Νόμοι — ΦΕΚ A' 68/2021

Type Νόμος
Publication 2021-04-24
Τελευταία ενημέρωση 2021-04-23
State In force
Source ΦΕΚ
articles 259
Reform history JSON API
5.

Κάθε πέντε (5) έτη όσοι δικαστικοί λειτουργοί διατέλεσαν ή διατελούν προϊστάμενοι και κάθε υπάλληλος του κλάδου συντάσσουν, μέχρι την 30ή Ιουνίου του δικαστικού έτους, χωριστή έκθεση ο καθένας για την εφαρμογή του θεσμού, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει και προτάσεις για τη βελτίωσή του. Οι εκθέσεις συγκεντρώνονται από τους προϊσταμένους δικαστικούς λειτουργούς και υποβάλλονται σε καθέναν από τους προέδρους των ανώτατων δικαστηρίων, τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Σε επόμενη συνεδρίαση της Διοικητικής Ολομέλειας του οικείου ανώτατου δικαστηρίου, ενημερώνονται τα μέλη για την εφαρμογή του θεσμού και το ουσιώδες περιεχόμενο των εκθέσεων και ακολουθεί συζήτηση με σκοπό τη λήψη αποφάσεων ή τη διατύπωση προτάσεων για τη βελτίωσή του. Κατά την πρώτη εφαρμογή του θεσμού η διαδικασία αυτή λαμβάνει χώρα τρία (3) έτη μετά την ανάληψη υπηρεσίας των πρώτων δόκιμων υπαλλήλων του Κλάδου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ - ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

Άρθρο 47

Εκπαιδευτική άδεια απουσίας στην αλλοδαπή

1.

Επιτρέπεται η χορήγηση εκπαιδευτικής άδειας απουσίας στην αλλοδαπή στους υπαλλήλους του κλάδου που έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον πέντε (5) έτη υπηρεσίας από την ανάληψη των καθηκόντων τους μέχρι την έναρξη του εκπαιδευτικού έτους και δεν έχουν συμπληρώσει κατά τον χρόνο αυτό το πεντηκοστό πέμπτο (55ο) έτος της ηλικίας τους. Για να χορηγηθεί εκπαιδευτική άδεια απαιτείται ο υπάλληλος να έχει γίνει δεκτός σε αναγνωρισμένο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών σε πανεπιστήμιο της αλλοδαπής είτε ως πλήρους φοίτησης είτε ως ακαδημαϊκός επισκέπτης και να έχει πολύ καλή γνώση της γλώσσας του προγράμματος, σύμφωνα με το π.δ. 50/2001 (Α’ 39).

2.

Ο αριθμός των υπαλλήλων του κλάδου, ανά τομέα του άρθρου 18, που αποστέλλονται στην αλλοδαπή με εκπαιδευτική άδεια κάθε εκπαιδευτικό έτος ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που εκδίδεται μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους. Εκπαιδευτική άδεια απουσίας στην αλλοδαπή μπορεί να επιτραπεί με την απόφαση αυτή σε έναν κατ’ ανώτατο όριο υπάλληλο κάθε τομέα. Μαρτίου του έτους έναρξης της άδειας, μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου, σύμφωνη γνώμη του προϊσταμένου του και του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση. Το συμβούλιο εκφέρει τη σύμφωνη γνώμη του μετά από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης. Στην αίτηση προσδιορίζονται τα θέματα με τα οποία πρόκειται να ασχοληθεί ο υπάλληλος και επισυνάπτονται τα σχετικά δικαιολογητικά.

4.

Η εκπαιδευτική άδεια χορηγείται για ένα (1) έτος και παρατείνεται, με την ίδια διαδικασία, για ένα ακόμη έτος, αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, εφόσον ο υπάλληλος καταθέσει βεβαίωση του πανεπιστημίου ότι έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή και ότι μπορεί να ολοκληρώσει το πρόγραμμα των μεταπτυχιακών του σπουδών με τη λήψη του μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης. Αν ο υπάλληλος υπερβεί αδικαιολόγητα την άδεια που του χορηγήθηκε, στερείται τις αποδοχές για τις αντίστοιχες ημέρες, ανεξάρτητα από την πειθαρχική του ευθύνη.

5.

Ο υπάλληλος που έλαβε εκπαιδευτική άδεια αναφέρει με δήλωσή του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης την ημερομηνία αναχώρησης και εγκατάστασής του στην αλλοδαπή, την έναρξη της εκπαίδευσής του, καθώς και τον τόπο και τη διεύθυνση της διαμονής του. Στο τέλος κάθε εξαμήνου, υποβάλλει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, στον προϊστάμενό του και στον πρόεδρο του αρμόδιου γι’ αυτόν υπηρεσιακού συμβουλίου λεπτομερή έκθεση για τη συντελεσθείσα εργασία και για την πορεία της εκπαίδευσής του, με τα αποδεικτικά των σπουδών του. Προκειμένου περί ακαδημαϊκών επισκεπτών, η έκθεση υποβάλλεται ανά τρίμηνο, μαζί με βεβαιώσεις παρακολούθησης του προγράμματος από τα αρμόδια όργανα του πανεπιστημίου. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής επιφέρει την ανάκληση του υπολοίπου της εκπαιδευτικής άδειας με απόφαση του αρμόδιου για τον υπάλληλο υπηρεσιακού συμβουλίου και συνεπάγεται την πειθαρχική του ευθύνη.

6.

Στον υπάλληλο που μεταβαίνει στην αλλοδαπή με εκπαιδευτική άδεια, παρέχεται επιπλέον το 50% των αποδοχών της οργανικής του θέσης, καθώς και τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής, με ειδική αιτιολογία της απόφασης χορήγησης.

7.

Η εκπαιδευτική άδεια διακόπτεται ύστερα από απόφαση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου κατόπιν πρότασης του προϊσταμένου του υπαλλήλου, αν οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιβάλλουν ή αν ο υπάλληλος υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα.

8.

Το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή ο προϊστάμενος του υπαλλήλου που τελεί σε εκπαιδευτική άδεια στην αλλοδαπή μπορεί να αναθέσει σ’ αυτόν τη μελέτη ή έρευνα ορισμένων ζητημάτων που αφορούν στη λειτουργία των δικαστηρίων και τη σχετική με τη Δικαιοσύνη νομοθεσία ή άλλα ειδικά θέματα.

9.

Ο υπάλληλος που έλαβε εκπαιδευτική άδεια είναι υποχρεωμένος μετά την επιστροφή του να υπηρετήσει για χρόνο τετραπλάσιο του χρόνου της άδειάς του.

10.

Αν ο υπάλληλος δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις παρ. 5 και 9, επιστρέφει στο Δημόσιο, μέσα σε έξι (6) μήνες, τις επιπλέον αποδοχές που έλαβε κατά τον χρόνο της άδειας, καθώς και τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής, με τον νόμιμο τόκο από τη λήψη τους. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

Άρθρο 48

Εκπαιδευτική άδεια απουσίας στην ημεδαπή

1.

Εκπαιδευτική άδεια απουσίας στην ημεδαπή μπορεί να χορηγείται στους υπαλλήλους του κλάδου που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 47 για την παρακολούθηση, υπό καθεστώς πλήρους φοίτησης, μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών ετήσιας διάρκειας σε σχολές νομικών, πολιτικών ή οικονομικών επιστημών.

2.

Ο αριθμός των υπαλλήλων του Κλάδου που δύνανται να λάβουν εκπαιδευτική άδεια απουσίας στην ημεδαπή κάθε εκπαιδευτικό έτος ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που εκδίδεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους. Εκπαιδευτική άδεια απουσίας στην ημεδαπή μπορεί να επιτραπεί με την απόφαση αυτή σε έναν κατ’ ανώτατο όριο υπάλληλο κάθε τομέα.

3.

Στον υπάλληλο δεν καταβάλλονται πρόσθετες αποδοχές ή χρηματικά ποσά για έξοδα ή για άλλο λόγο.

4.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 47.

Άρθρο 49

Εκπαιδευτικές άδειες μικρής διάρκειας Το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης μετά από πρόταση του προϊσταμένου υπαλλήλου του κλάδου μπορεί να επιτρέψει την αποστολή του στην αλλοδαπή, προκειμένου να μετάσχει σε συνέδριο ή να παρακολουθήσει βραχύχρονο σεμινάριο ή να μετάσχει ως παρατηρητής ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο στις εργασίες ενωσιακού, διεθνούς ή αλλοδαπού δικαστηρίου. Η διάρκεια της άδειας που χορηγείται κατά το πρώτο εδάφιο δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα.

Άρθρο 50

Διάρκεια εκπαιδευτικών αδειών

1.

Ο υπάλληλος δικαιούται κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του να λάβει μία (1) φορά εκπαιδευτική άδεια απουσίας είτε στην ημεδαπή είτε στην αλλοδαπή.

2.

Ο περιορισμός της παρ. 1 δεν ισχύει για τις εκπαιδευτικές άδειες μικρής διάρκειας.

Άρθρο 51

Δικαιώματα

1.

Οι υπάλληλοι του κλάδου έχουν τα δικαιώματα των δικαστικών υπαλλήλων τα οποία προβλέπονται στο οικείο κεφάλαιο του παρόντος, με τις ακόλουθες διαφοροποιήσεις:

  • α) Η συμμετοχή των υπαλλήλων του κλάδου στην πολιτική ζωή της χώρας επιτρέπεται υπό τους όρους που

επιτρέπεται για τους δικαστικούς λειτουργούς. Υπάλληλοι του κλάδου που παραιτούνται για να ανακηρυχθούν υποψήφιοι σε εκλογές δεν επανέρχονται στην υπηρεσία. Συνεδρίου.

Άρθρο 52

Υποχρεώσεις - Γενικές διατάξεις Οι υπάλληλοι του κλάδου έχουν τις υποχρεώσεις των δικαστικών υπαλλήλων οι οποίες προβλέπονται στο κεφάλαιο του Κώδικα, με τις ακόλουθες διαφοροποιήσεις:

  • α) Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται η ανάθεση σ’

αυτούς καθηκόντων άλλου κλάδου.

  • β) Όσον αφορά στην απαιτούμενη εχεμύθεια, τη δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, την άσκηση

ιδιωτικού έργου με αμοιβή, τη συμμετοχή σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα ασυμβίβαστα έργα, την κατοχή δεύτερης θέσης και τα κωλύματα λόγω συμφέροντος, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δικαστικών υπαλλήλων, αλλά αυτές περί δικαστικών λειτουργών.

Άρθρο 53

Ωράριο

1.

Με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου ο καθορισμός του ωραρίου εργασίας των δικαστικών υπαλλήλων του κλάδου διέπεται από τις γενικές διατάξεις για το ωράριο εργασίας των δικαστικών υπαλλήλων.

2.

Με απόφαση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, κατόπιν συναίνεσης του τελευταίου, είναι δυνατός ο καθορισμός διαφορετικού ωραρίου εργασίας, χωρίς μεταβολή του ημερήσιου αριθμού ωρών εργασίας.

3.

Ο δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός που προΐσταται των υπαλλήλων του κλάδου μπορεί με πράξη του να ορίσει ότι ο υπάλληλος θα εκτελέσει συγκεκριμένο έργο κατ’ οίκον ή σε άλλο τόπο, αποδεσμεύοντάς τον από την υποχρέωση τήρησης του ωραρίου κατά το χρονικό διάστημα που εκτιμά ως αναγκαίο προς τούτο. Μετά την εκτέλεση του έργου ο προϊστάμενος σημειώνει πάνω στην πράξη ότι το έργο εκτελέστηκε και αντιστοιχεί, κατά την εκτίμησή του, στο χρονικό διάστημα για το οποίο είχε αποδεσμευθεί ο υπάλληλος. Εάν, μετά την παράδοση του έργου, ο προϊστάμενος κρίνει ότι ο χρόνος που απαιτήθηκε ήταν μεγαλύτερος από εκείνον που είχε αρχικά εκτιμηθεί, με συμπληρωματική πράξη του αποδεσμεύει τον υπάλληλο από την υποχρέωση τήρησης του ωραρίου για αντίστοιχο διάστημα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Άρθρο 54

Προσωπικό μητρώο Για κάθε υπάλληλο του Κλάδου τηρείται προσωπικό μητρώο, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του παρόντος, σε ειδικό για τους υπαλλήλους του Κλάδου αρχείο.

Άρθρο 55

Εκθέσεις αξιολόγησης

1.

Στο τέλος κάθε δικαστικού έτους ο προϊστάμενος του υπαλλήλου συντάσσει έκθεση αξιολόγησης.

2.

Ο υπάλληλος χαρακτηρίζεται ως εξαίρετος, κατάλληλος ή ακατάλληλος, με βάση το ήθος και την ποιοτική και ποσοτική του απόδοση. Για τους χαρακτηρισμούς «εξαίρετος» και «ακατάλληλος» απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο υπάλληλος που χαρακτηρίστηκε «ακατάλληλος» έχει δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση.

3.

Με τον κανονισμό του δικαστηρίου, εισαγγελίας ή γενικής επιτροπείας εξειδικεύονται τα κριτήρια της αξιολόγησης και προβλέπεται διαδικασία καταγραφής και αξιολόγησης της απόδοσης του υπαλλήλου από τους δικαστικούς ή εισαγγελικούς λειτουργούς υπό τους οποίους απασχολήθηκε, προκειμένου να ληφθούν υπόψη κατά τη σύνταξη της έκθεσης αξιολόγησης.

4.

Οι γενικές διατάξεις περί εκθέσεων αξιολόγησης των δικαστικών υπαλλήλων δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του κλάδου.

Άρθρο 56

Ηθικές αμοιβές Βράβευση προτάσεων ή μελετών Οι διατάξεις του παρόντος περί ηθικών αμοιβών και βράβευσης προτάσεων ή μελετών εφαρμόζονται και στους υπαλλήλους του κλάδου.

Άρθρο 57

Επιλογή προϊσταμένων Οι γενικές διατάξεις του Κεφαλαίου Ι’ περί επιλογής προϊσταμένων δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του κλάδου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ’

ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

Άρθρο 58

Κατανομή - Μετακίνηση Οι γενικές διατάξεις περί κατανομής και μετακίνησης των δικαστικών υπαλλήλων δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του κλάδου.

Άρθρο 59

Μετάταξη

1.

Μετάταξη υπαλλήλου του Κλάδου σε άλλο κλάδο, καθώς και υπαλλήλου άλλου κλάδου στον Κλάδο, δεν επιτρέπεται.

2.

Μετάταξη υπαλλήλου του κλάδου σε άλλο τομέα δεν επιτρέπεται, εκτός από τη μετάταξη υπαλλήλου από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ή τη γενική επιτροπεία στο Συμβούλιο της Επικρατείας και αντιστρόφως. Για τη μετάταξη υπαλλήλου από το Συμβούλιο της Επικρατείας σε δικαστήριο που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και αντιστρόφως απαιτείται συναίνεση του υπαλλήλου. Για τη μετάταξη αποφασίζει το πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας σε πρώτο βαθμό και το επταμελές σε δεύτερο βαθμό, κατόπιν αιτήματος του υπαλλήλου ή πρότασης του προϊσταμένου του. Το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης εκδίδει Αθήνας ή του Πειραιά στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί μεταθέσεων των υπαλλήλων του κλάδου.

3.

Οι γενικές διατάξεις περί μετάταξης των δικαστικών υπαλλήλων δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του Κλάδου.

Άρθρο 60

Μετάθεση

1.

Μετάθεση υπαλλήλου του Κλάδου από δικαστήριο, εισαγγελία ή γενική επιτροπεία σε άλλο δικαστήριο, εισαγγελία ή γενική επιτροπεία που εδρεύει στην ίδια πόλη είναι επιτρεπτή είτε μετά από αίτηση του υπαλλήλου είτε μετά από πρόταση του προϊσταμένου του, με ή χωρίς τη συναίνεση του υπαλλήλου. Η Αθήνα και ο Πειραιάς θεωρούνται μία πόλη.

2.

Μετάθεση του υπαλλήλου πλην αυτής της παρ. 1 είναι επιτρεπτή μόνο μετά από αίτηση του υπαλλήλου:

  • α) για λόγους υγείας, β) για συνυπηρέτηση, γ) για λόγους

σπουδών, δ) για αμοιβαία μετάθεση και ε) για άλλους σπουδαίους λόγους, όπως οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στις γενικές διατάξεις του παρόντος.

3.

Η μετάθεση διενεργείται με πράξη του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μετά από πρόταση του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση. Η πρόταση αυτή διατυπώνεται μετά από την αίτηση του υπαλλήλου ή την πρόταση του προϊσταμένου του και αφού ζητηθεί και ληφθεί υπόψη η γνώμη του προϊσταμένου των υπαλλήλων του κλάδου του δικαστηρίου (ή της εισαγγελίας ή της γενικής επιτροπείας) στο οποίο ζητείται η μετάθεση του υπαλλήλου. Το συμβούλιο συνεκτιμά τις υπηρεσιακές ανάγκες και το εύλογο συμφέρον του υπαλλήλου.

4.

Οι μεταθέσεις διενεργούνται το συντομότερο, οποτεδήποτε.

5.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι γενικές περί μεταθέσεων διατάξεις του Κώδικα.

Άρθρο 61

Απόσπαση

1.

Απόσπαση υπαλλήλου του κλάδου, εντός του ίδιου τομέα ή από τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή τη Γενική Επιτροπεία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και αντιστρόφως, για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο του έτους, το οποίο μπορεί να παραταθεί έως ένα ακόμη έτος, επιτρέπεται για την κάλυψη έκτακτων ή επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών, ή για σπουδαίο προσωπικό ή οικογενειακό λόγο του υπαλλήλου.

2.

Για την απόσπαση εκδίδεται απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μετά από πρόταση του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση. Η πρόταση αυτή διατυπώνεται μετά από αίτηση του υπαλλήλου ή πρόταση του προϊσταμένου των υπαλλήλων του κλάδου του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή της γενικής επιτροπείας στο οποίο ζητείται να αποσπαστεί ο υπάλληλος και αφού ζητηθεί και ληφθεί υπόψη η γνώμη του προϊσταμένου του υπαλλήλου. Το συμβούλιο συνεκτιμά τις υπηρεσιακές ανάγκες και το εύλογο συμφέρον του υπαλλήλου. Για την παράταση της απόσπασης ακολουθείται η ίδια διαδικασία. Το συμβούλιο μπορεί να προτείνει την πρόωρη λήξη της απόσπασης, μετά από αίτηση του υπαλλήλου, ή πρόταση ενός τουλάχιστον από τους ανωτέρω προϊσταμένους, αφού ζητήσει και λάβει υπόψη και τη γνώμη του άλλου.

3.

Ο χρόνος της απόσπασης λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στη θέση στην οποία ο υπάλληλος ανήκει οργανικά.

4.

Νέα απόσπαση του υπαλλήλου δεν επιτρέπεται πριν παρέλθει τριετία από τη λήξη της προηγούμενης.

5.

Μετά τη λήξη της απόσπασης ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδικαίως στην υπηρεσία του. Για την επάνοδο εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

6.

Απαγορεύεται η απόσπαση υπαλλήλου πριν από τη μονιμοποίησή του.

7.

Οι διατάξεις του Κώδικα περί απόσπασης των δικαστικών υπαλλήλων δεν καταλαμβάνουν τους υπαλλήλους του κλάδου. Ομοίως δεν τους καταλαμβάνουν ειδικές διατάξεις άλλων νομοθετημάτων περί απόσπασης των δικαστικών υπαλλήλων σε ειδικά δικαστήρια, στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ή άλλους εθνικούς φορείς.

Άρθρο 62

Διαθεσιμότητα - Αργία Οι διατάξεις του Κεφαλαίου ΙΑ’ περί διαθεσιμότητας και αργίας καταλαμβάνουν και τους υπαλλήλους του κλάδου.

Άρθρο 63

Πειθαρχικό δίκαιο Οι περί πειθαρχικού δικαίου διατάξεις του Κώδικα εφαρμόζονται αναλόγως και στους υπαλλήλους του κλάδου, με τις ακόλουθες διαφοροποιήσεις:

  • α) Πειθαρχικά παραπτώματα των υπαλλήλων του

Κλάδου είναι τα ενδεικτικώς αναφερόμενα τόσο στον Κώδικα, όσο και στις διατάξεις του ν. 1756/1988 (Α’ 35) που διέπουν το πειθαρχικό δίκαιο των δικαστικών λειτουργών, αναλόγως εφαρμοζόμενες.

  • β) Την πειθαρχική δίωξη ασκεί ο δικαστικός λειτουργός ή εισαγγελέας, με τον αναπληρωτή του, που είναι

αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης των δικαστικών υπαλλήλων, σύμφωνα με τον Κώδικα.

  • γ) Σε περίπτωση κατά την οποία είναι αναγκαία, προς

αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, η συνεκδίκαση πειθαρχικών υποθέσεων με διωκόμενους αφενός υπάλληλο ή υπαλλήλους του κλάδου, αφετέρου υπάλληλο ή υπαλλήλους άλλου κλάδου, το υπηρεσιακό πειθαρχικό συμβούλιο συγκροτείται ως εξής: α) από τους δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι είναι μέλη των υπη οποίος είναι μέλος του υπηρεσιακού συμβουλίου του κλάδου και γ) έναν υπάλληλο άλλου κλάδου ο οποίος είναι μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου των λοιπών κλάδων. Οι υπάλληλοι αυτοί επιλέγονται με κλήρωση από τους υπαλλήλους που είναι μέλη των αντίστοιχων υπηρεσιακών συμβουλίων. Οι διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως όσον αφορά στην παράσταση των εκπροσώπων των υπαλλήλων σε περίπτωση εισαγωγής της υπόθεσης σε δικαστικό πειθαρχικό συμβούλιο.

Άρθρο 64

Λύση της υπαλληλικής σχέσης Ως προς τη λύση της υπαλληλικής σχέσης των υπαλλήλων του Κλάδου εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του Κώδικα.

Άρθρο 65

Ειδικές διατάξεις

1.

Οι δόκιμοι και οι μόνιμοι δικαστικοί υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου, δεν μπορούν να λαμβάνουν μέρος σε διαγωνισμούς της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, Ειρηνοδικών και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, των οποίων η προκήρυξη δημοσιεύεται εντός πενταετίας από τη δημοσίευση της πράξης διορισμού τους ως δικαστικών υπαλλήλων του Κλάδου.

2.

Τα ζητήματα που αφορούν στον εισαγωγικό διαγωνισμό και την εισαγωγική εκπαίδευση ρυθμίζονται από τις ανωτέρω ειδικές για τον κλάδο αυτό διατάξεις. Ειδικά για την εισαγωγική εκπαίδευση εφαρμόζονται συμπληρωματικά και αναλόγως οι σχετικές διατάξεις της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών.

3.

Οι δικαστικοί υπάλληλοι του κλάδου διέπονται από τις ανωτέρω ειδικές περί αυτών διατάξεις. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι γενικές περί δικαστικών υπαλλήλων διατάξεις του Κώδικα και της λοιπής νομοθεσίας, λαμβανομένων υπόψη της ιδιαιτερότητας του κλάδου και της οργανικής και λειτουργικής αυτοτέλειάς του. Εφαρμόζονται αναλόγως οι περί δικαστικών λειτουργών διατάξεις, όταν αυτό επιβάλλεται από την ιδιαιτερότητα του κλάδου, ιδίως σε θέματα που ανάγονται στην οργανική και λειτουργική ανεξαρτησία των υπαλλήλων αυτών έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, της Γραμματείας των δικαστηρίων, εισαγγελιών και γενικών επιτροπειών και των ιδιωτών, καθώς και στα εχέγγυα αμεροληψίας τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ’

ΕΙΔΙΚΟΣ ΚΛΑΔΟΣ ΠΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 66

Σύσταση οργανικών θέσεων - Κλάδος ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων

1.

Συστήνονται οργανικές θέσεις του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων ως εξής:

  • α) Από πέντε (5) θέσεις στο Συμβούλιο της Επικρατείας,

τον Άρειο Πάγο και το Ελεγκτικό Συνέδριο.

  • β) Από δύο (2) θέσεις στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στο Ελεγκτικό

Συνέδριο και τη Γενική Επιτροπεία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

2.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μετά από πρόταση των Προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του Γενικού Επιτρόπου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατά περίπτωση, μπορεί να αυξάνονται οι θέσεις της παρ. 1 και να συστήνονται θέσεις του ανωτέρω κλάδου και σε άλλα δικαστήρια ή εισαγγελίες.

Άρθρο 67

Καθήκοντα Οι δικαστικοί υπάλληλοι του κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων υπάγονται απευθείας στον πρόεδρο του δικαστηρίου, τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή τον Γενικό Επίτροπο των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και έχουν ως καθήκον την επικουρία των αρμόδιων, κατά τον κανονισμό, οργάνων του δικαστηρίου, εισαγγελίας ή επιτροπείας όσον αφορά στην ενημέρωση του κοινού για τις δραστηριότητες και τη νομολογία τους, τη σύνταξη ανακοινώσεων, τη διοργάνωση συνεντεύξεων τύπου, τη μέριμνα για την παρουσία τους στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τη συστηματική παρακολούθηση και τον εντοπισμό οποιασδήποτε σχετικής αναφοράς, την επικοινωνία και συνεργασία με αλλοδαπά δικαστήρια, οργανισμούς, ενώσεις και δίκτυα, την οργάνωση επιστημονικών συνεδρίων και συναφών εκδηλώσεων στο εσωτερικό και το εξωτερικό, την οργάνωση επίσημων και μη επισκέψεων και την επιμέλεια σχετικών εκδόσεων, τη μέριμνα για ζητήματα εθιμοτυπίας, την οργάνωση αρχείου και κάθε άλλο ζήτημα συναφές με τις διεθνείς σχέσεις του δικαστηρίου, εισαγγελίας ή επιτροπείας και την επικοινωνία τους με το κοινό.

Άρθρο 68

Πλήρωση θέσεων - Τυπικά προσόντα

1.

Η πλήρωση των θέσεων του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων γίνεται με διαγωνισμό.

2.

Οι υποψήφιοι δικαστικοί υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων απαιτείται να διαθέτουν τα προσόντα που ορίζονται στο άρθρο 26 για τον Κλάδο ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου. Κατ’ εξαίρεση, υποψήφιοι δικαστικοί υπάλληλοι του κλάδου δύνανται να είναι και δικαστικοί υπάλληλοι που κατέχουν πτυχίο ημεδαπού πανεπιστημίου ή αλλοδαπού πανεπιστημίου εφόσον έχει τύχει ακαδημαϊκής ή επαγγελματικής αναγνώρισης, κατά τη νομοθεσία, γνωστικού αντικειμένου συναφούς με τον κλάδο. Η συνάφεια αυτή διαπιστώνεται με απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 70.

3.

Στον διαγωνισμό γίνονται δεκτοί όσοι, κατά τον χρόνο λήξης της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων, έχουν τα προσόντα και δεν έχουν τα κωλύματα που προβλέπονται στον παρόντα.

1.

Ο διαγωνισμός για την πλήρωση θέσεων δικαστικών υπαλλήλων του κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων προκηρύσσεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία εκδίδεται μετά από πρόταση των προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και του Γενικού Επιτρόπου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατά περίπτωση, και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2.

Στην προκήρυξη ορίζονται ο αριθμός των προς πλήρωση οργανικών θέσεων ανά δικαστήριο, εισαγγελία και γενική επιτροπεία, ο τόπος και ο χρόνος έναρξης του διαγωνισμού, εντός του μηνός Οκτωβρίου του έτους δημοσίευσης της προκήρυξης, καθώς και η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων συμμετοχής, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της προκήρυξης, καθώς και κατάλογος των δικαιολογητικών που συνυποβάλλονται με την αίτηση συμμετοχής.

3.

Το πρόγραμμα, η διαδικασία, τα εξεταστικά κέντρα διεξαγωγής του διαγωνισμού, ο ορισμός επιτηρητών, καθώς και κάθε λεπτομέρεια η οποία αναφέρεται στους υποψηφίους, τους όρους και τον τρόπο διεξαγωγής του διαγωνισμού, καθορίζονται με αποφάσεις της επιτροπής διαγωνισμού που προβλέπεται στο άρθρο 70.

4.

Οι αποφάσεις της Επιτροπής αναρτώνται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και δημοσιοποιούνται και με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο.

Άρθρο 70

Επιτροπή του διαγωνισμού

1.

Ο εισαγωγικός διαγωνισμός διενεργείται από επιτροπή που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και αποτελείται από: α) έναν (1) Σύμβουλο της Επικρατείας, β) έναν (1) Αρεοπαγίτη, γ) έναν (1) Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δ) έναν (1) Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ε) έναν (1) Αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο στ) έναν (1) Αντεπίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εφόσον στην προκήρυξη περιλαμβάνονται θέσεις για τις οικείες δικαστικές υπηρεσίες, ζ) ένα (1) μέλος ΔΕΠ από τη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή και άνω ελληνικού Πανεπιστημίου στο ευρύτερο πεδίο της Επικοινωνίας και των Μέσων και, η) ένα (1) μέλος ΔΕΠ από τη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή και άνω ελληνικού Πανεπιστημίου στο ευρύτερο πεδίο των διεθνών σχέσεων, με τους αναπληρωτές τους. Με την ίδια απόφαση ορίζεται, με τον αναπληρωτή του, δικαστικός υπάλληλος ως γραμματέας της επιτροπής.

2.

Τα μέλη της Επιτροπής διορίζονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, εκτός από τους Αντεπιτρόπους οι οποίοι ορίζονται από τον Γενικό Επίτροπο, ύστερα από απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του οικείου δικαστηρίου. Της Επιτροπής προεδρεύει ο αρχαιότερος δικαστικός λειτουργός.

3.

Εκτός από τα μέλη της Επιτροπής, διορίζονται επίσης από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, οκτώ (8) εξεταστές ξένων γλωσσών, μαζί με τους αναπληρωτές τους, για την εξέταση της αγγλικής, γαλλικής, γερμανικής και ιταλικής γλώσσας. Ως εξεταστές διορίζονται από Ε.Ε.ΔΙ.Π. ξένων γλωσσών των τμημάτων νομικής της χώρας, καθώς και καθηγητές από τη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή και άνω στους οποίους έχουν ανατεθεί καθήκοντα εξέτασης των ξένων γλωσσών κατά τις εισαγωγικές εξετάσεις στα μεταπτυχιακά προγράμματα των ίδιων τμημάτων, μετά από κλήρωση, από κατάλογο τον οποίο αποστέλλουν τα τρία νομικά τμήματα και ισχύει για τρία (3) έτη, εφόσον δεν τροποποιηθεί με νεότερη απόφαση των τμημάτων. Ο διορισμός γίνεται για την εξέταση κάθε ξένης γλώσσας χωριστά.

4.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ρυθμίζεται το ύψος της αποζημίωσης που λαμβάνουν τα μέλη της Επιτροπής, οι εξεταστές, οι επιτηρητές και οι γραμματείς των Επιτροπών διαγωνισμού και η διαδικασία καταβολής τους.

Άρθρο 71

Διεξαγωγή του διαγωνισμού

1.

Ο διαγωνισμός περιλαμβάνει δύο στάδια: προκριματικό και τελικό.

2.

Το προκριματικό στάδιο περιλαμβάνει τις ακόλουθες γραπτές δοκιμασίες: α) θέμα γενικής παιδείας,

  • β) νομικό θέμα από ύλη συνταγματικού δικαίου και

συνταγματικής ιστορίας, διοικητικού δικαίου, αστικού δικαίου (ουσιαστικού και δικονομικού), ποινικού δικαίου (ουσιαστικού και δικονομικού), δημοσιονομικού δικαίου και θεσμικού ευρωπαϊκού δικαίου και, γ) θέμα πολιτιστικής διπλωματίας και διεθνών σχέσεων. Καθεμία από τις δοκιμασίες του προκριματικού σταδίου έχει τρίωρη διάρκεια.

3.

Επιτυχόντες κατά το στάδιο αυτό είναι όσοι βαθμολογήθηκαν με πενήντα (50) και άνω στις εκατό (100) μονάδες σε καθεμία από τις τρεις δοκιμασίες, εκτός εάν ο αριθμός τους υπερβαίνει το τριπλάσιο του αριθμού των θέσεων που προκηρύχθηκαν. Στην περίπτωση αυτή, επιτυχόντες θεωρούνται όσοι καταλαμβάνουν στη σειρά κατάταξης θέση εντός του αριθμού αυτού.

4.

Οι επιτυχόντες του προκριματικού σταδίου εξετάζονται, γραπτά και προφορικά, σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ξένες γλώσσες: αγγλική, γαλλική, γερμανική και ιταλική. Η γραπτή δοκιμασία περιλαμβάνει μετάφραση κειμένου από την ξένη γλώσσα στην ελληνική και αντίστροφα. Κάθε γραπτή εξέταση ξένης γλώσσας έχει τρίωρη διάρκεια. Στη συνέχεια εξετάζονται προφορικά και δημοσίως από την επταμελή επιτροπή επί των αντικειμένων της παρ. 1.

5.

Επιτυχόντες κατά το στάδιο αυτό είναι όσοι βαθμολογήθηκαν με πενήντα (50) και άνω στις εκατό (100) μονάδες στην προφορική εξέταση και σε μία τουλάχιστον δοκιμασία που αφορά τη γνώση ξένης γλώσσας.

6.

Ο οριστικός πίνακας των επιτυχόντων κυρώνεται με πράξη της Επιτροπής του διαγωνισμού και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

1.

Με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τον διορισμό τους, οι επιτυχόντες στον διαγωνισμό υποβάλλουν δήλωση με τις προτιμήσεις τους όσον αφορά στο δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τη γενική επιτροπεία όπου επιθυμούν να διοριστούν.

2.

Με βάση τη σειρά επιτυχίας τους στον διαγωνισμό και τις προτιμήσεις τους καταρτίζεται κατάλογος, βάσει του οποίου γίνονται ο διορισμός και η τοποθέτησή τους σε δικαστήρια, εισαγγελίες και γενικές επιτροπείες.

3.

Οι επιτυχόντες διορίζονται ως δόκιμοι υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων και τοποθετούνται στο κατά την παρ. 2 δικαστήριο, εισαγγελία ή γενική επιτροπεία με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 73

Δοκιμαστική υπηρεσία - Μονιμοποίηση

1.

Οι δικαστικοί υπάλληλοι του κλάδου μετά τον διορισμό τους διανύουν διετή δοκιμαστική υπηρεσία. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας αυτής επιτρέπεται να απολυθούν, με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου, για τους λόγους και με τη διαδικασία που προβλέπονται για τους μόνιμους δικαστικούς υπαλλήλους, καθώς και για τη μη επιτυχή ολοκλήρωση της εκπαίδευσης και πρακτικής άσκησης του άρθρου 74.

2.

Μέσα σε έναν (1) μήνα από τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο αποφασίζει αν ο δόκιμος δικαστικός υπάλληλος είναι κατάλληλος για μονιμοποίηση, μετά από έκθεση που υποβάλλει ο προϊστάμενός του δικαστικός λειτουργός. Αν κριθεί κατάλληλος, o δικαστικός υπάλληλος μονιμοποιείται με πράξη του οργάνου που είναι αρμόδιο για τον διορισμό. Με πράξη του ίδιου οργάνου απολύεται ο δικαστικός υπάλληλος που κρίνεται ακατάλληλος.

3.

Αν η συμπλήρωση του χρόνου δοκιμαστικής υπηρεσίας παρατείνεται λόγω άδειας συνεπεία ασθένειας, κύησης, λοχείας ή ανατροφής τέκνου, η εκ των υστέρων μονιμοποίηση του υπαλλήλου ενεργεί αναδρομικά ως προς όλες τις συνέπειες.

4.

Το δικαστικό συμβούλιο δύναται, με αιτιολογημένη απόφασή του, να παρατείνει τον χρόνο δοκιμαστικής υπηρεσίας για ένα (1) ακόμη έτος, εφόσον δεν μπορεί να σχηματίσει σαφή γνώμη για την καταλληλότητα του δόκιμου δικαστικού υπαλλήλου για μονιμοποίηση.

5.

Οι δόκιμοι υπάλληλοι που προέρχονται από υπαλλήλους της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 26 αποκτούν την ιδιότητα του δόκιμου δικαστικού υπαλλήλου του κλάδου, διατηρώντας το μισθολογικό καθεστώς τους, εφόσον δεν άγει σε μείωση των συνολικών κατά τον Κώδικα αποδοχών τους.

6.

Οι διατάξεις του κεφαλαίου περί μονιμοποίησης των δικαστικών υπαλλήλων δεν εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, στους υπαλλήλους του κλάδου.

Άρθρο 74

Εισαγωγική εκπαίδευση - Πρακτική άσκηση

1.

Η εισαγωγική εκπαίδευση και η πρακτική άσκηση των υπαλλήλων που στελεχώνουν τον Κλάδο ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων διαρκεί δώδεκα (12) μήνες.

2.

Αντικείμενο της εκπαίδευσης είναι η μετάδοση στους εκπαιδευομένους των αναγκαίων γνώσεων και η καλλιέργεια των συναφών δεξιοτήτων, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στα καθήκοντα του άρθρου 67.

3.

Η πρακτική άσκηση των υπαλλήλων του Τμήματος Δικαστικών Υπαλλήλων Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων υλοποιείται στο ή στα δικαστήρια που αφορά η προκήρυξη του άρθρου 69.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται τα θέματα που σχετίζονται με την εισαγωγική εκπαίδευση και την πρακτική άσκηση των υπαλλήλων που στελεχώνουν τον Κλάδο ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων, τις προϋποθέσεις επιτυχούς ολοκλήρωσης της εισαγωγικής εκπαίδευσης και της πρακτικής άσκησης και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια, μετά από πρόταση τριμελούς επιτροπής που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και αποτελείται από έναν (1) Σύμβουλο της Επικρατείας, έναν (1) Αρεοπαγίτη και έναν (1) Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Άρθρο 75

Βαθμολογική κλίμακα - ένταξη

1.

Οι βαθμοί των δικαστικών υπαλλήλων του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων είναι οι ακόλουθοι: α) Ειδικός Δικαστικής Επικοινωνίας Α’, β) Ειδικός Δικαστικής Επικοινωνίας Β’, γ) Ειδικός Δικαστικής Επικοινωνίας Γ’, δ) Ειδικός Δικαστικής Επικοινωνίας Δ’.

2.

Για την προαγωγή απαιτείται εξαετής υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό και θετική κρίση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου.

3.

Οι δικαστικοί υπάλληλοι διορίζονται με τον βαθμό του Ειδικού Δικαστικής Επικοινωνίας Δ’.

4.

Όσοι υπάλληλοι επιτύχουν στον διαγωνισμό του άρθρου 71 υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 26 και είχαν τον βαθμό Β’ μεταφέρουν τον πλεονάζοντα χρόνο υπηρεσίας τους στον βαθμό του Ειδικού Δικαστικής Επικοινωνίας Δ’. Εάν είχαν τον βαθμό Α’, διορίζονται με τον βαθμό του Ειδικού Δικαστικής Επικοινωνίας Γ’. Ο πλεονάζων χρόνος υπηρεσίας τους στον βαθμό Α’, όσον αφορά τη βαθμολογική τους κατάταξη, προσμετράται κατά το ήμισυ στον βαθμό του ειδικού δικαστικής επικοινωνίας Γ’ και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.

5.

Η ένταξη σε βαθμό και ο προσδιορισμός του πλεονάζοντος σε αυτόν χρόνου γίνονται με πράξη του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης μετά από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση.

6.

Οι διατάξεις του παρόντος περί ένταξης των δικαστικών υπαλλήλων στη βαθμολογική κλίμακα δεν καταλαμβάνουν τους υπαλλήλους του Κλάδου.

7.

Για τους δικαστικούς υπαλλήλους του Κλάδου συντάσσονται καταστάσεις, χωριστές από αυτές των λοιπών δικαστικών υπαλλήλων. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι περί των καταστάσεων αυτών γενικές διατάξεις του παρόντος. προαγωγή εφαρμόζονται αναλόγως οι γενικές διατάξεις

Άρθρο 76

Μισθολογική κλίμακα Οι δικαστικοί υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων κατατάσσονται στα προβλεπόμενα για τους δικαστικούς υπαλλήλους μισθολογικά κλιμάκια, ανάλογα με τον χρόνο υπηρεσίας τους.

Άρθρο 77

Οργανικές μονάδες

1.

Οι υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων υπάγονται σε αυτοτελή διεύθυνση, εάν υπηρετούν σε ανώτατο δικαστήριο και, σε διαφορετική περίπτωση, σε αυτοτελές τμήμα, μη υπαγόμενο σε γενική διεύθυνση, διεύθυνση, τμήμα ή άλλη οργανική μονάδα δικαστηρίου, εισαγγελίας ή γενικής επιτροπείας.

2.

Προϊστάμενοι των δικαστικών υπαλλήλων του Κλάδου είναι ο Πρόεδρος του οικείου ανώτατου δικαστηρίου ή ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ή ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή δικαστικός λειτουργός που ορίζεται από αυτόν, με τον αναπληρωτή του.

3.

Μετά την πάροδο τριών ετών από την ανάληψη υπηρεσίας των πρώτων δόκιμων υπαλλήλου του Κλάδου η οικεία διοικητική ολομέλεια, αφού ακούσει τους προϊσταμένους δικαστικούς λειτουργούς και τον εκπρόσωπο των υπαλλήλων του κλάδου, που έχει εκλεγεί σύμφωνα με το άρθρο 78, δύναται με απόφασή της, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να ορίσει ότι εφεξής σε θέση προϊσταμένου διεύθυνσης ή τμήματος του κλάδου τοποθετείται υπάλληλος με βαθμό τουλάχιστον Ειδικού Δικαστικής Επικοινωνίας Γ’ για τριετή θητεία, καθώς και να ορίσει τα κριτήρια, τη διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης και τις ειδικότερες αρμοδιότητές του.

Άρθρο 78

Δικαστικά και Υπηρεσιακά Συμβούλια Δικαστικά και υπηρεσιακά συμβούλια είναι τα αρμόδια για τους υπαλλήλους του κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου. Οι υπάλληλοι του κλάδου Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων συμμετέχουν στις εκλογές για την ανάδειξη αιρετών εκπροσώπων από κοινού με τους υπαλλήλους του κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου, σύμφωνα με το άρθρο 44 και την παρ. 2 του άρθρου 46.

Άρθρο 79

Εκπαιδευτική άδεια Επιτρέπονται η χορήγηση εκπαιδευτικής άδειας απουσίας στην αλλοδαπή ή την ημεδαπή, καθώς και η χορήγηση εκπαιδευτικών αδειών μικρής διάρκειας στους υπαλλήλους του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων υπό τους όρους που ισχύουν για τους υπαλλήλους του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου.

Άρθρο 80

Αξιολόγηση Για την αξιολόγηση των υπαλλήλων του κλάδου εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τον Κλάδο ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ’

ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

Άρθρο 81

Κατανομή - Μετακίνηση Οι γενικές διατάξεις περί κατανομής και μετακίνησης των δικαστικών υπαλλήλων δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του κλάδου.

Άρθρο 82

Μετάταξη - Μετάθεση - Απόσπαση

1.

Μετάταξη υπαλλήλου του Κλάδου σε άλλο κλάδο, καθώς και υπαλλήλου άλλου κλάδου στον Κλάδο, δεν επιτρέπεται.

2.

Μετάταξη υπαλλήλου του Κλάδου σε άλλο τομέα επιτρέπεται για υπηρεσιακές ανάγκες ή για σοβαρό προσωπικό λόγο. Για τη μετάταξη αποφασίζει το πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του τομέα από τον οποίο ζητείται η μετάταξη σε πρώτο βαθμό και το επταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο σε δεύτερο βαθμό, κατόπιν αιτήματος του υπαλλήλου ή πρότασης του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο του τομέα προς τον οποίο ζητείται η μετάταξη. Για τη μετάταξη απαιτείται σύμφωνη γνώμη και του υπηρεσιακού συμβουλίου του τομέα προς τον οποίο ζητείται η μετάταξη, το οποίο επιλαμβάνεται μετά την εξασφάλιση θετικής σύμφωνης γνώμης από το αρχικό συμβούλιο. Το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης εκδίδει σχετική διαπιστωτική πράξη.

3.

Οι γενικές διατάξεις περί μετάταξης των δικαστικών υπαλλήλων δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του κλάδου.

4.

Μετάθεση υπαλλήλου του κλάδου δεν είναι επιτρεπτή.

5.

Απόσπαση υπαλλήλου του κλάδου σε άλλο τομέα είναι επιτρεπτή, υπό τους όρους του άρθρου 61, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως.

Άρθρο 83

Ειδικές διατάξεις

1.

Οι δόκιμοι και οι μόνιμοι δικαστικοί υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων, δεν μπορούν να λαμβάνουν μέρος σε διαγωνισμούς της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, Ειρηνοδικών και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, των οποίων η προκήρυξη δημοσιεύεται εντός πενταετίας από τη δημοσίευση της πράξης διορισμού τους ως δικαστικών υπαλλήλων του κλάδου.

2.

Οι δικαστικοί υπάλληλοι του κλάδου διέπονται από τις ανωτέρω ειδικές περί αυτών διατάξεις. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως ο Κώδικας και η νομοθεσία,

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ

Άρθρο 84

Δικαστικά και υπηρεσιακά συμβούλια

1.

Δικαστικά συμβούλια για τους δικαστικούς υπαλλήλους είναι τα εξής: α. πενταμελές δικαστικό συμβούλιο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, β. επταμελές δικαστικό συμβούλιο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

2.

Υπηρεσιακά συμβούλια για τους δικαστικούς υπαλλήλους είναι τα εξής: α. πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο σε κάθε εφετείο και σε κάθε διοικητικό εφετείο, β. πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, γ. επταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

Άρθρο 85

Συγκρότηση δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων

1.

α) Το πενταμελές δικαστικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτείται από τον νεότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο και τέσσερις (4) Συμβούλους της Επικρατείας ή Αρεοπαγίτες ή Συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αντιστοίχως, ως μέλη.

  • β) Το επταμελές δικαστικό συμβούλιο του Συμβουλίου

της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτείται από τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο και έξι (6) Συμβούλους της Επικρατείας ή Αρεοπαγίτες ή Συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αντιστοίχως, ως μέλη.

2.

α) Το υπηρεσιακό συμβούλιο εφετείου συγκροτείται από τον νεότερο πρόεδρο εφετών ως πρόεδρο, έναν (1) εφέτη, έναν (1) αντεισαγγελέα εφετών και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη.

  • β) Το υπηρεσιακό συμβούλιο διοικητικού εφετείου συγκροτείται από τον νεότερο πρόεδρο εφετών ως πρόεδρο, δύο (2) εφέτες και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους

ως μέλη.

3.

α) Το πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας συγκροτείται από τον νεότερο αντιπρόεδρο, ως πρόεδρο, δύο (2) Συμβούλους της Επικρατείας και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως μέλη, όταν η κρίση του συμβουλίου αφορά σε υπάλληλο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το ίδιο συμβούλιο συγκροτείται από τον νεότερο αντιπρόεδρο, ως πρόεδρο, δύο (2) Συμβούλους της Επικρατείας και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους της γραμματείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως μέλη, όταν η κρίση του συμβουλίου αφορά σε υπάλληλο της Γενικής Επιτροπείας ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

  • β) Το πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Αρείου

Πάγου συγκροτείται από τον νεότερο Αντιπρόεδρο ως πρόεδρο, έναν (1) Αρεοπαγίτη, έναν (1) Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους, ως μέλη.

  • γ) Το πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτείται από τον νεότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο, έναν (1) σύμβουλο του Ελεγκτικού

Συνεδρίου, έναν (1) αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη.

  • δ) Το επταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας συγκροτείται από τον αρχαιότερο

αντιπρόεδρο, ως πρόεδρο, τέσσερις (4) Συμβούλους της Επικρατείας και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως μέλη, όταν η κρίση του συμβουλίου αφορά σε υπάλληλο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το ίδιο συμβούλιο συγκροτείται από τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο, ως πρόεδρο, τέσσερις (4) Συμβούλους της Επικρατείας και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους της γραμματείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως μέλη, όταν η κρίση του συμβουλίου αφορά σε υπάλληλο της Γενικής Επιτροπείας ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

  • ε) Το επταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Αρείου

Πάγου συγκροτείται από τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο, τρεις (3) αρεοπαγίτες, έναν (1) αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη.

  • στ) Το επταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτείται από τον αρχαιότερο

αντιπρόεδρο ως πρόεδρο, τρεις (3) Συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έναν (1) αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη.

Άρθρο 86

Ανάδειξη μελών δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων

1.

Οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη των δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων, με ισάριθμους αναπληρωτές, αναδεικνύονται με κλήρωση που γίνεται τον Ιούνιο κάθε έτους. Η θητεία τους αρχίζει την 1η Ιουλίου του ίδιου έτους και λήγει την 30ή Ιουνίου του επομένου. Για την κλήρωση εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία η οποία ισχύει για τα ανώτατα δικαστικά συμβούλια.

2.

Οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη των υπηρεσιακών συμβουλίων των εφετείων και των διοικητικών εφετείων και οι αναπληρωτές τους αναδεικνύονται με κληρώσεις μεταξύ των εφετών που υπηρετούν στο εφετείο ή διοικητικό εφετείο και των Αντεισαγγελέων εφετών που υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών. Αν οι υπηρετούντες δεν επαρκούν, αναδεικνύονται με την ίδια διαδικασία δεν επαρκούν, πρωτοδίκες ή αντεισαγγελείς πρωτοδικών που υπηρετούν στην έδρα του εφετείου.

3.

Οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη των δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων του Συμβουλίου της Επικρατείας και οι αναπληρωτές τους αναδεικνύονται με κλήρωση μεταξύ όλων των Συμβούλων της Επικρατείας.

4.

Οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη των δικαστικών συμβουλίων του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι αναπληρωτές τους αναδεικνύονται με κλήρωση στην οποία μετέχουν αντιστοίχως όλοι οι Αρεοπαγίτες ή οι Σύμβουλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

5.

Οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη των υπηρεσιακών συμβουλίων του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι αναπληρωτές τους αναδεικνύονται με κληρώσεις στις οποίες μετέχουν αντιστοίχως όλοι οι Αρεοπαγίτες ή οι Σύμβουλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και όλοι οι Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου ή οι Αντεπίτροποι της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

6.

Όσοι έχουν κληρωθεί ως μέλη πρωτοβάθμιου δικαστικού ή υπηρεσιακού συμβουλίου δεν μπορούν να κληρωθούν ως μέλη του αντίστοιχου δευτεροβάθμιου συμβουλίου και αντιστρόφως.

7.

Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, ο πρόεδρος του πενταμελούς δικαστικού συμβουλίου, καθώς και του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου ανώτατου δικαστηρίου αναπληρώνεται από τον αμέσως αρχαιότερό του Αντιπρόεδρο του ανώτατου δικαστηρίου. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, ο πρόεδρος του επταμελούς δικαστικού ή υπηρεσιακού συμβουλίου αναπληρώνεται από τον αμέσως νεότερό του Αντιπρόεδρο. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, ο πρόεδρος του υπηρεσιακού συμβουλίου εφετείου αναπληρώνεται από τον αμέσως αρχαιότερό του Πρόεδρο Εφετών και αν δεν υπηρετεί άλλος πρόεδρος εφετών, από τον αρχαιότερο Εφέτη.

8.

Οι δικαστικοί υπάλληλοι, μέλη των υπηρεσιακών συμβουλίων και παρατηρητές στα δικαστικά συμβούλια και οι αναπληρωτές τους αναδεικνύονται με εκλογές οι οποίες διεξάγονται ανά διετία με τη χρήση ενιαίου ψηφοδελτίου και με καθολική και μυστική ψηφοφορία, το αργότερο μέχρι τη 15η Ιουνίου του έτους εκλογής.

9.

Εκλόγιμοι είναι οι δικαστικοί υπάλληλοι με τουλάχιστον δέκα (10) έτη υπηρεσίας. Εξαιρούνται οι προϊστάμενοι γενικής διεύθυνσης, οι προϊστάμενοι διεύθυνσης και οι Γενικοί Συντονιστές του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ομοίως εξαιρούνται οι γραμματείς των υπηρεσιακών και δικαστικών συμβουλίων με τους αναπληρωτές τους για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντα αυτά, καθώς και όσοι τελούν σε κατάσταση αργίας. Οι υπάλληλοι που τελούν σε απόσπαση έχουν το δικαίωμα να εκλέγονται στα υπηρεσιακά συμβούλια της υπηρεσίας στην οποία υπάγονται οργανικά.

10.

Για την περίπτωση εκλογής ως μελών υπηρεσιακού συμβουλίου εφετείου ή διοικητικού εφετείου, οι υποψήφιοι πρέπει να υπηρετούν σε υπηρεσία της περιφέρειας του εφετείου. Αν οι υποψήφιοι δεν επαρκούν, αναδεικνύονται με την ίδια διαδικασία αντιστοίχως ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου και δικαστικοί υπάλληλοι με υπηρεσία μικρότερη της δεκαετίας. Εάν και πάλι δεν επαρκούν οι υποψήφιοι, γίνεται κλήρωση μεταξύ όλων των δικαστικών υπαλλήλων που υπηρετούν στην έδρα του εφετείου, με επιμέλεια του Προϊσταμένου ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου, κατά περίπτωση.

11.

Όσοι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν εκλεγεί ως μέλη πρωτοβάθμιου υπηρεσιακού συμβουλίου, δεν μπορεί να εκλεγούν ως μέλη του δευτεροβάθμιου και αντιστρόφως.

12.

Αν λυθεί η υπαλληλική σχέση τακτικού αιρετού μέλους του συμβουλίου, τακτικό μέλος ορίζεται το πρώτο αναπληρωματικό μέλος και το αναπληρωματικό μέλος αναπληρώνεται από το πρώτο στη σειρά εκλογής μέλος για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της θητείας του.

13.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη της ΟΔΥΕ και του Συλλόγου των Υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση, προκηρύσσονται οι εκλογές και ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες της κατά την παρ. 8 διεξαγωγής τους και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Άρθρο 87

Διαδικασία ενώπιον των δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων

1.

Τα πρωτοβάθμια δικαστικά και υπηρεσιακά συμβούλια επιλαμβάνονται ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης. Σε περίπτωση συναφών ερωτημάτων λαμβάνεται μέριμνα για την ενημέρωση των αρμόδιων συμβουλίων.

2.

Τα δικαστικά και υπηρεσιακά συμβούλια συνεδριάζουν στο κατάστημα του δικαστηρίου. Η συνεδρίαση των πρωτοβάθμιων συμβουλίων δεν είναι δημόσια.

3.

Χρέη γραμματέα των συμβουλίων ασκεί δικαστικός υπάλληλος με τουλάχιστον Β’ βαθμό. Ο γραμματέας προετοιμάζει τους σχετικούς φακέλους και αναδεικνύει το αντικείμενό τους και τη μεταξύ τους συνάφεια.

4.

Ο πρόεδρος του συμβουλίου λαμβάνει μέριμνα για τη συνεκδίκαση των συναφών υποθέσεων, κατά τρόπο ώστε να αντιμετωπίζονται δίκαια τα αιτήματα των δικαστικών υπαλλήλων και να εξυπηρετείται το συμφέρον της υπηρεσίας.

5.

Πριν από τη συζήτηση, τα μέλη των δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων λαμβάνουν γνώση των στοιχείων των φακέλων των κρινόμενων υποθέσεων.

6.

Για τη συζήτηση των υποθέσεων ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων, καλούνται υποχρεωτικά οι εκπρόσωποι των δικαστικών υπαλλήλων που αναδείχθηκαν με τη διαδικασία του άρθρου 86. Η κλήση μαζί με την ημερήσια διάταξη κοινοποιείται σε αυτούς πέντε (5) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση. Οι αιρετοί εκπρόσωποι έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση των φακέλων, να παρίστανται στη συζήτηση και να εκφράζουν γνώμη, αποχωρούν δε, όταν αρχίζει η ψηφοφορία. Αν δεν γίνει νομότυπα η κατά το δεύτερο εδάφιο κλήση, η συζήτηση αναβάλλεται. αφορούν στους υπαλλήλους του τομέα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια λαμβάνονται ύστερα από γνώμη του Γενικού Επιτρόπου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ο οποίος μπορεί να την υποβάλει εγγράφως και να παραστεί για να την αναπτύξει και προφορικά.

9.

Οι αποφάσεις των δικαστικών συμβουλίων του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου λαμβάνονται ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, αντιστοίχως.

10.

Οι αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις των δικαστικών συμβουλίων εκδίδονται μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη λήψη του σχετικού ερωτήματος και υποβάλλονται χωρίς καθυστέρηση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης με αντίγραφο του πρακτικού.

11.

Οι αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις των πρωτοβάθμιων δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων δεν απαγγέλλονται σε δημόσια συνεδρίαση.

Άρθρο 88

Αρμοδιότητα δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων

1.

Το πενταμελές δικαστικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποφασίζει σε πρώτο βαθμό για τη μονιμοποίηση και την παύση των δικαστικών υπαλλήλων για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα, ασθένεια, αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια.

2.

Το επταμελές δικαστικό συμβούλιο αποφασίζει σε δεύτερο βαθμό επί διαφωνίας του Υπουργού Δικαιοσύνης ή προσφυγής δικαστικού υπαλλήλου κατά των αποφάσεων των πενταμελών δικαστικών συμβουλίων του ίδιου τομέα.

3.

Το υπηρεσιακό συμβούλιο του εφετείου και του διοικητικού εφετείου επιλαμβάνεται σε πρώτο βαθμό για κάθε θέμα υπηρεσιακής κατάστασης και για τις πειθαρχικές υποθέσεις των δικαστικών υπαλλήλων που υπηρετούν στις γραμματείες δικαστηρίων και εισαγγελιών της περιφέρειάς τους, για την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων τμημάτων στις ίδιες γραμματείες, καθώς και για την εξέταση των ενστάσεων κατά των εκθέσεων αξιολόγησης των δικαστικών υπαλλήλων. Για τους υπαλλήλους της γραμματείας της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αρμόδιο είναι το υπηρεσιακό συμβούλιο του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

4.

Στην αρμοδιότητα του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάγονται: α. Τα θέματα της παρ. 3 που αφορούν στους υπαλλήλους της γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. β. Η μετάθεση και η απόσπαση υπαλλήλων της γραμματείας των διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων από την περιφέρεια ενός διοικητικού εφετείου σε άλλη, καθώς και η απόσπαση στη γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας. γ. Η επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων γενικών διευθύνσεων και διευθύνσεων των υπηρεσιών που αναφέρονται στην περ. β). δ. Η απόφαση σε δεύτερο βαθμό επί διαφωνίας του Υπουργού Δικαιοσύνης ή προσφυγής δικαστικού υπαλλήλου κατά των αποφάσεων των πενταμελών υπηρεσιακών συμβουλίων των διοικητικών εφετείων.

5.

Στην αρμοδιότητα του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Αρείου Πάγου υπάγονται: α. Τα θέματα της παρ. 3 που αφορούν στους υπαλλήλους του και τους υπαλλήλους της γραμματείας της εισαγγελίας του. β. Η μετάθεση και η απόσπαση υπαλλήλων του δικαστηρίου αυτού και της γραμματείας της εισαγγελίας του, των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών τους από την περιφέρεια ενός εφετείου σε άλλη ή στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ή της εισαγγελίας του. γ. Η επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων γενικών διευθύνσεων και διευθύνσεων των υπηρεσιών που προβλέπονται στην περ. β). δ. Η απόφαση σε δεύτερο βαθμό επί διαφωνίας του Υπουργού Δικαιοσύνης ή προσφυγής δικαστικού υπαλλήλου κατά των αποφάσεων των πενταμελών υπηρεσιακών συμβουλίων των εφετείων.

6.

Στην αρμοδιότητα του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπάγονται τα θέματα υπηρεσιακής κατάστασης και οι πειθαρχικές υποθέσεις των υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, η επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων οργανικών μονάδων, καθώς και η εξέταση των ενστάσεων κατά των εκθέσεων αξιολόγησης των δικαστικών υπαλλήλων.

7.

Το επταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο αποφασίζει σε δεύτερο βαθμό επί διαφωνίας του Υπουργού Δικαιοσύνης ή προσφυγής δικαστικού υπαλλήλου κατά των αποφάσεων των πενταμελών υπηρεσιακών συμβουλίων των ανώτατων δικαστηρίων του ίδιου κλάδου δικαιοδοσίας.

8.

Τα επταμελή υπηρεσιακά συμβούλια του τομέα γνωμοδοτούν για την απονομή επαίνου και μεταλλίου διακεκριμένων πράξεων.

9.

Tα δικαστικά και υπηρεσιακά συμβούλια αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν για κάθε άλλο θέμα υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστικών υπαλλήλων, για το οποίο απαιτείται κατά νόμο απόφαση ή γνωμοδότηση, αντιστοίχως, του υπηρεσιακού συμβουλίου.

Άρθρο 89

Δεύτερος βαθμός κρίσης

1.

Οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων κοινοποιούνται, με επιμέλεια του γραμματέα του συμβουλίου, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την έκδοσή τους, στους υπαλλήλους που αφορούν και διαβιβάζονται, μέσα στην ίδια προθεσμία, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ειδικά οι αποφάσεις που αφορούν στην επιλογή προϊσταμένων λειτουργεί το υπηρεσιακό συμβούλιο που εξέδωσε την απόφαση. Για την ανάρτηση συντάσσεται πρακτικό.

2.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, αν διαφωνεί με απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστικού ή υπηρεσιακού συμβουλίου ή με γνωμοδότησή του, που κατά τον νόμο απαιτείται να είναι σύμφωνη, μπορεί μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την ημερομηνία κοινοποίησης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της απόφασης ή γνωμοδότησης να παραπέμψει το ερώτημα στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο συμβούλιο για κρίση σε δεύτερο βαθμό.

3.

Δικαστικός υπάλληλος που κρίθηκε δυσμενώς δικαιούται να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης ή γνωμοδότησης του πρωτοβάθμιου συμβουλίου.

4.

Η προσφυγή ασκείται με κατάθεση στον προϊστάμενο ή στον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου, της εισαγγελίας ή της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί ο προσφεύγων, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση ή, αν στρέφεται κατά απόφασης επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων, από την ανάρτηση. Ο προϊστάμενος αποστέλλει την προσφυγή στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο συμβούλιο μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κατάθεσή της και μέσα στην ίδια προθεσμία διαβιβάζει αντίγραφό της στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

5.

Δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, ο γραμματέας του δευτεροβάθμιου συμβουλίου κοινοποιεί αντίγραφο του ερωτήματος του Υπουργού Δικαιοσύνης ή της προσφυγής στους δικαστικούς υπαλλήλους που έχουν έννομο συμφέρον να αντικρούσουν το ερώτημα αυτό ή την προσφυγή. Οι δικαστικοί αυτοί υπάλληλοι δικαιούνται να υποβάλουν υπόμνημα στον γραμματέα του συμβουλίου πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση.

6.

Ο δικαστικός υπάλληλος που υπέβαλε προσφυγή ή υπόμνημα έχει δικαίωμα πρόσβασης στα στοιχεία του φακέλου που τον αφορούν, υπό την ευθύνη του προέδρου του συμβουλίου, ο οποίος λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά το συμφέρον του υπαλλήλου, προσωπικά δεδομένα τρίτων και το δημόσιο συμφέρον και δικαιούται να αναπτύξει και προφορικά τις απόψεις του είτε αυτοπροσώπως είτε μετά ή διά πληρεξουσίου δικηγόρου. Δικαιούται επίσης να υποβάλλει υπομνήματα πριν από τη συνεδρίαση, καθώς και μετά από αυτήν εντός της προθεσμίας που θα του χορηγήσει ο πρόεδρος.

7.

Οι συνεδριάσεις των δευτεροβάθμιων δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων, περιλαμβανομένων των πειθαρχικών, είναι δημόσιες. Οι διασκέψεις είναι μυστικές. Ο πρόεδρος του συμβουλίου, λαμβάνοντας υπόψη τη χωρητικότητα της αίθουσας και το εύρυθμο της διαδικασίας, μπορεί να ορίσει κατά την κρίση του τον αριθμό των προσώπων που μπορούν να μείνουν στην αίθουσα της συνεδρίασης, εφόσον δεν αναιρείται η δημοσιότητά της και να διατάξει τον αποκλεισμό των ανηλίκων και όσων εμφανίζονται ή φέρονται με τρόπο ανάρμοστο. Το συμβούλιο μπορεί, είτε κατ’ αίτηση του διωκομένου ή άλλου προσώπου είτε αυτεπαγγέλτως, να διατάξει τη διεξαγωγή της συνεδρίασης ή μέρους αυτής κεκλεισμένων των θυρών, αν συντρέχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος ή προς προστασία των δικαιωμάτων του διωκομένου ή άλλων προσώπων. Ο πρόεδρος του συμβουλίου διατάσσει την απομάκρυνση όσων με τη συμπεριφορά τους παρακωλύουν την ομαλή διεξαγωγή της συνεδρίασης.

8.

Το δευτεροβάθμιο συμβούλιο εκδίδει και απαγγέλλει την απόφασή του σε δημόσια συνεδρίαση μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη λήψη της προσφυγής ή του ερωτήματος.

9.

Η προθεσμία για την άσκηση διαφωνίας ή προσφυγής κατά τις παρ. 2 και 3, καθώς και η άσκησή τους αναστέλλουν την εκτέλεση των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα. Στις περιπτώσεις αυτές, ο δικαστικός υπάλληλος έχει δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναστολής κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστικού ή υπηρεσιακού συμβουλίου για πρόδηλη βασιμότητα ή ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη, επί της οποίας αποφαίνεται ο πρόεδρος του δευτεροβάθμιου δικαστικού ή υπηρεσιακού συμβουλίου, αφού σταθμίσει και το δημόσιο συμφέρον.

10.

Ειδικές διατάξεις του Κώδικα για τη διαδικασία ενώπιον των δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων κατισχύουν του παρόντος άρθρου για το αντικείμενο που ρυθμίζουν. ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ

Άρθρο 90

Υπηρεσιακές συνελεύσεις δικαστικών υπαλλήλων

1.

Σε κάθε δικαστήριο και εισαγγελία, καθώς και στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων λειτουργεί υπηρεσιακή συνέλευση που αποτελείται από τους δικαστικούς υπαλλήλους του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας. Ειδικά στο Ελεγκτικό Συνέδριο λειτουργούν υπηρεσιακές συνελεύσεις στην κεντρική υπηρεσία και σε κάθε υπηρεσία της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο στις λοιπές πλην της Αττικής περιφέρειες.

2.

Στην υπηρεσιακή συνέλευση προεδρεύει ο δικαστικός υπάλληλος που διευθύνει τις υπηρεσίες της γραμματείας του δικαστηρίου, της εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Στην υπηρεσιακή συνέλευση της κεντρικής υπηρεσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου προεδρεύει ο αρμόδιος Γενικός Συντονιστής και σε κάθε Υπηρεσία της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο στις λοιπές πλην Αττικής περιφέρειες, ο Επίτροπος. Στις περιφέρειες όπου λειτουργούν περισσότερες από μία Υπηρεσίες Επιτρόπου, μπορεί να λειτουργήσει κοινή υπηρεσιακή συνέλευση, στην οποία προεδρεύει ο αρχαιότερος Επίτροπος. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματός του, προεδρεύει ο νόμιμος αναπληρωτής του.

3.

Η υπηρεσιακή συνέλευση συγκαλείται από τον πρόεδρό της ή, σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύμα

  • γ) του άρθρου 91. Συγκαλείται επίσης υποχρεωτικώς:
  • α) δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση

της ολομέλειας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας για την κατάρτιση, συμπλήρωση, τροποποίηση, αντικατάσταση ή κατάργηση διατάξεων του κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας και β) αν το ζητήσουν περισσότερα από το 1/3 των μελών της με αίτησή τους προς τον πρόεδρο της συνέλευσης. Στην αίτηση προτείνονται τα θέματα και ο εισηγητής. Στην περίπτωση αυτή η υπηρεσιακή συνέλευση συγκαλείται υποχρεωτικώς από τον πρόεδρο μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και έχει ως θέματα ημερήσιας διάταξης εκείνα που προτείνονται με αυτή. Ειδικά για το Ελεγκτικό Συνέδριο, οι υποχρεώσεις της παρούσας ισχύουν μόνο για την υπηρεσιακή συνέλευση της κεντρικής υπηρεσίας.

Άρθρο 91

Αρμοδιότητα υπηρεσιακής συνέλευσης Στην αρμοδιότητα της υπηρεσιακής συνέλευσης ανήκουν: α. η υποβολή προτάσεων για: αα) την κατανομή των θέσεων και τον προγραμματισμό των προσλήψεων,

  • αβ) τον προγραμματισμό των εργασιών της γραμματείας

του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, αγ) την κατάρτιση, συμπλήρωση, τροποποίηση, αντικατάσταση ή κατάργηση διατάξεων του κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων,

  • αδ) τα κριτήρια επιλογής των δικαστικών υπαλλήλων για

τη συμμετοχή σε επιτροπές, συμβούλια και κάθε είδους συλλογικά όργανα που προβλέπονται από τον νόμο ή τον κανονισμό του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, αε) τα κριτήρια τοποθέτησης και μετακίνησης των υπαλλήλων, β. η αξιολόγηση των εργασιών της γραμματείας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, γ. η συζήτηση επί των εκθέσεων των υπαλλήλων στις οποίες περιέχονται διαπιστώσεις και προτάσεις για την καλύτερη οργάνωση και λειτουργία της υπηρεσίας, δ. κάθε θέμα, το οποίο ανατίθεται στην υπηρεσιακή συνέλευση από ειδικές διατάξεις.

Άρθρο 92

Σύγκληση της υπηρεσιακής συνέλευσης

1.

Η πρόσκληση για τη σύγκληση της υπηρεσιακής συνέλευσης, με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, αναρτάται στα δικαστικά καταστήματα, με επιμέλεια του προέδρου της, δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημερομηνία της συνεδρίασης. Ο πρόεδρος της υπηρεσιακής συνέλευσης υποχρεούται να έχει στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου μέλους τις εισηγήσεις και τα πληροφοριακά στοιχεία που υπάρχουν για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Τα θέματα της ημερήσιας διάταξης εισηγείται ο πρόεδρος της υπηρεσιακής συνέλευσης ή μέλος της, που ορίζεται από τον ίδιο, ή το μέλος που έχει προταθεί με την αίτηση σύγκλησης της συνέλευσης που υποβλήθηκε σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 90.

2.

Στην υπηρεσιακή συνέλευση καλούνται δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημερομηνία της συνεδρίασης και μπορούν να παρίστανται:

  • α) Ο πρόεδρος και τα μέλη του τριμελούς συμβουλίου

διεύθυνσης ή ο δικαστικός λειτουργός που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων.

  • β) Ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και ο γενικός γραμματέας της συνδικαλιστικής οργάνωσης των δικαστικών

υπαλλήλων ή τρεις εκπρόσωποί τους, που ορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της συνδικαλιστικής οργάνωσης και,

  • γ) εκπρόσωπος του δικηγορικού συλλόγου, ο οποίος

ορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου. Οι ανωτέρω μπορούν να υποβάλλουν έγγραφες προτάσεις, τις οποίες, εφόσον το επιθυμούν, αναπτύσσουν αμέσως μετά την εισήγηση.

3.

Η υπηρεσιακή συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα το πενήντα τοις εκατό (50%) συν ένα των μελών της. Αν δεν υπάρχει απαρτία, η υπηρεσιακή συνέλευση συγκαλείται πάλι την πέμπτη (5η) εργάσιμη ημέρα από την αρχική ημερομηνία συνεδρίασης και συνεδριάζει εφόσον παρίσταται το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον των μελών της.

4.

Οι αποφάσεις της υπηρεσιακής συνέλευσης λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών και εφόσον σε κάθε περίπτωση υπάρχει απαρτία. Αν δεν σχηματιστεί απόλυτη πλειοψηφία, επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία μεταξύ των δύο επικρατέστερων γνωμών.

5.

Σε κάθε υπηρεσιακή συνέλευση τηρούνται πρακτικά με ευθύνη του προέδρου της. Για τον σκοπό αυτόν, στην αρχή της συνεδρίασης ορίζονται από τον πρόεδρο, ως γραμματείς, δύο από τα μέλη της υπηρεσιακής συνέλευσης.

6.

Τα πρακτικά και οι αποφάσεις υπογράφονται από τον πρόεδρο και τους γραμματείς της υπηρεσιακής συνέλευσης και αποστέλλονται α) στον Υπουργό Δικαιοσύνης, β) στον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, γ) στον πρόεδρο και στα μέλη του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή στον δικαστικό λειτουργό που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, στον δικηγορικό σύλλογο, στην πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση των δικαστικών υπαλλήλων ή στον Σύλλογο Υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην ένωση δικαστικών λειτουργών και στην Ομοσπονδία Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδος (Ο.Δ.Υ.Ε.).

1.

Στις γραμματείες των δικαστηρίων και εισαγγελιών όπου, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσίας, υπάρχουν περισσότερες από τρεις (3) οργανικές μονάδες, λειτουργεί σύσκεψη προϊσταμένων οργανικών μονάδων που αποτελείται υποχρεωτικά από όλους τους δικαστικούς υπαλλήλους που ασκούν χρέη προϊσταμένου διεύθυνσης και προϊσταμένου τμήματος.

2.

Στην αρμοδιότητα της σύσκεψης ανήκουν: α) η υποβολή προτάσεων και εισηγήσεων προς την υπηρεσιακή συνέλευση για τα θέματα που προβλέπονται στο άρθρο 91, β) ο έλεγχος της υλοποίησης των αποφάσεων της υπηρεσιακής συνέλευσης, και γ) κάθε άλλο θέμα που ανατίθεται σε αυτήν με απόφαση της υπηρεσιακής συνέλευσης.

3.

Η σύσκεψη των προϊσταμένων οργανικών μονάδων συγκαλείται από τον δικαστικό υπάλληλο που διευθύνει τις υπηρεσίες της γραμματείας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή τον αρχαιότερο προϊστάμενο διεύθυνσης ή τον αρχαιότερο προϊστάμενο τμήματος ή, αν το ζητήσει το ένα τρίτο (1/3) των υπηρετούντων προϊσταμένων, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να είναι μικρότερος από δύο (2). Στη σύσκεψη προεδρεύει ο αρχαιότερος προϊστάμενος και σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι, ο προϊστάμενος που έχει τον περισσότερο χρόνο υπηρεσίας στον Α’ βαθμό.

4.

Σε κάθε σύσκεψη τηρούνται πρακτικά με ευθύνη του προέδρου της. Τα πρακτικά και οι αποφάσεις υπογράφονται και αποστέλλονται στον πρόεδρο και τα μέλη του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή στον δικαστικό λειτουργό που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, καθώς και στον δικαστικό υπάλληλο που διευθύνει τις υπηρεσίες της γραμματείας του δικαστηρίου.

5.

Ειδικότερα θέματα που άπτονται της λειτουργίας της σύσκεψης ρυθμίζονται από τον «Κανονισμό λειτουργίας της σύσκεψης προϊσταμένων οργανικών μονάδων» που εγκρίνεται από την υπηρεσιακή συνέλευση.

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ - ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Άρθρο 94

Δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης

1.

Η έκφραση των πολιτικών, φιλοσοφικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων και των επιστημονικών απόψεων, καθώς και η υπηρεσιακή κριτική των πράξεων της προϊσταμένης αρχής, εφόσον ασκείται με σεβασμό, αποτελούν δικαίωμα των δικαστικών υπαλλήλων που τελεί υπό την εγγύηση του κράτους. Καμία διάκριση δεν γίνεται στους δικαστικούς υπαλλήλους λόγω των πεποιθήσεων ή των απόψεών τους ή της κατά τα ανωτέρω υπηρεσιακής κριτικής πράξεων της προϊσταμένης αρχής.

2.

Η συμμετοχή των υπαλλήλων στην πολιτική ζωή της χώρας επιτρέπεται.

3.

Οι δικαστικοί υπάλληλοι δεν εκδηλώνουν ή διαδίδουν τις πολιτικές, φιλοσοφικές ή θρησκευτικές τους πεποιθήσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή χρησιμοποιώντας την ιδιότητά τους.

Άρθρο 95

Συνδικαλιστικά δικαιώματα

1.

Η συνδικαλιστική ελευθερία και η ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτή δικαιωμάτων διασφαλίζονται στους δικαστικούς υπαλλήλους.

2.

Οι δικαστικοί υπάλληλοι μπορούν ελεύθερα, τηρώντας τον νόμο, να ιδρύουν συνδικαλιστικές οργανώσεις, να γίνονται μέλη τους και να ασκούν τα συνδικαλιστικά τους δικαιώματα.

3.

Οι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν δικαίωμα προσφυγής σε απεργία για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών, κοινωνικών και ασφαλιστικών συμφερόντων τους. Το δικαίωμα της απεργίας ασκείται σύμφωνα με τον νόμο που το ρυθμίζει.

4.

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις διαβουλεύονται και διαπραγματεύονται με τις αρμόδιες αρχές για τους όρους και τις συνθήκες εργασίας των μελών τους.

Άρθρο 96

Δικαίωμα άσκησης καθηκόντων Ο δικαστικός υπάλληλος έχει δικαίωμα να εκτελεί τα καθήκοντα του κλάδου στον οποίο ανήκει και της ειδικότητάς του, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 112.

Άρθρο 97

Αποδοχές - Έξοδα μετακίνησης

1.

Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται μισθό και τις κάθε είδους αμοιβές και απολαβές που καθορίζονται από τη νομοθεσία.

2.

Η αξίωση του δικαστικού υπαλλήλου για τον μισθό αρχίζει από την ανάληψη της υπηρεσίας και παύει με τη λύση της υπαλληλικής σχέσης, με την επιφύλαξη της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας περί αποδοχών.

3.

Οι αποδοχές του δικαστικού υπαλλήλου προκαταβάλλονται κάθε δεκαπενθήμερο.

4.

Οι κάθε είδους πρόσθετες αποδοχές ή απολαβές του δικαστικού υπαλλήλου δεν είναι κατά μήνα ανώτερες από το σύνολο των αποδοχών της οργανικής του θέσης. Τα οδοιπορικά έξοδα και η αποζημίωση για υπηρεσία εκτός έδρας, τα έξοδα μετακίνησης εκτός γραφείου για εκτέλεση υπηρεσίας εντός της έδρας και κάθε αποζημίωση που δικαιούται ο δικαστικός υπάλληλος για δαπάνη που αποδεδειγμένα πραγματοποιεί για την εκτέλεση υπηρεσίας δεν υπάγονται στον ανωτέρω περιορισμό.

5.

Η αξίωση για πλήρη μισθό του δικαστικού υπαλλήλου, ο οποίος ανακαλείται από την κατάσταση της διαθεσιμότητας ή της αργίας, αρχίζει από την εκ νέου ανάληψη των καθηκόντων του.

6.

Μετά τη λήξη του χρόνου αναρρωτικής άδειας ή διαθεσιμότητας και εφόσον εκκρεμεί διαδικασία απόλυσης του δικαστικού υπαλλήλου λόγω σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας για την εκτέλεση καθηκόντων δικαστικού υπαλλήλου, καταβάλλεται ο μισθός της διαθεσιμότητας, μέχρις ότου λυθεί η υπαλληλική σχέση.

7.

Μισθός δεν οφείλεται για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο δικαστικός υπάλληλος δεν εργάστηκε από υπαιτιότητά του. Στην περίπτωση αυτή ο προϊστάμενος του μισθού. Η πράξη διαβιβάζεται στο αρμόδιο για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανο, για να προβεί με πράξη του στην περικοπή. Κατά των πράξεων αυτών, που κοινοποιούνται με απόδειξη στον δικαστικό υπάλληλο, επιτρέπεται προσφυγή που ασκείται ενώπιον του υπηρεσιακού συμβουλίου μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Κατά της απόφασης του συμβουλίου αυτού δεν χωρεί προσφυγή στο δευτεροβάθμιο συμβούλιο.

8.

Ως προς την κάλυψη των δαπανών και την αποζημίωση των δικαστικών υπαλλήλων που μετακινούνται εντός και εκτός της επικράτειας για υπηρεσιακούς λόγους, εφαρμόζονται ο ν. 4354/2015 (Α’ 176) και η υποπαρ. Δ9 της παρ. Δ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α’ 94).

Άρθρο 98

Όροι υγιεινής και ασφάλειας

1.

Στους δικαστικούς υπαλλήλους παρέχονται οι χώροι και τα κατάλληλα μέσα, ώστε να εργάζονται υπό συνθήκες ασφάλειας, υγιεινής και αξιοπρέπειας, λαμβάνοντας ιδιαίτερη μέριμνα για τους δικαστικούς υπαλλήλους με αναπηρία, ώστε να μπορούν να εκτελούν τα καθήκοντά τους.

2.

Η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης μεριμνά για τη διασφάλιση των κατά την παρ. 1 συνθηκών εργασίας.

Άρθρο 99

Υγειονομική περίθαλψη - Έξοδα κηδείας

1.

Ο δικαστικός υπάλληλος έχει δικαίωμα να εξασφαλίζεται στον ίδιο και στην οικογένειά του υγειονομική περίθαλψη, νοσοκομειακή, ιατρική και φαρμακευτική. Ως οικογένεια νοείται και εκείνη που προκύπτει από σύμφωνο συμβίωσης.

2.

Η υπηρεσία καταβάλει τα έξοδα κηδείας του δικαστικού υπαλλήλου, του συζύγου ή του ετέρου μέρους του συμφώνου συμβίωσης και των τέκνων τους, εφόσον αυτοί προστατεύονταν και συντηρούνταν από αυτόν. Από τα έξοδα αυτά εκπίπτει κάθε ποσό που καταβάλλεται για την ίδια αιτία από ασφαλιστικό οργανισμό ή από οποιονδήποτε άλλο φορέα.

3.

Ως προς τους φορείς, τις προϋποθέσεις και τον τρόπο παροχής υγειονομικής περίθαλψης στον δικαστικό υπάλληλο και στα μέλη της οικογένειάς του που δικαιούνται περίθαλψη, τη συμμετοχή στις σχετικές δαπάνες, καθώς και ως προς τις προϋποθέσεις, το ύψος και τον τρόπο καταβολής των εξόδων κηδείας, εφαρμόζεται ο ν. 3528/2007 (Α’ 26) για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.

Άρθρο 100

Άδειες απουσίας - Αρμοδιότητα χορήγησης

1.

Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται άδειες απουσίας από την υπηρεσία του, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα επόμενα άρθρα.

2.

Οι άδειες, με την επιφύλαξη της παρ. 3, χορηγούνται από τον διευθύνοντα το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τη Γενική Επιτροπεία των διοικητικών δικαστηρίων, ύστερα από αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου και γνώμη του προϊσταμένου της γραμματείας. Στους υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου οι άδειες χορηγούνται από τον πρόεδρο ή τον κατ’ εξουσιοδότηση αυτού αντιπρόεδρο, ύστερα από γνώμη του άμεσου προϊσταμένου του υπαλλήλου και του γενικού συντονιστή και, για τους υπαλλήλους της Γενικής Επιτροπείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, από τον γενικό επίτροπο αυτής, ύστερα από γνώμη του Γενικού Συντονιστή Διοικητικής Υποστήριξης.

3.

Οι άδειες των άρθρων 101, 103, 104 και της παρ. 2 του άρθρου 106 χορηγούνται από τον προϊστάμενο της Γραμματείας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Στους υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου οι ανωτέρω άδειες χορηγούνται από τον οικείο Γενικό Συντονιστή.

Άρθρο 101

Κανονικές άδειες

1.

Ο δικαστικός υπάλληλος ο οποίος έχει συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία ενός (1) έτους, δικαιούται σε κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια απουσίας είκοσι πέντε (25) εργάσιμων ημερών.

2.

Με απόφαση του αρμοδίου οργάνου προσαυξάνεται έως πέντε (5) εργάσιμες ημέρες η διάρκεια της κανονικής άδειας για τους δικαστικούς υπαλλήλους που υπηρετούν στις παραμεθόριες περιοχές.

3.

Πριν από τη συμπλήρωση έτους και εφόσον έχουν παρέλθει δύο (2) μήνες από τον διορισμό του, ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται κανονική άδεια δύο (2) ημερών για κάθε μήνα υπηρεσίας. Η άδεια αυτή δεν μπορεί να υπερβεί τον συνολικό αριθμό των ημερών κανονικής άδειας που δικαιούται ο υπάλληλος κατά ημερολογιακό έτος.

4.

Η κανονική άδεια χορηγείται υποχρεωτικώς στον δικαστικό υπάλληλο κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους και αν ακόμη δεν τη ζητήσει. Για τον ειδικότερο καθορισμό του χρόνου χορήγησής της λαμβάνεται υπόψη το αίτημα του υπαλλήλου σε συνδυασμό με τις υπηρεσιακές ανάγκες.

5.

Με αιτιολογημένη πράξη, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 100, επιτρέπεται να μη χορηγείται, να περιορίζεται ή να ανακαλείται η κανονική άδεια, προκειμένου να αντιμετωπιστούν έκτακτες ανάγκες της υπηρεσίας.

6.

Η άδεια που δεν χορηγήθηκε κατ’ εφαρμογή της παρ. 5 χορηγείται υποχρεωτικά το επόμενο έτος και έως τις 30 Ιουνίου.

7.

Από τον χρόνο της κανονικής άδειας αφαιρείται ο χρόνος κάθε αδικαιολόγητης απουσίας.

8.

Υπάλληλος με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 50% δικαιούται την προβλεπόμενη στην παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 2643/1998 (Α’ 220) επαύξηση της ετήσιας άδειας κατά έξι (6) εργάσιμες ημέρες. των δικαστικών διακοπών Ο δικαστικός υπάλληλος έχει κατά την περίοδο των δικαστικών διακοπών δικαίωμα απουσίας για δέκα (10) εργάσιμες ημέρες. Η απουσία εγκρίνεται με βάση τις ανάγκες της υπηρεσίας και κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 100.

Άρθρο 103

Άδειες μητρότητας

1.

Στη δικαστική υπάλληλο χορηγείται άδεια μητρότητας με πλήρεις αποδοχές δύο (2) μήνες πριν από τον τοκετό (άδεια κύησης) και τρεις (3) μήνες μετά (άδεια λοχείας). Η άδεια κύησης χορηγείται ύστερα από βεβαίωση του θεράποντος ιατρού για τον πιθανολογούμενο χρόνο τοκετού. Σε περίπτωση απόκτησης τέκνου πέραν του τρίτου, η άδεια μετά τον τοκετό προσαυξάνεται κατά δύο (2) μήνες κάθε φορά. Σε περίπτωση πολύδυμης κύησης, η άδεια λοχείας αυξάνεται κατά έναν (1) μήνα για κάθε τέκνο πέραν του ενός.

2.

Όταν ο τοκετός πραγματοποιείται σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν που είχε πιθανολογηθεί, η άδεια που έχει χορηγηθεί παρατείνεται μέχρι την πραγματική ημερομηνία του τοκετού, χωρίς αυτή η παράταση να συνεπάγεται αντίστοιχη μείωση του χρόνου της άδειας που χορηγείται μετά τον τοκετό. Όταν ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που είχε πιθανολογηθεί, το υπόλοιπο της άδειας χορηγείται μετά τον τοκετό, ώστε να εξασφαλιστεί συνολικός χρόνος πέντε (5) μηνών.

3.

Στην κυοφορούσα δικαστική υπάλληλο, που έχει ανάγκη ειδικής κατ’ οίκον θεραπείας πέρα από το όριο της αναρρωτικής άδειας με αποδοχές, χορηγείται άδεια με πλήρεις αποδοχές, εφόσον υποβληθεί σχετική βεβαίωση του θεράποντος ιατρού και διευθυντή γυναικολογικής ή μαιευτικής κλινικής ή τμήματος δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος.

4.

Σε περίπτωση τοκετού με νεκρό κύημα, χορηγείται στη δικαστική υπάλληλο άδεια είκοσι (20) ημερών με πλήρεις αποδοχές, εφόσον αυτή έχει εξαντλήσει τα χρονικά όρια της αναρρωτικής άδειας.

5.

Σε δικαστικό υπάλληλο που υιοθετεί ή αναδέχεται τέκνο ή αποκτά τέκνο με τη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας, χορηγείται άδεια τριών (3) μηνών με πλήρεις αποδοχές μέσα στο πρώτο εξάμηνο μετά την περάτωση της διαδικασίας της υιοθεσίας ή της αναδοχής, εφόσον το τέκνο είναι ηλικίας έως έξι (6) ετών. Ένας μήνας από την άδεια μπορεί να καλύπτει απουσία του υπαλλήλου κατά το προ της υιοθεσίας ή της αναδοχής διάστημα.

Άρθρο 104

Γονικές άδειες ανατροφής τέκνου

1.

Στον φυσικό, θετό ή ανάδοχο γονέα δικαστικό υπάλληλο, που έχει τέκνο ηλικίας έως έξι (6) ετών, ή έως οκτώ (8) ετών εφόσον η υιοθεσία ή η αναδοχή δεν έχει ολοκληρωθεί έως τα έξι (6) έτη, χορηγείται υποχρεωτικά, ύστερα από αίτησή του, γονική άδεια ανατροφής του τέκνου έως δύο (2) έτη, χωρίς αποδοχές. Διάστημα τριών (3) μηνών της άδειας αυτής χορηγείται με πλήρεις αποδοχές στην περίπτωση απόκτησης τρίτου τέκνου και άνω. Ο χρόνος της άδειας αυτής (χωρίς αποδοχές) δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας. Η άδεια αυτή χορηγείται μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας.

2.

Ο χρόνος εργασίας του γονέα δικαστικού υπαλλήλου μειώνεται κατά δύο (2) ώρες ημερησίως εφόσον έχει τέκνα ηλικίας έως δύο (2) ετών και κατά μία (1) ώρα, εφόσον έχει τέκνα ηλικίας από δύο (2) έως τεσσάρων (4) ετών. Ο γονέας δικαστικός υπάλληλος δικαιούται εννέα (9) μήνες άδεια με αποδοχές για ανατροφή τέκνου, εφόσον δεν κάνει χρήση του κατά το πρώτο εδάφιο μειωμένου ωραρίου.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)