Νόμοι — ΦΕΚ A' 78/2021
Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας των υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες όταν δεν εκπληρώνονται πλέον οι όροι της παρ. 2, σύμφωνα με τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια αυτή, ή συντρέχει οποιοσδήποτε από τους όρους του άρθρου 19 και ιδιαίτερα όταν έχει ανακληθεί η άδεια του πιστωτικού ιδρύματος από τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας.
Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει στην Ελλάδα και επιθυμεί να παρέχει σε τρίτη χώρα, χωρίς εγκατάσταση, μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί την πρόθεσή του αυτή στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Το καθεστώς της παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να είναι ευνοϊκότερο από το αντίστοιχο των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν και λειτουργούν σε άλλο κράτος μέλος και ασκούν δραστηριότητα με ή χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα.
Η κατά το άρθρο αυτό άσκηση δραστηριοτήτων στην Ελλάδα πραγματοποιείται με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 39.
Η Τράπεζα της Ελλάδος:
- α) Εποπτεύει τη ρευστότητα των υποκαταστημάτων
στην Ελλάδα των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες.
- β) Μπορεί να καθορίζει για το σκοπό της παρούσας
κανόνες γενικής εφαρμογής, με την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά δεν μπορεί να οδηγούν σε ευνοϊκότερο καθεστώς σε σχέση με εκείνο των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν στα κράτη μέλη.
- γ) Μπορεί να αίρει, κατά περίπτωση, την υποχρέωση τήρησης ορισμένων ή όλων των προαναφερθέντων
κανόνων, με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα δεσμεύεται έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος ότι θα καλύπτει διαρκώς με ισοδύναμο τρόπο τις ανάγκες ρευστότητας των υποκαταστημάτων του στην Ελλάδα. 8A. Τα υποκαταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα και έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα υποβάλλουν έκθεση, τουλάχιστον ετησίως, στην Τράπεζα της Ελλάδος με τις ακόλουθες πληροφορίες:
- α) τα συνολικά στοιχεία του ενεργητικού που αντιστοιχούν στις δραστηριότητες του υποκαταστήματος,
- β) πληροφορίες σχετικά με τα ρευστά διαθέσιμα του
υποκαταστήματος, ιδίως τη διαθεσιμότητα των ρευστών διαθεσίμων σε νομίσματα των κρατών μελών,
- γ) τα ίδια κεφάλαια που διαθέτει το υποκατάστημα,
- δ) τις ρυθμίσεις προστασίας των καταθέσεων που είναι
διαθέσιμες στους καταθέτες στο υποκατάστημα,
- ε) τις ρυθμίσεις για τη διαχείριση των κινδύνων,
- στ) τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των επικεφαλής των κρίσιμων λειτουργιών για τις
δραστηριότητες του υποκαταστήματος,
- ζ) τα σχέδια ανάκαμψης αναφορικά με το υποκατάστημα, και
- η) κάθε άλλη πληροφορία που θεωρείται αναγκαία
από την Τράπεζα της Ελλάδος για την ενδελεχή παρακολούθηση των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος. 8B. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή των υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα και έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα και οι αρμόδιες αρχές για τα ιδρύματα που αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου τρίτης χώρας, συνεργάζονται στενά προκειμένου να διασφαλίζεται ότι όλες οι δραστηριότητες του ομίλου της εν λόγω τρίτης χώρας στην ΕΕ υπόκεινται σε συνολική εποπτεία και να αποτρέπεται η παράβαση των απαιτήσεων που ισχύουν για τους ομίλους τρίτης χώρας, δυνάμει του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 (L 176), καθώς και κάθε αρνητική επίπτωση στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ.
Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει την απαιτούμενη πληροφόρηση για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του παρόντος.».
Άρθρο 10
Ενημέρωση για άδειες υποκαταστημάτων τρίτων χωρών - Τροποποίηση του άρθρου 37 του v. 4261/2014 (περ. β’ της παρ. 11 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Το άρθρο 37 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται ως εξής: (άρθρο 47 (2) της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) για τα εξής:
- α) όλες τις άδειες λειτουργίας υποκαταστημάτων, οι
οποίες χορηγούνται στα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα, καθώς και κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση των εν λόγω αδειών,
- β) τα συνολικά στοιχεία ενεργητικού και παθητικού,
βάσει των περιοδικών εκθέσεων, των υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα σε τρίτη χώρα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα,
- γ) την επωνυμία του ομίλου τρίτης χώρας στον οποίο
ανήκει υποκατάστημα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα.».
Άρθρο 11
Υπηρεσιακό Επαγγελματικό απόρρητο Τροποποίηση του άρθρου 54 του v. 4261/2014 (παρ. 12 και 13 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Στην περ. α) της παρ. 6 του άρθρου 54 του v. 4261/2014 (Α’ 107) προστίθενται υποπερ. ζζ) και ηη), το εισαγωγικό εδάφιο της περ. β) αντικαθίσταται και η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής: «6.α) Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφενός της Τράπεζας της Ελλάδος και αφετέρου:
- αα) του Υπουργού Οικονομικών κατά την ενάσκηση
των αρμοδιοτήτων του, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 4 του π.δ. 437/19 Σεπτεμβρίου 1985 (Α’ 157) και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά την άσκηση των προβλεπόμενων από την ισχύουσα νομοθεσία αρμοδιοτήτων της,
- ββ) των ειδικών εξεταστικών επιτροπών της Βουλής,
κατά τη, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, άσκηση των καθηκόντων τους,
- γγ) των οργάνων τα οποία νόμιμα μετέχουν σε διαδικασίες εκκαθάρισης ή πτώχευσης ιδρυμάτων,
- δδ) των αναγνωρισμένων ελεγκτών, στους οποίους
έχουν νόμιμα ανατεθεί καθήκοντα ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, για την εκπλήρωση της αποστολής τους,
- εε) του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, εφόσον πρόκειται για πληροφορίες αναγκαίες για την
εκπλήρωση της αποστολής του, καθώς και στστ) τoυ Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, εφόσον πρόκειται για πληροφορίες αναγκαίες για την εκπλήρωση της αποστολής του,
- ζζ) των αρμόδιων αρχών για την εποπτεία των υπόχρεων προσώπων που αναφέρονται στα σημεία 2) και
3) του άρθρου 3 του v. 4557/2018 (Α’ 139) αναφορικά με τη συμμόρφωση με τον προαναφερόμενο νόμο, καθώς και Μονάδων Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών,
- ηη) των αρμόδιων αρχών ή φορέων που είναι υπεύθυνοι για την εφαρμογή των κανόνων περί διαρθρωτικού
διαχωρισμού στο εσωτερικό τραπεζικού ομίλου.
- β) Τηρουμένων των παρ. 1 έως 5, επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφενός της Τράπεζας της
Ελλάδος και αφετέρου:
- αα) των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία των προσώπων και οργάνων των υποπερ. γγ) και
- δδ) της περ. α) και
- ββ) προς επίρρωση της σταθερότητας και του αδιάβλητου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, του
Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων κατά την ενάσκηση των καθηκόντων εποπτείας των ανωνύμων εταιρειών, με την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες αυτές προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής των εν λόγω αρχών. Εάν ο Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων, κατά την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων του, χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες εντεταλμένων προς τούτο, λόγω ειδικών προσόντων, προσώπων που δεν ανήκουν στη δημόσια διοίκηση, η βάσει του παρόντος εδαφίου ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, να επεκταθεί και στα πρόσωπα αυτά. Η ανταλλαγή πληροφοριών λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τους ίδιους όρους και αφού ο Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων έχει προηγουμένως γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος την ταυτότητα και το ακριβές περιεχόμενο της εντολής των προσώπων στα οποία διαβιβάζονται οι πληροφορίες.
- γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να γνωστοποιεί σε
αρχές, όργανα ή πρόσωπα άλλων κρατών μελών, αντίστοιχα προς αυτά που αναφέρονται στις περ. α) και β), συμπεριλαμβανομένων αρχών ή οργάνων επιφορτισμένων με την ευθύνη για τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος στα κράτη μέλη μέσω της χρήσης μακροπροληπτικών κανόνων, των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την άσκηση των αρμοδιοτήτων εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των συμβατικών ή θεσμικών συστημάτων προστασίας της παρ. 7 του άρθρου 113 του Κανονισμού αριθμ. 575/2013, πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής τους.
- δ) Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφενός της Τράπεζας της Ελλάδος και αφετέρου:
- αα) των κεντρικών τραπεζών του ευρωπαϊκού συστήματος κεντρικών τραπεζών και άλλων οργανισμών με
παρόμοια αποστολή, όταν ενεργούν με την ιδιότητα νομισματικής αρχής, εφόσον αυτές οι πληροφορίες είναι σχετικές με την εκπλήρωση των εκ του νόμου αποστολών τους, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης νομισματικής πολιτικής και της σχετικής με αυτήν παροχής ρευστότητας, της επίβλεψης συστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού και της διαφύλαξης της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος,
- ββ) τυχόν άλλων αρχών επιφορτισμένων με την επίβλεψη των συστημάτων πληρωμών και
- γγ) του ΕΣΣΚ, της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) (εφεξής ΕΑΑΕΣ) που συστάθηκε με τον Κανονισμό
(ΕΕ) αριθμ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (EE L 331) ή της ΕΑΚΑΑ, όταν οι πληροφορίες αυτές έχουν σχέση με την άσκηση των καθηκόντων
- ε) Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να κοινοποιεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε οίκο
διακανονισμού και εκκαθάρισης ή άλλον παρόμοιο οργανισμό αναγνωρισμένο από το εθνικό δίκαιο για να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης ή διακανονισμού σε αγορά του κράτους μέλους, εάν θεωρεί ότι η κοινοποίηση αυτή είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των εν λόγω οργανισμών σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, έστω και δυνητικής, των συμμετεχόντων στις αγορές αυτές.
- στ) Σε όλες τις περιπτώσεις της παρούσας, οι λαμβανόμενες από τις αρχές, τους οργανισμούς και τα πρόσωπα
πληροφορίες υπόκεινται στους κανόνες επαγγελματικού απορρήτου της παρ. 1. Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) την ταυτότητα των αρχών ή οργάνων τα οποία μπορούν να λαμβάνουν πληροφορίες δυνάμει της παρούσας.
Άρθρο 12
Διαβίβαση πληροφοριών σε διεθνείς οργανισμούς - Προσθήκη άρθρου μετά το άρθρο 54 του v. 4261/2014 (παρ. 14 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Μετά το άρθρο 54 του v. 4261/2014 (Α’ 107) προστίθεται άρθρο 54Α ως εξής: «Άρθρο 54Α Διαβίβαση πληροφοριών σε διεθνείς οργανισμούς (άρθρο 58α της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Με την επιφύλαξη των παρ. 1 και 4 του άρθρου 54 ή της παρ. 1 του άρθρου 74 του v. 4514/2018 (Α’ 14), η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται, υπό την επιφύλαξη των παρ. 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου να διαβιβάζει ή να ανταλλάσσει ορισμένες πληροφορίες με τους ακόλουθους φορείς:
- α) το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια
Τράπεζα, για τους σκοπούς των αξιολογήσεων του Προγράμματος Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα,
- β) την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, για τη μελέτη
ποσοτικών επιπτώσεων,
- γ) το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας,
για την οικεία λειτουργία επιτήρησης.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ανταλλάσσει εμπιστευτικές πληροφορίες μόνο κατόπιν ρητού αιτήματος του σχετικού φορέα, εφόσον πληρούνται τουλάχιστον οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) το αίτημα είναι δεόντως δικαιολογημένο από τα
ειδικά καθήκοντα που εκτελεί ο αιτών φορέας σύμφωνα με την καταστατική αποστολή του,
- β) το αίτημα είναι αρκούντως ακριβές ως προς τη
φύση, την έκταση και τον μορφότυπο των ζητούμενων πληροφοριών, καθώς και τα μέσα της κοινοποίησης ή διαβίβασής του,
- γ) οι ζητούμενες πληροφορίες είναι απολύτως απαραίτητες για την εκτέλεση των συγκεκριμένων καθηκόντων
του αιτούντος φορέα και δεν υπερβαίνουν τα καταστατικά καθήκοντα που έχουν ανατεθεί σε αυτόν,
- δ) οι πληροφορίες διαβιβάζονται ή γνωστοποιούνται
αποκλειστικά στα πρόσωπα τα οποία εμπλέκονται άμεσα στην εκτέλεση των συγκεκριμένων καθηκόντων,
- ε) τα πρόσωπα που έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες
υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμες με τις προβλεπόμενες στην παρ. 1 του άρθρου 54 ή στην παρ. 1 του άρθρου 74 του v. 4514/2018.
Εφόσον το αίτημα υποβάλλεται από οποιαδήποτε από τις οντότητες που αναφέρονται στην παρ. 1, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να διαβιβάζει μόνο συγκεντρωτικά ή ανωνυμοποιημένα στοιχεία και δύναται να ανταλλάσσει άλλες πληροφορίες μόνο στις εγκαταστάσεις της.
Στον βαθμό που η γνωστοποίηση πληροφοριών αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τον αιτούντα φορέα συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις που ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 (L 119) και τον v. 4624/2019 (Α’ 137).».
Άρθρο 13
Υποχρεώσεις των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με τον νόμιμο έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των ιδρυμάτων - Τροποποίηση του άρθρου 55 του v. 4261/2014 (παρ. 15 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Στην παρ. 1 του άρθρου 55 του v. 4261/2014 (Α’ 107) προστίθεται περ. γ) και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 55 Υποχρεώσεις των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με τον νόμιμο έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των ιδρυμάτων (άρθρο 63 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
α) Οι ορκωτοί ελεγκτές-λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες ή κοινοπραξίες ορκωτών ελεγκτών-λογιστών που διενεργούν είτε τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των ιδρυμάτων είτε κάθε άλλη νόμιμη αποστολή, στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, υποχρεούνται να γνωστοποιούν χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στην Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αναφορικά με το ίδρυμα που ελέγχουν, κάθε απόφαση ή γεγονός που περιήλθε σε γνώση τους κατά την άσκηση του έργου τους, εφόσον αυτή η απόφαση ή το γεγονός είναι δυνατόν:
- αα) να αποτελεί ουσιαστική παράβαση των νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων που θεσπίζουν τις
προϋποθέσεις άδειας λειτουργίας ή διέπουν ειδικά την άσκηση δραστηριότητας των ιδρυμάτων,
- ββ) να θίγει τη συνέχιση της λειτουργίας του ιδρύματος
ή να οδηγήσει σε άρνηση της έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων του ιδρύματος ή σε διατύπωση επιφυλάξεων επ’ αυτών.
- β) Η ίδια υποχρέωση ενημέρωσης της Τράπεζας της
Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ισχύει για τα ως τους σε οικονομική μονάδα που διατηρεί στενούς δεσμούς με το ίδρυμα κατά την έννοια του σημείου 38 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού αριθμ. 575/2013, απορρέοντες από δεσμό ελέγχου.
- γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να απαιτεί την αντικατάσταση προσώπου
που αναφέρεται στην περ. α), εάν το εν λόγω πρόσωπο παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της εν λόγω περίπτωσης.».
Άρθρο 14
Εποπτικές εξουσίες και εξουσίες επιβολής κυρώσεων - Τροποποίηση του άρθρου 56 του v. 4261/2014 (παρ. 16 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Το άρθρο 56 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 56 Εποπτικές εξουσίες και εξουσίες επιβολής κυρώσεων (άρθρο 64 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ασκεί τις εποπτικές αρμοδιότητες και επιβάλλει τις κυρώσεις που προβλέπονται στον παρόντα και στη λοιπή ισχύουσα νομοθεσία:
- α) άμεσα ή
- β) σε συνεργασία με άλλες αρχές, ή
- γ) υπό την ευθύνη της, με ανάθεση καθηκόντων στις
αρχές της περ. β), ή
- δ) με τη συνδρομή των αρμόδιων δικαστικών αρχών.
Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά την άσκηση των εποπτικών τους αρμοδιοτήτων και των εξουσιών τους για την επιβολή κυρώσεων, αναφέρουν τους λόγους στους οποίους βασίζονται, οι οποίοι δύνανται να προκύπτουν και να συμπληρώνονται από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης.».
Άρθρο 15
Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα για παραβάσεις των απαιτήσεων παροχής άδειας λειτουργίας και των απαιτήσεων για απόκτηση ειδικών συμμετοχών επί πιστωτικών ιδρυμάτων - Τροποποίηση του άρθρου 58 του v. 4261/2014 (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Στην παρ. 1 του άρθρου 58 του v. 4261/2014 (Α’ 107) προστίθεται περ. στ) και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 58 Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα για παραβάσεις των απαιτήσεων παροχής άδειας λειτουργίας και των απαιτήσεων για απόκτηση ειδικών συμμετοχών επί πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρο 66 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει με απόφασή της τις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα της παρ. 2 στις εξής περιπτώσεις:
- α) αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό χωρίς ο αποδέκτης να είναι πιστωτικό
ίδρυμα, κατά παράβαση του άρθρου 9,
- β) έναρξη ή άσκηση δραστηριότητας χωρίς την απαιτούμενη κατά περίπτωση άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος,
- γ) απόκτηση, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε
πιστωτικό ίδρυμα ή περαιτέρω αύξηση, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των κατεχόμενων μεριδίων κεφαλαίου να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 23 ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να καταστεί θυγατρική επιχείρηση του αποκτώντος ή αυξάνοντος τη συμμετοχή, χωρίς έγγραφη γνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος ότι αυτός επιδιώκει είτε να αποκτήσει ειδική συμμετοχή ή να την αυξήσει, κατά το χρονικό διάστημα αξιολόγησης, ή παρά την αντίθετη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 23,
- δ) παύση κατοχής, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα ή μείωση της ειδικής συμμετοχής ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των κατεχόμενων μεριδίων κεφαλαίου να είναι
μικρότερη από τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 26 ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να παύσει να είναι θυγατρική επιχείρηση, χωρίς έγγραφη γνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος,
- ε) μη τήρηση των υποχρεώσεων γνωστοποίησης στην
Τράπεζα της Ελλάδος περί της αλλαγής της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικά πρόσωπα, κατόχους συμμετοχής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 23 ή εφόσον δεν υπάρξει συμμόρφωση προς την τυχόν απαίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για την εφαρμογή των προβλεπομένων στις περ. β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 15,
- στ) μη υποβολή αίτησης για έγκριση κατά παράβαση
του άρθρου 22Α ή οποιαδήποτε άλλη παράβαση των απαιτήσεων του εν λόγω άρθρου.».
Άρθρο 16
Λοιπές περιπτώσεις επιβολής κυρώσεων από την Τράπεζα της Ελλάδος - Τροποποίηση του άρθρου 59 του v. 4261/2014 (παρ. 18 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Μετά την παρ. 1 του άρθρου 59 του v. 4261/2014 (Α’ 107) προστίθεται παρ. 1Α και το άρθρο 59 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 59 Λοιπές περιπτώσεις επιβολής κυρώσεων από την Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 67 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις που πιστωτικό ίδρυμα:
- α) απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς ή ανακριβείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλο μη σύννομο
τρόπο,
- β) αφού πληροφορήθηκε για αγορές ή εκχωρήσεις
συμμετοχών στο κεφάλαιό του, οι οποίες αυξάνουν τα παρόντος νόμου, δεν ενημέρωσε την Τράπεζα της Ελλάδος σχετικά με αυτές τις αγορές ή εκχωρήσεις, όπως ο νόμος ορίζει,
- γ) το οποίο δεν κοινοποιεί, τουλάχιστον σε ετήσια
βάση, στην Τράπεζα της Ελλάδος τα ονόματα των μετόχων ή εταίρων που έχουν ειδικές συμμετοχές καθώς και τα ποσοστά των συμμετοχών αυτών, όπως ο νόμος ορίζει,
- δ) δεν εφαρμόζει πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης,
όπως απαιτείται από το άρθρο 66 του παρόντος νόμου,
- ε) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση προς
την υποχρέωση ικανοποίησης των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 στην Τράπεζα της Ελλάδος, κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 99 του εν λόγω Κανονισμού,
- στ) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή
στοιχεία και πληροφορίες στην Τράπεζα της Ελλάδος σε σχέση με τα στοιχεία του άρθρου 101 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,
- ζ) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία και πληροφορίες στην Τράπεζα της Ελλάδος σχετικά
με ένα μεγάλο χρηματοδοτικό άνοιγμα, κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 394 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,
- η) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία και πληροφορίες στην Τράπεζα της Ελλάδος σχετικά
με τη ρευστότητά του, κατά παράβαση των παρ. 1 και 2
- θ) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία και πληροφορίες στην Τράπεζα της Ελλάδος σχετικά
με το δείκτη μόχλευσης, κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 430 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,
- ι) δεν διατηρεί κατ’ εξακολούθηση και σε βάθος χρόνου ρευστά διαθέσιμα, κατά παράβαση του άρθρου 412
- ια) παρουσιάζει χρηματοδοτικό άνοιγμα πέραν των
ορίων που θέτει το άρθρο 395 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,
- ιβ) που είναι εκτεθειμένο στον πιστωτικό κίνδυνο μιας
θέσης τιτλοποίησης που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 405 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,
- ιγ) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή
στοιχεία και πληροφορίες κατά παράβαση των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 431 ή της παρ. 1 του άρθρου 451 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,
- ιδ) προβαίνει σε πληρωμές σε κατόχους μέσων που
περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος, κατά παράβαση του άρθρου 131 του παρόντος νόμου ή σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα άρθρα 28, 52 ή 63 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 απαγορεύουν τις εν λόγω πληρωμές σε κατόχους μέσων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια,
- ιε) διόρισε ή δεν αντικατέστησε αμελλητί τα πρόσωπα
που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του άρθρου 83 του παρόντος νόμου. 1Α. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται επίσης σε περίπτωση που μητρικό ίδρυμα, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών δεν προβαίνει σε ενέργεια που ενδέχεται να απαιτείται, προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στα άρθρα 92 έως 403 και 411 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 (L 176) ή επιβάλλονται δυνάμει της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 ή του άρθρου 98 του παρόντος σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση.
Τηρουμένων των διατάξεων του καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος και των κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου κανονιστικών πράξεων, η Τράπεζα της Ελλάδος στις περιπτώσεις της παρ. 1, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση παράβασης του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων, επιβάλλει με απόφασή της, διαζευκτικά ή σωρευτικά, διοικητικές κυρώσεις και διοικητικά μέτρα, τα οποία περιλαμβάνουν τα εξής:
- α) δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται το
υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, το ίδρυμα, η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, καθώς και η φύση της παράβασης,
- β) εντολή προς το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψής της στο μέλλον,
- γ) στην περίπτωση ιδρύματος, ανάκληση της άδειας
λειτουργίας του κατά την ισχύουσα νομοθεσία,
- δ) προσωρινή απαγόρευση κατά των προσώπων της
παρ. 2 του άρθρου 57 του παρόντος νόμου να ασκούν καθήκοντα σε ιδρύματα,
- ε) στην περίπτωση νομικού προσώπου, χρηματικά
πρόστιμα ύψους έως το 10% του συνολικού καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένων των ακαθάριστων εσόδων που συνίσταται σε τόκους εισπρακτέους και εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και εισπρακτέες προμήθειες ή αμοιβές σύμφωνα με το άρθρο 316 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 της επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση,
- στ) στην περίπτωση φυσικού προσώπου, χρηματικά
πρόστιμα μέχρι και πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ,
- ζ) χρηματικά πρόστιμα μέχρι και το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που
αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν. Σε περίπτωση που επιχείρηση της περ. ε’ της παρούσας παραγράφου είναι θυγατρική μητρικής επιχείρησης, τα σχετικά ακαθάριστα έσοδα θα είναι τα ακαθάριστα έσοδα που προκύπτουν από τις ενοποιημένες καταστάσεις της ανώτατης μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση.
Ο Διοικητής ή ο Πρόεδρος, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, οι ελεγκτές, οι αρμόδιοι διευθυντές και οι υπάλληλοι, κάθε πιστωτικού ιδρύματος τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή με αμφότερες τις
- α) παραλείπουν ή παραποιούν εκ προθέσεως την εγγραφή σημαντικής συναλλαγής στα βιβλία του,
- β) υποβάλλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ψευδείς
ή ανακριβείς εκθέσεις ή παρέχουν ψευδή ή ανακριβή στοιχεία. Σε περίπτωση που τα ανωτέρω πρόσωπα αρνούνται ή παρακωλύουν με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο, που ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.
α) Όποιος προβαίνει, κατά παράβαση του άρθρου 9 του παρόντος νόμου, σε κατ’ επάγγελμα αποδοχή καταθέσεων χρημάτων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων ή σε κατ’ επάγγελμα χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων ή σε παροχή υπηρεσιών πληρωμών, προς το κοινό ή στην έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος και όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 20 του παρόντος νόμου, τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή με αμφότερες τις ποινές αυτές, εκτός αν από άλλη διάταξη προβλέπεται βαρύτερη ποινή. Υπεύθυνοι για την παράβαση και υποκείμενοι στις ποινές αυτές θεωρούνται και οι νόμιμοι εκπρόσωποι ή οι ασκούντες τη διοίκηση του νομικού προσώπου.
- β) Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην ανωτέρω
περ. α’ της παρούσας παραγράφου και στην περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 58 του παρόντος νόμου, είναι δυνατή η σφράγιση των γραφειων και εγκαταστάσεων του παραβάτη από όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος με τη συνδρομή της αστυνομικής αρχής κατά τους όρους του νόμου, ανεξαρτήτως της επιβολής των παραπάνω ή τυχόν άλλων, προβλεπόμενων από την ισχύουσα νομοθεσία, κυρώσεων.».
Άρθρο 17
Πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης, σχέδια ανάκαμψης και εξυγίανσης - Τροποποίηση του άρθρου 66 του v. 4261/2014 (παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 74 της παρ. 19 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Ο τίτλος του άρθρου 66 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται και προστίθεται τελευταίο εδάφιο στην παρ. 1, η οποία διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 66 Εσωτερική διακυβέρνηση (άρθρο 74 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Τα ιδρύματα θεσπίζουν άρτιο και αποτελεσματικό σύστημα εταιρικής διακυβέρνησης που περιλαμβάνει σαφή οργανωτική διάρθρωση με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές αναφοράς και κατανομής αρμοδιοτήτων, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνουν ή ενδέχεται να αναλάβουν, επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων των κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών, καθώς και πολιτικές και πρακτικές αποδοχών, οι οποίες είναι συνεπείς και προάγουν την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων. Οι πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο είναι ουδέτερες ως προς το φύλο.».
Άρθρο 18
Επίβλεψη των πολιτικών αποδοχών Τροποποίηση του άρθρου 67 του ν. 4261/2014 (παρ. 20 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Η παρ. 1 του άρθρου 67 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Τα ιδρύματα παρέχουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πληροφορίες για τις αποδοχές του προσωπικού σύμφωνα με τις περ. ζ), η),
- θ) και ια) της παρ. 1 του άρθρου 450 του υπ’ αρ. Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 (L 176), καθώς και τις πληροφορίες
σχετικά με τη διαφορά αποδοχών μεταξύ των φύλων. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χρησιμοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες για τη συγκριτική αξιολόγηση των τάσεων και των πρακτικών των πολιτικών αποδοχών και τις διαβιβάζει στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ)».
Άρθρο 19
Κίνδυνος επιτοκίου από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών - Αντικατάσταση του άρθρου 76 του v. 4261/2014 (παρ. 21 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Το άρθρο 76 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 76 Κίνδυνος επιτοκίου από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών (άρθρο 84 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Τα ιδρύματα εφαρμόζουν εσωτερικά συστήματα και χρησιμοποιούν την τυποποιημένη μεθοδολογία ή την απλουστευμένη τυποποιημένη μεθοδολογία για τον εντοπισμό, την εκτίμηση, τη διαχείριση και τον μετριασμό των κινδύνων που προκύπτουν από δυνητικές μεταβολές επιτοκίων που επηρεάζουν τόσο την οικονομική αξία του Μετοχικού Κεφαλαίου, όσο και τα καθαρά έσοδα από τόκους από τις δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος.
Tα ιδρύματα εφαρμόζουν συστήματα για την εκτίμηση και την παρακολούθηση των κινδύνων που προκύπτουν από δυνητικές μεταβολές πιστωτικών περιθωρίων που επηρεάζουν τόσο την οικονομική αξία του Μετοχικού Κεφαλαίου, όσο και τα καθαρά έσοδα από τόκους από τις δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να απαιτεί από ίδρυμα να χρησιμοποιεί την τυποποιημένη μεθοδολογία που αναφέρεται στην παρ. 1, όταν τα εσωτερικά συστήματα που εφαρμόζει αυτό το ίδρυμα για τον σκοπό αξιολόγησης των κινδύνων που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο δεν είναι ικανοποιητικά.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να απαιτεί από μικρό και μη πολύπλοκο ότι η απλουστευμένη τυποποιημένη μεθοδολογία δεν επαρκεί για την αποτύπωση του κινδύνου επιτοκίου που προκύπτει από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών του εν λόγω ιδρύματος.».
Άρθρο 20
Λειτουργικός κίνδυνος - Τροποποίηση του άρθρου 77 του v. 4261/2014 (παρ. 22 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Η παρ. 1 του άρθρου 77 του v. 4261/2014 (Α’ 107) τροποποιείται και το άρθρο 77 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 77 Λειτουργικός κίνδυνος (άρθρο 85 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) «1. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν πολιτικές και διαδικασίες για την αξιολόγηση και τη διαχείριση της έκθεσης σε λειτουργικό κίνδυνο, περιλαμβανομένων του κινδύνου υποδείγματος και των κινδύνων που απορρέουν από την εξωτερική ανάθεση, και για την κάλυψη του κινδύνου που απορρέει από γεγονότα με χαμηλή συχνότητα και σοβαρές επιπτώσεις. Τα ιδρύματα ορίζουν με σαφήνεια τι συνιστά λειτουργικό κίνδυνο για τους σκοπούς αυτών των πολιτικών και διαδικασιών.
Τα ιδρύματα καταρτίζουν σχέδια αντιμετώπισης επειγουσών καταστάσεων και συνέχισης της λειτουργίας, τα οποία διασφαλίζουν την ικανότητά τους να συνεχίζουν τη λειτουργία τους και να περιορίζουν τις ζημίες σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής της δραστηριότητάς τους.».
Άρθρο 21
Ρυθμίσεις εταιρικής διακυβέρνησης Τροποποίηση του άρθρου 80 του ν. 4261/2014 (παρ. 23 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Μετά την παρ. 3 του άρθρου 80 του v. 4261/2014 (Α’ 107) προστίθενται παρ. 3Α και 3Β και το άρθρο 80 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 80 Ρυθμίσεις εταιρικής διακυβέρνησης (άρθρο 88 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Το Διοικητικό Συμβούλιο ορίζει, επιβλέπει και λογοδοτεί για την υλοποίηση των ρυθμίσεων διακυβέρνησης που διασφαλίζουν την αποτελεσματική και συνετή διοίκηση ενός ιδρύματος, περιλαμβανομένου του διαχωρισμού αρμοδιοτήτων στον οργανισμό και την πρόληψη αντικρουόμενων συμφερόντων.
Στις ρυθμίσεις εταιρικής διακυβέρνησης εφαρμόζονται οι εξής αρχές:
- α) το Διοικητικό Συμβούλιο φέρει τη γενική ευθύνη
διοίκησης και λειτουργίας του ιδρύματος, εγκρίνει και επιβλέπει την υλοποίηση των στρατηγικών στόχων, της στρατηγικής αντιμετώπισης κινδύνου και της εσωτερικής διακυβέρνησης του ιδρύματος,
- β) το Διοικητικό Συμβούλιο διασφαλίζει την αρτιότητα
των συστημάτων λογιστικής και χρηματοοικονομικών εκθέσεων, περιλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών και λειτουργικών ελέγχων και της συμμόρφωσης με το νόμο και τα συναφή πρότυπα,
- γ) το Διοικητικό Συμβούλιο επιβλέπει τη διαδικασία
των, κατά νόμον, δημοσιοποιήσεων και τις ανακοινώσεις,
- δ) το Διοικητικό Συμβούλιο είναι υπεύθυνο για την
αποτελεσματική επίβλεψη των ανωτέρων διοικητικών στελεχών, κατά την έννοια της περ. 9 της παρ. 1 του άρθρου 3,
- ε) ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου ενός ιδρύματος δεν ασκεί ταυτόχρονα καθήκοντα διευθύνοντος
συμβούλου στο ίδιο ίδρυμα, εκτός αν έχει λάβει έγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
Το Διοικητικό Συμβούλιο παρακολουθεί και αξιολογεί περιοδικά την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων εταιρικής διακυβέρνησης του ιδρύματος και προβαίνει στις δέουσες ενέργειες για την αντιμετώπιση τυχόν ελλείψεων. 3Α. Οι πληροφορίες και τα στοιχεία σχετικά με τις πιστοδοτήσεις προς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των ιδρυμάτων και τα συνδεδεμένα μέρη τους είναι δεόντως τεκμηριωμένα και τίθενται στη διάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατόπιν αιτήματός τους. 3Β. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, με τον όρο «συνδεδεμένο μέρος» νοείται:
- α) σύζυγος, πρόσωπο με το οποίο έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, τέκνο ή γονέας μέλους του Διοικητικού
Συμβουλίου,
- β) εμπορική οντότητα, στην οποία μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή πρόσωπο της περ. α) έχει ειδική
συμμετοχή ύψους δέκα τοις εκατό (10%) ή περισσότερο του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου στην εν λόγω οντότητα ή στην οποία τα εν λόγω πρόσωπα μπορούν να ασκούν σημαντική επιρροή ή κατέχουν θέσεις ανώτερων διοικητικών στελεχών ή είναι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.
Τα ιδρύματα τα οποία είναι σημαντικά από πλευράς μεγέθους, εσωτερικής οργάνωσης και φύσεως, εύρους και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους συγκροτούν επιτροπή ανάδειξης υποψηφίων αποτελούμενη από μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου τους.
Η επιτροπή ανάδειξης υποψηφίων:
- α) εντοπίζει και προτείνει, για έγκριση από το Διοικητικό Συμβούλιο ή από τη Γενική Συνέλευση, υποψηφίους
για τις κενές θέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, αξιολογεί το συνδυασμό ευρύτητας γνώσεων ανά αντικείμενο, δεξιοτήτων, και εμπειρίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Επίσης, προβαίνει στην περιγραφή των επιμέρους δεξιοτήτων και προσόντων που κατά την κρίση της απαιτούνται για την πλήρωση των θέσεων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και εκτιμά τον χρόνο που πρέπει να αφιερώνεται στην αντίστοιχη θέση. Επιπροσθέτως, η επιτροπή ανάδειξης υποψηφίων θέτει στόχο για την εκπροσώπηση του ανεπαρκώς θα αυξηθεί ο αριθμός των προσώπων του ανεπαρκώς προκειμένου να υλοποιηθεί ο στόχος αυτός. Ο στόχος, η πολιτική και η εφαρμογή τους δημοσιοποιούνται σύμφωνα με το στοιχείο γ’ της παρ. 2 του άρθρου 435 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,
- β) περιοδικά και τουλάχιστον ετησίως αξιολογεί τη
δομή, το μέγεθος, τη σύνθεση και την απόδοση του Διοικητικού Συμβουλίου και απευθύνει συστάσεις προς αυτό σχετικά με τυχόν αλλαγές που κρίνει σκόπιμες,
- γ) περιοδικά και τουλάχιστον ετησίως αξιολογεί τις
γνώσεις, τις δεξιότητες και την εμπειρία ανά αντικείμενο μεμονωμένων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και του Διοικητικού Συμβουλίου ως συνόλου και υποβάλλει σχετικές αναφορές στο Διοικητικό Συμβούλιο,
- δ) επανεξετάζει περιοδικά την πολιτική που εφαρμόζει
το Διοικητικό Συμβούλιο για την επιλογή και το διορισμό ανώτερων διοικητικών στελεχών, κατά την έννοια του ορισμού υπ’ αρ. 9 της παρ. 1 του άρθρου 3, και απευθύνει συστάσεις προς αυτό.
Η επιτροπή ανάδειξης υποψηφίων, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, λαμβάνει υπόψη, σε διαρκή βάση και στο βαθμό που είναι δυνατό, την ανάγκη να διασφαλισθεί ότι κατά τη λήψη των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου δεν βαρύνει ουσιωδώς η βούληση ενός ατόμου ή μιας μικρής ομάδας κατά τρόπον που θίγει τα συμφέροντα του ιδρύματος ως συνόλου.
Η επιτροπή ανάδειξης υποψηφίων μπορεί να χρησιμοποιεί οποιουσδήποτε πόρους κρίνει κατάλληλους, περιλαμβανομένων των εξωτερικών συμβούλων, της παρέχεται δε η δέουσα χρηματοδότηση για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού.
Οι παρ. 4 έως και 7 δεν τυγχάνουν εφαρμογής επί ιδρυμάτων οργανωμένων κατά το δυαδικό σύστημα διοίκησης.».
Άρθρο 22
Διοικητικό Συμβούλιο - Τροποποίηση του άρθρου 83 του v. 4261/2014 (παρ. 25 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Η παρ. 1, 7 και 8 του άρθρου 83 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίστανται και το άρθρο 83 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 83 Διοικητικό Συμβούλιο (άρθρο 91 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Τα ιδρύματα, οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών έχουν την πρωταρχική ευθύνη να διασφαλίζουν ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου έχουν ανά πάσα στιγμή επαρκώς καλή φήμη και διαθέτουν επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και εμπειρία για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ειδικότερα, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου πληρούν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις παρ. 2 έως 8. Όταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δεν πληρούν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στην παρούσα παράγραφο, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει την εξουσία να απομακρύνει τα εν λόγω πρόσωπα από το Διοικητικό Συμβούλιο. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξακριβώνει ιδίως κατά πόσο οι απαιτήσεις που καθορίζονται στην παρούσα παράγραφο εξακολουθούν να πληρούνται όταν έχει βάσιμες υποψίες ότι διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί, επιχειρείται ή έχει επιχειρηθεί να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή υπάρχει αυξημένος τέτοιος κίνδυνος σε σχέση με το εν λόγω ίδρυμα.
Όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αφιερώνουν επαρκή χρόνο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Ο αριθμός των θέσεων σε διοικητικά συμβούλια που μπορεί να κατέχει ταυτόχρονα ένα μέλος Διοικητικού Συμβουλίου ιδρύματος συναρτάται με τις ιδιαίτερες συνθήκες και τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος. Εξαιρουμένων των εκπροσώπων του Ελληνικού Δημοσίου, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ιδρύματος το οποίο είναι σημαντικό από πλευράς μεγέθους, εσωτερικής οργάνωσης και της φύσεως, εύρους και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων του δεν επιτρέπεται να κατέχουν, από την 1η Ιουλίου 2014, περισσότερες της μιας εκ του ακόλουθου συνδυασμού θέσεων σε Διοικητικά Συμβούλια ταυτόχρονα:
- α) μία θέση εκτελεστικού μέλους Διοικητικού Συμβουλίου και δύο θέσεις μη εκτελεστικού μέλους Διοικητικού
Συμβουλίου,
- β) τέσσερις θέσεις μη εκτελεστικού μέλους Διοικητικού Συμβουλίου.
Για τους σκοπούς της παρ. 3, τα ακόλουθα υπολογίζονται ως κατοχή μίας θέσης Διοικητικού Συμβουλίου:
- α) θέσεις εκτελεστικού ή μη εκτελεστικού μέλους Διοικητικού Συμβουλίου που κατέχονται εντός του ιδίου
ομίλου,
- β) θέσεις εκτελεστικού ή μη εκτελεστικού μέλους Διοικητικού Συμβουλίου στο πλαίσιο:
- αα) ιδρυμάτων που είναι μέλη του ίδιου θεσμικού συστήματος προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 113
του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, εφόσον πληρούνται οι εκεί διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρ. 7 του εν λόγω άρθρου, ή
- ββ) επιχειρήσεων (περιλαμβανομένων μη χρηματοοικονομικών οντοτήτων) στις οποίες το ίδρυμα κατέχει
ειδική συμμετοχή.
Οι θέσεις μέλους σε όργανα διοίκησης οντοτήτων που δεν επιδιώκουν πρωτίστως εμπορικούς στόχους δεν λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της παρ. 3.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιτρέπει σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου να διατηρούν μια πρόσθετη θέση μη εκτελεστικού μέλους Διοικητικού Συμβουλίου. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΤ, σε τακτική βάση.
Το Διοικητικό Συμβούλιο κατέχει ως σύνολο επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και εμπειρία, ώστε να μπορεί να κατανοήσει τις δραστηριότητες του ιδρύματος, περιλαμβανομένων των κυριότερων κινδύνων στους οποίους ένα επαρκώς ευρύ φάσμα εμπειριών.
Κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ενεργεί με ειλικρίνεια, ακεραιότητα και ανεξάρτητη βούληση, ώστε να είναι σε θέση να αξιολογεί και να θέτει υπό αμφισβήτηση τις αποφάσεις των ανώτερων διοικητικών στελεχών όποτε απαιτείται και να επιβλέπει αποτελεσματικά και να παρακολουθεί τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Η ιδιότητα μέλους συνδεόμενων εταιρειών ή συνδεόμενων οντοτήτων δεν συνιστά από μόνη της εμπόδιο για να ενεργεί κάποιος με ανεξάρτητη βούληση.».
Άρθρο 23
Πολιτικές αποδοχών - Τροποποίηση του άρθρου 84 του v. 4261/2014 (παρ. 26 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Το εισαγωγικό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 84 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται, προστίθεται περ. η) στην παρ. 2, η παρ. 3 αντικαθίσταται και το άρθρο 84 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 84 Πολιτικές αποδοχών (άρθρο 92 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Η παρ. 2 και τα άρθρα 85, 86 και 87 εφαρμόζονται σε επίπεδο ομίλου, μητρικής εταιρείας και θυγατρικών, περιλαμβανομένων όσων εδρεύουν σε υπεράκτια οικονομικά κέντρα.
Τα ιδρύματα, κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή του συνόλου των πολιτικών αποδοχών στο οποίο περιλαμβάνονται οι μισθοί και οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές για τις κατηγορίες εργαζομένων των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ του κινδύνου τους, συμμορφώνονται προς τις ακόλουθες αρχές κατά τρόπο και σε βαθμό που ενδείκνυται προς το μέγεθος, την εσωτερική οργάνωση, τη φύση, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους:
- α) η πολιτική αποδοχών συνάδει με και προάγει την
ορθή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων και δεν ενθαρρύνει την ανάληψη υπερβολικών κινδύνων εκ μέρους του ιδρύματος,
- β) η πολιτική αποδοχών είναι σύμφωνη προς την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα
μακροπρόθεσμα συμφέροντα του ιδρύματος και περιλαμβάνει μέτρα για την αποφυγή αντικρουόμενων συμφερόντων,
- γ) τα μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου
του ιδρύματος, υιοθετούν και περιοδικά αναθεωρούν τις γενικές αρχές της πολιτικής αποδοχών και είναι υπεύθυνα για την επίβλεψη της υλοποίησής της,
- δ) η εφαρμογή της πολιτικής αποδοχών υπόκειται, τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος, σε κεντρικό και ανεξάρτητο
εσωτερικό έλεγχο, όπως ασκείται από τη Μονάδα Εσωτερικής Επιθεώρησης ή τη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου για τις ΑΕΠΕΥ ως προς τη συμμόρφωση προς την πολιτική και τις διαδικασίες αποδοχών που έχουν εγκριθεί από τα μη εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου,
- ε) τα μέλη του προσωπικού που έχουν επιφορτισθεί
με καθήκοντα ελέγχου είναι ανεξάρτητα από τις επιχειρηματικές μονάδες τις οποίες εποπτεύουν, έχουν τις κατάλληλες εξουσίες και αμείβονται με βάση την επίτευξη των στόχων που συνδέονται με τα καθήκοντά τους, ανεξαρτήτως των επιδόσεων των επιχειρηματικών τομέων που ελέγχουν,
- στ) οι αποδοχές των ανωτέρων στελεχών στις λειτουργίες διαχείρισης κινδύνου και κανονιστικής συμμόρφωσης εποπτεύονται άμεσα από την επιτροπή αποδοχών
του άρθρου 87 ή, εφόσον δεν έχει συσταθεί η ανωτέρω επιτροπή, από τα μη εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου,
- ζ) στην πολιτική αποδοχών γίνεται σαφής διάκριση
μεταξύ των κριτηρίων όσον αφορά τον καθορισμό:
- αα) των σταθερών βασικών αποδοχών, που θα πρέπει να αντανακλούν κυρίως τη συναφή επαγγελματική
εμπειρία και την ευθύνη της θέσης, όπως ορίζεται στην περιγραφή καθηκόντων του εργαζόμενου ως μέρος των όρων της σύμβασης, και
- ββ) των μεταβλητών αποδοχών, που θα πρέπει να
αντανακλούν επιδόσεις μακροπρόθεσμες και προσαρμοσμένες στον κίνδυνο, καθώς και επιδόσεις που υπερβαίνουν τις απαιτούμενες για την εκπλήρωση των καθηκόντων του εργαζόμενου ως μέρος των όρων της σύμβασης,
- η) η πολιτική αποδοχών είναι ουδέτερη ως προς το
φύλο.
Για τους σκοπούς της παρ. 2, στις κατηγορίες εργαζομένων των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ του κινδύνου του ιδρύματος περιλαμβάνονται τουλάχιστον:
- α) όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και τα
ανώτερα διοικητικά στελέχη,
- β) τα μέλη του προσωπικού με διευθυντικές ευθύνες
στις λειτουργίες εσωτερικού ελέγχου ή στις σημαντικές επιχειρηματικές μονάδες του ιδρύματος,
- γ) τα μέλη του προσωπικού που δικαιούνται σημαντικό
ύψος αποδοχών, κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- αα) οι αποδοχές του εν λόγω μέλους του προσωπικού είναι ίσες ή υψηλότερες από πεντακόσιες χιλιάδες
(500.000) ευρώ και ίσες ή υψηλότερες από τον μέσο όρο των αποδοχών που παρέχονται στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του ιδρύματος τα οποία αναφέρονται στην περ. α),
- ββ) το μέλος του προσωπικού εργάζεται σε σημαντική
επιχειρηματική μονάδα και η δραστηριότητα αυτή έχει ουσιώδεις επιπτώσεις στο προφίλ κινδύνου της σχετικής επιχειρηματικής μονάδας.
Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και κατά παρέκκλιση των οριζομένων στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 86 εκτός της περ. στ) και 87 κατωτέρω, καθορίζονται κριτήρια και θεσπίζονται κανόνες σχετικά με την πολιτική αποδοχών των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων επενδύσεων. Η απόφαση αυτή λαμβάνει υπ’ όψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εν θέματι επιχειρήσεων, το μέγεθός τους, την εσωτερική τους οργάνωση και τη φύση, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους. 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων.».
Άρθρο 24
Μεταβλητά στοιχεία αποδοχών Τροποποίηση του άρθρου 86 του ν. 4261/2014 (παρ. 27 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Το εισαγωγικό εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 86 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται, το στοιχείο i) της υποπερ. αα) της περ. ια) της παρ. 1 αντικαθίσταται, η υποπερ. αα) της περ. ιβ) της παρ. 1 αντικαθίσταται, προστίθενται παρ. 2, 3 και 4 και το άρθρο 86 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 86 Μεταβλητά στοιχεία αποδοχών (άρθρο 94 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Στην περίπτωση μεταβλητών στοιχείων αποδοχών, οι εξής αρχές ισχύουν επιπρόσθετα και βάσει των ιδίων προϋποθέσεων με εκείνες της παρ. 2 του άρθρου 84, τηρουμένων των ειδικότερων διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας:
- α) στην περίπτωση που οι αποδοχές συνδέονται με
τις επιδόσεις, το συνολικό ποσό των αποδοχών βασίζεται σε ένα συνδυασμό αξιολόγησης των επιδόσεων του ατόμου, της εμπλεκόμενης υπηρεσιακής μονάδας και των συνολικών αποτελεσμάτων του ιδρύματος, και, κατά την αξιολόγηση των ατομικών επιδόσεων, λαμβάνονται υπόψη χρηματοοικονομικά και μη κριτήρια,
- β) η αξιολόγηση των επιδόσεων εντάσσεται σε πολυετές πλαίσιο, ώστε να διασφαλίζεται ότι η διαδικασία
αξιολόγησης βασίζεται σε πιο μακροπρόθεσμες επιδόσεις και ότι η καταβολή των τμημάτων της αμοιβής που συνδέονται με τις επιδόσεις κατανέμεται σε χρονική περίοδο εντός της οποίας είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη ο υποκείμενος κύκλος της οικονομικής δραστηριότητας του ιδρύματος και οι επιχειρηματικοί κίνδυνοι,
- γ) το σύνολο των μεταβλητών αποδοχών δεν περιορίζει τη δυνατότητα των ιδρυμάτων να ενισχύουν την
κεφαλαιακή βάση τους,
- δ) οι εγγυημένες μεταβλητές αμοιβές δεν συνάδουν
με την υγιή διαχείριση κινδύνων ή την αρχή της αμοιβής βάσει επιδόσεων και δεν περιλαμβάνονται στα μελλοντικά σχέδια αποδοχών και ως εκ τούτου αποτελούν εξαίρεση και παρέχονται μόνο όταν προσλαμβάνεται νέο προσωπικό, υπό τον όρο ότι το ίδρυμα διαθέτει υγιή και ισχυρή κεφαλαιακή βάση, και μόνο για το πρώτο έτος απασχόλησης,
- ε) οι σταθερές και οι μεταβλητές συνιστώσες των
συνολικών αποδοχών εξισορροπούνται κατάλληλα. Το σταθερό στοιχείο αντιπροσωπεύει ένα επαρκώς υψηλό ποσοστό των συνολικών αποδοχών, προκειμένου να επιτρέπει την εφαρμογή μιας πλήρως ευέλικτης πολιτικής κατά το σκέλος των μεταβλητών αποδοχών, περιλαμβανομένης της δυνατότητας να μην καταβληθούν μεταβλητές αποδοχές,
- στ) τα ιδρύματα ορίζουν τη δέουσα αναλογία μεταξύ
σταθερών και μεταβλητών συνιστωσών του συνόλου των αποδοχών, εφαρμόζοντας τις ακόλουθες αρχές:
- αα) η μεταβλητή συνιστώσα δεν υπερβαίνει το 100%
της σταθερής συνιστώσας του συνόλου των αποδοχών για κάθε άτομο,
- ββ) η Γενική Συνέλευση του ιδρύματος μπορεί να
εγκρίνει υψηλότερη μέγιστη αναλογία μεταξύ σταθερής και μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών υπό την προϋπόθεση ότι το συνολικό ύψος της μεταβλητής συνιστώσας δεν υπερβαίνει το διακόσια τοις εκατό (200%) της σταθερής συνιστώσας του συνόλου των αποδοχών για κάθε πρόσωπο. Τυχόν έγκριση υψηλότερης αναλογίας σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του παρόντος σημείου πραγματοποιείται σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία: i) η Γενική Συνέλευση του ιδρύματος αποφασίζει βάσει λεπτομερούς εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου του ιδρύματος στην οποία αναφέρονται οι λόγοι και η έκταση εφαρμογής της επιδιωκόμενης έγκρισης, περιλαμβανομένων του αριθμού των απασχολούμενων το οποίο αφορά, των καθηκόντων τους και του αναμενόμενου αντίκτυπου ως προς την απαίτηση διατήρησης υγιούς κεφαλαιακής βάσης, ii) η Γενική Συνέλευση αποφασίζει με πλειοψηφία 66% τουλάχιστον εφόσον παρίσταται ή εκπροσωπείται το 50% τουλάχιστον των μετοχών ή ισοδύναμων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας ή, σε αντίθετη περίπτωση, αποφασίζουν με πλειοψηφία 75% των παρόντων ή εκπροσωπούμενων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, iii) το ίδρυμα γνωστοποιεί σε όλους τους μετόχους ή τους συνεταίρους, παρέχοντας προηγουμένως εύλογη περίοδο προειδοποίησης, ότι θα επιδιωχθεί έγκριση δυνάμει του πρώτου εδαφίου του παρόντος σημείου, iv) το ίδρυμα ενημερώνει αμελλητί την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σχετικά με τη γνωστοποίηση προς τους μετόχους, περιλαμβανομένης της προτεινόμενης υψηλότερης μέγιστης αναλογίας και του σχετικού σκεπτικού, είναι δε σε θέση να αποδείξει στην Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ότι η προτεινόμενη υψηλότερη αναλογία δεν αντιβαίνει στις υποχρεώσεις του ιδρύματος δυνάμει των διατάξεων του παρόντος και δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, έχοντας ιδίως υπόψη τις υποχρεώσεις περί ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος, v) το ίδρυμα ενημερώνει αμελλητί την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σχετικά με τις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης, περιλαμβανομένης τυχόν έγκρισης υψηλότερης αναλογίας βάσει του πρώτου εδαφίου του παρόντος σημείου, η δε Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χρησιμοποιούν τις λαμβανόμενες πληροφορίες για τη συγκριτική αξιολόγηση των σχετικών πρακτικών των ιδρυμάτων. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβιβάζουν τις εν λόγω πληροφορίες στην ΕΑΤ οι οποίες δημοσιεύονται συνολικά στη βάση κράτους μέλους προέλευσης σε κοινό μορφότυπο διαβίβασης στοιχείων, κατά περίπτωση, να ασκούν, άμεσα ή έμμεσα, τυχόν δικαιώματα ψήφου που μπορεί να έχουν ως μέτοχοι του ιδρύματος,
- ζ) οι πληρωμές που συνδέονται με την πρόωρη καταγγελία σύμβασης αντικατοπτρίζουν τις επιδόσεις που
επιτεύχθηκαν σε βάθος χρόνου και δεν ανταμείβουν την αποτυχία ή τη διάπραξη παραπτωμάτων,
- η) τα πακέτα αποδοχών που αφορούν αποζημίωση ή
εξαγορά από συμβάσεις σε προηγούμενη απασχόληση πρέπει να ευθυγραμμίζονται με το μακροπρόθεσμο συμφέρον του ιδρύματος, περιλαμβανομένων των ρυθμίσεων περί διακράτησης, αναβολής, αναστολής, επιδόσεων και ανάκτησης,
- θ) η μέτρηση των επιδόσεων που χρησιμοποιείται για
τον υπολογισμό των συνιστωσών για τις μεταβλητές αποδοχές ή των ομαδοποιημένων συνιστωσών για τις μεταβλητές αποδοχές περιλαμβάνει προσαρμογή προς κάθε είδους υφιστάμενων και μελλοντικών κινδύνων και λαμβάνει υπόψη το κόστος κεφαλαίου και τη ρευστότητα που απαιτείται,
- ι) η κατανομή των συνιστωσών για τις μεταβλητές
αποδοχές εντός του ιδρύματος λαμβάνει επίσης υπόψη το πλήρες φάσμα των υφιστάμενων και μελλοντικών κινδύνων,
- ια) αα) σημαντικό μέρος, και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) των μεταβλητών
αποδοχών, αποτελείται από αναλογία των παρακάτω: i) είτε μετοχές ή, ανάλογα με τη νομική μορφή του ιδρύματος, ισοδύναμα δικαιώματα ιδιοκτησίας είτε μέσα που συνδέονται με μετοχές ή, ανάλογα με τη νομική μορφή του ιδρύματος, ισοδύναμα μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα μέσα, ii) κατά περίπτωση, άλλα μέσα, κατά την έννοια του άρθρου 52 ή 63 του Kανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, ή άλλα μέσα πλήρως μετατρέψιμα σε μέσα του Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 ή που έχουν επανεκτιμηθεί, τα οποία σε κάθε περίπτωση αντανακλούν δεόντως την πιστοληπτική ικανότητα του ιδρύματος σε συνθήκες δρώσας οικονομικής κατάστασης και είναι κατάλληλα να χρησιμοποιηθούν για τους σκοπούς των μεταβλητών αποδοχών.
- ββ) Τα μέσα που αναφέρονται στην παρούσα περ. αα)
υπόκεινται σε ενδεδειγμένη πολιτική διακράτησης, η οποία έχει καταρτιστεί με σκοπό την ευθυγράμμιση των κινήτρων με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του ιδρύματος. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να θέτει περιορισμούς στο είδος και στον σχεδιασμό αυτών των μέσων ή να απαγορεύει ορισμένα μέσα σε περίπτωση που αυτό κριθεί απαραίτητο. Η παρούσα περ. αα) εφαρμόζεται τόσο στην αναβαλλόμενη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών σύμφωνα με την περ, ιβ) όσο και στη μη αναβαλλόμενη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών,
- ιβ) αα) η καταβολή σημαντικού μέρους, και σε κάθε
περίπτωση ποσοστού ύψους τουλάχιστον σαράντα τοις εκατό (40%) της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών, αναβάλλεται για χρονική περίοδο η οποία δεν είναι μικρότερη από τέσσερα (4) έως πέντε (5) έτη και ευθυγραμμίζεται ορθά με τη φύση των δραστηριοτήτων και τους κινδύνους του ιδρύματος, καθώς και με τα καθήκοντα του μέλους του προσωπικού το οποίο αφορά. Για τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ιδρυμάτων που είναι σημαντικά ως προς το μέγεθος, την εσωτερική οργάνωση και τη φύση, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους, η περίοδος αναβολής δεν είναι μικρότερη από πέντε (5) έτη,
- ββ) οι πληρωτέες αποδοχές που υπάγονται στις ρυθμίσεις περί αναβολής δεν καθίστανται καταβλητέες ταχύτερα απ’ ότι προβλέπεται σε αναλογική βάση (pro-rata). Σε
περίπτωση μεταβλητής συνιστώσας αποδοχών ιδιαίτερα υψηλού ποσού, αναβάλλεται η καταβολή της τουλάχιστον κατά ποσοστό ύψους εξήντα τοις εκατό (60%). Η χρονική διάρκεια της περιόδου αναβολής καθορίζεται σύμφωνα με τον επιχειρηματικό κύκλο, τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τους κινδύνους που ενέχει και τις δραστηριότητες των μελών του προσωπικού τα οποία αφορά,
- ιγ) αα) οι μεταβλητές αποδοχές, περιλαμβανομένου
του αναβαλλόμενου μέρους, καταβάλλονται ή κατοχυρώνονται μόνον εφόσον είναι αποδεκτές βάσει της συνολικής χρηματοοικονομικής κατάστασης του ιδρύματος και δικαιολογούνται βάσει των επιδόσεων του ιδρύματος, της εμπλεκόμενης επιχειρησιακής μονάδας και του μέλους του προσωπικού το οποίο αφορούν.
- ββ) Με την επιφύλαξη των γενικών αρχών του εθνικού
εργατικού δικαίου, περιλαμβανομένων και των διατάξεων περί ατομικών ή συλλογικών συμβάσεων εργασίας, το σύνολο των μεταβλητών αποδοχών, κατά κανόνα, μειώνεται σημαντικά όταν το ίδρυμα παρουσιάζει φθίνουσες ή αρνητικές χρηματοοικονομικές επιδόσεις. Στην περίπτωση αυτή, λαμβάνονται υπόψη τόσο οι τρέχουσες αποδοχές όσο και οι μειώσεις στις αποδοχές που είχαν κατοχυρωθεί στο παρελθόν, μεταξύ άλλων, μέσω ρυθμίσεων malus, επιστροφής αποδοχών (clawback) ή μέσω άλλων ρυθμίσεων.
- γγ) Ποσοστό έως και εκατό τοις εκατό (100%) του συνόλου των μεταβλητών αποδοχών υπόκειται σε ρυθμίσεις
malus ή ρυθμίσεις περί επιστροφής αποδοχών. Τα ιδρύματα θεσπίζουν συγκεκριμένα κριτήρια για την εφαρμογή των ρυθμίσεων malus ή επιστροφής αποδοχών. Τα εν λόγω κριτήρια καλύπτουν ειδικότερα καταστάσεις όπου το μέλος του προσωπικού, το οποίο αφορούν: i) συμμετείχε ή ήταν υπεύθυνο για συμπεριφορά η οποία προξένησε σημαντικές ζημίες στο ίδρυμα, ii) δεν πληρούσε τα προσήκοντα πρότυπα καταλληλότητας,
- ιδ) η συνταξιοδοτική πολιτική είναι σύμφωνη με την
επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του ιδρύματος. Εάν ο απασχολούμενος αποχωρήσει από το ίδρυμα πριν από τη συνταξιοδότηση, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές διακρατούνται από το ίδρυμα για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στην περ. ια). Στην περίπτωση απασχολούμενου, ο οποίος συνταξιοδοτείται, οι προαιρετικές
- ιε) τα μέλη του προσωπικού δεν χρησιμοποιούν προσωπικές στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου ή ασφάλιση συνδεδεμένη με αποδοχές ή ευθύνη (ασφάλιση
αστικής ευθύνης) με τις οποίες καταστρατηγούνται οι ενσωματωμένοι στις ρυθμίσεις περί αποδοχών μηχανισμοί ευθυγράμμισης με τον κίνδυνο,
- ιστ) οι μεταβλητές αποδοχές δεν καταβάλλονται μέσω
μηχανισμών ή μεθόδων που εμποδίζουν τη συμμόρφωση του ιδρύματος με τις διατάξεις του παρόντος ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013.
Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1, οι απαιτήσεις που προβλέπονται στις περ. ια) και ιβ) και στο δεύτερο εδάφιο της περ. ιδ) αυτής δεν ισχύουν για:
- α) ίδρυμα που δεν είναι μεγάλο ίδρυμα, όπως ορίζεται
στο σημείο 146) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και η αξία των στοιχείων του ενεργητικού του οποίου είναι κατά μέσον όρο και σε ατομική βάση, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τον ως άνω Κανονισμό, ίση ή μικρότερη από πέντε δισεκατομμύρια (5.000.000.000) ευρώ, κατά τη διάρκεια της τετραετίας που προηγείται άμεσα του τρέχοντος οικονομικού έτους,
- β) μέλος του προσωπικού του οποίου οι ετήσιες μεταβλητές αποδοχές δεν υπερβαίνουν τις πενήντα χιλιάδες
(50.000) ευρώ και δεν αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ένα τρίτο (1/3) των συνολικών ετήσιων αποδοχών του μέλους του προσωπικού.
Κατά παρέκκλιση από την περ. α) της παρ. 2, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να μειώσει ή να αυξήσει το ανώτατο όριο που αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη, υπό την προϋπόθεση ότι:
- α) το εν λόγω ίδρυμα δεν είναι μεγάλο ίδρυμα, όπως
ορίζεται στο σημείο 146) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και, σε περίπτωση που το ανώτατο όριο αυξάνεται:
- αα) το ίδρυμα πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στα
στοιχεία γ), δ) και ε) του σημείου 145) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, και
- ββ) το ανώτατο όριο δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε δισεκατομμύρια (15.000.000.000) ευρώ,
- β) ενδείκνυται να τροποποιηθεί το ανώτατο όριο,
σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, λαμβανομένων υπόψη της φύσης, του εύρους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων του ιδρύματος, της εσωτερικής οργάνωσής του ή, κατά περίπτωση, των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίο ανήκει.
Κατά παρέκκλιση της περ. β) της παρ. 2, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να αποφασίζει ότι τα μέλη του προσωπικού στα οποία αποδίδονται ετήσιες μεταβλητές αποδοχές, χαμηλότερες του αναφερόμενου στην παραπάνω περίπτωση ανώτατου ορίου και ποσοστού, δεν υπόκεινται στην εξαίρεση που ορίζεται στην εν λόγω περίπτωση λόγω των ιδιαιτεροτήτων της εθνικής αγοράς, αναφορικά με τις πρακτικές αποδοχών ή λόγω της φύσης των αρμοδιοτήτων και της περιγραφής καθηκόντων των εν λόγω μελών του προσωπικού.».
Άρθρο 25
Εποπτική διαδικασία εξέτασης και αξιολόγησης - Τροποποίηση του άρθρου 89 του v. 4261/2014 (παρ. 28 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Στην παρ. 4 του άρθρου 89 του v. 4261/2014 (Α’ 107) προστίθεται τελευταίο εδάφιο, παρ. 4Α και 6 και το άρθρο 89 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 89 Εποπτική διαδικασία εξέτασης και αξιολόγησης (άρθρο 97 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνικά κριτήρια που παρατίθενται στο άρθρο 90, εξετάζει τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζουν τα ιδρύματα για τη συμμόρφωσή τους προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013. Προς το σκοπό αυτόν αξιολογεί:
- α) κινδύνους τους οποίους τα ιδρύματα έχουν αναλάβει ή ενδέχεται να αναλάβουν,
- β) κινδύνους στους οποίους εκτίθεται το χρηματοπιστωτικό σύστημα εξ αιτίας του ιδρύματος, λαμβάνοντας
υπόψη τον προσδιορισμό και τη μέτρηση του συστημικού κινδύνου δυνάμει του άρθρου 23 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010 ή των συστάσεων του ΕΣΣΚ όπου απαιτείται, και
- γ) κινδύνους που εντοπίζονται κατά τις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, λαμβάνοντας υπόψη
τη φύση, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων ενός ιδρύματος.
Το πεδίο εφαρμογής της εξέτασης και αξιολόγησης της προηγούμενης παραγράφου θα καλύπτει όλες τις απαιτήσεις του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013.
Βάσει της εποπτικής εξέτασης και αξιολόγησης που προβλέπεται στην παρ. 1, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προσδιορίζει κατά πόσο οι ρυθμίσεις, οι στρατηγικές, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που εφαρμόζουν τα ιδρύματα, καθώς και τα ίδια κεφάλαιά τους και η ρευστότητά τους εξασφαλίζουν τη συνετή διαχείριση και την κάλυψη των κινδύνων τους.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς καθορίζει με απόφασή της τη συχνότητα και το εύρος της εξέτασης και αξιολόγησης της παρ. 1 συνεκτιμώντας το μέγεθος, τη συστημική σπουδαιότητα, τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του συγκεκριμένου ιδρύματος, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας. Η εξέταση και αξιολόγηση επικαιροποιείται τουλάχιστον σε ετήσια βάση για τα ιδρύματα που καλύπτονται από το πρόγραμμα εποπτικής εξέτασης της παρ. 2 του άρθρου 91. Κατά τη διενέργεια της εξέτασης και της αξιολόγησης της παρ. 1, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με τα κριτήρια που δημοσιοποιούνται δυνάμει της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 134. αναφέρονται στην παρ. 1, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη ιδρύματα με παρόμοια χαρακτηριστικά κινδύνου, όπως παρόμοια επιχειρηματικά μοντέλα ή γεωγραφική θέση των ανοιγμάτων. Οι εν λόγω προσαρμοσμένες μεθοδολογίες μπορούν να περιλαμβάνουν δείκτες αναφοράς κινδύνων καθώς και ποσοτικούς δείκτες, επιτρέπουν τη δέουσα συνεκτίμηση των ειδικών κινδύνων στους οποίους μπορεί να εκτίθεται κάθε ίδρυμα και δεν θίγουν τον ειδικό για κάθε ίδρυμα χαρακτήρα των μέτρων που επιβάλλονται βάσει του άρθρου 96. Εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χρησιμοποιεί προσαρμοσμένες μεθοδολογίες σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ).
Σε περίπτωση που ίδρυμα ενέχει συστημικό κίνδυνο σύμφωνα με το άρθρο 23 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει αμελλητί την ΕΑΤ σχετικά με τα αποτελέσματα της εποπτικής διαδικασίας εξέτασης και αξιολόγησης.
Όταν μια εξέταση, ιδίως η αξιολόγηση των ρυθμίσεων εταιρικής διακυβέρνησης, του επιχειρηματικού μοντέλου ή των δραστηριοτήτων ενός ιδρύματος, παρέχει στην Τράπεζα της Ελλάδος ή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς βάσιμες υποψίες ότι, σε σχέση με το εν λόγω ίδρυμα, διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί, επιχειρείται ή έχει επιχειρηθεί να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή υπάρχει αυξημένος τέτοιος κίνδυνος, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει αμέσως την ΕΑΤ και την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες του άρθρου 47 του v. 4557/2018 (Α’ 139). Σε περίπτωση δυνητικού αυξημένου κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες συνεργάζονται και κοινοποιούν αμέσως την κοινή τους εκτίμηση στην ΕΑΤ. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει μέτρα καταλλήλως σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.».
Άρθρο 26
Τεχνικά κριτήρια για την εποπτική εξέταση και αξιολόγηση - Τροποποίηση του άρθρου 90 του v. 4261/2014 (παρ. 29 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Η παρ. 5 του άρθρου 90 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται και το άρθρο 90 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 90 Τεχνικά κριτήρια για την εποπτική εξέταση και αξιολόγηση (άρθρο 98 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Η εποπτική διαδικασία εξέτασης και αξιολόγησης που πραγματοποιείται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δυνάμει του άρθρου 89, επιπλέον του πιστωτικού, του λειτουργικού και του κινδύνου αγοράς καλύπτει τουλάχιστον τα ακόλουθα:
- α) τα αποτελέσματα των ασκήσεων προσομοίωσης
ακραίων καταστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 177 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 που πραγματοποιούνται από τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων,
- β) τον βαθμό έκθεσης των ιδρυμάτων, καθώς και τη
διαχείριση του κινδύνου συγκέντρωσης, περιλαμβανομένης της συμμόρφωσής τους με τις απαιτήσεις των άρθρων 387 έως 403 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και του άρθρου 73 του παρόντος,
- γ) την αρτιότητα, την καταλληλότητα και τον τρόπο
εφαρμογής των πολιτικών και διαδικασιών των ιδρυμάτων για τη διαχείριση του υπολειπόμενου κινδύνου που συνδέεται με τη χρήση αναγνωρισμένων τεχνικών μείωσης του πιστωτικού κινδύνου,
- δ) τον βαθμό επάρκειας των ιδίων κεφαλαίων του
ιδρύματος σε σχέση με στοιχεία ενεργητικού που έχει τιτλοποιήσει, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής σημασίας της συναλλαγής και του βαθμού κατά τον οποίο έχει επιτευχθεί η μεταφορά του κινδύνου,
- ε) την έκθεση σε κίνδυνο ρευστότητας που αναλαμβάνουν τα ιδρύματα και τη μέτρηση και διαχείριση αυτού,
περιλαμβανομένων των αναλύσεων εναλλακτικών σεναρίων, της διαχείρισης τεχνικών μείωσης του κινδύνου (ειδικά το επίπεδο, τη σύνθεση και την ποιότητα των αποθεμάτων ρευστότητας) και αποτελεσματικών σχεδίων έκτακτης ανάγκης,
- στ) τις επιπτώσεις της διαφοροποίησης και τον τρόπο
με τον οποίο οι επιπτώσεις αυτές ενσωματώνονται στο σύστημα μέτρησης κινδύνων,
- ζ) τα αποτελέσματα των ασκήσεων προσομοίωσης
ακραίων καταστάσεων που πραγματοποιούν τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο αγοράς βάσει των άρθρων 362 έως 377 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,
- η) τη γεωγραφική θέση των ανοιγμάτων των ιδρυμάτων,
- θ) το επιχειρηματικό μοντέλο του ιδρύματος,
- ι) την αξιολόγηση του συστημικού κινδύνου, σύμφωνα
με τα κριτήρια του άρθρου 89.
Για τους σκοπούς της περ. ε) της παρ. 1, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διεξάγει σε τακτά διαστήματα συνολική εκτίμηση της γενικής διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας από τα ιδρύματα και προάγει την ανάπτυξη αξιόπιστων εσωτερικών μεθοδολογιών. Κατά τη διενέργεια αυτών των αξιολογήσεων, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεκτιμά τον ρόλο που διαδραματίζουν τα ιδρύματα στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει επίσης υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών της στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος όλων των άλλων κρατών μελών.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ελέγχει τον βαθμό κατά τον οποίο ένα ίδρυμα έχει παράσχει έμμεση υποστήριξη σε μια τιτλοποίηση. Αν της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για να αντιμετωπίζει την αυξημένη προσδοκία ότι το ίδρυμα θα παράσχει και μελλοντικά υποστήριξη στις τιτλοποιήσεις του και ως εκ τούτου δεν θα μπορέσει να επιτύχει ουσιαστική μεταφορά κινδύνου.
Για τους σκοπούς της εποπτικής αξιολόγησης που πρέπει να γίνει βάσει της παρ. 3 του άρθρου 89, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξετάζει εάν οι αναπροσαρμογές της αξίας που έχουν πραγματοποιηθεί για θέσεις ή χαρτοφυλάκια στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, επιτρέπουν στο ίδρυμα να πωλήσει ή να αντισταθμίσει τις θέσεις του σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς σημαντικές ζημίες υπό κανονικές συνθήκες αγοράς.
α) Η εποπτική εξέταση και αξιολόγηση που πραγματοποιεί η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς περιλαμβάνει τον κίνδυνο επιτοκίου τον οποίο αναλαμβάνουν τα ιδρύματα και ο οποίος απορρέει από τις μη σχετιζόμενες με το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών δραστηριότητές τους.
- β) Οι εποπτικές εξουσίες ασκούνται τουλάχιστον στις
ακόλουθες περιπτώσεις:
- αα) εφόσον η μείωση της οικονομικής αξίας του Μετοχικού Κεφαλαίου ιδρύματος, όπως αναφέρεται στην
παρ. 1 του άρθρου 76, είναι μεγαλύτερη του δέκα πέντε τοις εκατό (15%) του κεφαλαίου της Κατηγορίας 1 του ιδρύματος ως αποτέλεσμα αιφνίδιας και μη αναμενόμενης μεταβολής των επιτοκίων, όπως ορίζεται σε οποιοδήποτε εκ των έξι (6) εποπτικών σεναρίων ακραίων μεταβολών που εφαρμόζονται στα επιτόκια, τα οποία διαμορφώνονται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) σύμφωνα με την παρ. 5α του άρθρου 98 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ,
- ββ) εφόσον ένα ίδρυμα αντιμετωπίζει μεγάλη μείωση
στα καθαρά του έσοδα από τόκους,όπως αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 76, ως αποτέλεσμα αιφνίδιας και μη αναμενόμενης μεταβολής των επιτοκίων, όπως ορίζεται σε οποιοδήποτε εκ των δύο (2) εποπτικών σεναρίων ακραίων μεταβολών που εφαρμόζονται στα επιτόκια, τα οποία διαμορφώνονται από την ΕΑΤ, σύμφωνα με την παρ. 5α του άρθρου 98 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ (L 176).
- γ) Κατά παρέκκλιση της περ. β), η Τράπεζα της Ελλάδος
ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν υποχρεούται να ασκεί εποπτικές εξουσίες όταν κρίνει, βάσει της εποπτικής εξέτασης και αξιολόγησης που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο, ότι η διαχείριση στην οποία προβαίνει το ίδρυμα έναντι του κινδύνου επιτοκίου που απορρέει από τις μη σχετιζόμενες με το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών δραστηριότητές του είναι επαρκής και ότι το ίδρυμα δεν είναι υπερβολικά εκτεθειμένο στον κίνδυνο επιτοκίου που απορρέει από τις μη σχετιζόμενες με το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών δραστηριότητές του.
- δ) Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, με
τον όρο «εποπτικές εξουσίες» νοούνται οι εξουσίες που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 96 ή η εξουσία καθορισμού παραδοχών για την ανάπτυξη υποδειγμάτων και παραμέτρων, πλην εκείνων που προσδιορίζονται από την ΕΑΤ σύμφωνα με το στοιχείο β) της παρ. 5α του άρθρου 98 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, που πρέπει να αποτυπώνονται από τα ιδρύματα στον υπολογισμό τους όσον αφορά την οικονομική αξία του Μετοχικού Κεφαλαίου σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 76.
Η εποπτική αξιολόγηση που διενεργείται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς περιλαμβάνει την έκθεση των ιδρυμάτων στον κίνδυνο υπερβολικής μόχλευσης, όπως αυτός προσεγγίζεται από δείκτες υπερβολικής μόχλευσης, περιλαμβανομένου του δείκτη μόχλευσης σύμφωνα με το άρθρο 429 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013. Για τον προσδιορισμό του αποδεκτού επιπέδου του δείκτη μόχλευσης των ιδρυμάτων και των στρατηγικών, διαδικασιών και μηχανισμών που εφαρμόζουν τα ιδρύματα για τη διαχείριση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει υπόψη το επιχειρηματικό μοντέλο αυτών.
Η εποπτική αξιολόγηση που πραγματοποιεί η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις εταιρικής διακυβέρνησης των ιδρυμάτων, την εταιρική τους φιλοσοφία και αξίες, καθώς και την ικανότητα των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου να εκτελούν τα καθήκοντά τους. Κατά την εποπτική αξιολόγηση, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει τουλάχιστον πρόσβαση στα θέματα προς συζήτηση και στα συνοδευτικά έγγραφα των συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και των επιτροπών αυτού, καθώς και στα αποτελέσματα της εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης της επίδοσης του Διοικητικού Συμβουλίου.».
Άρθρο 27
Εποπτικές εξουσίες - Τροποποίηση του άρθρου 96 του v. 4261/2014 (παρ. 32 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 96 του v. 4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίστανται, η παρ. 3 καταργείται και το άρθρο 96 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 96 Εποπτικές εξουσίες (άρθρο 104 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Για τους σκοπούς του άρθρου 89, των παρ. 4 και 5 του άρθρου 90, της παρ. 4 του άρθρου 93 και του άρθρου 94 του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 (L176/1), η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να απαιτεί από τα ιδρύματα τουλάχιστον τα ακόλουθα:
- α) την τήρηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων καθ’ υπέρβαση των ελαχίστων, όπως ορίζονται στον Κανονισμό
(ΕΕ) αριθμ. 575/2013, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 96Α του παρόντος,
- β) τη βελτίωση των ρυθμίσεων, διαδικασιών, μηχανισμών και στρατηγικών που εφαρμόζονται με βάση τα
άρθρα 65 και 66,
- γ) την υποβολή σχεδίου για την αποκατάσταση της
συμμόρφωσης με τις εποπτικές απαιτήσεις εκ του πα αφορά το πεδίο εφαρμογής και την προθεσμία,
- δ) την εφαρμογή ειδικής, από απόψεως κεφαλαιακής
επάρκειας, πολιτικής προβλέψεων ή μεταχείρισης των στοιχείων του ενεργητικού,
- ε) τον περιορισμό ή την τήρηση ορίων ως προς το
είδος και την έκταση των δραστηριοτήτων τους, ή το δίκτυό τους ή την εκποίηση στοιχείων του ενεργητικού τους ή την παύση δραστηριοτήτων που ενέχουν αυξημένο κίνδυνο για την ευρωστία ενός ιδρύματος,
- στ) τη μείωση του κινδύνου που ενέχουν οι δραστηριότητες, τα προϊόντα και τα συστήματα των ιδρυμάτων,
συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που ανατίθενται σε τρίτους,
- ζ) τον περιορισμό των μεταβλητών αποδοχών ως ποσοστού του συνόλου των καθαρών εσόδων σε περιπτώσεις όπου το ύψος των ως άνω αποδοχών δεν συμβάλλει
στη διατήρηση υγιούς κεφαλαιακής βάσης,
- η) την ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων μέσω αποθεματοποίησης κερδών,
- θ) τον περιορισμό ή την απαγόρευση της διανομής
κερδών από ένα ίδρυμα στους μετόχους ή καταβολής τόκων στους κατόχους πρόσθετων μέσων της Κατηγορίας 1, εφόσον η απαγόρευση δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος,
- ι) την υποβολή πρόσθετων ή συχνότερων αναφορών,
περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τα ίδια κεφάλαια, τη ρευστότητα και τη μόχλευση,
- ια) την πρόβλεψη ειδικών απαιτήσεων ρευστότητας,
περιλαμβανομένων των περιορισμών στις αναντιστοιχίες ληκτότητας μεταξύ ενεργητικού και παθητικού,
- ιβ) την υποβολή πρόσθετων πληροφοριών,
- ιγ) τη λήψη προηγούμενης έγκρισης από την Τράπεζα
της Ελλάδος για τη διενέργεια συναλλαγών που κατά την κρίση της είναι δυνατόν να αποβούν σε βάρος της φερεγγυότητας του πιστωτικού ιδρύματος. Η δυνατότητα αυτή ασκείται για περιορισμένο χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες,
- ιδ) την αύξηση κεφαλαίου πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 136.
α) Για τους σκοπούς της περ. ι) της παρ. 1, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να απαιτήσει πρόσθετες ή συχνότερες υποβολές από τα ιδρύματα μόνο όταν η σχετική απαίτηση είναι κατάλληλη και αναλογική ως προς τον σκοπό για τον οποίο απαιτούνται οι πληροφορίες και οι ζητούμενες πληροφορίες δεν είναι επικαλυπτόμενες.
- β) Για τους σκοπούς των άρθρων 89 έως 94, κάθε
πρόσθετη πληροφορία που μπορεί να απαιτείται από τα ιδρύματα θεωρείται ως επικαλυπτόμενη εφόσον οι ίδιες ή οι κατ’ ουσία ίδιες πληροφορίες έχουν ήδη υποβληθεί με άλλο τρόπο στην Τράπεζα της Ελλάδος ή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή μπορούν να παραχθούν από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
- γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν απαιτεί την υποβολή πρόσθετων πληροφοριών
από ίδρυμα, εφόσον τις έχει ήδη λάβει υπό διαφορετική μορφή ή επίπεδο ανάλυσης που δεν εμποδίζει την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να παράγει πληροφορίες ίδιας ποιότητας και αξιοπιστίας με εκείνες που θα παράγονταν βάσει των πρόσθετων πληροφοριών που θα αναφέρονταν διαφορετικά.
Καταργείται.
Άρθρο 28
Πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων/ Κατεύθυνση ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια/Συνεργασία με τις αρχές εξυγίανσης Προσθήκη άρθρων μετά το άρθρο 96 του ν. 4261/2014 (παρ. 33 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Μετά το άρθρο 96 του v. 4261/2014 (Α’ 107) προστίθενται άρθρα 96Α, 96Β και 96Γ ως εξής: «Άρθρο 96Α Πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων (άρθρο 104α της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 εάν, βάσει της εξέτασης που διενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 89 και 93, διαπιστώνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις για ένα μεμονωμένο ίδρυμα:
- α) το ίδρυμα είναι εκτεθειμένο σε κινδύνους ή στοιχεία κινδύνων που δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται
επαρκώς, όπως ορίζει η παρ. 2, από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στα άρθρα 92 έως 403 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 (L 347/35),
- β) το ίδρυμα δεν πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται
στα άρθρα 65 και 66 του παρόντος ή στο άρθρο 393 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και πιθανώς άλλα εποπτικά μέτρα δεν θα επαρκούσαν, ώστε να μπορούν να καλυφθούν οι απαιτήσεις αυτές εντός κατάλληλου χρονοδιαγράμματος,
- γ) οι προσαρμογές που αναφέρονται στην παρ. 4 του
άρθρου 90 θεωρούνται ανεπαρκείς, ώστε να επιτρέψουν στο ίδρυμα να πωλήσει ή να αντισταθμίσει τις θέσεις του σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς σημαντικές ζημίες υπό κανονικές συνθήκες αγοράς,
- δ) η αξιολόγηση που διενεργήθηκε σύμφωνα με την
παρ. 4 του άρθρου 93 αποκαλύπτει ότι η μη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις για την εφαρμογή της επιτρεπόμενης προσέγγισης ενδέχεται να οδηγήσει σε ανεπαρκείς απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων,
- ε) το ίδρυμα αδυνατεί επανειλημμένως να σχηματίσει ή να διατηρήσει επαρκές επίπεδο πρόσθετων ιδίων
κεφαλαίων για την κάλυψη της κατεύθυνσης που του ανακοινώνεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 96Β,
- στ) άλλες ειδικές ανά ίδρυμα καταστάσεις, οι οποίες
θεωρεί η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ότι προκαλούν σημαντικούς εποπτικούς προβληματισμούς. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 μόνο της αγοράς στο προφίλ κινδύνου του μεμονωμένου
α) Για τους σκοπούς της περ. α) της παρ. 1, οι κίνδυνοι ή τα στοιχεία κινδύνου θεωρούνται ότι δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στα άρθρα 92 έως 403 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 μόνο όταν τα ποσά, τα είδη και η κατανομή των κεφαλαίων που κρίνονται επαρκή από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, λαμβανομένης υπόψη της εποπτικής εξέτασης της αξιολόγησης που διενεργείται από τα ιδρύματα σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 65, είναι υψηλότερα από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στα άρθρα 92 έως 403 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.
- β) Για τους σκοπούς της περ. α), η Τράπεζα της Ελλάδος
ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αξιολογεί, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά κινδύνου κάθε μεμονωμένου ιδρύματος, τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται το ίδρυμα, μεταξύ άλλων:
- αα) τους ειδικούς ανά ίδρυμα κινδύνους ή τα στοιχεία
των κινδύνων αυτών που εξαιρούνται ρητά ή δεν καλύπτονται ρητά από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στα άρθρα 92 έως 403 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,
- ββ) τους ειδικούς ανά ίδρυμα κινδύνους ή τα στοιχεία
των κινδύνων αυτών που ενδέχεται να υποεκτιμώνται παρά τη συμμόρφωση προς τις ισχύουσες απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 92 έως 403 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.
- γ) Στον βαθμό που οι κίνδυνοι ή τα στοιχεία κινδύνων υπόκεινται σε μεταβατικές ρυθμίσεις ή διατάξεις
αποδοχής του προϋφιστάμενου καθεστώτος του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, δεν θεωρούνται κίνδυνοι ή στοιχεία τέτοιων κινδύνων που ενδέχεται να υποεκτιμώνται παρά τη συμμόρφωση προς τις ισχύουσες απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 92 έως 403 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.
- δ) Για τους σκοπούς της περ. α), τα κεφάλαια που θεωρούνται επαρκή, καλύπτουν όλους τους κινδύνους ή τα
στοιχεία κινδύνων που προσδιορίζονται ως σημαντικοί σύμφωνα με την αξιολόγηση που ορίζεται στην περ. β), οι οποίοι δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στα άρθρα 92 έως 403 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.
- ε) Κίνδυνος επιτοκίου που προκύπτει από θέσεις εκτός
χαρτοφυλακίου συναλλαγών μπορεί να θεωρηθεί σημαντικός τουλάχιστον στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παρ. 5 του άρθρου 90, εκτός εάν η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά την εκτέλεση της εξέτασης και της αξιολόγησης, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διαχείριση από το ίδρυμα του κινδύνου επιτοκίου που προκύπτει από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών είναι επαρκής και ότι το ίδρυμα δεν είναι υπερβολικά εκτεθειμένο στον κίνδυνο επιτοκίου που προκύπτει από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών.
α) Όταν απαιτούνται πρόσθετα ίδια κεφάλαια για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτονται επαρκώς από το στοιχείο δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προσδιορίζει το επίπεδο των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται βάσει της περ. α) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου ως τη διαφορά μεταξύ του κεφαλαίου που κρίνεται ότι επαρκεί σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος άρθρου και των σχετικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στα άρθρα 92 έως 403 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.
- β) Όταν απαιτούνται πρόσθετα ίδια κεφάλαια για την
αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το στοιχείο δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προσδιορίζει το επίπεδο των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται βάσει της περ. α) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου ως τη διαφορά μεταξύ του κεφαλαίου που κρίνεται ότι επαρκεί σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος άρθρου και των σχετικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στα άρθρα 92 έως 386 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013.
α) Το ίδρυμα συμμορφώνεται προς την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων την οποία επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς βάσει της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 με ίδια κεφάλαια που πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- αα) τουλάχιστον τα τρία τέταρτα της πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων καλύπτονται με κεφάλαια της
Κατηγορίας 1,
- ββ) τουλάχιστον τα τρία τέταρτα του κεφαλαίου της
Κατηγορίας 1 που αναφέρεται στην υποπερ. αα) αποτελούνται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1.
- β) Κατά παρέκκλιση της περ. α), η Τράπεζα της Ελλάδος ή Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να απαιτήσει
από το ίδρυμα να πληροί την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων με υψηλότερο ποσοστό κεφαλαίου της Κατηγορίας 1 ή κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, όπου χρειάζεται και λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών του ιδρύματος.
- γ) Ίδια κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που
αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 και επιβάλλεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη οποιουδήποτε εκ των ακολούθων:
- ββ) της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας,
- γγ) της κατεύθυνσης ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 96Β, όταν η
κατεύθυνση αυτή αφορά κινδύνους εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης.
- δ) Ίδια κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που
αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 και επιβάλλεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το στοιχείο δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη οποιουδήποτε εκ των ακολούθων:
- αα) της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που προβλέπεται
στο στοιχείο δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,
- ββ) της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον
δείκτη μόχλευσης που προβλέπεται στην παρ. 1α του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,
- γγ) της κατεύθυνσης ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 96Β,
όταν η κατεύθυνση αυτή αφορά κινδύνους υπερβολικής μόχλευσης.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αιτιολογεί, δεόντως, γραπτώς προς κάθε ίδρυμα την απόφαση της επιβολής πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων βάσει της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96, τουλάχιστον παρέχοντας σαφή εικόνα για την πλήρη εκτίμηση των στοιχείων που αναφέρονται στις παρ. 1 έως 4. Η εν λόγω αιτιολόγηση περιλαμβάνει, στην περίπτωση που προβλέπεται στην περ. ε) της παρ. 1, ειδική έκθεση των λόγων για τους οποίους η επιβολή κατεύθυνσης ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια δεν θεωρείται πλέον επαρκής.
Άρθρο 96Β
Κατεύθυνση ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια (άρθρο 104β της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Σύμφωνα με τις στρατηγικές και τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 65, τα ιδρύματα καθορίζουν το εσωτερικό τους κεφάλαιο σε κατάλληλο επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που επαρκεί, ώστε να καλύπτονται όλοι οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται ένα ίδρυμα και να διασφαλίζεται ότι τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος μπορούν να απορροφήσουν δυνητικές ζημιές που απορρέουν από σενάρια προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, περιλαμβανομένων όσων προσδιορίζονται σύμφωνα με τις εποπτικές ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 92.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επανεξετάζει τακτικά το επίπεδο του εσωτερικού κεφαλαίου που καθορίζεται από κάθε ίδρυμα, σύμφωνα με την παρ. 1 στο πλαίσιο των εξετάσεων και των αξιολογήσεων που διενεργούνται σύμφωνα με τα άρθρα 89 και 93, περιλαμβανομένων των αποτελεσμάτων των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 92. Σύμφωνα με την εν λόγω επανεξέταση, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς καθορίζει για κάθε ίδρυμα το συνολικό επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων που κρίνει κατάλληλο.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανακοινώνει στα ιδρύματα την κατεύθυνσή της ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια. Τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια τα οποία αφορά η κατεύθυνση είναι τα ίδια κεφάλαια που υπερβαίνουν το σχετικό ποσό των ιδίων κεφαλαίων που απαιτείται σύμφωνα με τα άρθρα 92 έως 403 και 429 έως 429ζ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, το κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402, την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 και το σημείο 6) της παρ. 1 του άρθρου 121 του παρόντος ή σύμφωνα με την παρ. 1α του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, κατά περίπτωση, τα οποία είναι αναγκαία για την επίτευξη του συνολικού επιπέδου των ιδίων κεφαλαίων που θεωρείται κατάλληλο από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρέχει κατεύθυνση ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια σύμφωνα με την παρ. 3 ειδικά για κάθε ίδρυμα. Η κατεύθυνση μπορεί να καλύπτει κινδύνους οι οποίοι αντιμετωπίζονται από την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλεται σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 μόνο στον βαθμό που καλύπτει πτυχές των κινδύνων αυτών οι οποίες δεν καλύπτονται ήδη βάσει της εν λόγω απαίτησης.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)