Νόμοι — ΦΕΚ A' 109/2022

Type Νόμος
Publication 2022-06-07
Τελευταία ενημέρωση 2022-06-06
State In force
Source ΦΕΚ
articles 302
Reform history JSON API
2.

Μέσα σε έναν (1) μήνα από τότε που δημιουργείται κενή θέση εισαγωγικού βαθμού αντεπιτρόπου, ο Υπουρ Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, προσκαλεί τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης αίτηση διορισμού, η οποία συνοδεύεται με τα κατά την κρίση τους δικαιολογητικά των προσόντων τους. Για την ανάρτηση αυτή ενημερώνονται αμελλητί όλα τα διοικητικά εφετεία της χώρας. Ειδικά για την πλήρωση των κενών θέσεων αντεπιτρόπων, οι οποίες προβλέπεται ότι πρόκειται να προκύψουν την 30ή Ιουνίου, λόγω συνταξιοδότησης αντεπιτρόπων ένεκα συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, η ανακοίνωση αναρτάται εντός του μηνός Ιανουαρίου του αντίστοιχου έτους.

3.

Η αίτηση και τα δικαιολογητικά υποβάλλονται μέσα σε έναν (1) μήνα από την ανάρτηση που αναφέρεται στην παρ. 2.

4.

Οι αιτήσεις με τα δικαιολογητικά τους, καθώς και οι ατομικοί υπηρεσιακοί φάκελοι διαβιβάζονται στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης, το οποίο ύστερα από σύγκριση των υποψηφίων, προτείνει, με αιτιολογημένη απόφασή του, τον καταλληλότερο για διορισμό. Η αρχαιότητα στον βαθμό δεν αποτελεί, μόνη αυτή, στοιχείο υπεροχής.

5.

Ο διοριζόμενος δίνει τον νόμιμο όρκο σε δημόσια συνεδρίαση της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με τη δόση του όρκου ο δικαστικός λειτουργός θεωρείται ότι παραιτήθηκε αυτοδικαίως από τη θέση που κατείχε και επέρχεται αυτοδικαίως λύση της υπηρεσιακής σχέσης χωρίς καμία άλλη διατύπωση.

6.

Στον βαθμό του επιτρόπου προάγεται ο αντεπίτροπος, εφόσον έχει:

  • α) υπηρεσία ενός (1) έτους στον βαθμό αυτόν ή
  • β) προϋπηρεσία τριών (3) ετών στον βαθμό του προέδρου εφετών διοικητικών δικαστηρίων ή
  • γ) προϋπηρεσία έξι (6) ετών συνολικά στους βαθμούς

του προέδρου εφετών και εφέτη διοικητικών δικαστηρίων.

7.

Η προαγωγή στον βαθμό του Γενικού Επιτρόπου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ενεργείται με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής και εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης με επιλογή μεταξύ των μελών της Γενικής Επιτροπείας που έχουν συνολική τριετή υπηρεσία στους βαθμούς του επιτρόπου, του αντεπιτρόπου και του προέδρου εφετών διοικητικών δικαστηρίων ή μεταξύ των προέδρων εφετών με τριετή υπηρεσία στον βαθμό αυτόν.

Άρθρο 76

Πάρεδροι πρωτοδικείου διοικητικών δικαστηρίων και προαγωγή τους σε θέση πρωτοδίκη

1.

Σε θέση παρέδρων πρωτοδικείου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων διορίζονται απόφοιτοι της ΕΣΔι σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 36 του ν. 4871/2021 (Α’ 246). Οι πάρεδροι πρωτοδικείου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων διανύουν δεκάμηνη δοκιμαστική υπηρεσία, στη διάρκεια της οποίας, αν και δεν αποκτούν την ιδιότητα του τακτικού δικαστικού λειτουργού, την οποία αποκτούν με την προαγωγή τους ως πρωτοδικών, έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τακτικού δικαστικού λειτουργού.

2.

Στη διάρκεια της δοκιμαστικής υπηρεσίας οι πάρεδροι ασκούν καθήκοντα τακτικού δικαστή και μετέχουν στη σύνθεση του διοικητικού πρωτοδικείου, κατά τους ειδικότερους ορισμούς του παρόντος.

3.

Ο πρόεδρος του διοικητικού πρωτοδικείου ή τμήματος του διοικητικού πρωτοδικείου, στο οποίο λειτουργούν περισσότερα τμήματα, παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή τους παρέδρους, που υπηρετούν υπό την εποπτεία του, σε ό,τι αφορά στην επιμέλεια, την εργατικότητα και την ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις του δικαστικού λειτουργήματος, τους καθοδηγεί στην τεχνική της εργασίας και στην ορθή εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Για το χρονικό διάστημα της δοκιμαστικής υπηρεσίας του παρέδρου ο πρόεδρος συντάσσει ειδική έκθεση, στην οποία γίνονται ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της απόδοσής του και ειδική αναφορά στο ήθος, την επιστημονική κατάρτιση, την κρίση και αντίληψη και τη συμπεριφορά του. Στο τέλος της έκθεσης διατυπώνεται και κρίση για την καταλληλότητα του παρέδρου να προαχθεί σε θέση πρωτοδίκη διοικητικών δικαστηρίων. Ο πρόεδρος που μετακινείται πριν συμπληρωθεί η δοκιμαστική υπηρεσία από την τοποθέτηση του παρέδρου στο δικαστήριο συντάσσει υποχρεωτικά έκθεση πριν από την μετακίνησή του, αν έχει την εποπτεία του παρέδρου για χρονικό διάστημα τριών (3) τουλάχιστον μηνών. Στις εκθέσεις που συντάσσουν οι πρόεδροι των τμημάτων εκφέρει τη γνώμη του και ο διευθύνων το δικαστήριο.

4.

Οι εκθέσεις των παρέδρων, τα στατιστικά στοιχεία της απόδοσής τους και κάθε άλλο κρίσιμο στοιχείο ή πληροφορία για την απόδοση ή την καταλληλότητά τους τοποθετούνται σε ειδικό για κάθε πάρεδρο φάκελο, ο οποίος στο τέλος της δοκιμαστικής υπηρεσίας υποβάλλεται στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης δια του Υπουργού Δικαιοσύνης και στο Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

5.

Μετά από τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης, αποφασίζει, ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, για την προαγωγή των παρέδρων σε θέσεις πρωτοδικών. Η απόφαση είναι αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη την έκθεση του συμβουλίου των εφετών σύμφωνα με την παρ. 6, τις σχετικές με αυτούς εκθέσεις των προέδρων και επιθεωρητών, όπως και κάθε στοιχείο σχετικό με το ήθος, την επιστημονική κατάρτιση, την ποιοτική και ποσοτική απόδοση της εργασίας τους και την επίδοσή τους γενικά. Αντίθετα, αν το συμβούλιο κρίνει ότι ο πάρεδρος δεν πρέπει να προαχθεί στον βαθμό του πρωτοδίκη, λόγω έλλειψης ήθους ή λόγω ανεπάρκειας, αποφασίζει αιτιολογημένα, μετά από ακρόαση του παρέδρου, την οριστική του απόλυση από την υπηρεσία, η οποία γίνεται με προεδρικό διάταγμα. άδειας ασθένειας, κύησης, λοχείας ή ανατροφής τέκνου, η εκ των υστέρων προαγωγή του στον βαθμό του πρωτοδίκη ενεργεί αναδρομικά μόνο ως προς τον καθορισμό της κατά το άρθρο 65 σειράς αρχαιότητας και ο δικαστικός λειτουργός αναγράφεται στους συντασσόμενους από το Υπουργείο Δικαιοσύνης πίνακες αρχαιότητας με τη σειρά που κατείχε κατά την αποφοίτησή του από την ΕΣΔι.

6.

Για την καταλληλότητα των παρέδρων να προαχθούν στον βαθμό του πρωτοδίκη αποφαίνεται με αιτιολογημένη έκθεσή του τριμελές συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται από τον δικαστή ή τον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το οικείο διοικητικό εφετείο και δύο (2) εφέτες. Το συμβούλιο καταρτίζει την έκθεσή του, αφού ακούσει τον εισηγητή εφέτη, που πρέπει να έχει σχηματίσει προσωπική αντίληψη για το ήθος και την εργατικότητα του παρέδρου και την επιστημονική του κατάρτιση.

7.

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο μπορεί, με αιτιολογημένη απόφασή του, μετά από ακρόαση του παρέδρου, να παρατείνει τη δοκιμαστική υπηρεσία του για έξι (6) μήνες, αν κρίνει ότι αυτός δεν είναι ακόμα ώριμος να προαχθεί στον βαθμό του πρωτοδίκη. Αν και μετά την πάροδο του πρόσθετου αυτού χρόνου το συμβούλιο κρίνει, μετά από ακρόαση του παρέδρου, ότι αυτός δεν πρέπει να προαχθεί στον βαθμό του πρωτοδίκη, αποφασίζει ταυτόχρονα, με αιτιολογημένη απόφασή του, την οριστική του απόλυση από την υπηρεσία, η οποία γίνεται με προεδρικό διάταγμα.

8.

Οι πάρεδροι διορίζονται για την πλήρωση κενών θέσεων πρωτοδικών διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τη σειρά αποφοίτησης από την ΕΣΔι. Ως κενές θέσεις πρωτοδικών θεωρούνται και οι κενές θέσεις των ανώτερων βαθμών. Οι πάρεδροι που κρίθηκαν προακτέοι από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο προάγονται υποχρεωτικά σε πρωτοδίκες.

Άρθρο 77

Προαγωγές λοιπών δικαστών τακτικών διοικητικών δικαστηρίων

1.

Σε πρόεδρο πρωτοδικών διοικητικών δικαστηρίων προάγεται πρωτοδίκης με πέντε (5) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας πρωτοδίκη, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία του παρέδρου πρωτοδικείου.

2.

Σε εφέτη διοικητικών δικαστηρίων προάγεται πρόεδρος πρωτοδικών διοικητικών δικαστηρίων που έχει δύο (2) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας ως πρόεδρος ή οκτώ (8) έτη υπηρεσίας συνολικά ως πρόεδρος και πρωτοδίκης.

3.

Σε πρόεδρο εφετών διοικητικών δικαστηρίων προάγεται εφέτης διοικητικών δικαστηρίων που έχει τρία (3) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας ως εφέτης ή επτά (7) έτη υπηρεσίας συνολικά ως εφέτης και πρόεδρος πρωτοδικών διοικητικών δικαστηρίων.

4.

Οι προαγωγές των παρ. 1 έως 3 διενεργούνται μόνο εφόσον οι υπό προαγωγή δικαστικοί λειτουργοί έχουν ολοκληρώσει την παρακολούθηση των υποχρεωτικών προγραμμάτων επιμόρφωσης της παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 4871/2021.

5.

Η προαγωγή στον βαθμό του προέδρου πρωτοδικών και του εφέτη διοικητικών δικαστηρίων γίνεται κατ’ εκλογή.

6.

Η προαγωγή στον βαθμό του προέδρου εφετών διοικητικών δικαστηρίων γίνεται μόνο κατ’ απόλυτη εκλογή.

7.

Αυτοί που προάγονται με την ίδια απόφαση διατηρούν τη μεταξύ τους σειρά αρχαιότητας.

Άρθρο 78

Προαγωγή διοικητικών δικαστών στο Συμβούλιο της Επικρατείας

1.

Οι θέσεις των Συμβούλων της Επικρατείας καλύπτονται κατά το ένα πέμπτο (1/5) με προαγωγή δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 του παρόντος και στο άρθρο 79.

2.

Σε Σύμβουλο της Επικρατείας προάγεται, ύστερα από αίτηση του και εφόσον δεν συμπληρώνει το εξηκοστό τρίτο (63ο) έτος της ηλικίας του έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους κένωσης ή σύστασης της θέσης, πρόεδρος εφετών διοικητικών δικαστηρίων ή εφέτης διοικητικών δικαστηρίων, με επτά (7) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό του εφέτη και συνολική πραγματική δικαστική υπηρεσία είκοσι έξι (26) τουλάχιστον ετών στα διοικητικά δικαστήρια. Δεν κρίνεται προς προαγωγή εφέτης τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εφόσον: α) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του στους βαθμούς του προέδρου πρωτοδικών διοικητικών δικαστηρίων και του εφέτη διοικητικών δικαστηρίων είναι μικρότερος ή ίσος από τον αντίστοιχο χρόνο υπηρεσίας του αρχαιότερου παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας στον βαθμό αυτόν, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του είναι μικρότερος ή ίσος του συνολικού χρόνου υπηρεσίας του αρχαιότερου παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και γ) έχει αποφοιτήσει από την σειρά της ΕΣΔι που αποφοίτησε και ο αρχαιότερος πάρεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας.

3.

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο της Διοικητικής Δικαιοσύνης, εκτιμώντας τις ανάγκες της υπηρεσίας, μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να κρίνει ως προακτέο δικαστικό λειτουργό που έχει τα νόμιμα προσόντα και χωρίς αίτησή του.

Άρθρο 79

Διαδικασία προαγωγής διοικητικών δικαστών στο βαθμό του Συμβούλου Επικρατείας

1.

Η διαδικασία πλήρωσης θέσης Συμβούλου της Επικρατείας με προαγωγή δικαστή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κινείται με ανακοίνωση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Η ανακοίνωση αποστέλλεται στα διοικητικά εφετεία της χώρας και αναρτάται αμέσως από τον γραμματέα κάθε εφετείου στο οικείο δικαστικό κατάστημα. Για την ανάρτηση συντάσσεται έκθεση που διαβιβάζεται στον Γενικό Επίτροπο. Η ανακοίνωση αποστέλλεται, το ταχύτερο δυνατόν, μετά την κένωση της θέσης ή τη σύσταση νέας θέσης. Ειδικά για την πλήρωση των κενών θέσεων οι οποίες πρόκειται να προκύψουν την 30ή Ιουνίου κάθε έτους, η ανακοίνωση αποστέλλε νόμιμα προσόντα να υποβάλουν αίτηση στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επομένη της ανάρτησης της ανακοίνωσης.

2.

Μετά από τη λήξη της προθεσμίας της παρ. 1, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των τακτικών δικαστηρίων αποστέλλει στον Υπουργό Δικαιοσύνης τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν σύμφωνα με την παρ. 1. Ο Υπουργός υποβάλλει ερώτημα για την πλήρωση των ανωτέρω θέσεων στον Πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου της Διοικητικής Δικαιοσύνης, διαβιβάζοντας και τις αιτήσεις που έχουν υποβληθεί. Το ερώτημα προκαλείται μέσα σε δύο (2) μήνες από την κένωση της θέσης ή τη σύσταση νέας θέσης. Για την πλήρωση των θέσεων οι οποίες προβλέπεται ότι θα κενωθούν την 30ή Ιουνίου κάθε έτους, το ερώτημα αποστέλλεται εντός του μηνός Απριλίου.

3.

Η προαγωγή γίνεται κατ’ απόλυτη εκλογή, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 59.

4.

Ο Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου της Διοικητικής Δικαιοσύνης ορίζει έναν (1) αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή σύμβουλο της Επικρατείας από τα μέλη αυτού ως εισηγητή, ο οποίος συντάσσει για τους κρινομένους αιτιολογημένη εισήγηση και την αναπτύσσει προφορικά στη συνεδρίαση. Ο εισηγητής λαμβάνει υπόψη για την εκτίμηση των ουσιαστικών προσόντων των κρινόμενων τις εκθέσεις επιθεώρησης, τους ατομικούς φακέλους και κάθε άλλο πρόσφορο στοιχείο. Μπορεί να σχηματίσει και προσωπική αντίληψη ως προς την ικανότητα των κρινομένων για την απονομή της δικαιοσύνης και τα εν γένει προσόντα τους. Σε περίπτωση εισήγησης ή κρίσης περί μη προαγωγής του αιτούντος, εφαρμόζονται οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 22 του ν. 2172/1993 (Α’ 207).

5.

Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου της Διοικητικής Δικαιοσύνης κοινοποιείται στους κριθέντες δικαστικούς λειτουργούς και διαβιβάζεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης και στους διευθύνοντες τα διοικητικά εφετεία όπου υπηρετούν οι κριθέντες δικαστικοί λειτουργοί. Ο δικαστικός λειτουργός που δεν κρίθηκε προακτέος έχει δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 81.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ’

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Άρθρο 80

Αρμοδιότητα - Συγκρότηση - Λειτουργία Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης

1.

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης αποφασίζει για τις προαγωγές των δόκιμων εισηγητών, εισηγητών και παρέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και για τις τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και προαγωγές των δικαστικών λειτουργών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Επίσης αποφασίζει, γνωμοδοτεί ή προτείνει και σε κάθε άλλη περίπτωση που ορίζεται από τον νόμο.

2.

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης εδρεύει στο κατάστημα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αποτελείται από έντεκα (11) μέλη, εκτός αν πρόκειται για προαγωγή στον βαθμό του Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, του συμβούλου επικρατείας ή του προέδρου εφετών διοικητικών δικαστηρίων ή για διορισμό αντεπιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, οπότε αποτελείται από δεκαπέντε (15) μέλη. Τακτικά μέλη είναι ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, που προεδρεύει, και άλλα δέκα (10) ή δεκατέσσερα (14) κατά περίπτωση μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας, που ορίζονται κάθε χρόνο με κλήρωση. Στην κλήρωση αυτή μετέχουν οι αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας και οι σύμβουλοι, που έχουν δύο (2) έτη υπηρεσίας στο βαθμό του συμβούλου, κατά την έναρξη της θητείας τους ως μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.

3.

Η κλήρωση των μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης γίνεται από το Α’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, στην πρώτη δημόσια συνεδρίαση του μήνα Δεκεμβρίου. Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι αδιαφανή σφαιρίδια. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης το Α’ Τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου, τα ονόματα των μελών του δικαστηρίου που έχουν τα προσόντα συμμετοχής στην κλήρωση. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα είκοσι (20) σφαιρίδια. Μετά την εξαγωγή κάθε σφαιριδίου ο πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος το οποίο επιδεικνύεται στα λοιπά μέλη του τμήματος. Από τους κληρωθέντες οι δέκα (10) πρώτοι κατά σειρά κλήρωσης αποτελούν τα τακτικά και οι λοιποί τα αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου. Όταν για τη συγκρότηση του συμβουλίου απαιτείται συμμετοχή δεκατεσσάρων (14) μελών, τακτικά μέλη είναι οι δεκατέσσερις (14) πρώτοι κατά σειρά κλήρωσης και αναπληρωματικά οι λοιποί έξι (6). Τα τακτικά μέλη αναπληρώνονται από τα αναπληρωματικά κατά τη σειρά της κλήρωσής τους. Για τα δύο (2) στάδια της κλήρωσης, συντάσσεται πρακτικό που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

4.

Αυτοί που κληρώνονται γίνονται τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου χωρίς καμιά άλλη διατύπωση και η θητεία τους αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του επόμενου από την κλήρωσή τους έτους.

5.

Για την αντικατάσταση τακτικών ή αναπληρωματικών μελών που αποχώρησαν από την υπηρεσία γίνεται συμπληρωματική κλήρωση σε δημόσια συνεδρίαση του Α’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του θερινού τμήματος, αν η ανάγκη συμπληρωματικής κλήρωσης ανακύψει κατά τη διάρκεια της περιόδου των θερινών δεν αποτελούν ήδη τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του κλήρωσης εφαρμόζεται η παρ. 3. Ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα τόσα σφαιρίδια, όσα είναι τα τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη που αντικαθίστανται. Αυτοί που κληρώνονται γίνονται τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου χωρίς καμιά άλλη διατύπωση και η θητεία τους λήγει μαζί με τη θητεία των λοιπών μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.

6.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχει, κωλύεται ή απουσιάζει ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθήκοντα προέδρου του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου για τη συγκεκριμένη περίπτωση εκτελεί ο νόμιμος αναπληρωτής του, ο οποίος, αν είναι τακτικό ή αναπληρωματικό μέλος του Συμβουλίου, αναπληρώνεται από αναπληρωματικό μέλος.

7.

Όσα ισχύουν για την εξαίρεση των μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας ισχύουν αναλόγως και για την εξαίρεση των μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.

8.

Στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας και της Διοικητικής Δικαιοσύνης για τα θέματα που αφορούν στους δικαστικούς λειτουργούς των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας μετέχει και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας που υπηρετεί σε αυτά, οπότε και αποχωρεί το τελευταίο κατά τη σειρά της κλήρωσης μέλος του. Στις περιπτώσεις υπηρεσιακών μεταβολών δικαστικών λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας μετέχουν χωρίς ψήφο και δύο (2) πάρεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, αν πρόκειται για υπηρεσιακές μεταβολές δικαστών του Συμβουλίου της Επικρατείας με βαθμό κατώτερο του συμβούλου, ή δύο (2) πρόεδροι εφετών, αν πρόκειται για υπηρεσιακές μεταβολές προέδρων εφετών και εφετών, ή δύο (2) εφέτες, αν πρόκειται για υπηρεσιακές μεταβολές δικαστών με βαθμό κατώτερο του εφέτη. Αυτοί ορίζονται με κλήρωση μεταξύ των δεκαπέντε (15) αρχαιότερων παρέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, προέδρων εφετών και εφετών των διοικητικών εφετείων Αθηνών και Πειραιώς, οι οποίοι δεν έχουν τιμωρηθεί με οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή εκτός από την επίπληξη ή δεν έχουν κριθεί μη προακτέοι στον επόμενο βαθμό από αυτόν που κατέχουν. Η κλήρωση γίνεται κατά την παρ. 3 μετά την κλήρωση των εχόντων δικαίωμα ψήφου μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης. Από την κληρωτίδα με τους παρέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας ο Πρόεδρος εξάγει έξι (6) σφαιρίδια με τα ονόματα των κληρωθέντων, από τους οποίους οι δύο (2) πρώτοι κατά τη σειρά της κλήρωσης αποτελούν τα τακτικά και οι λοιποί τα αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου. Ακολουθεί η κλήρωση από τις οικείες κληρωτίδες έξι (6) προέδρων εφετών και έξι (6) εφετών διοικητικών δικαστηρίων, από τους οποίους οι δύο πρώτοι κατά τη σειρά της κλήρωσης αποτελούν τα τακτικά και οι υπόλοιποι τα αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου. Οι ίδιοι κληρωθέντες μετέχουν και στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Εάν η κρίση αφορά τους κληρωθέντες, γίνεται συμπληρωματική κλήρωση μεταξύ εκείνων που δεν πρόκειται να κριθούν. Οι μετέχοντες χωρίς ψήφο καλούνται να διατυπώσουν τη γνώμη τους για το κρινόμενο ζήτημα και αποχωρούν πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι παρ. 3, 4, 5 και 7.

9.

Καθήκοντα γραμματέα του Συμβουλίου εκτελεί ο γραμματέας του Συμβουλίου της Επικρατείας και, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, ο νόμιμος αναπληρωτής του. Κατά τη συνεδρίαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου καθήκοντα γραμματέα εκτελεί ο οριζόμενος από τον πρόεδρο υπάλληλος της γραμματείας.

10.

Για τη συμμετοχή του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δικαστικών Συμβουλίων (European Network of Councils for the Judiciary), που εδρεύει στις Βρυξέλλες, καταβάλλεται κατ’ έτος εισφορά που ορίζεται σύμφωνα με το καταστατικό του και καλύπτονται οι δαπάνες που σχετίζονται με τις εργασίες του.

Άρθρο 81

Αποφάσεις Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης, Διαφωνία, Προσφυγή

1.

Οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης εκδίδονται ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης προς τον πρόεδρο του Συμβουλίου.

2.

Οι αιτήσεις των δικαστικών λειτουργών, οι γνωμοδοτήσεις, οι εκθέσεις δικαστικών αρχών, όπως και κάθε έγγραφο άλλης αρχής που απευθύνεται στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, υποβάλλονται σε αυτό διά του Υπουργού Δικαιοσύνης.

3.

Για να σχηματίσει πληρέστερη γνώμη, το Συμβούλιο δύναται να ζητήσει πληροφορίες και στοιχεία από τους γενικούς επιθεωρητές συμβούλους Επικρατείας και από όσους διατελούν ή διετέλεσαν προϊστάμενοι του κρινόμενου δικαστικού λειτουργού. Μπορεί επίσης να καλεί τον δικαστικό λειτουργό για την παροχή εξηγήσεων και να ενεργεί ειδική εξέταση ή επιθεώρηση, την οποία αναθέτει σε μέλος του ή γενικό επιθεωρητή σύμβουλο Επικρατείας. Οι επιθεωρητές σύμβουλοι Επικρατείας, που δεν είναι μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, δύναται να καλούνται από τον πρόεδρο και προφορικά ακόμα για την παροχή πληροφοριών και στοιχείων στο Συμβούλιο.

4.

Οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία, ύστερα από ψηφοφορία που είναι πάντοτε φανερή. Αν κατά την ψηφοφορία διατυπωθούν περισσότερες από δύο γνώμες, εφαρμόζονται ανάλογα οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 34 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8).

5.

Οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου εκδίδονται μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη λήψη του σχετικού ερωτήματος και διαβιβάζονται από τον πρόεδρό του στον Υπουργό Δικαιοσύνης μέσα σε πέ

6.

Στον κρινόμενο δίνεται, ύστερα από αίτησή του, απόσπασμα του πρακτικού το οποίο εκδίδει ο γραμματέας του συμβουλίου.

7.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών αφότου περιέλθει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, μπορεί, με τους περιορισμούς της παρ. 8, να διαφωνήσει προς την απόφαση και να παραπέμψει την υπόθεση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκθέτοντας τους λόγους της διαφωνίας. Η Ολομέλεια δεν δεσμεύεται από τους λόγους της διαφωνίας, αλλά υποχρεούται να εξετάσει στο σύνολό της την υπόθεση που παραπέμφθηκε σε αυτή.

8.

Προσφυγή στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά της απόφασης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου που αφορά προαγωγή, τοποθέτηση, μετάθεση και απόσπαση έχει δικαίωμα να ασκήσει ο δικαστικός λειτουργός τον οποίο αφορά η απόφαση αυτή, εφόσον όμως έλαβε τρεις (3) τουλάχιστον ψήφους στο δεκαπενταμελές Συμβούλιο και δύο (2) στο ενδεκαμελές. Η προσφυγή κατατίθεται στον Πρόεδρο του Συμβουλίου ή στον δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, στο οποίο υπηρετεί ο δικαστικός λειτουργός, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ημερών από τότε που του γνωστοποιήθηκε εγγράφως η απόφαση από τον πρόεδρο. Η προσφυγή διαβιβάζεται αμέσως στην ολομέλεια δια του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

9.

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας συγκροτείται στις περιπτώσεις της παρ. 8. σε συμβούλιο και μετέχουν σε αυτήν όλα τα μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σε περίπτωση κωλυμάτων η ολομέλεια συγκροτείται νόμιμα και με λιγότερο αριθμό μελών, σε κάθε όμως περίπτωση τα παρόντα μέλη πρέπει να είναι περισσότερα από το ήμισυ των μελών που υπηρετούν. Αν ο αριθμός αυτών που μετέχουν στην ολομέλεια είναι άρτιος, αποχωρεί ο νεότερος σύμβουλος, εφόσον δεν είναι εισηγητής. Στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως δευτεροβάθμιο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης για τα θέματα που αφορούν στους δικαστικούς λειτουργούς των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας, μετέχει και ο Γενικός Επίτροπος αυτών.

10.

Ο δικαστικός λειτουργός που έχει ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή, καλείται, ύστερα από αίτησή του, υποχρεωτικά στην ολομέλεια, για την παροχή προφορικών εξηγήσεων και την προσκόμιση στοιχείων. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι παρ. 3 έως 6.

11.

Η διαφωνία του Υπουργού και η προσφυγή του δικαστικού λειτουργού αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, κατά το μέρος που αυτή θίγει τον πίνακα αρχαιότητας, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση της Ολομέλειας. Η εκτέλεση της απόφασης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου αναστέλλεται και κατά τη διάρκεια της προθεσμίας άσκησης προσφυγής από τον ενδιαφερόμενο δικαστικό λειτουργό.

12.

Η εφαρμογή των αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, κατά των οποίων δεν ασκήθηκε διαφωνία ή προσφυγή, είναι υποχρεωτική για τον Υπουργό Δικαιοσύνης.

13.

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας επιλύει το ζήτημα που φέρεται ενώπιον της και τα περαιτέρω ζητήματα που δημιουργούνται από την ολική ή μερική αποδοχή της διαφωνίας του Υπουργού ή της προσφυγής δικαστικού λειτουργού. Οποιαδήποτε αναπομπή στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποκλείεται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ’

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

Άρθρο 82

Διορισμός δόκιμων εισηγητών Ελεγκτικού Συνεδρίου Σε θέσεις δόκιμων εισηγητών του Ελεγκτικού Συνεδρίου διορίζονται απόφοιτοι της ΕΣΔι, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 36 του ν. 4871/2021 (Α’ 246). Η σειρά αρχαιότητας μεταξύ των διοριζομένων καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 32 του ν. 4871/2021. Οι δόκιμοι εισηγητές διανύουν δοκιμαστική υπηρεσία δέκα (10) μηνών, στη διάρκεια της οποίας έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τακτικού δικαστικού λειτουργού.

Άρθρο 83

Προαγωγές δικαστικών λειτουργών Ελεγκτικού Συνεδρίου

1.

Μετά τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποφασίζει, ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, για την προαγωγή των δόκιμων εισηγητών σε εισηγητές. Η απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογημένη, ενώ λαμβάνονται υπόψη το ήθος, η επιστημονική κατάρτιση, η ποιοτική και ποσοτική απόδοση, η φιλοπονία που επέδειξαν, καθώς και η ικανότητα και καταλληλότητά τους για το δικαστικό λειτούργημα. Αν το Συμβούλιο κρίνει ότι ο δόκιμος εισηγητής δεν πρέπει να προαχθεί σε εισηγητή, λόγω έλλειψης ήθους ή λόγω ανεπάρκειας, αποφασίζει αιτιολογημένα την οριστική απόλυσή του από την υπηρεσία, η οποία γίνεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Αν η συμπλήρωση του χρόνου δοκιμαστικής υπηρεσίας παρατείνεται, λόγω λήψης από τον δικαστικό λειτουργό άδειας ασθένειας, κύησης, λοχείας ή ανατροφής τέκνου, η εκ των υστέρων προαγωγή του σε εισηγητή ενεργεί αναδρομικά μόνο ως προς τον καθορισμό της κατά το άρθρο 65 σειράς αρχαιότητας και ο δικαστικός λειτουργός αναγράφεται στους συντασσόμενους από το Υπουργείο Δικαιοσύνης πίνακες αρχαιότητας με τη σειρά που κατείχε κατά την αποφοίτησή του από την ΕΣΔι.

2.

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο δύναται, με αιτιολογημένη απόφασή του, να παρατείνει τη δοκιμαστική υπηρεσία του δόκιμου εισηγητή για έξι (6) ακόμα μήνες, αν κρίνει ότι δεν είναι ώριμος να προαχθεί σε εισηγητή. Αν και μετά την πάροδο του πρόσθετου χρόνου το Συμβούλιο κρίνει ότι ο δόκιμος εισηγητής δεν πρέπει την υπηρεσία, η οποία γίνεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

3.

Οι δόκιμοι εισηγητές που κρίθηκαν ικανοί από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, προάγονται σε εισηγητές με τη σειρά αρχαιότητας που είχαν κατά τον διορισμό τους. Η προαγωγή τους γίνεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

4.

Σε πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου προάγεται κατ’ εκλογή εισηγητής του Ελεγκτικού Συνεδρίου που έχει επτά (7) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό αυτό, στην οποία υπολογίζεται και ο χρόνος υπηρεσίας του ως δόκιμου εισηγητή. Μετά από τη συμπλήρωση δέκα (10) ετών υπηρεσίας στον βαθμό και εφόσον δεν υφίσταται κενή θέση παρέδρου, ο εισηγητής κρίνεται προς προαγωγή. Εάν κριθεί ικανός, προάγεται σε προσωποπαγή θέση, που δημιουργείται με το προεδρικό διάταγμα της προαγωγής, η οποία καταργείται μετά από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο κένωση θέσης παρέδρου. Οι προσωποπαγείς αυτές θέσεις δεν μπορεί κάθε φορά να υπερβαίνουν τον αριθμό των τριών (3).

5.

Σε σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου προάγεται κατ’ απόλυτη εκλογή πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου που έχει πέντε (5) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό αυτό.

6.

Οι προαγωγές των παρ. 4 και 5 διενεργούνται μόνο εφόσον οι υπό προαγωγή δικαστικοί λειτουργοί έχουν ολοκληρώσει την παρακολούθηση των υποχρεωτικών προγραμμάτων επιμόρφωσης της παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 4871/2021.

7.

Με την επιφύλαξη της παρ. 3 του άρθρου 59, σε Αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου προάγεται σύμβουλος που έχει τρία (3) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό αυτό. Η τριετία πρέπει να έχει συμπληρωθεί την 1η Ιουλίου του έτους κατά το οποίο κενώνεται η θέση που πρόκειται να καταληφθεί.

8.

Σε Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου προάγεται αντιπρόεδρος ή σύμβουλος που μπορεί να προαχθεί σε αντιπρόεδρο, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 59.

Άρθρο 84

Διορισμός - Προαγωγές δικαστικών λειτουργών στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο

1.

Σε θέσεις δόκιμων εισηγητών της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο διορίζονται απόφοιτοι της ΕΣΔι. Εφαρμόζονται αναλόγως το άρθρο 82 και οι παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 83.

2.

Σε Πάρεδρο της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας προάγεται κατ’ εκλογή εισηγητής αυτής που έχει επτά (7) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό αυτό, στην οποία υπολογίζεται και ο χρόνος υπηρεσίας του ως δόκιμου εισηγητή.

3.

Σε αντεπίτροπο Επικρατείας προάγεται κατ’ απόλυτη εκλογή πάρεδρος της Γενικής Επιτροπείας που έχει πέντε (5) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό αυτό.

4.

Μέχρι την κάλυψη των οργανικών θέσεων των παρέδρων και αντεπιτρόπων της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας:

  • α) δύο (2) κενές θέσεις παρέδρων πληρούνται με διορισμό από τους υπηρετούντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο

παρέδρους ή εισηγητές, οι οποίοι έχουν επτά (7) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό του εισηγητή, με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παρ. 5 και οι λοιπές ανάγκες της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας για παρέδρους καλύπτονται με απόσπαση ισάριθμων παρέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο μπορεί να παραταθεί,

  • β) oι κενές θέσεις αντεπιτρόπων Επικρατείας πληρούνται με διορισμό από τους υπηρετούντες στο Ελεγκτικό

Συνέδριο συμβούλους ή παρέδρους οι οποίοι έχουν πέντε (5) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό του παρέδρου, με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παρ. 5,

  • γ) εξακολουθούν να ισχύουν η παρ. 2 του άρθρου 42

του ν. 4820/2021 (Α’ 130) και η παρ. 7 του άρθρου 58 του ν. 3160/2003 (Α’ 165). Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που έχει αποσπασθεί, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας και για οποιονδήποτε λόγο λαμβάνει άδεια απουσίας από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, αντικαθίσταται με την ίδια απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου που εγκρίνει την άδεια.

5.

Η κατά την παρ. 4 διαδικασία πλήρωσης των κενών θέσεων δύο (2) παρέδρων και των αντεπιτρόπων Επικρατείας κινείται με ανακοίνωση του Υπουργού Δικαιοσύνης η οποία αποστέλλεται στο Ελεγκτικό Συνέδριο εντός ενός (1) μηνός από την κένωση της θέσης και αναρτάται στο κατάστημα αυτού. Για την ανάρτηση συντάσσεται έκθεση που υποβάλλεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Με την ανακοίνωση καλούνται οι ενδιαφερόμενοι, που έχουν τα νόμιμα προσόντα, να υποβάλουν αίτηση στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέσα σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την επομένη της ανάρτησης της ανακοίνωσης. Μετά τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας αποστέλλει στον Υπουργό Δικαιοσύνης τις υποβληθείσες αιτήσεις. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης υποβάλλει προς τον Πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου σχετικό ερώτημα, διαβιβάζοντας και τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν. Το ερώτημα προκαλείται εντός δύο (2) μηνών από την κένωση της θέσης του παρέδρου ή αντεπιτρόπου. Για την πλήρωση των κενών θέσεων που πρόκειται να προκύψουν την 30ή Ιουνίου κάθε έτους, το ερώτημα υποβάλλεται το αργότερο εντός του μηνός Μαΐου.

6.

Σε Επίτροπο της Επικρατείας προάγεται αντεπίτροπος της Επικρατείας που έχει τρία (3) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό αυτόν.

7.

Σε Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας προάγεται: α) αντιπρόεδρος ή Επίτροπος της Επικρατείας ή β) σύμβουλος ή αντεπίτροπος της Επικρατείας, που έχει τέσσερα (4) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό του συμβούλου ή του αντεπιτρόπου της Επικρατείας, αντίστοιχα. Η τετραετία πρέπει να έχει συμπληρωθεί την 1η Ιουλίου του έτους κατά το οποίο κενώνεται η θέση που πρόκειται να καταληφθεί. Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου

1.

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποφασίζει για τις προαγωγές και αποσπάσεις των δικαστικών λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τους διορισμούς, τις προαγωγές και αποσπάσεις των δικαστικών λειτουργών της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, καθώς και για κάθε άλλο θέμα που ορίζεται από τον νόμο.

2.

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο εδρεύει στο κατάστημα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και αποτελείται από εννέα (9) μέλη, εκτός αν πρόκειται για προαγωγή στον βαθμό του Επιτρόπου της Επικρατείας ή του συμβούλου ή για διορισμό ή προαγωγή στον βαθμό του αντεπιτρόπου της Επικρατείας, οπότε αποτελείται από έντεκα (11) μέλη. Τακτικά μέλη είναι ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή ο νόμιμος αναπληρωτής του, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας ή ο νόμιμος αναπληρωτής του και άλλα επτά (7) ή εννέα (9) μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ορίζονται κάθε έτος με κλήρωση. Στην κλήρωση μετέχουν οι αντιπρόεδροι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι σύμβουλοι που έχουν δύο (2) έτη υπηρεσίας στον βαθμό του συμβούλου, κατά το χρόνο έναρξης της θητείας τους ως μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Αν υπάρχουν κενές θέσεις συμβούλων, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η συγκρότηση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, το εννεαμελές συγκροτείται από επτά (7) και το ενδεκαμελές από εννέα (9) μέλη. Στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, αν πρόκειται για υπηρεσιακές μεταβολές δικαστών με βαθμό κατώτερο του συμβούλου, μετέχουν χωρίς ψήφο και δύο εισηγητές ή πάρεδροι, αναλόγως αν η υπηρεσιακή μεταβολή αφορά εισηγητή ή πάρεδρο, που ορίζονται με κλήρωση μεταξύ αυτών που έχουν τουλάχιστον δύο (2) έτη υπηρεσίας στον βαθμό του εισηγητή ή παρέδρου, αντίστοιχα.

3.

Η κλήρωση των μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου γίνεται από το Πρώτο Τμήμα στην πρώτη δημόσια συνεδρίαση του μήνα Δεκεμβρίου. Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι αδιαφανή σφαιρίδια. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης, το τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου, τα ονόματα των μελών του δικαστηρίου που έχουν τα προσόντα συμμετοχής στην κλήρωση. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα δεκαέξι (16) σφαιρίδια. Μετά την εξαγωγή κάθε σφαιριδίου, ο πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος, το οποίο επιδεικνύεται στα λοιπά μέλη του τμήματος. Από τους κληρωθέντες οι επτά (7) πρώτοι κατά σειρά κλήρωσης αποτελούν τα τακτικά και οι λοιποί τα αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου. Όταν για τη συγκρότηση του συμβουλίου απαιτείται συμμετοχή ένδεκα (11) μελών, τακτικά μέλη είναι οι εννέα (9) πρώτοι και αναπληρωματικοί οι υπόλοιποι. Τα τακτικά μέλη αναπληρώνονται από τα αναπληρωματικά κατά τη σειρά της κλήρωσής τους. Στην ίδια συνεδρίαση γίνεται η κλήρωση για τους παρέδρους που μετέχουν στο συμβούλιο χωρίς ψήφο, μεταξύ των δεκαπέντε (15) αρχαιότερων παρέδρων, οι οποίοι δεν έχουν τιμωρηθεί με οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, πλην της επίπληξης ή δεν έχουν κριθεί μη προακτέοι στον επόμενο βαθμό από αυτόν που κατέχουν. Ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα έξι (6) σφαιρίδια με τα ονόματα των κληρωθέντων, από τους οποίους οι δύο (2) πρώτοι κατά σειρά κλήρωσης αποτελούν τα τακτικά και οι λοιποί τα αναπληρωματικά μέλη του Συμβουλίου. Οι ίδιοι κληρωθέντες μετέχουν και στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Οι μετέχοντες χωρίς ψήφο καλούνται να διατυπώσουν τη γνώμη τους για το κρινόμενο ζήτημα και οφείλουν να αποχωρήσουν πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας, εφαρμοζομένων αναλόγως των οριζομένων στην παρούσα, καθώς και στις παρ. 4, 7 και 9. Για τα δύο (2) στάδια της κλήρωσης συντάσσεται πρακτικό που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

4.

Αυτοί που κληρώνονται, γίνονται τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου χωρίς καμιά άλλη διατύπωση και η θητεία τους αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του επόμενου από την κλήρωσή τους έτους.

5.

Όταν δεν υπάρχει, κωλύεται ή απουσιάζει ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο προεδρεύει ο Γενικός Επίτροπος. Αν όμως και αυτός δεν υπάρχει, κωλύεται ή απουσιάζει, καθήκοντα προέδρου για τη συγκεκριμένη περίπτωση ασκεί ο νόμιμος αναπληρωτής του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος, αν είναι τακτικό ή αναπληρωματικό μέλος του συμβουλίου, αναπληρώνεται από αναπληρωματικό μέλος.

6.

Όταν δεν υπάρχει, κωλύεται ή απουσιάζει ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας, αναπληρώνεται διαδοχικά από τον Επίτροπο ή τον αρχαιότερο αντεπίτροπο ή, σε περίπτωση ανυπαρξίας, κωλύματος ή απουσίας των τελευταίων, από τον αρχαιότερο σύμβουλο. Οι τελευταίοι γίνονται μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου για τη συγκεκριμένη περίπτωση και, αν ο σύμβουλος είναι τακτικό ή αναπληρωματικό μέλος του Συμβουλίου, αναπληρώνεται από αναπληρωματικό μέλος.

7.

Όσα ισχύουν για την εξαίρεση μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ισχύουν αναλόγως και για την εξαίρεση των μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.

8.

Καθήκοντα γραμματέα του συμβουλίου εκτελεί ο γραμματέας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, ο νόμιμος αναπληρωτής του. Κατά τη συνεδρίαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου καθήκοντα γραμματέα εκτελεί ο οριζόμενος από τον πρόεδρο υπάλληλος της γραμματείας.

9.

Για την αντικατάσταση τακτικών ή αναπληρωματικών μελών που αποχώρησαν από την υπηρεσία γίνεται συμπληρωματική κλήρωση σε δημόσια συνεδρίαση του Πρώτου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Αν, για οποιονδήποτε λόγο, η συμπληρωματική κλήρωση δεν έγινε μέχρι τέλους Ιουνίου, αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί από το Α’ Τμήμα Διακοπών κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου. Σε αυτήν μετέχουν οι αντιπρόεδροι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι σύμβουλοι με διετή τουλάχιστον υπηρεσία στον βαθμό, οι οποίοι δεν κλήρωσης εφαρμόζεται η παρ. 3. Ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα τόσα σφαιρίδια, όσα είναι τα τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη που αντικαθίστανται. Αυτοί που κληρώνονται, γίνονται τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου χωρίς καμιά άλλη διατύπωση και η θητεία τους λήγει μαζί με τη θητεία των λοιπών μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. H παρούσα εφαρμόζεται αναλόγως και στα μέλη που μετέχουν στο Συμβούλιο χωρίς ψήφο.

Άρθρο 86

Αποφάσεις Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου - Διαφωνία Προσφυγή Προσφυγή στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά της απόφασης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου που αφορά στις υπηρεσιακές μεταβολές της παρ. 1 του άρθρου 85 έχει δικαίωμα να ασκήσει και αυτός τον οποίο αφορά η κρίση, εφόσον όμως έλαβε ως προς τις λοιπές. Στην Ολομέλεια ως δευτεροβάθμιο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο μετέχει ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. Για την ύπαρξη απαρτίας εφαρμόζεται το άρθρο 18 του ν. 4820/2021 (Α’ 130). Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 81, όπου δε στην παρ. 4 αυτού γίνεται παραπομπή, στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 34 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8) νοείται παραπομπή στην παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4820/2021.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ’

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΩΝ

Άρθρο 87

Διορισμός παρέδρων πρωτοδικείων και εισαγγελίας

1.

Σε θέση παρέδρων πρωτοδικείου και εισαγγελίας των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων διορίζονται απόφοιτοι της ΕΣΔι, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 36 του ν. 4871/2021 (Α’ 246). Οι αποφοιτούντες από τις κατευθύνσεις πολιτικών - ποινικών δικαστών και εισαγγελέων της ΕΣΔι διορίζονται κατά τη σειρά που έχουν στους σχετικούς πίνακες και τοποθετούνται κατά προτίμηση, αντίστοιχα, στα Πρωτοδικεία και στις Εισαγγελίες Αθηνών, Πειραιά, Θεσσαλονίκης, Πατρών, Ηρακλείου και Λάρισας.

2.

Οι πάρεδροι πρωτοδικείου και εισαγγελίας διανύουν δοκιμαστική υπηρεσία δέκα (10) μηνών, στη διάρκεια της οποίας έχουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τακτικού δικαστικού λειτουργού και επιθεωρούνται, όπως οι τακτικοί δικαστές. Επιτρέπεται αμοιβαία μετάταξη μεταξύ παρέδρου του πρωτοδικείου και παρέδρου της εισαγγελίας, κατά την ως άνω χρονική περίοδο, μετά από απόφαση του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου που λαμβάνεται ύστερα από κοινό αίτημα των ως άνω δικαστικών λειτουργών. Ο μετατασσόμενος πάρεδρος πρωτοδικείου διορίζεται στην εισαγγελία όπου υπηρετούσε ο πάρεδρος της εισαγγελίας και το αντίστροφο.

3.

Οι εκθέσεις των παρέδρων πρωτοδικείου για την επίδοση, τα στατιστικά στοιχεία της απόδοσής τους και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο ή πληροφορία για την επίδοση ή την καταλληλότητά τους φυλάσσονται σε ειδικό ατομικό φάκελο, ο οποίος, μετά το τέλος της δοκιμαστικής υπηρεσίας, υποβάλλεται στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο μέσω του Υπουργού Δικαιοσύνης.

4.

Στη διάρκεια της δοκιμαστικής τους υπηρεσίας οι πάρεδροι πρωτοδικείου:

  • α) μετέχουν στη σύνθεση του πολυμελούς πρωτοδικείου και του τριμελούς πλημμελειοδικείου,
  • β) μετέχουν στη σύνθεση του δικαστικού συμβουλίου,
  • γ) ορίζονται εισηγητές για τη διεξαγωγή αποδείξεων,
  • δ) μετέχουν στην ολομέλεια του δικαστηρίου και
  • ε) κατά την κρίση του προέδρου πρωτοδικών ή του διευθύνοντος το πρωτοδικείο, ασκούν τα λοιπά καθήκοντα

του πρωτοδίκη, εκτός από τα καθήκοντα του ανακριτή.

5.

Οι πάρεδροι εισαγγελίας κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής τους υπηρεσίας ασκούν τα καθήκοντα του εισαγγελέα, αναλόγως της προόδου τους, κατά την κρίση του διευθύνοντος την εισαγγελία.

Άρθρο 88

Προαγωγή παρέδρων πρωτοδικείων και εισαγγελίας

1.

Μετά από τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποφασίζει, ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, για την προαγωγή των παρέδρων πρωτοδικείου και εισαγγελίας σε θέσεις πρωτοδικών και αντεισαγγελέων αντίστοιχα. Η απόφαση είναι αιτιολογημένη και λαμβάνεται υπόψη η κατά την παρ. 2 έκθεση του συμβουλίου των εφετών, οι εκθέσεις των προϊσταμένων και επιθεωρητών, καθώς και το ήθος, η επιστημονική κατάρτιση, η ποιοτική και ποσοτική απόδοση της εργασίας και η επίδοσή τους γενικά. Αν το συμβούλιο κρίνει ότι ο πάρεδρος δεν πρέπει να προαχθεί σε θέση πρωτοδίκη ή αντεισαγγελέα, λόγω έλλειψης ήθους ή λόγω ανεπάρκειας, αποφασίζει αιτιολογημένα την οριστική του απόλυση από την υπηρεσία, η οποία διενεργείται με προεδρικό διάταγμα. Αν η συμπλήρωση του χρόνου δοκιμαστικής υπηρεσίας παρατείνεται λόγω λήψης από τον δικαστικό λειτουργό άδειας ασθένειας, κύησης, λοχείας ή ανατροφής τέκνου, η εκ των υστέρων προαγωγή του σε θέση πρωτοδίκη ή αντεισαγγελέα πρωτοδικών ενεργεί αναδρομικά μόνο ως προς τον καθορισμό της κατά το άρθρο 65 σειράς αρχαιότητας και ο δικαστικός λειτουργός αναγράφεται στους συντασσόμενους από το Υπουργείο Δικαιοσύνης πίνακες αρχαιότητας με τη σειρά που κατείχε κατά την αποφοίτησή του από την ΕΣΔι.

2.

Για την καταλληλότητα των παρέδρων πρωτοδικείου και εισαγγελίας της περιφέρειάς του, προκειμένου να προαχθούν σε θέση πρωτοδίκη και αντεισαγγελέα αντίστοιχα, αποφαίνεται με αιτιολογημένη έκθεσή του το συμβούλιο των εφετών, που συγκροτείται από τον πρόεδρο εφετών, τον εισαγγελέα εφετών και τρείς (3) εφέτες. Το συμβούλιο αποφαίνεται, αφού ακούσει τον εισηγητή εφέτη, ο οποίος πρέπει να έχει σχηματίσει κατάρτιση.

3.

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο μπορεί, επίσης, με αιτιολογημένη απόφασή του, να παρατείνει τη δοκιμαστική υπηρεσία παρέδρου πρωτοδικείου ή εισαγγελίας για έξι (6) μήνες, αν κρίνει ότι αυτός δεν είναι ακόμα ώριμος να προαχθεί σε θέση πρωτοδίκη ή αντεισαγγελέα. Αν και μετά τη πάροδο του πρόσθετου χρόνου το Συμβούλιο κρίνει ότι δεν πρέπει να προαχθεί σε θέση πρωτοδίκη ή αντεισαγγελέα, αποφασίζει ταυτόχρονα, με αιτιολογημένη απόφαση, την οριστική του απόλυση από την υπηρεσία, η οποία διενεργείται με προεδρικό διάταγμα.

4.

Οι πάρεδροι πρωτοδικείου ή εισαγγελίας προάγονται για την πλήρωση κενών θέσεων πρωτοδικών και αντεισαγγελέων, σύμφωνα με τη σειρά αποφοίτησής τους από την ΕΣΔι. Ως κενές θέσεις πρωτοδικών και αντεισαγγελέων θεωρούνται και οι κενές θέσεις των ανωτέρων βαθμών. Οι πάρεδροι πρωτοδικείου και εισαγγελίας που κρίνονται προακτέοι από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, προάγονται σε θέση πρωτοδίκη και αντεισαγγελέα αντίστοιχα.

5.

Σε περίπτωση υπηρεσιακής ανάγκης, μπορεί να ασκήσει προσωρινώς καθήκοντα σε πρωτοδικείο ειρηνοδίκης ή πταισματοδίκης που ορίζεται από τον πρόεδρο πρωτοδικών της περιφέρειάς του.

Άρθρο 89

Προαγωγές λοιπών δικαστικών λειτουργών πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης

1.

Σε πρόεδρο πρωτοδικών προάγεται πρωτοδίκης με πέντε (5) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας πρωτοδίκη, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία του παρέδρου πρωτοδικείου.

2.

Σε εισαγγελέα πρωτοδικών προάγεται αντεισαγγελέας πρωτοδικών με πέντε (5) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας αντεισαγγελέα, στην οποία υπολογίζεται και η υπηρεσία του παρέδρου εισαγγελίας.

3.

Σε εφέτη προάγεται πρόεδρος πρωτοδικών που έχει δύο (2) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας ως πρόεδρος ή οκτώ (8) έτη υπηρεσίας συνολικά ως πρόεδρος και πρωτοδίκης.

4.

Σε αντεισαγγελέα εφετών προάγεται εισαγγελέας πρωτοδικών που έχει δύο (2) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας ως εισαγγελέας πρωτοδικών ή οκτώ (8) έτη υπηρεσίας συνολικά ως εισαγγελέας και αντεισαγγελέας πρωτοδικών.

5.

Σε πρόεδρο εφετών προάγεται εφέτης που έχει τρία (3) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας ως εφέτης ή επτά (7) έτη υπηρεσίας συνολικά ως εφέτης και πρόεδρος πρωτοδικών.

6.

Σε εισαγγελέα εφετών προάγεται αντεισαγγελέας εφετών που έχει τρία (3) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας ως αντεισαγγελέας εφετών ή επτά (7) έτη υπηρεσίας συνολικά ως αντεισαγγελέας εφετών και εισαγγελέας πρωτοδικών.

7.

Οι προαγωγές των παρ. 1 έως 6 διενεργούνται μόνο εφόσον οι υπό προαγωγή δικαστικοί λειτουργοί έχουν ολοκληρώσει την παρακολούθηση των υποχρεωτικών προγραμμάτων επιμόρφωσης της παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 4871/2021 (Α’ 246).

8.

Σε αρεοπαγίτη προάγεται πρόεδρος εφετών ύστερα από αίτησή του. Πρόεδρος εφετών, ο οποίος έχει συμπληρώσει τριετία στον βαθμό του και του οποίου δεν καθίσταται δυνατή η προαγωγή στον βαθμό του αρεοπαγίτη αποκλειστικά και μόνο λόγω ανυπαρξίας κενής οργανικής θέσης, μπορεί, τρεις (3) μήνες πριν από την αποχώρησή του από το δικαστικό σώμα λόγω ορίου ηλικίας, να υποβάλει αίτηση προαγωγής του σε προσωποπαγή θέση αρεοπαγίτη. Επί της αιτήσεώς του αποφαίνεται το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και σε περίπτωση προαγωγής του αυτός παραμένει στη θέση του μέχρι την αποχώρησή του, χωρίς η προαγωγή του στην προσωποπαγή αυτή θέση να θεμελιώνει οποιοδήποτε μισθολογικής, συνταξιοδοτικής ή άλλης φύσεως δικαίωμα αυτού.

9.

Σε αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου προάγεται εισαγγελέας εφετών ύστερα από αίτηση του. Εισαγγελέας εφετών, ο οποίος έχει συμπληρώσει τριετία στον βαθμό του και του οποίου δεν καθίσταται δυνατή η προαγωγή στον βαθμό του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου αποκλειστικά και μόνο λόγω ανυπαρξίας κενής οργανικής θέσης, μπορεί, τρεις (3) μήνες πριν από την αποχώρησή του από το δικαστικό σώμα, λόγω ορίου ηλικίας, να υποβάλει αίτηση προαγωγής του σε προσωποπαγή θέση αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Επί της αιτήσεώς του αποφαίνεται το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και σε περίπτωση προαγωγής του αυτός παραμένει στη θέση του μέχρι την αποχώρησή του, χωρίς η προαγωγή του στην προσωποπαγή αυτή θέση να θεμελιώνει οποιοδήποτε μισθολογικής, συνταξιοδοτικής ή άλλης φύσεως δικαίωμα αυτού.

10.

Με την επιφύλαξη της παρ. 3 του άρθρου 59, σε αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου προάγεται αρεοπαγίτης με δύο (2) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό αυτό. Η διετία πρέπει να έχει συμπληρωθεί την 1η Ιουλίου του έτους, κατά το οποίο κενώνεται η θέση που πρόκειται να καταληφθεί.

11.

Σε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου προάγεται αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ή αρεοπαγίτης που μπορεί να προαχθεί σε αντιπρόεδρο, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρο 59.

12.

Σε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προάγεται αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και αρεοπαγίτης που μπορεί να προαχθεί σε αντιπρόεδρο, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 59, ή αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου με δύο (2) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό αυτό, τα οποία έχουν συμπληρωθεί την 1η Ιουλίου του έτους, κατά το οποίο κενώνεται η θέση.

13.

Η προαγωγή στους βαθμούς του προέδρου και εισαγγελέα πρωτοδικών, του εφέτη και αντεισαγγελέα εφετών γίνεται κατ’ εκλογή.

14.

Η προαγωγή στους βαθμούς του αρεοπαγίτη, του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του προέδρου και εισαγγελέα εφετών γίνεται μόνο κατ’ απόλυτη εκλογή.

15.

Αυτοί που προάγονται με την ίδια απόφαση, διατηρούν τη μεταξύ τους σειρά αρχαιότητας.

1.

Σε θέσεις δόκιμων ειρηνοδικών διορίζονται οι απόφοιτοι της κατεύθυνσης ειρηνοδικών της ΕΣΔι κατά την σειρά που έχουν στους σχετικούς πίνακες.

2.

Οι διοριζόμενοι δόκιμοι ειρηνοδίκες διανύουν δοκιμαστική υπηρεσία δέκα (10) μηνών στο ειρηνοδικείο της έδρας του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο ή το πταισματοδικείο, που έχουν διοριστεί, στη διάρκεια της οποίας έχουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ειρηνοδίκη και επιθεωρούνται, όπως οι ειρηνοδίκες.

3.

Οι εκθέσεις των δόκιμων ειρηνοδικών για την επίδοση, τα στατιστικά στοιχεία της απόδοσής τους και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο ή πληροφορία για την καταλληλότητά τους φυλάσσονται σε ειδικό ατομικό φάκελο, ο οποίος, μετά το τέλος της δοκιμαστικής υπηρεσίας, υποβάλλεται στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο δια του Υπουργού Δικαιοσύνης.

4.

Στη διάρκεια της δοκιμαστικής τους υπηρεσίας οι δόκιμοι ειρηνοδίκες τελούν υπό την άμεση ευθύνη και εποπτεία του προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης ή του διευθύνοντος το ειρηνοδικείο της έδρας ή του προέδρου πρωτοδικών στην περίπτωση που το ειρηνοδικείο της έδρας είναι μονοεδρικό. Τοποθετούνται διαδοχικά σε όλα τα τμήματα του δικαστηρίου, υπηρετούν ως β’ ανακριτικοί υπάλληλοι και ενημερώνονται για όλες τις αρμοδιότητες του δικαστηρίου, καθώς για τη διάρθρωση και λειτουργία της γραμματείας του.

5.

Κατά τους τελευταίους πέντε (5) μήνες της δοκιμαστικής υπηρεσίας ο πρόεδρος πρωτοδικών μπορεί να αναθέτει στον δόκιμο ειρηνοδίκη με ειδική κάθε φορά παραγγελία την εκτέλεση καθηκόντων ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη στα ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία της περιφέρειας του πρωτοδικείου.

6.

Μετά από τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποφασίζει, ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, για την προαγωγή των δόκιμων ειρηνοδικών σε θέσεις ειρηνοδικών Δ’ τάξης. Η απόφαση είναι αιτιολογημένη και λαμβάνονται υπόψη η κατά την παρ. 6 έκθεση του συμβουλίου πρωτοδικών, οι εκθέσεις των προϊσταμένων και επιθεωρητών, καθώς και το ήθος, η επιστημονική κατάρτιση, η ποιοτική και ποσοτική απόδοση της εργασίας και η επίδοσή τους γενικά. Αν το συμβούλιο κρίνει ότι ο δόκιμος ειρηνοδίκης δεν πρέπει να προαχθεί σε θέση ειρηνοδίκη, λόγω έλλειψης ήθους ή λόγω ανεπάρκειας, αποφασίζει αιτιολογημένα την οριστική του απόλυση από την υπηρεσία, η οποία διενεργείται με προεδρικό διάταγμα. Αν η συμπλήρωση του χρόνου δοκιμαστικής υπηρεσίας παρατείνεται λόγω λήψης από τον δόκιμο ειρηνοδίκη άδειας ασθένειας, κύησης, λοχείας ή ανατροφής τέκνου, η εκ των υστέρων προαγωγή του σε θέση ειρηνοδίκη ενεργεί αναδρομικά μόνο ως προς τον καθορισμό της κατά το άρθρο 65 σειράς αρχαιότητας και ο δικαστικός λειτουργός αναγράφεται στους συντασσόμενους από το Υπουργείο Δικαιοσύνης πίνακες αρχαιότητας με τη σειρά που κατείχε κατά την αποφοίτησή του από την ΕΣΔι.

7.

Για την καταλληλότητα των δοκίμων ειρηνοδικών της περιφέρειάς του, προκειμένου να προαχθούν σε θέσεις ειρηνοδικών, αποφαίνεται, με αιτιολογημένη έκθεσή του, το συμβούλιο πρωτοδικών, που συγκροτείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών και δύο (2) πρωτοδίκες. Το συμβούλιο αποφαίνεται, αφού ακούσει τον εισηγητή πρωτοδίκη, ο οποίος έχει σχηματίσει προσωπική αντίληψη για το ήθος και την εργατικότητα των δόκιμων ειρηνοδικών, καθώς και για την επιστημονική τους κατάρτιση.

8.

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο μπορεί, με αιτιολογημένη απόφασή του, να παρατείνει τη δοκιμαστική υπηρεσία ειρηνοδίκη για έξι (6) μήνες, αν κρίνει ότι αυτός δεν είναι ακόμα ώριμος να προαχθεί σε θέση ειρηνοδίκη. Αν και μετά τη πάροδο του πρόσθετου χρόνου το συμβούλιο κρίνει ότι δεν πρέπει να προαχθεί σε θέση ειρηνοδίκη, αποφασίζει ταυτόχρονα, με αιτιολογημένη απόφαση, την οριστική του απόλυση από την υπηρεσία, η οποία διενεργείται με προεδρικό διάταγμα.

9.

Οι δόκιμοι ειρηνοδίκες λαμβάνουν τις αποδοχές του ειρηνοδίκη Δ’ τάξης.

10.

Οι οργανικές θέσεις των ειρηνοδικών Δ’,Γ’, Β’ και Α’ τάξης είναι ενιαίες. Οι ειρηνοδίκες προάγονται από την προηγούμενη στην αμέσως επόμενη τάξη ως ακολούθως: α. Οι Δ’ τάξης στη Γ’ τάξη, μετά τη συμπλήρωση τεσσάρων (4) ετών υπηρεσίας, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία του δόκιμου ειρηνοδίκη. β. Oι Γ’ τάξης στη Β’ τάξη, μετά τη συμπλήρωση τεσσάρων (4) ετών υπηρεσίας στη Γ’ τάξη. γ. Οι Β’ τάξης στην Α’ τάξη, μετά τη συμπλήρωση οκτώ (8) ετών υπηρεσίας στη Β’ τάξη. Η προαγωγή από την αμέσως προηγούμενη στην επόμενη τάξη γίνεται μετά από απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου που ανατρέχει στον χρόνο συμπλήρωσης των κατά τα ανωτέρω χρονικών προϋποθέσεων. Οι ως άνω προαγωγές διενεργούνται μόνο εφόσον οι υπό προαγωγή ειρηνοδίκες έχουν ολοκληρώσει την παρακολούθηση των υποχρεωτικών προγραμμάτων επιμόρφωσης της παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 4871/2021.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ’

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Άρθρο 91

Συγκρότηση Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, αρμοδιότητα, λειτουργία

1.

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης αποφασίζει για τον διορισμό των πρωτοδικών και αντεισαγγελέων πρωτοδικών και ειρηνοδικών και για τις τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και προαγωγές των δικαστικών λειτουργών της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης. Επίσης, αποφασίζει, γνωμοδοτεί ή προτείνει και σε κάθε άλλη περίπτωση που ορίζεται από τον νόμο.

2.

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης εδρεύει στο κατάστημα του Αρείου Τακτικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου είναι ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και, κατά περίπτωση, εννέα (9) ή δεκατρία (13) μέλη που ορίζονται με κλήρωση. Δύο (2) μέλη του Συμβουλίου είναι αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου. Στο Συμβούλιο μετέχουν χωρίς ψήφο δύο (2) πρόεδροι εφετών ή δύο (2) εισαγγελείς εφετών, αν πρόκειται για θέματα υπηρεσιακών μεταβολών προέδρων εφετών και εφετών ή εισαγγελέων και αντεισαγγελέων εφετών αντίστοιχα ή δύο (2) εφέτες ή δύο (2) αντεισαγγελείς εφετών, αν πρόκειται για θέματα υπηρεσιακών μεταβολών δικαστών ή εισαγγελέων με βαθμό κατώτερο του εφέτη ή αντεισαγγελέα εφετών, που ορίζονται με κλήρωση. Αυτοί που μετέχουν χωρίς ψήφο καλούνται να διατυπώσουν τη γνώμη τους για το κρινόμενο ζήτημα.

3.

Η κλήρωση των μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης γίνεται από το Α’ Τμήμα του Αρείου Πάγου στην πρώτη δημόσια συνεδρίαση του Δεκεμβρίου μεταξύ των αντιπροέδρων, των αρεοπαγιτών και των αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου, που έχουν τουλάχιστον δύο (2) έτη υπηρεσίας στον βαθμό του αρεοπαγίτη ή του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά τον χρόνο έναρξης της θητείας τους ως μελών του Συμβουλίου. Στην ίδια συνεδρίαση γίνεται η κλήρωση των χωρίς ψήφο προέδρων και εισαγγελέων εφετών και των εφετών και αντεισαγγελέων εφετών, μεταξύ των δεκαπέντε (15) αρχαιότερων προέδρων και εισαγγελέων εφετών και μεταξύ των τριάντα (30) αρχαιότερων εφετών και αντεισαγγελέων εφετών, των εφετείων και εισαγγελιών εφετών, από το ενιαίο σύνολο των υπηρετούντων στα εφετεία και τις εισαγγελίες εφετών Αθηνών και Πειραιώς, οι οποίοι δεν έχουν τιμωρηθεί με οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, εκτός από την επίπληξη, ή δεν έχουν κριθεί μη προακτέοι στον επόμενο βαθμό από αυτόν που κατέχουν.

4.

Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι αδιαφανή σφαιρίδια. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης, το Τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου, τα ονόματα των μελών των δικαστηρίων και των εισαγγελιών που έχουν τα απαιτούμενα προσόντα συμμετοχής στην κλήρωση και ακολούθως τα σφαιρίδια τοποθετούνται στις οικείες κληρωτίδες. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση η κλήρωση διεξάγεται σε έξι (6) στάδια και από ισάριθμες κληρωτίδες. Κατά το πρώτο στάδιο ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα με τους αντιπροέδρους και τους αρεοπαγίτες δεκαέξι (16) σφαιρίδια με τα ονόματα των κληρωθέντων, από τους οποίους οι επτά (7) και ένδεκα (11) πρώτοι κατά τη σειρά της κλήρωσης αποτελούν κατά περίπτωση τα τακτικά και οι υπόλοιποι τα αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου. Κατά το δεύτερο στάδιο ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα με τους αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου τέσσερα (4) σφαιρίδια με τα ονόματα των κληρωθέντων από τους οποίους οι δύο (2) πρώτοι κατά τη σειρά της κλήρωσης αποτελούν τα τακτικά και οι υπόλοιποι τα αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου. Με τον ίδιο τρόπο γίνεται ακολούθως η κλήρωση από τις οικείες κληρωτίδες έξι (6) προέδρων εφετών, έξι (6) εισαγγελέων εφετών, έξι (6) εφετών και έξι (6) αντεισαγγελέων εφετών, από τους οποίους οι δύο (2) πρώτοι κατά τη σειρά της κλήρωσης αποτελούν κατά περίπτωση τακτικά χωρίς ψήφο μέλη του συμβουλίου και οι υπόλοιποι αναπληρωματικά χωρίς ψήφο μέλη του συμβουλίου. Τα τακτικά μέλη αναπληρώνονται από τα αναπληρωματικά κατά τη σειρά της κλήρωσης. Μετά την εξαγωγή κάθε σφαιριδίου ο πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος το οποίο επιδεικνύει στα λοιπά μέλη του τμήματος. Ο αριθμός των υπηρετούντων στο Εφετείο και στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς προέδρων εφετών, εισαγγελέων εφετών, εφετών και αντεισαγγελέων εφετών που κληρώνονται, δεν πρέπει να υπερβαίνει τους δύο (2) προέδρους εφετών, εισαγγελείς εφετών, εφέτες και αντεισαγγελείς εφετών. Αν μετά την εξαγωγή από την οικεία κληρωτίδα του ονόματος του πρώτου προέδρου εφετών, εισαγγελέα εφετών, εφέτη και αντεισαγγελέα εφετών που υπηρετεί στο Εφετείο ή την Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς, εξαχθεί και άλλο όνομα προέδρου εφετών, εισαγγελέα εφετών, εφέτη και αντεισαγγελέα εφετών από το Εφετείο ή την Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς, αυτό εξαιρείται. Για όλα τα στάδια της κλήρωσης συντάσσεται πρακτικό, που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

5.

Αυτοί που κληρώνονται, γίνονται τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου χωρίς καμιά άλλη διατύπωση. Η θητεία τους αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του επόμενου από την κλήρωση έτους.

6.

Για την αντικατάσταση τακτικών ή αναπληρωματικών μελών που αποχώρησαν από την υπηρεσία γίνεται συμπληρωματική κλήρωση. Αν, για οποιονδήποτε λόγο, η συμπληρωματική κλήρωση δεν έγινε μέχρι τέλους Ιουνίου, αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί από το Α’ τμήμα διακοπών κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου.

7.

Η κλήρωση γίνεται σε δημόσια συνεδρίαση του Α’ Τμήματος του Αρείου Πάγου. Σε αυτή μετέχουν ομοιόβαθμοι των αντικαθισταμένων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παρ. 2 και 3, οι οποίοι δεν αποτελούν ήδη τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Για τη διαδικασία και την κλήρωση εφαρμόζεται η παρ. 4. Ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα τόσα σφαιρίδια, όσα είναι τα τακτικά ή τα αναπληρωματικά μέλη που αντικαθίστανται. Αυτοί που κληρώνονται, γίνονται τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου χωρίς καμία άλλη διατύπωση και η θητεία τους λήγει μαζί με τη θητεία των λοιπών μελών.

8.

Όταν απουσιάζουν, κωλύονται ή ελλείπουν ο Πρόεδρος ή ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, καλούνται ως μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου οι νόμιμοι αναπληρωτές τους. Αν οι αναπληρωτές είναι τακτικά μέλη του Συμβουλίου, αναπληρώνονται από αντίστοιχα αναπληρωματικά.

9.

Ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου προεδρεύει στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Αν απουσιάζει, κωλύ προεδρεύει ο αναπληρωτής του Προέδρου.

10.

Όσα ισχύουν για την εξαίρεση των μελών του Αρείου Πάγου, εφαρμόζονται και για την εξαίρεση των μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.

11.

Καθήκοντα γραμματέα του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου εκτελεί ο γραμματέας του Αρείου Πάγου και, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, ο νόμιμος αναπληρωτής του. Κατά τη συνεδρίαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου καθήκοντα γραμματέα εκτελεί ο οριζόμενος από τον πρόεδρο υπάλληλος της γραμματείας.

12.

Ως προς τη λειτουργία και τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, τη διαφωνία του Υπουργού, την προσφυγή του ενδιαφερόμενου, και όλα τα λοιπά θέματα, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 81, με τις εξής διαφοροποιήσεις: α) Στην παρ. 4, η παραπομπή, αντί στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 34 του π.δ 18/1989 (Α’ 8), γίνεται στην παρ. 2 του άρθρου 302 του ΚΠολΔ.

  • β) Στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως δευτεροβάθμιο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και

Ποινικής Δικαιοσύνης, μετέχουν ο Εισαγγελέας και οι αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου. Στην ίδια Ολομέλεια, όταν πρόκειται για προαγωγή, τοποθέτηση, μετάθεση, μετάταξη ή απόσπαση δικαστικών λειτουργών, μετέχουν χωρίς ψήφο οι πρόεδροι και εισαγγελείς εφετών και οι εφέτες και αντεισαγγελείς εφετών που μετέχουν κατά περίπτωση στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, οι οποίοι καλούνται να διατυπώσουν τη γνώμη τους για το κρινόμενο ζήτημα.

13.

Για τη συμμετοχή του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δικαστικών Συμβουλίων (European Network of Councils for the Judiciary), που εδρεύει στις Βρυξέλλες, καταβάλλεται κατ’ έτος εισφορά, που ορίζεται σύμφωνα με το καταστατικό του και καλύπτονται οι δαπάνες που σχετίζονται με τις εργασίες του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ’

ΕΘΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ

Άρθρο 92

Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών Η ΕΣΔι είναι αρμόδια για την επιλογή, κατάρτιση και αξιολόγηση των εκπαιδευομένων, οι οποίοι πρόκειται να διοριστούν σε θέσεις δόκιμων δικαστικών λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας, των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, για τη διαρκή επιμόρφωση των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών, για την εκπόνηση και εφαρμογή των ειδικών προγραμμάτων κατάρτισης ή επιμόρφωσης δικαστικών λειτουργών που προέρχονται από τα άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από τρίτες χώρες και για τις διεθνείς εκπαιδευτικές ανταλλαγές, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον ν. 4871/2021.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΣΤ’

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Άρθρο 93

Συμβούλιο, όργανα και διαδικασία επιθεώρησης των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των δικαστικών λειτουργών

1.

Το Συμβούλιο Επιθεώρησης των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των δικαστικών λειτουργών αποτελείται από έναν (1) αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ως πρόεδρο, έναν (1) αρεοπαγίτη και έναν (1) αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ο αντιπρόεδρος, ως τακτικό μέλος της επιθεώρησης, απαλλάσσεται από κάθε άλλη υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα που μετέχει στο Συμβούλιο Επιθεώρησης, με εξαίρεση τη συμμετοχή του στη μείζονα Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.

2.

Την επιθεώρηση ενεργούν:

  • α) στα εφετεία, στα πρωτοδικεία και στις αντίστοιχες

εισαγγελίες, αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου,

  • β) στα ειρηνοδικεία και στα ειδικά πταισματοδικεία, ο

πρόεδρος και ο εισαγγελέας εφετών αντίστοιχα της οικείας περιφέρειας ή οι οριζόμενοι από αυτούς πρόεδροι και εισαγγελείς εφετών,

  • γ) στις γραμματείες των παραπάνω δικαστηρίων και

εισαγγελιών, οι πρόεδροι και εισαγγελείς εφετών της οικείας περιφέρειας και οι πρόεδροι και εισαγγελείς πρωτοδικών, αντίστοιχα.

3.

Ο πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης και οι επιθεωρητές αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου ορίζονται με τους αναπληρωματικούς τους με κλήρωση, από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία συνέρχεται ανά δύο (2) έτη σε συμβούλιο μέσα στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου. Για την επιλογή του προέδρου του Συμβουλίου Επιθεώρησης τοποθετούνται στην κληρωτίδα τα ονόματα των αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου. Για την επιλογή των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών τοποθετούνται στην κληρωτίδα τα ονόματα των αρεοπαγιτών και αντεισαγγελέων, τους οποίους η ίδια Ολομέλεια ορίζει σε αριθμό διπλάσιο του απαιτούμενου για το σύνολο των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών από αυτούς που έχουν διετή υπηρεσία. Αν δεν υπάρχει επαρκής αριθμός μελών του Αρείου Πάγου με διετή υπηρεσία, ο αριθμός συμπληρώνεται και από αυτούς που έχουν υπηρεσία ενός (1) έτους.

4.

Η κλήρωση της παρ. 3 διενεργείται χωριστά για τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης, τους επιθεωρητές των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και τους επιθεωρητές εισαγγελιών, ανάλογα με τον κλάδο από τον οποίο προέρχονται τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης και οι επιθεωρητές.

5.

Δεν μπορούν να ορισθούν επιθεωρητές όσοι άσκησαν καθήκοντα επιθεωρητή την προηγούμενη διετία. δύο (2) σφαιρίδια από την πρώτη κληρωτίδα, που περιέχει τα ονόματα των αντιπροέδρων, ένδεκα (11) σφαιρίδια από τη δεύτερη κληρωτίδα, που περιέχει τα ονόματα των αρεοπαγιτών, και επτά (7) σφαιρίδια από την τρίτη κληρωτίδα, που περιέχει τα ονόματα των αντεισαγγελέων. Μετά από την εξαγωγή του κλήρου από κάθε σφαιρίδιο, ο πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος και επιδεικνύει τον κλήρο με το όνομα του κληρωθέντος στα λοιπά μέλη της ολομέλειας. Από τους κληρωθέντες της πρώτης κληρωτίδας ο πρώτος αντιπρόεδρος κατά σειρά κλήρωσης αποτελεί το τακτικό και ο δεύτερος το αναπληρωματικό μέλος του Συμβουλίου Επιθεώρησης. Από τους κληρωθέντες της δεύτερης κληρωτίδας οι δύο (2) αρχαιότεροι αποτελούν τα μέλη του Συμβουλίου, ο πρώτος το τακτικό και ο δεύτερος το αναπληρωματικό, οι υπόλοιποι έξι (6), κατά σειρά κληρώσεως, αποτελούν τους επιθεωρητές των περιφερειών της επιθεώρησης και οι επόμενοι τρεις (3) είναι αναπληρωματικοί τους. Από τους κληρωθέντες της τρίτης κληρωτίδας, ο πρώτος από τους αρχαιότερους αποτελεί το τακτικό μέλος του Συμβουλίου Επιθεώρησης, ο δεύτερος τον αναπληρωτή του, οι επόμενοι τρεις (3) κατά σειρά κληρώσεως αποτελούν τους επιθεωρητές της Γ’, Δ’, και Η’ περιφέρειας επιθεώρησης αντίστοιχα και οι επόμενοι δύο (2) είναι οι αναπληρωματικοί τους. Για την κλήρωση συντάσσεται πρακτικό, που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

7.

Η θητεία των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών αρεοπαγιτών και αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου είναι διετής. Αρχίζει τη 16η Σεπτεμβρίου του έτους κατά το οποίο γίνεται η επιλογή και λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου του ορισμού τους έτους. Σε περίπτωση θανάτου, κωλύματος ή αποχώρησης του προέδρου ή μέλους του συμβουλίου, τη θέση του καταλαμβάνει ο αναπληρωτής του και μόνο για το υπόλοιπο της θητείας του.

8.

Οι επιθεωρητές, κατά το χρονικό διάστημα της άσκησης των καθηκόντων τους, απαλλάσσονται από κάθε άλλη υπηρεσία, με εξαίρεση τη συμμετοχή των αρεοπαγιτών και των αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου στη μείζονα Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και των υπολοίπων στις οικείες ολομέλειες των δικαστηρίων και εισαγγελιών.

9.

Κάθε επιθεωρητής κατά το χρονικό διάστημα της άσκησης των καθηκόντων του επικουρείται από έναν (1) δικαστικό υπάλληλο του κλάδου ΠΕ επικουρίας και τεκμηρίωσης δικαστικού έργου, τον οποίο ορίζει, με απόφασή της, η Ολομέλεια.

10.

Οι πρόεδροι εφετών ενεργούν ετήσια επιθεώρηση των πρωτοδικείων, ειρηνοδικείων και πταισματοδικείων και οι εισαγγελείς εφετών ετήσια επιθεώρηση των εισαγγελιών της περιφέρειάς τους και των πταισματοδικείων ως προς το προανακριτικό τους έργο, παράλληλα προς την επιθεώρηση των επιθεωρητών αρεοπαγιτών και αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου. Σε όσα δικαστήρια και εισαγγελίες υπηρετούν περισσότεροι πρόεδροι ή εισαγγελείς εφετών, ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή εκείνος που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία διενεργεί ο ίδιος την επιθεώρηση ή ορίζει από τους ομοιόβαθμούς του αυτόν ή αυτούς που πρόκειται να τη διενεργήσουν.

11.

Σε περίπτωση θανάτου, αποχώρησης από την υπηρεσία, μετάθεσης, προαγωγής ή κωλύματος του επιθεωρητή αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την επιθεώρηση διενεργούν ή συνεχίζουν οι αναπληρωματικοί τους, κατά τη σειρά ορισμού τους και μόνο για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας τους.

12.

Σε επιθεώρηση υπόκεινται όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί έως και τον βαθμό του προέδρου εφετών ή του εισαγγελέα εφετών. Οι πρόεδροι και εισαγγελείς εφετών επιθεωρούνται από τον πρόεδρο του Συμβουλίου Επιθεώρησης. Κατά την εξέταση προσφυγής κατά έκθεσης ο πρόεδρος του Συμβουλίου Επιθεώρησης δεν μετέχει στο συμβούλιο, εάν έχει συντάξει ο ίδιος την εν λόγω έκθεση, αλλά ο αναπληρωματικός του.

Άρθρο 94

Περιφέρειες επιθεώρησης των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων

1.

Οι περιφέρειες της επιθεώρησης ορίζονται σε εννέα (9) και καθεμία από αυτές περιλαμβάνει αντιστοίχως: Η πρώτη (Α’ ), τα Εφετεία Αθηνών, Λαμίας και Ευβοίας, τα Πρωτοδικεία και τις Εισαγγελίες Πρωτοδικών των Εφετείων Αθηνών, Λαμίας και Ευβοίας, πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών και των Εισαγγελιών Πρωτοδικών Αθηνών, Λαμίας και Χαλκίδας. Η δεύτερη (Β’ ), το Πρωτοδικείο Αθηνών. Η τρίτη (Γ’ ), τις Εισαγγελίες Εφετών και Πρωτοδικών Αθηνών και Λαμίας, την Εισαγγελία Εφετών Ευβοίας και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Χαλκίδας. Ως επιθεωρητής ορίζεται αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η τέταρτη (Δ’ ), τις Εισαγγελίες Εφετών Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Θράκης και Δυτικής Μακεδονίας και τις υπαγόμενες σε αυτές Εισαγγελίες Πρωτοδικών. Ως επιθεωρητής ορίζεται αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η πέμπτη (Ε’), τα Εφετεία Πειραιώς, Ναυπλίου και Καλαμάτας, τα υπαγόμενα σε αυτά Πρωτοδικεία, καθώς και τις αντίστοιχες Εισαγγελίες Εφετών, με τις υπαγόμενες σε αυτές Εισαγγελίες Πρωτοδικών, πλην των Εισαγγελιών Εφετών και Πρωτοδικών Πειραιά. Η έκτη (ΣΤ’), τα Εφετεία Κρήτης, Ανατολικής Κρήτης, Δωδεκανήσου, Αιγαίου και Βορείου Αιγαίου, τα υπαγόμενα σε αυτά Πρωτοδικεία, καθώς και τις αντίστοιχες Εισαγγελίες Εφετών, με τις υπαγόμενες σε αυτές Εισαγγελίες Πρωτοδικών. Η έβδομη (Ζ’), τα Εφετεία Λάρισας, Ιωαννίνων, Πατρών, Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και Κέρκυρας και τα υπαγόμενα σε αυτά Πρωτοδικεία. Η όγδοη (Η’), τις Εισαγγελίες Εφετών Λάρισας, Ιωαννίνων, Πατρών, Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και Κέρκυρας, με τις υπαγόμενες σε αυτές Εισαγγελίες Πρωτοδικών. Ως επιθεωρητής ορίζεται αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η ένατη (Θ’), τα Εφετεία Θεσσαλονίκης, Θράκης και Δυτικής Μακεδονίας, καθώς και τα υπαγόμενα σε αυτά Πρωτοδικεία. Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και ισχύει από τη 16η Σεπτεμβρίου του επόμενου από τη δημοσίευσή της δικαστικού έτους.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)