Νόμοι — ΦΕΚ A' 27/2009

Type Νόμος
Publication 2009-02-18
Τελευταία ενημέρωση 2009-02-16
State In force
Source ΦΕΚ
articles 131
Reform history JSON API
1.

Σε κάθε περίπτωση, που η ΕΠ.Ε.Ι.Α. απαγορεύει σε ελληνική αντασφαλιστική επιχείρηση την ελεύθερη διάθεση των στοιχείων του ενεργητικού της, οφείλει να ενημερώσει τα τυχόν κράτη υποδοχής της επιχείρησης για το μέτρο αυτό, οι δε αρμόδιες αρχές των κρατών αυτών υποχρεωτικά λαμβάνουν το ίδιο μέτρο, εφόσον η ΕΠ.Ε.Ι.Α. ζητήσει τούτο. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δύναται να απαγορεύει σε υποκαστάστημα αντασφαλιστικής επιχείρησης την ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών του στοιχείων, εφόσον λάβει ενημέρωση ότι η αρχή του κράτους καταγωγής της επιχείρησης έχει προβεί στη λήψη τέτοιου μέτρου. Η απαγόρευση διάθεσης είναι υποχρεωτική για την ΕΠ.Ε.Ι.Α., όταν λάβει σχετικό αίτημα επιβολής του εν λόγω μέτρου από την αρμόδια αρχή καταγωγής της αντασφαλιστικής επιχείρησης, το οποίο μπορεί να προσδιορίζει τα περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων ζητείται η απαγόρευση ή να απαιτεί τη γενικότερη δέσμευση όλων των περιουσιακών στοιχείων.

2.

Εάν μια ελληνική αντασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 93 έως και 95 του παρόντος διατάγματος, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί, άμεσα, να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών της στοιχείων.

3.

Για την αποκατάσταση της οικονομικής ευρωστίας μιας ελληνικής αντασφαλιστικής επιχείρησης της οποίας το περιθώριο φερεγγυότητας υπολείπεται πλέον του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 98 του παρόντος διατάγματος, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. απαιτεί να της υποβληθεί προς έγκριση σχέδιο επανόδου της στη χρηστή οικονομική διαχείριση. Σε έκτακτες περιπτώσεις, εάν η ΕΠ.Ε.Ι.Α. πιθανολογεί ότι θα επιδεινωθεί περαιτέρω η οικονομική κατάσταση της αντασφαλιστικής επιχείρησης, μπορεί επίσης να περιορίσει ή να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της αντασφαλιστικής επιχείρησης.

4.

Εάν το περιθώριο φερεγγυότητας υπολείπεται πλέον του ελάχιστου εγγυητικού κεφαλαίου του άρθρου 99 του παρόντος διατάγματος, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. απαιτεί από την αντασφαλιστική επιχείρηση να της υποβάλει προς έγκριση βραχυπρόθεσμο σχέδιο χρηματοδότησης. Μπορεί επίσης να περιορίσει ή να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της αντασφαλιστικής επιχείρησης.

5.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δύναται να λαμβάνει τα μέτρα που είναι αναγκαία και αποτελεσματικά για την απαγόρευση, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, της ελεύθερης διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στην Ελλάδα, τόσο για τις ελληνικές αντασφαλιστικές επιχειρήσεις όσο και για τα υποκαταστήματα αλλοδαπών μετά από αίτημα της αρμόδια αρχής του κράτους καταγωγής. Κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου μπορεί να καθορίζεται με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α..

Άρθρο 106

Σχέδιο χρηματοοικονομικής ανάκαμψης

1.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δύναται να απαιτεί την κατάρτιση σχεδίου χρηματοοικονομικής ανάκαμψης από αντασφαλιστική επιχείρηση για την οποία πιθανολογεί ότι υπάρχει κίνδυνος μη εκπλήρωσης των δια των αντασφαλιστικών συμβάσεων αναληφθεισών υποχρεώσεών της.

2.

Το σχέδιο χρηματοοικονομικής ανάκαμψης περιλαμβάνει, για τις τρεις επόμενες εταιρικές χρήσεις, τουλάχιστον τα ακόλουθα λεπτομερειακά ή αποδεικτικά στοιχεία:

  • α) εκτιμήσεις σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης, ιδίως

τα τρέχοντα γενικά έξοδα και τις προμήθειες·

  • β) διάγραμμα στο οποίο να εμφαίνονται λεπτομερώς

οι εκτιμήσεις εσόδων και εξόδων για τις αποδοχές αντασφάλισης και για τις εκχωρήσεις αντασφάλισης·

  • γ) τον προβλεπόμενο ισολογισμό·
  • δ) εκτιμήσεις σχετικά με τους χρηματοδοτικούς πόρους που προορίζονται να καλύψουν τις αναλήψεις

υποχρεώσεων και το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας·

  • ε) τη συνολική πολιτική στον τομέα των αντεκχωρήσεων.
3.

Οσάκις η χρηματοοικονομική θέση της αντασφαλιστικής επιχείρησης, κατά την εκτίμηση της ΕΠ.Ε.Ι.Α., επιδεινώνεται, με συνέπεια να επαπειλείται αθέτηση των συμβατικών της υποχρεώσεων, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δύναται να υποχρεώσει την επιχείρηση αυτή να διατηρεί υψηλότερο απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ότι αυτή θα είναι σε θέση να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις φερεγγυότητας κατά το εγγύς μέλλον. Το ύψος αυτού του υψηλότερου απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας προκύπτει από το σχέδιο χρηματοοικονομικής ανάκαμψης που έχει καταρτισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

4.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δύναται, κατά την κρίση της, να αναθεωρεί προς τα κάτω την αποτίμηση όλων των στοιχείων τα οποία είναι επιλέξιμα για τον υπολογισμό του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας, ιδίως οσάκις έχει επέλθει ουσιώδης μεταβολή στην τρέχουσα αξία των στοιχείων αυτών μετά τη λήξη της τελευταίας εταιρικής χρήσης.

5.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δύναται, κατά την κρίση της, να μειώνει την περικοπή, λόγω αντεκχώρησης, του περιθωρίου φερεγγυότητας που καθορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 97 και 98 του παρόντος διατάγματος, οσάκις:

  • α) έχει μεταβληθεί ουσιωδώς, μετά την τελευταία

εταιρική χρήση, η φύση ή η ποιότητα των συμβάσεων αντεκχώρησης·

  • β) στο πλαίσιο των συμβάσεων αντεκχώρησης, δεν

έχει λάβει καθόλου χώρα ή έχει γίνει περιορισμένη μεταβίβαση του κινδύνου. κονομικής ανάκαμψης σύμφωνα με το παρόν άρθρο άδεια για μεταβίβαση χαρτοφυλακίου σύμφωνα με το άρθρο 92 του παρόντος, εκτός εάν η ΕΠ.Ε.Ι.Α. θεωρεί ότι δεν επαπειλείται αθέτηση από την αντασφαλιστική επιχείρηση των συμβατικών της υποχρεώσεων.

7.

Κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου μπορεί να καθορίζεται με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α..

Άρθρο 106Α

Διορισμός εκκαθαριστή

1.

Σε περίπτωση έναρξης διαδικασίας εκκαθάρισης αντασφαλιστικής επιχείρησης, ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και εισέρχεται είτε σε καθεστώς εκούσιας ή αναγκαστικής εκκαθάρισης είτε σε καθεστώς πτώχευσης, ως ακολούθως: α. Η αντασφαλιστική επιχείρηση τίθεται σε καθεστώς αναγκαστικής εκκαθάρισης, με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α., σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας σύστασης και λειτουργίας της για παράβαση νόμου και σε κάθε περίπτωση λύσης του νομικού προσώπου αντασφαλιστικής επιχείρησης, στην οποία έχει απαγορευθεί η ελεύθερη διάθεση περιουσιακών της στοιχείων. Κατά το στάδιο της αναγκαστικής εκκαθάρισης και μέχρι την περάτωση αυτής, η αντασφαλιστική επιχείρηση δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση και αν τυχόν η πτωχευτική διαδικασία είχε αρχίσει, αυτή αναστέλλεται. β. Η αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία έχει λυθεί σύμφωνα με το άρθρο 47α του ν. 2190/1920 όπως ισχύει, και τελεί σε εκούσια εκκαθάριση (κοινή), μπορεί να τεθεί σε καθεστώς αναγκαστικής εκκαθάρισης με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α., που εκδίδεται μέσα σε δέκα ημέρες, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις που αναφέρονται στην περίπτωση α) ανωτέρω. Απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε διάθεση περιουσιακών στοιχείων της αντασφαλιστικής επιχείρησης κατά το χρονικό διάστημα από τη λύση του νομικού προσώπου έως και τη λήξη της ως άνω προθεσμίας. γ. Η αντασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε πτώχευση, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις σύμφωνα με τον Πτωχευτικό Κώδικα. Η αίτηση πτώχευσης αντασφαλιστικής επιχείρησης πρέπει για το παραδεκτό της συζήτησης να έχει κοινοποιηθεί προ δέκα ημερών στην ΕΠ.Ε.Ι.Α.. Ο Γραμματέας του Δικαστηρίου που κηρύσσει την πτώχευση κοινοποιεί απόσπασμα της απόφασης στην ΕΠ.Ε.Ι.Α., μέσα σε πέντε ημέρες από την κήρυξή της. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. διορίζει αμέσως επόπτη πτώχευσης, για τον οποίο εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις για τον επόπτη αναγκαστικής εκκαθάρισης.

2.

Η απόφαση για τη θέση της αντασφαλιστικής επιχείρησης σε αναγκαστική εκκαθάριση ορίζει τον επόπτη και καταχωρείται στο μητρώο αντασφαλιστικών εταιρειών του άρθρου 50 του παρόντος διατάγματος και στο μητρώο ασφαλιστικών ανωνύμων εταιριών. Περίληψη αυτής δημοσιεύεται στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. ορίζει ως επόπτη της αναγκαστικής εκκαθάρισης πρόσωπο με ειδικές γνώσεις και πείρα σε θέματα λειτουργίας αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή πιστωτικών ιδρυμάτων. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και η αμοιβή του επόπτη. Ο επόπτης υποβάλλει μέσα σε τρεις ημέρες από το διορισμό του, αίτηση διορισμού εκκαθαριστή στο αρμόδιο δικαστήριο. Μέχρι το διορισμό του εκκαθαριστή, ο επόπτης ασκεί όλες τις εξουσίες του εκκαθαριστή. Ο εκκαθαριστής διορίζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 739επ. ΚΠολΔ. ένα πρόσωπο με ειδικές γνώσεις και πείρα σε θέματα αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή πιστωτικών ιδρυμάτων από κατάλογο τριάντα (30) τουλάχιστον προσώπων που καταρτίζεται και τηρείται στην ΕΠ.Ε.Ι.Α.. Αντίθετες διατάξεις των καταστατικών δεν ισχύουν. Το δικαστήριο οφείλει να δικάσει την αίτηση μέσα σε πέντε ημέρες και να εκδώσει την απόφασή του το αργότερο μέσα σε πέντε ημέρες. Αναστολή της ισχύος της απόφασης δεν χωρεί. Με την ίδια δικαστική απόφαση ορίζεται και η αμοιβή του εκκαθαριστή.

3.

Κατά το χρονικό διάστημα που η αντασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε αναγκαστική εκκαθάριση αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα σε βάρος της, ιδίως δε απαγορεύεται η έναρξη ή η συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών των δικαιούχων από αντασφαλιστικές συμβάσεις κατά της αντασφαλιστικής επιχείρησης. Οι εκκρεμείς δίκες διακόπτονται και συνεχίζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων με πρωτοβουλία των δικαιούχων από αντασφαλιστικές συμβάσεις ή του επόπτη εκκαθάρισης και του εκκαθαριστή ή του συνδίκου της πτώχευσης.

4.

Αμέσως μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της αντασφαλιστικής επιχείρησης, ο επόπτης εκκαθάρισης προβαίνει σε σφράγιση και εν συνεχεία σε αποσφράγιση των κεντρικών γραφείων και των υποκαταστημάτων της επιχείρησης σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ.

5.

Η ως άνω ανάκληση δεν εμποδίζει τον εκκαθαριστή ή τον σύνδικο και κάθε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο προς τούτο από τις αρμόδιες αρχές να συνεχίζει ορισμένες δραστηριότητες της αντασφαλιστικής επιχείρησης, εφόσον αυτό απαιτείται ή ενδείκνυται για τους σκοπούς της εκκαθάρισης με τη συναίνεση και υπό τον έλεγχο της εποπτικής αρχής.

6.

Ο επόπτης εκκαθάρισης ή ο σύνδικος της πτώχευσης καλεί μέσα σε δέκα ημέρες από τον ορισμό τους δικαιούχους αντασφαλιστικών απαιτήσεων, με ανακοίνωση που δημοσιεύεται μια φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχείς εβδομάδες σε πέντε ημερήσιες ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδες, από τις οποίες μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης και μια οικονομική, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογητικά στοιχεία μέσα σε τρεις μήνες από την τελευταία δημοσίευση. Δεν καλούνται οι δικαιούχοι αντασφαλίσεων ζωής για τους οποίους δεν έχει επέλθει ασφαλιστική περίπτωση. Η επαλήθευση των απαιτήσεων γίνεται από τα ως άνω όργανα, αρχίζει το αργότερα μέσα σε τρεις ημέρες από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας και ολοκληρώνεται στο συντομότερο δυνατό διάστημα. Γίνονται δεκτές οι απαιτήσεις που δεν αμφισβητούνται από τα ως άνω όργανα ή έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη απόφαση ή απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου. Ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή σύνδικος υποβάλλουν στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. κατάσταση των δικαιούχων αντασφαλιστικών απαιτήσεων μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών. βάσεις ζημιών και ζωής, εφόσον έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση,

  • β) των δικαιούχων αντασφαλιστικών απαιτήσεων που

προέρχονται από οφειλές από μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα και

  • γ) όσων πιστωτών αναγγέλθηκαν μέσα στη νόμιμη

προθεσμία. Για τις απαιτήσεις που αμφισβητούνται δικαστικά ή εξώδικα γίνεται χωριστή μνεία, στην οποία αναφέρεται το ποσό που εκτιμά ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο σύνδικος της πτώχευσης και το ποσό που διεκδικεί ο δικαιούχος. Στην κατάσταση καταχωρούνται και οι τυχόν διαφωνίες κατά την επαλήθευση μεταξύ επόπτη και εκκαθαριστή ή συνδίκου. Η κατάσταση καταχωρείται αμέσως στο μητρώο αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και η ανακοίνωση της καταχώρησής της δημοσιεύεται σε δύο τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης, μία φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες. Αντιρρήσεις κατά της ως άνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της αντασφαλιστικής επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο.

7.

Με αίτηση του εκκαθαριστή ή του συνδίκου, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να επιτρέψει την αποδέσμευση των περιουσιακών στοιχείων που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση. Ο εκκαθαριστής ή ο σύνδικος ικανοποιεί από το προϊόν της εκποίησης τους δικαιούχους αντασφαλιστικών απαιτήσεων συμμέτρως. Η εκποίηση ακινήτων γίνεται ύστερα από εκτίμηση της επιτροπής του άρθρου 9 του ν. 2190/1920 όπως ισχύει. Η μεταβίβαση ολόκληρου ή μέρους χαρτοφυλακίου γίνεται ύστερα από άδεια της ΕΠ.Ε.Ι.Α., στην οποία καθορίζονται και οι όροι της, κατά παρέκκλιση του άρθρου 59 του παρόντος διατάγματος. Σε περίπτωση άρνησης για οποιονδήποτε λόγο του εκκαθαριστή ή του συνδίκου να προβεί χωρίς καθυστέρηση στις ενέργειες που εκτελεί από κοινού με τον αντίστοιχο επόπτη, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, οι ενέργειες αυτές εκτελούνται έγκυρα από μόνον τον επόπτη, ο οποίος προβαίνει στη σχετική μνεία της άρνησης. Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. ορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει η διακήρυξη διενέργειας του πλειοδοτικού διαγωνισμού, σύμφωνα με όσα ορίζονται για τις πρωτασφαλιστικές επιχειρήσεις.

8.

Προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο, εκτός από το προνόμιο της παραγράφου 9 του ίδιου άρθρου έχουν: α) οι δικαιούχοι απαιτήσεων από αντασφαλιστικές συμβάσεις ζημιών και ζωής και β) οι δικαιούχοι απαιτήσεων από αντασφαλιστικές συμβάσεις λόγω μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων. Το προνόμιο αυτό ασκείται αποκλειστικά από τους δικαιούχους αντασφαλίσεων ζωής, από τους δικαιούχους των αντασφαλίσεων ζημιών, στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση αντίστοιχα για καθεμιά από τις ασφαλίσεις αυτές. Το ως άνω προνόμιο ισχύει τόσο κατά τη λειτουργία της επιχείρησης όσο και μετά τη λύση της αντασφαλιστικής επιχείρησης εκούσια, αναγκαστικά ή μετά από πτώχευση. Κατάσχεση ασφαλιστικής τοποθέτησης στα χέρια της αντασφαλιστικής επιχείρησης ή τρίτου επιτρέπεται μόνον υπέρ των ως άνω δικαιούχων, με βάση τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου. Αντίγραφο του κατασχετηρίου επιδίδεται με ποινή ακυρότητας της κατάσχεσης στην ΕΠ.Ε.Ι.Α..

9.

Οι αμοιβές και τα έξοδα του επόπτη εκκαθάρισης, του εκκαθαριστή αναγκαστικής εκκαθάρισης και του συνδίκου της πτώχευσης έχουν προνόμιο που προηγείται από κάθε άλλο γενικής ή ειδικής κατηγορίας σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης. Οι αμοιβές και τα έξοδα του συνδίκου για τις εργασίες εκκαθάρισης του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου έχουν το ίδιο προνόμιο.

10.

Ύστερα από αίτηση των μετόχων που αντιπροσωπεύουν περισσότερα από 50% του κεφαλαίου αντασφαλιστικής επιχείρησης, του εκκαθαριστή ή του επόπτη, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί, εφόσον έχει περατωθεί η εκκαθάριση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, να κηρύξει τη λήξη της αναγκαστικής εκκαθάρισης. Η εκκαθάριση δοσοληψιών εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου συνεχίζεται κατά τις διατάξεις που διέπουν την εκκαθάριση του νομικού προσώπου της εταιρείας (κοινή εκκαθάριση). Ανεξάρτητα από την υπαγωγή της επιχείρησης στο καθεστώς της αναγκαστικής εκκαθάρισης, η περάτωση των εκτός του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου εκκρεμών υποθέσεων συνεχίζεται κατά τις διατάξεις της κοινής εκκαθάρισης.

11.

Το στάδιο της αναγκαστικής εκκαθάρισης δεν μπορεί να υπερβαίνει την τριετία, από την ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης. Για τη συνέχιση της αναγκαστικής εκκαθάρισης απαιτείται αιτιολογημένη έκθεση του εκκαθαριστή και άδεια της ΕΠ.Ε.Ι.Α.. Το συνολικό όμως στάδιο εκκαθάρισης δεν μπορεί να υπερβαίνει την εξαετία.

12.

Ο εκκαθαριστής και ο επόπτης δεν υπέχουν ποινική ευθύνη ούτε υπέχουν οποιαδήποτε άλλη ευθύνη για χρέη της αντασφαλιστικής επιχείρησης προς το Δημόσιο ή προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης, που δημιουργήθηκαν πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους.

Άρθρο 107

Διασυνοριακά ζητήματα εκκαθάρισης – Αρχή της καθολικότητας Συμβατικές υποχρεώσεις αντασφαλιστικής επιχείρησης τεθείσας υπό εκκαθάριση, εκπληρώνονται με τον ίδιο τρόπο ανεξαρτήτως του εάν αφορούν τη δραστηριότητά της στην Ελλάδα ή τη δραστηριότητά της οπουδήποτε αλλού στην Κοινότητα και στον Ε.Ο.Χ. είτε με εγκατάσταση είτε με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (αρχή της καθολικότητας). ΦΕΚ 27 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1109

Άρθρο 108

Αντασφάλιση πεπερασμένου κινδύνου

1.

Ως αντασφάλιση πεπερασμένου κινδύνου νοείται η αντασφάλιση, της οποίας η ρητή μέγιστη πιθανότητα ζημίας, εκπεφρασμένη ως μεταβιβαζόμενος μέγιστος οικονομικός κίνδυνος, ο οποίος συνίσταται σε έναν σημαντικό αντασφαλιστικό κίνδυνο και σε μεταβίβαση χρονικού κινδύνου, υπερβαίνει το ασφάλιστρο καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος του αντασφαλιστηρίου κατά προκαθορισμένο αλλά σημαντικό ποσό, φέρει δε επίσης τουλάχιστον ένα εκ των εξής δύο χαρακτηριστικών: i) λαμβάνει ρητώς υπόψη ως σημαντικό στοιχείο την παρούσα ή/και μέλλουσα αξία του χρήματος, ii) περιέχει συμβατικές ρήτρες, με στόχο τη διαχρονική αποκατάσταση της ισορροπίας της οικονομικής εμπειρίας ανάμεσα στα συμβαλλόμενα μέρη, με στόχο να μεταβιβάζεται πραγματικά ο κίνδυνος του οποίου η μεταβίβαση σκοπείται.

2.

Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να καθορίζεται κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, όπως ενδεικτικά:

  • α) υποχρεωτικούς συμβατικούς όρους που πρέπει να

περιλαμβάνονται στις συμβάσεις αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου,

  • β) ειδικότερες απαιτήσεις οργάνωσης, λογιστικής παρακολούθησης, εσωτερικού ελέγχου και διαχείρισης

κινδύνου για τις συμβάσεις αυτές,

  • γ) ειδικότερες απαιτήσεις για δημοσιοποίηση επιπλέον

λογιστικών, εποπτικών και στατιστικών στοιχείων,

  • δ) την πρόβλεψη ειδικών κανόνων για το σχηματισμό

επιπλέον τεχνικών αποθεμάτων ώστε να διασφαλίζεται η επάρκεια, η αξιοπιστία και η αντικειμενικότητα,

  • ε) την πρόβλεψη ειδικών κανόνων για την κάλυψη

(επένδυση) των εν γένει τεχνικών αποθεμάτων, που αφορούν στις δραστηριότητες αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου αλλά και στις λοιπές δραστηριότητες των επιχειρήσεων αυτών, ώστε να εξασφαλίζεται η επάρκεια, ρευστότητα, ασφάλεια, κερδοφορία και απόδοση των επενδύσεών της,

  • στ) την πρόβλεψη ειδικών κανόνων σχετικά με το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας, το απαιτούμενο

περιθώριο φερεγγυότητας και το ελάχιστο εγγυητικό κεφάλαιο, που καλείται να διατηρεί η αντασφαλιστική επιχείρηση όσον αφορά τις δραστηριότητες αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου.

3.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. κοινοποιεί αμελλητί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το κείμενο όλων των μέτρων που θεσπίζει στο πλαίσιο της εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 109

Φορέας Ειδικού Σκοπού

1.

Ως Φορέας Ειδικού Σκοπού νοείται οποιαδήποτε επιχείρηση, είτε έχει μορφή ανώνυμης εταιρίας ή όχι, η οποία, χωρίς να είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αναλαμβάνει κινδύνους από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, χρηματοδοτεί δε πλήρως την έκθεσή της σε αυτούς με τα έσοδα από ομολογιακές εκδόσεις ή άλλους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς, όπου η επιστροφή κεφαλαίου, ήτοι η αποπληρωμή, των ομολογιούχων ή των εν γένει κατόχων των τίτλων που εκδόθηκαν στα πλαίσια των χρηματοδοτικών αυτών μηχανισμών, υπόκειται χρονικά στις υποχρεώσεις αντασφάλισης, που φέρει ο Φορέας Ειδικού Σκοπού.

2.

Επιτρέπεται η ίδρυση Φορέων Ειδικού Σκοπού, οι οποίοι έχουν, εφόσον εδρεύουν στην Ελλάδα, υποχρεωτικά την μορφή ανώνυμης εταιρείας και, προκειμένου για τη σύστασή τους, λαμβάνουν υποχρεωτικά προηγούμενη άδεια λειτουργίας από την ΕΠ.Ε.Ι.Α..

3.

Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου απαιτείται η έκδοση απόφασης της ΕΠ.Ε.Ι.Α., η οποία θα καθορίζει κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια, κατ’ ελάχιστον δε τα κάτωθι:

  • α) το πεδίο ισχύος της αδείας λειτουργίας του Φορέα

Ειδικού Σκοπού,

  • β) υποχρεωτικούς συμβατικούς όρους που πρέπει να

περιλαμβάνονται στις συμβάσεις, που θα συνάπτει ο Φορέας Ειδικού Σκοπού ή των συμβάσεων που απαιτούνται για τη σύσταση και λειτουργία του,

  • γ) τα κριτήρια ήθους, αξιοπιστίας και καταλληλότητας των μετόχων, που κατέχουν ειδική συμμετοχή, ως

και των προσώπων, που διοικούν, τον Φορέα Ειδικού Σκοπού,

  • δ) τις οργανωτικές προϋποθέσεις του Φορέα Ειδικού

Σκοπού, ιδία δε τον προσδιορισμό των ορθολογικών και κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών, μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου και διαχείρισης κινδύνων,

  • ε) τις απαιτήσεις για δημοσιοποίηση λογιστικών, εποπτικών και στατιστικών στοιχείων,
  • στ) την πρόβλεψη των κανόνων φερεγγυότητας του

Φορέα Ειδικού Σκοπού. ΤΙΤΛΟΣ VII: ΑΚΥΡΩΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Άρθρο 110

Ακυρωτικός έλεγχος Οι ατομικές διοικητικές πράξεις, που εκδίδει η ΕΠ.Ε.Ι.Α., σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπόκεινται σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.»

Άρθρο 68

Μετά το Δωδέκατο Κεφάλαιο του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο ως εξής: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ, ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΕΛΕΓΚΤΕΣ, ΑΠΟΡΡΗΤΟ, ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Άρθρο 111

Αρμόδια αρχή

1.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. ρυθμίζει με ειδικότερες αποφάσεις της και εποπτεύει το σύνολο των εργασιών μίας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, τόσο εντός Ελλάδος όσο και εκτός αυτής οπουδήποτε στην Κοινότητα ή στον ΕΟΧ. Η ρύθμιση και εποπτεία είναι προληπτική και αφορά στη χρηματοοικονομική κατάσταση της επιχείρησης (τεχνικά αποθέματα, κάλυψη και επένδυση αυτών, διαθέσιμο, αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας και εγγυητικό κεφάλαιο, πλέον των απαιτούμενων προς υποβολή λογιστικών, οικονομικών και στατιστικών στοιχείων) στην πλήρωση των οργανωτικών προϋποθέσεων λειτουργίας της επιχείρησης για όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων της εντός και εκτός Ελλάδος και στην καταλληλότη του περιθωρίου φερεγγυότητας και ο σχηματισμός και η κάλυψη (επένδυση) των τεχνικών αποθεμάτων, ως και κάθε άλλο ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια.

2.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. ρυθμίζει με ειδικότερες αποφάσεις της και εποπτεύει την τήρηση κανόνων δεοντολογίας κατά την παροχή υπηρεσιών ασφάλισης και αντασφάλισης στην Ελλάδα, είτε αυτή διενεργείται από τις ελληνικές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είτε από τις αλλοδαπές τρίτων χωρών είτε και από τις με υποκατάστημα εγκαθιστάμενες ή διασυνοριακώς παρέχουσες κοινοτικές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

3.

Στο πλαίσιο της εποπτείας που ασκεί στους εποπτευόμενους φορείς, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να διενεργεί γενικούς ή ειδικούς, επιτόπιους ή μη, ελέγχους σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Οι παραπάνω έλεγχοι είναι δειγματοληπτικοί.

4.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. και τα εντεταλμένα όργανα αυτής, στο πλαίσιο των παραπάνω ελέγχων, μπορούν: (α) να έχουν πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο υπό οποιαδήποτε μορφή και να λαμβάνουν αντίγραφό του, (β) να απαιτούν τη διακοπή κάθε δραστηριότητας ή πρακτικής που είναι αντίθετη με το παρόν διάταγμα ή τις αποφάσεις του που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, (γ) να λαμβάνουν πληροφορίες από τους ελεγκτές εποπτευόμενων φορέων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, (δ) να αναθέτουν εξακριβώσεις ή έρευνες σε ορκωτούς λογιστές και άλλους εμπειρογνώμονες.

5.

Με την επιφύλαξη της εφαρμογής ειδικότερων διατάξεων του παρόντος διατάγματος, με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορούν να καθορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλλουν οι εποπτευόμενοι φορείς, ο χρόνος και τρόπος υποβολής τους, καθώς και κάθε άλλο τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια.

Άρθρο 112

Λόγοι δημοσίου συμφέροντος

1.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εδρεύουν σε άλλα κράτη − μέλη, είτε μέσω υποκαταστημάτων είτε μέσω παροχής υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα, επιτρέπεται να παρέχουν ασφαλίσεις και αντασφαλίσεις στην Ελλάδα με τον ίδιο τρόπο που τις ασκούν στη χώρα καταγωγής τους, εφόσον δεν παραβιάζουν τις διατάξεις, οι οποίες, στο πλαίσιο της ασφαλιστικής, τραπεζικής, χρηματιστηριακής και περί καταναλωτή νομοθεσίας, αποβλέπουν στην προστασία των αντισυμβαλλομένων, ιδιαίτερα δε των καταναλωτών ή άλλες διατάξεις δημοσίου συμφέροντος.

2.

Οι ανωτέρω αναφερόμενες επιχειρήσεις επιτρέπεται να διαφημίζουν τις παρεχόμενες από αυτά υπηρεσίες ασφάλισης και αντασφάλισης, υπόκεινται όμως στις ισχύουσες στην Ελλάδα διατάξεις, που διέπουν τον τύπο και το περιεχόμενο της εν λόγω διαφήμισης με σκοπό την επαρκή και ορθή πληροφόρηση του κοινού, περιλαμβανομένης της διάταξης της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.

3.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της για τον έλεγχο της διαφάνειας των διαδικασιών και των όρων συναλλαγών των εποπτευόμενων από αυτήν προσώπων μπορεί να απαιτεί την προσαρμογή του περιεχομένου, τόσο των διαφημίσεών τους όσο και των διάφορων συναλλακτικών πρακτικών τους.

4.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δεν απορρίπτει σύμβαση αντεκχώρησης η οποία συνάπτεται μεταξύ ελληνικής αντασφαλιστικής επιχείρησης και ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από αρμόδια αρχή κράτους − μέλους, για λόγους αποκλειστικά συνδεόμενους με την οικονομική ευρωστία της αντισυμβαλλόμενης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

5.

Η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 15 του παρόντος διατάγματος εφαρμόζεται αναλογικά και για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διάταξης αυτής καθορίζεται με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α..

Άρθρο 113

Αρμοδιότητες της ΕΠ.Ε.Ι.Α. για τη λήψη προληπτικών μέτρων σε περίπτωση διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών από κοινοτική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση

1.

Εάν η ΕΠ.Ε.Ι.Α. διαπιστώσει ότι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση κράτους − μέλους, που διατηρεί υποκατάστημα ή παρέχει διασυνοριακά υπηρεσίες ασφάλισης ή αντασφάλισης στην Ελλάδα, παραβαίνει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής της επιχείρησης. Εάν, παρά τα μέτρα που λαμβάνει η αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής ή εφόσον τα μέτρα αυτά αποδειχθούν ανεπαρκή, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση συνεχίζει να ενεργεί με τρόπο που είναι σαφώς επιζήμιος για τα συμφέροντα του ελληνικού κοινού ή της συστημικής σταθερότητας, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής, λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα που είναι αναγκαία για να προστατεύσει το ελληνικό κοινό και να διασφαλίσει τη συστημική σταθερότητα. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται και η δυνατότητα να απαγο− ρεύει στην επιχείρηση την άσκηση ασφαλίσεων ή αντασφαλίσεων στην Ελλάδα.

2.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (Committee of European Insurance and Occupational Pensions Supervisors CEIOPS) αμέσως για τα μέτρα που λαμβάνει σύμφωνα με το άρθρο αυτό. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. κοινοποιεί και στην ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τα μέτρα τα οποία λαμβάνει σύμφωνα με αυτό το άρθρο και αφορούν σε κυρώσεις ή περιορισμό των δραστηριοτήτων της.

Άρθρο 114

Σχέσεις με ελεγκτές

1.

Οι ορκωτοί ελεγκτές οι οποίοι διενεργούν βάσει του π.δ. 226/1992 (ΦΕΚ 120 Α΄), όπως ισχύει, έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων λογαριασμών των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή κάθε άλλη νόμιμη αποστολή στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, ούνται να γνωστοποιούν χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στην ΕΠ.Ε.Ι.Α., αναφορικά με την ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική επιχείρηση που ελέγχουν, κάθε απόφαση ή γεγονός που περιήλθε εις γνώση τους κατά την άσκηση της αποστολής τους, εφόσον αυτή η απόφαση ή το γεγονός είναι δυνατόν: (α) να συνιστά σοβαρή παράβαση των νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων που ορίζουν τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας ή διέπουν την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, (β) να θέσει σε κίνδυνο τη συνέχιση της λειτουργίας των ελεγχόμενων από αυτούς επιχειρήσεων, (γ) να οδηγήσει σε άρνηση πιστοποίησης των λογαριασμών ή στη διατύπωση επιφυλάξεων επ’ αυτών. Κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, όπως ενδεικτικά ο χρόνος υποβολής της ανωτέρω έκθεσης, μπορεί να ρυθμίζεται με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α..

2.

Η ίδια υποχρέωση ισχύει για τους ορκωτούς ελεγκτές και για κάθε γεγονός ή απόφαση που περιήλθε σε γνώση τους κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους της παραγράφου 1 σε σχέση με επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση την οποία ελέγχουν.

3.

Η καλή τη πίστει γνωστοποίηση στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. γεγονότων ή αποφάσεων που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους από τα πρόσωπα που αναφέρονται παραπάνω δεν αποτελεί παράβαση συμβατικού ή νομικού περιορισμού της γνωστοποίησης πληροφοριών και δεν συνεπάγεται καμία ευθύνη των προσώπων αυτών.

Άρθρο 115

Επαγγελματικό απόρρητο

1.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α., κάθε πρόσωπο που ασκεί ή έχει ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό της, καθώς και οι εντεταλμένοι σε αυτήν ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου. Ως εμπιστευτικές πληροφορίες για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση τήρησης επαγγελματικού απορρήτου νοούνται οι πληροφορίες που περιέρχονται στα παραπάνω πρόσωπα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, καθώς και οι πληροφορίες που περιέρχονται σε αυτά από άλλες αρμόδιες αρχές, φορείς και φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Η υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου αίρεται όταν συγκατατίθεται η αρμόδια αρχή, ο φορέας ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κοινοποίησε τη σχετική πληροφορία αυτή στην ΕΠ.Ε.Ι.Α.. Το απόρρητο αυτό συνεπάγεται ότι οι εμπιστευτικές πληροφορίες που λαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν επιτρέπεται να γνωστοποιούνται σε κανένα άλλο πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνο σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, ώστε να μην προκύπτει η ταυτότητα της συγκεκριμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο.

2.

Η απαγόρευση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αίρεται: α. Όταν τα παραπάνω στοιχεία αναφέρονται στη διοικητική πράξη και σε κάθε άλλο έγγραφο της διαδικασίας επιβολής διοικητικών κυρώσεων από το διοικητικό συμβούλιο της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α.). Οι διοικητικές αυτές πράξεις είναι ελεύθερα ανακοινώσιμες. β. Για την υποβολή, υποστήριξη ή αντίκρουση ενώπιον των δικαστηρίων αιτήσεων, ένδικων μέσων και ένδικων βοηθημάτων υπέρ ή κατά διοικητικών πράξεων του διοικητικού συμβουλίου της ΕΠ.Ε.Ι.Α.. γ. Για την αναφορά από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. στις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές τυχόν αξιόποινων πράξεων. δ. Για την ανακοίνωση με συγκεντρωτική μορφή των πιο πάνω στοιχείων και πληροφοριών, εφόσον δεν προκύπτει η ταυτότητα των προσώπων στα οποία αναφέρονται. ε. Για την ανταλλαγή πληροφοριών με εποπτικές και γενικά αρμόδιες, ανεξάρτητες και μη, αρχές στην Ελλάδα, όπως ενδεικτικά με την Τράπεζα της Ελλάδος, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, τον Συνήγορο του Καταναλωτή, την Επιτροπή Ανταγωνισμού, την Εθνική Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, σε άλλα κράτη – μέλη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, καθώς επίσης και σε τρίτα κράτη, εφόσον έχει ληφθεί επαρκής μέριμνα για την τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου από τις αρχές αυτές. στ. Για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ μελών των νόμιμων διοικητικών οργάνων και του λοιπού προσωπικού της ΕΠ.Ε.Ι.Α. στα πλαίσια των καθηκόντων τους. ζ. Μετά από ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου κατά τη διάρκεια ανάκρισης, προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης, ύστερα από σχετικό αίτημα του Εισαγγελέα ή του Ανακριτή ή μετά από απόφαση του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση, εφόσον η παροχή αυτών είναι απολύτως αναγκαία για τη διαπίστωση και την τιμωρία πλημμελήματος ή κακουργήματος. η. Για τη χρήση υπηρεσιών προσώπων, που δεν ανήκουν στο δημόσιο τομέα αλλά η συνδρομή τους κρίνεται από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. απαραίτητη λόγω των ειδικών τους προσόντων για τον εντοπισμό ή τη διερεύνηση παραβάσεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας.

3.

Όταν πρόκειται για ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή βρίσκεται υπό ειδική εκκαθάριση, οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες δεν αφορούν τρίτους μπορούν να χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο διαδικασιών αστικού ή εμπορικού δικαίου, εφόσον αυτό απαιτείται για τη διεξαγωγή της διαδικασίας.

Άρθρο 116

Συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών και ανταλλαγή πληροφοριών

1.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. ανταλλάσσει αμέσως όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων των αρμόδιων αρχών των κρατών − μελών. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί κατά την παροχή των πληροφοριών σε άλλη αρμόδια αρχή να ορίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχει μπορούν να γνωστοποιηθούν μόνο ύστερα από τη ρητή συναίνεσή της και αποκλειστικά για τους σκοπούς για τους οποίους έχει δώσει τη συγκατάθεσή της.

2.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δικαιούται να χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που λαμβάνει από άλλες αρμόδιες αρχές για την εκπλήρωση των καθηκόντων της και ειδικότερα προκειμένου: τη διευκόλυνση της παρακολούθησης της άσκησης της δραστηριότητας αυτής, ιδίως όσον αφορά την παρακολούθηση των τεχνικών προβλέψεων, του περιθωρίου φερεγγυότητας, των διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου·

  • β) για την επιβολή κυρώσεων·
  • γ) για την κατάθεση διοικητικής προσφυγής κατά

αποφάσεων των αρμόδιων αρχών·

  • δ) σε δικαστικές διαδικασίες που κινούνται δυνάμει

του άρθρου 115 παρ. 2(γ) ή άλλων ειδικότερων σχετικών διατάξεων του παρόντος διατάγματος και της εν γένει ασφαλιστικής νομοθεσίας.

3.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α., όταν λαμβάνει από αρμόδια αρχή άλλου κράτους − μέλους αίτημα για επιτόπια εξακρίβωση ή έρευνα: (α) προβαίνει η ίδια στην έρευνα, ή (β) επιτρέπει στην αιτούσα αρχή να πραγματοποιήσει η ίδια την εξακρίβωση ή έρευνα, ή (γ) αναθέτει σε ορκωτό λογιστή ή εμπειρογνώμονα τη διενέργεια της εν λόγω εξακρίβωσης ή έρευνας.

Άρθρο 117

Ανταλλαγή πληροφοριών με άλλες αρχές στην Ελλάδα

1.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί, επί τη βάσει μνημονίων συνεργασίας, να ανταλλάσσει πληροφορίες με το Επικουρικό Κεφάλαιο, την Τράπεζα της Ελλάδος, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, την ΕΛΤΕ, την Επιτροπή Παρακολούθησης των Διαδικασιών για την Αποφυγή Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες, τη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή και τον Συνήγορο του Καταναλωτή, την Επιτροπή Ανταγωνισμού, την Εθνική Αναλογιστική Αρχή και άλλες τυχόν αρμόδιες αρχές του Υπουργείου Ανάπτυξης, ως αρχής εποπτείας του εταιρικού δικαίου και του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών ως εποπτεύοντος την ΕΠ.Ε.Ι.Α. Υπουργείου συμπεριλαμβανομένων, εφόσον η ανταλλαγή αυτή είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση των εποπτικών καθηκόντων, είτε της ΕΠ.Ε.Ι.Α. είτε των αρχών αυτών. Ακόμη η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να ανταλλάσσει πληροφορίες με ανεξάρτητους αναλογιστές που πραγματοποιούν ελέγχους επί ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων εφαρμοζομένου αναλόγως του προηγουμένου εδαφίου. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τις εν λόγω αρχές, όργανα και πρόσωπα υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στο άρθρο 115 του παρόντος διατάγματος.

2.

Εάν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος − μέλος ή από τρίτο εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ΕΟΧ κράτος, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. κοινοποιεί αυτές στις αρχές της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου μόνο μετά από ρητή συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής που τις διαβίβασε ή που εκτέλεσε τον επιτόπιο έλεγχο και, κατά περίπτωση, μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους συμφώνησε η αρχή αυτή.

3.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. γνωστοποιεί στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη − μέλη την ταυτότητα των αρχών, προσώπων ή οργάνων που μπορούν να δέχονται πληροφορίες δυνάμει της παρούσας παραγράφου.

4.

Τίποτα στο παρόν διάταγμα δεν εμποδίζει την Επιτροπή να διαβιβάζει στην Τράπεζα της Ελλάδος, όταν η τελευταία ενεργεί υπό την ιδιότητα της νομισματικής αρχής, στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, και, κατά περίπτωση, σε άλλες δημόσιες αρχές επιφορτισμένες με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού, εμπιστευτικές πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής τους. Οι εν λόγω αρχές ή φορείς δεν εμποδίζονται να διαβιβάζουν στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. πληροφορίες που ενδέχεται να χρειασθεί η τελευταία για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων που προβλέπει το παρόν διάταγμα. Και οι πληροφορίες αυτές υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο του άρθρου 115 του παρόντος διατάγματος.

Άρθρο 118

Ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτες χώρες

1.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να συνάπτει μνημόνια συνεργασίας για την ανταλλαγή πληροφοριών με εποπτικές αρχές τρίτων εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ΕΟΧ κρατών της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, εφόσον οι πληροφορίες που ανακοινώνονται καλύπτονται από εγγυήσεις επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 115 του παρόντος διατάγματος. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτη χώρα σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 2472/1997 (ΦΕΚ 50 Α΄).

2.

Εάν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος − μέλος ή από τρίτο εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ΕΟΧ κράτος, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. κοινοποιεί αυτές σε αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών μόνο μετά από ρητή συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής που τις διαβίβασε και, κατά περίπτωση, μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους συμφώνησε η αρχή αυτή.

3.

Οι αρχές αυτές είναι οι εποπτικές αρχές του χρηματοοικονομικού τομέα, οι αρχές εποπτείας διαδικασιών εκκαθάρισης, πτώχευσης και εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι αρχές εποπτείας συστημάτων εγγυήσεως ως και τα ίδια τα συστήματα εγγυήσεως, ως και αρχές εποπτείας διατάξεων του εταιρικού δικαίου. Ακόμη η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να ανταλλάσσει πληροφορίες με ανεξάρτητους αναλογιστές που πραγματοποιούν ελέγχους επί ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων εφαρμοζομένου αναλόγως του προηγουμένου εδαφίου.

Άρθρο 119

Άρνηση συνεργασίας

1.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί, παρά την υποβολή αίτησης αρχής άλλου κράτους − μέλους ή τρίτου, για συνεργασία σε έρευνα, σε επιτόπια εξακρίβωση ή σε άλλη δραστηριότητα εποπτείας ή σε ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με τα άρθρα 116 και 118 του παρόντος νόμου, να αρνηθεί την ανταλλαγή πληροφοριών και κάθε ενέργεια εάν: (α) η έρευνα ή η ανταλλαγή πληροφοριών ενδέχεται να προσβάλει την κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη της Ελλάδας, (β) έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά των ιδίων προσώπων ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, (γ) έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση ελληνικού δικαστηρίου για τα ίδια πρόσωπα και για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. δικαστική διαδικασία ή απόφαση που έχει εκδοθεί.

Άρθρο 120

Διοικητικές κυρώσεις

1.

Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων ποινικών διατάξεων του παρόντος διατάγματος, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να επιβάλλει στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, στα μέλη της διοίκησής της, ως και σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος, καθώς και των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, επίπληξη ή πρόστιμο ύψους μέχρι δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ.

2.

Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων ποινικών διατάξεων του παρόντος διατάγματος, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να επιβάλει πρόστιμο μέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ, αναλόγως της βαρύτητας της παράβασης, στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, στα μέλη της διοίκησής της, ως και σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο αρνείται τη συνεργασία ή παρακωλύει έρευνα ή έλεγχο, που αυτή διενεργεί σύμφωνα με το παρόν νομοθετικό διάταγμα ή την κείμενη ασφαλιστική νομοθεσία.

3.

Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων ποινικών διατάξεων του παρόντος διατάγματος και με την επιφύλαξη της εφαρμογής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να επιβάλλει πρόστιμο ύψους μέχρι εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής μέχρι τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που παραβαίνει τις διατάξεις της κείμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας, της περί υποχρεωτικής ασφάλισης οχημάτων συμπεριλαμβανομένης.

4.

Κατά την επιμέτρηση των κυρώσεων λαμβάνονται ενδεικτικά υπόψη η επίπτωση της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς, ο κίνδυνος διατάραξης της συστημικής σταθερότητας, ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα των ασφαλιζομένων και το ύψος της πραγματικά προκληθείσας ζημίας σε αυτούς, ως και η τυχόν ανόρθωσή της, η λήψη μέτρων για την άρση της παράβασης στο μέλλον, ο βαθμός συνεργασίας με την ΕΠ.Ε.Ι.Α. κατά το στάδιο διερεύνησης και ελέγχου, οι ανάγκες της ειδικής και γενικής πρόληψης και η τυχόν καθ’ υποτροπή τέλεση παραβάσεων του παρόντος νομοθετικού διατάγματος ή της λοιπής νομοθεσίας για τις ασφαλίσεις.

Άρθρο 121

Ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

1.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. ενημερώνει, στα πλαίσια των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τουλάχιστον στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • α) Για κάθε άδεια λειτουργίας που χορηγείται σε

επιχείρηση άμεσα ή έμμεσα θυγατρική μίας ή περισσότερων μητρικών επιχειρήσεων που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας. Στην ενημέρωση πρέπει να προσδιορίζεται και η δομή του αντίστοιχου ομίλου.

  • β) Οσάκις μία μητρική τρίτης χώρας επιχείρηση αποκτά συμμετοχή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση της Κοινότητας, η οποία με τον τρόπο αυτόν

καθίσταται θυγατρική της.

  • γ) Για τις κάθε φύσης δυσκολίες που αντιμετωπίζουν

οι ελληνικές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για την εγκατάσταση και λειτουργία τους ή την άσκηση δραστηριοτήτων σε τρίτη χώρα.

  • δ) Σε κάθε περίπτωση που απαιτείται από το παρόν

διάταγμα.

2.

Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. συνεργάζεται στενά, για τις ανάγκες της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος διατάγματος, με τις αρμόδιες αρχές ασφαλιστικής εποπτείας των λοιπών κρατών − μελών, με την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (Committee of European Insurance and Occupa−tional Pensions Supervisors CEIOPS) και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 69

Καλυμμένες ομολογίες

1.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 91 του ν. 3601/2007 (ΦΕΚ 178 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «Τα καθήκοντα εκπροσώπου των ομολογιούχων ασκεί θεματοφύλακας (trustee) που δύναται να είναι πιστωτικό ίδρυμα ή συνδεδεμένη εταιρεία πιστωτικού ιδρύματος, κατά την έννοια του άρθρου 42ε παράγραφος 5 του κ.ν. 2190/1920 ή του άρθρου 1 της Οδηγίας 83/394/ΕΟΚ, που παρέχει νομίμως υπηρεσίες στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο.»

2.

Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 91 του ν. 3601/2007 προστίθενται εδάφια ως εξής: «Με το πρόγραμμα δύναται να ορίζεται η εξασφάλιση από το ίδιο νόμιμο ενέχυρο ομολογιούχων ή και άλλων δανειστών οι απαιτήσεις των οποίων συνδέονται με ομολογίες διαφορετικής έκδοσης ή σειράς, καθώς και κάθε σχετικό ζήτημα όπως ενδεικτικώς η μεταξύ τους σχέση, ο τρόπος και η προτεραιότητα ικανοποίησης και ο τρόπος οργάνωσής τους σε ομάδα και εκπροσώπησής τους κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 3 και 4 του ν. 3156/2003, εφόσον δεν επιλεγεί σχετικώς η εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου. Ο διορισμός περισσότερων θεματοφυλάκων κοινών ή ανά σειρά ή έκδοση δεν αποκλείεται.»

3.

Η παράγραφος 9 του άρθρου 91 του ν. 3601/2007 (ΦΕΚ 178 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «9. Με το πρόγραμμα του ομολογιακού δανείου μπορεί να ορίζεται ότι είτε εξ αρχής είτε αν επέλθουν ορισμένα γεγονότα, όπως ενδεικτικά έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας σε σχέση με τον εκδότη, ο θεματοφύλακας θα δύναται να αναθέτει ή να αναλαμβάνει την είσπραξη και εν γένει διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν το κάλυμμα των ομολογιών κατ’ ανάλογη εφαρμογή των παραγράφων 14 έως και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α΄). Ο θεματοφύλακας θα δύναται επίσης, κατά τους όρους του προγράμματος και τους όρους της σχέσης που τον συνδέει με τους ομολογιούχους, να πωλεί και μεταβιβάζει τα περιουσιακά στοιχεία του καλύμματος είτε κατ’ ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 10 και 14 του ν. 3156/2003 περί τιτλοποίησης απαιτήσεων είτε κατά τις γενικές διατάξεις και να χρησιμοποιεί το καθαρό προϊόν της πώλησης σε εξόφληση των εξασφαλισμένων με το νόμιμο ενέχυρο απαιτήσεων, κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 1239 και 1254 του Αστικού Κώδικα και την παράγραφο 2 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 δεν απαιτείται ο μεταβιβάζων να έχει μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εκδότη η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ορίσει διαχειριστή, ανεξάρτητα από τις εξουσίες που τυχόν αναθέτει σε Επίτροπο ή Εκκαθαριστή με βάση τα ανωτέρω άρθρα 63 και 68 του παρόντος, αν δεν το πράξει ο θεματοφύλακας. Τα ποσά που προκύπτουν από την είσπραξη των απαιτήσεων που συγκαταλέγονται στο νόμιμο ενέχυρο και τη ρευστοποίηση των λοιπών περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε αυτό διατίθενται για την εξόφληση των ομολογιών και των λοιπών εξασφαλιζόμενων με το νόμιμο ενέχυρο απαιτήσεων σύμφωνα με τους όρους του ομολογιακού δανείου. Οι διατάξεις των παραγράφων 20 έως 22 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 εφαρμόζονται αναλόγως για την πώληση, τη μεταβίβαση, την είσπραξη και εν γένει διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν το κάλυμμα.»

4.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου 91 του ν. 3601/2007 (ΦΕΚ 178 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «Με καλυμμένες ομολογίες δύνανται να εξομοιούνται οι ομολογίες που εκδίδονται από νομικό πρόσωπο ειδικού σκοπού, που εδρεύει είτε στην Ελλάδα είτε σε άλλο κράτος − μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, και που αποκτά απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις κάθε φύσεως από πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 14 του ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α΄) περί τιτλοποίησης, εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα εγγυάται ευθυνόμενο ανεκκλήτως, άνευ όρων, σε πρώτη ζήτηση και αυτοτελώς ως αυτοφειλέτης, χωρίς ποσοτικό, χρονικό ή άλλου είδους περιορισμό, για το σύνολο των απαιτήσεων των ομολογιούχων και άλλων δανειστών, οι απαιτήσεις των οποίων συνδέονται με την έκδοση των ομολογιών.»

5.

Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου 91 του ν. 3601/2007 (ΦΕΚ 178 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «Οι λοιπές παράγραφοι του παρόντος άρθρου ισχύουν αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.»

6.

Η παράγραφος 11 του άρθρου 91 του ν. 3601/2007 (ΦΕΚ 178 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «11. Οι καλυμμένες ομολογίες δύνανται να εισάγονται σε οργανωμένη αγορά κατά την έννοια της παραγράφου 10 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007 (ΦΕΚ 195 Α΄) και της παραγράφου 14 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2004/39/ ΕΚ, καθώς και να διατίθενται με δημόσια προσφορά, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις.»

7.

Στο άρθρο 91 του ν. 3601/2007 (ΦΕΚ 178 Α΄) η υφιστάμενη παράγραφος 13 αναριθμείται σε 14 και προστίθεται νέα παράγραφος 13 ως εξής: «13. Τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να εκδίδουν καλυμμένες ομολογίες σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της παρούσας παραγράφου, του άρθρου 14 του ν. 3156/2003 και με ανάλογη εφαρμογή των λοιπών διατάξεων του παρόντος άρθρου. Οι καλυμμένες ομολογίες της παρούσας παραγράφου εξασφαλίζονται με εγγύηση που παρέχεται από νομικό πρόσωπο ειδικού σκοπού με έδρα στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος − μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, το οποίο ευθύνεται ανεκκλήτως, άνευ όρων, σε πρώτη ζήτηση και αυτοτελώς ως αυτοφειλέτης, χωρίς ποσοτικό, χρονικό ή άλλου είδους περιορισμό, για το σύνολο των απαιτήσεων των ομολογιούχων και άλλων δανειστών, οι απαιτήσεις των οποίων συνδέονται με την έκδοση των ομολογιών. Ο εγγυητής των καλυμμένων ομολογιών έχει ως αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση απαιτήσεων και κινητών αξιών που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, καθώς και την παροχή της εγγύησης προς εξασφάλιση των πάσης φύσεως απαιτήσεων σύμφωνα με τους όρους του προγράμματος των καλυμμένων ομολογιών. Η απόκτηση των πάσης φύσεως απαιτήσεων και των κινητών αξιών, η οποία γίνεται λόγω πωλήσεως, η εν γένει διαχείριση των πάσης φύσεως απαιτήσεων και των κινητών αξιών και η είσπραξη των απαιτήσεων του νομικού προσώπου ειδικού σκοπού διέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων 2 εδάφια α΄ και β΄ και 6 έως 17 και 20 έως 22 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α΄), οι οποίες εφαρμόζονται αναλογικά. Αν το νομικό πρόσωπο ειδικού σκοπού του προηγούμενου εδαφίου εδρεύει στην Ελλάδα πρέπει να είναι ανώνυμη εταιρεία διεπόμενη από τις διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α΄). Οι πάσης φύσεως απαιτήσεις, που απορρέουν από την εγγύηση των καλυμμένων ομολογιών, εξασφαλίζονται με νόμιμο ενέχυρο, το οποίο συνιστάται επί του συνόλου των απαιτήσεων που αποκτά ο εγγυητής των καλυμμένων ομολογιών. Οι απαιτήσεις επί των οποίων υπάρχει το νόμιμο ενέχυρο αποτελούν το κάλυμμα των καλυμμένων ομολογιών. Η σύσταση και η λειτουργία του νομίμου ενεχύρου διέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων 18 και 19 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α΄). Στο κάλυμμα δύνανται να περιλαμβάνονται επίσης και περιουσιακά στοιχεία διεπόμενα από ξένο δίκαιο κατά τους όρους του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 4 του παρόντος.»

8.

Η παράγραφος 13 του άρθρου 91 του ν. 3601/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «13. Με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος δύνανται να εξομοιούνται με καλυμμένες ομολογίες και άλλες κατηγορίες ομολογιών, εφόσον διασφαλίζεται η εποπτεία των εκδοτών τους, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων. Με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται να ορίζονται επίσης τα καθήκοντα του θεματοφύλακα, τα καλύμματα των ομολογιών του παρόντος άρθρου και οι λοιπές εξασφαλίσεις κατά παρέκκλιση των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων, καθώς και οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού.»

9.

Α. Οι τόκοι, οι οποίοι προκύπτουν από καλυμμένες ομολογίες που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 91 του ν.3601/2007 (ΦΕΚ 178 Α΄), έχουν την ίδια φορολογική αντιμετώπιση με τους τόκους που προκύπτουν από ομολογίες τις οποίες εκδίδει το Ελληνικό Δημόσιο. Στην περίπτωση αυτή υπόχρεος για παρακράτηση φόρου είναι ο φορέας πληρωμής, όπως αυτός ορίζεται από την περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ν. 3312/ 2005 (ΦΕΚ 35 Α΄) που τους καταβάλλει. Για τους τόκους που προκύπτουν από τις ομολογίες αυτές δεν εφαρμόζονται οι παράγραφοι 11 και 12 του τοί καταβάλλονται σε μονίμους κατοίκους εξωτερικού απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος. Β. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν για τόκους που προκύπτουν από τη δημοσίευση του παρόντος και μετά.

10.

Η τοποθέτηση διαθεσίμων του Ελληνικού Δημοσίου, μετά από εξατομικευμένη πρόσκληση, σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νομίμως στην Ελλάδα επιτρέπεται μόνο εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) το συμφωνούμενο επιτόκιο είναι ανώτερο του μεσοσταθμικού επιτοκίου που διαμορφώνεται εκάστοτε

από το Ευρωσύστημα,

  • β) το κατατιθέμενο ποσό δεν υπερβαίνει ποσοστό

είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των διαθεσίμων κατά την ημέρα της συναλλαγής,

  • γ) το συμβατικό διάστημα τοποθέτησης δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες.

Οι ανωτέρω ρυθμίσεις ισχύουν από 15.9.2008.

Άρθρο 70

Αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς Το άρθρο 40 του ν. 3259/2004 (ΦΕΚ 149 Α΄) αντικαθίσταται ως ακολούθως: « Άρθρο 40 Αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς

1.

Ο χρόνος τήρησης και χρήσης από τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα ή από αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργούν νόμιμα χάριν αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα για τις αντιστοίχως αναφερόμενες περιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι έχει εξοφληθεί η οφειλή στο σύνολό της και έχει παρέλθει το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα για το σύνολο των καταχωρημένων στο αρχείο δεδομένων, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως α΄, για την οποία αρκεί η πάροδος του χρόνου της συγκεκριμένης κατηγορίας:

  • α) Απλήρωτες επιταγές, επί του σώματος των οποίων

έχει βεβαιωθεί εμπρόθεσμα από την πληρώτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, απλήρωτες κατά τη λήξη τους συναλλαγματικές και γραμμάτια εις διαταγήν και καταγγελίες συμβάσεων δανείων και πιστώσεων τρία (3) έτη. Επιταγές, που αποδεδειγμένα εξοφλούνται εντός οκτώ (8) ημερών από τη σφράγισή τους, δεν εμφανίζονται στα ανωτέρω αρχεία και οι καταχωρημένες διαγράφονται.

  • β) Διαταγές πληρωμής, τέσσερα (4) έτη.
  • γ) Κατασχέσεις και επιταγές προς πληρωμή του ν.δ. της

17.7/13.8.1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», περιλήψεις εκθέσεων κατάσχεσης, προγράμματα πλειστηριασμών και διοικητικές κυρώσεις του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, πέντε (5) έτη.

2.

Επιτρέπεται στα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα η διαβίβαση προς καταχώριση δεδομένων επί των εκάστοτε ανεξόφλητων υπολοίπων δανείων ή και πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των υφιστάμενων, που χορηγούν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, σε αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργεί νόμιμα, χάριν αυτών, χωρίς την προϋπόθεση του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 2472/1997 (ΦΕΚ 50 Α΄). Η πρόσβαση των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων στα ως άνω δεδομένα επιτρέπεται μόνο κατά τους όρους και προϋποθέσεις του ν. 2472/1997, όπως εκάστοτε ισχύει και εφαρμόζεται. Ο χρόνος τήρησης και χρήσης από τα πιστωτικά ιδρύματα ή από αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργούν νόμιμα χάριν αυτών των δεδομένων δεν μπορεί να υπερβαίνει την πενταετία.

3.

Δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς της παραγράφου 1 του παρόντος, εφόσον δεν υπερβαίνουν στο σύνολό τους το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, δεν εμφανίζονται στα αρχεία μεταδιδομένων πληροφοριών.»

Άρθρο 71

Τροποποιήσεις του ν. 3229/2004 (ΦΕΚ 38 Α΄) και λοιπών διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας

1.

Η περίπτωση (β) της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3229/2004 (ΦΕΚ 38 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «(β) Εποπτεύει την τήρηση της ασφαλιστικής νομοθεσίας κατά τη λειτουργία των ασφαλιστικών εταιρειών έως και την εκκαθάρισή τους, κατά την παροχή υπηρεσιών από αυτές και τους διαμεσολαβούντες και κατά την εφαρμογή της περί υποχρεωτικής ασφάλισης και της περί ασφάλισης οχημάτων νομοθεσίας. Ασκεί εν γένει όλες τις διοικητικές, ρυθμιστικές και εποπτικές αρμοδιότητες, του καθορισμού της ύλης των σχετικών εξετάσεων πιστοποίησης συμπεριλαμβανομένων, που ο Υπουργός Ανάπτυξης, μόνος του ή από κοινού με άλλους Υπουργούς, είχε για τη ρύθμιση και εποπτεία της ασφαλιστικής αγοράς, όπως ενδεικτικά τις διοικητικές αρμοδιότητες που προκύπτουν από τις διατάξεις του ν. 1569/ 1985 (ΦΕΚ 183 Α΄), του ν. 2496/1997 (ΦΕΚ 87 Α΄), του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), του π.δ. 190/2006 (ΦΕΚ 196 Α΄) και του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110 Α΄), όπως ισχύουν. Η αρμοδιότητα της πρότασης για την έκδοση διαταγμάτων ανήκει στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών.»

2.

Το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3229/2004 (ΦΕΚ 38 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Οι κανονιστικού περιεχομένου αποφάσεις της Επιτροπής δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ισχύουν από τη δημοσίευσή τους, εκτός εάν ορίζεται άλλως σε αυτές.»

3.

H περίπτωση (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3229/2004 (ΦΕΚ 38 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «δ) Επεξεργάζεται και εισηγείται προς τον εποπτεύοντα Υπουργό και γνωμοδοτεί προς αυτόν, εφόσον της ζητηθεί, για την τροποποίηση και συμπλήρωση του θεσμικού πλαισίου ιδιωτικής ασφάλισης.»

4.

Η περίπτωση (κ) της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3229/2004 (ΦΕΚ 38 Α΄), όπως ισχύει, μετονομάζεται σε περίπτωση (ια) και αμέσως μετά από αυτήν προστίθεται περίπτωση (ιβ) ως εξής: «(ιβ) Καταρτίζει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, την Τράπεζα της Ελλάδος και με κάθε εν γένει αρμόδια αρχή, είτε αυτή βρίσκεται στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό, μνημόνια συνεργασίας αφορώντα ενδεικτικά στην ανάπτυξη και εδραίωση εθνικών και διασυνοριακών συνεργασιών και στην ανταλλαγή πληροφοριών.» οι εξής τροποποιήσεις: Α) Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η Επιτροπή διοικείται από επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) που είναι το ανώτατο όργανό της κι απαρτίζεται από:

  • α) Τον Πρόεδρο.
  • β) Έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Ανάπτυξης, που

υποδεικνύεται από τον Υπουργό Ανάπτυξης.

  • γ) Έναν εκπρόσωπο των καταναλωτών, που υποδεικνύεται από το Εθνικό Συμβούλιο Καταναλωτών και

Αγοράς.

  • δ) Τέσσερα μέλη με ειδικές γνώσεις και εμπειρία σε

θέματα ιδιωτικής ασφάλισης και χρηματοοικονομικής εποπτείας, που ορίζονται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Ένα από τα μέλη αυτά ορίζεται Αντιπρόεδρος του Δ.Σ., ο οποίος είναι ο νόμιμος αναπληρωτής του Προέδρου.» Β) Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Δ.Σ. πρέπει να είναι πρόσωπα καταξιωμένα και αναγνωρισμένα στην οικονομική και επιστημονική ζωή του τόπου ή της δημόσιας διοίκησης. Τα μέλη του πρέπει να είναι πρόσωπα αναγνωρισμένου κύρους της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας και να διαθέτουν ειδικές γνώσεις και εμπειρία σε θέματα της ιδιωτικής ασφάλισης και των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών γενικότερα, ώστε να συμβάλλουν με αυτές αποτελεσματικά στην επίτευξη των σκοπών της Επιτροπής.» Γ) Η παράγραφος 7 αντικαθίσταται ως εξής: «7. Ο Πρόεδρος είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και δεν επιτρέπεται να ασκεί, κατά τη διάρκεια της θητείας του, οποιοδήποτε επάγγελμα ή οποιαδήποτε αμειβόμενη δραστηριότητα. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος δεν επιτρέπεται, κατά τη διάρκεια της θητείας τους και κατά τα τρία επόμενα έτη από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο λήξη αυτής, να συμμετέχουν στην ίδρυση, στη διοίκηση ή στο κεφάλαιο επιχείρησης που τελεί υπό την κατά νόμο εποπτεία της Επιτροπής ή συνδεδεμένης με αυτήν εταιρείας κατά την έννοια του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει, καθώς επίσης και να παρέχουν στις ανωτέρω αναφερόμενες επιχειρήσεις, κατά το αυτό ως άνω χρονικό διάστημα, υπηρεσίες με οποιαδήποτε ιδιότητα. Σε περίπτωση παράβασης της παρούσας παραγράφου, ανεξαρτήτως πειθαρχικής ή ποινικής ευθύνης, ο παραβάτης εκπίπτει αυτοδικαίως από μέλος του Δ.Σ. της Επιτροπής.» Δ) Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 11 αντικαθίσταται ως εξής: «Τα μέλη του Δ.Σ. δεν συμμετέχουν στη συζήτηση και τη λήψη αποφάσεων από το Δ.Σ. για θέματα που αφορούν φυσικά πρόσωπα με τα οποία είναι σύζυγοι ή συγγενείς μέχρι και τον τρίτο βαθμό ή νομικά πρόσωπα, με τα οποία τα ανωτέρω αυτά πρόσωπα συνδέονται με οποιαδήποτε έννομη σχέση ή στων οποίων τη διοίκηση ή το κεφάλαιο συμμετέχουν.»

6.

Στο άρθρο 8 του ν. 3229/2004, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 43 του ν. 3427/2005, επέρχεται η εξής τροποποίηση: Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι παράγραφοι 7 και 11 του άρθρου 5 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και για τον Γενικό Διευθυντή.»

7.

Η περίπτωση (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 3229/2004 (ΦΕΚ 38 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «δ) Επιλέγει και τοποθετεί το προσωπικό σε συγκεκριμένες θέσεις.»

8.

Η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 3229/2004 (ΦΕΚ 38 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «δ) Καθορίζει ποιες θέσεις θα καλυφθούν από ειδικό επιστημονικό και ποιες από μόνιμο προσωπικό, επιλέγει και τοποθετεί το ειδικό επιστημονικό προσωπικό στις θέσεις αυτές, ενώ για την τοποθέτηση του μόνιμου προσωπικού από το Δ.Σ. της Επιτροπής απαιτείται επιλογή, που διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για το δημόσιο τομέα.»

9.

Η παράγραφος 3 του άρθρου 21 του ν. 1569/1985 (ΦΕΚ 183 Α΄), όπως ισχύει, καταργείται, ενώ η παράγραφος 1 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Με απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) μπορεί: α) να καταρτίζεται κανονισμός συμπεριφοράς των προσώπων που ασκούν ασφαλιστική διαμεσολάβηση, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 2 του π.δ. 190/2006, όπως ισχύει. Από την έναρξη ισχύος του κανονισμού αυτού καταργείται το π.δ. 298/1986 (ΦΕΚ 183 Α΄), β) να ορίζονται οι διοικητικές κυρώσεις για την παράβαση των διατάξεων του ως άνω κανονισμού συμπεριφοράς, και γ) γενικότερα να ρυθμίζεται κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος νόμου. Κατ’ ελάχιστο, ο κανονισμός συμπεριφοράς περιέχει κανόνες οι οποίοι διασφαλίζουν ότι τα παραπάνω νομικά και φυσικά πρόσωπα ενεργούν εντίμως, νομίμως και με την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια κατά τη διεξαγωγή των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων, διαθέτουν και χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τους πόρους και τις διαδικασίες που απαιτούνται προς το συμφέρον των ασφαλισμένων και λαμβάνουν μέτρα ώστε να αποτρέπουν τις συγκρούσεις συμφερόντων.»

10.

α) Από την 1η Ιανουαρίου 2009 καταργείται το τέλος χαρτοσήμου, που επιβάλλεται: i) στις αποδείξεις πληρωμής ασφαλίστρων για τους κλάδους ασφαλίσεων ζωής, όπως ορίζονται στο άρθρο 13 παρ. 2 του ν.δ. 400/1970, όπως ισχύει, ii) στις αποδείξεις πληρωμής εξαγορών ασφαλιστηρίων ζωής και iii) στους τυχόν απορρέοντες από ασφαλιστικές αποζημιώσεις τόκους.

  • β) Από την 1η Ιανουαρίου 2009 καταργείται το τέλος

χαρτοσήμου, που επιβάλλεται στις αποδείξεις πληρωμής ασφαλίστρων για τους κλάδους ασφαλίσεων κατά ζημιών, όπως ορίζονται στο άρθρο 13 παρ. 1 του ν.δ. 400/1970, όπως ισχύει.

Άρθρο 72

1.

Οι διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ 146 Α΄), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τους υπαλλήλους της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος (ΕΣΥΕ), του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος (ΟΕΕ) και του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ). Τα ποσά των δικαιούχων ορίζονται στο ίδιο ύψος με εκείνα των υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών (πρώην Εθνικής Οικονομίας). και ισχύει, βαρύνουν τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και οι δαπάνες του άρθρου 18 παρ. 6 περ. α΄ του ν. 3614/2007 (ΦΕΚ 267 Α΄) βαρύνουν τον τακτικό προϋπολογισμό του φορέα στον οποίο υπάγεται η ειδική υπηρεσία. Η αντίστοιχη δαπάνη για τους υπαλλήλους του ΟΕΕ και του ΚΕΠΕ βαρύνει τους προϋπολογισμούς τους. Για το σκοπό αυτόν, είναι δυνατή η επιχορήγησή τους από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών.

3.

Για τις ανωτέρω δαπάνες που είναι καταβλητέες το έτος 2009, μεταφέρονται οι απαιτούμενες πιστώσεις από τον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων στον τακτικό προϋπολογισμό.

Άρθρο 73

Μέτρα ενίσχυσης για πληγείσες επιχειρήσεις και πληγέντες επαγγελματίες κατά τη διάρκεια των επεισοδίων του Δεκεμβρίου 2008

1.

Παρέχεται οικονομική ενίσχυση ύψους δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ σε επαγγελματίες και επιχειρήσεις που απασχολούν έως και 50 εργαζομένους για την αντιμετώπιση των ζημιών που προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια των επεισοδίων από την 6η Δεκεμβρίου 2008 και έως την κατάθεση του παρόντος νόμου στη Βουλή των Ελλήνων. Η καταβολή των ενισχύσεων αυτών γίνεται βάσει υπευθύνων δηλώσεων του ν.1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α΄), όπως ισχύει, των δικαιούχων και βεβαιώσεων της Πυροσβεστικής ή της Τοπικής Αστυνομικής Αρχής ή του οικείου Δήμου, ύστερα από σχετική αίτησή τους. Η ως άνω καταβολή γίνεται κατά παρέκκλιση των διατάξεων περί Δημοσίου Λογιστικού, μέσω των καταστημάτων της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος. Σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες του πρώτου εδαφίου παρέχεται επιπλέον οικονομική ενίσχυση σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί της πιστοποιούμενης από την Επιτροπή της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου ζημίας ύψους από δέκα χιλιάδες (10.000) έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Η καταβολή των ενισχύσεων γίνεται στους δικαιούχους ύστερα από αίτησή τους, κατά παρέκκλιση των διατάξεων περί Δημοσίου Λογιστικού, μέσω των πιστωτικών ιδρυμάτων. Τα ποσά μεταφέρονται στους λογαριασμούς των πιστωτικών ιδρυμάτων με εντολή του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ή του εξουσιοδοτημένου προς τούτο Διευθυντή της Διεύθυνσης Λογαριασμών του Δημοσίου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Μετά την καταβολή των ανωτέρω οικονομικών ενισχύσεων, τα πιστωτικά ιδρύματα αποστέλλουν ανά εβδομάδα στην αρμόδια Διεύθυνση Λογαριασμών του Δημοσίου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών καταστάσεις πληρωμών, στις οποίες αναφέρονται συνολικά και αναλυτικά οι πληρωμές κατά δικαιούχο, επισυνάπτοντας τις υπεύθυνες δηλώσεις, τις βεβαιώσεις και την πιστοποίηση της Επιτροπής της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου.

2.

Για το υπόλοιπο πενήντα τοις εκατό (50%) της πιστοποιούμενης ζημίας των επιχειρήσεων της παραγράφου 1, καθώς και για τις επιχειρήσεις που δεν υπάγονται στην παράγραφο 1, εγκρίνεται η δανειοδότηση από τα πιστωτικά ιδρύματα για την αποκατάσταση ζημιών στο μηχανολογικό και λοιπό εξοπλισμό, πρώτες και βοηθητικές ύλες και εμπορεύματα, ως ακολούθως:

  • α) Τα ανωτέρω δάνεια είναι διάρκειας δεκαπέντε (15)

ετών συμπεριλαμβανομένης περιόδου χάριτος δύο (2) ετών.

  • β) Το επιτόκιο επιδοτείται κατά εκατό τοις εκατό

(100%) καθ’ όλη τη διάρκεια των δανείων και βαρύνει το λογαριασμό του ν. 128/1975 (ΦΕΚ 178 Α΄), όπως ισχύει. Τα ανωτέρω δάνεια εξοφλούνται με ισόποσες ετήσιες χρεολυτικές δόσεις. Το ύψος των δανείων των επιχειρήσεων ανέρχεται στο ποσό της ζημίας, το οποίο πιστοποιείται από την Επιτροπή της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου.

3.

Επιτρέπεται η χορήγηση κεφαλαίων κίνησης από τα πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις για ανάγκες και κεφάλαιο κίνησης της Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) 1955/1991, όπως ισχύει. Τα δάνεια αυτά επιδοτούνται από το λογαριασμό του ν.128/1975 κατά εκατό τοις εκατό (100%) για τα δύο (2) πρώτα έτη και πενήντα τοις εκατό (50%) για την υπόλοιπη διάρκεια των δανείων. Τα ανωτέρω δάνεια χορηγούνται κατ’ ανώτατο ύψος μέχρι τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) του κύκλου εργασιών της επιχείρησης κατά το έτος 2007, όπως προκύπτει από τα δηλωθέντα στοιχεία στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., και είναι διάρκειας πέντε (5) ετών συμπεριλαμβανομένης περιόδου χάριτος δύο (2) ετών. Για τις επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες που έκαναν έναρξη εργασιών κατά το έτος 2008, ο κύκλος εργασιών τους προκύπτει από τα επίσημα φορολογικά στοιχεία αναγόμενα σε ετήσια βάση. Τα ανωτέρω δάνεια εξοφλούνται με ισόποσες ετήσιες χρεολυτικές δόσεις ή τοκοχρεωλυτικές δόσεις.

4.

Εγκρίνεται η δανειοδότηση από τα πιστωτικά ιδρύματα σε ιδιοκτήτες κτηρίων ή στις επιχειρήσεις ή επαγγελματίες για την αποκατάσταση ζημιών σε κτήρια που επλήγησαν από τα επεισόδια, που έλαβαν χώρα εντός του χρονικού διαστήματος της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Τα ανωτέρω δάνεια είναι διάρκειας δεκαπέντε (15) ετών συμπεριλαμβανομένης της περιόδου χάριτος δύο (2) ετών. Το επιτόκιο επιδοτείται κατά εκατό τοις εκατό (100%) καθ’ όλη τη διάρκεια του δανείου και βαρύνει το λογαριασμό του ν. 128/1975. Τα ανωτέρω δάνεια εξοφλούνται με ισόποσες ετήσιες χρεολυτικές δόσεις. Το ύψος των δανείων των επιχειρήσεων και επαγγελματιών ανέρχεται στο ποσό της ζημιάς, το οποίο πιστοποιείται από την Επιτροπή της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου.

5.

Αναστέλλονται για ένα τρίμηνο οι πληρωμές δόσεων ληξιπρόθεσμων και μη, προς τα πιστωτικά ιδρύματα, των επιχειρήσεων και επαγγελματιών που επλήγησαν από τα επεισόδια, που έλαβαν χώρα εντός του χρονικού διαστήματος της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Οι τόκοι της τριμηνιαίας περιόδου επιδοτούνται κατά εκατό τοις εκατό (100%) από το λογαριασμό του ν. 128/1975.

6.

Ως επιτόκιο όλων των ανωτέρω δανείων ορίζεται το εκάστοτε επιτόκιο των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου (Ε.Γ.Ε.Δ.) δωδεκάμηνης διάρκειας εκατό (50%) πλέον εισφοράς του ν. 128/1975. Για τους τόκους και το κεφάλαιο όλων των ανωτέρω δανείων παρέχεται εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2322/1995 (ΦΕΚ 143 Α΄), όπως ισχύει. Η χορήγηση των δανείων γίνεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα οποιαδήποτε υφιστάμενα δυσμενή στοιχεία των δικαιούχων επιχειρήσεων και επαγγελματιών. Τριμελής Επιτροπή, που συγκροτείται από εκπρόσωπο του τοπικού Επιμελητηρίου, εκπρόσωπο του οικείου Συλλόγου και εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, είναι αρμόδια και υπεύθυνη για τη χορήγηση βεβαιώσεων, με τις οποίες πιστοποιείται ότι οι επιχειρήσεις ή επαγγελματίες έχουν πληγεί αποδεδειγμένα από πυρκαγιές ή επεισόδια στη διάρκεια των άνω επεισοδίων, το ύψος των σχετικών ζημιών σε κτήρια, σε μηχανολογικό και λοιπό εξοπλισμό, πρώτες βοηθητικές ύλες και εμπορεύματα, καθώς επίσης και πιθανή ασφαλιστική αποζημίωση που δικαιούνται να λάβουν οι πληγέντες για οποιαδήποτε από τις ανωτέρω ζημίες. Επικουρικά η Επιτροπή δύναται να χρησιμοποιεί στοιχεία από την Πυροσβεστική Υπηρεσία ή από τους οικείους Δήμους για την εκτέλεση του έργου της. Η δαπάνη που προκαλείται για την οικονομική ενίσχυση των επιχειρήσεων και επαγγελματιών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου βαρύνει τον Κρατικό Προϋπολογισμό και ειδικότερα τις πιστώσεις του προϋπολογισμού του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Η δαπάνη που προκαλείται για την επιδότηση του επιτοκίου των δανείων βαρύνει το λογαριασμό του ν. 128/1975. Ως προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων των επιχειρήσεων και επαγγελματιών για την υπαγωγή τους στις ανωτέρω ρυθμίσεις ορίζεται η 27η Φεβρουαρίου 2009.

7.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

8.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν από την κατάθεσή του στη Βουλή των Ελλήνων.

Άρθρο 74

1.α. Το άρθρο 1 του ν. 3227/2004 (ΦΕΚ 31 Α΄) εφαρμόζεται αναλόγως και όταν επιδοτούμενος άνεργος προσλαμβάνεται ή τοποθετείται σε θέση εργασίας του δημόσιου τομέα, σύμφωνα με την οριοθέτηση αυτού από το άρθρο 51 παράγραφος 1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α΄), όπως ισχύει. β. Σε επιδοτούμενους ή μη ανέργους που δοκιμάζονται ιδιαίτερα από οικονομική ή άλλη αιτία, το Διοικητικό Συμβούλιο του Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να χορηγεί εφάπαξ οικονομική ενίσχυση ύψους μέχρι χιλίων (1.000) ευρώ ανά δικαιούχο, ύστερα από απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας με την οποία θα καθορίζονται τα κριτήρια για τη χορήγηση αυτήν, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου υπάγονται στις ρυθμίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του π.δ. 219/1973 (ΦΕΚ 200 Α΄).

2.

Καταρτίζεται με απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. πρόγραμμα για την κάλυψη των μισθών και των εργοδοτικών εισφορών των εργαζομένων για τους μήνες Δεκέμβριο 2008, Δώρο Χριστουγέννων 2008, Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2009 των εργαζομένων σε επιχειρήσεις που δεν λειτούργησαν έως 20.12.2008 λόγω των ζημιών που υπέστησαν κατά τη διάρκεια των επεισοδίων του Δεκεμβρίου 2008. Η διαδικασία υπαγωγής στο πρόγραμμα, το ποσό της επιχορήγησης, η καταβολή των καθαρών ποσών στους εργαζομένους, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, η απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών στους δικαιούχους, ο έλεγχος και η αναζήτηση των δικαιολογητικών, η επίλυση των διαφορών και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια ρυθμίζεται με απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ..

Άρθρο 75

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)