Νόμοι — ΦΕΚ A' 27/2009
Εφόσον ο επενδυτής−πελάτης έχει ουσιαστικώς επιβεβαιωθείσα νόμιμη αξίωση για να του παραδοθούν χρηματοπιστωτικά μέσα, τα οποία το συμμετέχον στο ΤΕΚΕ πιστωτικό ίδρυμα αδυνατεί να του παραδώσει ή να του επιστρέψει, η αποτίμηση των εν λόγω χρηματοπιστωτικών μέσων γίνεται με βάση την αξία τους κατά την ημέρα:
- α) δημοσίευσης της απόφασης της Τράπεζας της
Ελλάδος της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 13 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ή
- β) δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 13, σύμφωνα
με το δίκαιο που διέπει την έκδοσή της.
Για τον υπολογισμό της καταβλητέας αποζημίωσης σε κάθε επενδυτή−πελάτη που έχει υποβάλει στο ΤΕΚΕ αίτηση αποζημίωσής του για απαιτήσεις του κατά του συμμετέχοντος πιστωτικού ιδρύματος, αθροίζεται το σύνολο των εξακριβωμένων απαιτήσεων του αιτούντος κατά του συμμετέχοντος πιστωτικού ιδρύματος, από όλες τις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες που του παρείχε το συμμετέχον πιστωτικό ίδρυμα και ανεξαρτήτως του αριθμού λογαριασμών των οποίων αυτός είναι δικαιούχος, του νομίσματος και του τόπου παροχής των υπηρεσιών.
Άρθρο 18
Ανακοίνωση της απόφασης του ΤΕΚΕ περί αποζημίωσης των επενδυτών−πελατών Μετά την ολοκλήρωση της αποτίμησης, το ΤΕΚΕ:
- α) εκδίδει πρακτικό στο οποίο αναγράφονται οι δικαιούχοι αποζημίωσης αιτούντες επενδυτές−πελάτες του
συμμετέχοντος πιστωτικού ιδρύματος, με προσδιορισμό του χρηματικού ποσού που δικαιούται ο καθένας, και το οποίο κοινοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος και στο συμμετέχον στο ΤΕΚΕ πιστωτικό ίδρυμα εντός προθεσμίας πέντε εργάσιμων ημερών από την έκδοσή του και
- β) ανακοινώνει σε κάθε αιτούντα χωριστά το πόρισμά του ως προς αυτόν το αργότερο εντός δεκαπέντε
ημερών από την έκδοση του πρακτικού της υποπαραγράφου (α) του παρόντος άρθρου, με προσδιορισμό του συνολικού ποσού της αποζημίωσης που δικαιούται. αποζημίωσης σε καταθέτες και επενδυτές−πελάτες Το ΤΕΚΕ δύναται να απαιτήσει από καταθέτη ή επενδυτή−πελάτη επιστροφή της καταβληθείσας σε αυτόν αποζημίωσης, εφόσον διαπιστώσει εκ των υστέρων ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό του οποιοσδήποτε λόγος απόρριψης της αιτήσεώς του σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, εντός πενταετίας από της καταβολής της αποζημίωσης.
Άρθρο 20
Παραγραφή αξιώσεων − Αναστολή καταβολής αποζημιώσεων −Υποκατάσταση στα δικαιώματα των καταθετών και επενδυτών−πελατών
Οι αξιώσεις των καταθετών και επενδυτών−πελατών έναντι του ΤΕΚΕ παραγράφονται μετά την πάροδο πενταετίας από τη λήξη της τελευταίας εκ των παρατάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 14 του παρόντος.
Στην περίπτωση κατά την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά τις εκάστοτε διατάξεις της νομοθεσίας, εναντίον καταθέτη, επενδυτή−πελάτη, πραγματικού δικαιούχου ή άλλου προσώπου έχοντος συμφέρον σε ποσά που βρίσκονται κατατεθειμένα σε λογαριασμό ή προκύπτουν από την παροχή καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, το ΤΕΚΕ αναστέλλει οποιαδήποτε καταβολή, μέχρι να κριθεί τελεσίδικα η υπόθεση, ανεξάρτητα από τις προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 14 του παρόντος.
Με την επιφύλαξη του στοιχείου iii της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 4 και της παραγράφου 10 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου, το ΤΕΚΕ υποκαθίσταται στα δικαιώματα των αποζημιωθέντων καταθετών και επενδυτών−πελατών και για ποσό ίσο προς τις πληρωμές του προς αυτούς και κατατάσσεται στην ίδια τάξη με τους καταθέτες κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων. Σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, το ΤΕΚΕ κατατάσσεται στη σειρά που προβλέπεται από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία για τις απαιτήσεις του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών του ν. 2533/1997 κατά οφειλέτη−ΕΠΕΥ, όπως ισχύει.
Άρθρο 21
Πληροφόρηση καταθετών και επενδυτών−πελατών από τα συμμετέχοντα στο ΤΕΚΕ πιστωτικά ιδρύματα
Τα συμμετέχοντα στο ΤΕΚΕ πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να ενημερώνουν τους καταθέτες και επενδυτές−πελάτες για την παρεχόμενη από το ΤΕΚΕ κάλυψη, για την έκταση και το ύψος της κάλυψης, καθώς και για τις προϋποθέσεις και διατυπώσεις καταβολής της αποζημίωσης.
Η πληροφόρηση των πελατών γίνεται κατ’ αρχήν με την ελεύθερη διάθεση στα κεντρικά γραφεία και τα υποκαταστήματα του συμμετέχοντος πιστωτικού ιδρύματος σχετικών αναλυτικών ενημερωτικών φυλλαδίων τα οποία είναι διατυπωμένα με τρόπο εύληπτο και σαφή στην ελληνική γλώσσα ή, προκειμένου για υποκαταστήματα ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων εγκατεστημένα στην αλλοδαπή, στην επίσημη γλώσσα του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το υποκατάστημα.
Στο ενημερωτικό φυλλάδιο περιλαμβάνονται, τουλάχιστον, τα ακόλουθα στοιχεία: i) ανώτατα όρια κάλυψης, ii) καλυπτόμενα νομίσματα, iii) εξαιρούμενες κατηγορίες, iv) συμψηφιζόμενες ανταπαιτήσεις του πιστωτικού ιδρύματος, v) τα περί προθεσμίας καταβολής των αποζημιώσεων και περί παραγραφής των σχετικών αξιώσεων.
Κατόπιν σχετικού αιτήματος καταθετών και επενδυτών−πελατών, το συμμετέχον στο ΤΕΚΕ πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να παρέχει πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τις διατυπώσεις και προϋποθέσεις καταβολής αποζημίωσης.
Απαγορεύεται στα συμμετέχοντα πιστωτικά ιδρύματα η προβολή για διαφημιστικό σκοπό της συμμετοχής τους στο ΤΕΚΕ μέσω εντύπων ή άλλων μηνυμάτων που διαδίδονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο, επιτρεπομένης μόνον της απλής μνείας της συμμετοχής του πιστωτικού ιδρύματος στο ΤΕΚΕ για ενημερωτικούς σκοπούς.
Η υποχρέωση έκδοσης ενημερωτικού φυλλαδίου εκπληρώνεται από μεν τα πιστωτικά ιδρύματα που συμμετέχουν στο ΤΕΚΕ εντός τριών μηνών από της συμμετοχής τους στο ΤΕΚΕ, από δε τα λοιπά εντός τριών μηνών από της εγκατάστασής τους στην Ελλάδα.
Άρθρο 22
Μη τήρηση υποχρεώσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων έναντι του ΤΕΚΕ
α) Εάν πιστωτικό ίδρυμα που έχει την καταστατική έδρα του στην Ελλάδα ή υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί στην Ελλάδα με καταστατική έδρα σε χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και συμμετέχει υποχρεωτικά στο ΤΕΚΕ δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του ως μέλους του ΤΕΚΕ, το ΤΕΚΕ ενημερώνει την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, περιλαμβανομένων και των κυρώσεων που προβλέπονται από το άρθρο 55Α του Καταστατικού της (ν. 3424/1927, ΦΕΚ 298 Α΄).
- β) Εάν με τα μέτρα αυτά δεν εξασφαλιστεί η τήρηση των υποχρεώσεων του ως άνω πιστωτικού ιδρύματος ή υποκαταστήματος, το ΤΕΚΕ μπορεί, ύστερα από
έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, να αποφασίσει την ενεργοποίηση διαδικασίας αποκλεισμού του από το ΤΕΚΕ, αφού τάξει στο πιστωτικό ίδρυμα ή το υποκατάστημα προθεσμία δώδεκα μηνών τουλάχιστον για την εκπλήρωσή τους. Απαιτήσεις των καταθετών και επενδυτών−πελατών του πιστωτικού ιδρύματος ή του υποκαταστήματος, που υφίστανται μέχρι και τη λήξη της προθεσμίας και απορρέουν από τα υπόλοιπα των καταθέσεων και την παροχή καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, κατά περίπτωση, εξακολουθούν να καλύπτονται πλήρως από το ΤΕΚΕ. Εάν, μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, το πιστωτικό ίδρυμα ή το υποκατάστημα συνεχίζει να μην τηρεί τις υποχρεώσεις του, το ΤΕΚΕ μπορεί, με την έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, να λάβει απόφαση για αποκλεισμό του. Στην περίπτωση αυτή η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να λάβει τα μέτρα που προβλέπονται στις διατάξεις των παραγράφων 2 έως 7 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου και των άρθρων 8 και 63 του ν. 3601/2007, κατ’ ανάλογο εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Εάν υποκατάστημα στην Ελλάδα πιστωτικού ιδρύματος που εδρεύει σε κράτος−μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καλύπτεται συμπληρωματικά από το ΤΕΚΕ δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του ως συμμετέχοντος, το μέλους, στο οποίο εδρεύει το πιστωτικό ίδρυμα και σε συνεργασία με αυτήν λαμβάνονται όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλιστεί η τήρηση των υποχρεώσεων του υποκαταστήματος. Εάν, παρά τα μέτρα αυτά, το υποκατάστημα δεν συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του και παρέλθει, μετά τη σχετική ειδοποίηση, χρονικό διάστημα τουλάχιστον δώδεκα μηνών, το ΤΕΚΕ μπορεί, με τη συγκατάθεση και της εποπτικής αρχής του ενδιαφερόμενου κράτους−μέλους και μετά σχετική γνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος, να αποκλείσει το υποκατάστημα. Οι υφιστάμενες κατά το χρόνο αποκλεισμού καταθέσεις καλύπτονται συμπληρωματικά από το ΤΕΚΕ μέχρι την ημερομηνία που καθίστανται απαιτητές. Επίσης, καλύπτονται συμπληρωματικά από το ΤΕΚΕ οι υφιστάμενες κατά τον ίδιο χρόνο απαιτήσεις πελατών του υποκαταστήματος που απορρέουν από την παροχή καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών. Το ΤΕΚΕ ενημερώνει τους καταθέτες και τους επενδυτέςπελάτες του πιστωτικού ιδρύματος για την παύση της συμπληρωματικής κάλυψης και για την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να παράγει αποτελέσματα.
Η προβλεπόμενη κάλυψη καταθετών και επενδυτώνπελατών παρέχεται για καταθέσεις που ελήφθησαν και καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος.
Άρθρο 23
Διοίκηση ΤΕΚΕ − Αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου ΤΕΚΕ
Το ΤΕΚΕ διοικείται από εννεαμελές Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.). Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου διορίζεται ένας εκ των Υποδιοικητών της Τράπεζας της Ελλάδος. Από τα υπόλοιπα οκτώ (8) μέλη, ένα (1) προέρχεται από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, τρία (3) από την Τράπεζα της Ελλάδος, τρία (3) από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών και ένα (1) από την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών Ελλάδος.
Το Διοικητικό Συμβούλιο, απαρτιζόμενο από τα μέλη που προτείνονται από τους φορείς της παραγράφου 1, διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και έχει πενταετή θητεία.
Οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 φορείς οφείλουν, μέσα σε ένα μήνα αφότου λάβουν το σχετικό έγγραφο του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, να ορίσουν τα προβλεπόμενα τακτικά μέλη. Σε περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας ή διαφωνίας των οικείων φορέων, ο διορισμός των μελών από τους αντίστοιχους φορείς γίνεται από τον Υπουργό.
Ο αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου εκλέγεται από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου δύναται να παρίσταται, στην περίπτωση που δεν έχει ορισθεί ως μέλος, ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είναι πρόσωπα αναγνωρισμένου κύρους και διαθέτουν ειδικές γνώσεις και εμπειρία σε θέματα του τραπεζικού τομέα. Ειδικότερα το ένα προερχόμενο από την Τράπεζα της Ελλάδος μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου είναι νομικός, ένα δε μέλος που προέρχεται από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών είναι ειδικευμένο σε θέματα τραπεζικής λογιστικής.
Η θητεία δύναται να ανανεώνεται για αντίστοιχο χρονικό διάστημα και παρατείνεται μέχρι το διορισμό νέου Διοικητικού Συμβουλίου και πάντως όχι πέραν του τριμήνου από τη λήξη της.
Η θητεία των μελών διακόπτεται, πλην της παραίτησης, μόνο με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, εάν κατά τη διάρκεια αυτής προκύψουν πράξεις ή παραλείψεις που θέτουν υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία που συνάδει με την άσκηση του λειτουργήματός τους ή αδυνατούν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους για λόγους υγείας. Σε περίπτωση χηρεύσεως, με οποιονδήποτε τρόπο και πέραν του προαναφερομένου, θέσης μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου διορίζεται νέο μέλος για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο παρόν άρθρο.
Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματός του τον πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αναπληρώνει ως προς όλες τις αρμοδιότητές του ο αντιπρόεδρος.
Το Διοικητικό Συμβούλιο ευρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα όταν είναι παρόντα έξι (6) τουλάχιστον μέλη. Μεταξύ των μελών αυτών πρέπει απαραιτήτως να είναι ο πρόεδρος ή ο αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η άποψη υπέρ της οποίας τάσσεται ο πρόεδρος ή ο αντιπρόεδρος, κατά περίπτωση.
Η ειδική πλειοψηφία του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΕΚΕ επιτυγχάνεται με τη σύμφωνη ψήφο επτά (7) τουλάχιστον μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.
Η αποζημίωση του προέδρου, του αντιπροέδρου και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ύστερα από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΕΚΕ και βαρύνει τον προϋπολογισμό του ΤΕΚΕ.
Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΤΕΚΕ είναι αρμόδιο για κάθε θέμα που αφορά στη διοίκηση και εκπροσώπηση του ΤΕΚΕ στο εσωτερικό ή εξωτερικό, στην είσπραξη των πόρων, στη διαχείριση της περιουσίας του και γενικά για κάθε θέμα που σχετίζεται με την εκπλήρωση του σκοπού του.
Ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΕΚΕ εκπροσωπεί το ΤΕΚΕ ενώπιον κάθε αρχής και τρίτου, παρίσταται και εκπροσωπεί το ΤΕΚΕ δικαστικώς και εποπτεύει την ορθή εφαρμογή των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου, την ορθή εκτέλεση του προγράμματος και του προϋπολογισμού του ΤΕΚΕ, στο πλαίσιο της επίτευξης του σκοπού του, την τήρηση του κανονισμού οργάνωσης και λειτουργίας των υπηρεσιών του ΤΕΚΕ και του κανονισμού λειτουργίας του Διοικητικού Συμβουλίου. Συγκαλεί σε συνεδριάσεις το Διοικητικό Συμβούλιο, προεδρεύει στις συνεδριάσεις του και ορίζει τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Με την έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου ο πρόεδρος μπορεί να αναθέτει την εκπροσώπηση του ΤΕΚΕ ενώπιον κάθε αρχής και τρίτων και τη δικαστική και εξώδικη παράσταση και εκπροσώπησή του σε άλλο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή στον Διευθυντή του ΤΕΚΕ, που διορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΕΚΕ ή σε άλλο στέλεχος του ΤΕΚΕ.
α) Το ΤΕΚΕ δύναται να ζητεί από τα πιστωτικά ιδρύματα και τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υποβάλλουν στο ΤΕΚΕ τα στοιχεία και τις πληροφορίες που αφορούν στην εκπλήρωση του σκοπού του και ειδικότερα: των εισφορών, τις καλυπτόμενες και μη καταθέσεις και επενδυτικές υπηρεσίες, καθώς και (iii) στοιχεία σχετικά με τη διαθεσιμότητα των, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 6 του παρόντος, πόρων του.
- β) Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπτύξουν
συστήματα που θα διασφαλίζουν την παρακολούθηση των λογαριασμών ανά πελάτη για την υποβολή των απαιτούμενων στοιχείων προς το ΤΕΚΕ.
α) Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και το προσωπικό του ΤΕΚΕ, οι τυχόν οριζόμενοι εμπειρογνώμονες κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 16, καθώς και οι ελεγκτές των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων του ΤΕΚΕ υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου και του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων.
- β) Η απαγόρευση γνωστοποίησης σε πρόσωπα ή αρχές
πληροφοριών που περιέρχονται σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν ισχύει έναντι: (i) Της Τράπεζας της Ελλάδος. Η ευχέρεια της Τράπεζας της Ελλάδος, να γνωστοποιεί τις σχετικές πληροφορίες που προβλέπονται στην περίπτωση (γ) της παραγράφου 5 του άρθρου 60 του ν. 3601/2007, επεκτείνεται και στο ΤΕΚΕ. (ii) Του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. (iii) Του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών. (iv) Των ειδικών εξεταστικών επιτροπών της Βουλής κατά την, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, ενάσκηση των καθηκόντων τους.
- γ) Επιτρέπεται και δεν αποτελεί παράβαση του επαγγελματικού απορρήτου και του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ
του ΤΕΚΕ και των αρχών που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στα λοιπά κράτημέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και των συστημάτων εγγύησης καταθέσεων και αποζημίωσης επενδυτών−πελατών που λειτουργούν σε αυτά, εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι απαραίτητες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους που συνδέονται με την εγγύηση καταθέσεων και αποζημίωση επενδυτών−πελατών. Το ΤΕΚΕ μπορεί να συνάπτει συμφωνίες με τις αντίστοιχες αρχές τρίτων χωρών υπό τους αυτούς ως άνω όρους και προϋποθέσεις.
- δ) Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται οι κυρώσεις του άρθρου
371 του Π.Κ. και αναλογικά του άρθρου 2 του ν.δ. 1059/1971 (ΦΕΚ 270 Α΄). Αμετάκλητη καταδίκη για παράβαση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 1059/1971 συνεπάγεται αυτοδικαίως την άμεση απόλυση του καταδικασθέντος από τη θέση που κατέχει στο ΤΕΚΕ.
Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζονται οι προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων του ΤΕΚΕ, οι αρμοδιότητές τους, καθώς και λοιπά θέματα που αφορούν την εσωτερική οργάνωση των εργασιών και της λειτουργίας του ΤΕΚΕ.
Άρθρο 24
Προσωπικό ΤΕΚΕ
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ύστερα από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΕΚΕ καθορίζεται η οργανική διάρθρωση του ΤΕΚΕ.
Το προσωπικό αποτελείται από εξειδικευμένους υπαλλήλους και βοηθητικό προσωπικό και απασχολείται με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου. Η απασχόληση του προσωπικού διέπεται από τις διατάξεις περί βαθμολογίου και μισθολογίου των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, εφαρμοζόμενες αναλόγως. Η απασχόληση υπαλλήλων που προέρχονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, την Ελληνική Ένωση Τραπεζών, την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών Ελλάδος ή τα συμμετέχοντα στο ΤΕΚΕ πιστωτικά ιδρύματα εξακολουθεί να διέπεται από το καθεστώς απασχόλησης, ασφαλιστικό και υπηρεσιακής εξέλιξης, που ισχύει στο φορέα προέλευσής τους, με εξαίρεση την ιεραρχική ένταξη των υπαλλήλων, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό της υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού του ΤΕΚΕ.
Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΕΚΕ εκδίδονται Κανονισμός πρόσληψης, υπηρεσιακής κατάστασης και εξέλιξης προσωπικού και Κανονισμός οργάνωσης και λειτουργίας του ΤΕΚΕ.
Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΕΚΕ καθορίζεται ετησίως το κόστος λειτουργίας για το Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων και το Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων του ΤΕΚΕ. Το κόστος που βαρύνει το Ενεργητικό του Σκέλους Κάλυψης Επενδύσεων επιμερίζεται σε κάθε συμμετέχον πιστωτικό ίδρυμα ανάλογα με την αξία της συμμετοχής του σε αυτό. Οι σχετικές αναλήψεις, ελλείψει αντίθετης απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΕΚΕ, γίνονται από το σχετικό λογαριασμό του Σκέλους Κάλυψης Επενδύσεων του ΤΕΚΕ στην Τράπεζα της Ελλάδος. Στο κατά την παρούσα παράγραφο κόστος λειτουργίας του Σκέλους Κάλυψης Επενδύσεων δεν εμπίπτουν οι δαπάνες του άρθρου 16 παράγραφος 4 που προκύπτουν σε σχέση με κάλυψη απαιτήσεων επενδυτών−πελατών συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος, οι οποίες και βαρύνουν το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα, προσαυξάνουν δε τα λειτουργικά έξοδα του Σκέλους Κάλυψης Επενδύσεων του ΤΕΚΕ μόνον συνεπεία αδυναμίας κάλυψης αυτών από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα, εξακολουθούσες πάντως να αποτελούν απαιτήσεις του Σκέλους Κάλυψης Επενδύσεων του ΤΕΚΕ κατ’ αυτού.
Άρθρο 25
Τακτικός έλεγχος − Ισολογισμός − Δημοσιεύσεις
Ο έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης του ΤΕΚΕ και του ισολογισμού του ανατίθεται από το Διοικητικό Συμβούλιο σε ορκωτούς ελεγκτές ή αναγνωρισμένη ελεγκτική εταιρεία, που υποβάλλουν σχετική έκθεση προς την Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής των Ελλήνων, τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, την Τράπεζα της Ελλάδος, την Ελληνική Ένωση Τραπεζών, την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών Ελλάδος και το Διοικητικό Συμβούλιο του ΤΕΚΕ.
Το οικονομικό έτος αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Το αργότερο μέχρι τέλος Οκτωβρίου συντάσσεται ο προϋπολογισμός του επόμενου οικονομικού έτους, εντός δε τριών μηνών από την έναρξή του συντάσσεται ο απολογισμός του προηγούμενου οικονομικού έτους, που υποβάλλεται στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών μαζί με τον ισολογισμό και την έκθεση του ελεγκτή για έγκριση και κοινοποιείται στα πρόσωπα και τους φορείς που ανα ιδρυμάτων ή υποκαταστημάτων που συμμετέχουν στο ΤΕΚΕ. Τροποποιήσεις του καταλόγου ανακοινώνονται στα πρόσωπα και τους φορείς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, το αργότερο εντός μηνός από την ημερομηνία πραγματοποίησης της μεταβολής.
Άρθρο 26
Κατευθυντήριες αρχές Στην περίπτωση συμπληρωματικής κάλυψης υποκαταστημάτων στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων με καταστατική έδρα σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ΤΕΚΕ θεσπίζει διμερώς με το σύστημα του κράτους − μέλους καταγωγής κατάλληλους κανόνες και διαδικασίες για την καταβολή αποζημίωσης στους καταθέτες και επενδυτές πελάτες του υποκαταστήματος αυτού. Κατά τη θέσπιση των διαδικασιών, καθώς και για τον προσδιορισμό των όρων συμμετοχής του υποκαταστήματος, ισχύουν οι ακόλουθες αρχές:
- α) Το ΤΕΚΕ διατηρεί πλήρως το δικαίωμα:
(i) να επιβάλλει τους όρους και τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τη συμμετοχή των λοιπών πιστωτικών ιδρυμάτων και (ii) να απαιτεί την παροχή ισοδύναμων πληροφοριών και να τις επαληθεύει με τις αρχές του κράτους−μέλους καταγωγής που είναι αρμόδιες για την εποπτεία του υποκαταστήματος.
- β) Το ΤΕΚΕ ικανοποιεί τις αξιώσεις για συμπληρωματική αποζημίωση, εφόσον λάβει δήλωση των αρμόδιων
αρχών του κράτους−μέλους καταγωγής για την έκδοση της αντίστοιχης με την αναφερόμενη στην παράγραφο 4 του άρθρου 13 του παρόντος νόμου απόφασης. Το ΤΕΚΕ διατηρεί πλήρως το δικαίωμα να εξακριβώνει κατά πόσο ο καταθέτης ή/και ο επενδυτής − πελάτης νομιμοποιείται σύμφωνα με τους δικούς του βασικούς κανόνες και διαδικασίες, προτού καταβάλει συμπληρωματική αποζημίωση.
- γ) Ο φορέας που προβλέπεται από το σύστημα του
κράτους−μέλους καταγωγής και το ΤΕΚΕ συνεργάζονται πλήρως μεταξύ τους προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι οι καταθέτες ή/και οι επενδυτές πελάτες αποζημιώνονται αμέσως και κατά το ενδεδειγμένο ποσό. Ιδιαίτερα συμφωνούν όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο η ύπαρξη ανταπαίτησης, η οποία μπορεί να προταθεί για συμψηφισμό στο πλαίσιο ενός από τα δύο συστήματα, επηρεάζει την αποζημίωση που καταβάλλεται από κάθε σύστημα στον καταθέτη ή και επενδυτή−πελάτη.
- δ) Το ΤΕΚΕ δικαιούται να χρεώνει το υποκατάστημα
για τη συμπληρωματική κάλυψη κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο που λαμβάνει υπόψη την εγγύηση τη χρηματοδοτούμενη από το σύστημα του κράτους−μέλους καταγωγής. Προκειμένου να διευκολυνθεί η χρέωση, το ΤΕΚΕ θεωρεί ότι η ευθύνη του περιορίζεται πάντοτε στη διαφορά μεταξύ της εγγύησης που προσφέρει αυτό και της εγγύησης που παρέχει το κράτος−μέλος καταγωγής, ανεξαρτήτως του κατά πόσο το κράτος−μέλος καταγωγής καταβάλλει όντως αποζημίωση για τις καταθέσεις ή/ και τις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες που υφίστανται και παρέχονται στην Ελλάδα.
Άρθρο 27
Μεταβατικές διατάξεις
Με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, η κάλυψη των επενδυτώνπελατών πιστωτικών ιδρυμάτων για τις παρεχόμενες από αυτά καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.
Τα πιστωτικά ιδρύματα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και υποχρεούνται να συμμετάσχουν στο Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων του ΤΕΚΕ βάσει των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου οφείλουν να έχουν ολοκληρώσει τη διαδικασία συμμετοχής τους στο ΤΕΚΕ εντός τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, τηρώντας τη διαδικασία που καθορίζει το Διοικητικό Συμβούλιο του ΤΕΚΕ.
Με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, πιστωτικά ιδρύματα που παρέχουν καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και πιστωτικά ιδρύματα που παρέχουν καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες και ιδρύονται ή εγκαθίστανται στην Ελλάδα μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου συμμετέχουν υποχρεωτικά και αποκλειστικά στο Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων του ΤΕΚΕ κατά τις διατάξεις του άρθρου 3, δεν υπέχουν δε οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών του ν. 2533/1997, όπως ισχύει.
Πιστωτικά ιδρύματα τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου συμμετέχουν στο Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών του ν. 2533/1997, όπως ισχύει, εξακολουθούν να συμμετέχουν στο τελευταίο και δεν υπέχουν υποχρέωση συμμετοχής στο Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων του ΤΕΚΕ.
Σε περίπτωση που πιστωτικό ίδρυμα που συμμετέχει στο Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων του ΤΕΚΕ απορροφήσει μέλος του Συνεγγυητικού, το πιστωτικό ίδρυμα συμμετέχει εφεξής μόνο στο Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων του ΤΕΚΕ. Αν μέλος του Συνεγγυητικού απορροφήσει πιστωτικό ίδρυμα που συμμετέχει στο Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων του ΤΕΚΕ, η απορροφούσα εταιρεία συμμετέχει αποκλειστικά στο Συνεγγυητικό. Οι απαιτήσεις του μέλους του Συνεγγυητικού έναντι του τελευταίου, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεών του από την καταβολή εισφορών σύμφωνα με το ν. 2533/1997, όπως ισχύει, δεν θίγονται από την απορρόφηση του μέλους τούτου από πιστωτικό ίδρυμα που συμμετέχει στο Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων του ΤΕΚΕ. Αντίστοιχα, οι απαιτήσεις του συμμετέχοντος στο Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων του ΤΕΚΕ έναντι του τελευταίου από την ατομική του μερίδα δεν θίγονται από την απορρόφησή του από μέλος του Συνεγγυητικού. Η διαδικασία των καταβολών αυτών από το Συνεγγυητικό ή το ΤΕΚΕ και κάθε άλλο σχετικό θέμα, όπως ο ακριβής προσδιορισμός του καταβλητέου ποσού, η προθεσμία καταβολής κ.λπ., καθορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεγγυητικού ή του ΤΕΚΕ, αντίστοιχα.
Τα άρθρα 1 έως και 17 του ν. 2832/2000, όπως ισχύουν, καταργούνται και εφεξής κάθε υφιστάμενη στη νομοθεσία αναφορά στα εν λόγω άρθρα ή στο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων (ΤΕΚ) θα νοείται αντίστοιχα ως αναφορά στον παρόντα νόμο ή στο ΤΕΚΕ, το οποίο, κα τρίτου, περιλαμβανομένου και του προσωπικού του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΤΡΟΠΟΠΟΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ Π.Δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2005/14/ΕΚ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΟΧΗΜΑΤΩΝ
Άρθρο 28
Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης (ε) του άρθρου 1 του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «ε) Τόπος συνήθους στάθμευσης αυτοκινήτου οχήματος είναι: Το έδαφος του κράτους του οποίου το όχημα φέρει πινακίδα κυκλοφορίας, ανεξάρτητα από το αν η πινακίδα είναι μόνιμη ή προσωρινή, ή στις περιπτώσεις που το αυτοκίνητο όχημα δεν φέρει πινακίδες κυκλοφορίας ή φέρει πινακίδες που δεν αντιστοιχούν ή δεν αντιστοιχούν πλέον στο αυτοκίνητο όχημα και αυτό εμπλέκεται σε ατύχημα, το έδαφος του κράτους στο οποίο συνέβη το ατύχημα.»
Άρθρο 29
Στο άρθρο 1 του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση (ια) ως εξής: «ια) Κατά παρέκκλιση από το εδάφιο ε) του παρόντος, όταν το αυτοκίνητο όχημα αποστέλλεται από άλλο κράτος−μέλος στην Ελλάδα ως τελικό τόπο προορισμού, τόπος συνήθους στάθμευσης του οχήματος θεωρείται η Ελλάδα, αμέσως μετά την αποδοχή της παράδοσης από τον αγοραστή για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ημερών, ακόμη και αν το όχημα δεν έχει ταξινομηθεί επίσημα. Εάν κατά το χρονικό διάστημα των τριάντα (30) ημερών το όχημα εμπλακεί σε ατύχημα χωρίς να έχει ασφαλισθεί, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 19 του παρόντος διατάγματος αποζημίωση.»
Άρθρο 30
Στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής: «Η παρούσα παράγραφος παύει να ισχύει, εφόσον ο τύπος της βεβαίωσης και του ειδικού σήματος που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 του παρόντος διατάγματος περιλαμβάνει υποχρεωτική και τη με λατινικά γράμματα αποτύπωση των σχετικών στοιχείων.»
Άρθρο 31
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφάλισης τα αυτοκίνητα του Δημοσίου, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας τα αυτοκίνητα ιδιοκτησίας ξένων κρατών, όπως και αυτά που ανήκουν σε διακυβερνητικούς οργανισμούς, ενώ δύναται να παρεκκλίνουν των διατάξεων περί υποχρεωτικής ασφάλισης ορισμένοι τύποι οχημάτων ή ορισμένα οχήματα με ειδική πινακίδα κυκλοφορίας, όπως ειδικότερα ορίζεται με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α..»
Στο άρθρο 3 του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄) προστίθεται παράγραφος 2 ως εξής, και οι υφιστάμενες παράγραφοι 2, 3, 4 και 5 αναριθμούνται σε 3, 4, 5 και 6 αντίστοιχα: «2. Το Δημόσιο και τα λοιπά πρόσωπα που εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφάλισης έχουν έναντι αυτού που ζημιώθηκε τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 του παρόντος για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητα οχήματα στην Ελλάδα ή στο έδαφος των άλλων κρατών − μελών της Ε.Ε.. Στην περίπτωση ατυχημάτων που συνέβησαν στο έδαφος άλλων κρατών − μελών της Ε.Ε. αρμόδιο για το διακανονισμό αυτών των ζημιών είναι το κατά το άρθρο 27 του παρόντος διατάγματος Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης.»
Η αναριθμηθείσα παράγραφος 5 του άρθρου 3 του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «5. Κατάλογος των προσώπων των οποίων τα αυτοκίνητα οχήματα εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφάλισης, των ορισμένων τύπων οχημάτων και των οχημάτων με ειδική πινακίδα κυκλοφορίας, καθώς και οι Αρχές και οι Οργανισμοί που ευθύνονται προς αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, κοινοποιούνται από την Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης στα λοιπά κράτη − μέλη και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.»
Η αναριθμηθείσα παράγραφος 6 του άρθρου 3 του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «6. Σε περίπτωση που το κατά το άρθρο 27 του παρόντος διατάγματος Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης καταβάλει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος αποζημίωση στο αντίστοιχο Γραφείο άλλου κράτους εξαιτίας ατυχήματος που προκλήθηκε στο έδαφος του Κράτους τούτου από αυτοκίνητο που έχει τη συνήθη στάθμευσή του στην Ελλάδα, εξαιρείται της υποχρεωτικής ασφάλισης και δεν είναι εφοδιασμένο με πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του προσώπου στο οποίο ανήκει το αυτοκίνητο αυτό.»
Άρθρο 32
Στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄), όπως ισχύει, διαγράφεται η φράση «ή το μη ευρωπαϊκό έδαφος κράτους − μέλους της ΕΟΚ», η δε φράση «το κατά το άρθρο 25 Γραφείο» αντικαθίσταται με τη φράση «το κατά το άρθρο 27 του παρόντος διατάγματος Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης».
Άρθρο 33
Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α) της παραγράφου 3 του άρθρου 6 του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Ο ασφαλιστής ευθύνεται βάσει ενιαίου ασφαλίστρου και καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, έναντι των τρίτων που ζημιώθηκαν από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων που έχουν τον τόπο συνήθους στάθμευσής τους στην Ελλάδα, στα εδάφη των κρατών − μελών της Ε.Ε., περιλαμβανομένου και του χρονικού διαστήματος τυχόν παραμονής του οχήματος σε άλλα κράτη − μέλη κατά τη διάρκεια της σύμβασης, σύμφωνα με τη νομοθεσία και τις υποχρεωτικές καλύψεις του κράτους του ατυχήματος ή την κάλυψη που προβλέπεται από το ασφαλιστήριο ή την ελληνική νομοθεσία, όταν αυτή είναι υψηλότερη.» «5. Το ποσό ασφαλιστικής κάλυψης είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις της η ΕΠ.Ε.Ι.Α., για κάθε είδος κινδύνου που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση. Από 1ης Ιουνίου 2009 τα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής κάλυψης δεν μπορεί να ορίζονται κατώτερα από αυτά που προβλέπονται ακολούθως:
- α) Σε περίπτωση σωματικής βλάβης 500.000 ευρώ,
ανά θύμα.
- β) Σε περίπτωση υλικής ζημιάς 500.000 ευρώ, ανά
ατύχημα, ανεξάρτητα από τον αριθμό των θυμάτων. Από 1ης Ιανουαρίου 2011 τα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής κάλυψης δεν μπορεί να ορίζονται κατώτερα από αυτά που προβλέπονται ακολούθως:
- α) Σε περίπτωση σωματικής βλάβης 750.000 ευρώ,
ανά θύμα.
- β) Σε περίπτωση υλικής ζημιάς 750.000 ευρώ, ανά
ατύχημα, ανεξάρτητα από τον αριθμό των θυμάτων. Από 1ης Ιουνίου 2012 τα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής κάλυψης δεν μπορεί να ορίζονται κατώτερα από αυτά που προβλέπονται ακολούθως:
- α) Σε περίπτωση σωματικής βλάβης 1.000.000 ευρώ,
ανά θύμα.
- β) Σε περίπτωση υλικής ζημιάς 1.000.000 ευρώ, ανά
ατύχημα, ανεξάρτητα από τον αριθμό των θυμάτων. Τα ποσά της παρούσας παραγράφου αναθεωρούνται, με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕΔΤΚ), όπως προβλέπεται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 1995, για τη θέσπιση εναρμονισμένων δεικτών τιμών του καταναλωτή.»
Η παράγραφος 6 του άρθρου 6 του π.δ. 237/1986 «6. Ο ασφαλιστής υποχρεούται, το αργότερο, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο ζημιωθείς κοινοποίησε την αίτηση αποζημίωσης είτε απευθείας στην ασφαλιστική επιχείρηση του υπαιτίου του ατυχήματος είτε στον αντιπρόσωπο για το διακανονισμό των ζημιών: α. Να υποβάλει αιτιολογημένη προσφορά αποζημίωσης σε περίπτωση που η ευθύνη δεν αμφισβητείται και η ζημιά έχει αποτιμηθεί. β. Να υποβάλει αιτιολογημένη απάντηση επί των σημείων που περιέχονται στην αίτηση, στην περίπτωση που η ευθύνη αμφισβητείται ή δεν έχει ακόμη διαπιστωθεί σαφώς ή σε περίπτωση που η ζημιά δεν έχει αποτιμηθεί πλήρως. Σε περίπτωση παράβασης της περίπτωσης του εδαφίου α΄ της παρούσας παραγράφου, οφείλεται ο εκάστοτε προβλεπόμενος τόκος υπερημερίας επί του ποσού της αποζημίωσης την οποία προσφέρει η ασφαλιστική επιχείρηση στον ζημιωθέντα, μετά τη λήξη του διμήνου και μέχρι την ημέρα της προσφοράς. Η μη συμμόρφωση του ασφαλιστή προς τις ανωτέρω υποχρεώσεις επισύρει τις κυρώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του παρόντος διατάγματος, ενώ η επανειλημμένη μη συμμόρφωση επισύρει, κατ’ επιλογή της ΕΠ.Ε.Ι.Α., τις κυρώσεις, είτε του άρθρου 120 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, είτε του άρθρου 38 παράγραφος 1 του παρόντος διατάγματος. Η ρύθμιση αυτή ισχύει και για το διακανονισμό των ζημιών που γίνεται μέσω του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης.»
Άρθρο 34
Στην παράγραφο 3 του άρθρου 6β του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής: «Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του και έναντι των ζημιωθέντων επιβατών, προβάλλοντας την εξαίρεση της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, λόγω του ότι αυτοί γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν, ότι ο οδηγός του οχήματος βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά το χρόνο του ατυχήματος, κάθε δε αντίθετη συμβατική ρήτρα ασφαλιστηρίου συμβολαίου θα θεωρείται ανίσχυρη ως προς τις αξιώσεις που προβάλει ο επιβάτης αυτός.»
Άρθρο 35
Μετά το άρθρο 6β του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται νέο άρθρο 6γ, ως εξής: «Άρθρο 6γ Ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος έχει το δικαίωμα να ζητεί από την ασφαλιστική επιχείρηση ή από τα όργανα εκκαθάρισης σε περίπτωση λύσης της, ανά πάσα στιγμή, βεβαίωση σχετικά με τις αξιώσεις αποζημίωσης τρίτων που αφορούν το όχημα ή τα οχήματα που καλύπτονταν από αυτή την ασφαλιστική σύμβαση, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας της συμβατικής σχέσης ή την ανυπαρξία τέτοιων αξιώσεων. Η ασφαλιστική επιχείρηση ή τα όργανα εκκαθάρισης έχουν υποχρέωση να χορηγούν τη βεβαίωση αυτή εντός δεκαπέντε ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, άλλως επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 120 του ν.δ. 400/1970, όπως ισχύει, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.»
Άρθρο 36
Η παράγραφος 2 του άρθρου 8 του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «2. Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα ή η κατοχή του αυτοκινήτου οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η ασφαλιστική σύμβαση λύεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο δε ασφαλιστής υποχρεούται σε επιστροφή των τυχόν μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων. Η λύση της σύμβασης ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια.»
Άρθρο 37
Στο άρθρο 11 του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται νέα παράγραφος 4, ως εξής: «4. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν αντιτάσσουν ιδία συμμετοχή του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου κατά του ζημιωθέντος προσώπου που δικαιούται αποζημίωσης ένεκα ζημίας που προξενήθηκε από αυτοκίνητο όχημα.»
Άρθρο 38
Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 12 του π.δ. 237/1986 «Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 103 του ν. 2696/1999 (ΦΕΚ 57 Α΄).» 110 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «2. Δεν ενεργείται έλεγχος ασφαλιστικής κάλυψης της αστικής ευθύνης, που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, τα οποία έχουν τόπο συνήθους στάθμευσης στο έδαφος άλλου κράτους − μέλους της Ε.Ε. και αυτοκινήτων οχημάτων τα οποία έχουν τόπο συνήθους στάθμευσης το έδαφος τρίτης χώρας και εισέρχονται στην Ελλάδα προερχόμενα από το έδαφος άλλου κράτους − μέλους της Ε.Ε.. Ωστόσο μπορούν να διενεργούνται μη συστηματικοί έλεγχοι της ασφάλισης αυτής εφόσον αυτοί δεν ενέχουν διακρίσεις και πραγματοποιούνται στο πλαίσιο ελέγχων που δεν έχουν αποκλειστικό σκοπό τη διαπίστωση της ύπαρξης ασφαλιστικής κάλυψης.»
Άρθρο 40
Η περίπτωση α) της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «α) Αυτός που υπέχει ευθύνη παραμένει άγνωστος. Στην περίπτωση αυτή όμως δεν υπάρχει υποχρέωση αποζημίωσης λόγω υλικών ζημιών, εκτός αν προκλήθηκαν συγχρόνως και σωματικές βλάβες που απαιτούν νοσοκομειακή περίθαλψη, εφόσον έχει επιληφθεί αστυνομική αρχή και η περίθαλψη αυτή διήρκησε τουλάχιστον για χρονικό διάστημα πέντε ημερών σε δημόσιο νοσοκομείο ή ιδιωτικό θεραπευτήριο.»
Στην παράγραφο 1 του άρθρου 19 του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση ε) ως εξής: «ε) Το ατύχημα προήλθε από ορισμένους τύπων οχημάτων ή ορισμένα οχήματα με ειδική πινακίδα κυκλοφορίας και των οποίων η ευθύνη δεν είχε καλυφθεί σύμφωνα με το άρθρο 2 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή το Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο αποζημίωσε ζημία που προκλήθηκε από όχημα ειδικού τύπου ή με ειδική πινακίδα κυκλοφορίας άλλου κράτους − μέλους, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του αντίστοιχου Επικουρικού Κεφαλαίου του τόπου συνήθους στάθμευσης του οχήματος.»
Άρθρο 41
Στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης (α) της παραγράφου 4 του άρθρου 27 του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄), όπως ισχύει, οι λέξεις «εδάφια βύ, γύ και δύ του κ.ν. 489/1976» αντικαθίστανται με τις λέξεις «εδάφια β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ του παρόντος διατάγματος».
Άρθρο 42
Η παράγραφος 2 του άρθρου 27β του π.δ. 237/1986 «2. Σκοπός του κέντρου πληροφοριών είναι να παρέχει πληροφόρηση σε οποιοδήποτε εμπλεκόμενο μέρος σε τροχαίο ατύχημα: α) που προκλήθηκε από όχημα με ελληνικές πινακίδες ή β) εφόσον το τροχαίο ατύχημα συνέβη σε κράτος − μέλος της Ε.Ε. και ΕΟΧ ή συνέβη σε τρίτη χώρα της οποίας το εθνικό γραφείο ασφαλίσεως έχει προσχωρήσει στο σύστημα πράσινης κάρτας από την κυκλοφορία οχημάτων ασφαλισμένων και συνήθως σταθμευόντων σε κράτος − μέλος της Ε.Ε. και ΕΟΧ.»
Στην περίπτωση (α) της παραγράφου 3 του άρθρου 27β του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄), όπως ισχύει, διαγράφεται το ακόλουθο εδάφιο: «Αριθμό πράσινης κάρτας ή πιστοποιητικού συνοριακής ασφάλισης του Ελληνικού Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης για ορισμένου τύπου οχήματα, όπως προβλέπεται από το άρθρο 4 στοιχείο β΄ της Οδηγίας 72/166 ΕΟΚ.»
Στο άρθρο 27β του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής: «8. Στο Κέντρο Πληροφοριών λειτουργεί «κεντρική μονάδα αποθήκευσης» η οποία θα διαθέτει εγκαίρως στα θύματα τροχαίων ατυχημάτων, στους ασφαλιστές ή στους νομίμους εκπροσώπους τους τα βασικά στοιχεία που απαιτούνται για τη διευθέτηση των αξιώσεων. Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. καθορίζεται κάθε ειδικό ή τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας.»
Άρθρο 43
Η παράγραφος 3 του άρθρου 31 του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «3. Το Γραφείο δέχεται και λαμβάνει κάθε δήλωση ατυχήματος που προκλήθηκε στην Ελλάδα από αυτοκίνητο που έχει τόπο συνήθους στάθμευσης εκτός της Ελληνικής Επικράτειας, εφόσον υποχρεούται σύμφωνα προς το άρθρο 27 του διατάγματος αυτού να προβεί σε διακανονισμό της ζημίας και καταβολή αποζημίωσης συνεπεία ατυχήματος.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ Ν.Δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄) ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2005/68/ΕΚ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ
Άρθρο 44
Στο άρθρο 2 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, μετά την παράγραφο 1, προστίθεται παράγραφος 1α, ως εξής: «1α. Ασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες (αναλήψεις) μόνο στους κλάδους για τους οποίους διαθέτουν διοικητική άδεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις, που ασκούν αντασφάλιση κλάδου για τον οποίον δεν έχουν διοικητική άδεια άσκησης πρωτασφάλισης ή εν γένει δεν προσαρμόζονται στις απαιτήσεις των αναφερομένων στο παρόν διάταγμα, η ΕΠ.Ε.Ι.Α., δύναται, πέραν της επιβολής διοικητικών κυρώσεων σύμφωνα με το άρθρο 120 του παρόντος διατάγματος, να τους απαγορεύσει την άσκηση αντασφάλισης στην Ελλάδα και σε όλο το έδαφος της Κοινότητας και να τους ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας τους ως ασφαλιστικών επιχειρήσεων.»
Άρθρο 45
Το σημείο (γ) στο άρθρο 2α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «γ) «Αντασφαλιστική επιχείρηση»: θεωρείται η επιχείρηση η οποία έχει λάβει διοικητική άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου 12 του παρόντος διατάγματος.»
Τα σημεία (κ) και (κα) στο άρθρο 2α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής: «κ) «Ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου»: θεωρείται η μητρική επιχείρηση, η κύρια δραστηριότητα της οποίας είναι η κτήση και η κατοχή συμμετοχών σε θυγατρικές επιχειρήσεις όπου οι εν λόγω θυγα αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας, εκ των οποίων θυγατρικών επιχειρήσεων η μία τουλάχιστον είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και η οποία δεν είναι Μικτή Χρηματοοικονομική Εταιρεία Συμμετοχών (Μ.Χ.Ε.Σ.) που αναφέρεται στη νομοθεσία για τη συμπληρωματική εποπτεία των Ομίλων Ετερογενών Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων (Ο.Ε.Χ.Δ.). Στο πλαίσιο εφαρμογής της συμπληρωματικής εποπτείας ενός ασφαλιστικού ομίλου, τα πρόσωπα, που ουσιαστικά διευθύνουν τις δραστηριότητες μιας τέτοιας εταιρείας, οφείλουν να έχουν την απαιτούμενη εντιμότητα και την αναγκαία ικανότητα για την άσκηση των καθηκόντων τους.
- κα) «Ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μικτής δραστηριότητας»: θεωρείται η μητρική επιχείρηση, η οποία
δεν είναι ασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή Μ.Χ.Ε.Σ. που αναφέρεται στη νομοθεσία για τη συμπληρωματική εποπτεία των Ο.Ε.Χ.Δ., όταν η μία τουλάχιστον από τις θυγατρικές της είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.»
Στο άρθρο 2α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται νέο σημείο (λζ) ως εξής: «λζ) Ως «αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας»: νοείται η επιχείρηση η οποία, εάν είχε την έδρα της εντός Ε.Ε., θα χρειαζόταν διοικητική άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου 12 του παρόντος διατάγματος.»
Άρθρο 46
Η παράγραφος 2α του άρθρου 3 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «2.α. Πριν από τη χορήγηση της αναφερομένης ανωτέρω άδειας λειτουργίας η ΕΠ.Ε.Ι.Α. υποχρεούται να διεξάγει διαβουλεύσεις με τις αρμόδιες αρχές του άλλου εμπλεκόμενου κράτους − μέλους, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων ή εταιρειών επενδύσεων, εφόσον η επιχείρηση που ζητά την άδεια:
- α) είναι θυγατρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής
επιχείρησης με άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος − μέλος ή
- β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος − μέλος ή
- γ) ελέγχεται από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο το
οποίο ελέγχει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος − μέλος ή
- δ) είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στην Ευρωπαϊκή
Ένωση (Ε.Ε.) ή
- ε) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στην Ε.Ε. ή
- στ) ελέγχεται από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο το
οποίο ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στην Ε.Ε.. Οι ανωτέρω διαβουλεύσεις που πραγματοποιεί η ΕΠ.Ε.Ι.Α. αφορούν ιδίως την καταλληλότητα και το ποιόν των μετόχων και την εντιμότητα, ικανότητα και εμπειρία των διευθυντικών στελεχών, οι οποίες είναι αναγκαίες τόσο για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, όσο και για τον έλεγχο της εφαρμογής των όρων λειτουργίας της επιχείρησης.»
Άρθρο 47
Το άρθρο 4α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, καταργείται.
Αν για την έκδοση ατομικής, γενικής ή κανονιστικής διοικητικής πράξης απαιτείται σύμφωνα με διάταξη του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄) προηγούμενη γνώμη, πρόταση ή εισήγηση της επιτροπής του καταργηθέντος άρθρου 4α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), η απόφαση αυτή εκδίδεται από μόνο το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. χωρίς προηγούμενη γνώμη, εισήγηση ή πρόταση.
Άρθρο 48
Η παράγραφος 3 του άρθρου 6 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «3. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν καλή διοικητική και λογιστική οργάνωση και κατάλληλες διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου, θεσπίζουν δε με απόφαση του διοικητικού τους συμβουλίου εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί με απόφασή της να ρυθμίζει κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια, που αφορά ενδεικτικά το περιεχόμενο, τις διαδικασίες παρακολούθησης και τις πολιτικές, που μπορούν να περιλαμβάνονται, στον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.»
Μετά την παράγραφο 3 του άρθρου 6 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 3α ως εξής: «3.α. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί με απόφασή της να θεσπίζει κανονισμό δεοντολογίας, ο οποίος πρέπει να τηρείται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και το εν γένει προσωπικό τους, όπως αυτό εξειδικεύεται στην εν λόγω απόφαση. Κατ’ ελάχιστον, ο κανονισμός δεοντολογίας περιέχει κανόνες οι οποίοι διασφαλίζουν ότι τα παραπάνω νομικά και φυσικά πρόσωπα, ενεργούν εντίμως, νομίμως και με την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια κατά τη διεξαγωγή των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων, διαθέτουν και χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τους πόρους και τις διαδικασίες που απαιτούνται προς το συμφέρον των ασφαλισμένων και λαμβάνουν μέτρα ώστε να αποτρέπουν τις συγκρούσεις συμφερόντων.»
Μετά την παράγραφο 6 του άρθρου 6 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: «7. Αντασφαλιστική σύμβαση που συνάπτεται από ασφαλιστική επιχείρηση με αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την Οδηγία 2005/68/ΕΚ ή με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την Οδηγία 73/239 ή την Οδηγία 2002/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου δεν δύναται να απορριφθεί από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. για λόγους που συνδέονται άμεσα με την οικονομική ευρωστία της αντισυμβαλλόμενης αντασφαλιστικής επιχείρησης ή της ασφαλιστικής επιχείρησης.» αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 6α Συμπληρωματική χρηματοοικονομική εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ενός ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού ομίλου
Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. ασκεί συμπληρωματική χρηματοοικονομική εποπτεία, με τον τρόπο που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, στις κάτωθι περιπτώσεις:
- α) Σε κάθε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα, η οποία είναι συμμετέχουσα
επιχείρηση σε τουλάχιστον μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ε.Ε. και στον Ε.Ο.Χ. αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας.
- β) Σε κάθε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση
με έδρα στην Ελλάδα, η μητρική επιχείρηση της οποίας είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας.
- γ) Σε κάθε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση
με έδρα την Ελλάδα, η μητρική επιχείρηση της οποίας είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας.
Κατά την άσκηση της συμπληρωματικής χρηματοοικονομικής εποπτείας, σύμφωνα με την παράγραφο 1 ανωτέρω, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δεν μπορεί να εποπτεύει δια του παρόντος ατομικώς την ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, την αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή την ασφαλιστική εταιρία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, με την επιφύλαξη των διατάξεων του 11ου Κεφαλαίου.
Κατά την άσκηση της συμπληρωματικής χρηματοοικονομικής εποπτείας λαμβάνονται υπόψη: − συνδεδεμένες επιχειρήσεις με την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, − συμμετέχουσες επιχειρήσεις στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, − συνδεδεμένες επιχειρήσεις συμμετέχουσας επιχείρησης στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.
Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. ασκώντας τη συμπληρωματική χρηματοοικονομική εποπτεία, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, μπορεί να μην συνυπολογίζει δεδομένα και στοιχεία των επιχειρήσεων που έχουν έδρα σε τρίτες χώρες, όταν υπάρχουν νομικά εμπόδια, με την επιφύλαξη των άρθρων 6β (παρ. 5) και 6γ (παρ. 3).
Όταν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα μαζί με άλλη ή άλλες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, που έχουν έδρα στην Ε.Ε. και στον Ε.Ο.Χ., έχουν σαν μητρική τους επιχείρηση την ίδια ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, αντασφαλιστική ή ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, οι αρμόδιες εποπτικές αρχές των εν λόγω κρατών− μελών μπορούν να συμφωνήσουν ποια εξ αυτών θα ασκεί τη συμπληρωματική χρηματοοικονομική εποπτεία.
Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, που υπόκεινται σε συμπληρωματική εποπτεία, πρέπει να έχουν αποτελεσματικές διαδικασίες διαχείρισης των κινδύνων και συστήματα εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων των ορθών διαδικασιών λογιστικής και αναφορών, και να εφαρμόζουν με συνέπεια τις διατάξεις του 11ου Κεφαλαίου, ώστε αφ’ ενός να εντοπίζουν, να υπολογίζουν, να παρακολουθούν και να ελέγχουν κατάλληλα τις συναλλαγές που προβλέπονται στην παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου και αφ’ ετέρου να παράγουν και να παρουσιάζουν στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. τα στοιχεία και τις πληροφορίες που είναι σχετικές με τους στόχους της συμπληρωματικής αυτής εποπτείας. Οι ανωτέρω διαδικασίες και συστήματα ελέγχονται από την ΕΠ.Ε.Ι.Α..
Επιτρέπεται οποιαδήποτε ανταλλαγή πληροφοριών, αναγκαίων για τους σκοπούς της συμπληρωματικής χρηματοοικονομικής εποπτείας, μεταξύ των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα που υπόκεινται στη συμπληρωματική αυτή εποπτεία και των συνδεδεμένων και των συμμετεχουσών επιχειρήσεών τους.
Σχετικά με την πρόσβαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. στις αναγκαίες πληροφορίες για την άσκηση της συμπληρωματικής χρηματοοικονομικής εποπτείας ισχύουν τα εξής:
- α) Έχει πρόσβαση σε οποιαδήποτε πληροφορία σχετική με την εποπτεία ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής
επιχείρησης με έδρα στην Ελλάδα που υπόκειται σε συμπληρωματική χρηματοοικονομική εποπτεία. Προς τούτο, μπορεί να απευθύνεται απευθείας στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, που αναφέρονται στην παράγραφο 3 ανωτέρω, για να εξασφαλίσει την κοινοποίηση των απαιτούμενων πληροφοριών, μόνο όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν δίδει πληροφορίες που της ζητούνται.
- β) Επίσης, μπορεί να διενεργεί στην Ελλάδα με τη
διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 9 (παρ. 4), επιτόπια εξακρίβωση των πληροφοριών που αναφέρονται στο εδάφιο α΄ ανωτέρω, με την επιφύλαξη του εδαφίου β΄ της παραγράφου 9 του παρόντος άρθρου: − στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται στη συμπληρωματική χρηματοοικονομική εποπτεία, − στις θυγατρικές επιχειρήσεις αυτής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, − στις μητρικές επιχειρήσεις αυτής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, − στις θυγατρικές επιχειρήσεις μιας μητρικής επιχείρησης αυτής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.
- γ) Όταν η ΕΠ.Ε.Ι.Α., κατά την εφαρμογή της παρούσας
παραγράφου, επιθυμεί, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να επαληθεύσει πληροφορίες σχετικά με επιχείρηση που έχει έδρα σε άλλο κράτος − μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., η οποία είναι συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, θυγατρική επιχείρηση, μητρική επιχείρηση ή θυγατρική επιχείρηση μιας μητρικής επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που έχει έδρα στην Ελλάδα και υπόκειται στη συμπληρωματική χρηματοοικονομική εποπτεία, ζητά με αίτησή της από την αρμόδια εποπτική αρχή του άλλου κράτους − μέλους τη διενέργεια αυτής της επαλήθευσης. Επίσης, όταν λαμβάνει αντίστροφα μία παρόμοια αίτηση, οφείλει στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της να δώσει συνέχεια σε αυτήν, είτε διενεργώντας η ίδια την επαλήθευση είτε επιτρέποντας στην άλλη εποπτική αρχή να πραγματοποιήσει την επαλήθευση.
- δ) Κατά την εφαρμογή του σημείου γ΄ ανωτέρω, η
Αρμόδια Αρχή που έχει υποβάλλει το αίτημα, μπορεί,
Σχετικά με τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών της ΕΠ.Ε.Ι.Α. με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές των κρατών − μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ισχύουν τα εξής:
- α) Η ΕΠ.Ε.Ι.Α., στην περίπτωση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα και οι οποίες
συνδέονται απευθείας ή εμμέσως ή έχουν κοινή συμμετέχουσα επιχείρηση με έδρα στα άλλα κράτη κοινοποιεί στις αρχές των άλλων κρατών − μελών, εφόσον ζητηθούν με αίτησή τους, όλες τις πληροφορίες που θα επιτρέπουν ή που θα διευκολύνουν την άσκηση της εποπτείας βάσει του παρόντος άρθρου, κοινοποιεί αυτοβούλως κάθε πληροφορία που κρίνει απαραίτητη στις άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές και συνεργάζεται στενά με αυτές.
- β) Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση
με έδρα την Ελλάδα και είτε ένα πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ ή μια επιχείρηση επενδύσεων, κατά την έννοια της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, ή και τα δύο, συνδέονται απευθείας ή εμμέσως ή έχουν κοινή συμμετέχουσα επιχείρηση, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. και οι αρχές που έχουν δημόσια εξουσία εποπτείας των άλλων αυτών επιχειρήσεων συνεργάζονται στενά. Οι εν λόγω αρχές ανταλλάσσουν πληροφορίες, που περιέρχονται σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εποπτικών και ελεγκτικών, οι οποίες μπορούν να διευκολύνουν την αποστολή τους, ειδικότερα στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου.
- γ) Οι πληροφορίες που συλλέγονται βάσει του παρόντος άρθρου, και ειδικότερα οποιαδήποτε ανταλλαγή
πληροφοριών μεταξύ αρμοδίων εποπτικών αρχών που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο και στις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 115 του παρόντος διατάγματος.
Α) Η ΕΠ.Ε.Ι.Α., για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ασκεί γενική εποπτεία στις πράξεις (συναλλαγές) μεταξύ: α. Μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα στην Ελλάδα και: i. μιας συνδεδεμένης επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ii. μιας συμμετέχουσας επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, iii. μιας συνδεδεμένης επιχείρησης μιας συμμετέχουσας επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. β. Μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα στην Ελλάδα και ενός φυσικού προσώπου που διαθέτει συμμετοχή: i. στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σε μια από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της, ii. σε συμμετέχουσα επιχείρηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, iii. σε συνδεδεμένη επιχείρηση συμμετέχουσας επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Β) Οι ανωτέρω πράξεις (συναλλαγές) αφορούν ιδιαιτέρως: − δάνεια, − εγγυήσεις και πράξεις εκτός ισολογισμού, − στοιχεία που μπορούν να επιλεγούν για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας, − επενδύσεις, − αντασφαλίσεις και αντεκχωρήσεις, − συμφωνίες περί επιμερισμού εξόδων. Γ) Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, που υπάγονται στη συμπληρωματική χρηματοοικονομική εποπτεία του παρόντος άρθρου, υποβάλλουν στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. εκθέσεις, υπογεγραμμένες από τον Υπεύθυνο Διοίκησης και Διαχείρισης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης του άρθρου 55 του παρόντος νομοθετικού διατάγματος, όσον αφορά στις πράξεις (συναλλαγές) που προβλέπονται στις υποπαραγράφους Α και Β ανωτέρω. Η απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 17α παρ. 10 του παρόντος νομοθετικού διατάγματος αφορά και στις ανωτέρω εκθέσεις. Εάν με βάση τις ανωτέρω εκθέσεις φαίνεται ότι υπονομεύεται ή ενδέχεται να υπονομευθεί το περιθώριο φερεγγυότητας και η εν γένει φερεγγυότητα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. λαμβάνει τα ανάλογα μέτρα, που αναφέρονται στο άρθρο 17γ παράγραφοι 4, 5 και 6 του παρόντος διατάγματος και ειδοποιεί τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές των άλλων κρατών − μελών.
α) Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παρ. 1α ανωτέρω στο παρόν άρθρο, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. απαιτεί τη διεξαγωγή υπολογισμού της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας από τη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 6β. Ο υπολογισμός της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας υποβάλλεται στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. υπογεγραμμένος από τον Υπεύθυνο Διοίκησης και Διαχείρισης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης του άρθρου 55 του παρόντος νομοθετικού διατάγματος. Η απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 17α παρ. 10 του παρόντος νομοθετικού διατάγματος αφορά και στον ανωτέρω υπολογισμό.
- β) Οποιαδήποτε συνδεδεμένη επιχείρηση, συμμετέχουσα επιχείρηση ή συνδεδεμένη επιχείρηση μιας συμμετέχουσας επιχείρησης περιλαμβάνεται στον υπολογισμό
που αναφέρεται στο εδάφιο (α) ανωτέρω.
- γ) Εάν ο υπολογισμός του εδαφίου (α) ανωτέρω καταδείξει ότι η προσαρμοσμένη φερεγγυότητα είναι
αρνητική, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. λαμβάνει τα ανάλογα μέτρα, που αναφέρονται στο άρθρο 17γ παράγραφοι 4, 5 και 6 του παρόντος νομοθετικού διατάγματος και ειδοποιεί τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές των άλλων κρατών − μελών.
α) Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παρ. 1β ανωτέρω στο παρόν άρθρο, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. πραγματοποιεί συμπληρωματική μέθοδο εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 6γ του παρόντος νομοθετικού διατάγματος.
- β) Στην ίδια ανωτέρω περίπτωση, στο σχετικό υπολογισμό συμπεριλαμβάνονται όλες οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, της
αντασφαλιστικής ή ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, σύμφωνα με τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 6γ του παρόντος νομοθετικού διατάγματος.
- γ) Εάν, με βάση τον ανωτέρω υπολογισμό, η ΕΠ.Ε.Ι.Α.
κρίνει ότι υπονομεύεται ή ενδέχεται να υπονομευθεί το περιθώριο φερεγγυότητας και η εν γένει φερεγγυότητα μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα στην Ελλάδα θυγατρικής της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, της αντασφαλιστικής ή της ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, λαμβάνει τα ανάλογα μέτρα, που αναφέρονται στο άρθρο 17γ παράγραφοι 4, 5 και 6 του παρόντος νομοθετικού διατάγματος. κής επιχείρησης εφαρμόζονται οι αρχές και οι μέθοδοι, που προβλέπονται στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 6β και 6γ, σε συμμετέχουσες επιχειρήσεις στην εν λόγω ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.
- β) Όταν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση
συμμετέχει σε άλλες επιχειρήσεις, εκτός ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών, τότε εφαρμόζονται οι αρχές του παρόντος άρθρου και στον υπολογισμό της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας λαμβάνονται υπόψη οι αρχές και οι κανόνες του άρθρου 6β και επιπλέον τα κάτωθι: i. Στο αλγεβρικό άθροισμα της παραγράφου 1 (α, β, γ) του άρθρου 6β του παρόντος: Δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν αναγκαία περιθώρια φερεγγυότητας (επάρκεια ιδίων κεφαλαίων) για τις επιχειρήσεις αυτές, εκτός εάν πρόκειται για: πιστωτικά ιδρύματα της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α΄) και της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ (L.126/26.5.2000), επιχειρήσεις παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών του άρθρου 2 του π.δ. 267/1995 (ΦΕΚ 149 Α΄) και της παραγράφου 23 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2000/12/ ΕΚ, επιχειρήσεις επενδύσεων των παραγράφων 3 και 17 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α΄) και της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ (L.145/30.4.2004) και παράγραφος 4 του άρθρου 2 της Οδηγίας 93/6/ΕΟΚ (L. 141/11.6.1993), χρηματοδοτικά ιδρύματα της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ν. 2076/1992, της παραγράφου 22 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996, της παραγράφου 5 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ και της παραγράφου 7 του άρθρου 2 της Οδηγίας 93/6/ ΕΟΚ, εταιρείες διαχείρισης των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 3 του ν. 3283/2004 (ΦΕΚ 210 Α΄) και της παραγράφου 2 του άρθρου 1α της Οδηγίας 85/611/ΕΟΚ (L.375/31.12.1975) και με την επιφύλαξη της νομοθεσίας για τη συμπληρωματική εποπτεία των Ο.Ε.Χ.Δ.. Τα αναγκαία περιθώρια φερεγγυότητας των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, των επιχειρήσεων παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών και των εταιρειών διαχείρισης υπολογίζονται σύμφωνα με το σημείο ii) της παραγράφου 2 του μέρους Ι του προσαρτήματος Ι, της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ (L.35/11.2.2003) και με τη συνεργασία των Σχετικών Αρμόδιων Αρχών. Λαμβάνονται υπόψη τα ίδια κεφάλαια (η εσωτερική λογιστική αξία) των επιχειρήσεων αυτών ή η χρηματιστηριακή τους αξία εφόσον είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο. ii. Η εξακρίβωση των ιδίων κεφαλαίων ή η χρηματιστηριακή αξία των επιχειρήσεων αυτών γίνεται με τις προϋποθέσεις που περιγράφονται στο άρθρο 17α του παρόντος διατάγματος. iii. Στην περίπτωση που δεν μπορεί να γίνει η εξακρίβωση του σημείου ii ανωτέρω, για τον υπολογισμό της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας λαμβάνεται υπόψη η παράγραφος 5 του άρθρου 6β.
- γ) Όταν πρόκειται για υποκαταστήματα ή πρακτορεία
ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα σε τρίτη χώρα, τα οποία λειτουργούν στην Ελλάδα και χρησιμοποιούν τα στοιχεία που μπορούν να επιλέγουν για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας και των τεχνικών αποθεμάτων για την απόκτηση συμμετοχών, εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 2, του παρόντος άρθρου, καθώς και του άρθρου 6β.
Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί, με αίτησή της προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, να ζητήσει την έναρξη διαδικασιών για τη διαπραγμάτευση συμφωνιών με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες σχετικά με τα μέσα άσκησης της συμπληρωματικής εποπτείας, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει το άρθρο 10α της Οδηγίας 98/78/ΕΚ (L.330/5.12.1998).»
Άρθρο 50
Το άρθρο 6β του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 6β
Ο υπολογισμός της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα την Ελλάδα που προβλέπεται στην παράγραφο 11 του άρθρου 6α γίνεται ως εξής:
- α) Υπολογίζεται το εξής άθροισμα:
i. των στοιχείων που μπορούν να επιλεγούν, σύμφωνα με το άρθρο 17α, για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και ii. του αναλογικού μεριδίου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στα στοιχεία που μπορούν να επιλεγούν, σύμφωνα με το άρθρο 17α, για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.
- β) Υπολογίζεται το εξής άθροισμα:
i. της λογιστικής αξίας, που περιλαμβάνεται στα βιβλία και τις οικονομικές καταστάσεις της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ii. του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας, σύμφωνα με το άρθρο 17α, της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και iii. του αναλογικού μεριδίου του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας, σύμφωνα με το άρθρο 17α, της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.
- γ) Η διαφορά του αθροίσματος, που υπολογίζεται σύμφωνα με την περίπτωση β΄ ανωτέρω, από το
άθροισμα, που υπολογίζεται σύμφωνα με την περίπτωση α΄ ανωτέρω, αποτελεί το ποσό της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.
- δ) Όταν η συμμετοχή στη συνδεδεμένη ασφαλιστική ή
αντασφαλιστική επιχείρηση συνιστά, εν όλω ή εν μέρει, μία έμμεση κυριότητα (ιδιοκτησία), τότε το στοιχείο i της περίπτωσης β΄ ανωτέρω περιλαμβάνει την αξία της έμμεσης κυριότητας, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά διαδοχικά συμφέροντα. Τα στοιχεία ii της περίπτωσης α΄ ανωτέρω και iii της περίπτωσης β΄ ανωτέρω περιλαμβάνουν τα αντίστοιχα αναλογικά μερίδια των στοιχείων που μπορούν να επιλεγούν για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αντιστοίχως. γεγραμμένου κεφαλαίου των οικείων συνδεδεμένων επιχειρήσεων, το οποίο ανήκει, απευθείας ή εμμέσως, στη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.
- β) Όταν πρόκειται για συνδεδεμένη ασφαλιστική ή
αντασφαλιστική επιχείρηση που είναι θυγατρική και έχει έλλειμμα φερεγγυότητας, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό έλλειμμα φερεγγυότητας της θυγατρικής, ήτοι λαμβάνεται υπόψη ολόκληρο το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας της θυγατρικής. Στην περίπτωση όμως, που η ανωτέρω θυγατρική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει και αυτή θυγατρική μία άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, τότε μεταξύ των δύο τελευταίων θυγατρικών επιχειρήσεων ισχύει η αρχή της αναλογικότητας.
- γ) Δεν περιλαμβάνονται τα ακόλουθα ποσά, εφόσον
δεν έχουν ήδη αφαιρεθεί: i. Η αξία τυχόν περιουσιακών στοιχείων της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, τα οποία αντιπροσωπεύουν τη χρηματοδότηση στοιχείων επιλέξιμων για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας μίας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. ii. Η αξία τυχόν περιουσιακών στοιχείων συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, τα οποία αντιπροσωπεύουν τη χρηματοδότηση στοιχείων επιλέξιμων για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. iii. Η αξία τυχόν περιουσιακών στοιχείων μίας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης συνδεδεμένης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία αντιπροσωπεύει τη χρηματοδότηση στοιχείων επιλέξιμων για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας οποιασδήποτε άλλης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης συνδεδεμένης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. iv. Τυχόν εγγεγραμμένα άλλα μη καταβεβλημένα κεφάλαια της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, που συνιστούν δυνάμει υποχρέωση εκ μέρους της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. v. Τυχόν εγγεγραμμένα άλλα μη καταβεβλημένα κεφάλαια της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, που συνιστούν δυνάμει υποχρέωση εκ μέρους μίας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. vi. Τυχόν εγγεγραμμένα άλλα μη καταβεβλημένα κεφάλαια μίας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, που συνιστούν δυνάμει υποχρέωση εκ μέρους άλλης συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της ίδιας συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.
- δ) Όταν δεν υπάρχουν κεφαλαιακοί δεσμοί μεταξύ
ορισμένων επιχειρήσεων σε έναν ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό όμιλο, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. καθορίζει ποιο αναλογικό μερίδιο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
α) Κατά τον υπολογισμό, που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, δεν λαμβάνονται υπόψη στοιχεία επιλέξιμα για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας τα οποία προκύπτουν από την αμοιβαία χρηματοδότηση μεταξύ της (συμμετέχουσας) ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και: − μίας συνδεδεμένης επιχείρησης, − μίας συμμετέχουσας επιχείρησης, − άλλης συνδεδεμένης επιχείρησης οποιασδήποτε των συμμετεχουσών επιχειρήσεων.
- β) Επιπλέον, δεν λαμβάνονται υπόψη στοιχεία επιλέξιμα για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας
μίας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, όταν τα στοιχεία αυτά έχουν προκύψει από αμοιβαία χρηματοδότηση με άλλη επιχείρηση συνδεδεμένη με την πρώτη (συνδεδεμένη) ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.
- γ) Ειδικότερα, αμοιβαία χρηματοδότηση υπάρχει όταν
μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή οποιαδήποτε από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της, κατέχει μετοχές (συμμετοχή) σε ή χορηγεί δάνεια προς άλλη επιχείρηση, η οποία απευθείας ή εμμέσως κατέχει στοιχείο επιλέξιμο για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας των πρώτων επιχειρήσεων.
Σχετικά με τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και τις ενδιάμεσες ασφαλιστικές εταιρίες χαρτοφυλακίου, που είναι συνδεδεμένες επιχειρήσεις και λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με την παράγραφο 1 ανωτέρω, ισχύουν τα εξής:
- α) Όταν η (συμμετέχουσα) ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει περισσότερες από μια συνδεδεμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις,
ο υπολογισμός της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας πραγματοποιείται με την ενσωμάτωση καθεμίας από αυτές τις συνδεδεμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.
- β) Σε περίπτωση διαδοχικών συμμετοχών, όπως όταν
μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση συμμετέχει σε άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία επίσης συμμετέχει σε άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ο υπολογισμός της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας πραγματοποιείται στο επίπεδο κάθε συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία έχει τουλάχιστον μία συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.
- γ) i. Μπορεί να μην πραγματοποιηθεί υπολογισμός
προσαρμοσμένης φερεγγυότητας μίας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα την Ελλάδα: − εάν είναι συνδεδεμένη επιχείρηση άλλης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα την Ελλάδα και εφόσον αυτή η συνδεδεμένη επιχείρηση έχει ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, − εάν είναι συνδεδεμένη επιχείρηση μιας ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου με έδρα στην Ελλάδα και εφόσον αυτή η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου και αυτή η συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό που πραγματοποιείται, − εάν είναι συνδεδεμένη επιχείρηση άλλης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικής εταιρίας χαρτοφυλακίου με έδρα σε άλλο κράτος ΦΕΚ 27 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1093 συμφωνήσουν να ανατεθεί στην αρμόδια εποπτική αρχή του άλλου κράτους – μέλους η άσκηση της συμπληρωματικής χρηματοοικονομικής εποπτείας. ii. Σε καθεμία από τις ανωτέρω περιπτώσεις, η απαλλαγή μπορεί να δοθεί μόνον εφόσον προσκομισθούν στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. ικανές αποδείξεις ότι τα στοιχεία που είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των περιθωρίων φερεγγυότητας των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό είναι καταλλήλως κατανεμημένα μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών.
- δ) Στην περίπτωση που η (συμμετέχουσα) ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει μία συνδεδεμένη
ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. στον υπολογισμό μπορεί να ληφθεί υπόψη η κατάσταση φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης όπως έχει εκτιμηθεί από την αρμόδια εποπτική αρχή του άλλου κράτους − μέλους.
- ε) Όταν η (συμμετέχουσα) ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει συμμετοχή σε ασφαλιστική ή σε
αντασφαλιστική επιχείρηση ή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας μέσω ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό η κατάσταση της ενδιάμεσης ασφαλιστικής εταιρίας χαρτοφυλακίου. Για τις ανάγκες αποκλειστικά αυτού του υπολογισμού, ο οποίος πραγματοποιείται σύμφωνα με τις γενικές αρχές και μεθόδους που περιγράφονται στο παρόν άρθρο, η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου αντιμετωπίζεται σαν να επρόκειτο για ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας μηδέν και με στοιχεία επιλέξιμα για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 17α.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)