Νόμοι — ΦΕΚ A' 68/2021

Type Νόμος
Publication 2021-04-24
Τελευταία ενημέρωση 2021-04-23
State In force
Source ΦΕΚ
articles 259
Reform history JSON API
1.

Αν, ύστερα από τη διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας ή ένορκης διοικητικής εξέτασης, δεν πιθανολογείται πράξη ή παράλειψη που συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα τίθεται στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη του αρμοδίου για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης οργάνου, η οποία υποβάλλεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης και στον προϊστάμενο του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή στον Γενικό Επίτροπο των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατά περίπτωση.

2.

Αν τα πρόσωπα στα οποία υποβάλλεται η πράξη αρχειοθέτησης σύμφωνα με την παρ. 1, κρίνουν ότι συντρέχει ανάγκη περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την υποβολή της πράξης παραγγέλλουν στο αρμόδιο για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης όργανο να διενεργήσει κατά περίπτωση ένορκη διοικητική εξέταση ή συμπληρωματική ένορκη διοικητική εξέταση, σύμφωνα με το άρθρο 186.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΩΞΗ

Άρθρο 188

Πειθαρχική αγωγή

1.

Το αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο, αν κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση επιβολής πειθαρχικής ποινής, συντάσσει πειθαρχική αγωγή και δίδει την παραγγελία για επίδοσή της στον διωκόμενο δικαστικό υπάλληλο.

2.

Η πειθαρχική αγωγή περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και τα υπηρεσιακά στοιχεία του διωκομένου και β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν το πειθαρχικό παράπτωμα και τις διατάξεις που το προβλέπουν.

3.

Η πειθαρχική αγωγή απευθύνεται στο μονομελές πειθαρχικό όργανο ή στο πειθαρχικό συμβούλιο, κατά την κρίση του αρμόδιου για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης οργάνου, και συνοδεύεται από τον πειθαρχικό φάκελο.

Άρθρο 189

Άσκηση πειθαρχικής δίωξης

1.

Η πειθαρχική δίωξη ασκείται με την επίδοση της πειθαρχικής αγωγής στο διωκόμενο δικαστικό υπάλληλο.

2.

Αντίγραφο της πειθαρχικής αγωγής υποβάλλεται χωρίς καθυστέρηση στον προϊστάμενο ή στον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή τον Γενικό Επίτροπο των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατά περίπτωση, ανάλογα με το δικαστήριο, εισαγγελία ή υπηρεσία, στην οποία υπηρετεί ο διωκόμενος. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

Άρθρο 190

Διαδικασία στα μονομελή πειθαρχικά όργανα

1.

Το μονομελές πειθαρχικό όργανο, μόλις περιέλθουν σε αυτό η πειθαρχική αγωγή και ο πειθαρχικός φάκελος, επιμελείται για την επίδοση της πειθαρχικής αγωγής στον διωκόμενο δικαστικό υπάλληλο και τον καλεί να απολογηθεί εγγράφως ή και προφορικώς μέσα σε προθεσμία που ορίζεται στην κλήση και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από πέντε (5) ημέρες από την επίδοση της κλήσης. Η οριζόμενη προθεσμία μπορεί να παραταθεί ύστερα από αίτηση του διωκομένου έως πέντε (5) ημέρες. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του οργάνου αυτού, ο υπάλληλος δικαιούται να λαμβάνει γνώση του πειθαρχικού φακέλου και να παρίσταται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Η μη προσέλευση του διωκομένου ή η άρνηση του να απολογηθεί δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας και την έκδοση οριστικής απόφασης.

2.

Στις αποφάσεις των μονομελών πειθαρχικών οργάνων εφαρμόζονται αναλόγως οι παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 202.

Άρθρο 191

Ορισμός εισηγητή στο πειθαρχικό συμβούλιο - Κλήση διωκομένου σε απολογία

1.

Αν η πειθαρχική αγωγή απευθύνεται στο πειθαρχικό συμβούλιο, ο πρόεδρός του ορίζει ένα από τα μέλη του ως εισηγητή. Η σχετική πράξη με αντίγραφο της πειθαρχικής αγωγής επιδίδεται στον διωκόμενο δικαστικό

2.

Ο εισηγητής αντικαθίσταται, αν κωλύεται. Ο διωκόμενος μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την επίδοση της πράξης μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση του εισηγητή. Στην περίπτωση αυτή, ο εισηγητής αντικαθίσταται, αν το πειθαρχικό συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή του, δεχθεί το αίτημα. Αίτηση εξαίρεσης του εισηγητή που ορίστηκε σε αντικατάσταση εκείνου ο οποίος εξαιρέθηκε, δεν επιτρέπεται.

3.

Ο εισηγητής καλεί τον διωκόμενο σε απολογία. Στην κλήση τάσσεται εύλογη προθεσμία, όχι μικρότερη από πέντε (5) ημέρες, που μπορεί, με αίτηση του διωκομένου, να παραταθεί για δέκα (10) ημέρες το πολύ. Κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση της κλήσης έως τη συζήτηση της υπόθεσης, ο διωκόμενος λογίζεται ότι είναι σε άδεια επί ένα δεκαήμερο, αν το δηλώσει εγγράφως στον προϊστάμενό του.

4.

Ο διωκόμενος δικαιούται να λάβει γνώση του πειθαρχικού φακέλου και να ζητήσει αντίγραφο των στοιχείων που περιέχονται σε αυτόν. Η γνώση ή η χορήγηση αντιγράφων βεβαιώνεται με ειδική έκθεση, η οποία υπογράφεται από τον γραμματέα του πειθαρχικού συμβουλίου και τον διωκόμενο. Άρνηση του διωκομένου να υπογράψει βεβαιώνεται από τον γραμματέα στην έκθεση, που, στην περίπτωση αυτήν, υπογράφεται μόνο από αυτόν.

5.

Η απολογία είναι πάντοτε έγγραφη και εγχειρίζεται στον εισηγητή, ο οποίος χορηγεί έγγραφη απόδειξη παραλαβής ή κατατίθεται στον προϊστάμενο της υπηρεσίας του διωκομένου, ο οποίος τη διαβιβάζει αμέσως στο αρμόδιο συμβούλιο ή αποστέλλεται στον εισηγητή με συστημένη επιστολή. Στην απολογία επισυνάπτονται όσα στοιχεία έχει στη διάθεσή του ο διωκόμενος, ο οποίος μπορεί να ζητήσει από τον εισηγητή εύλογη που δεν υπερβαίνουν τους πέντε (5).

Άρθρο 192

Ανάκριση

1.

Αν μετά την απολογία του διωκομένου δικαστικού υπαλλήλου τα στοιχεία του φακέλου κριθούν από τον πρόεδρο επαρκή για να εισαχθεί η υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο, ενεργούνται όσα ορίζονται στα άρθρα 199 και επόμενα. Αν κριθούν ανεπαρκή, ο πρόεδρος διατάσσει τη διενέργεια ανάκρισης από τον εισηγητή της υπόθεσης.

2.

Η ανάκριση αποβλέπει στη συλλογή κάθε πρόσφορου αποδεικτικού στοιχείου και στη διερεύνηση όλων των πραγματικών περιστατικών για τον σχηματισμό της κρίσης του πειθαρχικού συμβουλίου.

Άρθρο 193

Ανακριτικές πράξεις

1.

Ανακριτικές πράξεις είναι: α) η εξέταση μαρτύρων,

  • β) η εξέταση του διωκομένου, γ) η αυτοψία, δ) η πραγματογνωμοσύνη και ε) η αναζήτηση εγγράφων και άλλων στοιχείων. Για τις τέσσερις πρώτες από τις πράξεις

αυτές συντάσσεται έκθεση, η οποία υπογράφεται από τον δικαστικό λειτουργό που διενεργεί την ανάκριση και τα πρόσωπα που συμπράττουν στην ανακριτική πράξη. Άρνηση των τελευταίων να υπογράψουν βεβαιώνεται στην έκθεση, η οποία στην περίπτωση αυτή υπογράφεται μόνο από τον δικαστικό λειτουργό που διενεργεί την ανάκριση.

2.

Δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανακριτικής πράξης θέμα που κατά τον νόμο καλύπτεται: α) από το απόρρητο της υπηρεσίας, εκτός αν συναινεί η αρμόδια αρχή και β) από το επαγγελματικό ή άλλο απόρρητο.

3.

Ο εισηγητής διενεργεί αυτοπροσώπως τις ανακριτικές πράξεις στην έδρα του. Αν πρόκειται να διενεργηθεί ανακριτική πράξη έξω από την έδρα του, ο εισηγητής μπορεί να παραγγείλει τη διενέργειά της από δικαστικό λειτουργό που υπηρετεί στην περιφέρεια, στην οποία πρόκειται να διενεργηθεί η πράξη.

4.

Μετά το πέρας των ανακριτικών πράξεων ο διωκόμενος καλείται να λάβει γνώση του πειθαρχικού φακέλου.

Άρθρο 194

Μάρτυρες

1.

Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 209 και επόμενα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής τους, εκτός αν δηλώσουν ότι επιθυμούν να εξεταστούν στην έδρα του εισηγητή.

2.

Η μη εμφάνιση ή η άρνηση κατάθεσης μάρτυρα χωρίς εύλογη αιτία τιμωρείται κατά το άρθρο 169 του Ποινικού Κώδικα. Εύλογη αιτία θεωρείται και η συγγένεια του μάρτυρα με τον διωκόμενο δικαστικό υπάλληλο σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή μέχρι και τον δεύτερο βαθμό.

3.

Η εξέταση μαρτύρων πέρα από εκείνους τους οποίους δικαιούται να προτείνει ο διωκόμενος, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 191, απόκειται στην κρίση του εισηγητή.

Άρθρο 195

Εξέταση διωκομένου Κατά την ανάκριση εξετάζεται ανωμοτί ο διωκόμενος δικαστικός υπάλληλος, ο οποίος δικαιούται να λάβει γνώση, πριν από την εξέτασή του, των στοιχείων του φακέλου και να παρίσταται με δικηγόρο. Η μη προσέλευση ή η άρνηση του διωκομένου να εξεταστεί δεν εμποδίζει την πρόοδο της ανάκρισης.

Άρθρο 196

Αυτοψία Η αυτοψία ενεργείται με την παρουσία γραμματέα, είτε από τον εισηγητή είτε, αν αυτός το προτείνει, από ολόκληρο το πειθαρχικό συμβούλιο, για να διαπιστωθούν οι πραγματικές συνθήκες τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος ή άλλα συναφή με αυτό στοιχεία. Η εξέταση δημόσιων ή ιδιωτικών εγγράφων ή άλλων στοιχείων, που έχουν κατατεθεί σε δημόσια αρχή, ενεργείται στο γραφείο στο οποίο φυλάσσονται.

Άρθρο 197

Πραγματογνωμοσύνη Ως πραγματογνώμονες ορίζονται δικαστικοί λειτουργοί ή δημόσιοι πολιτικοί ή στρατιωτικοί υπάλληλοι ή επιστήμονες ή τεχνικοί, από τον πίνακα του άρθρου 185 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Οι αμοιβές των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται από τον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου και καταβάλλονται από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις για το δημόσιο λογιστικό, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Οι πραγματογνώμονες, πριν από τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ορκίζονται σύμφωνα με το άρθρο 194 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Άρθρο 198

Αναζήτηση εγγράφων και άλλων στοιχείων

1.

Ο εισηγητής δικαιούται να ζητήσει από κάθε δημόσια αρχή την παροχή στοιχείων ή την αποστολή πιστοποιητικών ή βεβαιώσεων για θέματα που ανάγονται στην αρμοδιότητά της ή αντιγράφων των εγγράφων που τηρούνται στο αρχείο της.

2.

Ο εισηγητής δικαιούται επίσης να ζητήσει έγγραφα και στοιχεία, τα οποία κατέχει ιδιώτης. Τα έγγραφα και στοιχεία αυτά επιστρέφονται υποχρεωτικά μετά το τέλος της πειθαρχικής δίκης. Ο εισηγητής είναι υποχρεωμένος, ύστερα από αίτηση του ιδιώτη, να χορηγήσει ατελώς, εκτός από απόδειξη παραλαβής και επίσημο αντίγραφο ή απόσπασμα των εγγράφων, τα οποία παρέλαβε. Έγγραφα ή στοιχεία που είναι αναγκαία στον ιδιώτη για την εξυπηρέτηση υποθέσεών του, εξετάζονται στον τόπο, στον οποίο βρίσκονται.

3.

Η άρνηση παροχής στοιχείων σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 τιμωρείται κατά το άρθρο 169 του Ποινικού Κώδικα. Κλήση του διωκομένου μετά την ανάκριση

1.

Μετά το τέλος της ανάκρισης και τη σύνταξη του σχετικού πορίσματος, ο πρόεδρος του συμβουλίου, αφού λάβει τη δικογραφία, ορίζει με πράξη του ημερομηνία για τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου. Η πράξη αυτή κοινοποιείται σε όλα τα μέλη του συμβουλίου δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης. Η πράξη επιδίδεται και στον διωκόμενο δικαστικό υπάλληλο με κλήση να προσέλθει για να λάβει γνώση και αντίγραφα των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου και για να παραστεί κατά τη συζήτηση. Η κλήση επιδίδεται δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημέρα της συζήτησης. Η μη προσέλευση του διωκομένου δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας.

2.

Ο διωκόμενος δικαιούται να ζητήσει την εξέταση έως πέντε (5) μαρτύρων, τους οποίους καλεί ο πρόεδρος ενώπιον του συμβουλίου. Ο πρόεδρος μπορεί αυτεπαγγέλτως να καλέσει και κάθε άλλον μάρτυρα τον οποίο κρίνει αναγκαίο.

Άρθρο 200

Διαδικασία στα πειθαρχικά συμβούλια

1.

Η διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων είναι μυστική. Οι συνεδριάσεις των δευτεροβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων είναι δημόσιες, εφαρμοζομένης της παρ. 7 του άρθρου 89.

2.

Κατά τη διαδικασία ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου ο διωκόμενος υπάλληλος έχει δικαίωμα να παραστεί είτε αυτοπροσώπως είτε δια ή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου.

3.

Αν o διωκόμενος δικαστικός υπάλληλος δεν παραστεί, όπως προβλέπεται στην παρ. 2 κατά τη συζήτηση και δεν έχει κλητευθεί νομίμως ή αν δεν προσέλθει από ανυπέρβλητο κώλυμα, ορίζεται νέα ημερομηνία για συζήτηση. Το συμβούλιο μπορεί, και αν δεν συντρέχουν οι παραπάνω λόγοι, να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση λόγω της μη προσέλευσης του διωκομένου ή μάρτυρα του οποίου η εμφάνιση κρίνεται αναγκαία ή για άλλο σπουδαίο λόγο. Αν δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής, το συμβούλιο προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του διωκομένου.

4.

Ο διωκόμενος μπορεί, με έγγραφη αίτησή του, να ζητήσει την εξαίρεση μελών του πειθαρχικού συμβουλίου με την προϋπόθεση ότι με τα υπόλοιπα μέλη, τακτικά και αναπληρωματικά, υπάρχει απαρτία. Η αίτηση αυτή που υποβάλλεται δύο (2) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, περιέχει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τους λόγους της εξαίρεσης και συνοδεύεται από τα στοιχεία με τα οποία αυτοί αποδεικνύονται. Για την αίτηση εξαίρεσης το πειθαρχικό συμβούλιο αποφασίζει αιτιολογημένα, με συμμετοχή των νόμιμων αναπληρωτών των μελών των οποίων ζητείται η εξαίρεση. Τα μέλη που εξαιρούνται αντικαθίστανται από τα αναπληρωματικά τους. Αν εξαιρεθεί το τακτικό και το αναπληρωματικό του μέλος, το συμβούλιο συνεδριάζει με τα υπόλοιπα μέλη του εφόσον έχει απαρτία. Η εξαίρεση αναπληρωματικού μέλους μπορεί να ζητηθεί και την ημέρα της συνεδρίασης. Στην περίπτωση αυτή το συμβούλιο αποφασίζει αμέσως επί της αιτήσεως εξαιρέσεως με τα υπόλοιπα μέλη του.

5.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εισηγητής διαβάζει την πειθαρχική αγωγή και το πόρισμα της ανάκρισης, αν έχει διενεργηθεί. Στη συνέχεια καλούνται για εξέταση οι μάρτυρες και, αν πρόκειται για δικαστικά συμβούλια της παρ. 1 του άρθρου 88, δίνεται ο λόγος στους εκπροσώπους των δικαστικών υπαλλήλων. Ακολούθως ο διωκόμενος αναπτύσσει προφορικά την απολογία του και απαντά στα ερωτήματα των μελών του συμβουλίου. Τις απόψεις του αναπτύσσει και ο παριστάμενος δικηγόρος. Ο πρόεδρος μπορεί να χορηγήσει στον διωκόμενο προθεσμία έως τριών (3) ημερών για την υποβολή υπομνήματος. Με το υπόμνημα δεν επιτρέπεται να προβάλλονται νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί.

6.

Ο πρόεδρος του συμβουλίου διευθύνει τη συζήτηση, απευθύνει ερωτήσεις και δίνει την άδεια στα μέλη του συμβουλίου, στον διωκόμενο και στον παριστάμενο δικηγόρο του να υποβάλουν ερωτήσεις.

7.

Για τη συνεδρίαση του πειθαρχικού συμβουλίου συντάσσεται από τον γραμματέα πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από αυτόν και τον πρόεδρο. Το πρακτικό περιέχει σε συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, την άποψη των εκπροσώπων των δικαστικών υπαλλήλων, αν πρόκειται για δικαστικά συμβούλια της παρ. 1 του άρθρου 88, την προφορική απολογία του διωκομένου, καθώς και έκθεση για κάθε αξιόλογο γεγονός που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Ο πρόεδρος μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του διωκομένου, να διατάξει την αυτολεξεί καταχώριση ουσιωδών μερών των καταθέσεων ή δηλώσεων που γίνονται κατά τη συνεδρίαση.

8.

Το συμβούλιο εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία. Αν κρίνει ότι αυτά είναι ανεπαρκή, μπορεί με απόφασή του, η οποία επιδίδεται στον διωκόμενο, να διατάξει τη συμπλήρωση των αποδείξεων. Αν αποφασιστεί η διενέργεια αυτοψίας, αυτή διενεργείται από το συμβούλιο. Όταν συμπληρωθούν οι αποδείξεις σύμφωνα με όσα διατάσσονται με την απόφαση, επαναλαμβάνεται η κύρια διαδικασία.

9.

Αν κατά τη διάσκεψη διατυπώνονται για κάποιο ζήτημα περισσότερες από δύο γνώμες, με αποτέλεσμα να μην σχηματίζεται πλειοψηφία, τα μέλη που ψήφισαν υπέρ της δυσμενέστερης για τον διωκόμενο γνώμης ή υπέρ της βαρύτερης ποινής, προσχωρούν στην αμέσως ευνοϊκότερη.

10.

Ο δικαστικός λειτουργός που άσκησε την πειθαρχική δίωξη δεν επιτρέπεται να συμμετέχει στο πειθαρχικό συμβούλιο που εκδικάζει το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα.

11.

Η υπηρεσία του δικαστικού υπαλλήλου υποχρεούται να του χορηγεί ανάλογη άδεια για να προσέλθει ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου κατά την κρίση της υπόθεσής του.

12.

Κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστικών πειθαρχικών συμβουλίων καλούνται υποχρεωτικά να παραστούν οι εκπρόσωποι των δικαστικών υπαλλήλων. Οι τελευταίοι έχουν δικαίωμα να λάβουν γνώση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που έχουν συλλεγεί, να απευ τους, οι οποίες καταχωρίζονται στο πρακτικό της παρ. 7. Οι εκπρόσωπο των δικαστικών υπαλλήλων αποχωρούν πριν από την έναρξη της διάσκεψης.

Άρθρο 201

Συνεκδίκαση και χωρισμός πειθαρχικών υποθέσεων

1.

Τα πειθαρχικά συμβούλια μπορούν σε κάθε στάση της διαδικασίας να διατάξουν τη συνεκδίκαση ή τον χωρισμό περισσότερων πειθαρχικών υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιόν τους.

2.

Σε περίπτωση συνεκδίκασης υποθέσεων που ανήκουν στην αρμοδιότητα διαφορετικών πειθαρχικών οργάνων, εφαρμόζεται το άρθρο 170.

Άρθρο 202

Απόφαση

1.

Το σχέδιο της απόφασης συντάσσεται από τον εισηγητή και υπογράφεται από τον ίδιο και τον πρόεδρο. Το πρωτότυπο της απόφασης υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα και καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο. Οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων δεν απαγγέλλονται σε δημόσια συνεδρίαση. Οι αποφάσεις των δευτεροβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων απαγγέλλονται σε δημόσια συνεδρίαση.

2.

Η απόφαση περιέχει τη σύνθεση του συμβουλίου, το ονοματεπώνυμο των εκπροσώπων των δικαστικών υπαλλήλων που παρέστησαν ή βεβαίωση του γεγονότος ότι κλήθηκαν νομίμως και δεν παρέστησαν, το ονοματεπώνυμο και τον βαθμό του διωκομένου, μνεία για την παράστασή του ή τη νόμιμη κλήτευσή του, το ονοματεπώνυμο και τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας του οικείου δικηγορικού συλλόγου του δικηγόρου που παραστάθηκε, περίληψη του αποδιδόμενου παραπτώματος και της απολογίας με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του διωκομένου, αιτιολογικό ως προς τη διαπίστωση ή μη της τέλεσης του παραπτώματος και την επιμέτρηση της ποινής και διατακτικό. Καταχωρίζεται, επίσης, η γνώμη της μειοψηφίας.

3.

Η οριστική απόφαση επιδίδεται, με επιμέλεια του γραμματέα, στον διωκόμενο δικαστικό υπάλληλο, στον προϊστάμενο ή στον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου, της εισαγγελίας ή της υπηρεσίας, στην οποίο υπηρετεί ο διωκόμενος, και σε όσους έχουν δικαίωμα έφεσης.

4.

Η πειθαρχική απόφαση δεν ανακαλείται.

Άρθρο 203

Τέλη και έξοδα πειθαρχικής διαδικασίας Η πειθαρχική διαδικασία διενεργείται ατελώς. Έξοδα δεν επιδικάζονται ούτε σε βάρος του διωκομένου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’

ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ

Άρθρο 204

Έφεση κατά των αποφάσεων μονομελών πειθαρχικών οργάνων

1.

Έφεση κατά των αποφάσεων των μονομελών πειθαρχικών οργάνων ασκούν:

  • α) Ο δικαστικός υπάλληλος κατά της απόφασης με

την οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικώς ή απαλλάχθηκε με μειωτική αιτιολογία.

  • β) Το αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης

όργανο κατά οποιασδήποτε απόφασης.

  • γ) Ο προϊστάμενος ή ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου

ή εισαγγελίας, αντιστοίχως, κατά οποιασδήποτε απόφασης. Κατά των αποφάσεων των διευθυνόντων εφετεία ή εισαγγελίες εφετών ή προέδρων του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης των εφετείων και των εισαγγελιών τους αφενός και των διοικητικών εφετείων αφετέρου, έφεση ασκούν ο πρόεδρος του επταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, αντιστοίχως.

  • δ) Ο Υπουργός Δικαιοσύνης κατά οποιασδήποτε απόφασης.
2.

Η έφεση του δικαστικού υπαλλήλου ασκείται με κατάθεση στον γραμματέα του κατά το άρθρο 205 αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου ή στον γραμματέα του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή στον προϊστάμενο της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ή σε ελληνική προξενική αρχή της αλλοδαπής. Η έφεση των προσώπων που αναφέρονται στις περ. β’ και γ’ της παρ. 1 ασκείται με κατάθεση ή αποστολή στον γραμματέα του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου. Ως προς την προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και το μεταβιβαστικό και ανασταλτικό αποτέλεσμά της εφαρμόζονται αναλόγως οι παρ. 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 206.

Άρθρο 205

Αρμόδιο δευτεροβάθμιο όργανο

1.

Με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου, η κατά το άρθρο 204 έφεση ασκείται ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου του οικείου εφετείου.

2.

Η έφεση κατά της απόφασης διευθύνοντος ή προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης εφετείου, διοικητικού εφετείου ή εισαγγελίας εφετών ασκείται ενώπιον του πενταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου του οικείου ανώτατου δικαστηρίου.

3.

Η έφεση κατά της απόφασης του Γενικού Επιτρόπου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ασκείται ενώπιον του επταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας.

4.

Η έφεση κατά της απόφασης των προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ασκείται ενώπιον του επταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου του οικείου ανώτατου δικαστηρίου.

Άρθρο 206

Έφεση κατά των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων

1.

Οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό υπόκεινται σε έφεση.

2.

Δικαίωμα έφεσης έχουν:

  • α) Ο δικαστικός υπάλληλος κατά απόφασης με την

οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικώς ή απαλλάχθηκε με μειωτική αιτιολογία.

3.

Η έφεση του δικαστικού υπαλλήλου ασκείται μέσα σε ένα (1) μήνα από την επίδοση σε αυτόν της απόφασης του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου ή την πλήρη γνώση αυτής από τον υπάλληλο και ασκείται με κατάθεση στον γραμματέα του συμβουλίου αυτού ή με αποστολή σε αυτόν με συστημένη επιστολή ή με οποιοδήποτε μηχανικό μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45), ή με ηλεκτρονικό μέσο, εφόσον φέρει εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 1999/93/ΕΚ (L 257). Η έφεση που έχει υποβληθεί με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται ότι κατατέθηκε, εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα του εγγράφου από το δικαστήριο ηλεκτρονική απόδειξη που φέρει προηγμένη ή εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή ή σφραγίδα και εγκεκριμένη ηλεκτρονική χρονοσφραγίδα και περιέχει και την έκθεση κατάθεσης. Η έφεση μπορεί επίσης να κατατεθεί στον γραμματέα του δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή στον προϊστάμενο της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί ή στον προϊστάμενο ελληνικής προξενικής αρχής της αλλοδαπής, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να την αποστείλουν, χωρίς καθυστέρηση, στον γραμματέα του συμβουλίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Η παραπάνω προθεσμία για την άσκηση της έφεσης παρεκτείνεται κατά ένα (1) μήνα για όσους διαμένουν στο εξωτερικό.

4.

Η έφεση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του αρμόδιου για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης οργάνου ασκείται μέσα σε ένα (1) μήνα από την περιέλευση σε αυτούς της απόφασης του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, και πάντως όχι μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από την έκδοσή της, με κατάθεση στον γραμματέα του συμβουλίου αυτού ή με αποστολή με οποιοδήποτε μηχανικό μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ή με ηλεκτρονικό μέσο, εφόσον φέρει εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 910/2014. Η έφεση που έχει υποβληθεί με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται ότι κατατέθηκε, εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα του εγγράφου από το δικαστήριο ηλεκτρονική απόδειξη που φέρει προηγμένη ή εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή ή σφραγίδα και εγκεκριμένη ηλεκτρονική χρονοσφραγίδα, και περιέχει και την έκθεση κατάθεσης.

5.

Με την έφεση προβάλλονται επί ποινή απαραδέκτου λόγοι ορισμένοι, με τους οποίους προσδιορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα συγκεκριμένες νομικές ή πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση.

6.

Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο κατά το άρθρο 88 αρμόδιο δευτεροβάθμιο συμβούλιο, το οποίο δεν μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση του διωκομένου, αν έχει ασκηθεί έφεση μόνο υπέρ αυτού.

7.

Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης. Το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει την άμεση εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης, αν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, εκτός εάν με αυτή έχει επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού.

Άρθρο 207

Διαδικασία στα δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια Ως προς τη διαδικασία ενώπιον των δευτεροβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων, τα δικαιώματα του διωκομένου, την έκδοση και επίδοση της απόφασης, εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 200 έως 203.

Άρθρο 208

Επανάληψη πειθαρχικής δίκης

1.

Την επανάληψη της πειθαρχικής δίκης, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 171, μπορούν να ζητήσουν τα αρμόδια για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανα στην περ. α) της παραγράφου αυτής, ο δικαστικός υπάλληλος στις περ. β), γ) και δ) της ίδιας παραγράφου και ο Υπουργός Δικαιοσύνης σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις.

2.

Η αίτηση επανάληψης της πειθαρχικής δίκης απευθύνεται στο πειθαρχικό όργανο που είχε εκδώσει την απόφαση κατά της οποίας στρέφεται η αίτηση. Η αίτηση ασκείται μέσα σε ένα (1) έτος από την ημερομηνία κατά την οποία έγινε αμετάκλητη η δικαστική απόφαση ή το απαλλακτικό βούλευμα ή αφότου αποκαλύφθηκαν τα νέα αποδεικτικά στοιχεία. Στην περ. δ) της παρ. 4 του άρθρου 171, η αίτηση ασκείται μέσα σε ένα (1) έτος, που αρχίζει από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρθρου 44 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ως προς τη διαδικασία κατάθεσης και εξέτασης της αίτησης επανάληψης εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται για την έφεση.

3.

Η αίτηση επανάληψης της πειθαρχικής δίκης εξετάζεται από το όργανο που εξέδωσε την πειθαρχική απόφαση κατά της οποίας στρέφεται η αίτηση. Αν γίνει δεκτή η αίτηση επανάληψης, το πειθαρχικό όργανο εξαφανίζει την πειθαρχική απόφαση και ερευνά κατ’ ουσίαν την υπόθεση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’

ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΠΟΙΝΩΝ

Άρθρο 209

Συνέπειες πειθαρχικών αποφάσεων

1.

Οι τελεσίδικες αποφάσεις των πειθαρχικών οργάνων εκτελούνται υποχρεωτικά από τις αρμόδιες Υπηρεσίες ως εξής:

  • α) Το πρόστιμο υπολογίζεται στις αποδοχές τις οποίες λαμβάνει ο δικαστικός υπάλληλος κατά τον χρόνο

έκδοσης της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης. Η εκτέλεση της απόφασης με την οποία επιβάλλεται πρό προστίμου από τις αποδοχές του πρώτου μήνα μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης ή μετά την επίδοση της απόφασης που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό. Αν το ποσό αυτό είναι ανώτερο από το ένα τέταρτο (1/4) των μηνιαίων αποδοχών του δικαστικού υπαλλήλου, η παρακράτηση γίνεται σε περισσότερες μηνιαίες δόσεις, που ορίζονται με την απόφαση. Καμία δόση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ένα τέταρτο (1/4) των μηνιαίων αποδοχών του δικαστικού υπαλλήλου. Αν ο δικαστικός υπάλληλος αποχωρήσει από την υπηρεσία, τα ποσά που οφείλονται εισπράττονται κατά τον Κ.Ε.Δ.Ε.. Τα ποσά προστίμου περιέρχονται στο δημόσιο ταμείο. Αν ο δικαστικός υπάλληλος αποβιώσει, η οφειλή, κατά το ποσό που δεν έχει εισπραχθεί, διαγράφεται.

  • β) Αν επιβληθεί η ποινή της διακοπής του δικαιώματος

για μισθολογική εξέλιξη και του δικαιώματος για προαγωγή, ο χρόνος της διακοπής υπολογίζεται από τον χρόνο, κατά τον οποίο ο δικαστικός υπάλληλος αποκτά το δικαίωμα για μισθολογική εξέλιξη ή τα τυπικά προσόντα για προαγωγή.

  • γ) Όποιος τιμωρείται με υποβιβασμό δεν κρίνεται για

προαγωγή ούτε συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής προϊσταμένου, πριν παρέλθει από την επιβολή της ποινής χρονικό διάστημα ίσο με τον χρόνο που απαιτείται για προαγωγή.

  • δ) Η εκτέλεση της ποινής της προσωρινής παύσης αρχίζει την επόμενη ημέρα από την επίδοση της απόφασης

του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού οργάνου στον δικαστικό υπάλληλο ή την επομένη ημέρα από εκείνη από την οποία η απόφαση του πρωτοβαθμίου πειθαρχικού οργάνου έγινε τελεσίδικη. Ο χρόνος της προσωρινής παύσης δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της ποινής της προσωρινής παύσης, ο δικαστικός υπάλληλος δεν μπορεί να ασκεί τα υπηρεσιακά του καθήκοντα ούτε άλλη αρμοδιότητα ή καθήκον που έχει ανατεθεί σε αυτόν με την ιδιότητά του ως δικαστικού υπαλλήλου.

  • ε) Αν επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής

παύσης, η υπαλληλική σχέση λύεται από την επίδοση στον δικαστικό υπάλληλο της σχετικής απόφασης του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού οργάνου ή από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας άσκησης έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου. Αν η απόφαση του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού οργάνου δεν επιδοθεί στον δικαστικό υπάλληλο που τιμωρήθηκε μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την έκδοσή της, η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως την τριακοστή ημέρα.

2.

Η παράλειψη εκτέλεσης της πειθαρχικής απόφασης αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα.

Άρθρο 210

Ενέργειες μετά την τελεσιδικία

1.

Οι τελεσίδικες πειθαρχικές αποφάσεις των μονομελών πειθαρχικών οργάνων και των πειθαρχικών συμβουλίων διαβιβάζονται, με τον σχετικό φάκελο, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο μεριμνά για την εκτέλεση των αποφάσεων και την αρχειοθέτηση των φακέλων. Αν η απόφαση αφορά σε υπάλληλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο φάκελος διαβιβάζεται στην υπηρεσία διοικητικού του δικαστηρίου αυτού, η οποία μεριμνά για την εκτέλεση της απόφασης.

2.

Οι πειθαρχικές αποφάσεις τίθενται στο κατά το άρθρο 130 προσωπικό μητρώο του δικαστικού υπαλλήλου. Οι πειθαρχικοί φάκελοι φυλάσσονται στο αρχείο της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή, αν πρόκειται για υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο αρχείο της αρμόδιας υπηρεσίας του δικαστηρίου αυτού.

Άρθρο 211

Διαγραφή πειθαρχικών ποινών

1.

Διαγράφονται από το προσωπικό μητρώο των δικαστικών υπαλλήλων και δεν επιτρέπεται εφεξής να αποτελέσουν στοιχεία κρίσης τους:

  • α) η ποινή της επίπληξης μετά ένα (1) έτος, β) η ποινή

του προστίμου μετά δύο (2) έτη, γ) οι ποινές της στέρησης του δικαιώματος για μισθολογική εξέλιξη, της στέρησης του δικαιώματος για προαγωγή, του υποβιβασμού και της προσωρινής παύσης μετά πέντε (5) έτη, αν κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα δεν έχει επιβληθεί στον δικαστικό υπάλληλο οποιαδήποτε νέα πειθαρχική ποινή. Οι παραπάνω προθεσμίες αρχίζουν από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση επιβολής της ποινής έγινε τελεσίδικη. Αν μέσα στον παραπάνω χρόνο επιβληθεί νέα πειθαρχική ποινή, η διαγραφή επέρχεται μετά την πάροδο του χρόνου που προβλέπεται γι’ αυτήν, ο οποίος υπολογίζεται από τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται για την πρώτη.

2.

Ποινές που δεν έχουν εκτελεστεί δεν διαγράφονται.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ

ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ

Άρθρο 212

Λόγοι λύσης της υπαλληλικής σχέσης

1.

Η υπαλληλική σχέση του δικαστικού υπαλλήλου λύεται με τον θάνατο, την έκπτωση λόγω απώλειας ιθαγένειας, την αποδοχή της παραίτησης, την οριστική παύση και την απόλυση λόγω ορίου ηλικίας.

2.

Οριστική παύση επιβάλλεται στις περιπτώσεις ποινικής καταδίκης, πειθαρχικού παραπτώματος, σωματικής και νοητικής αναπηρίας και ανυπαίτιας υπηρεσιακής ανεπάρκειας για την εκτέλεση καθηκόντων δικαστικού υπαλλήλου, όπως ορίζεται στα άρθρα 215, 166 παρ. 2, 217 και 218, αντιστοίχως.

Άρθρο 213

Έκπτωση λόγω απώλειας ιθαγένειας

1.

Αν ο δικαστικός υπάλληλος απωλέσει την ιθαγένεια, την οποία είχε κατά τον χρόνο διορισμού του, εκπίπτει αυτοδικαίως από την υπηρεσία από την ημερομηνία απώλειας της ιθαγένειας, εκτός εάν έχει άλλη ιθαγένεια, η οποία, κατά τον χρόνο απώλειας της πρώτης, επέτρεπε τον διορισμό σε θέση δικαστικού υπαλλήλου.

2.

Για την έκπτωση εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

1.

Η παραίτηση αποτελεί δικαίωμα του δικαστικού υπαλλήλου και υποβάλλεται εγγράφως.

2.

Αίρεση, όρος ή προθεσμία στην παραίτηση θεωρούνται ότι δεν έχουν γραφεί.

3.

Η παραίτηση θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί, αν κατά την υποβολή της έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα ή για πλημμέλημα από εκείνα που αναφέρονται στις περ. α) και δ) της παρ. 1 του άρθρου 7 ή πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα που επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης ή αν η ποινική ή πειθαρχική δίωξη ασκηθεί μέσα σε δύο (2) μήνες από την υποβολή της παραίτησης. Αν δεν εκδοθεί οριστική απόφαση από το πειθαρχικό συμβούλιο μέσα σε ένα (1) έτος από την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να υποβάλει νέα παραίτηση, εφόσον δεν εκκρεμεί ποινική δίωξη κατ’ αυτού για τα παραπάνω εγκλήματα.

4.

Ο υπάλληλος μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός από την υποβολή της αίτησης παραίτησης μπορεί να την ανακαλέσει εγγράφως, εφόσον αυτή δεν έχει γίνει αποδεκτή σύμφωνα με την παρ. 5.

5.

Η αίτηση παραίτησης γίνεται αποδεκτή με πράξη που εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης και δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η υπηρεσία δεν μπορεί να κάνει αποδεκτή την αίτηση παραίτησης πριν από την πάροδο δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της. Αν μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την πάροδο δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της αίτησης παραίτησης ο υπάλληλος επανέλθει με δεύτερη αίτηση, εμμένοντας στην παραίτηση του, αυτή γίνεται αυτοδικαίως αποδεκτή και λύεται η υπαλληλική σχέση από την ημέρα υποβολής της δεύτερης αίτησης. Η αίτηση παραίτησης θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή και λύεται αυτοδικαίως η υπαλληλική σχέση, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της. Για τη λύση της υπαλληλικής σχέσης εκδίδεται διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η λύση της υπαλληλικής σχέσης επέρχεται σύμφωνα με το άρθρο 220.

6.

Οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που ρυθμίζουν την παραίτηση στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 110 του Κώδικα ή σε άλλες ειδικές περιπτώσεις, διατηρούνται σε ισχύ.

Άρθρο 215

Παύση λόγω ποινικής καταδίκης

1.

Ο δικαστικός υπάλληλος παύεται οριστικά από την υπηρεσία αν καταδικαστεί με δικαστική απόφαση για τα αδικήματα και τις ποινές που προβλέπονται στις περ. α) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 7.

2.

Η οριστική παύση επιβάλλεται ως παρεπόμενη ποινή με την καταδικαστική απόφαση.

3.

Αν το δικαστήριο παραλείψει να επιβάλει την οριστική παύση, ο εισαγγελέας εισάγει την υπόθεση αμέσως στο δικαστήριο, το οποίο έχει την υποχρέωση να συμπληρώσει την απόφαση με την επιβολή της παρεπόμενης ποινής.

4.

Τα αποτελέσματα της οριστικής παύσης επέρχονται από την ημερομηνία, κατά την οποία καθίσταται αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Για την παύση εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 216

Επαναφορά στην υπηρεσία μετά την παύση

1.

Ο δικαστικός υπάλληλος που παύθηκε από την υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρο 215 δεν επιτρέπεται να επανέλθει σε αυτήν σε περίπτωση αποκατάστασης, χάριτος ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο άρσης του αξιόποινου της πράξης ή άρσης ή μεταβολής των συνεπειών της καταδίκης.

2.

Κατ’ εξαίρεση, ο δικαστικός υπάλληλος που παύθηκε, επανέρχεται αν εκδοθεί κατά την παρ. 1 του άρθρου 47 του Συντάγματος προεδρικό διάταγμα, με το οποίο αίρονται οι συνέπειες της καταδίκης και ως προς την παύση. Επίσης, ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται αν, κατόπιν αίτησής του για την επανάληψη ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα με τα άρθρα 525 κι επόμενα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η οποία έγινε δεκτή: α. αθωωθεί για τα αδικήματα που προβλέπονται στο άρθρο 215, ή β. του επιβληθεί ποινή που δεν επισύρει την κατά το άρθρο 215 οριστική παύση, ή γ. διαπιστωθεί ότι είναι αθώος για αδίκημα των περ. α) και δ) του άρθρου 7, για το οποίο είχε καταδικασθεί με την ακυρωθείσα ποινική απόφαση και παύσει οριστικά η ποινική δίωξη ή αυτή κηρυχθεί απαράδεκτη για οποιονδήποτε λόγο.

3.

Στις παραπάνω περιπτώσεις ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται ύστερα από αίτησή του με τον βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που έφερε κατά την παύση.

4.

Η επαναφορά είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία, αν η αίτηση υποβληθεί μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος ή τη δημοσίευση της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου. Η πράξη επαναφοράς στην υπηρεσία εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης το αργότερο μέσα σε δύο (2) μήνες από την υποβολή της αίτησης και δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, συστήνεται προσωποπαγής θέση με την πράξη της επαναφοράς και ο δικαστικός υπάλληλος καταλαμβάνει αυτοδικαίως την πρώτη θέση που θα κενωθεί στον κλάδο του, οπότε καταργείται η προσωποπαγής θέση.

Άρθρο 217

Οριστική παύση λόγω σωματικής ή νοητικής αναπηρίας

1.

Ο δικαστικός υπάλληλος παύεται οριστικώς με πράξη του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από απόφαση του δικαστικού συμβουλίου, αν διαπιστωθεί, σύμφωνα με το άρθρο υπαλλήλου.

2.

Κατά της απόφασης για την οριστική παύση, σύμφωνα με την παρ. 1, επιτρέπεται προσφυγή στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο δικαστικό συμβούλιο. Η προθεσμία της προσφυγής και η άσκησή της δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα.

Άρθρο 218

Οριστική παύση λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας χωρίς υπαιτιότητα

1.

Δικαστικός υπάλληλος ο οποίος χωρίς υπαιτιότητά του επιδεικνύει ανεπάρκεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του παύεται οριστικώς. Για την οριστική παύση απαιτείται αιτιολογημένη απόφαση του δικαστικού συμβουλίου, που εκδίδεται ύστερα από κλήση του δικαστικού υπαλλήλου για παροχή εξηγήσεων.

2.

Κατά της απόφασης για την οριστική παύση, σύμφωνα με την παρ. 1, επιτρέπεται προσφυγή στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο δικαστικό συμβούλιο. Η προθεσμία της προσφυγής και η άσκησή της έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Μετά την έκδοση απορριπτικής απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστικού συμβουλίου ή την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής, ο δικαστικός υπάλληλος παύεται οριστικώς με πράξη του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 219

Αυτοδίκαιη απόλυση λόγω ορίου ηλικίας

1.

Ο δικαστικός υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του εξηκοστού εβδόμου (67ου) έτους της ηλικίας του.

2.

Ως ημέρα γέννησης, για την εφαρμογή της παρ. 1, θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης του δικαστικού υπαλλήλου.

3.

Το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης εκδίδει πράξη για τη λύση της υπαλληλικής σχέσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

4.

Στους υπαλλήλους που αποχωρούν μετά από τριακονταετή τουλάχιστον ευδόκιμο παραμονή, απονέμεται η ευαρέσκεια της υπηρεσίας. Η ευαρέσκεια απονέμεται με την πράξη λύσης της υπαλληλικής σχέσης και περιλαμβάνεται στο κείμενο που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 220

Χρόνος λύσης της υπαλληλικής σχέσης Εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες προβλέπεται αυτοδίκαιη λύση, η υπαλληλική σχέση λύεται από την κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο της σχετικής πράξης του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Αν η πράξη αυτή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη δημοσίευσή της, η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως την επομένη ημέρα από την πάροδο το εικοσαήμερου.

ΜΕΡΟΣ ΕΝΔΕΚΑΤΟ

ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ

Άρθρο 221

Προσωπικό που διατίθεται από άλλους φορείς

1.

Όσοι απασχολούνται στους τομείς του άρθρου 18 κατ’ απόσπαση, τοποθέτηση, κατανομή ή καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο διάθεσης από τους φορείς ή τις υπηρεσίες στις οποίες ανήκουν οργανικά αλλά δεν έχουν την ιδιότητα του δικαστικού υπαλλήλου ή του υπαλλήλου του άρθρου 224 αξιολογούνται, κατ’ έτος, και από τον διευθύνοντα το δικαστήριο, την εισαγγελία ή τη γενική επιτροπεία όπου υπηρετούν, και εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους του φορέα ή της υπηρεσίας στην οποία ανήκουν οργανικά. Προσφυγή κατά της έκθεσης αξιολόγησης ασκείται ενώπιον υπηρεσιακού συμβουλίου που συγκροτείται από τους τρεις (3) δικαστικούς λειτουργούς του οικείου πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του άρθρου 85.

2.

Αρμόδιος για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά υπαλλήλου της παρ. 1 είναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης ή ο υπουργός στον οποίο υπάγεται η υπηρεσία στην οποία ανήκει οργανικά ο υπάλληλος, μετά από αναφορά του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, την εισαγγελία ή τη γενική επιτροπεία, όπου απασχολείται ο υπάλληλος. Σε περίπτωση που ο υπάλληλος της παρ. 1 ανήκει οργανικά σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, πειθαρχική δίωξη, κατά το πρώτο εδάφιο, μπορεί να ασκήσει ο κατά την παρ. 3 του άρθρου 118 του Υπαλληλικού Κώδικα πειθαρχικός προϊστάμενος. Σε κάθε περίπτωση, τα αρμόδια όργανα της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας μπορούν να ασκήσουν ή να διατάξουν την άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά του υπαλλήλου αυτού, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου.

3.

Το πειθαρχικό συμβούλιο του οικείου Υπουργείου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που επιλαμβάνεται της κατά την παρ. 2 πειθαρχικής δίωξης συγκροτείται, όπως ορίζεται στην παρ. 1. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου που ισχύουν για τους υπαλλήλους του φορέα ή της υπηρεσίας στην οποία ανήκει οργανικά ο υπάλληλος.

4.

Κατά των αποφάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου της παρ. 2, ο υπάλληλος, ανάλογα με την οργανική του σχέση, έχει δικαίωμα να ασκήσει τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται.

5.

Ειδικώς για τους αστυνομικούς που με απόφαση του αρμόδιου οργάνου τοποθετούνται ως σκοποί στους τομείς του άρθρου 18, ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο, την εισαγγελία ή τη γενική επιτροπεία μπορεί οποτεδήποτε, για λόγους εύρυθμης λειτουργίας, να ζητήσει την αντικατάστασή τους από το αρμόδιο όργανο. Η αντικατάσταση υλοποιείται άμεσα.

Άρθρο 222

Γνωμοδότηση για την έκδοση διοικητικών πράξεων Στις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται γνώμη της Ομοσπονδίας Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδας (Ο.Δ.Υ.Ε.) σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τη λήψη του σχετικού ερωτήματος. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, η πράξη μπορεί να εκδοθεί και χωρίς τη γνώμη αυτή.

Άρθρο 223

Προσωπικό με σύμβαση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου

1.

Εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του Κώδικα οι προϊστάμενοι των διευθύνσεων προσωπικού των δικαστηρίων, εισαγγελιών και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, και, όπου δεν υπάρχουν, οι προϊστάμενοι των διευθύνσεων, καλούν, με απόδειξη, κατά τον λόγο της αρμοδιότητάς τους, τους υπαλλήλους που υπηρετούν επί δύο (2) τουλάχιστον έτη με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου να λάβουν γνώση των υπηρεσιακών τους φακέλων και να υποβάλουν οποιοδήποτε πρόσθετο στοιχείο θεωρούν πρόσφορο, καθώς και υπόμνημα, προκειμένου να κριθούν για μονιμοποίηση. Κάθε υπάλληλος μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα αυτά εντός τριάντα (30) ημερών από την κλήση του. Μετά την πάροδο αυτής της προθεσμίας ο προϊστάμενος αποστέλλει αμέσως στο αρμόδιο για τη μονιμοποίηση των δικαστικών υπαλλήλων πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο τον πλήρη υπηρεσιακό φάκελο του υπαλλήλου και τα υποβληθέντα από αυτόν στοιχεία.

2.

Με την περιέλευση του φακέλου στο δικαστικό συμβούλιο ο πρόεδρος αυτού ορίζει με πράξη του μέλος του συμβουλίου ως εισηγητή, καθώς και τον τόπο, την ημερομηνία και την ώρα της συνεδρίασης. Η πράξη κοινοποιείται, με απόδειξη, στον κρινόμενο τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη συνεδρίαση. Στην αρχή της συνεδρίασης, η οποία δεν είναι δημόσια, ο εισηγητής ενημερώνει τα λοιπά μέλη για τα κρίσιμα στοιχεία του φακέλου και στη συνέχεια καλείται ο κρινόμενος σε συνέντευξη, η οποία έχει ως σκοπό να συμβάλει στη διαμόρφωση της γνώμης των μελών του συμβουλίου για την προσωπικότητά του, την ικανότητα και τη διάθεσή του να ανταποκριθεί στα καθήκοντα μόνιμου δικαστικού υπαλλήλου. Για τη συνέντευξη συντάσσεται συνοπτικό πρακτικό. Μετά τη συνέντευξη ο υπάλληλος αποχωρεί και το συμβούλιο αποφασίζει για τη μονιμοποίησή του.

3.

Το δικαστικό συμβούλιο, για τη μονιμοποίηση ή μη του υπαλλήλου και, σε καταφατική περίπτωση, για την τοποθέτησή του, εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση, η οποία κοινοποιείται, με απόδειξη, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την έκδοσή της, με επιμέλεια του γραμματέα του συμβουλίου, στους δικαιούμενους να ασκήσουν προσφυγή σύμφωνα με την παρ.  4. Η απόφαση δεν απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση.

4.

Η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστικού συμβουλίου υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου για τη μονιμοποίηση των δικαστικών υπαλλήλων δευτεροβάθμιου δικαστικού συμβουλίου εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίησή της. Η προσφυγή κατατίθεται στη γραμματεία του συμβουλίου που εξέδωσε την απόφαση. Δικαίωμα προσφυγής έχουν ο κριθείς, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και επιπλέον: α) για τον τομέα υπαλλήλων του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο πρόεδρος του δικαστηρίου, β) για τον τομέα υπαλλήλων των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών, ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, γ) για τον τομέα των υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο Πρόεδρος και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας σε αυτό, αντίστοιχα και δ) για τον τομέα υπαλλήλων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ο Γενικός Επίτροπος. Οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων συμβουλίων που δεν προσβλήθηκαν εμπροθέσμως κατά τα ανωτέρω δεν προσβάλλονται με ένδικα μέσα.

5.

Ο γραμματέας του πρωτοβάθμιου δικαστικού συμβουλίου διαβιβάζει αμέσως την προσφυγή, συνοδευόμενη από τα στοιχεία του φακέλου, στη γραμματεία του αρμόδιου δευτεροβάθμιου δικαστικού συμβουλίου. Ο πρόεδρος αυτού ορίζει με πράξη του μέλος του συμβουλίου ως εισηγητή, καθώς και τον τόπο, την ημερομηνία και την ώρα της συνεδρίασης. Η πράξη κοινοποιείται, με απόδειξη, στον υπάλληλο τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη συνεδρίαση. Εάν η προσφυγή δεν ασκήθηκε από τον υπάλληλο, του κοινοποιείται μαζί με την πράξη του Προέδρου τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη συνεδρίαση. Ο υπάλληλος έχει δικαίωμα να μελετήσει τον φάκελο και να λάβει αντίγραφα των στοιχείων που περιέχονται σε αυτόν. Οφείλει να παραστεί στη συνεδρίαση αυτοπροσώπως και δικαιούται να έχει τη συμπαράσταση δικηγόρου. Στην αρχή της συνεδρίασης, η οποία είναι δημόσια, εφαρμοζομένης της παρ. 7 του άρθρου 89, ο πρόεδρος δίνει τον λόγο στον εισηγητή, ο οποίος επισημαίνει συνοπτικά τα κρίσιμα στοιχεία και τα ζητήματα που ενδεχομένως αναφύονται, χωρίς να εκφέρει γνώμη υπέρ ή κατά της μονιμοποίησης του υπαλλήλου. Στη συνέχεια αυτός δικαιούται να αναπτύξει προφορικά τις απόψεις του είτε αυτοπροσώπως είτε διά του δικηγόρου του. Κατόπιν τα μέλη του συμβουλίου του θέτουν ερωτήσεις. Ο υπάλληλος δικαιούται να υποβάλλει υπομνήματα πριν από τη συνεδρίαση, καθώς και μετά από αυτήν εντός της προθεσμίας που θα του χορηγήσει ο πρόεδρος. Το Συμβούλιο αποφαίνεται, με διάσκεψη, η οποία δεν είναι δημόσια, επί των προσφυγών κατά τον νόμο και την ουσία. Οι αποφάσεις του απαγγέλλονται σε δημόσια συνεδρίαση και δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα.

6.

Οι υπάλληλοι που κρίθηκαν αμετακλήτως κατάλληλοι για μονιμοποίηση διορίζονται με απόφαση του αρμόδιου οργάνου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην οργανική θέση που δέσμευαν ή στην προσωποπαγή θέση την οποία κατείχαν και η οποία μετατρέπεται σε θέση μόνιμου δικαστικού υπαλλήλου.

7.

Με τη μονιμοποίηση δεν μεταβάλλονται η βαθμολογική κατάταξη του υπαλλήλου και ο πλεονάζων στον βαθμό χρόνος. πρωτοβάθμιων δικαστικών συμβουλίων που κατέστησαν αμετάκλητες λόγω μη άσκησης προσφυγής, συνοδευόμενες από βεβαίωση του γραμματέα του συμβουλίου περί του αμετακλήτου, αποστέλλονται αμέσως στον Υπουργό Εσωτερικών. Με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Εσωτερικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εντός μηνός από την περιέλευση σε αυτόν της απόφασης του δικαστικού συμβουλίου, οι υπάλληλοι που κρίθηκαν αμετακλήτως μη μονιμοποιητέοι μεταφέρονται, χωρίς άλλη διαδικασία, σε υπηρεσίες του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου εφόσον ανήκουν στη Γενική Κυβέρνηση, όπως εκάστοτε οριοθετείται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης.

Άρθρο 224

Μεταβατική διάταξη για τις αποσπάσεις Το άρθρο 156 δεν καταλαμβάνει υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα αποσπάσεις.

Άρθρο 225

Μεταβατική διάταξη για τους κλάδους του Ελεγκτικού Συνεδρίου

1.

Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων των δικαστικών υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που προβλέπονται από την παρ. 1 του άρθρου 18 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 (Α’ 52) Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο και την περ. δ’ της παρ. 3 του άρθρου 35 του ν. 4509/2017 (Α’ 201), διατηρείται σε ισχύ. Επίσης, διατηρείται σε ισχύ η υποπερ. α) της περ. Α. της παρ. 1 του ιδίου ως άνω άρθρου 18. Συνιστώνται, επιπλέον των ανωτέρω οργανικών θέσεων, δύο (2) θέσεις του Κλάδου ΠΕ Μεταφραστών - Διερμηνέων, καθώς και μία (1) του Κλάδου ΤΕ Βιβλιοθηκονόμων.

2.

Η κατανομή των οργανικών θέσεων των λοιπών κλάδων, όπως προβλέπονται από το άρθρο 21 του παρόντος, εκτός της υποπερ. α) της περ. Α. της παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 4129/2013, διενεργείται με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ύστερα από γνώμη του Προέδρου αυτού.

3.

Με πράξη του Επιτρόπου της αρμόδιας για το προσωπικό υπηρεσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου οι δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο κατά τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα και έχουν τα τυπικά προσόντα των κλάδων που προβλέπονται στο άρθρο 22, εντάσσονται στους αντίστοιχους κλάδους, ύστερα από την ανακατανομή των ως άνω οργανικών θέσεων.

4.

Με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, όσοι δικαστικοί υπάλληλοι υπηρετούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο κατά τη δημοσίευση του παρόντος και τα πτυχία τους δεν μπορούν να αντιστοιχηθούν σε έναν από τους κλάδους της παρ. 2 του άρθρου 21, μετατάσσονται σε συναφείς με την ειδικότητά τους κλάδους και αν δεν υπάρχουν συναφείς, μετατάσσονται για την κατηγορία ΠΕ στον κλάδο ΠΕ Δημοσιονομικού Ελέγχου - Διοικητικής Υποστήριξης και για την κατηγορία ΤΕ στον κλάδο ΤΕ Δημοσιονομικού Ελέγχου - Διοικητικής Υποστήριξης.

5.

Με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο κατά τη δημοσίευση του Κώδικα και έχουν τα τυπικά προσόντα κατηγορίας ανώτερης από αυτήν στην οποία διορίστηκαν τα οποία δεν προβλέπονται για κανέναν κλάδο δικαστικών υπαλλήλων, μετατάσσονται σε παρεμφερείς ή συναφείς κλάδους και αν δεν υπάρχουν συναφείς, μετατάσσονται για την κατηγορία ΠΕ στον κλάδο ΠΕ Δημοσιονομικού Ελέγχου - Διοικητικής Υποστήριξης και για την κατηγορία ΤΕ στον κλάδο ΤΕ Δημοσιονομικού Ελέγχου - Διοικητικής Υποστήριξης.

6.

Έως τη μετάταξή τους οι υπάλληλοι των παρ. 4 και 5 εξακολουθούν να κατέχουν τις θέσεις των κλάδων από όπου προέρχονται, οι οποίοι (κλάδοι) καταργούνται μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας μετάταξης.

7.

Τριάντα (30) από τις οργανικές θέσεις των υφισταμένων κατά τη δημοσίευση του παρόντος θέσεων κατηγορίας ΔΕ, Κλάδου Δικαστικών Υπαλλήλων - ΔΕ Γραμματέων, μεταφέρονται στην κατηγορία ΤΕ, κλάδο ΤΕ Δημοσιονομικού Ελέγχου - Διοικητικής Υποστήριξης και δύο (2) από τις ως άνω θέσεις μεταφέρονται στην κατηγορία ΥΕ, κλάδο Φυλάκων-Νυχτοφυλάκων, με ταυτόχρονη μείωση των θέσεων του Κλάδου ΔΕ Γραμματέων κατά τριάντα δύο (32).

8.

Η κατά τις προηγούμενες παραγράφους μετάταξη διενεργείται ύστερα από αίτηση που υποβάλλεται από τους ενδιαφερόμενους εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Για τους ήδη υπηρετούντες δόκιμους υπαλλήλους η προθεσμία αυτή αρχίζει από τη μονιμοποίησή τους.

9.

Δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο και φοιτούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος σε σχολή ή τμήμα τα πτυχία των οποίων δεν αποτελούν τυπικό προσόν διορισμού, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 22, δικαιούνται μετά την αποφοίτησή τους να ζητήσουν τη μετάταξή τους, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 5.

Άρθρο 226

Μετάταξη υπαλλήλων στο Ελεγκτικό Συνέδριο

1.

Η πλήρωση κενών θέσεων δικαστικών υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου επιτρέπεται να γίνεται με μετάταξη μόνιμων υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α’ και β’ βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, του Μητρώου Φορέων Γενικής Κυβέρνησης.

2.

Προκειμένου να μεταταγεί ο υπάλληλος, απαιτείται να έχει τα προσόντα και να μην έχει τα κωλύματα που προβλέπονται για τους δικαστικούς υπαλλήλους, καθώς και τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται για τη συγκεκριμένη θέση και να έχει συμπληρώσει τριετή υπηρεσία από τον διορισμό του.

3.

Για τη μετάταξη απαιτούνται αίτηση του υπαλλήλου και σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου του φορέα στον οποίο υπηρετεί.

4.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης εκδίδει δύο (2) φορές κατ’ έτος πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για μετάτα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, β) του Υπουργείου Εσωτερικών γ) του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δ) του προγράμματος Διαύγεια. Στην πρόσκληση ορίζονται οι προς πλήρωση θέσεις με προσδιορισμό του κλάδου, της κατηγορίας και της περιφερειακής ενότητας στην οποία εδρεύει η υπηρεσία Επιτρόπου καθεμιάς από αυτές, τα απαιτούμενα κατά τον νόμο τυπικά προσόντα, στα οποία μπορεί να προστίθενται και άλλα, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, η προθεσμία υποβολής της αίτησης του υπαλλήλου και των δικαιολογητικών, η υπηρεσία στην οποία κατατίθενται και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

5.

Οι αιτήσεις εισάγονται στο πενταμελές δικαστικό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο συνεκτιμά τη συνάφεια των τυπικών προσόντων και της εμπειρίας των υποψηφίων με τις αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου, την υπηρεσιακή τους απόδοση, τον χρόνο συνολικής υπηρεσίας στον βαθμό και τον κλάδο και τα λοιπά στοιχεία του προσωπικού τους μητρώου και επιλέγει τους καταλληλότερους με αιτιολογημένη απόφασή του. Καταρτίζει πίνακες επιλεγέντων, επιλαχόντων και μη εχόντων τα τυπικά προσόντα, οι οποίοι αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

6.

Οι μη επιλεγέντες έχουν δικαίωμα να λάβουν γνώση των στοιχείων της διαδικασίας επιλογής, καθώς και αντίγραφα των σχετικών εγγράφων και να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστικού συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου εντός τριάντα (30) ημερών από την ανάρτηση των πινάκων της παρ. 5. Ο γραμματέας του πρωτοβάθμιου δικαστικού συμβουλίου διαβιβάζει αμέσως την προσφυγή, συνοδευόμενη από τα στοιχεία του φακέλου, στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστικού συμβουλίου. Ο πρόεδρος αυτού ορίζει με πράξη του μέλος του συμβουλίου ως εισηγητή, καθώς και τον τόπο, την ημερομηνία και την ώρα της συνεδρίασης. Η πράξη κοινοποιείται, με απόδειξη, στον υπάλληλο τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη συνεδρίαση. Ο εισηγητής μεριμνά για την κοινοποίηση της προσφυγής και της πράξης του προέδρου τουλάχιστον είκοσι πέντε (25) ημέρες πριν από τη συνεδρίαση σε όσους υπαλλήλους έχουν δικαίωμα παρέμβασης υπέρ του κύρους της απόφασης του πρωτοβάθμιου συμβουλίου. Η παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί έως δέκα (10) ημέρες πριν από τη συνεδρίαση. Ο προσφεύγων και οι παρεμβαίνοντες έχουν δικαίωμα να μελετήσουν τον φάκελο, να λάβουν αντίγραφα των στοιχείων που περιέχονται σε αυτόν και να υποβάλουν υπομνήματα έως τρεις (3) ημέρες πριν από τη συνεδρίαση. Οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται κατά τη συνεδρίαση, να αναπτύσσουν προφορικά τις απόψεις τους είτε αυτοπροσώπως είτε μετά ή διά δικηγόρου και να καταθέτουν υπομνήματα εντός της προθεσμίας που τους χορηγει ο πρόεδρος. Το συμβούλιο, αν δεχθεί την προσφυγή, αποφασίζει οριστικά επί της ουσίας. Οι αποφάσεις του, όπως και οι αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστικού συμβουλίου που δεν προσβλήθηκαν με προσφυγή, δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα.

7.

Η μετάταξη διενεργείται, μετά από σύμφωνη γνώμη του πρωτοβάθμιου δικαστικού συμβουλίου που είτε δεν προσβλήθηκε με προσφυγή είτε αυτή απορρίφθηκε ή του δευτεροβάθμιου δικαστικού συμβουλίου, με κοινή απόφαση των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου Δικαιοσύνης και της κατά περίπτωση υπηρεσίας προέλευσης, που δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

8.

Θέσεις για τις οποίες εκδόθηκε προκήρυξη πλήρωσής τους με διορισμό δεν καλύπτονται με μετάταξη.

9.

Οι μεταταγέντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο υπάλληλοι απαιτείται, για να καταλάβουν θέση προϊσταμένου τμήματος, να υπηρετήσουν επί πέντε (5) έτη στο Ελεγκτικό Συνέδριο και για να καταλάβουν θέση επιτρόπου να υπηρετήσουν επί τρία (3) έτη σε θέση προϊσταμένου τμήματος και να έχουν συνολική δημόσια υπηρεσία τουλάχιστον δεκαοκτώ (18) ετών.

Άρθρο 227

Μεταβατική διάταξη για τους δικαστικούς υπαλλήλους του τομέα ε’ του άρθρου 16 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (ν. 2812/2000)

1.

Μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας κατάργησης των έμμισθων υποθηκοφυλακείων και των κτηματολογικών γραφείων, όπως ορίζεται στα άρθρα 1 και 20 του ν. 4512/2018 (Α’ 5), οι δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν σε αυτά διέπονται από τον ν. 2812/2000 (Α’ 67) για όσα ζητήματα υπηρεσιακής κατάστασης δεν ρυθμίζονται από τον ν. 4512/2018.

2.

Οι υπάλληλοι που μετατάσσονται σε κλάδο δικαστικών υπαλλήλων, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 20 του ν. 4512/2018, από την ημερομηνία ενεργοποίησης της μετάταξής τους, διέπονται από τον παρόντα. Οι υπάλληλοι που μετατάσσονται σε άλλες υπηρεσίες, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, από την ημερομηνία ενεργοποίησης της μετάταξής τους, διέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26).

Άρθρο 228

Μεταβατική διάταξη για την επιλογή προϊσταμένων

1.

Εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, ο Υπουργός Δικαιοσύνης αποστέλλει στον Πρόεδρο του ΕΚΔΔΑ το αίτημα περί κίνησης της διαδικασίας για τη διεξαγωγή του σεμιναρίου που προβλέπεται στο άρθρο 145 του Κώδικα. Το ΕΚΔΔΑ/ΙΝΕΠ ολοκληρώνει τη διαδικασία του σεμιναρίου, με την αποστολή στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της βαθμολογίας των υπαλλήλων που θα έχουν μετάσχει, το συντομότερο και, πάντως, εντός δεκαπέντε (15) μηνών από την περιέλευση σε αυτό του αιτήματος του Υπουργού.

2.

Εντός δέκα (10) ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, ο Υπουργός Δικαιοσύνης αποστέλλει στον Πρόεδρο του ΑΣΕΠ το αίτημα περί κίνησης της διαδικασίας για τη διεξαγωγή του γραπτού διαγωνισμού που προβλέπεται στο άρθρο 145 του Κώδικα. Το ΑΣΕΠ ολοκληρώνει τη διαδικασία της γραπτής εξέτασης, με την αποστολή στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της βαθμολογίας σε αυτό του αιτήματος του Υπουργού.

3.

Μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2, η επιλογή προϊσταμένων δεν γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 145, αλλά κατά τις παρ. 5 και 6 του άρθρου 72 του ν. 2812/2000.

4.

Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση κατά την εκτέλεση του καθήκοντος υπαλλήλου στο πλαίσιο των διαδικασιών των παρ. 1 και 2 συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.

Άρθρο 229

Μεταβατική διάταξη για τα δικαστικά και υπηρεσιακά συμβούλια

1.

Έως τη συγκρότηση των δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων κατά το άρθρο 85, εξακολουθούν να λειτουργούν τα υφιστάμενα μέχρι την έναρξη ισχύος

2.

Έως την έκδοση της υπουργικής απόφασης που προβλέπεται από την παρ. 13 του άρθρου 86, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν μέχρι την έναρξη ισχύος

Άρθρο 230

Μεταβατική διάταξη για κώλυμα διορισμού, ανάκληση διορισμού και αναδιορισμό 1.Το άρθρο 16 εφαρμόζεται και για τους διορισμούς δικαστικών υπαλλήλων που έγιναν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

2.

Το άρθρο 17 εφαρμόζεται και για τους δικαστικούς υπαλλήλους που εξήλθαν της υπηρεσίας πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Άρθρο 231

Θητεία υπηρετούντων προϊσταμένων Οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος προϊστάμενοι γενικών διευθύνσεων, διευθύνσεων, τμημάτων ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους έως τη λήξη της θητείας για την οποία έχουν επιλεγεί σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις.

Άρθρο 232

Πειθαρχικές διατάξεις

1.

Για τη δίωξη πειθαρχικών παραπτωμάτων που έχουν τελεστεί πριν από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος, εφόσον δεν έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη κατά την ημερομηνία αυτή, εφαρμόζονται οι διαδικαστικές και ουσιαστικές διατάξεις του παρόντος.

2.

Για τα πειθαρχικά παραπτώματα για τα οποία κατά τη δημοσίευση του παρόντος έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη χωρίς να έχει εκδοθεί οριστική απόφαση, εφαρμόζονται οι ευμενέστερες ουσιαστικές διατάξεις. Ως προς τα θέματα διαδικασίας εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος και οι σχετικές δίκες μεταβιβάζονται στα όργανα που προβλέπονται από τον παρόντα.

3.

Το επιτρεπτό της προσβολής σε δευτεροβάθμιο πειθαρχικό όργανο των αποφάσεων που εκδόθηκαν πριν από τη δημοσίευση του παρόντος κρίνεται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις. Στις υποθέσεις στις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος εκκρεμεί έφεση που έχει ασκηθεί παραδεκτώς σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις, εφαρμόζονται εφεξής οι διαδικαστικές διατάξεις

4.

Για την παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων που έχουν τελεστεί πριν από τη δημοσίευση του παρόντος, εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτού, αν είναι ευνοϊκότερες.

Άρθρο 233

Έκδοση κανονιστικών πράξεων Μέχρι την έκδοση των κανονιστικών προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων που προβλέπονται από τον παρόντα, εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις που ισχύουν κατά τη δημοσίευσή του, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του.

Άρθρο 234

Κατάργηση διατάξεων

1.

Με την επιφύλαξη των άρθρων 227 έως 230, από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται ο ν. 2812/2000 (Α’ 67).

2.

Κάθε διάταξη γενική ή ειδική που είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα ή αναφέρεται σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν, δεν εφαρμόζεται στους δικαστικούς υπαλλήλους.

3.

Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται ο ν. 2812/ 2000 και ο Κώδικας που κυρώθηκε με αυτόν, νοούνται εφεξής ο παρών Κώδικας και ο κυρωτικός του νόμος.

ΜΕΡΟΣ ΔΩΔΕΚΑΤΟ

ΛΟΙΠΕΣ ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 235

Διαγωνισμός υποψήφιων δικηγόρων Ο διαγωνισμός υποψήφιων δικηγόρων Α’ και Β’ εξεταστικής περιόδου 2021 δύναται, κατ’ εξαίρεση, να διενεργηθεί είτε προφορικά είτε γραπτά, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται τα ισχύοντα υγειονομικά μέτρα και περιορισμοί. Ο ως άνω διαγωνισμός δύναται να διενεργηθεί και εξ αποστάσεως μέσω ψηφιακής πλατφόρμας ή άλλης διαδικτυακής εφαρμογής, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζονται η ταυτοποίηση/πιστοποίηση των υποψηφίων και η δυνατότητα επιτήρησής τους. Με απόφαση της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδας, καθορίζονται ο ακριβής χρόνος διενέργειας του διαγωνισμού και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, τεχνικού ή διαδικαστικού χαρακτήρα, για τη διενέργεια του διαγωνισμού, κατά παρέκκλιση των άρθρων 18 επ. του Κώδικα Δικηγόρων.

Άρθρο 236

Πρόεδρος της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες - Τροποποίηση του άρθρου 47 του ν. 4557/2018 Η παρ. 5 του άρθρου 47 του ν. 4557/2018 (Α’ 139) αντικαθίσταται ως εξής: λειτουργός επιλέγεται μαζί με τον αναπληρωτή του με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, μετά από σχετικό ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, και διορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Ο επί τιμή ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός επιλέγεται μαζί με τον αναπληρωτή του με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ύστερα από πρόταση του τελευταίου και γνώμη της Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στον Κανονισμό της Βουλής για την καταλληλότητα του προτεινομένου προσώπου. Ο Πρόεδρος της Αρχής είναι πλήρους απασχόλησης.».

Άρθρο 237

Επαναπροσδιορισμός υποθέσεων του ν. 3869/2010 Αιτήσεις ρύθμισης οφειλών του ν. 3869/2010 (Α’ 130), που εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό, ανεξαρτήτως του χρόνου κατάθεσης του εισαγωγικού δικογράφου, και η συζήτηση των οποίων ματαιώθηκε κατά τη διάρκεια της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19 με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου και έχει οριστεί νέα ημέρα και ώρα συζήτησης μετά τις 30.6.2021, εισάγονται προς συζήτηση υποχρεωτικά και αποκλειστικά σύμφωνα με τα άρθρα 4Α έως 4Κ του ν. 3869/2010. Η αίτηση επαναπροσδιορισμού του παρόντος υποβάλλεται έως και τις 15.7.2021.

Άρθρο 238

Μετατάξεις πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων στα δικαστήρια Στο άρθρο 3 του ν. 4440/2016 (Α’ 224) προστίθεται παρ. 8 ως εξής: «8. Ειδικά για τα δικαστήρια, τις εισαγγελίες και τις γενικές επιτροπείες της χώρας επιτρέπεται αποκλειστικά η μετάταξη των υπαλλήλων που ανήκουν οργανικά στους φορείς της παρ. 1, μέσω των διαδικασιών των κύκλων του Ενιαίου Συστήματος Κινητικότητας. Αρμόδιο όργανο της κατά το άρθρο 7 αξιολόγησης των υποψηφίων είναι το κατά περίπτωση αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο των ως άνω φορέων υποδοχής. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης και την επιλογή όσων υποψηφίων πληρούν τα απαιτούμενα προσόντα για την πλήρωση των οικείων θέσεων μόνιμων δικαστικών υπαλλήλων κατά τη διαδικασία του άρθρου 223 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων, το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης εκδίδει πράξη μετάταξης των υπαλλήλων που έχουν επιλεχθεί από το δικαστικό συμβούλιο. Μετά τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η πράξη μετάταξης κοινοποιείται αμελλητί στην υπηρεσία προέλευσης του υπαλλήλου, καθώς και στον ίδιο, ο οποίος υποχρεούται να αναλάβει υπηρεσία στη νέα του θέση το αργότερο εντός ενός (1) μηνός από την πιο πάνω κοινοποίηση.».

Άρθρο 239

Καθορισμός αριθμού εισακτέων - Τροποποίηση του άρθρου 13Δ του ν. 4186/2013 Στο δεύτερο εδάφιο της περ. θ’ της παρ. 1 του άρθρου 13Δ του ν. 4186/2013 (Α’ 193) η λέξη «Απριλίου» αντικαθίσταται από τη λέξη «Μαΐου» και η περ. θ’ διαμορφώνεται ως εξής: «θ) Ο καθορισμός του αριθμού εισακτέων ανά σχολή, τμήμα ή εισαγωγική κατεύθυνση των Α.Ε.Ι., των Α.Ε.Α. και των Α.Σ.Τ.Ε.. Η απόφαση του πρώτου εδαφίου εκδίδεται έως τις 15 Μαΐου κάθε έτους, ύστερα από γνώμη των σχολών, τμημάτων ή εισαγωγικών κατευθύνσεων και ισχύει για τις πανελλαδικές εξετάσεις του ίδιου σχολικού έτους. Στις περιπτώσεις των εισαγωγικών κατευθύνσεων, η γνώμη υποβάλλεται από το τμήμα, στο οποίο αυτές υπάγονται.».

Άρθρο 240

Αρμοδιότητες πρυτανικού συμβουλίου Τροποποίηση των άρθρων 12, 15, 16, 17 και 55 του ν. 4777/2021

1.

Στις παρ. 4 και 7 του άρθρου 12, στην παρ. 3 του άρθρου 17 και στην παρ. 1 του άρθρου 55 του ν. 4777/2021 (Α’ 25), όπου αναφέρεται η φράση «με απόφαση της συγκλήτου», αντικαθίσταται από τη φράση «με απόφαση του πρυτανικού συμβουλίου».

2.

α) Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 4777/2021 αντικαθίσταται και η παράγραφος διαμορφώνεται ως εξής: «2. Η Ε.Α.Π. συγκροτείται με απόφαση του πρυτανικού συμβουλίου και κοινοποιείται στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων και το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Η απόφαση του πρώτου εδαφίου εξαιρείται της υποχρεωτικής δημοσίευσης στο πρόγραμμα «ΔΙΑΥΓΕΙΑ» και τηρείται στο αρχείο του Α.Ε.Ι. υπό την ευθύνη του πρύτανη ή του αρμόδιου αντιπρύτανη.».

  • β) Οι Επιτροπές Ασφάλειας και Προστασίας των Α.Ε.Ι.

που έχουν συγκροτηθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος είναι νόμιμες.

3.

Η παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 4777/2021 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Εάν δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του συστήματος ελεγχόμενης πρόσβασης στους εξωτερικούς χώρους του Α.Ε.Ι. με απόφαση του πρυτανικού συμβουλίου του Α.Ε.Ι., το σύστημα ελεγχόμενης πρόσβασης εφαρμόζεται υποχρεωτικά στους εσωτερικούς χώρους του, όπως κτίρια και υποδομές.»

4.

Η παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4777/2021 αντικαθίσταται ως εξής: «4. Με απόφαση του πρυτανικού συμβουλίου, η οποία κοινοποιείται στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων και το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, συγκροτείται η Ε.Α.Π. του άρθρου 15 σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου.».

5.

Η παρ. 5 του άρθρου 17 του ν. 4777/2021 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Με απόφαση του πρυτανικού συμβουλίου του Α.Ε.Ι. διαπιστώνεται η μη δυνατότητα εφαρμογής του συστήματος ελεγχόμενης πρόσβασης στους εξωτερικούς χώ

Άρθρο 241

Εφημερίες στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία Στις κατηγορίες επιστημονικού προσωπικού που δύναται να εφημερεύουν στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία Αρεταίειο και Αιγινήτειο συμπεριλαμβάνονται και τα μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), τα μέλη Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και οι ακαδημαϊκοί υπότροφοι που υπηρετούν στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία Αρεταίειο και Αιγινήτειο. Eπιτρέπεται η συμμετοχή στο πρόγραμμα εφημεριών των ιατρών, οδοντιάτρων, νοσηλευτών, φαρμακοποιών, χημικών, βιοχημικών, κλινικών χημικών, βιολόγων, φυσικών νοσοκομείων - ακτινοφυσικών και ψυχολόγων που υπηρετούν στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία, σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες. Η αμοιβή των εφημεριών των ιατρών, οδοντιάτρων, καθώς και των μελών Δ.Ε.Π. των Πανεπιστημίων καταβάλλεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας και Θρησκευμάτων και Υγείας ορίζονται το ύψος της αμοιβής των λοιπών ανωτέρω κατηγοριών επιστημονικού προσωπικού για τις εφημερίες τους στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία, καθώς και κάθε ζήτημα συναφές με την αμοιβή των εφημεριών τους.

Άρθρο 242

Ρυθμίσεις για την πραγματοποίηση ή ολοκλήρωση πρακτικών, κλινικών ή εργαστηριακών ασκήσεων

1.

Ο μέγιστος αριθμός των εξαμήνων φοίτησης που τίθεται ως προϋπόθεση προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να λάβουν πτυχίο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης προπτυχιακοί φοιτητές τμημάτων ΤΕΙ, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 11, την παρ. 5 του άρθρου 21, την παρ. 5 του άρθρου 31, την παρ. 5 του άρθρου 43 και την παρ. 5 του άρθρου 53 του ν. 4610/2019 (Α’ 70), την παρ. 5 του άρθρου 5 και την παρ. 5 του άρθρου 13 του ν. 4559/2018 (Α’ 142), την παρ. 5 του άρθρου 6 και την παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 4589/2019 (Α’ 13), προσαυξάνεται, σε περίπτωση που στο ενδεικτικό πρόγραμμα σπουδών των Τμημάτων Τ.Ε.Ι. περιλαμβάνεται κλινική, πρακτική ή εργαστηριακή άσκηση, η πραγματοποίηση ή ολοκλήρωση των οποίων δεν κατέστη δυνατή μετά τη θέση σε εφαρμογή των διατάξεων περί λήψης μέτρων για τον περιορισμό της διασποράς του κορωνοϊού COVID-19.

2.

Τα σύμφωνα με την παρ. 1 εξάμηνα φοίτησης προσαυξάνονται για χρονικό διάστημα ίσο με τον χρόνο που απαιτείται για την πραγματοποίηση ή ολοκλήρωση των ανωτέρω ασκήσεων, με απόφαση της συνέλευσης του οικείου τμήματος, σε κάθε περίπτωση λαμβανομένων υπόψη των ειδικότερων ρυθμίσεων και των μέτρων που επιβάλλονται για τον περιορισμό της διασποράς του κορωνοϊού COVID-19.

3.

Η διαπίστωση της αδυναμίας πραγματοποίησης των ανωτέρω ασκήσεων και ο καθορισμός του κατά τα ως άνω χρόνου προσαύξησης γίνονται με απόφαση της συνέλευσης του οικείου τμήματος.

Άρθρο 243

Παράταση ισχύος προϋπολογισμού Ο.Τ.Α. Α’ βαθμού Ειδικά για το έτος 2021, η προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 160 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/ 2006, Α’ 114), ως προς την ισχύ του προϋπολογισμού των Ο.Τ.Α. Α’ βαθμού, παρατείνεται από τη λήξη της έως την 31η.5.2021.

Άρθρο 244

Ρύθμιση για τον μηχανισμό αποτροπής συσσώρευσης ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τρίτους από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης Ειδικά για τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της 31ης.3.2021, δεν εφαρμόζεται η περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 107 του ν. 4714/2020 (Α’ 148). Ποσά που έχουν κατατεθεί στον ειδικό λογαριασμό της παρ. 1 του άρθρου 107 του ν. 4714/2020 μπορούν να αποδεσμευτούν, κατόπιν σχετικής αίτησης του προϊσταμένου οικονομικών υπηρεσιών του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, που υποβάλλεται προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Άρθρο 245

Τέλη υπέρ οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης Α’ βαθμού - Τροποποίηση του άρθρου 1 του ν. 339/1976 Η περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 339/1976 (Α’ 136) αντικαθίσταται ως εξής: «β) Επιβάλλεται υπέρ των δήμων, στην περιφέρεια των οποίων ισχύει το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων τέλος σε ποσοστό μηδέν κόμμα πέντε τοις εκατό (0,5%) στα ακαθάριστα έσοδα των: α) κάθε είδους, μορφής και ονομασίας καταστημάτων, στα οποία πωλούνται για κατανάλωση εντός των χώρων δραστηριοποίησης του καταστήματος ή σε πακέτο, φαγητά, ποτά, καφές, αναψυκτικά, γαλακτοκομικά προϊόντα και γλυκίσματα, εφόσον διαθέτουν πάγκους ή τραπεζοκαθίσματα, β) ζυθοπωλείων και μπαρ, ανεξαρτήτως ιδιαίτερης ονομασίας και κατηγορίας, γ) καντινών και δ) νυχτερινών κέντρων, αιθουσών χορού και άλλων καταστημάτων με ποτά και θέαμα, καφωδείων, κέντρων διασκέδασης και χορευτικών κέντρων με μουσική, με την επιφύλαξη ότι στα κέντρα και τα καταστήματα της περ. δ) το τέλος σε ποσοστό μηδέν κόμμα πέντε τοις εκατό (0,5%) στα ακαθάριστα έσοδα αυτών εφαρμόζεται για τα έτη 2021 και 2022, το δε επιβαλλόμενο ετήσιο τέλος για κάθε ένα από τα προαναφερόμενα έτη δεν δύναται να είναι κατώτερο του ποσού των τριών (3.000) χιλιάδων ευρώ, ενώ για το έτος 2023 και εφεξής, το τέλος ανέρχεται σε ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%), χωρίς ελάχιστο ετήσιο κατ’ αποκοπή ποσό. Στο ανωτέρω τέλος υπάγονται και τα κέντρα διασκέδασης και τα καταστήματα των πιο πάνω περιπτώσεων που λειτουργούν μέσα σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, κάθε λειτουργικής μορφής και κατηγορίας, τα καταστήματα των SUPERMARKETS και των πολυκαταστημάτων, στα οποία πωλούνται έτοιμα φαγητά. Επί των εσόδων των επιχειρήσεων Καζίνο και των επιχειρήσεων που λειτουργούν εντός Καζίνο το ανωτέρω τέλος επιβάλλεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%). Στους δήμους και στις περιοχές - τμήματα δήμων όπου δεν ισχύει το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων το ανωτέρω τέλος μπορεί να επιβάλλεται με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου. Το ανωτέρω τέλος μπορεί να επιβάλλεται με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου και στις παρακάτω κατηγορίες καταστημάτων:

  • α) ειδών λαϊκής τέχνης, β) ενθυμίων και δώρων, γ)

ενοικιάσεως σκαφών αναψυχής τοπικού χαρακτήρα, θαλάσσιων ποδηλάτων, ιστιοσανίδων, ειδών χρησιμοποιούμενων στην παραλία, σχολών εκμάθησης θαλάσσιων σπορ και εκμάθησης καταδύσεων, γενικότερα ειδών που χρησιμοποιούνται στη θάλασσα από τους λουόμενους,

  • δ) ειδών χειμερινών σπορ, σκι και ορειβασίας, σχολών εκμάθησης χειμερινών σπορ, ε) ενοικιάσεων αυτοκινήτων,

μοτοποδηλάτων ποδηλάτων και ελαφρών προσωπικών ηλεκτρικών οχημάτων (Ε.Π.Η.Ο.) και παρόχων Ε.Π.Η.Ο. προς κοινή χρήση και στ) τουριστικών προϊόντων-αναμνηστικών κάθε είδους. Σε περίπτωση διάθεσης προϊόντων και υπηρεσιών στο πλαίσιο άσκησης πολλαπλών οικονομικών δραστηριοτήτων από τα ανωτέρω καταστήματα, για τον προσδιορισμό του οφειλόμενου τέλους λαμβάνονται υπόψη τα ακαθάριστα έσοδα, τα οποία προέρχονται μόνο από τη λιανική πώληση των προϊόντων και των υπηρεσιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος, όπως αυτά προκύπτουν από τη δήλωση της παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 1080/1980 (Α’ 246) και τα εκκαθαριστικά σημειώματα του Φ.Π.Α. Το τέλος βαρύνει τον πελάτη και αναγράφεται ξεχωριστά στα εκδιδόμενα στοιχεία, εισπράττεται δε από αυτόν που εκδίδει τον λογαριασμό, ο οποίος υποχρεούται να το καταβάλει στο οικείο δημοτικό ταμείο.».

Άρθρο 246

Λύση κοινωφελών επιχειρήσεων, Δ.Ε.Υ.Α. και των αμιγών επιχειρήσεων του π.δ. 410/1995 - Τροποποιήσεις του άρθρου 109 του ν. 3852/2010 Στην περ. β) της παρ. 9 του άρθρου 109 του ν. 3852/ 2010 (Α’ 87) προστίθεται ενδέκατο εδάφιο, τροποποιείται η υποπερ. αα) της περ. γ) και οι περ. β) και γ) της παρ. 9 διαμορφώνονται ως εξής: «β. Οφειλές των κοινωφελών επιχειρήσεων και Δ.Ε.Υ.Α., καθώς και των αμιγών επιχειρήσεων του π.δ. 410/1995 που λύονται, προς το Ελληνικό Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και προς τρίτους, συμπεριλαμβανομένων των δεδουλευμένων αποδοχών του μεταφερόμενου προσωπικού τους, μπορούν να καταβάλλονται από τον οικείο δήμο, μετά από αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του. Τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου δεν διώκονται ποινικώς για την κατά το προηγούμενο εδάφιο αναδοχή του χρέους. Από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης επέρχεται αυτοδικαίως στερητική αναδοχή από τον δήμο των κατά την ημερομηνία αυτή βεβαιωμένων οφειλών, της υπό εκκαθάριση επιχείρησης προς το Δημόσιο και προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, κατά το ποσό που αναλαμβάνεται. Ο δήμος καθίσταται πλέον ο μοναδικός υπόχρεος για την καταβολή των οφειλών που αναδέχεται και η υπό εκκαθάριση επιχείρηση απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής τους. Τα συνυπόχρεα με την υπό εκκαθάριση πρόσωπα απαλλάσσονται από κάθε αστική, ποινική ή άλλη ευθύνη για την καταβολή των οφειλών αυτών. Τα πρόσωπα που ορίζονται εκκαθαριστές των υπό εκκαθάριση νομικών προσώπων δεν διώκονται ποινικώς, δεν υπόκεινται σε προσωπική κράτηση, ούτε υπέχουν οποιαδήποτε αστική ή άλλη ατομική ευθύνη για χρέη των φορέων αυτών προς το Δημόσιο ή τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσής τους. Εμπράγματες ασφάλειες και αναγκαστικά μέτρα είσπραξης που έχουν ληφθεί σε βάρος της επιχείρησης ή/και των συνυπόχρεων με αυτήν προσώπων για τις οφειλές αυτές, εξαλείφονται ή αίρονται. Προληπτικά ή διασφαλιστικά μέτρα που έχουν επιβληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 5 και 6 του άρθρου 46 του ν. 4174/2013, ή και με προϊσχύουσες του νόμου αυτού διατάξεις, αίρονται υποχρεωτικά στις περιπτώσεις που ο δήμος αναλαμβάνει το σύνολο των οικείων, των μέτρων, οφειλών. Ήδη καταβληθέντα ή εισπραχθέντα με οποιονδήποτε τρόπο ποσά, από το Ελληνικό Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, για τις οφειλές της υπό εκκαθάριση επιχείρησης από την ίδια ή από τα συνυπεύθυνα με αυτήν πρόσωπα, δεν αναζητούνται και δεν επιστρέφονται. Η έκδοση απόφασης του δημοτικού συμβουλίου περί αναδοχής οφειλών διακόπτει τον χρόνο παραγραφής αυτών. Ποσά, που έχουν ήδη κατασχέσει το Ελληνικό Δημόσιο και οι ασφαλιστικοί οργανισμοί από τα συνυπεύθυνα με την υπό εκκαθάριση επιχείρηση πρόσωπα και συμπεριλαμβάνονται στην απόφαση περί αναδοχής οφειλών, μπορούν να καταβάλλονται σε αυτά από τον οικείο δήμο μετά από αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του. γ. Οι ρυθμίσεις της περ. β’ εφαρμόζονται αναλόγως και για οφειλές των: αα. κάθε είδους εταιρειών, των οποίων οι εταίροι είναι αποκλειστικά Ο.Τ.Α. και νομικά τους πρόσωπα, ή εφόσον συμμετέχουν και τρίτοι εταίροι, μόνο κατά το ποσοστό συμμετοχής των Ο.Τ.Α., ή και των νομικών τους προσώπων, ββ. ανωνύμων, αναπτυξιακών εταιρειών και ναυτικών εταιρειών του ν. 959/1979 (Α’ 192) στις οποίες οι ΟΤΑ και οι λοιποί φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης κατέχουν την πλειοψηφία του εταιρικού τους κεφαλαίου, εφόσον τέθηκαν υπό εκκαθάριση μέχρι τις 31.10.2018, γγ. των αστικών μη κερδοσκοπικών εταιρειών στις οποίες οι Ο.Τ.Α. και οι λοιποί φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης κατέχουν την πλειοψηφία του εταιρικού τους κεφαλαίου, εφόσον τελούν υπό εκκαθάριση. κεφαλαίου της επιχείρησης και υπάρχει αδυναμία εκ μέρους του, να αναλάβει τις αναλογούσες σε αυτόν οφειλές, δύναται ο δήμος ή η περιφέρεια που κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών της λυθείσας επιχείρησης, με αιτιολογημένη απόφαση του οικείου δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του, να βεβαιώσει την ως άνω αδυναμία και να αναλάβει το σύνολο των οφειλών που αναλογούν στον συνεταιρισμό. Το ύψος των οφειλών που μπορεί να αναλάβει ο κάθε φορέας προκύπτει από τον λόγο συμμετοχής του στο εταιρικό κεφάλαιο. Αν μέτοχος είναι περιφέρεια ή ήταν τέως Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας αυτή έχει υπεισέλθει, η αναδοχή και η καταβολή των οφειλών που της αναλογούν γίνεται, έπειτα από αιτιολογημένη απόφαση του περιφερειακού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του.».

Άρθρο 247

Κάλυψη δράσεων πυροπροστασίας από τους συνδέσμους δήμων - Τροποποίηση του άρθρου 25 του ν. 4479/2017 Στο άρθρο 25 του ν. 4479/2017 (Α’ 94) προστίθεται τίτλος, στην παρ. 1 αντικαθίστανται: α. η αναφορά στον «Υπουργό Εσωτερικών» από αναφορά στο «αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Εσωτερικών», β. η αναφορά στον «Γενικό Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας» από το «αρμόδιο όργανο της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας», μετά το ακρωνύμιο «Ο.Τ.Α.» προστίθενται οι λέξεις «Α’ βαθμού», στην παρ. 2 αντικαθίσταται: η αναφορά στο έτος «2020» από την αναφορά στο έτος «2021», η λέξη «μπορεί» από τη λέξη «μπορούν», μετά τις λέξεις «Υπουργείου Εσωτερικών», προστίθεται η φράση «ύστερα από γνώμη του αρμόδιου οργάνου της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας,» διορθώνεται το ακρωνύμιο Ο.Τ.Α. με την προσθήκη σημείων στίξης (τελείας) μεταξύ των γραμμάτων, προστίθενται οι λέξεις «Α’ βαθμού» και το άρθρο διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 25 Κάλυψη δράσεων πυροπροστασίας

1.

Με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Εσωτερικών, ύστερα από γνώμη του αρμόδιου οργάνου της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, μπορούν να διατίθενται πιστώσεις από τους πόρους του άρθρου 259 του ν. 3852/2010 (Α’ 87) σε Συνδέσμους Ο.Τ.Α. Α’ βαθμού μέσω των οικείων δήμων για την κάλυψη δράσεων πυροπροστασίας.

2.

Ειδικά για τα έτη 2017 έως και 2021, οι πόροι του άρθρου 259 του ν. 3852/2010 μπορούν να κατανέμονται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Εσωτερικών, ύστερα από γνώμη του αρμόδιου οργάνου της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, απευθείας στους Συνδέσμους Ο.Τ.Α. Α’ βαθμού για την κάλυψη δράσεων πυροπροστασίας.».

Άρθρο 248

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)