Νόμοι — ΦΕΚ A' 68/2021
Υπάλληλος που υιοθετεί ή αναδέχεται τέκνο ηλικίας έως τεσσάρων (4) ετών, δικαιούται, κατ’ εξαίρεση, τη χορήγηση του συνόλου της άδειας των εννέα (9) μηνών που προβλέπεται στην παρούσα, εφόσον, μετά από την άδεια της παρ. 5 του άρθρου 103 και μέχρι το τέκνο να συμπληρώσει την ηλικία των τεσσάρων (4) ετών, αιτηθεί να του χορηγηθεί η συνεχόμενη άδεια έναντι της διευκόλυνσης του μειωμένου ωραρίου. Εάν μέχρι τη συμπλήρωση των τεσσάρων (4) ετών απομένει διάστημα μικρότερο των εννέα (9) μηνών, χορηγείται άδεια για το διάστημα που υπολείπεται.
Για τον γονέα που είναι άγαμος ή χήρος ή διαζευγμένος ή έχει αναπηρία 67% και άνω, το κατά μία ώρα μειωμένο ωράριο του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 παρατείνεται κατά έξι (6) μήνες ή η άδεια του ίδιου εδαφίου προσαυξάνεται κατά ένα (1) μήνα αντίστοιχα. Στην περίπτωση γέννησης τέταρτου τέκνου, το μειωμένο ωράριο εργασίας παρατείνεται κατά δύο (2) ακόμα έτη. Σε περίπτωση γέννησης διδύμων, τριδύμων, κ.λπ. τέκνων χορηγείται επιπλέον άδεια ανατροφής χρονικής διάρκειας έξι (6) μηνών με αποδοχές για κάθε τέκνο πέραν του ενός.
Αν και οι δύο γονείς είναι δικαστικοί υπάλληλοι, με κοινή τους δήλωση που κατατίθεται στις υπηρεσίες τους καθορίζεται ποιος από τους δύο θα κάνει χρήση του μειωμένου ωραρίου ή της άδειας ανατροφής, εκτός αν με την κοινή τους δήλωση καθορίσουν χρονικά διαστήματα που ο καθένας θα κάνει χρήση, αλλά πάντοτε διαδοχικώς και μέσα στα χρονικά όρια της παρ. 2. Αν σύζυγος ή έτερο μέρος του συμφώνου συμβίωσης του ή της υπαλλήλου υπηρετεί ή εργάζεται στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, εφόσον δικαιούται όμοιων, ολικώς ή μερικώς, διευκολύνσεων, ο ή η σύζυγος ή το έτερο μέρος του συμφώνου συμβίωσης δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να κάνει χρήση των διευκολύνσεων της παρ. 2 κατά το μέρος που η ή ο σύζυγος αυτής ή το έτερο μέρος του συμφώνου συμβίωσης δεν κάνει χρήση των δικών της ή των δικών του δικαιωμάτων ή κατά το μέρος που αυτά υπολείπονται των διευκολύνσεων της παρ. 2.
Όταν ο ένας γονέας λάβει την άδεια της παρ. 1, ο άλλος δεν έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση των διευκολύνσεων της παρ. 2 για το ίδιο διάστημα.
Σε περίπτωση διάστασης, διαζυγίου, χηρείας ή γέννησης τέκνου χωρίς γάμο ή εκτός συμφώνου συμβίωσης των γονέων του, την άδεια της παρ. 1 και τις διευκολύν παρακολουθεί μαθήματα πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δικαιούται, ύστερα από αίτησή του που εγκρίνεται από τον άμεσο προϊστάμενό του, να απουσιάσει έως τέσσερις (4) ή τρεις (3) ημέρες, αντιστοίχως, κάθε σχολικό έτος για την παρακολούθηση της σχολικής του επίδοσης. Η άδεια χορηγείται μετά από υπεύθυνη δήλωση ότι δεν κάνει χρήση της ίδιας άδειας ο έτερος γονέας.
Δικαστικοί υπάλληλοι που έχουν ανήλικα τέκνα δικαιούνται άδεια με αποδοχές έως τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες για κάθε ημερολογιακό έτος σε περίπτωση ασθένειας των τέκνων τους. Για τους δικαστικούς υπαλλήλους που είναι τρίτεκνοι η ως άνω άδεια ανέρχεται σε εφτά (7) εργάσιμες ημέρες για κάθε ημερολογιακό έτος και για τους δικαστικούς υπαλλήλους που είναι πολύτεκνοι σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες. Για τους δικαστικούς υπαλλήλους που είναι μονογονείς, η ως άνω άδεια ανέρχεται σε οχτώ (8) εργάσιμες ημέρες για κάθε ημερολογιακό έτος.
Άρθρο 105
Άδειες εξετάσεων
Σε δικαστικό υπάλληλο που φοιτά σε σχολείο ή εκπαιδευτικό ίδρυμα της δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή σε φορείς της αρχικής επαγγελματικής κατάρτισης σύμφωνα με τον ν. 4763/2020 (Α’ 254), καθώς και σε φορείς μη τυπικής εκπαίδευσης, με την έννοια της περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 4186/2013, (Α’ 193) χορηγείται, ύστερα από αίτησή του, άδεια έως είκοσι (20) εργάσιμων ημερών, αντιστοίχως, κάθε ημερολογιακό έτος, με πλήρεις αποδοχές, για τη συμμετοχή του σε εξετάσεις. Ως συμμετοχή σε εξετάσεις νοείται η ίδια η μέρα των εξετάσεων ή και εύλογος χρόνος εγγύς της ημέρας εξέτασης, εκτιμώμενος κατά τις περιστάσεις. Η άδεια αυτή χορηγείται συνεχώς ή τμηματικά κατά τη διάρκεια των εξεταστικών περιόδων για όσα έτη απαιτούνται για τον χρόνο φοίτησης και έως δύο (2) ακόμη εξεταστικές περιόδους, εφόσον ο υπάλληλος εξακολουθεί να φοιτά. Η άδεια του παρόντος, για λήψη πέραν του πρώτου τίτλου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, χορηγείται, εάν το επιτρέπουν οι υπηρεσιακές ανάγκες.
Σε δικαστικό υπάλληλο ο οποίος λαμβάνει μέρος σε διαγωνισμό ή εξετάσεις για να λάβει υποτροφία ή για να επιλεγεί για φοίτηση σε κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών σε θέματα που σχετίζονται με το αντικείμενο της υπηρεσίας του, χορηγείται, ύστερα από αίτησή του άδεια έως δέκα (10) εργάσιμων ημερών ανά διετία, με πλήρεις αποδοχές.
Άρθρο 106
Αναρρωτικές άδειες
Ο δικαστικός υπάλληλος που είναι ασθενής ή βρίσκεται σε ανάρρωση δικαιούται αναρρωτική άδεια με πλήρεις αποδοχές ανώτατης διάρκειας τόσων μηνών όσα είναι τα έτη της υπηρεσίας του, η οποία αφαιρείται από το σύνολο των αναρρωτικών αδειών που έχει λάβει κατά την προηγούμενη πενταετία. Αναρρωτική άδεια που χορηγείται χωρίς διακοπή δεν μπορεί να υπερβεί τους δώδεκα (12) μήνες. Για την εφαρμογή του παρόντος χρόνος υπηρεσίας τουλάχιστον έξι (6) μηνών θεωρείται ως πλήρες έτος. Δικαστικός υπάλληλος με υπηρεσία μεγαλύτερη από ένα (1) έτος και μικρότερη από τρία (3) έτη δικαιούται αναρρωτική άδεια τριών (3) μηνών.
Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται άδεια μικρής διάρκειας, ύστερα από γνωμάτευση θεράποντος ιατρού, έως οκτώ (8) ημερών ετησίως. Δύο άδειες μικρής διάρκειας, διακεκομμένες, μπορούν να χορηγηθούν με υπεύθυνη δήλωση του υπαλλήλου.
Στις περιπτώσεις δυσίατων νοσημάτων, η διάρκεια της αναρρωτικής άδειας την οποία δικαιούται ο δικαστικός υπάλληλος είναι διπλάσια από τα όρια που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2.
Στον χρόνο της αναρρωτικής άδειας συνυπολογίζονται και οι ημέρες απουσίας λόγω ασθενείας του δικαστικού υπαλλήλου, που προηγήθηκαν της άδειας.
Ως προς τη διαδικασία διαπίστωσης της ασθένειας, τον τρόπο χορήγησης της αναρρωτικής άδειας και τον καθορισμό των δυσίατων νοσημάτων, εφαρμόζονται αναλόγως ο ν. 3528/2007 (Α’ 26) για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.
Άρθρο 107
Ειδικές άδειες
Στον δικαστικό υπάλληλο χορηγείται άδεια με αποδοχές πέντε (5) εργάσιμων ημερών όταν συνάπτει γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης. Άδεια δέκα (10) εργάσιμων ημερών χορηγείται στον πατέρα, όταν αποκτά τέκνο. Η άδεια αυτή χορηγείται και σε περίπτωση υιοθεσίας ή αναδοχής, όταν το τέκνο δεν έχει υπερβεί το δεύτερο έτος της ηλικίας του. Επίσης χορηγείται άδεια τριών (3) εργάσιμων ημερών σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή συγγενούς έως και β’ βαθμού, εξ αίματος ή αγχιστείας.
Στον δικαστικό υπάλληλο χορηγείται άδεια έως τριών (3) εργάσιμων ημερών με αποδοχές, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος, για τη συμμετοχή σε δίκη. Αν από τη φύση της δίκης απαιτείται η συμμετοχή του για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, η άδεια χορηγείται και πέραν των τριών (3) εργάσιμων ημερών.
Δικαστικός υπάλληλος, ο οποίος πάσχει ή έχει σύζυγο ή έτερο μέρος του συμφώνου συμβίωσης ή τέκνο, ή άλλο εξαρτώμενο, κατά το άρθρο 11 του ν. 4172/2013 (Α’ 167), μέλος, που πάσχει από νόσημα, το οποίο απαιτεί τακτικές μεταγγίσεις αίματος ή αιμοκαθάρσεις ή χρήζει περιοδικής νοσηλείας, δικαιούνται ειδική άδεια με αποδοχές έως είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες ετησίως, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος. Η ειδική άδεια του πρώτου εδαφίου χορηγείται και σε δικαστικούς υπαλλήλους που έχουν τέκνα ή κατά τα ανωτέρω άλλο εξαρτώμενο μέλος, που πάσχουν με βαριά νοητική αναπηρία ή σύνδρομο Down ή Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή (Δ.Α.Δ.), εφόσον αυτά είναι ανήλικα ή ενήλικα που δεν εργάζονται για τους λόγους αυτούς. Σε περίπτωση που ο υπάλληλος δικαιούται την ειδική άδεια για περισσότερα από ένα πάσχοντα πρόσωπα σύμφωνα με το παρόν, η ειδική άδεια με αποδοχές προσαυξάνεται κατ’ ανώτατο της άδειας είναι περισσότεροι του ενός υπάλληλοι, η ειδική άδεια με αποδοχές προσαυξάνεται κατ’ ανώτατο όριο σε τριάντα δύο (32) εργάσιμες ημέρες τον χρόνο για το σύνολο των δικαιούχων υπαλλήλων αθροιστικά. Με δήλωση των συνδικαιούχων υπαλλήλων καθορίζεται ο αριθμός των ημερών που θα λάβει κάθε δικαιούχος υπάλληλος από το σύνολο των τριάντα δύο (32) εργασίμων ημερών τον χρόνο που δικαιούνται για το ίδιο πάσχον πρόσωπο αθροιστικά.
Υπάλληλοι που δεν υπάγονται στην παρ. 3 και έχουν ποσοστό αναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω, ή ανήλικα ή ενήλικα τέκνα, τα οποία δεν εργάζονται λόγω της αναπηρίας αυτής, με ποσοστό αναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω, ή εξαρτώμενο κατά την παρ. 3 μέλος, δικαιούνται ειδική άδεια έξι (6) εργάσιμων ημερών με αποδοχές κάθε χρόνο, επιπλέον της κανονικής. Σε περίπτωση που ο υπάλληλος δικαιούται την ειδική άδεια για περισσότερα από ένα πάσχοντα πρόσωπα, σύμφωνα με την παρούσα, η ειδική άδεια με αποδοχές προσαυξάνεται κατ’ ανώτατο όριο σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες τον χρόνο. Σε περίπτωση που για το ίδιο πάσχον πρόσωπο δικαιούχοι της άδειας είναι περισσότεροι του ενός υπάλληλοι, η ειδική άδεια με αποδοχές προσαυξάνεται κατ’ ανώτατο όριο σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες τον χρόνο για το σύνολο των δικαιούχων υπαλλήλων αθροιστικά. Με δήλωση των συνδικαιούχων υπαλλήλων καθορίζεται ο αριθμός των ημερών που θα λάβει κάθε δικαιούχος υπάλληλος από το σύνολο των δέκα (10) εργάσιμων ημερών τον χρόνο που δικαιούνται για το ίδιο πάσχον πρόσωπο αθροιστικά.
Οι άδειες των παρ. 3 και 4 χορηγούνται και σε δικαστικούς υπαλλήλους που έχουν οριστεί δικαστικοί συμπαραστάτες και τους έχει ανατεθεί δικαστικώς και η επιμέλεια των προσώπων αυτών, εφόσον η καθημερινή φροντίδα των προσώπων αυτών δεν παρέχεται από ιδρύματα και φορείς κοινωνικής πρόνοιας. Σε περίπτωση που η φροντίδα των προσώπων αυτών παρέχεται από ιδρύματα και φορείς κοινωνικής πρόνοιας, οι υπάλληλοι του πρώτου εδαφίου δικαιούνται, κατά περίπτωση, το ήμισυ των προβλεπομένων αδειών των παρ. 3 και 4. Η άδεια της παρ. 3 χορηγείται στους δικαστικούς συμπαραστάτες και σε περίπτωση που οι κατά τον Αστικό Κώδικα τεθέντες υπό δικαστική συμπαράσταση πάσχουν από ανοϊκή συνδρομή, εφόσον πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις.
Δικαστικός υπάλληλος που, είτε ο ίδιος είτε τέκνο του είτε εξαρτώμενο μέλος αυτού, κατά την παρ. 3, έχει ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω δικαιούται μείωση του ωραρίου του κατά μία (1) ώρα ημερησίως, χωρίς περικοπή των αποδοχών του. Την ίδια μείωση δικαιούται και ο υπάλληλος που έχει παιδί έως δεκαοκτώ (18) ετών με σακχαρώδη διαβήτη ινσουλινοεξαρτώμενο ή τύπου 1, με ποσοστό αναπηρίας 50% και άνω, ή έχει σύζυγο ή έτερο μέρος συμφώνου συμβίωσης, με αναπηρία 80% και άνω, τον οποίο συντηρεί και φροντίζει. Το ποσοστό αναπηρίας εκτιμάται σύμφωνα με όσα προβλέπονται από τη νομοθεσία. Την άδεια του άρθρου αυτού δικαιούται δικαστικός υπάλληλος που δεν έχει κάνει χρήση της ειδικής άδειας της παρ. 4.
Σε περίπτωση που για κάθε δικαστικό υπάλληλο σύμφωνα με την παρ. 6 αντιστοιχούν περισσότερα από ένα πάσχοντα πρόσωπα, το ωράριο δεν μειώνεται αθροιστικά. Σε περίπτωση που για το ίδιο πάσχον πρόσωπο δικαιούχοι της διευκόλυνσης είναι περισσότεροι του ενός υπάλληλοι, με δήλωση των συνδικαιούχων υπαλλήλων καθορίζεται ποιος υπάλληλος θα κάνει χρήση του μειωμένου ωραρίου.
Δικαστικός υπάλληλος, ο οποίος ανταποκρίνεται σε πρόσκληση από υπηρεσία αιμοληψίας για κάλυψη έκτακτης ανάγκης, καθώς και υπάλληλος, ο οποίος μετέχει σε οργανωμένη ομαδική αιμοληψία ή σε διαδικασία παροχής αιμοπεταλίων, δικαιούται ειδικής άδειας απουσίας με πλήρεις αποδοχές δύο (2) ημερών για έξι (6) αιμοληψίες ή παροχές αιμοπεταλίων τον χρόνο κατ’ ανώτατο όριο.
Χορηγείται μία (1) ημέρα τον χρόνο με αποδοχές για οποιονδήποτε προληπτικό ιατρικό έλεγχο. Η άδεια χορηγείται έπειτα από βεβαίωση του θεράποντος ιατρού.
Δικαστικός υπάλληλος που έχει σύζυγο ή έτερο μέρος συμφώνου συμβίωσης ή ανήλικο τέκνο ή κατά την παρ. 3 εξαρτώμενο μέλος που πάσχει από κακοήθεις νεοπλασίες, όπως λευχαιμίες, λεμφώματα και συμπαγείς όγκους και ακολουθεί θεραπείες με χημικούς ή ανοσοτροποποιητικούς παράγοντες ή ακτινοθεραπεία δικαιούται ειδικής άδειας, η οποία καλύπτει την ημέρα της θεραπείας και την επόμενη αυτής. Η άδεια αυτή χορηγείται ύστερα από σχετική βεβαίωση πραγματοποίησης της θεραπείας και μετά από την εξάντληση των δικαιούμενων αδειών, κατά περίπτωση, των παρ. 3 και 4.
Ως τέκνα για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα ανήλικα ή τα ενήλικα τέκνα ή αναδεχθέντα τέκνα, που δεν εργάζονται λόγω της αναπηρίας, εφόσον η καθημερινή φροντίδα των προσώπων αυτών δεν παρέχεται από αρμόδια ιδρύματα και φορείς κοινωνικής πρόνοιας.
Οι παρ. 1 έως 5 και 8 του άρθρου 93, καθώς και οι παρ. 1 έως 7 και 9 του άρθρου 182 του ν. 3852/2010 (Α’ 87) εφαρμόζονται και στους δικαστικούς υπαλλήλους.
Άρθρο 108
Συνδικαλιστικές άδειες Ως προς τις συνδικαλιστικές άδειες των δικαστικών υπαλλήλων εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ν. 1264/1982 (Α’ 79), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 του ν. 4772/2017 (Α’ 74), το άρθρο 22 παρ. 5 του ν. 1400/1983 (Α’ 156) και το άρθρο 14 του ν. 2085/1992 (Α’170).
Άρθρο 109
Άδειες χωρίς αποδοχές
Ο δικαστικός υπάλληλος, εφόσον οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιτρέπουν, μπορεί να λαμβάνει, κάθε ημερολογιακό έτος, άδεια απουσίας έως τριάντα (30) ημερών, χωρίς αποδοχές. Η άδεια χορηγείται υποχρεωτικά στον φυσικό, θετό ή ανάδοχο γονέα ανήλικου τέκνου που λόγω ασθένειας ή ατυχήματος έχει ανάγκη την άμεση παρουσία του. οποίας η συνολική διάρκεια, συνεχής ή διακεκομμένη, δεν μπορεί να υπερβεί την πενταετία.
Ο δικαστικός υπάλληλος, αν έχει σύζυγο ή έτερο μέρος συμφώνου συμβίωσης που υπηρετεί στο εξωτερικό σε ελληνική υπηρεσία του Δημοσίου, νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου ή άλλου φορέα του δημόσιου τομέα ή σε υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε διεθνή οργανισμό στον οποίο μετέχει η Ελλάδα, δικαιούται άδεια χωρίς αποδοχές, συνεχή ή διακεκομμένη, συνολικής διάρκειας έως έξι (6) ετών, εφόσον έχει συμπληρώσει διετή πραγματική υπηρεσία.
Σε δικαστικό υπάλληλο που αποδέχεται θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε διεθνή οργανισμό στον οποίο μετέχει η Ελλάδα, χορηγείται, ύστερα από γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, άδεια χωρίς αποδοχές έως πέντε (5) ετών, που μπορεί να παραταθεί με την ίδια διαδικασία για πέντε (5) ακόμη έτη. Η άδεια αυτή λήγει αυτοδικαίως, αν ο δικαστικός υπάλληλος αποχωρήσει από την παραπάνω θέση. Αν ο δικαστικός υπάλληλος δεν εμφανιστεί να αναλάβει καθήκοντα μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήξη της άδειας, θεωρείται ότι παραιτήθηκε από την υπηρεσία. Η παραίτηση ανατρέχει στην ημερομηνία λήξης της άδειας και η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως από την ίδια χρονολογία.
Αν η άδεια που προβλέπεται στην παρ. 4 χορηγείται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, η θέση του δικαστικού υπαλλήλου θεωρείται κενή και καλύπτεται. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαστικός υπάλληλος διατηρείται στην υπηρεσία ως υπεράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτη θέση που κενώνεται μετά την επιστροφή του. Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο εφαρμόζονται και για την άδεια που προβλέπεται στην παρ. 3, εφόσον αυτή χορηγείται για συνεχόμενο χρονικό διάστημα πέραν της διετίας.
Ο χρόνος της άδειας χωρίς αποδοχές δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, εκτός από τις περιπτώσεις των παρ. 1 και 4. Στις περιπτώσεις αυτές o δικαστικός υπάλληλος έχει υποχρέωση να καταβάλει όλες τις κρατήσεις που αντιστοιχούν στις αποδοχές του.
Άρθρο 110
Δικαίωμα επανόδου στην υπηρεσία
Δικαστικοί υπάλληλοι που παραιτούνται υποχρεωτικώς, σύμφωνα με το Σύνταγμα και την εκλογική νομοθεσία, για να ανακηρυχθούν υποψήφιοι σε εκλογές, μπορούν να επανέλθουν στην υπηρεσία μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανακήρυξης των εκλεγομένων, αν δεν εκλεγούν, ή μετά την ολοκλήρωση της θητείας τους.
Η επάνοδος συντελείται αυτοδικαίως με μόνη την υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο στην υπηρεσία από την οποία είχε παραιτηθεί. Αν η υπηρεσία αυτή δεν υπάρχει κατά τον χρόνο της επανόδου, η αίτηση υποβάλλεται στην υπηρεσία στην οποία έχουν μεταφερθεί οι υπάλληλοι της υπηρεσίας που καταργήθηκε. Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός από την ανακήρυξη των εκλεγομένων που προβλέπεται στην παρ. 1 ή από τη λήξη της θητείας. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται προσωρινά ως υπεράριθμος και το υπηρεσιακό συμβούλιο καλείται να κρίνει αν η τοποθέτησή του ως υπεράριθμου εξυπηρετεί το συμφέρον της υπηρεσίας. Στην περίπτωση αυτή, συστήνεται προσωποπαγής θέση. Διαφορετικά, το υπηρεσιακό συμβούλιο τοποθετεί τον δικαστικό υπάλληλο στη θέση που κατά την κρίση του εξυπηρετεί το συμφέρον της υπηρεσίας.
Για την επάνοδο εκδίδεται διαπιστωτική πράξη μέσα σε ένα (1) μήνα από την υποβολή της αίτησης επανόδου. Ο εκτός υπηρεσίας χρόνος δεν θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. Ο υπάλληλος δικαιούται υγειονομικής περίθαλψης κατά το διάστημα της παρ. 1, έχει όμως υποχρέωση να καταβάλει όλες τις κρατήσεις που αντιστοιχούν στις αποδοχές του για την περίθαλψη αυτή. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ
Άρθρο 111
Πίστη στο Σύνταγμα Οι δικαστικοί υπάλληλοι υπηρετούν τον Λαό και οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία.
Άρθρο 112
Υποχρέωση εκτέλεσης καθηκόντων
Ο υπάλληλος εκτελεί τα καθήκοντα του κλάδου και της ειδικότητάς του.
Σε περίπτωση επιτακτικών υπηρεσιακών αναγκών, οι οποίες δεν μπορούν να καλυφθούν με άλλο τρόπο, επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικό υπάλληλο καθηκόντων άλλου κλάδου ή ειδικότητας. Σε όμοιες περιπτώσεις επιτρέπεται να ανατίθενται στον υπάλληλο εργασίες συναφείς με την ειδικότητα ή τα καθήκοντά του ή για τις οποίες έχει την απαιτούμενη εμπειρία ή ειδίκευση. Η ανάθεση γίνεται με απόφαση του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή του Γενικού Επιτρόπου, για χρονικό διάστημα έως έξι (6) μηνών, με δυνατότητα παράτασης για έξι (6) ακόμη μήνες, με όμοια απόφαση. Ειδικά για τις περιφερειακές υπηρεσίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η ανάθεση γίνεται με απόφαση του αρμόδιου Επιτρόπου. Ο χρόνος ανάθεσης μπορεί να παραταθεί συνολικά έως δύο (2) έτη, με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μετά από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου.
Άρθρο 113
Νομιμότητα υπηρεσιακών ενεργειών
Ο δικαστικός υπάλληλος εκτελεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με τον νόμο.
Ο δικαστικός υπάλληλος συμμορφώνεται προς τις εντολές των προϊσταμένων του. Αν θεωρεί παράνομη την εντολή προϊσταμένου, πριν την εκτελέσει, αναφέρει εγγράφως στον προϊστάμενό του την αντίθετη γνώμη του και υποχρεούται να εκτελέσει την εντολή χωρίς
Αν η εντολή είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, ο δικαστικός υπάλληλος δεν την εκτελεί και αναφέρει τους λόγους χωρίς αναβολή στον προϊστάμενο που έδωσε την εντολή. Αν σε εντολή η οποία αντίκειται σε διατάξεις νόμων ή κανονιστικών πράξεων, διατυπώνονται επείγοντες και εξαιρετικοί λόγοι γενικότερου συμφέροντος, είτε εξαρχής είτε ύστερα από άρνηση υπακοής σε προηγούμενη όμοιου περιεχομένου, ο δικαστικός υπάλληλος εκτελεί την εντολή και υποβάλλει συγχρόνως σχετική αναφορά στην προϊσταμένη αρχή εκείνου που τον διέταξε. Αν η εντολή προέρχεται από τον διευθύνοντα το δικαστήριο ή την εισαγγελία, η αναφορά υποβάλλεται στον πρόεδρο του ανώτατου δικαστηρίου. Αν προέρχεται από πρόεδρο ανώτατου δικαστηρίου, η αναφορά υποβάλλεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης.
Αν ο δικαστικός υπάλληλος δεν συμφωνεί για ενέργεια για την οποία είναι αναγκαία η προσυπογραφή ή η θεώρησή του, διατυπώνει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του στο σχέδιο του εγγράφου για να απαλλαγεί από την ευθύνη. Μόνη η άρνηση προσυπογραφής ή θεώρησης δεν απαλλάσσει τον δικαστικό υπάλληλο από την ευθύνη για την ενέργεια αυτή.
Ο δικαστικός υπάλληλος δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί τη σύνταξη εγγράφου για θέμα της αρμοδιότητάς του, εφόσον διαταχθεί γι’ αυτό από προϊστάμενό του. Αν διαφωνεί με το περιεχόμενο του εγγράφου, εφαρμόζεται η παρ. 4.
Οι προϊστάμενοι όλων των βαθμίδων προσυπογράφουν τα έγγραφα τα οποία δεν εκδίδονται από τους ίδιους, ανήκουν όμως στην αρμοδιότητά τους. Αν διαφωνούν, διατυπώνουν τις αντιρρήσεις τους. Αν προσυπογράψουν χωρίς να διατυπώσουν αντιρρήσεις, θεωρείται ότι συμφωνούν με το περιεχόμενο του εγγράφου.
Άρθρο 114
Συμπεριφορά του δικαστικού υπαλλήλου
Ο δικαστικός υπάλληλος συμπεριφέρεται με ευπρέπεια τόσο εντός όσο και εκτός της υπηρεσίας και έχει παράσταση ανάλογη της ιδιότητάς του. Επίσης, συμπεριφέρεται με ευγένεια στους πολίτες και τους εξυπηρετεί κατά τη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους.
Ο δικαστικός υπάλληλος εκτελεί τα καθήκοντά του χωρίς αθέμιτες διακρίσεις υπέρ ή σε βάρος των πολιτών, ιδίως για λόγους φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου.
Άρθρο 115
Εχεμύθεια
Ο δικαστικός υπάλληλος τηρεί εχεμύθεια για γεγονότα ή πληροφορίες των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεσμεύεται από το δικαστικό απόρρητο για τις διαδικαστικές πράξεις στις οποίες συμμετέχει.
Η υποχρέωση εχεμύθειας δεν παρεμποδίζει την άσκηση του νόμιμου δικαιώματος των πολιτών στην ενημέρωση.
Άρθρο 116
Χρόνος εργασίας Ο δικαστικός υπάλληλος εργάζεται ανελλιπώς κατά τον χρόνο που ορίζεται από τη νομοθεσία. Εφόσον έκτακτες ή εξαιρετικές υπηρεσιακές ανάγκες το επιβάλλουν, ο δικαστικός υπάλληλος εργάζεται και πέραν του χρόνου εργασίας ή σε μη εργάσιμες ημέρες. Στην περίπτωση αυτή, ως προς το δικαίωμα αποζημίωσης, προσαύξησης του μισθού ή παροχής ημερών απουσίας, εφαρμόζονται οι διατάξεις που κάθε φορά ισχύουν για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.
Άρθρο 117
Περιουσιακή κατάσταση
Ο υπάλληλος κατά τον διορισμό του υποχρεούται να δηλώνει εγγράφως στην αρμόδια υπηρεσία προσωπικού την περιουσιακή κατάσταση του ίδιου, του συζύγου ή του ετέρου μέρους συμφώνου συμβίωσης και των τέκνων του, εφόσον συνοικούν με αυτόν. Υποχρεούται ομοίως να δηλώνει και κάθε μεταγενέστερη ουσιώδη μεταβολή της ανωτέρω περιουσιακής κατάστασης. Ο υπάλληλος, εντός τριών (3) μηνών από την τέλεση γάμου ή σύναψη συμφώνου συμβίωσης, υποχρεούται να δηλώσει την περιουσιακή κατάσταση του συζύγου τους ή του ετέρου μέρους του συμφώνου συμβίωσης. Οποιαδήποτε αγορά ακινήτων, από τον υπάλληλο ή τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου, αιτιολογείται υποχρεωτικά με την υποβαλλόμενη δήλωση. Αν για την αγορά αυτή ο υπάλληλος επικαλείται οικονομική ενίσχυση προσώπων άλλων από τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο, υποχρεούται να δηλώσει και την περιουσιακή κατάσταση αυτών.
Κάθε δύο (2) χρόνια η αρμόδια υπηρεσία προσωπικού ζητεί από τους υπαλλήλους να υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση για την ουσιώδη μεταβολή ή μη της περιουσιακής τους κατάστασης.
Αν το κατ’ άρθρο 185 αρμόδιο όργανο διαπιστώσει, με βάση τη δήλωση της παρ. 2 ότι η μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης ή ο τρόπος διαβίωσης του υπαλλήλου είναι δυσανάλογος προς τις αποδοχές και την οικονομική του κατάσταση, διενεργεί έρευνα για την προέλευση των πόρων του υπαλλήλου. Αν μετά την έρευνα αυτή προκύψουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο υπάλληλος απέκτησε πόρους κατά τρόπο που συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, ο Υπουργός Δικαιοσύνης προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την πειθαρχική δίωξη του υπαλλήλου.
Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών καθορίζονται τα κριτήρια, τα όργανα και η διαδικασία ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Με το διάταγμα αυτό καθορίζονται τα δικαιώματα των ελεγχομένων, τα χρονικά όρια για τη διενέργεια του ελέγχου, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος. Με το ίδιο διάταγμα μπορεί να καθορίζονται προσωρινά μέτρα προς διασφάλιση της αποτε υποβάλουν ή υποβάλλουν ανακριβώς τη δήλωση της παρ. 1. Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται για την προστασία των προσωπικών δεδομένων των υπαλλήλων, κατ’ εφαρμογή του Γενικoύ Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων EE 2016/679 (L 119).
Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3213/2003 (Α’ 309). Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης συντάσσονται σε ειδικό έντυπο, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ορίζεται ότι η δήλωση υποβάλλεται ηλεκτρονικά και να προβλέπονται οι σχετικές λεπτομέρειες. Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται για την προστασία των προσωπικών δεδομένων των υπαλλήλων.
Η υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης σύμφωνα με το άρθρο αυτό είναι ανεξάρτητη από την υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης που προβλέπεται από ειδικές διατάξεις. Οι προϊστάμενοι των υπηρεσιών Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου οι οποίοι υποβάλλουν δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, των συζύγων ή μερών συμφώνου συμβίωσης τους και των ανήλικων τέκνων τους σύμφωνα με την περ. μγ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003 (Α’ 309), δεν υποβάλλουν τη δήλωση της παρ. 1.
Άρθρο 118
Άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή
Απαγορεύεται στον δικαστικό υπάλληλο να ασκεί ιδιωτικό έργο ή εργασία με αμοιβή. Κατ’ εξαίρεση η άσκησή τους επιτρέπεται ύστερα από άδεια, εφόσον δεν είναι ασυμβίβαστα με τα καθήκοντα της θέσης του δικαστικού υπαλλήλου και δεν παρεμποδίζουν την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του.
Η άδεια της παρ. 1 χορηγείται από το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ύστερα από αιτιολογημένη σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου και ανακαλείται με την ίδια διαδικασία.
Απαγορεύεται στον δικαστικό υπάλληλο η κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας.
Ο υπάλληλος επιτρέπεται να αποκτά αυτοκίνητο δημοσίας χρήσεως ή να εκμεταλλεύεται αυτό με εκμίσθωση, εφόσον απέκτησε τούτο είτε με γονική παροχή είτε λόγω κληρονομικής διαδοχής είτε λόγω δωρεάς εν ζωή από συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως β’ βαθμού ή από σύζυγο, σύμφωνα με όσα ισχύουν για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.
Άρθρο 119
Συμμετοχή σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου
Ο δικαστικός υπάλληλος υποχρεούται να δηλώνει στην υπηρεσία του τη συμμετοχή του σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου οποιασδήποτε μορφής, εκτός των σωματείων και των κοινωφελών ιδρυμάτων.
Ο δικαστικός υπάλληλος απαγορεύεται να συμμετέχει σε προσωπική εταιρεία ή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ή σε κοινοπραξία ή να είναι διαχειριστής προσωπικής εμπορικής εταιρείας ή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ή διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας και να μετέχει στη διοίκηση ανώνυμης εταιρείας. Ο δικαστικός υπάλληλος επιτρέπεται να συμμετέχει σε συνεταιρισμό ή στη διοίκησή του, ύστερα από άδεια που χορηγείται με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 118.
Απαγορεύεται η απόκτηση από τον δικαστικό υπάλληλο, τον σύζυγο, το έτερο μέρος συμφώνου συμβίωσης ή τα ανήλικα τέκνα του μετοχών ανώνυμης εταιρείας η οποία με οποιονδήποτε τρόπο συναλλάσσεται ή συνεργάζεται με την υπηρεσία του. Ο δικαστικός υπάλληλος ο οποίος κατά τον διορισμό του κατέχει μετοχές ανώνυμης εταιρείας που εμπίπτει στην περίπτωση αυτή ή τις αποκτά κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του λόγω κληρονομίας υποχρεούται να υποβάλει σχετική δήλωση στην υπηρεσία του και μέσα σε ένα (1) έτος να μεταβιβάσει τις μετοχές αυτές. Κατά το διάστημα που μεσολαβεί έως τη μεταβίβαση των μετοχών, ο δικαστικός υπάλληλος εμπίπτει στο κώλυμα λόγω συμφέροντος που προβλέπεται στο άρθρο 122.
Ειδικές διατάξεις που αφορούν σε συμμετοχή σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και θεσπίζουν πρόσθετους περιορισμούς για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους σύμφωνα με τον ν. 3528/2007 (Α’ 26), εφαρμόζονται και για τους δικαστικούς υπαλλήλους.
Άρθρο 120
Έργα ασυμβίβαστα
Απαγορεύεται στους δικαστικούς υπαλλήλους η άσκηση έργων που είναι ασυμβίβαστα με το βουλευτικό αξίωμα.
Η ιδιότητα του δικαστικού υπαλλήλου είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του δικηγόρου.
Άρθρο 121
Κατοχή δεύτερης θέσης
Απαγορεύεται ο διορισμός δικαστικών υπαλλήλων, με οποιαδήποτε έννομη σχέση, σε άλλη θέση: α) δημόσιας υπηρεσίας, β) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου,
- γ) οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, κάθε βαθμού,
καθώς και ένωσης ή συνδέσμου οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, δ) δημόσιας επιχείρησης και δημόσιου οργανισμού, ε) νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου που ανήκει στο κράτος ή επιχορηγείται τακτικώς από κρατικούς πόρους κατά 50%, τουλάχιστον, του ετήσιου προϋπολογισμού του ή του οποίου το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει κατά 51%, τουλάχιστον, στο κράτος και στ) νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου που ανήκει σε νομικό πρόσωπο που περιλαμβάνεται σε αυτά των περ. β’ έως και ε’ ή επιχορηγείται από αυτό τακτικώς κατά 50%, τουλάχιστον, του ετήσιου προϋπολογισμού του, σύμφωνα με τον νόμο ή κατά το οικείο καταστατικό ή του οποίου το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει κατά 51%, τουλάχιστον, στα νομικά αυτά πρόσωπα.
Δικαστικός υπάλληλος που κατά παράβαση της παρ. 1 διορίστηκε σε άλλη θέση και αποδέχτηκε τον διορισμό του, θεωρείται ότι παραιτήθηκε αυτοδικαίως
Επιτρέπεται στον δικαστικό υπάλληλο να αποδέχεται θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε διεθνή οργανισμό στον οποίο μετέχει η Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή έχουν εφαρμογή οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 109.
Άρθρο 122
Κώλυμα λόγω συμφέροντος
Ο δικαστικός υπάλληλος δεν επιτρέπεται, είτε ατομικώς είτε ως μέλος συλλογικού οργάνου, να αναλαμβάνει την επίλυση ζητήματος ή να συμπράττει στην έκδοση πράξεων, αν έχει συμφέρον ο ίδιος ή ο σύζυγος, το έτερο μέρος συμφώνου συμβίωσης ή συγγενής του, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, έως και τον τρίτο βαθμό ή αν αφορούν σε πρόσωπο με το οποίο τελεί σε σχέση ιδιαίτερης φιλίας ή έχθρας.
Ο δικαστικός υπάλληλος δεν επιτρέπεται να μετέχει ως γραμματέας δικαστηρίου, δικαστικού συμβουλίου και ανάκρισης σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε πρόσωπο αναφερόμενο στην παρ. 1.
Δικαστικοί υπάλληλοι που είναι σύζυγοι, μέρη συμφώνου συμβίωσης ή συγγενείς μεταξύ τους ή με δικαστικούς λειτουργούς έως και τον τρίτο βαθμό, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, δεν επιτρέπεται να συμπράττουν ή με οποιονδήποτε τρόπο να συμμετέχουν στην ίδια διαδικαστική πράξη ή ενέργεια.
Η αποσιώπηση του κωλύματος και η σύμπραξη του δικαστικού υπαλλήλου σε πράξη ή ενέργεια, κατά παράβαση των παρ. 1 έως 3, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.
Άρθρο 123
Αστική ευθύνη
Ο δικαστικός υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε θετική ζημία την οποία προξένησε σε αυτό από δόλο ή βαριά αμέλεια. Ευθύνεται για τις αποζημιώσεις τις οποίες κατέβαλε το Δημόσιο σε τρίτους για βλάβη από παράνομη πράξη ή παράλειψή του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εφόσον οφείλεται σε δόλο ή βαρειά αμέλεια. Ο δικαστικός υπάλληλος δεν ευθύνεται έναντι των τρίτων για τις πιο πάνω πράξεις ή παραλείψεις του.
Η ζημία καταλογίζεται στον δικαστικό υπάλληλο με αίτηση που ασκείται από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Ως ζημιογόνο γεγονός νοείται κάθε πράξη, νομική ή υλική, ή παράλειψη που συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση της ζημίας, εφόσον διαπράχθηκε κατά την άσκηση των υπαλληλικών του καθηκόντων ή κατ’ εκμετάλλευση ή κατά κατάχρηση ή καθ’ υπέρβαση αυτών. Για την άσκηση αίτησης καταλογισμού συνεπεία καταβολής αποζημίωσης προς τρίτο δυνάμει δικαστικής απόφασης, απαιτείται η απόφαση αυτή να έχει καταστεί αμετάκλητη.
Αν πρόκειται για αποζημίωση την οποία κατέβαλε το Δημόσιο σε τρίτους για βλάβη από παράνομη πράξη ή παράλειψη του υπαλλήλου, η αξίωση καταλογισμού παραγράφεται μετά πενταετία από την κοινοποίηση της αμετάκλητης απόφασης στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Αν πρόκειται για ζημία ευθέως του Δημοσίου, η αξίωση καταλογισμού παραγράφεται μετά πενταετία από τη διαπίστωση της ζημίας από τα αρμόδια όργανα.
Κάθε δικαστική απόφαση που επιδικάζει αποζημίωση στο Δημόσιο για ζημιογόνο γεγονός της παρ. 2 κοινοποιείται μέσα σε ένα (1) μήνα από τη δημοσίευσή της στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Ομοίως κοινοποιείται σε αυτόν κάθε σχετικό πόρισμα ελέγχου ή διοικητικής εξέτασης μέσα σε ένα (1) μήνα από την έκδοσή του. Ο Γενικός Επίτροπος, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του, μπορεί να ζητά στοιχεία από οποιαδήποτε υπηρεσία και κάθε αρμόδιο όργανο είναι υποχρεωμένο να τον συνδράμει. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα για το αρμόδιο όργανο. Την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης μπορεί να προκαλέσει και ο Γενικός Επίτροπος με έγγραφό του προς τον αρμόδιο υπουργό ή τη διοίκηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Στην περίπτωση αυτή καθίσταται υποχρεωτική η άσκηση της δίωξης.
Σε περίπτωση έλλειψης δόλου, το Ελεγκτικό Συνέδριο, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, μπορεί να καταλογίσει στον δικαστικό υπάλληλο μέρος μόνο της ζημίας που επήλθε στο Δημόσιο ή της αποζημίωσης που αυτό υποχρεώθηκε να καταβάλει.
Αν περισσότεροι δικαστικοί υπάλληλοι προξένησαν από κοινού ζημία στο Δημόσιο, ευθύνονται εις ολόκληρον κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου.
Η αστική ευθύνη των δημόσιων υπολόγων από τη διαχείρισή τους διέπεται από τις ειδικές γι’ αυτούς διατάξεις.
ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ
ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Άρθρο 124
Υπηρεσιακή εκπαίδευση
Η υπηρεσιακή εκπαίδευση των δικαστικών υπαλλήλων, όταν δεν αποτελεί υποχρέωση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα επόμενα άρθρα, συνιστά δικαίωμα, η άσκηση του οποίου ενθαρρύνεται από την υπηρεσία, στο μέτρο που δεν παρεμποδίζει την εύρυθμη λειτουργία της.
Η υπηρεσιακή εκπαίδευση διακρίνεται σε: α) εισαγωγική εκπαίδευση, β) μετεκπαίδευση και επιμόρφωση και γ) μεταπτυχιακή εκπαίδευση.
Η εισαγωγική εκπαίδευση έχει ως σκοπό την εξοικείωση του δικαστικού υπαλλήλου με το αντικείμενο των καθηκόντων του και είναι υποχρεωτική. Η μετεκπαίδευση και επιμόρφωση έχει ως σκοπό την απόκτηση από τον υπάλληλο γενικών ή ειδικών γνώσεων που είναι απαραίτητες για την άσκηση των καθηκόντων του και μπορεί να ορίζεται ως υποχρεωτική. Η μεταπτυχιακή εκπαίδευση οδηγεί στην απόκτηση μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών από αναγνωρισμένο ΑΕΙ και είναι προαιρετική.
Άρθρο 125
Εισαγωγική εκπαίδευση
Ο δικαστικός υπάλληλος μετά από την ανάληψη υπηρεσίας παρακολουθεί δεκαήμερη εισαγωγική εκπαίδευση. α. για όσους διορίστηκαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, στη Γενική Επιτροπεία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και στα πολιτικά και διοικητικά Πρωτοδικεία Θεσσαλονίκης, από τα δικαστήρια αυτά, αντιστοίχως, β. για όσους διορίστηκαν στα πολιτικά και διοικητικά πρωτοδικεία της Αθήνας και του Πειραιά, από το πολιτικό και διοικητικό πρωτοδικείο της Αθήνας, αντιστοίχως, γ. για τους λοιπούς, από τα οικεία εφετεία.
Ο δικαστής που διευθύνει το αρμόδιο κατά την παρ. 2 δικαστήριο ορίζει έναν δικαστικό λειτουργό και έναν δικαστικό υπάλληλο ως υπεύθυνους της εκπαίδευσης. Για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της εισαγωγικής εκπαίδευσης μπορεί να ζητείται η συνδρομή του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης.
Αντικείμενο της εισαγωγικής εκπαίδευσης είναι: α. η ενημέρωση για την αποστολή, την οργάνωση και τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, β. η μελέτη και ανάλυση των κανόνων δεοντολογίας που διέπουν τη συμπεριφορά των δικαστικών λειτουργών, των δικαστικών υπαλλήλων, των οργάνων της Διοίκησης, των δικηγόρων και των διαδίκων, με έμφαση στους κανόνες δεοντολογίας που διέπουν τις σχέσεις των δικαστικών υπαλλήλων με τους δικαστικούς λειτουργούς, γ. η ενημέρωση και εξοικείωση με τα βασικά νομοθετήματα που διέπουν την οργάνωση και λειτουργία του οικείου δικαστηρίου και την κατάσταση των δικαστικών υπαλλήλων, δ. η ενημέρωση και εξοικείωση με τη χρήση των ηλεκτρονικών βάσεων και συστημάτων που λειτουργούν στο δικαστήριο. Κατά τον σχεδιασμό και την υλοποίηση του προγράμματος της εισαγωγικής εκπαίδευσης λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τη συνειδητοποίηση από τους δικαστικούς υπαλλήλους της σημασίας του έργου τους για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
Στο τέλος της εισαγωγικής εκπαίδευσης από τους αναφερόμενους στην παρ. 3 υπευθύνους εκπαίδευσης συντάσσεται έκθεση πεπραγμένων καθώς και έκθεση για την επίδοση κάθε υπαλλήλου. H έκθεση κοινοποιείται στον δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο στο οποίο έχει διοριστεί ο υπάλληλος, καθώς και στον κατά την παρ. 2 αρμόδιο για την εκπαίδευση δικαστή.
Ειδικά για τους Κλάδους ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου και ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων η εισαγωγική εκπαίδευση παρέχεται, όπως ορίζεται στα άρθρα 34-38 και 74, αντιστοίχως.
Άρθρο 126
Μετεκπαίδευση και επιμόρφωση Η υπηρεσία μεριμνά για τη μετεκπαίδευση και επιμόρφωση των δικαστικών υπαλλήλων καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους και διευκολύνει τη συμμετοχή τους σε προγράμματα που πραγματοποιούνται σε δικαστήρια, υπηρεσίες, εκπαιδευτικά ιδρύματα και άλλους πιστοποιημένους φορείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό, λαμβάνοντας ιδιαίτερη μέριμνα για την ισότιμη πρόσβαση των υπαλλήλων σε αυτή.
Άρθρο 127
Μεταπτυχιακή εκπαίδευση Η μεταπτυχιακή εκπαίδευση γίνεται με τη συμμετοχή του δικαστικού υπαλλήλου σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών συναφή με το αντικείμενο της υπηρεσίας του.
Άρθρο 128
Έκθεση πεπραγμένων Μετά το πέρας οποιουδήποτε προγράμματος μετεκπαίδευσης και επιμόρφωσης ή μεταπτυχιακής εκπαίδευσης, ο υπάλληλος υποχρεούται να καταθέσει στην υπηρεσία του σχετική έκθεση. Η υπηρεσία, αν το κρίνει σκόπιμο, οργανώνει την παρουσίασή της σε ευρύτερο υπηρεσιακό κύκλο.
Άρθρο 129
Άδειες υπηρεσιακής εκπαίδευσης
Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του να λάβει μία φορά άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης είτε μετεκπαίδευσης και επιμόρφωσης είτε για τη συμμετοχή του σε προγράμματα μεταπτυχιακής εκπαίδευσης, συναφή με το αντικείμενο της εργασίας του. Η άδεια αυτή διαρκεί έως ένα (1) έτος και μπορεί να χορηγείται είτε ενιαία είτε τμηματικά. Πραγματοποιείται με βάση συγκεκριμένο πρόγραμμα, σε δικαστήρια ή άλλες συναφείς υπηρεσίες και δημόσιους φορείς ή οργανισμούς, ειδικώς δε η μεταπτυχιακή εκπαίδευση σε Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό. Η άδεια για μεταπτυχιακή εκπαίδευση μπορεί να παραταθεί, με τη σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, έως ένα (1) ακόμη έτος, αν το μεταπτυχιακό πρόγραμμα διαρκεί πλέον του έτους και οι υπηρεσιακές ανάγκες το επιτρέπουν.
Η κατά την παρ. 1 υπηρεσιακή άδεια χορηγείται σε δικαστικούς υπαλλήλους που έχουν συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον υπηρεσία, στην οποία δεν συνυπολογίζεται η δοκιμαστική, και δεν έχουν υπερβεί το πεντηκοστό πέμπτο (55ο) έτος της ηλικίας τους.
Έως την 30ή Σεπτεμβρίου εκδηλώνεται εγγράφως στην Υπηρεσία Προσωπικού το ενδιαφέρον των δικαστικών υπαλλήλων για τη λήψη άδειας υπηρεσιακής εκπαίδευσης κατά το επόμενο δικαστικό έτος. Έως την 30ή Νοεμβρίου με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζεται, κατά τομέα του άρθρου 18, ο μέγιστος αριθμός υπαλλήλων στους οποίους θα χορηγηθεί το επόμενο έτος άδεια του παρόντος και ορίζεται προθεσμία για την υποβολή των σχετικών αιτήσεων των υπαλλήλων και των απαραίτητων δικαιολογητικών από τα οποία προκύπτει η αποδοχή τους από τους φορείς μετεκπαίδευσης ή μεταπτυχιακής εκπαίδευσης. Ειδικά για τη χορήγηση άδειας υπηρεσιακής εκπαίδευσης σε χώρα του εξωτερικού, απαιτείται πολύ καλή γνώση της γλώσσας της χώρας ή του οικείου προγράμματος, σύμφωνα με το π.δ. 50/2001 (Α’ 39). υπηρεσιακού συμβουλίου, το οποίο ελέγχει τη συνδρομή των προϋποθέσεων των παρ. 1 έως 3 και λαμβάνει υπόψη: α) την υπηρεσιακή επίδοση του υπαλλήλου, β) τις ανάγκες της υπηρεσίας και γ) την αξία που έχει για την υπηρεσία το προτεινόμενο πρόγραμμα.
Η άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης της περ. γ’ της παρ. 2 του άρθρου 124 χορηγείται υποχρεωτικά, αν ο δικαστικός υπάλληλος έχει λάβει υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. Υποτροφία που έχει χορηγηθεί στον δικαστικό υπάλληλο από άλλο ίδρυμα ή οργανισμό, ελληνικό ή αλλοδαπό, ή από αλλοδαπή κυβέρνηση, συνεκτιμάται από το υπηρεσιακό συμβούλιο για τη χορήγηση της άδειας. Στην περίπτωση αυτή η άρνηση χορήγησης της άδειας αιτιολογείται ειδικώς.
Στον δικαστικό υπάλληλο στον οποίο χορηγείται άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης στο εσωτερικό, καταβάλλονται πλήρεις οι αποδοχές του.
Στον δικαστικό υπάλληλο στον οποίο χορηγείται άδεια για υπηρεσιακή εκπαίδευση στο εξωτερικό, καταβάλλονται οι αποδοχές του αυξημένες έως το 50%, με ειδική αιτιολογία της απόφασης χορήγησης.
Η κατά την παρ. 7 προσαύξηση των αποδοχών μειώνεται κατά το μέρος που καλύπτεται από υποτροφία ή άλλου είδους σχετική χρηματική αμοιβή ή αποζημίωση, που χορηγείται στον δικαστικό υπάλληλο.
Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται οδοιπορικά έξοδα για την αρχική μετάβασή του και την επιστροφή του μετά τη λήξη της άδειας υπηρεσιακής εκπαίδευσης στο εξωτερικό.
Η άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης ανακαλείται με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, για λόγους που σχετίζονται με την επίδοσή του κατά την υπηρεσιακή εκπαίδευση, καθώς και για ενέργειες που δεν συμβιβάζονται με την ιδιότητά του ως δικαστικού υπαλλήλου και θίγουν το κύρος της υπηρεσίας του. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος της άδειας δεν υπολογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.
Μετά τη λήξη της άδειας υπηρεσιακής εκπαίδευσης, ο δικαστικός υπάλληλος έχει υποχρέωση να παραμείνει στην υπηρεσία για χρονικό διάστημα τριπλάσιο της διάρκειας της άδειας. Αν δεν εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή, ο δικαστικός υπάλληλος που έλαβε άδεια για εκπαίδευση στο εξωτερικό οφείλει να επιστρέψει τις επιπλέον αποδοχές που έλαβε κατά τον χρόνο της άδειας, καθώς και τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής με τον νόμιμο τόκο από τη λήψη τους. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος της άδειας δεν υπολογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.
Εάν, με υπαιτιότητα του δικαστικού υπαλλήλου, διακοπεί η φοίτηση ή παρέλθει άπρακτη η προθεσμία κατάθεσης του τίτλου, ο υπάλληλος υποχρεούται να επιστρέψει στην υπηρεσία του την προσαύξηση των αποδοχών που έλαβε κατά το χρονικό διάστημα της άδειας, με τους νόμιμους τόκους και ο χρόνος της άδειας υπηρεσιακής εκπαίδευσης δεν υπολογίζεται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας. Η επιστροφή αποδοχών ενεργείται με πράξη του αρμόδιου για την εκκαθάριση και πληρωμή των δαπανών οργάνου, το οποίο οφείλει να ενημερώσει η αρμόδια για το προσωπικό Υπηρεσία. Σε περίπτωση άρνησης επιστροφής των ανωτέρω αποδοχών, η είσπραξη γίνεται με τη διαδικασία είσπραξης δημοσίων εσόδων. Εάν η διακοπή ή μη κατάθεση του τίτλου σπουδών στην υπηρεσία δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του υπαλλήλου, όπως ιδίως λόγω ασθένειας, ο υπάλληλος απαλλάσσεται από την κατά τα ανωτέρω υποχρέωση επιστροφής αποδοχών.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορεί να καθορίζονται οι ειδικότερες υποχρεώσεις του δικαστικού υπαλλήλου κατά τη διάρκεια της υπηρεσιακής εκπαίδευσης, ο τρόπος ελέγχου της τήρησης των υποχρεώσεων αυτών και κάθε σχετική λεπτομέρεια.
Άδειες μικρής χρονικής διάρκειας είναι δυνατό να χορηγούνται σε δικαστικούς υπαλλήλους ύστερα από αίτησή τους για συμμετοχή σε συνέδρια, σεμινάρια και κάθε είδους συναντήσεις επιστημονικού χαρακτήρα, στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό, εφόσον η συμμετοχή κρίνεται επωφελής για την Υπηρεσία.
Οι άδειες της παρ. 14 χορηγούνται από τον διευθύνοντα το δικαστήριο, ύστερα από γνώμη του αμέσου προϊσταμένου του δικαστικού υπαλλήλου, με αποδοχές για όλο το διάστημα κατά το οποίο διαρκούν οι παραπάνω δραστηριότητες. Στον χρόνο αυτό προστίθενται οι αναγκαίες ημέρες για τη μετάβαση και επιστροφή του υπαλλήλου.
ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Άρθρο 130
Προσωπικό μητρώο
Στο δικαστήριο, την εισαγγελία ή την υπηρεσία στην οποία ανήκει κάθε δικαστικός υπάλληλος και στο Υπουργείο Δικαιοσύνης τηρείται το προσωπικό του μητρώο, στο οποίο περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν την ατομική, οικογενειακή, περιουσιακή και υπηρεσιακή του κατάσταση. Ειδικά για τους υπαλλήλους του τομέα της περ. δ’ του άρθρου 18, το κατά τα ανωτέρω προσωπικό μητρώο τηρείται και στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στα δικαστήρια αυτά, προκειμένου να είναι εφικτή η σύνταξη της γνώμης που προβλέπεται στην παρ. 8 του άρθρου 87.
Ειδικότερα το προσωπικό μητρώο του δικαστικού υπαλλήλου περιλαμβάνει:
- α) Τα στοιχεία της ταυτότητάς του, τα στοιχεία του
συζύγου ή του προσώπου με το οποίο κατάρτισε σύμφωνο συμβίωσης και των τέκνων του. Αν κάποιο στοιχείο οικογενειακής κατάστασης δεν είναι απαραίτητο για την τήρηση υποχρεώσεων που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία, ο υπάλληλος έχει δικαίωμα να μην το δηλώσει ή να ζητήσει τη μη τήρησή του. Ο υπάλληλος που δηλώνει τα ανωτέρω στοιχεία έχει υποχρέωση να γνωστοποιεί και κάθε μεταβολή τους,
- β) τις δηλώσεις περιουσιακών στοιχείων που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 117,
- ε) τις αποφάσεις, έγγραφα, κάθε είδους άδειες και άλλα
στοιχεία που αναφέρονται στην υπηρεσιακή κατάσταση και υπηρεσιακή δραστηριότητα του δικαστικού υπαλλήλου,
- στ) τις πειθαρχικές αγωγές, πειθαρχικές αποφάσεις και
προσφυγές που ασκήθηκαν κατά την πειθαρχική διαδικασία, καθώς και τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις,
- ζ) τα στοιχεία επιστημονικής δραστηριότητας του δικαστικού υπαλλήλου, όπως δημοσιεύσεις, μελέτες, άρθρα και συγγραφικές γενικώς εργασίες και κάθε άλλης
δραστηριότητας σχετικής με το αντικείμενο της υπηρεσίας του.
Ο δικαστικός υπάλληλος έχει δικαίωμα να λαμβάνει γνώση και αντίγραφα των στοιχείων του προσωπικού του μητρώου. Επίσης, μπορεί να ζητήσει να αφαιρεθεί στοιχείο που έχει περιληφθεί παράνομα στο προσωπικό του μητρώο, να καταχωριστεί σε αυτό κάποιο άλλο που, για οποιονδήποτε λόγο, έχει παραλειφθεί ή να διορθωθεί κάποιο στοιχείο. Αν η Υπηρεσία αρνείται να αφαιρέσει ή να διορθώσει κάποιο στοιχείο, επισυνάπτεται στο αμφισβητούμενο στοιχείο η άποψη του δικαστικού υπαλλήλου, η οποία εφεξής αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του. Αν η Υπηρεσία διαφωνεί με την καταχώριση ορισμένου στοιχείου, καταχωρίζεται στο προσωπικό μητρώο του δικαστικού υπαλλήλου η σχετική αίτησή του, επί της οποίας σημειώνεται η διαφωνία της υπηρεσίας.
Οι αρμόδιες Υπηρεσίες υποχρεούνται να τηρούν το προσωπικό μητρώο σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 3 και έχουν την ευθύνη για τη σωστή ενημέρωσή του. Η παράλειψη των υποχρέων για εφαρμογή του πρώτου εδαφίου συνιστά το παράπτωμα της περ. στ’ της παρ. 2 του άρθρου 165.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται ειδικότερα ο τύπος του προσωπικού μητρώου και ο τρόπος τήρησης και ενημέρωσής του, ο τρόπος άσκησης του δικαιώματος του δικαστικού υπαλλήλου να λαμβάνει γνώση και αντίγραφα των στοιχείων του προσωπικού του μητρώου, η διαδικασία διόρθωσης και συμπλήρωσης του προσωπικού μητρώου και κάθε σχετική λεπτομέρεια.
Άρθρο 131
Γενικές αρχές αξιολόγησης
Οι δικαστικοί υπάλληλοι αξιολογούνται υποχρεωτικά ως προς τα ουσιαστικά τους προσόντα βάσει συστήματος αξιολόγησης, το οποίο διέπεται από τις αρχές της αξιοκρατίας και της αμεροληψίας. Η αξιολόγηση διεξάγεται σε κλίμα αξιοπρέπειας και με πνεύμα συνεργασίας.
Σκοπός της αξιολόγησης είναι να αναδειχθεί επακριβώς η υπηρεσιακή εικόνα του συγκεκριμένου υπαλλήλου και ο βαθμός στον οποίο η άσκηση των καθηκόντων του ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της υπηρεσίας και επιτρέπει τη διατήρηση και την εξέλιξή του σε αυτήν. Κάθε αξιολογητής οφείλει να επιτελεί το έργο του με ιδιαίτερη προσοχή, υπευθυνότητα και αντικειμενικότητα, προστατεύοντας και προάγοντας το συμφέρον της υπηρεσίας, και με σεβασμό, σε κάθε περίπτωση, στην προσωπικότητα του αξιολογουμένου.
Κατά την ανάδειξη αδυναμιών του αξιολογουμένου, λαμβάνεται μέριμνα για την εξεύρεση, με τη συνεργασία του, πρόσφορων τρόπων βελτίωσής του.
Άρθρο 132
Αξιολογητές και έκθεση αξιολόγησης
Κάθε δικαστικός υπάλληλος αξιολογείται αυτοτελώς από δύο (2) αξιολογητές, οι οποίοι συντάσσουν υποχρεωτικά εκθέσεις αξιολόγησης. Πρώτος αξιολογητής είναι ο άμεσος προϊστάμενός του και δεύτερος ο αμέσως ανώτερος προϊστάμενος. Ως προϊστάμενοι για την εφαρμογή της παρούσας θεωρούνται οι δικαστικοί υπάλληλοι, προϊστάμενοι των οικείων οργανικών μονάδων. Σε περίπτωση απόσπασης, η αξιολόγηση γίνεται από τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας στην οποία είναι αποσπασμένος ο υπάλληλος. Αν, λόγω της θέσης του αξιολογουμένου στην οικεία υπηρεσιακή μονάδα ή της διάρθρωσης των υπηρεσιών του οικείου δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας, δεν υπάρχει δικαστικός υπάλληλος ανώτερος του αμέσου προϊσταμένου, δεύτερος αξιολογητής είναι ο πρόεδρος του τμήματος του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, στο οποίο υπηρετεί ο δικαστικός υπάλληλος ή, εφόσον δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, ο διευθύνων το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τη γενική επιτροπεία ή δικαστικός λειτουργός που ορίζεται από αυτόν. Αν δεν υπάρχει ούτε άμεσος προϊστάμενος δικαστικός υπάλληλος, μόνος αξιολογητής είναι δικαστικός λειτουργός, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο πέμπτο εδάφιο. Ειδικά για τους υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, πρώτος αξιολογητής ορίζεται ο προϊστάμενος τμήματος και δεύτερος ο Επίτροπος στην Υπηρεσία Επιτρόπου στην οποία ανήκει, για τους προϊσταμένους τμήματος, πρώτος αξιολογητής ορίζεται ο Επίτροπος και δεύτερος αξιολογητής ο καθ’ ύλην αρμόδιος Γενικός Συντονιστής, για τους Επιτρόπους, πρώτος αξιολογητής ορίζεται ο καθ’ ύλην αρμόδιος Γενικός Συντονιστής και δεύτερος αξιολογητής ο δικαστικός λειτουργός ο οποίος άσκησε επιθεώρηση κατά το αξιολογούμενο χρονικό διάστημα στην υπηρεσία Επιτρόπου σύμφωνα με τα άρθρα 124 έως 130 του π.δ. 1225/1981 (Α’ 304). Για τους Γενικούς Συντονιστές, αξιολογητής είναι ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κάθε αξιολογητής υποχρεούται να συντάσσει εκθέσεις αξιολόγησης για όλους τους υπαλλήλους αρμοδιότητάς του, εφόσον προΐστατο αυτών κατά το προηγούμενο έτος για έξι (6) τουλάχιστον μήνες, ανεξάρτητα αν είχε τοποθετηθεί με σχετική απόφαση ή όχι, έστω και αν κατά τον χρόνο σύνταξης των εκθέσεων υπηρετεί σε άλλη Υπηρεσία. Αν ο προϊστάμενος άσκησε καθήκοντα για έξι (6) τουλάχιστον μήνες, αλλά η υπαλληλική σχέση λύθηκε λόγω παραίτησης ή αυτοδίκαιης απόλυσης από την υπηρεσία, οι εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσονται και υποβάλλονται με μέριμνα της αρμόδιας μονάδας προσωπικού, πριν από την αποχώρησή του και πάντως εντός τριμήνου από αυτή.
Η έκθεση αξιολόγησης περιλαμβάνει:
- α) Τους τίτλους σπουδών του υπαλλήλου, καθώς και τις
- β) συνοπτική περιγραφή του έργου που επιτελέσθηκε
στην οργανική μονάδα στην οποία ανήκει ο αξιολογούμενος κατά την περίοδο που αξιολογείται,
- γ) συνοπτική περιγραφή του έργου που επιτελέσθηκε
από τον αξιολογούμενο κατά την περίοδο που αξιολογείται,
- δ) τα στοιχεία της συνέντευξης,
- ε) τη βαθμολογία του αξιολογουμένου βάσει των κριτηρίων των επόμενων άρθρων.
Οι εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσονται υποχρεωτικά εντός του πρώτου εξαμήνου κάθε έτους.
Αντίγραφο της έκθεσης αξιολόγησης κοινοποιείται από την αρμόδια Υπηρεσία υποχρεωτικά με απόδειξη στον αξιολογούμενο δικαστικό υπάλληλο.
Ο αξιολογούμενος δικαιούται να ασκήσει ενώπιον του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου ένσταση κατά της έκθεσης αξιολόγησης, αν ο μέσος όρος βαθμολογίας της έκθεσης αξιολόγησης είναι μικρότερος του εβδομήντα πέντε (75), καθώς επίσης και για: α) διόρθωση της βαθμολογίας στα κριτήρια ή στις κατηγορίες κριτηρίων στα οποία η διαφορά βαθμού του πρώτου με τον δεύτερο αξιολογητή είναι μεγαλύτερη από είκοσι τέσσερις (24) μονάδες, β) διόρθωση της αξιολόγησης στα κριτήρια ή στις κατηγορίες κριτηρίων για τα οποία ελλείπει η απαιτούμενη κατά την παρ. 5 του άρθρου 133 και την παρ. 5 του άρθρου 134 ειδική αιτιολογία, γ) διόρθωση της βαθμολογίας, σε περίπτωση που ο αξιολογηθείς κατά το προηγούμενο έτος ως άριστος βαθμολογηθεί συνολικά με βαθμό κάτω του ενενήντα (90) και δ) διαγραφή ανακριβών γεγονότων και καταστάσεων που μνημονεύονται στην έκθεση και διόρθωση της βαθμολογίας η οποία στηρίχθηκε στα γεγονότα και τις καταστάσεις αυτές. Η ένσταση, η οποία περιλαμβάνει επί ποινή απαραδέκτου αναλυτικά τα συγκεκριμένα στοιχεία και τα πραγματικά περιστατικά στα οποία ο αξιολογούμενος θεμελιώνει τους ισχυρισμούς του, ασκείται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της έκθεσης αξιολόγησης στον υπάλληλο. Η ένσταση κατατίθεται στην υπηρεσία του υπαλλήλου, διαβιβάζεται στο υπηρεσιακό συμβούλιο και κοινοποιείται στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Ειδικώς, για την περ. α), ένσταση δικαιούται να ασκήσει υπέρ της υπηρεσίας και ο Υπουργός Δικαιοσύνης.
Το υπηρεσιακό συμβούλιο εξετάζει το παραδεκτό και βάσιμο της ένστασης και μπορεί, εκτιμώντας τις περιστάσεις, είτε να οριστικοποιήσει είτε να διορθώσει την έκθεση αξιολόγησης με παράθεση πλήρους αιτιολογίας είτε να αναπέμψει την υπόθεση στους αξιολογητές προς νέα κρίση, σε περίπτωση μη τήρησης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. Επίσης, δικαιούται να ζητήσει οποιεσδήποτε πρόσθετες διευκρινίσεις κρίνει απαραίτητες από τους αξιολογητές ή τον αξιολογούμενο και γενικώς να ενεργήσει για τη διακρίβωση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, τηρουμένης σε κάθε περίπτωσης της αρχής της εκατέρωθεν ακρόασης. Το υπηρεσιακό συμβούλιο αποφαίνεται για την ένσταση μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την περιέλευσή της σ’ αυτό.
Αν το συμβούλιο κληθεί να αξιολογήσει ενστάσεις υπαλλήλων που έχουν αξιολογηθεί από μέλος του, το συγκεκριμένο μέλος κωλύεται να συμμετάσχει και αντικαθίσταται από τον αναπληρωτή του.
Η έκθεση αξιολόγησης συντάσσεται υποχρεωτικά κατά τα υποδείγματα των εντύπων που αναφέρονται στο Παράρτημα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος. Είναι δυνατή η ηλεκτρονική διεξαγωγή της κατά τα ανωτέρω αξιολόγησης των υπαλλήλων και των προϊσταμένων οργανικών μονάδων, κατά τα ισχύοντα για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους. Κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα ρυθμίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Άρθρο 133
Κριτήρια και διαδικασία αξιολόγησης δικαστικών υπαλλήλων
Τα κριτήρια αξιολόγησης των δικαστικών υπαλλήλων κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες: Α. Γνώση του αντικειμένου, ενδιαφέρον και δημιουργικότητα. Β. Υπηρεσιακές σχέσεις και συμπεριφορά. Γ. Αποτελεσματικότητα.
Κάθε κατηγορία κριτηρίων αναλύεται σε επί μέρους κριτήρια ως ακολούθως: Α. Γνώση του αντικειμένου, ενδιαφέρον και δημιουργικότητα:
- α) Εμπειρία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του
δικαστικού υπαλλήλου.
- β) Ολοκληρωμένη γνώση του αντικειμένου της θέσης
εργασίας του δικαστικού υπαλλήλου στην οργανική μονάδα στην οποία υπηρετεί.
- γ) Ουσιαστικό ενδιαφέρον, ανάπτυξη δεξιοτήτων και
αφοσίωση στην άσκηση των καθηκόντων του δικαστικού υπαλλήλου.
- δ) Πρωτοβουλία, καινοτομίες, ιεράρχηση προτεραιοτήτων, συντονισμός και προγραμματισμός των εργασιών
του.
- ε) Ανάληψη ευθυνών και ικανότητα άσκησης πολλαπλών καθηκόντων, συναφών προς τη φύση της υπηρεσίας.
- στ) Εκπόνηση μελετών και άρθρων, καθώς και βράβευση τέτοιων εργασιών, συναφών με το αντικείμενο
της υπηρεσίας.
- ζ) Προτάσεις - εισηγήσεις που έχουν κατατεθεί στην
υπηρεσία ή έχουν υποβληθεί στην υπηρεσιακή συνέλευση, ιδίως αν έχουν γίνει αποδεκτές. Β. Υπηρεσιακές σχέσεις και συμπεριφορά
- α) Ικανότητα επικοινωνίας και συνεργασίας με τους
άλλους υπαλλήλους, τους προϊσταμένους, καθώς και με άλλες υπηρεσίες.
- β) Συμπεριφορά και εξυπηρέτηση του κοινού.
Γ. Αποτελεσματικότητα - Ποιοτική και ποσοτική εργασιακή απόδοση.
Οι δικαστικοί υπάλληλοι βαθμολογούνται χωριστά σε κάθε κριτήριο αξιολόγησης από κάθε αξιολογητή. Στη συνέχεια, εξάγεται ο μέσος όρος ανά κατηγορία κριτηρίων και ανά αξιολογητή και ακολούθως εξάγεται ο μέσος όρος βαθμολογίας των κατηγοριών κριτηρίων κάθε αξιολογητή. Ο τελικός βαθμός της αξιολόγησης μηδέν (0) ως το εκατό (100), με ανώτατο βαθμό το εκατό (100) και κατώτατο το μηδέν (0). Δεκαδικοί αριθμοί στρογγυλοποιούνται στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό.
Όλες οι κρίσεις των αξιολογητών αιτιολογούνται.
Με τους βαθμούς από ενενήντα (90) έως εκατό (100) βαθμολογούνται οι άριστοι υπάλληλοι, οι οποίοι έχουν επιδείξει όλως εξαιρετική επίδοση στα καθήκοντά τους. Ως όλως εξαιρετική επίδοση νοείται η προσφορά έργου ιδιαιτέρως υψηλού επιπέδου από τον αξιολογούμενο, από το οποίο προέκυψε σημαντικό όφελος για την υπηρεσία. Για βαθμολογία ενενήντα (90) και άνω κατά τον γενικό μέσο όρο του κάθε αξιολογητή απαιτείται για τα κριτήρια αξιολόγησης ειδική αιτιολογία, με καταγραφή των πραγματικών στοιχείων και δεδομένων στα οποία στηρίζεται. Την πρώτη φορά που ο υπάλληλος αξιολογείται κατά τον τελικό βαθμό της παρ. 3 ως «άριστος» για την άσκηση των καθηκόντων της συγκεκριμένης θέσης, η έκθεση αξιολόγησης εξετάζεται υποχρεωτικά από το αρμόδιο πρωτοβάθμιο υπηρεσιακό συμβούλιο, στο οποίο διαβιβάζεται από την αρμόδια για το προσωπικό υπηρεσία. Το συμβούλιο, στην περίπτωση αυτή, καλεί υποχρεωτικά σε ακρόαση τόσο τους αξιολογητές όσο και τον αξιολογούμενο. Με την απόφασή του, το συμβούλιο είτε οριστικοποιεί τη βαθμολογία της έκθεσης αξιολόγησης, είτε αποφαίνεται ότι δεν προσιδιάζει σε αυτόν ο χαρακτηρισμός «άριστος» και βαθμολογεί το ίδιο τον υπάλληλο, όπου μπορεί να προβεί αιτιολογημένα σε μείωση της βαθμολογίας. Η απόφαση του συμβουλίου δεσμεύει τους αξιολογητές.
Με τους βαθμούς από εβδομήντα πέντε (75) έως ογδόντα εννέα (89) βαθμολογούνται οι πολύ καλοί υπάλληλοι, οι οποίοι ανταποκρίνονται πλήρως στις απαιτήσεις της υπηρεσίας.
Με τους βαθμούς από εξήντα (60) έως εβδομήντα τέσσερα (74) βαθμολογούνται οι καλοί υπάλληλοι, οι οποίοι ανταποκρίνονται επαρκώς στις απαιτήσεις της υπηρεσίας.
Με τους βαθμούς από πενήντα (50) έως πενήντα εννέα (59) βαθμολογούνται οι μέτριοι υπάλληλοι, οι οποίοι, ανταποκρίνονται, κατ’ αρχήν, στις βασικές απαιτήσεις της υπηρεσίας.
Με τους βαθμούς από σαράντα (40) έως σαράντα εννέα (49) βαθμολογούνται οι ανεπαρκείς υπάλληλοι.
Με τους βαθμούς από μηδέν (0) έως τριάντα εννέα (39) βαθμολογούνται οι ακατάλληλοι για τη συγκεκριμένη υπηρεσία υπάλληλοι.
Για βαθμολογία κάτω του βαθμού εξήντα (60) κατά τον γενικό μέσο όρο του κάθε αξιολογητή απαιτείται για τα κριτήρια αξιολόγησης ειδική αιτιολογία, με συγκεκριμένη αναφορά σε πραγματικά περιστατικά ή καταστάσεις, όπως η επιβολή πειθαρχικών ποινών, δυσμενών παρατηρήσεων προϊσταμένων του υπαλλήλου ή άλλων αντικειμενικών στοιχείων που να καταδεικνύουν προδήλως μειωμένη ανταπόκριση στα υπηρεσιακά καθήκοντα.
Εφόσον ο υπάλληλος κριθεί ακατάλληλος σε μία ή περισσότερες κατηγορίες κριτηρίων, η έκθεση αξιολόγησης, στην οποία περιέχεται και αιτιολογημένη κρίση περί του εάν ο υπάλληλος μπορεί, παρά ταύτα, να παραμείνει στην υπηρεσία, διαβιβάζεται στο οικείο δικαστικό συμβούλιο, προκειμένου να εξετασθεί εάν συντρέχει περίπτωση λύσης της υπαλληλικής σχέσης.
Εφόσον ο υπάλληλος κριθεί ανεπαρκής σε μία ή περισσότερες κατηγορίες κριτηρίων επί τρεις (3) συνεχόμενες αξιολογήσεις, ακολουθείται υποχρεωτικά η διαδικασία της παρ. 12.
Άρθρο 134
Κριτήρια και διαδικασία αξιολόγησης προϊσταμένων οργανικών μονάδων
Τα κριτήρια αξιολόγησης των δικαστικών υπαλλήλων προϊσταμένων γενικών διευθύνσεων, διευθύνσεων και τμημάτων κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες: Α. Γνώση του αντικειμένου, αντίληψη, ενδιαφέρον και δημιουργικότητα. Β. Υπηρεσιακές σχέσεις και συμπεριφορά. Γ. Διοικητικές ικανότητες - Αποτελεσματικότητα.
Κάθε κατηγορία κριτηρίων αναλύεται σε επιμέρους κριτήρια, ως ακολούθως: Α. Γνώση του αντικειμένου: α. Επαγγελματική επάρκεια. Αξιολογούνται η γνώση του αντικειμένου της υπηρεσίας, η ικανότητα οργάνωσης του ατομικού και συλλογικού φόρτου εργασίας και η ευθυκρισία. β. Αντίληψη και ικανότητα λύσης προβλημάτων. Αξιολογούνται η ορθή σύλληψη των προβλημάτων, η ικανότητα αντίληψης σύνθετων καταστάσεων και η θέση προτεραιοτήτων, η πρόβλεψη και έγκαιρη αντιμετώπιση συνεπειών και η ορθή διαχείριση κρίσεων. γ. Πρωτοβουλία - Καινοτομίες. Αξιολογούνται η ανάπτυξη δημιουργικών και πρακτικών λύσεων, η δυνατότητα για συνεχή βελτίωση της απόδοσης και δημιουργικότητας και η εισαγωγή και αποδοχή καινοτόμων μεθόδων. Β. Υπηρεσιακές σχέσεις και συμπεριφορά: α. Συμπεριφορά και εξυπηρέτηση του κοινού. β. Επικοινωνία και συνεργασία με τους προϊσταμένους. γ. Επικοινωνία και συνεργασία με τους υφισταμένους. δ. Επικοινωνία και συνεργασία με άλλες υπηρεσίες. Αξιολογείται η ικανότητα ακριβούς και σαφούς επικοινωνίας, προφορικής και γραπτής, η ικανότητα διαπραγμάτευσης, αλλά και αντίληψης των προβλημάτων επικοινωνίας, ο σεβασμός στη διαφορετικότητα. Γ. Διοικητικές ικανότητες - Αποτελεσματικότητα: α. Ικανότητα να προγραμματίζει, οργανώνει, συντονίζει και ελέγχει τις εργασίες της μονάδας του. Αξιολογείται η ηγετική ικανότητα, ιδίως ως προς την προετοιμασία μελλοντικών στελεχών και την κατανομή έργου στο προσωπικό. β. Ικανότητα να καθοδηγεί, ενημερώνει, παρακινεί τους υπαλλήλους, να αναπτύσσει τις επαγγελματικές και προσωπικές ικανότητες και δεξιότητές τους και να παρέχει κίνητρα συνεχούς επιμόρφωσης. γ. Ικανότητα αντικειμενικής και αμερόληπτης αξιολόγησης. δ. Ικανότητα λήψης αποτελεσματικών αποφάσεων, ιδίως σε συνθήκες κρίσης. ε. Κατάθεση προτάσεων για την αποδοτικότερη λειτουργία της υπηρεσίας. Εκπόνηση μελετών και άρθρων, στ. Ικανότητα εφαρμογής γνώσεων και εμπειρίας κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Ανάληψη ευθυνών και ικανότητα άσκησης πολλαπλών καθηκόντων, συναφών προς τη φύση της υπηρεσίας, ιεράρχηση προτεραιοτήτων, συντονισμός και προγραμματισμός των εργασιών του. ζ. Εξοικονόμηση πόρων, όπως οικονομικών, εργασίας, χρόνου και υλικών μέσων.
Οι προϊστάμενοι οργανικών μονάδων βαθμολογούνται χωριστά σε κάθε κριτήριο αξιολόγησης από κάθε αξιολογητή. Στη συνέχεια, εξάγεται ο μέσος όρος ανά κατηγορία κριτηρίων και ανά αξιολογητή και ακολούθως εξάγεται ο μέσος όρος βαθμολογίας των κατηγοριών κριτηρίων κάθε αξιολογητή. Ο τελικός βαθμός της αξιολόγησης προκύπτει από τον μέσο όρο των βαθμολογιών των δύο αξιολογητών. Η κλίμακα των βαθμών ορίζεται από το μηδέν (0) ως το εκατό (100), με ανώτατο βαθμό το εκατό (100) και κατώτατο το μηδέν (0). Δεκαδικοί αριθμοί στρογγυλοποιούνται στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό.
Όλες οι κρίσεις των αξιολογητών αιτιολογούνται.
Με τους βαθμούς από ενενήντα (90) έως εκατό (100) βαθμολογούνται οι άριστοι προϊστάμενοι, οι οποίοι έχουν επιδείξει όλως εξαιρετική επίδοση στα καθήκοντά τους. Ως «όλως εξαιρετική επίδοση» νοείται η προσφορά έργου ιδιαιτέρως υψηλού επιπέδου από τον αξιολογούμενο, από το οποίο προέκυψε σημαντικό όφελος για την υπηρεσία. Για βαθμολογία ενενήντα (90) και άνω κατά τον γενικό μέσο όρο του κάθε αξιολογητή απαιτείται για τα κριτήρια αξιολόγησης ειδική αιτιολογία, με καταγραφή των πραγματικών στοιχείων και δεδομένων στα οποία στηρίζεται. Την πρώτη φορά που ο υπάλληλος αξιολογείται κατά τον τελικό βαθμό της παρ. 3 ως άριστος για την άσκηση των καθηκόντων της συγκεκριμένης θέσης, η έκθεση αξιολόγησης εξετάζεται υποχρεωτικά από το αρμόδιο πρωτοβάθμιο υπηρεσιακό συμβούλιο, στο οποίο διαβιβάζεται από την αρμόδια υπηρεσία προσωπικού. Το συμβούλιο, στην περίπτωση αυτή, καλεί υποχρεωτικά σε ακρόαση τόσο τους αξιολογητές όσο και τον αξιολογούμενο. Με την απόφασή του, το συμβούλιο είτε οριστικοποιεί τη βαθμολογία της έκθεσης αξιολόγησης είτε αποφαίνεται ότι δεν προσιδιάζει σε αυτόν ο χαρακτηρισμός «άριστος» και βαθμολογεί το ίδιο τον υπάλληλο, όπου μπορεί να προβεί αιτιολογημένα σε μείωση της βαθμολογίας. Η απόφαση του συμβουλίου δεσμεύει τους αξιολογητές.
Με τους βαθμούς από εβδομήντα πέντε (75) έως ογδόντα εννέα (89) βαθμολογούνται οι πολύ καλοί προϊστάμενοι, οι οποίοι ανταποκρίνονται πλήρως στις απαιτήσεις της υπηρεσίας.
Με τους βαθμούς από εξήντα (60) έως εβδομήντα τέσσερα (74) βαθμολογούνται οι καλοί προϊστάμενοι που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της υπηρεσίας.
Με τους βαθμούς από πενήντα (50) έως πενήντα εννέα (59) βαθμολογούνται οι μέτριοι προϊστάμενοι, οι οποίοι ανταποκρίνονται κατ’ αρχήν στις βασικές απαιτήσεις της υπηρεσίας.
Με τους βαθμούς από σαράντα (40) έως σαράντα εννέα (49) βαθμολογούνται οι ανεπαρκείς προϊστάμενοι.
Με τους βαθμούς από μηδέν (0) έως τριάντα εννέα (39) βαθμολογούνται οι ακατάλληλοι για τη συγκεκριμένη θέση προϊσταμένου.
Για βαθμολογία κάτω του βαθμού εξήντα (60) κατά τον γενικό μέσο όρο του κάθε αξιολογητή απαιτείται συγκεκριμένη αναφορά σε πραγματικά περιστατικά ή καταστάσεις, όπως η επιβολή πειθαρχικών ποινών, δυσμενών παρατηρήσεων προϊσταμένων του αξιολογουμένου ή άλλων αντικειμενικών στοιχείων που να καταδεικνύουν προδήλως μειωμένη ανταπόκριση στα υπηρεσιακά καθήκοντα.
Εφόσον ο προϊστάμενος κριθεί μέτριος, ανεπαρκής ή ακατάλληλος σε μία ή περισσότερες κατηγορίες κριτηρίων, η έκθεση αξιολόγησης διαβιβάζεται στο οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο, προκειμένου να εξετασθεί εάν συντρέχει περίπτωση απαλλαγής του από τα καθήκοντα του προϊσταμένου κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 146. Προκειμένου για Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η έκθεση διαβιβάζεται στο οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο, με σκοπό να εξετασθεί εάν συντρέχει περίπτωση να μεταφερθεί σε θέση προϊσταμένου τμήματος ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας.
Στην αξιολόγηση των προϊσταμένων συνεκτιμάται και η αξιολόγηση από τους υφισταμένους τους, όπως περιγράφεται στην παρ. 14.
Ο προϊστάμενος τμήματος αξιολογείται από τους υφισταμένους του, εφόσον αυτοί είναι τουλάχιστον τρεις (3), ο προϊστάμενος διεύθυνσης και ο Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου από τους προϊσταμένους τμημάτων και, αν αυτοί είναι λιγότεροι από τρεις, από το σύνολο των υπαλλήλων, ο προϊστάμενος γενικής διεύθυνσης από τους προϊσταμένους διεύθυνσης και τμημάτων που υπάγονται στη γενική διεύθυνση και ο Γενικός Συντονιστής του Ελεγκτικού Συνεδρίου από τους Επιτρόπους του Ελεγκτικού Συνεδρίου που υπάγονται στην αρμοδιότητά του. Με τον κανονισμό του οικείου δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας μπορεί να ορίζεται, κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου, αξιολόγηση των προϊσταμένων διεύθυνσης από το σύνολο των υπαλλήλων, εφόσον διαπιστώνεται ότι η λειτουργία των υπηρεσιών του καθιστά πρόσφορη αυτή την αξιολόγηση.
Η κατά τα ανωτέρω αξιολόγηση των προϊσταμένων από τους υφισταμένους, πραγματοποιείται τον Ιανουάριο με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίου πολλαπλών επιλογών, το οποίο καταρτίζεται από την οικεία διεύθυνση προσωπικού, κατά το υπόδειγμα του εντύπου Γ’ που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος. Με ευθύνη της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, η ταυτότητα κάθε υφισταμένου που συμπληρώνει το ερωτηματολόγιο παραμένει μυστική και μπορεί να καθίσταται γνωστή στην υπηρεσία και στον αξιολογούμενο προϊστάμενο, μόνο σε περίπτωση που ασκηθεί από αυτόν ένσταση ενώπιον του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου κατά της έκθεσης αξιολόγησης και εφόσον με το ερωτηματολόγιο οι υφιστάμενοι τον αξιολόγησαν σε κάθε κριτήριο κατά πλειοψηφία με βαθμό Γ και αυτό αποτέλεσε έρεισμα στην ετήσια αξιολόγησή του. δημιουργικότητα. ΙΙ. Υπηρεσιακές σχέσεις και συμπεριφορά. ΙΙΙ. Διοικητικές ικανότητες - Αποτελεσματικότητα. Επί των κριτηρίων αυτών αξιολογούν οι υφιστάμενοι τον προϊστάμενο με τα στοιχεία Α, Β και Γ, εκ των οποίων το Α αντιπροσωπεύει τον άριστο, το Β τον καλό και το Γ τον μέτριο. Κάθε κριτήριο βαθμολογείται ξεχωριστά.
Οι αξιολογητές λαμβάνουν γνώση των ερωτηματολογίων, χωρίς να καθίσταται γνωστή η ταυτότητα των υφισταμένων που συμπλήρωσαν αυτά και, μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, οι αξιολογηθέντες προϊστάμενοι. Η βαθμολογία κάθε ετήσιας αξιολόγησης του προϊσταμένου από τους υφισταμένους του επισυνάπτεται στην έκθεση αξιολόγησής του και συνεκτιμάται κατά τις αξιολογήσεις του.
Άρθρο 135
Συνέντευξη
Πριν από την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, ο Α’ αξιολογητής καλεί τον αξιολογούμενο υποχρεωτικά σε συνέντευξη. Σκοπός της συνέντευξης είναι αφενός μεν να αναδείξει πτυχές της πραγματικότητας που επηρεάζουν την αξιολόγηση, αφετέρου δε να αξιολογηθούν η προσωπικότητα και η υπηρεσιακή εικόνα του αξιολογουμένου, καθώς και η επιτυχής συνεργασία του με τον αξιολογητή για την πρόσφορη αντιμετώπιση των ζητημάτων που ανέκυψαν.
Η ημερομηνία της συνέντευξης, καθώς και οι υπογραφές του αξιολογητή και του αξιολογουμένου σημειώνονται σε ειδικό χώρο του εντύπου αξιολόγησης, με σήμανση στην περίπτωση κατά την οποία ο αξιολογούμενος ζήτησε και έλαβε προθεσμία για να υποβάλει τις απόψεις - αντιρρήσεις του, κατά την παρ. 4.
Για τη συνέντευξη συντάσσεται από τον αξιολογητή πρακτικό, στο οποίο αναφέρονται συνοπτικά τα διαμειφθέντα κατ’ αυτή, με μνεία ιδίως των σχετικών ερωτήσεων και απαντήσεων, καθώς και προτεινόμενων μέτρων βελτίωσης. Το πρακτικό συνυπογράφεται από τον αξιολογητή και τον αξιολογούμενο και συνάπτεται στην έκθεση αξιολόγησης.
Σε περίπτωση κατά την οποία ο Α’ αξιολογητής βαθμολογεί τον υπάλληλο κατά μέσο όρο κάτω από εξήντα (60), συμπληρώνει υποχρεωτικά στο έντυπο της έκθεσης αξιολόγησης τα μέτρα βελτίωσης που, έπειτα και από σχετική συζήτηση με τον αξιολογούμενο, εκτιμά ότι πρέπει να ληφθούν κατά περίπτωση από αυτόν, τον προϊστάμενο ή άλλους υπηρεσιακούς παράγοντες. Ο αξιολoγούμενος έχει δικαίωμα να υποβάλει στον αξιολογητή απόψεις - αντιρρήσεις μέσα σε προθεσμία δύο (2) εργάσιμων ημερών από την πραγματοποίηση της συνέντευξης. Οι απόψεις - αντιρρήσεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της έκθεσης αξιολόγησης του υπαλλήλου και λαμβάνεται υπόψη από τον αξιολογητή.
Αν προτείνονται μέτρα βελτίωσης, αυτά λαμβάνονται υπόψη υποχρεωτικά από τον αξιολογητή κατά την επόμενη περίοδο αξιολόγησης του υπαλλήλου. Ο αξιολογητής οφείλει να σημειώσει στην έκθεση αξιολόγησης τα μέτρα που έλαβαν ο ίδιος και η υπηρεσία, προκειμένου να βοηθήσουν τον υπάλληλο να βελτιώσει την απόδοσή του. Παράλειψη εκπλήρωσης της προαναφερόμενης υποχρέωσης λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη ως δυσμενές στοιχείο από τον προϊστάμενο του αξιολογητή κατά την αξιολόγηση του τελευταίου.
Άρθρο 136
Ηθικές αμοιβές
Η υπηρεσία μεριμνά για την ενθάρρυνση των δικαστικών υπαλλήλων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και αναγνωρίζει κάθε θετική ανταπόκριση σε αυτά.
Για εξαιρετικές πράξεις στην υπηρεσία τους, που υπερβαίνουν εμφανώς την ευσυνείδητη άσκηση του υπηρεσιακού τους καθήκοντος, καθώς και για την κοινωνική τους δράση, απονέμονται στους υπαλλήλους οι ακόλουθες κατά περίπτωση επιβραβεύσεις:
- α) Έπαινος.
- β) Μετάλλιο διακεκριμένων πράξεων με δίπλωμα.
Το σχήμα, οι διαστάσεις και οι παραστάσεις που αποτυπώνονται στο μετάλλιο διακεκριμένων πράξεων και ο τύπος και το περιεχόμενο του διπλώματος, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια, καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Ο έπαινος απονέμεται με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μετά από πρόταση της υπηρεσίας ή και του ίδιου του υπαλλήλου και ειδικά αιτιολογημένη σύμφωνη γνώμη του επταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου.
Το μετάλλιο διακεκριμένων πράξεων απονέμεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από πρόταση της υπηρεσίας ή και του ίδιου του υπαλλήλου και ειδικά αιτιολογημένη σύμφωνη γνώμη του επταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου.
Η πράξη απονομής ηθικής αμοιβής δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ανακοινώνεται με εγκύκλιο σε όλες τις υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Αντίγραφα των πράξεων αυτών τίθενται στο προσωπικό μητρώο του δικαστικού υπαλλήλου και λαμβάνονται υπόψη κατά τις κρίσεις που αφορούν την υπηρεσιακή του κατάσταση.
Άρθρο 137
Βράβευση προτάσεων ή μελετών
Στους δικαστικούς υπαλλήλους οι οποίοι με δική τους πρωτοβουλία συντάσσουν και υποβάλλουν αξιόλογη πρωτότυπη πρόταση ή μελέτη που έχει ως περιεχόμενο τη βελτίωση της οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας ή την απλούστευση των διαδικασιών ή τη βελτίωση των όρων απονομής της δικαιοσύνης και λειτουργίας των δικαστηρίων ή θέματα τα οποία εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της υπηρεσίας τους, απονέμονται χρηματικά βραβεία.
Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, καθορίζονται τα όργανα, η διαδικασία αξιολόγησης και βράβευσης των προτάσεων ή μελετών, ο τρόπος αξιοποίησής και μετά την αποχώρησή του από την υπηρεσία ή, σε περίπτωση θανάτου του, στους κληρονόμους του.
ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ
ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΜΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗ
Άρθρο 138
Δοκιμαστική υπηρεσία - Μονιμοποίηση
Οι δικαστικοί υπάλληλοι μετά τον διορισμό τους διανύουν διετή δοκιμαστική υπηρεσία, κατά τη διάρκεια της οποίας επιτρέπεται να απολυθούν για λόγους που ανάγονται στην υπηρεσία τους, ύστερα από απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου.
Οι δικαστικοί υπάλληλοι κατά το διάστημα της δοκιμαστικής υπηρεσίας τους παρακολουθούν πρόγραμμα εισαγωγικής εκπαίδευσης, σύμφωνα με το άρθρο 125.
Μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο υποχρεούται να αποφασίσει αν ο δόκιμος δικαστικός υπάλληλος είναι κατάλληλος για μονιμοποίηση. Για τον σκοπό αυτό εκτιμά τα προσόντα του δικαστικού υπαλλήλου, όπως προκύπτουν από τις εκθέσεις αξιολόγησης και τα λοιπά στοιχεία του προσωπικού του μητρώου, καθώς και την επίδοσή του στο πρόγραμμα εισαγωγικής εκπαίδευσης. Αν κριθεί κατάλληλος, ο δικαστικός υπάλληλος, μονιμοποιείται με πράξη του οργάνου που είναι αρμόδιο για τον διορισμό. Με πράξη του ίδιου οργάνου απολύεται ο δικαστικός υπάλληλος που κρίνεται ακατάλληλος.
Αν η συμπλήρωση του χρόνου δοκιμαστικής υπηρεσίας παρατείνεται εξαιτίας λήψης άδειας λόγω ασθένειας, κύησης, λοχείας ή ανατροφής τέκνου, η εκ των υστέρων μονιμοποίηση του υπαλλήλου ενεργεί αναδρομικά ως προς όλες τις συνέπειες.
Το δικαστικό συμβούλιο δύναται, με αιτιολογημένη απόφασή του, να παρατείνει τον χρόνο δοκιμαστικής υπηρεσίας για ένα (1) ακόμη έτος, εφόσον δεν μπορεί να σχηματίσει σαφή γνώμη για την καταλληλότητα του δικαστικού υπαλλήλου για μονιμοποίηση. ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ
Άρθρο 139
Βαθμολογική εξέλιξη
Για την προαγωγή από βαθμό σε βαθμό απαιτείται:
- α) Για την κατηγορία ΥΕ: Από τον βαθμό Ε’ στον βαθμό Δ’ διετής υπηρεσία στον βαθμό Ε’, από τον βαθμό Δ’
στον βαθμό Γ’ δεκαετής υπηρεσία στον βαθμό Δ’ και από τον βαθμό Γ’ στον βαθμό Β’ δεκαετής υπηρεσία στον βαθμό Γ’.
- β) Για την κατηγορία ΔΕ: Από τον βαθμό Δ’ στον βαθμό
Γ’ διετής υπηρεσία στον βαθμό Δ’, από τον βαθμό Γ’ στον βαθμό Β’ οκταετής υπηρεσία στον βαθμό Γ’ και από τον βαθμό Β’ στον βαθμό Α’ εξαετής υπηρεσία στον βαθμό Β’.
- γ) Για την κατηγορία TE: Από τον βαθμό Δ’ στον βαθμό
Γ’ διετής υπηρεσία στον βαθμό Δ’, από τον βαθμό Γ’ στον βαθμό Β’ εξαετής υπηρεσία στον βαθμό Γ’ και από τον βαθμό Β’ στον βαθμό Α’ εξαετής υπηρεσία στον βαθμό Β’.
- δ) Για την κατηγορία ΠΕ: Από τον βαθμό Δ’ στον βαθμό
Γ’ διετής υπηρεσία στον βαθμό Δ’, από τον βαθμό Γ’ στον βαθμό Β’ πενταετής υπηρεσία στον βαθμό Γ’ και από τον βαθμό Β’ στον βαθμό Α’ εξαετής υπηρεσία στον βαθμό Β’.
Τα δύο (2) πρώτα έτη που διανύονται στον εισαγωγικό βαθμό όλων των κατηγοριών αποτελούν δοκιμαστική υπηρεσία, σύμφωνα με το άρθρο 138.
Για τους δικαστικούς υπαλλήλους κατηγορίας ΔΕ που κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους αποκτούν αποφοιτήριο τίτλο δημοσίου Ι.Ε.Κ. διάρκειας σπουδών δύο (2) ετών, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά δύο (2) έτη. Για τους δικαστικούς υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ ή TE, που κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους αποκτούν μεταπτυχιακό δίπλωμα σπουδών διάρκειας ενός (1) τουλάχιστον έτους, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά δύο (2) έτη. Για τους δικαστικούς υπαλλήλους που κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους αποκτούν διδακτορικό δίπλωμα ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά έξι (6) έτη. Αν ο υπάλληλος αποκτήσει μεταπτυχιακό και διδακτορικό δίπλωμα, η κατά τα ανωτέρω μείωση του χρόνου αφορά μόνο το διδακτορικό δίπλωμα. Σε περίπτωση κατοχής περισσότερων του ενός μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται κατά ένα (1) έτος για κάθε τίτλο πέραν του ενός.
Για τον υπάλληλο που λαμβάνει στην αξιολόγηση για δύο (2) συνεχείς περιόδους βαθμολογία μεγαλύτερη ή ίση του βαθμού ενενήντα (90), μειώνεται ο απαιτούμενος χρόνος για την προαγωγή κατά ένα (1) έτος. Αν η βαθμολογία αυτή αφορά στο τελευταίο έτος που διανύει στον βαθμό, το ένα (1) έτος προσμετράται ως πλεονάζων χρόνος στον επόμενο βαθμό.
Για τους δικαστικούς υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ οι οποίοι έχουν διατελέσει δικηγόροι για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο (2) ετών, ο χρόνος παραμονής στον βαθμό Γ’ μειώνεται κατά ένα (1) έτος. Για εκείνους που έχουν διατελέσει δικηγόροι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από τέσσερα (4) έτη, μειώνεται ο χρόνος παραμονής στον βαθμό Γ’ και στον βαθμό Β’, κατά ένα (1) έτος σε καθέναν από τους βαθμούς αυτούς.
Άρθρο 140
Καταστάσεις υπαλλήλων
Τον Ιανουάριο κάθε έτους συντάσσονται από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης καταστάσεις, στις οποίες αναγράφονται, κατά αλφαβητική σειρά, κατά τομέα, κλάδο, ειδικότητα και βαθμό, όλοι οι δικαστικοί υπάλληλοι. Στις καταστάσεις αυτές αναγράφονται επίσης, με βάση τα στοιχεία της 31ης Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, η ηλικία, ο συνολικός χρόνος πραγματικής υπηρεσίας ως δικαστικού υπαλλήλου, ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθ υποχρεωτικά στους δικαστικούς υπαλλήλους μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου κάθε έτους.
Διόρθωση των στοιχείων δικαστικού υπαλλήλου, τα οποία αναγράφονται στις καταστάσεις που συντάσσονται σύμφωνα με την παρ. 1, γίνεται από την υπηρεσία, ύστερα από αίτηση του ίδιου, η οποία υποβάλλεται σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση. Αν η υπηρεσία απορρίψει την αίτηση ή δεν απαντήσει μέσα σε δέκα (10) ημέρες, ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να ασκήσει ένσταση στο υπηρεσιακό συμβούλιο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την πάροδο της παραπάνω δεκαήμερης προθεσμίας ή από την κοινοποίηση της απορριπτικής απόφασης της υπηρεσίας, αν αυτή γίνει νωρίτερα. Το υπηρεσιακό συμβούλιο αποφασίζει μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την υποβολή της ένστασης.
Άρθρο 141
Διαδικασία προαγωγών
Οι προαγωγές διενεργούνται ύστερα από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου. Οι δικαστικοί υπάλληλοι προάγονται στον αμέσως επόμενο βαθμό εφόσον έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο στον βαθμό που κατέχουν, σύμφωνα με το άρθρο 139, και χαρακτηρίζονται τουλάχιστον καλοί ως προς τα ουσιαστικά προσόντα του άρθρου 133. Ειδικά για την προαγωγή στον βαθμό Α’ των δικαστικών υπαλλήλων των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ και στον βαθμό Β’ των δικαστικών υπαλλήλων της κατηγορίας ΥΕ οι δικαστικοί υπάλληλοι πρέπει να χαρακτηρίζονται τουλάχιστον πολύ καλοί ως προς τα ανωτέρω προσόντα.
Το υπηρεσιακό συμβούλιο, για να διαπιστώσει τη συνδρομή των ουσιαστικών στοιχείων, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου του υπαλλήλου από τα οποία προκύπτουν η δραστηριότητά του στην υπηρεσία, η επαγγελματική του επάρκεια, η πρωτοβουλία και η αποτελεσματικότητά του. Για τον σχηματισμό της κρίσης του, λαμβάνει υπόψη του ιδίως τις εκθέσεις αξιολόγησης της τελευταίας πενταετίας.
Τον Μάρτιο και τον Σεπτέμβριο κάθε έτους αποστέλλονται από την αρμόδια υπηρεσία στα οικεία υπηρεσιακά συμβούλια τα ερωτήματα για κρίση προς προαγωγή των δικαστικών υπαλλήλων που συμπληρώνουν τον απαιτούμενο για προαγωγή στον επόμενο βαθμό χρόνο υπηρεσίας έως τις 31 Μαρτίου ή έως τις 30 Σεπτεμβρίου, αντίστοιχα. Με βάση τα ερωτήματα αυτά τα υπηρεσιακά συμβούλια επιλαμβάνονται, αντίστοιχα, έως τις 30 Απριλίου ή έως τις 31 Οκτωβρίου του ίδιου έτους.
Οι δικαστικοί υπάλληλοι που κρίνονται προακτέοι κατά τις παρ. 1 έως 3 προάγονται υποχρεωτικά, με πράξη του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την περιέλευση της απόφασης του υπηρεσιακού συμβουλίου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Η προαγωγή ανατρέχει υποχρεωτικά στον χρόνο, κατά τον οποίο ο δικαστικός υπάλληλος συμπλήρωσε τον απαιτούμενο χρόνο υπηρεσίας.
Άρθρο 142
Χρόνος μη υπολογιζόμενος για προαγωγή Για τη συμπλήρωση του χρόνου που απαιτείται για την κρίση προς προαγωγή δεν υπολογίζονται: α) ο χρόνος της διαθεσιμότητας, β) ο χρόνος της αργίας που επιβλήθηκε είτε εξαιτίας ποινικής δίωξης που κατέληξε σε οποιαδήποτε καταδίκη είτε εξαιτίας πειθαρχικής δίωξης που κατέληξε σε πειθαρχική ποινή τουλάχιστον προστίμου αποδοχών τριών (3) μηνών, γ) ο χρόνος της αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντα, δ) ο χρόνος της προσωρινής παύσης, ε) ο χρόνος άδειας χωρίς αποδοχές που δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, στ) ο χρόνος της άδειας υπηρεσιακής εκπαίδευσης που ανακαλείται κατά τα οριζόμενα στην παρ. 10 του άρθρου 129 και ζ) ο χρόνος αναστολής άσκησης καθηκόντων κατά το άρθρο 164, εφόσον το υπηρεσιακό συμβούλιο αποφάσισε να θέσει τον δικαστικό υπάλληλο σε αργία σύμφωνα με το ίδιο άρθρο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΩΝ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)