Νόμοι — ΦΕΚ A' 78/2021

Type Νόμος
Publication 2021-05-18
Τελευταία ενημέρωση 2021-06-28
State In force
Source ΦΕΚ
articles 271
Reform history JSON API

με την περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 45. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 45β, οι οντότητες εξυγίανσης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο φθάνουν το επίπεδο της απαίτησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, το οποίο ισούται με δεκατριάμισι τοις εκατό (13,5%), όταν υπολογίζεται σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 45 και με πέντε τοις εκατό (5%), όταν υπολογίζεται σύμφωνα με την περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 45, με ίδια κεφάλαια, μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης ή υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 45β.

5.

Η αρχή εξυγίανσης δύναται, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, να αποφασίσει να εφαρμόσει τις απαιτήσεις της παρ. 4 σε οντότητα εξυγίανσης που δεν υπόκειται στο άρθρο 92α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και ανήκει σε όμιλο εξυγίανσης με συνολικά στοιχεία ενεργητικού κάτω των εκατό (100) δισεκατομμυρίων ευρώ και η οποία, κατά την εκτίμηση της αρχής εξυγίανσης, είναι ευλόγως πιθανόν να δημιουργήσει συστημικό κίνδυνο εάν περιέλθει σε κατάσταση αφερεγγυότητας. Κατά τη λήψη της απόφασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη:

  • α) τον βαθμό στον οποίο το μοντέλο χρηματοδότησης

βασίζεται σε καταθέσεις και όχι σε χρεωστικούς τίτλους,

  • γ) τον βαθμό στον οποίο η οντότητα εξυγίανσης βασίζεται σε κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1

για την εκπλήρωση της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45ε. Η μη λήψη απόφασης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας δεν θίγει τυχόν απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει της παρ. 5 του άρθρου 45β.

6.

Για τις οντότητες που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης, το ποσό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 έχει ως εξής:

  • α) για τους σκοπούς του υπολογισμού της απαίτησης

που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45, σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 45, το άθροισμα: i) του ποσού των ζημιών προς απορρόφηση το οποίο αντιστοιχεί στις απαιτήσεις που αναφέρονται στην περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και στο άρθρο 96α του v. 4261/2014 (Α’ 107) όσον αφορά την οντότητα, και ii) ενός ποσού ανακεφαλαιοποίησης που επιτρέπει στην οντότητα να αποκαταστήσει τη συμμόρφωσή της με την απαίτηση σχετικά με τον συνολικό δείκτη κεφαλαίου που αναφέρεται στην περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και με την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 96α του v. 4261/2014 (Α’ 107), μετά την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59 ή μετά την εξυγίανση του ομίλου εξυγίανσης, και

  • β) για τους σκοπούς του υπολογισμού της απαίτησης

που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45, σύμφωνα με την περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 45, το άθροισμα: i) του ποσού των ζημιών προς απορρόφηση το οποίο αντιστοιχεί στην α παίτηση στην οποία υπόκειται η οντότητα σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης που αναφέρεται στην περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, και ii) ενός ποσού ανακεφαλαιοποίησης που επιτρέπει στην οντότητα να αποκαταστήσει τη συμμόρφωσή της με την απαίτηση ως προς τον δείκτη μόχλευσης που αναφέρεται στην περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, μετά την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59 ή μετά την εξυγίανση του ομίλου εξυγίανσης. Για τους σκοπούς της περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 45, η απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό (%), διαιρώντας το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με την περ. α’ του πρώτου εδαφίου της παρούσας δια του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο. Για τους σκοπούς της περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 45, η απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό (%), διαιρώντας το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με την περ. β’ του πρώτου εδαφίου της παρούσας δια του μέτρου του συνολικού ανοίγματος. Κατά τον καθορισμό της συγκεκριμένης απαίτησης που αναφέρεται στην περ. β’ του πρώτου εδαφίου της παρούσας, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη της τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 56 και στις παρ. 9 και 12 του άρθρου 44. Κατά τον καθορισμό των ποσών ανακεφαλαιοποίησης που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια, η αρχή εξυγίανσης:

  • α) χρησιμοποιεί τις πλέον πρόσφατες τιμές που έχουν

αναφερθεί για το σχετικό συνολικό ποσό έκθεσης σε κίνδυνο ή για το μέτρο συνολικού ανοίγματος, όπως προσαρμόζονται για τυχόν αλλαγές που προκύπτουν από ενέργειες προβλεπόμενες στο σχέδιο εξυγίανσης, και

  • β) κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, προσαρμόζει προς τα κάτω ή προς τα πάνω το ποσό που

αντιστοιχεί στην ισχύουσα απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 96α του v. 4261/2014 (Α’ 107), προκειμένου να καθορίσει την απαίτηση που εφαρμόζεται στη σχετική οντότητα μετά την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59 ή μετά την εξυγίανση του ομίλου εξυγίανσης. Η αρχή εξυγίανσης είναι σε θέση να αυξήσει την απαίτηση που προβλέπεται στην υποπερ. ii της περ. α’ του πρώτου εδαφίου της παρούσας με κατάλληλο ποσό, ώστε να εξασφαλίσει ότι, μετά την άσκηση της εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59, η οντότητα μπορεί να διατηρεί επαρκή εμπιστοσύνη της αγοράς για κατάλληλο χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος. Εφόσον εφαρμόζεται το έκτο εδάφιο της παρούσας, το ποσό που αναφέρεται στο εν λόγω εδάφιο ισούται με τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας που θα εφαρμοστεί μετά την άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 59 ή μετά την εξυγίανση του ομίλου εξυγίανσης μείον το ποσό που αναφέρεται στην περ. α’ του σημείου 6 της παρ. 1 του άρθρου 121 του v. 4261/2014. Το ποσό που αναφέρεται στο έκτο εδάφιο της παρούσας προσαρμόζεται προς τα κάτω εάν, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, η αρχή εξυγίανσης διαπιστώσει ότι θα ήταν εφικτό και αξιόπιστο να οριστεί χαμηλότερο ποσό που θα επαρκούσε για να εξασφαλιστεί η εμπιστοσύνη της αγοράς και για να διασφαλιστεί τόσο η συνεχής επιτέλεση των κρίσιμων λειτουργιών από το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 όσο και η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, χωρίς προσφυγή σε έκτακτη δημόσια χρηματοδοτική στήριξη, πλην της συνεισφοράς του Ταμείου Εξυγίανσης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 96 και τις παρ. 9 και 12 του άρθρου 44, μετά την άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 59 ή την εξυγίανση του ομίλου εξυγίανσης. Το ποσό αυτό προσαρμόζεται προς τα πάνω εάν, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, η αρχή εξυγίανσης διαπιστώσει ότι απαιτείται υψηλότερο ποσό για να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη της αγοράς και για να διασφαλιστεί τόσο η συνεχής επιτέλεση των κρίσιμων λειτουργιών από το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 όσο και η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, του άρθρου 96 για κατάλληλο χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος.

7.

Όταν η αρχή εξυγίανσης αναμένει ότι ορισμένες κατηγορίες επιλέξιμων υποχρεώσεων είναι ευλόγως πιθανό να εξαιρεθούν εν όλω ή εν μέρει από την αναδιάρθρωση παθητικού δυνάμει της παρ. 5 του άρθρου 44 ή ενδέχεται να μεταβιβαστούν πλήρως σε αποκτώντα στο πλαίσιο μερικής μεταβίβασης, η απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 πρέπει να ικανοποιείται με ίδια κεφάλαια ή άλλες επιλέξιμες υποχρεώσεις που επαρκούν για:

  • α) να καλυφθεί το ποσό των εξαιρούμενων υποχρεώσεων που αναγνωρίζονται σύμφωνα με την παρ. 5 του

άρθρου 44, και

  • β) να διασφαλιστεί ότι πληρούνται οι όροι που αναφέρονται στην παρ. 2.
8.

Η απόφαση της αρχής εξυγίανσης να επιβάλλει ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων στο πλαίσιο του παρόντος περιλαμβάνει τους λόγους αυτής της απόφασης, καθώς και την πλήρη αξιολόγηση των στοιχείων που αναφέρονται στις παρ. 2 έως 7 και επανεξετάζεται από την αρχή εξυγίανσης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ώστε να απηχεί οποιεσδήποτε μεταβολές στο επίπεδο της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 96α του v. 4261/2014 (Α’ 107).

9.

Για τους σκοπούς των παρ. 3 και 6, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις ερμηνεύονται σύμφωνα με την εφαρμογή από την αρμόδια αρχή των μεταβατικών διατάξεων που προβλέπονται στα Κεφάλαια 1, 2 και 4 του Τίτλου Ι του δέκατου Μέρους του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και στις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας στο πλαίσιο άσκησης των δικαιωμάτων που παραχωρούνται στις αρμόδιες αρχές από τον εν λόγω Κανονισμό.»

Άρθρο 73

Προσδιορισμός της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις για τις οντότητες εξυγίανσης των G-SIIs και τις ενωσιακές σημαντικές θυγατρικές G-SIIs εκτός ΕΕ -Προσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) και μετά το εσωτερικό άρθρο 45γ του παρόντος, προστίθεται εσωτερικό άρθρο 45δ ως εξής: «Άρθρο 45δ Προσδιορισμός της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις για τις οντότητες εξυγίανσης των G-SIIs και τις ενωσιακές σημαντικές θυγατρικές G-SIIs εκτός ΕΕ (παρ. 17 του άρθρου 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)

1.

Η υποχρέωση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 μιας οντότητας εξυγίανσης η οποία αποτελεί G-SII ή μέρος ενός G-SII συνίσταται στα ακόλουθα:

  • α) τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 92α και

494 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (L 176), και β) κάθε συμπληρωματική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που προσδιορίζεται από την αρχή εξυγίανσης και αφορά συγκεκριμένα την οντότητα σύμφωνα με την παρ. 3.

2.

Η απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 όσον αφορά μία ενωσιακή σημαντική θυγατρική G-SII εκτός ΕΕ συνίσταται στα εξής:

  • α) τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 92β και

494 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, και

  • β) κάθε συμπληρωματική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων

και επιλέξιμων υποχρεώσεων που έχει προσδιορισθεί από την αρχή εξυγίανσης ειδικά για την εν λόγω σημαντική θυγατρική, σύμφωνα με την παρ. 3, η οποία καλύπτεται από ίδια κεφάλαια και υποχρεώσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 45στ και της παρ. 2 του άρθρου 86.

3.

Η αρχή εξυγίανσης επιβάλλει πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρεται στην περ. β’ της παρ. 1 και στην περ. β’ της παρ. 2 μόνον:

  • α) όταν η απαίτηση που αναφέρεται στην περ. α’ της

παρ. 1 ή στην περ. α’ της παρ. 2 δεν επαρκεί για να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 45γ,

  • β) στον βαθμό που διασφαλίζει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 45γ.
4.

Για τους σκοπούς της παρ. 2 του άρθρου 45η, σε περίπτωση που περισσότερες από μία οντότητες G-SIIs που ανήκουν στο ίδιο G-SII είναι οντότητες εξυγίανσης, οι σχετικές αρχές εξυγίανσης υπολογίζουν το ποσό που προβλέπεται στην παρ. 3:

  • α) για κάθε οντότητα εξυγίανσης,
  • β) για τη μητρική οντότητα της ΕΕ, σαν να ήταν η μοναδική οντότητα εξυγίανσης του G-SII.
5.

Η απόφαση της αρχής εξυγίανσης να επιβάλει πρόσθετη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις που αναφέρονται στην περ. β’ της παρ. 1 ή στην περ. β’ της παρ. 2 περιλαμβάνει τους λόγους αυτής της απόφασης, καθώς και την πλήρη αξιολόγηση των στοιχείων που αναφέρονται στην παρ. 3 και επανεξετάζεται από την αρχή εξυγίανσης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ώστε να απηχεί οποιεσδήποτε μεταβολές στο επίπεδο της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 96α του v. 4261/2014 (Α’ 107) και εφαρμόζεται στον όμιλο εξυγίανσης ή την ενωσιακή σημαντική θυγατρική G-SII εκτός ΕΕ.»

Άρθρο 74

Εφαρμογή της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις σε οντότητες εξυγίανσης - Προσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του «Άρθρο 45ε Εφαρμογή της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις σε οντότητες εξυγίανσης (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)

1.

Οι οντότητες εξυγίανσης συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 45β έως 45δ σε ενοποιημένη βάση στο επίπεδο του ομίλου εξυγίανσης.

2.

Η υποχρέωση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 της οντότητας εξυγίανσης στο ενοποιημένο επίπεδο του ομίλου εξυγίανσης καθορίζεται από την αρχή εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 45η, βάσει των απαιτήσεων που καθορίζονται στα άρθρα 45β έως 45δ και του κατά πόσον οι θυγατρικές τρίτης χώρας του ομίλου πρόκειται να εξυγιανθούν χωριστά σύμφωνα με το σχέδιο εξυγίανσης.

3.

Για τους ομίλους εξυγίανσης που ορίζονται στην περ. β’ του σημείου 47β της παρ. 1 του άρθρου 2, η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του μηχανισμού αλληλεγγύης και της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης, ποιες μέλη του ομίλου εξυγίανσης απαιτείται να συμμορφώνονται με την παρ. 3 του άρθρου 45γ, την παρ. 4 του άρθρου 45γ και την παρ. 1 του άρθρου 45δ, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο όμιλος εξυγίανσης συμμορφώνεται, στο σύνολό του, με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος και με ποιον τρόπο οι οντότητες αυτές πρέπει να συμμορφώνονται βάσει του σχεδίου εξυγίανσης.»

Άρθρο 75

Εφαρμογή της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σε οντότητες που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης - Προσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) και μετά το εσωτερικό άρθρο 45ε του παρόντος, προστίθεται εσωτερικό άρθρο 45στ ως εξής: «Άρθρο 45στ Εφαρμογή της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σε οντότητες που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης (παρ. 17 του άρθρου 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)

1.

Τα ιδρύματα που είναι θυγατρικές μιας οντότητας εξυγίανσης ή οντότητας τρίτης χώρας αλλά δεν είναι τα ίδια οντότητες εξυγίανσης συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 45γ σε ατομική βάση. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, να αποφασίσει να εφαρμόσει την απαίτηση που προβλέπεται στο παρόν σε οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, η οποία είναι θυγατρική μιας οντότητας εξυγίανσης αλλά δεν αποτελεί η ίδια οντότητα εξυγίανσης. Κατά παρέκκλιση του πρώτο εδαφίου, οι μητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ που δεν είναι οντότητες εξυγίανσης, αλλά είναι θυγατρικές οντοτήτων τρίτων χωρών, πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 45γ και 45δ σε ενοποιημένη βάση. Για τους ομίλους εξυγίανσης που ορίζονται σύμφωνα με την περ. β’ του σημείου 47β της παρ. 1 του άρθρου 2, τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό, αλλά δεν είναι τα ίδια οντότητες εξυγίανσης, και κεντρικός οργανισμός που δεν είναι ο ίδιος οντότητα εξυγίανσης, καθώς και τυχόν οντότητες εξυγίανσης που δεν υπόκεινται σε απαίτηση δυνάμει της παρ. 3 του άρθρου 45ε, συμμορφώνονται με την παρ. 6 του άρθρου 45γ σε ατομική βάση. Η απαίτηση σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 μιας οντότητας που αναφέρεται στην παρούσα προσδιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 45η και 86, κατά περίπτωση, και βάσει των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 45γ.

2.

Η απαίτηση σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 για οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 ικανοποιείται με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

  • α) υποχρεώσεις που:
i)

εκδίδονται προς την οντότητα εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτήν είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω άλλων οντοτήτων του ίδιου ομίλου εξυγίανσης που αγόρασαν τις υποχρεώσεις από την οντότητα που υπόκειται στο παρόν ή εκδίδονται προς υφιστάμενο μέτοχο που δεν αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτόν υπό την προϋπόθεση ότι η άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62 δεν επηρεάζει τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης, ii) πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας που αναφέρονται στο άρθρο 72α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις αριθμ. 648/2012 (L 176), με εξαίρεση τις περ. β’, γ’, ια’, ιβ’ και ιγ’της παρ. 2 του άρθρου 72β, και τις παρ. 3 έως 5 του άρθρου 72β του εν λόγω Κανονισμού, iii) στις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας κατατάσσονται κάτω από τις υποχρεώσεις που δεν πληρούν την προϋπόθεση της υποπερ. i’ και δεν είναι επιλέξιμες για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, iv) υπόκεινται στις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62, με τρόπο που συνάδει με τη στρατηγική εξυγίανσης του ομίλου εξυγίανσης, ιδίως χωρίς να επηρεάζουν τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης, v) η απόκτηση της κυριότητας αυτών δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από την οντότητα που υπόκειται στο παρόν, vi) οι διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις δεν υποδεικνύουν ρητά ή σιωπηρά ότι οι υποχρεώσεις θα μπορούσαν να αγοραστούν, εξοφληθούν, επαναγοραστούν δεν προβλέπει άλλως τέτοια υπόδειξη, vii) οι διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις δεν παρέχουν στον κάτοχο το δικαίωμα να επιταχύνει τις προγραμματισμένες στο μέλλον πληρωμές τόκων ή κεφαλαίου, πλην της περίπτωσης αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης της οντότητας που υπόκειται στο παρόν, viii) το επίπεδο των οφειλόμενων πληρωμών τόκων ή μερισμάτων, κατά περίπτωση, επί των υποχρεώσεων δεν τροποποιείται βάσει της πιστωτικής διαβάθμισης της οντότητας που υπόκειται στο παρόν ή της μητρικής της επιχείρησης,

  • β) ίδια κεφάλαια, ως εξής:
i)

κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, και ii) άλλα ίδια κεφάλαια τα οποία: - εκδίδονται προς οντότητες που περιλαμβάνονται στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτές, ή - εκδίδονται προς οντότητες που δεν περιλαμβάνονται στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι η άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62 δεν επηρεάζει τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης.

3.

Η αρχή εξυγίανσης μιας θυγατρικής που δεν είναι οντότητα εξυγίανσης δύναται να εξαιρέσει τη θυγατρική αυτή από την εφαρμογή του παρόντος, όταν:

  • α) τόσο η θυγατρική όσο και η οντότητα εξυγίανσης

είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα και ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης,

  • β) η οντότητα εξυγίανσης συμμορφώνεται με την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45ε,
  • γ) δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από

την οντότητα εξυγίανσης στη θυγατρική, για την οποία έχει γίνει διαπίστωση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 59, ιδίως όταν αναλαμβάνεται ενέργεια εξυγίανσης για την οντότητα εξυγίανσης,

  • δ) η οντότητα εξυγίανσης πληροί τις απαιτήσεις της

αρμόδιας αρχής όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής και έχει δηλώσει, με τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής, ότι εγγυάται τις υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει η θυγατρική, ή οι κίνδυνοι της θυγατρικής είναι αμελητέοι,

  • ε) οι διαδικασίες αξιολόγησης, μέτρησης και ελέγχου

του κινδύνου της οντότητας εξυγίανσης καλύπτουν τη θυγατρική,

  • στ) η οντότητα εξυγίανσης κατέχει περισσότερο από

το πενήντα τοις εκατό (50%) των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με μετοχές στο κεφάλαιο της θυγατρικής ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να απομακρύνει την πλειονότητα των μελών του διοικητικού οργάνου της θυγατρικής.

4.

Η αρχή εξυγίανσης μιας θυγατρικής που δεν είναι οντότητα εξυγίανσης μπορεί επίσης να εξαιρέσει αυτή τη θυγατρική από την εφαρμογή του παρόντος, όταν:

  • α) τόσο η θυγατρική όσο και η μητρική της επιχείρηση

είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα και ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης,

  • β) η μητρική επιχείρηση πληροί σε ενοποιημένη βάση,

στην Ελλάδα, την απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45,

  • γ) δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από

τη μητρική επιχείρηση στη θυγατρική για την οποία έχει γίνει διαπίστωση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 59, ιδίως όταν οι ενέργειες εξυγίανσης αναλαμβάνονται ή οι εξουσίες που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 59 ασκούνται σε σχέση με τη μητρική επιχείρηση,

  • δ) είτε η μητρική επιχείρηση παρέχει ικανοποιητικές

αποδείξεις στην αρμόδια αρχή όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής και έχει δηλώσει, με τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής, ότι εγγυάται τις υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει η θυγατρική, είτε οι κίνδυνοι της θυγατρικής είναι αμελητέοι,

  • ε) οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων καλύπτουν τη θυγατρική,
  • στ) η μητρική επιχείρηση κατέχει περισσότερο από

το πενήντα τοις εκατό (50%) των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με μετοχές στο κεφάλαιο της θυγατρικής ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να απομακρύνει την πλειονότητα των μελών του διοικητικού οργάνου της θυγατρικής.

5.

Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στις περ. α’ και β’ της παρ. 3, η αρχή εξυγίανσης μιας θυγατρικής δύναται να επιτρέψει την πλήρη ή μερική εκπλήρωση της απαίτησης που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 με εγγύηση που παρέχεται από την οντότητα εξυγίανσης και πληροί τις εξής προϋποθέσεις:

  • α) η εγγύηση χορηγείται για ποσό τουλάχιστον ισοδύναμο προς το ποσό της απαίτησης την οποία υποκαθιστά,
  • β) η εγγύηση ενεργοποιείται όταν η θυγατρική δεν

είναι σε θέση να εξοφλήσει τις οφειλές της ή άλλες υποχρεώσεις όταν καθίστανται απαιτητές ή όταν έχει γίνει διαπίστωση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 59 όσον αφορά τη θυγατρική, ανάλογα με το ποιο είναι προγενέστερο,

  • γ) η εγγύηση είναι εξασφαλισμένη μέσω συμφωνίας

παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, όπως ορίζεται στην περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 2 του v. 3301/2004 (Α’ 263), για τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού της,

  • δ) οι εξασφαλίσεις που καλύπτουν την εγγύηση πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 197 του Κανονισμού (ΕΕ)

575/2013, οι οποίες, ύστερα από επαρκώς συντηρητικές απομειώσεις, αρκούν για να καλύψουν το ποσό που εξασφαλίζεται, όπως αναφέρεται στην περ. γ’,

  • ε) οι εξασφαλίσεις που καλύπτουν την εγγύηση είναι

μη βεβαρημένες και, ιδίως, δεν χρησιμοποιούνται ως εξασφάλιση για οποιαδήποτε άλλη εγγύηση,

  • στ) η εξασφάλιση έχει πραγματική ληκτότητα που

πληροί τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνη που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 72γ του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, και οντότητα εξυγίανσης στη σχετική θυγατρική, ακόμη και όταν αναλαμβάνεται ενέργεια εξυγίανσης όσον αφορά την οντότητα εξυγίανσης. Για τους σκοπούς της περ. ζ’ του πρώτου εδαφίου, κατ’ αίτηση της αρχής εξυγίανσης, η οντότητα εξυγίανσης παρέχει ανεξάρτητη έγγραφη και τεκμηριωμένη νομική γνωμοδότηση ή αποδεικνύει ικανοποιητικά ότι δεν υπάρχουν νομικά, κανονιστικά ή λειτουργικά εμπόδια για τη μεταβίβαση της εξασφάλισης από την οντότητα εξυγίανσης στη σχετική θυγατρική.»

Άρθρο 76

Απαλλαγή για κεντρικό οργανισμό και πιστωτικά ιδρύματα μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό - Προσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 17 του άρθρου 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) και μετά το εσωτερικό άρθρο 45στ του παρόντος, προστίθεται εσωτερικό άρθρο 45ζ ως εξής: «Άρθρο 45ζ Απαλλαγή για κεντρικό οργανισμό και πιστωτικά ιδρύματα μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό (παρ. 17 του άρθρου 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Η αρχή εξυγίανσης δύναται, εν μέρει ή πλήρως, να παραιτηθεί από την εφαρμογή του άρθρου 45στ ως προς κεντρικό οργανισμό ή πιστωτικό ίδρυμα που συνδέεται μόνιμα με κεντρικό οργανισμό, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) το πιστωτικό ίδρυμα και ο κεντρικός οργανισμός

υπόκεινται στην εποπτεία της ίδιας αρμόδιας αρχής, είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα και ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης,

  • β) οι υποχρεώσεις του κεντρικού οργανισμού και των

πιστωτικών ιδρυμάτων που συνδέονται μόνιμα με αυτόν είναι εις ολόκληρον ή οι υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων που συνδέονται μόνιμα με αυτόν τον κεντρικό οργανισμό καλύπτονται πλήρως από εγγυήσεις του κεντρικού οργανισμού,

  • γ) η ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις, και η φερεγγυότητα και ρευστότητα

του κεντρικού οργανισμού και όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων που συνδέονται μόνιμα με αυτόν παρακολουθούνται στο σύνολό τους βάσει ενοποιημένων λογαριασμών των εν λόγω ιδρυμάτων,

  • δ) σε περίπτωση απαλλαγής για πιστωτικό ίδρυμα μόνιμα συνδεδεμένο με κεντρικό οργανισμό, η διοίκηση

του κεντρικού οργανισμού εξουσιοδοτείται να εκδώσει οδηγίες προς τη διοίκηση των μόνιμα συνδεδεμένων ιδρυμάτων,

  • ε) ο σχετικός όμιλος εξυγίανσης συμμορφώνεται με

την απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 45ε, και

  • στ) δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων

μεταξύ του κεντρικού οργανισμού και των πιστωτικών ιδρυμάτων που συνδέονται μόνιμα με αυτόν σε περίπτωση εξυγίανσης.»

Άρθρο 77

Διαδικασία για τον καθορισμό της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων - Προσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) και μετά το εσωτερικό άρθρο 45ζ, προστίθεται εσωτερικό άρθρο 45η ως εξής: «Άρθρο 45η Διαδικασία για τον καθορισμό της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)

1.

Η αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από την πρώτη, και οι αρχές εξυγίανσης που είναι αρμόδιες για τις θυγατρικές ομίλου εξυγίανσης που υπόκεινται στην αναφερόμενη στο άρθρο 45στ απαίτηση σε μεμονωμένη βάση καταλήγουν σε κοινή απόφαση σχετικά με τα εξής:

  • α) το ποσό της απαίτησης που εφαρμόζεται σε ενοποιημένο επίπεδο ομίλου εξυγίανσης για κάθε οντότητα

εξυγίανσης, και

  • β) το ποσό της απαίτησης που εφαρμόζεται σε μεμονωμένη βάση σε κάθε οντότητα ομίλου εξυγίανσης που

δεν είναι οντότητα εξυγίανσης. Η κοινή απόφαση διασφαλίζει τη συμμόρφωση προς το άρθρο 45ε και το άρθρο 45στ, είναι πλήρως αιτιολογημένη και κοινοποιείται:

  • α) στην οντότητα εξυγίανσης από την αρχή εξυγίανσής της,
  • β) στις οντότητες ομίλου εξυγίανσης, οι οποίες δεν

είναι οντότητες εξυγίανσης από τις αρχές εξυγίανσης των οντοτήτων αυτών,

  • γ) στην ενωσιακή μητρική επιχείρηση του ομίλου, από

την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης, όταν η εν λόγω ενωσιακή μητρική επιχείρηση δεν αποτελεί η ίδια οντότητα εξυγίανσης από τον ίδιο όμιλο εξυγίανσης. Η κοινή απόφαση του παρόντος δύναται να προβλέπει ότι, εφόσον συνάδει με τη στρατηγική εξυγίανσης και εφόσον δεν έχουν αγοραστεί από την οντότητα εξυγίανσης, άμεσα ή έμμεσα, επαρκή μέσα που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 45στ, οι απαιτήσεις που αναφέρονται στην παρ. 6 του άρθρου 45γ, εκπληρώνονται εν μέρει από τη θυγατρική σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 45στ, με μέσα που εκδίδονται σε οντότητες που δεν περιλαμβάνονται στον όμιλο εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτές.

2.

Σε περίπτωση που περισσότερες από μία οντότητες «G-SII» που ανήκουν στο ίδιο «G-SII» είναι οντότητες τη στρατηγική εξυγίανσης του G-SII, συμφωνούν όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 72ε του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (L 176) και τυχόν προσαρμογή, ώστε να ελαχιστοποιείται ή να εξαλείφεται η διαφορά μεταξύ του αθροίσματος των ποσών που αναφέρονται στην περ. α’ της παρ. 4 του άρθρου 45δ και στο άρθρο 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, όσον αφορά στις επιμέρους οντότητες εξυγίανσης, και του αθροίσματος των ποσών που αναφέρονται στην περ. β’ της παρ. 4 του άρθρου 45δ και στο άρθρο 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013. Η εν λόγω προσαρμογή δύναται να εφαρμοστεί υπό τους ακόλουθους όρους:

  • α) η προσαρμογή δύναται να εφαρμοστεί για διαφορές στον υπολογισμό των συνολικών ποσών έκθεσης σε

κίνδυνο, μεταξύ των οικείων κρατών μελών, προσαρμόζοντας το επίπεδο της απαίτησης,

  • β) η προσαρμογή δεν εφαρμόζεται για την εξάλειψη

των διαφορών που προκύπτουν από ανοίγματα μεταξύ ομίλων εξυγίανσης. Το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στην περ. α’ της παρ. 4 του άρθρου 45δ και στο άρθρο 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, όσον αφορά στις επιμέρους οντότητες εξυγίανσης, δεν πρέπει να είναι χαμηλότερο από το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στην περ. β’ της παρ. 4 του άρθρου 45δ και στο άρθρο 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.

3.

Ελλείψει τέτοιας κοινής απόφασης εντός τεσσάρων (4) μηνών, λαμβάνεται απόφαση σύμφωνα με τις παρ. 4 έως 6.

4.

Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός τεσσάρων (4) μηνών λόγω διαφωνίας σχετικά με ενοποιημένη απαίτηση ομίλου εξυγίανσης που αναφέρεται στο άρθρο 45ε, λαμβάνεται απόφαση για την απαίτηση αυτή από την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης, αφού ληφθούν δεόντως υπόψη:

  • α) η αξιολόγηση οντοτήτων του ομίλου εξυγίανσης

που δεν είναι οντότητες εξυγίανσης, η οποία διενεργείται από τις οικείες αρχές εξυγίανσης,

  • β) η γνώμη της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου,

εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης. Εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρχές εξυγίανσης έχει παραπέμψει το ζήτημα στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθμ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης αριθμ. 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (L 331), η αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει την όποια απόφαση μπορεί να λάβει η ΕΑΤ σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 19 του εν λόγω κανονισμού, λαμβάνει δε την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η απόφαση της ΕΑΤ λαμβάνει υπόψη τις περ. α’ και β’ του πρώτου εδαφίου. Η τετράμηνη περίοδος θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του υπ’ αριθμ. Κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη της κοινής απόφασης. Ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός (1) μηνός από την παραπομπή του ζητήματος, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης.

5.

Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός τεσσάρων (4) μηνών, λόγω διαφωνίας σχετικά με το επίπεδο της απαίτησης του άρθρου 45στ και εφαρμόζεται σε οιαδήποτε οντότητα ομίλου εξυγίανσης σε μεμονωμένη βάση, η απόφαση λαμβάνεται από την αρχή εξυγίανσης της εν λόγω οντότητας, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) οι απόψεις και οι επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν

γραπτώς από την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης έχουν ληφθεί δεόντως υπόψη, και

  • β) εάν η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου είναι διαφορετική από την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης, οι απόψεις και οι επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν

γραπτώς από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου έχουν ληφθεί δεόντως υπόψη. Εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, η αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης ή η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010, οι αρχές εξυγίανσης που είναι αρμόδιες για τις θυγατρικές σε μεμονωμένη βάση αναβάλλουν τις αποφάσεις τους και αναμένουν την όποια απόφαση μπορεί να λάβει η ΕΑΤ σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισμού, λαμβάνουν δε την απόφασή τους σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η απόφαση της ΕΑΤ λαμβάνει υπόψη τις περ. α’ και β’ του πρώτου εδαφίου. Η τετράμηνη περίοδος θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός (1) μηνός. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης. Η αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης ή η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου δεν παραπέμπει το θέμα στην ΕΑΤ για δεσμευτική διαμεσολάβηση, εφόσον το επίπεδο που έχει καθορίσει η αρχή εξυγίανσης της θυγατρικής:

  • α) είναι εντός του δύο τοις εκατό (2 %) του υπολογιζόμενου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του

Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 ποσού συνολικής έκθεσης, σε κίνδυνο της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45ε, και

  • β) είναι σύμφωνο με την παρ. 6 του άρθρου 45γ.

Ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός (1) μηνός από ελλείψει κοινής απόφασης επανεξετάζονται και, όπου απαιτείται, επικαιροποιούνται σε τακτική βάση.

6.

Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός τεσσάρων (4) μηνών, λόγω διαφωνίας σχετικά με το επίπεδο της ενοποιημένης απαίτησης του ομίλου εξυγίανσης και το επίπεδο της απαίτησης που πρέπει να εφαρμόζεται στα μέλη του ομίλου εξυγίανσης σε μεμονωμένη βάση, ισχύουν τα ακόλουθα:

  • α) λαμβάνεται απόφαση σχετικά με το επίπεδο της

απαίτησης που πρέπει να εφαρμόζεται στις θυγατρικές του ομίλου εξυγίανσης σε μεμονωμένη βάση σύμφωνα με την παρ. 5,

  • β) λαμβάνεται απόφαση για το επίπεδο της ενοποιημένης απαίτησης του ομίλου εξυγίανσης σύμφωνα με

την παρ. 4.

7.

Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στην παρ. 1 και οι όποιες αποφάσεις λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης, που αναφέρονται στις παρ. 4, 5 και 6 ελλείψει κοινής απόφασης, είναι δεσμευτικές για τις οικείες αρχές εξυγίανσης. ελλείψει κοινής απόφασης επανεξετάζονται και, όπου απαιτείται, επικαιροποιούνται σε τακτική βάση.

8.

Η αρχή εξυγίανσης, κατόπιν συντονισμού με την αρμόδια αρχή, επιβάλλει και επιβεβαιώνει την τήρηση από τα ιδρύματα της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 45, λαμβάνει δε κάθε απόφαση σύμφωνα με το παρόν παράλληλα με την κατάρτιση και αναπροσαρμογή των σχεδίων εξυγίανσης.»

Άρθρο 78

Εποπτικές αναφορές και δημοσιοποίηση της απαίτησης - Προσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 45η του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87), προστίθεται εσωτερικό άρθρο 45θ ως εξής: «Άρθρο 45θ Εποπτικές αναφορές και δημοσιοποίηση της απαίτησης (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)

1.

Οι οντότητες της παρ. 1 του άρθρου 1, οι οποίες υπόκεινται στην απαίτηση της παρ. 1 του άρθρου 45, υποβάλλουν έκθεση στην αρμόδια αρχή και στην αρχή εξυγίανσης σχετικά με τα ακόλουθα:

  • α) τα ποσά των ιδίων κεφαλαίων που, κατά περίπτωση, πληρούν τις προϋποθέσεις της περ. β’ της παρ. 2

του άρθρου 45στ, καθώς και τα ποσά των επιλέξιμων υποχρεώσεων, αλλά και την έκφραση των ποσών αυτών σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 45, μετά από οποιεσδήποτε εφαρμοστέες αφαιρέσεις σύμφωνα με τα άρθρα 72ε έως 72ι του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις αριθμ. 648/2012 (L 176),

  • β) τα ποσά άλλων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση

παθητικού υποχρεώσεων,

  • γ) για τα στοιχεία που αναφέρονται στις περ. α’ και β’:
  • αα) τη σύνθεσή τους, συμπεριλαμβανομένου του προφίλ ληκτότητας,
  • ββ) την κατάταξή τους στις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, και
  • γγ) το εάν διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας και,

στην περίπτωση αυτή, ποιας τρίτης χώρας και το εάν περιέχουν τους συμβατικούς όρους που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 55, στις περ. ιστ’ και ιζ’ της παρ. 1 του άρθρου 52 και στις περ. ιδ’ και ιε’ του άρθρου 63 του υπ’ αρ. Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013. Η υποχρέωση αναφοράς για τα ποσά άλλων υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού που αναφέρονται στην περ. β’ του πρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζονται σε οντότητες που, κατά την ημερομηνία της αναφοράς αυτής, κατέχουν ποσά ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, που ανέρχονται σε τουλάχιστον εκατόν πενήντα τοις εκατό (150%) της απαίτησης της παρ. 1 του άρθρου 45, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με την περ. α’ του πρώτου εδαφίου.

2.

Οι οντότητες της παρ. 1 υποβάλλουν:

  • α) σε εξαμηνιαία βάση, τις πληροφορίες που αναφέρονται στην περ. α’ της παρ. 1, και
  • β) σε ετήσια βάση, τις πληροφορίες που αναφέρονται

στις περ. β’ και γ’ της παρ. 1. Εφόσον το ζητήσει η αρμόδια αρχή ή η αρχή εξυγίανσης, οι οντότητες της παρ. 1 υποβάλλουν συχνότερα τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παρ. 1.

3.

Οι οντότητες της παρ. 1 διαθέτουν δημοσίως τις ακόλουθες πληροφορίες σε ετήσια βάση:

  • α) τα ποσά των ιδίων κεφαλαίων που, κατά περίπτωση,

πληρούν τις προϋποθέσεις της περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 45στ και των επιλέξιμων υποχρεώσεων,

  • β) τη σύνθεση των στοιχείων που αναφέρονται στην

περ. α’, συμπεριλαμβανομένων των χαρακτηριστικών ληκτότητας και της κατάταξής τους στις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας,

  • γ) την εφαρμοστέα απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45ε ή στο άρθρο 45στ, όπως εκφράζεται σύμφωνα

με την παρ. 2 του άρθρου 45.

4.

Οι παρ. 1 και 3 δεν εφαρμόζονται στις οντότητες, των οποίων το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει ότι η οντότητα πρόκειται να εκκαθαριστεί κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

5.

Όταν έχουν εφαρμοστεί ενέργειες εξυγίανσης ή έχουν ασκηθεί οι εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής που αναφέρονται στο άρθρο 59, οι απαιτήσεις δημοσιοποίησης της παρ. 3 εφαρμόζονται από τη λήξη της προθεσμίας συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του άρθρου 45ε ή του άρθρου 45στ κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 45ιγ. 45ιγ προθεσμία συμμόρφωσης που λήγει μετά την 1 η Ιανουαρίου 2024, η παρ. 3 εφαρμόζεται από τη λήξη της προθεσμίας συμμόρφωσης.»

Άρθρο 79

Υποβολή εκθέσεων στην ΕΑΤ - Προσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 45θ του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87), προστίθεται εσωτερικό άρθρο 45ι ως εξής: «Άρθρο 45ι Υποβολή εκθέσεων στην ΕΑΤ (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Η αρχή εξυγίανσης ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), σχετικά με την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που έχει οριστεί για κάθε οντότητα σύμφωνα με το άρθρο 45ε ή το άρθρο 45στ, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία της.»

Άρθρο 80

Παραβιάσεις της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων Προσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 45ι του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87), προστίθεται εσωτερικό άρθρο 45ια ως εξής: «Άρθρο 45ια Παραβιάσεις της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)

1.

Σε περίπτωση παράβασης της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 45ε ή στο άρθρο 45στ οι σχετικές αρχές μπορούν να ασκούν τις ακόλουθες εξουσίες ή να λαμβάνουν τα ακόλουθα μέτρα ή να επιβάλουν τις ακόλουθες κυρώσεις:

  • α) εξουσίες για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των

εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με τα άρθρα 25 και 26,

  • β) εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 24α,
  • γ) μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 96 του

v. 4261/2014 (Α’ 107),

  • δ) μέτρα έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με το άρθρο

27,

  • ε) διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα

σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106. Οι σχετικές αρχές δύνανται επίσης να διενεργούν αξιολόγηση του κατά πόσον το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 βρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας, σύμφωνα με το άρθρο 32, 32α ή το άρθρο 33 κατά περίπτωση.

2.

Η αρμόδια αρχή και η αρχή εξυγίανσης διαβουλεύονται μεταξύ τους, κατά την άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους που αναφέρονται στην παρ. 1.»

Άρθρο 81

Υποβολή εκθέσεων - Προσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 45ια του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87), προστίθεται εσωτερικό άρθρο 45ιβ ως εξής: «Άρθρο 45ιβ Υποβολή εκθέσεων (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)

1.

Η αρχή εξυγίανσης και η αρμόδια αρχή συνεργάζονται με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), έτσι ώστε η τελευταία να υποβάλλει ετησίως έκθεση στην Επιτροπή, παρέχοντας εκτιμήσεις τουλάχιστον για τα ακόλουθα:

  • α) πώς έχει εφαρμοστεί σε εθνικό επίπεδο η απαίτηση

ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που έχει οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 45ε ή το άρθρο 45στ και ειδικότερα κατά πόσον υπήρξαν αποκλίσεις στα επίπεδα που ορίστηκαν για συγκρίσιμες οντότητες σε όλα τα κράτη μέλη,

  • β) πώς έχει ασκηθεί η εξουσία που αναφέρεται στις

παρ. 4, 5 και 7 του άρθρου 45β από την αρχή εξυγίανσης και κατά πόσον υπήρξαν αποκλίσεις κατά την άσκηση της εξουσίας αυτής μεταξύ των κρατών μελών,

  • γ) το συνολικό επίπεδο και τη σύνθεση των επιλέξιμων

υποχρεώσεων και ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων και οντοτήτων, τα ποσά των μέσων που εκδίδονται κατά τη σχετική περίοδο και τα συμπληρωματικά ποσά που είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις.

2.

Η έκθεση της παρ. 1 διαβιβάζεται στην Επιτροπή έως τις 30 Σεπτεμβρίου του ημερολογιακού έτους που έπεται του τελευταίου έτους που καλύπτεται από την έκθεση. Η πρώτη έκθεση υποβάλλεται στην Επιτροπή έως τις 30 Σεπτεμβρίου του έτους που έπεται της ημερομηνίας θέσεως σε ισχύ του παρόντος.»

Άρθρο 82

Μεταβατικές ρυθμίσεις και ρυθμίσεις μετά την εξυγίανση - Προσθήκη άρθρου μετά το εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Μετά το εσωτερικό άρθρο 45ιβ του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87), προστίθεται εσωτερικό άρθρο 45ιγ ως εξής: «Άρθρο 45ιγ Μεταβατικές ρυθμίσεις και ρυθμίσεις μετά την εξυγίανση (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)

1.

Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1 του άρθρου 45, η αρχή εξυγίανσης προσδιορίζει την κατάλληλη μεταβατική περίοδο για τη συμμόρφωση ιδρύματος ή οντό ή με απαίτηση λόγω της εφαρμογής των παρ. 4, 5 ή 7 του άρθρου 45β, κατά περίπτωση. Η προθεσμία για τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων και των οντοτήτων με τις απαιτήσεις των άρθρων 45ε ή 45στ ή με απαιτήσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή των παρ. 4, 5 ή 7 του άρθρου 45β είναι η 1η Ιανουαρίου 2024. Η αρχή εξυγίανσης καθορίζει ενδιάμεσα επίπεδα στόχων για τις απαιτήσεις των άρθρων 45ε ή 45στ ή για απαιτήσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή των παρ. 4, 5 ή 7 του άρθρου 45β, κατά περίπτωση, τα οποία πρέπει να έχουν επιτύχει έως την 1η Ιανουαρίου 2022 τα ιδρύματα ή οντότητες που αναφέρονται στις περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1. Τα επίπεδα των ενδιάμεσων στόχων διασφαλίζουν, κατά κανόνα, τη γραμμική αύξηση των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων προς την επίτευξη της απαίτησης. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να ορίσει μεταβατική περίοδο που να λήγει μετά από την 1η Ιανουαρίου 2024, όταν αυτό αιτιολογείται δεόντως και θεωρείται σκόπιμο με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στην παρ. 7, λαμβανομένων υπόψη:

  • α) της εξέλιξης της χρηματοοικονομικής κατάστασης

της οντότητας,

  • β) της προοπτικής ότι η οντότητα θα είναι σε θέση

να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των άρθρων 45ε ή 45στ ή με απαίτηση, λόγω της εφαρμογής των παρ. 4, 5 ή 7 του άρθρου 45β, σε εύλογο χρονικό διάστημα, και

  • γ) του κατά πόσον η οντότητα είναι σε θέση να αντικαταστήσει υποχρεώσεις που δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια επιλεξιμότητας ή ληκτότητας που προβλέπονται

στα άρθρα 72β και 72γ του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις αριθμ. 648/2012 (L 176), και στο άρθρο 45β ή την παρ. 2 του άρθρου 45στ, και αν αυτό δεν συμβαίνει, του κατά πόσον η αδυναμία αυτή είναι ιδιοσυγκρασιακής φύσεως ή οφείλεται σε διατάραξη στο σύνολο της αγοράς.

2.

Η προθεσμία για τη συμμόρφωση οντοτήτων με το ελάχιστο επίπεδο των απαιτήσεων των παρ. 4 ή 5 του άρθρου 45γ είναι η 1η Ιανουαρίου 2022.

3.

Τα ελάχιστα επίπεδα των απαιτήσεων που αναφέρονται στις παρ. 4 και 5 του άρθρου 45γ δεν ισχύουν εντός των δύο (2) ετών που έπονται της ημερομηνίας κατά την οποία:

  • α) η αρχή εξυγίανσης έχει εφαρμόσει την αναδιάρθρωση παθητικού, ή
  • β) η οντότητα εξυγίανσης έχει εφαρμόσει εναλλακτικό

μέτρο του ιδιωτικού τομέα που αναφέρεται στην περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 32, μέσω του οποίου κεφαλαιακά μέσα και άλλες υποχρεώσεις έχουν απομειωθεί ή μετατραπεί σε κοινές μετοχές της Κατηγορίας 1 ή έχουν ασκηθεί οι εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 59 σε σχέση με αυτή την οντότητα εξυγίανσης, προκειμένου να ανακεφαλαιοποιηθεί η οντότητα εξυγίανσης χωρίς χρήση μέτρων εξυγίανσης.

4.

Οι απαιτήσεις που αναφέρονται στις παρ. 4 και 7 του άρθρου 45β, καθώς και στις παρ. 4 και 5 του άρθρου 45γ, κατά περίπτωση, δεν εφαρμόζονται εντός της περιόδου των τριών (3) ετών που έπονται της ημερομηνίας κατά την οποία η οντότητα εξυγίανσης ή ο όμιλος του οποίου η οντότητα εξυγίανσης είναι μέλος χαρακτηρίστηκαν ως «G-SIIs», ή η οντότητα εξυγίανσης περιέρχεται στην κατάσταση που αναφέρεται στις παρ. 4 ή 5 του άρθρου 45γ.

5.

Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1 του άρθρου 45, η αρχή εξυγίανσης προσδιορίζει κατάλληλη μεταβατική περίοδο για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των άρθρων 45ε ή 45στ ή με την απαίτηση λόγω της εφαρμογής των παρ. 4, 5 ή 7 του άρθρου 45β, κατά περίπτωση, ιδρυμάτων ή οντοτήτων που αναφέρονται στις περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 στα οποία έχουν εφαρμοστεί μέτρα εξυγίανσης ή οι εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής που αναφέρονται στο άρθρο 59.

6.

Για τους σκοπούς των παρ. 1 έως 5, η αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί στο ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, προγραμματισμένη ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις για κάθε δωδεκάμηνη περίοδο κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, προκειμένου να διευκολύνεται η βαθμιαία αύξηση της ικανότητας απορρόφησης ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης της οντότητας. Κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, η ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις ισοδυναμεί με το ποσό που καθορίζεται δυνάμει των παρ. 4, 5 ή 7 του άρθρου 45β, των παρ. 4 ή 5 του άρθρου 45γ, του άρθρου 45ε ή του άρθρου 45στ, κατά περίπτωση.

7.

Κατά τον καθορισμό των μεταβατικών περιόδων, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη:

  • α) τον βαθμό στον οποίο το μοντέλο χρηματοδότησης

βασίζεται σε καταθέσεις και όχι σε χρεωστικούς τίτλους,

  • β) την πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές για επιλέξιμες

υποχρεώσεις,

  • γ) τον βαθμό στον οποίο η οντότητα εξυγίανσης χρησιμοποιεί κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1

για την εκπλήρωση της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45ε.

8.

Με την επιφύλαξη της παρ. 1, η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναθεωρήσει εν συνεχεία είτε τη μεταβατική περίοδο είτε οποιαδήποτε προγραμματισμένη ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις γνωστοποιείται δυνάμει της παρ. 6.»

Άρθρο 83

Εκτίμηση του ποσού - Tροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 46 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 18 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στο εσωτερικό άρθρο 46 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87), οι λέξεις «επιλέξιμες υποχρεώσεις» αντικαθίστανται από τις λέξεις «υποχρεώσεις που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού» και το εσωτερικό άρθρο 46 του άρθρου 2 διαμορφώνεται ως εξής: 2014/59/ΕΕ)

1.

Κατά την εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί βάσει της αποτίμησης που προβλέπεται στο άρθρο 36 σωρευτικά τα ακόλουθα:

  • α) κατά περίπτωση, το ποσό κατά το οποίο πρέπει να

απομειωθούν οι υποχρεώσεις που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η διαφορά αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του υπό εξυγίανση ιδρύματος είναι ίση με το μηδέν, και

  • β) κατά περίπτωση, το ποσό κατά το οποίο οι υποχρεώσεις που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού πρέπει

να μετατραπούν σε μετοχές ή άλλου είδους κεφαλαιακά μέσα προκειμένου να αποκατασταθεί ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 είτε του υπό εξυγίανση ιδρύματος είτε του μεταβατικού ιδρύματος.

2.

Με την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παρ. 1 προσδιορίζεται το ποσό κατά το οποίο χρειάζεται να απομειωθούν ή να μετατραπούν οι υποχρεώσεις που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού, προκειμένου να αποκατασταθεί ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του υπό εξυγίανση ιδρύματος ή, να καθοριστεί, κατά περίπτωση, ο εν λόγω δείκτης για το μεταβατικό ίδρυμα, λαμβάνοντας υπόψη τη συνεισφορά του Ταμείου Εξυγίανσης σύμφωνα με την περίπτωση δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 96, τη διατήρηση της εμπιστοσύνης της αγοράς στο υπό εξυγίανση ή το μεταβατικό ίδρυμα και την παροχή της δυνατότητας σε αυτό να εξακολουθήσει να πληροί τις προϋποθέσεις της άδειας λειτουργίας και να συνεχίσει την άσκηση των δραστηριοτήτων για τις οποίες έχει λάβει άδεια με βάση τον v. 4261/2014 ή τον v. 3606/2007 τουλάχιστον για ένα (1) έτος. Αν η αρχή εξυγίανσης προτίθεται να χρησιμοποιήσει το διαχωρισμό περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 42, για τον υπολογισμό του ποσού κατά το οποίο χρειάζεται να μειωθούν οι υποχρεώσεις που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού λαμβάνει δεόντως υπόψη μια συντηρητική εκτίμηση των κεφαλαιακών αναγκών της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.

3.

Εφόσον τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα έχουν απομειωθεί σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62 και έχει εφαρμοστεί η αναδιάρθρωση παθητικού σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 43, και το επίπεδο απομείωσης, το οποίο βασίζεται στην προσωρινή αποτίμηση του άρθρου 36, υπερβαίνει τις απαιτήσεις που καθορίστηκαν με την οριστική αποτίμηση της παραγράφου 9 του άρθρου 36, η αρχή εξυγίανσης τροποποιεί τις αποφάσεις της περί απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και περί αναδιάρθρωσης παθητικού, εάν και στο μέτρο που η τροποποίηση είναι αναγκαία, ώστε οι αποφάσεις να συνάδουν με την οριστική αποτίμηση. Η τροποποίηση αυτή μπορεί να συνίσταται σε περιορισμό του ποσού, κατά το οποίο οι μετοχές ή άλλοι τίτλοι ιδιοκτησίας ή σχετικά κεφαλαιακά μέσα ή υποχρεώσεις που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού απομειώνονται ή μετατρέπονται, ή σε αναπροσαρμογή του συντελεστή μετατροπής με την έννοια του άρθρου 50.

4.

Η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι η αξιολόγηση και η αποτίμηση βασίζονται σε όσο το δυνατόν πιο πρόσφατες και πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία του ενεργητικού και τις υποχρεώσεις του υπό εξυγίανση ιδρύματος.»

Άρθρο 84

Μεταχείριση των μετόχων σε περιπτώσεις αναδιάρθρωσης παθητικού ή απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 47 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 19 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στην παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 47 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87), οι λέξεις «επιλέξιμων υποχρεώσεων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «υποχρεώσεων που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Κατά την εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 43 ή την απομείωση ή μετατροπή κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με το άρθρο 59, η αρχή εξυγίανσης προβαίνει έναντι των μετόχων και των κατόχων άλλων τίτλων ιδιοκτησίας σε μία ή και στις δύο από τις ακόλουθες ενέργειες:

  • α) ακυρώνει τις υφιστάμενες μετοχές ή τους άλλους

τίτλους ιδιοκτησίας ή τα μεταβιβάζει σε πιστωτές που έχουν ποστεί την αναδιάρθρωση παθητικού,

  • β) υπό την προϋπόθεση ότι, βάσει της αποτίμησης που

διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 36, το υπό εξυγίανση ίδρυμα έχει θετική καθαρή θέση, απομειώνει το ποσοστό συμμετοχής (dilution) των υφιστάμενων μετόχων και κατόχων άλλων τίτλων ιδιοκτησίας μέσω της μετατροπής σε μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας:

  • αα) των σχετικών κεφαλαιακών μέσων που έχουν εκδοθεί από το ίδρυμα, βάσει της εξουσίας της παραγράφου 9 του άρθρου 59, ή
  • ββ) των υποχρεώσεων που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού που έχει εκδώσει το υπό εξυγίανση

ίδρυμα, σύμφωνα με την εξουσία της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 63. Όσον αφορά την περίπτωση β’ ανωτέρω, η μετατροπή γίνεται με συντελεστή που απομειώνει σημαντικά το ποσοστό συμμετοχής (dilution) των υφιστάμενων μετόχων ή κατόχων άλλων τίτλων ιδιοκτησίας.»

Άρθρο 85

Αποτέλεσμα των ενεργειών της απομείωσης και της μετατροπής σε περίπτωση αναδιάρθρωσης παθητικού - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 48 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 20 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στο εσωτερικό άρθρο 48 του άρθρου 2 του v. 4335/ 2015 (Α’ 87), αντικαθίσταται η περ. ε’ της παρ. 1, στην παρ. 2 οι λέξεις «επιλέξιμων υποχρεώσεων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «υποχρεώσεων που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού», προστίθεται παρ. 6 και το εσωτερικό άρθρο 48 του άρθρου 2 διαμορφώνεται ως εξής: της μετατροπής σε περίπτωση αναδιάρθρωσης παθητικού (άρθρο 48 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)

1.

Η αρχή εξυγίανσης όταν εφαρμόζει την αναδιάρθρωση παθητικού ασκεί τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής, με την επιφύλαξη ενδεχόμενων εξαιρέσεων δυνάμει των παρ. 2 έως 5 του άρθρου 44, τηρώντας τα ακόλουθα:

  • α) μειώνει τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της

Κατηγορίας 1, σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 60,

  • β) εφόσον η συνολική μείωση, σύμφωνα με την περ. α)

ανωτέρω, είναι μικρότερη από το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στις περ. β’ και γ’ της παρ. 3 του άρθρου 47 μειώνει την αξία των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 στον βαθμό που απαιτείται και είναι δυνατόν,

  • γ) εφόσον η συνολική μείωση σύμφωνα με τις περ. α’

και β’ ανωτέρω είναι μικρότερη από το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στις περ. β’ και γ’ της παρ. 3 του άρθρου 47 μειώνει την αξία των μέσων της Κατηγορίας 2 στον βαθμό που απαιτείται και είναι δυνατόν,

  • δ) εφόσον η συνολική μείωση των μετοχών ή άλλων

τίτλων ιδιοκτησίας και σχετικών κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με τις περ. α’, β’και γ’ ανωτέρω είναι μικρότερη από το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στις περ. β’ και γ’ της παρ. 3 του άρθρου 47 μειώνει στον βαθμό που απαιτείται την αξία των υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης που δεν είναι αποδεκτές ως πρόσθετα μέσα της Κατηγορίας 1 ή της Κατηγορίας 2, σύμφωνα με την ιεράρχηση των απαιτήσεων στις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, σε συνδυασμό με την απομείωση σύμφωνα με τις περ. α’, β’και γ’ ανωτέρω ώστε να προκύψει το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στις περ. β’και γ’ της παρ. 3 του άρθρου 47,

  • ε) εάν, και μόνον εάν, η συνολική μείωση των μετοχών

ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και των υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεων σύμφωνα με τις περ. α’ έως δ’, είναι μικρότερη από το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στις περ. β’ και γ’ της παρ. 3 του άρθρου 47, η αρχή εξυγίανσης απομειώνει στον απαιτούμενο βαθμό την αξία, ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο, των λοιπών υποχρεώσεων που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού, συμπεριλαμβανομένων των χρεωστικών μέσων της περ. (ι) της παρ. 1 του άρθρου 145α του v. 4261/2014 (Α’ 107), βάσει της κατάταξης των απαιτήσεων στις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένης της διαβάθμισης των καταθέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 44, σε συνδυασμό με την απομείωση σύμφωνα με τις περ. α’ έως δ’ της παρούσας, ώστε να προκύψει το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στις περ. β’ και γ’ της παρ. 3 του άρθρου 47.

2.

Όταν εφαρμόζει τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής, η αρχή εξυγίανσης επιμερίζει τις ζημίες, οι οποίες αποτυπώνονται στο άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στις περ. β’ και γ’ της παρ. 3 του άρθρου 47, εξίσου μεταξύ των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας και των υποχρεώσεων που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού ιδίας τάξεως, μειώνοντας την αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο των εν λόγω μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας και των υποχρεώσεων που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού στον ίδιο βαθμό αναλογικά με την αξία τους, όπως προσδιορίζεται κατά το άρθρο 36, εκτός εάν, επιτρέπεται διαφορετικός επιμερισμός ζημιών μεταξύ των υποχρεώσεων ιδίας τάξεως για τις περιπτώσεις που καθορίζονται στην παρ. 6 του άρθρου 44. Η παρούσα δεν εμποδίζει υποχρεώσεις που έχουν εξαιρεθεί από την εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού σύμφωνα με τις παρ. 2 έως 5 του άρθρου 44 να έχουν ευνοϊκότερη μεταχείριση από επιλέξιμες υποχρεώσεις ιδίας τάξεως κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

3.

Πριν εφαρμοστεί η μείωση ή η μετατροπή που αναφέρεται στην περ. ε’ της παρ. 1, η αρχή εξυγίανσης μετατρέπει ή μειώνει την αξία των μέσων που αναφέρονται στις περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 1 όταν τα μέσα αυτά δεν έχουν ήδη μετατραπεί και περιλαμβάνουν τους εξής όρους:

  • α) ρήτρα που προβλέπει τη μείωση της αξίας του μέσου σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος που επηρεάζει

τη χρηματοοικονομική κατάσταση, τη φερεγγυότητα ή τα επίπεδα των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 ή

  • β) ρήτρα που προβλέπει τη μετατροπή των μέσων

σε μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας σε περίπτωση επέλευσης τέτοιου γεγονότος.

4.

Σε περίπτωση που έχει μειωθεί η αξία του μέσου, αλλά δεν έχει μηδενιστεί, σύμφωνα με ρήτρες της περ. α’ της παρ. 3, πριν από την εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού, όπως ορίζεται στην παρ. 1, η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής στο εναπομένον ποσό αυτού του μέσου, σύμφωνα με την παρ. 1.

5.

Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με την απομείωση ή τη μετατροπή των υποχρεώσεων σε Μετοχικό Κεφάλαιο, η αρχή εξυγίανσης δεν μετατρέπει μία κατηγορία υποχρεώσεων αν άλλη κατηγορία υποχρεώσεων χαμηλότερης κατάταξης εξακολουθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της να μην έχει μετατραπεί σε μετοχές ή απομειωθεί, εκτός αν επιτρέπεται άλλως σύμφωνα με τις παρ. 2 έως 5 του άρθρου 44.

6.

Για τις οντότητες που αναφέρονται στις περ. α’ έως δ’ του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1, το σύνολο των απαιτήσεων που προκύπτουν από στοιχεία ιδίων κεφαλαίων, έχουν χαμηλότερη κατάταξη από οποιαδήποτε απαίτηση δεν προκύπτει από στοιχείο ιδίων κεφαλαίων, βάσει της κατάταξης των απαιτήσεων στις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, στον βαθμό που ένα μέσο έχει μόνο εν μέρει αναγνωριστεί ως στοιχείο ιδίων κεφαλαίων, το σύνολο του μέσου αντιμετωπίζεται ως απαίτηση που προκύπτει από στοιχείο ιδίων κεφαλαίων και κατατάσσεται χαμηλότερα από οποιαδήποτε απαίτηση δεν προκύπτει από στοιχείο ιδίων κεφαλαίων.» παθητικού - Αντικατάσταση του εσωτερικού άρθρου 55 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 21 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Το εσωτερικό άρθρο 55 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 55 παθητικού (παρ. 21 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)

1.

Τα ιδρύματα και οι οντότητες που αναφέρονται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 περιλαμβάνουν συμβατικό όρο με τον οποίο ο πιστωτής ή το μέρος της συμφωνίας ή του μέσου που δημιουργεί την υποχρέωση, αναγνωρίζει ότι η εν λόγω υποχρέωση ενδέχεται να αποτελέσει αντικείμενο των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής και συμφωνεί να δεσμεύεται από κάθε μείωση της αξίας του ποσού κεφαλαίου ή του οφειλόμενου ανεξόφλητου ποσού, μετατροπή ή ακύρωση, που πραγματοποιείται από την άσκηση των εν λόγω εξουσιών από μια αρχή εξυγίανσης, υπό τον όρο ότι η εν λόγω υποχρέωση πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) δεν εξαιρείται δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 44,
  • β) δεν αποτελεί κατάθεση, όπως αυτή αναφέρεται

στην υποπερ. ββ’ της περ. ε’ της παρ. 1 του άρθρου 145α του v. 4261/2014 (Α’ 107),

  • γ) διέπεται από τη νομοθεσία τρίτης χώρας, και
  • δ) εκδίδεται ή αναλαμβάνεται μετά την έναρξη ισχύος

της παρούσας. Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αποφασίσει ότι η υποχρέωση του πρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζεται σε ιδρύματα ή οντότητες στα οποία η απαίτηση της παρ. 1 του άρθρου 45 ισούται με το ποσό της απορρόφησης ζημιών, όπως ορίζεται δυνάμει της περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 45γ, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις που πληρούν τους όρους που αναφέρονται στις περ. α’ έως δ’ και που δεν περιλαμβάνουν τον συμβατικό όρο που αναφέρεται στο εν λόγω εδάφιο δεν συνυπολογίζονται στην απαίτηση αυτή. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει ότι οι υποχρεώσεις ή τα μέσα του πρώτου εδαφίου μπορούν να υπαχθούν στις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής της, σύμφωνα με το δίκαιο τρίτης χώρας ή σύμφωνα με δεσμευτική συμφωνία που έχει συναφθεί με την εν λόγω τρίτη χώρα.

2.

Όταν ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 καταλήξει στη διαπίστωση ότι είναι νομικά ή άλλως ανέφικτο να συμπεριληφθεί στη σύμβαση, που διέπει μια σχετική υποχρέωση, ο όρος που απαιτείται σύμφωνα με την παρ. 1, το εν λόγω ίδρυμα ή οντότητα κοινοποιεί τη διαπίστωσή του στην αρχή εξυγίανσης, προσδιορίζοντας παράλληλα την κατηγορία στην οποία εμπίπτει η υποχρέωση και αιτιολογώντας την εν λόγω διαπίστωση. Το ίδρυμα ή η οντότητα παρέχει στην αρχή εξυγίανσης κάθε πληροφορία την οποία η αρχή εξυγίανσης ζητά εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την παραλαβή της κοινοποίησης, προκειμένου η αρχή εξυγίανσης να αξιολογήσει την επίπτωση της εν λόγω κοινοποίησης στη δυνατότητα εξυγίανσης του εν λόγω ιδρύματος ή οντότητας. Εφόσον λάβει χώρα η κοινοποίηση δυνάμει του πρώτου εδαφίου της παρούσας, η υποχρέωση να συμπεριληφθεί στη σύμβαση όρος που απαιτείται σύμφωνα με την παρ. 1 αναστέλλεται αυτοδίκαια από τη λήψη της κοινοποίησης από την αρχή εξυγίανσης. Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης καταλήξει στη διαπίστωση ότι δεν είναι ανέφικτο, από νομική ή άλλη άποψη, να συμπεριληφθεί στη σύμβαση ο όρος που απαιτείται σύμφωνα με την παρ. 1, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να διασφαλιστεί η δυνατότητα εξυγίανσης του ιδρύματος ή της οντότητας, ζητά, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την κοινοποίηση του πρώτου εδαφίου, τη συμπερίληψη ενός τέτοιου συμβατικού όρου. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί, επιπροσθέτως, να απαιτήσει από το ίδρυμα ή την οντότητα να τροποποιήσει τις πρακτικές του/της όσον αφορά στην εφαρμογή της εξαίρεσης από τη συμβατική αναγνώριση της αναδιάρθρωσης παθητικού. Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας δεν περιλαμβάνουν πρόσθετα μέσα της Κατηγορίας 1, μέσα της Κατηγορίας 2 και χρεωστικά μέσα που αναφέρονται στην υποπερ. β της περ. 110 της παρ. 1 του άρθρου 2, όπου τα εν λόγω μέσα είναι μη εξασφαλισμένες υποχρεώσεις. Επιπλέον, οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας είναι ανώτερης εξοφλητικής προτεραιότητας από τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην περ. (ι) της παρ. 1 του άρθρου 145α του v. 4261/2014. Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης ιδρύματος ή οντότητας που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24, ή σε οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή, διαπιστώσει ότι, εντός μιας κατηγορίας υποχρεώσεων η οποία περιλαμβάνει επιλέξιμες υποχρεώσεις, το ποσό των υποχρεώσεων που, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας, δεν περιλαμβάνουν τον συμβατικό όρο που αναφέρεται στην παρ. 1, μαζί με τις υποχρεώσεις που εξαιρούνται από την εφαρμογή του εργαλείου της αναδιάρθρωσης παθητικού, σύμφωνα με τις παρ. 2 έως 4 του άρθρου 44 ή που είναι πιθανόν να εξαιρεθούν σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 44, υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού της εν λόγω κατηγορίας, αξιολογεί αμέσως τις επιπτώσεις αυτού του δεδομένου στη δυνατότητα εξυγίανσης του εν λόγω ιδρύματος ή οντότητας, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων στη δυνατότητα εξυγίανσης που απορρέουν από τον κίνδυνο να πληγούν οι διασφαλίσεις των πιστωτών, όπως προβλέπονται στο άρθρο 73 όταν εφαρμόζονται οι εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής σε επιλέξιμες υποχρεώσεις. Σε περίπτωση που, με βάση την εκτίμηση που αναφέρεται στο πέμπτο εδάφιο της παρούσας, η αρχή εξυγίανσης καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι υποχρεώσεις οι οποίες, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, δεν περιλαμβάνουν τον συμβατικό όρο που αναφέρεται στην παρ. 1, στο άρθρο 25, όπως αρμόζει, ώστε να αρθεί το εν λόγω εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης. Υποχρεώσεις, στη σύμβαση των οποίων, το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 δεν έχει συμπεριλάβει τον όρο που απαιτείται σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος ή για τις οποίες, σύμφωνα με την παρούσα, η εν λόγω απαίτηση δεν εφαρμόζεται, δεν υπολογίζονται για την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων.

3.

Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να απαιτεί από τα ιδρύματα και τις οντότητες που αναφέρονται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 να παρέχουν στις αρχές νομική γνωμοδότηση σχετικά με την εκτελεστότητα και την αποτελεσματικότητα του συμβατικού όρου που αναφέρεται στην παρ. 1.

4.

Αν ένα ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 δεν συμπεριλάβει στη σύμβαση που διέπει μια σχετική υποχρέωση, όρο που απαιτείται σύμφωνα με την παρ. 1, αυτό δεν εμποδίζει την αρχή εξυγίανσης να ασκήσει τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής όσον αφορά στην εν λόγω υποχρέωση.

5.

Η αρχή εξυγίανσης καθορίζει, όπου κρίνει αναγκαίο, τις κατηγορίες υποχρεώσεων για τις οποίες ένα ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, μπορεί να καταλήξει στη διαπίστωση ότι είναι ανέφικτο, από νομική ή άλλη άποψη, να συμπεριλάβει τον συμβατικό όρο που αναφέρεται στην παρ. 1, βάσει των προϋποθέσεων που περιλαμβάνονται στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που εκδίδονται σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 55 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ (L 173).»

Άρθρο 87

Μέτρα δημόσιας χρηματοπιστωτικής σταθεροποίησης - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 56 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 Στην περ. β’ της παρ. 2 του εσωτερικού άρθρου 56 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87), οι λέξεις «επιλέξιμων υποχρεώσεων» αντικαθίστανται με τις λέξεις «υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Για την εφαρμογή της παρ. 1 πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) το ίδρυμα ή η οντότητα πληροί τις προϋποθέσεις

εξυγίανσης της παρ. 1 του άρθρου 32,

  • β) οι μέτοχοι, οι κάτοχοι άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, οι

κάτοχοι σχετικών κεφαλαιακών μέσων και οι κάτοχοι άλλων υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού έχουν συνεισφέρει, μέσω απομείωσης, μετατροπής ή με άλλο τρόπο, στην απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση με ποσό που ισοδυναμεί τουλάχιστον στο 8% των συνολικών υποχρεώσεων συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, μετρούμενων κατά τον χρόνο της ενέργειας εξυγίανσης σύμφωνα με την αποτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 36, και

  • γ) έχει χορηγηθεί προηγούμενη και τελική έγκριση της

Ευρωπαϊκής Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 107 της ΣΛΕΕ για τους κανόνες της περί κρατικών ενισχύσεων για τη χρήση του επιλεγμένου μέτρου.»

Άρθρο 88

Αντικατάσταση του τίτλου του Κεφαλαίου ΙΑ’ του v. 4335/2015 (παρ. 22 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Ο τίτλος του Κεφαλαίου ΙΑ’ του άρθρου 2 του ν. 4335/ 2015 (Α’ 87) αντικαθίσταται και διαμορφώνεται εξής: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ’ ΑΠΟΜΕΙΩΣΗ Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΛΕΞΙΜΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ»

Άρθρο 89

Απαίτηση για την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 59 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 23 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στο εσωτερικό άρθρο 59 του άρθρου 2 του v. 4335/ 2015 (Α’ 87) αντικαθίστανται ο τίτλος και η παρ. 1, προστίθενται παρ. 1α και 1β, αντικαθίστανται το εισαγωγικό εδάφιο και οι περ. α’ και β’ της παρ. 2, αντικαθίσταται περ. β στην παρ. 3, αντικαθίστανται το πρώτο εδάφιο της παρ. 9 και οι περ. α’ και β’ της παρ. 10, και το εσωτερικό άρθρο 59 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 59 Απαίτηση για την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (άρθρο 59 της Οδηγίας 2014/59/ ΕΕ)1. Η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων μπορεί να ασκείται:

  • α) είτε ανεξάρτητα από τις ενέργειες εξυγίανσης,
  • β) είτε σε συνδυασμό με ενέργεια εξυγίανσης, όταν

πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης που καθορίζονται στα άρθρα 32, 32α ή 33. Όταν τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα και οι επιλέξιμες υποχρεώσεις έχουν αγοραστεί από την οντότητα εξυγίανσης έμμεσα, μέσω άλλων οντοτήτων του ίδιου ομίλου εξυγίανσης, η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής των εν λόγω σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων ασκείται από κοινού με την άσκηση της ίδιας εξουσίας στο επίπεδο της μητρικής επιχείρησης της οικείας οντότητας ή στο επίπεδο άλλων μητρικών επιχειρήσεων οι οποίες δεν είναι οντότητες εξυγίανσης, ώστε οι ζημίες πράγματι να μεταβιβάζονται και να επιτυγχάνεται η ανακεφαλαιοποίηση της οικείας οντότητας από την οντότητα εξυγίανσης. Μετά την άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων ανεξάρτητα από ενέργεια εξυγίαν 1α. Η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής επιλέξιμων υποχρεώσεων, ανεξάρτητα από ενέργεια εξυγίανσης, μπορεί να ασκηθεί μόνο σε σχέση με επιλέξιμες υποχρεώσεις που πληρούν τους όρους που αναφέρονται στην περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 45στ, εκτός από τον όρο που σχετίζεται με την εναπομένουσα ληκτότητα των υποχρεώσεων, όπως ορίζεται από την παρ. 1 του άρθρου 72γ του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (L 176). Κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας, η απομείωση ή η μετατροπή πραγματοποιείται σύμφωνα με την αρχή που αναφέρεται στην περ. ζ’ της παρ. 1 του άρθρου 34. 1β. Όταν αναλαμβάνεται ενέργεια εξυγίανσης έναντι οντότητας εξυγίανσης ή, σε εξαιρετικές περιστάσεις κατά παρέκκλιση από το σχέδιο εξυγίανσης, έναντι οντότητας που δεν είναι οντότητα εξυγίανσης, το ποσό που μειώνεται, απομειώνεται ή μετατρέπεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 60 στο επίπεδο της εν λόγω οντότητας συνυπολογίζεται στα όρια που καθορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 56 και στην περ. α’ της παρ. 9 του άρθρου 44 ή στην περ. α’ της παρ. 12 του άρθρου 44 που εφαρμόζονται στην οικεία οντότητα.

2.

Η αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία απομείωσης ή μετατροπής, σύμφωνα με το άρθρο 60 και χωρίς καθυστέρηση, αναφορικά με τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα και τις αναφερόμενες στην παρ. 1α επιλέξιμες υποχρεώσεις που έχουν εκδοθεί από ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, όταν πληρούνται μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) έχει διαπιστωθεί, πριν από την ανάληψη οποιασδήποτε ενέργειας εξυγίανσης, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης του άρθρου 32, 32α ή 33, ή
  • β) η οικεία αρχή διαπιστώνει ότι εάν δεν ασκηθεί η

εν λόγω εξουσία αναφορικά με τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα και τις αναφερόμενες στην παρ. 1α επιλέξιμες υποχρεώσεις, το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 θα παύσει να είναι βιώσιμο,

  • γ) στην περίπτωση κεφαλαιακών μέσων που έχουν

εκδοθεί από θυγατρικό ίδρυμα και τα οποία αναγνωρίζονται στον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατομική και σε ενοποιημένη βάση, και τόσο η ενδεδειγμένη αρχή του κράτους μέλους της αρχής ενοποιημένης εποπτείας όσο και η ενδεδειγμένη αρχή του κράτους μέλους του θυγατρικού ιδρύματος διαπιστώνουν με κοινή απόφαση σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 89 ότι, εάν δεν ασκηθεί η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής στα εν λόγω μέσα, ο όμιλος θα παύσει να είναι βιώσιμος,

  • δ) στην περίπτωση κεφαλαιακών μέσων που έχουν

εκδοθεί από τη μητρική επιχείρηση και τα οποία αναγνωρίζονται στον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατομική βάση στο επίπεδο της μητρικής επιχείρησης ή σε ενοποιημένη βάση, και η ενδεδειγμένη αρχή του κράτους μέλους της αρχής ενοποιημένης εποπτείας διαπιστώνει ότι, εάν δεν ασκηθούν οι εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής στα εν λόγω μέσα, ο όμιλος θα παύσει να είναι βιώσιμος,

  • ε) απαιτείται έκτακτη δημόσια χρηματοοικονομική

στήριξη για το ίδρυμα ή την οντότητα των περ. β’ γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που προβλέπονται στην υποπερ. γγ’ της περ. δ’ της παρ. 3 του άρθρου 32.

3.

Για τους σκοπούς της παρ. 2, ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 ή ένας όμιλος θεωρούνται ότι παύουν να είναι βιώσιμα μόνο όταν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’,

γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 ή ο όμιλος τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας, και σχετικές περιστάσεις, δεν προσδοκάται εύλογα ότι εναλλακτικά μέτρα προερχόμενα από τον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων του Θ.Σ.Π., ή ενέργειες της αρμόδιας αρχής ή της αρχής εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης ή της απομείωσης ή της μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, σύμφωνα με την παρ. 2 ή των αναφερόμενων στην παρ. 1α επιλέξιμων υποχρεώσεων, σύμφωνα με την παρ. 2, θα αποτρέψουν την αφερεγγυότητα του ιδρύματος ή του ομίλου εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.

4.

Για τους σκοπούς της περ. α’ της παρ. 3, ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 θεωρείται ότι τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας όταν ισχύουν μία ή περισσότερες από τις περιστάσεις που προσδιορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 32.

5.

Για τους σκοπούς της περ. α’ της παρ. 3, ένας όμιλος θεωρείται ότι τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας όταν παραβιάζει, ή όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι πρόκειται να παραβιάσει στο εγγύς μέλλον, τις απαιτήσεις ενοποιημένης εποπτείας κατά τρόπον που θα δικαιολογούσε την ανάληψη δράσης από την αρμόδια αρχή, μεταξύ άλλων διότι ο όμιλος έχει υποστεί ή είναι πιθανό να υποστεί ζημίες οι οποίες θα αναλώσουν το σύνολο ή σημαντικό μέρος των ιδίων κεφαλαίων του.

6.

Σχετικό κεφαλαιακό μέσο που έχει εκδοθεί από θυγατρική δεν απομειώνεται σε μεγαλύτερη έκταση ούτε μετατρέπεται υπό δυσμενέστερους όρους, σύμφωνα με την περ. γ’της παρ. 2, σε σχέση με τα ίδιας κατηγορίας κεφαλαιακά μέσα στο επίπεδο της μητρικής επιχείρησης.

7.

Πριν καταλήξει στη διαπίστωση της περ. γ’ της παρ. 2 όσον αφορά θυγατρική, που εκδίδει σχετικά κεφαλαιακά μέσα που αναγνωρίζονται στον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατομική και σε ενοποιημένη βάση, η ενδεδειγμένη αρχή ακολουθεί τη διαδικασία του άρθρου 62. ή να μετατρέπει τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παρ. 1α σε μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας των ιδρυμάτων και των οντοτήτων που ορίζονται στις περ. β’, γ’, και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1. Οι εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής ασκούνται από την αρχή εξυγίανσης χωρίς καθυστέρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 60 και μετά την πλήρωση των προϋποθέσεων της παρ. 3.

10.

Πριν ασκήσει τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής των κεφαλαιακών μέσων, η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι διενεργείται, σύμφωνα με το άρθρο 36, αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή της οντότητας των περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1. Η αποτίμηση αυτή αποτελεί τη βάση υπολογισμού:

  • α) της απομείωσης που πρόκειται να εφαρμοστεί στα

σχετικά κεφαλαιακά μέτρα ή τις επιλέξιμες υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παρ. 1α, προκειμένου να απορροφηθούν ζημίες, καθώς και,

  • β) του βαθμού μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών

μέσων ή υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παρ. 1α με σκοπό την ανακεφαλαιοποίηση του ιδρύματος ή της οντότητας των περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1.»

Άρθρο 90

Διατάξεις που αφορούν την απομείωση ή μετατροπή των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 60 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 24 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στο εσωτερικό άρθρο 60 του άρθρου 2 του v. 4335/ 2015 (Α’ 87), αντικαθίσταται ο τίτλος του άρθρου, προστίθεται περ. δ’ στην παρ. 1, αντικαθίστανται η παρ. 2, το εισαγωγικό μέρος και η περ. δ’ της παρ. 3, και το εσωτερικό άρθρο 60 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 60 Διατάξεις που αφορούν την απομείωση ή μετατροπή των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (άρθρο 60 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)

1.

Κατά τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του άρθρου 59, η αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία απομείωσης ή μετατροπής βάσει της κατάταξης των απαιτήσεων κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, και με τέτοιον τρόπο ώστε να επιτευχθούν τα ακόλουθα αποτελέσματα:

  • α) πρώτα υφίστανται μείωση τα στοιχεία κεφαλαίου

κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 κατ’ αναλογία προς τις ζημίες και στα όρια των δυνατοτήτων τους και η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε μία ή αμφότερες τις ενέργειες της παρ. 1 του άρθρου 47 έναντι των κατόχων μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1,

  • β) στη συνέχεια και εφόσον απαιτείται, τα πρόσθετα

μέσα της Κατηγορίας 1 απομειώνονται ή μετατρέπονται, ή απομειώνονται και μετατρέπονται σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, στον βαθμό που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης του άρθρου 31 ή στα όρια των δυνατοτήτων των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, όποιο είναι χαμηλότερο,

  • γ) στη συνέχεια και εφόσον απαιτείται, τα μέσα της

Κατηγορίας 2 απομειώνονται ή μετατρέπονται, ή απομειώνονται και μετατρέπονται σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 στον βαθμό που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης του άρθρου 31 ή στα όρια των δυνατοτήτων των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, όποιο είναι χαμηλότερο.

  • δ) το ποσό κεφαλαίου των επιλέξιμων υποχρεώσεων

που αναφέρονται στην παρ. 1α του άρθρου 59 απομειώνεται ή μετατρέπεται σε μέσα κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 ή και αμφότερα, στο κατά περίπτωση χαμηλότερο από τα ακόλουθα: είτε όσο απαιτείται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης, όπως ορίζονται στο άρθρο 31, είτε μέχρι εξαντλήσεως των σχετικών επιλέξιμων υποχρεώσεων.

2.

Σε περίπτωση που απομειώνεται η αξία ενός σχετικού κεφαλαιακού μέσου ή μιας επιλέξιμης υποχρέωσης που αναφέρεται στην παρ. 1α του άρθρου 59:

  • α) η μείωση της εν λόγω αξίας είναι μόνιμη, με την

επιφύλαξη τυχόν ανατίμησης βάσει της παρ. 3 του άρθρου 46,

  • β) δεν υφίσταται πλέον καμία υποχρέωση έναντι του

κατόχου του σχετικού κεφαλαιακού μέσου ή της επιλέξιμης υποχρέωσης που αναφέρεται στην παρ. 1α του άρθρου 59 δυνάμει της αξίας ή σε σχέση με την αξία του μέσου που απομειώθηκε, εκτός των ήδη δεδουλευμένων υποχρεώσεων και τυχόν υποχρέωσης αποζημίωσής του λόγω παράνομης άσκησης της εξουσίας απομείωσης,

  • γ) καμία αποζημίωση δεν καταβάλλεται στους κατόχους των σχετικών κεφαλαιακών μέσων ή των επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παρ. 1α του

άρθρου 59, πλην των περιπτώσεων της παρ. 3.

3.

Προκειμένου να πραγματοποιηθεί η μετατροπή των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παρ. 1α του άρθρου 59 σύμφωνα με τις περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 1, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να απαιτεί από τα ιδρύματα και τις οντότητες που αναφέρονται στις περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 την έκδοση μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 προς τους κατόχους των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και των εν λόγω επιλέξιμων υποχρεώσεων. Η μετατροπή των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και των εν λόγω υποχρεώσεων είναι δυνατή μόνο εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) τα εν λόγω μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της

Κατηγορίας 1 εκδίδονται με τη σύμφωνη γνώμη της αρχής εξυγίανσης του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 ή, κατά περίπτωση, της αρχής εξυγίανσης της μητρικής επιχείρησης,

  • β) τα εν λόγω μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της

Κατηγορίας 1 εκδίδονται πριν από κάθε έκδοση μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας από το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1

  • γ) τα εν λόγω μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της

Κατηγορίας 1 αποδίδονται και μεταβιβάζονται χωρίς καθυστέρηση μετά την άσκηση της εξουσίας μετατροπής,

  • δ) ο συντελεστής μετατροπής που προσδιορίζει τον

αριθμό των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 που διατίθενται για κάθε σχετικό κεφαλαιακό μέσο ή κάθε επιλέξιμη υποχρέωση που αναφέρεται στην παρ. 1α του άρθρου 59 είναι σύμφωνος με το άρθρο 50 και τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές που καταρτίζει η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (Ε.Α.Τ.) σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 50 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ (L 173).

4.

Όταν ένα ίδρυμα πληροί τις προϋποθέσεις για εξυγίανση και η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εφαρμόσει ένα μέτρο εξυγίανσης, τότε απαιτείται η προηγούμενη εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 59.»

Άρθρο 91

Αρχές αρμόδιες για την εφαρμογή περιπτώσεων του άρθρου 59 - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 61 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 25 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στο εσωτερικό άρθρο 61 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (Α’ 87) προστίθεται παρ. 3 και το εσωτερικό άρθρο 61 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 61 Αρχές αρμόδιες για την εφαρμογή περιπτώσεων του άρθρου 59 (άρθρο 61 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)

1.

Ενδεδειγμένη αρχή για την Ελλάδα για την εφαρμογή των περ. β’, γ’, δ’ και ε’ της παρ. 2 του άρθρου 59 είναι η αρμόδια αρχή, ή η αρχή που έχει καθορισθεί στο εθνικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 2 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

2.

Στην περίπτωση που τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα εκδίδονται από ίδρυμα ή οντότητα, όπως ορίζονται στις περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 που είναι θυγατρική και περιλαμβάνονται στον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατομική ή σε ενοποιημένη βάση, η αρχή που είναι αρμόδια να προβαίνει στις διαπιστώσεις που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 59 είναι η ακόλουθη:

  • α) η ενδεδειγμένη αρχή του κράτους μέλους όπου είναι

εγκατεστημένο το ίδρυμα ή η οντότητα των περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 που εξέδωσε τα εν λόγω μέσα, σύμφωνα με τα άρθρα 8 έως 10, 12 έως 14 και 16 έως 28 του v. 4261/2014 και τα άρθρα 9 έως 35 του v. 3606/2007, είναι αρμόδια να προβαίνει στις διαπιστώσεις που αναφέρονται στην περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 59,

  • β) η ενδεδειγμένη αρχή του κράτους μέλους ενοποιημένης εποπτείας και η ενδεδειγμένη αρχή του κράτους

μέλους όπου είναι εγκατεστημένο το ίδρυμα ή η οντότητα των περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 που εξέδωσε τα εν λόγω μέσα, σύμφωνα με τα άρθρα 8 έως 10, 12 έως 14 και 16 έως 28 του v. 4261/2014, είναι αρμόδιες να προβαίνουν στην κοινή διαπίστωση που λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης και αναφέρεται στην περ. γ’ της παρ. 2 του άρθρου 59.

3.

Ενδεδειγμένη αρχή για την Ελλάδα για την εφαρμογή των περ. β’, γ’, δ’ και ε’ της παρ. 2 του άρθρου 59, σε περίπτωση που τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα ή επιλέξιμες υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παρ. 1α του άρθρου 59, αναγνωρίζονται για τους σκοπούς της εκπλήρωσης της απαίτησης που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45στ, είναι η αρμόδια αρχή, αν το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στην περ. β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα άρθρα 8 έως και 28 του v. 4261/2014 ή άλλως η ενδεδειγμένη αρχή του κράτους μέλους όπου το ίδρυμα ή η οντότητα έχει λάβει άδεια λειτουργίας.»

Άρθρο 92

Ενοποιημένη εφαρμογή: διαδικασία διαπίστωσης - Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 62 του άρθρου 2 του v. 4335/2015 (παρ. 26 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Στο εσωτερικό άρθρο 62 του άρθρου 2 του v. 4335/ 2015 (Α’ 87), αντικαθίστανται η παρ. 1 και το εισαγωγικό μέρος της παρ. 4 και το εσωτερικό άρθρο 62 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 62 Ενοποιημένη εφαρμογή: διαδικασία διαπίστωσης (άρθρο 62 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)

1.

Η ενδεδειγμένη αρχή, προτού προβεί στη διαπίστωση που αναφέρεται στις περ. β’, γ’, δ’ ή ε’ της παρ. 2 του άρθρου 59 όσον αφορά θυγατρική που εκδίδει σχετικά κεφαλαιακά μέσα ή επιλέξιμες υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παρ. 1α του άρθρου 59 για τους σκοπούς της εκπλήρωσης της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45στ σε ατομική βάση ή σχετικά κεφαλαιακά μέσα, τα οποία αναγνωρίζονται για τους σκοπούς της εκπλήρωσης των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατομική ή ενοποιημένη βάση, συμμορφώνεται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

  • α) όταν εξετάζει, εάν θα προβεί σε διαπίστωση που

αναφέρεται στις περ. β’, γ’, δ’ ή ε’ της παρ. 2 του άρθρου 59, κατόπιν διαβούλευσης με την αρχή εξυγίανσης της σχετικής οντότητας εξυγίανσης, η ενδεδειγμένη αρχή αποστέλλει κοινοποίηση εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από τη διαβούλευση με την εν λόγω αρχή εξυγίανσης: i) στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας και, εάν πρόκειται για διαφορετική αρχή, στην ενδεδειγμένη αρχή του κράτους μέλους, στο οποίο βρίσκεται η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, ii) στις αρχές εξυγίανσης άλλων οντοτήτων εντός του ίδιου ομίλου εξυγίανσης που αγόρασαν άμεσα ή έμμεσα υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 45στ από την οντότητα που υπόκειται στην παρ. 1 του άρθρου 45στ,

  • β) όταν εξετάζει, αν θα προβεί στη διαπίστωση που

αναφέρεται στην περ. γ’ της παρ. 2 του άρθρου 59, η ενδεδειγμένη αρχή αποστέλλει, αμελλητί, κοινοποίηση στην αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για κάθε ίδρυμα τα οποία πρόκειται να ασκηθούν οι εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής, αν γίνει αυτή η διαπίστωση και, εάν πρόκειται για διαφορετικές αρχές, στις ενδεδειγμένες αρχές των κρατών μελών, στα οποία βρίσκονται οι εν λόγω αρμόδιες αρχές και η αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

2.

Η ενδεδειγμένη αρχή, όταν προβαίνει σε μια διαπίστωση που αναφέρεται στις περ. γ’ δ’ ή ε’ της παρ. 2 του άρθρου 59 στην περίπτωση ιδρύματος ή ομίλου με διασυνοριακή δραστηριότητα, λαμβάνει υπόψη την πιθανή επίπτωση της εξυγίανσης σε όλα τα κράτη μέλη στα οποία το ίδρυμα ή ο όμιλος δραστηριοποιείται.

3.

Η ενδεδειγμένη αρχή στην κοινοποίηση της παρ. 1 επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους σκέπτεται να προβεί στην εν λόγω διαπίστωση.

4.

Όταν έχει πραγματοποιηθεί κοινοποίηση σύμφωνα με την παρ. 1, η ενδεδειγμένη αρχή, κατόπιν διαβούλευσης με τις αρχές, στις οποίες απεστάλη η κοινοποίηση σύμφωνα με την υποπερ. i’ της περ. α’ ή την περ. β’ της παρ. 1, εξετάζει τα ακόλουθα ζητήματα:

  • α) εάν υπάρχει διαθέσιμο εναλλακτικό μέτρο αντί της

άσκησης της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 59,

  • β) κατά πόσον είναι εφικτή η εφαρμογή του μέτρου

αυτού, και

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)