Νόμοι — ΦΕΚ A' 109/2022

Type Νόμος
Publication 2022-06-07
Τελευταία ενημέρωση 2022-06-06
State In force
Source ΦΕΚ
articles 302
Reform history JSON API

κληρώνονται τα μέλη των συνθέσεων των τριμελών πλημμελειοδικείων.

  • β) Στην εισαγγελία πρωτοδικών:
  • βα) όλων των εισαγγελέων πρωτοδικών, από τους

οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των μικτών ορκωτών δικαστηρίων και ανάλογος προς τις υπηρεσιακές ανάγκες αριθμός εισαγγελέων των τριμελών πλημμελειοδικείων,

  • ββ) όλων των αντεισαγγελέων πρωτοδικών, από τους

οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των μονομελών και των υπόλοιπων τριμελών πλημμελειοδικείων,

  • βγ) των παρέδρων εισαγγελίας, από τους οποίους

κληρώνονται οι εισαγγελείς των μονομελών πλημμελειοδικείων και, εφόσον επιβάλλεται από τις υπηρεσιακές ανάγκες, ανάλογος αριθμός ως εισαγγελέων των τριμελών πλημμελειοδικείων.

  • γ) Στο εφετείο:
  • γα) των αρχαιότερων προέδρων εφετών μέχρι τον αναγκαίο αριθμό, ανάλογα με τις ανάγκες του δικαστηρίου,

από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των μικτών ορκωτών εφετείων και των πενταμελών εφετείων,

  • γβ) των νεότερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών, μέχρι τον αναγκαίο αριθμό, ανάλογα με τις

ανάγκες του δικαστηρίου, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών και μονομελών εφετείων,

  • γγ) όλων των υπόλοιπων εφετών, από τους οποίους

κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών εφετείων, των πενταμελών και τριμελών εφετείων.

  • δ) Στην εισαγγελία εφετών:
  • δα) όλων των εισαγγελέων, από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των μικτών ορκωτών, των πενταμελών και ανάλογος προς τις υπηρεσιακές ανάγκες αριθμός

εισαγγελέων των τριμελών εφετείων,

  • δβ) όλων των αντεισαγγελέων, από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των υπόλοιπων τριμελών και

των μονομελών εφετείων.

4.

Με βάση τους παραπάνω πίνακες, ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια της περιόδου για την οποία γίνεται η κλήρωση. Αν εξαντληθούν οι κλήροι πριν συμπληρωθούν όλες οι συνθέσεις, τοποθετούνται πάλι στην κληρωτίδα. Δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του ίδιου δικαστικού έτους έχουν κληρωθεί κατ’ επανάληψη, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν, με προσφυγή στο τριμελές συμβούλιο ή στον διευθύνοντα την εισαγγελία, την εξαίρεσή τους από την κλήρωση του επόμενου μήνα. Στην κληρωτίδα δεν τίθενται τα ονόματα των δικαστικών λειτουργών που έχουν συμπληρώσει την ανάλογη μηνιαία υπηρεσία. Στο δικαστήριο που ενεργεί την κλήρωση μετέχουν δύο (2) γραμματείς, οι οποίοι τηρούν τα πρόχειρα πρακτικά χωριστά σε δύο (2) όμοια πρωτότυπα ο καθένας, τα οποία υπογράφονται στην έδρα από τα μέλη της σύνθεσης. Το ένα από αυτά αναρτάται αμέσως στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου. Η κλήρωση των συνθέσεων των δικαστηρίων μπορεί να γίνεται και ηλεκτρονικά.

5.

Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς και οι σύνεδροι δικαστές.

6.

Ο κανονισμός του δικαστηρίου και, αν δεν υπάρχει, η πράξη του δικαστή ή του προέδρου του συμβουλίου, που διευθύνει το δικαστήριο, ρυθμίζει τις λοιπές λεπτομέρειες της διαδικασίας της κλήρωσης.

7.

α. Αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα, δεν επιτρέπεται παρά μόνο από τον αναπληρωματικό δικαστή και εισαγγελέα αντίστοιχα, που ορίζεται κατά τη διαδικασία των παρ. 4 και 5, για λόγους ασθενείας ή ανυπέρβλητης υπηρεσιακής ή προσωπικής ανάγκης του κληρωθέντος μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου. Ο λόγος της αντικατάστασης αναγράφεται στα πρακτικά του δικαστηρίου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αν εμφανιστεί ασθένεια ή ανυπέρβλητη υπηρεσιακή ή προσωπική ανάγκη στους αναπληρωματικούς, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία αντίστοιχα μπορεί, με αιτιολογημένη πράξη του, να αντικαταστήσει τον κληρωθέντα αναπληρωματικό δικαστή ή εισαγγελέα αντίστοιχα με άλλον μη κληρωθέντα. Η πράξη αυτή μνημονεύεται στα πρακτικά του δικαστηρίου. β. Όπου δεν διενεργείται κλήρωση, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, αν εμφανιστεί ανυπέρβλητη δυσχέρεια για την κατάρτιση της σύνθεσης του δικαστηρίου, με αιτιολογημένη πράξη του, αντικαθιστά ή ορίζει τους δικαστές ή τον εισαγγελέα αντιστοίχως.

8.

Απαγορεύεται να προσδιοριστεί ή να αναβληθεί υπόθεση σε δικάσιμο για την οποία έχει γίνει η κλήρωση της σύνθεσης του δικαστηρίου. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπονται: στη δικογραφία, αβ) ο κατηγορούμενος κρατείται και συμπληρώνεται το ανώτατο όριο της προσωρινής του κράτησης, αγ) πρόκειται για υποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 31, αδ) ο νόμος ορίζει προθεσμία προσδιορισμού. Με πράξη του τριμελούς συμβουλίου ή του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο μπορεί i) να εφαρμοστεί η ανωτέρω ρύθμιση αναλόγως και σε άλλα ποινικά δικαστήρια, ii) να αποφασίζεται η διεξαγωγή συμπληρωματικής κλήρωσης προεδρευόντων και αναπληρωτών προεδρευόντων όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο. β. η αναβολή αν: βα) ο νόμος ορίζει προθεσμία αναβολής, ββ) συντρέχει λόγος αναβολής σε σύντομη ρητή δικάσιμο, που αιτιολογείται ειδικά στην απόφαση.

9.

Ο προσδιορισμός των ποινικών υποθέσεων γίνεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα με σημείωση της δικασίμου, χρονολογία και υπογραφή του στους φακέλους των δικογραφιών.

10.

Η μη τήρηση των παρ. 2 έως 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που θεραπεύεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης.

11.

Οι παρ. 1 έως 10 δεν εφαρμόζονται στην κατάρτιση των συνθέσεων των δικαστηρίων ανηλίκων.

12.

α. Στο Εφετείο Αθηνών λειτουργεί Τμήμα Βουλευμάτων για τη συγκρότηση του οποίου ορίζεται από την Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών, ο αριθμός των δικαστών που είναι αναγκαίος για την στελέχωσή του. Οι δικαστές, πρόεδροι εφετών και εφέτες, που μετέχουν στο Τμήμα Βουλευμάτων, με ισάριθμους αναπληρωματικούς, ορίζονται για δύο (2) δικαστικά έτη με κλήρωση μεταξύ των προέδρων εφετών που έχουν οριστεί για να προεδρεύουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια και όλων των εφετών που υπηρετούν στο Δικαστήριο αυτό. Σε περίπτωση κλήρωσης των δικαστών για μία διετία, αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην κλήρωση για τα επόμενα δύο (2) δικαστικά έτη. Η κλήρωση γίνεται από το Α’ Τριμελές Εφετείο κατά την τελευταία δικάσιμο του Ιουνίου σε δημόσια συνεδρίαση και με δύο (2) κληρωτίδες. Αν δεν έχουν ολοκληρωθεί οι υπηρεσιακές μεταβολές, σύμφωνα με το άρθρο 61, η κλήρωση μπορεί να διενεργηθεί το αργότερο μέχρι τις 15 Ιουλίου. Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι αδιαφανή σφαιρίδια. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης το ανωτέρω δικαστήριο συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν τα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου τα ονόματα όλων των προέδρων εφετών και των εφετών. Στη συνέχεια, τοποθετούνται τα σφαιρίδια σε χωριστές κληρωτίδες για τους προέδρους εφετών και τους εφέτες. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση ο πρόεδρος εξάγει από την πρώτη κληρωτίδα, που περιέχει τα σφαιρίδια με τα ονόματα όλων των προέδρων εφετών, τον ορισθέντα από την ολομέλεια αριθμό προέδρων εφετών, και των αναπληρωματικών τους. Ακολούθως, εξάγει από τη δεύτερη κληρωτίδα, που περιέχει τα σφαιρίδια με τα ονόματα όλων των εφετών, αριθμό κλήρων ίσο προς τον διπλάσιο αριθμό των εφετών που πρόκειται να υπηρετήσουν στο Τμήμα Βουλευμάτων. Από τους κληρωθέντες οι πρώτοι κατά σειρά της κλήρωσης μέχρι τη συμπλήρωση του ημίσεος του όλου αριθμού αποτελούν τα τακτικά και οι υπόλοιποι τα αναπληρωματικά μέλη του τμήματος. Για τα δύο στάδια της κλήρωσης συντάσσονται πρόχειρα πρακτικά, σε δύο όμοια πρωτότυπα, τα οποία υπογράφονται στην έδρα. Το ένα από αυτά αναρτάται αμέσως στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου. Τα αναπληρωματικά μέλη αναπληρώνουν κατά τη σειρά κλήρωσής τους τα τακτικά, όταν ελλείπουν, απουσιάζουν ή κωλύονται. β. Η θητεία των μελών του Τμήματος Βουλευμάτων αρχίζει στις 16 Σεπτεμβρίου του έτους της κλήρωσης.

Άρθρο 21

Κλήρωση των συνθέσεων σε υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων

1.

Σε όσα πρωτοδικεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δέκα (10) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις για την εκδίκαση των υποθέσεων ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 683 και 684 ΚΠολΔ) καταρτίζονται με κλήρωση.

2.

Η κλήρωση για την κατάρτιση των συνθέσεων στις δικασίμους αυτές γίνεται από το πολυμελές πρωτοδικείο, του οποίου η σύνθεση ορίζεται από το τριμελές συμβούλιο διεύθυνσης, όπου αυτό υπάρχει, ή τον δικαστή που διευθύνει το οικείο δικαστήριο. Το πολυμελές πρωτοδικείο συνεδριάζει δημόσια την πρώτη, εκτός από την 1η Ιανουαρίου, και δέκατη έκτη ημέρα κάθε μήνα. Με την κλήρωση καταρτίζονται οι συνθέσεις μέχρι και τρεις (3) ημέρες μετά την ημερομηνία της επόμενης συνεδρίασης του πολυμελούς πρωτοδικείου. Αν η συνεδρίαση συμπίπτει με μη εργάσιμη ημέρα ή ματαιωθεί για οποιονδήποτε λόγο, γίνεται την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα. Αν ανακύψει στην τελευταία περίπτωση ανυπέρβλητη δυσχέρεια για την κατάρτιση της σύνθεσης, ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο, με αιτιολογημένη πράξη τους, ορίζουν τους δικαστές που διενεργούν την κλήρωση τη συγκεκριμένη ημέρα.

3.

Ο δικαστής ή το τριμελές συμβούλιο που διευθύνει το δικαστήριο καταρτίζει πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ’ αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα όλων των προέδρων πρωτοδικών και των αναγκαίων για την κατάρτιση των συνθέσεων αρχαιότερων πρωτοδικών. Με βάση τους παραπάνω πίνακες, ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλες οι συνθέσεις των δικαστηρίων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην παρ. 2. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι παρ. 4, 5 και 6 του άρθρου 20. Η κλήρωση των συνθέσεων των δικαστών σε υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να γίνει και ηλεκτρονικά.

4.

α. Κατά την περίοδο των θερινών τμημάτων κλήρωση διενεργείται από το πολυμελές πρωτοδικείο που συνεδριάζει κατά τις οριζόμενες σε κάθε δικαστήριο δικασίμους, και για χρονική περίοδο μέχρι και τρεις (3) ημέρες μετά από την ημερομηνία της επόμενης συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου. β. Κατά την περίοδο του Πάσχα η κλήρωση διενεργείται από το πολυμελές πρωτοδικείο, σε μία από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 ημερομηνίες, η οποία απέχει δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν και δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες μετά από την ημερομηνία της εορτής του Πάσχα. συνεδριάσεις των δικαστηρίων

1.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, με απόφασή του, ορίζει τα δικαστικά καταστήματα. Τα δικαστικά καταστήματα στεγάζονται σε κτίρια, τα οποία: α) διασφαλίζουν ευπρεπείς συνθήκες απονομής της δικαιοσύνης και ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες λειτουργίας των δικαστηρίων και εισαγγελιών, β) παρέχουν εύκολη και ασφαλή πρόσβαση στους δικαστικούς λειτουργούς, τους δικαστικούς υπαλλήλους, τους δικηγόρους και τους πολίτες, καθώς και όλες τις αναγκαίες ευκολίες προκειμένου τα άτομα με αναπηρία να μπορούν να μετάσχουν στη δικαιοδοτική διαδικασία και γ) διαθέτουν ειδικούς χώρους υποδοχής για τους δικηγόρους και τους διαδίκους, λειτουργικές αίθουσες συνεδριάσεων και επαρκείς χώρους για τα γραφεία των δικαστικών λειτουργών και των δικαστικών υπαλλήλων.

2.

Αν, για λόγους ανωτέρας βίας, καθίσταται αδύνατη η ομαλή λειτουργία ενός δικαστηρίου ή μιας εισαγγελίας, ο δικαστικός λειτουργός που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης, σταθμίζοντας τη σοβαρότητα της κατάστασης, αποφασίζει την αναστολή μέρους ή του συνόλου των εργασιών του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, για τον απολύτως αναγκαίο χρόνο μέχρι να εκλείψουν οι λόγοι αυτοί. Η απόφαση γνωστοποιείται στους δικηγορικούς συλλόγους της περιφέρειας του δικαστηρίου και αναρτάται στην είσοδο του δικαστικού καταστήματος και στην ιστοσελίδα του δικαστηρίου, εφόσον υπάρχει. Με όμοια απόφαση ρυθμίζονται τα δικονομικά και λοιπά ζητήματα που προκύπτουν από την αναστολή λειτουργίας του δικαστηρίου. Αν για τους ίδιους λόγους ανωτέρας βίας καθίσταται αδύνατη η ομαλή λειτουργία περισσότερων δικαστηρίων ή εισαγγελιών της αυτής περιφέρειας, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, μετά από αίτημα του δικαστή που διευθύνει το εφετείο ή το διοικητικό εφετείο της οικείας περιφέρειας ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσής του, δύναται, σταθμίζοντας τη σοβαρότητα της κατάστασης, να αποφασίσει την αναστολή μέρους ή του συνόλου των εργασιών όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της περιφέρειας για τον απολύτως αναγκαίο χρόνο μέχρι να εκλείψουν οι λόγοι αυτοί. Η απόφαση δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αναρτάται στην είσοδο των δικαστικών καταστημάτων της περιφέρειας και στις ιστοσελίδες των δικαστηρίων, εφόσον υπάρχουν. Με όμοια απόφαση ρυθμίζονται τα δικονομικά και λοιπά ζητήματα που προκύπτουν από την αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων της περιφέρειας. Αν για τους ίδιους λόγους ανωτέρας βίας καθίσταται αδύνατη η ομαλή λειτουργία περισσότερων δικαστηρίων ή εισαγγελιών της χώρας, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, μετά από αίτημα ενός εκ των τριών προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, δύναται να αποφασίσει την αναστολή μέρους ή του συνόλου των εργασιών όλων των δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας για τον απολύτως αναγκαίο χρόνο μέχρι να εκλείψουν οι λόγοι αυτοί. Η απόφαση δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αναρτάται στην είσοδο των δικαστικών καταστημάτων της χώρας και στις ιστοσελίδες των δικαστηρίων, εφόσον υπάρχουν. Με όμοια απόφαση ρυθμίζονται τα δικονομικά και λοιπά ζητήματα που προκύπτουν από την αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας.

3.

Τις αίθουσες του καταστήματος στις οποίες συνεδριάζουν τα δικαστήρια ορίζουν με πράξη τους: α. για τον Άρειο Πάγο, ο Πρόεδρός του, β. για τα δικαστήρια της έδρας του εφετείου ή του διοικητικού εφετείου αντίστοιχα, ο δικαστής που το διευθύνει, γ. για τα άλλα δικαστήρια, οι δικαστές που τα διευθύνουν. Η πράξη κοινοποιείται στους δικηγορικούς συλλόγους της περιφέρειας του δικαστηρίου και αναρτάται στην είσοδο των δικαστικών καταστημάτων της χώρας και στις ιστοσελίδες των δικαστηρίων, εφόσον υπάρχουν.

4.

Αν για οποιονδήποτε λόγο η συνεδρίαση του δικαστηρίου στην αίθουσα που έχει οριστεί είναι αδύνατη, ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ορίζει, αν αυτό είναι δυνατό, άλλη αίθουσα συνεδριάσεων του ίδιου καταστήματος, με πράξη του, που γνωστοποιείται με τον προσφορότερο τρόπο πριν από την έναρξη της συνεδρίασης. Η συνέχιση της συνεδρίασης μπορεί να γίνει και σε άλλη αίθουσα που ορίζει ο δικαστής που διευθύνει τη συνεδρίαση και την ανακοινώνει από την έδρα. Αν υπάρχει προσωρινή αντικειμενική αδυναμία πραγματοποίησης των συνεδριάσεων του δικαστηρίου, ορίζεται, ύστερα από αίτηση του δικαστή που το διευθύνει, από τον Υπουργό Δικαιοσύνης η αίθουσα άλλου δικαστηρίου για την πραγματοποίηση των συνεδριάσεων. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτήν.

5.

Στην αίθουσα συνεδριάσεων υπάρχουν ιδιαίτερη έδρα για το δικαστήριο, ειδικά έδρανα για τους δικηγόρους και χωριστές θέσεις για τους διαδίκους, τους κατηγορουμένους, τους μάρτυρες και τους ακροατές. Τη διαρρύθμιση των αιθουσών, όπου συνεδριάζουν τα δικαστήρια, καθορίζει ειδικότερα με απόφασή του ο Υπουργός Δικαιοσύνης.

6.

Η θέση του δικαστή που διευθύνει τη συνεδρίαση είναι στο μέσο των άλλων δικαστών. Η θέση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή του αναπληρωτή του, καθώς και του Γενικού Επιτρόπου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή του αναπληρωτή του, όταν παρίσταται, και του εισαγγελέα είναι στο δεξιό και του γραμματέα στο αριστερό μέρος. Οι εισαγγελείς, δικηγόροι, διάδικοι, μάρτυρες και κατηγορούμενοι απευθύνονται προς το δικαστήριο όρθιοι.

7.

Τα δικαστήρια συνεδριάζουν τις εργάσιμες ημέρες. Η συνεδρίαση μπορεί να διακοπεί για να συνεχιστεί και σε ημέρα που είναι αργία. Τα δικαστήρια μπορούν να συνεδριάζουν και σε ημέρα αργίας για να δικάσουν: α. υποθέσεις ποινικές, με τη διαδικασία των άρθρων 417 έως 427 του ΚΠΔ, β. υποθέσεις που εισάγονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ή για τις οποίες ο δικαστής του άμεσος κίνδυνος από την αναβολή. Κάθε δικαστής, εισαγγελέας, γραμματέας και επιμελητής ακροατηρίου εμφανίζεται κατά την ορισμένη ώρα στον τόπο της συνεδρίασης.

8.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, με απόφασή του, ορίζει τις ώρες εργασίας των δικαστικών γραφείων και της εισόδου σε αυτά του κοινού. Αν τοπικές ή άλλες συνθήκες επιβάλλουν ειδική ρύθμιση, εξουσιοδοτεί το όργανο που διευθύνει το δικαστήριο, την εισαγγελία ή τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο να ρυθμίσει το ωράριο εργασίας με πράξη του, που γνωστοποιείται με το προσφορότερο μέσο.

9.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης καθορίζει, με απόφασή του, τα όργανα διοίκησης και διαχείρισης των δικαστικών μεγάρων, τα οποία, κατά περίπτωση, επιμελούνται της κατάρτισης του κανονισμού λειτουργίας τους, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες ανάγκες των υπηρεσιών που στεγάζονται στο κτίριο αυτό. Αντίγραφο του κανονισμού κοινοποιείται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος εντός ενός (1) μηνός μπορεί να τον αναπέμψει για τροποποίηση ή διόρθωση.

10.

Τα μέλη του Αρείου Πάγου και της εισαγγελίας του, καθώς και οι γραμματείς τους φορούν στις δημόσιες συνεδριάσεις τήβεννο που καθορίζει ο Υπουργός Δικαιοσύνης με απόφασή του. Η χρήση τηβέννου μπορεί να επεκταθεί σταδιακώς και σε άλλα δικαστήρια ή κατηγορίες δικαστικών λειτουργών και λοιπών παραγόντων της δίκης με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που καθορίζει το ύφασμα, το σχήμα και τον τρόπο ραφής, το χρώμα, την ανάληψη της σχετικής δαπάνης και κάθε άλλο θέμα σχετικό με κάθε κατηγορία. Με απόφαση της ολομέλειας του οικείου δικαστηρίου, ύστερα από τροποποίηση του κανονισμού του, επιτρέπεται να αναρτηθεί σε χώρους των δικαστηρίων η εικόνα και να δοθεί σε δικαστική αίθουσα το όνομα δικαστικού λειτουργού, που έχει αποβιώσει πριν από τρία (3) τουλάχιστον έτη και είχε διακριθεί για τις δικαστικές του αρετές.

11.

Ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την ευταξία και ευπρέπεια της συνεδρίασης του δικαστηρίου.

Άρθρο 23

Εποπτεία

1.

Ασκούν εποπτεία: α. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης στη διοίκηση της δικαιοσύνης. β. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, στα διοικητικά δικαστήρια όλης της χώρας, τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και τις γραμματείες τους και ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια όλης της χώρας και τις γραμματείες τους. γ. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, στις εισαγγελίες όλης της χώρας και στις γραμματείες τους. δ. Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, στα δικαστήρια αυτά και στις γραμματείες τους. ε. Ο πρόεδρος του συμβουλίου ή ο δικαστής που διευθύνει το εφετείο, στα δικαστήρια της περιφέρειας του εφετείου και τις γραμματείες τους. στ. Ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία εφετών, στις εισαγγελίες και τις γραμματείες της περιφέρειάς της. ζ. Ο πρόεδρος του συμβουλίου ή ο δικαστής που διευθύνει το πρωτοδικείο, στα δικαστήρια της περιφέρειας του πρωτοδικείου και τις γραμματείες του. η. Ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία πρωτοδικών, στους ανακριτικούς υπαλλήλους, συμβολαιογράφους, φύλακες μεταγραφών, υποθηκών, κτηματολογίων, νηολογίων και υποθηκολογίων πλοίων και αεροσκαφών, καθώς και στους ληξιάρχους, υπαλλήλους και επιμελητές της εισαγγελίας πρωτοδικών και τους άμισθους δικαστικούς επιμελητές.

2.

Η εποπτεία συνίσταται στην επίβλεψη και την έκδοση γενικών οδηγιών για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών των δικαστηρίων και των εισαγγελιών.

3.

Οποιαδήποτε οδηγία, σύσταση ή υπόδειξη σε δικαστικό λειτουργό για ουσιαστικό ή δικονομικό θέμα σε συγκεκριμένη υπόθεση ή κατηγορία υποθέσεων είναι ανεπίτρεπτη και συνιστά πειθαρχικό αδίκημα.

4.

Στην εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης ανήκει και η έκδοση γενικών ενημερωτικών οδηγιών προς τις εισαγγελίες σε σχέση με την εφαρμογή των νομικών μέσων που θεσπίζονται στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφορούν στη δικαστική συνεργασία των κρατών μελών στους τομείς της πρόληψης και καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος, της εμπορίας και διακίνησης ναρκωτικών, της διεθνούς τρομοκρατίας, της σύστασης συμμοριών και εγκληματικών οργανώσεων για τη διάπραξη ανθρωποκτονιών, της εμπορίας ανθρώπων και των εγκλημάτων κατά παιδιών, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των εγκλημάτων με χρήση μέσων υψηλής τεχνολογίας και του διεθνούς οικονομικού εγκλήματος.

Άρθρο 24

Γραφείο νομολογίας, έρευνας και δικαστικής ιστορίας

1.

Σε κάθε δικαστήριο, στο οποίο υπηρετούν περισσότεροι από δύο (2) πρόεδροι ή τουλάχιστον οκτώ (8) δικαστές, λειτουργεί γραφείο νομολογίας, έρευνας και δικαστικής ιστορίας. Έργο του γραφείου αυτού είναι ιδίως: α. η συγκέντρωση, ταξινόμηση, ευρετηρίαση και γενικότερα η αξιοποίηση, κατά τον προσφορότερο τρόπο, νομολογιακού υλικού και η σύνδεσή του για την παροχή πληροφοριών με ηλεκτρονικό υπολογιστή, β. η οργάνωση της βιβλιοθήκης του δικαστηρίου, γ. η επικουρία στην επιμόρφωση δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων, δ. η καταγραφή της ιστορίας του δικαστηρίου και των δικαστών που υπηρετούν σε αυτό.

2.

Το γραφείο της παρ. 1 διευθύνεται από δικαστή και στελεχώνεται από υπαλλήλους της γραμματείας του δικαστηρίου. Ο δικαστής, κατά το χρονικό διάστημα που διευθύνει το παραπάνω γραφείο, μπορεί, αν τούτο κρίνεται αναγκαίο, να απαλλαγεί, με απόφαση της ολομέλειας, μερικώς από τα κύρια δικαστικά του καθήκοντα.

1.

Τα δικαστήρια και οι γραμματείες τους χρησιμοποιούν, για την εγκυρότητα των εγγράφων που εκδίδουν, υπηρεσιακή σφραγίδα, που αποτελείται από τρεις ομόκεντρους κύκλους, με διάμετρο του εξωτερικού κύκλου τέσσερα εκατοστά (0.04 μ.). Αυτή, στον εσωτερικό κύκλο φέρει το έμβλημα της Ελληνικής Δημοκρατίας, στο ενδιάμεσο κυκλικό διάστημα την ονομασία του δικαστηρίου και στον εξωτερικό κύκλο τις λέξεις «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ».

2.

Την ίδια νομική και αποδεικτική ισχύ με τα πρωτότυπα έγγραφα της παρ. 1, που φέρουν ιδιόχειρη υπογραφή και σφραγίδα, έχουν και τα ηλεκτρονικά έγγραφα που συντάσσονται από τα δικαστήρια και τις γραμματείες τους, εφόσον φέρουν είτε την εγκεκριμένη κατά την έννοια του άρθρου 3 (στοιχ. 27) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 910/2014 ηλεκτρονική υπογραφή του εξουσιοδοτημένου οργάνου είτε την εγκεκριμένη κατά την έννοια του ίδιου Κανονισμού ηλεκτρονική σφραγίδα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο διαχειρίζεται το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα, διαμέσου του οποίου διεξάγονται οι εργασίες των Δικαστηρίων της οικείας δικαιοδοσίας. Η ένδειξη της ψηφιακής σφραγίδας επί του ηλεκτρονικού εγγράφου περιλαμβάνει τις λέξεις «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» και την ονομασία του οικείου Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων (ολογράφως και σε συντομογραφία).

Άρθρο 26

Αλληλογραφία - Αντίγραφα

1.

Οι δικαστικές αρχές αλληλογραφούν μεταξύ τους και με άλλες αρχές, καθώς και με οποιοδήποτε πρόσωπο, απευθείας, εκτός αν επιβάλλεται η τήρηση ορισμένης διαδικασίας. Η αλληλογραφία διεξάγεται και με χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ), οπότε και εφαρμόζονται αναλόγως οι οικείες διατάξεις του ν. 4727/2020 (Α’ 184). Τις αναγκαίες αποφάσεις εκδίδουν από κοινού οι Υπουργοί Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, με απόφασή του, ορίζει τον τύπο και τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθούν οι δικαστικές αρχές και οι δικαστικοί λειτουργοί και υπάλληλοι, όταν υποβάλλουν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, εκθέσεις, αναφορές, αιτήσεις, πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα.

2.

Έχουν δικαίωμα να λάβουν γνώση, αντίγραφα ή αποσπάσματα, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή:

  • α) των μη ανωνυμοποιημένων αποφάσεων και των

εγγράφων κάθε άλλης διαδικασίας, εκτός από την ποινική, καθώς και των αποφάσεων και γνωμοδοτήσεων για διοικητικά θέματα, οι διάδικοι, ενώ οι τρίτοι, μόνο αν έχουν έννομο συμφέρον, κατά την κρίση του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο και υπό τους πρόσθετους όρους του ν. 4624/2019 (Α’ 137),

  • β) των εγγράφων της ποινικής διαδικασίας, όσοι και,

όπως ορίζει το άρθρο 147 του ΚΠΔ. Με τους ίδιους όρους χορηγούνται πιστοποιητικά που βεβαιώνουν τον χρόνο δημοσίευσης και το διατακτικό των αποφάσεων των πολιτικών και τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Εφόσον η πρόσβαση, τα αντίγραφα ή αποσπάσματα και τα πιστοποιητικά των προηγούμενων εδαφίων ζητούνται ή χορηγούνται με χρήση ΤΠΕ, εφαρμόζονται αναλόγως οι οικείες διατάξεις του ν. 4727/2020. Ειδικώς για την ισχύ των πιστοποιητικών των δικαστικών αρχών που ζητούνται ή χορηγούνται με χρήση ΤΠΕ, εφαρμόζεται η παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 4727/2020. Τις αναγκαίες αποφάσεις εκδίδουν από κοινού οι Υπουργοί Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ

Άρθρο 27

Ολομέλεια - Τμήματα

1.

Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου δικάζει σε τμήματα και σε Ολομέλεια. Κάθε τμήμα συγκροτείται από τον πρόεδρό του και τέσσερις (4) αρεοπαγίτες. Η Ολομέλεια συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή τον νόμιμο αναπληρωτή του και από το ήμισυ τουλάχιστον των λοιπών μελών του Αρείου Πάγου (πλήρης Ολομέλεια).

2.

Όταν η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δικάζει πολιτικές ή ποινικές υποθέσεις, αποτελείται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και εναλλάξ, κατά δικάσιμο, από τους αντιπροέδρους και τους αρεοπαγίτες που κληρώνονται κατ’ έτος και συνεδριάζει νομίμως με την παρουσία δεκαεπτά (17) τουλάχιστον μελών (τακτική Ολομέλεια). Αν λόγω έλλειψης ή κωλύματος δεν αρκούν για τη συγκρότηση της τακτικής Ολομέλειας οι κληρωθέντες, καλούνται για τη συγκρότησή της αρεοπαγίτες της άλλης σειράς, κατά την τάξη της κλήρωσής τους. Στην πλήρη Ολομέλεια υπάγονται: α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου, β) αιτήσεις αναίρεσης που παραπέμπονται σε αυτή για εκδίκαση με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της τακτικής Ολομέλειας, γ) οι περιπτώσεις που το τμήμα αρνείται την εφαρμογή νόμου ως αντισυνταγματικού και δ) οι περιπτώσεις που το τμήμα πρόκειται να εκδώσει απόφαση αντίθετη με προηγούμενη θέση της ολομέλειας ή τμήματος του Αρείου Πάγου, για το ίδιο θέμα. Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας. Η τακτική Ολομέλεια παραπέμπει την εκδίκαση της υπόθεσης στην πλήρη Ολομέλεια, αν σχηματισθεί πλειοψηφία με διαφορά μίας (1) μόνο ψήφου. Η απόφαση της Ολομέλειας λαμβάνεται μετά από διάσκεψη, στην οποία αρκεί να παρίστανται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον μέλη (τακτική Ολομέλεια) ή είκοσι εννέα (29) μέλη (πλήρης Ολομέλεια) εκ των συμμετεχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης μελών αυτής, εφόσον τα ελλείποντα μέλη έχουν αποβιώσει ή αποχωρήσει από την υπηρεσία ή συντρέχει στο πρόσωπό τους σοβαρό κώλυμα, που αναφέρεται στο πρακτικό της διάσκεψης. πολιτικά και ποινικά τμήματα, η συγκρότησή τους, οι αρμοδιότητες κάθε τμήματος και ρυθμίζονται η εσωτερική οργάνωση, ο τρόπος διεξαγωγής των εργασιών και κάθε άλλο σχετικό θέμα που αφορά στην εύρυθμη λειτουργία του Αρείου Πάγου και της Εισαγγελίας του. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ορίζεται επίσης ο τρόπος κατανομής των αιτήσεων αναιρέσεως μεταξύ των ποινικών τμημάτων του δικαστηρίου.

4.

Με απόφαση της Ολομέλειας σε συμβούλιο, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται η σύνθεση των τμημάτων, με κατανομή σε αυτά των μελών του Αρείου Πάγου. Για την κατανομή λαμβάνονται υπόψη οι προτιμήσεις των αντιπροέδρων και των αρεοπαγιτών, όπως και η αρχαιότητά τους, προκειμένου να υπηρετούν σε κάθε τμήμα και αρχαιότεροι αρεοπαγίτες. Κατά την κατανομή μπορεί να ορίζονται για κάθε τμήμα και αναπληρωτές αρεοπαγίτες, που υπηρετούν σε άλλα τμήματα. Ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου μπορεί κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους να συμπληρώνει τη σύνθεση ορισμένων τμημάτων από άλλα τμήματα, εφόσον αυτό επιβάλλεται από ειδικές υπηρεσιακές ανάγκες. Η πράξη αυτή του Προέδρου έχει προσωρινή ισχύ μέχρι να ληφθεί σχετική απόφαση από την Ολομέλεια, η οποία συγκαλείται εντός τριάντα (30) ημέρων και η απόφασή της να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

5.

Στις συνεδριάσεις της Ολομέλειας, πλήρους και τακτικής, και των ποινικών τμημάτων του Αρείου Πάγου παρίσταται ο εισαγγελέας του δικαστηρίου. Στις συνεδριάσεις των τμημάτων που εκδικάζουν πολιτικές υποθέσεις ο εισαγγελέας παρίσταται μόνο αν είναι διάδικος ή έχει υποβάλει, έως την έναρξη της δικασίμου, έγγραφη πρόταση την οποία αναπτύσσει και προφορικά.

6.

Αν δεν υπάρχει, κωλύεται ή είναι απών, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αναπληρώνεται από αντεισαγγελέα κατά τη σειρά της αρχαιότητάς του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ

Άρθρο 28

Η εισαγγελία ως ανεξάρτητη δικαστική αρχή

1.

Η εισαγγελία είναι δικαστική αρχή, ανεξάρτητη από τα δικαστήρια και την εκτελεστική εξουσία.

2.

Δρα ενιαία και αδιαίρετα και έχει ως αποστολή την τήρηση της νομιμότητας, την προστασία του πολίτη και τη διαφύλαξη των κανόνων της δημόσιας τάξης.

3.

Η τοπική αρμοδιότητα της εισαγγελίας συμπίπτει με εκείνη του δικαστηρίου στο οποίο λειτουργεί.

4.

Τους εισαγγελικούς λειτουργούς συνδέει σχέση ιεραρχικής εξάρτησης. Προϊστάμενος όλων είναι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Ο εισαγγελικός λειτουργός οφείλει να εκτελεί τις παραγγελίες των προϊσταμένων του. Κατά την εκτέλεση όμως των καθηκόντων του και την έκφραση της γνώμης του ενεργεί αδέσμευτα, υπακούοντας στον νόμο και στη συνείδησή του.

5.

Έχουν δικαίωμα να απευθύνουν παραγγελίες, γενικές οδηγίες και συστάσεις σχετικές με την άσκηση των καθηκόντων τους: α. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προς όλους τους εισαγγελικούς λειτουργούς της χώρας. β. Ο εισαγγελέας εφετών και πρωτοδικών, προς τους εισαγγελικούς λειτουργούς, ανακριτικούς υπαλλήλους, συμβολαιογράφους, υπαλλήλους εισαγγελίας, φύλακες μεταγραφών, υποθηκών, κτηματολογίων, νηολογίων, υποθηκολογίων πλοίων και αεροσκαφών, καθώς και τους ληξιάρχους, υπαλλήλους και επιμελητές και άμισθους δικαστικούς επιμελητές, της περιφέρειας της εισαγγελίας εφετών και πρωτοδικών, αντιστοίχως.

6.

Αν δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται ο εισαγγελέας δικαστηρίου, αναπληρώνεται από τους εισαγγελικούς λειτουργούς της οικείας εισαγγελίας κατά τη σειρά της αρχαιότητάς τους και αυτοί από τον δικαστή που ορίζει ο διευθύνων το δικαστήριο.

Άρθρο 29

Αρμοδιότητες εισαγγελέα

1.

Στην αρμοδιότητα του εισαγγελέα υπάγεται: α. η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, β. η άσκηση της ποινικής δίωξης, γ. η διεύθυνση της προανάκρισης, δ. η εποπτεία και ο έλεγχος των αστυνομικών αρχών αναφορικά με την πρόληψη και τη δίωξη των εγκλημάτων, ε. η υποβολή προτάσεων στα δικαστικά συμβούλια και τα δικαστήρια, στ. η άσκηση των ενδίκων μέσων, ζ. η εκτέλεση των ποινικών αποφάσεων και η παροχή συνδρομής για την εκτέλεση εκτελεστών τίτλων, η. η εποπτεία και ο έλεγχος των σωφρονιστικών καταστημάτων, θ. ο έκτακτος έλεγχος των συμβολαιογράφων, των φυλάκων μεταγραφών, υποθηκών, νηολογίων, κτηματολογίων, υποθηκολογίων πλοίων και αεροσκαφών, καθώς και των ληξιάρχων και των υπαλλήλων, επιμελητών και άμισθων δικαστικών επιμελητών, σε περίπτωση που περιέλθει σε γνώση του, με οποιοδήποτε τρόπο, πληροφορία για παράβαση των υποχρεώσεων και απαγορεύσεων που προβλέπονται από τον νόμο και από τις λοιπές κανονιστικές πράξεις ή εγκύκλιους που συνδέονται με την υπηρεσιακή κατάσταση ή την άσκηση του λειτουργήματός τους, καθώς και τη σύννομη κατάρτιση όλων των πράξεων ή εγγράφων που εκδίδουν, ι. ό,τι άλλο ο νόμος ορίζει.

2.

Οι εισαγγελείς γνωμοδοτούν σε νομικά ζητήματα, που δεν έχουν εισαχθεί στα δικαστήρια, όταν τους υποβάλλουν ερωτήματα που αντιμετωπίζουν στην εκτέλεση των καθηκόντων τους: α. όσοι αναφέρονται στην περ. β’ της παρ. 5 του άρθρου 28, β. οι υπηρεσίες του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της ποινικής νομοθεσίας. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου γνωμοδοτεί και σε νομικά ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος. της υπογραφής των προσώπων που αναφέρονται στην περ. β’ της παρ. 5 του άρθρου 28.

4.

Ο εισαγγελέας πρωτοδικών:

  • α) έχει δικαίωμα να συνιστά σε όσους φιλονικούν να

αποφύγουν την τέλεση αξιόποινων πράξεων και να επιδιώξουν την ειρηνική επίλυση της διαφοράς τους,

  • β) παραγγέλλει στις υπηρεσίες του Δημοσίου, των

Ν.Π.Δ.Δ. και των λοιπών φορέων γενικής κυβέρνησης του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), καθώς και στις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αν έχει προηγηθεί αποδεδειγμένη με έγγραφα άρνηση παράδοσης ή χορήγησής τους, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφά τους, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 263 του ΚΠΔ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Άρθρο 30

Ανακριτές και δικαστές ανηλίκων

1.

Ανακριτές στα πλημμελειοδικεία ορίζονται για μια τριετία πρόεδροι πρωτοδικών ή πρωτοδίκες με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του οικείου συμβουλίου ή του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο και γνώμη του οικείου εισαγγελέα εφετών. Με την ίδια διαδικασία ορίζονται ο ανακριτής και ο δικαστής ανηλίκων του εφετείου. Ειδικά στα Πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς ως ανακριτές ορίζονται για μία τριετία πρόεδροι πρωτοδικών ή πρωτοδίκες με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία αυτών ως παρέδρων πρωτοδικείου και, σε περίπτωση που δεν υπηρετούν πρωτοδίκες με την πιο πάνω υπηρεσία ή αυτοί που υπηρετούν δεν επαρκούν, ορίζονται ως ανακριτές οι κατά τον διορισμό αρχαιότεροι. Στα λοιπά δικαστήρια πλημμελειοδικών οι ανακριτές ορίζονται μεταξύ των προέδρων πρωτοδικών και των αρχαιότερων πρωτοδικών, εφόσον δεν έχουν ασκήσει στο παρελθόν καθήκοντα ανακριτή στο ίδιο δικαστήριο ή σε άλλο και η υπηρεσία τους είναι συνεχόμενη.

2.

Σε υποθέσεις επείγουσες ή που απαιτούν ιδιαίτερη ή μακρόχρονη έρευνα, το συμβούλιο και ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο μπορούν, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα εφετών, να ορίσουν επίκουρο ανακριτή έναν πρόεδρο πρωτοδικών ή περισσότερους πρωτοδίκες, εφόσον το ζητήσει ο ανακριτής.

3.

Αν δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται ή έπαψε να υπηρετεί ο ανακριτής και δεν μπορεί άλλος ανακριτής να τον αναπληρώσει, ο δικαστής ή το συμβούλιο που διευθύνει το πρωτοδικείο ορίζει ως ανακριτή έναν (1) πρόεδρο πρωτοδικών ή πρωτοδίκη για διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες.

4.

Αν συντρέχει επείγουσα ανάγκη, ανακριτικά καθήκοντα εκτελεί και ο πρόεδρος πρωτοδικών.

5.

Δικαστές ανηλίκων στα πλημμελειοδικεία ορίζονται για δύο (2) έτη ένας ή περισσότεροι πρόεδροι πρωτοδικών ή πρωτοδίκες με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του συμβουλίου ή του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Με την ίδια διαδικασία ορίζεται ο δικαστής ανηλίκων του Εφετείου. Σε όσα δικαστήρια υπηρετούν περισσότεροι από είκοσι (20) δικαστές, οι δικαστές ανηλίκων ορίζονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από απόφαση της ολομέλειας του δικαστηρίου. Για τον ορισμό στη θέση του δικαστή και του εισαγγελέα ανηλίκων αξιολογείται η προηγούμενη συμμετοχή σε ειδικό πρόγραμμα επιμόρφωσης που οργανώνει η Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔι) ή η κατοχή διδακτορικού διπλώματος ή μεταπτυχιακού τίτλου στο ειδικό αντικείμενο.

6.

Ο ανακριτής και ο δικαστής ανηλίκων ασκούν τα καθήκοντά τους και μετά τη συμπλήρωση του χρόνου για τον οποίο ορίστηκαν, μέχρι την αντικατάστασή τους ή την ανανέωση της θητείας τους. Πριν από την πάροδο του παραπάνω χρονικού διαστήματος, απαλλάσσονται από τα καθήκοντά τους με τη διαδικασία της παρ. 1 ή κατά περίπτωση της παρ. 5, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Η θητεία του ανακριτή, του δικαστή ανηλίκων και του εισαγγελέα ανηλίκων μπορεί να ανανεώνεται με τον ίδιο τρόπο για δύο (2) ακόμη έτη.

Άρθρο 31

Εκδίκαση υποθέσεων κατά τα θερινά τμήματα από τα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια

1.

Στην περίοδο των θερινών τμημάτων τα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια κατ’ εξαίρεση δικάζουν: α. ποινικές υποθέσεις, β. υποθέσεις τις οποίες ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο χαρακτήρισε ως κατεπείγουσες, με σημείωσή του στην υποβαλλόμενη αίτηση. Ο ίδιος δικαστής μπορεί να επιτρέψει να διεξαχθεί κατά την περίοδο των θερινών τμημάτων απόδειξη που δεν έχει αρχίσει, αν από την αναβολή κινδυνεύει να ματαιωθεί. γ. υποθέσεις που αφορούν: γα. ασφαλιστικά μέτρα και αναστολή εκτέλεσης, γβ. διαταγές πληρωμής και πιστωτικούς τίτλους, γγ. εργατικές διαφορές και γδ. απόδοση της χρήσης του μισθίου.

2.

Κατά τον μήνα Αύγουστο τα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια δικάζουν μόνο: α. ποινικές υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου (άρθρα 417 έως 427 του ΚΠΔ) ή για τις οποίες προβλέπεται προθεσμία εκδίκασης ή αφορούν τον καθορισμό συνολικής ποινής ή αιτήσεις ακύρωσης διαδικασίας και απόφασης ή αιτήσεις αναβολής της δίκης ή διακοπής της ποινής ή αντιρρήσεις ή αμφιβολίες για την εκτέλεση ποινής και την ανασταλτική δύναμη ένδικου μέσου, β. αιτήσεις για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων ή την αναστολή εκτέλεσης αποφάσεων,

3.

Η ολομέλεια του δικαστηρίου καταρτίζει τα τμήματά του και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία τα τμήματά της για την περίοδο των θερινών τμημάτων, ανάλογα με την κίνησή τους. δικαστηρίου.

5.

Αν κατά τη διάρκεια των θερινών τμημάτων ανακύψει αναπόφευκτη υπηρεσιακή ανάγκη στο δικαστήριο ή την εισαγγελία, μπορεί να κληθούν: α. οι δικαστές, που δεν υπηρετούν στο συγκεκριμένο θερινό τμήμα, από τον δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, β. οι εισαγγελικοί λειτουργοί, που δεν υπηρετούν στο συγκεκριμένο θερινό τμήμα, από τον εισαγγελέα που διευθύνει την οικεία ή την αμέσως ανώτερη εισαγγελία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’

ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΩΝ ΤΑΚΤΙΚΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

Άρθρο 32

Συγκρότηση και λειτουργία

1.

Η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας με επικεφαλής τον Γενικό Επίτροπο είναι ιδιαίτερος κλάδος δικαστικών λειτουργών που έχει ως αντικείμενο την παρακολούθηση και τον έλεγχο της λειτουργίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και την υποβοήθηση του έργου τους.

2.

Στον κλάδο αυτό ανήκουν: α. μία (1) θέση Γενικού Επιτρόπου, β. μία (1) θέση Επιτρόπου και γ. τρεις (3) θέσεις αντεπιτρόπων. Οι θέσεις αυτές είναι ιεραρχικώς διαρθρωμένες με προϊστάμενο τον Γενικό Επίτροπο.

3.

Ο Επίτροπος αναπληρώνει τον Γενικό Επίτροπο, αν κωλύεται ή απουσιάζει, και ασκεί τα καθήκοντά του, αν δεν υπάρχει. Ο αρχαιότερος από τους αντεπιτρόπους αναπληρώνει τον Επίτροπο, αν κωλύεται ή απουσιάζει, και ασκεί τα καθήκοντά του, αν δεν υπάρχει. Αν όλες οι θέσεις των δικαστικών λειτουργών της Γενικής Επιτροπείας είναι κενές, τα καθήκοντα του Γενικού Επιτρόπου ασκεί ο αρχαιότερος πρόεδρος των Διοικητικών Εφετείων Αθηνών και Πειραιά.

4.

Ο Γενικός Επίτροπος μπορεί να αναθέτει οποιαδήποτε αρμοδιότητά του, με πράξεις του που ανακαλούνται ή τροποποιούνται οποτεδήποτε, σε άλλο μέλος της Γενικής Επιτροπείας, ή να κατανέμει τις αρμοδιότητές του μεταξύ των μελών της Γενικής Επιτροπείας.

5.

H ολομέλεια των δικαστικών λειτουργών της Γενικής Επιτροπείας καταρτίζει κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας, ο οποίος συμπληρώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται από τα μέλη αυτής, όταν επιβάλλεται από υπηρεσιακές ανάγκες. Με τον κανονισμό αυτόν ορίζεται οποιοδήποτε ζήτημα ανάγεται στην εσωτερική οργάνωση των υπηρεσιών της και στην εύρυθμη διεξαγωγή των εργασιών της, ενόψει των αρμοδιοτήτων που ασκεί και του επιτελικού της ρόλου στη λειτουργία της διοικητικής δικαιοσύνης. Ο κανονισμός και οι τροποποιήσεις του, όπως διαμορφώνονται από την ολομέλεια των δικαστικών λειτουργών της Γενικής Επιτροπείας, διαβιβάζονται άμεσα στον Υπουργό Δικαιοσύνης, με επιμέλεια του οποίου δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 33

Αρμοδιότητες Γενικού Επιτρόπου Ο Γενικός Επίτροπος:

  • α) Προΐσταται της Γενικής Επιτροπείας και της γραμματείας της, διευθύνει τις εργασίες τους και φροντίζει για

την εύρυθμη διεξαγωγή τους,

  • β) επιβλέπει τις εργασίες όλων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ιδίως παρακολουθεί την εύρυθμη

λειτουργία τους, διαπιστώνει υπάρχουσες ελλείψεις, επισημαίνει αστοχίες στη διαχείριση των ροών των υποθέσεων και του γραμματειακού έργου και προβαίνει στις απαιτούμενες ενέργειες για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων προς εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της δικαστικής υπηρεσίας,

  • γ) υποβάλει έγγραφες αιτιολογημένες προτάσεις προς

το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, όταν αυτό πρόκειται να αποφασίσει για θέματα που αφορούν στην υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών της Γενικής Επιτροπείας και ενεργεί κατά τους ορισμούς της παρ. 8 του άρθρου 80,

  • δ) συλλέγει, επεξεργάζεται και αναλύει τα στατιστικά

στοιχεία της κίνησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλης της χώρας και υποβάλλει κατά τον μήνα Μάρτιο κάθε έτους στον Υπουργό Δικαιοσύνης γενική έκθεση, με την οποία επισκοπείται η πορεία των εργασιών τους, επισημαίνονται οι ελλείψεις και οι αδυναμίες και προτείνονται συγκεκριμένα μέτρα για την εύρυθμη λειτουργία τους,

  • ε) οργανώνει σεμινάρια επιμόρφωσης των δικαστικών

λειτουργών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και των υπαλλήλων της γραμματείας αυτών, καθώς και των υπαλλήλων της Γραμματείας της Γενικής Επιτροπείας,

  • στ) προβαίνει στις κατάλληλες ενέργειες για την πληρέστερη και ταχύτερη ενημέρωση της διοίκησης επί των

πορισμάτων της νομολογίας των διοικητικών δικαστηρίων,

  • ζ) διενεργεί, μετά από παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης ή αυτεπαγγέλτως, διοικητική εξέταση όταν

υποβληθούν, σε αυτόν ή στον Υπουργό, επώνυμες αναφορές ή περιέλθουν συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία πιθανολογείται η διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος από δικαστικό λειτουργό της Γενικής Επιτροπείας ή υπάλληλο της γραμματείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή της Γενικής Επιτροπείας,

  • η) ασκεί αίτηση αναιρέσεως ή έφεση υπέρ του νόμου

στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατά την παρ. 5 του άρθρου 53 και την παρ. 4 του άρθρου 58 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8). Για τον σκοπό αυτόν δικαιούται να ζητεί πληροφορίες και στοιχεία από κάθε αρχή και δικαστήριο. Τα έγγραφα και η όλη διαδικασία της αίτησης αναιρέσεως ή έφεσης υπέρ του νόμου δεν υπόκεινται σε κανένα τέλος, εισφορά ή παράβολο,

  • θ) δύναται να ζητήσει να εισαχθεί προς συζήτηση

στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατά τη διαδικασία της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 (Α’ 213), οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο που έχει εισαχθεί ενώπιον οποιουδήποτε τακτικού διοικητικού δικαστηρίου, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, καθαριότητας και της εν γένει καταλληλότητάς τους,

  • ια) γνωμοδοτεί για γενικότερου ενδιαφέροντος θέματα

της διοικητικής νομοθεσίας και εισηγείται στον Υπουργό Δικαιοσύνης μέτρα για την εφαρμογή της διοικητικής νομοθεσίας και την απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης, για τον αναγκαίο αριθμό οργανικών θέσεων δικαστών και υπαλλήλων, καθώς και για τη βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας των διοικητικών δικαστηρίων. Οι γνωμοδοτήσεις αυτές δεν δεσμεύουν τα αρμόδια δικαστήρια,

  • ιβ) συγκροτεί επιτροπές ή ομάδες εργασίας, πέραν

εκείνων που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις από δικαστικούς λειτουργούς ή δικαστικούς υπαλλήλους των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή της γενικής επιτροπείας, για την αντιμετώπιση ειδικών θεμάτων ή θεμάτων με επείγοντα χαρακτήρα,

  • ιγ) ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που παρέχεται σε

αυτόν από τις κείμενες διατάξεις.

Άρθρο 34

Γραμματεία Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων

1.

Στη Γενική Επιτροπεία λειτουργεί γραμματεία. Προϊστάμενος της γραμματείας είναι ο Γενικός Επίτροπος.

2.

Τη γραμματεία της Γενικής Επιτροπείας διευθύνει, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στον κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας, ο γραμματέας, ο οποίος: α. δίνει τις αναγκαίες οδηγίες στο προσωπικό της, β. συντάσσει τα έγγραφα που προβλέπει ο νόμος για την πιστοποίηση διαδικαστικών ενεργειών, γ. εκδίδει αντίγραφα, αποσπάσματα και πιστοποιητικά, δ. τηρεί και ενημερώνει τα βιβλία και ε. φυλάσσει το αρχείο και τα άλλα αντικείμενα της Γενικής Επιτροπείας.

3.

Αν δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται, ο γραμματέας αναπληρώνεται στην άσκηση των καθηκόντων του από άλλον υπάλληλο της γραμματείας της Γενικής Επιτροπείας, που ορίζεται από τον Γενικό Επίτροπο, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στις παρ. 3 και 4 του ν. 4798/2021 (Α’ 68).

4.

Οι έμμισθοι επιμελητές της Γενικής Επιτροπείας εκτελούν τις εργασίες που τους αναθέτει ο προϊστάμενος της γραμματείας τους ή ο γραμματέας.

5.

Η υπηρεσιακή σφραγίδα της Γενικής Επιτροπείας στο ενδιάμεσο κυκλικό διάστημα, που προβλέπεται στο άρθρο 25, φέρει, αντί για την ονομασία του δικαστηρίου, τις λέξεις «ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΩΝ ΤΑΚΤΙΚΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ».

Άρθρο 35

Εκκαθάριση αρχείου της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων

1.

Οι φάκελοι των δικαστικών λειτουργών και των δικαστικών υπαλλήλων της Γενικής Επιτροπείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, που τηρούνται στη Γενική Επιτροπεία, καταστρέφονται ή διαγράφονται, εφόσον πρόκειται για ηλεκτρονικά αρχεία, μετά την παρέλευση πέντε (5) ετών από τη λήξη της υπηρεσιακής σχέσης με οποιονδήποτε τρόπο.

2.

Κάθε φορά που ανακύπτει η σχετική ανάγκη, γίνεται εκκαθάριση των αρχείων της Γενικής Επιτροπείας, και τα επουσιώδη έγγραφα ή έντυπα καταστρέφονται. Σε κάθε όμως περίπτωση καταστρέφονται τα έγγραφα και έντυπα μετά από την παρέλευση δέκα (10) ετών από τότε που περιήλθαν στη Γενική Επιτροπεία, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα που αφορούν στην προσωπική και υπηρεσιακή κατάσταση δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων, τα οποία ακολουθούν την τύχη του οικείου φακέλου.

3.

Η καταστροφή αποφασίζεται με πράξη του Γενικού Επιτρόπου και γίνεται από επιτροπή, αποτελούμενη από ένα μέλος της Γενικής Επιτροπείας και δύο (2) υπαλλήλους της, που ορίζονται με την ίδια πράξη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Άρθρο 36

Εκδίκαση υποθέσεων κατά τα θερινά τμήματα από τα διοικητικά δικαστήρια

1.

Κατά την περίοδο των θερινών τμημάτων τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια δικάζουν: α. υποθέσεις της αρμοδιότητάς τους που εκκρεμούν σε αυτά πάνω από έξι (6) μήνες σε αριθμό ίσο προς το ήμισυ του συνήθους των συζητούμενων κατά μήνα υποθέσεων, β. αιτήσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας, γ. υποθέσεις που εισάγονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δ. ανακοπές κατά διοικητικής εκτέλεσης, ε. υποθέσεις, τις οποίες ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο κρίνει ως κατεπείγουσες.

2.

Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι παρ. 3 και 5 του άρθρου 31.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’

ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΣΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Άρθρο 37

Νομική φύση της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο είναι ανώτατη, ανεξάρτητη δικαστική αρχή, η οποία δρα ενιαία και αδιαίρετα. Συμμετέχει στην άσκηση της δικαιοδοτικής και γνωμοδοτικής λειτουργίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, συμβάλλοντας στην τήρηση των αρχών της δίκαιης δίκης.

Άρθρο 38

Διάρθρωση της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο

1.

Στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας προΐσταται ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας.

2.

Η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας αποτελείται από: α) Τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, β) τον Επί εισηγητές.

3.

Η Ολομέλεια της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας αποτελείται από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, τον Επίτροπο της Επικρατείας και τους αντεπιτρόπους της Επικρατείας, οι οποίοι έχουν αποφασιστική ψήφο. Οι πάρεδροι της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας μετέχουν σε αυτή με συμβουλευτική ψήφο.

4.

Η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας επικουρείται στο έργο της από γραμματεία. Τη γραμματεία διευθύνει γραμματέας με βαθμό Επιτρόπου, ο οποίος αναπληρώνεται, σε περίπτωση έλλειψης, κωλύματος ή απουσίας, με απόφαση του Γενικού Επιτρόπου από υπηρετούντα σε αυτήν προϊστάμενο τμήματος.

Άρθρο 39

Αρμοδιότητες Γενικού Επιτρόπου

1.

Με την επιφύλαξη του οργανικού νόμου και της δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας:

  • α) Παρίσταται, υπέρ του δημόσιου συμφέροντος, στις

δημόσιες συνεδριάσεις της Ολομέλειας και των δικαιοδοτικών Τμημάτων και συμμετέχει στις συνεδριάσεις των Τμημάτων Ελέγχων του Ελεγκτικού Συνεδρίου,

  • β) ασκεί αιτήσεις καταλογισμού σε υποθέσεις: βα)

αστικής ευθύνης πολιτικών και στρατιωτικών δημόσιων υπαλλήλων, καθώς και υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α’ και β’ βαθμού και των άλλων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, ββ) κατοχής μη νόμιμου περιουσιακού οφέλους, βγ) κατά οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου, που ο νόμος ορίζει,

  • γ) συγκαλεί και διευθύνει την Ολομέλεια της Γενικής

Επιτροπείας της Επικρατείας,

  • δ) συνεργάζεται με εθνικές, ενωσιακές και διεθνείς

υπηρεσίες για την καταπολέμηση της διαφθοράς,

  • ε) συγκροτεί ομάδες εργασίας από μέλη ή και υπαλλήλους της Γενικής Επιτροπείας για την επεξεργασία θεμάτων, που αποσκοπούν στην εύρυθμη λειτουργία της,
  • στ) ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που ανατίθεται σε

αυτόν από τις κείμενες διατάξεις.

2.

Ο Επίτροπος της Επικρατείας:

  • α) Αναπληρώνει τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας

αν κωλύεται ή απουσιάζει και ασκεί τα καθήκοντά του αν δεν υπάρχει,

  • β) ασκεί καθήκοντα Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Γενικού Επιτρόπου

της Επικρατείας.

3.

Οι αντεπίτροποι της Επικρατείας:

  • α) Αναπληρώνουν τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας

και τον Επίτροπο της Επικρατείας στις αρμοδιότητες της παρ. 1,

  • β) συντάσσουν ετήσια έκθεση επιθεώρησης για τους

παρέδρους και τους εισηγητές της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας,

  • γ) επιθεωρούν τη γραμματεία της Γενικής Επιτροπείας

και ορίζονται, για τον υπηρετούντα σε αυτήν Επίτροπο, ως δεύτεροι αξιολογητές, κατά το άρθρο 132 του ν. 4798/2021 (Α’ 68).

4.

Οι πάρεδροι της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας:

  • α) Αναπληρώνουν τους αντεπιτρόπους της Επικρατείας,
  • β) ελέγχουν, κατόπιν έγγραφης εντολής του Γενικού

Επιτρόπου της Επικρατείας, τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων απονομής σύνταξης ή βοηθημάτων που συνέχονται με τη σύνταξη από το Δημόσιο ή από άλλον δημόσιο φορέα, καθώς και τη νομιμότητα διοικητικών πράξεων που ενέχουν δημοσιονομικό αποτέλεσμα, εφόσον οι ανακύπτουσες διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου,

  • γ) ασκούν τα καθήκοντα, που τους ανατίθενται από

τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας και την Ολομέλεια της Γενικής Επιτροπείας.

5.

Οι εισηγητές και οι δόκιμοι εισηγητές της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας:

  • α) Επικουρούν τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας,

τον Επίτροπο της Επικρατείας, τους αντεπιτρόπους της Επικρατείας και τους παρέδρους στο έργο τους,

  • β) ασκούν τα καθήκοντα που τους ανατίθενται από

τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας και την Ολομέλεια της Γενικής Επιτροπείας.

6.

Η Ολομέλεια της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας:

  • α) Καταρτίζει, τροποποιεί και συμπληρώνει τον κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας της Γενικής Επιτροπείας

της Επικρατείας,

  • β) αναθέτει καθήκοντα στους δικαστικούς λειτουργούς

της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας, στο πλαίσιο των προβλεπόμενων αρμοδιοτήτων τους,

  • γ) επιλύει κάθε νομικό, διοικητικό ή άλλο ζήτημα που

εισάγεται σε αυτήν.

7.

Η Ολομέλεια της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας συγκαλείται από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας. Η Ολομέλεια συνέρχεται επίσης, εφόσον το ζητήσουν τρία (3) από τα έχοντα αποφασιστική ψήφο μέλη της. Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας συγκαλεί την Ολομέλεια και κατόπιν αιτήματος του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφόσον ανακύπτει ζήτημα μείζονος σπουδαιότητας που σχετίζεται με τη λειτουργία του Δικαστηρίου.

ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΕΚΤΑΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ - ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΛΗΨΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

Άρθρο 40

Πεδίο εφαρμογής Το παρόν Τμήμα εφαρμόζεται:

  • α) Στον Πρόεδρο, στους αντιπροέδρους, συμβούλους,

παρέδρους, εισηγητές και δόκιμους εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφετών, στους προέδρους και εισαγγελείς πρωτοδικών, στους πρωτοδίκες και αντεισαγγελείς πρωτοδικών, στους παρέδρους πρωτοδικείων και παρέδρους εισαγγελίας, στους ειρηνοδίκες, πταισματοδίκες και δόκιμους ειρηνοδίκες,

  • γ) στον Πρόεδρο, στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, στους αντιπροέδρους, στον Επίτροπο της Επικρατείας, στους συμβούλους, αντεπιτρόπους, παρέδρους,

εισηγητές και δόκιμους εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο,

  • δ) στον Γενικό Επίτροπο, στον Επίτροπο και στους

αντεπιτρόπους της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, στους προέδρους εφετών, εφέτες, προέδρους πρωτοδικών, πρωτοδίκες και παρέδρους πρωτοδικείου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

Άρθρο 41

Διορισμός δικαστικών λειτουργών

1.

Οι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται αφού προηγηθούν ο έλεγχος των προσόντων των υποψηφίων και η διαδικασία επιλογής, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον παρόντα Κώδικα.

2.

Το προεδρικό διάταγμα του διορισμού δημοσιεύεται περιληπτικά στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η περίληψη περιλαμβάνει:

  • α) τη χρονολογία του διατάγματος,
  • β) όλα τα στοιχεία του διοριζόμενου (το όνομα, το επώνυμο, το όνομα του πατέρα και της μητέρας, τον τόπο

και το έτος γέννησης),

  • γ) το δικαστήριο στο οποίο τοποθετείται ύστερα από

απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και

  • δ) τον βαθμό.
3.

Ο διορισμός ανακοινώνεται στον διοριζόμενο με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης, το οποίο επιδίδεται από δικαστικό επιμελητή μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος. Στο έγγραφο αναφέρονται και ο αριθμός και η χρονολογία του Φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, όπου δημοσιεύθηκε η περίληψη του διατάγματος διορισμού και ορίζεται εύλογη προθεσμία, μέχρι τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση, για την ορκωμοσία και την ανάληψη υπηρεσίας από τον διοριζόμενο. Αν δεν ορίζεται προθεσμία, αυτή είναι τριάντα (30) ημερών. Ύστερα από αίτηση του διοριζόμενου, είναι δυνατό να παραταθεί η προθεσμία της παρούσας για τριάντα (30) ημέρες ακόμη.

4.

Η δημόσια υπηρεσιακή σχέση του δικαστικού λειτουργού ιδρύεται με τον διορισμό και την αποδοχή του.

5.

Η αποδοχή δηλώνεται με την ορκωμοσία, για την οποία συντάσσεται πρακτικό. Πριν από την ορκωμοσία δεν επιτρέπεται ανάληψη υπηρεσίας.

6.

Ο διοριζόμενος δικαστικός λειτουργός ορκίζεται ενώπιον του δικαστηρίου, στο οποίο τοποθετείται ως δόκιμος, σε δημόσια συνεδρίασή του. Οι αντεπίτροποι της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ορκίζονται ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι δικαστικοί λειτουργοί που διορίζονται στον βαθμό του αντεπιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο σύμφωνα με το άρθρο 84 ορκίζονται ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Οι δόκιμοι εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ορκίζονται ενώπιον της ολομέλειας των δικαστηρίων αυτών. Οι δικαστικοί λειτουργοί που διορίζονται σε ειρηνοδικεία ή πταισματοδικεία, ορκίζονται ενώπιον του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγονται τα δικαστήρια αυτά.

7.

Ο τύπος του όρκου είναι: «Ορκίζομαι να φυλάττω πίστη στην πατρίδα, να υπακούω στο Σύνταγμα και στους νόμους και να εκπληρώνω ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου».

8.

Η ανάληψη των καθηκόντων του δικαστικού λειτουργού βεβαιώνεται με έκθεση, η οποία συντάσσεται από τον γραμματέα του δικαστηρίου, της εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας όπου τοποθετήθηκε και υπογράφεται και από τον διοριζόμενο.

Άρθρο 42

Ανάκληση του διορισμού δικαστικών λειτουργών

1.

Το προεδρικό διάταγμα του διορισμού ανακαλείται, αν ο διοριζόμενος δεν τον αποδεχθεί ρητώς ή σιωπηρώς. Σιωπηρή μη αποδοχή υπάρχει όταν, από υπαιτιότητα του διοριζόμενου, παρέλθει άπρακτη η προθεσμία ορκωμοσίας και ανάληψης καθηκόντων.

2.

Διορισμός που έγινε χωρίς να τηρηθούν οι διατάξεις του παρόντος, δύναται να ανακληθεί μέχρι το πέρας της δοκιμαστικής υπηρεσίας. Αν τον παράνομο διορισμό προκάλεσε ή υποβοήθησε ο ενδιαφερόμενος, η ανάκληση χωρεί και μετά την πάροδο αυτής της προθεσμίας. Στην περίπτωση του δευτέρου εδαφίου το συνολικό ποσό των καθαρών αποδοχών, που του καταβλήθηκαν μέχρι την ανάκληση του διορισμού του, καταλογίζεται σε βάρος του.

3.

Παρά την ανάκληση:

  • α) εκείνος που διορίστηκε παράνομα, έχει τις ευθύνες

του δικαστικού λειτουργού για όσο χρονικό διάστημα άσκησε τα καθήκοντά του,

  • β) οι πράξεις και αποφάσεις του είναι έγκυρες.
Άρθρο 43

Προσόντα δικαστικών λειτουργών

1.

Δικαστικός λειτουργός διορίζεται όποιος έχει ελληνική ιθαγένεια.

2.

Έλληνας το γένος, που δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια, είναι δυνατό να διοριστεί δικαστικός λειτουργός σύμφωνα με τις εξαιρετικές διατάξεις, που προβλέπονται σε ειδικούς νόμους.

3.

Δικαστικός λειτουργός διορίζεται εκείνος που έχει την ηλικία που ορίζεται στην παρ. 1β του άρθρου 17 του ν. 4871/2021 (Α’ 246), προκειμένου να γίνει δεκτός στον εισαγωγικό διαγωνισμό της ΕΣΔι. ημέρες από την ημέρα της γέννησης.

5.

Αν δεν έχει συνταχθεί τέτοια ληξιαρχική πράξη, ως ημέρα γέννησης λογίζεται η 30ή Ιουνίου του έτους γέννησης. Στην περίπτωση αυτή, το έτος γέννησης αποδεικνύεται για τους άνδρες από τα μητρώα αρρένων και για τις γυναίκες από τα γενικά μητρώα δημοτών. Αν υπάρχουν περισσότερες εγγραφές στα μητρώα, επικρατεί η χρονικά προγενέστερη.

6.

Η καθ’ οιονδήποτε τρόπο διόρθωση των σχετικών εγγραφών δεν λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των παρ. 4 και 5.

7.

Για τον διορισμό σε θέση δικαστικού λειτουργού απαιτείται πτυχίο νομικού τμήματος ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος και αποφοίτηση από την ΕΣΔι, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ν. 4871/2021.

8.

Τα απαιτούμενα προσόντα για τον διορισμό σε θέση δικαστικού λειτουργού συντρέχουν κατά τον χρόνο της έναρξης του διαγωνισμού και κατά τον χρόνο του διορισμού. Ειδικά, το προσόν της ηλικίας αρκεί να υπάρχει κατά τον χρόνο έναρξης του διαγωνισμού.

9.

Διατάξεις που θεσπίζουν ευνοϊκό καθεστώς για την κατά προτίμηση κατάληψη θέσεων, δεν έχουν εφαρμογή για τον διορισμό σε θέση δικαστικού λειτουργού.

Άρθρο 44

Κωλύματα διορισμού δικαστικών λειτουργών

1.

Δεν διορίζεται δικαστικός λειτουργός:

  • α) Εκείνος που δεν έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές

του υποχρεώσεις ή δεν έχει απαλλαγεί απ’ αυτές νόμιμα, καθώς και εκείνος που είναι ανυπότακτος ή έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για λιποταξία,

  • β) εκείνος που δεν είναι γραμμένος στα μητρώα αρρένων, προκειμένου για άνδρα ή στα γενικά μητρώα των

δημοτών, προκειμένου για γυναίκα,

  • γ) εκείνος που στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα

με αμετάκλητη καταδίκη, και μετά τη λήξη του χρόνου στέρησης,

  • δ) εκείνος που καταδικάστηκε αμετάκλητα σε ποινή

στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη από τρεις (3) μήνες για αδίκημα που τελέστηκε με δόλο,

  • ε) εκείνος που καταδικάστηκε αμετάκλητα σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή (άρθρα 372-374 ΠΚ), απάτη

(άρθρο 386 ΠΚ), υπεξαίρεση κοινή ή στην υπηρεσία κατά τον προϊσχύσαντα ΠΚ (άρθρα 375, 258 ΠΚ) ή υπεξαίρεση (άρθρο 375 ΠΚ) κατά τον ισχύοντα ΠΚ, εκβίαση (άρθρο 385 ΠΚ), πλαστογραφία (άρθρο 216 ΠΚ), πλαστογραφία πιστοποιητικών (άρθρο 217 ΠΚ), πλαστογραφία και κατάχρηση ενσήμων (άρθρο 218 κατά τον προϊσχύσαντα ΠΚ), ψευδή βεβαίωση (άρθρο 242 ΠΚ), ψευδορκία και ψευδή ανώμοτη κατάθεση κατά τον προϊσχύσαντα ΠΚ (άρθρα 224-225 ΠΚ) ή ψευδή κατάθεση κατά τον ισχύοντα ΠΚ (άρθρο 224 ΠΚ), ψευδή καταμήνυση (άρθρο 229 ΠΚ), απιστία δικηγόρου (άρθρο 233 ΠΚ), απιστία περί την υπηρεσία κατά τον προϊσχύσαντα ποινικό κώδικα (άρθρο 256 ΠΚ) ή απιστία κατά τον ισχύοντα ΠΚ (άρθρο 390 ΠΚ), δωροληψία υπαλλήλου (άρθρο 235 ΠΚ), δωροδοκία υπαλλήλου (άρθρο 236 ΠΚ), δωροληψία και δωροδοκία δικαστικών λειτουργών (άρθρο 237 ΠΚ), παράνομη βεβαίωση ή είσπραξη δικαιωμάτων του Δημοσίου (άρθρο 244 ΠΚ), παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ), συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρο 363 ΠΚ), υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 220 ΠΚ), υπεξαγωγή εγγράφου (άρθρο 222 ΠΚ), παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου (άρθρο 252 ΠΚ), εμπορία ανθρώπων (άρθρο 322Α ΠΚ), αρπαγή ανηλίκων (άρθρο 324 ΠΚ), παράνομη κατακράτηση (άρθρο 325 ΠΚ), εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής (άρθρα 336 - 353 ΠΚ), εγκλήματα με ρατσιστικά χαρακτηριστικά (άρθρο 82Α ΠΚ), εγκλήματα των άρθρων 20 και 29 του ν. 4139/2013 (Α’ 74), εγκλήματα των παρ. 5 των άρθρων 29 και 30 του ν. 4251/2014 (Α’ 80) και εγκλήματα του άρθρου 157 του ν. 2960/2001 (Α’ 265),

  • στ) εκείνος που έχει τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση,
  • ζ) εκείνος που έχει παυθεί, ύστερα από δικαστική

απόφαση, από θέση δικαστικού λειτουργού, δημόσιου υπαλλήλου ή υπαλλήλου νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου λόγω ποινικής καταδίκης,

  • η) εκείνος που έχει απολυθεί από θέση δικαστικού λειτουργού, δημόσιου υπαλλήλου ή υπαλλήλου

Ν.Π.Δ.Δ. ή από θέση δικηγόρου ή συμβολαιογράφου, με αμετάκλητη απόφαση του οικείου δικαστηρίου ή του αρμόδιου συμβουλίου για πειθαρχικούς λόγους ή για ανεπάρκεια,

  • θ) εκείνος που δεν έχει το ήθος και τον χαρακτήρα

που αρμόζουν σε δικαστικό λειτουργό. Για το ήθος και τον χαρακτήρα του υποψήφιου δικαστικού λειτουργού αποφαίνεται, με αιτιολογημένη απόφασή του, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου που υποβάλλεται δύο (2) τουλάχιστον μήνες πριν από την ημέρα έναρξης του διαγωνισμού για την ΕΣΔι, το δικαστικό συμβούλιο του οικείου πρωτοδικείου του τόπου της κατοικίας του. Σε περίπτωση που η απόφαση του συμβουλίου δεν είναι θετική ή ομόφωνη, το θέμα του ήθους των συγκεκριμένων υποψήφιων δικαστικών λειτουργών παραπέμπεται από το συμβούλιο υποχρεωτικά στην ολομέλεια του οικείου δικαστηρίου,

  • ι) εκείνος που έχει παραπεμφθεί για κακούργημα ή

πλημμέλημα από εκείνα που αναφέρονται στην περ. ε’, καθώς και εκείνος που έχει καταδικαστεί με οριστική απόφαση για ένα από αυτά τα αδικήματα. Το κώλυμα αυτό ισχύει μέχρις ότου εκδοθεί αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα ή αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ή αμετάκλητο βούλευμα ή απόφαση που παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής,

  • ια) εκείνος που δεν είναι υγιής σωματικά ή ψυχικά. Η

σωματική ή ψυχική αδυναμία διαπιστώνεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 17 του ν. 4871/2021 (Α’ 246). Τα παραπάνω κωλύματα πρέπει να μην υπάρχουν κατά τον χρόνο του εισαγωγικού διαγωνισμού της ΕΣΔι και κατά τον χρόνο του διορισμού.

1.

Δεν αίρουν το κώλυμα η αποκατάσταση, η χάρη και η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, ακόμα και αν παρήλθε ο χρόνος της αναστολής.

2.

Η παραγραφή της ποινής, που έχει επιβληθεί με την καταδικαστική απόφαση, ή η άρση των συνεπειών της απόφασης για ένα από τα εγκλήματα της περ. ε’ της παρ. 1 του άρθρου 44 δεν αίρει το κώλυμα.

Άρθρο 46

Αναδιορισμός δικαστικών λειτουργών

1.

Επιτρέπεται ο αναδιορισμός του δικαστικού λειτουργού που παραιτήθηκε για οποιονδήποτε λόγο ή απολύθηκε λόγω σωματικής ανικανότητας μέχρι και τον βαθμό του παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, του εφέτη και του αντεισαγγελέα εφετών, του εφέτη διοικητικών δικαστηρίων και του ειρηνοδίκη Α’ τάξης σε κενή θέση, ομοιόβαθμη με εκείνη από την οποία έχει αποχωρήσει. Εκείνος που παραιτήθηκε ή απολύθηκε, πρέπει να:

  • α) ζητήσει τον αναδιορισμό του μέσα σε τρία (3) έτη

από την έξοδό του από την υπηρεσία,

  • β) έχει όλα τα προσόντα που απαιτούνται για τον διορισμό δικαστικού λειτουργού πλην της ηλικίας,
  • γ) μην καταλαμβάνεται από τα κωλύματα διορισμού

του άρθρου 44 και

  • δ) έχει τριετή τουλάχιστον προϋπηρεσία.
2.

Ο αναδιορισμός εκείνου που απολύθηκε λόγω σωματικής ανικανότητας, γίνεται ύστερα από διαπίστωση της πλήρους αποκατάστασης της σωματικής του ικανότητας για την άσκηση των καθηκόντων του. Η διαπίστωση αυτή γίνεται από τη δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή που προβλέπεται για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους, στην οποία υποχρεωτικώς συμμετέχουν ένας (1) ψυχολόγος και ένας (1) ψυχίατρος, διευθυντής κλινικής κρατικού ή πανεπιστημιακού νοσοκομείου που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

3.

Για τον αναδιορισμό αποφαίνεται το αρμόδιο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο καθορίζει και την αρχαιότητα του αναδιοριζομένου, λαμβάνοντας υπόψη τη σειρά αποφοίτησής του από την ΕΣΔι ή του διορισμού του.

4.

Τα άρθρα 41, 42 και η παρ. 2 του άρθρου 43 εφαρμόζονται και στην περίπτωση του αναδιορισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ, ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ, ΚΩΛΥΜΑΤΑ

Άρθρο 47

Θεμελιώδη καθήκοντα του δικαστικού λειτουργού

1.

Ο δικαστικός λειτουργός οφείλει πίστη και αφοσίωση στην πατρίδα και στη δημοκρατία. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπόκειται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους. Είναι υποχρεωμένος να μη συμμορφώνεται με διατάξεις που έχουν θεσπιστεί κατά κατάλυση του Συντάγματος.

2.

Ο δικαστικός λειτουργός οφείλει να τηρεί εχεμύθεια για τα απόρρητα που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, καθώς και για γεγονότα ή πληροφορίες που γνωρίζει από την εκτέλεση των καθηκόντων του ή λόγω της ιδιότητάς του. Έχει θεμελιώδες καθήκον να τηρεί το απόρρητο των διασκέψεων.

3.

Ο δικαστικός λειτουργός οφείλει να διαμένει στην πόλη, όπου είναι η έδρα του δικαστηρίου στο οποίο υπηρετεί ή σε προάστιό της. Η Αθήνα και ο Πειραιάς με τα προάστιά τους θεωρούνται από την άποψη αυτή ως μια πόλη.

4.

Επιτρέπεται η απομάκρυνση του δικαστικού λειτουργού από την έδρα του κατά τις ημέρες στις οποίες δεν έχει υπηρεσιακή απασχόληση.

5.

Η απεργία, με οποιαδήποτε μορφή, απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς.

6.

Απαγορεύονται στους δικαστικούς λειτουργούς κάθε είδους εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων.

7.

Απαγορεύεται η συμμετοχή δικαστικού λειτουργού σε ιδρύματα ή ενώσεις και γενικά σε οργανώσεις που έχουν κρυφούς σκοπούς ή δραστηριότητες ή που επιβάλλουν στα μέλη τους μυστικότητα.

Άρθρο 48

Ασυμβίβαστα δικαστικών λειτουργών

1.

Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία, καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα.

2.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές, που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους προβλέπεται ειδικά από τον νόμο. Ο δικαστικός λειτουργός που μετέχει υποδεικνύεται από τον δικαστή ή τον εισαγγελέα ή το τριμελές συμβούλιο που διευθύνει το πολιτικό ή το διοικητικό δικαστήριο ή την εισαγγελία, ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης. Ο δικαστικός λειτουργός προεδρεύει στα ως άνω συμβούλια ή τις επιτροπές, εκτός εάν μετέχει επίσης υπουργός, υφυπουργός ή γενικός γραμματέας υπουργείου. Ειδικώς στις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον δεν συμμετέχει δικαστικός λειτουργός με τον βαθμό του Προέδρου ή Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου ή αντίστοιχο, ως Πρόεδρος της επιτροπής μπορεί να ορίζεται μέλος το οποίο δεν έχει τη δικαστική ιδιότητα.

3.

Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων σύμφωνα με τα άρθρα 871Α, 882Α και 902 του ΚΠολΔ και τις σχετικές διατάξεις των νόμων 2331/1995 (Α’ 173) και 1816/1988 (Α’ 251).

4.

Απαγορεύεται η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών στην Κυβέρνηση, εκτός της περίπτωσης της παρ. 3 του άρθρου 37 του Συντάγματος. έργο, το οποίο παρέχεται στο πλαίσιο των υπηρεσιακών καθηκόντων τους. Η επιλογή του δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού που μετέχει σε ομάδες εργασίας για την υλοποίηση των ως άνω προγραμμάτων και δράσεων, γίνεται με πράξη του οργάνου που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, στην οργάνωση του οποίου ή της οποίας αποσκοπούν οι προς υλοποίηση δράσεις και στο οποίο υπηρετεί ο επιλεγόμενος λειτουργός. Όταν οι προς υλοποίηση δράσεις αποσκοπούν στην οργάνωση περισσότερων δικαστηρίων ή εισαγγελιών, η επιλογή γίνεται με πράξη του προέδρου του οικείου ανώτατου δικαστηρίου.

Άρθρο 49

Κωλύματα εντοπιότητας δικαστικών λειτουργών

1.

Οι πρόεδροι εφετών, οι εφέτες ποινικών - πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων, εισαγγελείς και οι αντεισαγγελείς εφετών δεν επιτρέπεται να υπηρετούν στην πόλη, όπου βρίσκεται η έδρα του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας και όπου ήταν μόνιμα εγκαταστημένοι κατά την τελευταία δεκαετία πριν από τον διορισμό τους επί μία τουλάχιστον τριετία, ή ήταν ή εξακολουθούν να είναι εγκαταστημένοι αυτοί ή οι σύζυγοί τους ή τα πρόσωπα με τα οποία συνήψαν σύμφωνο συμβίωσης.

2.

Οι πρόεδροι πρωτοδικών, οι πρωτοδίκες και οι πάρεδροι πρωτοδικείου των πολιτικών - ποινικών και των διοικητικών δικαστηρίων, οι εισαγγελείς, οι αντεισαγγελείς και οι πάρεδροι εισαγγελίας, καθώς και οι ειρηνοδίκες και οι πταισματοδίκες δεν επιτρέπεται να υπηρετούν σε δικαστήρια ή εισαγγελίες, στην περιφέρεια των οποίων αυτοί ή οι σύζυγοί τους ή τα πρόσωπα με τα οποία συνήψαν σύμφωνο συμβίωσης ήταν μόνιμα εγκατεστημένοι κατά τα πέντε (5) τελευταία έτη πριν από τον διορισμό τους επί μία τουλάχιστον τριετία ή ήταν ή εξακολουθούν να είναι εγκαταστημένοι αυτοί ή οι σύζυγοί τους ή τα πρόσωπα με τα οποία συνήψαν σύμφωνο συμβίωσης.

3.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται στους αναφερόμενους στις παρ. 1 και 2 δικαστικούς λειτουργούς να υπηρετούν σε δικαστήρια ή εισαγγελίες, στην περιφέρεια των οποίων οι σύζυγοί τους ή τα πρόσωπα με τα οποία συνήψαν σύμφωνο συμβίωσης υπηρετούσαν ή υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις ή στα σώματα ασφαλείας.

4.

Δεν επιτρέπεται η υπηρεσία δικαστικού λειτουργού σε δικαστήριο ή εισαγγελία, στην περιφέρεια του οποίου ήταν διορισμένος ως δικηγόρος, πριν περάσουν δέκα (10) έτη από τον διορισμό του ως δικαστικού λειτουργού.

5.

Από τις διατάξεις των παρ. 1, 2 και 4 εξαιρούνται οι δικαστικοί λειτουργοί που υπηρετούν σε δικαστήρια των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, Πατρών, Λάρισας, Βόλου, Ηρακλείου, Ιωαννίνων, Τρικάλων, Χαλκίδας, Σερρών, Αλεξανδρούπολης, Ξάνθης, Κατερίνης, Καλαμάτας, Καβάλας, Χανίων, Λαμίας, Αγρινίου, Κομοτηνής, Μυτιλήνης, Κέρκυρας, Ρόδου και Κοζάνης.

6.

Δεν επιτρέπεται η υπηρεσία δικαστικού λειτουργού σε δικαστήριο ή εισαγγελία στην περιφέρεια του οποίου είναι διορισμένος ως δικηγόρος σύζυγος ή πρόσωπο με το οποίο έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης ή συγγενής του μέχρι δεύτερου βαθμού, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, όσο διαρκεί ο γάμος ή το σύμφωνο συμβίωσης. Το κώλυμα αυτό δεν ισχύει για τα δικαστήρια των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, Πάτρας, Λάρισας, Ηρακλείου, Βόλου, Ιωαννίνων, Τρικάλων, Χαλκίδας, Σερρών, Αλεξανδρούπολης, Ξάνθης, Κατερίνης, Καλαμάτας, Καβάλας, Χανίων, Λαμίας, Αγρινίου, Κομοτηνής, Μυτιλήνης, Κέρκυρας, Ρόδου και Κοζάνης.

7.

Δικαστικός λειτουργός, που τοποθετήθηκε ή μετατέθηκε σε δικαστήρια ή εισαγγελία όπου κωλύεται να υπηρετήσει, οφείλει να υποβάλει δήλωση για το κώλυμα αμέσως μόλις λάβει γνώση. ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ

Άρθρο 50

Μισθός - Ημερήσια αποζημίωση - Οδοιπορικά έξοδα δικαστικών λειτουργών

1.

Η αξίωση του δικαστικού λειτουργού για τη λήψη του μισθού αρχίζει, σε περίπτωση διορισμού, από την ανάληψη των καθηκόντων, η οποία βεβαιώνεται με την έκθεση εμφάνισης της παρ. 8 του άρθρου 41, και, σε περίπτωση προαγωγής, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 59.

2.

Σε περίπτωση ανάκλησης δικαστικού λειτουργού από τη διαθεσιμότητα ή από την αργία, η αξίωση για την καταβολή του μισθού αρχίζει από την ανάληψη των καθηκόντων, η οποία βεβαιώνεται με έκθεση του αρμόδιου γραμματέα.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)