Νόμοι — ΦΕΚ A' 78/2021

Type Νόμος
Publication 2021-05-18
Τελευταία ενημέρωση 2021-06-28
State In force
Source ΦΕΚ
articles 271
Reform history JSON API

1 που τηρεί το ίδρυμα, και το οποίο δεν χρησιμοποιείται 96 του παρόντος νόμου, εκφραζόμενο ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοιγμάτων σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του εν λόγω Κανονισμού είναι εντός του τέταρτου (δηλαδή του υψηλότερου) τεταρτημόριου της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας, ο συντελεστής είναι 0,6. Το κατώτατο και το ανώτατο όριο του κάθε τεταρτημόριου της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας υπολογίζονται ως εξής: όπου: Qn= ο τακτικός αριθμός του σχετικού τεταρτημόριου.

8.

Οι περιορισμοί του παρόντος άρθρου ισχύουν μόνο για πληρωμές που συνεπάγονται μείωση του κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 ή μείωση των κερδών και όπου η παύση πληρωμών ή η μη πληρωμή δεν αποτελεί γεγονός αθέτησης ή προϋπόθεση για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας ή πτώχευσης βάσει του καθεστώτος που ισχύει για το ίδρυμα.

9.

Όταν ένα ίδρυμα δεν πληροί τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας και σκοπεύει να προβεί σε διανομή οποιωνδήποτε διανεμητέων κερδών του ή σε ενέργεια που περιγράφεται στην παρ. 3, ενημερώνει την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και υποβάλλει τα εξής στοιχεία:

  • α) το ποσό του κεφαλαίου που τηρεί το ίδρυμα, χωρισμένο ως εξής:
  • αα) κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1,
  • ββ) πρόσθετο κεφάλαιο της Κατηγορίας 1,
  • γγ) κεφάλαιο της Κατηγορίας 2,
  • β) το ποσό των προσωρινών κερδών του και των κερδών του στο τέλος της χρήσης,
  • γ) το ΜΔΠ που υπολογίσθηκε σύμφωνα με την παρ. 5,
  • δ) το ποσό των διανεμητέων κερδών που σκοπεύει να μοιράσει και την κατανομή του στα εξής:
  • αα) πληρωμή μερισμάτων,
  • ββ) εξαγορές ιδίων μετοχών,
  • γγ) πληρωμές σε πρόσθετα κεφαλαιακά μέσα της Κατηγορίας 1,
  • δδ) καταβολή μεταβλητών αποδοχών ή προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών, με τη δημιουργία νέας υποχρέωσης καταβολής ή βάσει υποχρέωσης καταβολής που δημιουργήθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο το ίδρυμα δεν

πληρούσε τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας.

10.

Τα ιδρύματα εφαρμόζουν ρυθμίσεις που διασφαλίζουν ότι το ποσό των διανεμητέων κερδών και το ΜΔΠ υπολογίζονται με ακρίβεια και είναι σε θέση να το αποδείξουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εφόσον τους ζητηθεί.»

Άρθρο 46

Μη τήρηση της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας/Περιορισμοί διανομής σε περίπτωση μη τήρησης της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης/Μη τήρηση της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης - Προσθήκη άρθρων μετά το άρθρο 131 του v. 4261/2014 (παρ. 52 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Μετά το άρθρο 131 του v. 4261/2014 (Α’ 107) προστίθενται άρθρα 131Α, 131Β και 131Γ ως εξής: «Άρθρο 131Α Μη τήρηση της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας (άρθρο 141α της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Ένα ίδρυμα δεν πληροί τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας για τους σκοπούς του άρθρου 131, εφόσον δεν διαθέτει ίδια κεφάλαια στην ποσότητα και την ποιότητα που απαιτούνται για να επιτευχθεί ταυτόχρονα η συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας και καθεμία από τις ακόλουθες απαιτήσεις:

  • α) του στοιχείου α) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και η πρόσθετη απαίτηση

ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης βάσει της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 του παρόντος νόμου, του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης βάσει της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 του παρόντος νόμου,

  • γ) του στοιχείου γ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και η πρόσθετη απαίτηση

του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης βάσει της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 του παρόντος νόμου.» «Άρθρο 131Β Περιορισμοί διανομής σε περίπτωση μη τήρησης της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης (άρθρο 141β της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Ίδρυμα που πληροί την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης σύμφωνα με την παρ. 1α του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 δεν προβαίνει σε διανομή που αφορά το κεφάλαιο της Κατηγορίας 1, στον βαθμό που μια τέτοια διανομή θα μείωνε το εν λόγω κεφάλαιο της Κατηγορίας 1 σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να μην ικανοποιείται πλέον η απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης.

2.

Ίδρυμα που δεν πληροί την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης υπολογίζει το μέγιστο διανεμητέο ποσό που αφορά τον δείκτη μόχλευσης («Μ-ΜΔΠ») σύμφωνα με την παρ. 4 και το κοινοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Σε αυτή την περίπτωση, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις κάτωθι ενέργειες προτού υπολογίσει το Μ-ΜΔΠ:

  • α) διανομή κερδών όσον αφορά το κεφάλαιο κοινών

μετοχών της Κατηγορίας 1,

  • β) ανάληψη της υποχρέωσης καταβολής μεταβλητών

αποδοχών ή προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών, ή καταβολή μεταβλητών αποδοχών, εάν η υποχρέωση καταβολής δημιουργήθηκε, όσο το ίδρυμα δεν πληρούσε τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας, ή

  • γ) πληρωμές σε πρόσθετα κεφαλαιακά μέσα της Κατηγορίας 1.
3.

Εφόσον ένα ίδρυμα δεν πληροί ή δεν υπερβαίνει την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, δεν διανέμει περισσότερο από το Μ-ΜΔΠ που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με την παρ. 4 μέσω οποιασδήποτε ενέργειας από αυτές που αναφέρονται στις περ. α), β) και

  • γ) του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2.
4.

Το ίδρυμα υπολογίζει το Μ-ΜΔΠ πολλαπλασιάζοντας το ποσό που υπολογίσθηκε βάσει της παρ. 5 με τον συντελεστή που ορίζεται βάσει της παρ. 6. Από το Μ-ΜΔΠ αφαιρείται οποιοδήποτε ποσό προκύπτει από τις ενέργειες που αναφέρονται στις περ. α), β) ή γ) του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2.

5.

Το ποσό που πολλαπλασιάζεται σύμφωνα με την παρ. 4 περιλαμβάνει:

  • α) ενδιάμεσα κέρδη που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο

κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, καθαρά από οποιαδήποτε διανομή κερδών ή οποιαδήποτε πληρωμή στο πλαίσιο των ενεργειών που αναφέρονται στις περ. α), β) ή γ) του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, πλέον

  • β) κέρδη τέλους χρήσης που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1

σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, καθαρά από οποιαδήποτε διανομή κερδών ή οποιαδήποτε πληρωμή στο πλαίσιο των ενεργειών που αναφέρονται στις περ. α), β) ή γ) του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, μείον

  • γ) τα ποσά που θα ήταν πληρωτέα ως φόρος, αν τα

στοιχεία που προσδιορίζονται στις περ. α) και β) της παρούσας παραγράφου δεν διανέμονταν.

6.

Ο συντελεστής που αναφέρεται στην παρ. 4 καθορίζεται ως εξής:

  • α) όταν το κεφάλαιο της Kατηγορίας 1 που τηρεί το

ίδρυμα, και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για την εκπλήρωση των απαιτήσεων του στοιχείου δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 του παρόντος νόμου για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το στοιχείο

  • δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ.

575/2013, εκφραζόμενο ως ποσοστό του μέτρου συνολικού ανοίγματος που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 429 του εν λόγω Κανονισμού, είναι εντός του πρώτου (δηλαδή του χαμηλότερου) τεταρτημόριου της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, ο συντελεστής είναι 0,

  • β) όταν το κεφάλαιο της Κατηγορίας 1 που τηρεί το

ίδρυμα, και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για την εκπλήρωση των απαιτήσεων του στοιχείου δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 του παρόντος νόμου για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το στοιχείο δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, εκφραζόμενο ως ποσοστό του μέτρου συνολικού ανοίγματος που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 429 του εν λόγω Κανονισμού, είναι εντός του δεύτερου τεταρτημόριου της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, ο συντελεστής είναι 0,2,

  • γ) όταν το κεφάλαιο της Κατηγορίας 1 που τηρεί το

ίδρυμα, και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για την εκπλήρωση των απαιτήσεων του στοιχείου δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 του παρόντος νόμου για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το στοιχείο δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, εκφραζόμενο ως ποσοστό του μέτρου συνολικού ανοίγματος που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 429 του εν λόγω Κανονισμού, είναι εντός του τρίτου τεταρτημόριου της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, ο συντελεστής είναι 0,4, της παρ. 1 του άρθρου 96 του παρόντος νόμου για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το στοιχείο δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, εκφραζόμενο ως ποσοστό του μέτρου συνολικού ανοίγματος που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 429 του εν λόγω Κανονισμού, είναι εντός του τέταρτου (δηλαδή του υψηλότερου) τεταρτημόριου της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, ο συντελεστής είναι 0,6. Το κατώτατο και το ανώτατο όριο του κάθε τεταρτημόριου της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης υπολογίζονται ως εξής: όπου: Qn = ο τακτικός αριθμός του σχετικού τεταρτημόριου.

7.

Οι περιορισμοί του παρόντος άρθρου ισχύουν μόνο για πληρωμές που συνεπάγονται μείωση του κεφαλαίου της Κατηγορίας 1 ή μείωση των κερδών και όπου η παύση πληρωμών ή η μη πληρωμή δεν αποτελεί γεγονός αθέτησης ή προϋπόθεση για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας ή πτώχευσης βάσει του καθεστώτος που ισχύει για το ίδρυμα.

8.

Όταν ένα ίδρυμα δεν πληροί την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης και σκοπεύει να προβεί σε διανομή οποιωνδήποτε διανεμητέων κερδών του ή σε ενέργεια που αναφέρεται στις περ. α), β) και γ) του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, ενημερώνει την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και υποβάλλει τα στοιχεία που προβλέπονται στην παρ. 9 του άρθρου 131, με εξαίρεση την υποπερ. γγ) της περ. α) αυτής, και το Μ-ΜΔΠ που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 4 του παρόντος άρθρου.

9.

Τα ιδρύματα εφαρμόζουν ρυθμίσεις, ώστε να διασφαλίζουν ότι το ποσό των διανεμητέων κερδών και το Μ-ΜΔΠ υπολογίζονται με ακρίβεια και είναι σε θέση να το αποδείξουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εφόσον τους ζητηθεί.

10.

Για τους σκοπούς των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου, η διανομή κερδών όσον αφορά το κεφάλαιο της Κατηγορίας 1 περιλαμβάνει οποιοδήποτε από τα στοιχεία που παρατίθενται στην παρ. 1 του άρθρου 131.» «Άρθρο 131Γ Μη τήρηση της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης (άρθρο 141γ της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Ένα ίδρυμα δεν πληροί την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης για τους σκοπούς του άρθρου 131Β, εφόσον δεν διαθέτει κεφάλαιο της Κατηγορίας 1 στο ποσό που απαιτείται, ώστε να πληροί ταυτοχρόνως την απαίτηση που προβλέπεται στην παρ. 1α του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και την απαίτηση του στοιχείου δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του εν λόγω Κανονισμού και της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 του παρόντος νόμου, κατά την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το στοιχείο δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013.»

Άρθρο 47

Σχέδιο διατήρησης κεφαλαίου Τροποποίηση του άρθρου 132 του v. 4261/2014 (παρ. 53 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Οι παρ. 1 έως 3 του άρθρου 132 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίστανται και το άρθρο 132 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 132 Σχέδιο διατήρησης κεφαλαίου (άρθρο 142 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Όταν ένα ίδρυμα αδυνατεί να εκπληρώσει τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας ή, κατά περίπτωση, την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, καταρτίζει σχέδιο διατήρησης κεφαλαίου και το υποβάλλει στην Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς το αργότερο εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία που διαπίστωσε ότι δεν πληροί την ανωτέρω απαίτηση. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εγκρίνει κατά περίπτωση μεγαλύτερη προθεσμία που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δέκα (10) ημέρες, λαμβάνοντας υπόψη το εύρος και την

2.

Το σχέδιο διατήρησης κεφαλαίου περιλαμβάνει τουλάχιστον τις εξής πληροφορίες:

  • α) εκτιμήσεις των εσόδων και των εξόδων και εκτιμώμενο ισολογισμό,
  • β) μέτρα για την αύξηση των δεικτών κεφαλαίων του

ιδρύματος,

  • γ) σχέδιο και χρονοδιάγραμμα για την αύξηση των

ιδίων κεφαλαίων με στόχο την πλήρη συμμόρφωση με τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας ή, κατά περίπτωση, την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης,

  • δ) οποιαδήποτε άλλη πληροφορία την οποία η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κρίνει

απαραίτητη για να προβεί στην εκτίμηση βάσει της επόμενης παραγράφου.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αξιολογεί το σχέδιο διατήρησης κεφαλαίου και το εγκρίνει, μόνο αν θεωρεί ότι η εφαρμογή του είναι πιθανό να επιτύχει τη διατήρηση ή αύξηση επαρκών κεφαλαίων, ώστε το ίδρυμα να πληροί τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας ή, κατά περίπτωση, την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, εντός χρονικής περιόδου που η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θεωρεί κατάλληλη.

4.

Αν η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν εγκρίνει το σχέδιο διατήρησης κεφαλαίου σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επιβάλλει με απόφασή της ένα ή αμφότερα τα ακόλουθα:

  • α) απαιτεί από το ίδρυμα να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιά

του σε συγκεκριμένα επίπεδα εντός ορισμένης προθεσμίας,

  • β) ασκεί την προβλεπόμενη στο άρθρο 94 εξουσία

επιβάλλοντας αυστηρότερους περιορισμούς στη διανομή σε σχέση με εκείνους που απαιτούνται βάσει του άρθρου 131.»

Άρθρο 48

Γενικές απαιτήσεις δημοσιοποίησης πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές Τροποποίηση του άρθρου 134 του v. 4261/2014 (παρ. 54 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Η περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 134 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες:

  • α) τους νόμους, τις, γενικής ισχύος, αποφάσεις και τις

εγκυκλίους που εκδίδονται για την εφαρμογή του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,

  • β) τον τρόπο άσκησης εκ μέρους τους των παρεχόμενων από το ενωσιακό δίκαιο δυνατοτήτων και διακριτικών ευχερειών,
  • γ) τα γενικά κριτήρια και τις μεθοδολογίες που χρησιμοποιούν για την εποπτική διαδικασία εξέτασης και

αξιολόγησης του άρθρου 89, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων για την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 89,

  • δ) με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 54 του

παρόντος και των άρθρων 63 και 67 του v. 606/2007, τα βασικά στατιστικά στοιχεία σε συγκεντρωτική μορφή που αφορούν την εφαρμογή του πλαισίου προληπτικής εποπτείας στην Ελλάδα, περιλαμβανομένου του είδους των εποπτικών μέτρων και του αριθμού των περιπτώσεων που αυτά ελήφθησαν σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 94 του παρόντος και των διοικητικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 57 του παρόντος.»

Άρθρο 49

Κυρώσεις από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Τροποποίηση του άρθρου 154 του v. 4261/2014 (παρ. 17 και 18 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Η περ. ι) της παρ. 1 του άρθρου 154 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται, μετά την παρ. 2 προστίθεται παρ. 3 και το άρθρο 154 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 154 Κυρώσεις από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (άρθρο 67 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε περίπτωση που μία επιχείρηση της παρ. 6 του άρθρου 4:

  • α) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση προς

την υποχρέωση ικανοποίησης των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων του άρθρου 92 ή 95 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 κατά περίπτωση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά παράβαση του άρθρου 99 παρ. 1 του εν λόγω Κανονισμού,

  • β) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία και πληροφορίες στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε

σχέση με τα στοιχεία του άρθρου 101 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,

  • γ) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία και πληροφορίες στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς

σχετικά με ένα μεγάλο χρηματοδοτικό άνοιγμα, κατά παράβαση του άρθρου 394 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,

  • δ) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή

στοιχεία και πληροφορίες στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σχετικά με τη ρευστότητά του, κατά παράβαση του άρθρου 415 παρ. 1 και 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,

  • ε) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία και πληροφορίες στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς

σχετικά με το δείκτη μόχλευσης, κατά παράβαση του άρθρου 430 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,

  • στ) δεν διατηρεί κατ’ εξακολούθηση και σε βάθος χρόνου ρευστά διαθέσιμα, κατά παράβαση του άρθρου 412
  • ζ) παρουσιάζει χρηματοδοτικό άνοιγμα πέραν των ορίων που θέτει το άρθρο 395 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ.

575/2013,

  • η) που είναι εκτεθειμένη στον πιστωτικό κίνδυνο μιας

θέσης τιτλοποίησης δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 405 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013. (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,

  • ι) προβαίνει σε πληρωμές σε κατόχους μέσων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος, κατά

παράβαση του άρθρου 131 του παρόντος ή σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα άρθρα 28, 52 ή 63 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 απαγορεύουν τις εν λόγω πληρωμές σε κατόχους μέσων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια,

  • ια) δεν εφαρμόζει πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης,

όπως απαιτείται από το άρθρο 66,

  • ιβ) διόρισε ή δεν αντικατέστησε αμελλητί τα πρόσωπα

που δεν συμμορφώνονται με το άρθρο 83, επιβάλλει με απόφασή της διοικητικές κυρώσεις και διοικητικά μέτρα.

2.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 21 του v. 3606/2007 περί ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ΑΕΠΕΥ, που μπορεί να εφαρμοστεί και για τις περ. α) έως και ια) της προηγούμενης παραγράφου και λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνικά και εκτελεστικά μέτρα και αποφάσεις του παρόντος, στις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα που επιβάλλονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, περιλαμβάνονται τα εξής:

  • α) Διοικητικές κυρώσεις:
  • αα) στην περίπτωση νομικού προσώπου, επίπληξη ή

χρηματικά πρόστιμα ύψους έως το 10% του συνολικού καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένων των ακαθάριστων εσόδων που συνίσταται σε τόκους εισπρακτέους και εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και εισπρακτέες προμήθειες ή αμοιβές σύμφωνα με το άρθρο 316 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 της επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση,

  • ββ) στην περίπτωση φυσικού προσώπου, επίπληξη ή

χρηματικά διοικητικά πρόστιμα μέχρι και πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ,

  • γγ) χρηματικά πρόστιμα μέχρι και το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που

αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν. Σε περίπτωση που επιχείρηση της υποπερ. αα) της περ. α) είναι θυγατρική μητρικής επιχείρησης, τα σχετικά ακαθάριστα έσοδα θα είναι τα ακαθάριστα έσοδα που προκύπτουν από τις ενοποιημένες καταστάσεις της ανώτατης μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση.

  • β) Διοικητικά μέτρα:
  • αα) δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφεται το

υπεύθυνο φυσικό η νομικό πρόσωπο ή οντότητα, και η φύση της παράβασης,

  • ββ) σύσταση προς το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψής της στο μέλλον,
  • γγ) προσωρινή απαγόρευση κατά των προσώπων της

παρ. 2 του άρθρου 57 να ασκούν καθήκοντα σε ιδρύματα,

  • δδ) στις περ. α) έως και ι) της προηγούμενης παραγράφου, ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ΑΕΠΕΥ,

σύμφωνα με το άρθρο 21 του v. 3606/2007.

3.

Επίσης, το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε περίπτωση που μητρικό ίδρυμα, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών: α) δεν υποβάλλει αίτηση για έγκριση κατά παράβαση του άρθρου 22Α ή υποπίπτει σε οποιαδήποτε άλλη παράβαση των απαιτήσεων του ιδίου άρθρου, β) δεν προβαίνει σε ενέργεια που ενδέχεται να απαιτείται, προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στα άρθρα 92 έως 403 και 411 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 ή επιβάλλονται δυνάμει της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 ή του άρθρου 98 του παρόντα νόμου σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση.»

Άρθρο 50

Μεταβατικές διατάξεις σχετικά με την έγκριση των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών - Προσθήκη άρθρου μετά το άρθρο 165 του v. 4261/2014 (παρ. 56 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Μετά το άρθρο 165 του v. 4261/2014 (Α’ 107) προστίθεται άρθρο 165Α ως εξής: «Άρθρο 165Α Μεταβατικές διατάξεις σχετικά με την έγκριση των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών (άρθρο 159α της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Οι μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που υφίστανται ήδη στις 27 Ιουνίου 2019 υποβάλλουν αίτηση για έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 22Α έως τις 28 Ιουνίου 2021. Εάν χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών δεν υποβάλει αίτηση για έγκριση έως τις 28 Ιουνίου 2021, λαμβάνονται τα ενδεδειγμένα μέτρα, σύμφωνα με τις παρ. 8 και 9 του άρθρου 22Α. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου η οποία προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ασκεί όλες τις αναγκαίες εποπτικές εξουσίες που της ανατίθενται μέσω του παρόντος νόμου σε σχέση με τις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή τις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που υπόκεινται σε έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 22Α για τους σκοπούς της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση.»

Άρθρο 51

Καταργούμενες διατάξεις (παρ. 26(α), 28(α), 29(α), 30, 31, 32β, 34, 35, 47(θ, ια, ιγ) του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται:

1.

Η παρ. 1 του άρθρου 84 του v. 4261/2014 (Α’ 107),

2.

η περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 89 του v. 4261/2014

3.

η περ. ι) της παρ. 1 του άρθρου 90 του v. 4261/2014,

4.

η περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 91 του v. 4261/2014,

7.

η περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 98 του v. 4261/2014,

8.

η παρ. 3 του άρθρου 101 του v. 4261/2014,

9.

η παρ. 11 του άρθρου 124 του v. 4261/2014,

10.

η παρ. 13 του άρθρου 124 του v. 4261/2014, και

11.

οι παρ. 16 και 17 του άρθρου 124 του v. 4261/2014.

ΜΕΡΟΣ Β’

ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 20ΗΣ ΜΑΪΟΥ 2019 ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2014/59/ΕΕ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗΣ ΤΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 98/26/ΕΚ (L 150) ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 2 ΤΟΥ v. 4335/2015

Άρθρο 52

Σκοπός Σκοπός του παρόντος είναι η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 2019 «για την τροποποίηση της Οδηγίας 2014/59/ ΕΕ σχετικά με την ικανότητα απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και της Οδηγίας 98/26/ ΕΚ» (EE L 150), μέσω της τροποποίησης του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87).

Άρθρο 53

Ορισμοί - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 2 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 1 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στην παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 2 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) αντικαθίστανται οι περ. 35, 42 και 91, προστίθενται περ. 35α, 35β, 42α, 47α, 47β, 47γ, 52α και 114 και το εσωτερικό άρθρο 2 του άρθρου 2 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 2 Ορισμοί (άρθρο 2 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)

1.

Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, ισχύουν οι κάτωθι ορισμοί: 1) «αναδιάρθρωση παθητικού»: ο μηχανισμός για την άσκηση, από την αρχή εξυγίανσης, των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής όσον αφορά τις υποχρεώσεις ενός ιδρύματος που τελεί υπό εξυγίανση σύμφωνα με το άρθρο 43, 2) «ανώτερα διοικητικά στελέχη»:, όπως ορίζονται στο σημείο 9 της παρ. 1 του άρθρου 3 του v. 4261/2014 (Α’ 107) (σημείο 9 παράγραφος 1 άρθρο 3 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), 3) «απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων»: οι απαιτήσεις που θεσπίζονται στα άρθρα 92 έως 98 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 4) «αποδέκτης»: η οντότητα στην οποία μεταβιβάζονται οι μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, χρεόγραφα, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις ή οποιοσδήποτε συνδυασμός των εν λόγω στοιχείων από ένα ίδρυμα υπό εξυγίανση, 5) «αρμόδια αρχή»: αρμόδια αρχή, όπως ορίζεται στο σημείο 40 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τα ειδικά καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1024/2013 (EE L 287) του Συμβουλίου. Στην Ελλάδα αρμόδια αρχή είναι η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του v. 4261/2014, 6) «αρμόδιο υπουργείο»: το Υπουργείο Οικονομικών για την Ελλάδα και, κατά περίπτωση, τα υπουργεία των λοιπών κρατών μελών που ορίζονται αρμόδια σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 3 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, 7) «αρχή ενοποιημένης εποπτείας»:, όπως ορίζεται στο σημείο 41 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 8) «αρχή εξυγίανσης»: η αρχή που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 3, 9) «αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου»: η αρχή εξυγίανσης στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, 10) «βασικοί επιχειρηματικοί τομείς»: οι επιχειρηματικοί τομείς και οι συναφείς υπηρεσίες που αποτελούν ουσιώδεις πηγές εισοδήματος, κέρδους ή αξίας δικαιόχρησης για ένα ίδρυμα ή για έναν όμιλο του οποίου το ίδρυμα αποτελεί μέλος, 11) «διαδικασία εξυγίανσης σε τρίτη χώρα»: ενέργεια βάσει της νομοθεσίας τρίτης χώρας για τη διαχείριση της αφερεγγυότητας ιδρύματος ή μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας, η οποία είναι συγκρίσιμη, ως προς τους στόχους και τα αναμενόμενα αποτελέσματα, με τις ενέργειες εξυγίανσης του παρόντος νόμου, 12) «διασυνοριακός όμιλος»: όμιλος τα μέλη του οποίου είναι εγκατεστημένα σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, 13) «διαχωρισμός περιουσιακών στοιχείων»: ο μηχανισμός για την πραγματοποίηση μεταβίβασης, από μια αρχή εξυγίανσης, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ενός ιδρύματος που τελεί υπό εξυγίανση σε μια εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 42, 14) «δικαίωμα καταγγελίας»: το δικαίωμα καταγγελίας μιας σύμβασης, το δικαίωμα επίσπευσης, εκκαθάρισης (close out), συμψηφισμού ή εκκαθαριστικού συμψηφισμού (set off or netting) των υποχρεώσεων, ή κάθε παρόμοια διάταξη που αναστέλλει, τροποποιεί ή εξαλείφει υποχρέωση ενός συμβαλλόμενου μέρους της σύμβασης, ή διάταξη η οποία εμποδίζει τη γένεση, στο πλαίσιο της σύμβασης, υποχρέωσης η οποία διαφορετικά θα είχε προκύψει, 15) «διοικητικό συμβούλιο»: διοικητικό όργανο, όπως ορίζεται στο σημείο 7 της παρ. 1 του άρθρου 3 του v. 4261/2014 (σημείο 7 της παρ. 1 του άρθρου 3 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), του θέση μετά από σημαντική επιδείνωση, 17) «εγγυημένες καταθέσεις»: όλες οι επιλέξιμες καταθέσεις μέχρι ποσού ίσο με το όριο κάλυψης που αναφέρεται στην περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 9 του v. 3746/2009 (Α’ 27), 18) «εθνική αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας»: η Τράπεζα της Ελλάδος ή η αντίστοιχη εθνική αρχή στην οποία έχει ανατεθεί η μακροπροληπτική πολιτική που αναφέρεται στη Σύσταση Β1 της Σύστασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου σχετικά με τη μακροπροληπτική αρμοδιότητα των εθνικών αρχών (ΕΣΣ Κ/2011/3), 19) «εκκαθάριση»: η ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων ιδρύματος ή οντότητας που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, 20) «έκτακτη δημόσια χρηματοοικονομική στήριξη»: κρατική ενίσχυση κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 107 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια χρηματοοικονομική στήριξη σε υπερεθνικό επίπεδο η οποία, αν παρεχόταν σε εθνικό επίπεδο, θα συνιστούσε κρατική ενίσχυση, και η οποία παρέχεται με σκοπό να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η βιωσιμότητα, η ρευστότητα ή η φερεγγυότητα ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας σύμφωνα με τις περιπτώσεις β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 ή ενός ομίλου του οποίου το εν λόγω ίδρυμα ή η οντότητα αποτελεί μέλος, 21) «ενδεδειγμένη αρχή»: η αρμόδια αρχή στην Ελλάδα για την εφαρμογή των περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 2 του άρθρου 59, ή η αρχή που έχει καθοριστεί στο εθνικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 61 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, 22) «ενδοομιλική εγγύηση»: σύμβαση με την οποία ένα μέλος του ομίλου εγγυάται για τις υποχρεώσεις άλλου μέλους του ομίλου προς ένα τρίτο μέρος, 23) «ενέργεια εξυγίανσης»: η απόφαση να τεθεί υπό εξυγίανση ένα ίδρυμα ή μία οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, σύμφωνα με το άρθρο 32 ή το άρθρο 33, η εφαρμογή ενός μέτρου εξυγίανσης ή η άσκηση μιας ή περισσότερων εξουσιών εξυγίανσης, 24) «ενοποιημένη βάση»: η βάση της ενοποιημένης κατάστασης του ομίλου, όπως η τελευταία ορίζεται στο σημείο 47 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 25) «εντολή μεταβίβασης»: ο μηχανισμός για την εκτέλεση της μεταβίβασης, από την αρχή εξυγίανσης, μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ίδρυμα που τελεί υπό εξυγίανση, ή περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ενός ιδρύματος που τελεί υπό εξυγίανση, σε έναν αγοραστή που δεν είναι μεταβατικό ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 38, 26) «εξασφαλισμένη υποχρέωση»: υποχρέωση στην οποία το δικαίωμα του πιστωτή για είσπραξη ή άλλης μορφής παροχή εξασφαλίζεται με βάρος επί περιουσιακών στοιχείων, ενέχυρο ή εμπράγματο δικαίωμα, ή συμφωνίες παροχής ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων που προκύπτουν από πράξεις επαναγοράς και άλλες συμφωνίες παροχής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου, 27) «εξουσίες απομείωσης και μετατροπής»: οι εξουσίες που προβλέπονται στην παρ. 9 του άρθρου 59 και στις περ. ε’ έως θ’ της παρ. 1 του άρθρου 63, 28) «εξουσίες μεταβίβασης»: οι εξουσίες που ορίζονται στις περ. γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 63 για τη μεταβίβαση προς αποδέκτη μετοχών, άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, χρεωστικών μέσων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οποιουδήποτε συνδυασμού των εν λόγω στοιχείων ιδρύματος υπό εξυγίανση, 29) «εξουσίες εξυγίανσης»: οι εξουσίες που ορίζονται στα άρθρα 63 έως 72, 30) «εξυγίανση»: η εφαρμογή ενός μέτρου εξυγίανσης, προκειμένου να επιτευχθούν ένας ή περισσότεροι στόχοι της εξυγίανσης, όπως ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 31, 31) «εξυγίανση ομίλου»: α) η ενέργεια εξυγίανσης στο επίπεδο μητρικής επιχείρησης ή ιδρύματος που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία, ή β) ο συντονισμός της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης και η άσκηση εξουσιών εξυγίανσης από τις αρχές εξυγίανσης όσον αφορά τα μέλη του ομίλου που πληρούν τις προϋποθέσεις εξυγίανσης, 32) «επείγουσα στήριξη της ρευστότητας»: η παροχή από κεντρική τράπεζα χρήματος κεντρικής τράπεζας, ή οποιαδήποτε άλλη στήριξη που μπορεί να επιφέρει αύξηση του χρήματος κεντρικής τράπεζας, σε ένα φερέγγυο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή έναν όμιλο φερέγγυων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που αντιμετωπίζει προσωρινά προβλήματα ρευστότητας, χωρίς η ενέργεια αυτή να εντάσσεται στη νομισματική πολιτική, 33) «επενδυτής»: ο επενδυτής κατά την έννοια του σημείου 4 του άρθρου 1 της Οδηγίας 97/9/ΕΚ (EE L 084) το οποίο ενσωματώθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 1 του v. 2533/1997 (Α’ 228), 34) «επιλέξιμες καταθέσεις»: όλες οι καταθέσεις πλην όσων εμπίπτουν στην εξαίρεση από την καταβολή αποζημιώσεων σύμφωνα με το άρθρο 11 του v. 3746/2009 (Α’ 27), 35) «υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού» ή «υποχρεώσεις που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού»: οι υποχρεώσεις και τα κεφαλαιακά μέσα που δεν χαρακτηρίζονται ως μέσα κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της Κατηγορίας 1 ή μέσα της Κατηγορίας 2 ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, οι οποίες δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα, δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 44, 35α) «επιλέξιμες υποχρεώσεις»: υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού που πληρούν, ανάλογα με την περίπτωση, τους όρους του άρθρου 45β ή της περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 45στ και τα μέσα της Κατηγορίας 2 που πληρούν τους όρους της περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 72α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτι αριθμ. 648/2012 (L 176), 35β) «μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης»: τα μέσα που πληρούν όλους τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 72α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (L 176), εκτός από τις παρ. 3 έως 5 του άρθρου 72β του εν λόγω Κανονισμού, 36) «επιχείρηση επενδύσεων»:, όπως ορίζεται στο σημείο 2 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και η οποία υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου που καθορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 29 του v. 4261/2014 (παρ. 2 του άρθρου 28 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), 37) «εργάσιμη ημέρα»: κάθε ημέρα εκτός Σαββάτου, Κυριακής ή αργίας στην Ελλάδα ή σε άλλο εμπλεκόμενο κράτος μέλος, 38) «εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων»: νομικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 42, 39) «θεσμικό σύστημα προστασίας» ή «Θ.Σ.Π.»: ρύθμιση που πληροί τις απαιτήσεις της παρ. 7 του άρθρου 113 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 40) «θιγόμενος κάτοχος ή δικαιούχος»: κάτοχος τίτλων ιδιοκτησίας του οποίου οι τίτλοι ιδιοκτησίας ακυρώνονται μέσω της εξουσίας που αναφέρεται στην περίπτωση

  • η) της παρ. 1 του άρθρου 63,

41) «θιγόμενος πιστωτής»: πιστωτής του οποίου η απαίτηση αφορά υποχρέωση που μειώνεται ή μετατρέπεται σε μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας, μέσω της άσκησης της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής με χρήση της αναδιάρθρωσης παθητικού, 42) «θυγατρική»: θυγατρική επιχείρηση, όπως ορίζεται στο σημείο 16 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (L 176) και για τους σκοπούς της εφαρμογής των άρθρων 7, 20, 25, 26, 45 έως 45ιγ, 59 έως 62, 88 και 89 στους ομίλους εξυγίανσης που αναφέρονται στην περ. β’ στο σημείο 83β της παρ. 1 του άρθρου 2, περιλαμβάνει, όπου και, όπως αρμόζει, πιστωτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό, τον ίδιο τον κεντρικό οργανισμό και τις αντίστοιχες θυγατρικές τους, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω όμιλοι εξυγίανσης συμμορφώνονται με την παρ. 3 του άρθρου 45ε, 42α) «σημαντική θυγατρική»: σημαντική θυγατρική, όπως ορίζεται στο σημείο 135 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (L 176), 43) «θυγατρικό ίδρυμα τρίτης χώρας»: ίδρυμα το οποίο είναι εγκατεστημένο σε κράτος μέλος και είναι θυγατρική επιχείρηση ιδρύματος ή μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας, 44) «ίδια κεφάλαια»:, όπως ορίζονται στο σημείο 118 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 45) «ίδρυμα»: πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων, 46) «ίδρυμα τρίτης χώρας»: οντότητα, της οποίας η κεντρική διοίκηση εδρεύει σε τρίτη χώρα και η οποία, εάν ήταν εγκατεστημένη εντός της EE, θα ενέπιπτε στον ορισμό του ιδρύματος, 47) «ίδρυμα υπό εξυγίανση»: ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, μεικτή εταιρεία συμμετοχών, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην EE, μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, για το οποίο ή την οποία αναλαμβάνεται ενέργεια εξυγίανσης, 47α) «οντότητα εξυγίανσης»:

  • α) νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην ΕΕ, το οποίο,

σύμφωνα με το άρθρο 20, προσδιορίζεται από την αρχή εξυγίανσης ως οντότητα σε σχέση με την οποία το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει μέτρα εξυγίανσης, ή

  • β) ίδρυμα που δεν αποτελεί μέρος ομίλου που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με τα άρθρα

104 και 105 του v. 4261/2014, για τον οποίο το σχέδιο εξυγίανσης που καταρτίστηκε βάσει του άρθρου 18 προβλέπει ενέργεια εξυγίανσης, 47β) «όμιλος εξυγίανσης»:

  • α) οντότητα εξυγίανσης και οι θυγατρικές της που δεν

αποτελούν:

  • αα) οντότητες εξυγίανσης οι ίδιες,
  • ββ) θυγατρικές άλλων οντοτήτων εξυγίανσης, ή
  • γγ) οντότητες εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα που δεν

περιλαμβάνονται στον όμιλο εξυγίανσης σύμφωνα με το σχέδιο εξυγίανσης και οι θυγατρικές τους, ή

  • β) πιστωτικά ιδρύματα μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό και ο ίδιος ο κεντρικός οργανισμός, όταν

τουλάχιστον ένα από αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα ή ο κεντρικός οργανισμός είναι οντότητα εξυγίανσης, καθώς και οι αντίστοιχες θυγατρικές τους, 47γ) «παγκόσμιο συστημικώς σημαντικό ίδρυμα» ή «G-SII»: ίδρυμα G-SII, όπως ορίζεται στο σημείο 133 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις αριθμ. 648/2012 (L 176), 48) «καλυμμένο ομόλογο»: μέσο που αναφέρεται στην περ. β’ της παρ. 4 του άρθρου 61 του v. 4099/2012 (Α’ 250) (άρθρο 52 παρ. 4 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ), 107, 108 και 109 της ΣΛΕΕ και με τους κανονισμούς και όλες τις πράξεις της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων κατευθυντήριων γραμμών, κοινοποιήσεων και ανακοινώσεων, που έχουν διατυπωθεί ή εκδοθεί δυνάμει της παρ. 4 του άρθρου 108 ή του άρθρου 109 της ΣΛΕΕ, 50) «καταθέτης»:, όπως ορίζεται στο σημείο 6 της παρ. 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ, 51) «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος»:, όπως ορίζεται στο σημείο 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (EE L 201), 52) «κεφαλαιακά μέσα κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1»: κεφαλαιακά μέσα που πληρούν τους όρους των παρ. 1 έως 4, του άρθρου 28 των παρ. 1 έως 5 του άρθρου 29 ή της παρ. 1 του άρθρου 31 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 52α) «κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1»: το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 50 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (L 176), 53) «κρίσιμες λειτουργίες»: οι δραστηριότητες, υπηρεσίες ή λειτουργίες των οποίων η διακοπή ενδέχεται, να οδηγήσει στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος μέλος σε διαταραχή της παροχής ουσιωδών υπηρεσιών στην πραγματική οικονομία ή να διαταράξει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα λόγω του μεγέθους, του μεριδίου στην αγορά, των εξωτερικών και εσωτερικών διασυνδέσεων της πολυπλοκότητας ή των διασυνοριακών δραστηριοτήτων του ιδρύματος ή του ομίλου, ιδίως σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα υποκατάστασης των εν λόγω δραστηριοτήτων, υπηρεσιών ή λειτουργιών, 54) «μεικτή εταιρεία συμμετοχών»:, όπως ορίζεται στο σημείο 22 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 55) «μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών»: μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, όπως ορίζεται στο σημείο 21 της παρ. 1 του άρθρου 4 56) «μέλος του ομίλου»: ένα νομικό πρόσωπο το οποίο αποτελεί μέλος ενός ομίλου, 57) «μέσα της Κατηγορίας 2»: κεφαλαιακά μέσα ή δάνεια μειωμένης εξασφάλισης που πληρούν τους όρους του άρθρου 63 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 58) «μεταβατικό ίδρυμα»: νομικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 40, 59) «μέτοχοι»: μέτοχοι, κάτοχοι ή δικαιούχοι άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, 60) «μέτρο διαχείρισης κρίσεων»: ενέργεια εξυγίανσης ή διορισμός ειδικού διαχειριστή δυνάμει του άρθρου 35 ή ενός προσώπου δυνάμει του άρθρου 51 ή της παρ. 1 του άρθρου 72, 61) «μέτρο εξυγίανσης»: μέτρο εξυγίανσης κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 37, 62) «μέτρο πρόληψης κρίσεων»: η άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση των ελλείψεων ή την εξάλειψη των εμποδίων προς τη δυνατότητα ανάκαμψης σύμφωνα με τις παρ. 6 έως 9 του άρθρου 6, η άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με τα άρθρα 25 ή 26, η εφαρμογή οποιουδήποτε μέτρου έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 27, ο διορισμός επιτρόπου σύμφωνα με το άρθρο 29 ή βάσει της περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 137 του v. 4261/2014, κατά περίπτωση, ή η άσκηση εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 59, 63) «μητρική επιχείρηση»:, όπως ορίζεται στο στοιχείο α’ του σημείου 15 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 64) «μητρική επιχείρηση της EE»: μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην EE, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην EE ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην EE, 65) «μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας»: μητρική επιχείρηση, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα, 66) «μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος»:, όπως ορίζεται στο σημείο 32 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (EE) αριθμ. 575/2013, 67) «μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην EE»:, όπως ορίζεται στο σημείο 33 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 68) «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος»:, όπως ορίζεται στο σημείο 30 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 69) «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση»: μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών της EE, όπως ορίζεται στο σημείο 31 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 70) «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος»:, όπως ορίζεται στο σημείο 28 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 71) «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην EE»:, όπως ορίζεται στο σημείο 29 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 72) «πρόγραμμα εξυγίανσης ομίλου»: σχέδιο που καταρτίζεται για τους σκοπούς της εξυγίανσης ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 88, 73) «όμιλος»: η μητρική επιχείρηση και οι θυγατρικές, 74) «παράγωγα»: όπως ορίζονται στο σημείο 5 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012, 75) «πιστωτικό ίδρυμα»: όπως ορίζεται στο σημείο 1 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, εκτός των οντοτήτων που αναφέρονται στην παρ. 5 του άρθρου 2 του v. 4261/2014 (παράγραφος 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), 76) «πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις»:, όπως ορίζονται με βάση το κριτήριο του ετήσιου κύκλου εργασιών που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 2 του μέσα που πληρούν τους όρους της παρ. 1 του άρθρου 52 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 78) «προϋποθέσεις εξυγίανσης»: οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 32, 79) «ρυθμιζόμενη αγορά»: η οργανωμένη αγορά, όπως ορίζεται στο σημείο 10 του άρθρου 2 του v. 3606/2007. Αλλως, η αγορά, όπως ορίζεται στο σημείο 21 της παρ. 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, 80) «σημαντικό υποκατάστημα»: υποκατάστημα που στο κράτος μέλος υποδοχής κρίνεται σημαντικό σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 52 του v. 4261/2014 (άρθρο 51 παρ. 1 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), 81) «Σκέλος Εξυγίανσης Συνεγγυητικού»: το Σκέλος Εξυγίανσης του Συνεγγυητικού, όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 73Α του v. 2533/1997, 82) «Σκέλος Εξυγίανσης Τ.Ε.Κ.Ε.»: το Σκέλος Εξυγίανσης του Τ.Ε.Κ.Ε., όπως ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 2 του v. 3746/2009, 83) «Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων (Σ.Κ.Ε.)»: το Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων του Τ.Ε.Κ.Ε., όπως ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 2 του v. 3746/2009, 84) «Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων (Σ.Κ.Κ.)»: το Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε., όπως ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 2 του v. 3746/2009, 85) «στόχοι εξυγίανσης»: οι στόχοι εξυγίανσης που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 31, 86) «συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλων»: συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλων κατά την έννοια της περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 2 του v. 3301/2004 (σημείο β’ της παρ. 1 άρθρου 2 της Οδηγίας 2002/47/ΕΚ), 87) «συμφωνία εκκαθαριστικού συμψηφισμού (netting arrangement)»: συμφωνία βάσει της οποίας ένας αριθμός απαιτήσεων ή υποχρεώσεων μπορεί να μετατραπεί σε μια ενιαία καθαρή απαίτηση, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών εκκαθαριστικού συμψηφισμού (closeout netting), βάσει των οποίων, σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση (όπως ή όπου ορίζεται), επισπεύδεται η λήξη των υποχρεώσεων των μερών, ούτως ώστε να καθίστανται αμέσως απαιτητές, ή να λήγουν και σε κάθε περίπτωση μετατρέπονται σε μια ενιαία καθαρή απαίτηση ή αντικαθίστανται από αυτήν και στις δύο περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων και των «ρητρών εκκαθαριστικού συμψηφισμού», κατά την έννοια της περ. ιδ’ της παρ. 1 του άρθρου 2 του v. 3301/2004 (σημείο i του στοιχείου ιδ’ της παρ. 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2002/47/ΕΚ) ή του «εκκαθαριστικού συμψηφισμού» (netting) κατά την έννοια της περ. ια’ του άρθρου 1 του v. 2789/2000 (στοιχείο ια’ του άρθρου 2 της Οδηγίας 98/26/ΕΚ), 88) «συμφωνία συμψηφισμού (setoff arrangement)»: συμφωνία βάσει της οποίας δύο ή περισσότερες απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που υφίστανται μεταξύ του υπό εξυγίανση ιδρύματος και ενός αντισυμβαλλομένου μπορούν να συμψηφιστούν μεταξύ τους, 89) «συναλλαγή αντιστήριξης»: μια συναλλαγή που συνάπτεται μεταξύ δύο μελών του ομίλου για το σκοπό της μεταβίβασης, εν όλω ή εν μέρει, του κινδύνου που δημιουργείται από άλλη συναλλαγή που συνάπτεται μεταξύ ενός από αυτά τα μέλη του ομίλου και ενός τρίτου μέρους, 90) «συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας»: η ειδική εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με το άρθρο 145 του v. 4261/2014 και η ειδική εκκαθάριση των επιχειρήσεων επενδύσεων σύμφωνα με το άρθρο 22 του v. 3606/2007, 91) «συνολικό ποσό»: το συνολικό ποσό κατά το οποίο έχει εκτιμήσει η αρχή εξυγίανσης ότι πρέπει να απομειωθούν ή να μετατραπούν οι υποχρεώσεις που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 46, 92) «συντελεστής μετατροπής»: ο συντελεστής που καθορίζει τον αριθμό των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας στον οποίο μετατρέπεται μια υποχρέωση συγκεκριμένης τάξης, με αναφορά είτε σε ένα μόνο μέσο της εν λόγω τάξης είτε σε μια μονάδα αξίας μιας χρεωστικής απαίτησης, 93) «Σύστημα Αποζημίωσης Επενδυτών»: σύστημα αποζημίωσης επενδυτών του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών (Συνεγγυητικό) του v. 2533/1997, και το Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων του Τ.Ε.Κ.Ε. (ν. 3746/2009), 94) «σύστημα εγγύησης των καταθέσεων»: σύστημα εγγύησης των καταθέσεων του v. 3746/2009, καθώς και κάθε τέτοιο σύστημα που έχει συσταθεί και αναγνωριστεί επίσημα από ένα κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ, 95) «συστημική κρίση»: η αποσταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος με εν δυνάμει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για την εσωτερική αγορά και την πραγματική οικονομία. Ολες οι κατηγορίες φορέων παροχής χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης, αγορών και υποδομών ενδέχεται να είναι συστημικά σημαντικές σε κάποιο βαθμό, 96) «σχέδιο ανάκαμψης»: σχέδιο ανάκαμψης που καταρτίζεται, εφαρμόζεται και αναπροσαρμόζεται από ένα ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 5, 97) «σχέδιο ανάκαμψης ομίλου»: σχέδιο ανάκαμψης ομίλου που καταρτίζεται, εφαρμόζεται και αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 7, 98) «σχέδιο εξυγίανσης»: σχέδιο εξυγίανσης που καταρτίζεται για ένα ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 18, 99) «σχέδιο εξυγίανσης ομίλου»: σχέδιο εξυγίανσης ενός ομίλου, που καταρτίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21, 100) «σχετικά κεφαλαιακά μέσα»: πρόσθετα μέσα της Κατηγορίας 1 και μέσα της Κατηγορίας 2, για τους σκοπούς των άρθρων 43 έως 62, 101) «σχετική αρχή τρίτης χώρας»: αρχή τρίτης χώρας η οποία είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση παρόμοιων καθηκόντων με εκείνα των αρχών εξυγίανσης ή των αρμοδίων αρχών, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, 102) «σχετικό μητρικό ίδρυμα ή οντότητα»: μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος, μητρικό ίδρυμα εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην EE, μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, για το οποίο ή την οποία εφαρμόζεται η αναδιάρθρωση παθητικού, 103) «Σώμα Αρχών Εξυγίανσης»: σώμα που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 85 για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 85, 104) «Σώμα Εποπτών»: σώμα εποπτών, που έχει συσταθεί με το άρθρο 109 του v. 4261/2014 (άρθρο 116 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), 105) «Ταμείο Εξυγίανσης»: για τα πιστωτικά ιδρύματα ορίζεται το Σκέλος Εξυγίανσης του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (Τ.Ε.Κ.Ε.), και για τις επιχειρήσεις επενδύσεων το Σκέλος Εξυγίανσης του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών (Συνεγγυητικό) σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 95, 106) «Ταμείο Εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου»: οι πόροι του Ταμείου ή των ταμείων εξυγίανσης που προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, 107) «τίτλος ιδιοκτησίας»: μετοχές, άλλοι τίτλοι που εκχωρούν δικαιώματα ιδιοκτησίας, τίτλοι που είναι μετατρέψιμοι σε μετοχές ή παρέχουν το δικαίωμα απόκτησης μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, και τίτλοι που αντιπροσωπεύουν δικαιώματα επί μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, 108) «υποκατάστημα»: κάθε υποκατάστημα, όπως ορίζεται στο σημείο 17 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 109) «υποκατάστημα τρίτης χώρας»: υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας που βρίσκεται σε κράτος μέλος, 110) «χρεωστικά μέσα»:

  • α) για τους σκοπούς των περιπτώσεων ζ’ και ι’ της

παρ. 1 του άρθρου 63: ομολογίες και άλλες μορφές μεταβιβάσιμων χρεών, μέσα με τα οποία δημιουργείται ή αναγνωρίζεται μία οφειλή, καθώς και μέσα που παρέχουν δικαιώματα απόκτησης χρεωστικών μέσων και (Α’ 107), οι ομολογίες και άλλες μορφές μεταβιβάσιμων χρεών, καθώς και μέσα με τα οποία δημιουργείται ή αναγνωρίζεται μία οφειλή. 111) «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών»: όπως ορίζεται στο σημείο 20 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 112) «χρηματοδοτικό ίδρυμα»:, όπως ορίζεται στο σημείο 26 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 113) «χρηματοπιστωτική σύμβαση»:

  • α) συμβάσεις τίτλων στις οποίες συμπεριλαμβάνονται:
  • αα) συμβάσεις αγοράς, πώλησης ή δανεισμού ενός

τίτλου, μιας ομάδας ή ενός δείκτη τίτλων,

  • ββ) δικαιώματα προαίρεσης επί ενός τίτλου ή μιας

ομάδας ή ενός δείκτη τίτλων,

  • γγ) συναλλαγή πώλησης και επαναγοράς ή συναλλαγή

αγοράς και επαναπώλησης επί οποιουδήποτε των ανωτέρω τίτλων, ομάδας ή δείκτη τίτλων,

  • β) συμβάσεις βασικών εμπορευμάτων στις οποίες συμπεριλαμβάνονται:
  • αα) συμβάσεις αγοράς, πώλησης ή δανεισμού ενός

βασικού εμπορεύματος ή μιας ομάδας ή ενός δείκτη βασικών εμπορευμάτων για μελλοντική παράδοση,

  • ββ) δικαιώματα προαίρεσης επί ενός βασικού εμπορεύματος ή μιας ομάδας ή ενός δείκτη βασικών εμπορευμάτων,
  • γγ) συναλλαγές πώλησης και επαναγοράς ή συναλλαγές αγοράς και επαναπώλησης επί οποιουδήποτε τέτοιου βασικού εμπορεύματος, ομάδας ή δείκτη,
  • γ) συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) και

προθεσμιακές συμβάσεις (forwards) στις οποίες συμπεριλαμβάνονται συμβάσεις (εκτός από σύμβαση βασικών εμπορευμάτων) για αγορά, πώληση ή μεταβίβαση, σε μελλοντική ημερομηνία, βασικού εμπορεύματος ή περιουσιακού στοιχείου κάθε άλλης φύσεως, υπηρεσίας, δικαιώματος ή τόκου σε συγκεκριμένη τιμή,

  • δ) συμβάσεις ανταλλαγής (swaps), στις οποίες συμπεριλαμβάνονται:
  • αα) συμβάσεις ανταλλαγής και δικαιώματα προαίρεσης που σχετίζονται με: επιτόκια, συμφωνίες άμεσης

παράδοσης ή άλλες συμφωνίες συναλλάγματος, ανταλλαγή νομισμάτων, δείκτες μετοχών ή μετοχές, δείκτες χρέους ή χρέος, δείκτες βασικών εμπορευμάτων ή βασικά εμπορεύματα, το κλίμα, τις εκπομπές ρύπων ή τον πληθωρισμό,

  • ββ) συμβάσεις ανταλλαγής συνολικής απόδοσης, πιστωτικών περιθωρίων ή πιστωτικού κινδύνου,
  • γγ) κάθε συμφωνία ή συναλλαγή που είναι παρεμφερής με συμφωνία που αναφέρεται στις υποπερ. Αα’ ή

ββ’ και η οποία αποτελεί αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης στις αγορές συμβάσεων ανταλλαγής ή παραγώγων,

  • ε) διατραπεζικές συμφωνίες δανεισμού με διάρκεια

δανεισμού τρεις μήνες κατ’ ανώτατο όριο,

  • στ) γενικές συμφωνίες για οποιεσδήποτε από τις συμβάσεις ή συμφωνίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις

α’ έως ε’. 114) «συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας»: η συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας, όπως ορίζεται στο σημείο 6 της παρ. 1 του άρθρου 121 του v. 4261/2014.»

Άρθρο 54

Σχέδια Εξυγίανσης - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 18 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 2 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στο τέλος της παρ. 6 του εσωτερικού άρθρου 18 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) προστίθενται δύο εδάφια, οι περ. ιε) και ιστ) της παρ. 7 αντικαθίστανται και το εσωτερικό άρθρο 18 του άρθρου 2 διαμορφώνεται ως εξής: (άρθρο 10 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)

1.

Η αρχή εξυγίανσης, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή και τις αρχές εξυγίανσης των κρατών μελών υποδοχής σημαντικών υποκαταστημάτων, εφόσον τα αφορά, καταρτίζει σχέδιο εξυγίανσης για κάθε ίδρυμα που δεν αποτελεί μέλος υποκείμενου σε ενοποιημένη εποπτεία ομίλου σύμφωνα με τα άρθρα 104 και 105 του v. 4261/2014. Το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει τις ενέργειες εξυγίανσης, στις οποίες η αρχή εξυγίανσης μπορεί να προβεί σε περίπτωση που το ίδρυμα πληροί τις προϋποθέσεις για εξυγίανση. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην περίπτωση α της παραγράφου 7 γνωστοποιούνται στο ίδρυμα.

2.

Η αρχή εξυγίανσης, κατά την κατάρτιση του σχεδίου εξυγίανσης, εντοπίζει τυχόν σημαντικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης και στην περίπτωση που κριθεί αναγκαίο και αναλογικό, επισημαίνει τις ενέργειες μέσω των οποίων τα εμπόδια αυτά είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν σύμφωνα με τα άρθρα 23 έως 26.

3.

α) Η αρχή εξυγίανσης κατά την κατάρτιση των σχεδίων εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη διαφορετικά σενάρια, μεταξύ των οποίων και τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι λόγοι αφερεγγυότητας του ιδρύματος ενδέχεται να ανάγονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του (idiosyncratic), ή η αφερεγγυότητα λαμβάνει χώρα σε μια περίοδο ευρύτερης χρηματοπιστωτικής αστάθειας ή γεγονότων που αφορούν το σύνολο του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

  • β) Το σχέδιο εξυγίανσης δεν προβλέπει τη χορήγηση:
  • αα) οποιασδήποτε έκτακτης δημόσιας χρηματοοικονομικής στήριξης, πέραν της χρήσης του Ταμείου Εξυγίανσης,
  • ββ) οποιασδήποτε επείγουσας παροχής ρευστότητας

από την κεντρική τράπεζα,

  • γγ) οποιασδήποτε παροχής ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα με ασυνήθεις όρους αναφορικά με την

εξασφάλιση, τη διάρκεια και το επιτόκιο.

4.

Το σχέδιο εξυγίανσης περιλαμβάνει ανάλυση του τρόπου και του χρόνου κατά τον οποίο ένα ίδρυμα μπορεί, βάσει των όρων του σχεδίου, να ζητήσει τη χρήση διευκολύνσεων κεντρικής τράπεζας και προσδιορίζει τα περιουσιακά στοιχεία που θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά ως εξασφαλίσεις.

5.

Κατά την κατάρτιση και επικαιροποίηση των σχεδίων εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να απαιτεί τη συνδρομή των ιδρυμάτων.

6.

Τα σχέδια εξυγίανσης αναθεωρούνται και κατά περίπτωση επικαιροποιούνται κατ’ ελάχιστον ετησίως, καθώς και κατόπιν τυχόν ουσιωδών αλλαγών στη νομική ή οργανωτική δομή του ιδρύματος ή στην επιχειρηματική ή χρηματοοικονομική του κατάσταση, οι οποίες μπορεί να έχουν σημαντική επίδραση στην αποτελεσματικότητα του σχεδίου εξυγίανσης ή κατ’ άλλο τρόπο επιβάλλουν αναθεώρηση του σχεδίου εξυγίανσης. Για το σκοπό της αναθεώρησης ή επικαιροποίησης του σχεδίου εξυγίανσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, τα ιδρύματα και οι αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν άμεσα στην αρχή εξυγίανσης οποιαδήποτε μεταβολή, η οποία καθιστά αναγκαία την αναθεώρηση ή την επικαιροποίηση του σχεδίου. Μετά την υλοποίηση των ενεργειών εξυγίανσης ή την άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 59 πραγματοποιείται αναθεώρηση ή επικαιροποίηση του σχεδίου εξυγίανσης με την έννοια του πρώτου εδαφίου. Κατά τον ορισμό των προθεσμιών που αναφέρονται στις περ. ιε’ και ιστ’ της παρ. 7, όταν συντρέχουν οι περιστάσεις που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο της παρούσας, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη την προθεσμία συμμόρφωσης με την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 104β της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

7.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4, στο σχέδιο εξυγίανσης περιλαμβάνονται επιλογές για την εφαρμογή των μέτρων στα ιδρύματα και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 38 έως 44. Το σχέδιο εξυγίανσης περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία, ποσοτικά προσδιοριζόμενα όταν αυτό ενδείκνυται και είναι εφικτό:

  • α) σύνοψη των βασικών στοιχείων του σχεδίου,
  • β) σύνοψη των ουσιωδών μεταβολών στο ίδρυμα οι

οποίες προέκυψαν μετά την υποβολή των πλέον πρόσφατων πληροφοριών σχετικά με την εξυγίανση,

  • γ) παρουσίαση του τρόπου με τον οποίον θα μπορούσαν να διαχωριστούν νομικά ή οικονομικά οι κρίσιμες

λειτουργίες και οι βασικοί επιχειρηματικοί τομείς από άλλες λειτουργίες, στο βαθμό που είναι απαραίτητο, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνέχειά τους στην περίπτωση αφερεγγυότητας του ιδρύματος,

  • δ) εκτίμηση του απαιτούμενου χρόνου για την εκτέλεση κάθε ουσιώδους πτυχής του σχεδίου,
  • ε) λεπτομερή περιγραφή της αξιολόγησης ως προς τη

δυνατότητα εξυγίανσης, που διενεργείται σύμφωνα με την παράγραφο 2 και το άρθρο 23,

  • στ) περιγραφή τυχόν απαιτούμενων μέτρων σύμφωνα

με το άρθρο 25 για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης που εντοπίζονται κατόπιν της αξιολόγησης που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 23,

  • ζ) περιγραφή των διαδικασιών για τον προσδιορισμό

της αξίας και της εμπορευσιμότητας των κρίσιμων λειτουργιών, των βασικών επιχειρηματικών τομέων και των περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος,

  • η) λεπτομερή περιγραφή των ρυθμίσεων προκειμένου

να διασφαλιστεί ότι οι πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 19 είναι επικαιροποιημένες και στη διάθεση των αρχών εξυγίανσης σε διαρκή βάση,

  • θ) αιτιολόγηση από την αρχή εξυγίανσης του τρόπου

που μπορούν να χρηματοδοτηθούν οι επιλογές εξυγίανσης χωρίς την προηγούμενη λήψη:

  • αα) οποιασδήποτε έκτακτης δημόσιας χρηματοοικονομικής στήριξης, πέραν της χρήσης του Ταμείου Εξυγίανσης,
  • ββ) οποιασδήποτε επείγουσας παροχής ρευστότητας

από την κεντρική τράπεζα,

  • γγ) οποιασδήποτε παροχής ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα με ασυνήθεις όρους αναφορικά με την

εξασφάλιση, τη διάρκεια και το επιτόκιο.

  • ια) περιγραφή των κρίσιμων αλληλεξαρτήσεων,
  • ιβ) περιγραφή των επιλογών για τη διατήρηση της

πρόσβασης σε υπηρεσίες πληρωμών και εκκαθάρισης, καθώς και σε άλλες υποδομές και αξιολόγηση της δυνατότητας μεταβίβασης των θέσεων πελατών,

  • ιγ) ανάλυση της επίπτωσης του σχεδίου εξυγίανσης

στο προσωπικό του ιδρύματος, περιλαμβανομένης της αξιολόγησης των συναφών δαπανών και περιγραφή των προβλεπόμενων διαδικασιών διαβούλευσης με το προσωπικό κατά τη διαδικασία εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπόψη την κείμενη εργατική νομοθεσία,

  • ιδ) σχέδιο επικοινωνίας με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το κοινό,
  • ιε) τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 45ε και

45στ, καθώς και προθεσμία επίτευξης του επιπέδου των εν λόγω απαιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 45ιγ,

  • ιστ) στις περιπτώσεις που η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει τις παρ. 4, 5 ή 7 του άρθρου 45β, χρονοδιάγραμμα

για συμμόρφωση της οντότητας εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 45ιγ,

  • ιζ) περιγραφή των βασικών λειτουργιών και συστημάτων για τη διατήρηση της συνεχούς λειτουργίας του

ιδρύματος,

  • ιη) κατά περίπτωση, τις απόψεις που διατυπώνει το ίδιο

το ίδρυμα αναφορικά με το σχέδιο εξυγίανσης.

8.

Η αρχή εξυγίανσης στο πλαίσιο των καθηκόντων της μπορεί να:

  • α) ζητά από τα ιδρύματα ή τις οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β’, γ’ ή δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 να τηρούν λεπτομερή αρχεία των χρηματοπιστωτικών συμβάσεων στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη,
  • β) θέτει προθεσμία εντός της οποίας το ίδρυμα ή η

οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β’, γ’ ή δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 οφείλει να είναι σε θέση να παρουσιάσει αυτά τα αρχεία, η οποία πρέπει να είναι ίδια για όλα τα ιδρύματα και οντότητες που βρίσκονται υπό τη δικαιοδοσία της, και

  • γ) αποφασίζει διαφορετικές προθεσμίες για διαφορετικά είδη χρηματοπιστωτικών συμβάσεων σύμφωνα με

την περίπτωση 113 του άρθρου 2. Η παράγραφος αυτή δεν επηρεάζει την εξουσία της αρμόδιας αρχής να συγκεντρώνει πληροφορίες.»

Άρθρο 55

Σχέδια εξυγίανσης ομίλου - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 20 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 3 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Οι παρ. 1 και 3 του εσωτερικού άρθρου 20 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) αντικαθίστανται και το εσωτερικό άρθρο 20 του άρθρου 2 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 20 Σχέδια εξυγίανσης ομίλου (άρθρο 12 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)

1.

Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου καταρτίζει σχέδιο εξυγίανσης ομίλου, από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών και μετά από διαβούλευση με τις αρχές εξυγίανσης των σημαντικών υποκαταστημάτων, στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για το σημαντικό υποκατάστημα. Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου προσδιορίζει μέτρα που πρέπει να ληφθούν όσον αφορά:

  • α) τη μητρική επιχείρηση της EE,
  • β) τις θυγατρικές που αποτελούν μέρος του ομίλου και

που είναι εγκατεστημένες στην EE,

  • γ) τις οντότητες που αναφέρονται στις περ. γ’ και δ’ της

παρ. 1 του άρθρου 1 και

  • δ) με την επιφύλαξη των άρθρων 90 έως 94 του Κεφαλαίου ΙΣΤ, τις θυγατρικές που αποτελούν μέρος του

ομίλου και είναι εγκατεστημένες εκτός της EE. Σύμφωνα με τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, το σχέδιο εξυγίανσης προσδιορίζει για κάθε όμιλο τις οντότητες εξυγίανσης και τους ομίλους εξυγίανσης.

2.

Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου καταρτίζεται βάσει των πληροφοριών που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 19.

3.

Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου:

  • α) παρουσιάζει τις ενέργειες εξυγίανσης που πρόκειται

να αναληφθούν για τις οντότητες εξυγίανσης στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 18, και τις επιπτώσεις των εν λόγω ενεργειών εξυγίανσης σε σχέση με τα άλλα μέλη του ομίλου που αναφέρονται στις περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, τη μητρική επιχείρηση και τα θυγατρικά ιδρύματα, Όταν ένας όμιλος περιλαμβάνει περισσότερους του ενός ομίλους εξυγίανσης, παρουσιάζει ενέργειες εξυγίανσης που πρόκειται να αναληφθούν όσον αφορά στις οντότητες εξυγίανσης κάθε ομίλου εξυγίανσης και τις επιπτώσεις των εν λόγω ενεργειών ως προς αμφότερα τα ακόλουθα: i) τα άλλα μέλη του ομίλου που ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης, ii) άλλους ομίλους εξυγίανσης,

  • β) εξετάζει τον βαθμό στον οποίο τα εργαλεία εξυγίανσης μπορούν να εφαρμοστούν και οι εξουσίες

εξυγίανσης να ασκηθούν κατά συντονισμένο τρόπο σε οντότητες εξυγίανσης εγκατεστημένες στην ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων για τη διευκόλυνση της αγοράς ολόκληρου του ομίλου από τρίτο μέρος, ή της αγοράς χωριστών επιχειρηματικών τομέων ή δραστηριοτήτων που παρέχονται από μια σειρά οντοτήτων του ομίλου, ή συγκεκριμένων οντοτήτων του ομίλου, ή ομίλων εξυγίανσης, και προσδιορίζει οποιαδήποτε δυνητικά εμπόδια σε μια συντονισμένη εξυγίανση,

  • γ) όταν ένας όμιλος περιλαμβάνει μέλη που έχουν

συσταθεί σε τρίτες χώρες, προσδιορίζει τις κατάλληλες ρυθμίσεις συνεργασίας και συντονισμού με τις σχετικές αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών, καθώς και τις συνέπειες για την εξυγίανση εντός της ΕΕ,

  • δ) προσδιορίζει μέτρα, συμπεριλαμβανομένου του

νομικού και οικονομικού διαχωρισμού συγκεκριμένων λειτουργιών ή επιχειρηματικών τομέων, τα οποία είναι αναγκαία για τη διευκόλυνση της εξυγίανσης του ομίλου, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις για εξυγίανση,

  • ε) προσδιορίζει οποιεσδήποτε επιπλέον ενέργειες που

ομίλου εξυγίανσης,

  • στ) προσδιορίζει με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να

χρηματοδοτηθούν οι ενέργειες εξυγίανσης του ομίλου και, σε περίπτωση που θα χρειαζόταν προσφυγή στο Ταμείο Εξυγίανσης σύμφωνα με τα άρθρα 95 έως 104, θέτει αρχές για τον επιμερισμό της ευθύνης ως προς την εν λόγω χρηματοδότηση μεταξύ των πηγών χρηματοδότησης στα εμπλεκόμενα κράτη μέλη. Οι αρχές αυτές βασίζονται σε δίκαια και ισορροπημένα κριτήρια και λαμβάνουν υπόψη, ειδικότερα, την παρ. 5 του άρθρου 102 και την επίπτωση στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε όλα τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη. Το σχέδιο δεν προϋποθέτει:

  • αα) οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοοικονομική στήριξη, πέραν της χρήσης του Ταμείου Εξυγίανσης,
  • αβ) οποιαδήποτε επείγουσα παροχή ρευστότητας από

την κεντρική τράπεζα, ή

  • αγ) οποιαδήποτε παροχή ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα με ασυνήθεις όρους αναφορικά με την

εξασφάλιση, τη διάρκεια και το επιτόκιο.

4.

Η αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με τα άρθρο 24 διεξάγεται ταυτόχρονα με την κατάρτιση και την επικαιροποίηση των σχεδίων εξυγίανσης του ομίλου. Στο σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου περιλαμβάνεται λεπτομερής περιγραφή της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 24.

5.

Το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου δεν πρέπει να έχει δυσανάλογα μεγάλη επίπτωση σε κανένα κράτος μέλος.»

Άρθρο 56

Απαιτήσεις και διαδικασία για τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 21 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 4 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του εσωτερικού άρθρου 21 του άρθρου 2 του v. 4335/2015, (Α’ 87) προστίθεται εδάφιο, η παρ. 6 αντικαθίσταται και το εσωτερικό άρθρο 21 του άρθρου 2 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 21 Απαιτήσεις και διαδικασία για τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου (άρθρο 13 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)

1.

Οι μητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ υποβάλλουν στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου τις πληροφορίες που είναι δυνατόν να απαιτηθούν σύμφωνα με το άρθρο 19. Οι πληροφορίες αυτές αφορούν τη μητρική επιχείρηση της ΕΕ και, στον απαιτούμενο βαθμό, κάθε ένα από τα μέλη του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1. Υπό τον όρο της τήρησης των κανόνων εμπιστευτικότητας που ορίζονται στον παρόντα νόμο, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου διαβιβάζει τις πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο:

  • α) στην Ε.Α.Τ.,
  • β) στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών,
  • γ) στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής

σημαντικών υποκαταστημάτων, στο βαθμό που τα αφορά,

  • δ) στις σχετικές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα

άρθρα 108 και 109 του v. 4261/2014, και

  • ε) στις αρχές εξυγίανσης των κρατών μελών όπου είναι εγκατεστημένες οι οντότητες που αναφέρονται στις

περιπτώσεις γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1. Οι παρεχόμενες πληροφορίες από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου προς τις αρχές εξυγίανσης και τις αρμόδιες αρχές των θυγατρικών, τις αρχές εξυγίανσης των κρατών μελών υποδοχής σημαντικών υποκαταστημάτων και τις σχετικές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα άρθρα 108 και 109 του v. 4261/2014, περιλαμβάνουν τουλάχιστον όλες τις πληροφορίες που αφορούν τη θυγατρική ή το σημαντικό υποκατάστημα. Οι πληροφορίες που παρέχονται στην Ε.Α.Τ. περιλαμβάνουν κάθε πληροφορία σχετική με το ρόλο της Ε.Α.Τ. όσον αφορά τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου. Στην περίπτωση πληροφοριών σχετικά με θυγατρικές σε τρίτες χώρες, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου δεν υποχρεούται να διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές χωρίς τη συναίνεση της οικείας αρμόδιας αρχής ή της οικείας αρχής εξυγίανσης της τρίτης χώρας.

2.

Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, ενεργώντας από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο στην παρ. 1, σε Σώματα Αρχών Εξυγίανσης και κατόπιν διαβούλευσης με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών υποδοχής σημαντικών υποκαταστημάτων, καταρτίζει και αναπροσαρμόζει σχέδιο εξυγίανσης ομίλου. Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου μπορεί, κατά τη διακριτική της ευχέρεια και με την επιφύλαξη τήρησης των κανόνων εμπιστευτικότητας που ορίζονται στο άρθρο 94, να ζητήσει να συμμετάσχουν στην εκπόνηση και την αναπροσαρμογή σχεδίων εξυγίανσης ομίλου αρχές εξυγίανσης τρίτων χωρών στις οποίες είναι εγκατεστημένες θυγατρικές ή χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών ή σημαντικά υποκαταστήματα, σύμφωνα με το άρθρο 52 του v. 4261/2014.

3.

Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου αναθεωρείται και, κατά περίπτωση, επικαιροποιείται τουλάχιστον άπαξ ετησίως, καθώς και έπειτα από κάθε μεταβολή στη νομική ή την οργανωτική δομή, την επιχειρηματική ή τη χρηματοοικονομική θέση του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των μελών του, που δύναται να έχει σημαντική επίπτωση στο σχέδιο ή να απαιτεί την τροποποίησή του.

4.

Η έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης του ομίλου λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και των αρχών εξυγίανσης των θυγατρικών. Όταν ένας όμιλος αποτελείται από περισσότερους του ενός ομίλους εξυγίανσης, ο προγραμματισμός των ενεργειών εξυγίανσης που αναφέρονται στην περ. αα’ της παρ. 3 του άρθρου 20 συμπεριλαμβάνεται σε κοινή απόφαση, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας. Οι εν λόγω αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν κοινή απόφαση εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία Οποιαδήποτε εμπλεκόμενη αρχή εξυγίανσης μπορεί να ζητήσει από την Ε.Α.Τ. να συνδράμει τις αρχές εξυγίανσης για τη λήψη κοινής απόφασης, σύμφωνα με την περίπτωση γ’ του άρθρου 31 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010.

5.

Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση των αρχών εξυγίανσης εντός τεσσάρων (4) μηνών, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, λαμβάνει η ίδια την απόφαση όσον αφορά το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου. Η απόφαση αυτή λαμβάνει υπόψη τις γνώμες και τις επιφυλάξεις των άλλων αρμοδίων αρχών και διαβιβάζεται στη μητρική επιχείρηση της ΕΕ από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.

6.

Ελλείψει κοινής απόφασης των αρχών εξυγίανσης εντός τεσσάρων (4) μηνών, κάθε αρχή εξυγίανσης που είναι υπεύθυνη για μια θυγατρική και που διαφωνεί με το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου, λαμβάνει τη δική της απόφαση και, όπου αρμόζει, προσδιορίζει την οντότητα εξυγίανσης και καταρτίζει και διατηρεί σχέδιο εξυγίανσης για τον όμιλο εξυγίανσης, ο οποίος αποτελείται από οντότητες, υπό τη δικαιοδοσία της. Καθεμία από τις μεμονωμένες αποφάσεις των αρχών εξυγίανσης που διαφωνούν είναι πλήρως αιτιολογημένη, αναφέρει τους λόγους της διαφωνίας με το προτεινόμενο σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και επιφυλάξεις των άλλων αρχών εξυγίανσης και αρμόδιων αρχών. Κάθε αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί την απόφασή της στα λοιπά μέλη του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης.

7.

Οι λοιπές αρχές εξυγίανσης που δεν έχουν διαφωνήσει στο πλαίσιο της παραγράφου 6 μπορούν να λάβουν κοινή απόφαση σχετικά με το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου που καλύπτει οντότητες υπό τη δικαιοδοσία τους.

8.

Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στις παρ. 4 και 7, και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης όταν δεν υπάρχει κοινή απόφαση σύμφωνα με τις παρ. 5 και 6, αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται από τις λοιπές εμπλεκόμενες αρχές εξυγίανσης.

9.

Σύμφωνα με τις παρ. 5 και 6, κατ’ αίτηση μιας αρχής εξυγίανσης, η Ε.Α.Τ. μπορεί να συνδράμει τις αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε συμφωνία, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010, εκτός εάν οποιαδήποτε εμπλεκόμενη αρχή εξυγίανσης εκτιμήσει ότι το αντικείμενο της διαφωνίας είναι δυνατόν να θίξει τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες του οικείου κράτους μέλους. Αν μέχρι την πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας που καθορίζεται στην παρ. 4 για την λήψη κοινής απόφασης, οποιαδήποτε αρχή εξυγίανσης του παρόντος άρθρου έχει ζητήσει τη συνδρομή της Ε.Α.Τ. σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου κατά την παράγραφο 5 ή αρχή εξυγίανσης για τη θυγατρική κατά την παρ. 6, αντίστοιχα, αναβάλλουν τη λήψη απόφασής τους και αναμένουν την απόφαση της Ε.Α.Τ. σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010, λαμβάνουν δε την απόφασή τους σύμφωνα με την απόφαση της Ε.Α.Τ. Η τετράμηνη περίοδος θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισμού. Αν δεν ληφθεί απόφαση της Ε.Α.Τ. εντός ενός (1) μηνός, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου ή της αρχής εξυγίανσης για τη θυγατρική, κατά περίπτωση. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην Ε.Α.Τ. μετά την πάροδο της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.

10.

Σε περίπτωση που λαμβάνονται κοινές αποφάσεις σύμφωνα με τις παρ. 4 και 7, και μια αρχή εξυγίανσης εκτιμά στο πλαίσιο της παρ. 9 ότι το αντικείμενο μιας διαφωνίας θίγει τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες του κράτους μέλους της, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου κινεί την επαναξιολόγηση του σχεδίου εξυγίανσης ομίλου, συμπεριλαμβανομένης της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων.»

Άρθρο 57

Αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ομίλων - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 24 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 5 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Η περ. ββ’ του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 24 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) αντικαθίσταται, προστίθεται παρ. 4 και το εσωτερικό άρθρο 24 του άρθρου 2 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 24 Αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ομίλων (άρθρο 16 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)

1.

Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών του, και μετά από διαβούλευση με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και τις αρμόδιες αρχές των θυγατρικών αυτών, καθώς και τις αρχές εξυγίανσης των κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα στον βαθμό που τα αφορά, αξιολογεί κατά πόσον ο όμιλος είναι δυνατό να εξυγιανθεί χωρίς να του παρασχεθεί:

  • α) οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοοικονομική

στήριξη, πέραν της χρήσης του Ταμείου Εξυγίανσης,

  • β) οποιαδήποτε επείγουσα ρευστότητα από την κεντρική τράπεζα,
  • γ) οποιαδήποτε ρευστότητα από την κεντρική τράπεζα

με ασυνήθεις όρους αναφορικά με την εξασφάλιση, τη διάρκεια και το επιτόκιο. Ένας όμιλος θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί εάν είναι αξιόπιστο και εφικτό για τις αρχές εξυγίανσης:

  • αα) είτε να θέσουν σε εκκαθάριση τα μέλη του ομίλου

στο πλαίσιο συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας,

  • ββ) είτε να εξυγιάνουν τον εν λόγω όμιλο με την εφαρμογή εργαλείων και εξουσιών εξυγίανσης στις οντότητες

εξυγίανσης του εν λόγω ομίλου, αποφεύγοντας παράλληλα στον μέγιστο δυνατό βαθμό οποιεσδήποτε σημαντικές δυσμενείς συνέπειες για τα χρηματοπιστωτικά συστήματα των κρατών μελών στα οποία βρίσκονται τα μέλη του ομίλου ή τα υποκαταστήματα, ή άλλων κρατών μελών ή της ΕΕ, ακόμη και ευρύτερη χρηματοπιστωτική μέλη του ομίλου, στην περίπτωση που αυτά μπορούν να διαχωριστούν εύκολα εγκαίρως, είτε με άλλα μέσα. Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου ενημερώνει εγκαίρως την Ε.Α.Τ. κάθε φορά που ένας όμιλος θεωρείται ότι δεν είναι δυνατόν να εξυγιανθεί. Η αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου εξετάζεται από τα Σώματα Αρχών Εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 85.

2.

Για τους σκοπούς της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου, οι αρχές εξυγίανσης εφαρμόζουν τα κατ’ ελάχιστον οριζόμενα στο τμήμα Γ’ του παραρτήματος.

3.

Η αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με το παρόν άρθρο γίνεται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του άρθρου 21 και ταυτόχρονα με την κατάρτιση και επικαιροποίηση των σχεδίων εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 20.

4.

Όταν ένας όμιλος αποτελείται από περισσότερους του ενός ομίλους εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης, που αναφέρονται στην παρ. 1 αξιολογούν τη δυνατότητα εξυγίανσης του κάθε ομίλου εξυγίανσης σύμφωνα με το παρόν. Η αξιολόγηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο πραγματοποιείται παράλληλα με την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ολόκληρου του ομίλου και διενεργείται στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων του άρθρου 21.»

Άρθρο 58

Εξουσία απαγόρευσης ορισμένων διανομών Προσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρο 24 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 6 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 24 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87) προστίθεται εσωτερικό άρθρο 24α, ως εξής: «Άρθρο 24α Εξουσία απαγόρευσης ορισμένων διανομών (παρ. 6 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)

1.

Όταν μια οντότητα είναι σε κατάσταση κατά την οποία πληροί τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας, όταν αυτή εξετάζεται επιπλέον της κάθε μίας από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στις περ. α’, β’και γ’του άρθρου 131Α του v. 4261/2014 (Α’ 107), αλλά δεν πληροί τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας όταν εξετάζεται επιπλέον των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 45γ και 45δ, κατά τον υπολογισμό σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 45, η αρχή εξυγίανσης της οντότητας αυτής έχει την εξουσία, σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3, να απαγορεύσει σε αυτήν να διανέμει μεγαλύτερο ποσό από το Τροποποιημένο Μέγιστο Διανεμητέο Ποσό (Τ-ΜΔΠ) που συνδέεται με την ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις και υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 4, μέσω οποιασδήποτε από τις ακόλουθες ενέργειες:

  • α) διανομής κερδών σε σχέση με κεφάλαιο κοινών

μετοχών της Κατηγορίας 1,

  • β) ανάληψης υποχρέωσης καταβολής μεταβλητών

αποδοχών ή προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών ή καταβολής μεταβλητών αποδοχών εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η υποχρέωση καταβολής δημιουργήθηκε σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία η οντότητα δεν ικανοποιούσε τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας,

  • γ) πληρωμών σε σχέση με πρόσθετα μέσα κεφαλαίων

της Κατηγορίας 1. Όταν μια οντότητα βρίσκεται στην κατάσταση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, ενημερώνει αμέσως την αρχή εξυγίανσης σχετικά.

2.

Όταν συντρέχει η κατάσταση που αναφέρεται στην παρ. 1, η αρχή εξυγίανσης της οντότητας, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, εκτιμά, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αν θα ασκήσει την εξουσία που αναφέρεται στην παρ. 1, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

  • α) την αιτία, τη διάρκεια και την έκταση της μη εκπλήρωσης της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας σύμφωνα με την παρ. 1 και τον αντίκτυπό της στη

δυνατότητα εξυγίανσης,

  • β) την εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης της οντότητας και την πιθανότητα, στο εγγύς μέλλον, να πληροί

την προϋπόθεση που αναφέρεται στην περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 32,

  • γ) την προοπτική ότι η οντότητα θα είναι σε θέση να

εξασφαλίσει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 σε εύλογο χρονικό διάστημα,

  • δ) όταν η οντότητα αδυνατεί να αντικαταστήσει υποχρεώσεις που δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια επιλεξιμότητας ή ληκτότητας που προβλέπονται στα άρθρα 72β

και 72γ του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (L 176) ή στο άρθρο 45β ή στην παρ. 2 του άρθρου 45στ του παρόντος, εάν η αδυναμία είναι ιδιοσυγκρασιακής φύσεως ή οφείλεται σε διατάραξη στο σύνολο της αγοράς,

  • ε) αν η άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στην

παρ. 1 είναι το πλέον κατάλληλο και αναλογικό μέσο για την αντιμετώπιση της κατάστασης της οντότητας λαμβάνοντας υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις της τόσο στους όρους χρηματοδότησης όσο και στη δυνατότητα εξυγίανσης της οικείας οντότητας. Η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε επανεκτίμηση για το εάν θα ασκήσει την αναφερόμενη στην παρ. 1 εξουσία τουλάχιστον κάθε μήνα, για όσο διάστημα η οντότητα εξακολουθεί να βρίσκεται στην κατάσταση που αναφέρεται στην παρ. 1.

3.

Εάν η αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει ότι η οντότητα εξακολουθεί να βρίσκεται στην αναφερόμενη στην παρ. 1 κατάσταση, εννέα (9) μήνες μετά την ενημέρωσή διαπιστώνει, μετά από αξιολόγηση, ότι πληρούνται τουλάχιστον δύο από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) η μη εκπλήρωση της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας σύμφωνα με την παρ. 1 οφείλεται σε

σοβαρή διαταραχή της λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών, η οποία οδηγεί σε εκτεταμένες πιέσεις που ασκούνται σε διάφορα τμήματα της χρηματοπιστωτικής αγοράς,

  • β) η διαταραχή της περ.  α’ δεν επιφέρει μόνο την

αυξημένη μεταβλητότητα των τιμών των μέσων ιδίων κεφαλαίων και των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων της οντότητας ή αυξημένο κόστος για την οντότητα, αλλά οδηγεί επίσης σε πλήρες ή μερικό κλείσιμο των αγορών που εμποδίζει την οντότητα να εκδώσει μέσα ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων στις εν λόγω αγορές,

  • γ) το κλείσιμο της αγοράς που αναφέρεται στην περ. β’

δεν παρατηρείται μόνο για την οικεία οντότητα, αλλά και για διάφορες άλλες οντότητες,

  • δ) η διατάραξη της περ. α’ εμποδίζει την οικεία οντότητα να εκδώσει επαρκή μέσα ιδίων κεφαλαίων και

επιλέξιμων υποχρεώσεων, ούτως ώστε να πληροί τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας σύμφωνα με την παρ. 1, ή

  • ε) η άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στην παρ. 1

οδηγεί σε αρνητικές δευτερογενείς συνέπειες για μέρος του τραπεζικού τομέα, ως εκ τούτου υπονομεύοντας δυνητικά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Όταν εφαρμόζεται η εξαίρεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η αρχή εξυγίανσης ενημερώνει την αρμόδια αρχή για την απόφασή της και επεξηγεί γραπτώς την αξιολόγησή της. Κάθε μήνα η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε επαναξιολόγηση κατά πόσον εφαρμόζεται η εξαίρεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

4.

Το Τ-ΜΔΠ υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 5 με τον συντελεστή που καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 6. Το Τ-ΜΔΠ μειώνεται κατά οποιοδήποτε ποσό προκύπτει από οποιαδήποτε από τις ενέργειες που αναφέρονται στις περ. α’, β’ ή γ’ της παρ. 1.

5.

Το ποσό που πρέπει να πολλαπλασιαστεί σύμφωνα με την παρ. 4 αποτελείται από:

  • α) ενδιάμεσα κέρδη που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο

κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, μετά την αφαίρεση διανομής κερδών ή οποιασδήποτε πληρωμής ως αποτέλεσμα των ενεργειών που αναφέρονται στα στοιχεία α’, β’ ή γ’ της παρ. 1, συν

  • β) κέρδη τέλους χρήσεως που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1

σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, μετά την αφαίρεση τυχόν διανομής κερδών ή οποιασδήποτε πληρωμής ως αποτέλεσμα των ενεργειών που αναφέρονται στις περ. α’, β’ ή γ’ της παρ. 1 του παρόντος, μείον

  • γ) τα ποσά που θα ήταν πληρωτέα ως φόρος εάν διακρατούνταν τα στοιχεία των περ. α’ και β’.
6.

Ο συντελεστής που αναφέρεται στην παρ. 4 καθορίζεται ως εξής:

  • α) όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας

1 που τηρεί η οντότητα και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 92α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και στα άρθρα 45γ και 45δ του παρόντος, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, είναι εντός του πρώτου (δηλαδή του χαμηλότερου) τεταρτημόριου της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας, ο συντελεστής είναι 0,

  • β) όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας

1 που τηρεί η οντότητα και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 92α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και στα άρθρα 45γ και 45δ του παρόντος εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, είναι εντός του δεύτερου τεταρτημόριου της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας, ο συντελεστής είναι 0,2,

  • γ) όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας

1 που τηρεί η οντότητα και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 92α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και στα άρθρα 45γ και 45δ του παρόντος, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, είναι εντός του τρίτου τεταρτημορίου της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας, ο συντελεστής είναι 0,4,

  • δ) όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας

1 που τηρεί η οντότητα και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 92α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και στα άρθρα 45γ και 45δ του παρόντος, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, είναι εντός του τέταρτου (δηλαδή του υψηλότερου) τεταρτημόριου της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας, ο συντελεστής είναι 0,6. Το κατώτατο και το ανώτατο όριο του κάθε τεταρτημόριου της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας υπολογίζονται ως εξής: του εσωτερικού άρθρου 25 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 7 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Το εσωτερικό άρθρο 25 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 25 Εξουσίες για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης (παρ. 7 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)

1.

Όταν, κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης μιας οντότητας, που διενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24, η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή, διαπιστώνει ότι υπάρχουν ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης της εν λόγω οντότητας, η εν λόγω αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί εγγράφως τη διαπίστωση της αυτή στη σχετική οντότητα, στην αρμόδια αρχή και στις αρχές εξυγίανσης των κρατών-μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα.

2.

Η απαίτηση για τις αρχές εξυγίανσης να καταρτίσουν σχέδια εξυγίανσης και για τις εμπλεκόμενες αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε κοινή απόφαση για τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 18 και την παρ. 4 του άρθρου 21 αντιστοίχως, αναστέλλεται σε συνέχεια της κοινοποίησης της παρ. 1, έως ότου η αρχή εξυγίανσης αποδεχθεί τα μέτρα για την εξάλειψη των ουσιαστικών εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με την παρ. 3, ή αποφασίσει περί αυτών σύμφωνα με την παρ. 4.

3.

Εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης σύμφωνα με την παρ. 1, η οντότητα προτείνει στην αρχή εξυγίανσης ενδεχόμενα μέτρα για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των ουσιαστικών εμποδίων που προσδιορίζονται στην κοινοποίηση. Η οντότητα, εντός δύο (2) εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την παρ. 1, προτείνει στην αρχή εξυγίανσης ενδεχόμενα μέτρα και το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή τους, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η οντότητα συμμορφώνεται με τα άρθρα 45ε και 45στ και τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας, όταν ένα ουσιαστικό εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης οφείλεται σε μία από τις ακόλουθες καταστάσεις:

  • α) η οντότητα πληροί τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας, όταν αυτή εξετάζεται επιπλέον της κάθε

μίας από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στις περ. α’, β’ και γ’ του άρθρου 131α του v. 4261/2014 (Α’ 107), αλλά δεν πληροί τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας όταν αυτή εξετάζεται επιπλέον των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 45γ και 45δ, κατά τον υπολογισμό σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 45, ή

  • β) η οντότητα δεν πληροί τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 92α και 494 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013

του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (L 176) ή τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 45γ και 45δ του παρόντος. Στο χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των μέτρων που προτείνονται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο λαμβάνονται υπόψη οι λόγοι στους οποίους οφείλεται το ουσιαστικό εμπόδιο. Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή, αξιολογεί κατά πόσο με τα μέτρα που προτείνονται κατά το πρώτο και δεύτερο εδάφιο αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά ή εξαλείφονται τα εν λόγω ουσιαστικά εμπόδια.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)