Νόμοι — ΦΕΚ A' 109/2022
Δεν οφείλεται μισθός για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο δικαστικός λειτουργός από δική του υπαιτιότητα δεν παρέχει υπηρεσία. Ως μη παροχή υπηρεσίας νοείται και η, κατά την κρίση των οργάνων, που αναφέρονται στην παρ. 4, κατ’ επανάληψη αδικαιολόγητη καθυστέρηση παράδοσης σχεδίων αποφάσεων και δικογραφιών που του ανατίθενται προς επεξεργασία, καθώς και η αδικαιολόγητη μη συμμετοχή στις συνεδριάσεις των οργάνων του δικαστηρίου ή η αδικαιολόγητη μη εκτέλεση υπηρεσίας που του ανατέθηκε αρμοδίως.
Στην περίπτωση της παρ. 3, ο μισθός περικόπτεται με πράξη του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή του δικαστικού λειτουργού που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή με πράξη του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή του δικαστικού λειτουργού, που διευθύνει το αμέσως ανώτερο δικαστήριο ή εισαγγελία, με την οποία ορίζεται, αναλόγως με τη μη παροχή υπηρεσίας, το χρονικό διάστημα για το οποίο περικόπτεται ο μισθός. Για την περικοπή του μισθού την περικοπή του μισθού καλεί, πριν από την έκδοση της πράξης, εγγράφως τον δικαστικό λειτουργό να εκφράσει τις απόψεις του. Η εκτέλεση της πράξης δεν αναστέλλεται για οποιονδήποτε λόγο. Ο δικαστικός λειτουργός στον οποίο αφορά η πράξη μπορεί, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την επίδοση της πράξης σε αυτόν, να ασκήσει προσφυγή κατ’ αυτής ενώπιον του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, το οποίο αποφαίνεται αμετάκλητα. Σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής, το ανώτατο δικαστικό συμβούλιο εξαφανίζει την πράξη της περικοπής, ενώ διατάσσεται η απόδοση σε αυτόν του μισθού που περικόπηκε.
Σε περίπτωση απόλυσης δικαστικού λειτουργού λόγω νόσου που δεν θεραπεύεται, συνεχίζεται να καταβάλλεται ο μισθός ενέργειας ή διαθεσιμότητας καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που διαρκεί η διαδικασία της απόλυσης του δικαστικού λειτουργού μέχρι να λυθεί η υπηρεσιακή σχέση.
Η αξίωση καταβολής του μισθού παύει από τη λύση της δημόσιας υπηρεσιακής σχέσης.
Οι διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας, που προβλέπουν την καταβολή αποδοχών μετά από τη λύση της υπηρεσιακής σχέσης, αντί για σύνταξη, δεν θίγονται από την παρ. 6.
Για τη μετακίνηση εκτός έδρας των δικαστικών λειτουργών για εκτέλεση υπηρεσίας εφαρμόζεται η υποπαρ. Δ.9 της παρ. Δ’ του άρθρου 2 του Μέρους Β’ του ν. 4336/2015 (Α’ 94).
Άρθρο 51
Ειδικές εγγυήσεις δικαστικών λειτουργών
Δεν εφαρμόζεται η αυτόφωρη διαδικασία των άρθρων 275 και 417 έως 426 του ΚΠΔ κατά δικαστικού λειτουργού για πλημμελήματα που φέρεται να έχει διαπράξει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή επ’ ευκαιρία αυτών.
Σε περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας, σε ποσοστό εξήντα επτά τοις εκατό (67%) τουλάχιστον, δικαστικού λειτουργού συνεπεία τρομοκρατικής ή οιασδήποτε άλλης εγκληματικής ενέργειας κατά την εκτέλεση του υπηρεσιακού του καθήκοντος και ένεκα αυτού, ο/η σύζυγος ή ο/η συνδεόμενος/η με σύμφωνο συμβίωσης ή ένα τέκνο αυτού προσλαμβάνεται υποχρεωτικά, κατόπιν αίτησής του, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ή σε οποιαδήποτε δικαστική υπηρεσία, ως μόνιμος ή με σύμβαση αορίστου χρόνου διοικητικός ή δικαστικός υπάλληλος, αναλόγως των προσόντων του, κατ’ εξαίρεση των διατάξεων περί προσλήψεων και ανεξαρτήτως ύπαρξης κενής οργανικής θέσης, επιφυλασσομένων των διατάξεων περί κωλυμάτων διορισμού. Η αίτηση για πρόσληψη των δικαιούμενων προσώπων υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών από την απόκτηση των απαραιτήτων προσόντων διορισμού τους σε οποιαδήποτε θέση.
Άρθρο 52
Κανονική άδεια δικαστικών λειτουργών
Στον δικαστικό λειτουργό, ύστερα από αίτησή του και εφόσον το επιτρέπουν οι ανάγκες της υπηρεσίας, είναι δυνατό να χορηγηθεί άδεια α) μέχρι έναν (1) μήνα, αν έχει δημόσια υπηρεσία ενός (1) τουλάχιστον έτους, και β) μέχρι δεκαπέντε (15) ημέρες, αν έχει δημόσια υπηρεσία δύο (2) τουλάχιστον μηνών. Η άδεια αυτή χορηγείται, ολόκληρη ή τμηματικά, κάθε ημερολογιακό έτος.
Δεν έχει δικαίωμα κανονικής άδειας, πριν από την ανάληψη υπηρεσίας στη νέα του θέση, ο δικαστικός λειτουργός στον οποίο έχει κοινοποιηθεί πράξη μετάθεσης ή προαγωγής ή εκείνος που βρίσκεται υπό υπηρεσιακή μετακίνηση.
Από τον χρόνο της κανονικής άδειας αφαιρείται ο χρόνος αδικαιολόγητης απουσίας μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος, που βεβαιώνεται με πράξη του προϊσταμένου του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον το επιτρέπουν οι ανάγκες της υπηρεσίας, είναι δυνατό να χορηγηθεί στον δικαστικό λειτουργό, ύστερα από αίτησή του, κανονική άδεια χωρίς αποδοχές μέχρι έναν (1) μήνα κάθε ημερολογιακό έτος πέρα από την άδεια που προβλέπεται στην παρ. 1.
Κατά την περίοδο των θερινών τμημάτων δεν χορηγείται κανονική άδεια στον δικαστικό λειτουργό που έχει δικαίωμα σε διακοπές. Επίσης, δεν χορηγείται τέτοια άδεια τριάντα (30) ημέρες πριν από την έναρξη της περιόδου των θερινών τμημάτων και τριάντα (30) ημέρες μετά από τη λήξη τους, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις.
Η κανονική άδεια χορηγείται με απόφαση του δικαστή ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ύστερα από αίτηση του δικαστικού λειτουργού. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Στους ειρηνοδίκες και πταισματοδίκες η άδεια χορηγείται: α) από τον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου για το Ειρηνοδικείο Αθηνών, β) από τον διευθύνοντα το δικαστήριο, αν υπηρετούν πέντε (5) τουλάχιστον ειρηνοδίκες ή πταισματοδίκες σε αυτό, και γ) από τον πρόεδρο του οικείου πρωτοδικείου στις λοιπές περιπτώσεις.
Η κανονική άδεια ανακοινώνεται στον δικαστικό λειτουργό με επίδοση του σχετικού εγγράφου, το αργότερο μέσα σε έναν (1) μήνα από την έγκρισή της.
Αυτός που έλαβε κανονική άδεια, είναι υποχρεωμένος να κάνει χρήση της μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την ανακοίνωση της παρ. 7, εκτός αν στο έγγραφο της άδειας ορίζεται ρητά η ημέρα έναρξής της. Αν δεν κάνει χρήση της άδειας μέσα στην προθεσμία αυτή, η άδεια ακυρώνεται αυτοδικαίως. διοικητικών δικαστηρίων είναι δυνατό να αναβάλει την έναρξη της άδειας το πολύ επί δέκα (10) ημέρες, αν συντρέχει περίπτωση εξαιρετικής υπηρεσιακής ανάγκης ή ύστερα από αίτηση του δικαστικού λειτουργού.
Για την έναρξη, τη λήξη ή την τυχόν διακοπή της άδειας, συντάσσονται εκθέσεις ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας. Αντίγραφα των εκθέσεων αυτών αποστέλλονται χωρίς καθυστέρηση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.
Η κανονική άδεια είναι δυνατό να ανακληθεί από εκείνον που τη χορήγησε, πριν από τη λήξη της, εφόσον συντρέχει περίπτωση εξαιρετικής υπηρεσιακής ανάγκης.
Δικαστικός λειτουργός δεν έχει δικαίωμα να κάνει χρήση κανονικής αδείας, εφόσον, κατά την κρίση του οικείου προϊσταμένου, υπάρχει κίνδυνος ουσιώδους καθυστέρησης στην έκδοση αποφάσεων ή βουλευμάτων σε επείγουσες υποθέσεις, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικά σοβαροί λόγοι υγείας.
Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δύναται να ζητήσει από τον αρμόδιο προϊστάμενο την ανάκληση της κανονικής άδειας δικαστικού λειτουργού λόγω εξαιρετικής υπηρεσιακής ανάγκης.
Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δύναται να ζητήσει από τον αρμόδιο προϊστάμενο να απαγορεύσει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τη χορήγηση κανονικών αδειών δικαστικών λειτουργών για ορισμένο χρονικό διάστημα.
Αν ο δικαστικός λειτουργός υπερβεί αδικαιολόγητα την άδεια που του χορηγήθηκε, στερείται τις αποδοχές του για τις αντίστοιχες ημέρες, ανεξάρτητα από την πειθαρχική του ευθύνη.
Άρθρο 53
Άδειες κύησης, λοχείας και ανατροφής τέκνου δικαστικών λειτουργών
Στη δικαστική λειτουργό που κυοφορεί, χορηγείται άδεια μητρότητας δύο (2) μήνες πριν και τρεις (3) μήνες μετά τον τοκετό. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημόσιων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26).
Στον γονέα δικαστικό λειτουργό χορηγείται, ύστερα από αίτησή του, με απόφαση του δικαστή ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου, που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή του προέδρου του οικείου πρωτοδικείου για τα δικαστήρια στα οποία υπηρετούν μέχρι τέσσερις ειρηνοδίκες ή πταισματοδίκες, η οποία κοινοποιείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, άδεια εννέα (9) μηνών με αποδοχές για ανατροφή τέκνου. Σε περίπτωση πολύδυμης κύησης, η παραπάνω άδεια των εννέα (9) μηνών για ανατροφή τέκνου με αποδοχές προσαυξάνεται, κατά έξι (6) μήνες για κάθε τέκνο πέραν του ενός. Η ημερομηνία έναρξης της άδειας προσδιορίζεται, όταν το σχετικό αίτημα υποβάλλεται από μητέρα δικαστική λειτουργό, το συντομότερο δυνατόν, οπωσδήποτε όμως μέσα σε δύο (2) μήνες από το πέρας της άδειας μητρότητας που έλαβε η ίδια δικαστική λειτουργός. Η αίτηση για τη χορήγηση της παραπάνω άδειας σε πατέρα δικαστικό λειτουργό, για την ανατροφή του τέκνου του, υποβάλλεται το συντομότερο δυνατόν, δηλαδή μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας που έχει χορηγηθεί στην εργαζομένη μητέρα του παιδιού του. Αν η σύζυγος ή το πρόσωπο, με το οποίο έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης ο δικαστικός λειτουργός, δεν έχει λάβει άδεια μητρότητας, η αίτηση υποβάλλεται το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία κατά την οποία έληγε η άδεια μητρότητας, την οποία, με βάση τον χρόνο τοκετού, θα ελάμβανε μητέρα δικαστική λειτουργός.
Αν και οι δύο γονείς είναι δικαστικοί λειτουργοί, με κοινή τους δήλωση, που κατατίθεται στις υπηρεσίες τους, καθορίζουν ποιος από τους δύο κάνει χρήση άδειας ανατροφής τέκνου.
Αν ο σύζυγος δικαστικού λειτουργού ή το πρόσωπο που έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης με αυτόν εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα και δικαιούται άδεια ανατροφής τέκνου μετά ή άνευ αποδοχών αντίστοιχη της παρ. 2, ο δικαστικός λειτουργός δικαιούται να κάνει χρήση της άδειας ανατροφής τέκνου κατά το μέρος που ο σύζυγος αυτού ή το πρόσωπο που έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης με αυτόν δεν κάνει χρήση των δικών του δικαιωμάτων ή κατά το μέρος που αυτά υπολείπονται της άδειας ανατροφής τέκνου.
Σε περίπτωση διάστασης, διαζυγίου, χηρείας ή γέννησης τέκνου χωρίς γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης των γονέων του, την παραπάνω άδεια ανατροφής τέκνου δικαιούται ο γονέας που ασκεί την επιμέλεια του τέκνου.
Άρθρο 54
Αναρρωτική άδεια - Περίθαλψη δικαστικών λειτουργών
Στους δικαστικούς λειτουργούς που ασθενούν ή έχουν ανάγκη ανάρρωσης, χορηγείται από τον δικαστή ή τον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή τον πρόεδρο του οικείου πρωτοδικείου, για τα δικαστήρια στα οποία υπηρετούν μέχρι τέσσερις (4) ειρηνοδίκες ή πταισματοδίκες, αναρρωτική άδεια με πλήρεις αποδοχές. Η σχετική απόφαση κοινοποιείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.
Για τις προϋποθέσεις, τη διαδικασία, τον τρόπο χορήγησης και τη διάρκεια της αναρρωτικής άδειας, καθώς και για τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους. Εάν η αναρρωτική άδεια ή η απουσία λόγω ασθενείας εκτείνεται σε δύο διαδοχικές δικασίμους, ο δικαστικός λειτουργός παραπέμπεται υποχρεωτικά για εξέταση στην οικεία υγειονομική επιτροπή. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανίατων ασθενειών, η άδεια μπορεί να παρατείνεται με απόφαση του αρμόδιου οργάνου για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται απολύτως απαραίτητο. στην αλλοδαπή και την ημεδαπή
Επιτρέπεται η χορήγηση εκπαιδευτικής άδειας απουσίας στην αλλοδαπή:
- α) στους εισηγητές και παρέδρους του Συμβουλίου της
Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου,
- β) στους δικαστικούς λειτουργούς των πολιτικών και
ποινικών δικαστηρίων από τον βαθμό του ειρηνοδίκη, του πρωτοδίκη και του αντεισαγγελέα πρωτοδικών μέχρι του εφέτη και του αντεισαγγελέα εφετών,
- γ) στους δικαστικούς λειτουργούς των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων από τον βαθμό του πρωτοδίκη
μέχρι του εφέτη. Εκπαιδευτική άδεια δεν επιτρέπεται να χορηγηθεί μετά τη συμπλήρωση του πεντηκοστού πέμπτου (55ου) έτους της ηλικίας. Για να χορηγηθεί εκπαιδευτική άδεια, απαιτείται ο δικαστικός λειτουργός να έχει πολύ καλή γνώση της γλώσσας της χώρας στην οποία πρόκειται να μεταβεί για εκπαίδευση και να έχει γίνει δεκτός σε αναγνωρισμένο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών σε πανεπιστήμιο της αλλοδαπής, είτε ως πλήρους φοίτησης είτε ως ακαδημαϊκός επισκέπτης.
Ο αριθμός των δικαστικών λειτουργών που αποστέλλονται στην αλλοδαπή με εκπαιδευτική άδεια κάθε εκπαιδευτικό έτος, ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, και δεν μπορεί να είναι μικρότερος από δύο (2) για το Συμβούλιο της Επικρατείας, τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, τις εισαγγελίες, τα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και το Ελεγκτικό Συνέδριο [σύνολο δέκα (10)].
Οι άδειες χορηγούνται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης το αργότερο έως το τέλος Μαρτίου του έτους έναρξης της άδειας, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου δικαστικού λειτουργού και απόφαση του αρμόδιου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου. Το ανώτατο δικαστικό συμβούλιο αποφαίνεται ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης και μόνο μέχρι τον αριθμό των αναφερόμενων σε αυτό θέσεων. Στην αίτηση πρέπει να προσδιορίζονται τα θέματα με τα οποία πρόκειται να ασχοληθεί ο δικαστικός λειτουργός και να επισυνάπτονται τα σχετικά δικαιολογητικά.
Η εκπαιδευτική άδεια χορηγείται για ένα (1) έτος και είναι δυνατόν να παραταθεί, με την ίδια διαδικασία, για ένα (1) ακόμη έτος, αν υπάρχει σπουδαίος λόγος και εφόσον ο δικαστικός λειτουργός καταθέτει βεβαίωση του πανεπιστημίου ότι έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή και ότι μπορεί ακόμη, εξαιρουμένης της περίπτωσης των ακαδημαϊκών επισκεπτών, να ολοκληρώσει το πρόγραμμα των μεταπτυχιακών του σπουδών με τη λήψη του μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης. Στην περίπτωση αδικαιολόγητης υπέρβασης της εκπαιδευτικής άδειας εφαρμόζεται η παρ. 15 του άρθρου 52.
Ο δικαστικός λειτουργός που έλαβε εκπαιδευτική άδεια, οφείλει να αναφέρει με δήλωσή του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης την ημερομηνία αναχώρησης και εγκατάστασής του στην αλλοδαπή, την έναρξη της εκπαίδευσής του, καθώς και τον τόπο και τη διεύθυνση της διαμονής του. Στο τέλος κάθε εξαμήνου, οφείλει να υποβάλλει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και στον πρόεδρο του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου λεπτομερή έκθεση για τη συντελεσθείσα εργασία και για την πορεία της εκπαίδευσής του, με τα αποδεικτικά των σπουδών του. Προκειμένου περί ακαδημαϊκών επισκεπτών η έκθεση υποβάλλεται ανά τρίμηνο, μαζί με βεβαιώσεις παρακολούθησης από τα αρμόδια όργανα του πανεπιστημίου. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής είναι δυνατόν να επιφέρει την ανάκληση του υπολοίπου της εκπαιδευτικής άδειας, με απόφαση του αρμόδιου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, και συνεπάγεται την πειθαρχική ευθύνη του δικαστικού λειτουργού.
Στον δικαστικό λειτουργό που μεταβαίνει στην αλλοδαπή με εκπαιδευτική άδεια, παρέχεται επιπλέον το πενήντα τοις εκατό (50%) των συνολικών αποδοχών της οργανικής του θέσης. Για τις δαπάνες μετακίνησής του ισχύουν όσα προβλέπονται στην υποπαρ. Δ.9 της παρ. Δ’ του άρθρου 2 του Μέρους Β’ του ν. 4336/2015 (Α’ 94).
Η εκπαιδευτική άδεια διακόπτεται ύστερα από απόφαση του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, αν οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιβάλλουν ή αν ο δικαστικός λειτουργός υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα.
Οι δικαστικοί λειτουργοί που έλαβαν εκπαιδευτική άδεια, είναι υποχρεωμένοι, μετά την επιστροφή τους, να υπηρετήσουν επί χρόνο τετραπλάσιο του χρόνου της άδειάς τους.
Σε περίπτωση κατά την οποία οι δικαστικοί λειτουργοί δεν τηρήσουν τις υποχρεώσεις των παρ. 5 και 8, οφείλουν να επιστρέψουν στο Δημόσιο, μέσα σε έξι (6) μήνες, τις επιπλέον αποδοχές που έλαβαν κατά τον χρόνο της άδειας, καθώς και τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής, με τον νόμιμο τόκο από τη λήψη τους. Τα οφειλόμενα ποσά βεβαιώνονται και εισπράττονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του ν. δ. 356/1974 (Κώδικας Είσπραξης Δημόσιων Εσόδων - Κ.Ε.Δ.Ε. - Α’ 90) μετά την αποστολή χρηματικού καταλόγου στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) κατά το άρθρο 2 του Κ.Ε.Δ.Ε. και το άρθρο 55 του π.δ. 16/1989 (Α’ 6).
Εκπαιδευτική άδεια απουσίας στην ημεδαπή μπορεί να χορηγείται στους δικαστικούς λειτουργούς που αναφέρονται στην παρ. 1 είτε για την παρακολούθηση μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών, ετήσιας διάρκειας, στις σχολές νομικών, πολιτικών και οικονομικών επιστημών είτε για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, ο δικαστικός λειτουργός έχει ολοκληρώσει δύο (2) ακαδημαϊκά έτη και έχει υποβάλει προς τον/τους επιβλέποντα/ες ολοκληρωμένο και λεπτομερή πίνακα περιεχομένων της διατριβής, σύμφωνα με βεβαίωση της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής, όπου αναφέρεται και ο εκτιμώμενος χρόνος για την ολοκλήρωσή της. Η εκπαιδευτική άδεια χορηγείται υπό τις προϋποθέσεις των παρ. 1 έως και 9, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως. Στον δικαστικό λειτουργό δεν χορηγούνται άλλες αποδοχές ή παντός είδους επιμίσθιο ή έξοδα. προγράμματα κατάρτισης διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών δικαστικής εκπαίδευσης
Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ύστερα από πρόταση του προέδρου του οικείου ανώτατου δικαστηρίου του κλάδου στον οποίο ανήκει ο δικαστικός λειτουργός ή, αν πρόκειται για εισαγγελικούς λειτουργούς του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ή αν πρόκειται για μέλη της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, του οικείου Γενικού Επιτρόπου, μπορεί να επιτρέπει την αποστολή στην αλλοδαπή δικαστικών λειτουργών όλων των βαθμών, ανεξαρτήτως ηλικίας, για συμμετοχή σε συνέδρια ή παρακολούθηση βραχυχρόνιων σεμιναρίων ή της οργάνωσης και λειτουργίας ξένων δικαστηρίων. Η απουσία του δικαστικού λειτουργού από τα καθήκοντά του δεν μπορεί να υπερβεί τον έναν (1) μήνα. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται το άρθρο 48 του ν. 4871/2021 (Α’ 246).
Η ΕΣΔι, ως μέλος διεθνών δικτύων και οργανισμών, κοινοποιεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, καθώς και στα δικαστήρια τα προγράμματα επιμόρφωσης που οργανώνουν, με δική τους χρηματοδότηση, τα εν λόγω δίκτυα ή οργανισμοί, προκειμένου να εκδηλώσουν ενδιαφέρον οι δικαστικοί λειτουργοί. Οι σχετικές αιτήσεις υποβάλλονται στα δικαστήρια. Ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή ο δικαστικός λειτουργός που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία εκτιμά τις υπηρεσιακές ανάγκες, καθώς και τις εκκρεμείς υποχρεώσεις των ενδιαφερόμενων δικαστικών λειτουργών και εν συνεχεία διαβιβάζει τις αιτήσεις που εγκρίνει στην ΕΣΔι. Η ΕΣΔι αποστέλλει αρμοδίως τις σχετικές αιτήσεις στο σύνολό τους. Σε περίπτωση περιορισμένου αριθμού συμμετεχόντων και υποβολής περισσότερων αιτήσεων, η ΕΣΔι προκρίνει αιτιολογημένα ορισμένους εξ αυτών. Τα κριτήρια επιλογής είναι, ιδίως, η πολύ καλή γνώση της ξένης γλώσσας στην οποία διεξάγεται το πρόγραμμα επιμόρφωσης, η αρχαιότητα, μεταξύ ομοιοβάθμων, η συμμετοχή σε προηγούμενο πρόγραμμα, καθώς και ο αριθμός των δικαστικών λειτουργών που παρακολουθούν ή πρόκειται να παρακολουθήσουν επιμορφωτικά προγράμματα κατά την ίδια χρονική περίοδο. Σε κάθε περίπτωση οι άδειες κατανέμονται αναλόγως μεταξύ όλων των βαθμών. Στον δικαστικό λειτουργό που μεταβαίνει στην αλλοδαπή, στο πλαίσιο των ως άνω χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, δεν χορηγούνται άλλες αποδοχές ή παντός είδους επιμίσθιο ή έξοδα, ενώ εφαρμόζονται αναλόγως οι παρ. 5 και 8 του άρθρου 55. Ο δικαστικός λειτουργός που μεταβαίνει στην αλλοδαπή, ενημερώνει την ΕΣΔι για τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα, υποβάλλοντας σχετική έκθεση μετά την ολοκλήρωσή του. Η ΕΣΔι μπορεί να αναθέσει στον δικαστικό λειτουργό τη μελέτη ζητημάτων, που σχετίζονται με τη δικαστική εκπαίδευση σε σχέση με το αντικείμενο στο οποίο επιμορφώνεται, καθώς και την εν γένει εκπροσώπηση της σχολής στις συναντήσεις που λαμβάνουν χώρα κατά το χρονικό διάστημα της επιμόρφωσης στον τόπο πραγματοποίησής της. Στην περίπτωση μακροχρόνιων προγραμμάτων επιμόρφωσης απαιτείται προηγούμενη άδεια, η ισχύς της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα (1) έτος και χορηγείται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου δικαστικού λειτουργού και απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.
Η ΕΣΔι κοινοποιεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και στα δικαστήρια προγράμματα επιμόρφωσης, που οργανώνουν, με δική τους χρηματοδότηση, διεθνείς, ευρωπαϊκοί ή εθνικοί φορείς άλλων κρατών, προκειμένου να εκδηλώσουν ενδιαφέρον δικαστικοί λειτουργοί.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται το αργότερο έως την 30ή Ιουνίου κάθε έτους, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου δικαστικού λειτουργού και απόφαση του αρμόδιου ανωτάτου δικαστικού συμβουλίου, μπορεί να χορηγείται ειδική άδεια απουσίας έως δώδεκα (12) μηνών στην αλλοδαπή σε: α) δύο (2) κατ’ έτος παρέδρους και εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας, β) δύο (2) κατ’ έτος παρέδρους και εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου,
- γ) τρεις (3) κατ’ έτος δικαστικούς λειτουργούς των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων από τον βαθμό του
πρωτοδίκη μέχρι και του εφέτη και δ) τρεις (3) κατ’ έτος δικαστικούς λειτουργούς των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων από τον βαθμό του πρωτοδίκη μέχρι και του εφέτη, προκειμένου να ασκηθούν για επιμορφωτικούς λόγους στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και σε εθνικά αλλοδαπά δικαστήρια. Οι παρ. 5 και 6 του άρθρου 55 εφαρμόζονται αναλόγως, οι δε επιπλέον των τακτικών αποδοχές καταβάλλονται μειωμένες κατά το ποσό της αμοιβής που οι ανωτέρω δικαστικοί λειτουργοί λαμβάνουν από τα ευρωπαϊκά και αλλοδαπά εθνικά δικαστήρια ή από τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς δικαστικής εκπαίδευσης για τη συμμετοχή τους στο ανωτέρω πρόγραμμα. Οι ανωτέρω δικαστικοί λειτουργοί οφείλουν να γνωρίζουν άριστα μία (1) εκ των επίσημων γλωσσών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορούν να ζητήσουν από τους ανωτέρω δικαστικούς λειτουργούς να συντάξουν έκθεση για τα προγράμματα που παρακολούθησαν και να τα παρουσιάσουν στους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς του οικείου δικαιοδοτικού κλάδου.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται μετά από πρόταση του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας σε αυτό, μπορεί να χορηγείται άδεια σε δικαστές του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μέχρι έξι (6) ετησίως, ή δικαστικούς λειτουργούς της Γενικής Επιτροπείας, μέχρι έναν (1) ετησίως, οι οποίοι γνωρίζουν καλά μία (1) από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να επιμορφωθούν στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο. Κατά τη διάρκεια της άδειας, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους πέντε (5) μήνες, καταβάλλονται στους επιμορφουμένους οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές της οργανικής τους θέσης. εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων της, την επιστημονική και επαγγελματική εμπειρία που απέκτησαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΑΤΟΜΙΚΟΙ ΦΑΚΕΛΟΙ ΚΑΙ ΜΗΤΡΩΟ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ
Άρθρο 57
Ατομικοί φάκελοι δικαστικών λειτουργών
Για κάθε δικαστικό λειτουργό τηρείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ατομικός φάκελος, στον οποίο περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία και έγγραφα που αναφέρονται στον διορισμό και στην προσωπική και υπηρεσιακή του κατάσταση, οι εκθέσεις των επιθεωρητών, οι πειθαρχικές και ποινικές διώξεις και οι αποφάσεις που εκδόθηκαν επ’ αυτών.
Με τα στοιχεία της παρ. 1 τηρούνται, επίσης, ατομικοί φάκελοι:
- α) στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης, για τους δικαστικούς λειτουργούς του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών
δικαστηρίων,
- β) στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και
Ποινικής Δικαιοσύνης, για τους δικαστικούς λειτουργούς των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών,
- γ) στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Ελεγκτικού
Συνεδρίου, για τους δικαστικούς λειτουργούς του και για τους δικαστικούς λειτουργούς της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και
- δ) στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, για τους δικαστικούς λειτουργούς της Γενικής Επιτροπείας και των δικαστηρίων
αυτών.
Έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση του ατομικού φακέλου δικαστικού λειτουργού:
- α) ο Υπουργός Δικαιοσύνης,
- β) τα μέλη του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου,
- γ) τα μέλη του οικείου πειθαρχικού συμβουλίου ή πειθαρχικού δικαστηρίου,
- δ) οι επιθεωρητές και τα οικεία συμβούλια επιθεώρησης,
- ε) τα μέλη της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των
τακτικών διοικητικών δικαστηρίων για τους δικαστικούς λειτουργούς των δικαστηρίων αυτών και
- στ) ο ίδιος ο δικαστικός λειτουργός, ο οποίος έχει δικαίωμα λήψης αντιγράφων.
Ανακοίνωση στοιχείων του ατομικού φακέλου δικαστικού λειτουργού σε άλλα, πλην των ανωτέρω ειδικώς αναφερομένων, πρόσωπα απαγορεύεται.
Οι λεπτομέρειες τήρησης των ατομικών φακέλων, που μπορεί να είναι σε ηλεκτρονική μορφή, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Ειδικά στους ατομικούς φακέλους των μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου, της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου περιλαμβάνονται ετήσια στατιστικά στοιχεία σχετικά με την υπηρεσιακή τους απόδοση από την ημερομηνία προαγωγής τους στον βαθμό του Συμβούλου Επικρατείας, του Αρεοπαγίτη, του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του Συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και με τα πρόσθετα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, τα οποία συγκεντρώνουν τα οικεία αρμόδια τμήματα της γραμματείας των ανώτατων δικαστηρίων και της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.
Άρθρο 58
Μητρώο δικαστικών λειτουργών
Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης τηρείται μητρώο των δικαστικών λειτουργών.
Στο μητρώο αυτό, σε ξεχωριστό φύλλο για κάθε δικαστικό λειτουργό, αναγράφονται η οικογενειακή του κατάσταση, τα προσόντα του, τα στοιχεία του διορισμού του, οι μεταβολές της υπηρεσιακής του κατάστασης, οι ηθικές αμοιβές, οι πειθαρχικές ποινές και κάθε άλλο στοιχείο που αφορά στην υπηρεσιακή του δραστηριότητα.
Οι λεπτομέρειες του τύπου του μητρώου, που μπορεί να τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή, καθορίζονται με την απόφαση της παρ. 4 του άρθρου 57.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ
Άρθρο 59
Τοποθετήσεις - Προαγωγές δικαστικών λειτουργών
Οι τοποθετήσεις των διοριζόμενων ή προαγόμενων δικαστικών λειτουργών, οι μεταθέσεις, μετατάξεις και αποσπάσεις τους ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου. Έως την επίδοση του σχετικού με την υπηρεσιακή μεταβολή εγγράφου οι δικαστικοί λειτουργοί εγκύρως ασκούν τα καθήκοντα της θέσης και του βαθμού που κατέχουν.
Οι προαγωγές των δικαστικών λειτουργών μέχρι τον βαθμό του συμβούλου της Επικρατείας, του αρεοπαγίτη και του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Επιτρόπου και του αντεπιτρόπου της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και του Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και ο διορισμός σε θέση αντεπιτρόπου της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και αντεπιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα, ύστερα από απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Η απόφαση του ανωτάτου δικαστικού συμβουλίου προκαλείται με ερώτημα του Υπουργού το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την κένωση ή την κατανομή νέων θέσεων στα οικεία δικαστήρια ή εισαγγελίες ή, προκειμένου περί ειρηνοδικών, από τη συμπλήρωση των απαιτούμενων ετών υπηρεσίας, και η προαγωγή του δικαστικού λειτουργού ανατρέχει στον χρόνο κα απαιτούμενων ετών υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο
Ειδικά για την πλήρωση των κενών που προβλέπεται ότι προκύπτουν στις 30 Ιουνίου κάθε έτους, το ερώτημα αποστέλλεται το αργότερο εντός του Απριλίου.
Οι προαγωγές στις θέσεις του Προέδρου και των αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Προέδρου, του Εισαγγελέα και των αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου, του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και των αντιπροέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής και εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, επιλέγει τους προακτέους μεταξύ εκείνων που έχουν τα νόμιμα προσόντα κατά τις παρ. 4 και 5 του άρθρου 74, την παρ. 7 του άρθρου 75, τις παρ. 7 και 8 του άρθρου 83, την παρ. 7 του άρθρου 84 και τις παρ. 10, 11 και 12 του άρθρου 89. Για τις προαγωγές στις θέσεις των αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου η επιλογή γίνεται μεταξύ των δέκα (10) αρχαιοτέρων από τους δικαστικούς λειτουργούς, που έχουν τα τυπικά προσόντα, όταν η προς πλήρωση θέση είναι μία (1). Για κάθε μία επιπλέον θέση, ο αριθμός των υποψηφίων προς επιλογή αυξάνεται κατά τέσσερις (4). Για την πλήρωση των θέσεων, οι οποίες κενώνονται στις 30 Ιουνίου κάθε έτους, ο Υπουργός κινεί τις διαδικασίες που ορίζονται στην παρούσα το αργότερο ως το τέλος Απριλίου. Αν για οποιονδήποτε λόγο κενωθεί κάποια από τις παραπάνω θέσεις κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους, η διαδικασία κινείται μέσα σε δύο (2) μήνες από την κένωση της θέσης. Οι ανωτέρω προαγωγές ανατρέχουν στον χρόνο κένωσης της θέσης.
Για την προαγωγή δικαστικού λειτουργού σε ανώτερο βαθμό απαιτούνται:
- α) Η ύπαρξη κενής θέσης ανώτερου βαθμού, εφόσον
οι θέσεις είναι οργανικά διακεκριμένες.
- β) Η συμπλήρωση του νόμιμου χρόνου παραμονής
στον κατεχόμενο βαθμό. Στον χρόνο αυτόν δεν υπολογίζεται ο χρόνος διαθεσιμότητας, προσωρινής παύσης, αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντα λόγω της οποίας επιβλήθηκε τελεσίδικα πειθαρχική ποινή και ο χρόνος αργίας.
- γ) Η συνδρομή των ουσιαστικών προσόντων που απαιτούνται για τον ανώτερο βαθμό.
Η προαγωγή στους βαθμούς του συμβούλου της Επικρατείας, του αρεοπαγίτη, του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Επιτρόπου και αντεπιτρόπου της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, του Επιτρόπου και αντεπιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, του προέδρου και εισαγγελέα εφετών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και του προέδρου εφετών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, γίνεται κατ’ απόλυτη εκλογή και προϋποθέτει την ύπαρξη εξαιρετικών ουσιαστικών προσόντων στο πρόσωπο των ανωτέρω δικαστικών λειτουργών που έχουν τα τυπικά προσόντα. Ως ουσιαστικά προσόντα αξιολογούνται ιδίως, το ήθος, το σθένος, η κρίση και αντίληψη, η ποσοτική και ποιοτική απόδοση, η ταχύτητα στην απονομή δικαιοσύνης σε σχέση με τη σοβαρότητα και τη δυσχέρεια των υποθέσεων, η επιστημονική κατάρτιση και η κοινωνική παράσταση.
Κατ’ απόλυτη εκλογή κρίνονται και οι λοιποί δικαστικοί λειτουργοί, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στην παρ. 5, οι οποίοι συγκεντρώνουν σε ιδιαίτερα ικανό βαθμό τα απαιτούμενα ουσιαστικά προσόντα και μπορούν να ανταποκριθούν πλήρως στα καθήκοντα του ανώτερου βαθμού.
Για την εκτίμηση των ουσιαστικών προσόντων των κρινόμενων λαμβάνονται υπόψη οι εκθέσεις επιθεώρησης, οι ατομικοί φάκελοι, τα στατιστικά στοιχεία της απόδοσής τους και κάθε άλλο πρόσφορο στοιχείο.
Οι αποφάσεις του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου και της οικείας ολομέλειας πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να είναι πλήρως αιτιολογημένες. Τα μέλη τους μπορούν να στηρίζουν αιτιολογημένα την κρίση τους και στην προσωπική τους αντίληψη ως προς την ικανότητα των κρινόμενων για την απονομή της δικαιοσύνης και τα εν γένει προσόντα τους.
Δεν προάγεται στον επόμενο βαθμό δικαστής, ο οποίος καθυστερεί αδικαιολόγητα τη δημοσίευση και θεώρηση των αποφάσεων που εκδίδει, καθώς και εισαγγελικός λειτουργός ο οποίος καθυστερεί αδικαιολόγητα την επεξεργασία των δικογραφιών που του ανατίθενται, εκτός αν το οικείο συμβούλιο αιτιολογήσει ειδικά τους λόγους της κατά παρέκκλιση προαγωγής. Αδικαιολόγητη είναι η καθυστέρηση όταν: α) οι αποφάσεις δεν δημοσιεύονται μέσα σε διάστημα οκτώ (8) μηνών από τη συζήτηση ή μέσα στις ειδικότερες προθεσμίες που ορίζει ο ΚΠολΔ, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας ή οι οικείες ειδικές διατάξεις για το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο, β) προκειμένου για υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων, όταν οι αποφάσεις δεν εκδίδονται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες, γ) προκειμένου για θεωρήσεις, όταν αυτές γίνονται πέρα από τριάντα (30) ημέρες, δ) προκειμένου για εισαγγελικούς λειτουργούς, όταν η επεξεργασία και η επιστροφή των δικογραφιών καθυστερεί πέρα από τέσσερις (4) μήνες.
Μη προακτέος κρίνεται ο δικαστικός λειτουργός ο οποίος έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά σε οποιαδήποτε ποινή πλην της επίπληξης για καθυστέρηση στην εν γένει εκτέλεση των καθηκόντων του, τουλάχιστον δύο (2) φορές την τελευταία πενταετία.
Άρθρο 60
Μεταθέσεις δικαστικών λειτουργών
Τα Ανώτατα Δικαστικά Συμβούλια για τις προαγωγές και μεταθέσεις δικαστικών λειτουργών συνεδριάζουν κατά το χρονικό διάστημα από τις 10 Μαΐου έως τις 10 Ιουνίου. Οι προαγόμενοι και μετατιθέμενοι δικαστικοί λειτουργοί είναι υποχρεωμένοι να εμφανισθούν στις θέσεις τους έως τις 15 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, εκτός αν υπηρεσιακές ανάγκες επιβάλλουν να εμφανιστούν Συμβούλιο συνεδριάζει για προαγωγές και μεταθέσεις δικαστικών λειτουργών και κατά τους μήνες Οκτώβριο και Ιανουάριο. Οι δικαστικοί λειτουργοί που προάγονται και μετατίθενται κατά το προηγούμενο εδάφιο, είναι υποχρεωμένοι να εμφανισθούν στις θέσεις τους εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος περί προαγωγής ή μετάθεσης. Αν εμφανισθεί απρόβλεπτη υπηρεσιακή ανάγκη ή σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους, επιτρέπεται απόσπαση δικαστικού λειτουργού, σύμφωνα με το άρθρο 61.
Μετάθεση δικαστικού λειτουργού δεν επιτρέπεται πριν από τη συμπλήρωση υπηρεσίας ενός (1) δικαστικού έτους στον τόπο όπου τοποθετήθηκε, λόγω διορισμού. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται μετάθεση και πριν την παρέλευση του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, για υπηρεσιακούς ή σοβαρούς προσωπικούς λόγους, οι οποίοι βεβαιώνονται ειδικά στην απόφαση ή εάν υποβληθούν αιτήσεις αμοιβαίας μετάθεσης ή εάν υπάρχει κώλυμα εντοπιότητας. Οι αμοιβαίες μεταθέσεις κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους υλοποιούνται μετά τη λήξη αυτού.
Μετάθεση δικαστικού λειτουργού μπορεί να γίνει είτε ύστερα από αίτηση αυτού είτε αυτεπαγγέλτως, προκειμένου να αντιμετωπισθεί υπηρεσιακή ανάγκη, η οποία πρέπει να εκτίθεται αναλυτικά στην απόφαση. Απαγορεύεται η μετάθεση που έχει σχέση με την άσκηση των δικαιοδοτικών και εν γένει υπηρεσιακών καθηκόντων του δικαστικού λειτουργού.
Η μετάθεση είναι υποχρεωτική, αν ο δικαστικός λειτουργός: α) υπέπεσε σε βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα, β) εμφανίζει αδικαιολόγητη και σοβαρή, κατά την κρίση του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, καθυστέρηση στην εκτέλεση των καθηκόντων του.
Δικαστικός λειτουργός σύζυγος δικαστικού λειτουργού ή συνδεόμενος με σύμφωνο συμβίωσης με αυτόν, μετατίθεται ύστερα από αίτησή του στην περιφέρεια που υπηρετεί ο άλλος σύζυγος ή το άλλο μέρος του συμφώνου συμβίωσης, εφόσον δεν υπάρχει κώλυμα συνυπηρέτησης. Δημόσιος υπάλληλος ή υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) ή Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού, καθώς και ο υπηρετών στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας, σύζυγος δικαστικού λειτουργού ή συνδεόμενος με σύμφωνο συμβίωσης με αυτόν μπορεί να μετατίθεται, ύστερα από αίτησή του, στην περιφέρεια όπου υπηρετεί ο σύζυγός του ή ο συνδεόμενος με σύμφωνο συμβίωσης δικαστικός λειτουργός σε αντίστοιχη υπηρεσία. Αν δεν καθίσταται δυνατή η μετάθεση, ο δημόσιος υπάλληλος ή ο υπάλληλος Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού αποσπάται, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, κατά προτεραιότητα και με βάση τις υπηρεσιακές ανάγκες, σε αντίστοιχη δημόσια υπηρεσία στην περιφέρεια, όπου υπηρετεί ο σύζυγός του ή ο συνδεόμενος με σύμφωνο συμβίωσης με αυτόν δικαστικός λειτουργός και για όσο χρόνο υπηρετεί στην περιφέρεια αυτή. Για τα πρόσωπα του δευτέρου και τρίτου εδαφίου εφαρμόζεται το άρθρο 11 του ν. 4440/2016 (Α’ 224).
Άρθρο 61
Αποσπάσεις δικαστικών λειτουργών
Επιτρέπεται η απόσπαση δικαστικών λειτουργών, αν υπάρχει υπηρεσιακή ανάγκη. Η διάρκεια της απόσπασης δεν είναι δυνατό να υπερβεί το ένα (1) έτος.
Η διαπίστωση της υπηρεσιακής ανάγκης γίνεται με αιτιολογημένη έκθεση:
- α) του Προέδρου του Αρείου Πάγου, προκειμένου για
δικαστές των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων,
- β) του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου για
εισαγγελικούς λειτουργούς,
- γ) του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, προκειμένου για τους
δικαστικούς λειτουργούς των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων,
- δ) του προέδρου πρωτοδικών, προκειμένου για ειρηνοδίκες.
Στην έκθεση περιλαμβάνεται και πρόταση για το δικαστήριο ή την εισαγγελία από την οποία είναι δυνατό να αποσπαστεί ο δικαστικός λειτουργός.
Χωρίς να αναστέλλεται η εκτέλεση της σχετικής απόφασης, ο αποσπώμενος μπορεί να ζητήσει για σπουδαίο λόγο την ανάκληση της απόσπασης.
Νέα απόσπαση του ίδιου δικαστικού λειτουργού δεν επιτρέπεται πριν περάσουν τρία (3) έτη από την πρώτη, ανεξάρτητα από τον βαθμό που είχε όταν αποσπάστηκε.
Μετά από τη λήξη ή την ανάκληση της απόσπασης ο δικαστικός λειτουργός επανέρχεται αυτοδικαίως και υποχρεωτικώς στην οργανική του θέση.
Δικαστικοί λειτουργοί με βαθμό: προέδρου πρωτοδικών και εφέτη των πολιτικών και ποινικών και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας αυτού, εισαγγελέα πρωτοδικών και αντεισαγγελέα εφετών και ανωτέρων, καθώς και δικαστικοί λειτουργοί της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι δυνατόν να αποσπαστούν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου. Η απόσπαση αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομοπαρασκευαστικών έργων, καθώς και καθηκόντων σχετικών με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, και διαρκεί για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους, με δυνατότητα ισόχρονης παράτασης μέχρι τη συμπλήρωση τριετίας.
Τα έξοδα του δικαστικού λειτουργού για την εγκατάσταση και τις μετακινήσεις του στο δικαστήριο ή στην εισαγγελία που αποσπάται, καθώς και στις περιπτώσεις μετάβασής του σε μεταβατικές έδρες ή για επιθεωρήσεις στα δικαστήρια, καταβάλλονται από το Δημόσιο τον επόμενο μήνα της πραγματοποίησής τους.
- α) Δικαστικοί λειτουργοί, γονείς ανήλικου τέκνου, των
οποίων οι σύζυγοι έχουν μετατεθεί σε κενή οργανική θέση και υπηρετούν ως μόνιμοι υπάλληλοι στον διπλωματικό κλάδο ή εξομοιούμενο με αυτόν, του Υπουργείου Εξωτερικών, σε αρχή της Εξωτερικής Υπηρεσίας, επιτρέπεται να αποσπώνται στην ίδια πόλη με την αρχή όπου υπηρετεί ο ή η σύζυγός τους ή το πρόσωπο με το οποίο τοποθέτησή του ή της συζύγου τους ή του προσώπου με το οποίο έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης και ιδίως στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) ή σε όργανα, σε οργανισμούς, μονάδες και επιτροπές της ΕΕ, του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθώς και οποιουδήποτε άλλου διεθνούς οργανισμού.
- β) Η απόσπαση της παρούσας πραγματοποιείται με
κοινή απόφαση των αρμόδιων οργάνων των Υπουργείων Εξωτερικών και Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.
- γ) Οι αποσπώμενοι δικαστικοί λειτουργοί λαμβάνουν,
αποκλειστικά, τις αποδοχές εσωτερικού, οι οποίες καταβάλλονται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και δεν δικαιούνται επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Η απόσπαση γίνεται αποκλειστικά για εκτέλεση ειδικής υπηρεσίας σε αντικείμενα συναφή με τη δικαστική ιδιότητα για χρόνο όχι μεγαλύτερο της τριετίας.
Άρθρο 62
Διορισμός δικαστικών λειτουργών σε ευρωπαϊκά και διεθνή δικαστήρια - Ανάθεση καθηκόντων εκπροσώπησης της χώρας σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς
Στους δικαστικούς λειτουργούς που επιλέγονται και διορίζονται σε θέση δικαστή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.), στο Γενικό Δικαστήριο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) ή ως μέλη άλλων διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων, σε θέση πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, χορηγείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, ειδική άδεια χωρίς αποδοχές, για χρονικό διάστημα ίσο με τη διάρκεια της θητείας τους. Η άδεια αυτή μπορεί να παραταθεί για μία (1) ακόμη θητεία. Ο χρόνος της άδειας θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας σε κάθε περίπτωση. Κατά τη διάρκεια της άδειας αυτής, ο δικαστικός λειτουργός α) διατηρείται στην υπηρεσία ως υπεράριθμος, β) η θέση του θεωρείται κενή και συμπληρώνεται, γ) υποχρεούται να καταβάλλει όλες τις κρατήσεις και τις εισφορές για τα ασφαλιστικά ταμεία με βάση τις αποδοχές που αντιστοιχούν κάθε φορά στον βαθμό της οργανικής του θέσης, σύμφωνα με το άρθρο 141 του ν. 4808/2021 (Α’ 101).
Στους δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται, ενώ διατηρούν την κύρια θέση τους, να επιλέγονται και να καταλαμβάνουν θέση δικαστή μερικής απασχόλησης σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα διεθνών οργανισμών στους οποίους συμμετέχει η Ελληνική Δημοκρατία, μετά από σύμφωνη γνώμη του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Στους δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται, ενώ διατηρούν την κύρια θέση τους, να επιλέγονται και να καταλαμβάνουν άμισθη θέση, με μερική απασχόληση, σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς προς άσκηση ειδικών καθηκόντων συναφών προς τη δικαιοσύνη, μετά από σύμφωνη γνώμη του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Για τη συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών στις συνεδριάσεις και λοιπές δραστηριότητες των οργανισμών των παρ. 2 και 3 χορηγείται ειδική άδεια απουσίας, η οποία δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να υπερβαίνει τις τριάντα (30), συνολικά, εργάσιμες ημέρες ετησίως, από τον δικαστή ή τον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, για τους δικαστικούς λειτουργούς που υπάγονται σε αυτές.
Στους δικαστικούς λειτουργούς μπορεί να χορηγείται, ύστερα από αίτησή τους, μετά από απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και σύμφωνη γνώμη του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, ειδική άδεια χωρίς αποδοχές και για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, προκειμένου να αναλάβουν θέση έμμισθη ή άμισθη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς ή σε άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που λειτουργεί στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλων διεθνών οργανισμών, για παροχή νομικών υπηρεσιών με οποιαδήποτε σχέση. Ο χρόνος της άδειας θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας σε κάθε περίπτωση. Κατά τη διάρκεια της άδειας αυτής, ο δικαστικός λειτουργός α) διατηρείται στην υπηρεσία ως υπεράριθμος, β) η θέση του θεωρείται κενή και συμπληρώνεται, γ) υποχρεούται να καταβάλει όλες τις κρατήσεις και τις εισφορές για τα ασφαλιστικά ταμεία με βάση τις αποδοχές που αντιστοιχούν κάθε φορά στον βαθμό της οργανικής του θέσης, σύμφωνα με το άρθρο 141 του ν. 4808/2021.
Δικαστικοί λειτουργοί ορίζονται ως εκπρόσωποι της χώρας σε ευρωπαϊκούς ή διεθνείς οργανισμούς με αντικείμενο σχετικό με τη δικαιοσύνη, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη του δικαστή ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, για τους δικαστικούς λειτουργούς που υπάγονται σε αυτές.
Οι δικαστικοί λειτουργοί που επιλέγονται από ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς, προκειμένου να συμμετάσχουν σε επιτροπές ή ομάδες εργασίας των οργανισμών αυτών με αντικείμενο συναφές προς τη δικαιοσύνη, ενημερώνουν τον δικαστή ή τον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, για τους δικαστικούς λειτουργούς που υπάγονται σε αυτές, ο οποίος χορηγεί ειδική άδεια για συμμετοχή στις συνεδριάσεις των ως άνω οργάνων, την οποία κοινοποιεί στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Η ειδική άδεια για συμμετοχή στα ως άνω όργανα δεν μπορεί να υπερβαίνει, τις δέκα (10), συνολικά, εργάσιμες ημέρες ετησίως.
Δικαστικοί λειτουργοί μπορεί να αποσπώνται και να αναλαμβάνουν καθήκοντα στη Μόνιμη Ελληνική Αντι Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθώς και οποιουδήποτε άλλου διεθνούς οργανισμού, με κοινή απόφαση των αρμοδίων οργάνων των Υπουργείων Εξωτερικών και Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Η απόσπαση γίνεται για εκτέλεση ειδικής υπηρεσίας σε αντικείμενα συναφή με τη δικαστική ιδιότητα για χρόνο, που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο χρόνος απόσπασης δύναται να παραταθεί με τις ίδιες προϋποθέσεις για τρία (3) ακόμα έτη.
Άρθρο 63
Εμφάνιση δικαστικών λειτουργών
Κάθε προαγόμενος, μετατιθέμενος, αποσπώμενος ή επανερχόμενος δικαστικός λειτουργός οφείλει, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κοινοποίηση του σχετικού εγγράφου ή τη λήξη της απόσπασής του, να βρίσκεται στη θέση του. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να συντέμνει την προθεσμία αυτή μέχρι και πέντε (5) ημέρες.
Ο δικαστικός λειτουργός που δεν εμφανίζεται στη θέση του αδικαιολόγητα εντός των προθεσμιών της παρ. 1, στερείται τις αποδοχές του, ανεξάρτητα από την πειθαρχική του ευθύνη. Η παρ. 4 του άρθρου 50 εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.
Η εμφάνιση του δικαστικού λειτουργού στη θέση του βεβαιώνεται με σχετική έκθεση που συντάσσεται ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα. Αντίγραφο της έκθεσης αποστέλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή, κατά περίπτωση, στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’
ΙΣΟΒΙΟΤΗΤΑ, ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ, ΒΑΘΜΟΙ, ΠΡΟΒΑΔΙΣΜΑ
Άρθρο 64
Ισοβιότητα δικαστικών λειτουργών Οι δικαστικοί λειτουργοί είναι ισόβιοι. Πριν από τον διορισμό τους ως τακτικών δικαστικών λειτουργών, διανύουν εκπαιδευτική και δοκιμαστική περίοδο με τις προϋποθέσεις και τους όρους που ορίζονται στις επόμενες διατάξεις.
Άρθρο 65
Αρχαιότητα δικαστικών λειτουργών
Η αρχαιότητα των δικαστικών λειτουργών σε κάθε βαθμό της ιεραρχίας καθορίζεται από τη χρονολογία υπογραφής του προεδρικού διατάγματος διορισμού ή προαγωγής τους. Μεταξύ περισσοτέρων, που διορίζονται ή προάγονται με το ίδιο προεδρικό διάταγμα, αρχαιότερος θεωρείται αυτός που προηγείται στο διάταγμα. Στο διάταγμα αυτό τηρείται υποχρεωτικά η σειρά που έχει τεθεί στην περί προαγωγής πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου ή της ολομέλειας του οικείου Ανώτατου Δικαστηρίου ή του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Αν πρόκειται για διορισμό τηρείται υποχρεωτικά η σειρά επιλογής ή επιτυχίας στο διαγωνισμό με την επιφύλαξη του άρθρου 32 του ν. 4871/2021 (Α’ 246).
Σε περίπτωση διαφωνίας του Υπουργού Δικαιοσύνης ως προς την παράλειψη δικαστικού λειτουργού ή προσφυγής του τελευταίου, αν η ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου αποφανθεί υπέρ της προαγωγής, η απόφασή της θεωρείται σύγχρονη με την απόφαση του συμβουλίου που τον παρέλειψε. Η ολομέλεια αποκαθιστά τον προαγόμενο στη σειρά αρχαιότητάς του.
Αν υπάρχουν περισσότερα προεδρικά διατάγματα, με την ίδια ή διαφορετική χρονολογία, λαμβάνεται υπόψη η χρονολογία και η σειρά των σχετικών Πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου ή της ολομέλειας του οικείου ανώτατου δικαστηρίου ή του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.
Κάθε Ιανουάριο συντάσσονται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης πίνακες της σειράς αρχαιότητας όλων των δικαστικών λειτουργών, που υπηρετούν την 1η Ιανουαρίου. Στους πίνακες αυτούς σημειώνεται η χρονολογία υπογραφής των διαταγμάτων του αρχικού διορισμού και της τελευταίας προαγωγής του δικαστικού λειτουργού, καθώς και το έτος γέννησης. Οι πίνακες αυτοί μπορούν να συντάσσονται και σε ηλεκτρονική μορφή.
Τους πίνακες της παρ. 4 κυρώνει ο Υπουργός Δικαιοσύνης. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης αποστέλλει μέχρι το τέλος Μαρτίου κάθε έτους αντίτυπα των πινάκων αυτών στους διευθύνοντες τα δικαστήρια και τις εισαγγελίες, στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αντίστοιχα, για να κοινοποιηθούν στους δικαστικούς λειτουργούς. Οι πίνακες αυτοί μπορούν να κοινοποιούνται στους δικαστικούς λειτουργούς και ηλεκτρονικά.
Οι ενδιαφερόμενοι έχουν δικαίωμα να ασκήσουν ένσταση κατά των πινάκων αρχαιότητας μέσα σε έναν (1) μήνα αφότου έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους. Η ένσταση ασκείται με κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου όπου υπηρετεί ο ενιστάμενος, διαβιβάζεται μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης στο οικείο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και κοινοποιείται στους θιγομένους από αυτή. Σε περίπτωση αποδοχής της ένστασης, τροποποιείται ο πίνακας με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης, που ανακοινώνεται στο οικείο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, στον ενιστάμενο και στους θιγομένους. Κατά της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου χωρεί προσφυγή σε κάθε περίπτωση από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον, ενώπιον της ολομέλειας του οικείου ανώτατου δικαστηρίου. Η προσφυγή ασκείται μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση ή γνώση της απόφασης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.
Άρθρο 66
Βαθμοί ιεραρχίας - Αντιστοιχία - Προβάδισμα δικαστικών λειτουργών
Οι βαθμοί της ιεραρχίας των δικαστικών λειτουργών είναι οι εξής:
- β) Των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων:
- βα) Πρόεδρος, Εισαγγελέας, αντιπρόεδρος του Αρείου
Πάγου, αρεοπαγίτης, αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου,
- ββ) πρόεδρος, εισαγγελέας εφετών, εφέτης, αντεισαγγελέας εφετών,
- βγ) πρόεδρος, εισαγγελέας πρωτοδικών, πρωτοδίκης,
αντεισαγγελέας πρωτοδικών, πάρεδρος πρωτοδικείου, πάρεδρος εισαγγελίας,
- βδ) ειρηνοδίκης Α’, Β’, Γ’, Δ’ τάξης.
- γ) Του Ελεγκτικού Συνεδρίου:
- δ) Της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο:
Γενικός Επίτροπος, Επίτροπος, αντεπίτροπος, πάρεδρος, εισηγητής, δόκιμος εισηγητής.
- ε) Της Γενικής Επιτροπείας των τακτικών διοικητικών
δικαστηρίων: Γενικός Επίτροπος, επίτροπος, αντεπίτροπος.
- στ) Των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων:
Πρόεδρος εφετών, εφέτης, πρόεδρος πρωτοδικών, πρωτοδίκης και πάρεδρος πρωτοδικείου διοικητικών δικαστηρίων.
Εξομοιώνονται βαθμολογικά:
- α) ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο
Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο Πρόεδρος και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων,
- β) οι αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας,
του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ο Επίτροπος της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων,
- γ) οι σύμβουλοι της Επικρατείας, οι αρεοπαγίτες, οι
αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, οι σύμβουλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι αντεπίτροποι της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, καθώς και οι αντεπίτροποι Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων,
- δ) οι πρόεδροι και οι εισαγγελείς εφετών, καθώς και οι
πρόεδροι εφετών διοικητικών δικαστηρίων,
- ε) οι πάρεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι
εφέτες, οι αντεισαγγελείς εφετών, οι πάρεδροι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, καθώς και οι εφέτες των διοικητικών δικαστηρίων,
- στ) οι πρόεδροι και οι εισαγγελείς πρωτοδικών, οι
πρόεδροι πρωτοδικών διοικητικών δικαστηρίων και οι ειρηνοδίκες Α’ τάξης,
- ζ) οι εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας, του
Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, οι πρωτοδίκες, οι αντεισαγγελείς πρωτοδικών, οι πρωτοδίκες των διοικητικών δικαστηρίων και οι ειρηνοδίκες Β’ τάξης,
- η) οι δόκιμοι εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας
της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, οι πάρεδροι πρωτοδικείου, οι πάρεδροι εισαγγελείς, οι πάρεδροι πρωτοδικείου των διοικητικών δικαστηρίων και οι ειρηνοδίκες Γ’ τάξης.
Μεταξύ των δικαστικών λειτουργών που ανήκουν στην ίδια βαθμίδα εξομοίωσης, προβαδίζει ο αρχαιότερος στον βαθμό με την εξής σειρά:
- α) δικαστές, πλην ειρηνοδικών,
- β) εισαγγελείς,
- γ) επίτροποι,
- δ) ειρηνοδίκες.
Στις επίσημες τελετές ή εορτές καλούνται, ως εκπρόσωποι της δικαστικής εξουσίας:
- α) στην Αθήνα, ο Πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι του
Συμβουλίου της Επικρατείας, ο Πρόεδρος, ο Εισαγγελέας και οι αντιπρόεδροι του Αρείου Πάγου, ο Πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Γενικός Επίτροπος και ο Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ο Γενικός Επίτροπος και ο Επίτροπος της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων,
- β) στις πόλεις έδρες εφετείων, ο πρόεδρος και ο εισαγγελέας των εφετών και ο πρόεδρος εφετών διοικητικών
δικαστηρίων,
- γ) στις πόλεις έδρες πρωτοδικείων, ο πρόεδρος και ο
εισαγγελέας πρωτοδικών και ο πρόεδρος πρωτοδικών διοικητικών δικαστηρίων,
- δ) στις έδρες ειρηνοδικείων, έξω από την έδρα του
πρωτοδικείου, ο ειρηνοδίκης που υπηρετεί εκεί.
Οι πρόεδροι και οι εισαγγελείς εφετών, καθώς και οι πρόεδροι εφετών διοικητικών δικαστηρίων εξομοιώνονται μισθολογικά με τους δικαστικούς λειτουργούς, που αναφέρονται στην περ. γ’ της παρ. 2.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’
ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΡΓΙΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ
Άρθρο 67
Θέση δικαστικών λειτουργών σε διαθεσιμότητα
Ο δικαστικός λειτουργός που έχει τρία (3) τουλάχιστον έτη πραγματική δημόσια υπηρεσία τίθεται, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτησή του, σε διαθεσιμότητα λόγω νόσου, η οποία είναι δυνατό να θεραπευτεί, παρατείνεται όμως και μετά από τον χρόνο της αναρρωτικής άδειας του άρθρου 54.
Η θέση σε διαθεσιμότητα και η επάνοδος στην υπηρεσία γίνονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.
Η διαθεσιμότητα λόγω νόσου, κατά τη γνώμη της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής, δεν είναι δυνατό να υπερβεί το ένα (1) έτος και, αν η νόσος δεν θεραπεύεται εύκολα, τα δύο (2) έτη. Αρχίζει μόλις λήξει η αναρρωτική άδεια. Μετά την πάροδο του ενός (1) έτους ή των δύο (2) ετών αντιστοίχως, η προβλεπόμενη από τον Υπαλληλικό Κώδικα επιτροπή, στην οποία υποχρεωτικώς συμμετέχουν ένας (1) ψυχολόγος και ένας (1) ψυχίατρος διευθυντής κλινικής κρατικού ή πανεπιστημιακού νοσοκομείου που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης αρνητικής γνωμάτευσης, ο δικαστικός λειτουργός παύεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 72.
Ο δικαστικός λειτουργός είναι δυνατό να παραπεμφθεί για εξέταση στην επιτροπή της παρ. 3 και πριν λήξει ο χρόνος της διαθεσιμότητας. Αν η επιτροπή γνωματεύσει ότι δεν είναι ικανός να αναλάβει αμέσως καθήκοντα, η διαθεσιμότητα διατηρείται μέχρι τη λήξη της.
Η επιτροπή αυτή είναι δυνατό να εξετάσει και δικαστικό λειτουργό που διαμένει εκτός της έδρας της, μέσω της πλησιέστερης υγειονομικής επιτροπής.
Ο δικαστικός λειτουργός που τέθηκε σε διαθεσιμότητα λόγω νόσου, λαμβάνει τα τρία τέταρτα (3/4) του συνόλου των αποδοχών του.
Άρθρο 68
Θέση δικαστικών λειτουργών σε αργία
Ο δικαστικός λειτουργός που στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία με ένταλμα προσωρινής κράτησης, με βούλευμα ή με δικαστική απόφαση, έστω και αν απολύθηκε προσωρινά από τις φυλακές, τίθεται αυτοδικαίως σε κατάσταση αργίας. Αν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο ο δικαστικός λειτουργός τέθηκε σε αργία, επανέρχεται αυτοδικαίως στην υπηρεσία. Αν έχουν μεσολαβήσει προαγωγές, κρίνεται και μπορεί να προαχθεί στον ανώτερο βαθμό εάν υπάρχει κενή οργανική θέση, διαφορετικά, προαγόμενος, παραμένει υπεράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτη θέση που κενώνεται. Αν αθωωθεί αμετάκλητα από την ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη, καταλαμβάνει τη σειρά αρχαιότητας που κατείχε στον προηγούμενο βαθμό, διαφορετικά η αρχαιότητα του καθορίζεται με απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.
Ο δικαστικός λειτουργός μπορεί να τεθεί σε προσωρινή αργία, αν ασκήθηκε εναντίον του:
- α) ποινική δίωξη για έγκλημα που αποτελεί κώλυμα
διορισμού, σύμφωνα με το άρθρο 44 του παρόντος, με εξαίρεση τα εγκλήματα της ψευδούς κατάθεσης (άρθρο 224 ΠΚ), της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρο 229 ΠΚ) και της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ),
- β) πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα που μπορεί να
επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης.
Η θέση σε προσωρινή αργία γίνεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, κατόπιν πλήρως αιτιολογημένης απόφασης του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου. Μετά από την πάροδο έξι (6) μηνών από τη θέση σε προσωρινή αργία, το ίδιο συμβούλιο υποχρεούται να αποφανθεί αιτιολογημένα για τη συνέχιση ή μη της αργίας. Η προσωρινή αργία αίρεται αυτοδίκαια μετά την πάροδο δύο (2) ετών από την έκδοση του προεδρικού διατάγματος περί θέσεως του δικαστικού λειτουργού σε αργία, εφόσον δεν έχει εκδοθεί παραπεμπτικό βούλευμα ή καταδικαστική απόφαση και εφαρμόζονται αναλόγως το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 1. Το μέτρο μπορεί να ληφθεί εκ νέου στην περίπτωση της υποβολής αίτησης επανάληψης της πειθαρχικής διαδικασίας κατά το άρθρο 123 ή της, μετά την άρση της προσωρινής αργίας, έκδοσης παραπεμπτικού βουλεύματος ή καταδικαστικής απόφασης.
Για τον δικαστικό λειτουργό που τελεί σε κατάσταση αργίας ή προσωρινής αργίας, αναβάλλεται η κρίση του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου περί προαγωγής μέχρι να εκλείψει ο λόγος για τον οποίο ο δικαστικός λειτουργός τέθηκε σε αργία ή μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή αμετάκλητο βούλευμα ή τελεσίδικη πειθαρχική απόφαση, αντίστοιχα.
Η προσωρινή αργία της παρ. 2 αρχίζει και λήγει, αντίστοιχα, από την ανακοίνωση στον δικαστικό λειτουργό του σχετικού προεδρικού διατάγματος. Δεν απαιτείται έκδοση προεδρικού διατάγματος για τη λήξη της αργίας, αν εκδοθεί αμετάκλητη απαλλακτική δικαστική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα ή τελεσίδικη απαλλακτική πειθαρχική απόφαση. Στις περιπτώσεις αυτές ο δικαστικός λειτουργός επανέρχεται, αυτοδικαίως στην υπηρεσία και εφαρμόζονται αναλόγως το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 1. Επανέρχεται, επίσης, αυτοδικαίως στην υπηρεσία, μετά την έκδοση σχετικού διαπιστωτικού προεδρικού διατάγματος, ο δικαστικός λειτουργός ο οποίος καταδικάστηκε αμετάκλητα για έγκλημα ή τιμωρήθηκε τελεσίδικα για πειθαρχικό παράπτωμα, που δεν συνεπάγονται οριστική παύση και εφαρμόζονται αναλόγως το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 1.
Από τις αποδοχές του δικαστικού λειτουργού που έχει τεθεί σε αργία, παρακρατείται το ένα τρίτο (1/3). Το ποσό που παρακρατήθηκε, αποδίδεται, με πράξη του εκκαθαριστή αποδοχών της υπηρεσίας, αν ο δικαστικός λειτουργός αθωωθεί αμετάκλητα από την ασκηθείσα σε βάρος του ποινική και πειθαρχική δίωξη. Σε κάθε άλλη περίπτωση, εκτός από εκείνη της οριστικής παύσης, μπορεί, με αιτιολογημένη απόφαση του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, να διαταχθεί η απόδοση, εν όλω ή εν μέρει, του ποσού που παρακρατήθηκε.
Άρθρο 69
Θέση δικαστικών λειτουργών εκτός υπηρεσίας Ο δικαστικός λειτουργός, σε βάρος του οποίου έχει διαταχθεί πειθαρχική προκαταρκτική εξέταση για αδίκημα που μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης, μπορεί, να τεθεί προσωρινά εκτός υπηρεσίας, με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, μέχρι το πέρας της εξέτασης αυτής. Στην περίπτωση αυτή ο δικαστικός λειτουργός διατηρεί τις αποδοχές του. Αν, στη συνέχεια, ασκηθεί κατ’ αυτού πειθαρχική δίωξη, εφαρμόζεται το άρθρο 68. Αν η υπόθεση τεθεί στο αρχείο, ο δικαστικός λειτουργός επανέρχεται αυτοδίκαια στην υπηρεσία. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται αναλόγως οι παρ. 3 έως 5 του άρθρου 68.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’
ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ
Άρθρο 70
Παραίτηση δικαστικών λειτουργών
Ο δικαστικός λειτουργός έχει το δικαίωμα να παραιτηθεί εγγράφως. Αίρεση, όρος ή προθεσμία, που τέθηκαν στο έγγραφο της παραίτησης, θεωρείται ότι δεν έχουν γραφεί. αυτός που παραιτήθηκε δικαιούται να ανακαλέσει εγγράφως την παραίτησή του, εφόσον το προεδρικό διάταγμα της αποδοχής δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.
Δεν είναι υποχρεωτική για τον Υπουργό Δικαιοσύνης η αποδοχή της παραίτησης και δεν έχει εφαρμογή η παρ. 5, αν κατά τον χρόνο υποβολής της παραίτησης είναι εκκρεμής σε βάρος του παραιτουμένου:
- α) ποινική δίωξη για κακούργημα ή για πλημμέλημα
από τα αναφερόμενα στην περ. ε’ της παρ. 1 του άρθρου 44 ή,
- β) πειθαρχική δίωξη.
Η λύση της υπηρεσιακής σχέσης επέρχεται από τη στιγμή που ανακοινώνεται σε αυτόν που παραιτήθηκε το προεδρικό διάταγμα αποδοχής της παραίτησης.
Θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή η παραίτηση και λύεται αυτοδικαίως η υπηρεσιακή σχέση ενενήντα (90) ημέρες μετά την υποβολή της, εφόσον μέχρι την ημέρα αυτή δεν έχει δημοσιευθεί και ανακοινωθεί το προεδρικό διάταγμα της αποδοχής της παραίτησης.
Άρθρο 71
Αποχώρηση δικαστικών λειτουργών λόγω ορίου ηλικίας
Οι δικαστικοί λειτουργοί μέχρι και τον βαθμό του εφέτη ή αντεισαγγελέα εφετών και των αντίστοιχων βαθμών αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό πέμπτο (65ο) έτος της ηλικίας τους. Όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί των ανώτερων βαθμών αποχωρούν μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό έβδομο (67ο) έτος της ηλικίας τους. Για την εφαρμογή αυτής της διάταξης ως ημέρα συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας θεωρείται η 30ή Ιουνίου του έτους αποχώρησης, κατά την οποία λύνεται η υπηρεσιακή σχέση.
Για την εφαρμογή της παρ. 1 η ηλικία των δικαστικών λειτουργών αποδεικνύεται κατά τις παρ. 5, 6 και 7 του άρθρου 43.
Το προεδρικό διάταγμα που βεβαιώνει την αποχώρηση από την υπηρεσία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ανακοινώνεται στον δικαστικό λειτουργό που αποχωρεί έως την 20ή Ιουλίου του έτους αποχώρησης.
Ο δικαστικός λειτουργός, που συμπλήρωσε τριάντα (30) χρόνια πραγματική υπηρεσία δικαστικού λειτουργού ή αποχωρεί λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, διατηρεί τιμητικά τον τίτλο της θέσης που κατείχε και μετά τη λύση της υπηρεσιακής σχέσης. Αυτό μνημονεύεται στο προεδρικό διάταγμα αποχώρησης από την υπηρεσία.
Ο δικαστικός λειτουργός, που παύεται οριστικά λόγω πειθαρχικού παραπτώματος ή κατά την παρ. 1 και την περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 72, στερείται τον τίτλο της παρ. 4. Επίσης στερείται τον τίτλο αυτός που τιμωρήθηκε στον βαθμό εξόδου από την υπηρεσία με πειθαρχική ποινή προσωρινής παύσης.
Από τον τίτλο αυτόν εκπίπτει αυτοδικαίως εκείνος που καταδικάστηκε αμετάκλητα σύμφωνα με την περ. ε’ της παρ. 1 του άρθρου 44.
Άρθρο 72
Οριστική παύση δικαστικών λειτουργών
Εκτός από την περίπτωση της επιβολής πειθαρχικής ποινής οριστικής παύσης λόγω πειθαρχικού παραπτώματος, ο δικαστικός λειτουργός παύεται οριστικά:
- α) αν στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα λόγω
αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης,
- β) αν καταδικάστηκε αμετάκλητα σε ποινή στερητική
της ελευθερίας ανώτερη των τριών (3) μηνών για αδίκημα που τελέστηκε με δόλο,
- γ) αν καταδικάστηκε αμετάκλητα σε οποιαδήποτε ποινή, για αδίκημα της περ. ε’ της παρ. 1 του άρθρου 44.
Είναι δυνατό να παυθεί οριστικά ο δικαστικός λειτουργός:
- α) για ανικανότητα εκτέλεσης των υπηρεσιακών του
καθηκόντων, λόγω νόσου ή αναπηρίας, σωματικής ή πνευματικής, εφόσον η ανικανότητα αυτή διαρκεί και πέρα από τον χρόνο που ορίζεται από τις κείμενες διατάξεις για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους,
- β) για υπηρεσιακή ανεπάρκεια.
Για την οριστική παύση του δικαστικού λειτουργού σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 αποφασίζει το δικαστήριο που είναι κατά περίπτωση αρμόδιο για την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης.
Η διαδικασία για την οριστική παύση του δικαστικού λειτουργού, ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, κινείται σε κάθε περίπτωση από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, τον πρόεδρο του οικείου ανώτατου δικαστηρίου, ή τον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης.
Αν κινηθεί η διαδικασία για την οριστική παύση δικαστικού λειτουργού, ο πρόεδρος του αρμόδιου δικαστηρίου ή ο νόμιμος αναπληρωτής του ορίζει ένα από τα μέλη του δικαστηρίου ως εισηγητή. Ο εισηγητής συλλέγει τα αναγκαία στοιχεία τα σχετικά με το λόγο της οριστικής παύσης και δύναται να εξετάσει μάρτυρες και να διατάξει διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, κατά τον ΚΠΔ. Ορισμένες από τις πράξεις αυτές μπορεί να τις αναθέσει και σε άλλον δικαστικό λειτουργό αν υπάρχει λόγος. Ο εισηγητής καλεί τον δικαστικό λειτουργό που παραπέμπεται για οριστική παύση να δώσει εξηγήσεις, συντάσσει και υποβάλλει στον πρόεδρο του δικαστηρίου έκθεση που περιέχει και τη γνώμη του ως προς την ουσία της υπόθεσης. Ο δικαστικός λειτουργός που εισάγεται για οριστική παύση έχει δικαίωμα να λάβει γνώση των στοιχείων του φακέλου οποτεδήποτε το αιτηθεί.
Ο πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο στην οποία καλείται ο δικαστικός λειτουργός με κλήση που περιέχει τον λόγο της παραπομπής του για οριστική παύση, καθώς και λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τον λόγο αυτόν. Η κλήση επιδίδεται κατά τις διατάξεις του ΚΠΔ τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Η συζήτηση γίνεται σε δημόσια συνεδρίαση. Ο δικαστικός λειτουργός μπορεί να παρίσταται και δια ή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου.
Το δικαστήριο εκτιμά τη συνολική υπηρεσία του δικαστικού λειτουργού και τη χρησιμότητα ή όχι της παραμονής του στην υπηρεσία. Η απόφαση του δικαστηρίου επιδίδεται στον παυθέντα και υποβάλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Αν με την απόφαση απαγγέλ Κυβερνήσεως.
Η λύση της υπηρεσιακής σχέσης λόγω οριστικής παύσης επέρχεται από την επίδοση στον δικαστικό λειτουργό της απόφασης οριστικής παύσης. Αν δεν προκύπτει ότι έγινε επίδοση, αυτή λογίζεται ότι έγινε την 30ή ημέρα από τη δημοσίευση της απόφασης.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’
ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
Άρθρο 73
Διορισμός - Προαγωγή δόκιμων εισηγητών του Συμβουλίου της Επικρατείας
Σε θέση δοκίμων εισηγητών του Συμβουλίου της Επικρατείας διορίζονται απόφοιτοι της ΕΣΔι σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 36 του ν. 4871/2021 (Α’ 247). Οι δόκιμοι εισηγητές διανύουν δοκιμαστική υπηρεσία δέκα (10) μηνών, στη διάρκεια της οποίας έχουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τακτικού δικαστικού λειτουργού.
Μετά από τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης αποφασίζει, ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, για την προαγωγή τους σε θέσεις εισηγητών. Η απόφαση είναι αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη το ήθος, την επιστημονική κατάρτιση, τη φιλοπονία που επέδειξαν, καθώς και την ικανότητα και καταλληλότητά τους για το δικαστικό λειτούργημα. Αν, αντίθετα, το Συμβούλιο κρίνει ότι ο δόκιμος εισηγητής δεν πρέπει να προαχθεί σε θέση εισηγητή, λόγω ανεπάρκειας ή έλλειψης ήθους, αποφασίζει με αιτιολογημένη απόφαση την οριστική του απόλυση από την υπηρεσία, η οποία γίνεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης μπορεί, με αιτιολογημένη απόφαση, να παρατείνει τη δοκιμαστική υπηρεσία του δόκιμου εισηγητή για έξι (6) ακόμη μήνες, αν κρίνει ότι δεν είναι ακόμα ώριμος να προαχθεί σε θέση εισηγητή. Αν όμως και μετά την πάροδο του πρόσθετου χρόνου το συμβούλιο κρίνει ότι δεν πρέπει να προαχθεί σε εισηγητή, αποφασίζει ταυτόχρονα, με αιτιολογημένη απόφαση, την οριστική του απόλυση από την υπηρεσία, η οποία γίνεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Οι δόκιμοι εισηγητές, που κρίνονται ικανοί από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, προάγονται σε εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τη σειρά που κατείχαν κατά την αποφοίτησή τους από την ΕΣΔι. Η προαγωγή γίνεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης. άδειας ασθένειας, κύησης, λοχείας ή ανατροφής τέκνου, η εκ των υστέρων προαγωγή του σε θέση εισηγητή ενεργεί αναδρομικά μόνο ως προς τον καθορισμό της κατά το άρθρο 65 σειράς αρχαιότητας και ο δικαστικός λειτουργός αναγράφεται στους συντασσόμενους από το Υπουργείο Δικαιοσύνης πίνακες αρχαιότητας με τη σειρά που κατείχε κατά την αποφοίτησή του από την ΕΣΔι.
Άρθρο 74
Προαγωγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας
Σε πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας προάγεται κατ’ εκλογή εισηγητής με επτά (7) έτη υπηρεσίας, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία του ως δόκιμου εισηγητή. Μετά από τη συμπλήρωση δέκα (10) ετών υπηρεσίας στον βαθμό και εφόσον δεν υφίσταται κενή θέση παρέδρου, ο εισηγητής κρίνεται προς προαγωγή. Εάν κριθεί ικανός, προάγεται σε προσωποπαγή θέση, που δημιουργείται με το προεδρικό διάταγμα της προαγωγής, η οποία καταργείται μετά από τον καθ’ οιονδήποτε τρόπον κένωση θέσης παρέδρου. Οι προσωποπαγείς αυτές θέσεις δεν μπορεί κάθε φορά να υπερβαίνουν τον αριθμό των τριών (3).
Σε σύμβουλο της Επικρατείας προάγεται κατ’ απόλυτη εκλογή πάρεδρος με πέντε (5) έτη υπηρεσίας στον βαθμό του παρέδρου.
Οι προαγωγές των παρ. 1 και 2 διενεργούνται μόνο εφόσον οι υπό προαγωγή δικαστικοί λειτουργοί έχουν ολοκληρώσει την παρακολούθηση των υποχρεωτικών προγραμμάτων επιμόρφωσης της παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 4871/2021 (Α’ 247).
Με την επιφύλαξη της παρ. 3 του άρθρου 59, σε αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας προάγεται σύμβουλος με τρία (3) έτη υπηρεσίας στον βαθμό του συμβούλου. Η τριετία πρέπει να έχει συμπληρωθεί την 1η Ιουλίου του έτους κατά το οποίο κενώνεται η θέση που πρόκειται να καταληφθεί.
Σε Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας προάγεται αντιπρόεδρος ή σύμβουλος που μπορεί να προαχθεί σε αντιπρόεδρο σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 59.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’
ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ ΤΑΚΤΙΚΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
Άρθρο 75
Δικαστικοί λειτουργοί της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων
Σε θέση αντεπιτρόπου διορίζεται, εφόσον έχει είκοσι (20) έτη δικαστικής υπηρεσίας:
- α) πρόεδρος εφετών διοικητικών δικαστηρίων με διετή υπηρεσία στον βαθμό αυτόν ή με πενταετή συνολική
υπηρεσία στον βαθμό του και στον βαθμό του εφέτη διοικητικών δικαστηρίων και
- β) εφέτης διοικητικών δικαστηρίων με εξαετή υπηρεσία στον βαθμό του.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)