Νόμοι — ΦΕΚ A' 68/2021

Type Νόμος
Publication 2021-04-24
Τελευταία ενημέρωση 2021-04-23
State In force
Source ΦΕΚ
articles 259
Reform history JSON API
Άρθρο 143

Προϊστάμενοι οργανικών μονάδων Προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων τοποθετούνται δικαστικοί υπάλληλοι, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα επόμενα άρθρα. Ως οργανικές μονάδες νοούνται η γενική διεύθυνση, η διεύθυνση και το τμήμα.

Άρθρο 144

Επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων

1.

Ως προϊστάμενοι γενικής διεύθυνσης επιλέγονται δικαστικοί υπάλληλοι του οικείου τομέα της κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ, εφόσον: α) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου γενικής διεύθυνσης για ένα (1) τουλάχιστον έτος ή β) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου διεύθυνσης για τρία (3) τουλάχιστον έτη ή γ) είναι κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς διδακτορικού διπλώματος ή απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΣΔΔΑ) ή κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών και κατέχουν βαθμό Α’ με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον οκτώ (8) έτη στον βαθμό αυτό ή δ) κατέχουν βαθμό Α’ με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον δέκα (10) έτη στον βαθμό αυτόν.

2.

Ως προϊστάμενοι διεύθυνσης επιλέγονται δικαστικοί υπάλληλοι του οικείου τομέα κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ, οι οποίοι έχουν τουλάχιστον επταετή υπηρεσία σε κάποιον από τους τομείς του άρθρου 18 ως μόνιμοι δικαστικοί υπάλληλοι, εφόσον: α) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου διεύθυνσης επί ένα (1) έτος τουλάχιστον ή β) είναι κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς διδακτορικού διπλώματος ή απόφοιτοι της ΕΣΔΔΑ ή κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών και κατέχουν βαθμό Α’ με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον οκτώ (8) έτη στον βαθμό αυτό ή γ) κατέχουν βαθμό Α’ και έχουν ασκήσει συνολικά τουλάχιστον για τρία (3) έτη καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος ή δ) κατέχουν βαθμό προϊστάμενοι διεύθυνσης υπάλληλοι του οικείου τομέα κατηγορίας ΔΕ, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις.

3.

Ως προϊστάμενοι τμήματος επιλέγονται υπάλληλοι ΠΕ ή ΤΕ ή ΔΕ του οικείου δικαστηρίου ή εισαγγελίας οι οποίοι έχουν τουλάχιστον πενταετή υπηρεσία σε κάποιον από τους τομείς του άρθρου 18 ως δικαστικοί υπάλληλοι, εφόσον: α) κατέχουν τον βαθμό Α’ ή β) έχουν ασκήσει για τουλάχιστον ένα (1) έτος καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος.

4.

Η επιλογή προϊσταμένου οργανικής μονάδας γίνεται ύστερα από αίτηση υποψηφιότητας, η οποία υποβάλλεται στον διευθύνοντα το δικαστήριο, την εισαγγελία ή την Υπηρεσία στην οποία υπηρετεί ο αιτών, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία που τάσσεται με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δέκα (10) ημέρες. Η προθεσμία αυτή αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση της πράξης, με επιμέλεια του ανωτέρω διευθύνοντος. Ο διευθύνων το δικαστήριο, την εισαγγελία ή την Υπηρεσία αποστέλλει την αίτηση στο αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο μέσα σε δύο (2) ημέρες από την υποβολή της και την κοινοποιεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

5.

Για την επιλογή προϊσταμένου γενικής διεύθυνσης ο αριθμός των κρινόμενων δικαστικών υπαλλήλων πρέπει να είναι τουλάχιστον τριπλάσιος του αριθμού των κενών θέσεων στις οποίες αφορά η κρίση. Εφόσον δεν συμπληρώνεται ο αριθμός αυτός από δικαστικούς υπαλλήλους που έχουν τα τυπικά προσόντα που προβλέπονται στην παρ. 1 και έχουν υποβάλει αίτηση υποψηφιότητας, ο πίνακας των δικαστικών υπαλλήλων που κρίνονται συμπληρώνεται από προϊσταμένους τμημάτων, κατόχους πτυχίου Α.Ε.Ι. που έχουν τουλάχιστον εικοσιπενταετή υπηρεσία, έχουν διατελέσει επί δύο (2) τουλάχιστον τριετίες προϊστάμενοι τμήματος και έχουν υποβάλει αίτηση υποψηφιότητας.

6.

Για την επιλογή προϊσταμένου διεύθυνσης και τμήματος ο αριθμός των κρινόμενων δικαστικών υπαλλήλων πρέπει να είναι τουλάχιστον διπλάσιος του αριθμού των κενών θέσεων τις οποίες αφορά η κρίση. Εφόσον δεν συμπληρώνεται ο αριθμός αυτός από δικαστικούς υπαλλήλους που έχουν τα τυπικά προσόντα που προβλέπονται στις παρ. 2 και 3, αντίστοιχα, και έχουν υποβάλει αίτηση υποψηφιότητας, ο πίνακας των δικαστικών υπαλλήλων που κρίνονται για προϊστάμενοι διεύθυνσης συμπληρώνεται από κατόχους βαθμού Α’ με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον πέντε (5) έτη και έχουν υποβάλει αίτηση. Εάν δεν υπάρχουν υπάλληλοι με βαθμό Α’ ή ο αριθμός δεν επαρκεί, ο πίνακας των υπαλλήλων που κρίνονται για προϊστάμενοι τμήματος, συμπληρώνεται από κατόχους βαθμού Β’ με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον πέντε (5) έτη και έχουν υποβάλει αίτηση υποψηφιότητας. Εάν και πάλι δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος αριθμός, κρίνονται οι δικαστικοί υπάλληλοι που έχουν τον βαθμό Α’ ή Β’, αντίστοιχα, και έχουν υποβάλει αίτηση. Εάν ακόμη και τότε δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος αριθμός, το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο, εκτιμώντας τις ανάγκες της υπηρεσίας, μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να επιλέξει ως προϊστάμενο και χωρίς αίτηση, υπάλληλο που έχει τα τυπικά προσόντα κατά την ανωτέρω σειρά.

7.

Προϊστάμενος γενικής διεύθυνσης ο οποίος δεν επιλέγεται εκ νέου μετά τη λήξη της θητείας του, καταλαμβάνει κενή θέση προϊσταμένου διεύθυνσης ή, αν δεν υπάρχει, καταλαμβάνει την πρώτη θέση προϊσταμένου διεύθυνσης που θα κενωθεί. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, έως ότου κενωθεί θέση προϊσταμένου διεύθυνσης ο δικαστικός υπάλληλος θεωρείται προϊστάμενος διεύθυνσης και ασκεί τα καθήκοντα που καθορίζονται με απόφαση του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, στο οποίο υπηρετεί. Ο προϊστάμενος γενικής διεύθυνσης, ο οποίος δεν επιλέγεται εκ νέου μετά τη λήξη της θητείας του, μπορεί να αποχωρήσει από την υπηρεσία διατηρώντας τις αποδοχές του γενικού διευθυντή, εφόσον υποβάλει αίτηση παραίτησης μέσα σε δύο (2) μήνες από την ανακοίνωση της μη επιλογής του.

8.

Δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για επιλογή σε θέση προϊσταμένου οποιουδήποτε επιπέδου υπάλληλος που αποχωρεί αυτοδικαίως από την υπηρεσία εντός ενός (1) έτους από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής των υποψηφιοτήτων.

9.

Δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για επιλογή σε θέση προϊσταμένου ούτε να τοποθετηθεί προϊστάμενος υπάλληλος ο οποίος τελεί σε διαθεσιμότητα ή αργία ή έχει παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα ή απευθείας κλήση για κακούργημα ή με τελεσίδικο βούλευμα για πλημμέλημα από τα αναφερόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 7 αδικήματα ή του έχει επιβληθεί τελεσίδικα οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου ύψους ίσου με τις αποδοχές τεσσάρων (4) μηνών για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα μέχρι τη διαγραφή της ποινής κατά το άρθρο 211.

10.

Οι προϋποθέσεις και τα προσόντα επιλογής συντρέχουν κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων υποψηφιότητας.

11.

Ειδικά για το Ελεγκτικό Συνέδριο, ως προς την επιλογή Γενικών Συντονιστών και Επιτρόπων αυτού ισχύουν οι προϋποθέσεις που τίθενται με το άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 (Α’ 52). Για την επιλογή προϊσταμένων τμήματος ισχύουν τα αναφερόμενα στο παρόν άρθρο περί προϊσταμένων τμήματος και εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι προϋποθέσεις που τίθενται με το άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Άρθρο 145

Κριτήρια επιλογής Η επιλογή των προϊσταμένων γίνεται βάσει κριτηρίων που αξιολογούνται ως ακολούθως:

1.

Τυπικά εκπαιδευτικά προσόντα

  • α) Πτυχίο Πανεπιστημίου: 30 μόρια. Πτυχίο τμήματος

Νομικής: 45 μόρια. Ειδικά για τους υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου τα πτυχία σχολής ή τμήματος οικονομικώνλογιστικών, χρηματοοικονομικών ή στατιστικών επιστημών λαμβάνουν επίσης 45 μόρια. 10 μόρια.

  • γ) Πτυχίο ΤΕΙ: 20 μόρια. Εάν το πτυχίο είναι συναφές

με το αντικείμενο της υπηρεσίας: 25 μόρια.

  • δ) Μεταπτυχιακός τίτλος ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας σε γνωστικό αντικείμενο συναφές με το αντικείμενο

της υπηρεσίας: 30 μόρια.

  • ε) Μεταπτυχιακός τίτλος που ενσωματώνεται στον

βασικό τίτλο σπουδών κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 46 του ν. 4485/2017 (Α’ 114), εφόσον είναι συναφής με το αντικείμενο της υπηρεσίας: 12 μόρια.

  • στ) Αποφοίτηση από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης ή από την Εθνική Σχολή Τοπικής Αυτοδιοίκησης

του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης: 45 μόρια.

  • ζ) Διδακτορικό δίπλωμα σε γνωστικό αντικείμενο συναφές με το αντικείμενο της υπηρεσίας: 45 μόρια.
  • η) Άριστη γνώση ξένης γλώσσας: 5 μόρια.
  • θ) Πολύ καλή γνώση ξένης γλώσσας: 3 μόρια.
  • ι) Καλή γνώση ξένης γλώσσας: 1,5 μόριο.

Για την απόδειξη της γνώσης ξένων γλωσσών εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.

2.

Υπηρεσιακή και εργασιακή εμπειρία

  • α) Για κάθε έτος υπηρεσίας σε οποιονδήποτε τομέα

του άρθρου 18: 3,5 μόρια. Για τους υπαλλήλους των υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων που καταργήθηκαν δυνάμει της παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 4512/2018 (Α’ 5) και οι οποίοι μετατάχθηκαν σε κλάδο δικαστικών υπαλλήλων δυνάμει της παρ. 4 του άρθρου 20 του ίδιου νόμου, κάθε έτος υπηρεσίας που διανύθηκε σε αυτά μοριοδοτείται με 3,5 μόρια.

  • β) Για κάθε έτος υπηρεσίας στο Δημόσιο ή σε φορέα

της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4440/2016 (Α’ 224): 2 μόρια.

  • γ) Για κάθε έτος υπηρεσίας στον ιδιωτικό τομέα: 2 μόρια με ανώτατο όριο τα επτά (7) έτη.
  • δ) Για κάθε έτος άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος ή συμβολαιογραφικού λειτουργήματος ή του

λειτουργήματος του δικαστικού επιμελητή: 3,5 μόρια. Χρόνος υπηρεσίας ή απασχόλησης μεγαλύτερος του εξαμήνου λογίζεται ως πλήρες έτος. Μοριοδοτούνται έως τριάντα τρία (33) έτη υπηρεσίας συνολικά.

3.

Άσκηση καθηκόντων ευθύνης

  • α) Για κάθε έτος άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου

τμήματος σε οποιονδήποτε τομέα του άρθρου 18, κατόπιν επιλογής ή μετά από παράταση της θητείας του επιλεγέντος: 3 μόρια.

  • β) Για κάθε έτος άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου

διεύθυνσης 4,5 μόρια και γενικής διεύθυνσης: 5,5 μόρια, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις.

  • γ) Για κάθε έτος άσκησης καθηκόντων ευθύνης με απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου στο Δημόσιο ή σε φορέα της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4440/2016: 1,5 μόρια.

Χρόνος άσκησης καθηκόντων ευθύνης μεγαλύτερος του εξαμήνου λογίζεται ως πλήρες έτος. Μοριοδοτούνται έως δώδεκα (12) έτη συνολικά.

4.

Ικανότητες - δεξιότητες

  • α) Εκθέσεις αξιολόγησης του παρόντος Κώδικα:

Το άθροισμα των βαθμών των εκθέσεων που έχουν συνταχθεί βάσει του άρθρου 132. Εάν έχουν συνταχθεί περισσότερες από πέντε (5) εκθέσεις, λαμβάνονται υπόψη μόνο οι πέντε (5) τελευταίες. Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν συντάχθηκαν εκθέσεις αξιολόγησης υποψηφίου για ένα ή περισσότερα έτη, το άθροισμα της βαθμολογίας αυτών που συντάχθηκαν πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό αυτών που θα έπρεπε να είχαν συνταχθεί για όλους τους υποψηφίους και διαιρείται με τον αριθμό αυτών που συντάχθηκαν για τον υποψήφιο αυτό. Αν από αντικειμενικούς λόγους δεν συντάχθηκε καμία έκθεση αξιολόγησης, ο υπάλληλος δεν βαθμολογείται στο κριτήριο αυτό.

  • β) Γραπτή εξέταση: μέχρι 120 μόρια
  • βα) Η γραπτή εξέταση διενεργείται από το ΑΣΕΠ ανά

τριετία, έχει τη μορφή ερωτηματολογίου πολλαπλών επιλογών και περιλαμβάνει τρεις θεματικές ενότητες: α. Γλώσσα, β. Κατανόηση κειμένου, γ. Διακρίβωση των γνώσεων του υποψηφίου σε ζητήματα αρμοδιότητας της υπηρεσίας και της ικανότητας συνθετικής και αναλυτικής σκέψης που του επιτρέπει να προτείνει αποτελεσματικές λύσεις για την αντιμετώπιση ζητημάτων που αναφύονται κατά τον χειρισμό υποθέσεων της υπηρεσίας.

  • ββ) Κάθε θεματική ενότητα βαθμολογείται με κλίμακα

από 0 έως 40 μονάδες. Η συνολική βαθμολογία προκύπτει από το σύνολο της βαθμολογίας που έλαβε ο υποψήφιος σε όλες τις θεματικές ενότητες. Η βαθμολογική βάση επιτυγχάνεται, εφόσον ο υποψήφιος συγκεντρώνει μέσο όρο βαθμολογίας τουλάχιστον 60 μονάδες. Το κριτήριο της γραπτής εξέτασης μοριοδοτείται, μόνο αν ο υποψήφιος έχει επιτύχει τη βαθμολογική βάση.

  • βγ) Δικαίωμα συμμετοχής στη γραπτή εξέταση έχουν

όσοι διαθέτουν ή αναμένεται να αποκτήσουν τα τυπικά προσόντα του άρθρου 144 εντός των επόμενων τριών (3) ετών από την ημερομηνία διεξαγωγής της.

  • βδ) Η γραπτή εξέταση προκηρύσσεται από το ΑΣΕΠ

ύστερα από αίτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης προς τον Πρόεδρο του ΑΣΕΠ. Η προκήρυξη μπορεί να γίνεται είτε ενιαία για όλους τους τομείς του άρθρου 18 είτε κατά τομέα. βε. Η προκήρυξη περιλαμβάνει: i. Την προθεσμία και τις λοιπές λεπτομέρειες υποβολής των αιτήσεων των υποψηφίων. ii. Την ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. iii. Το αντικείμενο της εξέτασης. iv. Τον τρόπο εξέτασης. v. Τον τρόπο βαθμολόγησης των γραπτών δοκιμίων. vi. Τη διαδικασία κατάρτισης και δημοσίευσης του πίνακα βαθμολογίας. vii. Κάθε άλλο στοιχείο ή πληροφορία που διευκολύνει όσους επιθυμούν να συμμετάσχουν στη γραπτή εξέταση.

  • βστ) Για τα θέματα που αφορούν τη διαδικασία της

γραπτής εξέτασης και ιδίως τη δημοσίευση της προκήρυξης, τις αιτήσεις των υποψηφίων, τον χρόνο διεξαγωγής της γραπτής εξέτασης, τη συγκροτούμενη προς τούτο Κεντρική Επιτροπή Διαγωνισμού, τους πίνακες υποψηφίων, τα εξεταστικά κέντρα, την εποπτεία του διαγωνισμού, τα τετράδια εξέτασης - απαντητικά φύλλα, διεξαγωγή της γραπτής εξέτασης, τον προσδιορισμό των θεμάτων, τη διενέργεια της γραπτής εξέτασης, τα πρακτικά περατώσεως της διαδικασίας, τη βαθμολόγηση των γραπτών δοκιμίων, την εξέταση ατόμων με έλλειψη φυσικών σωματικών δεξιοτήτων και τις ενστάσεις για πλημμέλειες της διαδικασίας του διαγωνισμού, εφαρμόζεται αναλόγως η νομοθεσία για τη διεξαγωγή γραπτών διαγωνισμών για την πλήρωση θέσεων του δημόσιου τομέα.

  • βζ) Μετά την ολοκλήρωση της εξεταστικής διαδικασίας και τη βαθμολόγηση των γραπτών δοκιμίων των

υποψηφίων η Κεντρική Επιτροπή Διαγωνισμού καταρτίζει προσωρινό πίνακα βαθμολογίας. Μετά τον αυτεπάγγελτο έλεγχο του ΑΣΕΠ και την εξέταση ενστάσεων καταρτίζεται ο οριστικός πίνακας βαθμολογίας, ο οποίος κυρώνεται από τον Πρόεδρο του ΑΣΕΠ. Ο πίνακας διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο καταχωρίζει τη βαθμολογία του κάθε υπαλλήλου στο μητρώο του σε χωριστό φύλλο, με μνεία της γραπτής εξέτασης από το ΑΣΕΠ και της ημερομηνίας έκδοσης των αποτελεσμάτων.

  • βη) Ο βαθμός της γραπτής εξέτασης από το ΑΣΕΠ ισχύει για τρία (3) έτη από την έκδοση των αποτελεσμάτων.
  • γ) Σεμινάριο: μέχρι 100 μόρια
  • γα) Όσοι επιθυμούν να συμμετάσχουν σε διαδικασία

επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων παρακολουθούν υποχρεωτικά ειδικό σεμινάριο, το οποίο σχεδιάζεται και διεξάγεται από το ΕΚΔΔΑ δια του Ινστιτούτου Επιμόρφωσης (ΙΝΕΠ) του π.δ. 57/2007 (Α’ 59), σύμφωνα με τις διατάξεις που το διέπουν, με στόχο την επιμόρφωσή τους και την επικαιροποίηση των γνώσεών τους σε θέματα διοίκησης των οργανικών μονάδων των τομέων του άρθρου 18. Τέτοια θέματα είναι ιδίως, η παρακίνηση του ανθρώπινου δυναμικού προς βελτίωση της απόδοσης της οργανικής μονάδας, η αξιολόγηση των υφισταμένων και των προϊσταμένων, η ενδοϋπηρεσιακή επικοινωνία και η διαχείριση συγκρούσεων μεταξύ του προσωπικού, η συνεργασία με προϊσταμένους άλλων οργανικών μονάδων, η διαχείριση της συμπεριφοράς των προϊσταμένων και των υφισταμένων τους προς τους δικαστικούς ή/και εισαγγελικούς λειτουργούς, τους δικηγόρους, το κοινό και τους συναδέλφους τους οποιουδήποτε κλάδου και βαθμού, η αξιολόγηση της απόδοσης της οργανικής μονάδας, η διατύπωση προτάσεων για τη βελτίωση της λειτουργίας της, η διαχείριση ενδεχόμενων κρίσεων - απρόβλεπτων συμβάντων.

  • γβ) Δικαίωμα συμμετοχής στο σεμινάριο έχουν όσοι

διαθέτουν ή αναμένεται να αποκτήσουν τα τυπικά προσόντα του άρθρου 144 εντός των επόμενων έξι (6) ετών από την ημερομηνία έναρξης του σεμιναρίου.

  • γγ) Το σεμινάριο λαμβάνει χώρα ανά τριετία, ύστερα

από αίτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης προς τον Πρόεδρο του ΕΚΔΔΑ, ο οποίος κινεί αμέσως τις διαδικασίες για την οργάνωση και διεξαγωγή του, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στις σχετικές με το ΕΚΔΔΑ (ΙΝΕΠ) διατάξεις.

  • γδ) Το Υπουργείο Δικαιοσύνης αποστέλλει το συντομότερο στο ΕΚΔΔΑ (ΙΝΕΠ) κατάσταση που περιλαμβάνει:
  • α) τις οργανικές μονάδες επιπέδου γενικής διεύθυνσης

(αν υπάρχουν), διεύθυνσης και τμήματος όλων των δικαστηρίων, εισαγγελιών και γενικών επιτροπειών, β) τον αριθμό των υπαλλήλων που υπηρετούν σε καθεμία από αυτές και τον συνολικό αριθμό τους, γ) τον αριθμό (ομοίως ανά οργανική μονάδα και συνολικά) των υπαλλήλων που δικαιούνται να μετάσχουν στο σεμινάριο κατά τον χρόνο σύνταξης της κατάστασης, καθώς και όσων θα δικαιούνται να λάβουν μέρος σε σεμινάριο που θα διεξαχθεί έξι μήνες μετά. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης παρέχει κατά προτεραιότητα στο ΕΚΔΔΑ (ΙΝΕΠ) τη συνδρομή και τις πληροφορίες που του ζητούνται.

  • γε) Με προκήρυξη του Προέδρου του ΕΚΔΔΑ, η οποία

δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζονται η ημερομηνία έναρξης του σεμιναρίου, οι υπεύθυνοι διδασκαλίας, η διδακτέα ύλη, ο τρόπος διδασκαλίας, οι ακριβείς ημέρες και ώρες, αν οι υπάλληλοι το παρακολουθούν ταυτόχρονα, η διαδικασία της γραπτής εξέτασης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Μετά την έκδοση της προκήρυξης, το Υπουργείο Δικαιοσύνης καταρτίζει, με βάση την ημερομηνία έναρξης του σεμιναρίου, τον οριστικό πίνακα των δικαιούμενων να μετάσχουν στο σεμινάριο υπαλλήλων, και τον αναρτά στην επίσημη ιστοσελίδα του. Οι ενδιαφερόμενοι δηλώνουν την επιθυμία τους να μετάσχουν με αίτηση που υποβάλλεται ηλεκτρονικά στο Υπουργείο Δικαιοσύνης εντός δέκα (10) ημερών από την ανάρτηση. Το τελευταίο διαβιβάζει στο ΕΚΔΔΑ κατάσταση με τα στοιχεία των υπαλλήλων που έχουν δικαίωμα συμμετοχής στο σεμινάριο και δήλωσαν ότι θα μετάσχουν, στην οποία κατατάσσονται με βάση το τμήμα του δικαστηρίου, εισαγγελίας ή Γενικής Επιτροπείας στο οποίο υπηρετούν.

  • γστ) Το σεμινάριο πραγματοποιείται με τη μέθοδο της

εξ αποστάσεως εκπαίδευσης (elearning), περιλαμβάνει ενενήντα (90) ώρες διδασκαλίας, όπως η ώρα διδασκαλίας ορίζεται στη νομοθεσία περί ΕΚΔΔΑ/ΙΝΕΠ, σε χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών και, αν οι υπάλληλοι το παρακολουθούν ταυτόχρονα, αναπτύσσεται σε δύο απογεύματα ανά εβδομάδα και κάθε δεύτερο Σάββατο. Οι ακριβείς ημέρες και ώρες καθορίζονται με την προκήρυξη του Προέδρου του ΕΚΔΔΑ.

  • γζ) Το σεμινάριο ολοκληρώνεται με γραπτή εξέταση, η

οποία διενεργείται από το ΕΚΔΔΑ (δια του ΙΝΕΠ), με βάση τις διατάξεις που διέπουν τους γραπτούς διαγωνισμούς του που διενεργούνται κατόπιν αντίστοιχων σεμιναρίων και μπορεί να έχει τη μορφή ερωτηματολογίου πολλαπλών επιλογών.

  • γη) Η γραπτή εξέταση επί του σεμιναρίου βαθμολογείται με κλίμακα από μηδέν (0) έως εκατό (100) μονάδες. Η

βαθμολογική βάση επιτυγχάνεται εφόσον ο υποψήφιος συγκεντρώσει μέσο όρο βαθμολογίας τουλάχιστον πενήντα (50) μονάδες. Σκοπός της βαθμολόγησης είναι η κατά το δυνατόν ακριβής αποτύπωση της απόδοσης του υπαλλήλου, με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας, ώστε η μοριοδότηση των υπαλλήλων για την επιλογή τους σε θέσεις προϊσταμένων οργανικών μονάδων να είναι δίκαιη. Το κριτήριο του σεμιναρίου μοριοδοτεί

  • γθ) Το ΕΚΚΔΑ (ΙΝΕΠ) διαβιβάζει τη βαθμολογία των

υπαλλήλων, η οποία εκδίδεται την ίδια ημερομηνία για όλους τους υπαλλήλους, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Η βαθμολογία του κάθε υπαλλήλου καταχωρίζεται στο μητρώο του σε χωριστό φύλλο με μνεία του σεμιναρίου και της ημερομηνίας έκδοσης των αποτελεσμάτων.

  • γι) Ο βαθμός της γραπτής εξέτασης επί του σεμιναρίου

ισχύει για έξι (6) έτη από την έκδοση των αποτελεσμάτων. Για τους υπαλλήλους που έχουν συμμετάσχει σε δύο (2) γραπτές εξετάσεις λαμβάνεται υπόψη η υψηλότερη βαθμολογία.

  • δ) Δομημένη συνέντευξη: μέχρι 100 μόρια
  • δα) Σε συνέντευξη καλούνται όσοι υποψήφιοι -με

βάση όλα τα άλλα κριτήρια- κατατάσσονται σε θέση όχι κατώτερη του επταπλάσιου του αριθμού των θέσεων που πρόκειται να πληρωθούν.

  • δβ) Σκοπός της συνέντευξης είναι να διαμορφωθεί

γνώμη για την προσωπικότητα, την ικανότητα και την καταλληλότητα του υποψηφίου για την άσκηση των καθηκόντων της θέσης ευθύνης για την οποία κρίνεται.

  • δγ) Περιεχόμενο της συνέντευξης αποτελούν οι ακόλουθες θεματικές ενότητες: α. Συζήτηση επί θεμάτων

σχετικών με το αντικείμενο του οικείου τομέα και τις αρμοδιότητες των οργανικών μονάδων των σχετικών με την προς πλήρωση θέση σε συνάρτηση με τις δεξιότητες και τα προσόντα του υποψηφίου, όπως προκύπτουν από το βιογραφικό του και τα στοιχεία του προσωπικού του μητρώου. β. Ανάπτυξη ενός υποθετικού σεναρίου γενικού διοικητικού ενδιαφέροντος (situational interview), που έχει ως σκοπό να αξιολογήσει τις διοικητικές ικανότητες του υποψηφίου να προγραμματίζει, να συντονίζει, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, να λαμβάνει αποτελεσματικές αποφάσεις και να διαχειρίζεται κρίσεις. Ο βαθμός του υποψηφίου προκύπτει από την ευστοχία και την πληρότητα των απαντήσεων σε ερωτήσεις που επιλέγονται τυχαία από τράπεζα ερωτήσεων.

  • δδ) Για τη βαθμολόγηση κάθε μίας από τις ανωτέρω

θεματικές ενότητες λαμβάνονται επίσης υπόψη οι επικοινωνιακές δεξιότητες, η ικανότητα διαχείρισης χρόνου, τα χαρακτηριστικά ηγεσίας ιδίως υπό συνθήκες πίεσης, η ικανότητα συντονισμού ομάδων εργασίας και η δημιουργικότητα του υποψηφίου.

  • δε) Αν κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τα μέλη του

υπηρεσιακού συμβουλίου διαπιστώσουν ότι ο υποψήφιος είναι ακατάλληλος για την άσκηση των καθηκόντων προϊσταμένου οργανικής μονάδας, μπορούν, με πλήρως αιτιολογημένη ομόφωνη απόφασή τους, να τον αποκλείσουν από την επιλογή, ανεξάρτητα από τη σειρά κατάταξής του με βάση τη βαθμολογία που συγκέντρωσε.

  • δστ) Το περιεχόμενο της συνέντευξης με τα κρίσιμα

και ουσιαστικά σημεία της αναφέρεται συνοπτικά στο πρακτικό του υπηρεσιακού συμβουλίου και η βαθμολογία του κάθε υποψηφίου αιτιολογείται συνοπτικά από το κάθε μέλος.

  • δζ) Το ΕΚΔΔΑ υποστηρίζει επιστημονικά τη διαδικασία

των δομημένων συνεντεύξεων παρέχοντας την απαιτούμενη τεχνογνωσία, εφόσον του ζητηθεί.

Άρθρο 146

Θητεία και αναπλήρωση προϊσταμένων

1.

Όσοι επιλέγονται ως προϊστάμενοι, σύμφωνα με τα προηγούμενα άρθρα, τοποθετούνται με πράξη του οικείου οργάνου, ύστερα από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, ως προϊστάμενοι οργανικής μονάδας, αντίστοιχου επιπέδου, για τρία (3) έτη. Το αυτό ισχύει και για τους Γενικούς Συντονιστές του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Όσοι τοποθετούνται ως προϊστάμενοι εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους και μετά τη λήξη της θητείας τους, έως την επανεπιλογή τους ή την τοποθέτηση νέου προϊσταμένου.

2.

Με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου ο προϊστάμενος απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του και πριν από τη λήξη της τριετίας για σοβαρό λόγο που ανάγεται σε πλημμελή άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων και ιδίως για αδικαιολόγητη επιείκεια ή μεροληψία κατά τη σύνταξη των εκθέσεων αξιολόγησης, μη προσήκουσα συμπεριφορά προς τους πολίτες, ευθυνοφοβία, απροθυμία για την εφαρμογή μεθόδων οργάνωσης, λειτουργίας και αποδοτικότητας, αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διεκπεραίωση των υποθέσεων, αδυναμία συνεργασίας με άλλους προϊσταμένους. Ο προϊστάμενος μπορεί επίσης να απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του με αίτησή του, ύστερα από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, εκτός αν συντρέχουν σοβαρές υπηρεσιακές ανάγκες.

3.

Αν κενωθεί ή συσταθεί θέση προϊσταμένου πριν από τη λήξη της τριετίας, το υπηρεσιακό συμβούλιο επιλέγει προϊστάμενο για το χρονικό διάστημα που απομένει έως τη συμπλήρωση της τριετίας. Αν το χρονικό αυτό διάστημα είναι μικρότερο από έξι (6) μήνες, δεν επιλέγεται προϊστάμενος και εφαρμόζεται η παρ. 4. Η επιλογή προϊσταμένων για τις θέσεις που κενώθηκαν ή συστάθηκαν γίνεται το αργότερο μέσα σε ένα (1) μήνα από την κένωση ή τη σύσταση της θέσης. Στην περίπτωση αυτή κρίνονται προς επιλογή οι δικαστικοί υπάλληλοι που είχαν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 144 τυπικά προσόντα κατά την ημερομηνία κατά την οποία κενώθηκε ή συστάθηκε η θέση προϊσταμένου που πρόκειται να πληρωθεί.

4.

Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος προϊσταμένου οργανικής μονάδας της γραμματείας, τον προϊστάμενο που απουσιάζει ή κωλύεται αναπληρώνει ο ανώτερος κατά βαθμό προϊστάμενος των υποκειμένων οργανικών μονάδων και, αν υπάρχουν περισσότεροι ομοιόβαθμοι, ο προϊστάμενος που έχει τον περισσότερο χρόνο υπηρεσίας στον βαθμό. Αν δεν υπάρχει υποκείμενη οργανική μονάδα, τον προϊστάμενο αναπληρώνει ο ανώτερος κατά βαθμό δικαστικός υπάλληλος που υπηρετεί στην ίδια οργανική μονάδα τουλάχιστον έξι (6) μήνες και, εφόσον υπηρετούν περισσότεροι δικαστικοί υπάλληλοι με τον ίδιο βαθμό, εκείνος που έχει τον περισσότερο χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στον βαθμό αυτόν. Αν το κώλυμα ή η απουσία διαρκεί για διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών, το οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο ορίζει αναπληρωτή προϊστάμενο για όσο χρόνο διαρκεί το κώλυμα ή η απουσία. Ο Επίτροπος της υπηρεσίας Επιτρόπου στην Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, αναπληρώνεται από προϊστάμενο τμήματος της ίδιας υπηρεσίας και όταν ο

5.

Η μετάθεση προϊσταμένου οργανικής μονάδας, σύμφωνα με το άρθρο 148, συνεπάγεται λήξη της θητείας του ως προϊσταμένου, με εξαίρεση την αμοιβαία μετάθεση των δικαστικών υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

6.

Οι προϊστάμενοι διευθύνσεων και τμημάτων των δικαστηρίων και εισαγγελιών που έχουν τουλάχιστον τρία (3) τμήματα, καθώς και οι Επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου που υπηρετούν σε τομείς που έχουν τουλάχιστον δύο (2) υπηρεσίες, είναι δυνατόν να παραμένουν στην αυτή διεύθυνση, τμήμα ή υπηρεσία Επιτρόπου για μία τριετία και η θητεία τους μπορεί να ανανεώνεται για μια επιπλέον τριετία. Απαγορεύεται, όμως, να υπηρετούν συνεχώς στην αυτή διεύθυνση, τμήμα ή υπηρεσία Επιτρόπου καθ’ υπέρβαση των ανωτέρω τασσόμενων χρονικών ορίων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

ΚΑΤΑΝΟΜΗ - ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΜΕΤΑΘΕΣΗ - ΑΠΟΣΠΑΣΗ - ΕΝΤΑΞΗ

Άρθρο 147

Κατανομή

1.

Οι δικαστικοί υπάλληλοι, μετά τον διορισμό και την τοποθέτησή τους κατά το άρθρο 12, κατανέμονται περαιτέρω σε θέση οργανικής μονάδας της οικείας υπηρεσίας με απόφαση του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Για την απόφαση της κατανομής λαμβάνεται υποχρεωτικά η γνώμη του προϊσταμένου της γραμματείας ή του Γενικού Συντονιστή Διοικητικής Υποστήριξης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση.

2.

Αν οι υπάλληλοι μπορούν να κατανεμηθούν σε περισσότερες θέσεις της οικείας οργανικής μονάδας που βρίσκονται σε διαφορετικές περιφερειακές ενότητες, για την κατανομή απαιτείται απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, συνεκτιμωμένης αίτησης προτίμησής τους. Έως ότου εκδοθεί η απόφαση αυτή, οι δικαστικοί υπάλληλοι κατανέμονται προσωρινά με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ύστερα από εισήγηση του προϊσταμένου της γραμματείας ή του οικείου προϊσταμένου.

3.

Απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου δεν απαιτείται, εάν από τη διαδικασία πρόσληψης προκύπτουν η θέση και η οργανική μονάδα στην οποία πρόκειται να προσληφθεί ο υπάλληλος.

Άρθρο 148

Μετακίνηση

1.

Μετακίνηση δικαστικού υπαλλήλου από μία οργανική μονάδα σε άλλη του ιδίου δικαστηρίου, η οποία βρίσκεται εντός της ίδιας περιφερειακής ενότητας, πραγματοποιείται με απόφαση του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή του οικείου Γενικού Επιτρόπου, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του προϊσταμένου της γραμματείας.

2.

Ο δικαστικός υπάλληλος δεν επιτρέπεται να μετακινηθεί πριν συμπληρώσει δύο (2) έτη στην οργανική μονάδα στην οποία υπηρετεί. Η μετακίνηση είναι υποχρεωτική, όταν ο δικαστικός υπάλληλος συμπληρώσει έξι (6) έτη στην ίδια οργανική μονάδα.

3.

Αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, ο δικαστικός υπάλληλος μπορεί να μετακινηθεί και πριν από τη συμπλήρωση διετίας, με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση.

4.

Κατ’ εξαίρεση, με αιτιολογημένη απόφαση του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, ο δικαστικός υπάλληλος μπορεί να παραμείνει έως έξι (6) ακόμα έτη στην ίδια οργανική μονάδα και μετά τη συμπλήρωση εξαετίας, εφόσον είτε λόγω του κλάδου στον οποίο ανήκει είτε λόγω των εξειδικευμένων γνώσεων ή της εμπειρίας του επιτακτικοί υπηρεσιακοί λόγοι επιβάλλουν την παραμονή του στην οργανική αυτή μονάδα.

5.

Μετακίνηση προϊσταμένων σε αντίστοιχης βαθμίδας οργανική μονάδα επιτρέπεται, μετά από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου.

Άρθρο 149

Λόγοι και διαδικασία μεταθέσεων

1.

Μετάθεση επιτρέπεται μετά από αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου, μόνον όταν υπάρχει κενή θέση: α) για λόγους υγείας, β) για συνυπηρέτηση, γ) για λόγους σπουδών, δ) για αμοιβαία μετάθεση και ε) για άλλους σπουδαίους λόγους.

2.

Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται μετάθεση χωρίς σχετική αίτηση, αν έχουν δημιουργηθεί από μέρους του δικαστικού υπαλλήλου συνθήκες οι οποίες προκαλούν σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία της υπηρεσίας ή καθιστούν δυσχερή την εκπλήρωση των καθηκόντων του. Στην περίπτωση αυτήν απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μετάθεση.

3.

Η μετάθεση διενεργείται με πράξη του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Κατά τους μήνες Απρίλιο και Νοέμβριο κάθε έτους αποστέλλονται από την αρμόδια υπηρεσία στα οικεία υπηρεσιακά συμβούλια τα ερωτήματα περί μεταθέσεων. Με βάση τα ερωτήματα αυτά, τα υπηρεσιακά συμβούλια επιλαμβάνονται, έως τις 31 Μαΐου και έως τις 31 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους.

4.

Τα ερωτήματα περί μεταθέσεων που προβλέπονται στα άρθρα 150 και 153 αποστέλλονται οποτεδήποτε. Η πράξη μετάθεσης εκδίδεται μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την περιέλευση της απόφασης του υπηρεσιακού συμβουλίου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, αποστέλλεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, της εισαγγελίας ή της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί ο δικαστικός υπάλληλος, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την έκδοσή της και επιδίδεται με επιμέλεια του Προϊσταμένου της

5.

Ειδικά για τις μεταθέσεις των υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της υπηρεσίας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο απαιτείται και γνώμη του Προέδρου ή του Γενικού Επιτρόπου, κατά περίπτωση.

6.

Με το έγγραφο με το οποίο ανακοινώνεται στον δικαστικό υπάλληλο η μετάθεσή του τάσσεται σε αυτόν, ανάλογα με την απόσταση και τα διαθέσιμα μέσα συγκοινωνίας, η αναγκαία για τη μετάβαση στη νέα του θέση προθεσμία. Η προθεσμία αυτή κυμαίνεται από δεκαπέντε (15) ημέρες έως έναν (1) μήνα.

7.

Οι δικαστικοί υπάλληλοι δεν μετατίθενται πριν συμπληρώσουν διετία στην υπηρεσία που τοποθετήθηκαν κατά τον διορισμό τους.

8.

Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ. 3, μετάθεση, πριν από την παρέλευση του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, είτε σε περίπτωση αμοιβαίας μετάθεσης υπαλλήλων είτε για σοβαρούς λόγους υπηρεσιακούς ή προσωπικούς ή υγείας.

Άρθρο 150

Μετάθεση για λόγους υγείας

1.

Μετάθεση δικαστικού υπαλλήλου για λόγους υγείας διενεργείται, αν ο ίδιος ή προστατευόμενο μέλος της οικογένειάς του πάσχει από νόσημα για την αντιμετώπιση του οποίου δεν υπάρχει κατάλληλο νοσηλευτικό ίδρυμα στον τόπο στον οποίο υπηρετεί, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση κατά την οποία, για λόγους υγείας, επιβάλλεται να υπηρετήσει σε άλλο τόπο. Με την αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου συνυποβάλλονται τα αναγκαία δικαιολογητικά. Ειδικά ως προς την ύπαρξη κατάλληλου νοσηλευτικού ιδρύματος, υποβάλλονται τα εξής δικαιολογητικά: α. Γνωμάτευση νοσοκομείου του Ε.Σ.Υ. ή νοσοκομείου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος ή άλλου νοσηλευτικού ιδρύματος που εποπτεύεται από τον αρμόδιο Υπουργό ή τον διοικητή της οικείας υγειονομικής περιφέρειας για το είδος της νόσου, β. βεβαίωση της εποπτεύουσας υγειονομικής αρχής του τόπου όπου υπηρετεί ο δικαστικός υπάλληλος ότι δεν υπάρχει κατάλληλο νοσηλευτικό ίδρυμα για την αντιμετώπιση της νόσου και γ. βεβαίωση νοσοκομείου ή κλινικής του τόπου όπου ζητεί να μετατεθεί ο υπάλληλος ότι διαθέτει κατάλληλη υποδομή προς αντιμετώπιση του νοσήματος.

2.

Η μετάθεση για λόγους υγείας διενεργείται σε κενή οργανική θέση, στον τόπο στον οποίο ζήτησε να μετατεθεί ο δικαστικός υπάλληλος. Αν δεν υπάρχει κενή οργανική θέση στον τόπο αυτόν, η μετάθεση γίνεται στον πλησιέστερο τόπο, στον οποίο υπάρχει κενή οργανική θέση σε αντίστοιχη υπηρεσία, εφόσον συντρέχουν οι αναγκαίες για την αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας προϋποθέσεις. Αν δεν υπάρχει κενή θέση σε τόπο στον οποίο συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, ο δικαστικός υπάλληλος μετατίθεται ως υπεράριθμος στον τόπο στον οποίο ζήτησε να μετατεθεί, και καταλαμβάνει αυτοδικαίως την πρώτη θέση που θα κενωθεί.

3.

Ως προστατευόμενα μέλη του δικαστικού υπαλλήλου, για την εφαρμογή των παρ. 1 και 2, θεωρούνται: α) ο ή η σύζυγος ή το έτερο μέρος συμφώνου συμβίωσης, β) τα άγαμα τέκνα που δεν έχουν συμπληρώσει το εικοστό (20ό) έτος της ηλικίας τους ή το εικοστό πέμπτο (25ο) έτος, εφόσον φοιτούν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ή ανεξαρτήτως ηλικίας, εφόσον έχουν ποσοστό αναπηρίας πάνω από 67%, γ) οι γονείς και των δύο συζύγων η μερών συμφώνου συμβίωσης, εφόσον έχουν συμπληρώσει το εβδομηκοστό (70ό) έτος της ηλικίας τους, ή ανεξάρτητα από ηλικία, αν ο ένας έχει ποσοστό αναπηρίας πάνω από 67%. Οι γονείς θεωρούνται προστατευόμενα μέλη εφόσον κατοικούν στον ίδιο τόπο με τον δικαστικό υπάλληλο.

4.

Ως ημερομηνία συμπλήρωσης των ορίων ηλικίας που προβλέπονται στην παρ. 3 θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους κατά το οποίο διενεργείται η μετάθεση, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας γέννησης.

5.

Η μετάθεση για λόγους υγείας πραγματοποιείται μέσα σε ένα (1) μήνα από την περιέλευση στην υπηρεσία των πιστοποιητικών της παρ. 1.

Άρθρο 151

Μετάθεση για συνυπηρέτηση

1.

Μετάθεση δικαστικού υπαλλήλου για συνυπηρέτηση διενεργείται στις εξής περιπτώσεις:

  • α) αν ο ή η σύζυγος ή το έτερο μέρος συμφώνου συμβίωσης υπηρετεί ή εργάζεται, με οποιαδήποτε σχέση,

στο Δημόσιο ή σε φορέα της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4440/2016 (Α’ 224) ή είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος ή λειτουργός, β) αν ο ή η σύζυγος ή το έτερο μέρος συμφώνου συμβίωσης είναι επαγγελματίας ή εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα επί δύο (2) τουλάχιστον έτη στον τόπο στον οποίο ο υπάλληλος ζητά να μετατεθεί.

2.

Η συνδρομή των προϋποθέσεων της περ. α) της παρ. 1 αποδεικνύεται με βεβαίωση της υπηρεσίας ή του φορέα του δημόσιου τομέα. Η συνδρομή των προϋποθέσεων της περ. β) της παρ. 1 αποδεικνύεται με βεβαίωση του οικείου επαγγελματικού συλλόγου ή επιμελητηρίου ή με βεβαίωση άσκησης επιχείρησης από την αρμόδια φορολογική αρχή, αν πρόκειται για επαγγελματία, και με βεβαίωση του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή βεβαίωση του εργοδότη, αν πρόκειται για εργαζόμενο στον ιδιωτικό τομέα.

3.

Μετάθεση δικαστικού υπαλλήλου για συνυπηρέτηση επιτρέπεται μόνο μέσα στην ελληνική επικράτεια. Η μετάθεση διενεργείται σε γραμματεία δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή σε υπηρεσία που λειτουργεί στον δήμο στον οποίο υπηρετεί ή εργάζεται ο ή η σύζυγος ή το έτερο μέρος συμφώνου συμβίωσης. Αν δεν υπάρχει δικαστική υπηρεσία ή αν δεν υπάρχει κενή θέση στον ίδιο δήμο, ο δικαστικός υπάλληλος μπορεί να μετατεθεί στην πλησιέστερη προς τον δήμο αυτό γραμματεία ή υπηρεσία.

4.

Με την επιφύλαξη της παρ. 6 του άρθρου 16 του ν. 2298/1995 (Α’ 62), οι μεταθέσεις για συνυπηρέτηση διενεργούνται, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση ή προβλέπεται ότι θα κενωθεί οργανική θέση, έως τις 31 Δεκεμβρίου του έτους κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η μετάθεση πραγματοποιείται μέσα σε δύο (2) μήνες από την υποβολή της αίτησης ή από την ημερομηνία κατά την οποία θα κενωθεί η θέση. ζητείται μετάθεση σε παραμεθόρια περιοχή.

6.

Η μετάθεση δικαστικού υπαλλήλου, ύστερα από αίτησή του, σε παραμεθόρια περιοχή με σκοπό τη συνυπηρέτηση συζύγων ή μερών συμφώνου συμβίωσης είναι υποχρεωτική.

Άρθρο 152

Μετάθεση για λόγους σπουδών

1.

Μετάθεση δικαστικού υπαλλήλου για λόγους σπουδών διενεργείται αν ο ίδιος ή μέλος της οικογένειάς του που δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο (25ο) έτος της ηλικίας του σπουδάζει σε σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για την απόκτηση πρώτου πτυχίου.

2.

Μετάθεση για λόγους σπουδών διενεργείται σε κενή οργανική θέση.

3.

Δικαστικός υπάλληλος που μετατίθεται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 δεν επιτρέπεται να υποβάλει νέα αίτηση μετάθεσης για οποιονδήποτε λόγο, πριν παρέλθει τριετία, εκτός αν πρόκειται για μετάθεση για λόγους υγείας.

Άρθρο 153

Αμοιβαία μετάθεση

1.

Αμοιβαία μετάθεση διενεργείται μεταξύ δικαστικών υπαλλήλων κατά την παρ. 4 του άρθρου 20. Η αμοιβαία μετάθεση δεν επιτρέπεται κατά την τελευταία τριετία πριν από την αυτοδίκαιη αποχώρησή τους από την υπηρεσία, σύμφωνα με το άρθρο 219.

2.

Δικαστικός υπάλληλος που μετατίθεται σύμφωνα με την παρ. 1, δεν επιτρέπεται να υποβάλει νέα αίτηση μετάθεσης, για οποιονδήποτε λόγο, πριν παρέλθει τριετία, εκτός αν πρόκειται για μετάθεση για λόγους υγείας.

Άρθρο 154

Μετάθεση για σπουδαίο λόγο Μετάθεση δικαστικού υπαλλήλου για σπουδαίο λόγο διενεργείται μόνο εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση. Σπουδαίος λόγος θεωρείται και η κατάργηση της οργανικής θέσης του υπαλλήλου, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 21.

Άρθρο 155

Προτεραιότητα μεταθέσεων

1.

Οι μεταθέσεις με αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου διενεργούνται υποχρεωτικώς πριν από τις μεταθέσεις για λόγους υπηρεσιακούς, που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 149, και κατά τη σειρά που αναγράφονται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου, με εξαίρεση τις μεταθέσεις της περ. δ), οι οποίες μπορούν να γίνονται οποτεδήποτε.

2.

Αν έχουν υποβληθεί περισσότερες αιτήσεις για μετάθεση, κατ’ εφαρμογή των περ. β), γ) και ε) της παρ. 1 του άρθρου 149, για την επιλογή μεταξύ των αιτήσεων καθεμιάς από τις περιπτώσεις αυτές, το υπηρεσιακό συμβούλιο εκτιμά ιδίως την προσωπική και οικογενειακή κατάσταση των δικαστικών υπαλλήλων που υπέβαλαν αίτηση, τις οικονομικές συνθήκες διαβίωσής τους, την ηλικία, τον χρόνο υπηρεσίας στον τόπο στον οποίο υπηρετούν και τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους.

Άρθρο 156

Απόσπαση

1.

Η απόσπαση, δηλαδή η απομάκρυνση μόνιμου υπαλλήλου για ορισμένο χρονικό διάστημα από την υπηρεσία στην οποία ανήκει η οργανική θέση που κατέχει και η ανάθεση σε αυτόν καθηκόντων στη γραμματεία άλλου δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή σε υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και σε υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου άλλης περιφερειακής ενότητας ή στη Γενική Επιτροπεία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή στις ομάδες διοίκησης έργου πληροφοριακών συστημάτων των δικαστηρίων, διενεργείται για την κάλυψη εξαιρετικών υπηρεσιακών αναγκών προσωρινού χαρακτήρα και αφορά στην άσκηση καθηκόντων κλάδου για τον οποίο ο υπάλληλος διαθέτει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Απόσπαση για σοβαρούς προσωπικούς λόγους είναι δυνατή κατ’ εξαίρεση και εφόσον οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιτρέπουν.

2.

Η απόσπαση διενεργείται με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μετά από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει ο δικαστικός υπάλληλος. Αν η γραμματεία ή η υπηρεσία, στην οποία πρόκειται να αποσπασθεί ο δικαστικός υπάλληλος, υπάγεται στην αρμοδιότητα άλλου υπηρεσιακού συμβουλίου απαιτείται σύμφωνη γνώμη και του συμβουλίου αυτού.

3.

Εφόσον υφίσταται σοβαρή υπηρεσιακή ανάγκη, οι δικαστικοί υπάλληλοι μπορούν να αποσπώνται στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Η απόσπαση διενεργείται με πράξη του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει ο δικαστικός υπάλληλος.

4.

Η διάρκεια της απόσπασης δεν μπορεί να υπερβεί το ένα (1) έτος. Παράταση επιτρέπεται μόνο επί ένα (1) έτος ακόμη, με την ίδια διαδικασία. Ο χρόνος της απόσπασης λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στη θέση στην οποία ο υπάλληλος ανήκει οργανικά.

5.

Νέα απόσπαση του ίδιου δικαστικού υπαλλήλου δεν επιτρέπεται πριν παρέλθει τριετία από τη λήξη της προηγούμενης.

6.

Για την απόσπαση συνεκτιμώνται από το υπηρεσιακό συμβούλιο η αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου, ο τόπος της κατοικίας του, η κατάσταση της υγείας του, η προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση και η συνυπηρέτηση με τον ή τη σύζυγο ή το έτερο μέρος συμφώνου συμβίωσης.

7.

Μετά τη λήξη της διάρκειας της απόσπασης ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται αυτοδικαίως και υποχρεωτικώς στην οργανική του θέση.

8.

Η απόσπαση μπορεί να παύσει οποτεδήποτε πριν από τη λήξη του χρονικού ορίου της παρ. 4 για λόγους αναγόμενους στην υπηρεσία.

9.

Δεν επιτρέπεται η απόσπαση δικαστικού υπαλλήλου πριν από τη μονιμοποίησή του. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η απόσπαση δικαστικού υπαλλήλου πριν από τη μονιμοποίησή του, για την κάλυψη συγκεκριμένης και

10.

Δεν επιτρέπεται η απόσπαση δικαστικού υπαλλήλου που έχει επιλεγεί ως προϊστάμενος οργανικής μονάδας, εάν προηγουμένως δεν έχει γίνει δεκτή αίτηση απαλλαγής του από τα εν λόγω καθήκοντα. Αν ο αποσπασμένος δικαστικός υπάλληλος επιλεγεί ως προϊστάμενος οργανικής μονάδας, παύει αυτοδικαίως η απόσπαση από την τοποθέτησή του ως προϊσταμένου.

11.

Διατάξεις που προβλέπουν την απόσπαση στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, στα δικαστήρια των άρθρων 88 και 99 του Συντάγματος, στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης ή σε παραμεθόριες περιοχές για λόγους συνυπηρέτησης συζύγων ή μερών συμφώνου συμβίωσης, καθώς και διατάξεις που προβλέπουν την αποστολή και απόσπαση οποιουδήποτε προσώπου από το Δημόσιο και τους οργανισμούς του δημοσίου τομέα σε υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) ή των κρατών μελών της, καθώς και σε διεθνείς και περιφερειακούς οργανισμούς, όπως και σε γραμματείες διεθνών συμβάσεων στο πλαίσιο προγραμμάτων συνεργασίας διατηρούνται σε ισχύ.

12.

Η παρ. 7 του άρθρου 93 του ν. 3852/2010 (Α’ 87), και η παρ. 10 του άρθρου 182 του ν. 3852/2010, η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ με την παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 4440/2016 (Α’ 224) εφαρμόζονται και στους δικαστικούς υπαλλήλους.

13.

Ειδικές διατάξεις καθ’ ο μέρος αφορούν σε απόσπαση μονίμων υπαλλήλων από το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου στο Ελεγκτικό Συνέδριο διατηρούνται σε ισχύ.

14.

α) Κατ’ εξαίρεση, με την επιφύλαξη της Π.Υ.Σ. 19/8.2.1990 (Α’ 16), που κυρώθηκε με το άρθρο 6 του ν. 1878/1990 (Α’ 33) και του άρθρου 2 του ν. 1895/1990 (Α’ 116), δικαστικοί υπάλληλοι, μέχρι ποσοστού ένα τοις εκατό (1%) επί του συνόλου των υπηρετούντων, δύνανται να διατίθενται για τη γραμματειακή υποστήριξη του έργου των βουλευτών και των Ελλήνων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μετά από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει ο δικαστικός υπάλληλος. Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 46 του ν. 4622/2019, με κοινή απόφαση του Υπουργού υποδοχής και του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει ο δικαστικός υπάλληλος, δύνανται να αποσπώνται δικαστικοί υπάλληλοι στο γραφείο του Προέδρου της Βουλής και στα ιδιαίτερα γραφεία μελών της Κυβέρνησης ή υφυπουργών.

  • β) Σε κάθε μέλος της Κυβέρνησης, υφυπουργό, βουλευτή ή Έλληνα βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επιτρέπεται η διάθεση ή απόσπαση, κατά περίπτωση,

κατ’ εφαρμογή της περ. α), ενός (1) μόνον δικαστικού υπαλλήλου. Δεν επιτρέπεται η απόσπαση ή διάθεση προϊσταμένων διεύθυνσης ή τμήματος ή αυτοτελούς γραφείου ή δικαστικού υπαλλήλου που είναι ο μοναδικός που υπηρετεί στον κλάδο ή στην ειδικότητα. Η απόσπαση ή διάθεση παύει αυτοδικαίως και ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντα της οργανικής του θέσης όταν το μέλος της Κυβέρνησης, υφυπουργός, βουλευτής ή Έλληνας βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στο γραφείο του οποίου έχει αποσπασθεί ή διατεθεί, αποβάλλει για οποιονδήποτε λόγο την ιδιότητά του και εφόσον αυτός δεν επαναδιορισθεί ως μέλος της Κυβέρνησης ή υφυπουργός ή δεν επανεκλεγεί ως βουλευτής ή ευρωβουλευτής. Δεν επιτρέπεται η απόσπαση ή διάθεση του ίδιου δικαστικού υπαλλήλου σε γραφείο άλλου μέλους της Κυβέρνησης, υφυπουργού, βουλευτή ή ευρωβουλευτή, πριν από τη συμπλήρωση μιας βουλευτικής περιόδου από την επιστροφή του στην υπηρεσία όπου υπηρετεί. Ο χρόνος της απόσπασης ή διάθεσης θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για κάθε συνέπεια. Οι υπάλληλοι που αποσπώνται ή διατίθενται κατ’ εφαρμογή της παρούσας εξακολουθούν να μισθοδοτούνται και να εξελίσσονται υπηρεσιακώς βάσει του υπηρεσιακού καθεστώτος των υπηρεσιών στις οποίες ανήκουν οργανικώς.

Άρθρο 157

Μετάταξη

1.

Μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου σε κενή θέση άλλου κλάδου της ίδιας κατηγορίας του ίδιου ή άλλου τομέα επιτρέπεται με αίτησή του για κάλυψη σοβαρών υπηρεσιακών αναγκών, μετά τη συμπλήρωση πενταετούς υπηρεσίας στον κλάδο στον οποίο ανήκει, εφόσον ο δικαστικός υπάλληλος έχει τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα για τη θέση στην οποία μετατάσσεται. Η μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου στην ίδια κατηγορία του ίδιου κλάδου άλλου τομέα επιτρέπεται με τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Η αίτηση υποβάλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και διαβιβάζεται υποχρεωτικά στο αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο, εκτός εάν αυτή είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη.

2.

Μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου σε κενή θέση κλάδου ανώτερης κατηγορίας του ίδιου ή άλλου τομέα επιτρέπεται με αίτησή του, μετά τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας, εφόσον απέκτησε τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα για τη θέση αυτή μετά την υποβολή της αίτησης συμμετοχής του στη διαδικασία επιλογής της παρ. 2 του άρθρου 11 ή μετά τη συμπλήρωση οκταετούς δημόσιας υπηρεσίας, εφόσον κατείχε πριν από την υποβολή της αίτησης συμμετοχής του στη διαδικασία αυτή τα τυπικά προσόντα της θέσης στην οποία επιθυμεί να μεταταγεί.

3.

Η μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου διενεργείται με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται, σε περίληψη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου. Για τη μετάταξη σε θέση της γραμματείας ή υπηρεσίας δικαστηρίου ή εισαγγελίας που ανήκει στην αρμοδιότητα άλλου υπηρεσιακού

4.

Για τη μετάταξη κατά τις παρ. 1 και 3 συνεκτιμώνται και τα ουσιαστικά προσόντα του δικαστικού υπαλλήλου.

5.

Οι δικαστικοί υπάλληλοι μετατάσσονται με τον βαθμό τον οποίο κατέχουν. Αν ο εισαγωγικός βαθμός του κλάδου στον οποίο μετατάσσεται ο υπάλληλος είναι ανώτερος του βαθμού που κατέχει, μετατάσσεται με τον εισαγωγικό αυτό βαθμό. Ο χρόνος υπηρεσίας που έχει διανυθεί στον βαθμό με τον οποίο ο υπάλληλος μετατάσσεται, θεωρείται ότι έχει διανυθεί στον βαθμό της θέσης στην οποία μετατάσσεται, εφόσον έχει διανυθεί με τον τίτλο σπουδών που απαιτείται για τον κλάδο αυτόν.

Άρθρο 158

Ένταξη

1.

Οι δικαστικοί υπάλληλοι που έχουν πριν από τον διορισμό τους χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, εντάσσονται, μετά τη μονιμοποίησή τους, έως τον μεθεπόμενο του εισαγωγικού βαθμό, ανάλογα με τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, ύστερα από κρίση του υπηρεσιακού συμβουλίου. Για την ένταξη εκδίδεται πράξη της αρμόδιας διεύθυνσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

2.

Ως πραγματική δημόσια υπηρεσία νοείται κάθε υπηρεσία που έχει διανυθεί στο Δημόσιο, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης της Ελλάδας ή άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), καθώς και στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και κάθε άλλη υπηρεσία που με βάση ειδικές διατάξεις αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία για βαθμολογική εξέλιξη.

3.

Για την ένταξη λαμβάνεται υπόψη μόνο η υπηρεσία που έχει διανυθεί πριν από τον διορισμό με τα τυπικά προσόντα της κατηγορίας στην οποία ανήκει ο δικαστικός υπάλληλος κατά τον χρόνο της ένταξης.

4.

Εφόσον η ένταξη του δικαστικού υπαλλήλου γίνεται στον μεθεπόμενο του εισαγωγικού βαθμό, ο χρόνος που πλεονάζει δεν λαμβάνεται υπόψη για την περαιτέρω βαθμολογική εξέλιξή του.

5.

Με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που λαμβάνεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου, προϋπηρεσία έως επτά (7) έτη που έχει διανυθεί πριν από τον διορισμό του δικαστικού υπαλλήλου εκτός του δημόσιου τομέα λαμβάνεται υπόψη εφόσον αποδεικνύεται. Για τους όρους, τις προϋποθέσεις αναγνώρισης της προϋπηρεσίας αυτής, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ισχύουν για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ - ΑΡΓΙΑ

Άρθρο 159

Διαθεσιμότητα

1.

Ο δικαστικός υπάλληλος ο οποίος έχει τριετή τουλάχιστον υπηρεσία τίθεται, αυτεπαγγέλτως ή με αίτησή του, σε διαθεσιμότητα λόγω ασθενείας που παρατείνεται πέρα από τον χρόνο αναρρωτικής άδειας που προβλέπεται από το άρθρο 106, είναι όμως ιάσιμη. Για τη σχετική κρίση εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ισχύουν για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους. Η πράξη με την οποία ο δικαστικός υπάλληλος τίθεται σε διαθεσιμότητα εκδίδεται από το αρμόδιο για τον διορισμό όργανο, ύστερα από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου.

2.

Η διαθεσιμότητα αρχίζει μετά τη λήξη της αναρρωτικής άδειας και δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά το ένα (1) έτος. Για δυσίατα νοσήματα η διαθεσιμότητα δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο (2) έτη.

3.

Τον τελευταίο μήνα πριν συμπληρωθεί το ανώτατο όριο διαθεσιμότητας, το όργανο που είναι αρμόδιο κατά τις διατάξεις που ισχύουν για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους γνωμοδοτεί αν ο δικαστικός υπάλληλος είναι ικανός ή όχι να αναλάβει αμέσως τα καθήκοντά του. Αν το όργανο αυτό γνωματεύσει αρνητικά, ο δικαστικός υπάλληλος, εφόσον έχει εξαντλήσει τον κατά την παρ. 2 χρόνο διαθεσιμότητας, απολύεται σύμφωνα με το άρθρο 217. Ύστερα από αίτησή του ή και αυτεπαγγέλτως ο δικαστικός υπάλληλος μπορεί να παραπεμφθεί για εξέταση στην υγειονομική επιτροπή και πριν από τη λήξη του χρόνου της διαθεσιμότητας. Σε περίπτωση αρνητικής γνωμάτευσης η διαθεσιμότητα διατηρείται μέχρι τη λήξη της διάρκειάς της.

Άρθρο 160

Συνέπειες διαθεσιμότητας

1.

Κατά τον χρόνο της διαθεσιμότητας ο δικαστικός υπάλληλος λαμβάνει το 75% των αποδοχών του.

2.

Η θέση σε διαθεσιμότητα συνεπάγεται την παύση κάθε παρεπόμενης απασχόλησης την οποία έχει ο δικαστικός υπάλληλος λόγω της ιδιότητάς του.

Άρθρο 161

Αυτοδίκαιη θέση σε αργία

1.

Τίθεται αυτοδικαίως σε αργία: α) ο δικαστικός υπάλληλος ο οποίος τελεί σε προσωρινή κράτηση ή εκτίει ποινή φυλάκισης ή κάθειρξης, έστω και αν απολύθηκε με εγγύηση, β) εκείνος στον οποίο με δικαστική απόφαση επιβλήθηκε παρεπόμενη ποινή οριστικής παύσης, αν έχει ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης και γ) εκείνος στον οποίο επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης από πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο.

2.

Στην περ. γ’ της παρ. 1 η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου και λήγει αυτοδικαίως την ημέρα συμπλήρωσης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής στο δευτεροβάθμιο πειθαρχικό όργανο ή, εφόσον ασκηθεί προσφυγή, την ημέρα κατά την οποία εκδίδεται η απόφαση του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού οργάνου.

3.

Ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται αυτοδικαίως στα καθήκοντά του αν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αργία.

4.

Για τη θέση του δικαστικού υπαλλήλου σε αργία και την επάνοδο στα καθήκοντά του, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από το αρμόδιο για τον διορισμό όργανο.

1.

Μπορεί να τεθεί σε αργία ο δικαστικός υπάλληλος, κατά του οποίου: α) έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για αδίκημα το οποίο μπορεί να επισύρει την οριστική παύση από την υπηρεσία, β) έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα το οποίο μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης ή γ) αποδίδεται άτακτη διαχείριση με αιτιολογημένη έκθεση της προϊσταμένης αρχής ή άλλου αρμόδιου οργάνου.

2.

Μετά την πάροδο ενός (1) έτους από τη θέση του υπαλλήλου σε αργία, το υπηρεσιακό συμβούλιο υποχρεούται να αποφασίσει για τη συνέχισή της ή μη.

3.

Η πράξη με την οποία ο δικαστικός υπάλληλος τίθεται σε δυνητική αργία ή επαναφέρεται στα καθήκοντά του, εκδίδεται από το αρμόδιο για τον διορισμό όργανο, ύστερα από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου. Για τη θέση σε δυνητική αργία ή την παράτασή της απαιτείται προηγούμενη ακρόαση του δικαστικού υπαλλήλου από το υπηρεσιακό συμβούλιο. Κατά την ακρόαση ο υπάλληλος μπορεί να παρίσταται είτε αυτοπροσώπως είτε μετά είτε δια πληρεξούσιου δικηγόρου.

4.

Στην περ. γ’ της παρ. 1 ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται αυτοδικαίως στα καθήκοντά του, αν μέσα σε έξι (6) μήνες από τη θέση του σε αργία δεν ασκηθεί εναντίον του ποινική ή πειθαρχική δίωξη. Για την επάνοδο του δικαστικού υπαλλήλου στην υπηρεσία εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από το αρμόδιο για τον διορισμό του όργανο.

5.

Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της σχετικής πράξης. Ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του από την κοινοποίηση σχετικής πράξης επαναφοράς ή αυτοδικαίως στην περίπτωση της παρ. 4 ή από την τελεσιδικία της ποινικής απόφασης, εφόσον αυτή δεν συνεπάγεται παύση ή της πειθαρχικής απόφασης, εφόσον με αυτή δεν επιβάλλεται η ποινή της οριστικής παύσης.

Άρθρο 163

Αποδοχές αργίας

1.

Ο δικαστικός υπάλληλος που διατελεί σε κατάσταση αργίας απέχει από την άσκηση των κύριων και παρεπόμενων καθηκόντων του.

2.

Στον δικαστικό υπάλληλο που τελεί σε κατάσταση αργίας καταβάλλεται το ήμισυ των αποδοχών του. Το υπόλοιπο ή μέρος αυτού μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν, μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου, εφόσον απαλλαγεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή τιμωρηθεί με πειθαρχική ποινή κατώτερη από την οριστική παύση. Εάν ο υπάλληλος απαλλαγεί από κάθε πειθαρχική ευθύνη ή αποδειχθεί αβάσιμη η υπόνοια για έκνομη διαχείριση, επιστρέφεται το μέρος των αποδοχών που παρακρατήθηκε.

3.

Ο δικαστικός υπάλληλος, που τίθεται αυτοδικαίως σε αργία λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης για το παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν δικαιούται αποδοχές αργίας.

4.

Αν πιθανολογείται σοβαρά κίνδυνος βιοπορισμού του υπαλλήλου ή της οικογένειάς του ή προστατευόμενων μελών αυτού, το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο μπορεί, κατ’ αίτηση του υπαλλήλου, να διατάξει, ως προσωρινό μέτρο, την αύξηση των αποδοχών της αργίας μέχρι το 75% των νόμιμων αποδοχών του. Στις περιπτώσεις που το ζήτημα της αργίας είναι εκκρεμές ενώπιον πειθαρχικού η υπηρεσιακού συμβουλίου, το συμβούλιο αυτό είναι αρμόδιο και για την εξέταση του σχετικού αιτήματος του υπαλλήλου σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.

Άρθρο 164

Αναστολή άσκησης καθηκόντων Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, κατά τις οποίες διακυβεύεται το συμφέρον της υπηρεσίας, μπορεί να επιβληθεί στον δικαστικό υπάλληλο, με αιτιολογημένη πράξη του αρμόδιου για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης οργάνου, το μέτρο της αναστολής της άσκησης των καθηκόντων του. Η πράξη αυτή με τα υφιστάμενα σχετικά στοιχεία αποστέλλεται αμελλητί στο αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο, το οποίο συνέρχεται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από τη λήψη της πράξης και αποφασίζει αν θα τεθεί ο δικαστικός υπάλληλος σε αργία σύμφωνα με το άρθρο 162. Το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων αίρεται αυτοδικαίως από την έκδοση της απόφασης του υπηρεσιακού συμβουλίου ή με την πάροδο της παραπάνω δεκαπενθήμερης προθεσμίας, χωρίς να έχει εκδοθεί η απόφαση του συμβουλίου.

ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ

Άρθρο 165

Πειθαρχικά παραπτώματα

1.

Πειθαρχικό παράπτωμα αποτελεί κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη, η οποία μπορεί να καταλογιστεί στον δικαστικό υπάλληλο. Το υπαλληλικό καθήκον προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα, τις διοικητικές πράξεις, τις οδηγίες των προϊσταμένων, καθώς και από τη φύση της υπηρεσίας και τη συμπεριφορά που οφείλει να έχει ο δικαστικός υπάλληλος μέσα και έξω από αυτήν, ώστε να μην θίγεται το κύρος της. Το υπαλληλικό καθήκον δεν επιβάλλει στον δικαστικό υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που να αντίκειται προς το Σύνταγμα και τους νόμους, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 113.

2.

Πειθαρχικά παραπτώματα είναι ιδίως:

  • α) Πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην

Πατρίδα και τη Δημοκρατία.

  • β) Η παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα

ή άλλους ειδικούς νόμους.

  • γ) Η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για δικαστικό υπάλληλο διαγωγή εντός και εκτός υπηρεσίας. Σε

καμία περίπτωση αυτή καθαυτή η άσκηση συνδικαλιστικής, πολιτικής ή κοινωνικής δράσης δεν συνιστά τέτοια διαγωγή.

  • στ) Η αμέλεια και η πλημμελής ή μη έγκαιρη εκπλήρωση του καθήκοντος.
  • ζ) Η άσκηση επαγγέλματος ή η εκτέλεση έργου με

αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας.

  • η) Η απείθεια και η άρνηση συμμόρφωσης στις νόμιμες

εντολές των προϊσταμένων.

  • θ) Η δημοσίως, εγγράφως ή προφορικώς, άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής, εφόσον

από δόλο ή βαριά αμέλεια χρησιμοποιούνται προδήλως ανακριβή στοιχεία ή χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις.

  • ι) Η ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους δικαστικούς

λειτουργούς, τους υπαλλήλους της γραμματείας ή υπηρεσίας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας και τους πολίτες.

  • ια) Η μη εξυπηρέτηση των πολιτών και η μη έγκαιρη

διεκπεραίωση των υποθέσεων.

  • ιβ) Η αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων

και η παραμέληση παλαιοτέρων.

  • ιγ) Η σύνταξη αναμφίβολα μεροληπτικής έκθεσης

αξιολόγησης ουσιαστικών προσόντων, καθώς και η παράλειψη κατάρτισης έκθεσης αξιολόγησης.

  • ιδ) Η αναληθής δήλωση της περιουσιακής κατάστασης

ή η μη υποβολή της, όταν απαιτείται από τον νόμο.

  • ιε) Η παράβαση του καθήκοντος της εχεμύθειας.
  • ιστ) Η χρησιμοποίηση της υπαλληλικής ιδιότητας ή

πληροφοριών που κατέχει ο δικαστικός υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ίδιου ή άλλων προσώπων.

  • ιζ) Η αποδοχή από τον δικαστικό υπάλληλο οποιασδήποτε υλικής εύνοιας ή ανταλλάγματος που προέρχεται από πρόσωπο του οποίου τις υποθέσεις χειρίζεται

ή πρόκειται να χειριστεί κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, έστω και αν δεν συνιστά δωροδοκία.

  • ιη) Η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήσης ή εγκατάλειψης ή η παράνομη χρήση πράγματος, το οποίο ανήκει

στην υπηρεσία.

  • ιθ) Η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για την απόκτηση υπηρεσιακής εύνοιας ή για την πρόκληση ματαίωσης ή τη ματαίωση διαταγής της υπηρεσίας.
  • κ) Η άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε

δημοπρασία, την οποία διενεργεί η αρχή στην οποία ανήκει ο δικαστικός υπάλληλος ή επιτροπή μέλος της οποίας είναι ο δικαστικός υπάλληλος.

  • κα) Η άρνηση του δικαστικού υπαλλήλου να ικανοποιήσει το δικαίωμα των πολιτών να λαμβάνουν γνώση

εγγράφων και άλλων στοιχείων που τηρούνται στην υπηρεσία.

  • κβ) Η αδικαιολόγητη παράλειψη παρουσίασης για ιατρική εξέταση.
  • κγ) Η μη τήρηση του ωραρίου από τον υπάλληλο και

η παράλειψη του προϊσταμένου να ελέγχει την τήρησή του.

  • κδ) Η κατάθεση, η χρήση, η συμπερίληψη και η διατήρηση στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου

πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαίωσης.

  • κε) Η παράβαση της παρ. 3 του άρθρου 94.
  • κστ) Η παράβαση της παρ. 2 του άρθρου 114.
3.

Διατάξεις που προβλέπουν ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα παραμένουν σε ισχύ.

Άρθρο 166

Πειθαρχικές ποινές

1.

Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους δικαστικούς υπαλλήλους είναι:

  • α) η έγγραφη επίπληξη,
  • β) το πρόστιμο έως τις αποδοχές δώδεκα (12) μηνών,
  • γ) η στέρηση του δικαιώματος μισθολογικής εξέλιξης

σε κλιμάκια από ένα (1) έως πέντε (5) έτη,

  • δ) η στέρηση του δικαιώματος για προαγωγή από ένα

(1) έως πέντε (5) έτη,

  • ε) η αφαίρεση της άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου,
  • στ) ο υποβιβασμός έως δύο (2) βαθμούς, όχι όμως

κάτω από τον εισαγωγικό βαθμό της κατηγορίας στην οποία ανήκει ο υπάλληλος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 20,

  • ζ) η προσωρινή παύση από τρεις (3) έως δώδεκα (12)

μήνες με πλήρη στέρηση αποδοχών και, η) η οριστική παύση.

2.

Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί μόνο για τα ακόλουθα παραπτώματα:

  • α) παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή

άλλους ειδικούς νόμους,

  • β) αποδοχή από τον δικαστικό υπάλληλο οποιασδήποτε υλικής εύνοιας ή ανταλλάγματος που προέρχεται

από πρόσωπο του οποίου τις υποθέσεις χειρίζεται ή πρόκειται να χειριστεί κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, έστω και αν δεν συνιστά δωροδοκία,

  • γ) χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή ή ανάξια για δικαστικό υπάλληλο διαγωγή, εντός και εκτός της υπηρεσίας,
  • δ) παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας
  • ε) αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων πάνω από είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή πάνω από τριάντα (30) εργάσιμες

ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους ή πάνω από πενήντα (50) εργάσιμες ημέρες εντός μίας τριετίας,

  • στ) ιδιαιτέρως σοβαρή απείθεια,
  • ζ) εμμονή στην αδικαιολόγητη παράλειψη παρουσίασης για ιατρική εξέταση,
  • η) για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, αν κατά

την προηγούμενη της διάπραξής του διετία είχαν επιβληθεί στον δικαστικό υπάλληλο τρεις (3) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές, ανώτερες του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός ή κατά το προηγούμενο της διάπραξής του έτος είχε τιμωρηθεί για το ίδιο παράπτωμα με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός.

3.

Για την επιβολή οποιασδήποτε πειθαρχικής ποινής σε δικαστικό υπάλληλο συνεκτιμώνται ιδίως οι ιδιαίτερες συνθήκες τέλεσης του παραπτώματος, η βαρύτητα αυτού, ο εξακολουθητικός ή μη χαρακτήρας του, η προσωπικότητα του δικαστικού υπαλλήλου, ο βαθμός της υπαιτιότητάς του, η επίδειξη μεταμέλειας, η υποτροπή, αναλογικότητας. ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ

Άρθρο 167

Δίωξη και τιμωρία πειθαρχικών παραπτωμάτων

1.

Η δίωξη και τιμωρία των πειθαρχικών παραπτωμάτων αποτελεί καθήκον των πειθαρχικών οργάνων. Η παράβαση του καθήκοντος αυτού συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.

2.

Κατ’ εξαίρεση για παραπτώματα που δικαιολογούν την ποινή της επίπληξης, η πειθαρχική δίωξη απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου για την άσκησή της οργάνου, το οποίο λαμβάνει υπόψη, αφενός το συμφέρον της υπηρεσίας και αφετέρου τις συνθήκες διάπραξης του παραπτώματος και την υπηρεσιακή διαγωγή του δικαστικού υπαλλήλου. Αν το αρμόδιο όργανο αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη, υποχρεούται να ενημερώσει, με αιτιολογημένη έκθεσή του, τον προϊστάμενο ή το τριμελές συμβούλιο διεύθυνσης του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ο δικαστικός υπάλληλος. Αντίγραφο της έκθεσης χορηγείται στον δικαστικό υπάλληλο.

Άρθρο 168

Ανακοίνωση πειθαρχικών παραπτωμάτων Οι πρόεδροι των δικαστηρίων, οι εισαγγελείς, οι ανακριτές, οι εντεταλμένοι δικαστές, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων μόλις διαπιστώσουν ή περιέλθει, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, σε γνώση τους πειθαρχικό παράπτωμα δικαστικού υπαλλήλου, το ανακοινώνουν στο αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο, διαβιβάζοντας, συγχρόνως, τα υφιστάμενα σχετικά στοιχεία.

Άρθρο 169

Πειθαρχικά παραπτώματα τελούμενα στο ακροατήριο Σχετικά με πειθαρχικά παραπτώματα που διαπράττονται στο ακροατήριο συντάσσεται από το δικαστήριο σχετικό πρακτικό, το οποίο διαβιβάζεται εντός τριών (3) ημερών στο αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο, το οποίο ασκεί την αρμοδιότητά του χωρίς καθυστέρηση.

Άρθρο 170

Συνεκδίκαση πειθαρχικών παραπτωμάτων

1.

Περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα του ίδιου δικαστικού υπαλλήλου, για τα οποία έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση για κάποιο από αυτά, συνεκδικάζονται υποχρεωτικά από το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο.

2.

Δικαστικοί υπάλληλοι που διώκονται για το ίδιο ή για συναφή πειθαρχικά παραπτώματα κρίνονται ενιαίως από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα.

3.

Στις περιπτώσεις των παρ. 1 και 2, αν τα όργανα, στα οποία ανήκει η αρμοδιότητα να επιληφθούν, είναι διαφορετικά, αρμόδιο είναι: α) μεταξύ μονομελούς πειθαρχικού οργάνου και υπηρεσιακού συμβουλίου το τελευταίο,

  • β) μεταξύ περισσότερων μονομελών πειθαρχικών οργάνων ή μεταξύ περισσότερων υπηρεσιακών συμβουλίων,

εκείνο που έχει επιληφθεί πρώτο. Στην αρμοδιότητα του πενταμελούς δικαστικού συμβουλίου υπάγονται και όλα τα συναφή πειθαρχικά παραπτώματα.

Άρθρο 171

Σχέση της πειθαρχικής με την ποινική δίκη

1.

Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη.

2.

Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. Το πειθαρχικό όργανο όμως μπορεί με απόφασή του, η οποία είναι ελευθέρως ανακλητή, να διατάξει για εξαιρετικούς λόγους την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας, η οποία δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος. Αναστολή δεν επιτρέπεται σε περίπτωση που το πειθαρχικό παράπτωμα προκάλεσε δημόσιο σκάνδαλο ή θίγει σοβαρά το κύρος της υπηρεσίας.

3.

Τα πειθαρχικά όργανα δεσμεύονται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος.

4.

Η πειθαρχική δίκη επαναλαμβάνεται, με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 208:

  • α) αν μετά την έκδοση της τελεσίδικης πειθαρχικής

απόφασης με την οποία ο δικαστικός υπάλληλος απαλλάσσεται ή τιμωρείται με ποινή κατώτερη της οριστικής παύσης, εκδοθεί για την ίδια πράξη ή παράλειψη αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου από την αιτιολογία της οποίας προκύπτουν πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση παραπτώματος το οποίο δικαιολογεί κατά την παρ.  2 του άρθρου 166 την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης,

  • β) αν μετά την έκδοση τελεσίδικης καταδικαστικής

πειθαρχικής απόφασης εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την ίδια πράξη ή παράλειψη,

  • γ) αν μετά την έκδοση τελεσίδικης καταδικαστικής

πειθαρχικής απόφασης ανατραπεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση η αποδεικτική δύναμη στοιχείων που είχαν ληφθεί υπόψη ή αν αποκαλυφθούν γεγονότα που δεν είχαν ληφθεί υπόψη ή αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ο δικαστικός υπάλληλος δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να προσκομίσει κατά την αρχική πειθαρχική δίκη, εφόσον από τα γεγονότα ή τα στοιχεία αυτά κλονίζεται κατά τρόπο προφανή η αιτιολογία της πειθαρχικής απόφασης και,

  • δ) αν κρίθηκε με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι η τελεσίδικη

πειθαρχική απόφαση εκδόθηκε κατά παραβίαση δικαιώματος που αφορά στον δίκαιο χαρακτήρα της διαδι

5.

Η εισαγγελική αρχή υποχρεούται να ανακοινώνει αμέσως στην προϊσταμένη αρχή του δικαστικού υπαλλήλου κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατ’ αυτού. Ο γραμματέας του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου υποχρεούται να ανακοινώνει αμέσως στην ίδια αρχή τα παραπεμπτικά ή απαλλακτικά βουλεύματα σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς και τις εκδιδόμενες σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας καταδικαστικές ή αθωωτικές αποφάσεις που αφορούν στον δικαστικό υπάλληλο. Σε περίπτωση εγκλεισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα, ο διευθυντής φυλακών γνωστοποιεί τούτο, χωρίς καθυστέρηση, στην προϊσταμένη αρχή του δικαστικού υπαλλήλου.

Άρθρο 172

Μη συρροή ποινών Απαγόρευση δεύτερης δίωξης και περισσότερων ποινών για το ίδιο αδίκημα

1.

Δεν επιτρέπεται δεύτερη δίωξη για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα.

2.

Για κάθε πειθαρχικό παράπτωμα επιβάλλεται μία μόνο πειθαρχική ποινή.

3.

Αν το πειθαρχικό όργανο επιλαμβάνεται για περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα, με την πειθαρχική απόφαση επιβάλλεται μία μόνο ποινή σε κάθε δικαστικό υπάλληλο, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνονται υπόψη όλα τα παραπτώματα του διωκομένου.

Άρθρο 173

Αυτοτέλεια κολασίμου του πειθαρχικού παραπτώματος Σε περίπτωση αποκατάστασης, χάριτος ή άρσης με οποιονδήποτε άλλο τρόπο του κολασίμου ή άρσης ή μεταβολής των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρεται το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης, με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρου 47 του Συντάγματος.

Άρθρο 174

Εφαρμογή αρχών και κανόνων του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας

1.

Αρχές και κανόνες του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας εφαρμόζονται αναλόγως και στο πειθαρχικό δίκαιο, εφόσον δεν αντίκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου και συνάδουν με τη φύση και τον σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας.

2.

Εφαρμόζονται, ιδίως, οι αρχές και οι κανόνες που αφορούν:

  • α) στους λόγους άρσης ή αποκλεισμού του αδίκου της

πράξης και της ικανότητας προς καταλογισμό,

  • β) στις ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές περιστάσεις για

την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής,

  • γ) στην έμπρακτη μετάνοια,
  • δ) στο δικαίωμα σιγής του διωκομένου,
  • ε) στην πραγματική και νομική πλάνη,
  • στ) στο τεκμήριο της αθωότητας του διωκομένου,
  • ζ) την προστασία των δικαιολογημένων συμφερόντων

του διωκομένου ή της υπηρεσίας για τη διατύπωση δυσμενών κρίσεων και εκφράσεων ή τη διενέργεια εκδηλώσεων εκ μέρους του εν λόγω υπαλλήλου.

Άρθρο 175

Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας ως προς τον αποκλεισμό, την εξαίρεση και την αποχή δικαστικών λειτουργών, τις εκθέσεις, τις επιδόσεις και κοινοποιήσεις, τις προθεσμίες, τα αποδεικτικά μέσα, την αυτοψία, την πραγματογνωμοσύνη, τους τεχνικούς συμβούλους, τους μάρτυρες, τους διερμηνείς και την εξέταση του κατηγορουμένου εφαρμόζεται αναλόγως στην πειθαρχική δίκη, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα.

Άρθρο 176

Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων

1.

Τα πειθαρχικά παραπτώματα που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 166 παραγράφονται μετά πέντε (5) έτη και τα λοιπά μετά δύο (2) έτη από την ημέρα που διαπράχθηκαν.

2.

Η άσκηση πειθαρχικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή. Στην περίπτωση αυτή, τα πειθαρχικά παραπτώματα που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 166 παραγράφονται μετά επτά (7) έτη και τα λοιπά μετά τρία (3) έτη από την ημέρα που διαπράχθηκαν, αν κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν εκδοθεί πειθαρχική απόφαση σε πρώτο βαθμό.

3.

Πειθαρχικό παράπτωμα που αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα δεν παραγράφεται πριν εξαλειφθεί το αξιόποινο του τελευταίου λόγω παραγραφής. Για τα πειθαρχικά αυτά παραπτώματα οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας αναστέλλουν την παραγραφή τους.

4.

Η παραγραφή πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται από την τέλεση νέου πειθαρχικού παραπτώματος, με το οποίο αποσκοπείται η απόκρυψη ή ματαίωση της πειθαρχικής δίωξης για το πρώτο. Στην περίπτωση αυτή το πρώτο παράπτωμα παραγράφεται, όταν παραγραφεί το δεύτερο, εφόσον η παραγραφή του δεύτερου συντελείται σε χρόνο μεταγενέστερο της παραγραφής του πρώτου.

Άρθρο 177

Λήξη πειθαρχικής ευθύνης

1.

Ο δικαστικός υπάλληλος που απέβαλε την υπαλληλική ιδιότητα με οποιονδήποτε τρόπο δεν διώκεται πειθαρχικώς. Αν όμως κατά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη ή έχει αρχίσει ένορκη διοικητική εξέταση από το αρμόδιο για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης όργανο ή έχει διαταχθεί η διενέργεια από άλλο δικαστικό λειτουργό ή δικαστικό υπάλληλο ένορκης διοικητικής εξέτασης ή έχει αρχίσει προκαταρκτική έρευνα, κατά την οποία ο δικαστικός υπάλληλος έχει κληθεί να δώσει εξηγήσεις, η πειθαρχική διαδικασία συνεχίζεται και μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης, με εξαίρεση την περίπτωση του θανάτου. Σε περίπτωση κατά την οποία συνεχίζεται η πειθαρχική διαδικασία, αν εκδοθεί καταδικαστική απόφαση, παραμένει ανεκτέλεστη. Κατ’ εξαίρεση εκτελείται απόφαση, με την οποία επιβάλλεται: α) ποινή υποβιβασμού κατά μισθολογικά κλιμάκια, η οποία συνεπάγεται, υποχρεωτικώς, αναμόρφωση της απόφασης κανονισμού σύνταξης (Κ.Ε.Δ.Ε.) αποκλειστικά από τον δικαστικό υπάλληλο που τιμωρήθηκε και όχι από τους κληρονόμους του.

2.

Η βαθμολογική ή η μισθολογική εξέλιξη δεν αίρει το πειθαρχικώς κολάσιμο του παραπτώματος που διέπραξε ο δικαστικός υπάλληλος πριν από αυτή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

Άρθρο 178

Αρμόδιο όργανο για την πειθαρχική δίωξη

1.

Αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης των υπαλλήλων της γραμματείας ή υπηρεσίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών είναι ο δικαστής ή ο εισαγγελέας, αντίστοιχα, που αναδεικνύονται, με τον αναπληρωτή τους, με κλήρωση, η οποία διενεργείται το πρώτο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου κάθε έτους, με επιμέλεια του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, μεταξύ όλων των δικαστών ή εισαγγελέων, κατά περίπτωση, που υπηρετούν στο δικαστήριο ή την εισαγγελία, πλην του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης. Για την κλήρωση εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις για την κλήρωση των μελών των Ανώτατων Δικαστικών Συμβουλίων. Στην περίπτωση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 180, την πειθαρχική δίωξη ασκεί ο μόνος δικαστής ή εισαγγελέας που υπηρετεί. Αρμόδιος για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης των υπαλλήλων της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και της Γενικής Επιτροπείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι ο νεότερος Αντεπίτροπος. Πειθαρχική δίωξη μπορεί επίσης να ασκεί για τους υπαλλήλους της υπηρεσίας του ο υπάλληλος που διευθύνει τη γραμματεία δικαστηρίου ή την εισαγγελία. Στο Ελεγκτικό Συνέδριο την αρμοδιότητα αυτή ασκούν οι γενικοί συντονιστές.

2.

Οι δικαστές και εισαγγελείς που αναδεικνύονται σύμφωνα με την παρ. 1 είναι αρμόδιοι για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης δικαστικών υπαλλήλων κατά το επόμενο ημερολογιακό έτος.

3.

Αν το αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο που ορίζεται κατά την παρ. 1 δεν ολοκληρώσει τις ενέργειές του σε συγκεκριμένη πειθαρχική υπόθεση μέχρι τη λήξη του έτους, για το οποίο έχει οριστεί, διατηρεί την αρμοδιότητά του για την υπόθεση αυτή έως ότου περατώσει το έργο του.

4.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να παραγγείλει πειθαρχική δίωξη κάθε δικαστικού υπαλλήλου.

5.

Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων μπορούν να παραγγείλουν την άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά δικαστικών υπαλλήλων που υπηρετούν στα αντίστοιχα δικαστήρια και υπηρεσίες. Την ίδια παραγγελία μπορούν να απευθύνουν και τα αρμόδια πειθαρχικά συμβούλια.

Άρθρο 179

Πειθαρχικά όργανα

1.

Μονομελή πειθαρχικά όργανα είναι οι προϊστάμενοι ή οι πρόεδροι των τριμελών συμβουλίων διεύθυνσης των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ο Γενικός Επίτροπος των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

2.

Πολυμελή πειθαρχικά όργανα είναι τα υπηρεσιακά ή δικαστικά συμβούλια, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 181.

Άρθρο 180

Μονομελή πειθαρχικά όργανα

1.

Οι προϊστάμενοι ή οι πρόεδροι των τριμελών συμβουλίων διεύθυνσης των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, ο Γενικός Επίτροπος Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ο Γενικός Επίτροπος των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ασκούν πειθαρχική δικαιοδοσία στους δικαστικούς υπαλλήλους των υπηρεσιών, στις οποίες προΐστανται. Ειδικώς για τους υπαλλήλους της γραμματείας δικαστηρίων ή εισαγγελιών στα οποία υπηρετεί ένας δικαστής ή εισαγγελέας, την πειθαρχική δικαιοδοσία ασκεί ο προϊστάμενος ή ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, αντιστοίχως.

2.

Τα μονομελή πειθαρχικά όργανα μπορούν να επιβάλουν, με αιτιολογημένη απόφασή τους, την ποινή της έγγραφης επίπληξης ή του προστίμου έως και του ενός δευτέρου (1/2) των μηνιαίων αποδοχών του δικαστικού υπαλλήλου.

Άρθρο 181

Πειθαρχικά Συμβούλια

1.

Σε περίπτωση άσκησης πειθαρχικής δίωξης για παράπτωμα που κατά νόμο μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης, αρμόδιο να επιληφθεί είναι, κατά περίπτωση, το πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο δικαστικό συμβούλιο του άρθρου 88. Για τα παραπτώματα αυτά, το δικαστικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλει οποιαδήποτε ποινή.

2.

Σε περίπτωση άσκησης πειθαρχικής δίωξης για παράπτωμα που, κατά νόμο, δεν μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης, αρμόδιο να επιληφθεί είναι, κατά περίπτωση, το πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο υπηρεσιακό συμβούλιο του άρθρου 88.

3.

Εάν το υπηρεσιακό συμβούλιο, πενταμελές ή επταμελές, κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα που έχει εισαχθεί ενώπιόν του μπορεί, κατά νόμο, να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης, υποχρεούται να παραπέμψει την υπόθεση στο αντίστοιχο δικαστικό συμβούλιο.

4.

Το δικαστικό συμβούλιο στο οποίο έχει εισαχθεί πειθαρχική υπόθεση είτε μετά από άσκηση πειθαρχικής δίωξης είτε κατά παραπομπή από υπηρεσιακό συμβούλιο, εάν κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα επισύρει, κατά να εκδικάσει την υπόθεση είτε να την παραπέμψει στο αντίστοιχο υπηρεσιακό συμβούλιο. Η απόφαση αυτή είναι δεσμευτική για το υπηρεσιακό συμβούλιο.

Άρθρο 182

Αρμοδιότητα κατά τόπο Αρμόδιο κατά τόπο πειθαρχικό όργανο είναι εκείνο στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκουν οι υπάλληλοι της γραμματείας ή της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσε με οποιαδήποτε υπηρεσιακή σχέση ή κατάσταση ο δικαστικός υπάλληλος κατά τον χρόνο τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος. Σε περίπτωση απόσπασης του δικαστικού υπαλλήλου σε μη δικαστική υπηρεσία, αρμόδιο είναι το πειθαρχικό όργανο της γραμματείας ή υπηρεσίας στην οποία ανήκει οργανικά.

Άρθρο 183

Σύγκρουση αρμοδιοτήτων Για την άρση της σύγκρουσης αρμοδιότητας μεταξύ πειθαρχικών συμβουλίων, αρμόδιο είναι για μεν τους δικαστικούς υπαλλήλους των γραμματειών πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου και, αν λειτουργούν περισσότερα ποινικά τμήματα, το πρώτο κατά σειρά αρίθμησης από αυτά, για δε τους υπαλλήλους των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων το τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων των υπαλλήλων. Τα τμήματα αυτά επιλαμβάνονται ύστερα από αίτηση του οργάνου που ασκεί την πειθαρχική δίωξη ή του διωκομένου και εκδικάζουν την υπόθεση σε συμβούλιο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ

Άρθρο 184

Διαδικασίες συλλογής αποδεικτικών στοιχείων Αν υπάρχουν ενδείξεις ή πληροφορίες για την τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος από δικαστικό υπάλληλο, διενεργείται προκαταρκτική έρευνα ή ένορκη διοικητική εξέταση, σύμφωνα με τα επόμενα άρθρα.

Άρθρο 185

Προκαταρκτική έρευνα

1.

Προκαταρκτική έρευνα είναι η άτυπη συλλογή και καταγραφή στοιχείων για να διαπιστωθεί η τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος και οι συνθήκες τέλεσής του και διενεργείται είτε από το αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο είτε με παραγγελία του από άλλο δικαστικό λειτουργό ή δικαστικό υπάλληλο με βαθμό Α’ τον οποίο ορίζει ο ίδιος.

2.

Εκείνος που διενεργεί την προκαταρκτική έρευνα ζητεί έγγραφες ή προφορικές εξηγήσεις από τον δικαστικό υπάλληλο που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα. Δικαιούται να ζητήσει πληροφορίες ή τη διαβίβαση συναφών στοιχείων από κάθε αρχή, μεριμνά για τη συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων και εξετάζει μάρτυρες χωρίς όρκο, αν το κρίνει αναγκαίο. Ο καλούμενος να δώσει έγγραφες εξηγήσεις έχει δικαίωμα να λάβει προηγουμένως γνώση όλων των στοιχείων που τον αφορούν και να έχει τη συμπαράσταση δικηγόρου. Για την προκαταρκτική έρευνα συντάσσεται έκθεση, της οποίας το πόρισμα είναι αιτιολογημένο.

3.

Αν, κατά την κρίση του δικαστικού λειτουργού που ασκεί την πειθαρχική δίωξη, η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση με ένορκη διοικητική εξέταση, αυτή διενεργείται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 186.

Άρθρο 186

Ένορκη διοικητική εξέταση

1.

Ένορκη διοικητική εξέταση ενεργείται κάθε φορά που η υπηρεσία έχει σοβαρές υπόνοιες ή σαφείς ενδείξεις για την τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος. Η εξέταση αυτή αποσκοπεί στη συλλογή στοιχείων για τη διαπίστωση της τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος και τον προσδιορισμό των προσώπων που ευθύνονται, καθώς και στη διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτό έχει τελεστεί.

2.

Η ένορκη διοικητική εξέταση διενεργείται είτε από το αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο είτε με παραγγελία του από δικαστικό λειτουργό ή δικαστικό υπάλληλο με βαθμό Α’, τον οποίο ορίζει το ίδιο. Το όργανο που διενεργεί την ένορκη διοικητική εξέταση δικαιούται να ζητήσει πληροφορίες και στοιχεία από κάθε αρχή, φροντίζει για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων και εξετάζει ενόρκως μάρτυρες, αν το κρίνει αναγκαίο.

3.

Κατά τη διενέργεια της ένορκης διοικητικής εξέτασης, ο δικαστικός υπάλληλος που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα δικαιούται να ζητήσει εγγράφως την εξέταση έως τριών (3) μαρτύρων.

4.

Αφού συγκεντρωθούν τα αποδεικτικά στοιχεία, καλείται υποχρεωτικώς ο δικαστικός υπάλληλος που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα για την παροχή εγγράφων εξηγήσεων, με κλήση που του επιδίδεται. Με την κλήση αυτή τάσσεται προθεσμία για την παροχή των εξηγήσεων, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από πέντε (5) και μεγαλύτερη από δέκα (10) ημέρες. Η μη προσέλευσή του ή η άρνησή του να εξεταστεί δεν εμποδίζει την πρόοδο της ένορκης διοικητικής εξέτασης. Κατά την παροχή των εξηγήσεων ο υπάλληλος δικαιούται να παρίσταται με πληρεξούσιο δικηγόρο.

5.

Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να λάβει γνώση και αντίγραφα των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου πριν από την παροχή εξηγήσεων.

6.

Η ένορκη διοικητική εξέταση περατώνεται με αιτιολογημένη έκθεση του δικαστικού λειτουργού ή του δικαστικού υπαλλήλου που τη διενεργεί. Ο φάκελος που σχηματίζεται διαβιβάζεται αμέσως στο αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο, αν έχει διενεργήσει άλλο την ένορκη διοικητική εξέταση.

Άρθρο 187

Θέση πειθαρχικής υπόθεσης στο αρχείο

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)