίου κάθε έτους. Μετά την υποβολή στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η έκθεση του προηγούμενου εδαφίου αναρτάται στον επίσημο ιστότοπο του Φορέα.
Ο έκτακτος οικονομικός και ο διαχειριστικός έλεγχος του Φορέα διενεργείται από τη Γενική Διεύθυνση (Α’ 210), ύστερα από απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ
Άρθρο 26
Εποπτεία κοινωφελών περιουσιών
Η εποπτεία των κοινωφελών περιουσιών ασκείται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και συνίσταται, ιδίως:
- α) Στον έλεγχο τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον νόμο και τη βούληση του διαθέτη,
- β) στον έλεγχο τήρησης και συνεχούς ενημέρωσης
του Η.Μ.ΚΟΙ.Π.,
- γ) στον έλεγχο της ανάρτησης στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. των
στοιχείων, που είναι υποχρεωτικά για τη διοίκηση και διαχείριση των κοινωφελών περιουσιών της παρούσας Ενότητας, ιδίως ετήσιων απολογισμών, ισολογισμών, πιστοποιητικού συμμόρφωσης, οργανισμού, συγκρότησης Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) σε σώμα, προκηρύξεων και συμβάσεων σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 6,
- δ) στην καταγραφή των κοινωφελών ιδρυμάτων και
αυτοτελών περιουσιών ως ενεργών ή αδρανών,
- ε) στην εντολή διενέργειας έκτακτου διαχειριστικού
ελέγχου επί των κοινωφελών περιουσιών.
Ειδικά οι αρμοδιότητες της παρ. 1 ως προς τα ενεργά κοινωφελή ιδρύματα και τις ενεργές αυτοτελείς περιουσίες ασκούνται και από τις κατά τόπο αρμόδιες Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, με βάση την έδρα της διοίκησής τους.
Άρθρο 27
Δήλωση περιουσιών - Επιβράβευση υπόδειξης
Κάθε κοινωφελής περιουσία γνωστοποιείται υποχρεωτικά στην εποπτεύουσα αρχή και καταχωρίζεται με ευθύνη της διοίκησης ή του διαχειριστή της στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π..
Τα πρόσωπα που, χωρίς να έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 29, καταδεικνύουν στην εποπτεύουσα αρχή περιουσιακά στοιχεία της παρούσας Ενότητας, άγνωστα στο Δημόσιο, δικαιούνται αμοιβής, η οποία καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 1 του άρθρου 117. Η αμοιβή καταβάλλεται μετά την εκκαθάριση και την περιέλευση των περιουσιακών αυτών στοιχείων, στο Δημόσιο ή τον φορέα εκτέλεσης κοινωφελούς σκοπού. Το ύψος της αμοιβής δεν μπορεί να ανέρχεται σε ποσοστό μεγαλύτερο του δέκα τοις εκατό (10%) της αξίας της εκκαθαρισθείσας περιουσίας.
Την αμοιβή της παρ. 2 δεν δικαιούνται οι δημόσιοι υπάλληλοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί, που υποχρεούνται από τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα να συμβάλλουν στην εξακρίβωση περιουσιακών στοιχείων υπέρ του Δημοσίου.
Άρθρο 28
Υποχρεώσεις δικαστικών γραμματέων και προξενικών αρχών
Σε περίπτωση θανάτου διαθέτη πριν από την 1η.11.2025, όταν δημοσιεύεται διαθήκη ή κατατίθεται δημοσιευθείσα στο εξωτερικό διαθήκη, η οποία περιέχει διάταξη υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ φυσικού ή νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ο Γραμματέας του δικαστηρίου ή η προξενική αρχή της δημοσίευσης ή κατάθεσης, καθώς και ο Γραμματέας του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον οποίο περιέρχεται τέτοια διαθήκη, υποχρεούνται να διαβιβάζουν αντίγραφο των σχετικών πρακτικών δημοσίευσης στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, αμελλητί και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός του πρώτου δεκαημέρου του επόμενου μήνα.
Ο Γραμματέας του δικαστηρίου της κληρονομίας υποχρεούται, εντός του ίδιου ως άνω χρονικού διαστήματος, να γνωστοποιεί στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κάθε δήλωση που κατατίθεται ενώπιον του δικαστηρίου και αφορά:
- α) αποποίηση κληρονομίας με διάταξη υπέρ κοινωφελούς σκοπού και
- β) αποδοχή, αποποίηση ή παραίτηση από το λειτούργημα του εκτελεστή διαθήκης με διάταξη υπέρ κοινωφελούς σκοπού.
Ο Γραμματέας του αρμόδιου δικαστηρίου υποχρεούται να διαβιβάζει στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αντίγραφο κάθε απόφασης διάλυσης σωματείου, εντός του πρώτου δεκαημέρου του επόμενου μήνα από τη θεώρησή της. Σε περίπτωση διάλυσης σωματείου χωρίς δικαστική απόφαση, την υποχρέωση ενημέρωσης της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας φέρουν τα όργανα διοίκησης του σωματείου και, σε κάθε περίπτωση, οι εκκαθαριστές του.
Άρθρο 29
Υποχρεώσεις συμβολαιογράφων, Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, πιστωτικών ιδρυμάτων και λοιπών προσώπων
Οι συμβολαιογράφοι διαβιβάζουν στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αντίγραφα διαθηκών που δημοσιεύουν, πράξεων αποδοχής κληρονομίας και συμβάσεων δωρεών που συντάσσουν, όταν αυτές περιλαμβάνουν διατάξεις υπέρ κοινωφελούς σκοπού, αμελλητί και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός του πρώτου δεκαημέρου του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση ή τη σύνταξή τους, αντίστοιχα.
Τα πιστωτικά ιδρύματα, οι ασφαλιστικές εταιρείες και κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με το οποίο συμφώνησε πρόσωπο που απεβίωσε να καταβάλουν, κατ’ εντολή του, χρηματικό ποσό ή να παραδώσουν άλλο περιουσιακό στοιχείο υπέρ κοινωφελούς σκοπού, σε του επελθόντος θανάτου, να ενημερώσουν σχετικά τη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων υποχρεούται, εφόσον περιέλθει σε γνώση της πράξη αποδοχής κληρονομίας ή σύμβαση δωρεάς με διάταξη κοινωφελούς σκοπού ή πληροφορία σχετικά με συμφωνία της παρ. 2, να ενημερώσει εγγράφως τη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ
Άρθρο 30
Σύσταση Κεντρικού Συμβουλίου Κοινωφελών Περιουσιών
Συστήνεται στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κεντρικό Συμβούλιο Κοινωφελών Περιουσιών, το οποίο αποτελείται από τα εξής μέλη:
- α) Έναν (1) Αντιπρόεδρο ή Νομικό Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως Πρόεδρο,
- β) έναν (1) Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού
Συμβουλίου του Κράτους,
- γ) τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας
Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών ή της Διεύθυνσης Κοινωφελών Περιουσιών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών,
- δ) ένα (1) εν ενεργεία μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, με πιστοποίηση αναλυτή από την
Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς,
- ε) ένα (1) εν ενεργεία μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, πιστοποιημένο εκτιμητή ακινήτων, με ειδικότητα πολιτικού μηχανικού ή μηχανολόγου μηχανικού
ή αρχιτέκτονα. Αναλόγως της φύσης των προς συζήτηση θεμάτων, μπορεί να καλούνται υπάλληλοι των αρμόδιων εκ του σκοπού της περιουσίας Υπουργείων, οι οποίοι μετέχουν στη συζήτηση χωρίς δικαίωμα ψήφου. Σε περίπτωση παραπομπής θεμάτων της παρ. 2 του άρθρου 31, στο Συμβούλιο συμμετέχει επιπλέον, ο Διευθυντής Κοινωφελών Περιουσιών της αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Στην περίπτωση αυτή, σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η γνώμη του Προέδρου.
Ο Πρόεδρος του Κεντρικού Συμβουλίου και το μέλος της περ. β) της παρ. 1, με τους αναπληρωτές τους, προτείνονται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Τα μέλη των περ. δ) και ε) της παρ. 1 προτείνονται με τους αναπληρωτές τους από τον Πρόεδρο του οικείου Επιμελητηρίου, μέσα σε έναν (1) μήνα από την αποστολή πρόσκλησης από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου, τα μέλη των περ. δ) και ε) της παρ. 1 επιλέγονται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Το Κεντρικό Συμβούλιο Κοινωφελών Περιουσιών συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία ορίζονται ο γραμματέας με τον αναπληρωτή του, που είναι υπάλληλοι της Διεύθυνσης Κοινωφελών Περιουσιών.
Η θητεία του Προέδρου και των μελών των περ. β), δ) και ε) της παρ. 1 είναι τριετής. Η θητεία του Προέδρου και του μέλους της περ. β) της παρ. 1 μπορεί να ανανεωθεί άπαξ, για ισόχρονο διάστημα. Μετά τη λήξη της θητείας τους τα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου Κοινωφελών Περιουσιών εξακολουθούν νομίμως να ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι την αντικατάστασή τους. Το Συμβούλιο μπορεί να λειτουργήσει έγκυρα μέχρι την αντικατάσταση μελών του, τα οποία εξέλιπαν ή αποχώρησαν για οποιονδήποτε λόγο ή απώλεσαν την ιδιότητα βάσει της οποίας ορίστηκαν, εφόσον τα λοιπά μέλη επαρκούν ώστε να υπάρχει απαρτία.
Στο Κεντρικό Συμβούλιο Κοινωφελών Περιουσιών εισηγούνται για τα θέματα της παρ. 1 του άρθρου 31 υπάλληλοι της Διεύθυνσης Κοινωφελών Περιουσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ενώ για τα θέματα της παρ. 2 του άρθρου 31 εισηγούνται υπάλληλοι της αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου. Για τεχνικά ζητήματα εισηγείται υπάλληλος της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Τα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου Κοινωφελών Περιουσιών λαμβάνουν για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις, ειδική αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 4354/2015 (Α’ 176), περί αμοιβών συλλογικών οργάνων. Η αποζημίωση βαρύνει την ειδική πίστωση του άρθρου 39.
Συμπληρωματικά προς τις διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται τα άρθρα 13 έως 15 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45), περί συγκρότησης, σύνθεσης, λειτουργίας και λήψης αποφάσεων.
Άρθρο 31
Αρμοδιότητες Κεντρικού Συμβουλίου Κοινωφελών Περιουσιών
Το Κεντρικό Συμβούλιο Κοινωφελών Περιουσιών γνωμοδοτεί για κάθε θέμα, το οποίο παραπέμπεται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, όπως για την επίλυση θεμάτων γενικότερης σημασίας ή τον έλεγχο αναρτητέων ή αναρτηθεισών πράξεων διοίκησης ή διαχείρισης ιδιαιτέρως μεγάλου ή εξαιρετικά σημαντικού αντικειμένου, στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π.
Στο Κεντρικό Συμβούλιο Κοινωφελών Περιουσιών δύνανται να παραπέμπονται τα θέματα της παρ. 1, δια του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, και μετά από αίτημα του Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, κατά τον λόγο της αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 26. ΠΡΑΞΕΩΝ - ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ - ΔΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ
Άρθρο 32
Εκτέλεση και ερμηνεία ιδρυτικών πράξεων - Προϋποθέσεις μεταβολής σκοπού ή αξιοποίησης
Οι κοινωφελείς περιουσίες αξιοποιούνται σύμφωνα με τη βούληση του διαθέτη ή του δωρητή, όπως αυτή προκύπτει από την ιδρυτική πράξη.
Κάθε αμφισβήτηση ή αμφιβολία σχετικά με το περιεχόμενο της βούλησης του διαθέτη ή δωρητή επιλύεται από το αρμόδιο, κατ’ άρθρο 825 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), δικαστήριο.
Με απόφαση του δικαστηρίου της παρ. 2, επιτρέπεται η μεταβολή του κοινωφελούς σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης κοινωφελούς περιουσίας, εφόσον:
- α) Ο αρχικός σκοπός δεν είναι πλέον εφικτό να εκπληρωθεί, εν όλω ή εν μέρει. Στην περίπτωση αυτή επιτρέπονται η αντικατάσταση με νέο κοινωφελή σκοπό και η
συνακόλουθη προσαρμογή του τρόπου αξιοποίησης,
- β) ο αρχικός σκοπός μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με μεταβολή του τρόπου αξιοποίησης. Σε αυτή την
περίπτωση επιτρέπεται η μεταβολή του τρόπου αξιοποίησης, καθώς και, εφόσον απαιτείται, η συμπληρωματική προσαρμογή του σκοπού. Σε κάθε περίπτωση διασφαλίζεται ο κοινωφελής χαρακτήρας της περιουσίας και ότι ο νέος σκοπός ή ο νέος τρόπος αξιοποίησης παραμένει, όσο το δυνατόν, πλησιέστερα προς τη βούληση και το πνεύμα του ιδρυτή ή διαθέτη.
Άρθρο 33
Διαδικασία υποβολής και δημοσιότητας της αίτησης μεταβολής του σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης
Η αίτηση για τη μεταβολή του σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης της κοινωφελούς περιουσίας υποβάλλεται από:
- α) Το αρμόδιο όργανο διοίκησης ή διαχείρισης της
κοινωφελούς περιουσίας ή
- β) την εποπτεύουσα αρχή, ύστερα από προηγούμενη ακρόαση του οργάνου διοίκησης ή διαχείρισης της
περιουσίας, ή
- γ) κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον.
Στις περ. α) και γ) η αίτηση μεταβολής του σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης κοινοποιείται στην εποπτεύουσα αρχή, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης.
Περίληψη της υποβληθείσας αίτησης αναρτάται τουλάχιστον έναν (1) μήνα πριν από τη δικάσιμο:
- α) στην ιστοσελίδα της εποπτεύουσας αρχής και
- β) στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π.,
και παραμένει αναρτημένη έως και τη συζήτησή της.
Άρθρο 34
Συνέπειες δικαστικής απόφασης για τη μεταβολή του σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης
Εφόσον δυνάμει δικαστικής απόφασης κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση του οργανισμού ή του καταστατικού του νομικού προσώπου που διοικεί και διαχειρίζεται την οικεία κοινωφελή περιουσία, το νομικό πρόσωπο υποχρεούται να υποβάλει στην εποπτεύουσα αρχή, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης ή από τη γνώση αυτής, πρόταση αντίστοιχης τροποποίησης του καταστατικού ή του οργανισμού. Σε περίπτωση κατεπείγοντος, η απόφαση εφαρμόζεται και χωρίς την απαιτούμενη τροποποίηση του οργανισμού ή του καταστατικού.
Σε περίπτωση που, με την αίτηση του άρθρου 33 προς το αρμόδιο δικαστήριο, ζητείται να διατεθούν περιουσιακά στοιχεία κοινωφελούς ιδρύματος σε άλλο κοινωφελές ίδρυμα προς εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού, η σχετική δίκη ανακοινώνεται στο τελευταίο, σύμφωνα με το άρθρο 91 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182). Η μεταβίβαση κινητών περιουσιακών στοιχείων επέρχεται αυτοδικαίως με την έκδοση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, ενώ η μεταβίβαση ακινήτων συντελείται με τη μεταγραφή της, σύμφωνα με το άρθρο 1192 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164). Το ίδρυμα στο οποίο μεταβιβάζονται τα περιουσιακά στοιχεία υπεισέρχεται αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις του μεταβιβάζοντος ιδρύματος έναντι τρίτων. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται στο όνομά του, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται δήλωση περί επανάληψής τους. Μέχρι τη συντέλεση της μεταβίβασης, η διοίκηση του μεταβιβάζοντος ιδρύματος διατηρεί την ευθύνη για τη διαχείριση της μεταβιβαζόμενης περιουσίας.
Άρθρο 35
Ορισμός μη εφικτού νέου τρόπου αξιοποίησης Εάν μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης μεταβολής του τρόπου αξιοποίησης, ο νέος τρόπος αξιοποίησης κατέστη για οποιονδήποτε λόγο ανέφικτος, επιτρέπεται η αξιοποίηση της κοινωφελούς περιουσίας σύμφωνα με τον αρχικά καθορισθέντα τρόπο από τον διαθέτη ή δωρητή, χωρίς να απαιτείται η έκδοση νέας δικαστικής απόφασης. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται απόφαση του οργάνου διοίκησης ή διαχείρισης της κοινωφελούς περιουσίας, η οποία κοινοποιείται στην εποπτεύουσα αρχή εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοσή της.
Άρθρο 36
Δίκες κοινωφελών περιουσιών - Κοινοποίηση εγγράφων
Εκτός από τους εκτελεστές διαθηκών, τους διοικητές κοινωφελών περιουσιών και τον Φορέα, και η εποπτεύουσα αρχή νομιμοποιείται:
- α) να ασκεί κάθε ένδικο βοήθημα ή μέσο για την αναγνώριση ή τη διεκδίκηση ή την εξασφάλιση δικαιώμα
- β) να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση των δικαιωμάτων αυτών, και
- γ) να ασκεί παρέμβαση σε κάθε στάση της δίκης, η
οποία αφορά περιουσία υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή κοινωφελών ιδρυμάτων ή αφορά το κύρος των πράξεών τους, με την υποβολή προτάσεων και χωρίς την κοινοποίηση δικογράφου παρέμβασης.
Τα ένδικα βοηθήματα και μέσα της παρ. 1 κοινοποιούνται υποχρεωτικά στην εποπτεύουσα αρχή, από οποιονδήποτε κι αν ασκούνται, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα Ενότητα, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται ο Κώδικας νόμων περί δικών και προθεσμιών του Δημοσίου (Διάταγμα της 26.6/10.7.1944, Α’ 139).
Η κοινοποίηση προσκλήσεων ή άλλων εγγράφων, πλην δικογράφων, εκ μέρους της εποπτεύουσας αρχής προς τον Φορέα, τους εκκαθαριστές κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών, τους εκτελεστές διαθηκών, τους διοικητές ιδρυμάτων ή αυτοτελών περιουσιών ή προς άλλα πρόσωπα σχετικά με τις διατάξεις του παρόντος, γίνεται στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των προσώπων ή μέσω της Ψηφιακής υπηρεσίας «Υποβολή αιτήσεων/στοιχείων/εγγράφων για κοινωφελείς περιουσίες» της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr - ΕΨΠ), εκτός αν οι αποδέκτες έχουν επιλέξει άλλο τρόπο επίδοσης ή κοινοποίησης μέσω του Εθνικού Μητρώου Επικοινωνίας (Ε.Μ.Επ.) του άρθρου 17 του ν. 4704/2020 (Α’ 133) ή με σχετική αίτησή τους προς την εποπτεύουσα αρχή. Η εποπτεύουσα αρχή μπορεί να κοινοποιήσει τα έγγραφα αυτά και με κάθε άλλο πρόσφορο τρόπο, εφόσον το κρίνει σκόπιμο.
Άρθρο 37
Παροχή πληροφοριών Η εποπτεύουσα αρχή, οι διοικητές και διαχειριστές κοινωφελών περιουσιών, οι εκτελεστές διαθηκών και ο Φορέας δικαιούνται να ζητούν από φορείς του Δημοσίου, νομικά ή φυσικά πρόσωπα, που μπορεί να κατέχουν στοιχεία της κοινωφελούς περιουσίας, και ιδίως από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ασφαλιστικές εταιρείες και από την εταιρεία με την επωνυμία «Ελληνικό Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων Ανώνυμη Εταιρεία», πληροφορίες για τα στοιχεία αυτά και να ενεργούν έλεγχο για την εξακρίβωση των περιουσιών αυτών. Οι ζητούμενες πληροφορίες παρέχονται ατελώς και χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αμοιβής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΠΟΡΟΙ ΚΑΙ ΔΑΠΑΝΕΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ - ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ
Άρθρο 38
Διαχείριση καταθέσεων
Οι κληρονόμοι, κληροδόχοι, εκτελεστές διαθηκών, εκκαθαριστές κοινωφελών περιουσιών, διοικητές κοινωφελών ιδρυμάτων, διαχειριστές αυτοτελών περιουσιών και ο Φορέας καταθέτουν τα χρηματικά ποσά που προέρχονται από τις περιουσίες της παρούσας Ενότητας σε έναν ή περισσότερους έντοκους λογαριασμούς όψεως, ταμιευτηρίου ή προθεσμίας. Ενημερώνουν άμεσα την εποπτεύουσα αρχή για τα στοιχεία των λογαριασμών, αιτιολογώντας τον σκοπό της κατάθεσης και τα αναρτούν στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π.
Τα πιστωτικά ιδρύματα, στα οποία τηρούνται τίτλοι υπέρ κοινωφελών σκοπών, χωρίς ειδική εντολή, εισπράττουν κατά τη λήξη τα μερίσματα ή άλλα ωφελήματα αυτών και τα καταθέτουν στους αντίστοιχους λογαριασμούς. Τα εν λόγω ποσά καθίστανται αυτοδικαίως έντοκα από την ημερομηνία λήξης τους.
Σε περίπτωση σύστασης επικαρπίας ή καταπιστεύματος επί κινητών αξιών ή μετρητών, των οποίων η κυριότητα έχει καταλειφθεί στο Δημόσιο, σε κοινωφελές ίδρυμα ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού, ο επικαρπωτής ή ο βεβαρημένος με καταπίστευμα καταθέτει τα αντίστοιχα ποσά σε πιστωτικό ίδρυμα ή στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εκτός εάν άλλως ορίζεται ρητώς στη διαθήκη. Κατ’ εξαίρεση, η εποπτεύουσα αρχή δύναται, με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή της, να επιτρέψει την απευθείας διαχείριση των ως άνω περιουσιακών στοιχείων από τον δικαιούχο, υπό την προϋπόθεση παροχής επαρκούς ασφάλειας.
Η μεταφορά ή μετατροπή των καταθέσεων που αναφέρονται στις παρ. 1 έως 3 γίνεται μόνο με εντολή του δικαιούχου και με ταυτόχρονη ενημέρωση της εποπτεύουσας αρχής. Σε αντίθετη περίπτωση, το πιστωτικό ίδρυμα υπέχει ευθύνη για κάθε ζημία που προκαλείται.
Άρθρο 39
Πόροι και έξοδα διοίκησης και εποπτείας κοινωφελών περιουσιών
Στον Κρατικό Προϋπολογισμό προβλέπεται κάθε έτος ειδική πίστωση για τη λειτουργία του Η.Μ.ΚΟΙ.Π. και για τα έξοδα διοίκησης και εποπτείας των κοινωφελών περιουσιών της παρούσας Ενότητας.
Τα πρόστιμα του άρθρου 54, της παρ. 2 του άρθρου 102 και της παρ. 2 του άρθρου 123, καθώς και τα τέλη, που εισπράττονται σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 6 αποτελούν έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού.
Για την αντιμετώπιση δαπανών της εποπτεύουσας αρχής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της που απορρέουν από την παρούσα Ενότητα, επιβάλλεται ετήσια παρακράτηση σε βάρος των εσόδων των κοινωφελών περιουσιών, κατά ποσοστό πέντε τοις χιλίοις (5‰).
ΜΕΡΟΣ Ε’
ΚΟΙΝΩΦΕΛΗ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΕΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ
Άρθρο 40
Ιδρυτική πράξη
Η ιδρυτική πράξη του κοινωφελούς ιδρύματος γίνεται είτε με δικαιοπραξία εν ζωή είτε με διάταξη τελευταί
Στην ιδρυτική πράξη του κοινωφελούς ιδρύματος καθορίζονται ο κοινωφελής σκοπός του, η περιουσία που του αφιερώνεται και ο οργανισμός του.
Άρθρο 41
Σύσταση κοινωφελούς ιδρύματος
Το κοινωφελές ίδρυμα αποκτά νομική προσωπικότητα με προεδρικό διάταγμα, μετά από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του αρμόδιου Υπουργού, βάσει του σκοπού του ιδρύματος, το οποίο εγκρίνει τη σύστασή του. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα εγκρίνεται ο οργανισμός του ιδρύματος, ο οποίος συντάσσεται από τον εκτελεστή διαθήκης ή από τα πρόσωπα που έχουν οριστεί ως διοικητές του υπό σύσταση κοινωφελούς ιδρύματος, σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη. Οι προτείνοντες Υπουργοί μπορούν να τροποποιούν το σχέδιο οργανισμού που υποβλήθηκε, τηρώντας τους όρους της ιδρυτικής πράξης.
Προϋπόθεση για την έκδοση του προεδρικού διατάγματος της παρ. 1 είναι η γνώμη της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, με την οποία βεβαιώνεται η νομιμότητα της προέλευσης των περιουσιακών στοιχείων που αφιερώνονται από τον ιδρυτή ή διαθέτη στο υπό σύσταση κοινωφελές ίδρυμα.
Στον φάκελο που υποβάλλεται από τον εκτελεστή διαθήκης ή από τα πρόσωπα που έχουν οριστεί ως διοικητές του υπό σύσταση κοινωφελούς ιδρύματος περιλαμβάνονται:
- α) Σχέδιο οργανισμού του ιδρύματος,
- β) έκθεση περιγραφής και αποτίμησης της περιουσίας
που αφιερώνεται,
- γ) οικονομοτεχνική μελέτη βιωσιμότητας του ιδρύματος σε βάθος τουλάχιστον πενταετίας, η οποία περιλαμβάνει τεκμηρίωση ότι η περιουσία που αφιερώνεται
επαρκεί για τη διαρκή και αποτελεσματική επίτευξη του δηλούμενου κοινωφελούς σκοπού και
- δ) βεβαίωση φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας του ιδρυτή, εφόσον πρόκειται για δικαιοπραξία
εν ζωή.
Το διάταγμα της παρ. 1 δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αναρτάται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π.. Από την ανωτέρω δημοσίευση το ίδρυμα λογίζεται συσταθέν.
Άρθρο 42
Οργανισμός κοινωφελούς ιδρύματος
Ο οργανισμός του κοινωφελούς ιδρύματος καθορίζει την επωνυμία του, την έδρα, τη διοίκηση και την εκπροσώπησή του, το σύνολο της περιουσίας του, την οικονομική διαχείριση, τα μέσα και τον τρόπο υλοποίησης του σκοπού του.
Κάθε τροποποίηση οργανισμού κοινωφελούς ιδρύματος πραγματοποιείται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 41 και αναρτάται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π.. Με την ίδια διαδικασία τροποποιούνται και οι οργανισμοί κοινωφελών ιδρυμάτων που έχουν συσταθεί πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας Ενότητας.
Όταν διατίθεται αυτοτελής περιουσία υπέρ κοινωφελούς ιδρύματος ή το κοινωφελές ίδρυμα γίνει αποδέκτης σημαντικής χορηγίας για την επίτευξη του σκοπού του και τίθενται ιδιαίτεροι όροι του διαθέτη ή του χορηγού για τη διοίκηση και λειτουργία του σχετικά με την αξιοποίηση της αυτοτελούς περιουσίας ή χορηγίας, επιτρέπεται η τροποποίηση του οργανισμού του ιδρύματος, εφόσον η τροποποίηση δεν αντιβαίνει στη βούληση του ιδρυτή. Κάθε σχετική αμφισβήτηση επιλύεται από το δικαστήριο της παρ. 2 του άρθρου 32.
Άρθρο 43
Κατανομή περιουσίας υπέρ περισσότερων σκοπών - Συγκληρονομία
Εάν καταλειφθεί περιουσία σε κοινωφελές ίδρυμα για την εκπλήρωση περισσότερων σκοπών και δεν προκύπτει από την ιδρυτική πράξη η κατανομή της περιουσίας κατά σκοπό, αυτή κατανέμεται με απόφαση της διοίκησης του ιδρύματος, η οποία εγκρίνεται με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής.
Εάν το ίδρυμα εγκαθίσταται ως συγκληρονόμος, εφαρμόζεται σε αυτό αναλόγως το άρθρο 84.
Άρθρο 44
Συγχώνευση και διάλυση κοινωφελούς ιδρύματος
Συγχώνευση κοινωφελών ιδρυμάτων επιτρέπεται εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
- α) δεν αποκλείεται από τις ιδρυτικές πράξεις των συγχωνευόμενων ιδρυμάτων και δεν αντιβαίνει στη βούληση των ιδρυτών τους,
- β) επιδιώκεται όμοιος ή παρεμφερής κοινωφελής σκοπός και
- γ) η εκπλήρωση των κοινωφελών σκοπών υπηρετείται
αποτελεσματικότερα, όπως αποδεικνύεται βάσει τεκμηριωμένης οικονομοτεχνικής μελέτης.
Η συγχώνευση πραγματοποιείται με:
- α) Απορρόφηση: όποτε ένα (1) ή περισσότερα κοινωφελή ιδρύματα (απορροφώμενα) μεταβιβάζουν σε
ένα άλλο υφιστάμενο κοινωφελές ίδρυμα (απορροφόν), ύστερα από λύση τους, χωρίς να τεθούν σε εκκαθάριση, το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεών τους, ή
- β) σύσταση νέου ιδρύματος: όποτε δύο (2) ή περισσότερα κοινωφελή ιδρύματα (συγχωνευόμενα) μεταβιβάζουν σε ένα νέο κοινωφελές ίδρυμα, το οποίο συνιστούν,
ύστερα από λύση τους, χωρίς να τεθούν σε εκκαθάριση, το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεών τους.
Σε περίπτωση συγχώνευσης με απορρόφηση, ο οργανισμός του απορροφόντος ιδρύματος τροποποιείται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 42, ενώ στην περίπτωση της συγχώνευσης με τη σύσταση νέου ιδρύματος, οι διοικήσεις των κοινωφελών ιδρυμάτων που συγχωνεύονται συντάσσουν νέο οργανισμό, σύμφωνα με τα άρθρα 41 και 42.
Με τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος που εγκρίνει τη συγχώνευση, το απορροφόν ίδρυμα ή το νέο ίδρυμα καθίσταται καθολικός διάδοχος των ιδρυμάτων
Το ίδρυμα διαλύεται με τη διαδικασία που προβλέπεται για τη σύστασή του, για τους λόγους που ορίζονται στον οργανισμό του ή στο άρθρο 118 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164) ή σε άλλον νόμο. Το προεδρικό διάταγμα που εγκρίνει τη διάλυση εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού που έχει υπογράψει την πράξη σύστασης του κοινωφελούς ιδρύματος και μπορεί να προβλέπει το όργανο και τη διαδικασία εκκαθάρισης του ιδρύματος, εφαρμοζομένων συμπληρωματικά των άρθρων 72 έως 77 του Αστικού Κώδικα.
Άρθρο 45
Διοίκηση κοινωφελούς ιδρύματος
Η συγκρότηση, η θητεία και οι αρμοδιότητες των οργάνων διοίκησης κάθε κοινωφελούς ιδρύματος ορίζονται στην ιδρυτική πράξη και στον οργανισμό του.
Αν η σύσταση κοινωφελούς ιδρύματος ανατέθηκε σε εκτελεστή διαθήκης και αυτός εκλείψει για οποιονδήποτε λόγο, τα καθήκοντά του ανατίθενται με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής στον Φορέα, κατ’ εφαρμογή της παρ. 7 του άρθρου 65.
Αν η διοίκηση του κοινωφελούς ιδρύματος εκλείψει και δεν μπορεί, το αργότερο εντός τριμήνου, να συγκροτηθεί νέα διοίκηση, σύμφωνα με τον οργανισμό και την ιδρυτική πράξη, η εποπτεύουσα αρχή αναθέτει προσωρινά τη διοίκηση του κοινωφελούς ιδρύματος στον Φορέα, ο οποίος υποβάλλει αίτηση για την ανάληψη της οριστικής διοίκησης του ιδρύματος στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η θητεία της προσωρινής διοίκησης παρατείνεται αυτοδικαίως έως την τελεσιδικία της απόφασης του αρμοδίου δικαστηρίου επί της αίτησης.
Άρθρο 46
Παύση μελών διοίκησης
Με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής παύεται υποχρεωτικά μέλος διοίκησης, όταν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για οποιοδήποτε κακούργημα ή για πλημμέλημα που αφορά σε:
- α) κλοπή,
- β) υπεξαίρεση,
- γ) απάτη,
- δ) εκβίαση,
- ε) απιστία,
- στ) πλαστογραφία,
- ζ) απιστία δικηγόρου,
- η) δωροδοκία,
- θ) παράνομη βεβαίωση ή είσπραξη δικαιωμάτων του
Δημοσίου,
- ι) ψευδή βεβαίωση
- ια) παράβαση καθήκοντος,
- ιβ) συκοφαντική δυσφήμηση,
- ιγ) ψευδή κατάθεση,
- ιδ) ψευδή καταμήνυση, ή
- ιε) οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.
Η εποπτεύουσα αρχή δύναται, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, να παύσει ένα ή περισσότερα μέλη διοίκησης όταν:
- α) ο διορισμός του έγινε κατά παράβαση νόμου ή του
οργανισμού του, ή
- β) έχει παραπεμφθεί αμετάκλητα στο ακροατήριο για
οποιοδήποτε κακούργημα ή για οποιοδήποτε από τα πλημμελήματα της παρ. 1, ή
- γ) οι πράξεις διαχείρισης του μέλους διοίκησης έρχονται προδήλως ή επανειλημμένως σε αντίθεση με τον
νόμο, τον Πρότυπο Κανονισμό Κοινωφελών Ιδρυμάτων, τη βούληση του διαθέτη ή ιδρυτή ή τα συμφέροντα του κοινωφελούς ιδρύματος.
Πριν από την έκδοση της απόφασης της παρ. 2, η εποπτεύουσα αρχή καλεί το μέλος ή τα μέλη της διοίκησης του ιδρύματος σε παροχή έγγραφων εξηγήσεων, τάσσοντάς τους προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση της πρόσκλησης.
Εφόσον οι εξηγήσεις δεν κριθούν επαρκείς, η εποπτεύουσα αρχή εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση περί παύσης, την οποία αναρτά αμελλητί στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. και την κοινοποιεί στους ενδιαφερομένους. Σε περίπτωση παύσης όλων των μελών διοίκησης του ιδρύματος, εφόσον δεν είναι εφικτή εντός τριμήνου η αναπλήρωσή τους, σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη ή τον οργανισμό του ιδρύματος, ακολουθείται η διαδικασία της παρ. 3 του άρθρου 45.
Η απόφαση παύσης ενός ή περισσότερων μελών της διοίκησης κοινωφελούς ιδρύματος προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του κατά τόπο αρμόδιου Διοικητικού Εφετείου, που δικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.
Άρθρο 47
Διαχείριση της περιουσίας κοινωφελούς ιδρύματος
Η περιουσία του κοινωφελούς ιδρύματος αξιοποιείται σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη, τον οργανισμό του και τον Πρότυπο Κανονισμό Κοινωφελών Ιδρυμάτων.
Όταν κοινωφελής περιουσία καταλείπεται σε συσταθέν κοινωφελές ίδρυμα, αν δεν προσδιορίζεται ειδικότερα ή δεν συνάγεται επαρκώς ο επιδιωκόμενος σκοπός της, λογίζεται ότι αυτή έχει καταλειφθεί για την εξυπηρέτηση του σκοπού του κοινωφελούς ιδρύματος και εντάσσεται στην υπόλοιπη περιουσία του. Αν ο σκοπός είναι όμοιος και ορίζεται ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης, ο οποίος διαφέρει από τον τρόπο διοίκησης του υφιστάμενου νομικού προσώπου, που προσδιορίζεται από το καταστατικό ή τον οργανισμό του, η κοινωφελής αυτή περιουσία υπάγεται στην περιουσία του υπέρ ου νομικού προσώπου, ο δε κατά τα ανωτέρω ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης τηρείται κατά το δυνατόν. Αν προκύψει διαφωνία για τον τρόπο εφαρμογής της παρούσας, αποφασίζει η εποπτεύουσα αρχή είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερομένου. Κάθε περαιτέρω αμφισβήτηση επιλύεται από το δικαστήριο της παρ. 2 του άρθρου 32.
Η διοίκηση του ιδρύματος συνάπτει κάθε σύμβαση που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του σκοπού, ή συγγενή, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τον τρίτο βαθμό, καθώς και με νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τα πρόσωπα αυτά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην ιδρυτική πράξη του ιδρύματος. Νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ελέγχεται από τα ανωτέρω πρόσωπα αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις της περ. ζ) του άρθρου 2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α’ 167). Κατ’ εξαίρεση επιτρέπονται οι ετεροβαρείς υπέρ του κοινωφελούς ιδρύματος συμβάσεις με τα πρόσωπα του δεύτερου εδαφίου ακόμα και χωρίς πρόβλεψη της ιδρυτικής πράξης. Με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου, άρση της απαγόρευσης του δεύτερου εδαφίου επιτρέπεται μόνο μετά από έκδοση σχετικής απόφασης της εποπτεύουσας αρχής.
Η διαδικασία, οι όροι και οι λεπτομέρειες για τη σύναψη και εκτέλεση συμβάσεων για την εκποίηση, αγορά, αντιπαροχή, εκμίσθωση, μακροχρόνια εκμίσθωση έναντι ανακατασκευής και αναπαλαίωσης, ανάθεση και εκτέλεση έργων, καθώς και προμηθειών και παροχής υπηρεσιών και λοιπών συμβάσεων των κοινωφελών ιδρυμάτων, καθορίζονται με τον Πρότυπο Κανονισμό Κοινωφελών Ιδρυμάτων.
Σε περίπτωση παράβασης των άρθρων της παρούσας Ενότητας και του Πρότυπου Κανονισμού Κοινωφελών Ιδρυμάτων για τη σύναψη σύμβασης, η εποπτεύουσα αρχή με αιτιολογημένη απόφαση: α) εφόσον δεν έχει ολοκληρωθεί η σύναψη της σύμβασης, εξετάζει την περίπτωση διενέργειας έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου σε βάρος του κοινωφελούς ιδρύματος και σε κάθε περίπτωση η σύναψη της σύμβασης αυτής δεν ολοκληρώνεται, β) εφόσον έχει συναφθεί η σύμβαση, αυτή θεωρείται άκυρη, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των καλόπιστων τρίτων. Στην περίπτωση αυτή, η τυχόν προκληθείσα ζημία βαρύνει τα αρμόδια όργανα.
Άρθρο 48
Κατ’ εξαίρεση άσκηση προληπτικού ελέγχου από την εποπτεύουσα αρχή
Για κάθε είδους σύμβαση, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς, πώλησης, ανταλλαγής, αντιπαροχής και κάθε είδους αξιοποίησης ακινήτου ή κατασκευής έργου ή προμηθειών, αγαθών και παροχής υπηρεσιών, της οποίας η αξία, σε ετήσια βάση, υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) του ενεργητικού του κοινωφελούς ιδρύματος, απαιτείται ρητή έγκριση της εποπτεύουσας αρχής.
Πριν από την υπογραφή της σύμβασης της παρ. 1, η διοίκηση του κοινωφελούς ιδρύματος διαβιβάζει στην εποπτεύουσα αρχή πλήρη φάκελο, που περιλαμβάνει τα έγγραφα της διαγωνιστικής διαδικασίας, προσφορές, σχέδιο σύμβασης και κάθε άλλο συνοδευτικό έγγραφο. Η εποπτεύουσα αρχή ελέγχει τόσο τη νομιμότητα της σύμβασης, όσο και τη συμβατότητά της με τη βούληση του διαθέτη ή του δωρητή. Εάν, εντός τριάντα (30) ημερών από την παραλαβή, η εποπτεύουσα αρχή διαπιστώσει παράβαση του νόμου ή των όρων του οργανισμού ή ασυμβατότητα προς τη βούληση του διαθέτη ή του δωρητή, δύναται, με αιτιολογημένη πράξη της, να καλέσει τη διοίκηση του ιδρύματος να προβεί σε θεραπεία των πλημμελών όρων εντός εξήντα (60) ημερών. Εάν η διοίκηση του ιδρύματος αδρανήσει ή δεν συμμορφωθεί πλήρως με το περιεχόμενο της πράξης, η σύναψη της σύμβασης ματαιώνεται.
Άρθρο 49
Αξιοποίηση των χρηματικών διαθεσίμων κοινωφελούς ιδρύματος
Τα χρηματικά διαθέσιμα των κοινωφελών ιδρυμάτων μπορούν να αξιοποιούνται, με σκοπό την αύξηση των εσόδων που πρόκειται να διατεθούν για την εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού τους.
Κάθε αξιοποίηση γίνεται σύμφωνα με τη βούληση του δωρητή ή του διαθέτη. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται με άδεια του αρμόδιου δικαστηρίου να επενδυθούν τα διαθέσιμα με τρόπο διαφορετικό από εκείνον που όρισε ο δωρητής ή ο διαθέτης, εφόσον αποδεικνύεται, βάσει συγκεκριμένων στοιχείων, ότι ο νέος τρόπος είναι σαφώς επωφελέστερος λόγω ουσιώδους μεταβολής των οικονομικών συνθηκών.
Αν ο διαθέτης δεν έχει εκφράσει την αντίθετη βούλησή του, επιτρέπονται ιδίως οι παρακάτω μορφές αξιοποίησης:
- α) έντοκη κατάθεση προθεσμίας ή ταμιευτηρίου,
- β) αγορά ακινήτων,
- γ) σύσταση ή εξαγορά ανώνυμης εταιρείας ή αγορά
μετοχών σε ανώνυμες εταιρείες, εισηγμένες ή μη σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, υπό τον όρο ότι η εταιρεία λειτουργεί ως αυτοτελής νομική οντότητα, τα καθαρά κέρδη της οποίας διανέμονται στο ίδρυμα και διατίθενται αποκλειστικά για τα λειτουργικά του έξοδα και την εξυπηρέτηση του κοινωφελούς σκοπού του,
- δ) εισφορά περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος
σε επενδυτικό ταμείο που συστήνει το ίδρυμα ή σε άλλο επενδυτικό ταμείο ή οργανισμό διαχείρισης επενδύσεων,
- ε) αγορά ομολόγων ή εντόκων γραμματίων που εκδίδει ή εγγυάται το ελληνικό Δημόσιο,
- στ) αγορά πολύτιμων μετάλλων που φυλάσσονται
σε θυρίδες πιστωτικών ιδρυμάτων της ημεδαπής, του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ή στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Η επένδυση των χρηματικών διαθεσίμων γίνεται σύμφωνα με την αρχή της διασποράς του κινδύνου. Το Διοικητικό Συμβούλιο καταρτίζει, για κάθε οικονομικό έτος, Έκθεση Επενδύσεων, στην οποία:
- α) Παρουσιάζονται η διάρθρωση και η απόδοση του
χαρτοφυλακίου,
- β) βεβαιώνεται η τήρηση των προβλεπόμενων ορίων
και
- γ) τεκμηριώνεται ρητώς ότι καμία τοποθέτηση δεν αλλοιώνει τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα του ιδρύματος,
ούτε δημιουργεί δικαίωμα απόληψης κερδών σε τρίτους. Η Έκθεση Επενδύσεων ελέγχεται από ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία, σύμφωνα με το ελεγκτικό αναρτάται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. εντός ενός (1) μηνός από την ολοκλήρωση του ελέγχου.
Άρθρο 50
Σύσταση φορέων αξιοποίησης της περιουσίας των κοινωφελών ιδρυμάτων
Με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής, μπορεί να εγκρίνεται η σύσταση ειδικού φορέα από ένα (1) ή περισσότερα ιδρύματα για την αξιοποίηση της περιουσίας τους ή η ανάθεση της αξιοποίησης αυτής σε υφιστάμενο φορέα. Οι όροι της σύστασης ή της ανάθεσης καθορίζονται στην απόφαση έγκρισης. Η αξιοποίηση της περιουσίας από τους εν λόγω φορείς τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ενώ τα όργανα διοίκησης του ιδρύματος ευθύνονται έναντι αυτού για κάθε πράξη ή παράλειψή τους.
Η απόφαση της παρ. 1 ανακαλείται εφόσον διαπιστωθεί ότι ο τρόπος διαχείρισης καθίσταται ασύμφορος ή αντίκειται στους σκοπούς του ιδρύματος.
Άρθρο 51
Σύμπραξη μεταξύ κοινωφελών ιδρυμάτων, καθώς και με φορείς της Γενικής Κυβέρνησης Για τη σύμπραξη μεταξύ κοινωφελών ιδρυμάτων, καθώς και με φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτή ορίζεται στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/201 (Α’ 143), με σκοπό την εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού, επιτρέπεται η σύναψη προγραμματικών συμβάσεων.
Άρθρο 52
Παραχώρηση χρήσης ακινήτου κοινωφελούς ιδρύματος σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης Η παραχώρηση χρήσης ακινήτου κοινωφελούς ιδρύματος προς φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτή ορίζεται στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), επιτρέπεται, με ή χωρίς αντάλλαγμα, και κατόπιν έκδοσης απόφασης του Δικαστηρίου του άρθρου 825 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), εφόσον το ακίνητο που πρόκειται να παραχωρηθεί δεν εξυπηρετεί άμεσα τον κοινωφελή σκοπό του ιδρύματος. Η δικαστική απόφαση του προηγούμενου εδαφίου αναρτάται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. και η παραχώρηση διενεργείται σύμφωνα με τους όρους και τη διαδικασία που προβλέπονται στον Πρότυπο Κανονισμό Κοινωφελών Ιδρυμάτων.
Άρθρο 53
Ανάρτηση οικονομικών καταστάσεων
Τα κοινωφελή ιδρύματα συντάσσουν ανά διαχειριστική χρήση οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 17 του ν. 4308/2014 (Α’ 251), περί Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων, οι οποίες υπογράφονται από λογιστές - φοροτεχνικούς. Για τις περιουσίες του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 47, συντάσσονται διακριτές οικονομικές καταστάσεις ανά διαχειριστική χρήση, ενοποιημένες με τις οικονομικές καταστάσεις του υπέρ ου ιδρύματος σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο.
Η διαχειριστική χρήση αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και τελειώνει την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Κατ’ εξαίρεση, με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής μπορεί να ορίζεται διαφορετική διαχειριστική περίοδος, εάν συντρέχουν ειδικοί λόγοι.
Οι οικονομικές καταστάσεις της παρ. 1 αναρτώνται προς έγκριση στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π., εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη του οικονομικού έτους που αφορούν, και τεκμαίρονται εγκεκριμένοι μετά την πάροδο τριμήνου από την ανάρτηση.
Άρθρο 54
Συνέπειες μη ανάρτησης οικονομικών καταστάσεων Σε περίπτωση υπαίτιας παράλειψης, ελλιπούς ή ανακριβούς ανάρτησης στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π., σύμφωνα με το άρθρο 53, η εποπτεύουσα αρχή αποστέλλει έγγραφη προειδοποίηση προς τη διοίκηση του κοινωφελούς ιδρύματος, με πρόσκληση συμμόρφωσης εντός τριάντα (30) ημερών. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της ως άνω προθεσμίας, η εποπτεύουσα αρχή:
- α) Επιβάλλει ατομικά σε βάρος των μελών της διοίκησης διοικητικό πρόστιμο έως πέντε χιλιάδες (5.000)
ευρώ. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, το πρόστιμο διπλασιάζεται και είναι δυνατή η παύση των υπευθύνων μελών της διοίκησης, και
- β) εκδίδει άμεσα και κοινοποιεί ειδοποίηση στα πιστωτικά ιδρύματα, όπου τηρούνται λογαριασμοί του
κοινωφελούς ιδρύματος, βάσει της οποίας τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να αρνηθούν την απόδοση των καταθέσεων και να μην εκτελούν εντολές και εντάλματα πληρωμής σε βάρος των κεφαλαίων του κοινωφελούς ιδρύματος. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ευθύνονται έναντι του κοινωφελούς ιδρύματος για κάθε ζημία από την παράλειψη συμμόρφωσης. Την αγωγή στην περίπτωση αυτή μπορεί να εγείρει και το ελληνικό Δημόσιο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΕΣ
Άρθρο 55
Ιδρυτική πράξη Η ιδρυτική πράξη της αυτοτελούς περιουσίας περιλαμβάνει:
- α) Το υφιστάμενο νομικό πρόσωπο υπέρ του οποίου
διατίθεται η περιουσία,
- β) την περιουσία που διατίθεται,
- γ) τον ειδικό κοινωφελή σκοπό, που πρέπει να είναι
διακριτός από εκείνον του νομικού προσώπου.
Άρθρο 56
Κανόνες διαχείρισης
Σε κάθε αυτοτελή περιουσία αποδίδεται ξεχωριστός Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.).
Για τη διαχείριση των ακινήτων και των χρηματικών διαθεσίμων της αυτοτελούς περιουσίας εφαρμόζονται αναλογικά τα άρθρα 47 έως 49, καθώς και το άρθρο 52, με εξαίρεση τις αυτοτελείς περιουσίες που έχουν δια του κοινωφελούς ιδρύματος και αξιοποιούνται σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη και τον οργανισμό του, εκτός αν άλλως ορίζει ο διαθέτης ή ο δωρητής της αυτοτελούς περιουσίας.
Για κάθε αυτοτελή περιουσία αναρτώνται οικονομικές καταστάσεις, κατά ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 53 και 54.
Οι οφειλές της αυτοτελούς περιουσίας ικανοποιούνται αποκλειστικά από το ενεργητικό της.
Όταν η διαχείριση αυτοτελούς περιουσίας ανατίθεται από τον διαθέτη στο Δημόσιο, εφαρμόζεται αναλόγως το Μέρος Ζ’ της παρούσας Ενότητας.
Άρθρο 57
Συγχώνευση με την περιουσία κοινωφελούς ιδρύματος ή άλλη αυτοτελή περιουσία Η συγχώνευση αυτοτελούς περιουσίας με την περιουσία κοινωφελούς ιδρύματος ή άλλη αυτοτελή περιουσία επιτρέπεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 44.
Άρθρο 58
Εκκαθάριση
Η αυτοτελής περιουσία τίθεται σε εκκαθάριση μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση της εποπτεύουσας αρχής, η οποία εκδίδεται μετά από αίτημα του προσώπου που ασκεί τη διοίκησή της ή αυτεπαγγέλτως, όταν:
- α) Ο σκοπός για τον οποίο διατέθηκε κατέστη ανέφικτος,
- β) εξαντλήθηκαν τα χρηματικά της διαθέσιμα και δεν
είναι εφικτή η απόκτηση νέων διαθεσίμων μέσω της πώλησης ή αξιοποίησης περιουσιακών στοιχείων ή
- γ) το παθητικό της υπερβαίνει το ενεργητικό της.
Για την εκκαθάριση της αυτοτελούς περιουσίας εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 5 του άρθρου 44. ΥΠΟΤΡΟΦΙΕΣ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ - ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ - ΒΡΑΒΕΙΑ
Άρθρο 59
Χορήγηση υποτροφιών, οικονομικών ενισχύσεων, βοηθημάτων και βραβείων από κοινωφελή ιδρύματα και αυτοτελείς περιουσίες
Εάν με ιδρυτική πράξη έχει ανατεθεί σε κοινωφελές ίδρυμα ή αυτοτελή περιουσία, η χορήγηση υποτροφιών, οικονομικών ενισχύσεων, βοηθημάτων και βραβείων, η απονομή τους διενεργείται είτε με διαγωνισμό είτε χωρίς διαγωνισμό, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ιδρυτικής πράξης ή του οργανισμού του ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας.
Στην περίπτωση χορήγησης υποτροφιών, οικονομικών ενισχύσεων, βοηθημάτων και βραβείων από αυτοτελή περιουσία ή περιουσία του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 47, που έχει διατεθεί υπέρ κοινωφελούς ιδρύματος της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 3, η απονομή τους διενεργείται σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη και τον οργανισμό του κοινωφελούς ιδρύματος, εκτός αν ορίζει ρητά διαφορετικά ο διαθέτης ή δωρητής της αυτοτελούς περιουσίας.
Στην περίπτωση που δεν υφίσταται πρόβλεψη στην ιδρυτική πράξη ή στον οργανισμό του ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας για τους όρους και τη διαδικασία χορήγησης υποτροφιών, οικονομικών ενισχύσεων, βοηθημάτων και βραβείων ή η πρόβλεψη είναι ελλιπής, εφαρμόζονται οι όροι και η διαδικασία που προβλέπονται σχετικά στον Πρότυπο Κανονισμό Κοινωφελών Ιδρυμάτων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟΤΕΛΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ
Άρθρο 60
Πρόσκαιρη αδυναμία για εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού
Κοινωφελή ιδρύματα ή αυτοτελείς περιουσίες, που αποδεδειγμένα τελούν σε πρόσκαιρη αδυναμία εκπλήρωσης του κοινωφελούς σκοπού τους δύνανται, κατόπιν άδειας του δικαστηρίου, να προβαίνουν στις πράξεις διαχείρισης του άρθρου 61, στον απολύτως αναγκαίο βαθμό για την άρση της αδυναμίας. Αν η πράξη διαχείρισης απαγορεύεται ρητώς στην ιδρυτική πράξη, επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η διενέργειά της, κατόπιν άδειας του δικαστηρίου, μόνο εφόσον αποδεικνύεται ότι δεν υφίσταται εναλλακτικό, ηπιότερο μέσο για την άρση της πρόσκαιρης αδυναμίας.
Ως πρόσκαιρη αδυναμία νοείται, ιδίως, η αδυναμία εξόφλησης χρηματικών οφειλών προς πιστωτές, που είναι εξοπλισμένοι με εκτελεστούς τίτλους και επισπεύδουν διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας με πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος περιουσιακών στοιχείων τους, που είναι απαραίτητα για την εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού τους.
Άρθρο 61
Μέτρα άρσης πρόσκαιρης αδυναμίας Όταν διαπιστώνεται πρόσκαιρη αδυναμία υπό την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 60, τα ιδρύματα ή οι αυτοτελείς περιουσίες επιτρέπεται, μετά από άδεια του δικαστηρίου να:
- α) εκχωρούν έσοδα από την εκμετάλλευση της περιουσίας τους προς πιστωτές, πλην του Δημοσίου,
- β) λαμβάνουν δάνειο από πιστωτικό ίδρυμα ή άλλον
νομίμως λειτουργούντα φορέα παροχής πιστώσεων και χορηγούν προς τον σκοπό αυτό εμπράγματες διασφαλίσεις επί της περιουσίας του ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας και
- γ) εκποιούν περιουσιακά στοιχεία του ιδρύματος ή της
αυτοτελούς περιουσίας, αν τα υπολειπόμενα περιουσιακά στοιχεία επαρκούν για την εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού τους. ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΕΣ
Άρθρο 62
Προϋποθέσεις χαρακτηρισμού κοινωφελών ιδρυμάτων και αυτοτελών περιουσιών ως αδρανών
Κοινωφελή ιδρύματα ή αυτοτελείς περιουσίες χαρακτηρίζονται ως αδρανή/-είς εφόσον επί τρία (3) συναπτά έτη συντρέχει μία τουλάχιστον από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
- α) Δεν ανάρτησαν στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. τις οικονομικές καταστάσεις του άρθρου 53 και της παρ. 3 του άρθρου 56,
- β) δεν ανάρτησαν στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. μεταβολές στη διοίκηση ή στην περιουσιακή τους κατάσταση,
- γ) δεν τήρησαν ή δεν ενημέρωσαν τον αναλυτικό κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων της περ. γ) της παρ. 1
του άρθρου 6,
- δ) δεν ανάρτησαν στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. τις πράξεις διαχείρισης της περιουσίας τους προς εξυπηρέτηση του κοινωφελούς σκοπού, της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 6,
- ε) οι ετήσιες δαπάνες για υλοποίηση του κοινωφελούς
τους σκοπού υπολείπονταν του δεκαπέντε τοις εκατό (15%) των συνολικών εσόδων ή, σε τριετία, του τριάντα τοις εκατό (30%) των συνολικών εσόδων ή
- στ) εισέπραξαν ποσοστό μικρότερο του εβδομήντα
τοις εκατό (70%) των ληξιπρόθεσμων αξιώσεων από την εκμετάλλευση της κοινωφελούς περιουσίας.
Τα κοινωφελή ιδρύματα της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 3, καθώς και οι υπέρ αυτών αυτοτελείς περιουσίες, χαρακτηρίζονται ως αδρανή εφόσον πληρούν μία τουλάχιστον από τις προϋποθέσεις των περ. α), β) και γ) της παρ. 1.
Η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, εφόσον διαπιστώσει, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αδράνειας της παρ. 1 ή της παρ. 2, κατά περίπτωση, αποστέλλει πρόσκληση προς τις διοικήσεις των ως άνω κοινωφελών ιδρυμάτων και αυτοτελών περιουσιών, που αδρανούν, ή ελλείψει διοικήσεων, στην έδρα τους, για παροχή εγγράφων εξηγήσεων, για τους λόγους θέσης τους σε αδράνεια, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση της πρόσκλησης. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία ή οι παρεχόμενες εξηγήσεις κριθούν ανεπαρκείς, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εκδίδει απόφαση, με την οποία διαπιστώνεται η πλήρωση των προϋποθέσεων της παρ. 1 ή της παρ. 2, κατά περίπτωση.
Η απόφαση της παρ. 3 περί διαπίστωσης της αδράνειας, μαζί με ρητή μνεία για τη δυνατότητα υποβολής σχεδίου επαναδραστηριοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 63, κοινοποιείται στη διοίκηση του ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας ή ελλείψει αυτής στην έδρα του/ της, και καταχωρίζεται στην οικεία μερίδα που τηρείται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π., όπου και αναγράφεται η ψηφιακή σήμανση «Αδρανές/-ής».
Κατά της απόφασης της παρ. 3 επιτρέπεται η άσκηση αίτησης ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Άρθρο 63
Σχέδιο επαναδραστηριοποίησης
Εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης της παρ. 3 του άρθρου 62 στη διοίκηση του αδρανούς ιδρύματος/αυτοτελούς περιουσίας, η τελευταία δύναται να υποβάλει στην αρμόδια αρχή του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών σχέδιο επαναδραστηριοποίησης (Σχέδιο).
Το Σχέδιο περιλαμβάνει:
- α) τεκμηριωμένη ανάλυση των λόγων της αδρανούς
συμπεριφοράς,
- β) προτεινόμενα μέτρα οικονομικής ανάταξης,
- γ) χρονοδιάγραμμα υλοποίησης στόχων, με επιμέρους
ορόσημα ανά τρίμηνο, το οποίο δεν δύναται να υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, και
- δ) εκτίμηση εξόδων και πιθανών πηγών χρηματοδότησης.
Η εποπτεύουσα αρχή αποφαίνεται επί του Σχεδίου εντός τριάντα (30) ημερών από την υποβολή του.
Εφόσον το Σχέδιο εγκριθεί από την εποπτεύουσα αρχή, η διοίκηση του κοινωφελούς ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας υποχρεούται, στο τέλος του πρώτου τριμήνου από την έγκριση του Σχεδίου, να υποβάλει στην εποπτεύουσα αρχή έκθεση προόδου αναφορικά με την υλοποίησή του. Εφόσον η έκθεση προόδου εγκριθεί, η διοίκηση του κοινωφελούς ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας υποχρεούται να υποβάλει στην εποπτεύουσα αρχή νέα έκθεση προόδου μετά το πέρας εξαμήνου από την υποβολή της πρώτης έκθεσης. Εφόσον και αυτή εγκριθεί, η διαδικασία επαναλαμβάνεται ανά έτος, μέχρι την έκδοση απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών περί διαπίστωσης ότι το κοινωφελές ίδρυμα ή η αυτοτελής περιουσία έπαυσε να είναι αδρανές/ής, η οποία καταχωρίζεται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π..
Άρθρο 64
Προσωρινή και οριστική διοίκηση της περιουσίας αδρανών κοινωφελών ιδρυμάτων και αυτοτελών περιουσιών
Αν: α) παρέλθει άπρακτο το τρίμηνο για την υποβολή του σχεδίου επαναδραστηριοποίησης σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 63 ή β) δεν υποβληθεί εγκαίρως και προσηκόντως έκθεση προόδου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 63 ή η έκθεση προόδου κριθεί ανεπαρκής ή γ) συντρέχουν λόγοι παύσης μελών της διοίκησης του ιδρύματος του άρθρου 46, με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η προσωρινή διοίκηση του αδρανούς κοινωφελούς ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας ανατίθεται στον Φορέα.
Ο Φορέας, με την ανάληψη της προσωρινής διοίκησης του αδρανούς ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας, υποβάλλει άμεσα αίτηση, για την ανάληψη της οριστικής διοίκησης του ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας, στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η προσωρινή διοίκηση του ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας παρατείνεται αυτοδίκαια μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης του αρμοδίου δικαστηρίου επί της αίτησης.
Στην αίτηση δύναται να σωρεύεται και αίτημα για τη μεταβολή του εξυπηρετούμενου κοινωφελούς σκοπού, καθώς και για τη συγχώνευση περισσοτέρων αδρανών κοινωφελών ιδρυμάτων ή αυτοτελών περιουσιών.
Το Δικαστήριο δύναται να αναθέσει την οριστική διοίκηση του αδρανούς κοινωφελούς ιδρύματος ή αυτοτελούς περιουσίας είτε στον Φορέα είτε σε οποιονδήποτε άλλον κρίνει.
Σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος, οι πράξεις διοίκησης και διαχείρισης που διενεργήθηκαν από τον Φορέα μέχρι την έκδοση της απόφασης του αρμόδιου δικαστηρίου παραμένουν ισχυρές και δεσμευτικές έναντι πάντων.
Κατά την προσωρινή και οριστική διοίκηση του αδρανούς κοινωφελούς ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας, ο Φορέας λαμβάνει άμεσα τα αναγκαία μέτρα για τη διάσωση και τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς του/της και την αδιατάρακτη εξυπηρέτηση του κοινωφελούς σκοπού τους.
ΜΕΡΟΣ ΣΤ’
ΠΕΡΙΟΥΣΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΣΚΟΠΩΝ ΠΟΥ ΕΠΙΔΙΩΚΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΑΛΛΑ ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
Άρθρο 65
Εκτελεστές διαθηκών
Περιουσίες που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς γίνονται πάντοτε δεκτές με το ευεργέτημα της απογραφής και εκκαθαρίζονται από τους εκτελεστές που ορίζονται με τη διαθήκη, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τα άρθρα 2020 έως 2031 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164).
Το πρόσωπο που ορίζεται ως εκτελεστής της διαθήκης οφείλει να δηλώσει αν αποδέχεται τον ορισμό του, με έγγραφη δήλωση που υποβάλλεται στο αρμόδιο Δικαστήριο, με ταυτόχρονη ενημέρωση της εποπτεύουσας αρχής μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα που του γνωστοποιήθηκε η δημοσίευση της διαθήκης και προσκλήθηκε να αναλάβει τα καθήκοντά του ή από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο γνώση του διορισμού του. Η εποπτεύουσα αρχή οφείλει να εξετάσει εάν συντρέχουν οι λόγοι ανικανότητας της παρ. 3.
Δεν διορίζονται εκτελεστές διαθηκών:
- α) οι ανήλικοι,
- β) όσοι τελούν υπό δικαστική συμπαράσταση, πλήρη ή
μερική που εμποδίζει την άσκηση των καθηκόντων τους,
- γ) όσοι έχουν πτωχεύσει και δεν έχουν αποκατασταθεί,
καθώς και όσοι έχουν τεθεί σε αναγκαστική διαχείριση και εκκαθάριση, και
- δ) όσοι έχουν καταδικαστεί για κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των
τριών (3) μηνών.
Οι εκτελεστές διαθηκών εκπίπτουν αυτοδίκαια από το λειτούργημά τους, εάν κατά τη διάρκεια άσκησης των καθηκόντων τους ανακύψει κώλυμα εκ των αναφερομένων στις περ. β), γ) και δ) της παρ. 3 ή εάν καταδικασθούν τελεσίδικα σε οποιαδήποτε ποινή για αξιόποινη πράξη που ανάγεται στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Οι εκτελεστές διαθηκών δύνανται με πράξη της εποπτεύουσας αρχής να παύονται από τα καθήκοντά τους, σε περίπτωση που αποδεδειγμένα δεν τα εκτελούν και δεν τηρούν την παρούσα Ενότητα.
Οι διοριζόμενοι οφείλουν να δηλώνουν αμέσως στην εποπτεύουσα αρχή την ύπαρξη ή την επέλευση λόγων ανικανότητας της παρ. 3. Την ίδια υποχρέωση υπέχουν και όσοι ασκούν τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου, οι δικαστικοί συμπαραστάτες, οι σύνδικοι της πτώχευσης και οι εισαγγελείς, σε κάθε περίπτωση καταδίκης.
Σε περίπτωση ορισμού περισσότερων εκτελεστών, η εκκαθάριση γίνεται από κοινού. Αν διαφωνούν, αποφασίζει η εποπτεύουσα αρχή. Σε εξαιρετικές και επείγουσες περιπτώσεις, κάθε εκτελεστής μπορεί να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη συντήρηση της περιουσίας χωρίς τη συναίνεση των άλλων και να παρίσταται μόνος στο Δικαστήριο. Οι εκτελεστές διαθήκης είναι σε ολόκληρο υπεύθυνοι για τις πράξεις που ενέργησαν από κοινού ή για όσες έχουν συναινέσει, ευθύνονται δε κατά τις διατάξεις περί εντολής του Αστικού Κώδικα.
Σε περίπτωση που ο εκτελεστής διαθήκης εξέλιπε, αποποιήθηκε το λειτούργημα, παραιτήθηκε ή για άλλο λόγο έπαυσε να ασκεί τα καθήκοντά του ή συντρέχουν στο πρόσωπό του λόγοι ανικανότητας της παρ. 3, χωρίς να προβλέπεται από τη διαθήκη η αναπλήρωσή του, τότε η διοίκηση της οικείας περιουσίας ανατίθεται με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής στον Φορέα, ο οποίος εκτελεί καθήκοντα εκτελεστή διαθήκης και προβαίνει σε εκκαθάρισή της. Στην περίπτωση αυτή, η σύναψη εκ μέρους του Φορέα των απαιτούμενων συμβάσεων για την άσκηση των καθηκόντων του ως εκτελεστή διαθήκης, πραγματοποιείται αποκλειστικά κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στον Ειδικό Κανονισμό του.
Άρθρο 66
Εκκαθάριση και διανομή της περιουσίας
Μετά από έγκριση της εποπτεύουσας αρχής, και εφόσον η διαθήκη δεν ορίζει διαφορετικά, ο εκτελεστής της διαθήκης υποχρεούται να παραδώσει στους κληρονόμους τα στοιχεία της κληρονομίας που αναλογούν στις κληρονομικές τους μερίδες, εφόσον δεν παρεμποδίζεται η εκκαθάριση. Σε περιπτώσεις συγκυριότητας, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 84. Σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με την κυριότητα, νομή ή κατοχή στοιχείου της κληρονομίας, αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 30 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), που δικάζει με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Απαγορεύεται η διάθεση από τον κληρονόμο στοιχείου της κληρονομίας, το οποίο υπάγεται στη διαχείριση του εκτελεστή, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στη διαθήκη ή το εγκρίνει η εποπτεύουσα αρχή, αν το στοιχείο ανήκει προδήλως στον κληρονόμο.
Μετά τη λήξη της εκκαθάρισης, ο εκτελεστής διανέμει την κληρονομία σύμφωνα με τη διαθήκη, κατόπιν Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164).
Άρθρο 67
Επιλογή κοινωφελούς σκοπού ή έργου ή τρόπου εκτέλεσης αυτού
Οι εκτελεστές διαθηκών ή άλλα πρόσωπα, στα οποία ανατέθηκε με διαθήκη η επιλογή του κοινωφελούς σκοπού ή έργου ή του τρόπου εκτέλεσης αυτού ή του κοινωφελούς ιδρύματος ή άλλου νομικού προσώπου, στο οποίο διατίθεται η κοινωφελής περιουσία, οφείλουν να υποβάλουν δήλωση περί της επιλογής τους στην εποπτεύουσα αρχή ή στον πρόξενο της κατοικίας ή διαμονής τους. Εφόσον διαπιστώνεται αδυναμία της προαναφερόμενης επιλογής ή της υποβολής σχετικής δήλωσης, ή όταν η επιλογή έχει ανατεθεί στο Δημόσιο, η απόφαση επιλογής εκδίδεται από την εποπτεύουσα αρχή.
Εφόσον υπάρξει καθυστέρηση ως προς την υποβολή της δήλωσης της παρ. 1, η εποπτεύουσα αρχή προσκαλεί εγγράφως τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα επιλογής να υποβάλουν δήλωση μέσα σε εύλογη προθεσμία. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, η επιλογή της παρ. 1 ενεργείται με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής.
Με απόφασή της, η εποπτεύουσα αρχή επιλέγει τον κοινωφελή σκοπό ή το έργο ή τον τρόπο εκτέλεσής του, εάν η επιλογή των προσώπων που έχουν αυτό το δικαίωμα:
- α) δεν ανταποκρίνεται σε κοινωφελή σκοπό, κατά την
έννοια της περ. θ) του άρθρου 4,
- β) δεν είναι σύμφωνη με την ιδρυτική πράξη και
- γ) τα πρόσωπα αυτά εμμένουν ή δεν συμμορφώνονται
προς την πρόσκληση για τροποποίηση της επιλογής. Σε περίπτωση διαφωνίας, αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 825 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182).
Άρθρο 68
Κληροδοσίες υπέρ κοινωφελών σκοπών
Κληροδοσίες υπέρ κοινωφελών σκοπών που εκτελούνται από τον κληρονόμο ή κληροδόχο ή από πρόσωπα άλλα εκτός από το Δημόσιο ή καταλείπονται υπέρ κοινωφελών ιδρυμάτων, ανακοινώνονται από τον βεβαρημένο στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εντός τριών (3) μηνών από την αποδοχή της κληρονομίας και εκκαθαρίζονται σύμφωνα το παρόν Κεφάλαιο. Όταν η κληροδοσία που καταλείπεται αφορά χρηματικά ποσά, για την εκκαθάρισή της εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 78.
Διάταξη διαθήκης ή δικαιοπραξία εν ζωή, με την οποία διατίθεται περιουσία για την ίδρυση ναού, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, εκτελείται από τον εκτελεστή της διαθήκης ή τον βεβαρημένο κληρονόμο ή κληροδόχο. Σε περίπτωση αδυναμίας ή παρεμπόδισης της εκτέλεσης του σκοπού από τα ανωτέρω πρόσωπα, η εκτέλεση και η εκπροσώπηση αναλαμβάνονται από τον οικείο Μητροπολίτη. Η εκτέλεση έργου ανοικοδόμησης, ανακαίνισης, επισκευής και συντήρησης ναών της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, διενεργείται σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο που ισχύει για την εκκλησιαστική περιουσία. Εάν πρόκειται για ναό ή χώρο λατρείας δόγματος ή θρησκείας διαφορετικής της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, η εκτέλεση και η εκπροσώπηση αναλαμβάνονται από το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.
Άρθρο 69
Εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού
Όταν η εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού πραγματοποιείται άπαξ, ο εκτελεστής της διαθήκης υποβάλλει στην εποπτεύουσα αρχή έκθεση με τον προτεινόμενο τρόπο εκτέλεσης και τον προϋπολογισμό της σχετικής δαπάνης. Η εποπτεύουσα αρχή εγκρίνει ή απορρίπτει τη σχετική πρόταση εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την υποβολή της. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του δεύτερου εδαφίου, τεκμαίρεται η έγκριση της πρότασης.
Η εκπλήρωση του σκοπού δύναται να αρχίσει και πριν από τη λήξη της εκκαθάρισης, εφόσον δεν παρακωλύεται η εκκαθάριση, μετά από έγκριση της εποπτεύουσας αρχής.
Σε περίπτωση ανάγκης, με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής μπορεί να αναβληθεί η ανάθεση ή εκτέλεση του έργου ή του σκοπού, για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα.
Σε περίπτωση που το ποσό που ορίζεται από την ιδρυτική πράξη για την εκτέλεση κοινωφελούς σκοπού ή έργου είναι προδήλως ανεπαρκές, αυτό δύναται να αυξάνεται με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής, ύστερα από πρόταση του εκτελεστή της διαθήκης ή του διοικητή του ιδρύματος, ανάλογα με την επάρκεια της περιουσίας και εφόσον αυτό δεν προσκρούει στην ιδρυτική πράξη. Σε περίπτωση περισσοτέρων σκοπών, τηρείται η αναλογία που ορίζεται στην ιδρυτική πράξη. Τα ποσά μπορούν να αναπροσαρμόζονται με την ίδια διαδικασία, σε περίπτωση μεταβολής των οικονομικών συνθηκών.
Άρθρο 70
Πράξεις διαχείρισης εκ μέρους του εκτελεστή διαθήκης
Ο εκτελεστής της διαθήκης προβαίνει σε κάθε αναγκαία πράξη ή υλική ενέργεια για τον σκοπό της ταχείας εκκαθάρισης, όπως ιδίως σε απογραφή των περιουσιακών στοιχείων, σε λήψη εξασφαλιστικών μέτρων και σε είσπραξη απαιτήσεων και εισοδημάτων.
Μετά από άδεια της εποπτεύουσας αρχής, ο εκτελεστής διαθήκης δύναται να προβαίνει σε εκποίηση ή εκμίσθωση κινητών και ακινήτων, μακροχρόνια εκμίσθωση έναντι ανακατασκευής και αναπαλαίωση ακινήτου για την επωφελέστερη εκμετάλλευσή του, σε σύναψη συμβάσεων μελετών, έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, συμβατών με τον σκοπό της ταχείας εκκαθάρισης, σε πληρωμή χρεών και βαρών της κληρονομίας, σε συνέχιση ή εκκαθάριση επιχείρησης, σε επωφελή τοποθέτηση και επένδυση των χρηματικών διαθεσίμων, σε κατάρτιση συμβιβασμού ή συμφωνία διαιτησίας ή σε κατάργηση δίκης, σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 1 του άρθρου 119.
Άρθρο 71
Τεχνική υποστήριξη του εκτελεστή της διαθήκης Για την υποβοήθηση του έργου του εκτελεστή της διαθήκης σε υποθέσεις αυξημένης διοικητικής ή τεχνικής πολυπλοκότητας, ο Φορέας δύναται, κατόπιν αιτήματος του εκτελεστή, να παρέχει τεχνική υποστήριξη στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, η οποία περιλαμβάνει, ιδίως:
- α) τη συμβουλευτική υποστήριξη σε θέματα εκκαθάρισης,
- β) τη συνδρομή στην προετοιμασία και υποβολή προτάσεων έργων ή αξιοποίησης περιουσιακών στοιχείων,
- γ) την τεχνική εποπτεία σύνθετων έργων,
- δ) τη σύνταξη ή τον έλεγχο τεχνικών φακέλων και
- ε) την παρακολούθηση της υλοποίησης δράσεων έως
την ολοκλήρωσή τους.
Άρθρο 72
Υποτροφίες - Διαγωνισμοί Εάν από τη διαθήκη προβλέπεται η χορήγηση υποτροφιών, βοηθημάτων, οικονομικών ενισχύσεων ή βραβείων από πρόσωπα εκτός του Δημοσίου, τα οποία δεν αποτελούν κοινωφελή ιδρύματα, η απονομή τους διενεργείται είτε με διαγωνισμό είτε χωρίς διαγωνισμό, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διαθήκης. Αν δεν υφίσταται σχετική πρόβλεψη στη διαθήκη ή η πρόβλεψη είναι ανεπαρκής, εφαρμόζονται αναλόγως οι όροι και η διαδικασία που προβλέπονται στον Πρότυπο Κανονισμό Κοινωφελών Ιδρυμάτων, για τη χορήγηση υποτροφιών, βοηθημάτων, οικονομικών ενισχύσεων ή βραβείων εκ μέρους των κοινωφελών ιδρυμάτων.
Άρθρο 73
Ετήσιος απολογισμός εκκαθάρισης και εποπτικός έλεγχος
Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης κοινωφελούς περιουσίας του παρόντος Μέρους από εκτελεστή διαθήκης, ο τελευταίος αναρτά στη μερίδα της κοινωφελούς περιουσίας στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. ετήσιο απολογισμό πεπραγμένων, εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη του οικονομικού έτους.
Ο απολογισμός συντάσσεται σύμφωνα με το πρότυπο υπόδειγμα, με ειδικούς πίνακες που περιλαμβάνουν τουλάχιστον:
- α) τις εκτελεσθείσες ενέργειες,
- β) τα εκτιμώμενα και τα πραγματοποιηθέντα έσοδα
και έξοδα,
- γ) την πρόοδο στην υλοποίηση του σκοπού ή των
έργων,
- δ) εκκρεμότητες και σχεδιαζόμενες ενέργειες.
Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής του απολογισμού, ενεργοποιείται από την εποπτεύουσα αρχή διαδικασία έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 100, με δικαίωμα πρόσκλησης σε συμμόρφωση του εκτελεστή, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της πρόσκλησης.
Άρθρο 74
Λήξη έργου του εκτελεστή διαθήκης και λογοδοσία
Το λειτούργημα του εκτελεστή της διαθήκης παύει αυτοδικαίως με την έγκριση από την εποπτεύουσα αρχή της οριστικής λογοδοσίας επί του έργου του. Η λογοδοσία συντάσσεται σύμφωνα με το πρότυπο υπόδειγμα, αναρτάται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π., και περιλαμβάνει πλήρη έκθεση της γενόμενης διοίκησης και εκκαθάρισης της περιουσίας και όλα τα στοιχεία της.
Η εποπτεύουσα αρχή διαβιβάζει την υποβληθείσα οριστική λογοδοσία σε πιστοποιημένο ελεγκτή κοινωφελών περιουσιών, προς έλεγχο και επαλήθευση των στοιχείων της. Αν το πόρισμα του ως άνω ελέγχου και της επαλήθευσης είναι θετικό, προβαίνει στην έγκριση της λογοδοσίας. Αν το πόρισμα επισημαίνει ατασθαλίες στη διαχείριση ή παράβαση του νόμου, το διαβιβάζει στην αρμόδια υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Δημοσιονομικών Ελέγχων για τη διενέργεια εξ υπαρχής ελέγχου και προς καταλογισμό, σύμφωνα με τη διαδικασία των παρ. 7 και 8 του άρθρου 100.
Η εποπτεύουσα αρχή μπορεί να ζητά και μερική λογοδοσία ή πληροφορίες οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης. Επί της μερικής λογοδοσίας διενεργείται διαχειριστικός έλεγχος από πιστοποιημένο ελεγκτή κοινωφελών περιουσιών, μετά από εντολή της εποπτεύουσας αρχής, και ακολουθείται η διαδικασία της παρ. 2.
Αν ο εκτελεστής διαθήκης προσκληθεί να λογοδοτήσει και αρνείται, εξακριβώνεται με έλεγχο από πιστοποιημένο ελεγκτή κοινωφελών περιουσιών, μετά από εντολή της εποπτεύουσας αρχής, αν υπάρχουν ελλείμματα ή ζημία και ακολουθεί καταλογισμός, σύμφωνα με τη διαδικασία των παρ. 7 και 8 του άρθρου 100.
Αν τα καθήκοντα εκτελεστή διαθήκης εκτελεί ο Φορέας, ως προς τη λήξη του έργου του και τη λογοδοσία του εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 86.
Η λογοδοσία του εκτελεστή διαθήκης, τελική ή μερική, κοινοποιείται και στους συγκληρονόμους του Δημοσίου.
Εάν από τη διαθήκη προκύπτει ότι ο εκτελεστής δεν έχει καθήκοντα εκκαθάρισης ή εκπλήρωσης του σκοπού, απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής λογοδοσίας.
Άρθρο 75
Καταβολή αμοιβής και δαπανών
Στον εκτελεστή της διαθήκης ή στον Φορέα, όταν αυτός εκτελεί χρέη εκτελεστή διαθήκης, καταβάλλεται, εφόσον δεν απαγορεύεται ρητώς από τη διαθήκη, εύλογη αμοιβή και αποζημίωση για τις δαπάνες του.
Με αίτηση του εκτελεστή της διαθήκης ή του Φορέα, που συνοδεύεται από αναλυτικό πίνακα δικαστικών και εξωδικαστικών ενεργειών και αναφορά του χρόνου απασχόλησης και των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε, χορηγείται, μετά από έγκριση της αρμόδιας αρχής, αμοιβή, η οποία παρακρατείται από το ενεργητικό της δαπάνες, στις οποίες αναγκαία προέβη ο εκτελεστής ή ο Φορέας για την εκτέλεση του έργου του. Ως βάση υπολογισμού της αμοιβής του εκτελεστή διαθήκης ή του Φορέα, λαμβάνεται το σύνολο του ενεργητικού της κληρονομιαίας περιουσίας κατά το χρόνο του διορισμού τους, τα ανώτατα δε όρια της αμοιβής αυτής καθορίζονται με την απόφαση της παρ. 3 του άρθρου 119.
Με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής, σε περίπτωση που η περιουσία στερείται ρευστού ενεργητικού, δύναται να χορηγείται στον εκτελεστή της διαθήκης ή στον Φορέα, μετά από σχετική αίτησή του, προκαταβολή μέρους της αμοιβής του, σε βάρος της ειδικής πίστωσης της παρ. 1 του άρθρου 39, υπό τον όρο απόδοσης λογαριασμού.
Δαπάνες που αφορούν έξοδα και αμοιβές προσώπων που ενεργούν πράξεις λόγω της ιδιότητάς τους, όπως ιδίως δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, μηχανικοί, οικονομικοί ελεγκτές και σύμβουλοι και μεσίτες, υποβάλλονται από τον εκτελεστή διαθήκης πριν από τη διενέργειά τους, προς έγκριση από την αρμόδια αρχή, η οποία οφείλει να απαντήσει εντός ενός (1) μηνός από την υποβολή τους. Η άπρακτη παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας ισοδυναμεί με έγκριση των δαπανών. Κατ’ εξαίρεση, διενεργούνται από τον εκτελεστή διαθήκης, χωρίς προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας αρχής, δαπάνες με κατεπείγοντα χαρακτήρα που είναι αναγκαίες για τη διατήρηση και διαφύλαξη των στοιχείων της περιουσίας. Οι δαπάνες του προηγούμενου εδαφίου υπάγονται μόνο σε κατασταλτικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή του κατεπείγοντος χαρακτήρα τους.
Αν δεν υφίσταται ενεργητικό της κληρονομιαίας περιουσίας, η αμοιβή και οι δαπάνες καταβάλλονται εκ μέρους της εποπτεύουσας αρχής, από την ειδική πίστωση της παρ. 1 του άρθρου 39, όταν δε προκύψει ενεργητικό, επιστρέφονται ή συμψηφίζονται τα καταβληθέντα ποσά.
ΜΕΡΟΣ Ζ’
ΚΑΤΑΛΕΙΦΘΕΙΣΕΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΕΣ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΑΠΟΔΟΧΗ Ή ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ, ΧΡΕΗ ΚΑΙ ΒΑΡΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ - ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΡΙΤΩΝ - ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ
Άρθρο 76
Αποδοχή ή αποποίηση κληρονομιών υπέρ του Δημοσίου - Σχετικές δίκες του Δημοσίου
Το Δημόσιο δεν δύναται να αποποιηθεί κληρονομία που του επάγεται εξ αδιαθέτου.
Το Δημόσιο θεωρείται πάντοτε ότι αποδέχεται την κληρονομία με το ευεργέτημα της απογραφής, χωρίς να δεσμεύεται από προθεσμία για σύνταξη απογραφής και χωρίς να στερείται οποιουδήποτε από τα πλεονεκτήματα του εξ απογραφής κληρονόμου.
Αρμόδιος για την αποδοχή ή αποποίηση κληρονομιών υπέρ του Δημοσίου είναι ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Όταν προηγείται εκκαθάριση της περιουσίας, η σχετική απόφαση αποδοχής ή αποποίησης εκδίδεται μετά την υποβολή της έκθεσης εκκαθάρισης από τον αρμόδιο εκκαθαριστή της.
Περίληψη της πράξης αποδοχής ή αποποίησης κληρονομιαίας περιουσίας από διαθήκη υπέρ του Δημοσίου, η οποία περιλαμβάνει κατά το δυνατόν λεπτομερή και ακριβή περιγραφή των περιουσιακών στοιχείων, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφεξής επέχει θέση κληρονομητηρίου υπέρ του Δημοσίου, σύμφωνα με τα άρθρα 1956, 1962 και 1963 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164).
Η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων επέρχεται αυτοδικαίως για τα κινητά με την έκδοση της πράξης αποδοχής και για τα ακίνητα με την καταχώριση αυτής στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο.
Το Δημόσιο δεν υποχρεούται να παρέχει ασφάλεια για την εκτέλεση τασσόμενου σε περιουσία όρου, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση που, κατά τις κείμενες διατάξεις, απαιτείται η παροχή ασφάλειας.
Όλα τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που ασκούνται κατά του Δημοσίου και αφορούν περιουσίες του παρόντος Μέρους, επιδίδονται για το Ελληνικό Δημόσιο στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και στον Φορέα του άρθρου 7, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησής τους.
Στις δίκες κατά του Δημοσίου για την απόδοση κληρονομίας ή μέρους αυτής, το Δημόσιο θεωρείται καλής πίστεως νομέας της κληρονομίας.
Το Δημόσιο δικαιούται να απαιτήσει τις δαπάνες εκκαθάρισης, διοίκησης και διαχείρισης κληρονομίας, στις οποίες έχει προβεί ή που υποχρεούται να αποδώσει. Οι δαπάνες βεβαιώνονται και εισπράττονται σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190).
Αν το Δημόσιο, ως νομέας της κληρονομίας, δεν είναι σε θέση να την αποδώσει αυτούσια, ευθύνεται μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Άρθρο 77
Χρέη και βάρη της κληρονομίας - Δαπάνες διαχείρισης και εκκαθάρισης
Το Δημόσιο ευθύνεται για τα χρέη του κληρονομούμενου, εφόσον αυτά αποδεικνύονται νόμιμα, μέχρι το ύψος του ενεργητικού της κληρονομίας. Η ικανοποίηση των δανειστών γίνεται κατά τη σειρά που προβλέπεται από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) για την κατάταξη δανειστών επί κατάσχεσης ακινήτων.
Στον Φορέα, όταν αυτός εκτελεί χρέη είτε εκκαθαριστή περιουσιών του παρόντος Μέρους είτε κηδεμόνα σχολαζουσών κληρονομιών, καταβάλλονται εύλογη αμοιβή και αποζημίωση για τις δαπάνες του, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 75.
Η πληρωμή των χρεών, βαρών και δαπανών εκκαθάρισης της κληρονομίας γίνεται σε βάρος του ενεργητικού της, πριν από τη βεβαίωση των οικείων στοιχείων του εκκαθαριστή Φορέα, αλλιώς η έγκριση για την πληρωμή χορηγείται από την εποπτεύουσα αρχή ύστερα από αίτημα του εκκαθαριστή Φορέα, που συνοδεύεται από τα αποδεικτικά στοιχεία του χρέους ή των δαπανών. Για την πληρωμή χρεών προς το Δημόσιο δεν απαιτείται η έγκριση της αρμόδιας αρχής.
Άρθρο 78
Υποχρεώσεις τρίτων οφειλετών ή κατόχων περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας
Τρίτοι, οι οποίοι κατέχουν ή οφείλουν περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας ή είναι οφειλέτες απαιτήσεών της, δεν απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις τους έναντι του Δημοσίου, εφόσον προβούν σε απόδοση ή καταβολή προς τρίτον, ενώ γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν ότι το Δημόσιο αμφισβητεί το κληρονομικό ή άλλο δικαίωμα του λήπτη.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)