Νόμοι — ΦΕΚ A' 78/2021

Type Νόμος
Publication 2021-05-18
Τελευταία ενημέρωση 2021-06-28
State In force
Source ΦΕΚ
articles 271
Reform history JSON API
  • γ) κατά πόσον υπάρχει ρεαλιστική προοπτική να μπορέσει το μέτρο αυτό, σε κατάλληλο χρονικό διάστημα,

να αντιμετωπίσει τις περιστάσεις για τις οποίες θα ήταν επιβεβλημένη η διαπίστωση της παρ. 2 του άρθρου 59.

5.

Για τους σκοπούς της παρ. 4 του παρόντος άρθρου, ως εναλλακτικά μέτρα νοούνται τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης του άρθρου 27, τα μέτρα της παρ. 1 του άρθρου 96 του v. 4261/2014 ή η μεταφορά πόρων ή κεφαλαίων από τη μητρική επιχείρηση.

6.

Αν, δυνάμει της παρ. 4, η ενδεδειγμένη αρχή μετά από την ως άνω διαβούλευση κρίνει ότι πληρούνται τα αναφερόμενα σε αυτή τότε εφαρμόζει τα μέτρα αυτά.

7.

Αν συντρέχουν οι συνθήκες της παρ. 1 και κατ’ εφαρμογή της παρ. 4, η ενδεδειγμένη αρχή, μετά από διαβούλευση με τις αρχές στις οποίες απεστάλη η κοινοποίηση, κρίνει ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα εναλλακτικά μέτρα που θα μπορούσαν να επιφέρουν το αποτέλεσμα που αναφέρεται στην περ. γ’ της παρ. 4, αποφασίζει εάν είναι σκόπιμο να προβεί στη διαπίστωση που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 59.

8.

Σε περίπτωση που η ενδεδειγμένη αρχή αποφασίσει να προβεί στη διαπίστωση της περ. γ’ της παρ. 2 του άρθρου 59 αποστέλλει αμελλητί κοινοποίηση στις ενδεδειγμένες αρχές των κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένες οι επηρεαζόμενες θυγατρικές. Η διαπίστωση λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης των παρ. 3 και 4 του άρθρου 92. Ελλείψει κοινής απόφασης δεν εφαρμόζεται η περ. γ’ της παρ. 2 του άρθρου 59.

9.

Η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει αμέσως την απόφαση απομείωσης ή μετατροπής των κεφαλαιακών μέσων που λαμβάνεται δυνάμει του παρόντος άρθρου, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα των περιστάσεων.»

Άρθρο 93

Γενικές εξουσίες - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 63 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 27 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στην περ. ε’ και στην περ. ι’ της παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 63 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87), οι λέξεις «επιλέξιμων υποχρεώσεων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεων», στην περ. στ’ της ιδίας παραγράφου οι λέξεις «επιλέξιμες υποχρεώσεις» αντικαθίστανται από τις λέξεις «υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού» και η παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 63 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Η αρχή εξυγίανσης για την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης σε ιδρύματα και οντότητες των περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 που πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις για εξυγίανση, διαθέτει τις αναγκαίες εξουσίες, τις οποίες ασκεί μεμονωμένα ή συνδυαστικά, και ειδικότερα, δύναται να:

  • α) απαιτεί από κάθε πρόσωπο να παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες προκειμένου αυτή να αποφασίζει

και να προετοιμάζει μια ενέργεια εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης της επικαιροποίησης και της συμπλήρωσης των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στα σχέδια εξυγίανσης, και της απαίτησης παροχής πληροφοριών μέσω επιτόπιων ελέγχων,

  • β) αναλαμβάνει τον έλεγχο ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση και ασκεί όλα τα δικαιώματα και τις εξουσίες που

παρέχονται στους μετόχους, στους λοιπούς ιδιοκτήτες και στο διοικητικό συμβούλιο του υπό εξυγίανση ιδρύματος,

  • γ) μεταβιβάζει μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας

που έχουν εκδοθεί από ένα υπό εξυγίανση ίδρυμα,

  • δ) μεταβιβάζει σε άλλο πρόσωπο, με τη συναίνεσή του,

δικαιώματα, περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις ενός υπό εξυγίανση ιδρύματος,

  • ε) απομειώνει, μέχρι και μηδενισμού, αρχικό ποσό ή

το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο των υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεων ενός υπό εξυγίανση ιδρύματος,

  • στ) μετατρέπει υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού ενός υπό εξυγίανση ιδρύματος σε

κοινές μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας του εν λόγω ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, ενός σχετικού μητρικού ιδρύματος ή οντότητας ή ενός μεταβατικού ιδρύματος στο οποίο μεταβιβάζονται περιουσιακά στοιχεία του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1,

  • ζ) ακυρώνει χρεωστικά μέσα που έχουν εκδοθεί από

ένα υπό εξυγίανση ίδρυμα, εξαιρουμένων των εξασφαλισμένων υποχρεώσεων που εμπίπτουν στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 44,

  • η) απομειώνει, μέχρι και μηδενισμού, την ονομαστική

αξία μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας ενός υπό εξυγίανση ιδρύματος, καθώς και να τα ακυρώνει,

  • θ) απαιτεί από ένα υπό εξυγίανση ίδρυμα ή από ένα

σχετικό μητρικό ίδρυμα ή οντότητα να εκδώσει νέες

  • ι) τροποποιεί τη ληκτότητα των χρεωστικών μέσων

και άλλων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεων που έχουν εκδοθεί από ένα υπό εξυγίανση ίδρυμα ή να τροποποιεί το ύψος των πληρωτέων τόκων δυνάμει αυτών ή την ημερομηνία κατά την οποία οι τόκοι καθίστανται πληρωτέοι, περιλαμβανομένης της προσωρινής αναστολής τους, εξαιρούμενων των εξασφαλισμένων υποχρεώσεων που εμπίπτουν στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 44,

  • ια) καταγγέλλει και να ρευστοποιεί χρηματοπιστωτικές

συμβάσεις ή συμβάσεις παραγώγων για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 49,

  • ιβ) απομακρύνει ή να αντικαθιστά το διοικητικό συμβούλιο και τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ενός υπό

εξυγίανση ιδρύματος, και

  • ιγ) απαιτεί από την αρμόδια αρχή να αξιολογήσει εγκαίρως τον αγοραστή ειδικής συμμετοχής, κατά παρέκκλιση από τα χρονικά όρια που τίθενται στο άρθρο 23 του

v. 4261/2014 και στο άρθρο 12 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.»

Άρθρο 94

Εξουσία επιβολής μέτρων διαχείρισης κρίσης ή μέτρων πρόληψης κρίσης που λαμβάνονται από άλλα κράτη μέλη - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 66 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 28 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στην παρ. 4 του εσωτερικού άρθρου 66 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) οι λέξεις «επιλέξιμες υποχρεώσεις» αντικαθίστανται από τις λέξεις «υποχρεώσεις που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού» και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής: «4. Όταν η αρχή εξυγίανσης ενός κράτους μέλους ασκεί τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής, μεταξύ άλλων σε σχέση με κεφαλαιακά μέσα σύμφωνα με το άρθρο 59, και οι υποχρεώσεις που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού ή τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα του υπό εξυγίανση ιδρύματος περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

  • α) μέσα ή υποχρεώσεις που διέπονται από το ελληνικό

δίκαιο,

  • β) υποχρεώσεις προς πιστωτές που βρίσκονται στην

Ελλάδα, διασφαλίζεται η μείωση της αξίας των εν λόγω υποχρεώσεων ή μέσων, ή η μετατροπή τους, σε συμφωνία με την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής της αρχής εξυγίανσης του κράτους μέλους.»

Άρθρο 95

Αποκλεισμός ορισμένων συμβατικών ρητρών σε περίπτωση έγκαιρης παρέμβασης και εξυγίανσης - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 68 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 29 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στο εσωτερικό άρθρο 68 του άρθρου 2 του v. 4335/ 2015 (Α’ 87) αντικαθίστανται το εισαγωγικό μέρος της παρ. 3 και η παρ. 5 και το εσωτερικό άρθρο 68 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 68 Αποκλεισμός ορισμένων συμβατικών ρητρών σε περίπτωση έγκαιρης παρέμβασης και εξυγίανσης (άρθρο 68 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)

1.

Οποιοδήποτε μέτρο πρόληψης ή διαχείρισης κρίσεων λαμβάνεται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, συμπεριλαμβανομένης της επέλευσης οποιουδήποτε γεγονότος άμεσα συνδεόμενου με την εφαρμογή αυτού του μέτρου, δεν θεωρείται αφ’ εαυτού, σε πλαίσιο σύμβασης που έχει συνάψει η οντότητα, ότι συνιστά γεγονός που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση κατά την έννοια του v. 3301/2004, ή ως διαδικασία αφερεγγυότητας κατά την έννοια του v. 2789/2000, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης, μεταξύ των οποίων και οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης, καθώς και η παροχή εξασφάλισης. Επιπροσθέτως, ένα τέτοιο μέτρο πρόληψης κρίσης ή μέτρο διαχείρισης κρίσης δεν θεωρείται αφ’ εαυτού ότι συνιστά γεγονός που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση ή διαδικασία αφερεγγυότητας στο πλαίσιο σύμβασης που συνάφθηκε από:

  • α) θυγατρική, και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από

τη σύμβαση αυτή τελούν υπό την εγγύηση ή στηρίζονται κατ’ άλλο τρόπο από τη μητρική επιχείρηση ή οποιοδήποτε άλλο μέλος του ομίλου, ή

  • β) οποιοδήποτε μέλος του ομίλου και η σύμβαση περιλαμβάνει ρήτρες αλυσιδωτής καταγγελίας (crossdefault

provisions). Η αφερεγγυότητα ή αδυναμία εκπλήρωσης υποχρεώσεων έναντι τρίτων ενός μέλους του ομίλου, όταν προκαλείται από την εφαρμογή μέτρου πρόληψης ή διαχείρισης κρίσεων κατά τον παρόντα νόμο σε απαιτήσεις κατά άλλου μέλους του ίδιου ομίλου, θεωρείται γεγονός άμεσο συνδεόμενο με την εφαρμογή αυτού του μέτρου, με την έννοια της παρούσας διάταξης.

2.

Αν διαδικασίες εξυγίανσης τρίτης χώρας αναγνωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 90 ή εφόσον το αποφασίσει η αρχή εξυγίανσης, οι διαδικασίες αυτές αποτελούν για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, μέτρο διαχείρισης κρίσεων.

3.

Υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης, μεταξύ των οποίων οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης, καθώς και η παροχή εξασφάλισης, τα μέτρα πρόληψης κρίσεων, η αναστολή της υποχρέωσης δυνάμει του άρθρου 33α ή τα μέτρα διαχείρισης κρίσεων, συμπεριλαμβανομένης της επέλευσης οποιουδήποτε γεγονότος άμεσα συνδεόμενου με την εφαρμογή τέτοιων μέτρων, δεν παρέχουν από μόνα τους σε κανέναν τη δυνατότητα:

  • α) να ασκεί οποιοδήποτε δικαίωμα καταγγελίας, αναστολής, τροποποίησης, εκκαθαριστικού συμψηφισμού

ή συμψηφισμού, μεταξύ άλλων και σχετικά με σύμβαση η οποία έχει συναφθεί από:

  • αα) θυγατρική, και οι υποχρεώσεις που απορρέουν

από τη σύμβαση τελούν υπό την εγγύηση ή στηρίζονται με άλλο τρόπο από οποιοδήποτε μέλος του ομίλου,

  • β) να αποκτά κατοχή, να ασκεί έλεγχο ή να επιβάλλει

την παροχή εξασφάλισης επί περιουσιακού στοιχείου του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 ή οποιουδήποτε μέλους του ομίλου σε σχέση με σύμβαση που περιλαμβάνει ρήτρες αλυσιδωτής καταγγελίας, και

  • γ) να θίγει οποιαδήποτε συμβατικά δικαιώματα του

ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 ή οποιουδήποτε μέλους του ομίλου σε σχέση με σύμβαση που περιλαμβάνει ρήτρες αλυσιδωτής καταγγελίας.

4.

Το παρόν άρθρο δεν θίγει το δικαίωμα ανάληψης δράσης σύμφωνα με την παρ. 3, σε περίπτωση που το δικαίωμα αυτό απορρέει από γεγονός που δεν συνιστά μέτρο πρόληψης ή διαχείρισης κρίσεων, ή από την επέλευση οποιουδήποτε γεγονότος άμεσα συνδεόμενου με την εφαρμογή τέτοιου μέτρου.

5.

Η αναστολή ή ο περιορισμός δυνάμει των άρθρων 33α, 69 ή 70 δεν συνιστά αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης για τους σκοπούς των παρ. 1 και 2 και της παρ. 1 του άρθρου 71.

6.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου αποτελούν «υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου» κατά την έννοια του άρθρου 9 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ L 177).»

Άρθρο 96

Εξουσία αναστολής ορισμένων υποχρεώσεων Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 69 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 30 του άρθρου 1 της Oδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στο εσωτερικό άρθρο 69 του άρθρου 2 του v. 4335/ 2015 (Α’ 87), η παρ. 4 αντικαθίσταται, η παρ. 5 συμπληρώνεται με την προσθήκη εδαφίων και το εσωτερικό άρθρο 69 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 69 Εξουσία αναστολής ορισμένων υποχρεώσεων (άρθρο 69 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)

1.

Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να αναστέλλει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης του υπό εξυγίανση ιδρύματος που απορρέουν από σύμβαση την οποία αυτό έχει συνάψει από τη δημοσίευση της απόφασης περί αναστολής, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 82, έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης.

2.

Σε περίπτωση που μια υποχρέωση πληρωμής ή παράδοσης θα καθίστατο απαιτητή εντός της περιόδου αναστολής, η πληρωμή ή η παράδοση καθίσταται απαιτητή αμέσως μετά τη λήξη της περιόδου αναστολής.

3.

Αν οι συμβατικές υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης του υπό εξυγίανση ιδρύματος ανασταλούν δυνάμει της παρ. 1, οι υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης των αντισυμβαλλόμενων του εν λόγω ιδρύματος στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής αναστέλλονται επίσης για το ίδιο χρονικό διάστημα.

4.

Η αναστολή βάσει της παρ. 1 δεν εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης έναντι των ακόλουθων:

  • α) συστημάτων και διαχειριστών συστημάτων κατά

την έννοια του v. 2789/2000 (Α’ 21),

  • β) κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει

άδεια λειτουργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (L 201) και των κεντρικών αντισυμβαλλόμενων τρίτης χώρας αναγνωρισμένων από την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) σύμφωνα με το άρθρο 25 του ιδίου Κανονισμού,

  • γ) κεντρικών τραπεζών.
5.

Κατά την άσκηση εξουσίας δυνάμει του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη την επίπτωση που ενδέχεται να έχει η άσκηση της εξουσίας αυτής στην εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών. Η αρχή εξυγίανσης καθορίζει το πεδίο εφαρμογής αυτής της εξουσίας, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Συγκεκριμένα, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί προσεκτικά εάν είναι κατάλληλη η επέκταση της αναστολής σε επιλέξιμες καταθέσεις, όπως ορίζονται στην περ. 13 της παρ. 1 του άρθρου 3 του v. 4370/2016 (Α’ 37), ιδίως αν πρόκειται για καλυπτόμενες καταθέσεις, δικαιούχοι των οποίων είναι φυσικά πρόσωπα και πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Όταν ασκείται εξουσία αναστολής των υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης σε σχέση με επιλέξιμες καταθέσεις, η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι οι καταθέτες έχουν πρόσβαση σε κατάλληλο ημερήσιο ποσό από τις καταθέσεις αυτές, εξειδικεύοντας παράλληλα με ποιον τρόπο παρέχεται αυτή η πρόσβαση.»

Άρθρο 97

Εξουσία περιορισμού της αναγκαστικής εκτέλεσης συμφωνιών παροχής εξασφάλισης Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 70 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 31 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στο εσωτερικό άρθρο 70 του άρθρου 2 του v. 4335/ 2015 (Α’ 87) η παρ. 2 αντικαθίσταται και το εσωτερικό άρθρο 70 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 70 Εξουσία περιορισμού της αναγκαστικής εκτέλεσης συμφωνιών παροχής εξασφάλισης (άρθρο 70 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)

1.

Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να περιορίζει το δικαίωμα των εξασφαλισμένων πιστωτών ενός υπό εξυγίανση ιδρύματος να προβούν σε αναγκαστική εκτέλεση συμφωνιών παροχής εξασφάλισης όσον αφορά οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία του υπό εξυγίανση ιδρύματος από τη δημοσίευση της απόφασης του περιορισμού, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 82,

2.

Η αρχή εξυγίανσης δεν ασκεί την εξουσία που αναφέρεται στην παρ. 1 όσον αφορά οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

  • α) παροχή ασφάλειας έναντι συστημάτων ή διαχειριστών συστημάτων κατά την έννοια του v. 2789/2000

(Α’ 21),

  • β) κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους που έχουν λάβει

άδεια λειτουργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (L 201) και κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους τρίτης χώρας αναγνωρισμένους από την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) σύμφωνα με το άρθρο 25 του ιδίου Κανονισμού, και

  • γ) κεντρικές τράπεζες, όσον αφορά περιουσιακά στοιχεία που έχουν ενεχυριαστεί ή παρασχεθεί ως περιθώριο

ή εξασφάλιση από το ίδρυμα υπό εξυγίανση.

3.

Στις περ. που εφαρμόζεται το άρθρο 80, η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι οι τυχόν περιορισμοί που επιβάλλονται δυνάμει της εξουσίας που προβλέπεται στην παρ. 1 εφαρμόζονται σε όλα τα μέλη του ομίλου έναντι των οποίων προβαίνει σε ενέργεια εξυγίανσης.

4.

Κατά την άσκηση εξουσίας δυνάμει του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη την επίπτωση που ενδέχεται να έχει η άσκηση της εξουσίας αυτής στην εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.»

Άρθρο 98

Εξουσία προσωρινής αναστολής δικαιωμάτων καταγγελίας - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 71 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 32 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στο εσωτερικό άρθρο 71 του άρθρου 2 του v. 4335/ 2015 (Α’ 87), η παρ. 3 αντικαθίσταται και το εσωτερικό άρθρο 71 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 71 Εξουσία προσωρινής αναστολής δικαιωμάτων καταγγελίας (άρθρο 71 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)

1.

Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να αναστέλλει τα δικαιώματα καταγγελίας οποιουδήποτε αντισυμβαλλόμενου του υπό εξυγίανση ιδρύματος, από τη δημοσίευση της απόφασης του περιορισμού, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 82, έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης, καθώς και η παροχή εξασφάλισης.

2.

Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να αναστέλλει τα δικαιώματα καταγγελίας οποιουδήποτε αντισυμβαλλόμενου θυγατρικής του υπό εξυγίανση ιδρύματος εφόσον:

  • α) οι υποχρεώσεις βάσει της εν λόγω σύμβασης είναι

εγγυημένες ή εξασφαλίζονται με άλλον τρόπο από το υπό εξυγίανση ίδρυμα,

  • β) τα δικαιώματα καταγγελίας δυνάμει της εν λόγω

σύμβασης βασίζονται αποκλειστικώς και μόνον στο γεγονός της αφερεγγυότητας ή στη χρηματοοικονομική κατάσταση του υπό εξυγίανση ιδρύματος, και

  • γ) σε περίπτωση που έχει ασκηθεί ή ενδέχεται να ασκηθεί εξουσία μεταβίβασης σε σχέση με το υπό εξυγίανση

ίδρυμα,

  • αα) είτε εφόσον όλα τα περιουσιακά στοιχεία και οι

υποχρεώσεις της θυγατρικής που σχετίζονται με την εν λόγω σύμβαση, έχουν μεταβιβαστεί ή ενδέχεται να μεταβιβαστούν και να αναληφθούν από τον αποκτώντα,

  • ββ) είτε εφόσον η αρχή εξυγίανσης παρέχει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο επαρκή προστασία για αυτές τις

υποχρεώσεις. Η αναστολή ισχύει από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 82, έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της η θυγατρική του ιδρύματος υπό εξυγίανση.

3.

Καμία αναστολή βάσει των παρ. 1 ή 2 δεν εφαρμόζεται έναντι:

  • α) συστημάτων ή διαχειριστών συστημάτων κατά την

έννοια του v. 2789/2000 (Α’ 21),

  • β) κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει

άδεια λειτουργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (L 201) και κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτης χώρας αναγνωρισμένων από την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) σύμφωνα με το άρθρο 25 του ιδίου Κανονισμού, ή

  • γ) κεντρικών τραπεζών.
4.

Ένας αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ασκήσει δικαίωμα καταγγελίας δυνάμει σύμβασης πριν από το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στις παρ. 1 ή 2, εάν η αρχή εξυγίανσης του κοινοποιήσει ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύμβαση:

  • α) δεν θα μεταβιβαστούν σε άλλη οντότητα, ή
  • β) δεν θα υποστούν απομείωση ή μετατροπή στο πλαίσιο εφαρμογής της αναδιάρθρωσης παθητικού σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 43.
5.

Εφόσον η αρχή εξυγίανσης ασκήσει την εξουσία που προβλέπεται στις παρ. 1 ή 2 για την αναστολή δικαιωμάτων καταγγελίας, και αυτή δεν έχει κοινοποιηθεί σύμφωνα με την παρ. 4, τα δικαιώματα αυτά μπορούν να ασκηθούν κατά τη λήξη της περιόδου αναστολής, με την επιφύλαξη του άρθρου 68, ως εξής:

  • α) εάν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύμβαση έχουν μεταβιβασθεί σε άλλη

οντότητα, ένας αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ασκήσει δικαιώματα καταγγελίας, σύμφωνα με τους όρους της σχετικής σύμβασης, μόνο σε περίπτωση επέλευσης οποιουδήποτε συνεχιζόμενου ή μεταγενέστερου γεγονότος που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση εκ μέρους του αποκτώντος,

  • β) εάν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύμβαση παραμένουν στο υπό εξυγί

της παρ. 2 του άρθρου 43 στην εν λόγω σύμβαση, ένας αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα καταγγελίας σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αυτής κατά τη λήξη της περιόδου αναστολής σύμφωνα με την παρ. 1.

6.

Κατά την άσκηση εξουσίας, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη την επίπτωση που ενδέχεται να έχει η άσκηση της εξουσίας αυτής στην εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.

7.

Η αρμόδια αρχή ή η αρχή εξυγίανσης μπορεί να απαιτεί από ένα ίδρυμα ή μία οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 να διατηρεί λεπτομερή αρχεία των χρηματοπιστωτικών συμβάσεων. Κατόπιν αιτήματος αρμόδιας αρχής ή αρχής εξυγίανσης, το αρχείο καταγραφής συναλλαγών θέτει τις αναγκαίες πληροφορίες στη διάθεση της αρμόδιας αρχής ή της αρχής εξυγίανσης, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να εκπληρώσουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και καθήκοντα τους σύμφωνα με το άρθρο 81 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012.»

Άρθρο 99

Συμβατική αναγνώριση εξουσιών αναστολής της εξυγίανσης - Προσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρο 71 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 33 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 71 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87), προστίθεται εσωτερικό άρθρο 71α ως εξής: «Άρθρο 71α Συμβατική αναγνώριση εξουσιών αναστολής της εξυγίανσης (παρ. 33 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)

1.

Τα ιδρύματα και οι οντότητες που αναφέρονται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 συμπεριλαμβάνουν σε κάθε χρηματοπιστωτική σύμβαση που συνάπτουν, η οποία διέπεται από το δίκαιο τρίτης χώρας, όρους με τους οποίους τα μέρη αναγνωρίζουν ότι η χρηματοπιστωτική σύμβαση μπορεί να υπόκειται στην άσκηση εξουσιών από την αρχή εξυγίανσης για την αναστολή ή τον περιορισμό των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δυνάμει των άρθρων 33α, 69, 70 και 71 και επίσης αναγνωρίζουν ότι δεσμεύονται από τις απαιτήσεις του άρθρου 68.

2.

Οι ενωσιακές μητρικές επιχειρήσεις διασφαλίζουν ότι οι οικείες θυγατρικές τρίτης χώρας περιλαμβάνουν, στις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις που αναφέρονται στην παρ. 1, όρους, ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η άσκηση της εξουσίας από την αρχή εξυγίανσης να αναστέλλει ή να περιορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μητρικής επιχείρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), σύμφωνα με την παρ. 1, να αποτελεί έγκυρο λόγο για την άσκηση δικαιώματος πρόωρης καταγγελίας, αναστολής, τροποποίησης, εκκαθαριστικού συμψηφισμού ή συμψηφισμού, ή για την εκτέλεση συμφωνιών παροχής ασφάλειας για τις εν λόγω συμβάσεις. Η απαίτηση του πρώτου εδαφίου μπορεί να εφαρμόζεται όσον αφορά τις θυγατρικές τρίτης χώρας οι οποίες είναι:

  • α) πιστωτικά ιδρύματα,
  • β) επιχειρήσεις επενδύσεων (ή επιχειρήσεις που θα

ήταν επιχειρήσεις επενδύσεων αν είχαν έδρα στην Ελλάδα), ή

  • γ) χρηματοδοτικά ιδρύματα.
3.

Η παρ. 1 εφαρμόζεται σε κάθε χρηματοπιστωτική σύμβαση, η οποία:

  • α) δημιουργεί νέα υποχρέωση, ή τροποποιεί ουσιωδώς υπάρχουσα υποχρέωση, μετά την έναρξη ισχύος

της παρούσας διάταξης, και

  • β) προβλέπει την άσκηση ενός ή περισσοτέρων δικαιωμάτων καταγγελίας ή δικαιωμάτων εκτέλεσης συμφωνιών παροχής ασφάλειας, στα οποία θα εφαρμόζονταν

τα άρθρα 68, 33α, 69, 70 ή 71, εάν η χρηματοπιστωτική σύμβαση διεπόταν από το δίκαιο κράτους μέλους.

4.

Όταν ένα ίδρυμα ή μια οντότητα δεν συμπεριλάβει τον συμβατικό όρο που απαιτείται σύμφωνα με την παρ. 1, αυτό δεν εμποδίζει την αρχή εξυγίανσης να ασκήσει τις εξουσίες που αναφέρονται στα άρθρα 68, 33α, 69, 70 ή 71 σε σχέση με αυτή τη χρηματοπιστωτική σύμβαση.»

Άρθρο 100

Υπηρεσιακό επαγγελματικό απόρρητο Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 83 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (άρθρο 84 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ) Στο εσωτερικό άρθρο 83 του άρθρου 2 του v. 4335/ 2015 (Α’ 87), το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 αντικαθίσταται και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής: «3. Τηρουμένης της παρ. 1, τα αναφερόμενα σε αυτήν πρόσωπα απαγορεύεται να αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες, οι οποίες περιέρχονται σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή από την αρμόδια αρχή ή την αρχή εξυγίανσης σε σχέση με τις λειτουργίες της στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή δημόσια αρχή, παρά μόνο στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων τους βάσει του παρόντος νόμου σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, ούτως ώστε να μην προκύπτει η ταυτότητα μεμονωμένων ιδρυμάτων ή οντοτήτων που αναφέρονται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, ή με τη ρητή και προηγούμενη συγκατάθεση της αρχής ή του ιδρύματος ή της αναφερόμενης στην περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 οντότητας που παρέσχε τις πληροφορίες. Πριν από την αποκάλυψη κάθε εμπιστευτικής πληροφορίας από πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 σταθμίζονται οι πιθανές συνέπειες από την αποκάλυψη πληροφοριών στο δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τη χρηματοοικονομική, νομισματική ή οικονομική πολιτική, στα εμπορικά συμφέροντα φυσικών και νομικών προσώπων, στους επιτόπιους ελέγχους, στις έρευνες και στους λογιστικούς ελέγχους. που προβλέπεται στα άρθρα 5, 7, 18, 19 και 20 και των πορισμάτων κάθε αξιολόγησης που διενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 6, 8 και 23.»

Άρθρο 101

Σώματα αρχών εξυγίανσης - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 85 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 34 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στο εσωτερικό άρθρο 85 του άρθρου 2 του v. 4335/ 2015 (Α’ 87), το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 αντικαθίσταται, στην περ. θ’ του δευτέρου εδαφίου οι λέξεις «το άρθρο 45» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τα άρθρα 45 έως 45η» και η παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 85 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 86, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου συγκροτεί Σώματα Αρχών Εξυγίανσης για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στα άρθρα 20, 21, 24, 26, 45 έως 45η, 88 και 89, και, όπου ενδείκνυται, για τη διασφάλιση της συνεργασίας και του συντονισμού με τις αρχές εξυγίανσης τρίτων χωρών. Ειδικότερα, τα Σώματα Αρχών Εξυγίανσης παρέχουν το πλαίσιο για την εκτέλεση από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, τις άλλες αρχές εξυγίανσης και, όπου απαιτείται, τις αρμόδιες αρχές και τις σχετικές αρχές ενοποιημένης εποπτείας των εξής καθηκόντων:

  • α) την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης ομίλων, την εφαρμογή σε

ομίλους των εξουσιών προετοιμασίας και πρόληψης, καθώς και σχετικά με την εξυγίανση ομίλων,

  • β) την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης ομίλων, σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21,
  • γ) την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ομίλων, σύμφωνα με το άρθρο 24,
  • δ) την άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση ή την

εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης ομίλων, σύμφωνα με το άρθρο 26,

  • ε) τη λήψη απόφασης όσον αφορά την ανάγκη να διαμορφωθούν προγράμματα εξυγίανσης ομίλου, όπως

προβλέπεται στο άρθρο 88 ή στο άρθρο 89,

  • στ) την επίτευξη της συμφωνίας για το πρόγραμμα

εξυγίανσης ομίλου που προτείνεται σύμφωνα με το άρθρο 88 ή το άρθρο 89,

  • ζ) το συντονισμό της γνωστοποίησης στο κοινό των

στρατηγικών και προγραμμάτων εξυγίανσης ομίλων,

  • η) το συντονισμό της χρήσης των ταμείων εξυγίανσης,

που καθορίζονται στα άρθρα 95 έως 104,

  • θ) τον καθορισμό της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων για ομίλους σε

ενοποιημένο επίπεδο και για την κάθε θυγατρική, σύμφωνα με τα άρθρα 45 έως 45η. Τα Σώματα Αρχών Εξυγίανσης μπορούν, επίσης, να αποτελέσουν βήμα συζήτησης οποιωνδήποτε θεμάτων σχετίζονται με την εξυγίανση διασυνοριακών ομίλων.»

Άρθρο 102

Ευρωπαϊκά Σώματα Αρχών Εξυγίανσης Αντικατάσταση του εσωτερικού άρθρου 86 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 35 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Το εσωτερικό άρθρο 86 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 86 Ευρωπαϊκά Σώματα Αρχών Εξυγίανσης (παρ. 35 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)

1.

Σε περίπτωση που ίδρυμα τρίτης χώρας ή μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας έχει θυγατρικές που είναι εγκατεστημένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) ή μητρικές επιχειρήσεις στην ΕΕ, που είναι εγκατεστημένες σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, ή δύο ή περισσότερα υποκαταστήματα στην ΕΕ που θεωρούνται σημαντικά από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, οι αρχές εξυγίανσης των εμπλεκόμενων κρατών μελών συγκροτούν ένα ενιαίο Ευρωπαϊκό Σώμα Αρχών Εξυγίανσης.

2.

Το Ευρωπαϊκό Σώμα Αρχών Εξυγίανσης που αναφέρεται στην παρ. 1 εκτελεί τις εργασίες και τα καθήκοντα που καθορίζονται στο άρθρο 85 όσον αφορά στις οντότητες που αναφέρονται στην παρ. 1, καθώς και τα υποκαταστήματα, εφόσον τα εν λόγω καθήκοντα είναι σχετικά με αυτά. Τα καθήκοντα του πρώτου εδαφίου περιλαμβάνουν τον καθορισμό της απαίτησης που αναφέρεται στα άρθρα 45 έως 45η. Κατά τον καθορισμό της απαίτησης που αναφέρεται στα άρθρα 45 έως 45η, τα μέλη του Ευρωπαϊκού Σώματος Αρχών Εξυγίανσης λαμβάνουν υπόψη την παγκόσμια στρατηγική εξυγίανσης που έχει τυχόν υιοθετηθεί από αρχές τρίτων χωρών. Στις περιπτώσεις όπου, σύμφωνα με την παγκόσμια στρατηγική εξυγίανσης, θυγατρικές εγκατεστημένες στην ΕΕ ή ενωσιακή μητρική επιχείρηση και τα θυγατρικά της ιδρύματα δεν είναι οντότητες εξυγίανσης και τα μέλη του Ευρωπαϊκού Σώματος Αρχών Εξυγίανσης συμφωνούν με αυτήν τη στρατηγική, οι θυγατρικές που είναι εγκατεστημένες στην ΕΕ ή, σε ενοποιημένη βάση, η ενωσιακή μητρική επιχείρηση, συμμορφώνονται με την απαίτηση της παρ. 1 του άρθρου 45στ μέσω της έκδοσης των μέσων που αναφέρονται στις περ. α’ και β’ της παρ. 2 του άρθρου 45στ στην τελική μητρική επιχείρησή τους που είναι εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα ή στις θυγατρικές της εν λόγω τελικής μητρικής επιχείρησης που είναι εγκατεστημένες στη ίδια τρίτη χώρα ή άλλες οντότητες βάσει των προϋποθέσεων που προβλέπονται στην υποπερ. i’ της περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 45στ και στην υποπερ. ii’ της περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 45στ.

3.

Όταν μόνο μία ενωσιακή μητρική επιχείρηση κατέχει όλες τις ενωσιακές θυγατρικές ενός ιδρύματος τρίτης χώρας ή μιας μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας, στο Ευρωπαϊκό Σώμα Αρχών Εξυγίανσης προεδρεύει η αρχή εξυγίανσης του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένη η ενωσιακή μητρική επιχείρηση. Εφόσον το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται, στο Ευρωπαϊκό Σώμα Αρχών Εξυγίανσης προεδρεύει η αρχή στοιχείων ενεργητικού εντός ισολογισμού.

4.

Με αμοιβαία συμφωνία όλων των ενδιαφερομένων μερών, η υποχρέωση δημιουργίας Ευρωπαϊκού Σώματος Αρχών Εξυγίανσης δύναται να αρθεί, εάν άλλη ομάδα ή άλλο σώμα εκτελεί τις ίδιες εργασίες και τα ίδια καθήκοντα που καθορίζονται στο παρόν και πληροί όλες τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που καλύπτουν την ιδιότητα μέλους και τη συμμετοχή στα Ευρωπαϊκά Σώματα Αρχών Εξυγίανσης, που ορίζονται στο παρόν και στο άρθρο 87. Στην περίπτωση αυτή, κάθε αναφορά σε Ευρωπαϊκά Σώματα Αρχών Εξυγίανσης στον παρόντα νόμο θεωρείται επίσης αναφορά σε αυτές τις άλλες ομάδες ή σώματα.

5.

Με την επιφύλαξη των παρ. 3 και 4, στο Ευρωπαϊκό Σώμα Αρχών Εξυγίανσης εφαρμόζεται κατά τα λοιπά το άρθρο 85.»

Άρθρο 103

Τροποποίηση των τμημάτων Β’ και Γ ’ του Παραρτήματος του v. 4335/2015 (παρ. 36 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στην παρ. 6 του τμήματος Β’ και στην παρ. 6 του τμήματος Γ’ του Παραρτήματος του v. 4335/2015 (Α’ 87) οι λέξεις «επιλέξιμες υποχρεώσεις» αντικαθίστανται από τις λέξεις «υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού» και τα τμήματα Β’ και Γ’ του Παραρτήματος διαμορφώνονται ως εξής: «ΤΜΗΜΑ Β’ Πληροφορίες που μπορούν να ζητήσουν οι αρχές εξυγίανσης από τα ιδρύματα για τους σκοπούς της κατάρτισης και της διατήρησης σχεδίων εξυγίανσης Για τους σκοπούς της κατάρτισης και της αναπροσαρμογής σχεδίων εξυγίανσης οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να ζητούν από τα ιδρύματα να παρέχουν τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

1.

λεπτομερή περιγραφή της οργανωτικής δομής του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένου ενός καταλόγου όλων των νομικών προσώπων,

2.

στοιχεία του άμεσου κατόχου και του ποσοστού δικαιωμάτων ψήφου και δικαιωμάτων άνευ ψήφου κάθε νομικού προσώπου,

3.

τον τόπο εγκατάστασης, την περιοχή δικαιοδοσίας της ιδρυτικής πράξης, την αδειοδότηση και τα μέλη της βασικής διοίκησης κάθε νομικού προσώπου,

4.

καταγραφή των κρίσιμων λειτουργιών και των βασικών επιχειρηματικών τομέων του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένων των ουσιωδών περιουσιακών τους στοιχείων και υποχρεώσεων πού σχετίζονται με τις εν λόγω λειτουργίες και επιχειρηματικούς τομείς, αναφορικά με τα νομικά πρόσωπα,

5.

λεπτομερή περιγραφή των συστατικών μερών των υποχρεώσεων του ιδρύματος και όλων των νομικών του οντοτήτων, διαχωρίζοντας, τουλάχιστον, ανά τύπο και ποσού βραχυπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου χρέους, τις εξασφαλισμένες, μη εξασφαλισμένες και μειωμένης εξασφάλισης υποχρεώσεις,

6.

λεπτομερή στοιχεία των υποχρεώσεων του ιδρύματος που αποτελούν υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού,

7.

εντοπισμό των διαδικασιών που απαιτούνται για να προσδιοριστεί σε ποιον έχει ενεχυριάσει εξασφαλίσεις το ίδρυμα, το άτομο που κατέχει την εξασφάλιση και τη δικαιοδοσία στην οποία βρίσκεται η εξασφάλιση,

8.

περιγραφή των εκτός ισολογισμού ανοιγμάτων του ιδρύματος και των νομικών του οντοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της καταγραφής τους στις βασικές του λειτουργίες και βασικούς επιχειρηματικούς του τομείς,

9.

τις σημαντικές αντισταθμίσεις κινδύνου του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένης της καταγραφής τους σε νομικά πρόσωπα,

10.

στοιχεία των σημαντικότερων ή κρισιμότερης σημασίας αντισυμβαλλομένων του ιδρύματος, καθώς και ανάλυση της επίπτωσης της χρεωκοπίας των σημαντικότερων αντισυμβαλλομένων στη χρηματοοικονομική κατάσταση του ιδρύματος,

11.

κάθε σύστημα στο οποίο το ίδρυμα διενεργεί σημαντικό αριθμό συναλλαγών, σε όγκο ή αξία, συμπεριλαμβανομένης της καταγραφής τους στα νομικά πρόσωπα, τις κρίσιμες λειτουργίες και τους βασικούς επιχειρηματικούς τομείς του ιδρύματος,

12.

κάθε σύστημα πληρωμής, εκκαθάρισης ή διακανονισμού στο οποίο είναι άμεσα ή έμμεσα μέλος το ίδρυμα, συμπεριλαμβανομένης της καταγραφής του στα νομικά πρόσωπα, τις κρίσιμες λειτουργίες και τους βασικούς επιχειρηματικούς τομείς του ιδρύματος,

13.

λεπτομερή κατάλογο και περιγραφή των βασικών πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που χρησιμοποιεί το ίδρυμα για τη διαχείριση κινδύνων, για την υποβολή λογιστικών, χρηματοοικονομικών και εποπτικών εκθέσεων, συμπεριλαμβανομένης της καταγραφής τους στα νομικά πρόσωπα, τις κρίσιμες λειτουργίες και τους βασικούς επιχειρηματικούς τομείς του ιδρύματος,

14.

στοιχεία των κατόχων των συστημάτων που προσδιορίζονται στην παρ. 13, τις συμφωνίες για το επίπεδο των υπηρεσιών που σχετίζονται με αυτά, και κάθε λογισμικό και συστήματα ή άδειες, συμπεριλαμβανομένης της καταγραφής τους στις νομικές οντότητες, τις βασικές δραστηριότητες και βασικότερους επιχειρηματικούς τομείς του ιδρύματος,

15.

στοιχεία και καταγραφή των νομικών οντοτήτων, καθώς και των διασυνδέσεων και αλληλεξαρτήσεων μεταξύ των διαφόρων νομικών προσώπων, όπως: - προσωπικό, εγκαταστάσεις και συστήματα κοινά ή κοινής χρήσης, - ρυθμίσεις κεφαλαίου, χρηματοδότησης ή ρευστότητας, - υφιστάμενα ή ενδεχόμενα πιστωτικά ανοίγματα, - συμφωνίες αλυσιδωτών εγγυήσεων, ρυθμίσεις αλυσιδωτών εξασφαλίσεων, ρήτρες αλυσιδωτής καταγγελίας και συμφωνίες συμψηφισμού μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών, - μεταφορές κινδύνων και ρυθμίσεις συναλλαγών αντιστήριξης” συμφωνίες για το επίπεδο υπηρεσιών,

17.

το μέλος του διοικητικού συμβουλίου που είναι αρμόδιο για την παροχή πληροφοριών οι οποίες είναι απαραίτητες για την προετοιμασία του σχεδίου εξυγίανσης του ιδρύματος, καθώς και τα αρμόδια πρόσωπα, εφόσον είναι διαφορετικά, για τα διάφορα νομικά πρόσωπα, κρίσιμες λειτουργίες και βασικούς επιχειρηματικούς τομείς,

18.

περιγραφή των ρυθμίσεων που προβλέπει το ίδρυμα για να διασφαλιστεί ότι, σε περίπτωση εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης θα διαθέτει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, όπως καθορίζονται από την αρχή εξυγίανσης, για την εφαρμογή των μέτρων και εξουσιών εξυγίανσης,

19.

όλες τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ των ιδρυμάτων και των νομικών τους οντοτήτων και τρίτων μερών, των οποίων ενδέχεται η καταγγελία να ενεργοποιηθεί με την απόφαση των αρχών να εφαρμόσουν ένα μέτρο εξυγίανσης, και κατά πόσον οι συνέπειες της καταγγελίας ενδέχεται να επηρεάσουν την εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης,

20.

περιγραφή των πιθανών πηγών ρευστότητας για τη στήριξη της εξυγίανσης,

21.

πληροφορίες σχετικά με βάρος επί περιουσιακών στοιχείων, ρευστά διαθέσιμα, δραστηριότητες εκτός ισολογισμού, στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου και πρακτικές εγγραφών στα βιβλία.

ΤΜΗΜΑ Γ’

Ζητήματα που πρέπει να εξετάσει η αρχή εξυγίανσης κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ενός ιδρύματος ή ενός ομίλου Κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ενός ιδρύματος ή ενός ομίλου, όπου στη δεύτερη περίπτωση, η αναφορά σε ίδρυμα θεωρείται ότι περιλαμβάνει οποιοδήποτε ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στις περ. γ) ή δ) της παρ. 1 του άρθρου 1 εντός του ομίλου, η αρχή εξυγίανσης εξετάζει τα ακόλουθα:

1.

Το βαθμό στον οποίο:

  • α) το ίδρυμα είναι σε θέση να αντιστοιχίσει βασικούς

επιχειρηματικούς τομείς και κρίσιμες λειτουργίες με νομικά πρόσωπα που τις επιτελούν,

  • β) ευθυγραμμίζονται οι νομικές και εταιρικές δομές με

τους βασικούς επιχειρηματικούς τομείς και τις κρίσιμες λειτουργίες,

  • γ) προβλέπονται ρυθμίσεις για την παροχή απαραίτητου προσωπικού, υποδομών, χρηματοδότησης, ρευστότητας και κεφαλαίων για τη στήριξη και τη διατήρηση

των βασικών επιχειρηματικών τομέων και των κρίσιμων λειτουργιών,

  • δ) οι συμφωνίες παροχής υπηρεσιών που έχει συνάψει το ίδρυμα είναι πλήρως εκτελεστές σε περίπτωση

εξυγίανσής του,

  • ε) η δομή διακυβέρνησης του ιδρύματος επαρκεί για

τη διαχείριση και τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις εσωτερικές πολιτικές του ιδρύματος όσον αφορά τις συμφωνίες παροχής υπηρεσιών του,

  • στ) το ίδρυμα διαθέτει διαδικασία για τη μετάβαση

των υπηρεσιών που παρέχονται σε τρίτα μέρη βάσει των σχετικών συμφωνιών για το επίπεδο υπηρεσιών σε περίπτωση διαχωρισμού των κρίσιμων λειτουργιών ή βασικών επιχειρηματικών τομέων,

  • ζ) προβλέπονται σχέδια και μέτρα έκτακτης ανάγκης

για να διασφαλιστεί η συνέχεια της πρόσβασης σε συστήματα πληρωμών και διακανονισμού,

  • η) το ίδρυμα έχει υποβάλει σε δοκιμή τα πληροφοριακά του συστήματα διοίκησης σε σενάρια προσομοίωσης

ακραίων καταστάσεων που προσδιορίζονται από την αρχή εξυγίανσης,

  • θ) το ίδρυμα μπορεί να διασφαλίσει τη συνέχεια των

πληροφοριακών του συστημάτων διοίκησης, όσον αφορά τόσο το θιγόμενο ίδρυμα όσο και το νέο ίδρυμα, σε περίπτωση που οι κρίσιμες λειτουργίες και οι βασικοί επιχειρηματικοί τομείς διαχωριστούν από τις υπόλοιπες λειτουργίες και επιχειρηματικούς τομείς,

  • ι) το ίδρυμα έχει καθιερώσει επαρκείς διαδικασίες για

τη διασφάλιση της παροχής στις αρχές εξυγίανσης των αναγκαίων πληροφοριών για την ταυτοποίηση των καταθετών και των ποσών που καλύπτονται από τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων,

  • ια) η χρήση ενδοομιλικών εγγυήσεων ή η εγγραφή

συναλλαγών αντιστήριξης αυξάνει τον κίνδυνο μετάδοσης στον όμιλο,

  • ιβ) η νομική δομή του ομίλου εμποδίζει την εφαρμογή

των μέτρων εξυγίανσης, λόγω του αριθμού των νομικών προσώπων, της πολυπλοκότητας της δομής του ομίλου ή της δυσκολίας ευθυγράμμισης των επιχειρηματικών τομέων με τις οντότητες του ομίλου,

  • ιγ) η δομή του ομίλου παρέχει τη δυνατότητα στην

αρχή εξυγίανσης να εξυγιάνει ολόκληρο τον όμιλο ή μια ή περισσότερες από τις οντότητες του ομίλου, χωρίς να προκαλέσει σημαντικές άμεσες ή έμμεσες δυσμενείς επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην εμπιστοσύνη της αγοράς ή στην οικονομία, και με προοπτική να μεγιστοποιήσει την αξία του ομίλου συνολικά,

  • ιδ) οι επιπτώσεις της εξυγίανσης του ιδρύματος στο

χρηματοπιστωτικό σύστημα και στην εμπιστοσύνη στις αγορές μπορούν να αξιολογηθούν δεόντως,

  • ιε) η εξυγίανση του ιδρύματος θα μπορούσε να έχει

σημαντικές άμεσες ή έμμεσες δυσμενείς επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην εμπιστοσύνη στις αγορές η στην οικονομία,

  • ιστ) με την εφαρμογή των μέτρων και εξουσιών εξυγίανσης, μπορεί να περιοριστεί η μετάδοση των κινδύνων

σε άλλα ιδρύματα ή στις χρηματοπιστωτικές αγορές,

  • ιζ) η εξυγίανση του ιδρύματος ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στη λειτουργία των συστημάτων

πληρωμών και διακανονισμού.

2.

Την επάρκεια των πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης για τη διασφάλιση ότι οι αρχές εξυγίανσης είναι σε θέση να συγκεντρώσουν ακριβείς και πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τους βασικούς επιχειρηματικούς τομείς και τις κρίσιμες λειτουργίες, προκειμένου να διευκολυνθεί η ταχεία λήψη αποφάσεων.

3.

Τη δυνατότητα των πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης να παρέχουν τις απαραίτητες πληροφορίες για την αποτελεσματική εξυγίανση του ιδρύματος ανά πάσα στιγμή, ακόμη και υπό ταχέως μεταβαλλόμενες συνθήκες. είναι άρτια και αποτελεσματικά.

5.

Σε περίπτωση που ο όμιλος προβαίνει σε συναλλαγές αντιστήριξης (back to back transactions), τον βαθμό στον οποίο οι εν λόγω συναλλαγές εκτελούνται σε συνθήκες αγοράς και τα συστήματα διαχείρισης κινδύνων αναφορικά με τις πρακτικές των συναλλαγών αυτών είναι άρτια και αποτελεσματικά.

6.

Τον αριθμό και το είδος των υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεων του ομίλου.

7.

Σε περίπτωση που η αξιολόγηση αφορά μεικτή εταιρεία συμμετοχών, το βαθμό στον οποίο η εξυγίανση των μελών του ομίλου που είναι ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις στον μη χρηματοπιστωτικό τμήμα του ομίλου.

8.

Την ύπαρξη και την αρτιότητα των συμφωνιών για το επίπεδο παροχής υπηρεσιών (Service Level Agreements).

9.

Κατά πόσον οι αρχές τρίτων χωρών διαθέτουν τα αναγκαία μέτρα εξυγίανσης για να στηρίξουν τις ενέργειες εξυγίανσης των αρχών εξυγίανσης των κρατών μελών, καθώς και τη δυνατότητα συντονισμένης δράσης μεταξύ των αρχών των κρατών μελών και των τρίτων χωρών.

10.

Κατά πόσον είναι εφικτό να χρησιμοποιηθούν μέτρα εξυγίανσης κατά τρόπο που να εξυπηρετεί τους στόχους της εξυγίανσης, δεδομένων των διαθέσιμων μέτρων και της δομής του ιδρύματος.

11.

Τις ρυθμίσεις και τα μέσα που θα μπορούσαν να διευκολύνουν την εξυγίανση, στις περιπτώσεις ομίλων που έχουν θυγατρικές οι οποίες είναι εγκατεστημένες σε διαφορετικές δικαιοδοσίες.

12.

Την αξιοπιστία της χρήσης μέτρων εξυγίανσης κατά τρόπο που να εξυπηρετεί τους στόχους της εξυγίανσης, δεδομένων των ενδεχόμενων επιπτώσεων στους πιστωτές τους αντισυμβαλλομένους, τους πελάτες και τους εργαζομένους, καθώς και των ενδεχόμενων ενεργειών τις οποίες μπορεί να αναλάβουν οι αρχές τρίτων χωρών.»

Άρθρο 104

Άλλες διατάξεις - Τροποποίηση του άρθρου 1 του v. 2789/2000 (άρθρο 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στο άρθρο 1 του v. 2789/2000 (Α’ 21), οι περ. γ’ και στ’ αντικαθίστανται και το άρθρο 1 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 1 Για τους σκοπούς του παρόντος νοούνται ως: α. Σύστημα:

1.

Η νομοθετικά, κανονιστικά ή συμβατικά ρυθμιζόμενη σχέση με κοινούς και τυποποιημένους κανόνες: (i) μεταξύ τριών ή περισσότερων συμμετεχόντων, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται ο διαχειριστής αυτού του Συστήματος, τυχόν διακανονιστής ή κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, τυχόν συμψηφιστικό γραφείο ή τυχόν εμμέσως συμμετέχων, με κοινούς κανόνες και τυποποιημένες ρυθμίσεις για την εκκαθάριση, είτε μέσω κεντρικού αντισυμβαλλόμενου είτε όχι, ή για την εκτέλεση εντολών μεταβίβασης μεταξύ των συμμετεχόντων, (ii) η οποία διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους που έχουν επιλέξει οι συμμετέχοντες σε αυτήν, υπό την προϋπόθεση ότι σε αυτό το κράτος μέλος βρίσκεται η κεντρική διοίκηση ενός τουλάχιστον των συμμετεχόντων και (iii) η οποία σχέση ορίζεται ως Σύστημα και κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών από το κράτος μέλος του οποίου το δίκαιο εφαρμόζεται σύμφωνα με το ως άνω υποπερ. ii εφόσον αυτό το κράτος μέλος έχει κρίνει τους κανόνες του Συστήματος ως ικανοποιητικούς.

2.

Η νομοθετική ή κανονιστική ρύθμιση ή σύμβαση που πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις και έχει ως αντικείμενο την εκτέλεση εντολών μεταβίβασης που αναφέρονται στην παρ. θ’ περ. (ii) του παρόντος άρθρου και σε περιορισμένη κλίμακα την εκτέλεση εντολών με αντικείμενο άλλα μέσα της κεφαλαιαγοράς, όπως συμβάσεις παραγώγων επί εμπορευμάτων, η οποία έχει χαρακτηρισθεί ως Σύστημα από κράτος μέλος και έχει ανακοινωθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

3.

Η νομοθετική ή κανονιστική ρύθμιση ή σύμβαση μεταξύ δύο συμμετεχόντων, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται ο διαχειριστής αυτού του συστήματος, ο τυχόν διακανονιστής, ο τυχόν κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, το τυχόν συμψηφιστικό γραφείο ή ο τυχόν εμμέσως συμμετέχων, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως Σύστημα από κράτος μέλος και έχει ανακοινωθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

4.

Συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ διαλειτουργικών συστημάτων δεν συνιστά σύστημα. β. Ίδρυμα: (i) το πιστωτικό ίδρυμα, όπως αυτό ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 2 του v. 3601/2007 (Α’ 178), συμπεριλαμβανομένων και των ιδρυμάτων που αναφέρονται στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, (ii) η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, όπως αυτή ορίζεται στην περ. 1 του άρθρου 2 του v. 3606/2007 (Α’ 195), με εξαίρεση τα ιδρύματα που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, (iii) το Δημόσιο ή επιχειρήσεις με εγγύηση του Δημοσίου (iv) το ίδρυμα, η κεντρική διοίκηση του οποίου βρίσκεται εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης και που το αντικείμενο του είναι ανάλογο των Πιστωτικών Ιδρυμάτων ή των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, όπως ορίζονται ανωτέρω, εφόσον τελεί υπό αντίστοιχη με αυτά εποπτεία, (v) επιχειρήσεις που έχουν χαρακτηρισθεί ως ιδρύματα σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 11 παρ. 1 για τα ημεδαπά συστήματα, καθώς και επιχειρήσεις που έχουν χαρακτηριστεί ως ιδρύματα με ανάλογες διαδικασίες για Συστήματα των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, εφόσον συμμετέχουν σε Σύστημα και ευθύνονται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που προκύπτουν από Εντολές μεταβίβασης στο πλαίσιο του συστήματος αυτού. σημείο 1) του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (L 201). δ. Διακανονιστής: Ο οργανισμός ο οποίος παρέχει σε ιδρύματα ή/και σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που συμμετέχουν σε συστήματα, λογαριασμούς διακανονισμού μέσω των οποίων γίνεται ο διακανονισμός εντολών μεταβίβασης στο πλαίσιο των συστημάτων αυτών και ο οποίος, αν συντρέχει περίπτωση, παρέχει πίστωση στα εν λόγω ιδρύματα ή/και κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με σκοπό τον διακανονισμό. ε. Συμψηφιστικό Γραφείο: Ο οργανισμός που είναι υπεύθυνος για τον υπολογισμό της καθαρής θέσης των ιδρυμάτων, του τυχόν κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή/και τυχόν διακανονιστή, στ. Συμμετέχων: Ίδρυμα, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, διακανονιστής, συμψηφιστικό γραφείο, διαχειριστής συστήματος ή εκκαθαριστικό μέλος ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (L 201). ζ. Εμμέσως Συμμετέχων: Ίδρυμα, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, διακανονιστής, συμψηφιστικό γραφείο ή διαχειριστής συστήματος που έχει με συμμετέχοντα σε σύστημα το οποίο εκτελεί εντολές μεταβίβασης συμβατική σχέση η οποία του επιτρέπει να δίδει εντολές μεταβίβασης μέσω του συστήματος, υπό τον όρο ότι ο εμμέσως συμμετέχων είναι γνωστός στον διαχειριστή του συστήματος. η. Χρηματοπιστωτικά μέσα: Τα μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 5 του v. 3606/ 2007. θ. Εντολή μεταβίβασης: (i) κάθε Οδηγία συμμετέχοντος να τεθεί στη διάθεση ενός αποδέκτη χρηματικό ποσό μέσω λογιστικής εγγραφής στους λογαριασμούς πιστωτικού ιδρύματος, κεντρικής τράπεζας, κεντρικού αντισυμβαλλόμενου ή διακανονιστή ή κάθε Οδηγία η οποία συνεπάγεται την ανάληψη ή την εκπλήρωση οφειλής πληρωμής, όπως ορίζεται από τους κανόνες του συστήματος ή (ii) κάθε Οδηγία συμμετέχοντος να μεταβιβασθεί η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα επί χρηματοπιστωτικού μέσου, μέσω λογιστικής εγγραφής σε Μητρώο ή με άλλον τρόπο. ι. Διαδικασία αφερεγγυότητας: Κάθε συλλογικό μέτρο που προβλέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους ή τρίτης χώρας και συνεπάγεται την απαγόρευση ή τον περιορισμό της εξουσίας διάθεσης, όπως η πτώχευση, η ειδική εκκαθάριση ή η εξυγίανση. ια. Συμψηφισμός: Η μετατροπή σε καθαρή απαίτηση ή καθαρή οφειλή, απαιτήσεων και οφειλών που προκύπτουν από εντολές μεταβίβασης, τις οποίες ένας συμμετέχων ή συμμετέχοντες απευθύνουν προς ή λαμβάνουν από έναν ή περισσότερους άλλους συμμετέχοντες με τελικό εξαγόμενο μία μόνο καθαρή απαίτηση ή καθαρή οφειλή. ιβ. Λογαριασμός διακανονισμού: Λογαριασμός σε κεντρική τράπεζα, διακανονιστή ή κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που χρησιμοποιείται για την κατοχή κεφαλαίων ή χρηματοπιστωτικών μέσων, καθώς και για το διακανονισμό συναλλαγών μεταξύ των συμμετεχόντων σε Σύστημα. ιγ. Ασφάλεια: Όλα τα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, περιλαμβανομένων ιδίως των χρηματοοικονομικών ασφαλειών που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 1 του v. 3301/2004 (Α’ 263), που παρέχονται δυνάμει ενεχύρου, εγγυοδοσίας, σύμβασης πωλήσεως με σύμφωνο επαναγοράς ή παρεμφερούς συμφωνίας ή με άλλον τρόπο, για την εξασφάλιση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που ενδέχεται να προκύψουν σε συνάρτηση με Σύστημα ή που παρέχονται στις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών ή στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. ιδ. Εργάσιμη ημέρα: Καλύπτει τόσο τους ημερήσιους όσο και τους νυκτερινούς διακανονισμούς και περιλαμβάνει όλα τα γεγονότα που συμβαίνουν κατά τον επιχειρησιακό κύκλο ενός συστήματος. ιε. Διαλειτουργικά συστήματα: Δύο ή περισσότερα συστήματα των οποίων οι διαχειριστές έχουν συνάψει μεταξύ τους συμφωνία που περιλαμβάνει τη διασυστημική εκτέλεση εντολών μεταβίβασης. ιστ. Διαχειριστής συστήματος: Το ή τα νομικά πρόσωπα που είναι νομικά υπεύθυνα για τη λειτουργία του συστήματος. Ο διαχειριστής συστήματος μπορεί επίσης να ενεργεί ως διακανονιστής, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ή συμψηφιστικό γραφείο. ιζ. Αρμόδιες αρχές: Οι αρχές που έχουν ορισθεί από τα λοιπά κράτη - μέλη και έχουν γνωστοποιηθεί από αυτά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως αρμόδιες για την ενημέρωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κάθε κράτους μέλους, με τις οποίες επήλθε εναρμόνιση στις διατάξεις του άρθρου 6 της Οδηγίας 98/26/Ε.Κ. ιη. Ημεδαπά Συστήματα: Τα Συστήματα της παρ. 1 του άρθρου 2 του παρόντος, καθώς και εκείνα, που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 11 του παρόντος, στο πλαίσιο των οποίων οι εντολές μεταβίβασης εκτελούνται εντός Ελλάδος ή είναι διασυνοριακές. ιθ. TARGET2-Securities (T2S): η υπηρεσία διακανονισμού συναλλαγών επί τίτλων σε χρήμα κεντρικής τράπεζας, η οποία παρέχεται από το Ευρωσύστημα και προβλέπεται στην Κατευθυντήρια Γραμμή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ΕΕ 2012/473 (ΕΚΤ/2012/13). κ. Σύμβαση-Πλαίσιο T2S: η σύμβαση-πλαίσιο μεταξύ των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος και εκάστου συμμετέχοντος στο T2S αποθετηρίου, όπως αυτό ορίζεται στο στοιχείο 1 του άρθρου 2 της Κατευθυντήριας Γραμμής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ΕΕ άρθρου 2 της εν λόγω Κατευθυντήριας Γραμμής.»

ΜΕΡΟΣ Γ’

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Άρθρο 105

Κατάταξη απαιτήσεων στην ειδική εκκαθάριση - Τροποποίηση του άρθρου 145Α του v. 4261/2014 Στην παρ. 1 του άρθρου 145Α του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίστανται το πρώτο και το τελευταίο εδάφιο καθώς και οι περ. α) και θ), προστίθενται περ. ι) και ια) και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 145Α Κατάταξη των απαιτήσεων στην ειδική εκκαθάριση

1.

Κατά την ειδική εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και με την επιφύλαξη της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, οι κατωτέρω απαιτήσεις κατατάσσονται κατά την ακόλουθη σειρά: (α) Απαιτήσεις της παρ. 3 του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (KΠολΔ). (β) Απαιτήσεις του Δημοσίου σε περίπτωση εφαρμογής των εσωτερικών άρθρων 57 ή 58 του άρθρου 2 του v. 4335/2015. (γ) Απαιτήσεις από εγγυημένες καταθέσεις ή απαιτήσεις του ΤΕΚΕ, το οποίο υποκαθίσταται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των καταθετών, στους οποίους καταβάλλει αποζημίωση, κατά το μέτρο αυτής της αποζημίωσης ή απαιτήσεις του ΤΕΚΕ λόγω της χρήσης του Σκέλους Κάλυψης Καταθέσεων (ΣΚΚ) στο πλαίσιο της εξυγίανσης κατά το εσωτερικό άρθρο 104 του άρθρου 2 του v. 4335/2015. (δ) Απαιτήσεις του Δημοσίου από κάθε αιτία, με τις προσαυξήσεις κάθε φύσης και τους τόκους που επιβαρύνουν τις απαιτήσεις αυτές. (ε) Οι ακόλουθες απαιτήσεις:

  • αα) Απαιτήσεις του Ταμείου Εξυγίανσης, σύμφωνα με

την παρ. 6 του άρθρου 98 σε περίπτωση χρηματοδότησης με σκοπό την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Ταμείου Εξυγίανσης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 95 του άρθρου 2 του v. 4335/2015.

  • ββ) Απαιτήσεις από επιλέξιμες καταθέσεις φυσικών

προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων κατά το τμήμα που υπερβαίνουν το όριο κάλυψης κατά το άρθρο 9 του v. 4370/2016 (Α’ 37), όπως και από καταθέσεις φυσικών προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που θα ήταν επιλέξιμες αν δεν είχαν γίνει μέσω υποκαταστημάτων εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν στην Ένωση. (στ) Απαιτήσεις από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες με την έννοια των άρθρων 12 και 13 του v. 4370/2016 ή απαιτήσεις του ΤΕΚΕ, το οποίο υποκαθίσταται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των πελατών επενδυτών, στους οποίους καταβάλλει αποζημίωση, κατά το μέτρο αυτής της αποζημίωσης. (ζ) Απαιτήσεις από επιλέξιμες καταθέσεις κατά το τμήμα που υπερβαίνουν το όριο κάλυψης κατά το άρθρο 9 του v. 4370/2016 και δεν εμπίπτουν στην περ. ε’ ανωτέρω. (η) Απαιτήσεις από καταθέσεις που εμπίπτουν στην εξαίρεση από την καταβολή αποζημιώσεων σύμφωνα με το άρθρο 12 του v. 4370/2016, στις οποίες όμως δεν συμπεριλαμβάνονται οι καταθέσεις που εμπίπτουν στην περ. β’ της διάταξης αυτής. (θ) Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που εμπίπτουν στις υπό (ι) έως και (ια) κατωτέρω περιπτώσεις, λοιπές απαιτήσεις, που δεν εμπίπτουν στις ανωτέρω περιπτώσεις ούτε είναι τελευταίας σειράς κατά την αντίστοιχη σύμβαση, όπως ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, απαιτήσεις από δάνεια και άλλες πιστωτικές συμβάσεις, από συμβάσεις προμήθειας αγαθών ή παροχής υπηρεσιών ή από παράγωγα, απαιτήσεις που πηγάζουν από χρεωστικά μέσα έκδοσης του πιστωτικού ιδρύματος, απαιτήσεις από εγγυήσεις που έχουν δοθεί από το πιστωτικό ίδρυμα για χρεωστικά μέσα έκδοσης θυγατρικών του με την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 32 του v. 4308/2014, ανεξάρτητα αν αυτές εδρεύουν στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, καθώς επίσης απαιτήσεις τέτοιων θυγατρικών του πιστωτικού ιδρύματος, όταν αυτές οι απαιτήσεις απορρέουν από σύμβαση δανείου ή κατάθεσης με το πιστωτικό ίδρυμα, διά της οποίας συμβάσεως δανείζεται ή κατατίθεται στο πιστωτικό ίδρυμα το προϊόν της έκδοσης χρεωστικών μέσων από αυτές τις θυγατρικές. Σε περίπτωση κατάθεσης τέτοιας θυγατρικής στο πιστωτικό ίδρυμα, το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται στο τμήμα της κατάθεσης που δεν εμπίπτει στην περ. (γ) της παρούσας παραγράφου. (ι) οι απαιτήσεις που πηγάζουν από χρεωστικά μέσα έκδοσης του πιστωτικού ιδρύματος, που πληρούν τις ακόλουθες υπό (αα), (ββ) και (γγ) προϋποθέσεις, ήτοι (αα) η αρχική συμβατική διάρκειά τους είναι τουλάχιστον ένα (1) έτος, (ββ) δεν περιέχουν ενσωματωμένα παράγωγα και δεν είναι παράγωγα, τα δε χρεωστικά μέσα δεν θεωρούνται ότι περιέχουν ενσωματωμένα παράγωγα μόνο επειδή έχουν κυμαινόμενο επιτόκιο που βασίζεται σε ευρέως χρησιμοποιούμενο επιτόκιο αναφοράς ή επειδή είναι εκφρασμένα σε αλλοδαπό νόμισμα εφόσον το κεφάλαιο, η αποπληρωμή και οι τόκοι είναι στο ίδιο νόμισμα και (γγ) τα σχετικά συμβατικά έγγραφα και, κατά περίπτωση, το ενημερωτικό δελτίο που σχετίζονται με την έκδοση και διάθεσή τους αναφέρουν ρητά την κατάταξή τους στην τάξη της παρούσας περ. (ι). Στην ίδια περίπτωση κατατάσσονται και οι απαιτήσεις που απορρέουν από εγγυήσεις που έχουν δοθεί από το πιστωτικό ίδρυμα για χρεωστικά μέσα έκδοσης θυγατρικών του κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 32 του v. 4308/2014, ανεξάρτητα αν αυτές εδρεύουν στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, που φέρουν τα ως άνω υπό (αα) έως και (γγ) χαρακτηριστικά και απαιτήσεις τέτοιων θυγατρικών του πιστωτικού ιδρύματος, όταν αυτές οι απαιτήσεις απορρέουν από σύμβαση δανείου ή κατάθεσης με το πιστωτικό ίδρυμα, κατάθεσης τέτοιας θυγατρικής στο πιστωτικό ίδρυμα, το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται στο τμήμα της κατάθεσης που δεν εμπίπτει στην περ. (γ) της παρούσας παραγράφου. (ια) οι απαιτήσεις που πηγάζουν από χρεωστικά μέσα μειωμένης κατάταξης ή μέσα της κατηγορίας 2 ή υβριδικούς τίτλους ή πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή προνομιούχες μετοχές ή κοινές μετοχές, μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 έκδοσης του πιστωτικού ιδρύματος, τηρουμένης της διαφοροποίησης στην κατάταξη μεταξύ των κατηγοριών απαιτήσεων που εμπίπτουν στην παρούσα περίπτωση. Στην παρούσα περίπτωση εμπίπτουν και απαιτήσεις που απορρέουν από εγγυήσεις που έχουν δοθεί από το πιστωτικό ίδρυμα για χρεωστικά μέσα μειωμένης κατάταξης ή υβριδικούς τίτλους ή άλλους τίτλους των ως άνω υπό (ια) κατηγοριών έκδοσης θυγατρικών του κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 32 του v. 4308/2014, ανεξάρτητα αν αυτές εδρεύουν στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, όταν αυτές οι απαιτήσεις απορρέουν από σύμβαση δανείου ή κατάθεσης με το πιστωτικό ίδρυμα, δια της οποίας συμβάσεως δανείζεται ή κατατίθεται στο πιστωτικό ίδρυμα το προϊόν της έκδοσης τέτοιων χρεωστικών μέσων ή υβριδικών τίτλων ή άλλων τίτλων των ως άνω υπό (ια) κατηγοριών από αυτές τις θυγατρικές. Σε περίπτωση κατάθεσης τέτοιας θυγατρικής στο πιστωτικό ίδρυμα, το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται στο τμήμα της κατάθεσης που δεν εμπίπτει στην περ. (γ) της παρούσας παραγράφου. Οι απαιτήσεις αα’ και ββ’ της περ. ε’ ικανοποιούνται συμμέτρως. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 975 ως 978 του ΚΠολΔ.»

Άρθρο 106

Κατάταξη των απαιτήσεων κατά την εκκαθάριση των επιχειρήσεων επενδύσεων Προσθήκη εσωτερικού άρθρου 103Α του άρθρου 2 του v. 4335/2015 Μετά το εσωτερικό άρθρο 103 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87), προστίθεται εσωτερικό άρθρο 103Α ως εξής: «Άρθρο 103Α Κατάταξη των απαιτήσεων κατά την εκκαθάριση των επιχειρήσεων επενδύσεων

1.

Κατά την εκκαθάριση των επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας τους (διαδικασία αφερεγγυότητας):

  • α) τα ακόλουθα έχουν την ίδια σειρά κατάταξης, που

είναι υψηλότερη από τη σειρά κατάταξης που προβλέπεται για απαιτήσεις κοινών μη εξασφαλισμένων πιστωτών: i) το τμήμα των επιλέξιμων καταθέσεων φυσικών προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που υπερβαίνει το επίπεδο κάλυψης που προβλέπεται, στο άρθρο 9 του v. 4370/2016 (Α’ 37), ii) οι καταθέσεις φυσικών προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που θα ήταν επιλέξιμες αν δεν είχαν γίνει μέσω υποκαταστημάτων εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) που ανήκουν σε ιδρύματα εγκατεστημένα στην ΕΕ,

  • β) τα ακόλουθα έχουν την ίδια σειρά κατάταξης, που

είναι υψηλότερη από τη σειρά κατάταξης της περ. α): i) οι καλυπτόμενες καταθέσεις, ii) το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων που υποκαθίσταται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των καλυπτόμενων καταθετών σε περίπτωση αφερεγγυότητας. Με τον όρο καταθέσεις νοούνται τα κεφάλαια πελατών που έχουν κατατεθεί σύμφωνα με τις περ. β’ και γ’ της παρ. 1 του άρθρου 4 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας 2017/593 (L 87), όπως αυτή έχει ενσωματωθεί με την απόφαση ΕΚ 1/808/7.2.2018 (Β’ 812).

2.

Για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, οι κοινές μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις έχουν υψηλότερη σειρά κατάταξης από εκείνη των μη εξασφαλισμένων απαιτήσεων που απορρέουν από χρεωστικά μέσα τα οποία πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) η αρχική συμβατική διάρκεια των χρεωστικών μέσων είναι τουλάχιστον ένα (1) έτος,
  • β) τα χρεωστικά μέσα δεν περιέχουν ενσωματωμένα παράγωγα και δεν είναι παράγωγα. Δεν θεωρούνται

χρεωστικά μέσα με ενσωματωμένα παράγωγα, μόνον λόγω αυτών των χαρακτηριστικών, τα χρεωστικά μέσα με κυμαινόμενο επιτόκιο, που προέρχεται από ευρέως χρησιμοποιούμενο επιτόκιο αναφοράς, και τα χρεωστικά μέσα που δεν είναι εκφρασμένα στο εθνικό νόμισμα του εκδότη εφόσον το κεφάλαιο, η αποπληρωμή και οι τόκοι είναι στο ίδιο νόμισμα,

  • γ) τα σχετικά συμβατικά έγγραφα και, κατά περίπτωση,

το ενημερωτικό δελτίο που σχετίζονται με την έκδοση αναφέρουν ρητά τη χαμηλότερη σειρά κατάταξης σύμφωνα με την παρούσα.

3.

Οι μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις που απορρέουν από χρεωστικά μέσα τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις της περ. α), β) και γ) της παρ. 2 έχουν υψηλότερη σειρά κατάταξης από τη σειρά κατάταξης των απαιτήσεων που απορρέουν από μέσα που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ) της παρ. 1 του άρθρου άρθρο 48 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

4.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με απόφασή της δύναται να εξειδικεύσει τους όρους και να καθορίσει κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.»

Άρθρο 107

Ομολογίες και μεταβιβάσιμα χρέη Αντικατάσταση της περ. β’ του ορισμού 110 του εσωτερικού άρθρου 2 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 Η περ. β) του ορισμού 110, του εσωτερικού άρθρου 2 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) αντικαθίσταται και ο ορισμός 110 διαμορφώνεται ως εξής: «110) «χρεωστικά μέσα»:

  • α) για τους σκοπούς των περ. ζ’ και ι’ της παρ. 1 του

άρθρου 63: ομολογίες και άλλες μορφές μεταβιβάσιμων χρεών, μέσα με τα οποία δημιουργείται ή αναγνωρίζεται μία οφειλή, καθώς και μέσα που παρέχουν δικαιώματα απόκτησης χρεωστικών μέσων, και του v. 4335/2015, οι ομολογίες και άλλες μορφές μεταβιβάσιμων χρεών, καθώς και μέσα με τα οποία δημιουργείται ή αναγνωρίζεται μία οφειλή.»

Άρθρο 108

Εκπρόσωπος των ομολογιούχων Τροποποίηση του άρθρου 64 του v. 4548/2018 Η παρ. 2 του άρθρου 64 του v. 4548/2018 (Α’ 104) αντικαθίσταται και το άρθρο 64 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 64 Εκπρόσωπος των ομολογιούχων

1.

Σε κάθε περίπτωση οργάνωσης των ομολογιούχων σε ομάδα, ορίζεται υποχρεωτικά από την εκδότρια εκπρόσωπος των ομολογιούχων με έγγραφη σύμβαση.

2.

Εκπρόσωπος των ομολογιούχων ορίζεται μόνο πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία συνδεδεμένη κατά την έννοια του άρθρου 32 του v. 4308/2014 (Α’ 251), με πιστωτικό ίδρυμα ή Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις της περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 1 του v. 4354/2015 (Α’ 176) ή επιχείρηση επενδύσεων ή κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή Διαχειριστής Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΔΟΕΕ) κατά την έννοια της υποπερ. αα της περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 4 του v. 4209/2013 (Α’ 253) ή διαχειριστής εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου κατά την έννοια του στοιχείου γ’ του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 345/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 115) ή πολυμερής τράπεζα ανάπτυξης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 117 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 176). Σε περίπτωση που υπάρχει μόνο ένας ομολογιούχος, αυτός μπορεί να ορίζεται ως εκπρόσωπος, ακόμη και αν δεν πληροί τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται και στα ομολογιακά δάνεια του v. 3156/2003 (Α’ 157).

3.

Απαγορεύεται o ορισμός ως εκπροσώπου των ομολογιούχων:

  • α) της εκδότριας ή συνδεδεμένης με αυτήν επιχείρησης, κατά την έννοια του άρθρου 32 του v. 4308/2014,
  • β) εταιρείας που έχει παράσχει οποιουδήποτε είδους

εμπράγματη ή προσωπική ασφάλεια για την εξασφάλιση υποχρεώσεων που απορρέουν από το ομολογιακό δάνειο,

  • γ) εταιρείας η οποία έχει εκδώσει μετοχές, ομολογίες ή

άλλους τίτλους που είναι ανταλλάξιμοι στο πλαίσιο του ομολογιακού δανείου. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει αν το άθροισμα της αξίας των μετοχών, ομολογιών και άλλων τίτλων που έχει εκδώσει η εταιρεία, που πρόκειται να ορισθεί ως εκπρόσωπος των ομολογιούχων, δεν υπερβαίνει ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) της συνολικής αξίας των μετοχών, ομολογιών και άλλων τίτλων που προσφέρονται στο πλαίσιο της ανταλλαγής.»

Άρθρο 109

Καταργούμενες διατάξεις Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται:

1.

Η παρ.  1α του άρθρου 145Α του v.  4261/2014 (Α’ 107).

2.

Η παρ. 2 του εσωτερικού άρθρου 103 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87).

Άρθρο 110

Επέκταση της απαλλαγής μισθώματος επαγγελματικών μισθώσεων - Τροποποίηση της παρ. 10 του άρθρου δεύτερου της από 20.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου Η παρ. 10 του δεύτερου άρθρου της από 20.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 68), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του v. 4683/2020 (Α’ 83) τροποποιείται ως προς τους μήνες απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής του συνολικού μισθώματος ως εξής: «10. Ειδικά για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του έτους 2021, ο μισθωτής επαγγελματικής μίσθωσης προς εγκατάσταση επιχείρησης, για την οποία έχουν ληφθεί ειδικά και έκτακτα μέτρα περί αναστολής ή προσωρινής απαγόρευσης λειτουργίας για προληπτικούς ή κατασταλτικούς λόγους που σχετίζονται με τον κορωνοϊό COVID-19 ή η οποία πλήττεται οικονομικά λόγω της διάδοσης του κορωνοϊού COVID-19 και ανήκει σε συγκεκριμένους κλάδους επιχειρήσεων, πέραν των αναφερόμενων στις αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 8α, απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του συνολικού μισθώματος, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων περί εμπορικών μισθώσεων, σύμφωνα με το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της παρ. 1. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά από εισήγηση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), προσδιορίζονται οι πληγείσες επιχειρήσεις του πρώτου εδαφίου ανά κλάδο και ανά μήνα, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος. Η ως άνω απόφαση αφορά σε επιχειρήσεις οι οποίες δεν εντάσσονται στις αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 8α.»

Άρθρο 111

Προσωρινό μέτρο κρατικής ενίσχυσης επιχειρήσεων με τη μορφή επιδότησης παγίων δαπανών - Αντικατάσταση της παρ. 2 του άρθρου 29 του v. 4772/2021 Η παρ. 2 του άρθρου 29 του v. 4772/2021 (Α’ 17) αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η ενίσχυση χορηγείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπό στοιχεία C (2020) 1863 της 19ης Μαρτίου 2020 Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Προσωρινό πλαίσιο για τη λήψη μέτρων κρατικής ενίσχυσης με σκοπό να στηριχθεί η οικονομία κατά τη διάρκεια της τρέχουσας έξαρσης της νόσου COVID-19», και κατόπιν έγκρισης του σχετικού καθεστώτος ενίσχυσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.»

Άρθρο 112

Ρυθμίσεις σχετικά με τον φόρο πώλησης επί των χρηματιστηριακών συναλλαγών Αντικατάσταση της παρ. 2 του άρθρου 9 του v. 2579/1998

1.

Η παρ. 2 του άρθρου 9 του v. 2579/1998 (Α’ 31), αντικαθίσταται ως εξής: οι σχετικές συναλλαγές διενεργούνται εντός ή εκτός των ως άνω αναφερόμενων τόπων διαπραγμάτευσης. Ο Φόρος Πώλησης δεν επιβάλλεται, κατά περίπτωση, εφόσον προβλέπεται εξαίρεση σύμφωνα με ειδικές διατάξεις. β. Ο Φόρος Πώλησης υπολογίζεται επί της αξίας πώλησης των μετοχών και βαρύνει τον πωλητή, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, νομική οντότητα, ενώσεις προσώπων ή ομάδες περιουσίας, χωρίς να εξετάζονται η ιθαγένεια και ο τόπος που διαμένουν ή κατοικούν ή έχουν την έδρα τους. Αν δεν καταχωρίζεται τιμή, ο φόρος υπολογίζεται επί της τιμής κλεισίματος του τίτλου, την ημέρα που διενεργήθηκε η συναλλαγή. γ. Ο Φόρος Πώλησης επί των συναλλαγών που διακανονίζονται από το Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων (Κ.Α.Τ.), όπως αυτό ορίζεται με βάση την παρ. 1 του άρθρου 1 του v. 4569/2018 (Α’ 179), υπολογίζεται από το Κ.Α.Τ., το οποίο γνωστοποιεί σε ημερήσια βάση τον Φόρο Πώλησης στους συμμετέχοντες σε αυτό, για λογαριασμό των πωλητών. Υπόχρεος για την καταβολή του φόρου είναι ο συμμετέχων μέσω του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων. Ο φόρος που υπολογίζεται και γνωστοποιείται σε κάθε συμμετέχοντα σύμφωνα με την παρούσα καταβάλλεται από τον συμμετέχοντα στο Κ.Α.Τ., μέχρι τη δέκατη πέμπτη ημέρα κάθε μήνα και αφορά τις συναλλαγές που διακανονίστηκαν τον προηγούμενο μήνα. Το Κ.Α.Τ. υποχρεούται, σύμφωνα με τις διαδικασίες του, να αποδίδει εφάπαξ στην αρμόδια για τη φορολογία του, Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.), τον φόρο που εισέπραξε από τον συμμετέχοντα για τις συναλλαγές που διακανονίστηκαν μέσα σε κάθε μήνα με δήλωση στην οποία αναγράφονται διακεκριμένα ο οφειλόμενος φόρος και το ποσό του φόρου που καταβλήθηκε από τον συμμετέχοντα στο Κ.Α.Τ. Η δήλωση αυτή υπέχει θέση δήλωσης και για τον συμμετέχοντα ως προς την υποχρέωση καταβολής της διαφοράς του οφειλόμενου από αυτόν φόρου και του φόρου που κατέβαλε στο Κ.Α.Τ. Η δήλωση υποβάλλεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον μήνα που διακανονίστηκαν οι ανωτέρω συναλλαγές. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής ή μη καταβολής του φόρου από τον συμμετέχοντα στο Κ.Α.Τ. και της συνακόλουθης εκπρόθεσμης απόδοσης ή μη απόδοσης του φόρου από το Κ.Α.Τ. στην αρμόδια για τη φορολογία του Δ.Ο.Υ., εφαρμόζεται για τον συμμετέχοντα το άρθρο 53 του v. 4174/2013 (Α’ 170). Ειδικότερα στην περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου στο Κ.Α.Τ. το άρθρο 53 για τον συμμετέχοντα εφαρμόζονται, μέχρι και την τρίτη εργάσιμη ημέρα μετά την ημερομηνία καταβολής του φόρου στο Κ.Α.Τ. Από την ημερομηνία αυτή και μετά, το άρθρο 53 εφαρμόζεται για το Κ.Α.Τ. Σε περίπτωση μη υποβολής, εκπρόθεσμης ή ανακριβούς υποβολής της δήλωσης απόδοσης του φόρου, που εισέπραξε το Κ.Α.Τ. από τους συμμετέχοντες, εφαρμόζονται για το Κ.Α.Τ. το άρθρο 53 και τα άρθρα 54 ή 58 του v. 4174/2013, κατά περίπτωση. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης απόδοσης του φόρου από το Κ.Α.Τ. στην αρμόδια για τη φορολογία του Δ.Ο.Υ., τα δικαιολογητικά ή άλλα στοιχεία που συνυποβάλλονται με τη δήλωση απόδοσης του φόρου, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας περίπτωσης. δ. Ο Φόρος Πώλησης επί των συναλλαγών μετοχών που τηρούνται από εγγεγραμμένο διαμεσολαβητή σε συλλογικό λογαριασμό αξιών και διακανονίζονται εκτός του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων υπολογίζεται σε ημερήσια βάση από τον εγγεγραμμένο διαμεσολαβητή, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του v. 4569/2018, ή άλλο διαμεσολαβητή της αλυσίδας διαμεσολαβητών, για λογαριασμό των πωλητών. Ο Φόρος Πώλησης καταβάλλεται από έκαστο διαμεσολαβητή της αλυσίδας διαμεσολαβητών στον επόμενο διαμεσολαβητή ή στον εγγεγραμμένο διαμεσολαβητή ή τον συμμετέχοντα στο Κ.Α.Τ., κατά περίπτωση. Υπόχρεος για την καταβολή του φόρου πώλησης στο Κ.Α.Τ. είναι ο συμμετέχων. Ο φόρος που υπολογίζεται στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται με δήλωση καταβολής του φόρου από τον συμμετέχοντα, προς το Κ.Α.Τ., μέχρι τη δέκατη πέμπτη ημέρα κάθε μήνα και αφορά τις συναλλαγές που διακανονίστηκαν τον προηγούμενο μήνα. Το Κ.Α.Τ. με βάση τη δήλωση καταβολής του φόρου που έλαβε από τον συμμετέχοντα, αποδίδει εφάπαξ στην αρμόδια για τη φορολογία του Δ.Ο.Υ. τον φόρο που εισέπραξε για τις πωλήσεις μετοχών με δήλωση που υποβάλλεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον μήνα που διακανονίστηκαν οι σχετικές συναλλαγές. Σε περίπτωση μη υποβολής, εκπρόθεσμης ή ανακριβούς υποβολής δήλωσης καταβολής του φόρου πώλησης από τον συμμετέχοντα στο Κ.Α.Τ. και της συνακόλουθης μη υποβολής, εκπρόθεσμης ή ανακριβούς υποβολής δήλωσης απόδοσης του φόρου από το Κ.Α.Τ. στην αρμόδια για τη φορολογία του Δ.Ο.Υ., επιβάλλεται στον συμμετέχοντα πρόστιμο ισόποσο του τόκου του άρθρου 53 και των κυρώσεων των άρθρων 54 ή 58 του v. 4174/2013, κατά περίπτωση. Εάν η εκπρόθεσμη ή ανακριβής υποβολή της δήλωσης καταβολής του φόρου από τον συμμετέχοντα προς το Κ.Α.Τ. οφείλεται σε υπαιτιότητα άλλου διαμεσολαβητή της αλυσίδας διαμεσολαβητών ή του εγγεγραμμένου διαμεσολαβητή, ο συμμετέχων διατηρεί το δικαίωμα να επιρρίψει στους υπαίτιους διαμεσολαβητές τις κυρώσεις που του έχουν επιβληθεί σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην οικεία πράξη επιβολής προστίμου που εκδίδεται από την Α.Α.Δ.Ε. Σε περίπτωση μη υποβολής ή ανακριβούς υποβολής της δήλωσης καταβολής του φόρου από τον συμμετέχοντα στο Κ.Α.Τ., πέραν του ως άνω προστίμου, βεβαιώνεται σε βάρος του και ο Φόρος Πώλησης που δεν καταβλήθηκε στο Κ.Α.Τ. Σε περίπτωση που μετά από έλεγχο διαπιστωθεί ότι οποιοσδήποτε διαμεσολαβητής της αλυσίδας διαμεσολαβητών δεν έχει καταβάλει τον φόρο πώλησης σε επόμενο διαμεσολαβητή της αλυσίδας διαμεσολαβητών ή στον εγγεγραμμένο σε βάρος του υπαίτιου διαμεσολαβητή και του επιβάλλεται πρόστιμο που ισούται με το ποσό του φόρου που δεν κατέβαλε. Για την επιβολή των προστίμων αυτών εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 62 του v. 4174/2013. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου στο Κ.Α.Τ., το πρόστιμο που ισούται με τον τόκο του άρθρου 53 του v. 4174/2013, για τον συμμετέχοντα, υπολογίζεται μέχρι και την τρίτη εργάσιμη ημέρα μετά την ημερομηνία καταβολής του φόρου στο Κ.Α.Τ. Σε περίπτωση μη υποβολής, εκπρόθεσμης ή ανακριβούς υποβολής δήλωσης απόδοσης του φόρου που δεν οφείλεται σε μη υποβολή δήλωσης ή εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης ή ανακριβή υποβολή δήλωσης αντίστοιχα από τον συμμετέχοντα, το άρθρο 53 και τα άρθρα 54 ή 58 του v. 4174/2013, κατά περίπτωση εφαρμόζονται για το Κ.Α.Τ. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της ΑΑΔΕ και γνώμης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται ειδικότερα ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης καταβολής φόρου προς το Κ.Α.Τ., η διαδικασία συλλογής του φόρου και εκκαθάρισής του από το Κ.Α.Τ., ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης απόδοσης φόρου προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και των πράξεων επιβολής προστίμων, τα δικαιολογητικά ή άλλα στοιχεία που συνυποβάλλονται με τη δήλωση απόδοσης φόρου, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας περίπτωσης. ε. Ο Φόρος Πώλησης επιβάλλεται επίσης και στις πωλήσεις μετοχών εισηγμένων σε ρυθμιζόμενη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης που λειτουργούν στην αλλοδαπή, ή σε άλλους διεθνώς αναγνωρισμένους χρηματιστηριακούς θεσμούς, ανεξάρτητα από το αν οι σχετικές συναλλαγές διακανονίζονται εντός ή εκτός των ως άνω αναφερόμενων τόπων διαπραγμάτευσης, εφόσον οι πωλητές είναι φυσικά πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στην Ελλάδα ή ημεδαπές ή αλλοδαπές επιχειρήσεις που έχουν μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα. Ο οφειλόμενος φόρος υπολογίζεται επί της αξίας πώλησης των μετοχών, η οποία αναγράφεται στα εκδιδόμενα αποδεικτικά στοιχεία και αποδίδεται από τον πωλητή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. για τη φορολογία του εισοδήματός του, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από αυτόν μέσα στον οποίο πωλήθηκαν οι μετοχές. Κατόπιν σχετικής συμφωνίας του με τον πωλητή, ο φόρος δύναται να αποδίδεται από τον εποπτευόμενο χρηματοπιστωτικό οργανισμό που ενεργεί για λογαριασμό του πωλητή στη συναλλαγή. Το άρθρο 53 και τα άρθρα 54 ή 58 του v. 4174/2013, κατά περίπτωση εφαρμόζονται ανάλογα, σε βάρος του πωλητή για τον φόρο που οφείλεται με βάση την παρούσα περίπτωση. Ο φόρος της παρούσας περίπτωσης δεν επιβάλλεται όταν οι πωλήσεις πραγματοποιούνται σε αλλοδαπό χρηματιστήριο με το οποίο το Χρηματιστήριο Αθηνών έχει δημιουργήσει κοινό ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης και με την προϋπόθεση ότι για τις πωλήσεις αυτές προβλέπεται η καταβολή ανάλογου φόρου στην αλλοδαπή. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης απόδοσης φόρου του πωλητή προς την αρμόδια φορολογική αρχή στην οποία αυτός υπάγεται, τα δικαιολογητικά ή άλλα στοιχεία που συνυποβάλλονται με τη δήλωση απόδοσης φόρου, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας περίπτωσης. στ. Σε περίπτωση ύπαρξης οφειλών από τον Φόρο Πώλησης που οφείλονται αποκλειστικά σε μη καταβολή του φόρου από τον συμμετέχοντα στο Κ.Α.Τ., σύμφωνα με την περ. γ’ και της συνακόλουθης μη απόδοσης του φόρου από το Κ.Α.Τ. στην αρμόδια για τη φορολογία του Δ.Ο.Υ., η Φορολογική Διοίκηση χορηγεί, με την προσκόμιση των κατάλληλων αποδεικτικών εγγράφων, στο Κ.Α.Τ., αποδεικτικό ενημερότητας, κατά παρέκκλιση του άρθρου 12 του v. 4174/2013. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται τα δικαιολογητικά που προσκομίζονται για την έκδοση του αποδεικτικού ενημερότητας, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας περίπτωσης. ζ. Οι περ. α’ έως και στ’, ισχύουν για συναλλαγές με ημερομηνία διακανονισμού από την έναρξη ισχύος της άδειας της παρ. 1 του άρθρου 29 του v. 4569/2018, εκτός της περ. ε’, η οποία ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.»

Άρθρο 113

Μεταγραφή πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων Τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 3 του v. 2166/1993 Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 3 του v. 2166/1993 (Α’ 137) προστίθενται δύο εδάφια και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Η κατά το άρθρο 1 του παρόντος νόμου σύμβαση, η εισφορά και η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων, κάθε σχετική πράξη ή συμφωνία που αφορά την εισφορά ή μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού ή άλλων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, και κάθε εμπράγματου ή ενοχικού δικαιώματος, οι αποφάσεις των κατά νόμο οργάνων των μετασχηματιζόμενων εταιρειών, η σχέση συμμετοχής στο κεφάλαιο της νέας εταιρείας, καθώς και κάθε άλλη συμφωνία ή πράξη που απαιτείται για το μετασχηματισμό ή τη σύσταση της νέας εταιρείας, η δημοσίευση αυτών στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και η μεταγραφή των σχετικών πράξεων απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος χαρτοσήμου ή οιουδήποτε άλλου τέλους υπέρ του Δημοσίου, ως και εισφοράς ή δικαιώματος υπέρ οιουδήποτε τρίτου. Για τη μεταγραφή ή την εγγραφή των σχετικών πράξεων μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων καταβάλλονται μόνο πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων και προϊσταμένων κτηματολογικών γραφείων, ποσού ύψους τριακοσίων (300) ευρώ, χωρίς οποιαδήποτε άλλη που μεταβιβάζονται εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 8 του άρθρου 16 του v. 2515/1997 (Α’ 154).»

Άρθρο 114

Καταχώριση εμπραγμάτων δικαιωμάτων συγχωνευόμενων πιστωτικών ιδρυμάτων Τροποποίηση της παρ. 8 του άρθρου 16 του v. 2515/1997 Στο τέλος της παρ. 8 του άρθρου 16 του v. 2515/1997 (Α’ 154) προστίθενται πέντε εδάφια, τροποποιείται το πρώτο εδάφιο και η παρ. 8 διαμορφώνεται ως εξής: «8. Η μεταγραφή των ακινήτων και εμπραγμάτων δικαιωμάτων γενικώς που μεταβιβάζονται από τα συγχωνευόμενα πιστωτικά ιδρύματα στο όνομα του από τη συγχώνευση προερχόμενου νέου πιστωτικού ιδρύματος ή του απορροφώντος, εφόσον δεν υπάρχει περιγραφή αυτών στη σύμβαση ή το καταστατικό, γίνεται εφαρμοζομένων κατ’ αναλογία των διατάξεων του άρθρου 1197 του Αστικού Κώδικα, με καταχώριση στα οικεία βιβλία μεταγραφών ή στα οικεία κτηματολογικά φύλλα αποσπάσματος της σύμβασης ή του καταστατικού, στο οποίο να εμφαίνεται ότι το απορροφoύν ή το νέο πιστωτικό ίδρυμα είναι καθολικός διάδοχος των συγχωνευομένων, με έκθεση που περιέχει τα απαιτούμενα από το άρθρο 1194 του Α.Κ. στοιχεία των εμπραγμάτων δικαιωμάτων και την ταυτότητα των ακινήτων που αφορούν. Κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης, δεν απαιτείται να μνημονεύονται ή να προσαρτώνται πιστοποιητικά της φορολογικής διοίκησης, οποιασδήποτε μορφής ή χρήσης, ή οποιασδήποτε άλλης δημόσιας υπηρεσίας, οργανισμού ή εταιρείας ή Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) κάθε βαθμού, ή οποιεσδήποτε διοικητικές εγκρίσεις, βεβαιώσεις μηχανικών, βεβαιώσεις υποθηκοφυλακείων ή κτηματολογικών γραφείων, ή λοιπές βεβαιώσεις, υπεύθυνες δηλώσεις, πιστοποιητικά, τοπογραφικά διαγράμματα, αποσπάσματα κτηματολογικών διαγραμμάτων και σχεδιαγράμματα για τη μεταβίβαση ακινήτων, ακόμη και εκείνων που έχουν αποκτηθεί με αναγκαστική απαλλοτρίωση ή βρίσκονται σε παραμεθόριες περιοχές. Από τα πιστοποιητικά του προηγούμενου εδαφίου εξαιρείται το πιστοποιητικό του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτου (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) του άρθρου 54Α του v. 4174/2013 (Α’ 170), το οποίο επισυνάπτεται στη σύμβαση ή πράξη συγχώνευσης ή διάσπασης ή στην έκθεση που επισυνάπτεται κατά την καταχώριση στα οικεία βιβλία μεταγραφών αποσπάσματος της σύμβασης ή του καταστατικού, στο οποίο εμφαίνεται ότι το απορροφούν ή το νέο πιστωτικό ίδρυμα είναι καθολικός διάδοχος των συγχωνευομένων. Η σύμβαση ή πράξη συγχώνευσης ή διάσπασης που συντάσσεται στο πλαίσιο μετασχηματισμών με τις διατάξεις του παρόντος, χωρίς την επισύναψη των αναφερομένων στο δεύτερο εδάφιο εγγράφων, είναι κατά τούτο νόμιμη και έγκυρη και παράγει όλες τις έννομες συνέπειές της. Οι υποθηκοφύλακες και προϊστάμενοι κτηματολογικών γραφείων καταχωρούν υποχρεωτικά τη σύμβαση ή πράξη συγχώνευσης ή διάσπασης στα οικεία βιβλία, κατά τα παραπάνω κατ’ εξαίρεση προβλεπόμενα. Σε περίπτωση συγχώνευσης, διάσπασης ή απόσχισης κλάδου πιστωτικών ιδρυμάτων ή άλλου εταιρικού μετασχηματισμού, η διαδικασία μεταγραφής ή εγγραφής εμπράγματων δικαιωμάτων, η οποία δεν έχει ολοκληρωθεί κατά τον χρόνο συντέλεσης του εταιρικού μετασχηματισμού, ολοκληρούται από το νομικό πρόσωπο στο οποίο περιέρχεται τελικώς το εμπράγματο δικαίωμα, ως καθολικού διαδόχου, σύμφωνα με την παρούσα και την παρ. 9.»

Άρθρο 115

Παράταση Προγράμματος «Γέφυρα ΙΙ» Η προθεσμία του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 68 του v. 4790/2021 (Α΄ 48) παρατείνεται από τη λήξη της έως και την 31η Μαΐου 2021.

Άρθρο 116

Απαλλαγή από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας των ασθενοφόρων του άρθρου δωδέκατου του v. 4787/2021 Η αγορά ασθενοφόρων δυνάμει του δωδέκατου άρθρου του v. 4787/2021 (Α’ 44) απαλλάσσεται του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας. Στις υποβληθείσες προσφορές η αξία αναφέρεται χωρίς Φ.Π.Α. και ο ανάδοχος που επιλέγεται δεν επιβαρύνει την αξία παράδοσης με Φ.Π.Α.

Άρθρο 117

Ειδική εκκαθάριση δημοσίων επιχειρήσεων Τροποποίηση της παρ. 15 του άρθρου 14Α του v. 3429/2005

1.

Στην παρ. 15 του άρθρου 14Α του v. 3429/2005 (Α’ 314) προστίθενται νέα πέμπτο και έκτο εδάφια, τροποποιείται το τελευταίο εδάφιο και η παρ. 15 διαμορφώνεται ως εξής: «15. Εάν δεν υποβληθεί καμία νομότυπη προσφορά, ή αν πιστωτές, οι οποίοι εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου δηλώσουν εγγράφως προς τον εκκαθαριστή, εντός της προθεσμίας της παρ. 10 του παρόντος, ότι δεν θεωρούν καμία από τις υποβληθείσες προσφορές ως συμφέρουσα για τους πιστωτές, ο διαγωνισμός επαναλαμβάνεται με τη δημοσίευση εντός δεκαπέντε ημερών νέας διακήρυξης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο. Εάν και ο νέος διαγωνισμός δεν τελεσφορήσει, τα περιουσιακά στοιχεία της υπό εκκαθάριση επιχείρησης που δεν κατέστη δυνατόν να πωληθούν, πωλούνται ως σύνολο ή τμηματικά, με ελεύθερη διαπραγμάτευση, ύστερα από δημόσια πρόσκληση, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Επί των πωλήσεων της παρούσας παραγράφου έχουν εφαρμογή οι απαλλαγές της παρ. 16 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση που διενεργηθούν τουλάχιστον τρεις πλειοδοτικοί διαγωνισμοί με τη διαδικασία της ελεύθερης διαπραγμάτευσης μετά από δημόσια πρόσκληση για την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων, και δεν υποβληθεί καμία νομότυπη προσφορά ή οι υποβληθείσες και ο εκκαθαριστής δύναται να τα μεταβιβάσει χωρίς αντάλλαγμα, κατά την κρίση του, σε δημόσιους φορείς ή υπηρεσίες ή σε κοινωφελή ιδρύματα. Η χωρίς αντάλλαγμα μεταβίβαση, λαμβάνει χώρα κατ’ ανάλογη εφαρμογή του v. 4182/2013 (Α’ 185). Με τη μεταγραφή της σχετικής πράξης αποδοχής στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο ή την καταχώρισή της στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο επέρχεται αυτοδίκαια η εξάλειψη και διαγραφή των υφιστάμενων υπέρ τρίτων βαρών. Η ως άνω διαδικασία εφαρμόζεται αναλογικά και στις περιπτώσεις της παρ. 5α.».

2.

Η παρ. 1 εφαρμόζεται και σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες τελούν ήδη σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14α του v. 3429/2005 (Α’ 314) κατά τον χρόνο δημοσίευσης του παρόντος.

Άρθρο 118

Φόρος σε πωλήσεις μετοχών - Κατάργηση της παρ. 2 του άρθρου 27 του v. 2703/1999 και του άρθρου 21 του 3697/2008 Η παρ. 2 του άρθρου 27 του v. 2703/1999 (Α’ 72) και το άρθρο 21 του v. 3697/2008 (Α’ 194), ως προς τον οφειλόμενο φόρο σε κέρδη από πωλήσεις εισηγμένων μετοχών σε αλλοδαπά χρηματιστήρια ή άλλους διεθνώς αναγνωρισμένους χρηματιστηριακούς θεσμούς, σε εξωχρηματιστηριακές συναλλαγές, καθώς και συναλλαγές που πραγματοποιούνται μέσω πολυμερούς μηχανισμού διαπραγματεύσεων, καταργούνται.

Άρθρο 119

Μείωση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα φυσικών προσώπων και φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων - Τροποποίηση της παρ. 1 των άρθρων 69 και 71 ως προς τα ποσά βεβαίωσης του φόρου, αντικατάσταση της παρ. 2 του άρθρου 71, προσθήκη παρ. 72 και 73 στο άρθρο 72 του Κ.Φ.Ε.

1.

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 69 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε., v. 4172/2013, Α’ 167) τροποποιείται και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Με βάση τη δήλωση που υποβάλλει ο φορολογούμενος και τους λοιπούς τίτλους βεβαίωσης που προβλέπονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας βεβαιώνεται ποσό ίσο με το πενήντα πέντε τοις εκατό (55%) του φόρου που προκύπτει από επιχειρηματική δραστηριότητα για τον φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του διανυόμενου φορολογικού έτους. Αν στη δήλωση περιλαμβάνονται και εισοδήματα για τα οποία ο φόρος παρακρατείται ή καταβάλλεται κατά τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων, ο φόρος που παρακρατήθηκε ή καταβλήθηκε για τα εισοδήματα αυτά εκπίπτει από τον φόρο που πρέπει να βεβαιωθεί κατά το προηγούμενο εδάφιο. Αν το εισόδημα με βάση το οποίο ενεργείται η βεβαίωση του φόρου προσδιορίζεται κατά τρόπο τεκμαρτό, ο φόρος που αναλογεί στο τεκμαρτό αυτό εισόδημα λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού που πρέπει να βεβαιωθεί κατά το άρθρο αυτό. Όταν αποκτάται για πρώτη φορά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, το προς βεβαίωση ποσό της παραγράφου αυτής περιορίζεται στο μισό.».

2.

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 71 του Κ.Φ.Ε. (ν. 4172/2013) τροποποιείται, η παρ. 2 αντικαθίσταται και οι παρ. 1 και 2 διαμορφώνονται ως εξής: «1. Με βάση τη δήλωση που υποβάλλει το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα και τους λοιπούς τίτλους βεβαίωσης που προβλέπονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας βεβαιώνεται ποσό ίσο με ογδόντα τοις εκατό (80%) του φόρου που προκύπτει για τον φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του διανυόμενου φορολογικού έτους. Με βάση τη δήλωση που υποβάλλει το νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα και τους λοιπούς τίτλους βεβαίωσης που προβλέπονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας αποκλειστικά και μόνο για το φορολογικό έτος 2018, βεβαιώνεται ποσό ίσο με το ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) του φόρου που προκύπτει από επιχειρηματική δραστηριότητα για τον φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του έτους αυτού.

2.

Το ποσοστό του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 αυξάνεται σε εκατό τοις εκατό (100%) ειδικά για τις τραπεζικές ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών τραπεζών που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα.»

3.

Στο άρθρο 72 του Κ.Φ.Ε. (ν. 4172/2013) προστίθενται παρ. 72 και 73 ως εξής: «72. Ειδικά για το φορολογικό έτος 2020, το ποσό που βεβαιώνεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 71 ορίζεται σε ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%).

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)