Νόμοι — ΦΕΚ A' 27/2009

Type Νόμος
Publication 2009-02-18
Τελευταία ενημέρωση 2009-02-16
State In force
Source ΦΕΚ
articles 131
Reform history JSON API
  • στ) i. Όταν η (συμμετέχουσα) ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει μια συνδεδεμένη ασφαλιστική

ή αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε τρίτη χώρα, η τελευταία αυτή επιχείρηση αντιμετωπίζεται, για τον αποκλειστικό σκοπό του υπολογισμού, κατά τρόπο ανάλογο με συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ε.Ε. και στον Ε.Ο.Χ.. ii. Ωστόσο, όταν η τρίτη χώρα, στην οποία η συνδεδεμένη ασφαλιστκή ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει την έδρα της, της επιβάλλει υποχρέωση άδειας, καθώς και υποχρέωση κατάστασης φερεγγυότητας τουλάχιστον συγκρίσιμης προς εκείνη που προβλέπεται στο άρθρο 17α, τότε μπορεί να ληφθεί υπόψη η εν λόγω επιχείρηση στον υπολογισμό με βάση το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας και τα επιλέξιμα στοιχεία για την κάλυψη αυτού, όπως καθορίζονται από την τρίτη χώρα.

5.

Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, όταν κατά τον υπολογισμό της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης δεν υπάρχουν για οποιονδήποτε λόγο πληροφορίες σχετικά με μια συνδεδεμένη επιχείρηση με έδρα στην Ε.Ε. και στον Ε.Ο.Χ. ή σε τρίτη χώρα, αφαιρείται η λογιστική αξία της συνδεδεμένης επιχείρησης, που είναι καταχωρημένη στα βιβλία και στις οικονομικές καταστάσεις της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, από τα επιλέξιμα στοιχεία για την κάλυψη του προσαρμοσμένου περιθωρίου φερεγγυότητας. Στην περίπτωση αυτή τα μη πραγματοποιηθέντα (ρευστοποιηθέντα) κέρδη που συνδέονται με τη συμμετοχή αυτή δεν επιτρέπονται ως επιλέξιμο στοιχείο κατά την κάλυψη του περιθωρίου προσαρμοσμένης φερεγγυότητας.»

Άρθρο 51

1.

Η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6γ του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «γ. Για τον αποκλειστικό σκοπό του ανωτέρω υπολογισμού, η μητρική επιχείρηση, που αναφέρεται στα εδάφια α΄ και β΄ ανωτέρω, θεωρείται ως ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται: − Σε μηδέν αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας, όταν πρόκειται για ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου. − Σε αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6β (παρ. 4 εδάφιο στ΄), όταν πρόκειται για ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε τρίτη χώρα. − Στις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες, που ορίζονται στο άρθρο 17α, όσον αφορά τα στοιχεία που είναι επιλέξιμα για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας.»

2.

Τα σημεία α΄ και β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6γ του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής: «α) Στην περίπτωση που μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα μαζί με άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή άλλες με έδρα στην Ε.Ε. και στον Ε.Ο.Χ. είναι θυγατρικές ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε τρίτη χώρα, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μαζί με τις άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές εξασφαλίζουν τη συνεπή εφαρμογή της μεθόδου που περιγράφεται στο παρόν άρθρο.

  • β) Για μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση

με έδρα στην Ελλάδα μπορεί να μην πραγματοποιηθεί ο υπολογισμός που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ανωτέρω: − Εάν είναι συνδεδεμένη επιχείρηση άλλης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα στην Ε.Ε. και στον Ε.Ο.Χ. και έχει συμπεριληφθεί στον υπολογισμό που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ανωτέρω για την άλλη επιχείρηση. − Εάν αυτή και μια ή περισσότερες άλλες ασφαλιστι−κές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα έχουν ως μητρική τους επιχείρηση την ίδια ασφαλιστική εταιρία χαρτοφυλακίου αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε τρίτη χώρα και αυτή έχει ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ανωτέρω για μία από αυτές τις άλλες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. − Εάν αυτή και μία ή περισσότερες άλλες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ε.Ε. και στον Ε.Ο.Χ. έχουν ως μητρική τους επιχείρηση την ίδια ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα τρίτη χώρα και έχει συναφθεί συμφωνία κατά το άρθρο 6α παράγραφος 5, με την οποία η άσκηση συμπληρωματικής χρηματοοικονομικής εποπτείας που αναφέρεται στο παρόν άρθρο ανατίθεται στην αρμόδια εποπτική αρχή άλλου κράτους – μέλους.» 6δ του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Αντίστοιχα τα, κατά το άρθρο 2α εδάφιο λ΄ του παρόντος, μέτρα εξυγίανσης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και των υποκαταστημάτων της σε άλλα κράτη – μέλη, τα οποία λαμβάνονται από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, παράγουν πλήρη αποτελέσματα στα άλλα κράτη – μέλη.»

Άρθρο 53

1.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 7 του ν.δ.400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα την Ελλάδα, υποχρεούνται να σχηματίζουν και να διατηρούν σε συνεχή βάση επαρκή τεχνικά αποθέματα για το σύνολο των ασφαλίσεων που συνάπτουν και των αντασφαλίσεων που αναλαμβάνουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στα άλλα κράτη – μέλη μέσω υποκαταστημάτων ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Για τις ασφαλίσεις που συνάπτουν σε τρίτες χώρες οι ανωτέρω ασφαλιστικές επιχειρήσεις σχηματίζουν τεχνικά αποθέματα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, εφόσον δεν υπόκεινται σε αντίστοιχη υποχρέωση σχηματισμού στην τρίτη χώρα.»

2.

Η φράση «κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού», όπου αυτή αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 7 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται με τη φράση «κατά την ημερομηνία υπολογισμού του αποθέματος».

3.

Οι λέξεις «του στοιχ. ιζ» στην παράγραφο 2.Α(α) του άρθρου 7 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίστανται με τις λέξεις «του στοιχ. κβ».

4.

Μετά το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 2Α του άρθρου 7 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: «To απόθεμα εκκρεμών ζημιών καταχωρείται υποχρεωτικά ξεχωριστά για κάθε περίπτωση επί τη βάσει των εξόδων που αναμένεται να προκύψουν, η δε επάρκειά του πιστοποιείται με τη χρήση αναλογιστικών – στατιστικών μεθόδων.»

5.

Στην παράγραφο 2Β του άρθρου 7 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αμφότερα τα τελευταία εδάφια των περιπτώσεων (δiii) και (στ) καταργούνται.

6.

Η παράγραφος 5 του άρθρου 7 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «5. Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α., μπορεί να εισάγεται υποχρέωση σχηματισμού επιπλέον τεχνικών αποθεμάτων, όπως ενδεικτικά καταστροφικών κινδύνων, εξισορρόπησης του τεχνικού αποτελέσματος, εγγυήσεων και διαχειριστικών εξόδων.»

7.

Η παράγραφος 6 του άρθρου 7 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «6. Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α., μπορεί να καθορίζεται κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, όπως ενδεικτικά οι τεχνικές βάσεις ως και οι αρχές της μεθοδολογίας υπολογισμού επαρκών τεχνικών αποθεμάτων ασφαλίσεων κατά ζημιών και ασφαλίσεων ζωής.»

8.

Η παράγραφος 7 του άρθρου 7 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «7. Μετά από αίτηση της ασφαλιστικής επιχείρησης και με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να επιτρέπονται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο σχηματισμός επιπλέον των προβλεπομένων στο παρόν άρθρο, τεχνικών αποθεμάτων.»

Άρθρο 54

1.

Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Σε ασφαλιστική τοποθέτηση διατίθενται τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα, συμπεριλαμβανομένου του αποθέματος εξισορρόπησης, του άρθρου 7 του παρόντος, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν το τέταρτο του ελαχίστου ορίου που αναφέρεται στην περίπτωση ε΄ του εδαφίου Α της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του παρόντος.»

2.

Μετά την παράγραφο 2 του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 2α ως εξής: «2.α. Η ασφαλιστική τοποθέτηση των αντασφαλιστικών αναλήψεων, των ασφαλιστικών εταιριών που πληρούν μία εκ των προϋποθέσεων της παρ. 10 του άρθρου 17α ή της παρ. 2 του άρθρου 17β, διακρίνεται περαιτέρω σε:

  • α) ασφαλιστική τοποθέτηση αντασφαλιστικών αναλήψεων ζωής,
  • β) ασφαλιστική τοποθέτηση αντασφαλιστικών αναλήψεων κατά ζημιών.»
3.

Η περίπτωση (Ε) της παραγράφου 3 του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Ε. Δάνεια (προκαταβολές) επί ασφαλιστηρίων, που χορηγήθηκαν σε ασφαλισμένους με ασφαλιστήρια ζωής, μέχρι του ποσού της αποζημίωσης σε περίπτωση θανάτου του ασφαλιζομένου και μέχρι του ύψους της εκάστοτε αξίας εξαγοράς.»

4.

Η περίπτωση (Ζ) της παραγράφου 3 του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Ζ. Η συμμετοχή των αντασφαλιστών και φορέων ειδικού σκοπού στα τεχνικά αποθέματα.»

5.

Η περίπτωση (ΙΑ) της παραγράφου 3 του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «ΙΑ. Επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα πέραν των προβλεπομένων στις περιπτώσεις α΄ έως γ΄ του άρθρου 5 του ν. 3606/2007 επιτρέπονται, μόνο με τις προϋποθέσεις που η ΕΠ.Ε.Ι.Α. με σχετική απόφασή της καθορίζει επί τη βάσει των εξής αρχών: − οι επενδύσεις αυτές διενεργούνται αποκλειστικά είτε για αντιστάθμιση κινδύνου είτε για διευκόλυνση της αποτελεσματικής διαχείρισης χαρτοφυλακίου, − οι επενδύσεις αυτές αποτιμώνται από τις επιχειρήσεις συντηρητικά και πάντοτε επί τη βάσει της τρέχουσας αξίας των υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων και − απαγορεύεται η υπέρμετρη έκθεση στον κίνδυνο που απορρέει είτε από έναν και μόνο αντισυμβαλλόμενο είτε από μεγάλη έκθεση σε εν γένει παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα.»

6.

Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: θ΄ του στοιχείου (Α) της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου δεν μπορούν να αποκτηθούν από αυτήν κατά το χρόνο έκδοσης ή δημόσιας εγγραφής τους, όταν αυτή γίνεται από τη μητρική της ή άλλη ελέγχουσα την ασφαλιστική επιχείρηση εταιρεία, καταχωρούνται δε υποχρεωτικά και φυλάσσονται με κοινή ευθύνη της ασφαλιστικής επιχείρησης και της τράπεζας θεματοφύλακα στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.), που προβλέπεται από τα άρθρα 39 επ. του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α΄), όπως ισχύουν.».

7.

Η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «δ) Όσον αφορά στους κινδύνους και στις δραστηριότητες που ασκούνται εντός της Ε.Ε., τα περιουσιακά στοιχεία του που καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα πρέπει να βρίσκονται εντός της Ε.Ε..»

8.

Η περίπτωση ια΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «ια. Η συμμετοχή των αντασφαλιστών και των φορέων ειδικού σκοπού της περίπτωσης Ζ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, αποτιμάται με βάση τα χρεωστικά υπόλοιπα, περιλαμβανομένης της συμμετοχής τους στα τεχνικά αποθέματα του πρωτασφαλιστή στο βαθμό που δεν περιλαμβάνονται στα ανωτέρω χρεωστικά υπόλοιπα. Οι προϋποθέσεις αποδοχής της ανωτέρω συμμετοχής των αντασφαλιστών και των φορέων ειδικού σκοπού δύνανται να καθορίζονται με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α..»

9.

Η περίπτωση ιγ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «ιγ. Για την αποτίμηση των μεταφερόμενων (αναπόσβεστων) εξόδων προσκτήσεως της περίπτωσης Θ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ισχύουν τα κάτωθι: − Στις ασφαλίσεις κατά ζημιών τα έξοδα αυτά περιλαμβάνουν τα ποσά των εξόδων πρόσκτησης που αντιστοιχούν στο απόθεμα μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, καθώς και τα ποσά που έχουν υπολογιστεί με αναλογιστική μέθοδο όταν σχηματίζονται μαθηματικά αποθέματα γήρατος στους κλάδους 1 ή 2 της παραγράφου 1 «ασφαλίσεις κατά ζημιών» του άρθρου 13. − Στις ασφαλίσεις ζωής τα έξοδα αυτά περιλαμβάνουν τα ποσά των εξόδων πρόσκτησης στις περιπτώσεις που σχηματίζεται απόθεμα μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, καθώς και τα ποσά που έχουν υπολογιστεί με αναλογιστική μέθοδο.»

10.

Μετά την περίπτωση ιβ΄ της παραγράφου 6.Α του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση ιγ΄ ως εξής: «ιγ) Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. καθορίζεται το ποσοστό επί των αντίστοιχων αποθεμάτων μέχρι του οποίου γίνεται δεκτή η συμμετοχή των αντασφαλιστών και φορέων ειδικού σκοπού.»

11.

Η περίπτωση ε΄ της παραγράφου 6.Β του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «ε) Η συμμετοχή των αντασφαλιστών και φορέων ειδικού σκοπού γίνεται δεκτή μέχρι ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) των αντίστοιχων αποθεμάτων πλην των κλάδων 5, 6, 11 και 12 της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του παρόντος νομοθετικού διατάγματος όπου γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Ειδικά στις περιπτώσεις των κλάδων: i. 17 «Νομική προστασία», η οποία ασκείται σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 13β του παρόντος, η συμμετοχή του αντασφαλιστή γίνεται δεκτή στο σύνολό της. ii. 18 «Βοήθεια», η οποία ασκείται από την ασφαλιστική επιχείρηση με μέσα που δεν είναι δικά της, η συμμετοχή των αντασφαλιστών γίνεται δεκτή στο σύνολό της εφόσον οι αντασφαλιστές είναι επιχειρήσεις με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας. iii. Για τις δύο παραπάνω περιπτώσεις i και ii απαιτούνται οι αντασφαλιστικές συμβάσεις και οι οικονομικές καταστάσεις των αντασφαλιστών με την επιφύλαξη του στοιχείου ια΄ της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου. Το ανωτέρω ποσοστό της συμμετοχής των αντασφαλιστών και φορέων ειδικού σκοπού δύναται να αναπροσαρμόζεται με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α..»

12.

Η παράγραφος 12 του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «12. Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. ρυθμίζεται: α) ο ενιαίος τρόπος υποβολής των καταστάσεων τοποθέτησης του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης και τα απαραίτητα δικαιολογητικά, β) τα τακτά χρονικά διαστήματα σχηματισμού των τεχνικών αποθεμάτων και υποβολής των σχετικών καταστάσεων προς την ΕΠ.Ε.Ι.Α.,

  • γ) ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής προς την ΕΠ.Ε.Ι.Α.

των περιουσιακών στοιχείων που απαρτίζουν την ασφαλιστική τοποθέτηση των τεχνικών αποθεμάτων, που έχουν σχηματισθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα υπό (β) ανωτέρω, ως και οι πολιτικές, που πρέπει να τηρούν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, για την ασφάλεια, την απόδοση, τη ρευστότητα και τη διασπορά των επενδύσεών τους, δ) η υποχρέωση σύνταξης και υποβολής προς την ΕΠ.Ε.Ι.Α. καταστάσεων ταμειακών ροών (ρευστότητας),

  • ε) κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την

εφαρμογή του παρόντος άρθρου.»

Άρθρο 55

Μετά την περίπτωση κα΄ του κεφαλαίου Α του άρθρου 13γ του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση κβ΄, ως εξής: «κβ) Κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου μπορεί να καθορίζεται με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α.»

Άρθρο 56

Μετά την περίπτωση ζ΄ της παραγράφου 2.Α του άρθρου 15 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, τίθεται νέα περίπτωση η΄ ως εξής, και η υφιστάμενη περίπτωση η΄ μετονομάζεται σε περίπτωση θ΄: «η) Την πιθανή ταμειακή κατάσταση».

Άρθρο 57

Η παράγραφος 1α του άρθρου 15α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «1.α. Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 1, εάν ο αγοραστής συμμετοχής είναι ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση, πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος αυτή και εάν, λόγω αυτής της εξαγοράς, η επιχείρηση, στην οποία ο αγοραστής σκοπεύει να αποκτήσει συμμετοχή, καθίσταται θυγατρική του εν λόγω αγοραστή ή περιέρχεται υπό τον έλεγχό του, η αξιολόγηση της εξαγοράς υπόκειται στη διαδικασία της διαβούλευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 2α του άρθρου 3.»

Άρθρο 58

1.

Οι περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 3.(i) του άρθρου 17α του ν.δ. 400/1970 αντικαθίστανται ως εξής: «β) Τα αποθεματικά (νόμιμα και ελεύθερα) που δεν αντιστοιχούν σε ασφαλιστικές υποχρεώσεις, ούτε κατατάσσονται στα αποθεματικά εξισορρόπησης.

  • γ) Τα κέρδη ή ζημιές που μεταφέρονται στη νέα

εταιρική χρήση, μετά την αφαίρεση των πληρωτέων μερισμάτων. Το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μειώνεται κατά το ποσό των ιδίων μετοχών που κατέχει άμεσα η ασφαλιστική επιχείρηση, καθώς επίσης και κατά τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: 1) συμμετοχές που διαθέτει η ασφαλιστική επιχείρηση σε: − ασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 6 της Οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, του άρθρου 4 της Οδηγίας 2002/83/ΕΚ, ή του άρθρου 1 στοιχείο β΄ της Οδηγίας 98/78/ΕΚ, − αντασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 3 της Οδηγίας 2005/68/ΕΚ, ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 της Οδηγίας 98/78/ΕΚ, − ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο θ΄ της Οδηγίας 98/78/ΕΚ, − πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφοι 1 και 5 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ, − εταιρεία επενδύσεων και χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 2 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ και του άρθρου 2 παράγραφοι 4 και 7 της Οδηγίας 93/6/ΕΟΚ. 2) καθένα από τα ακόλουθα χρηματοοικονομικά στοιχεία, τα οποία διαθέτει η ασφαλιστική επιχείρηση στις οντότητες που ορίζονται στο ανωτέρω σημείο 1 και στις οποίες διαθέτει συμμετοχή: − τα χρηματοοικονομικά στοιχεία στα οποία αναφέρεται το στοιχείο ii) της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, − τις απαιτήσεις μειωμένης διασφάλισης και τα χρηματοοικονομικά στοιχεία στα οποία αναφέρεται το άρθρο 35 και το άρθρο 36 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ.»

2.

Μετά την παράγραφο 9 του άρθρου 17α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, τίθεται νέα παράγραφος 10 ως εξής και οι υφιστάμενες παράγραφοι 10 και 11 αναριθμούνται σε 11 και 12 αντίστοιχα: «10. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα υποχρεούνται σε ξεχωριστό υπολογισμό περιθωρίου φερεγγυότητας για τις αναλήψεις αντασφαλίσεων ζωής όταν συντρέχει μια από τις κατωτέρω προϋποθέσεις: − τα εισπραττόμενα αντασφάλιστρα ζωής υπερβαίνουν το 10% των συνολικών ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων ζωής, − τα εισπραττόμενα αντασφάλιστρα ζωής υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 ευρώ, − τα τεχνικά αποθεματικά που αφορούν στις αντασφαλιστικές αναλήψεις ζωής υπερβαίνουν το 10% των συνολικών τεχνικών αποθεματικών ζωής. Το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας, καθώς και το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας, όσον αφορά στις αναλήψεις αντασφαλίσεων ζωής, υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 97 και 98 του παρόντος. Στην περίπτωση που οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις σχηματίζουν ξεχωριστό περιθώριο φερεγγυότητας για τις αντασφαλίσεις, τότε δεν λαμβάνουν υπόψη τα ποσά αυτά στον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας για τις πρωτασφαλιστικές δραστηριότητες.»

3.

Η παράγραφος 10 του άρθρου 17α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, η οποία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο του παρόντος άρθρου αναριθμήθηκε σε παράγραφο 11, αντικαθίσταται περαιτέρω ως εξής: «11. Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. καθορίζεται το περιεχόμενο των εκθέσεων περιθωρίου φερεγγυότητας που υποβάλλουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις.»

Άρθρο 59

Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 17β του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «α) Όταν πρόκειται για δραστηριότητες ασφαλίσεων κατά ζημιών, το εγγυητικό κεφάλαιο αποτελείται από τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 17α παράγραφος 3 σημεία i και ii και εδάφιο γ΄ του σημείου iii, και σε καμία περίπτωση το κεφάλαιο αυτό, δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ποσό που αντιστοιχεί σε: − 3.000.000 ευρώ προκειμένου για επιχειρήσεις που ασκούν ένα ή περισσότερους από τους κλάδους 10 μέχρι και 15, 4.500.000 ευρώ από 1.1.2006 και 6.000.000 ευρώ από 1.1.2008. − 2.000.000 ευρώ προκειμένου για επιχειρήσεις που ασκούν έναν ή περισσότερους από τους κλάδους 1 μέχρι και 9, 16, 17 και 18. Το ποσό αυτό δεν μπορεί να υπολείπεται των 3.000.000 ευρώ εφόσον ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες (αναλήψεις) και εφόσον πληρούται μία εκ των κάτωθι προϋποθέσεων: i) τα εισπραττόμενα αντασφάλιστρα κατά ζημιών υπερβαίνουν το 10% των συνολικών ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων κατά ζημιών, ii) τα εισπρατόμμενα αντασφάλιστρα κατά ζημιών υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 ευρώ, iii) τα τεχνικά αποθεματικά που αφορούν στις αντασφαλιστικές αναλήψεις κατά ζημιών υπερβαίνουν το 10% των συνολικών τεχνικών αποθεματικών κατά ζημιών.»

Άρθρο 60

1.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 17γ του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «1. α) Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. διαπιστώνει την εκ μέρους των ασφαλιστικών επιχειρήσεων τήρηση των διατάξεων του παρόντος που αφορούν το περιθώριο φερεγγυότητας και το εγγυητικό κεφάλαιο, προβαίνοντας σε, τουλάχιστον ετήσιους επιτόπιους, ως και εξ αποστάσεως ελέγχους της οικονομικής τους κατάστασης. Προς το σκοπό αυτόν η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δύναται να απαιτεί οποιοδήποτε στοιχείο ή να διεξάγει ελέγχους στην ασφαλιστική επιχείρηση. βανομένου και του ιατρικού, καθώς και την ποιότητα του εξοπλισμού που διαθέτουν οι επιχειρήσεις για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο κλάδος αυτός. Ο ανωτέρω έλεγχος διενεργείται σε στενή συνεργασία με τις αρμόδιες Υπηρεσίες των οικείων Υπουργείων.

  • γ) Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να δημοσιεύει και να υποβάλει στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. συνοπτικές οικονομικές καταστάσεις. Ειδικά κατά τη διάρκεια των 3

(τριών) πρώτων εταιρικών χρήσεων μίας ασφαλιστικής επιχείρησης ο έλεγχος της οικονομικής κατάστασης γίνεται σε συνδυασμό με το υποβληθέν πρόγραμμα δραστηριότητάς της. Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α., καθορίζεται το περιεχόμενο, ο τρόπος και ο χρόνος δημοσιοποίησης των συνοπτικών οικονομικών καταστάσεων.

  • δ) Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να υποβάλει στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. εκθέσεις περιθωρίου φερεγγυότητας

και προσαρμοσμένης φερεγγυότητας. Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. καθορίζεται ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής των εκθέσεων αυτών.

  • ε) Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται μέχρι

την 31η Ιανουαρίου εκάστου έτους να υποβάλουν: − την πραγματοποιηθείσα παραγωγή των ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων (ασφάλιστρα από πρωτασφαλίσεις, αναλήψεις και δικαιώματα συμβολαίου) του προηγούμενου έτους κατά κλάδο ασφάλισης, και − το ποσό των πληρωθεισών αποζημιώσεων, συμπεριλαμβανομένων των άμεσων εξόδων διακανονισμού, αναλυτικά κατά περίπτωση.

  • στ) Κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια μπορεί να καθορίζεται με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α..»
2.

Η παράγραφος 8 του άρθρου 17γ του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «8. Κάθε ειδικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος, όπως ενδεικτικά ο χρόνος και τρόπος υπολογισμού και ελέγχου του περιθωρίου φερεγγυότητας, τα μέτρα που μπορούν να λαμβάνονται σε περιπτώσεις ανασυγκρότησης ή βραχυχρονίου χρηματοδότησης, ζητήματα υποβολής και έγκρισης των σχετικών προγραμμάτων, ως και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια μπορεί να καθορίζεται με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α.. Στα προγράμματα ανασυγκρότησης και βραχυχρονίου χρηματοδότησης τίθενται υποχρεωτικά από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. προθεσμίες πραγματοποίησής τους που δεν μπορούν να ξεπερνούν τους δύο (2) μήνες.»

Άρθρο 61

Στην παράγραφο 1(α) του άρθρου 19 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, η φράση «μέχρι την 30ή Ιουνίου εκάστου έτους» αντικαθίσταται με τη φράση «μέχρι 31η Μαρτίου εκάστου έτους».

Άρθρο 62

Στο τρίτο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου Α1) του άρθρου 42β του ν.δ. 400/1970, όπως ισχύει, διαγράφεται η φράση «ιδίως απαγορεύεται να αναλαμβάνει δραστηριότητες πρωτασφάλισης».

Άρθρο 63

Η παράγραφος 2 του άρθρου 43 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄) καταργείται.

Άρθρο 64

Το άρθρο 50 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: « Άρθρο 50 Στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. δημιουργούνται και τηρούνται προσβάσιμα στο κοινό μητρώα των ελληνικών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ως και των Φορέων Ειδικού Σκοπού, που έχουν αδειοδοτηθεί από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. ως και των αλλοδαπών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που παρέχουν ασφάλιση ή αντασφάλιση είτε με εγκατάσταση είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής. Κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για τη δημιουργία και τήρηση των ως άνω μητρώων μπορεί να ρυθμίζεται με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α..»

Άρθρο 65

Το άρθρο 50α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄) καταργείται.

Άρθρο 66

1.

Η παράγραφος Β του άρθρου 55 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, καταργείται και η παράγραφος Α του άρθρου 55 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄) απαλείφεται ως αρίθμηση.

2.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 55 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Το διοικητικό συμβούλιο κάθε ασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και ο νόμιμος αντιπρόσωπος αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης είναι υποχρεωμένοι να δηλώνουν στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. τα στοιχεία (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό αστυνομικής ταυτότητας και ΑΦΜ) των κάτωθι προσώπων: α) του προσώπου που ασκεί διοίκηση και διαχείριση στην ασφαλιστική επιχείρηση και είναι υπεύθυνο για όλα τα θέματα που πηγάζουν από το παρόν νομοθετικό διάταγμα, πλην των ζητημάτων των παραγράφων 2 έως και 7 του παρόντος άρθρου και της περίπτωσης (Ι) του στοιχείου Α του άρθρου 13γ του παρόντος νομοθετικού διατάγματος, β) του Υπεύθυνου Αναλογιστή, αρμόδιου για την τήρηση των προβλεπομένων στις παραγράφους 2 έως και 7 του παρόντος άρθρου, γ) του Υπεύθυνου Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου, αρμόδιου για την τήρηση των προβλεπομένων στο άρθρο 13.Γ. περ. Ι του παρόντος νομοθετικού διατάγματος, δ) του Υπεύθυνου Διαχείρισης Κινδύνων, αρμόδιου για την τήρηση των προβλεπομένων στο άρθρο 6α παρ. 6 του παρόντος νομοθετικού διατάγματος, ε) του Υπεύθυνου Εσωτερικού Ελέγχου, αρμόδιου για την τήρηση των προβλεπομένων στο άρθρο 6 παρ. 3 του παρόντος νομοθετικού διατάγματος και του Υπεύθυνου Συμμόρφωσης για την Αποφυγή Νομιμοποίησης εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες. Τα πρόσωπα αυτά καταχωρούνται σε μητρώο που τηρεί η ΕΠ.Ε.Ι.Α.. Για την αλλαγή των ανωτέρω προσώπων, καθώς και για κάθε άλλη αλλαγή στα στοιχεία αυτών, η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει αμελλητί και το αργότερο εντός δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία της αλλαγής την ΕΠ.Ε.Ι.Α.. Κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας διατάξεως, όπως ενδεικτικά ζητήματα αξιολόγησης της καταλληλότητας των προσώπων αυτών, εξειδίκευσης των σχετικών αρμοδιοτήτων τους, περιεχομένου και μορφής των σχετικών ενημερώσεων, μπορεί να ρυθμίζεται με απόφαση της

3.

Η περίπτωση (i) της παραγράφου 2(α) του άρθρου 55 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «i) Έχει ευθύνη έναντι οποιασδήποτε εποπτικής αρχής για πράξεις αναλογιστικής φύσεως της ασφαλιστικής επιχείρησης, όπως ενδεικτικά για:

1.

τον υπολογισμό των μεταφερόμενων (αναποσβέστων) εξόδων πρόσκτησης και

2.

των τεχνικών αποθεμάτων ασφαλίσεως ζωής πλην των εκκρεμών ζημιών που καταχωρούνται ξεχωριστά ανά περίπτωση, όταν αυτές δεν υπολογίζονται με αναλογιστική ή στατιστική μέθοδο.»

4.

Η περίπτωση (iv) της παραγράφου 2(α) του άρθρου 55 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «iv. Για τη μεθοδολογία υπολογισμού της επάρκειας των τεχνικών αποθεμάτων, όπως και του ύψους των μεταφερόμενων εξόδων πρόσκτησης, ο Υπεύθυνος Αναλογιστής συντάσσει σχετική έκθεση και χορηγεί βεβαίωση. Κάθε ειδικό θέμα και λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας διατάξεως, όπως ενδεικτικά ο τύπος και το περιεχόμενο της ως άνω έκθεσης και της βεβαίωσης, μπορεί να καθορίζεται με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α..»

5.

Η περίπτωση (vii) της παραγράφου 2(α) του άρθρου 55 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «vii) Τηρεί το «βιβλίο των τεχνικών σημειωμάτων και γενικών και ειδικών όρων», στο οποίο καταχωρούνται η μεθοδολογία υπολογισμού των τεχνικών αποθεμάτων και οι γενικοί και ειδικοί όροι πριν τη διάθεση των ασφαλιστικών προϊόντων.»

6.

Η περίπτωση (v) της παραγράφου 2(β) του άρθρου 55 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «v) Υπογράφει τον ισολογισμό, καθώς και τις συνοπτικές οικονομικές καταστάσεις αυτής και έχει ευθύνη μόνο για τα ποσά που έχει υπολογίσει για όλα τα τεχνικά αποθέματα, σύμφωνα με τις αποφάσεις περί τεχνικών αποθεμάτων, πλην των εκκρεμών ζημιών που καταχωρούνται ξεχωριστά ανά περίπτωση, όταν αυτές δεν υπολογίζονται με αναλογιστική ή στατιστική μέθοδο.»

7.

Μετά την περίπτωση (v) της παραγράφου 2(β) του άρθρου 55 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση (vi) ως εξής: «vi) Για τη μεθοδολογία υπολογισμού της επάρκειας των τεχνικών αποθεμάτων όπως και το ύψος των μεταφερόμενων εξόδων πρόσκτησης, ο Υπεύθυνος Αναλογιστής συντάσσει σχετική έκθεση και χορηγεί βεβαίωση. Κάθε ειδικό θέμα και λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας διατάξεως, όπως ενδεικτικά ο τύπος και το περιεχόμενο της ως άνω έκθεσης και της βεβαίωσης, μπορεί να καθορίζεται με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α..»

8.

Στο άρθρο 55 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄) προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής: «8. Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δικαιούνται να λαμβάνουν γνώση οποιουδήποτε εγγράφου, αρχείου, στοιχείου, βιβλίου της ασφαλιστικής επιχείρησης και να έχουν πρόσβαση σε οποιαδήποτε υπηρεσία της. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου οφείλουν να συνεργάζονται και να παρέχουν πληροφορίες στα πρόσωπα αυτά και γενικά να διευκολύνουν με κάθε τρόπο το έργο τους. Κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου μπορεί να καθορίζεται με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α..»

Άρθρο 67

Μετά το Ενδέκατο Κεφάλαιο του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται Κεφάλαιο Δωδέκατο ως εξής: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΙΤΛΟΣ Ι: ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 79

Σκοπός Σκοπός του παρόντος κεφαλαίου είναι η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2005/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2005 (ΕΕ L 323 της 9.12.2005) σχετικά με τις αντασφαλίσεις και την τροποποίηση των Οδηγιών 73/239/EΟΚ, 92/49/EΟΚ του Συμβουλίου, καθώς και των Οδηγιών 98/78/EΚ και 2002/83/EΚ και η ρύθμιση της ανάληψης και άσκησης δραστηριοτήτων αντασφάλισης στην Ελλάδα.

Άρθρο 80

Ορισμοί

1.

Για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος διατάγματος και ειδικότερα του παρόντος κεφαλαίου νοούνται ως:

  • α) «αντασφάλιση», η δραστηριότητα που συνίσταται

στην ανάληψη κινδύνων που εκχωρούνται από ασφαλιστική επιχείρηση ή από μια άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση. Στην περίπτωση της ένωσης ασφαλιστών, η οποία είναι γνωστή ως Lloyd’s, ως αντασφάλιση θεωρείται και η δραστηριότητα που συνίσταται στην ανάληψη κινδύνων εκ μέρους ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης άλλης από την ένωση ασφαλιστών, η οποία είναι γνωστή ως Lloyd’s, τους οποίους εκχωρεί οποιοδήποτε μέλος της Lloyd’s. Η αντασφάλιση διακρίνεται σε αντασφάλιση ζωής, αντασφάλισης ζημιών και μικτή αντασφάλιση, η οποία περιλαμβάνει τόσο αντασφάλιση ζωής όσο και ζημιών·

  • β) «εξαρτημένη αντασφαλιστική επιχείρηση», αντασφαλιστική επιχείρηση που ανήκει είτε σε χρηματοπιστωτική επιχείρηση εκτός των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή των ομίλων ασφαλιστικών

ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων κατά την έννοια του παρόντος νόμου είτε σε μη χρηματοπιστωτική επιχείρηση με σκοπό την παροχή αντασφαλιστικής κάλυψης αποκλειστικά για τους κινδύνους της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκει, ή της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων του ομίλου του οποίου η εξαρτημένη επιχείρηση είναι μέλος·

  • γ) ως «αντασφαλιστική επιχείρηση», κάθε επιχείρηση

που ασκεί αποκλειστικά δραστηριότητες αντασφάλισης και έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 83 του παρόντος διατάγματος·

  • δ) «υποκατάστημα», κάθε πρακτορείο ή υποκατάστημα

κοινοτικής αντασφαλιστικής επιχείρησης. Με υποκατάστημα εξομοιώνεται κάθε μόνιμη παρουσία κοινοτικής αντασφαλιστικής επιχείρησης στην Ελλάδα και έχει τη μορφή υποκαταστήματος ή πρακτορείου αλλά υλοποιείται μέσω απλού γραφείου το οποίο διευθύνεται από το προσωπικό της ίδιας της επιχείρησης ή από ανεξάρτητο πρόσωπο εντεταλμένο να ενεργεί μονίμως για την επιχείρηση όπως θα ενεργούσε ένα πρακτορείο·

  • ε) «εγκατάσταση», η εταιρική έδρα ή κάθε υποκατάστημα αντασφαλιστικής επιχείρησης, λαμβανομένης

υπόψη της περίπτωσης δ΄ ανωτέρω·

  • στ) «κράτος − μέλος καταγωγής», το κράτος μέλος

όπου βρίσκεται η εταιρική έδρα της αντασφαλιστικής επιχείρησης·

  • ζ) «κράτος − μέλος του υποκαταστήματος», το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται το υποκατάστημα της

αντασφαλιστικής επιχείρησης·

  • η) «κράτος − μέλος υποδοχής», το κράτος − μέλος στο

οποίο μια αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες·

  • θ) «έλεγχος», μία επιχείρηση θεωρείται ότι ελέγχει

άλλη όταν συντρέχει μία τουλάχιστον από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 42Ε ή 106 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, ή στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 1 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ·

  • ι) «ειδική συμμετοχή», η κατοχή, άμεσα ή έμμεσα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 10 του ν. 3556/2007,

όπως ισχύει, ποσοστού τουλάχιστον 10% του μετοχικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης ως και κάθε άλλη εν τοις πράγμασι υφιστάμενη δυνατότητα άσκησης ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης στην οποία υπάρχει συμμετοχή·

  • ια) «μητρική», η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια

του άρθρου 42Ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει·

  • ιβ) «θυγατρική», η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42Ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως

ισχύει·

  • ιγ) «στενοί δεσμοί», κατάσταση στην οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται με:

− «σχέση συμμετοχής», δηλαδή κατοχή, άμεσα ή μέσω ελέγχου, του 20% ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης, − «σχέση ελέγχου», δηλαδή σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42Ε ή 106 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, ή στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 1 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή παρόμοια σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης. Κατάσταση στην οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μόνιμα με ένα και το αυτό πρόσωπο με σχέση ελέγχου θεωρείται επίσης ότι συνιστά στενό δεσμό μεταξύ αυτών των προσώπων.

  • ιδ) «αρμόδιες αρχές», οι εθνικές αρχές που είναι εξουσιοδοτημένες, δυνάμει νομοθετικών ή κανονιστικών ρυθμίσεων, να εποπτεύουν τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις·
  • ιε) «χρηματοπιστωτική επιχείρηση», ένας των κάτωθι

οργανισμών: i) πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα κατά την έννοια των οικείων διατάξεων του ν. 3601/2007, όπως ισχύει, ii) ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου κατά την έννοια των οικείων διατάξεων του παρόντος διατάγματος, iii) εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εταιρεία διαχείρισης οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, εταιρεία επενδύσεων και κάθε συναφής χρηματοοικονομικός οργανισμός σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις των νόμων 3606/2007 και 3283/2004, όπως ισχύουν, iv) Μικτή Χρηματοοικονομική Εταιρεία Συμμετοχών κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 15 του ν. 3455/2006.

2.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 περίπτωση (α) του παρόντος άρθρου, η παροχή κάλυψης από αντασφαλιστική επιχείρηση σε ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών του ν. 3029/2002, όπως ισχύει ή της Οδηγίας 2003/41/ΕΚ, στις περιπτώσεις που το κράτος − μέλος καταγωγής του ιδρύματος έχει επιτρέψει τέτοια κάλυψη, θεωρείται επίσης δραστηριότητα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου.

Άρθρο 81

Πεδίο εφαρμογής

1.

Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται στις ελληνικές αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

2.

Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν εφαρμόζονται στις εργασίες αντασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων για λογαριασμό ή με την εγγύηση του Κράτους ή όταν το Κράτος είναι αντασφαλιστής. Επίσης δεν εφαρμόζονται στην αντασφάλιση που ασκείται ή για την οποία εγγυάται πλήρως, κυβέρνηση κράτους − μέλους, όταν αυτή ενεργεί για λόγους ουσιώδους δημοσίου συμφέροντος, με την ιδιότητα του αντασφαλιστή τελευταίου βαθμού περιλαμβανομένων των περιπτώσεων, όπου ο ρόλος αυτός απαιτείται από τις συνθήκες της αγοράς, λόγω των οποίων καθίσταται ανέφικτη η απόκτηση επαρκούς κάλυψης από επιχειρήσεις της αγοράς. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ: ΑΝΑΛΗΨΗ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ, ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΣΕ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ, ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ

Άρθρο 82

Άσκηση αντασφάλισης

1.

Με εξαίρεση τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους − μέλους, η καθ’ οιονδήποτε τρόπο κατ’ επάγγελμα άσκηση αντασφάλισης στην Ελλάδα επιτρέπεται, μόνο εφόσον διενεργείται από αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, ή από ασφαλιστικές επιχειρήσεις, μόνο όμως για τον κλάδο για τον οποίον αυτές έχουν αδειοδοτηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος.

2.

Όποιος με πρόθεση ασκεί αντασφάλιση κατά παράβαση των προβλέψεων της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται, πλέον των αναφερομένων στο παρόν διάταγμα διοικητικών προστίμων, και με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους. Σε περίπτωση που η αντασφάλιση ασκείται από νομικό πρόσωπο, με την ποινή του προηγούμενου εδαφίου τιμωρείται όποιος ασκεί τη διοίκηση ή διαχείριση του νομικού προσώπου.

Άρθρο 83

Άδεια λειτουργίας και μητρώο αντασφαλιστικών επιχειρήσεων

1.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. χορηγεί άδεια λειτουργίας σε αντασφαλιστική επιχείρηση, εφόσον αυτή έχει την καταστατική των αντασφαλιστικών υπηρεσιών, που αυτή μπορεί να παρέχει σε αντασφαλίσεις ζωής, αντασφαλίσεις ζημιών και μικτές αντασφαλίσεις. Αντασφαλιστική επιχείρηση, που έχει αδειοδοτηθεί για αντασφαλίσεις ζωής ή ζημιών, μπορεί να υποβάλει αίτηση επέκτασης της άδειάς της για μικτές αντασφαλίσεις τηρώντας τις προϋποθέσεις του παρόντος κεφαλαίου.

2.

Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λειτουργούν είτε με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας είτε με τη μορφή αλληλασφαλιστικού συνεταιρισμού του άρθρου 35 παρ. 4 του παρόντος διατάγματος, έχουν δε αμφότεροι ως αποκλειστικό σκοπό την παροχή υπηρεσιών αντασφάλισης. Ειδικά οι ανώνυμες αντασφαλιστικές εταιρείες δύνανται να σωρεύουν στο σκοπό τους και τη δραστηριότητα της Μικτής Χρηματοοικονομικής Εταιρείας Συμμετοχών κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 15 του ν. 3455/2006.

3.

Στην επωνυμία τους, οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προσδιορίζονται, οι μεν ανώνυμες εταιρείες ως «Ανώνυμη Αντασφαλιστική Εταιρεία», οι δε συνεταιρισμοί ως «Αλληλασφαλιστικοί Αντασφαλιστικοί Συνεταιρισμοί».

4.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. τηρεί σύμφωνα με το άρθρο 50 του παρόντος διατάγματος μητρώο αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στο οποίο καταχωρεί τις εταιρείες και τους συνεταιρισμούς στους οποίους έχει χορηγήσει άδεια λειτουργίας. Το μητρώο ενημερώνεται εντός εύλογου χρόνου από την επέλευση οποιασδήποτε αλλαγής.

5.

Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να συμμορφώνονται καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας τους με τους όρους που τίθενται στο παρόν διάταγμα και τις αφορούν.

6.

Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να αναγράφουν σε κάθε έντυπο, δημοσίευση, ανακοίνωση ή διαφήμιση ότι εποπτεύονται από την ΕΠ.Ε.Ι.Α., καθώς και τον αριθμό της άδειας λειτουργίας τους.

7.

Χορηγηθείσα σύμφωνα με το παρόν άρθρο άδεια λειτουργίας ισχύει για το σύνολο της Κοινότητας, όπου η αντασφαλιστική επιχείρηση δύναται να παράσχει υπηρεσίες με εγκατάσταση ή με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στον Τίτλο IV του παρόντος κεφαλαίου.

Άρθρο 84

Aρχικό εγγυητικό κεφάλαιο αντασφαλιστικής επιχείρησης

1.

Το αρχικό εγγυητικό κεφάλαιο αντασφαλιστικής επιχείρησης, προκειμένου για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας της, ανέρχεται τουλάχιστον σε τρία εκατομμύρια (3.000.000) ευρώ.

2.

Οι μετοχές των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων είναι ονομαστικές.

3.

Για να εκδοθεί άδεια σύστασης σε αντασφαλιστική επιχείρηση, σύμφωνα με τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιριών ή τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 35 του παρόντος διατάγματος, απαιτείται να κατατεθεί προηγουμένως σε ειδικό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί στην Ελλάδα το μετοχικό της κεφάλαιο, καθώς και να έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας από την ΕΠ.Ε.Ι.Α..

4.

Το μετοχικό κεφάλαιο καταβάλλεται τοις μετρητοίς. Μερική καταβολή του αποκλείεται.

Άρθρο 85

Προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας αντασφαλιστικής επιχείρησης

1.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος κεφαλαίου και ειδικότερα εφόσον:

  • α) έχει καταβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 84 του παρόντος διατάγματος το αρχικό εγγυητικό κεφάλαιο,
  • β) έχει κριθεί η καταλληλότητα των ιδιοκτητών (μετόχων) και διοικητών της ασφαλιστικής επιχείρησης,
  • γ) έχει κριθεί βιώσιμο το πρόγραμμα δραστηριοτήτων

της επιχείρησης δεδομένης και της οργανωτικής της επάρκειας σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 86 του παρόντος διατάγματος,

  • δ) η αντασφαλιστική επιχείρηση έχει ως αποκλειστικούς σκοπούς τους αναφερόμενους στο άρθρο 83 παρ.

2 του παρόντος διατάγματος.

2.

Οι ιδρυτές ή οι μέτοχοι της αντασφαλιστικής επιχείρησης παρέχουν όλες τις πληροφορίες, οι οποίες είναι αναγκαίες για να μπορέσει η ΕΠ.Ε.Ι.Α. να αξιολογήσει ότι η αντασφαλιστική επιχείρηση κατά το χρόνο που θα λάβει την άδεια λειτουργίας θα πληροί τις προϋποθέσεις για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

3.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. ενημερώνει την αιτούσα επιχείρηση εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης άδειας λειτουργίας, για τη χορήγηση ή την αιτιολογημένη απόρριψη της άδειας.

4.

Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορούν να εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και κάθε τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια.

5.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. ζητά, πριν από τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε αντασφαλιστική επιχείρηση, τη γνώμη της αρμόδιας αρχής του κράτους − μέλους καταγωγής, όταν η αιτούσα: (α) είναι θυγατρική χρηματοπιστωτικής επιχείρησης που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος − μέλος ή (β) ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν χρηματοπιστωτική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος − μέλος.

6.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. ζητά, πριν από τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε αντασφαλιστική επιχείρηση, τη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, όταν η αιτούσα: (α) είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος, ΑΕΠΕΥ ή ΑΕΔΑΚ που εδρεύει στην Ελλάδα, ή (β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος, ΑΕΠΕΥ ή ΑΕΔΑΚ που εδρεύει στην Ελλάδα, ή (γ) ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν πιστωτικό ίδρυμα, ΑΕΠΕΥ ή ΑΕΔΑΚ που εδρεύει στην Ελλάδα.

Άρθρο 86

Πρόγραμμα δραστηριοτήτων και οργανωτικές προϋποθέσεις

1.

Για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας και κάθε άδειας επέκτασής της σε μικτές αντασφαλίσεις, η αντασφαλιστική επιχείρηση υποβάλει στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. Πρόγραμμα Δραστηριοτήτων και Περίληψη Οργανωτικών Προϋποθέσεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 έως 4 του παρόντος άρθρου.

  • α) τη φύση των κινδύνων, τους οποίους η αντασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να καλύψει·
  • β) τα είδη των αντασφαλιστικών ρυθμίσεων τις οποίες

η αντασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να πραγματοποιήσει με τις εκχωρούσες επιχειρήσεις·

  • γ) τις κατευθυντήριες αρχές όσον αφορά την αντεκχώρηση·
  • δ) τα οικονομικά στοιχεία που συγκροτούν το ελάχιστο εγγυητικό κεφάλαιο·
  • ε) τις προβλέψεις για τα έξοδα εγκατάστασης των

διοικητικών υπηρεσιών και του δικτύου παραγωγής, καθώς και τα χρηματοοικονομικά μέσα που προορίζονται για την αντιμετώπισή τους.

3.

Επιπλέον των απαιτήσεων της παραγράφου 2 ανωτέρω, για τις τρεις πρώτες εταιρικές χρήσεις το Πρόγραμμα Δραστηριοτήτων περιλαμβάνει:

  • α) προβλέψεις σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης, εκτός

των εξόδων εγκατάστασης, ιδίως τα τρέχοντα γενικά έξοδα και τις προμήθειες·

  • β) προβλέψεις σχετικά με τα ασφάλιστρα ή τις εισφορές και τις αξιώσεις αποζημίωσης·
  • γ) τον προβλεπόμενο ισολογισμό·
  • δ) τις προβλέψεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά

μέσα που προορίζονται να καλύψουν τις αναλήψεις υποχρεώσεων και το περιθώριο φερεγγυότητας.

4.

Η Περίληψη Οργανωτικών Προϋποθέσεων περιλαμβάνει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η αντασφαλιστική επιχείρηση σε συνεχή βάση:

  • α) εφαρμόζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες

για να εξασφαλίζεται επαρκώς η συμμόρφωσή της με τις υποχρεώσεις, αυτή και τα στελέχη της που υπέχει από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος,

  • β) καταρτίζει και εφαρμόζει αποτελεσματικές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση

καταστάσεων συγκρούσεως συμφερόντων,

  • γ) λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ορθή

διαχείριση των αναλαμβανόμενων κινδύνων και τη διατήρηση της φερεγγυότητάς της,

  • δ) λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, όταν αναθέτει

σε τρίτους την εκτέλεση επιχειρησιακών ή ελεγκτικών λειτουργιών ουσιώδους σημασίας, ώστε να αποφεύγεται η αδικαιολόγητη επιδείνωση του λειτουργικού κινδύνου και να μην παραβλάπτεται ουσιωδώς η ποιότητα του εσωτερικού ελέγχου της επιχείρησης ούτε η δυνατότητα της ΕΠ.Ε.Ι.Α. να εποπτεύει τη συμμόρφωση της επιχείρησης με τις υποχρεώσεις της,

  • ε) έχει υγιείς διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, μηχανισμούς διαχείρισης κινδύνου και εσωτερικού

ελέγχου, αποτελεσματικές διαδικασίες εκτίμησης των κινδύνων και κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου και ασφάλειας των συστημάτων ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων.

5.

Κατ’ ελάχιστον γνωστοποιούνται στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. τα πρόσωπα του άρθρου 55 του παρόντος διατάγματος, ήτοι ο Υπεύθυνος Διοίκησης και Διαχείρισης, ο Υπεύθυνος Αναλογιστής, ο Υπεύθυνος Διαχείρισης Κινδύνων, ο Υπεύθυνος Εσωτερικού Ελέγχου και ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης για την Αποφυγή Νομιμοποίησης εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες, ως και κάθε αλλαγή που επέρχεται στα πρόσωπα εντός δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία επέλευσή της.

6.

Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. εξειδικεύονται για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 87

Μέτοχοι ασφαλιστικής επιχείρησης με ειδικές συμμετοχές

1.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. χορηγεί άδεια σε αντασφαλιστική επιχείρηση μόνο εφόσον γνωρίζει την ταυτότητα των άμεσων ή έμμεσων μετόχων, φυσικών ή νομικών προσώπων, που κατέχουν ειδικές συμμετοχές, καθώς και το ύψος των εν λόγω ειδικών συμμετοχών. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας εφόσον, εν όψει της ανάγκης να διασφαλιστεί η ορθή και συνετή διαχείριση της αντασφαλιστικής επιχείρησης, δεν έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των μετόχων που κατέχουν ειδικές συμμετοχές. Εάν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ της αντασφαλιστικής επιχείρησης και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνο εάν οι δεσμοί αυτοί δεν εμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων.

2.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δεν χορηγεί άδεια, εάν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας που διέπουν ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τα οποία η αντασφαλιστική επιχείρηση έχει στενούς δεσμούς ή οι δυσχέρειες που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή τους, εμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων.

3.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. εγκρίνει εκ των προτέρων την απόκτηση ή διάθεση ειδικής συμμετοχής σύμφωνα με την παράγραφο αυτή. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο μεμονωμένα ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα, προτίθεται: (α) να αποκτήσει ή να αυξήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε αντασφαλιστική επιχείρηση έτσι ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει να φθάσει ή να υπερβεί το 20%, 1/3 ή 50% έτσι ώστε η αντασφαλιστική επιχείρηση να καταστεί θυγατρική του, γνωστοποιεί προηγουμένως εγγράφως στην ΕΠ.Ε.Ι.Α., το ύψος της συμμετοχής που θα προκύψει από τη σκοπούμενη συναλλαγή, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία σύμφωνα με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, (β) να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε αντασφαλιστική επιχείρηση, γνωστοποιεί προηγουμένως εγγράφως στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. το ύψος της συμμετοχής και την πρόθεσή του να μειώσει τη συμμετοχή του έτσι ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει να μειωθεί σε λιγότερο από το 20%, 1/3 ή 50%, έτσι ώστε η αντασφαλιστική επιχείρηση να παύσει να είναι θυγατρική του.

4.

Η εκτίμηση της απόκτησης συμμετοχής υπόκειται στην προηγούμενη διαβούλευση που προβλέπεται στην παρ. 5 του άρθρου 85 του παρόντος διατάγματος, εάν το πρόσωπο που αποκτά τη συμμετοχή που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου είναι:

  • α) χρηματοπιστωτική επιχείρηση, που έχει λάβει άδεια

λειτουργίας σε άλλο κράτος − μέλος,

  • β) μητρική χρηματοπιστωτικής επιχείρησης, που έχει

λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος − μέλος,

  • γ) πρόσωπο που ελέγχει χρηματοπιστωτική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος

− μέλος. διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της διαβούλευσης της παρούσας παραγράφου.

5.

Αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία λαμβάνει γνώση οποιασδήποτε απόκτησης ή εκχώρησης συμμετοχών στο κεφάλαιό της με την οποία οι συμμετοχές σε αυτήν υπερβαίνουν ή κατέρχονται κάτω από τα όρια του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3, ενημερώνει άμεσα την ΕΠ.Ε.Ι.Α.. Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις γνωστοποιούν στην ΕΠ.Ε.Ι.Α., μέχρι τις 31 Ιανουαρίου κάθε έτους, τα ονόματα των μετόχων που κατείχαν ειδικές συμμετοχές και τα ποσοστά αυτών των συμμετοχών, κατά τη διάρκεια του παρελθόντος έτους, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων τις πληροφορίες που ανακοινώνονται στις ετήσιες γενικές συνελεύσεις των μετόχων και, προκειμένου περί αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, των οποίων οι κινητές αξίες είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά τις δημοσιοποιήσεις σημαντικών συμμετοχών των μετόχων τους.

6.

Εάν η επιρροή των προσώπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ορθή και συνετή διαχείριση της αντασφαλιστικής επιχείρησης, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για να τερματιστεί αυτή η κατάσταση. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν ιδίως την αίτηση λήψης δικαστικών μέτρων, την επιβολή κυρώσεων κατά διοικητικών στελεχών και μελών του διοικητικού συμβουλίου ή την αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από μετοχές που κατέχουν οι εν λόγω μέτοχοι. Παρόμοια μέτρα μπορούν να ληφθούν και κατά των προσώπων που δεν συμμορφώνονται με την υποχρέωση προηγούμενης ενημέρωσης σε περίπτωση απόκτησης ή αύξησης ειδικής συμμετοχής. Σε περίπτωση απόκτησης συμμετοχής παρά την αντίθετη απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. ανεξάρτητα από τις άλλες κυρώσεις που μπορεί να επιβληθούν, είναι άκυρη η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από αυτές τις μετοχές.

7.

Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να καθορίζεται η περίοδος και η διαδικασία αξιολόγησης των γνωστοποιήσεων για την έγκριση ειδικής συμμετοχής που λαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, καθώς και οι σχετικές πληροφορίες και τα δικαιολογητικά που πρέπει να υποβάλλονται από τα πρόσωπα που προτίθενται να αποκτήσουν ειδική συμμετοχή σε αντασφαλιστική επιχείρηση.

Άρθρο 88

Πρόσωπα που διευθύνουν αντασφαλιστική επιχείρηση

1.

Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της αντασφαλιστικής επιχείρησης οφείλουν να έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα αξιοπιστίας και πείρας, ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή και συνετή διαχείριση της επιχείρησης.

2.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να αρνηθεί να χορηγήσει άδεια λειτουργίας ή να αντιταχθεί σε κάθε μεταβολή της διοίκησης αντασφαλιστικής επιχείρησης, εάν διατηρεί επιφυλάξεις για την αξιοπιστία και την πείρα των προσώπων που θα διευθύνουν πραγματικά την επιχείρηση ή εάν υπάρχουν αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι η διοίκηση της ασφαλιστικής επιχείρησης αποτελεί απειλή για την ορθή και συνετή διαχείρισή της.

3.

Η αντασφαλιστική επιχείρηση γνωστοποιεί χωρίς υπαίτια βραδύτητα στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. κάθε μεταβολή στη διοίκησή της και της παρέχει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να εκτιμήσει η ΕΠ.Ε.Ι.Α., εάν τα νέα πρόσωπα που διορίζονται στη διοίκηση της επιχείρησης παρέχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα αξιοπιστίας και πείρας. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. θεωρείται ότι εγκρίνει τη μεταβολή στη διοίκηση αντασφαλιστικής επιχείρησης, εάν δεν αντιταχθεί σε αυτή εντός ενός (1) μηνός από τη γνωστοποίηση της μεταβολής.

4.

Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορούν να εξειδικεύονται τα κριτήρια καταλληλότητας των μελών του διοικητικού συμβουλίου αντασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και των λοιπών προσώπων που διευθύνουν τη δραστηριότητά της.

Άρθρο 89

Οικονομικές Καταστάσεις και τακτικός έλεγχος αντασφαλιστικής επιχείρησης

1.

Οι διατάξεις του εντέκατου κεφαλαίου του παρόντος διατάγματος εφαρμόζονται στις αντασφαλιστικές αναλήψεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, διέπουν δε αναλογικά εφαρμοζόμενες και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

2.

Ο έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων διενεργείται υποχρεωτικά από ορκωτούς ελεγκτές.

Άρθρο 90

Οικονομικές απαιτήσεις της αγοράς Για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δεν εξετάζει τη σχετική αίτηση υπό το πρίσμα των οικονομικών απαιτήσεων της αγοράς.

Άρθρο 91

Ανάκληση άδειας λειτουργίας αντασφαλιστικής επιχείρησης

1.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας αντασφαλιστικής επιχείρησης: (α) εάν η αντασφαλιστική επιχείρηση δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία χορήγησής της, παραιτηθεί ρητώς από αυτήν ή παύσει να ασκεί αντασφάλιση για συνεχόμενο διάστημα τουλάχιστον έξι (6) μηνών, (β) εάν απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλο παράνομο τρόπο, (γ) εάν κρίνει ότι έχουν παύσει να συντρέχουν πλέον οι προϋποθέσεις με βάση τις οποίες είχε χορηγηθεί η άδεια λειτουργίας, (δ) εάν η αντασφαλιστική επιχείρηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων, (ε) εάν η αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις των διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας.

2.

Πριν προχωρήσει στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. γνωστοποιεί στην αντασφαλιστική επιχείρηση τις διαπιστωθείσες ελλείψεις ή παραβάσεις, καθώς και την πρόθεσή της να προχωρήσει σε ανάκληση της άδειας λειτουργίας της, τάσσοντάς της ταυτόχρονα προθεσμία, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δέκα (10) ημέρες από την παραπάνω γνωστοποίηση, μέσα στην οποία η εταιρία οφείλει να διατυπώσει τις απόψεις της και να λάβει, όταν συντρέχει περίπτωση, τα κατάλληλα μέτρα για την παύση των παραβιάσεων ή την άρση των συνεπειών τους. Μετά την πάροδο της που έχει λάβει, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. αποφασίζει οριστικώς.

Άρθρο 92

Μεταβίβαση Χαρτοφυλακίου Αντασφαλιστική επιχείρηση δύναται, με απόφαση του Δ.Σ. ή της Γ.Σ. και ύστερα από έγκριση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να μεταβιβάσει σε μία ή περισσότερες κοινοτικές και εποπτευόμενες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου της, που έχει συναφθεί με εγκατάσταση ή ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Η μεταβίβαση εγκρίνεται, εφόσον η επιχείρηση προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση κατέχει το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας, μετά τη γενόμενη μεταβίβαση. Για την έγκριση της μεταβίβασης, εφαρμόζεται αναλογικά η διαδικασία του άρθρου 59 του παρόντος διατάγματος. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ: ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ

Άρθρο 93

Τεχνικά αποθέματα

1.

Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα την Ελλάδα, υποχρεούνται να σχηματίζουν και να διατηρούν σε συνεχή βάση επαρκή τεχνικά αποθέματα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 του παρόντος διατάγματος αναλογικά εφαρμοζομένου, για το σύνολο των αντασφαλίσεων που συνάπτουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στα άλλα κράτη – μέλη μέσω υποκαταστημάτων ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Για τις ασφαλίσεις που συνάπτουν σε τρίτες χώρες οι ανωτέρω ασφαλιστικές επιχειρήσεις σχηματίζουν τεχνικά αποθέματα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, εφόσον δεν υπόκεινται σε αντίστοιχη υποχρέωση σχηματισμού στην τρίτη χώρα.

2.

Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α., μπορεί να εισάγεται υποχρέωση σχηματισμού επιπλέον τεχνικών αποθεμάτων, όπως ενδεικτικά καταστροφικών κινδύνων, εξισορρόπησης του τεχνικού αποτελέσματος, εγγυήσεων και διαχειριστικών εξόδων και να καθορίζεται κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, όπως ενδεικτικά οι τεχνικές βάσεις ως και οι αρχές της μεθοδολογίας υπολογισμού επαρκών τεχνικών αποθεμάτων ασφαλίσεων κατά ζημιών και ασφαλίσεων ζωής.

Άρθρο 94

Απόθεμα εξισορρόπησης

1.

Κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση που αντασφαλίζει κινδύνους του Κλάδου 14 του Κεφαλαίου Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 13 του παρόντος διατάγματος («Πιστώσεις») υποχρεούται σε σχηματισμό, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο του παρόντος διατάγματος, και κάλυψη, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο του παρόντος διατάγματος, αποθέματος εξισορρόπησης, με σκοπό την αντιστάθμιση τυχόν τεχνικής ζημίας ή τυχόν ανώτερου του μέσου όρου ποσοστού αξιώσεων αποζημίωσης σε αυτόν τον κλάδο κατά τη διάρκεια μιας οποιασδήποτε εταιρικής χρήσης.

2.

Το αποθεματικό εξισορρόπησης υπολογίζεται σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 7 παρ. 2Α(δ) του παρόντος διατάγματος αναλογικώς εφαρμοζομένου.

3.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί με απόφασή της να επεκτείνει την υποχρέωση σχηματισμού αποθέματος εξισορρόπησης για αντασφαλίσεις κλάδων κινδύνων πέραν των αντασφαλίσεων πιστώσεων ρυθμίζοντας σχετικά κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια τόσο για την επέκταση αυτή όσο και για την εν γένει εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 95

Επένδυση περιουσιακών στοιχείων τεχνικών αποθεμάτων και αποθέματος εξισορρόπησης

1.

Η αντασφαλιστική επιχείρηση επενδύει τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα και το απόθεμα εξισορρόπησης του προηγούμενου άρθρου επί τη βάσει των παρακάτω αρχών:

  • α) Τα περιουσιακά στοιχεία αντιστοιχούν υποχρεωτικά στο είδος της αντασφαλιστικής δραστηριότητας.

Λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη, για τη λήψη των επενδυτικών αποφάσεων, το είδος, το ύψος και η διάρκεια των αναμενόμενων πληρωμών έναντι αποζημιώσεων, κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται η επάρκεια, ρευστότητα, ασφάλεια, ποιότητα, κερδοφορία και ανταπόδοση των επενδύσεων.

  • β) Εξασφαλίζεται με ευθύνη της αντασφαλιστικής επιχείρησης ότι τα περιουσιακά στοιχεία, που επιλέγονται

προς επένδυση, είναι διαφοροποιημένα και αρκούντως διασπαρμένα, καθιστώντας έτσι την επιχείρηση ικανή να ανταποκρίνεται δεόντως στις μεταβολές των οικονομικών συνθηκών, ιδίως στις εξελίξεις των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών ακινήτων, ή σε ευρείας κλίμακας καταστροφές. Η αντασφαλιστική επιχείρηση εκτιμά και υπολογίζει τον αντίκτυπο που μπορεί να έχουν ανώμαλες συνθήκες αγοράς στα περιουσιακά της στοιχεία και διαφοροποιεί τα στοιχεία αυτά κατά τρόπον ο οποίος να μειώνει τον ως άνω αντίκτυπο.

  • γ) Η επένδυση σε περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη

αγορά κατά την έννοια του ν. 3606/2007 και της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ και δεν αποτελούν μερίδια ΟΣΕΚΑ αδειοδοτημένου από αρμόδια αρχή κράτους − μέλους επί τη βάσει του ν. 3283/2004 και της Οδηγίας 85/611/ΕΟΚ, όπως ισχύουν, επιτρέπεται μόνο με τις προϋποθέσεις που η ΕΠ.Ε.Ι.Α. με σχετική απόφασή της καθορίζει.

  • δ) Επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα πέραν των

προβλεπομένων στις περιπτώσεις α΄ έως γ΄ του άρθρου 5 του ν. 3606/2007 επιτρέπονται, μόνο με τις προϋποθέσεις που η ΕΠ.Ε.Ι.Α. με σχετική απόφασή της καθορίζει επί τη βάσει των εξής αρχών:

  • δα) οι επενδύσεις αυτές διενεργούνται αποκλειστικά,

είτε για αντιστάθμιση κινδύνου είτε για διευκόλυνση της αποτελεσματικής διαχείρισης χαρτοφυλακίου,

  • δβ) οι επενδύσεις αυτές αποτιμώνται από τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις συντηρητικά και πάντοτε επί

τη βάσει της τρέχουσας αξίας των υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων και

  • δγ) απαγορεύεται η υπέρμετρη έκθεση στον κίνδυνο

που απορρέει είτε από έναν και μόνο αντισυμβαλλόμενο είτε από μεγάλη έκθεση σε εν γένει παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα.

  • ε) Τα περιουσιακά στοιχεία διαφοροποιούνται δεόντως ώστε να αποφεύγεται η υπέρμετρη επένδυση σε

ένα συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο, εκδότη ή όμιλο επιχειρήσεων, η οποία αυξάνει τον πιστωτικό κίνδυνο· ρηση σε υπέρμετρη συγκέντρωση κινδύνου. Το παρόν στοιχείο ε΄ δεν εφαρμόζεται σε επενδύσεις σε κρατικά ομόλογα κρατών − μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.

Κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, όπως ενδεικτικά ζητήματα αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων, επιβολής ποσοτικών περιορισμών και περιορισμών ελέγχου και επένδυσης διαθεσίμων του Φορέα Ειδικού Σκοπού ρυθμίζονται με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α..

Άρθρο 96

Υποχρέωση διατήρησης φερεγγυότητας Κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να συγκροτεί και να διατηρεί συνεχώς επαρκές διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας ανάλογο προς το σύνολο των δραστηριοτήτων της, το οποίο αντιστοιχεί στην περιουσία της την ελεύθερη από κάθε υποχρέωση που δύναται να προβλεφθεί, χωρίς να συνυπολογίζονται σε αυτή τα άϋλα περιουσιακά στοιχεία της.

Άρθρο 97

Διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας Το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας αντασφαλιστικής επιχείρησης συγκροτείται και διατηρείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 3, 4 και 5 του άρθρου 17α του παρόντος διατάγματος.

Άρθρο 98

Αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας

1.

Το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας αντασφαλιστικής επιχείρησης για τις κατά ζημιών αντασφαλίσεις της προσδιορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 6, 7 και 8 του άρθρου 17α του παρόντος διατάγματος.

2.

Το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας αντασφαλιστικής επιχείρησης για τις αντασφαλίσεις ζωής αυτής προσδιορίζεται ως εξής:

  • α) Για τους Κλάδους Ι.1 με συμμετοχή στα αποθέματα

και Ι.2 της παρ. 2 του άρθρου 13 του παρόντος διατάγματος, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παρ. 9 του άρθρου 17α του παρόντος διατάγματος.

  • β) Για τους Κλάδους ΙΙΙ, VII και VIII της παρ. 2 του άρθρου 13 του παρόντος διατάγματος, σύμφωνα με την

περίπτωση γ΄ της παρ. 9 του άρθρου 17α του παρόντος διατάγματος.

  • γ) Για τον Κλάδο VI της παρ. 2 του άρθρου 13 του παρόντος διατάγματος, σύμφωνα με την περίπτωση δ΄ της

παρ. 9 του άρθρου 17α του παρόντος διατάγματος.

  • δ) Για τους Κλάδους και κινδύνους Ι.1 χωρίς συμμετοχή

στα αποθέματα, Ι.3, IV και V της παρ. 2 του άρθρου 13 του παρόντος διατάγματος, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 17α του παρόντος διατάγματος.

3.

Το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας αντασφαλιστικής επιχείρησης μικτών αντασφαλίσεων υπολογίζεται ξεχωριστά για τις αντασφαλίσεις ζωής και τις αντασφαλίσεις κατά ζημιών.

4.

Αντασφαλιστική επιχείρηση, που δεν συμμορφώνεται στις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου, θεωρείται επιχείρηση σε δυσπραγία, υπόκειται δε στις διαδικασίες του Τίτλου V του παρόντος κεφαλαίου.

Άρθρο 99

Ύψος κεφαλαίου εγγυήσεων

1.

Το ελάχιστο εγγυητικό κεφάλαιο αντασφαλιστικής επιχείρησης ανέρχεται σε τουλάχιστον 3.000.000 ευρώ ή στο τυχόν υψηλότερο ποσό που αντιστοιχεί στο ένα τρίτο του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητάς της, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί επί τη βάσει των προβλέψεων του άρθρου 98 του παρόντος διατάγματος.

2.

Το ελάχιστο εγγυητικό κεφάλαιο αντασφαλιστικής επιχείρησης συγκροτείται υποχρεωτικά από τα στοιχεία του άρθρου 17α παράγραφος 3 (i), (ii) και (iii.γ) του παρόντος διατάγματος.

3.

Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. καθορίζονται τα αναπροσαρμοσμένα ποσά των ελάχιστων εγγυητικών κεφαλαίων, τα οποία διαμορφώνονται με βάση τις μεταβολές του Ευρωπαϊκού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.

Άρθρο 100

Λογιστικά, εποπτικά και στατιστικά στοιχεία Στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 19 του παρόντος διατάγματος. TITΛΟΣ ΙV: ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΗ ΑΣΚΗΣΗ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 101

Ελεύθερη παροχή αντασφάλισης από ελληνική και κοινοτική επιχείρηση

1.

Ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους−μέλους, μπορεί να παρέχει ελεύθερα αντασφάλιση στην Ελλάδα χωρίς εγκατάσταση. Κατά την άσκηση της δραστηριότητας αυτής, η επιχείρηση οφείλει να συμμορφώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 112 του παρόντος διατάγματος.

2.

Οι ελληνικές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, που επιθυμούν να παράσχουν για πρώτη φορά αντασφάλιση στο έδαφος άλλου κράτους − μέλους χωρίς εγκατάσταση, ανακοινώνουν στην ΕΠ.Ε.Ι.Α.: (α) το κράτος − μέλος στο οποίο προτίθενται να παράσχουν υπηρεσίες αντασφάλισης, (β) πρόγραμμα δραστηριοτήτων, το οποίο αναφέρει συνοπτικά το επιχειρηματικό πλάνο και αναλυτικά στοιχεία για τη χρηματοοικονομική διάρθρωση του εγχειρήματος (τεχνικά αποθέματα, κάλυψη, φερεγγυότητα). Μνεία θα γίνεται και στο δίκτυο των συνδεδεμένων και μη ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, που τυχόν θα χρησιμοποιήσει στο άλλο κράτος − μέλος.

3.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. εντός μηνός από τη λήψη των πληροφοριών της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου, τις διαβιβάζει στην αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής. Η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αρχίσει τη δραστηριότητα της αντασφάλισης μετά τη διαβίβαση στην αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής των πληροφοριών αυτών.

4.

Σε περίπτωση που ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σκοπεύει να επιφέρει μεταβολές στα στοιχεία που είχε ανακοινώσει, βάσει της παραγράφου 2, γνωστοποιεί τούτο εγγράφως στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. ένα (1) μήνα τουλάχιστον πριν την επέλευση των μεταβολών. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής για κάθε μεταβολή. γνωστοποιήσεων και ανταλλαγής πληροφοριών του άρθρου αυτού και ρυθμίζεται κάθε άλλο τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια.

Άρθρο 102

Εγκατάσταση υποκαταστήματος για άσκηση αντασφάλισης σε άλλο κράτος − μέλος

1.

Ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που επιθυμεί να εγκαταστήσει υποκατάστημα για αντασφαλιστικές δραστηριότητες σε άλλο κράτος − μέλος γνωστοποιεί προηγουμένως στην ΕΠ.Ε.Ι.Α.: (α) τα κράτη − μέλη στο έδαφος των οποίων προτίθεται να εγκαταστήσει υποκατάστημα, (β) πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο αναφέρεται λεπτομερώς το επιχειρηματικό πλάνο, αναλυτικά στοιχεία για τη χρηματοοικονομική διάρθρωση του εγχειρήματος (τεχνικά αποθέματα, κάλυψη, φερεγγυότητα), περιγραφή της οργανωτικής διάρθρωσης του υποκαταστήματος και του δικτύου των συνδεδεμένων και μη ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, που τυχόν η επιχείρηση θα χρησιμοποιήσει στο άλλο κράτος − μέλος, (γ) τη διεύθυνση του υποκαταστήματος στο κράτος − μέλος υποδοχής από την οποία μπορούν να ζητηθούν έγγραφα, (δ) τα ονόματα των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη διοίκηση του υποκαταστήματος.

2.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α., εάν δεν έχει λόγους να αμφιβάλλει για την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή της χρηματοοικονομικής κατάστασης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής τις πληροφορίες της παραγράφου 1 εντός τριών (3) μηνών από τη λήψη τους και ενημερώνει σχετικά την επιχείρηση.

3.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α., εάν έχει λόγους να αμφιβάλλει για την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή της χρηματοοικονομικής κατάστασης της επιχείρησης, λαμβανομένων υπόψη των δραστηριοτήτων που προτίθεται να ασκήσει στο κράτος − μέλος υποδοχής, μπορεί να αρνηθεί να γνωστοποιήσει τις πληροφορίες της παραγράφου 1 στην αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής, αιτιολογώντας τους λόγους της άρνησής της στην επιχείρηση εντός τριών (3) μηνών από τη λήψη όλων των πληροφοριών.

4.

Μόλις η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση λάβει σχετική γνωστοποίηση από την αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής, ή ελλείψει παρόμοιας γνωστοποίησης, το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης της παραγράφου 1 από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. το υποκατάστημα μπορεί να αρχίσει τις δραστηριότητές του στο κράτος − μέλος υποδοχής.

5.

Σε περίπτωση που ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σκοπεύει να επιφέρει μεταβολές στα στοιχεία που είχε ανακοινώσει, βάσει της παραγράφου 1, γνωστοποιεί τούτο εγγράφως στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. ένα (1) μήνα τουλάχιστον πριν την επέλευση των μεταβολών. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής για κάθε μεταβολή.

6.

Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να καθορίζεται γνωστοποιήσεων και ανταλλαγής πληροφοριών του άρθρου αυτού και ρυθμίζεται κάθε άλλο τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια.

Άρθρο 103

Παροχή υπηρεσιών και εγκατάσταση υποκαταστήματος για άσκηση αντασφάλισης σε τρίτο κράτος

1.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να απαγορεύσει σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση την άσκηση αντασφάλισης σε τρίτο, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Ε.Ο.Χ., κράτος, εάν, με βάση τα στοιχεία που υποβάλλει σχετικά η επιχείρηση και αφού λάβει υπόψη της την εν γένει οργάνωση, χρηματοοικονομική κατάσταση και τεχνικοοικονομική υποδομή αυτής, κρίνει ότι η ίδρυση υποκαστήματος θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα του ελληνικού κοινού ή τη συστημική σταθερότητα.

2.

Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να καθορίζονται ειδικότερες προϋποθέσεις και διαδικασίες για την εγκατάσταση υποκαταστήματος σε τρίτο, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Ε.Ο.Χ., κράτος.

Άρθρο 104

Εγκατάσταση υποκαταστήματος προς άσκηση αντασφάλισης στην Ελλάδα από κοινοτική επιχείρηση

1.

Ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, που έχει άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους − μέλους, μπορεί να παρέχει αντασφάλιση στην Ελλάδα, με την εγκατάσταση υποκαταστήματος, μετά τη σχετική γνωστοποίηση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. προς την επιχείρηση και το αργότερο εντός δύο μηνών από τη γνωστοποίηση της αρμόδιας αρχής του κράτους − μέλους καταγωγής της προς την ΕΠ.Ε.Ι.Α..

2.

Η παροχή αντασφαλιστικών υπηρεσιών από υποκατάστημα ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, το οποίο είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα, υπόκειται στις υποχρεώσεις του άρθρου 112 του παρόντος διατάγματος. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. εποπτεύει την τήρηση των διατάξεων που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο και μπορεί να ζητεί τη λήψη των απαραίτητων μέτρων από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τη συμμόρφωση του υποκαταστήματος προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εν λόγω διατάξεις όσον αφορά τις στην Ελλάδα δραστηριότητες αντασφάλισης.

3.

Η αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος − μέλος μπορεί, κατά την άσκηση των καθηκόντων της και αφού ενημερώσει την ΕΠ.Ε.Ι.Α., να προβεί σε επιτόπιους ελέγχους στο υποκατάστημα της επιχείρησης το οποίο είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα.

4.

Ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, που έχουν εγκαταστήσει υποκαταστήματα στην Ελλάδα υποχρεούνται, για στατιστικούς λόγους, να υποβάλλουν στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. περιοδικές εκθέσεις σχετικά με τις αντασφαλιστικές δραστηριότητες των υποκαταστημάτων τους στην Ελλάδα.

5.

Ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, που έχουν εγκαταστήσει υποκαταστήματα στην Ελλάδα υποχρεούνται να παρέχουν στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους με τις διατάξεις που ισχύουν γι’ αυτές.

6.

Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να καθορίζονται οι όροι και η διαδικασία για την εγκατάσταση υποκαταστήματος αντασφαλιστικής επιχείρησης, που έχει άδεια λειτουργίας από άλλο κράτος − μέλος και την έναρξη δραστηριότητας αντασφάλισης στην Ελλάδα. τρίτου κράτους για την παροχή υπηρεσιών αντασφάλισης μπορούν να ασκούν αντασφάλιση στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος ύστερα από άδεια λειτουργίας της ΕΠ.Ε.Ι.Α.. Για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των Τίτλων ΙΙ, ΙΙΙ, V και VI του παρόντος κεφαλαίου. Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να εξειδικεύονται η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται, καθώς και οι ειδικότεροι όροι για τη χορήγηση της προβλεπόμενης στην παρούσα παράγραφο άδειας και να ρυθμίζεται κάθε τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια. ΤΙΤΛΟΣ V: ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΣΕ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΥΣΠΡΑΓΙΑ

Άρθρο 105

Διαπίστωση δυσπραγίας

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)