Νόμοι — ΦΕΚ A' 78/2021

Type Νόμος
Publication 2021-05-18
Τελευταία ενημέρωση 2021-06-28
State In force
Source ΦΕΚ
articles 271
Reform history JSON API
5.

α) Ίδια κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της κατεύθυνσης ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που ανακοινώνεται σύμφωνα με την παρ. 3 για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη οποιουδήποτε εκ των ακολούθων:

  • ββ) της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 96Α και

επιβάλλεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης και της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας.

  • β) Ίδια κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της κατεύθυνσης ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια

που ανακοινώνεται βάσει της παρ. 3 για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης δεν χρησιμοποιούνται με σκοπό την κάλυψη της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που ορίζεται στο στοιχείο δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, της απαίτησης του άρθρου 96Α του παρόντος νόμου που επιβάλλεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης και της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης που αναφέρεται στην παρ. 1α του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013. ιδίων κεφαλαίων των άρθρων 92 έως 403 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και του κεφαλαίου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402, τη σχετική πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 του παρόντος νόμου και, κατά περίπτωση, τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας ή την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης που αναφέρεται στην παρ. 1α του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 δεν συνεπάγεται την εφαρμογή των περιορισμών του άρθρου 131 ή 131Β του παρόντος.

Άρθρο 96Γ Συνεργασία με τις αρχές εξυγίανσης

(άρθρο 104γ της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υπό την ιδιότητά της ως αρμόδια αρχή γνωστοποιεί στην οικεία αρχή εξυγίανσης την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλεται σε ιδρύματα βάσει της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 και κάθε κατεύθυνση ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που ανακοινώνεται σε ιδρύματα σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 96Β.».

Άρθρο 29

Ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμοί των ιδρυμάτων - Τροποποίηση του άρθρου 102 του v. 4261/2014 (παρ. 36 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Οι παρ.  2 και 3 του άρθρου 102 του v.  4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίστανται, προστίθενται παρ. 4 και 5 και το άρθρο 102 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 102 Ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμοί των ιδρυμάτων (άρθρο 109 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Τα ιδρύματα συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 66 έως 88 σε ατομική βάση, εκτός αν η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κάνει χρήση της εξαίρεσης του άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013.

2.

Οι μητρικές επιχειρήσεις και οι θυγατρικές που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος τηρούν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 66 έως 88 σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση, διασφαλίζουν ότι οι ρυθμίσεις, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που απαιτούνται από τα άρθρα 66 έως 88 είναι συνεπείς και ορθά ενσωματωμένες και ότι οποιαδήποτε δεδομένα και στοιχεία που σχετίζονται με τον σκοπό της εποπτείας μπορούν να παρασχεθούν. Ιδίως, θεσπίζουν στις θυγατρικές τους που δεν υπόκεινται στον παρόντα νόμο, συμπεριλαμβανομένων όσων εδρεύουν σε υπεράκτια (offshore) οικονομικά κέντρα, τις οικείες ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς που είναι συνεπείς και κατάλληλα ενσωματωμένοι. Οι εν λόγω θυγατρικές είναι σε θέση να παρέχουν όλα τα δεδομένα και τις πληροφορίες που αφορούν στην εποπτεία. Οι θυγατρικές επιχειρήσεις που δεν υπόκεινται οι ίδιες στον παρόντα συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που αφορούν ειδικά στον τομέα στον οποίο ανήκουν σε ατομική βάση.

3.

Οι απορρέουσες από τα άρθρα 66 έως 88 υποχρεώσεις που αφορούν θυγατρικές επιχειρήσεις που δεν υπόκεινται οι ίδιες στον παρόντα δεν ισχύουν, αν το μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ αποδεικνύει στην Τράπεζα της Ελλάδος ή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ότι η εφαρμογή των ανωτέρω άρθρων αντίκειται στη νομοθεσία της τρίτης χώρας στην οποία η θυγατρική είναι εγκατεστημένη.

4.

Οι απαιτήσεις περί αποδοχών που καθορίζονται στα άρθρα 84, 86 και 87 δεν εφαρμόζονται σε ενοποιημένη βάση στις ακόλουθες οντότητες:

  • α) θυγατρικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην ΕΕ,

που υπόκεινται σε ειδικές απαιτήσεις περί αποδοχών σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία,

  • β) θυγατρικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε τρίτη

χώρα, εφόσον θα υπόκειντο σε ειδικές απαιτήσεις περί αποδοχών σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, εάν ήταν εγκατεστημένες στην ΕΕ.

5.

Κατά παρέκκλιση της παρ. 4 και για την αποφυγή της καταστρατήγησης των κανόνων που ορίζονται στα άρθρα 84, 86 και 87, οι απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 84, 86 και 87 εφαρμόζονται στα μέλη του προσωπικού των θυγατρικών που δεν υπόκεινται στον παρόντα νόμο και στην Οδηγία 2013/36/ΕΕ σε ατομική βάση, εφόσον:

  • α) η θυγατρική είναι είτε εταιρεία διαχείρισης είτε οντότητα που παρέχει τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που απαριθμούνται στα στοιχεία 2), 3), 4)

6) και 7) του τμήματος Α’ του Παραρτήματος I του νόμου 4514/2018 (Α’ 14) και

  • β) τα εν λόγω μέλη του προσωπικού έχουν λάβει

εντολή να εκτελούν επαγγελματικές δραστηριότητες που έχουν άμεσο ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ του κινδύνου ή τις δραστηριότητες των ιδρυμάτων εντός του ομίλου.».

Άρθρο 30

Δικαιοδοσία της αρχής ενοποιημένης εποπτείας - Αντικατάσταση του άρθρου 104 του v. 4261/2014 (παρ. 37 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Το άρθρο 104 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 104 Δικαιοδοσία της αρχής ενοποιημένης εποπτείας (άρθρο 111 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

α) Όταν η μητρική επιχείρηση είναι μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ελλάδα ή μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος που εποπτεύει το εν λόγω μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ελλάδα ή το εν λόγω μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ σε ατομική βάση.

  • β) Όταν η μητρική επιχείρηση είναι μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή μητρική

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που εποπτεύει την εν λόγω μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή την εν λόγω μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ σε ατομική βάση.

  • γ) Όταν η μητρική επιχείρηση είναι μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή μητρική

τουλάχιστον μία εκ των θυγατρικών της είναι πιστωτικό ίδρυμα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή που εποπτεύει το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα. Εφόσον το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Εφόσον πρόκειται για περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού. Εάν το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού το διαθέτει το πιστωτικό ίδρυμα με έδρα στην Ελλάδα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος.

2.

Όταν η μητρική επιχείρηση ενός ιδρύματος το οποίο εποπτεύεται σε ατομική βάση από την Τράπεζα της Ελλάδος ή από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αντίστοιχα.

3.

Όταν δύο ή περισσότερα ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περιλαμβανομένης της Ελλάδας, έχουν την ίδια μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, την ίδια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, την ίδια μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή την ίδια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται, κατά περίπτωση, από:

  • α) την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος, όταν

ο όμιλος περιλαμβάνει μόνο ένα πιστωτικό ίδρυμα. Αν το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος,

  • β) την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος με

το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, όταν ο όμιλος περιλαμβάνει περισσότερα από ένα πιστωτικά ιδρύματα. Εάν το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού το διαθέτει το πιστωτικό ίδρυμα που εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος,

  • γ) την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με

το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, όταν ο όμιλος δεν περιλαμβάνει πιστωτικά ιδρύματα. Αν η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων εποπτεύεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

4.

Όταν απαιτείται ενοποίηση σύμφωνα με τις παρ. 3 ή 6 του άρθρου 18 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού ή, όταν ο όμιλος δεν περιλαμβάνει πιστωτικό ίδρυμα, από την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού. Εάν το πιστωτικό ίδρυμα με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού ή η επιχείρηση επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αντίστοιχα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

5.

α) Κατά παρέκκλιση της περ. γ) της παρ. 1, της περ. β) της παρ. 3 και της παρ. 4, όταν μια αρμόδια αρχή εποπτεύει σε ατομική βάση περισσότερα από ένα πιστωτικά ιδρύματα εντός ομίλου, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή που εποπτεύει σε ατομική βάση ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα εντός του ομίλου, όταν το άθροισμα των συνόλων ισολογισμού των εν λόγω εποπτευόμενων πιστωτικών ιδρυμάτων είναι μεγαλύτερο από αυτό των πιστωτικών ιδρυμάτων που εποπτεύονται σε ατομική βάση από οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή. Εάν το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού αντιστοιχεί σε ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα εντός ομίλου που εποπτεύονται σε ατομική βάση από την Τράπεζα της Ελλάδος, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος.

  • β) Κατά παρέκκλιση της περ. γ) της παρ. 3, όταν μια

αρμόδια αρχή εποπτεύει σε ατομική βάση περισσότερες από μία επιχειρήσεις επενδύσεων εντός ομίλου, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή που εποπτεύει σε ατομική βάση μία ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων εντός του ομίλου με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού συγκεντρωτικά. Εάν το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού αντιστοιχεί σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων εντός ομίλου που εποπτεύονται σε ατομική βάση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

6.

Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, κοινή συναινέσει με τις υπόλοιπες εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές, να μην εφαρμόσει τα κριτήρια που αναφέρονται στις παρ. 1, 3 και 4 και να αναθέσει σε άλλη αρμόδια αρχή την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, αν η εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων αντενδείκνυται, λαμβάνοντας υπόψη τα συγκεκριμένα ιδρύματα και τη σχετική σημασία των δραστηριοτήτων τους στα οικεία κράτη μέλη ή την ανάγκη να διασφαλιστεί η συνέχεια της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση από την ίδια αρμόδια αρχή. Στις περιπτώσεις αυτές, προτού λάβει τέτοια απόφαση, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρέχει στο μητρικό ίδρυμα που είναι εγκατεστημένο στην ΕΕ, στη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών που είναι σχετικά με την απόφαση αυτή.

7.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας κοινοποιεί αμελλητί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στην ΕΑΤ τις συμφωνίες που υπάγονται στην παρ. 6.

8.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θεσπίζει τις απαιτούμενες ρυθμίσεις για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και ελέγχει τη συμμόρφωση των υποκείμενων σε αυτήν επιχειρήσεων προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα.».

Άρθρο 31

Κοινές αποφάσεις για απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας ειδικά για κάθε ίδρυμα Αντικατάσταση του άρθρου 106 του ν. 4261/2014 (παρ. 38 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Το άρθρο 106 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 106 Κοινές αποφάσεις για απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας ειδικά για κάθε ίδρυμα (άρθρο 113 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είτε ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας είτε ως αρμόδια αρχή που είναι επιφορτισμένη με την εποπτεία θυγατρικών ενός μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ καταβάλλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να καταλήξει σε κοινή απόφαση με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές όσον αφορά τα εξής:

  • α) την εφαρμογή των άρθρων 65 και 89 για να καθοριστεί η επάρκεια του ύψους ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση που βρίσκονται στην κατοχή του ομίλου

ιδρυμάτων σχετικά με την οικονομική κατάστασή του και το προφίλ κινδύνου και συνεπώς το απαιτούμενο ύψος ιδίων κεφαλαίων για την εφαρμογή της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 σε κάθε επιχείρηση του ομίλου και σε ενοποιημένη βάση,

  • β) μέτρα για την αντιμετώπιση σημαντικών ζητημάτων

και ουσιωδών ευρημάτων που αφορούν την εποπτεία ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν στην επάρκεια του οργανισμού και την αντιμετώπιση κινδύνων, όπως απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 78 και όσων αφορούν την ανάγκη ειδικών ανά ίδρυμα απαιτήσεων ρευστότητας σύμφωνα με το άρθρο 98,

  • γ) οποιαδήποτε κατεύθυνση ως προς τα πρόσθετα ίδια

κεφάλαια σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 96Β. 2.α) Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 λαμβάνονται:

  • αα) για τους σκοπούς της περ. α) της παρ. 1, εντός τεσσάρων (4) μηνών από την υποβολή έκθεσης εκ μέρους

της αρχής ενοποιημένης εποπτείας προς τις άλλες σχετικές αρμόδιες αρχές, η οποία περιλαμβάνει την αξιολόγηση κινδύνου του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 96Α,

  • ββ) για τους σκοπούς της περ. β) της παρ. 1, εντός τεσσάρων (4) μηνών από την υποβολή έκθεσης εκ μέρους

της αρχής ενοποιημένης εποπτείας, η οποία περιλαμβάνει την αξιολόγηση του προφίλ κινδύνου ρευστότητας του ομίλου σύμφωνα με τα άρθρα 78 και 98,

  • γγ) για τους σκοπούς της περ. γ) της παρ. 1, εντός τεσσάρων (4) μηνών από την υποβολή έκθεσης εκ μέρους

της αρχής ενοποιημένης εποπτείας, η οποία περιλαμβάνει την αξιολόγηση κινδύνου του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 96B.

  • β) Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στην παρ. 1

λαμβάνουν, επίσης, δεόντως υπόψη την αξιολόγηση κινδύνου των θυγατρικών που διενεργείται από τις σχετικές αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τα άρθρα 65, 89, 96A και 96B.

  • γ) Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στις περ. α)

και β) της παρ. 1 ενσωματώνονται σε έγγραφα, αιτιολογούνται και χορηγούνται στο μητρικό ίδρυμα που είναι εγκατεστημένο στην ΕΕ από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας. Σε περίπτωση διαφωνίας, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας συμβουλεύεται την ΕΑΤ, αν αυτό ζητηθεί από οποιαδήποτε άλλη εμπλεκόμενη αρμόδια αρχή. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας μπορεί, επίσης, να συμβουλευτεί την ΕΑΤ με δική της πρωτοβουλία. 3.α) Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση από τις αρμόδιες αρχές εντός των περιόδων που αναφέρονται στην παρ. 2, η απόφαση για την εφαρμογή των άρθρων 65, 78 και 89, της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 και των άρθρων 96B και 98 λαμβάνεται σε ενοποιημένη βάση από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, έπειτα από τη δέουσα συνεκτίμηση της αξιολόγησης κινδύνου που έχουν πραγματοποιήσει για τις θυγατρικές οι σχετικές αρμόδιες αρχές. Αν, στο τέλος των προθεσμιών που αναφέρονται στην παρ. 2, οποιαδήποτε από τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010 (L 331/12), η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας αναβάλλει την απόφασή της και περιμένει τυχόν απόφαση της ΕΑΤ σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 19 του ανωτέρω Κανονισμού και στη συνέχεια λαμβάνει απόφαση που συνάδει με την απόφαση της ΕΑΤ. Οι προθεσμίες που αναφέρονται στην παρ. 2 θεωρούνται ως περίοδοι συμβιβασμού κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010. Η ΕΑΤ αποφασίζει εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή της παραπομπής από αυτήν. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.

  • β) Η απόφαση για την εφαρμογή των άρθρων 65, 78

και 89, της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 και των άρθρων 96B και 98 λαμβάνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια εγκατεστημένου στην ΕΕ ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ σε ατομική ή υποενοποιημένη βάση, έπειτα από τη δέουσα εξέταση των απόψεων και των επιφυλάξεων που έχει εκφράσει η αρχή ενοποιημένης εποπτείας. Αν, στο τέλος οιασδήποτε από τις προθεσμίες που αναφέρονται στην παρ. 2, οποιαδήποτε από τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αναβάλλει την απόφασή της και περιμένει τυχόν απόφαση της ΕΑΤ σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 19 του ανωτέρω Κανονισμού και στη συνέχεια λαμβάνει απόφαση που συνάδει με την απόφαση της ΕΑΤ. Οι προθεσμίες που αναφέρονται στην παρ. 2 θεωρούνται ως περίοδοι συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισμού. Η ΕΑΤ αποφασίζει εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή της παραπομπής από αυτήν. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.

  • γ) Οι αποφάσεις ενσωματώνονται σε ένα έγγραφο,

αιτιολογούνται και λαμβάνουν υπόψη την αξιολόγηση κινδύνου, τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρμόδιων αρχών, όπως αυτές εκφράστηκαν κατά τις περιόδους που αναφέρονται στην παρ. 2. Το εν λόγω έγγραφο υποβάλλεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας σε όλες τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές και στο μητρικό ίδρυμα που είναι εγκατεστημένο στην ΕΕ.

  • δ) Αν έχει ληφθεί η γνώμη της ΕΑΤ, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει υπόψη τις

συστάσεις της και αιτιολογεί τυχόν σημαντική απόκλιση από αυτές. 4.α) Οι κοινές αποφάσεις της παρ. 1 και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές, όταν δεν υπάρχει κοινή απόφαση σύμφωνα με την παρ. 3, αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

  • β) Οι κοινές αποφάσεις της παρ. 1 και οποιαδήποτε

απόφαση λαμβάνεται όταν δεν υπάρχει κοινή απόφαση σύμφωνα με την παρ. 3 προσαρμόζονται στα πρόσφατα δεδομένα σε ετήσια βάση ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία των θυγατρικών ενός μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ, ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ υποβάλλει γραπτή και πλήρως αιτιολογημένη αίτηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, προκειμένου αυτή να προσαρμόσει στα πρόσφατα δεδομένα την απόφαση για την εφαρμογή της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 και των άρθρων 96B και

98.

Στις εν λόγω εξαιρετικές περιπτώσεις, η προσαρμογή στα πρόσφατα δεδομένα μπορεί να αντιμετωπίζεται σε διμερή βάση μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως αρχής ενοποιημένης εποπτείας και της αιτούσας αρμόδιας αρχής. Αντίστοιχα, σε εξαιρετικές περιπτώσεις η Τράπεζα της Ελλάδος ή Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία θυγατρικής ή θυγατρικών ενός μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ, ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ μπορεί να υποβάλλει γραπτή και πλήρως αιτιολογημένη αίτηση προς την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, προκειμένου αυτή να προσαρμόσει στα πρόσφατα δεδομένα την απόφαση για την εφαρμογή της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 και των άρθρων 96B και 98. Στις εν λόγω εξαιρετικές περιπτώσεις, η προσαρμογή στα πρόσφατα δεδομένα μπορεί να αντιμετωπίζεται σε διμερή βάση μεταξύ της αρχής ενοποιημένης εποπτείας και της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.».

Άρθρο 32

Συμφωνίες συντονισμού και συνεργασίας Τροποποίηση του άρθρου 108 του v. 4261/2014 (παρ. 39 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Στο τέλος του άρθρου 108 του v. 4261/2014 (Α’ 107) προστίθεται παρ. 3 και το άρθρο 108 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 108 Συμφωνίες συντονισμού και συνεργασίας (άρθρο 115 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Προκειμένου να διευκολυνθεί και να καταστεί αποτελεσματική η εποπτεία που ασκεί η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνάπτει έγγραφες συμφωνίες με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών για θέματα συντονισμού και συνεργασίας. Βάσει των συμφωνιών αυτών μπορούν να ανατεθούν πρόσθετα καθήκοντα στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας και να προσδιοριστούν διαδικασίες για τη λήψη αποφάσεων και την εν γένει συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων αρμόδιων αρχών.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε θυγατρική ιδρύματος, να εκχωρεί, με διμερή συμφωνία, και σύμφωνα με το άρθρο 28 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010, την εποπτική της αρμοδιότητα στις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους που χορήγησαν την άδεια λειτουργίας και εποπτεύουν το μητρικό ίδρυμα με σκοπό οι τελευταίες αρχές να αναλάβουν την εποπτεία της θυγατρικής, σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί τις συμφωνίες που υπάγονται στην παρούσα παράγραφο στην ΕΑΤ.

3.

Όταν η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν ενεργεί ταυτόχρονα υπό την ιδιότητα της αρχής ενοποιημένης εποπτείας και υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους στο οποίο η χρη Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι έγγραφες συμφωνίες για θέματα συντονισμού και συνεργασίας που αναφέρονται στην παρ. 1 συνάπτονται, επίσης, με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η μητρική επιχείρηση.».

Άρθρο 33

Σώματα εποπτών - Τροποποίηση του άρθρου 109 του v. 4261/2014 (παρ. 40 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Μετά την παρ. 2 του άρθρου 109 του v. 4261/2014 (Α’ 107) προστίθεται παρ. 2Α, στο τέλος της παρ. 5 προστίθεται τελευταίο εδάφιο και το άρθρο 109 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 109 Σώματα εποπτών (άρθρο 116 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας συστήνει σώματα εποπτών για τη διευκόλυνση της εκτέλεσης των εργασιών που αναφέρονται στα άρθρα 105 και 106 και στην παρ. 1 του άρθρου 107 και, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων απορρήτου της παρ. 3 και του ενωσιακού δικαίου, εξασφαλίζει, κατά περίπτωση, κατάλληλο συντονισμό και συνεργασία με τις σχετικές εποπτικές αρχές τρίτων χωρών.

2.

Τα σώματα εποπτών παρέχουν ένα πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της αρχής ενοποιημένης εποπτείας, της ΕΑΤ και των άλλων ενδιαφερόμενων αρμόδιων αρχών, για την εκτέλεση των κάτωθι εργασιών:

  • α) ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ τους και με την

ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010,

  • β) συμφωνία σχετικά με την εκούσια ανάθεση εργασιών και την εκούσια ανάθεση αρμοδιοτήτων, σε περιπτώσεις που αυτή ενδείκνυται,
  • γ) καθορισμό προγραμμάτων εποπτικής αξιολόγησης

του άρθρου 91 που βασίζονται σε εκτίμηση των κινδύνων του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 89,

  • δ) βελτίωση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας

με αποφυγή των περιττών επικαλύψεων των εποπτικών απαιτήσεων, περιλαμβανομένων των αιτημάτων πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 107 και στην παρ. 7 του άρθρου 110,

  • ε) συνεπής εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής

εποπτείας βάσει του παρόντος και βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 σε όλες τις οντότητες ενός ομίλου ιδρυμάτων, με την επιφύλαξη των διαθέσιμων στο ενωσιακό δίκαιο εναλλακτικών επιλογών και διακριτικών ευχερειών,

  • στ) εφαρμογή της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 105,

λαμβάνοντας υπόψη το έργο άλλων φορέων που έχουν ενδεχομένως δημιουργηθεί στον τομέα αυτόν. 2Α. Για τη διευκόλυνση της εκτέλεσης των καθηκόντων που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 105, στην παρ. 1 του άρθρου 107 και στην παρ. 1 του άρθρου 108, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας συγκροτεί επίσης σώματα εποπτών στις περιπτώσεις όπου όλες οι διασυνοριακές θυγατρικές μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ, μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ έχουν την έδρα τους σε τρίτες χώρες, υπό την προϋπόθεση ότι οι εποπτικές αρχές των τρίτων χωρών υπόκεινται σε απαιτήσεις εμπιστευτικότητας ισοδύναμες με τις απαιτήσεις του άρθρου 54 του παρόντος και, όπου συντρέχει περίπτωση, των άρθρων 74 και 79 του v. 4514/2018 (Α’ 14).

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται στενά με την ΕΑΤ και τις λοιπές αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν σε σώμα εποπτών. Οι απαιτήσεις απορρήτου βάσει του άρθρου 54 του παρόντος και των άρθρων 63 και 67 του v. 3606/2007 (Α’ 195) δεν εμποδίζουν την ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της ΕΑΤ και των αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο λειτουργίας των σωμάτων εποπτών. Η σύσταση και λειτουργία σωμάτων εποπτών δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις ευθύνες των αρμόδιων αρχών δυνάμει του παρόντος, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013.

4.

Η σύσταση και η λειτουργία των σωμάτων εποπτών βασίζεται σε συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 108, οι οποίες καθορίζονται εγγράφως έπειτα από διαβούλευση της αρχής ενοποιημένης εποπτείας με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές.

5.

Στα σώματα εποπτών επιτρέπεται να συμμετέχουν οι αρμόδιες αρχές για την εποπτεία θυγατρικών ενός μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους υποδοχής, όπου έχουν ιδρυθεί σημαντικά υποκαταστήματα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 52, οι κεντρικές τράπεζες του ΕΣΣΚ κατά περίπτωση, καθώς και εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, εφόσον συντρέχει λόγος και υπό την επιφύλαξη απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που, κατά τη γνώμη όλων των αρμόδιων αρχών, είναι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις κατά το Κεφάλαιο 1 Τμήμα ΙΙ της Οδηγίας 2013/36/ ΕΕ και, όπου συντρέχει περίπτωση, τα άρθρα 54 και 58 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ (L 145/1). Επίσης, στο σχετικό σώμα εποπτών μπορεί να συμμετέχει και η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών η οποία έχει λάβει έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 22Α του παρόντος ή σύμφωνα με το άρθρο 21α της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

6.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας:

  • α) προεδρεύει στις συνεδριάσεις του σώματος εποπτών και αποφασίζει ποιες αρμόδιες αρχές συμμετέχουν

σε μια συνεδρίαση ή σε μία δραστηριότητα του σώματος, συνεδριάσεων, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις κυριότερες δραστηριότητες προς εξέταση,

  • γ) ενημερώνει εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του

σώματος σχετικά με τις ενέργειες που αναλαμβάνονται ή με τα μέτρα που λαμβάνονται σε αυτές τις συνεδριάσεις.

7.

Στην απόφαση που λαμβάνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εφόσον αυτή ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας συνεκτιμάται η σημασία που η εποπτική δραστηριότητα που θα προγραμματιστεί ή θα συντονιστεί επέχει για τις λοιπές αρμόδιες αρχές, ιδίως δε οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος στα εμπλεκόμενα κράτη μέλη, όπως προβλέπει το άρθρο 7, και οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η παρ. 3 του άρθρου 52.

8.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας δυνάμει των άρθρων 54 του παρόντος και των άρθρων 63 και 67 του v. 3606/2007, όπου συντρέχει περίπτωση, ενημερώνει την ΕΑΤ σχετικά με τις δραστηριότητες του σώματος εποπτών, μεταξύ άλλων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, και διαβιβάζει στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους σκοπούς της εποπτικής σύγκλισης.

9.

Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ αρμόδιων αρχών σχετικά με τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010 (L 331/12).».

Άρθρο 34

Υποχρεώσεις συνεργασίας Τροποποίηση του άρθρου 110 του v. 4261/2014 (παρ. 41 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Στο άρθρο 110 του v. 4261/2014 (Α’ 107) προστίθεται παρ. 10 και το άρθρο 110 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 110 Υποχρεώσεις συνεργασίας (άρθρο 117 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται στενά με τις λοιπές αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν σε σώματα εποπτών και παρέχει όλες τις πληροφορίες που είναι ουσιώδεις ή σχετικές με την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων που αναλαμβάνουν οι άλλες αρχές βάσει της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013. Στο πλαίσιο αυτό διαβιβάζει, κατόπιν αιτήσεως, όλες τις σχετικές πληροφορίες και με ιδία πρωτοβουλία όλες τις ουσιώδεις πληροφορίες.

2.

Ουσιώδεις θεωρούνται οι πληροφορίες οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την εκτίμηση της χρηματοοικονομικής ευρωστίας ενός ιδρύματος ή χρηματοδοτικού ιδρύματος σε άλλο κράτος μέλος.

3.

Οι ουσιώδεις πληροφορίες της παρ. 2 περιλαμβάνουν, ειδικότερα, τα εξής:

  • α) τον προσδιορισμό της νομικής μορφής, του σχήματος εταιρικής διακυβέρνησης περιλαμβανομένης

της οργανωτικής διάρθρωσης, που καλύπτει όλες τις εποπτευόμενες και μη εποπτευόμενες οντότητες, τις μη ρυθμιζόμενες θυγατρικές και τα σημαντικά υποκαταστήματα που ανήκουν στον όμιλο, τις μητρικές επιχειρήσεις σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 14, την παρ. 1 του άρθρου 66 και την παρ. 2 του άρθρου 102 και τις αρμόδιες αρχές των εποπτευόμενων οντοτήτων του ομίλου,

  • β) διαδικασίες για τη συλλογή πληροφοριών από τα

ιδρύματα ενός ομίλου και τον έλεγχο αυτών των πληροφοριών,

  • γ) αρνητικές εξελίξεις σε ιδρύματα ή άλλα νομικά πρόσωπα ενός ομίλου που μπορούν να επηρεάσουν σοβαρά

τα ιδρύματα,

  • δ) σημαντικές κυρώσεις και έκτακτα μέτρα που

επιβλήθηκαν από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, περιλαμβανομένης της επιβολής ειδικής απαίτησης ιδίων κεφαλαίων βάσει του άρθρου 96 και της επιβολής οποιουδήποτε περιορισμού όσον αφορά τη χρήση της Εξελιγμένης Προσέγγισης Μέτρησης για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων βάσει της παρ. 2 του άρθρου 312 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013.

4.

Συγκεκριμένα, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχές ενοποιημένης εποπτείας μητρικών ιδρυμάτων εγκατεστημένων στην ΕΕ και ιδρυμάτων ελεγχόμενων από μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ ή μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ παρέχουν όλες τις σχετικές πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών που ασκούν εποπτεία επί θυγατρικών των εν λόγω μητρικών επιχειρήσεων. Κατά τον προσδιορισμό της έκτασης των σχετικών πληροφοριών, λαμβάνεται υπόψη η σπουδαιότητα των εν λόγω θυγατρικών για το χρηματοπιστωτικό σύστημα των κρατών μελών αυτών.

5.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρέχει στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες που της είναι απαραίτητες για να επιτελέσει το έργο που έχει βάσει της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010, σύμφωνα με το άρθρο 35 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010.

6.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να παραπέμπει στην ΕΑΤ τις περιπτώσεις που:

  • α) μια αρμόδια αρχή δεν της έχει διαβιβάσει ουσιώδεις

πληροφορίες, ή

  • β) ένα αίτημα συνεργασίας, ιδιαίτερα για την ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών απορρίφθηκε ή δεν απαντήθηκε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.
7.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όταν είναι επιφορτισμένη με την εποπτεία ιδρυμάτων ελεγχόμενων από μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ επικοινωνούν όποτε είναι δυνατόν με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας όταν χρειάζονται πληροφορίες εποπτείας.

8.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πριν λάβει απόφαση, διαβουλεύεται με τις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές όσον αφορά στα ακόλουθα θέματα, όταν η εν λόγω απόφαση έχει συνέπειες για τα εποπτικά καθήκοντα άλλων αρμόδιων αρχών:

  • α) μεταβολές στη μετοχική, οργανωτική ή διοικητική

διάρθρωση των πιστωτικών ιδρυμάτων ενός ομίλου που απαιτούν την έγκριση ή την άδεια των αρμόδιων αρχών, και

  • β) σημαντικές κυρώσεις ή έκτακτα μέτρα που έλαβαν

οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ, περιλαμβανομένης της επιβολής ειδικής απαίτησης ιδίων κεφαλαίων βάσει του άρθρου 104 αυτής της Οδηγίας και της επιβολής οποιουδήποτε περιορισμού όσον αφορά τη χρήση των Εξελιγμένων Προσεγγίσεων Μέτρησης για τον υπολογισμό των απαιτήσεων σε ίδια κεφάλαια βάσει της παρ. 2 του άρθρου 312 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013. Για τους σκοπούς της παρούσας περίπτωσης, ζητείται πάντοτε η γνώμη της αρχής ενοποιημένης εποπτείας.

9.

Ωστόσο, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να αποφασίσει να μην διαβουλευθεί με άλλες αρμόδιες αρχές σε επείγουσες περιπτώσεις ή σε περιπτώσεις που μια τέτοια διαβούλευση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της απόφασής της. Στις περιπτώσεις αυτές, η αρμόδια αρχή ενημερώνει, αμελλητί, τις άλλες αρμόδιες αρχές αφού λάβει την απόφασή της.

10.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες του άρθρου 47 του v. 4557/2018 (Α’ 139), συνεργάζονται στενά στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους μεταξύ τους αλλά και με τις αρμόδιες αρχές, τις μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών και τις αρχές στις οποίες έχει ανατεθεί το δημόσιο καθήκον της εποπτείας των υπόχρεων οντοτήτων που αναφέρονται στα σημεία 1) και 2) της παρ. 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 άλλων κρατών μελών και διαβιβάζουν μεταξύ τους πληροφορίες που αντιστοιχούν στα καθήκοντά τους δυνάμει του παρόντος, του v. 4557/2018, της Οδηγίας 2013/36/ ΕΕ, της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, υπό την προϋπόθεση ότι η συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών δεν επηρεάζουν διεξαγόμενη έρευνα, διερεύνηση ή διαδικασία σύμφωνα με το ποινικό ή διοικητικό δίκαιο. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δέχεται τη συνδρομή της ΕΑΤ στην περίπτωση διαφωνίας σχετικά με τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων δυνάμει του παρόντος άρθρου, όταν η τελευταία ενεργεί με δική της πρωτοβουλία, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010 (L 331/12).».

Άρθρο 35

Ένταξη εταιρειών συμμετοχών σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση - Τροποποίηση του άρθρου 112 του v. 4261/2014 (παρ. 42 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Η παρ. 1 του άρθρου 112 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται και το άρθρο 112 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 112 Ένταξη εταιρειών συμμετοχών σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση (άρθρο 119 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Τηρουμένου του άρθρου 22Α, στην ενοποιημένη εποπτεία περιλαμβάνονται οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών.

2.

Όταν θυγατρική που αποτελεί ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα δεν περιλαμβάνεται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση κατ’ εφαρμογή μιας των περιπτώσεων του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 τότε η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ζητά από τη μητρική της επιχείρηση πληροφορίες που θα διευκολύνουν την άσκηση της εποπτείας της εν λόγω θυγατρικής.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όταν έχει αναλάβει την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην Ελλάδα επιτρέπεται να ζητά από τις θυγατρικές ενός ιδρύματος, μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μιας μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που δεν υπόκεινται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 115. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό διαδικασίες διαβίβασης και ελέγχου των πληροφοριών.».

Άρθρο 36

Εποπτεία μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών - Τροποποίηση του άρθρου 113 του v. 4261/2014 (παρ. 43 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Η παρ. 2 του άρθρου 113 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται και το άρθρο 113 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 113 Εποπτεία μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών (άρθρο 120 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Σε περίπτωση που μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών υπόκειται σε διατάξεις ισοδύναμες με τις Οδηγίες 2013/36/ΕΕ και 2002/87/ΕΚ, ειδικότερα όσον αφορά την εποπτεία βάσει κινδύνου, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση μπορεί, ύστερα από διαβούλευση με τις άλλες αρμόδιες αρχές για την εποπτεία των θυγατρικών επιχειρήσεων, να εφαρμόζει στη μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών αποκλειστικά τη σχετική διάταξη του v. 3455/2006 (Α’ 84). ειδικότερα όσον αφορά στην εποπτεία βάσει κινδύνου, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, κατόπιν συμφωνίας με τον επόπτη ομίλου στον ασφαλιστικό τομέα, εφόσον πρόκειται για άλλη αρχή, μπορεί να εφαρμόσει στη μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών μόνο τις διατάξεις του νόμου που αφορά στον σημαντικότερο χρηματοοικονομικό τομέα, όπως ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 3 του v. 3455/2006.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενημερώνει την ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνονται βάσει των παρ. 1 και 2.»

Άρθρο 37

Συνεργασία - Τροποποίηση του άρθρου 118 του v. 4261/2014 (παρ. 44 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Μετά την παρ. 1 του άρθρου 118 του v. 4261/2014 (Α’ 107) προστίθεται παρ. 1Α και το άρθρο 118 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 118 Συνεργασία (άρθρο 125 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Όταν ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή εταιρεία συμμετοχών ελέγχει μία ή περισσότερες θυγατρικές που είναι ασφαλιστικές εταιρείες ή επιχειρήσεις του άρθρου 31 ή άλλου είδους επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζονται στενά. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους ανταλλάσσουν όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που μπορούν να διευκολύνουν την εκπλήρωση της αποστολής τους και να εξασφαλίσουν τον έλεγχο της δραστηριότητας και της οικονομικής κατάστασης του συνόλου των επιχειρήσεων που ευρίσκονται υπό την εποπτεία τους. 1Α. Όταν, σύμφωνα με το άρθρο 104, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενεργεί υπό την ιδιότητά της ως η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενός ομίλου με μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και δεν είναι συντονιστής, όπως αυτός καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 11 του v. 3455/2006 (Α’ 84), συνεργάζεται με τον συντονιστή με σκοπό την εφαρμογή του παρόντος νόμου, της Οδηγίας 2013/36/ ΕΕ και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 σε ενοποιημένη βάση. Η αρμοδιότητα του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όταν ενεργεί ως συντονιστής και δεν αποτελεί αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενός ομίλου με μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών. Προκειμένου να διευκολυνθεί και να καταστεί αποτελεσματική η συνεργασία, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, είτε ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας είτε ως συντονιστής, συνάπτει γραπτές ρυθμίσεις συντονισμού και συνεργασίας με τον συντονιστή ή την αντίστοιχη αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

2.

Οι πληροφορίες που συλλέγονται στο πλαίσιο της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και ιδιαίτερα η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών που προβλέπεται στον παρόντα νόμο, υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 54 του παρόντος για τα πιστωτικά ιδρύματα ή του άρθρου 63 του v. 3606/2007 για τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας καταρτίζει καταλόγους των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών ή μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών που αναφέρονται στο άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013. Οι κατάλογοι αυτοί κοινοποιούνται στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών, την ΕΑΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.»

Άρθρο 38

Ορισμοί - Τροποποίηση του άρθρου 121 του v. 4261/2014 (παρ. 45 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Μετά την παρ. 1 του άρθρου 121 του v. 4261/2014 (Α’ 107) προστίθεται παρ. 1Α και το άρθρο 121 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 121 Ορισμοί (άρθρο 128 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Για τους σκοπούς των άρθρων 121 έως 132 ισχύουν οι κάτωθι ορισμοί: 1) ως «απόθεμα ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου» νοούνται τα ίδια κεφάλαια που ένα ίδρυμα οφείλει να τηρεί σύμφωνα με το άρθρο 122, 2) ως «ειδικό αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας κάθε ιδρύματος» νοούνται τα ίδια κεφάλαια που ένα ίδρυμα οφείλει να τηρεί σύμφωνα με το άρθρο 123, 3) ως «απόθεμα ασφαλείας των παγκοσμίως συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων (εφεξής G-SII)» νοούνται τα ίδια κεφάλαια που πρέπει να τηρούνται σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 124, 4) ως «απόθεμα ασφαλείας των λοιπών συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων (εφεξής O-SII)» νοούνται τα ίδια κεφάλαια που πρέπει να τηρούνται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 124, 5) ως «απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου» νοούνται τα ίδια κεφάλαια που ένα ίδρυμα οφείλει ή ενδέχεται να υποχρεωθεί να τηρεί σύμφωνα με το άρθρο 125, 6) ως «συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας» νοείται το συνολικό κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 το οποίο απαιτείται για την τήρηση αποθέματος ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου, στο οποίο προστίθενται τα εξής, κατά περίπτωση:

  • α) ειδικό αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας

κάθε ιδρύματος, β) απόθεμα ασφαλείας G- SII, γ) απόθεμα ασφαλείας O-SII, δ) απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου, 7) ως «ποσοστό αντικυκλικού αποθέματος ασφαλείας» νοείται ο συντελεστής που πρέπει να εφαρμόσουν ορίζεται βάσει των άρθρων 127 και 128 ή από αρμόδια αρχή τρίτης χώρας, κατά περίπτωση, 8) ως «ίδρυμα με εγχώρια άδεια» νοείται ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα και ως προς το οποίο η εντεταλμένη αρχή είναι αρμόδια για τον ορισμό του ποσοστού αντικυκλικού αποθέματος ασφαλείας, 9) ως «οδηγός αποθέματος ασφαλείας» νοείται το σημείο αναφοράς αποθέματος ασφαλείας που υπολογίζεται με βάση τυχόν συστάσεις του ΕΣΣΚ σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 135 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ. 1Α α) Τα ιδρύματα δεν χρησιμοποιούν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, το οποίο τηρείται προκειμένου να πληρούται η συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας που αναφέρεται στο σημείο 6) της παρ. 1 για να εκπληρώνουν οποιαδήποτε από τις απαιτήσεις των στοιχείων α), β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, τις πρόσθετες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 96Α για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης και την κατεύθυνση που ανακοινώνεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 96Β για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης.

  • β) Τα ιδρύματα δεν χρησιμοποιούν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, το οποίο τηρείται προκειμένου να πληρούται οποιοδήποτε από τα στοιχεία

της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας τους, ώστε να πληρούν άλλα εφαρμοστέα στοιχεία της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας τους.

  • γ) Τα ιδρύματα δεν χρησιμοποιούν κεφάλαιο κοινών

μετοχών της Κατηγορίας 1, το οποίο τηρείται προκειμένου να πληρούται η συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας που αναφέρεται στο σημείο 6) της παρ. 1, ώστε να πληρούν τις βάσει κινδύνου συνιστώσες των απαιτήσεων των άρθρων 92α και 92β του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και των άρθρων 45γ και 45δ της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ (L 173), όπως θα ενσωματωθούν στην ελληνική έννομη τάξη.

2.

Τα άρθρα 121 έως 132 δεν εφαρμόζεται σε επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν διαθέτουν άδεια για την παροχή των υπηρεσιών οι οποίες απαριθμούνται στις περ. γ) και στ) της παρ. 1 του άρθρου 4 του v. 3606/2007 (Α’ 195).»

Άρθρο 39

Απαιτήσεις τήρησης αποθέματος ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου - Αντικατάσταση του άρθρου 122 του v. 4261/2014 (παρ. 46 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Το άρθρο 122 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 122 Απαιτήσεις τήρησης αποθέματος ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου (άρθρο 129 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Πέραν του κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 που τηρείται για την εκπλήρωση οποιασδήποτε από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων των στοιχείων α),

  • β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ)

αριθμ. 575/2013, τα ιδρύματα τηρούν απόθεμα ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 ίσο με το 2,5 % του συνολικού ποσού ανοιγμάτων τους σε κίνδυνο υπολογισμένο σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του εν λόγω Κανονισμού, σε ατομική και ενοποιημένη βάση, όπως εφαρμόζεται σύμφωνα με τα άρθρα 6 έως 24 του εν λόγω Κανονισμού.

2.

Κατά παρέκκλιση της παρ. 1, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να εξαιρεί μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις της παρ.  1, εφόσον η εξαίρεση αυτή δεν απειλεί τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ελλάδας. Οι αποφάσεις σχετικά με την εφαρμογή της εξαίρεσης του πρώτου εδαφίου είναι πλήρως αιτιολογημένες, εξηγούν για ποιους λόγους η εξαίρεση δεν απειλεί τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ελλάδας και περιέχουν τον ακριβή ορισμό των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων επενδύσεων, οι οποίες πρόκειται να εξαιρεθούν. Σε περίπτωση εφαρμογής της εξαίρεσης του πρώτου εδαφίου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προβαίνει σε σχετική γνωστοποίηση προς το ΕΣΣΚ.

3.

Για τους σκοπούς της παρ. 2, οι επιχειρήσεις επενδύσεων καταχωρίζονται ως μικρές ή μεσαίες σύμφωνα με τη Σύσταση 2003/361/ΕΚ (ΕΕ L 124) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

4.

Αν κάποιο ίδρυμα δεν τηρεί πλήρως την απαίτηση της παρ. 1, επιβάλλονται σε αυτό οι περιορισμοί της διανομής κερδών που αναφέρονται στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 131.»

Άρθρο 40

Απαίτηση τήρησης ειδικού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας κάθε ιδρύματος - Αντικατάσταση του άρθρου 123 του v. 4261/2014 (παρ. 46 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Το άρθρο 123 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 123 Απαίτηση τήρησης ειδικού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας κάθε ιδρύματος (άρθρο 130 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Τα ιδρύματα τηρούν «ειδικό αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας κάθε ιδρύματος» ίσο με το γινόμενο του συνολικού ποσού των ανοιγμάτων τους σε κίνδυνο το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 επί τον σταθμισμένο μέσο όρο των ποσοστών αντικυκλικού αποθέματος ασφαλείας, σύμφωνα με το άρθρο 130 του παρόντος νόμου, σε ατομική και ενοποιημένη βάση, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 6 έως 24 του ανωτέρω Κανονισμού. Το εν λόγω απόθεμα ασφαλείας συνίσταται σε κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1.

2.

Κατά παρέκκλιση της παρ. 1, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να εξαιρεί μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις εξηγούν για ποιους λόγους η εξαίρεση δεν απειλεί τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ελλάδας και περιέχουν τον ακριβή ορισμό των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων επενδύσεων οι οποίες πρόκειται να εξαιρεθούν. Εφόσον η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφασίσει να εφαρμόσει την εξαίρεση του πρώτου εδαφίου, το γνωστοποιεί στο ΕΣΣΚ.

3.

Για τους σκοπούς της παρ. 2, οι επιχειρήσεις επενδύσεων καταχωρίζονται ως μικρές και μεσαίες σύμφωνα με τη Σύσταση 2003/361/ΕΚ (ΕΕ L124) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

4.

Αν κάποιο ίδρυμα δεν τηρεί πλήρως την απαίτηση της παρ. 1, του επιβάλλονται οι περιορισμοί της διανομής κερδών που αναφέρονται στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 131.»

Άρθρο 41

Παγκοσμίως συστημικά σημαντικά ιδρύματα και λοιπά συστημικά σημαντικά ιδρύματα Τροποποίηση του άρθρου 124 του ν. 4261/2014 (παρ. 47 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Η παρ. 1 του άρθρου 124 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται, μετά την παρ. 2 προστίθεται παρ. 2Α, η παρ. 5 αντικαθίσταται, μετά την παρ. 5 προστίθεται παρ. 5Α, το εισαγωγικό εδάφιο της παρ. 7 αντικαθίσταται, οι παρ. 8, 9, 10, 12, 14, 15 αντικαθίστανται, οι παρ. 11, 13, 16 και 17 καταργούνται και το άρθρο 124 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 124 Παγκοσμίως συστημικά σημαντικά ιδρύματα και λοιπά συστημικά σημαντικά ιδρύματα (άρθρο 131 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προσδιορίζει, σε ενοποιημένη βάση, τα παγκοσμίως συστημικά σημαντικά ιδρύματα (G-SII) και, σε ατομική, υποενοποιημένη ή ενοποιημένη βάση, ανάλογα με την περίπτωση, τα λοιπά συστημικά σημαντικά ιδρύματα (O-SII), τα οποία έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα. G-SII είναι είτε ένας όμιλος με επικεφαλής ένα μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, μια μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, είτε ένα ίδρυμα που δεν είναι θυγατρική μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ, μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ. Ο-SII μπορεί να είναι ίδρυμα ή όμιλος με επικεφαλής μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ ή μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ελλάδα ή μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ελλάδα.

2.

Η μέθοδος προσδιορισμού των G-SII βασίζεται στα ακόλουθα κριτήρια:

  • α) το μέγεθος του ομίλου,
  • β) το βαθμό διασύνδεσης του ομίλου με το χρηματοπιστωτικό σύστημα,
  • γ) τη δυνατότητα υποκατάστασης των υπηρεσιών ή

των σχετικών με τις υπηρεσίες υποδομών που παρέχει ο όμιλος,

  • δ) την πολυπλοκότητα του ομίλου,
  • ε) την έκταση διασυνοριακής δραστηριότητας του

ομίλου. Όλα τα ως άνω κριτήρια έχουν την ίδια βαρύτητα και το καθένα από αυτά προσεγγίζεται με ποσοτικούς δείκτες. Από την ανωτέρω μεθοδολογία προκύπτει συνολική βαθμολογία για κάθε αξιολογούμενη οντότητα της παρ. 1, που επιτρέπει να προσδιορισθούν τα G-SII και να καταταγούν σε συγκεκριμένη υποκατηγορία σύμφωνα με την παρ. 9. 2Α. Μια πρόσθετη μεθοδολογία προσδιορισμού των G-SII βασίζεται στα ακόλουθα κριτήρια:

  • α) τα κριτήρια που αναφέρονται στις περ. α) έως δ)

της παρ. 2,

  • β) τη διασυνοριακή δραστηριότητα του ομίλου, εξαιρουμένων των δραστηριοτήτων του ομίλου σε όλα τα

συμμετέχοντα κράτη μέλη, όπως αναφέρονται στο άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 806/2014 (L 225/1). Κάθε κριτήριο λαμβάνει ίσο βάρος και αποτελείται από δείκτες που μπορούν να εκφραστούν ποσοτικά. Για τα κριτήρια που αναφέρονται στην περ. α) του πρώτου εδαφίου, οι δείκτες πρέπει να είναι ίδιοι με τους αντίστοιχους δείκτες που καθορίζονται σύμφωνα με την παρ. 2. Από την εφαρμογή της πρόσθετης μεθοδολογίας προσδιορισμού προκύπτει πρόσθετη συνολική βαθμολογία για κάθε οντότητα της παρ. 1 που αξιολογείται, βάσει της οποίας η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να λάβει ένα από τα μέτρα που αναφέρονται στην περ. γ) της παρ. 10.

3.

Τα O-SII προσδιορίζονται σύμφωνα με την παρ. 1. Η συστημική σημασία τους εκτιμάται με βάση τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

  • α) το μέγεθος,
  • β) τη σημασία για την οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Ελλάδος,
  • γ) τη σημασία των διασυνοριακών δραστηριοτήτων,
  • δ) τον βαθμό διασύνδεσης του ιδρύματος ή του ομίλου

με το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

4.

Κάθε G-SII διατηρεί, σε ενοποιημένη βάση, απόθεμα ασφαλείας G-SII το οποίο αντιστοιχεί στην υποκατηγορία στην οποία έχει καταταγεί το G-SII. Το εν λόγω απόθεμα ασφαλείας συνίσταται σε κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, επιπροσθέτως:

  • α) της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων του άρθρου 92 του

Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,

  • γ) οποιασδήποτε απαίτησης ιδίων κεφαλαίων βάσει

του άρθρου 96, και

  • δ) οποιασδήποτε απαίτησης τήρησης ειδικού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας κάθε

ιδρύματος του άρθρου 123.

5.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να υποχρεώνει κάθε O-SII, σε ενοποιημένη, υποενοποιημένη ή ατομική βάση, ανάλογα με την περίπτωση, να τηρεί απόθεμα ασφαλείας O-SII ύψους έως 3% επί του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του O-SII. Το εν λόγω απόθεμα ασφαλείας συνίσταται σε κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1. 5Α. Κατόπιν έγκρισης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να υποχρεώνει κάθε O-SII, σε ενοποιημένη, υποενοποιημένη ή ατομική βάση, ανάλογα με την περίπτωση, να διατηρεί απόθεμα ασφαλείας O-SII υψηλότερο του 3% επί του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013. Το εν λόγω απόθεμα ασφαλείας συνίσταται σε κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1.

6.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όταν απαιτεί την τήρηση αποθέματος ασφαλείας O-SII, τηρεί τους ακόλουθους κανόνες:

  • α) το απόθεμα ασφαλείας O-SII δεν πρέπει να προκαλεί

δυσαναλόγως δυσμενείς επιπτώσεις στο σύνολο ή σε τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος άλλων κρατών μελών ή της Ένωσης συνολικά, θέτοντας εμπόδια στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς,

  • β) το απόθεμα ασφαλείας O-SII πρέπει να επανεξετάζεται τουλάχιστον ετησίως.
7.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, πριν καθορίσει ή επανακαθορίσει απόθεμα ασφαλείας O-SII, το γνωστοποιεί στο ΕΣΣΚ έναν (1) μήνα πριν από τη δημοσίευση της απόφασης που αναφέρεται στην παρ. 5 και, ομοίως, τρεις (3) μήνες πριν από τη δημοσίευση της απόφασης που αναφέρεται στην παρ. 5Α. Οι εν λόγω γνωστοποιήσεις περιγράφουν αναλυτικά:

  • α) τους λόγους για τους οποίους το απόθεμα ασφαλείας O-SII θεωρείται πιθανώς αποτελεσματικό και αναλογικό για την μείωση του κινδύνου,
  • β) την εκτίμηση του πιθανού θετικού ή αρνητικού αντικτύπου του αποθέματος ασφαλείας O-SII στην εσωτερική αγορά βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών,
  • γ) το επιθυμητό ποσοστό του αποθέματος ασφαλείας

O-SII.

8.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 125 και της παρ. 5 του παρόντος, όταν ένα O-SII είναι θυγατρική ενός G-SII ή ενός O-SII που αποτελεί είτε ίδρυμα είτε όμιλο με επικεφαλής μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ και υπόκειται σε απόθεμα ασφαλείας O-SII σε ενοποιημένη βάση, το απόθεμα ασφαλείας που εφαρμόζεται σε ατομική ή υποενοποιημένη βάση στο O-SII δεν υπερβαίνει το χαμηλότερο από τα κατωτέρω:

  • α) το άθροισμα του μεγαλύτερου ποσοστού αποθέματος ασφαλείας G-SII ή O-SII που εφαρμόζεται στον όμιλο

σε ενοποιημένη βάση συν του 1 % του συνολικού ποσού του ανοίγματος σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, και

  • β) το 3 % του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο

που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 ή το ποσοστό που έχει εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εφαρμόζεται στον όμιλο σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με την παρ. 5Α.

9.

Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε υποκατηγορίες G-SII. Το κατώτατο όριο και τα όρια μεταξύ κάθε υποκατηγορίας καθορίζονται από τις βαθμολογίες βάσει της μεθοδολογίας προσδιορισμού που αναφέρεται στην παρ. 2. Οι οριακές βαθμολογίες μεταξύ γειτονικών υποκατηγοριών καθορίζονται σαφώς και ακολουθείται η αρχή ότι υπάρχει σταθερή γραμμική αύξηση της συστημικής σημασίας μεταξύ κάθε υποκατηγορίας, που έχει ως αποτέλεσμα τη γραμμική αύξηση της απαίτησης πρόσθετου κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, με εξαίρεση την υποκατηγορία πέντε και οποιαδήποτε πρόσθετη ανώτερη υποκατηγορία. Για τους σκοπούς της παρούσας, ως «συστημική σημασία» νοείται ο αναμενόμενος αντίκτυπος της ενδεχόμενης δυσχέρειας του G-SII στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική αγορά. Για την κατώτατη υποκατηγορία ισχύει απόθεμα ασφαλείας G-SII ίσο με το 1 % του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και το απόθεμα ασφαλείας για κάθε υποκατηγορία αυξάνεται ανά βαθμίδα κατά τουλάχιστον 0,5 % του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του εν λόγω Κανονισμού.

10.

Με την επιφύλαξη των παρ. 1 και 9 και χρησιμοποιώντας τις υποκατηγορίες και τις οριακές βαθμολογίες που αναφέρονται στην παρ. 9, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί:

  • α) να ανακατατάσσει ένα G-SII από κατώτερη υποκατηγορία σε ανώτερη υποκατηγορία,
  • β) να κατατάσσει οντότητα κατά την παρ. 1 που έχει

συνολική βαθμολογία σύμφωνα με την παρ. 2 χαμηλότερη από την οριακή βαθμολογία της κατώτατης υποκατηγορίας σε αυτήν την υποκατηγορία ή σε ανώτερη, προσδιορίζοντάς την κατ’ αυτό τον τρόπο ως G-SII,

  • γ) λαμβάνοντας υπόψη τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης, επί τη βάσει της πρόσθετης συνολικής βαθμολογίας

που αναφέρεται στην παρ. 2Α, να ανακατατάσσει ένα G-SII από ανώτερη υποκατηγορία σε κατώτερη υποκατηγορία.

11.

Καταργείται.

12.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποιεί στο ΕΣΣΚ τις επωνυμίες των G-SII και O-SII και την αντίστοιχη υποκατηγορία στην οποία κατατάσσεται κάθε G-SII. Η γνωστοποίηση περιέχει πλήρη αιτιολόγηση για την απόφαση που τυχόν έλαβε σύμφωνα με τις περ. α), β) και γ) της παρ. 10. Η Τράπεζα Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επανεξετάζει ετησίως τον προσδιορισμό των G-SII και O-SII και την κατάταξη των G-SII στις αντίστοιχες υποκατηγορίες και γνωστοποιεί το αποτέλεσμα στο εμπλεκόμενο συστημικά σημαντικό ίδρυμα και στο ΕΣΣΚ. Επιπλέον, δημοσιοποιεί τον ενημερωμένο κατάλογο των προσδιοριζόμενων συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων και την υποκατηγορία στην οποία κατατάσσεται κάθε προσδιοριζόμενο G-SII.

13.

Καταργείται.

14.

Όταν ένας όμιλος, σε ενοποιημένη βάση, υποχρεούται σε σχηματισμό αποθέματος ασφαλείας G-SII και αποθέματος ασφαλείας O-SII, εφαρμόζεται το υψηλότερο εξ αυτών.

15.

Όταν ένα ίδρυμα υποχρεούται σε σχηματισμό αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου, το οποίο έχει οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 125, το εν λόγω απόθεμα ασφαλείας είναι σωρευτικό με το απόθεμα ασφαλείας O-SII ή το απόθεμα ασφαλείας G-SII που εφαρμόζεται σύμφωνα με το παρόν. Όταν το άθροισμα του ποσοστού αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου, όπως υπολογίζεται για τους σκοπούς των παρ. 9, 10 ή 11 του άρθρου 125, και του ποσοστού αποθέματος ασφαλείας O-SII ή του ποσοστού αποθέματος ασφαλείας G-SII στο οποίο υπόκειται το ίδιο ίδρυμα είναι υψηλότερο του 5 %, εφαρμόζεται η διαδικασία της παρ. 5Α.

16.

Καταργείται.

17.

Καταργείται.»

Άρθρο 42

Απαίτηση για τη διατήρηση αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου Αντικατάσταση του άρθρου 125 του v. 4261/2014 (παρ. 49 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Το άρθρο 125 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 125 Απαίτηση για τη διατήρηση αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου (άρθρο 133 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Είναι δυνατή η καθιέρωση αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου από κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, ή για ένα ή περισσότερα υποσύνολα αυτού, σε όλα ή σε υποσύνολο ανοιγμάτων, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 5. Η εν λόγω απαίτηση διατήρησης αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου αποσκοπεί στην αποτροπή και τον μετριασμό των μακροπροληπτικών ή συστημικών κινδύνων που δεν καλύπτονται από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και από τα άρθρα 123 και 124 του παρόντος νόμου, κατά την έννοια του κινδύνου διαταραχής του χρηματοπιστωτικού συστήματος με πιθανότητα σοβαρών αρνητικών επιπτώσεων για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την πραγματική οικονομία σε συγκεκριμένο κράτος μέλος.

2.

Τα ιδρύματα υπολογίζουν το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου ως εξής: BSR = • rT ET + Σ ri • Ei όπου: BSR = το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου, rT = το ποσοστό αποθέματος ασφαλείας που εφαρμόζεται στο συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο ενός ιδρύματος, ET = το συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο ενός ιδρύματος υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, i = ο δείκτης που δηλώνει το υποσύνολο των ανοιγμάτων που αναφέρονται στην παρ. 5, ri = το ποσοστό αποθέματος ασφαλείας που εφαρμόζεται στο ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο του υποσυνόλου ανοιγμάτων i και Ei = το ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο ενός ιδρύματος για το υποσύνολο ανοιγμάτων i υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013.

3.

Για τους σκοπούς της παρ. 1, υπεύθυνη για τον καθορισμό του αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου και τον προσδιορισμό των ανοιγμάτων και των υποσυνόλων ιδρυμάτων στα οποία εφαρμόζεται είναι η εντεταλμένη αρχή.

4.

Για τους σκοπούς της παρ. 1, η εντεταλμένη αρχή δύναται να απαιτεί από τα ιδρύματα να τηρούν απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου από κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παρ. 2, σε ατομική, ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τα άρθρα 6 έως 24 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013.

5.

Το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου μπορεί να εφαρμόζεται στα εξής:

  • α) όλα τα ανοίγματα στην Ελλάδα,
  • β) τις ακόλουθες κατηγορίες ανοιγμάτων, εφόσον υφίστανται στην Ελλάδα:
  • αα) όλα τα ανοίγματα λιανικής σε φυσικά πρόσωπα

που εξασφαλίζονται με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία,

  • ββ) όλα τα ανοίγματα σε νομικά πρόσωπα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί εμπορικών ακινήτων,
  • γγ) όλα τα ανοίγματα σε νομικά πρόσωπα εξαιρουμένων αυτών που ορίζονται στην υποπερ. ββ),
  • δδ) όλα τα ανοίγματα σε φυσικά πρόσωπα εξαιρουμένων αυτών που ορίζονται στην υποπερ. αα),
  • γ) όλα τα ανοίγματα σε άλλα κράτη μέλη, με την επιφύλαξη των παρ. 11 και 14,
  • δ) τις κατηγορίες ανοιγμάτων που ορίζονται στην

περ. β), τα οποία υφίστανται σε άλλα κράτη μέλη, με μόνο σκοπό την αναγνώριση τυχόν ποσοστού αποθέματος ασφαλείας που έχει οριστεί από άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 126,

  • ε) ανοίγματα σε τρίτες χώρες,
  • στ) υποσύνολα κάθε μιας από τις κατηγορίες ανοιγμάτων που προσδιορίζονται στην περ. β).
6.

Το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου εφαρμόζεται σε όλα τα ανοίγματα ή σε υποσύνολο ανοιγμά απαιτήσεις για διαφορετικά υποσύνολα ιδρυμάτων και ανοιγμάτων. Το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου δεν αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των κινδύνων που καλύπτονται από τα άρθρα 123 και 124.

7.

Η εντεταλμένη αρχή, όταν απαιτεί την τήρηση αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου, λαμβάνει υπόψη τα παρακάτω:

  • α) το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου δεν

προκαλεί δυσανάλογες δυσμενείς επιπτώσεις στο σύνολο ή σε τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος άλλων κρατών μελών ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά, εμποδίζοντας την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς,

  • β) το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου επανεξετάζεται από την εντεταλμένη αρχή τουλάχιστον ανά

διετία,

  • γ) το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου δεν

χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση κινδύνων που καλύπτονται από τα άρθρα 123 και 124.

8.

α) Η εντεταλμένη αρχή ειδοποιεί το ΕΣΣΚ, πριν προβεί σε δημοσίευση της απόφασής της σύμφωνα με την παρ. 12. Περαιτέρω, όταν το ίδρυμα, στο οποίο εφαρμόζονται ένα ή περισσότερα ποσοστά αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου, αποτελεί θυγατρική μητρικής εταιρείας εγκατεστημένης σε άλλο κράτος μέλος, η εντεταλμένη αρχή ειδοποιεί, επίσης τις αρχές του εν λόγω κράτους μέλους. Η εντεταλμένη αρχή ειδοποιεί, επίσης, το ΕΣΣΚ, όταν ποσοστό αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου εφαρμόζεται σε ανοίγματα σε τρίτες χώρες.

  • β) Οι εν λόγω ειδοποιήσεις καθορίζουν αναλυτικά:
  • αα) τους μακροπροληπτικούς ή συστημικούς κινδύνους στην Ελλάδα,
  • ββ) τους λόγους για τους οποίους οι εν λόγω μακροπροληπτικοί ή συστημικοί κίνδυνοι απειλούν τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικούσυστήματος της Ελλάδας, με αιτιολόγηση του ποσοστού του αποθέματος

ασφαλείας συστημικού κινδύνου,

  • γγ) τους λόγους για τους οποίους το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου θεωρείται ότι είναι πιθανό να

είναι αποτελεσματικό και αναλογικό για τον μετριασμό του κινδύνου,

  • δδ) εκτίμηση του πιθανού θετικού ή αρνητικού αντικτύπου του αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου στην εσωτερική αγορά βάσει των διαθέσιμων

πληροφοριών,

  • εε) το ποσοστό ή τα ποσοστά του αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου που η εντεταλμένη αρχή

προτίθεται να επιβάλει και τα ανοίγματα στα οποία εφαρμόζονται τα ποσοστά και τα ιδρύματα που υπόκεινται στα ποσοστά αυτά, στστ) όταν το ποσοστό του αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου εφαρμόζεται σε όλα τα ανοίγματα, επεξήγηση των λόγων για τους οποίους η εντεταλμένη αρχή θεωρεί ότι το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου δεν επικαλύπτει τη λειτουργία του αποθέματος ασφαλείας O-SII που προβλέπεται στο άρθρο 124.

  • γ) Σε περίπτωση που με την απόφαση καθορισμού του

ποσοστού αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου μειώνεται ή δεν τροποποιείται το ποσοστό αποθέματος ασφαλείας που είχε καθοριστεί προηγουμένως, η εντεταλμένη αρχή συμμορφώνεται μόνο με την παρούσα παράγραφο.

9.

Όταν ο καθορισμός ή επανακαθορισμός ποσοστού ή ποσοστών αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου σε οποιαδήποτε κατηγορία ή υποκατηγορία ανοιγμάτων της παρ. 5 που υπόκειται σε ένα ή περισσότερα αποθέματα ασφαλείας συστημικού κινδύνου δεν έχει ως αποτέλεσμα συνολικό ποσοστό αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου υψηλότερο του 3% για οποιοδήποτε από τα ανοίγματα αυτά, η εντεταλμένη αρχή ειδοποιεί το ΕΣΣΚ σύμφωνα με την παρ. 8 έναν (1) μήνα πριν από τη δημοσίευση της απόφασης της παρ. 12. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η αναγνώριση ποσοστού αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου που ορίζει άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 126, δεν προσμετράται για το όριο του 3 %.

10.

α) Όταν ο καθορισμός ή επανακαθορισμός ποσοστού ή ποσοστών αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου σε οποιαδήποτε κατηγορία ή υποκατηγορία ανοιγμάτων της παρ. 5 που υπόκειται σε ένα ή περισσότερα αποθέματα ασφαλείας συστημικού κινδύνου έχει ως αποτέλεσμα συνολικό ποσοστό αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου υψηλότερο του 3 % και έως 5 %, για οποιοδήποτε από τα ανοίγματα αυτά, η εντεταλμένη αρχή ζητεί τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την ειδοποίηση που υποβάλλεται σύμφωνα με την παρ. 8. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή γνωμοδοτεί εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή της ειδοποίησης. Όταν η γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι αρνητική, η εντεταλμένη αρχή συμμορφώνεται με τη γνώμη αυτή ή αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν το πράττει.

  • β) Όταν ένα ίδρυμα στο οποίο εφαρμόζονται ένα ή περισσότερα ποσοστά αποθέματος ασφαλείας συστημικού

κινδύνου αποτελεί θυγατρική μητρικής εταιρείας εγκατεστημένης σε άλλο κράτος μέλος, η εντεταλμένη αρχή ζητεί, με την ειδοποίηση που υποβάλλεται σύμφωνα με την παρ. 8, σύσταση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΕΣΣΚ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΕΣΣΚ παρέχουν το καθένα τις οικείες συστάσεις εντός έξι (6) μηνών από την παραλαβή της ειδοποίησης.

  • γ) Όταν υπάρχει διαφωνία μεταξύ της εντεταλμένης

αρχής και της αρχής άλλου κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένη μητρική ή θυγατρική ως προς το ποσοστό ή τα ποσοστά αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου που είναι εφαρμοστέα στο εν λόγω ίδρυμα και στην περίπτωση αρνητικής σύστασης τόσο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και του ΕΣΣΚ, η εντεταλμένη αρχή ή η αρχή του άλλου κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένη μητρική ή θυγατρική μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010 (L 331/12). Η απόφαση καθορισμού του ποσοστού ή των απόφαση η ΕΑΤ.

11.

Όταν ο καθορισμός ή επανακαθορισμός ποσοστού ή ποσοστών αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου σε οποιαδήποτε κατηγορία ή υποκατηγορία ανοιγμάτων της παρ. 5, που υπόκειται σε ένα ή περισσότερα αποθέματα ασφαλείας συστημικού κινδύνου, έχει ως αποτέλεσμα συνολικό ποσοστό αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου άνω του 5 %, για οποιοδήποτε από τα ανοίγματα αυτά, η εντεταλμένη αρχή ζητεί την έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πριν από την εφαρμογή του αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου.

12.

Η εντεταλμένη αρχή ανακοινώνει τον καθορισμό ή τον επανακαθορισμό ενός ή περισσότερων ποσοστών αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου με δημοσίευση στον ιστότοπό της. Η εν λόγω δημοσίευση περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

  • α) το ποσοστό ή τα ποσοστά αποθέματος ασφαλείας

συστημικού κινδύνου,

  • β) τα ιδρύματα στα οποία εφαρμόζεται το απόθεμα

ασφαλείας συστημικού κινδύνου,

  • γ) τα ανοίγματα στα οποία εφαρμόζεται το ποσοστό

ή τα ποσοστά αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου,

  • δ) αιτιολόγηση του καθορισμού ή επανακαθορισμού

του ποσοστού ή των ποσοστών αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου,

  • ε) την ημερομηνία από την οποία τα ιδρύματα εφαρμόζουν το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου,

όπως αυτό καθορίστηκε ή επανακαθορίστηκε, και

  • στ) τα ονόματα των χωρών στις οποίες υφίστανται τα

ανοίγματα που προσμετρώνται στο απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου. Όταν η δημοσίευση των πληροφοριών που αναφέρονται στην περ. δ) θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι εν λόγω πληροφορίες δεν περιλαμβάνονται στη δημοσίευση.

13.

Αν κάποιο ίδρυμα δεν τηρεί πλήρως την απαίτηση της παρ. 1, του επιβάλλονται οι περιορισμοί της διανομής κερδών που αναφέρονται στις παρ. 3 και 4 του άρθρου

131.

Αν η εφαρμογή των περιορισμών της διανομής κερδών οδηγεί σε ανεπαρκή βελτίωση του κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 του ιδρύματος λαμβάνοντας υπόψη τον σχετικό συστημικό κίνδυνο η εντεταλμένη αρχή δύναται να λάβει πρόσθετα μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 56.

14.

Αν η εντεταλμένη αρχή αποφασίσει να καθορίσει το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου βάσει των ανοιγμάτων σε άλλα κράτη μέλη, το απόθεμα καθορίζεται στο ίδιο ποσοστό σε όλα τα ανοίγματα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκτός αν το απόθεμα ασφαλείας καθορίζεται, προκειμένου να αναγνωριστεί το ποσοστό αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου που έχει καθορίσει άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 126.»

Άρθρο 43

Αναγνώριση ποσοστού αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου - Αντικατάσταση του άρθρου 126 του v. 4261/2014 (παρ. 49 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Το άρθρο 126 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 126 Αναγνώριση ποσοστού αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου (άρθρο 134 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Η εντεταλμένη αρχή δύναται να αναγνωρίζει το ποσοστό του αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου που καθορίζεται από άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 125 και να εφαρμόζει το εν λόγω ποσοστό στα ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα για τα ανοίγματά τους στο κράτος μέλος που καθορίζει το εν λόγω ποσοστό αποθέματος.

2.

Εφόσον η εντεταλμένη αρχή αναγνωρίζει, σύμφωνα με την παρ. 1, το ποσοστό αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου για τα ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, ειδοποιεί σχετικά το ΕΣΣΚ.

3.

Όταν η εντεταλμένη αρχή αποφασίζει την αναγνώριση ποσοστού αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου σύμφωνα με την παρ. 1, λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες που έχει υποβάλει το κράτος μέλος το οποίο έχει καθορίσει το εν λόγω ποσοστό σύμφωνα με τις παρ. 9 και 13 του άρθρου 133 της Οδηγίας 2013/36/ΕΚ.

4.

Όταν η εντεταλμένη αρχή αναγνωρίζει ποσοστό αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου για τα ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, το εν λόγω απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου δύναται να είναι σωρευτικό με το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου που εφαρμόζεται κατά το άρθρο 125, υπό τον όρο ότι τα αποθέματα ασφαλείας καλύπτουν διαφορετικούς κινδύνους. Όταν τα αποθέματα ασφαλείας καλύπτουν τους ίδιους κινδύνους, εφαρμόζεται μόνο το υψηλότερο απόθεμα ασφαλείας.

5.

Όταν η εντεταλμένη αρχή καθορίζει ποσοστό αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 125, δύναται να ζητεί από το ΕΣΣΚ να εκδώσει σύσταση κατά την έννοια του άρθρου 16 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1092/2010 προς ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, τα οποία ενδέχεται να αναγνωρίσουν το ποσοστό αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου.

Άρθρο 44

Καθορισμός ποσοστών αντικυκλικών αποθεμάτων ασφαλείας - Τροποποίηση του άρθρου 127 του v. 4261/2014 (παρ. 50 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Το εισαγωγικό εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 127 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται, οι παρ. 7 και 8 αντικαθίστανται και το άρθρο 127 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 127 Καθορισμός ποσοστών αντικυκλικών αποθεμάτων ασφαλείας (άρθρο 136 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζεται ως η εντεταλμένη αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος ως εντεταλμένης αρχής ασκούνται από την Εκτελεστική Επιτροπή του άρθρου 55Α του καταστατικού της ή εξουσιοδοτημένου από αυτήν οργάνου που λαμβάνει τις σχετικές αποφάσεις κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, στο πλαίσιο διμερούς διαβούλευσης, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα σε Πρωτόκολλο Συνεργασίας.

2.

Η εντεταλμένη αρχή υπολογίζει για κάθε τρίμηνο έναν οδηγό αποθέματος ως σημείο αναφοράς για τον καθορισμό του ποσοστού αντικυκλικών αποθεμάτων ασφαλείας σύμφωνα με την παρ. 3. Ο οδηγός αποθέματος αντανακλά, κατά ουσιαστικό τρόπο, τον κύκλο της πίστωσης και τους κινδύνους που οφείλονται στην υπέρμετρη ανάπτυξη της πίστωσης στην Ελλάδα και λαμβάνει υπόψη ιδιομορφίες της εθνικής οικονομίας. Βασίζεται στην απόκλιση της σχέσης της πίστωσης προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν από τη μακροπρόθεσμη τάση της, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων:

  • α) δείκτη πιστωτικής επέκτασης που να αντανακλά τις

αλλαγές στη σχέση της πίστωσης προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν,

  • β) οποιαδήποτε σχετική καθοδήγηση του ΕΣΣΚ.
3.

Η εντεταλμένη αρχή αξιολογεί τη σοβαρότητα του κυκλικού συστημικού κινδύνου και την καταλληλότητα του ποσοστού αντικυκλικού αποθέματος ασφαλείας για την Ελλάδα ανά τρίμηνο και καθορίζει ή προσαρμόζει το ποσοστό αντικυκλικού αποθέματος ασφαλείας, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο. Όταν πράττει τα ανωτέρω, η εντεταλμένη αρχή λαμβάνει υπόψη τα εξής:

  • α) τον οδηγό αποθέματος που υπολογίζεται σύμφωνα

με την παρ. 2,

  • β) οποιαδήποτε σχετική καθοδήγηση του ΕΣΣΚ συμπεριλαμβανομένων τυχόν συστάσεων αυτού,
  • γ) άλλες μεταβλητές τις οποίες η εντεταλμένη αρχή

θεωρεί σχετικές για την αντιμετώπιση του κυκλικού συστημικού κινδύνου.

4.

Το ποσοστό αντικυκλικού αποθέματος ασφαλείας, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοιγμάτων σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 των ιδρυμάτων που είναι εκτεθειμένα σε πιστωτικό κίνδυνο στην Ελλάδα, κυμαίνεται μεταξύ 0% και 2,5%, βαθμονομημένο σε βήματα 0,25% ή πολλαπλάσια του 0,25%. Για τους σκοπούς της παρ. 2 του άρθρου 130, η εντεταλμένη αρχή μπορεί να καθορίζει το ποσοστό αντικυκλικού αποθέματος ασφαλείας σε ύψος άνω του 2,5% του συνολικού ποσού ανοιγμάτων σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, εφόσον τούτο δικαιολογείται κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 3.

5.

Όταν η εντεταλμένη αρχή ορίζει το ποσοστό αντικυκλικού αποθέματος ασφαλείας σε ύψος άνω του μηδενός για πρώτη φορά ή όπου, μετά την πρώτη φορά, αυξάνει την τιμή του ισχύοντος ποσοστού αντικυκλικού αποθέματος ασφαλείας, αποφασίζει επίσης την ημερομηνία κατά την οποία τα ιδρύματα πρέπει να εφαρμόζουν το αυξημένο ποσοστό αποθέματος για τους σκοπούς υπολογισμού του ειδικού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας κάθε ιδρύματος. Η ημερομηνία αυτή δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία ανακοίνωσης του αυξημένου ποσοστού αποθέματος ασφαλείας σύμφωνα με την παρ. 7. Αν η εν λόγω ημερομηνία απέχει λιγότερο από δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία ανακοίνωσης της αυξημένης τιμής αποθέματος ασφαλείας, η συντομότερη προθεσμία εφαρμογής δικαιολογείται στη βάση εξαιρετικών συνθηκών.

6.

Αν η εντεταλμένη αρχή μειώσει το ισχύον ποσοστό αντικυκλικού αποθέματος ασφαλείας ορίζει και ενδεικτική περίοδο κατά την οποία δεν αναμένεται αύξηση του εν λόγω αποθέματος. Η ενδεικτική περίοδος αυτή δε δεσμεύει την εντεταλμένη αρχή.

7.

Η εντεταλμένη αρχή δημοσιεύει ανά τρίμηνο στον ιστότοπό της τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

  • α) το ισχύον ποσοστό αντικυκλικού αποθέματος ασφαλείας,
  • β) τον σχετικό λόγο πίστωσης προς το Ακαθάριστο

Εγχώριο Προϊόν και την απόκλισή του από τη μακροπρόθεσμη τάση,

  • γ) τον οδηγό αποθέματος ασφαλείας που υπολογίζεται

σύμφωνα με την παρ. 2,

  • δ) αιτιολόγηση αυτού του ποσοστού αποθέματος

ασφαλείας,

  • ε) όταν αυξάνεται το ποσοστό αποθέματος ασφαλείας,

την ημερομηνία από την οποία τα ιδρύματα εφαρμόζουν αυτό το αυξημένο ποσοστό αποθέματος για τον σκοπό υπολογισμού του ειδικού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας ειδικά για το κάθε ίδρυμα,

  • στ) όταν η ημερομηνία της περ. ε) απέχει λιγότερο

από δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία της δημοσίευσης της παρούσας παραγράφου, αναφορά στις εξαιρετικές συνθήκες που δικαιολογούν τη συντομότερη προθεσμία εφαρμογής,

  • ζ) όταν το ποσοστό αποθέματος ασφαλείας μειώνεται,

την ενδεικτική περίοδο κατά την οποία δεν αναμένεται αύξηση του ποσοστού αποθέματος ασφαλείας, καθώς και αιτιολόγηση αυτής της περιόδου.

8.

Η εντεταλμένη αρχή προβαίνει σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες, ώστε να συντονιστεί ο χρόνος αυτής της δημοσίευσης με τις αντίστοιχες ανακοινώσεις των άλλων εντεταλμένων αρχών και κοινοποιεί στο ΕΣΣΚ κάθε αλλαγή του ποσοστού αντικυκλικού αποθέματος ασφαλείας, μαζί με τις απαιτούμενες πληροφορίες που ορίζονται στις περ. α) έως ζ) της παρ. 7.»

Άρθρο 45

Περιορισμοί διανομής κερδών - Τροποποίηση του άρθρου 131 του v. 4261/2014 (παρ. 51 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Οι παρ. 2 έως 7 του άρθρου 131 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίστανται και το άρθρο 131 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 131 Περιορισμοί διανομής κερδών (άρθρο 141 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Για τους σκοπούς των παρ. 2 και 3, η διανομή κερδών

  • β) διανομή μετοχών που πληρώθηκαν πλήρως ή μερικώς και διανέμονται με ευνοϊκούς όρους ή άλλων κεφαλαιακών μέσων που αναφέρονται στην περ. α) της παρ. 1

του άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,

  • γ) εξαργύρωση ή αγορά από ένα ίδρυμα ιδίων μετοχών

του ή άλλων κεφαλαιακών μέσων που αναφέρονται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 26 του εν λόγω Κανονισμού,

  • δ) ανάκτηση ποσών που καταβλήθηκαν για κεφαλαιακά μέσα που αναφέρονται στην περ. α) της παρ. 1 του

άρθρου 26 του εν λόγω Κανονισμού,

  • ε) διανομή στοιχείων που αναφέρονται στις περ. β) έως
  • ε) της παρ. 1 του άρθρου 26 του εν λόγω Κανονισμού.
2.

Ίδρυμα που πληροί τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας δεν προβαίνει σε διανομή κερδών όσον αφορά στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, στον βαθμό που μια τέτοια διανομή θα μείωνε το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να μην πληρούται πλέον η συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας.

3.

Ίδρυμα που δεν πληροί τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας υπολογίζει το μέγιστο διανεμητέο ποσό («ΜΔΠ») σύμφωνα με την παρ. 5 και το κοινοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Σε αυτή την περίπτωση δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις κάτωθι ενέργειες προτού υπολογίσει το ΜΔΠ:

  • α) διανομή κερδών όσον αφορά το κεφάλαιο κοινών

μετοχών της Κατηγορίας 1,

  • β) ανάληψη της υποχρέωσης καταβολής μεταβλητών

αποδοχών ή προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών, ή καταβολή μεταβλητών αποδοχών, εάν η υποχρέωση καταβολής δημιουργήθηκε όσο το ίδρυμα δεν πληρούσε τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας, ή

  • γ) πληρωμές σε πρόσθετα κεφαλαιακά μέσα της Κατηγορίας 1.
4.

Εφόσον ένα ίδρυμα δεν πληροί ή δεν υπερβαίνει τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας, δεν διανέμει περισσότερο από το ΜΔΠ που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με την παρ. 5 μέσω οποιασδήποτε ενέργειας από αυτές που αναφέρονται στις περ. α), β) και γ) του δευτέρου εδαφίου της παρ. 3.

5.

Το ίδρυμα υπολογίζει το ΜΔΠ πολλαπλασιάζοντας το ποσό που υπολογίσθηκε βάσει της παρ. 6 με τον συντελεστή που ορίζεται βάσει της παρ. 7. Από το ΜΔΠ αφαιρείται οποιοδήποτε ποσό προκύπτει από τις ενέργειες που αναφέρονται στις περ. α), β) ή γ) του δευτέρου εδαφίου της παρ. 3.

6.

Το ποσό που πολλαπλασιάζεται σύμφωνα με την παρ. 5 περιλαμβάνει:

  • α) οποιαδήποτε ενδιάμεσα κέρδη που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 26 του

Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, καθαρά από οποιαδήποτε διανομή κερδών ή οποιαδήποτε πληρωμή που προκύπτει από τις ενέργειες που αναφέρονται στις περ. α),

  • β) ή γ) του δεύτερου εδαφίου της παρ. 3 του παρόντος

άρθρου, πλέον

  • β) κέρδη τέλους χρήσης που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1

σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, καθαρά από οποιαδήποτε διανομή κερδών ή οποιαδήποτε πληρωμή που προκύπτει από τις ενέργειες που αναφέρονται στις περ. α), β) ή γ) του δεύτερου εδαφίου της παρ. 3 του παρόντος άρθρου, μείον

  • γ) τα ποσά που θα ήταν πληρωτέα ως φόρος, αν τα

στοιχεία που προσδιορίζονται στις περ. α) και β) της παρούσας δεν διανέμονταν.

7.

Ο συντελεστής καθορίζεται ως εξής:

  • α) όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Kατηγορίας

1 που τηρεί το ίδρυμα, και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για την εκπλήρωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, και της πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων, εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης, που καθορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 του παρόντος νόμου, εκφραζόμενο ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοιγμάτων σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του εν λόγω Κανονισμού, είναι εντός του πρώτου (δηλαδή του χαμηλότερου) τεταρτημόριου της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας, ο συντελεστής είναι 0,

  • β) όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας

1 που τηρεί το ίδρυμα, και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για την εκπλήρωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και της πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων, εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης, που καθορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 του παρόντος νόμου, εκφραζόμενο ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοιγμάτων σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του εν λόγω Κανονισμού είναι εντός του δεύτερου τεταρτημόριου της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας, ο συντελεστής είναι 0,2,

  • γ) όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας

1 που τηρεί το ίδρυμα, και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για την εκπλήρωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και της πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων, εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης, που καθορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 του παρόντος νόμου, εκφραζόμενο ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοιγμάτων σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του εν λόγω Κανονισμού είναι εντός του τρίτου τεταρτημόριου της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας, ο συντελεστής είναι 0,4,

  • δ) όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)