Νόμοι — ΦΕΚ A' 78/2021
Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει ότι τα μέτρα που προτείνονται από μια οντότητα σύμφωνα με την παρ. 3 δεν περιορίζουν ούτε εξαλείφουν αποτελεσματικά τα εν λόγω εμπόδια, ζητά από την οντότητα, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω της αρμόδιας αρχής, να λάβει εναλλακτικά μέτρα με τα οποία είναι δυνατό να επιτευχθεί ο στόχος αυτός και κοινοποιεί εγγράφως τα εν λόγω μέτρα στην οντότητα, η οποία εντός ενός (1) μηνός οφείλει να προτείνει σχέδιο συμμόρφωσης προς αυτά. Κατά τον προσδιορισμό εναλλακτικών μέτρων, η αρχή εξυγίανσης τεκμηριώνει για ποιον λόγο τα μέτρα που πρότεινε η οντότητα δεν θα μπορούσαν να εξαλείψουν τα εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης και για ποιον λόγο τα προταθέντα από αυτήν εναλλακτικά μέτρα είναι αναλογικά για την εξάλειψη των εν λόγω εμποδίων. Η αρχή εξυγί στη δυνατότητα εξυγίανσης, καθώς και την επίπτωση των μέτρων στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της οντότητας, τη σταθερότητά της και την ικανότητά της να συμβάλλει στην οικονομία.
Πριν από τον προσδιορισμό οποιουδήποτε μέτρου που αναφέρεται στην παρ. 4, η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή και, όπου ενδείκνυται, την αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας, λαμβάνει υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις των εν λόγω μέτρων στη συγκεκριμένη οντότητα, στην εσωτερική αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, καθώς και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα άλλων κρατών-μελών και της ΕΕ στο σύνολό της.
Για τους σκοπούς της παρ. 4, η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να λαμβάνει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέτρα:
- α) να απαιτεί από την οντότητα την αναθεώρηση
οποιασδήποτε ενδοομιλικής χρηματοδοτικής συμφωνίας, ή την εξέταση πιθανής σύναψής της, ή την κατάρτιση συμφωνίας παροχής υπηρεσιών, είτε ενδοομιλικής είτε με τρίτα μέρη, για να καλύψει την παροχή κρίσιμων λειτουργιών,
- β) να απαιτεί από την οντότητα τον περιορισμό του
μέγιστου ύψους των ατομικών και συνολικών ανοιγμάτων της,
- γ) να επιβάλλει απαιτήσεις παροχής συγκεκριμένων ή
τακτικών πρόσθετων πληροφοριών για τους σκοπούς της εξυγίανσης,
- δ) να απαιτεί από την οντότητα τη μεταβίβαση συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων,
- ε) να απαιτεί από την οντότητα τον περιορισμό ή την
παύση της άσκησης συγκεκριμένων υφιστάμενων ή προτεινόμενων δραστηριοτήτων,
- στ) να περιορίζει ή να αποτρέπει την ανάπτυξη νέων
ή υφιστάμενων επιχειρηματικών τομέων ή την πώληση νέων ή υφιστάμενων προϊόντων,
- ζ) να απαιτεί αλλαγές στις νομικές ή λειτουργικές δομές της οντότητας ή οποιουδήποτε μέλους του ομίλου,
το οποίο ελέγχεται είτε άμεσα είτε έμμεσα από αυτήν, προκειμένου να μειωθεί η πολυπλοκότητα και να διασφαλιστεί ότι οι κρίσιμες λειτουργίες είναι δυνατό να διαχωριστούν νομικά και οργανωτικά από άλλες λειτουργίες, μέσω της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης,
- η) να απαιτεί από μια οντότητα ή μια μητρική επιχείρηση τη σύσταση μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας
συμμετοχών εγκατεστημένης σε κράτος-μέλος ή μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ,
- ηα) να απαιτεί από ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που
αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 να υποβάλει σχέδιο για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του άρθρου 45ε ή του άρθρου 45στ, εκφραζόμενη ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και, κατά περίπτωση, με τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας και με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 45ε ή στο άρθρο 45στ του παρόντος, εκφραζόμενες ως ποσοστό του μέτρου του συνολικού ανοίγματος που αναφέρεται στα άρθρα 429 και 429α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013,
- θ) να απαιτεί από ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 να
εκδώσει επιλέξιμες υποχρεώσεις για την τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 45ε ή του άρθρου 45στ,
- ι) να απαιτεί από ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 τη
λήψη άλλων μέτρων για την τήρηση των ελάχιστων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων βάσει του άρθρου 45ε ή του άρθρου 45στ, περιλαμβανομένης ιδίως της προσπάθειας επαναδιαπραγμάτευσης των όρων οποιασδήποτε επιλέξιμης υποχρέωσης, πρόσθετου μέσου της Κατηγορίας 1 ή μέσου της Κατηγορίας 2 έχει εκδώσει, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι σε κάθε απόφαση της αρχής εξυγίανσης για απομείωση ή μετατροπή της εν λόγω υποχρέωσης ή του εν λόγω μέσου εφαρμόζεται το δίκαιο της δικαιοδοσίας που διέπει αυτήν την υποχρέωση ή το μέσο,
- ια) για τον σκοπό της εξασφάλισης της διαρκούς συμμόρφωσης με το άρθρο 45ε ή το άρθρο 45στ, να απαιτεί
από ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, να αλλάξει τα χαρακτηριστικά ληκτότητας: i) των μέσων ιδίων κεφαλαίων, αφού λάβει τη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας αρχής, και ii) των επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 45β και στην περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 45στ, και
- ιβ) σε περίπτωση που μια οντότητα είναι θυγατρική
μιας μεικτής εταιρείας συμμετοχών, να απαιτήσει από τη μεικτή εταιρεία συμμετοχών να ιδρύσει χωριστή χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών για τον έλεγχο της οντότητας, εάν αυτό είναι αναγκαίο, προκειμένου να διευκολυνθεί η εξυγίανση της οντότητας και να αποφευχθεί το ενδεχόμενο η εφαρμογή των μέτρων και εξουσιών εξυγίανσης που προβλέπονται στα άρθρα 31 έως 83 και 110 να έχει δυσμενείς συνέπειες στο μη χρηματοπιστωτικό τμήμα του ομίλου.»
Άρθρο 60
Εξουσίες για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 26 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 8 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Οι παρ. 1 έως 7 και η παρ. 9 του εσωτερικού άρθρου 26 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) αντικαθίστανται και το εσωτερικό άρθρο 26 του άρθρου 2 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 26 Εξουσίες για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου (άρθρο 18 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)
Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών και μετά από διαβούλευση με το Σώμα Εποπτών και τις αρχές εξυγίαν εξετάζουν την αξιολόγηση που απαιτείται βάσει του άρθρου 24 στο πλαίσιο του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης και προβαίνουν σε κάθε εύλογη ενέργεια, προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση όσον αφορά την εφαρμογή των μέτρων που προσδιορίζονται σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 25 σε σχέση με όλες τις οντότητες εξυγίανσης και τις θυγατρικές τους, οι οποίες είναι οντότητες που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 1 και αποτελούν μέρος του ομίλου.
Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, σε συνεργασία με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και την Ε.Α.Τ., σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 25 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθμ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ ΕΚ της Επιτροπής, συντάσσει και υποβάλλει έκθεση στη μητρική επιχείρηση της ΕΕ, στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών, οι οποίες την κοινοποιούν στις θυγατρικές που υπάγονται στην εποπτεία τους, και στις αρχές εξυγίανσης των κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα. Στην έκθεση, η οποία συντάσσεται μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές:
- α) αναλύονται τα ουσιαστικά εμπόδια για την αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και την
άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης όσον αφορά στον όμιλο, και επίσης όσον αφορά σε ομίλους εξυγίανσης, όποτε ένας όμιλος αποτελείται από περισσότερους του ενός ομίλους εξυγίανσης,
- β) εξετάζονται οι επιπτώσεις στο επιχειρηματικό μοντέλο του ομίλου, και
- γ) προτείνονται αναλογικά και στοχευμένα μέτρα, τα
οποία, κατά την κρίση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, είναι αναγκαία ή κατάλληλα για την εξάλειψη των εν λόγω εμποδίων. Όταν ένα εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης του ομίλου οφείλεται στο γεγονός ότι κάποιο μέλος του ομίλου βρίσκεται στην κατάσταση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 25, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου κοινοποιεί την εκτίμησή της για το εν λόγω εμπόδιο στη μητρική επιχείρηση της ΕΕ, μετά από διαβούλευση με την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης και τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών ιδρυμάτων της.
Εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της έκθεσης, η μητρική επιχείρηση της ΕΕ μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις και να προτείνει στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου εναλλακτικά μέτρα για την αντιμετώπιση των εμποδίων που προσδιορίζονται στην έκθεση. Όταν τα εμπόδια που προσδιορίζονται στην έκθεση οφείλονται στο γεγονός ότι κάποιο μέλος του ομίλου βρίσκεται στην κατάσταση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 25, η μητρική επιχείρηση της ΕΕ, εντός δύο (2) εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2, προτείνει στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου ενδεχόμενα μέτρα και το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή τους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση της οντότητας ομίλου με τις απαιτήσεις του άρθρου 45ε ή του άρθρου 45στ, εκφραζόμενες ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις αριθμ. 648/2012 (L 176) και, κατά περίπτωση, με τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας και με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 45ε και 45στ, εκφραζόμενες ως ποσοστό του μέτρου του συνολικού ανοίγματος που αναφέρεται στα άρθρα 429 και 429α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013. Στο χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των μέτρων που προτείνονται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο λαμβάνονται υπόψη οι λόγοι στους οποίους οφείλεται το ουσιαστικό εμπόδιο. Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή, αξιολογεί κατά πόσον με τα μέτρα αυτά αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά ή εξαλείφεται το ουσιαστικό εμπόδιο.
Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου γνωστοποιεί κάθε μέτρο που προτείνεται από τη μητρική επιχείρηση της ΕΕ στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας, την Ε.Α.Τ., τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών και τις αρχές εξυγίανσης των κρατών-μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό που τα αφορά. Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και οι αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών, μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές και τις αρχές εξυγίανσης των κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να καταλήξουν σε κοινή απόφαση στο πλαίσιο του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης όσον αφορά τον προσδιορισμό των ουσιαστικών εμποδίων και, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, την αξιολόγηση των μέτρων που προτείνονται από τη μητρική επιχείρηση της ΕΕ, καθώς και των μέτρων που απαιτούνται από τις αρχές, προκειμένου να αντιμετωπιστούν ή να εξαλειφθούν τα εμπόδια, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες επιπτώσεις των μέτρων σε όλα τα κράτη-μέλη στα οποία δραστηριοποιείται ο όμιλος.
Η κοινή απόφαση λαμβάνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από την υποβολή παρατηρήσεων από τη μητρική επιχείρηση της ΕΕ. Εάν η μητρική επιχείρηση της ΕΕ δεν έχει υποβάλει παρατηρήσεις, η κοινή απόφαση λαμβάνεται εντός ενός (1) μηνός από την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3. Η κοινή απόφαση που σχετίζεται με εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης οφειλόμενο στην κατάσταση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 25, λαμβάνεται εντός δύο (2) εβδομάδων από την υποβολή παρατηρήσεων από τη μητρική επιχείρηση της ΕΕ σύμφωνα με την παρ. 3. Η κοινή απόφαση είναι αιτιολογημένη, έγγραφη και κοινοποιείται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου στη μητρική επιχείρηση της ΕΕ. απόφασης, σύμφωνα με την περ. γ’ του άρθρου 31 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010.
Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παρ. 5, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου λαμβάνει η ίδια την απόφαση σχετικά με τη λήψη των κατάλληλων μέτρων σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 25 σε επίπεδο ομίλου. Η εν λόγω απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρχών εξυγίανσης και κοινοποιείται στη μητρική επιχείρηση της ΕΕ από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου. Εάν, κατά τη λήξη της σχετικής περιόδου που αναφέρεται στην παρ. 5, κάποια αρχή εξυγίανσης έχει παραπέμψει ζήτημα που αναφέρεται στην παρ. 9 στην Ε.Α.Τ., σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου αναβάλλει την απόφασή της, αναμένει την όποια απόφαση μπορεί να λάβει η Ε.Α.Τ. σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισμού και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της Ε.Α.Τ. Η περίοδος που αναφέρεται στην παρ. 5 θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010. Η Ε.Α.Τ. λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός (1) μηνός. Το θέμα δεν παραπέμπεται στην Ε.Α.Τ. μετά τη λήξη της σχετικής περιόδου που αναφέρεται στην παρ. 5 ή αφού ληφθεί κοινή απόφαση. Ελλείψει απόφασης της Ε.Α.Τ., εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου. 6α. Ελλείψει κοινής απόφασης εντός της σχετικής περιόδου που αναφέρεται στην παρ. 5, η αρχή εξυγίανσης της οικείας οντότητας εξυγίανσης λαμβάνει η ίδια την απόφαση σχετικά με τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 25 σε επίπεδο ομίλου εξυγίανσης. Η απόφαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο είναι πλήρως αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των αρχών εξυγίανσης άλλων οντοτήτων του ιδίου ομίλου εξυγίανσης και της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου. Η απόφαση κοινοποιείται στην οντότητα εξυγίανσης από τη σχετική αρχή εξυγίανσης. Εάν, κατά τη λήξη της σχετικής περιόδου που αναφέρεται στην παρ. 5, μια αρχή εξυγίανσης έχει παραπέμψει ζήτημα που αναφέρεται στην παρ. 9 στην Ε.Α.Τ., σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010, η αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης αναβάλλει την απόφασή της, αναμένει την όποια απόφαση μπορεί να λάβει η Ε.Α.Τ. σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισμού, και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της Ε.Α.Τ. Η περίοδος που αναφέρεται στην παρ. 5 θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010. Η Ε.Α.Τ. λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός (1) μηνός. Το θέμα δεν παραπέμπεται στην Ε.Α.Τ. μετά τη λήξη της σχετικής περιόδου που αναφέρεται στην παρ. 5 ή αφού ληφθεί κοινή απόφαση. Ελλείψει απόφασης της Ε.Α.Τ, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης.
Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση, οι αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών που δεν είναι οντότητες εξυγίανσης λαμβάνουν οι ίδιες αποφάσεις σχετικά με τα κατάλληλα μέτρα που πρέπει να ληφθούν από τις θυγατρικές σε ατομική βάση σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 25. Η εν λόγω απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρχών εξυγίανσης. Η απόφαση διαβιβάζεται στην εμπλεκόμενη θυγατρική, στην οντότητα εξυγίανσης του ιδίου ομίλου εξυγίανσης, στην αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης και, εάν πρόκειται για διαφορετική αρχή, στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου. Εάν, κατά τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην παρ. 5, κάποια αρχή εξυγίανσης έχει παραπέμψει ζήτημα που αναφέρεται στην παρ. 9 στην Ε.Α.Τ., σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010, η αρχή εξυγίανσης της θυγατρικής αναβάλλει την απόφασή της, αναμένει την όποια απόφαση μπορεί να λάβει η Ε.Α.Τ. σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισμού και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της Ε.Α.Τ. Η περίοδος που αναφέρεται στην παρ. 5 θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010. Η Ε.Α.Τ. λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός (1) μηνός. Το θέμα δεν παραπέμπεται στην Ε.Α.Τ. μετά τη λήξη της σχετικής περιόδου που αναφέρεται στην παρ. 5 ή αφού ληφθεί κοινή απόφαση. Ελλείψει απόφασης της Ε.Α.Τ., εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης της θυγατρικής.
Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 5 και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση σύμφωνα με την παρ. 6 αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται από τις άλλες εμπλεκόμενες αρχές εξυγίανσης.
Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση σχετικά με τη λήψη μέτρων που αναφέρονται στις περ. ζ’, η’ η’ ια’ της παρ. 6 του άρθρου 25, η αρχή εξυγίανσης σύμφωνα με τις παρ. 6 ή 7 μπορεί να ζητήσει από την Ε.Α.Τ., να συνδράμει τις αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε συμφωνία, όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010.»
Άρθρο 61
Προϋποθέσεις εξυγίανσης - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 32 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 9 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Η περ. β’ της παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 32 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) αντικαθίσταται, προστίθεται παρ. 5 και το εσωτερικό άρθρο 32 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 32 Προϋποθέσεις εξυγίανσης (άρθρο 32 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)
Η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε ενέργειες εξυγίανσης σε σχέση με ίδρυμα μόνο εφόσον κρίνει ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) η αρμόδια αρχή διαπιστώνει, κατόπιν διαβούλευσης
με την αρχή εξυγίανσης, ότι το ίδρυμα τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένων μέτρων από θεσμικό σύστημα προστασίας (ΘΣΠ), ή εποπτικές ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης ή της απομείωσης ή της μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 59, θα αποτρέψουν την αφερεγγυότητα του ιδρύματος εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, και
- γ) η ενέργεια εξυγίανσης είναι αναγκαία για λόγους
δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα απαιτείται για την επίτευξη ενός ή περισσότερων στόχων εξυγίανσης κατά το άρθρο 31, και είναι αναλογική προς αυτούς, ενώ με την εκκαθάριση του ιδρύματος κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας οι εν λόγω στόχοι εξυγίανσης δεν θα επιτυγχάνονταν στον ίδιο βαθμό.
Η προηγούμενη λήψη μέτρων έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 27 δεν αποτελεί προϋπόθεση για την πραγματοποίηση ενέργειας εξυγίανσης.
Για τους σκοπούς της περ. α’ της παρ. 1 ένα ίδρυμα θεωρείται ότι τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας αν συντρέχει μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
- α) το ίδρυμα παραβιάζει ή υπάρχουν αντικειμενικές
ενδείξεις βάσει των οποίων κρίνεται ότι πρόκειται να παραβιάσει στο εγγύς μέλλον τις προϋποθέσεις της αδειοδότησής του, κατά τρόπο που θα δικαιολογούσε την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του από την αρμόδια αρχή, μεταξύ άλλων, διότι το ίδρυμα έχει υποστεί ή είναι πιθανόν να υποστεί ζημίες οι οποίες θα εξαντλήσουν το σύνολο ή σημαντικό μέρος των ιδίων κεφαλαίων του,
- β) τα στοιχεία ενεργητικού του ιδρύματος υπολείπονται, ή υπάρχουν αντικειμενικές ενδείξεις βάσει των
οποίων κρίνεται ότι πρόκειται, στο εγγύς μέλλον, να υπολείπονται, των υποχρεώσεών του,
- γ) το ίδρυμα δεν είναι σε θέση ή υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία βάσει των οποίων κρίνεται ότι το ίδρυμα
δεν πρόκειται να είναι σε θέση, στο εγγύς μέλλον, να εξοφλήσει τις οφειλές του ή να ανταποκριθεί σε άλλες υποχρεώσεις του όταν αυτές καταστούν απαιτητές,
- δ) όταν απαιτείται έκτακτη δημόσια χρηματοοικονομική στήριξη εκτός εάν, προκειμένου να αντιμετωπιστεί
σοβαρή διαταραχή στην εθνική οικονομία και να διατηρηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η έκτακτη δημόσια χρηματοοικονομική στήριξη λαμβάνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες μορφές:
- αα) κρατική εγγύηση για την κάλυψη διευκολύνσεων
ρευστότητας που παρέχεται από την κεντρική τράπεζα σύμφωνα με τους όρους που διέπουν τη λειτουργία της,
- ββ) κρατική εγγύηση για νεοεκδοθείσες υποχρεώσεις, ή
- γγ) εισφορά ιδίων κεφαλαίων ή αγορά κεφαλαιακών
μέσων σε τιμές και με όρους που δεν παρέχουν πλεονέκτημα υπέρ του ιδρύματος, εφόσον δεν συντρέχουν ούτε οι περιστάσεις των περιπτώσεων α’, β’ ή γ’ της παρούσας παραγράφου ούτε οι περιστάσεις που εκτίθενται στις παραγράφους 2 και 9 του άρθρου 59 κατά τη στιγμή της χορήγησης της κρατικής στήριξης.
Σε καθεμία από τις υποπεριπτώσεις αα’, ββ’ και γγ’ της περ. δ’ της παρ. 3, τα αναφερόμενα εγγυοδοτικά ή ισοδύναμα μέτρα περιορίζονται σε φερέγγυα ιδρύματα και υπόκεινται στην τελική έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σύμφωνα με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ. Τα μέτρα αυτά έχουν προληπτικό και προσωρινό χαρακτήρα, είναι αναλογικά ως προς την αντιμετώπιση των συνεπειών της σοβαρής διαταραχής και δεν χρησιμοποιούνται για να καλυφθούν ζημίες που το ίδρυμα ήδη έχει υποστεί ή είναι πιθανό να υποστεί στο εγγύς μέλλον. Τα μέτρα στήριξης της υποπερ. γγ) της περ. δ’ της παρ. 3 περιορίζονται στις αναγκαίες εισφορές για την αντιμετώπιση της έλλειψης κεφαλαίων που έχει διαπιστωθεί στο πλαίσιο των ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο εθνικό, ενωσιακό ή του Ενιαίου Μηχανισμού Εποπτείας (SSM), στο πλαίσιο του ελέγχου της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού ή ισοδύναμων ελέγχων εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Ε.Α.Τ. ή της αρμόδιας αρχής.
Σε περίπτωση που κριθεί από την αρχή εξυγίανσης ότι για ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 πληρούνται μεν οι προϋποθέσεις των περ. α’ και β’ της παρ. 1, αλλά η ανάληψη ενέργειας εξυγίανσης δεν θα ήταν προς το δημόσιο συμφέρον σύμφωνα με την περ. γ’ της παρ. 1, το εν λόγω ίδρυμα ή οντότητα τίθεται σε εκκαθάριση υπό τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας.»
Άρθρο 62
Προϋποθέσεις εξυγίανσης για κεντρικό οργανισμό και πιστωτικά ιδρύματα μονίμως συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό Προσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρο 32 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 10 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 32 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87) προστίθεται εσωτερικό άρθρο 32α, ως εξής: «Άρθρο 32α Προϋποθέσεις εξυγίανσης για κεντρικό οργανισμό και πιστωτικά ιδρύματα μονίμως συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό (παρ. 10 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αναλάβει ενέργεια εξυγίανσης σε σχέση με κεντρικό οργανισμό και όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι μονίμως συνδεδεμένα με αυτόν και ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης, όταν ο εν λόγω όμιλος εξυγίανσης, ως σύνολο, πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 32.»
Άρθρο 63
ιδρυμάτων και εταιρειών συμμετοχών Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 33 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 11 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Οι παρ. 2, 3 και 4 του εσωτερικού άρθρου 33 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) αντικαθίστανται και το εσωτερικό άρθρο 33 διαμορφώνεται ως εξής: ιδρυμάτων και εταιρειών συμμετοχών (παρ. 11 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)
Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να προβαίνει σε ενέργειες εξυγίανσης χρηματοδοτικού ιδρύματος που αναφέρεται στην περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 1, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 32 τόσο ως προς το χρηματοδοτικό ίδρυμα όσο και ως προς τη μητρική επιχείρηση που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία.
Η αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει ενέργειες εξυγίανσης έναντι μιας οντότητας που αναφέρεται στις περ. γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, εφόσον αυτή πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 32.
Σε περίπτωση που τα θυγατρικά ιδρύματα μιας μεικτής εταιρείας συμμετοχών ανήκουν άμεσα ή έμμεσα σε ενδιάμεση χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει ότι η ενδιάμεση χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών χαρακτηρίζεται ως οντότητα εξυγίανσης και οι ενέργειες εξυγίανσης για τους σκοπούς της εξυγίανσης του ομίλου αναλαμβάνονται έναντι της ενδιάμεσης χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών. Η αρχή εξυγίανσης δεν προβαίνει σε ενέργειες εξυγίανσης για τους σκοπούς της εξυγίανσης του ομίλου έναντι της μεικτής εταιρείας συμμετοχών.
Με την επιφύλαξη της παρ. 3 και παρά το γεγονός ότι μια οντότητα που αναφέρεται στην περ. γ’ ή την περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 δεν πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 32, η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναλάβει ενέργεια εξυγίανσης έναντι μιας οντότητας που αναφέρεται στην περ. γ’ ή την περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, εάν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) η οντότητα είναι οντότητα εξυγίανσης,
- β) μία ή περισσότερες από τις θυγατρικές της οντότητας, οι οποίες είναι ιδρύματα αλλά όχι οντότητες εξυγίανσης, πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται
στην παρ. 1 του άρθρου 32,
- γ) τα περιουσιακά στοιχεία, ιδίως δε δικαιώματα, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις των θυγατρικών που
αναφέρονται στην περ. β’ είναι τέτοιου είδους, ώστε η αφερεγγυότητα των εν λόγω θυγατρικών να απειλεί τον όμιλο εξυγίανσης στο σύνολό του και να είναι αναγκαία ενέργεια εξυγίανσης έναντι της οντότητας είτε για την εξυγίανση τέτοιου είδους θυγατρικών, οι οποίες είναι ιδρύματα, είτε για την εξυγίανση του σχετικού ομίλου εξυγίανσης ως συνόλου.»
Άρθρο 64
Εξουσία αναστολής ορισμένων υποχρεώσεων Προσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρο 33 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 12 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 33 του άρθρου 2 του ν. 4335/2014 (Α’ 87) προστίθεται εσωτερικό άρθρο 33α, ως εξής: «Άρθρο 33α Εξουσία αναστολής ορισμένων υποχρεώσεων (παρ. 12 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)
Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή, η οποία απαντάει έγκαιρα, διαθέτει την εξουσία να αναστέλλει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης απορρέουν από οποιαδήποτε σύμβαση στην οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) έχει διαπιστωθεί ότι το ίδρυμα ή η οντότητα τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης
αφερεγγυότητας σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 32,
- β) δεν υφίσταται άμεσα διαθέσιμο μέτρο του ιδιωτικού τομέα που αναφέρεται στην περ. β’ της παρ. 1 του
άρθρου 32 που θα απέτρεπε την αφερεγγυότητα του ιδρύματος,
- γ) η άσκηση της εξουσίας αναστολής κρίνεται αναγκαία για να αποφευχθεί η περαιτέρω επιδείνωση των
οικονομικών συνθηκών του ιδρύματος ή της οντότητας,
- δ) η άσκηση της εξουσίας αναστολής είναι είτε:
- αα) αναγκαία προκειμένου να συναχθεί η διαπίστωση
που αναφέρεται στην περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 32, είτε
- ββ) αναγκαία για την επιλογή των κατάλληλων ενεργειών εξυγίανσης ή τη διασφάλιση της αποτελεσματικής
εφαρμογής ενός ή περισσοτέρων εργαλείων εξυγίανσης.
Η εξουσία που αναφέρεται στην παρ. 1 δεν εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης έναντι των ακόλουθων:
- α) συστημάτων ή διαχειριστών συστημάτων που ορίζονται σύμφωνα με τους v. 4370/2016 (Α’ 37) και v. 2789/
2000 (Α’ 21),
- β) κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει
άδεια λειτουργίας στην ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (L 201) και κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών οι οποίοι έχουν αναγνωριστεί από την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω Κανονισμού,
- γ) κεντρικών τραπεζών.
Η αρχή εξυγίανσης καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της εξουσίας που αναφέρεται στην παρ. 1 λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Συγκεκριμένα, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί προσεκτικά την καταλληλότητα της επέκτασης της αναστολής σε επιλέξιμες καταθέσεις σύμφωνα με τον ορισμό του σημείου 13 της παρ. 1 του άρθρου 3 του v. 4370/2016, ιδίως σε καλυπτόμενες καταθέσεις τις οποίες κατέχουν φυσικά πρόσωπα και πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Όταν ασκείται η εξουσία αναστολής των υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης σε σχέση με επιλέξιμες οι καταθέτες έχουν πρόσβαση σε κατάλληλο ημερήσιο ποσό από τις καταθέσεις αυτές, εξειδικεύοντας παράλληλα τον τρόπο με τον οποίο παρέχεται αυτή η πρόσβαση.
Η περίοδος της αναστολής σύμφωνα με την παρ. 1 είναι όσο το δυνατόν συντομότερη και δεν υπερβαίνει το ελάχιστο χρονικό διάστημα το οποίο κρίνει αναγκαίο η αρχή εξυγίανσης για τους σκοπούς που αναφέρονται στις περ. γ’ και δ’ της παρ. 1 και σε καμία περίπτωση δεν διαρκεί περισσότερο από το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη δημοσίευση που προβλέπεται στην παρ. 8, έως τα μεσάνυκτα της εργάσιμης ημέρας που ακολουθεί μετά τη δημοσίευση αυτή. Κατά τη λήξη της περιόδου αναστολής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η αναστολή παύει να ισχύει.
Κατά την άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στην παρ. 1, λαμβάνεται υπόψη η επίπτωση που μπορεί να έχει η άσκηση της εν λόγω εξουσίας στην εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και το ισχύον δίκαιο και οι εποπτικές και δικαστικές εξουσίες για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των πιστωτών και της ίσης μεταχείρισης των πιστωτών στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας. Η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει ιδίως υπόψη την ενδεχόμενη εφαρμογή των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας στο ίδρυμα ή την οντότητα λόγω της διαπίστωσης της περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 32 και προβαίνει στις ρυθμίσεις που κρίνει κατάλληλες, ώστε να εξασφαλίσει τον κατάλληλο συντονισμό με την εποπτική αρχή της ειδικής εκκαθάρισης.
Όταν οι απορρέουσες από σύμβαση υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης αναστέλλονται δυνάμει της παρ. 1, οι υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης οποιωνδήποτε αντισυμβαλλομένων δυνάμει της σύμβασης αυτής αναστέλλονται για το ίδιο χρονικό διάστημα.
Μια υποχρέωση πληρωμής ή παράδοσης που θα ήταν απαιτητή κατά την περίοδο αναστολής είναι απαιτητή αμέσως μετά τη λήξη της περιόδου αυτής.
Η αρχή εξυγίανσης ενημερώνει αμελλητί το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 και τις αρχές που αναφέρονται στις περ. α’ έως η’ της παρ. 2 του άρθρου 82 όταν ασκεί την εξουσία που αναφέρεται στην παρ. 1 μετά τη διαπίστωση ότι το ίδρυμα τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 32 και πριν από τη λήψη της απόφασης για εξυγίανση. Οι πράξεις που εκδίδονται βάσει των παρ. 1, 3 και 10 δημοσιεύονται με τα μέσα που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 82.
Το παρόν ισχύει με την επιφύλαξη της κείμενης νομοθεσίας περί αναστολής υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης των ιδρυμάτων και των οντοτήτων που αναφέρονται στην παρ. 1 πριν από τη διαπίστωση ότι τα εν λόγω ιδρύματα ή οντότητες τελούν σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 32 ή εξουσιών αναστολής υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης των ιδρυμάτων και των οντοτήτων τα οποία πρόκειται να τεθούν σε εκκαθάριση στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας και υπερβαίνουν το πεδίο εφαρμογής και τη διάρκεια που προβλέπονται στο παρόν. Οι εν λόγω εξουσίες ασκούνται σύμφωνα με το πεδίο εφαρμογής, τη διάρκεια και τους όρους που προβλέπονται στις οικείες διατάξεις. Οι όροι που προβλέπονται στο παρόν δεν θίγουν τους όρους που αφορούν αυτήν την εξουσία αναστολής των υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης.
Όταν η αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία να αναστέλλει υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης όσον αφορά ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, σύμφωνα με την παρ. 1, η αρχή εξυγίανσης μπορεί επίσης, κατά τη διάρκεια της εξαίρεσης, να ασκεί την εξουσία να:
- α) περιορίζει τους ενέγγυους πιστωτές του εν λόγω
ιδρύματος ή της οντότητας να προβαίνουν σε αναγκαστική εκτέλεση συμφωνιών παροχής ασφάλειας σε σχέση με οποιοδήποτε από τα στοιχεία ενεργητικού του εν λόγω ιδρύματος ή της οντότητας, για το ίδιο χρονικό διάστημα, περίπτωση κατά την οποία εφαρμόζονται οι παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 70, και
- β) αναστέλλει τα δικαιώματα καταγγελίας οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους μιας σύμβασης με το εν
λόγω ίδρυμα ή την οντότητα, για το ίδιο χρονικό διάστημα, περίπτωση κατά την οποία εφαρμόζεται το άρθρο 71.
Σε περίπτωση που, μετά τη διαπίστωση ότι το ίδρυμα ή η οντότητα τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 32, η αρχή εξυγίανσης έχει ασκήσει την εξουσία αναστολής υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης δυνάμει των παρ. 1 ή 10, και εφόσον στη συνέχεια αναλαμβάνεται ενέργεια εξυγίανσης έναντι αυτού του ιδρύματος, η εν λόγω αρχή δεν ασκεί τις εξουσίες της δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 69, της παρ. 1 του άρθρου 70 ή της παρ. 1 του άρθρου 71 όσον αφορά το εν λόγω ίδρυμα ή την εν λόγω οντότητα.»
Άρθρο 65
Αποτίμηση για τους σκοπούς της εξυγίανσης Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 36 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 13 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στο εσωτερικό άρθρο 36 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) η φράση «κεφαλαιακών μέσων» αντικαθίσταται από τη φράση «κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59», η φράση «επιλέξιμων υποχρεώσεων» αντικαθίσταται από τη φράση «υποχρεώσεων που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού» και το εσωτερικό άρθρο 36 του άρθρου 2 διαμορφώνεται ως εξής: Αποτίμηση για τους σκοπούς της εξυγίανσης (άρθρο 36 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)
Πριν προβεί σε ενέργειες εξυγίανσης ή ασκήσει την εξουσία απομείωσης ή μετατροπής των κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59, η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει τη διενέργεια δίκαιης, συνετής και ρεαλιστικής αποτίμησης των στοι άρθρου 1 από εκτιμητή που διορίζει η ίδια, ανεξάρτητο από κάθε δημόσια αρχή, συμπεριλαμβανομένης της αρχής εξυγίανσης, καθώς και από το ίδιο το ίδρυμα ή την οντότητα. Με την επιφύλαξη της παρ. 13 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 110, όταν πληρούνται όλες οι απαιτήσεις του παρόντος άρθρου η αποτίμηση θεωρείται οριστική.
Σε περίπτωση που η ανεξάρτητη αποτίμηση δυνάμει της παρ. 1 δεν είναι δυνατή, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να προβαίνει σε προσωρινή αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή της οντότητας των περ. β ’, γ ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, σύμφωνα με την παρ. 9.
Στόχος της αποτίμησης είναι η εκτίμηση της αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή της οντότητας των περ. β’, γ’ ή δ ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 που πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης των άρθρων 32 και 33.
Οι σκοποί της αποτίμησης είναι:
- α) να διαπιστωθεί τεκμηριωμένα εάν πληρούνται οι
προϋποθέσεις εξυγίανσης ή οι προϋποθέσεις απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59,
- β) εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης, να
ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με την ανάληψη κατάλληλης ενέργειας εξυγίανσης για το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρονται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1,
- γ) όταν ασκείται η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής
των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59, να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με την έκταση της ακύρωσης των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας ή της μείωσης του ποσοστού συμμετοχής (dilution), καθώς και σχετικά με την έκταση της απομείωσης ή της μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59,
- δ) όταν εφαρμόζεται η αναδιάρθρωση παθητικού, να
ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με την έκταση της απομείωσης ή της μετατροπής των υποχρεώσεων που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού,
- ε) όταν συστήνεται μεταβατικό ίδρυμα ή εφαρμόζεται
ο διαχωρισμός περιουσιακών στοιχείων, να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις ή τις μετοχές ή τους άλλους τίτλους ιδιοκτησίας προς μεταβίβαση, καθώς και σχετικά με την αξία κάθε ανταλλάγματος που πρέπει να καταβληθεί στο υπό εξυγίανση ίδρυμα ή, ανάλογα με την περίπτωση, στους κατόχους των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας,
- στ) όταν εφαρμόζεται η εντολή μεταβίβασης, να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση για τα προς μεταβίβαση
στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, τα δικαιώματα, ή τις μετοχές ή τους λοιπούς τίτλους ιδιοκτησίας και να διαμορφωθεί εμπεριστατωμένη άποψη της αρχής εξυγίανσης ως προς το τι συνιστά εμπορικούς όρους για τους σκοπούς του άρθρου 38,
- ζ) σε κάθε περίπτωση, να διασφαλισθεί ότι οποιαδήποτε ζημία επί των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή της οντότητας των περ. β’, γ’ ή δ’
της παρ. 1 του άρθρου 1 αναγνωρίζεται πλήρως κατά τη στιγμή της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης ή της άσκησης της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59.
Με την επιφύλαξη των κανόνων της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, κατά περίπτωση, η αποτίμηση βασίζεται σε συνετές παραδοχές, μεταξύ άλλων, ως προς τα ποσοστά αθέτησης υποχρεώσεων και το μέγεθος των ζημιών. Από τη στιγμή που πραγματοποιείται η ενέργεια εξυγίανσης ή ασκείται εξουσία απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59, η αποτίμηση δεν προϋποθέτει την ενδεχόμενη μελλοντική χορήγηση προς το ίδρυμα ή την οντότητα των περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 έκτακτης δημόσιας χρηματοοικονομικής στήριξης, ή επείγουσας στήριξης ρευστότητας από κεντρική τράπεζα, ή οποιασδήποτε παροχή ρευστότητας από κεντρική τράπεζα που παρέχεται με ασυνήθεις όρους εξασφάλισης χρονικής διάρκειας και επιτοκίου. Επιπλέον, κατά την αποτίμηση λαμβάνεται υπόψη ότι, σε περίπτωση που εφαρμοστεί οποιοδήποτε μέτρο εξυγίανσης:
- α) η αρχή εξυγίανσης και το Ταμείο Εξυγίανσης δυνάμει του άρθρου 96 μπορούν να ανακτήσουν από το υπό
εξυγίανση ίδρυμα κάθε εύλογη δαπάνη που προέκυψε σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 37,
- β) το Ταμείο Εξυγίανσης μπορεί να περιλαμβάνει χρέωση τόκων ή προμηθειών για κάθε δάνειο ή εγγύηση
που παρέχεται προς το υπό εξυγίανση ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 96.
Η αποτίμηση συμπληρώνεται με τις ακόλουθες πληροφορίες, όπως εμφανίζονται στα λογιστικά βιβλία και αρχεία του ιδρύματος ή της οντότητας των περ. β’ γ’ η’ δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1:
- α) επικαιροποιημένο ισολογισμό και έκθεση σχετικά
με τη χρηματοοικονομική θέση του ιδρύματος ή της οντότητας των περ. β ’, γ ’ή δ’της παρ. 1 του άρθρου 1,
- β) ανάλυση και εκτίμηση της λογιστικής αξίας των
στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού,
- γ) κατάλογο των εκκρεμών εντός και εκτός ισολογισμού υποχρεώσεων που εμφανίζονται στα βιβλία και στα
αρχεία του ιδρύματος ή της οντότητας των περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, με ένδειξη των αντίστοιχων πιστώσεων και της κατάταξής τους βάσει του πτωχευτικού δικαίου.
Κατά περίπτωση, και προκειμένου να λαμβάνονται με εμπεριστατωμένο τρόπο οι αποφάσεις των περ. ε’ και στ’ της παρ. 4, οι πληροφορίες της περ. β’της παρ. 6 μπορούν να συνοδεύονται από ανάλυση και εκτίμηση της αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή της οντότητας των περ. β’, γ’ η δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 βάσει αγοραίας αξίας.
Στην αποτίμηση αναφέρεται η κατάταξη των πιστωτών σε τάξεις, σύμφωνα με την κατάταξή τους βάσει του δικαίου ειδικής εκκαθάρισης, και η εκτίμηση της μετα περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 τίθεται άμεσα σε εκκαθάριση κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, με την επιφύλαξη της αρχής περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών κατά την έννοια του άρθρου 74.
Σε επείγουσες περιπτώσεις, όπου δεν είναι δυνατή η συμμόρφωση με τους όρους των παρ. 6 και 8 ή εφαρμόζεται η παρ. 2, γίνεται προσωρινή αποτίμηση, η οποία είναι σύμφωνη με τους όρους της παρ. 3 και, στον βαθμό που ευλόγως το επιτρέπουν οι περιστάσεις, με τους όρους των παρ. 1, 6 και 8, έως ότου διενεργηθεί από ανεξάρτητο εκτιμητή αποτίμηση που να είναι απολύτως συμβατή με όλους τους όρους που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Η εκ των υστέρων οριστική αποτίμηση, η οποία διεξάγεται το συντομότερο δυνατόν και πάντως εντός της προθεσμίας που ορίζει η αρχή εξυγίανσης, μπορεί να διενεργείται χωριστά από την αποτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 74 ή ταυτόχρονα με εκείνη και από τον ίδιο ανεξάρτητο εκτιμητή, αλλά είναι διακριτή από την τελευταία. Η προσωρινή αποτίμηση περιλαμβάνει απόθεμα ασφαλείας για πρόσθετες ζημίες δεόντως αιτιολογημένο.
Οι σκοποί της εκ των υστέρων οριστικής αποτίμησης είναι:
- α) να διασφαλιστεί ότι οποιεσδήποτε ζημίες επί των
στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή της οντότητας των περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 αναγνωρίζονται με πληρότητα στα λογιστικά βιβλία του ιδρύματος ή της οντότητας των περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1,
- β) να ληφθεί εμπεριστατωμένη απόφαση σχετικά με
επανεγγραφή απαιτήσεων των πιστωτών ή αύξηση της αξίας του καταβληθέντος ανταλλάγματος, σύμφωνα με την παρ. 11.
Σε περίπτωση που από την εκ των υστέρων οριστική αποτίμηση προκύψει διαφορά αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή της οντότητας των περ. β’, γ’ ή δ’της παρ. 1 του άρθρου 1 μεγαλύτερη από αυτήν της προσωρινής αποτίμησης της διαφοράς αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή της οντότητας των περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, η αρχή εξυγίανσης μπορεί:
- α) να ασκήσει τις εξουσίες της και να αυξήσει την αξία
των απαιτήσεων των πιστωτών ή των κατόχων των σχετικών κεφαλαιακών μέσων που έχουν απομειωθεί στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης παθητικού,
- β) να εισηγηθεί σε μεταβατικό ίδρυμα ή εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων να καταβάλει προς
το υπό εξυγίανση ίδρυμα επιπλέον αντάλλαγμα για τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, ή, ανάλογα με την περίπτωση, προς τους κατόχους των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας για τις μετοχές ή τους τίτλους ιδιοκτησίας.
Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να βασιστεί στην προσωρινή αποτίμηση που διεξάγεται σύμφωνα με την παρ. 9, προκειμένου να προβεί σε ενέργειες εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης της ανάληψης του ελέγχου ενός ιδρύματος που τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας, ή μιας οντότητας που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, ή της άσκησης εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59.
Η αποτίμηση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης για την εφαρμογή μέτρου εξυγίανσης ή για την άσκηση εξουσίας εξυγίανσης, ή της απόφασης για την άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59, και υπόκειται σε αίτηση ακυρώσεως ως στοιχείο της οικείας απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 110.»
Άρθρο 66
Γενικές αρχές των μέτρων εξυγίανσης Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 37 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 14 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στην παρ. 7 του εσωτερικού άρθρου 37 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87), οι λέξεις «κεφαλαιακών μέσων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων» και η παρ. 7 διαμορφώνεται ως εξής: «7. Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει ένα μέτρο εξυγίανσης σε ίδρυμα ή σε οντότητα των περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 και η εν λόγω ενέργεια εξυγίανσης επιβαρύνει τους πιστωτές ή οδηγεί σε μετατροπή των απαιτήσεών τους, η αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία απομείωσης και μετατροπής κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59 ακριβώς πριν ή παράλληλα με την εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης.»
Άρθρο 67
Πεδίο εφαρμογής της αναδιάρθρωσης παθητικού - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 44 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 15 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στην παρ. 2 του εσωτερικού άρθρου 44 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) αντικαθίσταται η περ. στ’ και προστίθεται περ. ι’, στην παρ. 4 οι λέξεις «υποχρεώσεις επιλέξιμες για την αναδιάρθρωση παθητικού» αντικαθίστανται από τις λέξεις «υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού», στο τέλος της παρ. 5 προστίθεται εδάφιο, στην παρ. 6 οι λέξεις «επιλέξιμων υποχρεώσεων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού», η παρ. 8 αντικαθίσταται, στην περ. α’ της παρ. 9 οι λέξεις «επιλέξιμων υποχρεώσεων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού» και το εσωτερικό άρθρο 44 του άρθρου 2 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 44 Πεδίο εφαρμογής της αναδιάρθρωσης παθητικού (άρθρο 44 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)
Η αναδιάρθρωση παθητικού μπορεί να εφαρμόζεται σε όλες τις υποχρεώσεις του ιδρύματος ή της οντότητας
Η αρχή εξυγίανσης δεν ασκεί τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής όσον αφορά τις ακόλουθες υποχρεώσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές διέπονται από το δίκαιο άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας:
- α) τις εγγυημένες καταθέσεις,
- β) τις υποχρεώσεις που καλύπτονται με εξασφάλιση,
συμπεριλαμβανομένων των καλυμμένων ομολόγων και των υποχρεώσεων υπό μορφή χρηματοπιστωτικών μέσων που χρησιμοποιούνται για σκοπούς αντιστάθμισης κινδύνου, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συνολικών στοιχείων κάλυψης και εξασφαλίζονται, κατά τρόπον παρόμοιο με αυτόν των καλυμμένων ομολόγων,
- γ) κάθε υποχρέωση που προκύπτει από την κατοχή
περιουσιακών στοιχείων πελατών ή χρημάτων των πελατών, συμπεριλαμβανομένων περιουσιακών στοιχείων πελατών ή χρημάτων των πελατών που διακρατούν για λογαριασμό τους οι Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.), όπως ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 2 του v. 4099/2012, ή οι Οργανισμοί Εναλλακτικών Επενδύσεων (Ο.Ε.Ε.), όπως ορίζεται στην περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 4 του v. 4209/2013 (Α’ 253), υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πελάτες προστατεύονται κατά την ισχύουσα νομοθεσία περί αφερεγγυότητας,
- δ) κάθε υποχρέωση που προκύπτει από καταπιστευτική σχέση μεταξύ του ιδρύματος ή της οντότητας των
περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 (ως καταπιστευματοδόχου) και ενός άλλου προσώπου (ως δικαιούχου), υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω δικαιούχος προστατεύεται με βάση την ισχύουσα νομοθεσία περί αφερεγγυότητας ή από τις διατάξεις του αστικού δικαίου,
- ε) τις υποχρεώσεις προς ιδρύματα, εξαιρουμένων των
μελών του ομίλου, οι οποίες έχουν αρχική ληκτότητα μικρότερη των επτά (7) ημερών,
- στ) τις υποχρεώσεις που έχουν εναπομένουσα ληκτότητα μικρότερη των επτά (7) ημερών, έναντι συστημάτων
ή διαχειριστών συστημάτων που ορίζονται σύμφωνα με τον v. 2789/2000 (Α’ 21) ή των συμμετεχόντων σε αυτά και που προκύπτουν από συμμετοχή στα εν λόγω συστήματα, ή κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εντός της ΕΕ βάσει του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (L 201) και κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτης χώρας που έχουν αναγνωριστεί από την ΕΑΚΑΑ βάσει του άρθρου 25 του εν λόγω Κανονισμού,
- ζ) τις καταθέσεις του Τ.Ε.Κ.Ε. και του Συνεγγυητικού,
- η) τις υποχρεώσεις σε οποιονδήποτε από:
- αα) τους εργαζομένους όσον αφορά δεδουλευμένες
αποδοχές, αποζημιώσεις καταγγελίας, συνταξιοδοτικά δικαιώματα ή άλλες σταθερές αποδοχές, εκτός από τη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών που δεν ρυθμίζεται από συλλογική σύμβαση. Η μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους, όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 84 του v. 4261/2014 δεν εμπίπτει στην υποπερίπτωση αυτή. Στην υποπερίπτωση αυτή εμπίπτουν οι έναντι δικηγόρων υποχρεώσεις της περ. γ’ του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα,
- ββ) τους εμπορικούς πιστωτές ή προμηθευτές, που
συνδέονται με την παροχή αγαθών και υπηρεσιών στο ίδρυμα ή στην οντότητα των περ. β ’, γ ’ ή δ ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, τα οποία είναι κρίσιμα για την καθημερινή λειτουργία του, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών πληροφορικής, κοινής ωφελείας, καθώς και της ενοικίασης, συντήρησης και φροντίδας των εγκαταστάσεων,
- γγ) τις φορολογικές αρχές και τις αρχές κοινωνικής
ασφάλισης, εφόσον οι υποχρεώσεις αυτές είναι προνομιούχες σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία,
- δδ) τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων της Οδηγίας
2014/49/ΕΕ,
- θ) τις υποχρεώσεις που εμπίπτουν στις περ. ζ’, η’ και θ’
της παρ. 1 του άρθρου 145Α του v. 4261/2014,
- ι) τις υποχρεώσεις προς ιδρύματα ή οντότητες της
περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 που αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου εξυγίανσης χωρίς να συνιστούν τα ίδια οντότητες εξυγίανσης, ανεξάρτητα από τη διάρκειά τους εκτός από τις περιπτώσεις που αυτές οι υποχρεώσεις κατατάσσονται σε κατώτερη σειρά από τις υποχρεώσεις που εμπίπτουν στην περ. θ’ της παρ. 1 του άρθρου 145α του v. 4261/2014. Σε περιπτώσεις όπου ισχύει η εν λόγω εξαίρεση, η αρχή εξυγίανσης της σχετικής θυγατρικής που δεν συνιστά οντότητα εξυγίανσης εκτιμά κατά πόσον το ποσό των στοιχείων που πληρούν τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 45στ είναι επαρκές, ώστε να στηριχθεί η εφαρμογή της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης.
Όλα τα εξασφαλισμένα περιουσιακά στοιχεία που σχετίζονται με τα συνολικά στοιχεία κάλυψης καλυμμένων ομολογιών πρέπει να μην θίγονται, να παραμένουν διαχωρισμένα και να έχουν επαρκή χρηματοδότηση. Το προηγούμενο εδάφιο και η περ. β’ της παρ. 2 ανωτέρω δεν εμποδίζουν την αρχή εξυγίανσης, όπου ενδείκνυται, να ασκεί τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής όσον αφορά οποιοδήποτε μέρος μιας εξασφαλισμένης υποχρέωσης που υπερβαίνει την αξία της εξασφάλισης.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί μεγάλων ανοιγμάτων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και του v. 4261/2014, προκειμένου να υπάρχει δυνατότητα εξυγίανσης των ιδρυμάτων και ομίλων, η αρχή εξυγίανσης περιορίζει, σύμφωνα με την περ. β’ της παρ. 6 του άρθρου 25, τον βαθμό στον οποίο άλλα ιδρύματα κατέχουν υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού, εκτός από τις υποχρεώσεις τις οποίες κατέχουν μέλη του ίδιου ομίλου.
Σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν εφαρμόζεται η αναδιάρθρωση παθητικού, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να εξαιρεί συνολικά ή εν μέρει ορισμένες υποχρεώσεις από την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής όταν:
- α) η συγκεκριμένη υποχρέωση δεν είναι δυνατόν να
περιληφθεί στην εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού εντός εύλογου χρόνου, παρά τις εύλογες προσπάθειες της αρχής εξυγίανσης, των βασικών επιχειρηματικών λειτουργιών κατά τρόπο που να διατηρεί την ικανότητα του υπό εξυγίανση ιδρύματος να συνεχίζει τις σημαντικές λειτουργίες, υπηρεσίες και συναλλαγές του,
- γ) η εξαίρεση είναι απολύτως αναγκαία και αναλογική προκειμένου να αποφευχθεί μια ευρεία μετάδοση
κινδύνου, ιδίως όσον αφορά τις επιλέξιμες καταθέσεις φυσικών προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, η οποία θα διατάρασσε σοβαρά τη λειτουργία και την υποδομή των χρηματοοικονομικών αγορών κατά τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στην οικονομία της Ελλάδας ή της ΕΕ, ή
- δ) η εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού στις
εν λόγω υποχρεώσεις θα προκαλούσε απομείωση αξίας τέτοια, ώστε οι ζημίες για τους λοιπούς πιστωτές θα ήταν μεγαλύτερες από ό,τι εάν οι εν λόγω υποχρεώσεις εξαιρούντο από την αναδιάρθρωση παθητικού. Η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί προσεκτικά αν οι υποχρεώσεις προς ιδρύματα ή οντότητες των περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 που αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου εξυγίανσης χωρίς να συνιστούν τα ίδια οντότητες εξυγίανσης και δεν εξαιρούνται από την εφαρμογή των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής βάσει της περ. ι’ της παρ. 2 πρέπει να εξαιρεθούν ή να εξαιρεθούν μερικώς δυνάμει των περ. α’ έως δ’ του πρώτου εδαφίου της παρούσας, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή της στρατηγικής εξυγίανσης.
Οι εξαιρέσεις δυνάμει της παρ. 5 μπορούν να εφαρμόζονται είτε για να εξαιρεθεί πλήρως μια υποχρέωση από την απομείωση είτε για να περιοριστεί ο βαθμός απομείωσής της. Όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εξαιρέσει συνολικά ή εν μέρει μια επιλέξιμη υποχρέωση ή μια κατηγορία υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού δυνάμει της παρούσας παραγράφου, το επίπεδο απομείωσης ή μετατροπής που εφαρμόζεται σε άλλες επιλέξιμες υποχρεώσεις μπορεί να αυξηθεί προκειμένου να ληφθούν υπόψη τέτοιες εξαιρέσεις, υπό τον όρο ότι ως προς το επίπεδο απομείωσης και μετατροπής που εφαρμόζεται σε άλλες επιλέξιμες υποχρεώσεις τηρείται η αρχή της περ. ζ’ της παρ. 1 του άρθρου 34.
Όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εξαιρέσει συνολικά ή εν μέρει μια επιλέξιμη υποχρέωση ή μια κατηγορία επιλέξιμων υποχρεώσεων λαμβάνει υπόψη τα εξής:
- α) την αρχή ότι οι ζημίες επιβαρύνουν πρώτους τους
μετόχους και στη συνέχεια τους πιστωτές του υπό εξυγίανση ιδρύματος κατά σειρά κατάταξης,
- β) το επίπεδο της ικανότητας απορρόφησης ζημιών
που θα διατηρούσε το υπό εξυγίανση ίδρυμα εάν είχε εξαιρεθεί η υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων, και
- γ) την ανάγκη διατήρησης επαρκών πόρων για τη χρηματοδότηση της εξυγίανσης.
Όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εξαιρέσει συνολικά ή εν μέρει μια υποχρέωση υποκείμενη σε αναδιάρθρωση παθητικού ή κατηγορία υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού δυνάμει του παρόντος και οι ζημίες που θα προέκυπταν για τις εν λόγω υποχρεώσεις δεν έχουν μετακυλιστεί πλήρως σε άλλους πιστωτές, το Ταμείο Εξυγίανσης μπορεί να συνεισφέρει στο υπό εξυγίανση ίδρυμα ώστε να επιτύχει ένα ή και τα δύο ακόλουθα:
- α) να καλυφθούν τυχόν ζημίες που δεν απορροφήθηκαν από τις υποχρεώσεις που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού και να μηδενισθεί η καθαρή αξία των
στοιχείων ενεργητικού του υπό εξυγίανση ιδρύματος σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 46,
- β) να αγοράσει μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή
κεφαλαιακά μέσα του υπό εξυγίανση ιδρύματος, προκειμένου να ανακεφαλαιοποιηθεί το ίδρυμα σύμφωνα με την περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 46.
Το Ταμείο Εξυγίανσης προβαίνει στη συνεισφορά της παρ. 8 μόνον όταν:
- α) οι μέτοχοι, οι κάτοχοι άλλων τίτλων ιδιοκτησίας
και οι κάτοχοι σχετικών κεφαλαιακών μέσων και άλλων υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού, μέσω απομείωσης, μετατροπής ή με άλλο τρόπο, έχουν συνεισφέρει στην απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση με ποσό που αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 8% των συνολικών υποχρεώσεων συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, ως είχαν κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα οι ενέργειες εξυγίανσης και σύμφωνα με την αποτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 36, και
- β) η συνεισφορά του Ταμείου Εξυγίανσης δεν υπερβαίνει το 5% των συνολικών υποχρεώσεων συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων του υπό εξυγίανση
ιδρύματος, ως είχαν κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα οι ενέργειες εξυγίανσης και σύμφωνα με την αποτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 36.
Η συνεισφορά του Ταμείου Εξυγίανσης που αναφέρεται στην παρ. 8 μπορεί να χρηματοδοτηθεί με:
- α) το διαθέσιμο στο Ταμείο Εξυγίανσης ποσό που συγκεντρώθηκε μέσω των εισφορών των ιδρυμάτων με
άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα και των υποκαταστημάτων τρίτης χώρας σύμφωνα με το άρθρο 98,
- β) το ποσό που μπορεί να αντληθεί μέσω έκτακτων εκ
των υστέρων εισφορών σύμφωνα με το άρθρο 99 εντός περιόδου τριών ετών, και
- γ) εφόσον τα αναφερόμενα στις περ. α’ και β’ της παρούσας παραγράφου ποσά δεν επαρκούν, με ποσά που
συγκεντρώνονται από εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης σύμφωνα με το άρθρο 100.
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αναζητήσει περαιτέρω χρηματοδότηση από εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης αφού προηγουμένως:
- α) έχει καλυφθεί το όριο του 5% που προβλέπεται στην
περ. β’ της παρ. 9 και
- β) έχουν απομειωθεί ή μετατραπεί πλήρως όλες οι μη
εξασφαλισμένες, μη προνομιούχες υποχρεώσεις, πλην των επιλέξιμων καταθέσεων. Ως εναλλακτική ή επιπρόσθετη λύση, όταν πληρούνται οι όροι του πρώτου εδαφίου, το Ταμείο Εξυγίανσης μπορεί να προβεί σε εισφορά από πόρους που συγκεντρώθηκαν μέσω τακτικών εκ των προτέρων εισφορών Σκέλος Εξυγίανσης του Τ.Ε.Κ.Ε. μπορεί επίσης να προβεί σε συνεισφορά, όπως προβλέπεται στην παρ. 8, υπό τον όρο ότι:
- α) η συνεισφορά στην απορρόφηση των ζημιών και
την ανακεφαλαιοποίηση που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 9 ισούται με ποσό τουλάχιστον ίσο με το 20% των σταθμισμένων βάσει κινδύνου στοιχείων του ενεργητικού του σχετικού ιδρύματος,
- β) έχει στη διάθεση του, μέσω τακτικών εκ των προτέρων εισφορών (μη συμπεριλαμβανομένων των εισφορών του Σκέλους Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε.), που
συγκεντρώθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 98, ποσό το οποίο ισούται τουλάχιστον με το 3% των εγγυημένων καταθέσεων όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων με άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, και
- γ) το σχετικό ίδρυμα διαθέτει στοιχεία ενεργητικού με
αξία μικρότερη των εννιακοσίων (900) δισεκατομμυρίων ευρώ σε ενοποιημένη βάση.
Πριν από τη χρήση της δυνατότητας εξαίρεσης υποχρέωσης δυνάμει των παρ. 5 και 6, η αρχή εξυγίανσης ειδοποιεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αν η εξαίρεση απαιτεί συνεισφορά από το Ταμείο Εξυγίανσης ή από εναλλακτική πηγή χρηματοδότησης σύμφωνα με τις παρ. 8 έως 12, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δύναται, εντός 24 ωρών από την παραλαβή της σχετικής ειδοποίησης, ή εντός μεγαλύτερου διαστήματος κατόπιν της συγκατάθεσης της αρχής εξυγίανσης, να απαγορεύσει ή να απαιτήσει τροποποιήσεις στην προτεινόμενη εξαίρεση αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου και των κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθησομένων πράξεων προκειμένου να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς. Τα ανωτέρω ισχύουν χωρίς να θίγεται η εφαρμογή του πλαισίου των κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.»
Άρθρο 68
Πώληση επιλέξιμων υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης σε ιδιώτες πελάτες - Προσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρου 44 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 16 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 44 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) προστίθεται εσωτερικό άρθρο 44α ως εξής: «Άρθρο 44α Πώληση επιλέξιμων υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης σε ιδιώτες πελάτες (παρ. 16 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)
Με την επιφύλαξη του άρθρου 25 του v. 4514/2018 (Α’ 14), για την πώληση επιλέξιμων υποχρεώσεων που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (L 176), με εξαίρεση την περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 72α και τις παρ. 3 έως 5 του άρθρου 72β του εν λόγω Κανονισμού, σε ιδιώτη πελάτη, όπως ορίζεται στην παρ. 11 του άρθρου 4 του v. 4514/2018, καθορίζεται ελάχιστο ονομαστικό ποσό εκάστου τίτλου εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ.
Το παρόν εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παρ. 1, εφόσον ο σχετικός τίτλος έχει εκδοθεί από τη θέση του παρόντος σε ισχύ και έπειτα.»
Άρθρο 69
Εφαρμογή και υπολογισμός της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις - Αντικατάσταση του εσωτερικού άρθρου 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 45 Εφαρμογή και υπολογισμός της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)
Τα ιδρύματα και οι οντότητες που αναφέρονται στις περ. β’, γ’και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 πληρούν ανά πάσα στιγμή την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το παρόν και σύμφωνα με τα άρθρα 45α έως 45θ.
Η απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 υπολογίζεται σύμφωνα με τις παρ. 3, 5 ή 7 του άρθρου 45γ, ανάλογα με την περίπτωση, ως το ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων και εκφράζεται ως ποσοστό:
- α) του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο της σχετικής οντότητας που αναφέρεται στην παρ. 1, όπως αυτό
υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (L 176), και
- β) του μέτρου συνολικού ανοίγματος της σχετικής
οντότητας που αναφέρεται στην παρ. 1, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 429 και 429α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.»
Άρθρο 70
Απαλλαγή από την ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις Προσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) προστίθεται εσωτερικό άρθρο 45α ως εξής: κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)
Με την επιφύλαξη του άρθρου 45, η αρχή εξυγίανσης εξαιρεί από την απαίτηση της παρ. 1 του άρθρου 45 τα ιδρύματα ενυπόθηκης πίστης τα οποία χρηματοδοτούνται από καλυμμένα ομόλογα και τα οποία, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, δεν επιτρέπεται να δέχονται καταθέσεις, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) τα εν λόγω ιδρύματα τίθενται σε εκκαθάριση στο
πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας, ή μέσω άλλων διαδικασιών που προορίζονται για τα εν λόγω ιδρύματα σύμφωνα με τα άρθρο 38, 40 ή 42, και
- β) οι διαδικασίες που αναφέρονται στην περ. α’ εξασφαλίζουν ότι οι πιστωτές των εν λόγω ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων κατά περίπτωση όσων κατέχουν
καλυμμένα ομόλογα, υφίστανται ζημίες κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στους στόχους της εξυγίανσης.
Τα ιδρύματα που απαλλάσσονται από την υποχρέωση που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 δεν συμπεριλαμβάνονται στην ενοποίηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45ε.»
Άρθρο 71
Επιλέξιμες υποχρεώσεις για οντότητες εξυγίανσης - Προσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) και μετά το εσωτερικό άρθρο 45α του παρόντος, προστίθεται εσωτερικό άρθρο 45β ως εξής: «Άρθρο 45β Επιλέξιμες υποχρεώσεις για οντότητες εξυγίανσης (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)
Στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων οντοτήτων εξυγίανσης συμπεριλαμβάνονται μόνο οι υποχρεώσεις που πληρούν τους όρους που αναφέρονται στα ακόλουθα άρθρα του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (L 176):
- α) άρθρο 72α,
- β) άρθρο 72β, με εξαίρεση την περ. δ’ της παρ. 2, και
- γ) άρθρο 72γ.
Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, όποτε ο παρών νόμος αναφέρεται στις απαιτήσεις του άρθρου 92α ή του άρθρου 92β του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, ως επιλέξιμες υποχρεώσεις για τον σκοπό των εν λόγω άρθρων νοούνται οι επιλέξιμες υποχρεώσεις, όπως ορίζονται στο άρθρο 72ια του ιδίου Κανονισμού και προσδιορίζονται σύμφωνα με το Κεφάλαιο 5Α του Τίτλου Ι του Μέρους Β’ (άρθρα 72α- 72ιβ) του εν λόγω Κανονισμού.
Οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από χρεωστικούς τίτλους με ενσωματωμένα παράγωγα, όπως δομημένα προϊόντα, που πληρούν τις προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1, με εξαίρεση την περ. ιβ’ της παρ. 2 του άρθρου 72α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, περιλαμβάνονται στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων μόνον εφόσον πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) το ποσό κεφαλαίου της υποχρέωσης που προκύπτει
από τον χρεωστικό τίτλο είναι γνωστό κατά τον χρόνο έκδοσης, είναι σταθερό ή αυξανόμενο και δεν επηρεάζεται από ένα ενσωματωμένο παράγωγο στοιχείο και το συνολικό ποσό της υποχρέωσης που προκύπτει από το χρεωστικό μέσο, συμπεριλαμβανομένου του ενσωματωμένου παραγώγου, δύναται να αποτιμάται καθημερινά στο πλαίσιο μιας ενεργούς και ρευστής αγοράς διπλής κατεύθυνσης για ισοδύναμο μέσο χωρίς πιστωτικό κίνδυνο, σύμφωνα με τα άρθρα 104 και 105 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 ή
- β) το χρεωστικό μέσο περιλαμβάνει συμβατική ρήτρα
που ορίζει ότι η αξία της απαίτησης σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή και εξυγίανσης του εκδότη είναι σταθερή ή αυξανόμενη και δεν υπερβαίνει το αρχικά καταβληθέν ποσό της υποχρέωσης. Τα χρεωστικά μέσα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, συμπεριλαμβανομένων των ενσωματωμένων παραγώγων τους, δεν υπόκεινται σε οιαδήποτε συμφωνία συμψηφισμού και η αποτίμησή τους δεν υπόκειται στην παρ. 3 του άρθρου 49. Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνονται στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων μόνο για το τμήμα της υποχρέωσης που αντιστοιχεί στο ποσό κεφαλαίου που αναφέρεται στην περ. α’ ή στο σταθερό ή αυξανόμενο ποσό που αναφέρεται στην περ. β’.
Όταν οι υποχρεώσεις εκδίδονται από θυγατρική εγκατεστημένη στην ΕΕ, η οποία ανήκει στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης με την οντότητα εξυγίανσης, σε υφιστάμενο μέτοχο που δεν αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου εξυγίανσης, οι υποχρεώσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων της εν λόγω οντότητας εξυγίανσης, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) εκδίδονται σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 2 του
άρθρου 45στ,
- β) η άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής έναντι των εν λόγω υποχρεώσεων σύμφωνα με το
άρθρο 59 ή το άρθρο 62 δεν επηρεάζει τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης,
- γ) οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν υπερβαίνουν το ποσό
που ισούται με το ποσό που προκύπτει με την αφαίρεση: i) του αθροίσματος των υποχρεώσεων που εκδίδονται προς την οντότητα εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτήν, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω άλλων οντοτήτων του ίδιου ομίλου εξυγίανσης και του ποσού των ιδίων κεφαλαίων που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 45στ, από ii) το ποσό που απαιτείται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45στ. άρθρου 45δ, η αρχή εξυγίανσης μεριμνά ώστε τμήμα της απαίτησης του άρθρου 45ε ίσο με το οκτώ τοις εκατό (8%) των συνολικών υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων, καλύπτεται από οντότητες εξυγίανσης που είναι G-SIIs ή οντότητες εξυγίανσης υποκείμενες στις παρ. 4 ή 5 του άρθρου 45γ με ίδια κεφάλαια και μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης ή υποχρεώσεις, όπως αναφέρονται στην παρ. 3. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να επιτρέψει την κάλυψη επιπέδου χαμηλότερου από το οκτώ τοις εκατό (8%) των συνολικών υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων, αλλά υψηλότερου από το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή του τύπου (1-(X1/X2)) x 8% των συνολικών υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων, από οντότητες εξυγίανσης που είναι G-SIIs ή οντότητες εξυγίανσης υποκείμενες στις παρ. 4 ή 5 του άρθρου 45γ, με ίδια κεφάλαια και μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης, ή υποχρεώσεις, όπως αναφέρονται στην παρ. 3 του παρόντος, εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 72β του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, όπου, τηρουμένου του ορίου της αναλογίας της μείωσης που είναι δυνατή δυνάμει της παρ. 3 του άρθρου 72β του εν λόγω Κανονισμού: X1 = 3,5% του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, και X2 = το ποσό που προκύπτει από το άθροισμα του 18% του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και του ποσού της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας. Όταν, για τις οντότητες εξυγίανσης που υπόκεινται στην παρ. 4 του άρθρου 45γ, η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της παρούσας οδηγεί σε απαίτηση άνω του είκοσι επτά τοις εκατό (27%) του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο, η αρχή εξυγίανσης περιορίζει, για την οικεία οντότητα εξυγίανσης, το μέρος της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45ε, η οποία καλύπτεται από ίδια κεφάλαια, μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης ή τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παρ. 3 σε ποσό ίσο προς το είκοσι επτά τοις εκατό (27%) του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο, εάν η αρχή εξυγίανσης έχει αξιολογήσει ότι:
- α) η πρόσβαση στο Ταμείο Εξυγίανσης δεν λαμβάνεται
υπόψη στο σχέδιο εξυγίανσης ως επιλογή για την εξυγίανση της εν λόγω οντότητας εξυγίανσης, και
- β) όταν δεν εφαρμόζεται η περ. α’, η απαίτηση που
αναφέρεται στο άρθρο 45ε επιτρέπει στην εν λόγω οντότητα εξυγίανσης να πληροί τις απαιτήσεις της παρ. 9 ή της παρ. 12 του άρθρου 44, κατά περίπτωση. Κατά την αξιολόγηση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει επίσης υπόψη τον κίνδυνο δυσανάλογης επίπτωσης στο επιχειρηματικό μοντέλο της οικείας οντότητας εξυγίανσης. Για τις οντότητες εξυγίανσης που υπόκεινται στην παρ. 5 του άρθρου 45γ, το δεύτερο εδάφιο της παρούσας δεν εφαρμόζεται.
Για τις οντότητες εξυγίανσης που δεν είναι ούτε G-SIIs ούτε οντότητες εξυγίανσης υποκείμενες στην παρ. 4 ή 5 του άρθρου 45γ, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αποφασίσει ότι τμήμα της απαίτησης του άρθρου 45ε, είτε έως το οκτώ τοις εκατό (8%) των συνολικών υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων, της οντότητας είτε έως το ποσό που προκύπτει από τον τύπο της παρ. 7, ανάλογα με το ποιο είναι υψηλότερο, καλύπτεται με ίδια κεφάλαια και μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης ή υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παρ. 3, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) οι υποχρεώσεις μη μειωμένης εξασφάλισης που
αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 έχουν την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα στις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας με ορισμένες υποχρεώσεις που εξαιρούνται από την άσκηση των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 44 ή την παρ. 5 του άρθρου 44,
- β) υπάρχει κίνδυνος, μετά τη σχεδιαζόμενη εφαρμογή των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής σε
υποχρεώσεις μη μειωμένης εξασφάλισης που δεν εξαιρούνται από την άσκηση των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 44 ή την παρ. 5 του άρθρου 44, οι πιστωτές με απαιτήσεις που απορρέουν από τις εν λόγω υποχρεώσεις να υποστούν μεγαλύτερες ζημίες από όσες θα υφίσταντο κατά την εκκαθάριση υπό τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας.
- γ) το ποσό των ιδίων κεφαλαίων και άλλων υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης δεν υπερβαίνει το ποσό
που απαιτείται για να εξασφαλιστεί ότι οι πιστωτές που αναφέρονται στην περ. β’ δεν υφίστανται ζημίες πάνω από το επίπεδο των ζημιών τις οποίες θα είχαν διαφορετικά υποστεί σε περίπτωση εκκαθάρισης υπό τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας. Εάν η αρχή εξυγίανσης διαπιστώσει ότι, εντός μιας κατηγορίας υποχρεώσεων η οποία περιλαμβάνει επιλέξιμες υποχρεώσεις, το ποσό των υποχρεώσεων που εξαιρούνται ή είναι ευλόγως πιθανό ότι θα εξαιρεθούν από την εφαρμογή των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 44 ή την παρ. 5 του άρθρου 44, ανέρχεται σε άνω του δέκα τοις εκατό (10%) της εν λόγω κατηγορίας, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί τον κίνδυνο που αναφέρεται στην περ. β’ του πρώτου εδαφίου της παρούσας.
Για τους σκοπούς των παρ. 4, 5 και 7, οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από παράγωγα περιλαμβάνονται στις συνολικές υποχρεώσεις, εφόσον αναγνωρίζονται πλήρως τα δικαιώματα συμψηφισμού του αντισυμβαλλομένου. Τα ίδια κεφάλαια της οντότητας εξυγίανσης που χρησιμοποιούνται για τη συμμόρφωση με τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας είναι επιλέξιμα για τη συμμόρφωση με την απαίτηση των παρ. 4, 5 και 7.
Κατά παρέκκλιση από την παρ. 4, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αποφασίσει ότι η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45ε ικανοποιείται από οντότητες εξυγίανσης που είναι G-SIIs ή οντότητες εξυγίανσης που υπόκεινται υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παρ. 3, στον βαθμό που το άθροισμα των εν λόγω ιδίων κεφαλαίων, μέσων και υποχρεώσεων, λόγω της υποχρέωσης της οντότητας εξυγίανσης να συμμορφώνεται με τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας και τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 92α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, στην παρ. 6 του άρθρου 45γ και στο άρθρο 45ε του παρόντος, δεν υπερβαίνει το υψηλότερο μεταξύ:
- α) του οκτώ τοις εκατό (8%) του συνόλου των υποχρεώσεων της οντότητας, συμπεριλαμβανομένων των
ιδίων κεφαλαίων, ή
- β) του ποσού που προκύπτει από την εφαρμογή του
τύπου Ax2 +Bx2 +C, όπου A, B και C είναι τα ακόλουθα ποσά: A = το ποσό που προκύπτει από την απαίτηση που αναφέρεται στην περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, B = το ποσό που προκύπτει από την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 96α του v. 4261/2014 (Α’ 107), C = το ποσό που προκύπτει από τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας.
Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να ασκεί την εξουσία της παρ. 7 όσον αφορά στις οντότητες εξυγίανσης που είναι G-SIIs ή υπόκεινται στις παρ. 4 ή 5 του άρθρου 45γ και πληρούν μία από τις προϋποθέσεις των περ. α’, β’ ή γ’ του δευτέρου εδαφίου της παρούσας έως το όριο του τριάντα τοις εκατό (30%) του συνόλου των οντοτήτων εξυγίανσης που είναι G-SIIs ή υπόκεινται στις παρ. 4 ή 5 του άρθρου 45γ και για τις οποίες η αρχή εξυγίανσης καθορίζει την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45ε. Οι προϋποθέσεις θεωρούνται από την αρχή εξυγίανσης ως εξής:
- α) έχουν διαπιστωθεί ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης στην προηγούμενη αξιολόγηση της
δυνατότητας εξυγίανσης και: i) δεν έχουν ληφθεί διορθωτικά μέτρα μετά την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στην παρ. 6 του άρθρου 25 εντός της προθεσμίας που έχει ορίσει η αρχή εξυγίανσης, ή ii) τα διαπιστωθέντα ουσιαστικά εμπόδια δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με κανένα από τα μέτρα που αναφέρονται στην παρ. 6 του άρθρου 25 και η άσκηση της εξουσίας της παρ. 7 του παρόντος θα αντιστάθμιζε εν μέρει ή πλήρως την αρνητική συνέπεια των ουσιαστικών εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης,
- β) η αρχή εξυγίανσης θεωρεί ότι η προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης είναι περιορισμένα εφικτή και αξιόπιστη, λαμβανομένων υπόψη
του μεγέθους, της διασύνδεσης, της φύσης, του εύρους, του κινδύνου και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων της οντότητας, του νομικού της καθεστώτος και της μετοχικής της δομής, ή
- γ) η απαίτηση του άρθρου 96α του v. 4261/2014
(Α’ 107) αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι η οντότητα εξυγίανσης που είναι G-SII ή που υπόκειται στην παρ. 4 ή 5 του άρθρου 45γ, καθόσον αφορά την επικινδυνότητα, συγκαταλέγεται στο ανώτερο είκοσι τοις εκατό (20%) των ιδρυμάτων για τα οποία η αρχή εξυγίανσης καθορίζει την απαίτηση της παρ. 1 του άρθρου 45. Για τους σκοπούς των ποσοστών που αναφέρονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο, η αρχή εξυγίανσης στρογγυλοποιεί στον πλησιέστερο ακέραιο τον αριθμό που προκύπτει από τον υπολογισμό.
Η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει τις αποφάσεις που αναφέρονται στις παρ. 5 ή 7, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή. Κατά τη λήψη των αποφάσεων αυτών, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει επίσης υπόψη:
- α) το βάθος της αγοράς για τα μέσα ιδίων κεφαλαίων
και τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης της οντότητας εξυγίανσης, την τιμολόγηση των εν λόγω μέσων, όπου υπάρχουν, και τον χρόνο που απαιτείται για την εκτέλεση κάθε πράξης που είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση με την απόφαση,
- β) το ποσό των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων που
πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και οι οποίες έχουν ληκτότητα μικρότερη του ενός έτους από την ημερομηνία της απόφασης με σκοπό την ποσοτική προσαρμογή των απαιτήσεων που αναφέρονται στις παρ. 5 και 7,
- γ) τη διαθεσιμότητα και το ποσό των μέσων που
πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, εκτός από την περ. δ’ της παρ. 2 του άρθρου 72β του εν λόγω Κανονισμού,
- δ) εάν, σε σύγκριση με τις επιλέξιμες υποχρεώσεις και
τα ίδια κεφάλαια της οντότητας εξυγίανσης, το ποσό των υποχρεώσεων που εξαιρούνται από την εφαρμογή των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής σύμφωνα με τις παρ. 2 ή 5 του άρθρου 44 και οι οποίες, στις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, κατατάσσονται σε ίση ή χαμηλότερη θέση από τις επιλέξιμες υποχρεώσεις με την υψηλότερη κατάταξη, είναι σημαντικό. Εφόσον το ποσό των εξαιρούμενων υποχρεώσεων δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) του ποσού των ιδίων κεφαλαίων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων της οντότητας εξυγίανσης, το εξαιρούμενο ποσό θεωρείται μη σημαντικό. Πάνω από το όριο αυτό, η σημασία των εξαιρούμενων υποχρεώσεων εκτιμάται από τις αρχές εξυγίανσης,
- ε) το επιχειρηματικό μοντέλο, το μοντέλο χρηματοδότησης και το προφίλ κινδύνου της οντότητας εξυγίανσης,
καθώς και τη σταθερότητα και την ικανότητά της να συνεισφέρει στην οικονομία, και
- στ) την επίπτωση του πιθανού κόστους αναδιάρθρωσης στην ανακεφαλαιοποίηση της οντότητας εξυγίανσης.»
Άρθρο 72
Προσδιορισμός της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσειςΠροσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) και μετά το εσωτερικό άρθρο 45β του παρόντος, προστίθεται εσωτερικό άρθρο 45γ ως εξής: εφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)
Η απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 καθορίζεται από την αρχή εξυγίανσης, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, βάσει των ακόλουθων κριτηρίων:
- α) την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι ο όμιλος εξυγίανσης
μπορεί να εξυγιανθεί μέσω της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης στην οντότητα εξυγίανσης συμπεριλαμβανομένου, ενδεχομένως, του μέτρου της αναδιάρθρωσης παθητικού, κατά τρόπον που να ανταποκρίνεται στους στόχους εξυγίανσης,
- β) την ανάγκη να διασφαλιστεί, σε ενδεδειγμένες περιπτώσεις, ότι η οντότητα εξυγίανσης και οι θυγατρικές
της που είναι ιδρύματα ή οντότητες που αναφέρονται στις περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, αλλά όχι οντότητες εξυγίανσης, διαθέτουν επαρκή ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις, ώστε να διασφαλίζεται ότι, σε περίπτωση που εφαρμόζονταν σε αυτές το μέτρο της αναδιάρθρωσης παθητικού ή οι εξουσίες απομείωσης και μετατροπής, αντιστοίχως, οι ζημίες θα μπορούσαν να απορροφηθούν και ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου και, κατά περίπτωση, ο δείκτης μόχλευσης των σχετικών οντοτήτων μπορεί να αποκατασταθεί σε επίπεδο που είναι αναγκαίο, προκειμένου να είναι σε θέση να εξακολουθήσουν να πληρούν τις προϋποθέσεις της άδειας λειτουργίας και να συνεχίσουν να ασκούν τις δραστηριότητες για τις οποίες έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του v. 4261/2014 (Α’ 107) ή του v. 4514/2018 (Α’ 14),
- γ) την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι, εάν το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει ότι ορισμένες κατηγορίες επιλέξιμων
υποχρεώσεων ενδέχεται να εξαιρεθούν από την αναδιάρθρωση παθητικού δυνάμει της παρ. 5 του άρθρου 44 ή μπορούν να μεταβιβαστούν πλήρως σε αποκτώντα στο πλαίσιο μερικής μεταβίβασης, η οντότητα εξυγίανσης διαθέτει επαρκή ίδια κεφάλαια και άλλες επιλέξιμες υποχρεώσεις, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι ζημίες θα μπορούσαν να απορροφηθούν και ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου και, κατά περίπτωση, ο δείκτης μόχλευσης της οντότητας εξυγίανσης μπορούν να αποκατασταθούν σε επίπεδο που είναι αναγκαίο, προκειμένου να είναι σε θέση να εξακολουθήσει να πληροί τις προϋποθέσεις της άδειας λειτουργίας και να συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του v. 4261/2014 ή του v. 4514/2018,
- δ) το μέγεθος, το επιχειρηματικό μοντέλο, το μοντέλο
χρηματοδότησης και το προφίλ κινδύνου της οντότητας,
- ε) τον βαθμό στον οποίον η αφερεγγυότητα της οντότητας θα είχε δυσμενείς συνέπειες στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, μεταξύ άλλων, μέσω της μετάδοσης
σε άλλα ιδρύματα ή οντότητες, λόγω της διασύνδεσης της οντότητας με άλλα ιδρύματα ή οντότητες ή με το υπόλοιπο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Σε περίπτωση που το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει, ότι η ενέργεια εξυγίανσης πρέπει να αναλαμβάνεται ή οι εξουσίες απομείωσης και μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 59, να ασκούνται σύμφωνα με το σχετικό σενάριο εξυγίανσης που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 18, η απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 ισούται με ποσό ικανό να διασφαλίσει ότι:
- α) οι ζημίες που αναμένεται να υποστεί η οντότητα
απορροφώνται πλήρως («απορρόφηση ζημιών»),
- β) η οντότητα εξυγίανσης και οι θυγατρικές της που
είναι ιδρύματα ή οντότητες που αναφέρονται στις περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 αλλά όχι οντότητες εξυγίανσης, ανακεφαλαιοποιούνται στο αναγκαίο επίπεδο, ώστε να είναι σε θέση να εξακολουθήσουν να πληρούν τις προϋποθέσεις απόκτησης άδειας λειτουργίας και να διεκπεραιώνουν τις δραστηριότητες για τις οποίες έχουν λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του v. 4261/2014, του v. 4514/2018 ή ισοδύναμης νομοθετικής πράξης για ενδεδειγμένο χρονικό διάστημα το οποίο δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος («ανακεφαλαιοποίηση»). Σε περίπτωση που το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει, ότι η οντότητα τίθεται σε εκκαθάριση κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί κατά πόσον δικαιολογείται να περιοριστεί η απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 για την εν λόγω οντότητα, ώστε να μην υπερβαίνει ένα ποσό το οποίο επαρκεί για την απορρόφηση των ζημιών σύμφωνα με την περ. α’ του πρώτου εδαφίου. Η αξιολόγηση της αρχής εξυγίανσης περιλαμβάνει, ειδικότερα, αξιολόγηση του ορίου που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο από την άποψη τυχόν επίπτωσης στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και στον κίνδυνο μετάδοσης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Για τις οντότητες εξυγίανσης, το ποσό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 έχει ως εξής:
- α) για τους σκοπούς του υπολογισμού της απαίτησης
που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45, σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 45, το άθροισμα: την εξυγίανση, το οποίο αντιστοιχεί στις απαιτήσεις που αναφέρονται στην περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (L 176) και στο άρθρο 96α του v. 4261/2014 (Α’ 107) σχετικά με την οντότητα εξυγίανσης σε ενοποιημένο επίπεδο ομίλου εξυγίανσης, και ii) ενός ποσού ανακεφαλαιοποίησης που επιτρέπει στον όμιλο εξυγίανσης που προκύπτει από την εξυγίανση να αποκαταστήσει τη συμμόρφωσή του με την απαίτηση ως προς τον συνολικό δείκτη κεφαλαίου που αναφέρεται στην περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, καθώς και με την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 96α του v. 4261/2014 (Α’ 107), σε ενοποιημένο επίπεδο ομίλου εξυγίανσης μετά την εφαρμογή της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης, και
- β) για τους σκοπούς του υπολογισμού της απαίτησης
που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45, σύμφωνα με την περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 45, το άθροισμα: δείκτη μόχλευσης της οντότητας εξυγίανσης που αναφέρεται στην περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 σε ενοποιημένο επίπεδο ομίλου εξυγίανσης και ii) ενός ποσού ανακεφαλαιοποίησης που επιτρέπει στον όμιλο εξυγίανσης που προκύπτει από την εξυγίανση να αποκαταστήσει τη συμμόρφωσή του με την απαίτηση ως προς τον δείκτη μόχλευσης που αναφέρεται στην περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 σε ενοποιημένο επίπεδο ομίλου εξυγίανσης μετά την εφαρμογή της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης. Για τους σκοπούς της περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 45, η απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό (%), διαιρώντας το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με την περ. α’ του πρώτου εδαφίου της παρούσας δια του συνολικού ποσού της έκθεσης σε κίνδυνο. Για τους σκοπούς της περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 45, η απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό (%), διαιρώντας το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με την περ. β’ του πρώτου εδαφίου της παρούσας, δια του μέτρου συνολικού ανοίγματος. Κατά τον καθορισμό της συγκεκριμένης απαίτησης που αναφέρεται στην περ. β’ του πρώτου εδαφίου της παρούσας, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη της τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 56 και στις παρ. 9 και 12 του άρθρου 44. Κατά τον καθορισμό των ποσών ανακεφαλαιοποίησης που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια, η αρχή εξυγίανσης:
- α) χρησιμοποιεί τις πλέον πρόσφατες τιμές που έχουν
αναφερθεί για το σχετικό συνολικό ποσό της έκθεσης σε κίνδυνο ή για το μέτρο συνολικού ανοίγματος του δείκτη μόχλευσης, όπως προσαρμόζονται για τυχόν αλλαγές που προκύπτουν από ενέργειες εξυγίανσης προβλεπόμενες στο σχέδιο εξυγίανσης, και
- β) κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, προσαρμόζει προς τα κάτω ή προς τα πάνω το ποσό που
αντιστοιχεί στην ισχύουσα απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 96α του v. 4261/2014 (Α’ 107), προκειμένου να καθορίσει την απαίτηση που εφαρμόζεται στην οντότητα εξυγίανσης μετά την εφαρμογή της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης. Η αρχή εξυγίανσης είναι σε θέση να αυξήσει την απαίτηση που προβλέπεται στην υποπερ. ii της περ. α’ του πρώτου εδαφίου με κατάλληλο ποσό, ώστε να εξασφαλίσει ότι, μετά την εξυγίανση, η οντότητα διατηρεί επαρκή εμπιστοσύνη της αγοράς για κατάλληλο χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος. Όταν εφαρμόζεται το έκτο εδάφιο της παρούσας, το ποσό που αναφέρεται στο εδάφιο αυτό ισούται με τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας που πρόκειται να ισχύσει μετά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης μείον το ποσό που αναφέρεται στην περ. α’ του σημείου 6 της παρ. 1 του άρθρου 121 του v. 4261/2014. Το ποσό που αναφέρεται στο έκτο εδάφιο της παρούσας προσαρμόζεται προς τα κάτω εάν, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, η αρχή εξυγίανσης διαπιστώσει ότι θα ήταν εφικτό και αξιόπιστο να οριστεί χαμηλότερο ποσό που θα επαρκούσε για να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη της αγοράς και για να διασφαλιστεί τόσο η συνεχής επιτέλεση κρίσιμων λειτουργιών από το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, όσο και η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, χωρίς προσφυγή σε έκτακτη δημόσια χρηματοδοτική στήριξη, πλην της συνεισφοράς του Ταμείου Εξυγίανσης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 96 και τις παρ. 9 και 12 του άρθρου 44, μετά την εφαρμογή της στρατηγικής εξυγίανσης. Το ποσό αυτό προσαρμόζεται προς τα πάνω εάν, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, η αρχή εξυγίανσης διαπιστώσει ότι απαιτείται υψηλότερο ποσό για να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη της αγοράς και για να διασφαλιστεί τόσο η συνεχής επιτέλεση των κρίσιμων λειτουργιών από το ίδρυμα ή την οντότητα, όπως αναφέρεται στις περ. β’, γ’και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, όσο και η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, χωρίς προσφυγή σε έκτακτη δημόσια χρηματοδοτική στήριξη, πλην της συνεισφοράς του Ταμείου Εξυγίανσης, σύμφωνα με τις παρ. 9 και 12 του άρθρου 44 και την παρ. 2 του άρθρου 96, για κατάλληλο χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος.
Για τις οντότητες εξυγίανσης που δεν υπόκεινται στο άρθρο 92α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013και ανήκουν σε όμιλο εξυγίανσης με συνολικά στοιχεία ενεργητικού άνω των εκατό (100) δισεκατομμυρίων ευρώ, το επίπεδο της απαίτησης που αναφέρεται στην παρ. 3 ισούται τουλάχιστον με:
- α) δεκατριάμισι τοις εκατό (13,5%) όταν υπολογίζεται
σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 45, και
- β) πέντε τοις εκατό (5%) όταν υπολογίζεται σύμφωνα
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)